Προοίμιο

Για σκοπούς, μεταξύ άλλων, εναρμόνισης με την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Απόφαση - Πλαίσιο 2009/299/ΔΕΥ του Συμβουλίου της 26ης Φεβρουαρίου 2009 για την τροποποίηση των αποφάσεων-πλαισίων 2002/584/ΔΕΥ, 2005/214/ΔΕΥ, 2006/783/ΔΕΥ, 2008/909/ΔΕΥ και 2008/947/ΔΕΥ και την κατοχύρωση, διά του τρόπου αυτού, των δικονομικών δικαιωμάτων των προσώπων και την προώθηση της εφαρμογής της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης αποφάσεων που εκδίδονται ερήμην του ενδιαφερόμενου προσώπου στη δίκη»,

Για σκοπούς εναρμόνισης με την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Οδηγία 2014/42/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 3ης Απριλίου 2014 σχετικά με τη δέσμευση και τη δήμευση οργάνων και προϊόντων εγκλήματος στην Ευρωπαϊκή Ένωση», και

για σκοπούς μερικής εναρμόνισης με την πράξης της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Απόφαση – Πλαίσιο 2003/577/ΔΕΥ του Συμβουλίου της 22ας Ιουλίου 2003 σχετικά με την εκτέλεση των αποφάσεων δέσμευσης περιουσιακών ή αποδεικτικών στοιχείων στην Ευρωπαϊκή Ένωση, και

για σκοπούς καλύτερης εφαρμογής των προνοιών του βασικού νόμου,

(α) Εναρμόνισης με την πράξη της Ευρωπαϊκής ΄Ενωσης με τίτλο «Οδηγία (ΕΕ) 2015/849 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 20ης Μαΐου 2015 σχετικά με την πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή για την χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αρ. 648/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, και την κατάργηση της Οδηγίας 2005/60/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και της Οδηγίας 2006/70/ΕΚ της Επιτροπής»· καθώς και

(β) για την καλύτερη εφαρμογή άλλων υφιστάμενων διατάξεων του βασικού νόμου,

Η Βουλή των Αντιπροσώπων ψηφίζει ως ακολούθως:

ΜΕΡΟΣ Ι ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Συνοπτικός τίτλος

1. Ο περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμος του 2007.

Ερμηνεία

2. (1) Για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου, εκτός αν προκύπτει από το κείμενο διαφορετική έννοια:

"αδίκημα διακίνησης ναρκωτικών" σημαίνει οποιοδήποτε αδίκημα το οποίο διαπράττεται κατά παράβαση-

(α) Tων άρθρων 4, 5, 5Α, 6, 7, 7Α, 9, 10, 12, 20, 21, 22, 25 και 26 του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου,

(β) του άρθρου 100 του περί Τελωνειακού Κώδικα Νόμου,

(γ) των παραγράφων (γ) και (δ) του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα σε σχέση με τη διάπραξη οποιουδήποτε από τα αδικήματα που αναφέρονται στις παραγράφους (α) και (β) πιο πάνω,

(δ) του άρθρου 370 του Ποινικού Κώδικα σε σχέση με τη διάπραξη οποιουδήποτε από τα αδικήματα που αναφέρονται στις παραγράφους (α) και (β) πιο πάνω και

(ε) του άρθρου 371 του Ποινικού Κώδικα σε σχέση με τη διάπραξη οποιουδήποτε από τα αδικήματα που αναφέρονται στην παράγραφο (α) πιο πάνω.

"αδικήματα νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες" σημαίνει τα αδικήματα που αναφέρονται στο άρθρο 4˙

"αδικήματα χρηματοδότησης της τρομοκρατίας" [Διαγράφηκε]˙

"ακίνητη ιδιοκτησία ή περιουσία" έχει την έννοια την οποία δίνει στον όρο αυτό ο περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμος˙

"άλλες δραστηριότητες" [Διαγράφηκε]·

"ανώτερο διοικητικό στέλεχος" σημαίνει στέλεχος ή υπάλληλο υπόχρεης οντότητας με επαρκείς γνώσεις της έκθεσης της υπόχρεης οντότητας στον κίνδυνο νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, το οποίο είναι σε ανώτερη βαθμίδα στην ιεραρχία για τη λήψη αποφάσεων που επηρεάζουν την έκθεση σε κίνδυνο:

Νοείται ότι "ανώτερο διοικητικό στέλεχος" δεν απαιτείται να είναι μέλος του διοικητικού συμβουλίου της υπόχρεης οντότητας·

"γενεσιουργά αδικήματα" σημαίνει τα αδικήματα που αναφέρονται στο άρθρο 5·

"Γενικός Εισαγγελέας" σημαίνει το Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας·

"δέσμευση" σημαίνει  προσωρινή απαγόρευση της μεταβίβασης, της καταστροφής, της μετατροπής, της διάθεσης ή της μετακίνησης περιουσίας ή την προσωρινή ανάληψη της φύλαξης ή του ελέγχου της περιουσίας·

"δήμευση" σημαίνει οριστική αποστέρηση της περιουσίας την οποία διατάσσει δικαστήριο σε σχέση με ποινικό αδίκημα·

"Δημοκρατία" σημαίνει την Κυπριακή Δημοκρατία·

"δικαστήριο" σημαίνει κακουργιοδικείο ή επαρχιακό δικαστήριο κατά την άσκηση της ποινικής του δικαιοδοσίας·

"εικονική τράπεζα" σημαίνει πιστωτικό ή χρηματοπιστωτικό ίδρυμα ή ίδρυμα ασχολούμενο με δραστηριότητες ανάλογες με αυτές που διενεργούνται από πιστωτικά ιδρύματα και χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς, το οποίο έχει συσταθεί εντός ζώνης δικαιοδοσίας στην οποία δεν έχει φυσική παρουσία και άρα πραγματική έδρα και διοίκηση και το οποίο δεν συνδέεται με ρυθμιζόμενο χρηματοπιστωτικό όμιλο·

"εκδότης ηλεκτρονικού χρήματος" έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 2 του περί Ηλεκτρονικού Χρήματος Νόμου·

"εμπίστευμα" σημαίνει γραπτή νομική διευθέτηση με την οποία ο εμπιστευματοπάροχος μεταβιβάζει περιουσία σε έναν ή περισσότερους εμπιστευματοδόχους/επιτρόπους οι οποίοι την κατέχουν προς όφελος ενός ή περισσοτέρων άλλων προσώπων/δικαιούχων·

"εμπίστευμα μονάδων" (unit trusts) σημαίνει εμπίστευμα που δημιουργείται με σκοπό ή που έχει ως αποτέλεσμα την παροχή σε πρόσωπα που έχουν διαθέσιμα κεφάλαια για επενδυτικές διευκολύνσεις του δικαιώματος να συμμετέχουν ως δικαιούχοι με βάση το εμπίστευμα σε κέρδη ή εισοδήματα τα οποία προκύπτουν από την απόκτηση, διαχείριση ή διάθεση οποιασδήποτε περιουσίας˙

"Επιτροπή" σημαίνει την Ευρωπαϊκή Επιτροπή·

"επιχειρηματική σχέση" σημαίνει επιχειρηματική, επαγγελματική ή εμπορική σχέση μεταξύ του πελάτη και της υπόχρεης οντότητας, η οποία συνδέεται με τις επαγγελματικές δραστηριότητες της υπόχρεης οντότητας και αναμένεται από την υπόχρεη οντότητα, κατά τον χρόνο σύναψης της επαφής, ότι θα έχει κάποια διάρκεια·

"Εποπτικές Αρχές" σημαίνει τις Αρχές οι οποίες εγκαθιδρύονται δυνάμει του άρθρου 59˙

"έσοδο" σημαίνει οποιασδήποτε μορφής περιουσία ή οικονομικό όφελος, που προήλθε άμεσα ή έμμεσα από παράνομες δραστηριότητες και περιλαμβάνει κάθε μεταγενέστερη επανεπένδυση ή μετατροπή άμεσων προϊόντων και κάθε σημαντικό όφελος·

"Ευρωπαϊκές Εποπτικές Αρχές" ή "ΕΕΑ" σημαίνει-

(α) Την Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών, που συστάθηκε δυνάμει των διατάξεων της πράξης της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο “Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Νοεμβρίου 2010, σχετικά με τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών), την τροποποίηση της απόφασης αριθ. 716/2009/ΕΚ και την κατάργηση της απόφασης 2009/78/ΕΚ της Επιτροπής”,

(β) την Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων, που συστάθηκε δυνάμει των διατάξεων της πράξης της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο “Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1094/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Νοεμβρίου 2010, για τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων), την τροποποίηση της απόφασης αριθ. 716/2009/ΕΚ και την κατάργηση της απόφασης 2009/79/ΕΚ της Επιτροπής”,

(γ) και την Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών) που συστάθηκε δυνάμει των διατάξεων της πράξης της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο “Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 24ης Νοεμβρίου 2010, σχετικά με τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών), την τροποποίηση της απόφασης αριθ. 716/2009/ΕΚ και την κατάργηση της απόφασης 2009/77/ΕΚ”·

"ηλεκτρονικό χρήμα"  έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 2 του περί Ηλεκτρονικού Χρήματος Νόμου·

"καθορισμένα αδικήματα" σημαίνει τα αδικήματα που αναφέρονται στο άρθρο 3·

"Κανονισμός (ΕΕ) 2015/847" σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Κανονισμός (ΕΕ) 2015/847 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Μαΐου 2015, περί στοιχείων που συνοδεύουν τις μεταφορές χρηματικών ποσών και περί κατάργησης του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1781/2006»·

"κινητή περιουσία ή κινητά" σημαίνει οποιαδήποτε περιουσία δεν είναι ακίνητη·

"κυβερνητικά ομόλογα" (government stocks) περιλαμβάνει ομόλογα ανάπτυξης, βραχυπρόθεσμα κρατικά άτοκα ομόλογα, πιστοποιητικά αποταμίευσης και οποιοδήποτε άλλο τύπο αξιόγραφου το οποίο εκδίδεται στο όνομα συγκεκριμένου προσώπου, αλλά δεν περιλαμβάνει αξιόγραφο ταμιευτηρίου ή άλλο αξιόγραφο που δεν εκδίδεται στο όνομα του κομιστή˙

"μεμονωμένη συναλλαγή" σημαίνει οποιαδήποτε συναλλαγή εκτός από συναλλαγή η οποία διεξάγεται κατά τη διάρκεια επιχειρηματικής σχέσης·

"μέρισμα" περιλαμβάνει τόκους, κάθε μορφής εισόδημα προερχόμενο από αξιόγραφα και οποιοδήποτε εισόδημα προερχόμενο από διανομή κερδών σε σχέση με μονάδες σε εμπίστευμα μονάδων˙

"μέσα" σημαίνει οποιαδήποτε περιουσία η οποία έχει χρησιμοποιηθεί ή σκοπός της είναι να χρησιμοποιηθεί ολικά ή μερικά για τη διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος˙

"Μονάδα" σημαίνει τη Μονάδα Καταπολέμησης Αδικημάτων Συγκάλυψης η οποία εγκαθιδρύεται δυνάμει του άρθρου 54˙

"Οδηγία της E.E." σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο “Οδηγία 2015/849 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 20ης Μαΐου 2015 σχετικά με την πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, και την κατάργηση της οδηγίας 2005/60/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και της οδηγίας 2006/70/ΕΚ της Επιτροπής”·

"Οδηγία 2013/34/EΕ" σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο “Οδηγία 2013/34/EΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 26ης Ιουνίου 2013 σχετικά με τις ετήσιες οικονομικές καταστάσεις, τις ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις και συναφείς εκθέσεις επιχειρήσεων ορισμένων μορφών, την τροποποίηση της οδηγίας 2006/43/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και την κατάργηση των οδηγιών 78/660/EOK και 83/349/ΕΟΚ του Συμβουλίου”·

"όμιλος" σημαίνει όμιλο επιχειρήσεων που αποτελείται από μία μητρική επιχείρηση, τις θυγατρικές της και τις οντότητες στις οποίες η μητρική επιχείρηση ή οι θυγατρικές της διαθέτουν συμμετοχή, καθώς και επιχειρήσεις που συνδέονται μεταξύ τους με σχέση κατά την έννοια του άρθρου 22 της οδηγίας 2013/34/ΕΕ·

"ομόλογα" περιλαμβάνει μετοχές (shares), χρεόγραφα εταιρειών (debentures) και άλλα αξιόγραφα νομικού προσώπου, ανεξάρτητα αν αυτά συνιστούν ή όχι επιβάρυνση επί των περιουσιακών στοιχείων του εν λόγω νομικού προσώπου·

"παράνομες δραστηριότητες" σημαίνει τα αναφερόμενα στο άρθρο 5 γενεσιουργά αδικήματα·

"πάροχος υπηρεσιών πληρωμών" έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 2 του περί Υπηρεσιών Πληρωμών Νόμου·

"πελάτης" σημαίνει πρόσωπο το οποίο επιδιώκει να συνάψει επιχειρηματική σχέση ή να διεξαγάγει μεμονωμένη συναλλαγή με υπόχρεη οντότητα στην ή από τη Δημοκρατία·

"περάτωση ποινικής διαδικασίας" μαζί με τις φραστικές παραλλαγές του όρου σημαίνει-

(α) Την ανάκληση του κατηγορητηρίου δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 91 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου·

(β) την αναστολή της δίωξης δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 154 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου·

(γ) την αθώωση του κατηγορουμένου είτε από το πρωτόδικο δικαστήριο είτε από το Ανώτατο Δικαστήριο κατόπιν έφεσης·

(δ) την απονομή χάριτος από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας·

(ε) την επιβολή ποινής για διάπραξη καθορισμένου αδικήματος χωρίς να εκδοθεί διάταγμα δήμευσης· ή

(στ) την πλήρη συμμόρφωση προς διάταγμα δήμευσης είτε με την πληρωμή του οφειλόμενου ποσού είτε με την έκτιση ποινής φυλάκισης αντί της πληρωμής του ποσού.

"περιουσία" σημαίνει περιουσιακά στοιχεία κάθε είδους, ενσώματα ή ασώματα, ακίνητη περιουσία, κινητή περιουσία η οποία περιλαμβάνει χρήματα, υλικά ή άυλα στοιχεία, καθώς και τα νομικά έγγραφα ή πράξεις με οποιαδήποτε μορφή, συμπεριλαμβανομένης της ηλεκτρονικής ή ψηφιακής, που αποδεικνύουν τίτλο ιδιοκτησίας ή δικαιώματα προς απόκτηση τέτοιων περιουσιακών στοιχείων·

"πιστωτικό ίδρυμα" έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το σημείο 1) της παραγράφου 1 του άρθρου 4  της πράξης της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο “Κανονισμός  (ΕΕ) αριθ. 575/2013 του Ευρωπαϊκου Κοινοβουλιου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας για πιστωτικά ιδρύματα και επιχειρήσεις επενδύσεων και την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012” και περιλαμβάνει πιστωτικό ίδρυμα στο οποίο χορηγήθηκε άδεια λειτουργίας αδειοδοτημένου πιστωτικού ιδρύματος (ΑΠΙ) δυνάμει των διατάξεων του περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου και πιστωτικό ίδρυμα που λειτουργεί στη Δημοκρατία δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 10Α του περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου·

"πληροφορία" σημαίνει κάθε μορφής γραπτή ή προφορική πληροφορία ή έγγραφα και περιλαμβάνει πληροφορία που δυνατό να είναι καταχωρημένη σε ηλεκτρονικό υπολογιστή·

"ποινική διαδικασία" σημαίνει οποιαδήποτε ποινική διαδικασία με την έννοια που δίνει στον όρο αυτό ο περί Δικαστηρίων Νόμος·

"πολιτική διαδικασία" σημαίνει οποιαδήποτε διαδικασία αστικής φύσεως που δεν είναι ποινική·

"πολιτικώς εκτεθειμένα πρόσωπα" σημαίνει φυσικό πρόσωπο στο οποίο έχει ή είχε ανατεθεί σημαντικό δημόσιο λειτούργημα στη Δημοκρατία ή σε άλλη χώρα, άμεσο στενό συγγενή τέτοιου προσώπου, καθώς και πρόσωπο γνωστό ως στενός συνεργάτης τέτοιου προσώπου:

Νοείται ότι, για τους σκοπούς του παρόντος ορισμού, "σημαντικό δημόσιο λειτούργημα"  σημαίνει οποιοδήποτε από τα πιο κάτω δημόσια λειτουργήματα:

(α) Αρχηγός κράτους, αρχηγός κυβέρνησης, υπουργός, αναπληρωτής υπουργός και υφυπουργός·

(β) μέλος κοινοβουλίου ή παρόμοιου νομοθετικού σώματος ·

(γ) μέλος διοικητικού οργάνου πολιτικού κόμματος·

(δ) μέλος ανώτατου δικαστηρίου, συνταγματικού δικαστηρίου ή άλλου δικαιοδοτικού οργάνου υψηλού επιπέδου του οποίου οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε περαιτέρω ένδικα μέσα, πλην εξαιρετικών περιστάσεων·

(ε) μέλος ελεγκτικού συνεδρίου και διοικητικού συμβουλίου κεντρικής τράπεζας·

(στ) πρέσβης, επιτετραμμένος και υψηλόβαθμος αξιωματικός των ενόπλων δυνάμεων και των δυνάμεων ασφάλειας·

(ζ) μέλος διοικητικού, διαχειριστικού ή εποπτικού οργάνου κρατικής επιχείρησης·

(η) διευθυντής, αναπληρωτής διευθυντής και μέλος διοικητικού συμβουλίου ή πρόσωπο που κατέχει ισοδύναμη θέση σε διεθνή οργανισμό·

(θ) δήμαρχος:

Νοείται περαιτέρω ότι τα πιο πάνω αναφερόμενα δημόσια λειτουργήματα  δεν περιλαμβάνουν πρόσωπο που κατέχει ενδιάμεση ή χαμηλή θέση της υπαλληλικής ιεραρχίας:

Νοείται έτι περαιτέρω ότι «στενός συγγενής πολιτικώς εκτεθειμένου προσώπου» περιλαμβάνει τα ακόλουθα πρόσωπα:

(α) Σύζυγο, ή πρόσωπο εξομοιούμενο με σύζυγο  πολιτικώς εκτεθειμένου  προσώπου·

(β) τέκνο πολιτικώς εκτεθειμένου προσώπου και σύζυγό του ή πρόσωπο  εξομοιούμενο με σύζυγο τέκνου πολιτικώς εκτεθειμένου προσώπου·

(γ) γονείς πολιτικώς εκτεθειμένου προσώπου·

Νοείται έτι έτι περαιτέρω ότι «πρόσωπο που είναι γνωστό ως στενός συνεργάτης πολιτικώς εκτεθειμένου προσώπου» σημαίνει φυσικό πρόσωπο -

(α)  το οποίο είναι γνωστό ότι είναι από κοινού πραγματικός δικαιούχος  νομικής οντότητας ή νομικής διευθέτησης ή ότι συνδέεται με οποιαδήποτε άλλη στενή επιχειρηματική σχέση με πολιτικώς εκτεθειμένο πρόσωπο·

(β) που είναι ο μοναδικός πραγματικός δικαιούχος νομικής οντότητας ή   νομικής διευθέτησης που είναι γνωστό ότι συστάθηκαν προς de facto όφελος πολιτικώς εκτεθειμένου προσώπου·

"πραγματικός δικαιούχος" σημαίνει φυσικό πρόσωπο, το οποίο έχει την τελική κατοχή ή έλεγχο στον πελάτη ή/και το φυσικό πρόσωπο για λογαριασμό του οποίου διεξάγεται συναλλαγή ή δραστηριότητα και περιλαμβάνει τουλάχιστον τα ακόλουθα πρόσωπα:

(α) όσον αφορά  νομικό πρόσωπο -

(i) το φυσικό πρόσωπο που έχει το τελικό ιδιοκτησιακό καθεστώς ή τον τελικό έλεγχο του νομικού προσώπου, άμεσα ή έμμεσα σε επαρκές ποσοστό των μετοχών ή των δικαιωμάτων ψήφου ή του ιδιοκτησιακού δικαιώματος του εν λόγω νομικού προσώπου, μεταξύ άλλων, μέσω μετοχών στον κομιστή ή μέσω ελέγχου με άλλα μέσα, εκτός από εισηγμένη εταιρεία σε ρυθμιζόμενη αγορά, η οποία υπόκειται σε απαιτήσεις γνωστοποίησης κατά τη νομοθεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή υπόκειται σε ισοδύναμα διεθνή πρότυπα τα οποία εξασφαλίζουν επαρκή διαφάνεια των πληροφοριών σχετικά με τον πραγματικό δικαιούχο:

Νοείται ότι -

(α) ένδειξη άμεσης ιδιοκτησίας αποτελεί συμμετοχή είκοσι πέντε τοις εκατό (25%) συν μια (1) μετοχή ή ιδιοκτησιακό δικαίωμα άνω του είκοσι πέντε τοις εκατό (25%) στον πελάτη που κατέχεται από φυσικό πρόσωπο, και

(β) ένδειξη έμμεσης ιδιοκτησίας αποτελεί συμμετοχή  είκοσι πέντε τοις εκατό (25%) συν μια (1) μετοχή ή ιδιοκτησιακό δικαίωμα άνω του είκοσι πέντε τοις εκατό (25%) στον πελάτη που κατέχεται από νομικό πρόσωπο, το οποίο βρίσκεται υπό τον έλεγχο φυσικού προσώπου ή προσώπων ή από πολλά νομικά πρόσωπα τα οποία βρίσκονται υπό τον έλεγχο του ίδιου φυσικού προσώπου ή προσώπων:

Νοείται περαιτέρω ότι ο έλεγχος με άλλα μέσα  μπορεί να εξακριβωθεί μεταξύ άλλων με βάση τα  κριτήρια που προβλέπονται στην παράγραφο (β)  του εδαφίου (1) του άρθρου 142 και στο άρθρο 148 του περί Εταιρειών Νόμου·

(ii) το φυσικό πρόσωπο που κατέχει θέση ανώτερου διοικητικού στελέχους σε περίπτωση που, αφού εξαντληθούν όλα τα δυνατά μέσα και υπό τον όρο ότι δεν υπάρχουν βάσιμες υποψίες, δεν προσδιοριστεί πρόσωπο δυνάμει των διατάξεων της υποπαραγράφου (i) της παρούσας παραγράφου  ή εάν υπάρχει αμφιβολία ότι το πρόσωπο που προσδιορίστηκε είναι ο πραγματικός δικαιούχος:

Νοείται ότι υπόχρεη οντότητα τηρεί αρχείο προς τεκμηρίωση των δράσεων που αναλήφθηκαν σύμφωνα με τις διατάξεις των υποπαραγράφων (i) και (ii)·

(β) όσον αφορά τα  εμπιστεύματα (trusts) -

(i) ο εμπιστευματοπάροχος (settlor),

(ii) ο εμπιστευματοδόχος ή επίτροπος (trustee),

(iii) ο προστάτης (protector), εάν υπάρχει,

(iv) ο δικαιούχος ή, όταν το πρόσωπο που αποτελεί δικαιούχο της νομικής διευθέτησης ή της νομικής οντότητας δεν έχει προσδιοριστεί ακόμη, η κατηγορία προσώπων προς το συμφέρον της οποίας έχει κυρίως συσταθεί ή λειτουργεί η νομική διευθέτηση ή η νομική οντότητα,

(v) οποιοδήποτε άλλο φυσικό πρόσωπο ασκεί τον τελικό έλεγχο του εμπιστεύματος μέσω άμεσης ή έμμεσης ιδιοκτησίας ή με άλλα μέσα· και

(γ) όσον αφορά νομικές οντότητες, όπως τα ιδρύματα, και νομικές διευθετήσεις παρεμφερείς με τα εμπιστεύματα (trusts), συμπεριλαμβάνεται το φυσικό πρόσωπο που κατέχει αντίστοιχη ή ανάλογη θέση με πρόσωπο που αναφέρεται στην παράγραφο (β)·

"προϊόν αδικήματος" σημαίνει οποιοδήποτε οικονομικό πλεονέκτημα προερχόμενο άμεσα ή έμμεσα από καθορισμένο αδίκημα το οποίο ενδέχεται να συνίσταται σε κάθε μορφής περιουσία και περιλαμβάνει κάθε μεταγενέστερη επανεπένδυση ή μετατροπή άμεσων προϊόντων και κάθε σημαντικό όφελος·

"πρόσωπο" σημαίνει φυσικό ή νομικό πρόσωπο·

"Συμβουλευτική Αρχή" σημαίνει τη Συμβουλευτική Αρχή Καταπολέμησης Αδικημάτων Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες και Χρηματοδότησης της Τρομοκρατίας η οποία εγκαθιδρύεται δυνάμει του άρθρου 56·

"σχέση ανταπόκρισης" σημαίνει -

(α) την παροχή τραπεζικών υπηρεσιών από μια τράπεζα  («ανταποκριτής») σε άλλη τράπεζα («πελάτης»), συμπεριλαμβανομένης της παροχής τρεχούμενου ή άλλου λογαριασμού υποχρεώσεως και συναφών υπηρεσιών, και περιλαμβάνει τη διαχείριση των ταμειακών διαθεσίμων, τις διεθνείς μεταφορές χρηματικών ποσών, το συμψηφισμό επιταγών, τους λογαριασμούς πλάγιας πρόσβασης και τις υπηρεσίες ξένου συναλλάγματος, και

(β) τις σχέσεις μεταξύ πιστωτικών ιδρυμάτων και χρηματοπιστωτικών οργανισμών, συμπεριλαμβανομένων των περιπτώσεων στις οποίες παρέχονται παρόμοιες υπηρεσίες από ίδρυμα-ανταποκριτή σε ίδρυμα-πελάτη, συμπεριλαμβανομένων των καθιερωμένων σχέσεων για συναλλαγές τίτλων ή μεταφορές χρηματικών ποσών·

"τρίτη χώρα" σημαίνει χώρα που δεν είναι μέλος της Ευρωπαϊκής ΄Ενωσης ή συμβαλλόμενο μέρος στη Συμφωνία για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο, η οποία υπογράφηκε στο Οπόρτο την 2α Μαϊου 1992 και προσαρμόστηκε από το Πρωτόκολλο, το οποίο υπογράφηκε στις Βρυξέλλες την 17η Μαϊου 1993, όπως η Συμφωνία αυτή περαιτέρω εκάστοτε τροποποιείται·

"τρίτη χώρα υψηλού κινδύνου" σημαίνει τρίτη χώρα, που επισημαίνεται από την Επιτροπή δυνάμει των διατάξεων της παραγράφου (2) του άρθρου 9 της Οδηγίας της Ε.Ε. μέσω της έκδοσης κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων, η οποία παρουσιάζει στρατηγικές ανεπάρκειες στο εθνικό της σύστημα καταπολέμησης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, οι οποίες θεωρούνται ως σημαντικές απειλές για το χρηματοπιστωτικό σύστημα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και τρίτη χώρα, η οποία κατατάσσεται από τις υπόχρεες οντότητες ως υψηλού κινδύνου, σύμφωνα με την προβλεπόμενη στο άρθρο 58Α εκτίμηση κινδύνου·

"Υπηρεσία Ανάκτησης Περιουσιακών Στοιχείων" έχει την έννοια της  υπηρεσίας ανάκτησης περιουσιακών στοιχείων όπως αυτή ορίζεται στην Απόφαση 2007/845/ΔΕΥ του Συμβουλίου της 6ης Δεκεμβρίου 2007 σχετικά με τη συνεργασία των υπηρεσιών  ανάκτησης περιουσιακών στοιχείων στα κράτη μέλη προς ανίχνευση και εντοπισμό προϊόντων εγκλήματος ή άλλων συναφών περιουσιακών στοιχείων·

"υπηρεσίες τυχερών παιχνιδιών" σημαίνει υπηρεσίες χρηματικού στοιχήματος σε τυχερά παιχνίδια συμπεριλαμβανομένων εκείνων με κάποιο στοιχείο δεξιότητας, όπως λαχεία, παιχνίδια καζίνο, παιχνίδια πόκερ και πράξεις στοιχήματος που προσφέρονται σε συγκεκριμένο χώρο ή με οποιοδήποτε μέσο εξ αποστάσεως, με ηλεκτρονικά μέσα ή με κάθε άλλη τεχνολογία διευκόλυνσης της επικοινωνίας, και ύστερα από ατομικό αίτημα του αποδέκτη των υπηρεσιών·

"υπόχρεη οντότητα" σημαίνει οποιαδήποτε από τις αναφερόμενες στο άρθρο 2Α οντότητες·

"χρηματοδότηση της τρομοκρατίας" σημαίνει παροχή ή συγκέντρωση κεφαλαίων καθ’ οιονδήποτε τρόπο, άμεσα ή έμμεσα, με την πρόθεση να χρησιμοποιηθούν ή εν γνώσει του γεγονότος ότι θα χρησιμοποιηθούν, στο σύνολό τους ή εν μέρει, για τη διάπραξη αδικήματος κατά την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 4 του περί της Διεθνούς Σύμβασης για την Καταπολέμηση της Τρομοκρατίας (Κυρωτικός και Άλλες Διατάξεις) Νόμου, και από τα άρθρα 5 έως 13 του περί της Καταπολέμησης της Τρομοκρατίας Νόμου·

"Χρηματοοικονομικές δραστηριότητες" [Διαγράφηκε]·

"χρηματοπιστωτικός οργανισμός" σημαίνει -

(α) επιχείρηση, εκτός από πιστωτικό ίδρυμα, η οποία ασκεί μια τουλάχιστον από τις δραστηριότητες που αναφέρονται στα σημεία 2 έως 12, 14 και 15 του Παραρτήματος IV του περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου, συμπεριλαμβανομένων των δραστηριοτήτων των ανταλλακτηρίων συναλλάγματος (bureaux de change),

(β) ασφαλιστική ή/και αντασφαλιστική επιχείρηση κατά την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 2 του περί Ασφαλιστικών και Αντασφαλιστικών Εργασιών και Άλλων Συναφών Θεμάτων Νόμου, στον βαθμό που ασκεί δραστηριότητες ασφάλισης ζωής οι οποίες εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του εν λόγω νόμου,

(γ) Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών ή ΕΠΕΥ κατά την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το εδάφιο (1) του άρθρου (2) του περί  Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμου,

(δ) οργανισμό συλλογικών επενδύσεων που διαθέτει μερίδια ή μετοχές του,

(ε) ασφαλιστικό ή/και αντασφαλιστικό διαμεσολαβητή, κατά την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 356 του περί Ασφαλιστικών και Αντασφαλιστικών Εργασιών και Άλλων Συναφών Θεμάτων Νόμου όταν δραστηριοποιείται στον τομέα της ασφάλισης ζωής και άλλων υπηρεσιών με επενδυτικό σκοπό,

(στ) υποκατάστημα οποιουδήποτε εκ των αναφερόμενων στις παραγράφους (α) έως (ε) χρηματοπιστωτικών οργανισμών όταν βρίσκονται στη Δημοκρατία, ανεξαρτήτως του εάν η έδρα τους βρίσκεται σε κράτος μέλος ή σε τρίτη χώρα·

"Χώρες Eυρωπαϊκού Oικονομικού Xώρου" σημαίνει Κράτος Μέλος της Ευρωπαϊκής ΄Ενωσης ή άλλο Κράτος που είναι συμβαλλόμενο μέρος στην συμφωνία για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο η οποία υπογράφηκε στο Πόρτο στις 2 Μαΐου 1992 και προσαρμόστηκε από το Πρωτόκολλο το οποίο υπογράφηκε στις Βρυξέλλες στις 17 Μαΐου 1993 ως η συμφωνία αυτή περαιτέρω εκάστοτε τροποποιείται·

(2) Οι λέξεις και οι φράσεις που εκτίθενται στην πρώτη στήλη ερμηνεύονται στα άρθρα του παρόντος Νόμου τα οποία εκτίθενται στη δεύτερη στήλη:

Αξία δωρεάς 13
Αξία περιουσίας 13
Απαγορευμένη δωρέα 13
Διάταγμα αποκάλυψης πληροφοριών 45
Διάταγμα εξωτερικού 37
Διάταγμα επιβάρυνσης 15
Διάταγμα δήμευσης 8
Διάταγμα κατακράτησης 32
Διάταγμα παγοποίησης 14
Διάταγμα πώλησης ομολόγων 18
Επιβαρυντικό διάταγμα ή διάταγμα επιβάρυνσης 15
Έσοδα από τη διάπραξη καθορισμένου αδικήματος 7
Εταιρεία 21
Έφεση 37
Οικογένεια του κατηγορούμενου 50
Οικονομική κατάσταση του κατηγορούμενου 50
Παρέμβαση σε σχέση με την περιουσία 14
Πληροφορία 44
Προβαίνει σε δωρεά 13
Προνομιούχα χρέη 13
Προνομιούχα πληροφορία 44
Ρευστοποιήσιμη περιουσία 13
Χρηματική ποινή 8(2)


(3) Κάθε αναφορά στον παρόντα Νόμο σε αδικήματα περιλαμβάνει και αδικήματα που διαπράχθηκαν πριν από την έναρξη της ισχύος του παρόντος Νόμου, αλλά τα δικαστήρια δεν έχουν υποχρέωση να ασκήσουν οποιαδήποτε από τις εξουσίες που παρέχονται σ’ αυτά από τον παρόντα Νόμο σε σχέση με ποινική υπόθεση για διάπραξη καθορισμένου αδικήματος η οποία καταχωρήθηκε πριν από την έναρξη της ισχύος του παρόντος Νόμου.

Υπόχρεες οντότητες

2Α. Οι διατάξεις του παρόντος Νόμου εφαρμόζονται στα ακόλουθα πρόσωπα:

(α) Πιστωτικό ίδρυμα·

(β) χρηματοπιστωτικός οργανισμός·

(γ) οποιοδήποτε από τα ακόλουθα φυσικά ή νομικά πρόσωπα κατά την άσκηση των επαγγελματικών του δραστηριοτήτων:

(i) ελεγκτής, εξωτερικός λογιστής και φορολογικός σύμβουλος·

(ii) ανεξάρτητος επαγγελματίας νομικός, όταν συμμετέχει, είτε ενεργώντας εξ ονόματος και για λογαριασμό πελάτη του στο πλαίσιο χρηματοπιστωτικής συναλλαγής ή συναλλαγής επί ακίνητης ιδιοκτησίας, είτε βοηθώντας στον σχεδιασμό ή στη διενέργεια συναλλαγής για πελάτη του σχετικά με -

(αα) την αγορά και την πώληση ακίνητης ιδιοκτησίας ή επιχείρησης,

(ββ) τη διαχείριση χρημάτων, τίτλων ή άλλων περιουσιακών στοιχείων πελάτη του,

(γγ) το άνοιγμα ή τη διαχείριση τραπεζικού λογαριασμού, λογαριασμού ταμιευτηρίου ή λογαριασμού τίτλων,

(δδ) την οργάνωση των αναγκαίων εισφορών για τη σύσταση, λειτουργία ή διοίκηση εταιρείας,

(εε) τη σύσταση, λειτουργία ή διοίκηση εμπιστεύματος, επιχείρησης, ιδρύματος ή ανάλογων σχημάτων·

(δ) φυσικό ή νομικό πρόσωπο που δεν περιλαμβάνεται στα αναφερόμενα στην παράγραφο (γ) πρόσωπα και παρέχει τις ακόλουθες υπηρεσίες σε εμπιστεύματα ή επιχειρήσεις:

(i) Σύσταση εταιρειών ή άλλων νομικών προσώπων·

(ii) άσκηση καθηκόντων διευθυντή ή γραμματέα εταιρείας, εταίρου συνεταιρισμού ή κατόχου ανάλογης θέσης σε σχέση με άλλα νομικά πρόσωπα ή νομικούς μηχανισμούς ώστε άλλο πρόσωπο να ασκήσει ανάλογα καθήκοντα·

(iii) παροχή διεύθυνσης εγγεγραμμένου γραφείου, επιχειρηματικής διεύθυνσης, ταχυδρομικής ή διοικητικής διεύθυνσης και οποιωνδήποτε άλλων σχετικών υπηρεσιών για εταιρεία, προσωπική εταιρεία ή κάθε άλλο νομικό πρόσωπο ή νομικό μηχανισμό·

(iv) άσκηση, απευθείας ή μέσω άλλου προσώπου, καθηκόντων εμπιστευματοδόχου ή επιτρόπου σε ρητά εμπιστεύματα (express trusts) ή ανάλογη νομική διευθέτηση·

(v) κατοχή μετοχικού κεφαλαίου νομικών προσώπων και εγγραφή του κατόχου στα αντίστοιχα μητρώα εγγεγραμμένων μετόχων εκ μέρους και για λογαριασμό τρίτων, εκτός εταιρείας εισηγμένης σε ρυθμιζόμενη αγορά η οποία υπόκειται σε απαιτήσεις γνωστοποίησης κατά την νομοθεσία της Ευρωπαϊκής ΄Ενωσης ή υπόκειται σε ισοδύναμα διεθνή πρότυπα, ή μεριμνά ώστε άλλο πρόσωπο να ασκήσει ανάλογα καθήκοντα· και

(vi) οποιαδήποτε από τις υπηρεσίες ή τις δραστηριότητες που καθορίζονται στο άρθρο 4 του περί της Ρύθμισης των Επιχειρήσεων Παροχής Διοικητικών Υπηρεσιών και Συναφών Θεμάτων Νόμου·

(ε) κτηματομεσίτες·

(στ) πάροχοι υπηρεσίων τυχερών παιχνιδιών, όπως προβλέπεται στις σχετικές νομοθεσίες της Δημοκρατίας

(η) καζίνο, το οποίο εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του περί της Λειτουργίας και του Ελέγχου Καζίνου Νόμου·

(θ) πρόσωπο που εμπορεύεται αγαθά, εφόσον η πληρωμή καταβάλλεται ή εισπράττεται σε μετρητά και αφορά ποσό ίσο ή μεγαλύτερο των δέκα χιλιάδων ευρώ (€10.000), ανεξάρτητα από το αν η συναλλαγή διενεργείται με μία μόνη πράξη ή με περισσότερες πράξεις μεταξύ των οποίων φαίνεται να υπάρχει κάποια σχέση.

Καθορισμένα αδικήματα

3. Ο Νόμος αυτός εφαρμόζεται σε σχέση με αδικήματα που αναφέρονται πιο κάτω και τα οποία για σκοπούς του Νόμου αυτού θα καλούνται καθορισμένα αδικήματα:

(α) Αδικήματα νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες˙

(β) γενεσιουργά αδικήματα.

Αδικήματα νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες

4. (1) Κάθε πρόσωπο το οποίο ενώ (α) γνωρίζει ή (β) όφειλε να γνωρίζει ότι οποιασδήποτε μορφής περιουσία αποτελεί έσοδο από παράνομες δραστηριότητες, προβαίνει σε οποιασδήποτε από τις πιο κάτω ενέργειες:

(i) Μετατρέπει, μεταβιβάζει, ή μετακινεί τέτοια περιουσία με σκοπό να αποκρύψει ή, να συγκαλύψει την παράνομη προέλευσή της ή να παράσχει με οποιοδήποτε τρόπο βοήθεια σε πρόσωπο το οποίο είναι αναμιγμένο στη διάπραξη του γενεσιουργού αδικήματος για να προβεί το πρόσωπο αυτό σε οποιαδήποτε από τις πιο πάνω πράξεις και ενέργειες ή άλλως ενεργεί για να αποφύγει τις νομικές συνέπειες των πράξεων και ενεργειών του˙

(ii) αποκρύπτει ή συγκαλύπτει την αληθή φύση, την πηγή, τον τόπο, τη διάθεση, την κίνηση, τα δικαιώματα σε σχέση με περιουσία ή με την κυριότητα αυτή˙

(iii) αποκτά, κατέχει ή χρησιμοποιεί τέτοια περιουσία˙

(iv) συμμετέχει, συμπράττει, συνεργάζεται, συνωμοτεί για να διαπραχθεί, ή αποπειράται να διαπράξει και παρέχει συνδρομή και βοήθεια, καθοδήγηση ή συμβουλή στη διάπραξη οποιωνδήποτε από τα αδικήματα που αναφέρονται πιο πάνω˙

(v) παρέχει πληροφορίες σχετικά με έρευνες που γίνονται για νομιμοποίηση εσόδων γενεσιουργού αδικήματος με σκοπό να δυνηθεί το πρόσωπο που αποκόμισε όφελος από τη διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος να διατηρήσει τα έσοδα ή τον έλεγχο των εσόδων από τη διάπραξη του εν λόγω αδικήματος,

διαπράττει αδίκημα τιμωρούμενο με φυλάκιση δεκατεσσάρων ετών ή με χρηματική ποινή μέχρι πεντακόσιες χιλιάδες ευρώ (500000) ή και με τις δύο αυτές ποινές στην περίπτωση (α) πιο πάνω, και με φυλάκιση πέντε ετών ή με χρηματική ποινή μέχρι πενήντα χιλιάδες ευρώ (50000) ή και με τις δύο αυτές ποινές στην περίπτωση (β) πιο πάνω.

(2) Για σκοπούς του εδαφίου (1):

(α) Δεν έχει καμιά σημασία κατά πόσο το γενεσιουργό αδίκημα υπόκειται ή όχι στη δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων·

(β) τα αδικήματα νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες δύνανται να διαπραχθούν και από τους δράστες γενεσιουργών αδικημάτων·

(γ) η γνώση, πρόθεση ή σκοπός που απαιτούνται ως στοιχεία αδικημάτων που αναφέρονται στο εδάφιο (1) δύνανται να συναχθούν από αντικειμενικές πραγματικές περιστάσεις·

(δ) δεν απαιτείται προηγούμενη ή ταυτόχρονη καταδίκη για γενεσιουργό αδίκημα, από το οποίο προήλθαν έσοδα·

(ε) δεν απαιτείται να αποδειχθεί η ταυτότητα του προσώπου που διέπραξε  το γενεσιουργό αδίκημα από το οποίο προήλθαν τα έσοδα.

Γενεσιουργά αδικήματα

5. Γενεσιουργό αδίκημα είναι οποιοδήποτε αδίκημα καθορίζεται ως ποινικό αδίκημα από νόμο της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Απαγόρευση είσπραξης μετρητών από την πώληση αγαθών

5Α. [Διαγράφηκε]
  • Ιστορικό Τροποποιήσεων
  • 81(I)/2019
ΜΕΡΟΣ ΙΙ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΑ ΔΗΜΕΥΣΗΣ, ΠΡΟΣΩΡΙΝΑ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΑ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΜΕΤΡΑ
Α. Διατάγματα Δήμευσης
Έρευνα για διαπίστωση αν ο κατηγορούμενος είχε έσοδα

6. (1) Δικαστήριο το οποίο έχει καταδικάσει πρόσωπο για καθορισμένο αδίκημα προτού επιβάλει ποινή προβαίνει σε έρευνα για να διαπιστώσει αν o κατηγορούμενος απεκόμισε οποιαδήποτε έσοδα από παράνομες δραστηριότητες ή αδίκημα νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ακολουθώντας τη διαδικασία που καθορίζει το παρόν Μέρος του Νόμου ή τη διαδικασία που αναφέρεται στο Μέρος VI.

(2) Για να ακολουθηθεί η διαδικασία που καθορίζει το Μέρος αυτό αποφασίζει ο Γενικός Εισαγγελέας ο οποίος και υποβάλλει σχετική αίτηση στο Δικαστήριο. Το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει διάταγμα δήμευσης αν ακολουθηθεί η διαδικασία δυνάμει του Μέρους αυτού ή να επιβάλει ανάλογη χρηματική ποινή αν ακολουθηθεί η διαδικασία δυνάμει του Μέρους VΙ.

Υπολογισμός εσόδων από τη διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος

7. (1) Για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου-

(α) Λογίζονται ως έσοδα του κατηγορουμένου από παράνομες δραστηριότητες ή από τη διάπραξη αδικήματος νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες όλες οι πληρωμές οι οποίες καταβλήθηκαν σ’ αυτόν ή σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο είτε πριν είτε μετά την έναρξη της ισχύος του Νόμου αυτού σε σχέση με παράνομες δραστηριότητες ή με αδίκημα νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, ανεξάρτητα αν αυτό έχει διαπραχθεί από τον ίδιο τον κατηγορούμενο ή από άλλο πρόσωπο˙

(β) τα έσοδα του κατηγορουμένου από παράνομες δραστηριότητες ή από τη διάπραξη αδικήματος νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες είναι το σύνολο των πληρωμών ή αμοιβών οι οποίες έχουν καταβληθεί σ’ αυτόν ή το προϊόν παράνομων δραστηριοτήτων ή αδικήματος νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή έσοδα όπως ο όρος αυτός ερμηνεύεται στο άρθρο 2 του παρόντος Νόμου.

(2) Το Δικαστήριο, για να διαπιστώσει κατά πόσο ο κατηγορούμενος απεκόμισε έσοδα από παράνομες δραστηριότητες ή από τη διάπραξη αδικήματος νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και για να υπολογίσει το ύψος των εσόδων του, δύναται, εκτός αν στη συγκεκριμένη περίπτωση καταδειχθεί το αντίθετο, να υποθέσει ότι—

(α) Οποιαδήποτε περιουσία απέκτησε ο κατηγορούμενος μετά τη διάπραξη της εν λόγω παράνομης δραστηριότητας ή του εν λόγω αδικήματος νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή απέκτησε ή μεταβιβάστηκε σε αυτόν οποτεδήποτε κατά τη διάρκεια των τελευταίων έξι ετών πριν από την έναρξη της ποινικής διαδικασίας εναντίον του αποτελεί έσοδο, πληρωμή ή αμοιβή από παράνομες δραστηριότητες ή από τη διάπραξη αδικήματος νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες˙

(β) κάθε δαπάνη του κατηγορουμένου κατά τη διάρκεια της πιο πάνω περιόδου έχει γίνει από τα έσοδα του κατηγορουμένου από παράνομες δραστηριότητες ή αδίκημα νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή πληρωμές ή αμοιβές οι οποίες καταβλήθηκαν σε αυτόν σε σχέση με τη διάπραξη από τον ίδιο παράνομων δραστηριοτήτων ή αδικήματος νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες˙

(γ) οποιαδήποτε περιουσία απέκτησε ο κατηγορούμενος σύμφωνα με την παράγραφο (α) την παρέλαβε ελεύθερη από επιβαρύνσεις και συμφέροντα άλλων προσώπων για σκοπούς υπολογισμού της αξίας της:

Νοείται ότι, για τους σκοπούς του παρόντος εδαφίου, το Δικαστήριο δύναται να λάβει υπόψη τα πραγματικά περιστατικά και τα διαθέσιμα αποδεικτικά στοιχεία, συμπεριλαμβανομένου του ότι η περιουσία ή/και οι δαπάνες του κατηγορουμένου που αναφέρονται στις παραγράφους (α) και (β) είναι δυσανάλογα ή/και δεν δικαιολογούνται από τα νόμιμα εισοδήματά του.

(3) Οι πρόνοιες του εδαφίου (2) δεν εφαρμόζονται αν-

(α) Αποδειχθεί ότι δεν ισχύουν στην περίπτωση του κατηγορουμένου ή

(β) το δικαστήριο κρίνει ότι θα υπήρχε σοβαρός κίνδυνος αδικίας εις βάρος του κατηγορουμένου αν εφαρμόζονταν.

(4) Σε περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο δεν εφαρμόζει τις πρόνοιες του εδαφίου (2), εκθέτει τους λόγους του για την απόφασή του αυτή.

(5) Για σκοπούς υπολογισμού των εσόδων του κατηγορουμένου από παράνομες δραστηριότητες ή τη διάπραξη αδικήματος νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, αν σε προηγούμενη περίπτωση εκδόθηκε εναντίον του διάταγμα δήμευσης, το δικαστήριο δε θεωρεί έσοδα από διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος τα έσοδα τα οποία θα καταδειχθεί ότι λήφθηκαν υπόψη για τον υπολογισμό του ποσού το οποίο αναφέρεται στο προηγούμενο διάταγμα.

Διάταγμα δήμευσης

8. (1) Σε περίπτωση όπου το δικαστήριο μετά τη διεξαγωγή έρευνας δυνάμει του Μέρους αυτού διαπιστώσει ότι ο κατηγορούμενος απεκόμισε έσοδα, προτού επιβάλει ποινή είτε για το αδίκημα για το οποίο έχει καταδικαστεί είτε για άλλα αδικήματα τα οποία το δικαστήριο δύναται να λάβει υπόψη στην επιβολή της ποινής-

(α) Εκδίδει διάταγμα δήμευσης του προϊόντος του αδικήματος, το οποίο βρίσκεται στην κατοχή του κατηγορουμένου ή τρίτου προσώπου, όπως καθορίζεται στο εδάφιο (1) του άρθρου 13 ή/και για την είσπραξη του ποσού των εσόδων όπως αυτά υπολογίζονται και εξακριβώνονται δυνάμει του άρθρου 7˙

(β) εκδίδει διάταγμα δήμευσης μέσων˙

και ακολούθως επιβάλλει οποιαδήποτε από τις ποινές τις οποίες έχει αρμοδιότητα να επιβάλει.

(2) Η έκδοση διατάγματος δήμευσης δεν επηρεάζεται από οποιαδήποτε πρόνοια άλλων νόμων η οποία περιορίζει την αρμοδιότητα του δικαστηρίου στην επιβολή χρηματικών ποινών.

(3) Σε περίπτωση που, ως αποτέλεσμα καθορισμένου αδικήματος, θύμα ή παραπονούμενος του αδικήματος αυτού έχει αξιώσεις κατά του προσώπου εναντίον του οποίου εκδόθηκε διάταγμα δήμευσης, το διάταγμα αυτό ή η πιθανή εκτέλεσή του, δεν εμποδίζει το εν λόγω θύμα ή παραπονούμενο να διεκδικήσει τις αξιώσεις του με αστική αγωγή κατά του εν λόγω προσώπου.

(4) (α) Ο Γενικός Εισαγγελέας δύναται να μην υποβάλει αίτηση στο Δικαστήριο για έκδοση διατάγματος δήμευσης εάν ικανοποιηθεί ότι το θύμα ή ο παραπονούμενος έχει εγείρει οποιαδήποτε αστική διαδικασία εναντίον του κατηγορουμένου σε σχέση με ζημιά ή απώλεια που έχει υποστεί από τη διάπραξη του αδικήματος.

(β) Σε περίπτωση που έχει εγερθεί οποιαδήποτε αστική διαδικασία, οποιοδήποτε διάταγμα δήμευσης που δυνατό να έχει εκδοθεί δύναται να μην εκτελεστεί και ακολούθως το σχετικό διάταγμα δέσμευσης ή επιβάρυνσης ή δήμευσης ακυρώνεται από το Δικαστήριο, μετά από αίτηση του Γενικού Εισαγγελέα.

Διαδικασία εκτέλεσης διατάγματος δήμευσης

9. (1) Χωρίς να επηρεάζονται οι εξουσίες του δικαστηρίου που αναφέρονται στα άρθρα 17 μέχρι 19, οι συνέπειες του διατάγματος δήμευσης είναι οι ίδιες με τις συνέπειες της επιβολής χρηματικής ποινής και ο Πίνακας του άρθρου 128 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου αντικαθίσταται για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου με τον ακόλουθο:

 

ΠΙΝΑΚΑΣ
Πρώτη στήλη

Δεύτερη

Στήλη

Ποσό που δεν υπερβαίνει τα 100 ευρώ 7 ημέρες

Ποσό που υπερβαίνει τα 100 ευρώ

αλλά όχι τα 200 ευρώ

14 ημέρες

Ποσό που υπερβαίνει τα 200 ευρώ

αλλά όχι τα 1000 ευρώ

30 ημέρες

Ποσό που υπερβαίνει τα 1000 ευρώ

αλλά όχι τα 2000 ευρώ

60 ημέρες

Ποσό που υπερβαίνει τα 2000 ευρώ

αλλά όχι τα 4000 ευρώ

90 ημέρες

Ποσό που υπερβαίνει τα 4000 ευρώ

αλλά όχι τα 10000 ευρώ

6 μήνες

Ποσό που υπερβαίνει τα 10000 ευρώ

αλλά όχι τα 20000 ευρώ

9 μήνες

Ποσό που υπερβαίνει τα 20000 ευρώ

αλλά όχι τα 40000  ευρώ

12 μήνες

Ποσό που υπερβαίνει τα 40000 ευρώ

αλλά όχι τα 100000 ευρώ

18 μήνες

Ποσό που υπερβαίνει τα 100000 ευρώ

αλλά όχι τα 200000 ευρώ

2 έτη

Ποσό που υπερβαίνει τα 200000 ευρώ

αλλά όχι τα 500000 ευρώ

3 έτη

Ποσό που υπερβαίνει τα 500000 ευρώ

αλλά όχι τα δύο εκατομμύρια ευρώ ... ...

5 έτη

Ποσό που υπερβαίνει τα δύο

εκατομμύρια ευρώ

10 έτη.

(2) Οι διατάξεις του εδαφίου (1) του άρθρου αυτού εφαρμόζονται και στην περίπτωση έκδοσης διατάγματος δήμευσης δυνάμει του άρθρου 28  όπου o κατηγορούμενος είχε διαφύγει και εμφανίστηκε σε μεταγενέστερο στάδιο.

Εκτέλεση διατάγματος δήμευσης μέσων

10. Η εκτέλεση διατάγματος για τη δήμευση μέσων γίνεται με κατάσχεση ακολουθώντας τυχόν οδηγίες του δικαστηρίου ανάλογα με το είδος του μέσου.

Διαδικασία για την έκδοση διατάγματος δήμευσης

11. (1) Η κατηγορούσα αρχή παρουσιάζει, μαζί με την αίτηση του Γενικού Εισαγγελέα για έρευνα δυνάμει του άρθρου 6 ή δυνάμει των άρθρων 35 ή 36 ή εντός της προθεσμίας την οποία καθορίζει το δικαστήριο, έκθεση ισχυρισμών στην οποία εκτίθενται γεγονότα και στοιχεία σχετικά με την έρευνα για τη διαπίστωση τυχόν εσόδων του κατηγορουμένου από παράνομες δραστηριότητες ή από τη διάπραξη αδικήματος νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή με τον υπολογισμό των εν λόγω εσόδων ή της περιουσίας που αποτελεί το προϊόν των παράνομων δραστηριοτήτων ή του αδικήματος νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και, αν ο κατηγορούμενος, σύμφωνα με τη διαδικασία που καθορίζεται στο παρόν άρθρο, παραδεχθεί την ορθότητα του περιεχομένου της εν λόγω έκθεσης ή μέρους της, το δικαστήριο για τους σκοπούς της εν λόγω έρευνας και για σκοπούς υπολογισμού δύναται να εκλάβει την εν λόγω παραδοχή ως αναμφισβήτητη απόδειξη των γεγονότων και στοιχείων στα οποία αναφέρεται.

(2) Μετά την παρουσίαση από την κατηγορούσα αρχή της έκθεσης γεγονότων και στοιχείων, σύμφωνα με τις πρόνοιες του εδαφίου (1), το δικαστήριο, αφού ικανοποιηθεί ότι αντίγραφό της επιδόθηκε στον κατηγορούμενο, τον καλεί να δηλώσει κατά πόσο παραδέχεται οποιουσδήποτε από τους ισχυρισμούς της έκθεσης και να υποβάλει έκθεση σχετικά με όσους δεν παραδέχεται (η οποία θα καλείται "έκθεση αντίκρουσης ισχυρισμών") στην οποία να υποδεικνύει τα στοιχεία και τους λόγους επί των οποίων προτίθεται να στηρίξει την υπόθεσή του τόσο για αντίκρουση των ισχυρισμών της κατηγορούσας αρχής όσο και σχετικά με το ποσό το οποίο διαπιστώθηκε ότι δύναται να ληφθεί από τη ρευστοποιήσιμη περιουσία του. Η έκθεση αντίκρουσης ισχυρισμών υποβάλλεται μέσα στη χρονική περίοδο την οποία καθορίζει το δικαστήριο ή μέσα σε τρεις ημέρες από την επίδοση στον κατηγορούμενο της έκθεσης γεγονότων και στοιχείων της κατηγορούσας αρχής.

(3) Η παράλειψη του κατηγορουμένου να συμμορφωθεί προς οποιαδήποτε από τις οδηγίες του δικαστηρίου λογίζεται για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου ως παραδοχή όλων των ισχυρισμών που περιλαμβάνονται στην έκθεση.

(4) Σε περίπτωση κατά την οποία στην έκθεση αντίκρουσης ισχυρισμών περιλαμβάνονται ισχυρισμοί σχετικά με το ποσό το οποίο διαπιστώθηκε ότι δύναται να ληφθεί κατά την έκδοση του διατάγματος δήμευσης και η κατηγορούσα αρχή αποδέχεται όλους τους ισχυρισμούς ή μερικούς από αυτούς ή μέρος τους, το δικαστήριο δύναται για τους σκοπούς της πιο πάνω διαπίστωσης να θεωρήσει την εκ μέρους της κατηγορούσας αρχής αποδοχή αναμφισβήτητη απόδειξη των ισχυρισμών στους οποίους αναφέρεται.

(5) Η αποδοχή ισχυρισμών είτε αυτή αφορά τον κατηγορούμενο είτε την κατηγορούσα αρχή γίνεται προφορικά ενώπιον του δικαστηρίου, εκτός αν το δικαστήριο διατάξει διαφορετικά.

(6) Η παραδοχή στην οποία προβαίνει ο κατηγορούμενος για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου δε δύναται να γίνει δεκτή ως μαρτυρία σε οποιαδήποτε άλλη ποινική διαδικασία.

(7) Το δικαστήριο δύναται να ορίσει ημερομηνία για τη διεξαγωγή της έρευνας και να την αναβάλει οποτεδήποτε το κρίνει αναγκαίο.

(8) Το δικαστήριο εκδίδει αιτιολογημένη απόφαση για όλα τα θέματα της έρευνας.

Ποσό που ανακτάται δυνάμει διατάγματος δήμευσης

12. (1) Τηρουμένων των προνοιών του εδαφίου (2), το ποσό το οποίο πρέπει να ανακτηθεί με την έκδοση διατάγματος δήμευσης είναι το ποσό το οποίο το δικαστήριο υπολογίζει ότι αντιπροσωπεύει τα έσοδα του κατηγορουμένου από παράνομες δραστηριότητες ή από τη διάπραξη αδικήματος νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες.

(2) Αν το δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι κατά την έκδοση του διατάγματος το ποσό το οποίο θα ήταν δυνατό να ρευστοποιηθεί είναι μικρότερο του ποσού το οποίο το δικαστήριο υπολόγισε ως αντιπροσωπευτικό των εσόδων του κατηγορουμένου από παράνομες δραστηριότητες ή από τη διάπραξη αδικήματος νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, το ποσό το οποίο, σύμφωνα με το διάταγμα δήμευσης, πρέπει να ανακτηθεί είναι το ποσό το οποίο, κατά την άποψη του δικαστηρίου, δύναται στην πραγματικότητα να εξασφαλισθεί από τη ρευστοποιήσιμη περιουσία. Στην περίπτωση αυτή αναφέρεται στο διάταγμα και το ποσό το οποίο έπρεπε να ανακτηθεί ως αντιπροσωπευτικό των εσόδων του κατηγορουμένου από παράνομες δραστηριότητες ή από τη διάπραξη αδικήματος νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες.

(3) Σε περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο καταλήξει στο συμπέρασμα ότι το ποσό το οποίο δύναται να ληφθεί από τη ρευστοποιήσιμη περιουσία είναι μικρότερο από το ποσό το οποίο θα έπρεπε να ληφθεί, δύναται να εκδώσει για τη διαφορά μεταξύ των δύο ποσών διάταγμα είτε για τη διαγραφή της διαφοράς είτε για την αναστολή της είσπραξης της, το οποίο, κατά τη γνώμη του και λαμβανομένων υπόψη των λόγων της διαφοράς, κρίνει δίκαιο και σκόπιμο.

Ρευστοποιήσιμη περιουσία, προνομιούχα χρέη, απαγορευμένες δωρεές και απαγορευμένες μεταβιβάσεις

13. (1) Στον παρόντα Νόμο, τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου (2), "ρευστοποιήσιμη περιουσία" σημαίνει-

(α) Περιουσία την οποία έχει ο κατηγορούμενος είτε αυτή βρίσκεται  στο έδαφος  της Κυπριακής Δημοκρατίας είτε βρίσκεται στο εξωτερικό˙ και

(β) περιουσία την οποία έχει άλλο πρόσωπο προς το οποίο ο κατηγορούμενος άμεσα ή έμμεσα προέβη σε απαγορευμένη από τον παρόντα Νόμο δωρεά της συγκεκριμένης αυτής περιουσίας ή περιουσία που έχει άλλο πρόσωπο προς το οποίο ο κατηγορούμενος άμεσα ή έμμεσα προέβη σε απαγορευμένη μεταβίβαση περιουσίας είτε αυτή βρίσκεται  στο έδαφος  της Κυπριακής Δημοκρατίας είτε βρίσκεται στο εξωτερικό:

Νοείται ότι, για σκοπούς της παραγράφου (β), η απαγορευμένη μεταβίβαση περιουσίας περιλαμβάνει το προϊόν του αδικήματος ή άλλη περιουσία η αξία της οποίας είναι ισοδύναμη με το προϊόν του αδικήματος.

(2) Στην έννοια της ρευστοποιήσιμης περιουσίας δεν περιλαμβάνεται οποιαδήποτε περιουσία η οποία υπόκειται σε κατάσχεση με βάση διάταγμα δικαστηρίου το οποίο εκδόθηκε σε ποινική υπόθεση.

(3) Για τους σκοπούς των άρθρων 11 και 12 το ποσό το οποίο δύναται, κατά την έκδοση του διατάγματος δήμευσης, να εξασφαλισθεί είναι-

(α) Το σύνολο των αξιών όλης της ρευστοποιήσιμης περιουσίας την οποία έχει ο κατηγορούμενος κατά την έκδοση του διατάγματος˙

(β) πλέον το σύνολο όλων των αξιών των κατά την έκδοση του διατάγματος απαγορευμένων από το Νόμο δωρεών ή απαγορευμένων μεταβιβάσεων περιουσίας˙

(γ) μείον το σύνολο των υποχρεώσεων οι οποίες, κατά την έκδοση του διατάγματος, έχουν, σύμφωνα με το εδάφιο (6), προτεραιότητα.

(4) Τηρουμένων των ακόλουθων προνοιών του παρόντος άρθρου, αξία περιουσίας, εκτός από μετρητά, είναι-

(α) Η αγοραία αξία της περιουσίας, όταν αυτή ανήκει αποκλειστικά σε ένα πρόσωπο˙

(β) σε περίπτωση κατά την οποία και άλλο πρόσωπο έχει συμφέρον στην εν λόγω περιουσία, η αγοραία αξία της περιουσίας μείον το ποσό το οποίο απαιτείται για την ικανοποίηση του συμφέροντος του άλλου προσώπου και την ακύρωση οποιασδήποτε επιβάρυνσης, εξαιρουμένης επιβάρυνσης με βάση επιβαρυντικό διάταγμα.

(5) Τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος άρθρου, αναφορά στην αξία δωρεάς σημαίνει την αξία της περιουσίας στην ανοικτή αγορά κατά το χρόνο της έκδοσης του διατάγματος δήμευσης ή κατά το χρόνο της δωρεάς, αν η αξία της τότε ήταν μεγαλύτερη από την αξία της κατά την έκδοση του διατάγματος δήμευσης.

(6) Για τους σκοπούς του εδαφίου (3) οι υποχρεώσεις του κατηγορουμένου οι οποίες έχουν προτεραιότητα έναντι άλλων είναι-

(α) Οι υποχρεώσεις για την καταβολή χρηματικών ποινών οι οποίες επιβλήθηκαν πριν από την έκδοση του διατάγματος δήμευσης ή άλλων ποσών πληρωτέων δυνάμει διατάγματος του δικαστηρίου το οποίο εκδόθηκε πριν από την έκδοση του διατάγματος δήμευσης˙

(β) η υποχρέωσή του για την πληρωμή ποσών τα οποία θα περιλαμβάνονται μεταξύ των προνομιούχων χρεών του κατηγορουμένου, αν κατά την έκδοση του διατάγματος δήμευσης κηρυσσόταν σε πτώχευση ή, προκειμένου περί εταιρείας, αν διαταζόταν η διάλυσή της˙

(γ) οποιαδήποτε άλλη καλόπιστη απαίτηση εναντίον του κατηγορουμένου την οποία το δικαστήριο κρίνει κατάλληλη για να της δοθεί προτεραιότητα με την επιβολή των όρων που το δικαστήριο κρίνει δίκαιους υπό τις περιστάσεις

και "Προνομιούχα χρέη" στο εδάφιο αυτό σημαίνει-

(i) Σχετικά με πτώχευση, τα χρέη τα οποία πληρώνονται κατά προτεραιότητα, σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 38 του περί Πτωχεύσεως Νόμου ή οποιουδήποτε άλλου νόμου, ως εάν ήταν η ημερομηνία έκδοσης του διατάγματος δήμευσης η ημερομηνία έκδοσης του διατάγματος παραλαβής˙

(ii) σχετικά με διάλυση εταιρείας, τα χρέη τα οποία πληρώνονται κατά προτεραιότητα, σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 300 του περί Εταιρειών Νόμου ή οποιουδήποτε άλλου νόμου, ως εάν ήταν η ημερομηνία έκδοσης του διατάγματος δήμευσης η ημερομηνία έκδοσης του διατάγματος διάλυσης της εταιρείας˙

(iii) σχετικά τόσο με πτώχευση φυσικού προσώπου όσο και με διάλυση εταιρείας, οι απαιτήσεις που αναφέρονται στην παράγραφο (γ) του παρόντος εδαφίου.

(7) Οι δωρεές, περιλαμβανομένων και των δωρεών που έγιναν πριν από την έναρξη της ισχύος του παρόντος Νόμου, που θεωρούνται απαγορευμένες από τον Νόμο αυτό είναι-

(α) Όσες έγιναν από τον κατηγορούμενο κατά τα τελευταία έξι έτη πριν από την έναρξη της ποινικής διαδικασίας εναντίον του˙ ή

(β) όσες έγιναν από τον κατηγορούμενο οποτεδήποτε και αφορούν περιουσία-

(i) Την οποία αποδέχτηκε ο κατηγορούμενος ως δωρεά σε σχέση με γενεσιουργό αδίκημα το οποίο διέπραξε ο ίδιος ή άλλο πρόσωπο˙ ή

(ii) η οποία εξολοκλήρου ή μερικώς αντιπροσωπεύει άμεσα ή έμμεσα περιουσία την οποία αποδέχτηκε σε σχέση με γενεσιουργό αδίκημα το οποίο διέπραξε ο ίδιος ή άλλο πρόσωπο˙ ή

(γ) όσες έγιναν από τον κατηγορούμενο μετά την έναρξη της ποινικής διαδικασίας εναντίον του.

(8) Για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου ο κατηγορούμενος λογίζεται ότι προβαίνει σε δωρεά και σε περίπτωση που άμεσα ή έμμεσα μεταβιβάζει περιουσία με αντάλλαγμα σημαντικά χαμηλότερο της πραγματικής αξίας της περιουσίας κατά το χρόνο της μεταβίβασης. Στην περίπτωση αυτή οι προηγούμενες πρόνοιες του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται ως εάν προέβη o κατηγορούμενος στη δωρεά εκείνου του μέρους της περιουσίας το οποίο σε σύγκριση με την αξία ολόκληρης της περιουσίας αντιπροσωπεύει το ποσοστό της διαφοράς μεταξύ της αξίας του ανταλλάγματος το οποίο δέχτηκε για τη μεταβίβασή της και της πραγματικής αξίας της περιουσίας κατά το χρόνο της μεταβίβασης.

(9) Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου –

“απαγορευμένη μεταβίβαση περιουσίας” σημαίνει  άμεση ή έμμεση μεταβίβαση ή μεταφορά από τον κατηγορούμενο του προϊόντος του αδικήματος σε άλλο πρόσωπο, όταν το άλλο πρόσωπο γνωρίζει ή οφείλει να γνωρίζει ότι ο σκοπός της μεταβίβασης ή της μεταφοράς είναι να αποφευχθεί η δήμευση και το γεγονός αυτό συνάγεται με βάση συγκεκριμένα στοιχεία και περιστάσεις, συμπεριλαμβανομένου του ότι η μεταβίβαση ή η μεταφορά πραγματοποιήθηκε χωρίς αντάλλαγμα ή με αντάλλαγμα σημαντικά κατώτερο από την αγοραία αξία της εν λόγω περιουσίας·

“κατηγορούμενος” περιλαμβάνει πρόσωπο για το οποίο υπάρχει εύλογη υποψία ότι δύναται να κατηγορηθεί για διάπραξη αδικήματος νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες.

(10) Ανεξάρτητα από τις διατάξεις των εδαφίων (8) και (9), τα δικαιώματα καλόπιστων τρίτων διαφυλάσσονται.

Β. Προσωρινά Διατάγματα
Διάταγμα Δέσμευσης, ακύρωση ή τροποποίησή του και διορισμός παραλήπτη

14. (1) Το δικαστήριο έχει την εξουσία να εκδίδει διάταγμα δέσμευσης τόσο πριν όσο και μετά την έκδοση διατάγματος δήμευσης, αλλά το διάταγμα δέσμευσης εκδίδεται πριν από την έκδοση διατάγματος δήμευσης σε περίπτωση κατά την οποία-

(α) Έχει αρχίσει και δεν έχει περατωθεί ή επίκειται η έναρξη εντός της Δημοκρατίας ποινικής διαδικασίας εναντίον προσώπου για διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος ή αδικήματος νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, ή έχει γίνει αίτηση από το Γενικό Εισαγγελέα δυνάμει των άρθρων 28, 35 ή 36 του Νόμου αυτού˙ ή

(β) η Μονάδα κατέχει πληροφορία βάσει της οποίας δημιουργείται εύλογη υποψία ότι πρόσωπο δύναται να κατηγορηθεί ή έχει κατηγορηθεί για διάπραξη αδικήματος νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή για διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος στην Κύπρο, σε κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ή σε ξένη χώρα:

Νοείται ότι, για τους σκοπούς της παρούσας παραγράφου «ξένη χώρα» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό στο άρθρο 37 του παρόντος Νόμου.

(γ) το δικαστήριο είναι ικανοποιημένο ότι υπάρχει εύλογη αιτία να πιστεύει ότι-

(i) Στην περίπτωση αίτησης δυνάμει του άρθρου 36 πληρούνται οι διατάξεις του εδαφίου (3) του ίδιου άρθρου˙ και

(ii) το αναφερόμενο στις παραγράφους (α) και (β) πρόσωπο έχει αποκομίσει οποιοδήποτε όφελος από τη διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος ή αδικήματος νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες.

(2) Το διάταγμα δέσμευσης το οποίο εκδίδεται δυνάμει του εδαφίου (1) απαγορεύει τη συναλλαγή με οποιοδήποτε τρόπο σε ρευστοποιήσιμη περιουσία. Η απαγόρευση υπόκειται σε όρους ή εξαιρέσεις που το δικαστήριο επιβάλλει ή καθορίζει στο διάταγμα.

(3) Το διάταγμα δέσμευσης δύναται να επηρεάζει-

(α) Ολόκληρη τη ρευστοποιήσιμη περιουσία την οποία έχει συγκεκριμένο πρόσωπο, ανεξάρτητα αν αυτή περιγράφεται ή όχι στο διάταγμα˙ και

(β) τη ρευστοποιήσιμη εκείνη περιουσία την οποία έχει συγκεκριμένο πρόσωπο η οποία μεταβιβάστηκε σ' αυτό μετά την έκδοση του διατάγματος.

(4) Οι πρόνοιες του παρόντος άρθρου δεν εφαρμόζονται σε σχέση με περιουσία η οποία βαρύνεται με διάταγμα επιβάρυνσης το οποίο έχει εκδοθεί δυνάμει του άρθρου 15.

(5) Το διάταγμα δέσμευσης-

(α) Εκδίδεται κατόπιν μονομερούς αίτησης (ex parte) του Γενικού Εισαγγελέα˙ και

(β) περιλαμβάνει πρόνοια για την επίδοση ειδοποίησης προς όλα τα επηρεαζόμενα από το διάταγμα πρόσωπα.

(6) Το διάταγμα δέσμευσης-

(α) Δύναται να ακυρωθεί ή να τροποποιηθεί αναφορικά με την περιουσία που επηρεάζεται˙

(β) ακυρώνεται μετά την περάτωση της ποινικής διαδικασίας εναντίον του κατηγορουμένου για τα αδικήματα για τα οποία κατηγορείται˙

(γ) ακυρώνεται αν αίτηση δυνάμει του άρθρου 35 (Επανεξέταση υπόθεσης) ή του άρθρου 36 (Αναθεώρηση υπολογισμού εσόδων) δεν υποβληθεί σε εύλογο κατά τη γνώμη του δικαστηρίου χρόνο.

(7) Το δικαστήριο δύναται οποτεδήποτε μετά την έκδοση του διατάγματος δέσμευσης να διορίσει παραλήπτη-

(α) Για να θέσει υπό την κατοχή και τον έλεγχό του ρευστοποιήσιμη περιουσία˙ και

(β) για να διαχειρίζεται ή άλλως πως να συναλλάσσεται σε σχέση με την εν λόγω περιουσία, σύμφωνα με τις οδηγίες του δικαστηρίου:

Νοείται ότι για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου και χωρίς επηρεασμό της γενικότητάς του, το δικαστήριο δύναται να διορίσει ως παραλήπτη και τον Επίσημο Παραλήπτη, ο οποίος για σκοπούς εφαρμογής του παρόντος άρθρου, δύναται να εφαρμόζει και τις σχετικές πρόνοιες και διαδικασίες που προβλέπονται στον περί Πτώχευσης Νόμο και στους κανονισμούς που εκδίδονται δυνάμει αυτού, καθώς και στον περί Εταιρειών Νόμο και στους περί Εταιρειών (Εκκαθάριση) Κανονισμούς, όπως αυτοί εκάστοτε τροποποιούνται ή αντικαθίστανται.

(8) Το δικαστήριο δύναται κατά το διορισμό του παραλήπτη να επιβάλει τους όρους που κρίνει αναγκαίους και να διατάξει οποιοδήποτε πρόσωπο στην κατοχή του οποίου βρίσκεται περιουσία για την οποία έχει διορίσει o παραλήπτης να την παραδώσει σε αυτόν.

(9) Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου και χωρίς να επηρεάζεται η γενικότητά της, η φράση "συναλλάσσεται σε σχέση με περιουσία" περιλαμβάνει-

(α) Πληρωμή έναντι χρέους με σκοπό τη μείωσή του˙ και

(β) τη μετακίνηση ή μεταφορά της περιουσίας εκτός της Δημοκρατίας.

(10) Μετά την έκδοση διατάγματος δέσμευσης η ρευστοποιήσιμη περιουσία δύναται να κατασχεθεί με σκοπό να παρεμποδιστεί η μετακίνηση ή μεταφορά της εκτός Κύπρου.

(11) Περιουσία η οποία κατάσχεται δυνάμει του εδαφίου (10) πιο πάνω υπόκειται στις οδηγίες του δικαστηρίου.

(12) Το Δικαστήριο δεν ασκεί τις εξουσίες που του παρέχονται δυνάμει του άρθρου αυτού-

(α) Αν ικανοποιηθεί ότι η προώθηση της διαδικασίας ή αίτησης καθυστερεί χωρίς να υπάρχει εύλογη αιτία˙ ή

(β) αν ο Γενικός Εισαγγελέας δηλώσει ότι δε σκοπεύει να προωθήσει την εν λόγω διαδικασία ή αίτηση.

Διάταγμα επιβάρυνσης και ακύρωση ή τροποποίησή του

15. (1) Το δικαστήριο έχει την εξουσία να εκδίδει διάταγμα επιβάρυνσης τόσο πριν όσο και μετά την έκδοση διατάγματος δήμευσης, αλλά το διάταγμα επιβάρυνσης εκδίδεται πριν από την έκδοση διατάγματος δήμευσης μόνο αν-

(α) Έχει αρχίσει και δεν έχει περατωθεί ή επίκειται η έναρξη εντός της Δημοκρατίας ποινικής διαδικασίας εναντίον προσώπου για διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος, ή έχει γίνει αίτηση από το Γενικό Εισαγγελέα δυνάμει των άρθρων 28, 35 ή 36 του Νόμου αυτού˙ ή

(β) η Μονάδα κατέχει πληροφορία βάσει της οποίας δημιουργείται εύλογη υποψία ότι πρόσωπο δύναται να κατηγορηθεί για διάπραξη αδικήματος νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες στην Κύπρο ή σε κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή σε ξένη χώρα:

Νοείται ότι, για τους σκοπούς της παρούσας παραγράφου «ξένη χώρα» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 37 του παρόντος Νόμου.

(γ) το δικαστήριο είναι ικανοποιημένο ότι υπάρχει εύλογη αιτία να πιστεύει ότι-

(i) Στην περίπτωση αίτησης δυνάμει του άρθρου 36 πληρούνται οι διατάξεις του εδαφίου (3) του ίδιου άρθρου˙ και

(ii) το αναφερόμενο στις παραγράφους (α) και (β) πρόσωπο έχει αποκομίσει όφελος από τη διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος.

(2) Το διάταγμα το οποίο εκδίδεται δυνάμει του εδαφίου (1) καλείται διάταγμα επιβάρυνσης ή επιβαρυντικό διάταγμα και ανεξαρτήτως των προνοιών άλλων νόμων δημιουργεί επιβάρυνση επί ρευστοποιήσιμης περιουσίας, όπως αυτή προσδιορίζεται στο διάταγμα, με σκοπό την εξασφάλιση καταβολής προς τη Δημοκρατία-

(α) Ποσού ίσου με την αξία της περιουσίας η οποία επιβαρύνεται με το διάταγμα στις περιπτώσεις εκείνες κατά τις οποίες δεν έχει εκδοθεί διάταγμα δήμευσης˙ και

(β) σε όλες τις άλλες περιπτώσεις ποσού το οποίο δεν υπερβαίνει το δυνάμει του διατάγματος δήμευσης πληρωτέο ποσό.

(3) Επιβαρυντικό διάταγμα εκδίδεται κατόπιν μονομερούς αίτησης (ex parte) του Γενικού Εισαγγελέα.

(4) Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου (6), επιβάρυνση δυνάμει επιβαρυντικού διατάγματος δύναται να επιβληθεί μόνο-

(α) Επί συμφέροντος το οποίο ο κατηγορούμενος έχει σε ρευστοποιήσιμη περιουσία είτε του είδους που περιγράφεται στο εδάφιο (5) πιο κάτω είτε δυνάμει εμπιστεύματος˙

(β) επί συμφέροντος το οποίο έχει άλλο πρόσωπο σε ρευστοποιήσιμη περιουσία είτε του είδους που περιγράφεται στο εδάφιο (5) πιο κάτω είτε δυνάμει εμπιστεύματος και προς το οποίο ο κατηγορούμενος έχει προβεί σε δωρεά απαγορευμένη από το Νόμο αυτό.

(5) Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου (12), τα είδη περιουσίας που αναφέρονται στο εδάφιο (4) είναι-

(α) Ακίνητη περιουσία˙

(β) τα ακόλουθα ομόλογα:

(i) Κυβερνητικά ομόλογα˙

(ii) ομόλογα οποιουδήποτε νομικού προσώπου που συστάθηκε στη Δημοκρατία˙

(iii) ομόλογα νομικού προσώπου που συστάθηκε εκτός της Δημοκρατίας και τα οποία είναι εγγεγραμμένα σε μητρώο το οποίο τηρείται στη Δημοκρατία˙

(γ) μερίδιο σε εμπίστευμα μονάδων για το οποίο τηρείται μητρώο των μεριδιούχων οπουδήποτε εντός της Δημοκρατίας˙

(δ) καταθέσεις σε δικαστήριο.

(6) Όταν το δικαστήριο εκδίδει διάταγμα επιβάρυνσης επί συμφέροντος σε είδος περιουσίας από τα αναφερόμενα στις παραγράφους (β) και (γ) του εδαφίου (5), δύναται να διατάξει όπως η επιβάρυνση επεκταθεί και καλύψει συμφέρον επί μερίσματος ή επί τόκου πληρωτέον σε σχέση με την εν λόγω περιουσία.

(7) Το δικαστήριο δύναται με διάταγμά του να ακυρώσει ή να τροποποιήσει επιβαρυντικό διάταγμα και εν πάση περιπτώσει ακυρώνει επιβαρυντικό διάταγμα μετά την περάτωση της ποινικής διαδικασίας για το αδίκημα ή κατόπιν κατάθεσης στο δικαστήριο του ποσού η πληρωμή του οποίου εξασφαλίστηκε με την έκδοση του επιβαρυντικού διατάγματος ή αν οι αιτήσεις δυνάμει των άρθρων 35 ή 36 δε γίνουν μέσα σε εύλογο κατά τη γνώμη του δικαστηρίου χρόνο.

(8) Το δικαστήριο δύναται να εκδώσει διάταγμα επιβάρυνσης χωρίς όρους ή με την επιβολή όρων σχετικά με την επίδοση γνωστοποίησης στα πρόσωπα τα οποία έχουν οποιοδήποτε συμφέρον στην επηρεαζόμενη περιουσία ή σχετικά με το χρόνο εκτέλεσης της επιβάρυνσης ή σχετικά με άλλα θέματα.

(9) Η έκδοση επιβαρυντικού διατάγματος σε σχέση με τα περιουσιακά στοιχεία (β), (γ) και (δ) του εδαφίου (5) έχει όλες ή μερικές από τις πιο κάτω συνέπειες, τις οποίες καθορίζει το δικαστήριο, το οποίο δύναται να επιβάλει τους όρους ή να δώσει τις οδηγίες που κρίνει αναγκαίες ή συμπληρωματικές της συνέπειας ή των συνεπειών που έχει ορίσει-

(α) Τη δημιουργία επιβάρυνσης υπέρ της Δημοκρατίας στην περιουσία για την οποία εκδίδεται το διάταγμα με την πληρωμή του ποσού που αναφέρεται στο εδάφιο (1) με προτεραιότητα του συμφέροντος της Δημοκρατίας έναντι όλων των χρεών και υποχρεώσεων του κατηγορουμένου που δεν αποτέλεσαν αντικείμενο προγενέστερου επιβαρυντικού διατάγματος στα ίδια περιουσιακά στοιχεία ή άλλων επιβαρύνσεων που δε δημιουργήθηκαν πριν από την έκδοση του διατάγματος με οποιοδήποτε νομικό τρόπο˙

(β) την απαγόρευση μεταβιβάσεων, πωλήσεων, πληρωμών ή άλλων συναλλαγών σε σχέση με το αντικείμενο του διατάγματος, χωρίς να επηρεάζεται η εκτέλεση αποφάσεων ή διαταγμάτων του δικαστηρίου που εκδόθηκαν πριν από την έκδοση του διατάγματος˙

(γ) την απαγόρευση πληρωμής μερισμάτων στο χρεώστη σε σχέση με το αντικείμενο του διατάγματος˙

(δ) στην περίπτωση εμπιστεύματος μονάδων, την απαγόρευση οποιασδήποτε απόκτησης των μονάδων ή συναλλαγής σε σχέση με τις μονάδες από οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που ασκεί αρμοδιότητα βάσει του εμπιστεύματος:

Νοείται ότι μετά την επίδοση του διατάγματος σε οποιοδήποτε πρόσωπο δυνάμει του εδαφίου αυτού δημιουργείται υποχρέωση του προσώπου αυτού να συμμορφωθεί προς το περιεχόμενο του διατάγματος και περαιτέρω, αν το πρόσωπο αυτό τηρεί οποιοδήποτε μητρώο σχετικά με την εγγραφή μεταβίβασης ή οποιαδήποτε άλλη συναλλαγή σχετική με το αντικείμενο του διατάγματος, οφείλει να προβεί σε όλες τις καταχωρήσεις ή τροποποιήσεις σ' αυτή που είναι επακόλουθο του διατάγματος.

(10) Επιβαρυντικό διάταγμα το οποίο εκδόθηκε σε σχέση με ακίνητη περιουσία κατατίθεται στο επαρχιακό κτηματολογικό γραφείο της επαρχίας όπου βρίσκεται η περιουσία που επηρεάζεται και ακολούθως εφαρμόζονται με ανάλογες αναπροσαρμογές οι πρόνοιες των άρθρων 57, 60 και 61 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, ως εάν-

(α) Το επιβαρυντικό διάταγμα αποτελούσε απόφαση του Δικαστηρίου για χρέος˙ και

(β) η κατάθεση του διατάγματος αποτελούσε εγγραφή της απόφασης του δικαστηρίου για χρέος:

Νοείται ότι, η εγγραφή του διατάγματος παραμένει σε ισχύ ανεξάρτητα από τις πρόνοιες των άρθρων 55 και 56 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου.

(11) Κάθε διάταγμα το οποίο τροποποιεί ή ακυρώνει επιβαρυντικό διάταγμα επί ακινήτου περιουσίας κατατίθεται στο επαρχιακό κτηματολογικό γραφείο της επαρχίας όπου βρίσκεται η περιουσία που επηρεάζεται και o Επαρχιακός Κτηματολογικός Λειτουργός τροποποιεί ή διαγράφει, ανάλογα με την περίπτωση, τη σχετική καταχώριση στο μητρώο το οποίο τηρείται με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 60 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου.

(12)(α) Το Υπουργικό Συμβούλιο δύναται με Κανονισμούς να τροποποιεί το εδάφιο (5) με την προσθήκη ή αφαίρεση περιουσιακών στοιχείων τα οποία, κατά τη γνώμη του, έπρεπε να είχαν προστεθεί ή διαγραφεί, νοουμένου ότι σε περίπτωση προσθήκης νέου περιουσιακού στοιχείου η εν λόγω προσθήκη δε συνεπάγεται άλλες τροποποιήσεις του Νόμου˙

(β) Κανονισμοί που εκδίδονται με βάση το εδάφιο αυτό κατατίθενται στη Βουλή των Αντιπροσώπων για έγκριση και ακολούθως εφαρμόζονται οι διατάξεις του εδαφίου (2) του άρθρου 3 του περί Καταθέσεως στη Βουλή των Αντιπροσώπων των Κανονισμών που Εκδίδονται με Εξουσιοδότηση Νόμου, Νόμου.

(13) Το Δικαστήριο δεν ασκεί τις εξουσίες που του παρέχονται δυνάμει του άρθρου αυτού-

(α) Αν ικανοποιηθεί ότι η προώθηση της διαδικασίας ή αίτησης καθυστερεί χωρίς να υπάρχει εύλογη αιτία˙ ή

(β) αν ο Γενικός Εισαγγελέας δηλώσει ότι δε σκοπεύει να προωθήσει τη διαδικασία ή αίτηση.

Ακύρωση διατάγματος δέσμευσης και επιβάρυνσης

16. (1) Το δικαστήριο ακυρώνει διατάγματα τα οποία εκδόθηκαν πριν από την έκδοση διατάγματος δήμευσης με βάση τις πρόνοιες των άρθρων 14 και 15, αν η επικείμενη ποινική διαδικασία δεν έχει αρχίσει μέσα σε λογική χρονική περίοδο ή μέσα στη χρονική περίοδο την οποία το δικαστήριο όρισε το ίδιο το διάταγμα.

(2) Όταν οι εξουσίες οι οποίες παρέχονται δυνάμει των άρθρων 14 και 15 ασκούνται πριν αρχίσει η ποινική διαδικασία, τότε-

(α) η αναφορά στον κατηγορούμενο που γίνεται στον παρόντα Νόμο ερμηνεύεται ως αναφορά στο πρόσωπο που αναφέρεται στην παράγραφο (α) του εδαφίου (1) του άρθρου 14 και στην παράγραφο (α) του εδαφίου (1) του άρθρου 15.

(β) η αναφορά στη ρευστοποιήσιμη περιουσία που γίνεται στον παρόντα Νόμο ερμηνεύεται ως εάν είχε αρχίσει ποινική διαδικασία εναντίον του προσώπου το οποίο αναφέρεται στην παράγραφο (α) του εδαφίου (1) του άρθρου 14 και στην παράγραφο (α) του εδαφίου (1) του άρθρου 15 για τη διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος αμέσως πριν από την έκδοση του σχετικού διατάγματος δυνάμει των άρθρων 14 και 15.

(3) Σε περίπτωση έκδοσης διατάγματος δέσμευσης, τα διατάγματα παγώματος ή επιβάρυνσης περιουσίας που έχουν εκδοθεί δυνάμει των άρθρων 14 και 15 του παρόντος Νόμου, ακυρώνονται από το Δικαστήριο μόνο μετά την πλήρη ικανοποίησή του δυνάμει του διατάγματος οφειλόμενου ποσού.

Γ. ʼAλλα μέτρα
Διορισμός παραλήπτη μετά την έκδοση διατάγματος δήμευσης

17. (1) Μετά την έκδοση διατάγματος δήμευσης για το οποίο δεν έχει καταχωρισθεί έφεση και το οποίο παραμένει ανεκτέλεστο ή μετά την εγγραφή διατάγματος ή απόφασης δήμευσης που εκδίδεται δυνάμει των διατάξεων του Μέρους IV ή του Μέρους IVA, το δικαστήριο δύναται με αίτηση της κατηγορούσας αρχής να ασκήσει τις ακόλουθες εξουσίες:

(α) Να προβεί στο διορισμό παραλήπτη για τη ρευστοποίηση της περιουσίας ή/και στο διορισμό παραλήπτη, τον οποίο να εξουσιοδοτεί να λάβει στην κατοχή του με τον τρόπο που το Δικαστήριο ορίζει, το προϊόν του αδικήματος, προς  εκτέλεση του διατάγματος δήμευσης:

Νοείται ότι για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου και χωρίς επηρεασμό της γενικότητάς του, το δικαστήριο δύναται να διορίσει ως παραλήπτη και τον Επίσημο Παραλήπτη, ο οποίος για σκοπούς εφαρμογής του παρόντος άρθρου, δύναται να εφαρμόζει και τις σχετικές πρόνοιες και διαδικασίες που προβλέπονται στον περί Πτώχευσης Νόμο και στους κανονισμούς που εκδίδονται δυνάμει αυτού, καθώς και στον περί Εταιρειών Νόμο  και στους περί Εταιρειών (Εκκαθάριση) Κανονισμούς, όπως αυτοί εκάστοτε τροποποιούνται ή αντικαθίστανται·

(β) να εξουσιοδοτήσει τον εν λόγω παραλήπτη ή τον παραλήπτη που διορίζεται δυνάμει των προνοιών του εδαφίου (7) του άρθρου 14 ή δυνάμει άλλων προνοιών σχετικά με την έκδοση επιβαρυντικών διαταγμάτων-

(i) Να εκτελέσει οποιαδήποτε επιβάρυνση η οποία έχει επιβληθεί δυνάμει του άρθρου 15 ή του Μέρους IV ή IVA επί ρευστοποιήσιμης περιουσίας ή επί τόκων ή μερισμάτων πληρωτέων σε σχέση με την περιουσία αυτή˙ και

(ii) να θέσει υπό την κατοχή του οποιαδήποτε άλλη ρευστοποιήσιμη περιουσία η οποία δεν υπόκειται σε επιβάρυνση με την επιβολή όρων και εξαιρέσεων, αν το δικαστήριο το κρίνει σκόπιμο˙

(γ) να διατάξει οποιοδήποτε πρόσωπο στην κατοχή του οποίου βρίσκεται ρευστοποιήσιμη περιουσία να την παραδώσει στον εν λόγω παραλήπτη˙

(δ) να εξουσιοδοτήσει τον εν λόγω παραλήπτη να ρευστοποιήσει ρευστοποιήσιμη περιουσία με τον τρόπο που το δικαστήριο ορίζει˙

(ε) να διατάξει οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο έχει συμφέρον επί ρευστοποιήσιμης περιουσίας να πληρώσει στον παραλήπτη οποιαδήποτε ποσά σχετικά με οποιοδήποτε συμφέρον το οποίο έχει ο κατηγορούμενος ή ο δωρεοδόχος απαγορευμένης δωρεάς και ακολούθως το δικαστήριο δύναται, αφού γίνει η πληρωμή, να διατάξει να μεταβιβαστεί, παραχωρηθεί ή διαγραφεί οποιοδήποτε συμφέρον στην περιουσία.

(2) Οι παράγραφοι (γ), (δ) και (ε) του εδαφίου (1) δεν εφαρμόζονται σχετικά με περιουσία η οποία επηρεάζεται από επιβάρυνση η οποία έχει δημιουργηθεί με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 15.

(3) Το δικαστήριο ασκεί τις εξουσίες που του παρέχουν η παράγραφος (α), η υποπαράγραφος (i) της παραγράφου (β) και οι παράγραφοι (δ) και (ε) του εδαφίου (1), μόνο αν πεισθεί ότι δόθηκε η εύλογη ευκαιρία σε όλα τα πρόσωπα τα οποία έχουν συμφέρον στην περιουσία που επηρεάζεται να υποβάλουν τις απόψεις τους στο δικαστήριο.

(4) Παραλήπτης διοριζόμενος δυνάμει του παρόντος άρθρου έχει τις ίδιες εξουσίες, στην έκταση που αυτές δε συγκρούονται με πρόνοιες του παρόντος Νόμου, που θα είχε αν διοριζόταν για σκοπούς πώλησης, διάθεσης ή ρευστοποίησης περιουσιακών στοιχείων βαρυνόμενων με επιβαρυντικό διάταγμα για την ικανοποίηση χρέους σε πολιτική υπόθεση, σύμφωνα με τον περί Επιβαρυντικών Διαταγμάτων Νόμο.

Διάταγμα πώλησης ομολόγων

18. (1) Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου (4), σε περίπτωση κατά την οποία αντικείμενο του διατάγματος επιβάρυνσης είναι η περιουσία που αναφέρεται στις παραγράφους (β) και (γ) του εδαφίου (5) του άρθρου 15, η διάθεση, πώληση ή ρευστοποίηση της εν λόγω περιουσίας γίνεται μόνο με διάταγμα του δικαστηρίου το οποίο εκδίδεται κατόπιν αίτησης της κατηγορούσας αρχής ή του παραλήπτη ο οποίος έχει διοριστεί δυνάμει του άρθρου 17 και το οποίο καλείται διάταγμα πώλησης ομολόγων.

(2) Το δικαστήριο, κατά την έκδοση διατάγματος πώλησης ομολόγων, δύναται να επιβάλει οποιουσδήποτε όρους κρίνει αναγκαίους για τη διασφάλιση των συμφερόντων όσων έχουν συμφέρον στην πώληση των εν λόγω ομολόγων.

(3) Το δικαστήριο, προτού εκδώσει διάταγμα πώλησης ομολόγων, εξασφαλίζει τις απόψεις όλων των ενδιαφερομένων, περιλαμβανομένου του Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη, καθώς και των συμβούλων εταιρείας ή άλλου νομικού προσώπου, με σκοπό την εξακρίβωση των διάφορων συμφερόντων στην υπό επιβάρυνση περιουσία τα οποία δυνατό να επηρεάζονται από την πώληση, ρευστοποίηση ή διάθεσή της. Το δικαστήριο δύναται για το σκοπό αυτό να δώσει οποιεσδήποτε οδηγίες κρίνει υπό τις περιστάσεις σκόπιμες και αναγκαίες.

(4) Διάταγμα πώλησης ομολόγων δύναται να εκδοθεί μόνο μετά την έκδοση διατάγματος δήμευσης.

(5) Σε περίπτωση κατά την οποία αντικείμενο του επιβαρυντικού διατάγματος είναι μετοχές εταιρείας, η πώλησή τους γίνεται με δημόσιο πλειστηριασμό, εκτός αν το δικαστήριο διατάξει διαφορετικά, και ακολούθως ισχύουν οι ίδιες διατάξεις που ισχύουν και στις περιπτώσεις κατά τις οποίες το επιβαρυντικό διάταγμα εκδίδεται για χρέος σε πολιτική υπόθεση, σύμφωνα με τον περί Επιβαρυντικών Διαταγμάτων Νόμο.

Διάθεση του προϊόντος της ρευστοποίησης περιουσίας

19. (1) Τα ποσά που αναφέρονται στο εδάφιο (2) και τα οποία περιέρχονται στην κατοχή του παραλήπτη, είτε αυτός διορίστηκε με βάση τις πρόνοιες των άρθρων 14 ή 17 είτε με σκοπό την εκτέλεση επιβαρυντικού διατάγματος, διατίθενται για λογαριασμό του κατηγορουμένου, σύμφωνα με τις πρόνοιες του εδαφίου (4), έναντι του δυνάμει του διατάγματος δήμευσης πληρωτέου ποσού, το οποίο και μειώνεται ανάλογα, αφού προηγουμένως αφαιρεθούν από αυτά τα ποσά που αναφέρονται στο εδάφιο (3).

(2) Τα ποσά που διατίθενται σύμφωνα με το εδάφιο (1) είναι-

(α) Οι εισπράξεις από την εκποίηση επιβάρυνσης η οποία έχει επιβληθεί με βάση το άρθρο 15˙

(β) οι εισπράξεις από τη ρευστοποίηση περιουσίας δυνάμει των προνοιών των άρθρων 14 ή 17 οι οποίες δεν προέρχονται από εκποίηση επιβάρυνσης˙

(γ) άλλα ποσά τα οποία ανήκουν στον κατηγορούμενο.

(3) Ανεξάρτητα από τις πρόνοιες του άρθρου 126 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, τα ποσά τα οποία αφαιρούνται από τα ποσά που αναφέρονται στο εδάφιο (2), προτού μειωθεί το οφειλόμενο δυνάμει του διατάγματος δήμευσης ποσό, είναι-

(α) Η αμοιβή και τα έξοδα του παραλήπτη:

Νοείται ότι τα έξοδα και η αμοιβή του παραλήπτη υπολογίζονται κατ’ αναλογίαν με βάση τα τέλη που προβλέπονται στον Πίνακα που περιλαμβάνεται στους περί Πτώχευσης (Τέλη και Δικαιώματα του Επίσημου Παραλήπτη) Κανονισμούς, όπως αυτοί εκάστοτε τροποποιούνται ή αντικαθίστανται ·

(β) τα ποσά εκείνα τα οποία η κατηγορούσα αρχή κατέβαλε δυνάμει του εδαφίου (2) του άρθρου 24 (Παραλήπτης. Συμπληρωματικές διατάξεις)˙

(γ) πληρωμές τις οποίες διέταξε το δικαστήριο.

(4) Τα ποσά που αναφέρονται στο εδάφιο (2) διατίθενται ως ακολούθως:

(α) Τα ποσά που αναφέρονται στο εδάφιο (3) πληρώνονται με τη σειρά που ακολουθείται στο εν λόγω εδάφιο, εκτός αν το δικαστήριο διατάξει διαφορετικά˙

(β) το υπόλοιπο θεωρείται χρηματική ποινή και διατίθεται για εξόφληση του πληρωτέου δυνάμει του διατάγματος δήμευσης ποσού˙

(γ) αν μετά την πλήρη εξόφληση του πληρωτέου δυνάμει του διατάγματος δήμευσης ποσού παραμένει οποιοδήποτε υπόλοιπο, αυτό διανέμεται μεταξύ όσων είχαν δικαιώματα επί της περιουσίας που ρευστοποιήθηκε και με την αναλογία την οποία το δικαστήριο ορίζει, αφού προηγουμένως παρασχεθεί εύλογη ευκαιρία σε όλα τα πιο πάνω πρόσωπα να εκθέσουν τις απόψεις τους ενώπιον του δικαστηρίου.

(5)(α) Χρηματικά ποσά που δημεύονται ή που εισπράττονται από την πώληση περιουσιακών στοιχείων με εκτέλεση διατάγματος δήμευσης, προς όφελος της Δημοκρατίας, κατατίθενται στον Προϋπολογισμό της Διοίκησης του Υπουργείου Οικονομικών κάτω από το άρθρο «Έσοδα Δήμευσης από Παράνομες Δραστηριότητες».

(β) Τα αναφερόμενα στην παράγραφο (α) χρηματικά ποσά χρησιμοποιούνται για κοινωνικούς σκοπούς.

Γενικές αρχές για την άσκηση ορισμένων εξουσιών

20. Οι βασικές αρχές βάσει των οποίων ασκούνται οι εξουσίες οι οποίες παρέχονται στο δικαστήριο δυνάμει των άρθρων 15 και 19 ή στον παραλήπτη ο οποίος έχει διοριστεί δυνάμει των άρθρων 14 και 17 ή κατ’ ακολουθίαν επιβαρυντικού διατάγματος είναι οι ακόλουθες:

(α) Σε περίπτωση κατά την οποία ρευστοποιήσιμη περιουσία βρίσκεται στην κατοχή προσώπου προς το οποίο ο κατηγορούμενος άμεσα ή έμμεσα προέβη σε απαγορευμένη δωρεά, ανακτάται η αξία της δωρεάς και όχι περισσότερο˙

(β) επιτρέπεται σε οποιοδήποτε πρόσωπο, εκτός του κατηγορουμένου ή του δωρεοδόχου απαγορευμένης δωρεάς, να κρατήσει ή να επανακτήσει την αξία οποιασδήποτε περιουσίας του ανήκει˙

(γ) παραβλέπονται τυχόν υποχρεώσεις του κατηγορουμένου ή του δωρεοδόχου απαγορευμένης δωρεάς οι οποίες συγκρούονται με την υποχρέωση για εξόφληση του πληρωτέου δυνάμει του διατάγματος δήμευσης ποσού˙

(δ) τηρουμένων των πιο πάνω αρχών, εξοφλείται το πληρωτέο δυνάμει του διατάγματος δήμευσης ποσό με την εξασφάλιση της τρέχουσας αξίας της ρευστοποιήσιμης περιουσίας.

Τροποποίηση διατάγματος δήμευσης

21. (1) Το δικαστήριο, αν κατόπιν αίτησης του κατηγορουμένου ή του παραλήπτη που έχει διοριστεί δυνάμει του άρθρου 17 ή κατόπιν αίτησης για έκδοση επιβαρυντικού διατάγματος, ικανοποιηθεί ότι η ρευστοποιήσιμη περιουσία δεν επαρκεί για την εξόφληση οποιουδήποτε ποσού το οποίο οφείλεται δυνάμει διατάγματος δήμευσης, δύναται, τηρουμένων των προνοιών του εδαφίου (2), να τροποποιήσει το διάταγμα δήμευσης-

(α) Με την αντικατάσταση του ποσού του διατάγματος δήμευσης με οποιοδήποτε μικρότερο ποσό το οποίο κρίνει δίκαιο˙ και

(β) με την αντικατάσταση των περιόδων φυλάκισης, όπως αυτές καθορίζονται στο άρθρο 126 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου και στο άρθρο 9 του παρόντος Νόμου, σχετικά με το ποσό το οποίο θα έπρεπε να εισπραχθεί με βάση το διάταγμα δήμευσης, με οποιαδήποτε άλλη μικρότερη περίοδο ανάλογη, σύμφωνα με τις πιο πάνω πρόνοιες, με το μικρότερο ποσό το οποίο θα εισπραχθεί.

(2) Για τους σκοπούς του εδαφίου (1)-

(α) Σε περίπτωση κατά την οποία ρευστοποιήσιμη περιουσία ανήκει σε πτωχεύσαντα, αυτή λογίζεται ως περιουσία της οποίας το μέρος το οποίο θα ήταν δυνατό να διανεμηθεί μεταξύ των πιστωτών του πτωχεύσαντος δεν μπορεί να ανακτηθεί, αλλά

(β) δε λογίζεται ως περιουσία που δεν μπορεί να ανακτηθεί οποιαδήποτε ανεπάρκεια στη ρευστοποιήσιμη περιουσία η οποία, κατά την άποψη του δικαστηρίου, οφείλεται εξ ολοκλήρου ή μερικώς σε πράξεις του κατηγορουμένου οι οποίες σκοπό είχαν την προστασία περιουσίας προσώπου στο οποίο ο κατηγορούμενος άμεσα ή έμμεσα προέβη σε απαγορευμένη δωρεά από τους κινδύνους ρευστοποίησης της δυνάμει των προνοιών του παρόντος Νόμου.

(3) Η αίτηση για τροποποίηση του διατάγματος δήμευσης υποβάλλεται γραπτώς, συνοδεύεται από ένορκη δήλωση προς επιβεβαίωση των γεγονότων στα οποία στηρίζεται και επιδίδεται στην κατηγορούσα αρχή και σε άλλα πρόσωπα που επηρεάζονται, όπως διατάσσει το δικαστήριο.

(4) Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου "δικαστήριο" σημαίνει το δικαστήριο το οποίο εξέδωσε το διάταγμα δήμευσης ή άλλο δικαστήριο με την ίδια καθ’ ύλην δικαιοδοσία.

Πτώχευση του κατηγορουμένου

22. (1) Όταν πρόσωπο το οποίο έχει ρευστοποιήσιμη περιουσία εναντίον του οποίου έχει εκδοθεί διάταγμα παραλαβής ή το οποίο έχει κηρυχθεί σε πτώχευση, για τους σκοπούς του περί Πτωχεύσεως Νόμου εξαιρείται από την περιουσία του προσώπου αυτού-

(α) Περιουσία η οποία αποτελεί αντικείμενο διατάγματος παγοποίησης το οποίο εκδόθηκε πριν από την έκδοση του διατάγματος δυνάμει του οποίου το εν λόγω πρόσωπο κηρύχθηκε σε πτώχευση˙ και

(β) το προϊόν της ρευστοποίησης περιουσίας με βάση τις πρόνοιες του εδαφίου (6) του άρθρου 14 και των παραγράφων (δ) και (ε) του εδαφίου (1) του άρθρου 17, το οποίο βρίσκεται στην κατοχή παραλήπτη ο οποίος διορίστηκε με βάση τα άρθρα 14 ή 17.

(2) Όταν πρόσωπο κηρυχθεί σε πτώχευση, οι εξουσίες οι οποίες παρέχονται είτε στο δικαστήριο δυνάμει των άρθρων 14 μέχρι 18 είτε στον παραλήπτη ο οποίος έχει διοριστεί για τους σκοπούς των εν λόγω άρθρων δεν ασκούνται σε σχέση με οποιαδήποτε περιουσία του πτωχεύσαντος η οποία, σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 41 του περί Πτωχεύσεως Νόμου, υπόκειται σε διανομή μεταξύ των πιστωτών.

(3) Οι πρόνοιες του εδαφίου (2) δεν επηρεάζουν την εκτέλεση επιβαρυντικού διατάγματος το οποίο εκδόθηκε πριν από την έκδοση του διατάγματος πτώχευσης ή εκδόθηκε σε σχέση με περιουσία η οποία αποτελούσε αντικείμενο διατάγματος παγοποίησης, όταν εκδιδόταν το διάταγμα πτώχευσης.

(4) Οι πρόνοιες του περί Πτωχεύσεως Νόμου δεν περιορίζουν με οποιοδήποτε τρόπο την άσκηση των εξουσιών που αναφέρονται στο εδάφιο (2).

(5) Σε περίπτωση κατά την οποία ο Επίσημος Παραλήπτης ενεργεί ως προσωρινός παραλήπτης δυνάμει των άρθρων 9 και 10 του περί Πτωχεύσεως Νόμου και η περιουσία του χρεώστη αποτελεί αντικείμενο διατάγματος παγοποίησης, η διαχείριση της περιουσίας αυτής γίνεται σύμφωνα με οδηγίες του δικαστηρίου, χωρίς να επηρεάζεται τυχόν δικαίωμα επίσχεσης εξόδων, περιλαμβανομένης και της αμοιβής του παραλήπτη, τα οποία έχουν γίνει σε σχέση με την περιουσία αυτή.

(6) Όταν πρόσωπο το οποίο έχει κηρυχθεί σε πτώχευση άμεσα ή έμμεσα προβαίνει σε απαγορευμένη δωρεά περιουσίας, οι πρόνοιες του άρθρου 46 του περί Πτωχεύσεως Νόμου-

(α) Δεν εφαρμόζονται αναφορικά με την εν λόγω δωρεά, αν-

(i) Αυτή έγινε οποτεδήποτε κατά τη διάρκεια που εκκρεμούσε εναντίον του πτωχεύσαντος ποινική διαδικασία για διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος˙

(ii) αυτή έγινε κατά τη διάρκεια εκκρεμότητας αίτησης εναντίον του πτωχεύσαντος, δυνάμει των άρθρων 28, 35 ή 36˙ ή

(iii) αν η περιουσία του δωρεοδόχου αποτελεί αντικείμενο διατάγματος παγοποίησης ή επιβάρυνσης, αλλά

(β) εφαρμόζονται μετά την περάτωση της ποινικής διαδικασίας για διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος, αφού ληφθούν υπόψη τυχόν ρευστοποιήσεις που έχουν γίνει με βάση τις πρόνοιες του παρόντος Νόμου σε σχέση με την περιουσία του δωρεοδόχου.

Διάλυση εταιρείας που κατέχει ρευστοποιήσιμη περιουσία

23. (1) Όταν ρευστοποιήσιμη περιουσία ανήκει σε εταιρεία αναφορικά με την εκκαθάριση της οποίας έχει εκδοθεί διάταγμα εκκαθάρισης ή έχει εγκριθεί σχετική απόφαση, οι αρμοδιότητες του εκκαθαριστή ή του προσωρινού εκκαθαριστή δεν ασκούνται σε σχέση με-

(α) Περιουσία η οποία αποτελεί το αντικείμενο διατάγματος δέσμευσης ή επιβάρυνσης ή δήμευσης ή διατάγματος που εκδόθηκε δυνάμει των διατάξεων του Μέρους IV ή του Μέρους IVA για εγγραφή διατάγματος ή απόφασης δέσμευσης ή παγώματος ή δήμευσης το οποίο εκδόθηκε πριν από τη σχετική ημερομηνία, όπως αυτή ορίζεται στο εδάφιο (4)˙

(β) το προϊόν της ρευστοποίησης περιουσίας δυνάμει του εδαφίου (7) του άρθρου 14, της παραγράφου (δ) του εδαφίου (1) του άρθρου 17 ή της παραγράφου (ε) του εδαφίου (1) του άρθρου 17 το οποίο βρίσκεται στην κατοχή παραλήπτη που διορίστηκε δυνάμει του άρθρου 14 ή 17:

Νοείται ότι θα πληρώνονται από τα πιο πάνω περιουσιακά στοιχεία οι δαπάνες, περιλαμβανομένης και της αμοιβής του εκκαθαριστή ή του προσωρινού εκκαθαριστή, οι οποίες έχουν γίνει σχετικά με την εν λόγω περιουσία κατά την εκκαθάριση της εταιρείας.

(2) Σε περίπτωση εταιρείας για την εκκαθάριση της οποίας έχει εκδοθεί διάταγμα εκκαθάρισης ή έχει εγκριθεί σχετική απόφαση, οι εξουσίες οι οποίες παρέχονται στο δικαστήριο δυνάμει των άρθρων 14 μέχρι 18 ή στον παραλήπτη ο οποίος έχει διοριστεί με βάση τα εν λόγω άρθρα δεν ασκούνται για ρευστοποιήσιμη περιουσία της εταιρείας σε σχέση με την οποία ο εκκαθαριστής της εταιρείας θα μπορούσε να ασκήσει τις αρμοδιότητές του, αν με την άσκηση των πιο πάνω εξουσιών ο εκκαθαριστής-

(α) Εμποδίζεται στην άσκηση των εν λόγω αρμοδιοτήτων του για σκοπούς διανομής της περιουσίας της εταιρείας στους πιστωτές της˙ ή

(β) εμποδίζεται στην πληρωμή δαπανών περιλαμβανομένης και της αμοιβής του εκκαθαριστή ή του προσωρινού εκκαθαριστή, οι οποίες δεόντως έχουν γίνει σχετικά με την εν λόγω περιουσία κατά την εκκαθάριση της εταιρείας:

Νοείται ότι οι πρόνοιες του περί Εταιρειών Νόμου δεν περιορίζουν με οποιοδήποτε τρόπο την άσκηση των πιο πάνω εξουσιών.

(3) Το εδάφιο (2) δεν επηρεάζει την εκτέλεση διατάγματος επιβάρυνσης το οποίο εκδόθηκε πριν από τη σχετική ημερομηνία ή σε σχέση με περιουσία η οποία αποτελούσε αντικείμενο διατάγματος δέσμευσης κατά τη σχετική ημερομηνία, όπως αυτή ορίζεται στο εδάφιο (4).

(4) Για σκοπούς του παρόντος άρθρου:

"εταιρεία" σημαίνει εταιρεία η οποία εκκαθαρίζεται με βάση τις πρόνοιες του περί Εταιρειών Νόμου·

"σχετική ημερομηνία" σημαίνει-

(α) Την ημερομηνία κατά την οποία εγκρίθηκε η απόφαση για την εθελοντική εκκαθάριση εταιρείας στις περιπτώσεις κατά τις οποίες -

(i) Δεν έχει εκδοθεί διάταγμα για την εκκαθάριση της˙ ή

(ii) εκδόθηκε διάταγμα εκκαθάρισης, αλλά, προτού καταχωριστεί η αίτηση για την εκκαθάριση της από το δικαστήριο, εγκρίθηκε απόφαση για την εκκαθάριση της˙

(β) την ημερομηνία έκδοσης διατάγματος για την εκκαθάριση της σε όλες τις άλλες περιπτώσεις κατά τις οποίες εκδόθηκε διάταγμα εκκαθάρισης.

Αμοιβή και ευθύνη παραλήπτη

24. (1) Παραλήπτης ο οποίος διορίζεται δυνάμει των άρθρων 14 ή 17 ή διορίζεται κατ' ακολουθίαν επιβαρυντικού διατάγματος δεν είναι υπεύθυνος έναντι οποιουδήποτε προσώπου για τυχόν απώλεια ή ζημιά που προκαλείται σε αυτό από οποιαδήποτε πράξη του σε σχέση με περιουσία του προσώπου η οποία δεν ήταν ρευστοποιήσιμη, νοουμένου ότι ο εν λόγω παραλήπτης-

(α) Θα είχε το δικαίωμα να προβεί στη συγκεκριμένη πράξη, αν η εν λόγω περιουσία ήταν ρευστοποιήσιμη˙

(β) είχε την πεποίθηση ή βάσιμούς λόγους να πιστεύει ότι είχε δικαίωμα να προβεί στη συγκεκριμένη πράξη˙ και

(γ) η απώλεια ή ζημιά δεν προκλήθηκε από αμέλειά του.

(2) Αν ποσά τα οποία οφείλονται σχετικά με την αμοιβή ή τα έξοδα του παραλήπτη ο οποίος έχει διοριστεί για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου παραμένουν απλήρωτα, επειδή δεν υπάρχουν επαρκή διαθέσιμα ποσά για την πληρωμή της αμοιβής ή των εξόδων, σύμφωνα με το εδάφιο (3) του άρθρου 19 τα απλήρωτα αυτά ποσά καταβάλλονται από τη Δημοκρατία.

Αποζημιώσεις

25. (1) Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου (3) το δικαστήριο δύναται να επιδικάσει αποζημιώσεις σε οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο είχε ρευστοποιήσιμη περιουσία, σε περίπτωση κατά την οποία η ποινική διαδικασία η οποία άρχισε εναντίον του προσώπου σχετικά με τη διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος-

(α) Δεν κατέληξε σε καταδίκη˙ ή

(β) κατέληξε σε καταδίκη, αλλά κατόπιν έφεσης η καταδίκη ακυρώθηκε, χωρίς να αντικατασταθεί με καταδίκη για άλλο παρόμοιο αδίκημα.

(2) Η αξίωση για καταβολή αποζημιώσεων υποβάλλεται με αγωγή.

(3) Το δικαστήριο επιδικάζει αποζημιώσεις δυνάμει του εδαφίου (Ι) πιο πάνω αν ικανοποιηθεί ότι-

(α) Υπήρξε σοβαρή παράλειψη εκ μέρους οποιουδήποτε προσώπου το οποίο έλαβε μέρος στη διερεύνηση ή στη δίωξη του εν λόγω αδικήματος ή αδικημάτων και ότι η δίωξη δε θα άρχιζε ή δε θα συνεχιζόταν, αν δεν υπήρχε η εν λόγω παράλειψη˙και

(β) ο ενάγων υπέστη ουσιαστική ζημιά ως αποτέλεσμα οποιασδήποτε πράξης ή ενέργειας που έγινε σε σχέση με περιουσία του δυνάμει διατάγματος του δικαστηρίου το οποίο εκδόθηκε με βάση τα άρθρα 14 μέχρι 18, και των δύο περιλαμβανομένων.

(4) Το ποσό των αποζημιώσεων πρέπει να είναι δίκαιο, αφού το δικαστήριο λάβει υπόψη κατά του υπολογισμό των αποζημιώσεων όλα τα περιστατικά της υπόθεσης.

(5) Οι διατάξεις του άρθρου αυτού δεν εφαρμόζονται στην περίπτωση όπου το δικαστήριο εκδίδει διάταγμα δήμευσης δυνάμει του άρθρου 28.

Ειδικές υπερασπίσεις προσώπων τα οποία παρέχουν βοήθεια για διάπραξη αδικημάτων νομιμοποίησης εσόδων και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας

26. (1) Σε ποινική διαδικασία σχετικά με παροχή βοήθειας για διάπραξη αδικήματος νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 4 αποτελεί υπεράσπιση για τον κατηγορούμενο, αν αποδείξει ότι σκόπευε να αποκαλύψει στη Μονάδα την υποψία ή την πεποίθησή του ή τα γεγονότα επί των οποίων στήριζε την υποψία ή την πεποίθησή του, σχετικά με τη συμφωνία ή τη διευθέτηση, και ότι η παράλειψη του να πράξει αυτό οφειλόταν σε λογική αιτία.

(2) Όταν πρόσωπο αποκαλύψει στη Μονάδα την υποψία ή την πεποίθησή του ότι ποσά ή επενδύσεις προέρχονται από γενεσιουργό αδίκημα ή χρησιμοποιούνται σε σχέση με αυτό, καθώς και οτιδήποτε άλλο επί του οποίου στηρίζει την εν λόγω υποψία ή πεποίθησή του, τότε-

(α) Η καλόπιστη αποκάλυψη δε λογίζεται ως παραβίαση οποιουδήποτε συμβατικού περιορισμού στην αποκάλυψη πληροφοριών˙ και δεν συνεπάγεται οποιουδήποτε είδους ευθύνης για το εν λόγω πρόσωπο˙ και

(β) αν το εν λόγω πρόσωπο προέβη σε οποιαδήποτε ενέργεια κατά παράβαση του άρθρου 4 και η αποκάλυψη αναφέρεται στην εν λόγω ενέργεια, το πρόσωπο αυτό δε διαπράττει αδίκημα κατά παράβαση των προνοιών του εν λόγω άρθρου, αν πληρούνται οι πιο κάτω διατάξεις:

(i) Η εν λόγω ενέργεια έγινε με τη συγκατάθεση του αστυνομικού ή της Μονάδας μετά την πιο πάνω αποκάλυψη˙ ή

(ii) αν η ενέργεια έγινε πριν από την αποκάλυψη, η αποκάλυψη έγινε αυτοβούλως και χωρίς καθυστέρηση, αμέσως μόλις παρασχέθηκε στον πληροφοριοδότη σχετική εύλογη ευκαιρία.

(γ) η μη εκτέλεση ή η καθυστέρηση της εκτέλεσης εντολής υπό του εν λόγω προσώπου, μετά από γραπτές οδηγίες της Μονάδας, σχετικά με ποσά ή επενδύσεις που αναφέρονται πιο πάνω, δε θα λογίζεται ως παράβαση οποιασδήποτε συμβατικής ή άλλης υποχρέωσης του εν λόγω προσώπου ή/και των εργοδοτών του.

(3) Σε περίπτωση όπου πρόσωπο κατά τον ουσιώδη χρόνο βρίσκεται υπό την εργοδοσία άλλου προσώπου του οποίου εργασίες εποπτεύονται από μια από τις Αρχές οι οποίες εγκαθιδρύονται δυνάμει του άρθρου 59 τα εδάφια (1) και (2) πιο πάνω εφαρμόζονται σε σχέση με αποκαλύψεις ή προτιθέμενες αποκαλύψεις στο λειτουργό συμμόρφωσης ο οποίος αναφέρεται στο άρθρο 69 και σύμφωνα με τη διαδικασία την οποία ο εργοδότης ήθελε καθιερώσει για σκοπούς τέτοιων αποκαλύψεων και θα έχουν την ίδια συνέπεια όπως και οι αποκαλύψεις ή προτιθέμενες αποκαλύψεις στη Μονάδα.

Άλλα αδικήματα σε σχέση με διάπραξη αδικημάτων νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας

27. (1) Πρόσωπο το οποίο-

(α) Γνωρίζει, ή έχει εύλογη υποψία ότι άλλο πρόσωπο ενέχεται σε διάπραξη αδικημάτων νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή χρηματοδότησης της τρομοκρατίας˙ και

(β) οι πληροφορίες πάνω στις οποίες βασίζεται η γνώση ή η εύλογη υποψία περιήλθαν στην αντίληψή του κατά τη διάρκεια της απασχόλησής, του επαγγέλματος ή της επιχείρησής του· διαπράττει αδίκημα αν δεν αποκαλύψει τις εν λόγω πληροφορίες στη Μονάδα μετά που περιέρχονται στην αντίληψή του, όταν αυτό είναι ευλόγως δυνατό.

(2) (α) Η παράλειψη αποκάλυψης πληροφορίας η οποία έχει περιέλθει σε γνώση δικηγόρου και αποτελεί προνομιούχα πληροφορία δε συνιστά αδίκημα.

(β) Η ύπαρξη εύλογης εξήγησης ή δικαιολογίας για τη μη αποκάλυψη πληροφοριών αποτελεί υπεράσπιση.

(3) Ποινική δίωξη εναντίον προσώπου για διάπραξη των αδικημάτων που αναφέρονται στο εδάφιο (1), άρχεται ύστερα από ρητή έγκριση του Γενικού Εισαγγελέα.

(4) Αδίκημα βάσει του παρόντος άρθρου τιμωρείται με ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα δύο (2) χρόνια ή με χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις πέντε χιλιάδες ευρώ ή και με τις δύο αυτές ποινές.

Διάταγμα δήμευσης σε περίπτωση θανάτου, διαφυγής ή ασθένειας του κατηγορουμένου

28. (1) Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου (3) και ύστερα από αίτηση του Γενικού Εισαγγελέα, δικαστήριο το οποίο έχει καταδικάσει πρόσωπο για γενεσιουργό αδίκημα δύναται να εκδώσει διάταγμα δήμευσης δυνάμει του άρθρου 8 εναντίον κατηγορουμένου o οποίος έχει διαφύγει ή αποθάνει.

(1Α) Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου (3) και ύστερα από αίτηση του Γενικού Εισαγγελέα, δικαστήριο ενώπιον του οποίου έχει αρχίσει ποινική διαδικασία εναντίον προσώπου για διάπραξη καθορισμένου αδικήματος, η οποία θα μπορούσε να οδηγήσει σε ποινική καταδίκη αν ο κατηγορούμενος ήταν σε θέση να παραστεί στη δίκη, αλλά λόγω ασθένειας ή φυγής του δεν κατέστη δυνατή η εκδίκαση, δύναται να εκδώσει διάταγμα δήμευσης δυνάμει του άρθρου 8 εναντίον του εν λόγω προσώπου:

Νοείται ότι, για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, “ασθένεια” σημαίνει αδυναμία του κατηγορούμενου να παραστεί στη ποινική διαδικασία για εκτεταμένο χρονικό διάστημα, συνεπεία της οποίας η διαδικασία δεν μπορεί να συνεχιστεί.

(2) Ο Γενικός Εισαγγελέας παρουσιάζει, μαζί με την αίτησή του δυνάμει δυνάμει των εδαφίων (1) ή (1Α) ή εντός της προθεσμίας την οποία ορίζει το δικαστήριο, έκθεση ισχυρισμών στην οποία εκτίθενται γεγονότα και στοιχεία σχετικά με την έρευνα για τη διαπίστωση τυχόν εσόδων του κατηγορουμένου από τη διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος ή με τον υπολογισμό των εν λόγω εσόδων.

(3) Το Δικαστήριο δεν εκδίδει διάταγμα δήμευσης δυνάμει δυνάμει των εδαφίων (1) ή (1Α)-

(α) Εκτός αν ικανοποιηθεί ότι ο Γενικός Εισαγγελέας έχει καταβάλει εύλογες προσπάθειες να επικοινωνήσει μαζί του˙ και

(β) δόθηκε σε οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο δυνατό να επηρεαστεί από την έκδοση διατάγματος δήμευσης, η ευκαιρία να παρουσιάσει τους λόγους του ενώπιον του δικαστηρίου.

(4) Σε περίπτωση κατά την οποία δικαστήριο έχει εκδώσει διάταγμα δήμευσης δυνάμει του άρθρου αυτού και ο κατηγορούμενος εμφανίζεται σε μεταγενέστερο στάδιο ενώπιον του δικαστηρίου για σκοπούς επιβολής ποινής ή εκδίκασης της υπόθεσης σε σχέση με το ίδιο αδίκημα, το εδάφιο (1) του άρθρου 8 του Νόμου αυτού δεν εφαρμόζεται στην έκταση που η εμφάνιση αφορά το ίδιο αδίκημα.

(5) Το δικαίωμα του κατηγορουμένου να εκπροσωπείται από δικηγόρο δεν επηρεάζεται.

Εξουσία ακύρωσης διατάγματος δήμευσης σε περίπτωση επιστροφής του κατηγορουμένου που είχε διαφύγει ή ήταν ασθενής

29. (1) Το άρθρο αυτό εφαρμόζεται στις περιπτώσεις όπου το δικαστήριο έχει εκδώσει διάταγμα δήμευσης δυνάμει του άρθρου 28 σε σχέση με κατηγορούμενο ο οποίος ήταν ασθενής ή είχε διαφύγει και ο οποίος έχει μεταγενέστερα επιστρέψει.

(2) Το δικαστήριο ύστερα από αίτηση του κατηγορούμενου, και αφού ακούσει τις απόψεις του Γενικού Εισαγγελέα, δύναται να ακυρώσει το διάταγμα δήμευσης αν ήθελε τούτο κρίνει σκόπιμο και δίκαιο.

Τροποποίηση διατάγματος δήμευσης το οποίο εκδόθηκε δυνάμει του άρθρου 28

30. (1) Το άρθρο αυτό εφαρμόζεται στις περιπτώσεις όπου το δικαστήριο έχει εκδώσει διάταγμα δήμευσης δυνάμει του άρθρου 28 σε σχέση με κατηγορούμενο ο οποίος ήταν ασθενής ή είχε διαφύγει και ο οποίος έχει μεταγενέστερα επιστρέψει.

(2) Σε περίπτωση κατά την οποία ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι-

(α) Η αξία των εσόδων από τη διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος σε σχέση με την περίοδο στην οποία ο υπολογισμός είχε γίνει˙ ή

(β) το ποσό το οποίο δυνατό να ερευστοποιείτο όταν εκδόθηκε διάταγμα δήμευσης ήταν μικρότερο από το ποσό του διατάγματος δήμευσης,

ο κατηγορούμενος δύναται να υποβάλει αίτηση στο δικαστήριο για εξέταση των πιο πάνω ισχυρισμών του.

(3) Σε περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο, εν όψει της μαρτυρίας, αποδέχεται τον ισχυρισμό του κατηγορουμένου-

(α) Προβαίνει σε νέο υπολογισμό δυνάμει του άρθρου 7˙ και

(β) δύναται, αν το κρίνει δίκαιο έχοντας υπόψη όλες τις περιστάσεις της υπόθεσης, να τροποποιήσει το ποσό του διατάγματος δήμευσης.

Απαγόρευση δημοσιοποίησης πληροφοριών

31. (1) Δικαστήριο ενώπιον του οποίου διεξάγεται διαδικασία-

(α) Για έκδοση διατάγματος κράτησης δυνάμει του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου εναντίον προσώπου για το οποίο υπάρχει μαρτυρία ότι έχει διαπράξει καθορισμένο αδίκημα δυνάμει του άρθρου 3˙ ή

(β) για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων δυνάμει των διατάξεων του Νόμου αυτού εναντίον προσώπου για το οποίο υπάρχει μαρτυρία ότι έχει διαπράξει καθορισμένο αδίκημα, εφόσον δεν έχει αρχίσει εντός της Δημοκρατίας ποινική διαδικασία εναντίον του προσώπου αυτού για διάπραξη του εν λόγω αδικήματος,

δύναται να διατάξει όπως η εν λόγω διαδικασία διεξαχθεί στην απουσία εκπροσώπων του Τύπου και μέσων μαζικής ενημέρωσης ή άλλων μη απευθείας ενδιαφερομένων ή επηρεαζομένων από τη διαδικασία προσώπων και να απαγορεύσει τη δημοσιοποίηση πληροφοριών σχετικά με την εν λόγω διαδικασία.

(2) Πρόσωπο το οποίο προβαίνει σε δημοσιοποίηση πληροφοριών κατά παράβαση οδηγιών του δικαστηρίου δυνάμει του εδαφίου (1), διαπράττει αδίκημα τιμωρούμενο με φυλάκιση ενός έτους ή με χρηματική ποινή δύο χιλιάδων ευρώ (2000) ή και με τις δύο αυτές ποινές.

(3) Ποινική δίωξη δυνάμει του άρθρου αυτού δεν άρχεται χωρίς τη ρητή έγκριση του Γενικού Εισαγγελέα.

Δ. Διατάγματα κατακράτησης και δήμευσης περιουσίας εναντίον απόντος υπόπτου
Διάταγμα κατακράτησης περιουσίας απόντος ύποπτου

32. (1) Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου (2) και ύστερα από αίτηση του Γενικού Εισαγγελέα, Δικαστήριο δύναται να εκδώσει διάταγμα κατακράτησης περιουσίας υπόπτου ο οποίος βρίσκεται εκτός της δικαιοδοσίας της Δημοκρατίας ή έχει αποθάνει.

(2) Δικαστήριο εκδίδει διάταγμα κατακράτησης περιουσίας δυνάμει του εδαφίου (1), αφού ικανοποιηθεί από ένορκη δήλωση ή άλλη μαρτυρία ότι-

(α) Υπάρχει εκ πρώτης όψεως απόδειξη εναντίον του υπόπτου για διάπραξη καθορισμένου αδικήματος˙ και

(β) η περιουσία του υπόπτου δυνατό να μετατραπεί ή να μεταβιβαστεί ή μετακινηθεί εκτός δικαιοδοσίας της Δημοκρατίας με σκοπό την απόκρυψη ή συγκάλυψη της παράνομης προέλευσης της.

(3) Το διάταγμα κατακράτησης ισχύει για έξι μήνες αλλά το δικαστήριο δύναται να παρατείνει την ισχύ του μέχρι ενός έτους αν συντρέχουν εύλογες αιτίες.

Διάταγμα δήμευσης περιουσίας εναντίον απόντος υπόπτου

33. (1) Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου (2) και ύστερα από αίτηση του Γενικού Εισαγγελέα, δικαστήριο δύναται να εκδώσει διάταγμα δήμευσης περιουσίας εναντίον υπόπτου ο οποίος βρίσκεται εκτός δικαιοδοσίας ή έχει αποθάνει.

(2) Το δικαστήριο εκδίδει διάταγμα δήμευσης δυνάμει του εδαφίου (1), αν ο ύποπτος δεν παρουσιαστεί ενώπιον του δικαστηρίου κατά τη διάρκεια ισχύος του διατάγματος κατακράτησης βάσει του άρθρου 32 και εφόσον ικανοποιηθεί ότι-

(α) Η κατηγορούσα αρχή κατέβαλε εύλογες προσπάθειες για ανεύρεσή του˙ και

(β) δόθηκε η ευκαιρία σε οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο το οποίο δυνατό να επηρεαστεί από την έκδοση διατάγματος δήμευσης, να εκθέσει αν το επιθυμεί ενώπιον του δικαστηρίου οποιεσδήποτε απόψεις έχει σχετικά με την έκδοση του διατάγματος.

(3) Σε περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έχει εκδώσει διάταγμα δήμευσης δυνάμει του άρθρου αυτού και ο ύποπτος προσάγεται σε μεταγενέστερο στάδιο ενώπιον του δικαστηρίου σε σχέση με το καθορισμένο αδίκημα για το οποίο εκδόθηκε το διάταγμα δήμευσης, το Μέρος ΙΙ του Νόμου αυτού δεν εφαρμόζεται σε σχέση με το εν λόγω καθορισμένο αδίκημα, εφαρμόζονται όμως τηρουμένων των αναλογιών οι διατάξεις του Μέρους ΙΙΙ.

Αποζημίωση απόντος υπόπτου εναντίον του οποίου εκδόθηκε διάταγμα κατακράτησης ή δήμευσης της περιουσίας του

34. (1) Το άρθρο αυτό εφαρμόζεται στις περιπτώσεις όπου-

(α) Το δικαστήριο έχει εκδώσει διάταγμα κατακράτησης δυνάμει του άρθρου 32 ή δήμευσης δυνάμει του άρθρου 33 εναντίον υπόπτου ο οποίος ήταν εκτός δικαιοδοσίας της Δημοκρατίας˙ και

(β) ο ύποπτος στη συνέχεια δικάζεται για το καθορισμένο αδίκημα ή αδικήματα και αθωώνεται.

(2) Το δικαστήριο από το οποίο ο κατηγορούμενος αθωώνεται ακυρώνει το διάταγμα κατακράτησης ή δήμευσης.

(3) Ύστερα από αγωγή του προσώπου που είχε περιουσία, το δικαστήριο δύναται να επιδικάσει αποζημιώσεις στο πρόσωπο αυτό αν ικανοποιηθεί ότι το εν λόγω πρόσωπο υπέστη ζημιά ως αποτέλεσμα του διατάγματος κατακράτησης ή δήμευσης που εκδόθηκε, δυνάμει του άρθρου 32 ή 33 ανάλογα με την περίπτωση.

(4) Το ποσό της αποζημίωσης πρέπει να είναι δίκαιο, αφού το δικαστήριο λάβει υπόψη κατά τον υπολογισμό των αποζημιώσεων όλα τα περιστατικά της υπόθεσης.

ΜΕΡΟΣ ΙΙΙ ΕΠΑΝΕΞΕΤΑΣΗ ΚΑΙ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΩΝ ΔΗΜΕΥΣΗΣ
Επανεξέταση υπόθεσης

35. (1) Στις περιπτώσεις όπου-

(α) Λόγω έλλειψης μαρτυρίας, το Δικαστήριο-

(i) δεν προέβη σε έρευνα δυνάμει του άρθρου 6˙ ή

(ii) προέβη σε έρευνα δυνάμει του άρθρου 6, αλλά δε διαπιστώθηκε ότι ο κατηγορούμενος είχε έσοδα από διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος˙ και

(β) ο Γενικός Εισαγγελέας-

(i) Έχει εξασφαλίσει μαρτυρία την οποία δεν είχε κατά την ημερομηνία καταδίκης του κατηγορουμένου˙ και

(ii) πιστεύει ότι η μαρτυρία αυτή δυνατό να χρησιμεύσει στη διαπίστωση ότι ο κατηγορούμενος είχε έσοδα από τη διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος αν γινόταν έρευνα δυνάμει του άρθρου 6 κατά την ημερομηνία καταδίκης του κατηγορουμένου,

ο Γενικός Εισαγγελέας δύναται να ζητήσει από το δικαστήριο να εξετάσει τη μαρτυρία που έχει εξασφαλίσει σύμφωνα με το εδάφιο (β) του άρθρου αυτού.

(2) Το δικαστήριο εκδίδει διάταγμα δήμευσης δυνάμει του άρθρου 8 αν, ύστερα από εξέταση της μαρτυρίας που δίδεται σύμφωνα με το άρθρο 6 και έχοντας υπόψη όλες τις περιστάσεις της υπόθεσης το κρίνει σκόπιμο.

(3) Για σκοπούς του παρόντος άρθρου και αν το δικαστήριο αποφασίσει να προβεί σε έρευνα δυνάμει του άρθρου αυτού, εφαρμόζονται κατ’ αναλογία οι διατάξεις του Νόμου οι οποίες θα εφαρμόζονταν αν η έρευνα είχε διεξαχθεί κατά την ημερομηνία καταδίκης του κατηγορουμένου.

(4) Αίτηση η οποία γίνεται δυνάμει του άρθρου αυτού μετά την πάροδο έξι ετών από την ημερομηνία καταδίκης δεν εξετάζεται από το δικαστήριο.

(5) Το άρθρο αυτό δεν έχει εφαρμογή στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο είχε επιβάλει ποινή δυνάμει του Μέρους VI.

Αναθεώρηση υπολογισμού εσόδων

36. (1) Σε περίπτωση κατά την οποία ο Γενικός Εισαγγελέας είναι της γνώμης ότι η πραγματική αξία των εσόδων του κατηγορουμένου από τη διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος ήταν μεγαλύτερη από την υπολογισμένη τους αξία, δύναται να ζητήσει από το δικαστήριο να εξετάσει την μαρτυρία πάνω στην οποία βασίζει τη γνώμη του.

(2) Για σκοπούς του εδαφίου (1)-

"υπολογισμένη αξία" σημαίνει την αξία των εσόδων του κατηγορουμένου από τη διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος όπως υπολογίζεται από το άρθρο 7 του Νόμου αυτού˙

"πραγματική αξία" σημαίνει την αξία των εσόδων του κατηγορουμένου από γενεσιουργό αδίκημα το οποίο διαπράχθηκε-

(α) Κατά την περίοδο στην οποία αναφέρεται ο υπολογισμός του άρθρου 7˙ ή

(β) σε προηγούμενη περίοδο.

(3) Το δικαστήριο, αφού-

(α) Εξετάσει τη μαρτυρία που δίδεται δυνάμει του εδαφίου (1)˙ και

(β) πεισθεί ότι η πραγματική αξία των εσόδων του κατηγορουμένου είναι μεγαλύτερη από την υπολογισμένη αξία τους, διότι η πραγματική αξία ήταν μεγαλύτερη από αυτή που είχε υπολογιστεί ή διότι η αξία των εν λόγω εσόδων αυξήθηκε μεταγενέστερα,

δύναται να προβεί σε νέο υπολογισμό του ποσού το οποίο θα πρέπει να ληφθεί από τον κατηγορούμενο δυνάμει του άρθρου 8.

(4) Το δικαστήριο δύναται να λάβει υπόψη οποιαδήποτε πληρωμή ή αμοιβή εισέπραξε ο κατηγορούμενος κατά ή μετά την ημερομηνία του υπολογισμού που γίνεται δυνάμει του άρθρου 7, αν ο Γενικός Εισαγγελέας αποδείξει ότι οι εν λόγω πληρωμές ή αμοιβές ελήφθησαν από τον κατηγορούμενο σε σχέση με τη διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος:

Νοείται ότι για σκοπούς εφαρμογής του εδαφίου αυτού, το δικαστήριο δε δύναται να προβεί στις υποθέσεις που προβλέπει το άρθρο 7.

(5) Σε περίπτωση κατά την οποία ο νέος υπολογισμός υπερβαίνει το ποσό που είχε υπολογιστεί για την περίοδο στην οποία αναφέρεται το άρθρο 7, το δικαστήριο-

(α) Δύναται να αντικαταστήσει το ποσό του διατάγματος δήμευσης με οποιοδήποτε μεγαλύτερο ποσό το οποίο κρίνει δίκαιο˙ και

(β) σε περίπτωση αντικατάστασης του ποσού του διατάγματος, αντικαθιστά και τις περιόδους φυλάκισης, όπως αυτές καθορίζονται στο άρθρο 128 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου και στο άρθρο 9 του παρόντος Νόμου.

(6) Αίτηση η οποία γίνεται δυνάμει του άρθρου αυτού μετά την πάροδο έξι ετών από την ημερομηνία καταδίκης δεν εξετάζεται από το δικαστήριο.

(7) Για σκοπούς του παρόντος Μέρους "ημερομηνία καταδίκης" σημαίνει-

(α) Την ημερομηνία κατά την οποία καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος˙ ή

(β) την ημερομηνία της τελευταίας καταδίκης στην περίπτωση όπου o κατηγορούμενος εμφανίστηκε για επιβολή ποινής σε σχέση με περισσότερες από μια καταδίκες και οι καταδίκες αυτές δεν έγιναν όλες την ίδια ημερομηνία.

ΜΕΡΟΣ IV ΔΙΕΘΝΗΣ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ
Ερμηνεία βασικών όρων

37. Για σκοπούς του παρόντος Μέρους-

"διάταγμα εξωτερικού" σημαίνει διάταγμα δικαστηρίου ξένης χώρας, το οποίο εκδίδεται για σκοπούς των Συμβάσεων ή νομοθεσίας που θεσπίζεται για σκοπούς εφαρμογής των Συμβάσεων και περιλαμβάνει-

(α) Διατάγματα για τη δήμευση εσόδων και μέσων όπως οι όροι αυτοί ερμηνεύονται στη Σύμβαση και περιλαμβάνει -

(i) διάταγμα δήμευσης εσόδων ή προϊόντος αδικήματος, που βρίσκεται στην κατοχή του κατηγορουμένου ή τρίτου προσώπου ή άλλης περιουσίας ισοδύναμης αξίας με το προϊόν του αδικήματος,

(ii) διάταγμα δήμευσης χωρίς καταδίκη, που εκδίδεται από δικαστήριο, στα πλαίσια διαδικασίας σε σχέση με ποινικό αδίκημα, και

(iii) διάταγμα απόδοσης στους νόμιμους δικαιούχους ή θύματα,

το οποίο εκδόθηκε, είτε πριν είτε μετά την έναρξη της ισχύος των διατάξεων του περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες (Τροποποιητικού) Νόμου του 2018:

Νοείται ότι, για τους σκοπούς της παρούσας παραγράφου, «διάταγμα δήμευσης χωρίς καταδίκη» περιλαμβάνει διάταγμα χωρίς καταδίκη που εκδίδεται είτε πριν είτε μετά την έναρξη της ισχύος των διατάξεων του περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες (Τροποποιητικού) Νόμου του 2018, από δικαστήριο ξένης χώρας, το οποίο οδηγεί στη στέρηση περιουσίας, και δεν αποτελεί ποινική κύρωση, στην έκταση που διατάσσεται  από το δικαστήριο της ξένης χώρας, σε σχέση με ποινικό αδίκημα, νοουμένου ότι έχει αποδειχθεί ότι η περιουσία που αφορά το διάταγμα συνιστά έσοδο·

(β) διατάγματα για πάγωμα και κατάσχεση περιουσίας εκδιδόμενα προσωρινά για σκοπούς μελλοντικής δήμευσης εσόδων και μέσων˙

(γ) οποιοδήποτε διάταγμα το οποίο το Υπουργικό Συμβούλιο ήθελε, με γνωστοποίησή του δημοσιευόμενη στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, περιλάβει στην έννοια του διατάγματος εξωτερικού˙

"δικαστήριο" σημαίνει Πρόεδρο ή Ανώτερο Επαρχιακό Δικαστή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας˙

"έφεση" για σκοπούς της παραγράφου (α) του εδαφίου 3 του άρθρου 38 περιλαμβάνει κάθε διαδικασία σκοπός της οποίας είναι η ακύρωση απόφασης του δικαστηρίου ή η επανεκδίκαση της υπόθεσης ή η αναστολή της εκτέλεσής της˙

"ξένη χώρα" σημαίνει χώρα η οποία κατά το χρόνο υποβολής αίτησης για εκτέλεση διατάγματος εξωτερικού είναι Συμβαλλόμενο Μέρος της Σύμβασης˙

«Σύμβαση» σημαίνει-

(α) Τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών εναντίον της Παράνομης Διακίνησης Ναρκωτικών και Ψυχοτρόπων Ουσιών, η οποία κυρώθηκε με τον περί της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών εναντίον της Παράνομης Διακίνησης Ναρκωτικών και Ψυχοτρόπων Ουσιών (Κυρωτικό) Νόμο˙

(αα) την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τη Συγκάλυψη, Έρευνα, Κατάσχεση και Δήμευση των Προϊόντων του Εγκλήματος του 1990, η οποία κυρώθηκε με τον περί της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τη Συγκάλυψη, Έρευνα, Κατάσχεση και Δήμευση των Προϊόντων του Εγκλήματος (Κυρωτικό) Νόμο του 1995·

(β) τη Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης για τη Συγκάλυψη, Έρευνα, Κατάσχεση και Δήμευση των Εσόδων από Εγκλήματα και Χρηματοδότηση της Τρομοκρατίας η οποία κυρώθηκε με τον περί της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τη Συγκάλυψη, Έρευνα, Κατάσχεση και Δήμευση των Προϊόντων των Εγκλήματος και Χρηματοδότησης της Τρομοκρατίας (Κυρωτικό) Νόμο˙

(γ) τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών Εναντίον του Διασυνοριακού Εγκλήματος˙ και

(δ) τη Συνθήκη μεταξύ της Κυβέρνησης της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Κυβέρνησης των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής για Αμοιβαία Νομική Συνδρομή σε Ποινικά Θέματα, η οποία κυρώθηκε με τον περί της Συνθήκης μεταξύ της Κυβέρνησης της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Κυβέρνησης των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής για Αμοιβαία Νομική Συνδρομή σε Ποινικά Θέματα (Κυρωτικό) Νόμο και τον περί του Εγγράφου, που προβλέπεται από το εδάφιο (2) του Άρθρου 3 της Συμφωνίας για Αμοιβαία Δικαστική Συνδρομή μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής, που υπογράφτηκε στις 25 Ιουνίου 2003, αναφορικά με την εφαρμογή της Συνθήκης μεταξύ της Κυβέρνησης της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Κυβέρνησης των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής, για Αμοιβαία Νομική Συνδρομή σε Ποινικά Θέματα, που υπογράφτηκε στις 20 Δεκεμβρίου 1999 (Κυρωτικό) Νόμο του 2008·

(ε) τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών κατά της Διαφθοράς η  οποία κυρώθηκε με τον  περί της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών κατά της Διαφθοράς (Κυρωτικό) Νόμο.

Διαδικασία εκτέλεσης διαταγμάτων εξωτερικού

38. (1) Η αίτηση για εκτέλεση υποβάλλεται από τη ξένη χώρα ή για λογαριασμό της στο Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως το οποίο αφού πεισθεί ότι η αίτηση προέρχεται από ξένη χώρα και αφορά διάταγμα εξωτερικού με την έννοια του παρόντος Μέρους διαβιβάζει την αίτηση στη Μονάδα η οποία την υποβάλλει στο δικαστήριο εάν κρίνει ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του παρόντος Νόμου.

(2) Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου (3), το δικαστήριο μετά τη διαβίβαση σ’ αυτό αίτησης ξένης χώρας εγγράφει το διάταγμα εξωτερικού για σκοπούς εκτέλεσής του.

(3) Το δικαστήριο προβαίνει στην εγγραφή διατάγματος εξωτερικού αν ικανοποιηθεί ότι-

(α) Κατά το χρόνο της εγγραφής το διάταγμα εξωτερικού ευρίσκετο σε ισχύ και ήταν εκτελεστό και για το οποίο δεν εκκρεμεί έφεση˙

(β) σε περίπτωση που διάταγμα εξωτερικού που αφορά δήμευση περιουσίας εκδόθηκε μετά από καταδίκη του κατηγορουμένου στην απουσία του, αυτός ειδοποιήθηκε για τη σχετική διαδικασία στη χώρα έκδοσης του διατάγματος εξωτερικού, για να δυνηθεί να εμφανιστεί και να προβάλει τις θέσεις και απόψεις του·

(β1) σε περίπτωση που το διάταγμα εξωτερικού αφορά δέσμευση περιουσίας και εκδόθηκε στην απουσία του κατηγορουμένου ή του υπόπτου, αυτός ειδοποιήθηκε για τη σχετική διαδικασία στη χώρα έκδοσης του διατάγματος εξωτερικού, για να δυνηθεί να εμφανιστεί και να προβάλει τις θέσεις και απόψεις του·

(γ) η εκτέλεση του εν λόγω διατάγματος δε θα ήταν αντίθετη προς τα συμφέροντα της δικαιοσύνης της Δημοκρατίας˙

(δ) δε συντρέχουν οι λόγοι άρνησης συνεργασίας που αναφέρονται στις Διεθνείς Συμβάσεις ή Διμερείς Συμφωνίες.

(4) Το Δικαστήριο, μετά την εγγραφή διατάγματος εξωτερικού, δίδει οδηγίες όπως δοθεί ειδοποίηση σε όλα τα επηρεαζόμενα από το διάταγμα πρόσωπα.

(5) Οι διατάξεις των παραγράφων (α), (β), (γ) και (δ) του εδαφίου (7) του άρθρου 43Γ εφαρμόζονται κατ’ αναλογία και στην περίπτωση διατάγματος Δικαστηρίου για εγγραφή και εκτέλεση διατάγματος δέσμευσης και κατάσχεσης περιουσίας που εκδίδεται δυνάμει των διατάξεων του παρόντος άρθρου.

(6) Τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος άρθρου, τα δικαιώματα καλόπιστων τρίτων διαφυλάσσονται.

Διαβίβαση σε ξένη χώρα διατάγματος που εκδίδεται δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου

38Α. Διάταγμα δέσμευσης, επιβάρυνσης ή δήμευσης που εκδίδεται,  δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου, από δικαστήριο της Δημοκρατίας μετά από αίτηση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και το οποίο αφορά περιουσία που βρίσκεται στο εξωτερικό, αποστέλλεται για εκτέλεση και/ή επίδοση στις αρμόδιες αρχές της ξένης χώρας από τη Μονάδα, μέσω του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως.

Συνέπεια εγγραφής

39. (1) Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου (2), διάταγμα εξωτερικού το οποίο εγγράφεται δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 38 καθίσταται εκτελεστό ως εάν επρόκειτο για διάταγμα το οποίο εξεδόθη από αρμόδιο δικαστήριο της Δημοκρατίας δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου.

(2) Η εκτέλεση του διατάγματος δύναται να υπόκειται σε όρο της ξένης χώρας όπως μη επιβληθεί ποινή φυλάκισης ή άλλη στέρηση της ελευθερίας σε περίπτωση που υπάρχει συμμόρφωση με αυτό.

(3) Στις περιπτώσεις όπου το διάταγμα εξωτερικού αφορά δήμευση εσόδων ή περιουσίας, είναι δυνατό, μετά την εκτέλεση του εν λόγω διατάγματος, τα έσοδα ή η περιουσία να διανεμηθούν μεταξύ των αρμόδιων αρχών της ξένης χώρας και της Κυπριακής Δημοκρατίας.

(4) Στην περίπτωση εγγραφής διατάγματος δήμευσης, αυτό εκτελείται από τη Μονάδα, εάν εντός έξι (6) εβδομάδων από την ημερομηνία που λήφθηκε ειδοποίηση από τα  επηρεαζόμενα από το διάταγμα πρόσωπα σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου (4) του άρθρου 38, τα εν λόγω πρόσωπα δεν έλαβαν οποιοδήποτε μέτρο για την ακύρωση ή τον παραμερισμό του διατάγματος εγγραφής:

Νοείται ότι, στην περίπτωση που δεν καταστεί δυνατό να δοθεί η ειδοποίηση που αναφέρεται στο εδάφιο (4) του άρθρου 38 ή που δεν εντοπίζεται ο κατηγορούμενος ή το τρίτο πρόσωπο στην κατοχή του οποίου περιήλθαν τα έσοδα, παρ’ όλο που καταβλήθηκαν εύλογες προσπάθειες, το διάταγμα δήμευσης εκτελείται άμεσα από τη Μονάδα.

Ακύρωση εγγραφής

40. (1) Το δικαστήριο ακυρώνει εγγραφή διατάγματος εξωτερικού αν αποδειχθεί ότι υπήρξε συμμόρφωση προς το διάταγμα-

(α) Με την πληρωμή του ποσού του οφειλόμενου δυνάμει του διατάγματος˙ ή

(β) με οποιοδήποτε άλλο τρόπο που τυχόν προβλέπεται στη νομοθεσία της ξένης χώρας.

(2)  Το δικαστήριο δύναται να ακυρώσει εγγραφή διατάγματος δέσμευσης εάν, μέσα σε λογική χρονική περίοδο, δεν έχει αρχίσει η ποινική διαδικασία ή δεν υπήρξε εξέλιξη στη διερεύνηση της ποινικής υπόθεσης δυνάμενη να οδηγήσει σε ποινική διαδικασία κατά την οποία ενδέχεται να εκδοθεί διάταγμα δήμευσης.

(3) Σε περίπτωση που κατατίθεται αίτηση για ακύρωση της εγγραφής του διατάγματος δέσμευσης δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου (2) ενημερώνεται προηγουμένως η ξένη χώρα που εξέδωσε το διάταγμα, η οποία έχει τη δυνατότητα να υποβάλει τις παρατηρήσεις της.

 

Δεσμευτικότητα διατάγματος εξωτερικού

41. (1) Διάταγμα εξωτερικού δύναται να τροποποιηθεί ή αναθεωρηθεί μόνο από δικαστήριο ή άλλη αρμόδια αρχή της ξένης χώρας που εξέδωσε το διάταγμα.

(2) Το δικαστήριο κατά την άσκηση των εξουσιών που του παρέχει το άρθρο 39 καθώς επίσης και άλλων εξουσιών σχετικά με την εκτέλεση διατάγματος εξωτερικού δεσμεύεται από τα ευρήματα γεγονότων στην έκταση που αναφέρονται στην καταδίκη ή την απόφαση δικαστηρίου της ξένης χώρας ή στην έκταση που η καταδίκη ή η δικαστική απόφαση βασίζεται κατ’ αναγκαίο συμπέρασμα στα γεγονότα αυτά.

Ποσό διατάγματος

42. (1) Στις περιπτώσεις όπου στο διάταγμα εξωτερικού γίνεται αναφορά σε συγκεκριμένο ποσό προς είσπραξη στο νόμισμα άλλης χώρας, το ποσό αυτό στο νόμισμα της άλλης χώρας μετατρέπεται στο ανάλογο ποσό στο νόμισμα της Δημοκρατίας χρησιμοποιώντας την ισοτιμία που ίσχυε όταν υποβλήθηκε η αίτηση για εγγραφή.

(2) Σε καμιά περίπτωση δε θα πρέπει η αξία της δημευθείσας περιουσίας να υπερβαίνει το ποσό το οποίο αναφέρεται στο διάταγμα εξωτερικού προς είσπραξη.

Εφαρμογή διατάξεων παρόντος νόμου στις περιπτώσεις διατάγματος εξωτερικού

43. (1) Τα εδάφια (7), (8), (10), (11) του άρθρου 14, τα εδάφια (9) και (10) του άρθρου 15 και τα άρθρα 17, 18, 19, 20, 22 και 23 εφαρμόζονται και στις περιπτώσεις διατάγματος εξωτερικού τηρουμένων τυχόν διαφοροποιήσεων ή περιορισμών που το Υπουργικό Συμβούλιο ήθελε καθορίσει με Κανονισμούς που εκδίδονται δυνάμει του παρόντος Νόμου.

(2) Το Υπουργικό Συμβούλιο δύναται να περιλάβει στους Κανονισμούς οποιαδήποτε άλλη πρόνοια την οποία κρίνει αναγκαία για την καλύτερη εφαρμογή του παρόντος Μέρους και ειδικότερα οτιδήποτε σχετίζεται-

(α) Με την απόδειξη οποιουδήποτε γεγονότος ή πράγματος˙

(β) με τις περιστάσεις οι οποίες σε οποιαδήποτε ξένη χώρα δύνανται να εκληφθούν ότι συνιστούν την έναρξη ή την περάτωση διαδικασίας έκδοσης διατάγματος εξωτερικού.

(3) Αν κατόπιν αίτησης από ή εκ μέρους ξένης χώρας το δικαστήριο ήθελε ικανοποιηθεί ότι στη χώρα αυτή άρχισε αλλά δεν περατώθηκε διαδικασία κατά την οποία ενδέχεται να εκδοθεί διάταγμα εξωτερικού εκδίδει διάταγμα παγοποίησης ή επιβάρυνσης εφαρμόζοντας τα άρθρα 14 και 15 του παρόντος Νόμου.

(α) [Διαγράφηκε]

(β) [Διαγράφηκε]

(γ) [Διαγράφηκε]

(3Α) Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 72Α, σε περίπτωση που Δικαστήριο ακυρώσει διάταγμα δέσμευσης ή επιβάρυνσης που εκδόθηκε δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 14 ή του άρθρου 15, η περιουσία που αποτελεί αντικείμενο του εν λόγω διατάγματος αποδεσμεύεται ολόκληρη, κατά το δυνατό χωρίς να μειωθεί ή να επηρεαστεί η αξία ή το ύψος της με οποιοδήποτε τρόπο, προς όφελος του προσώπου στο όνομα του οποίου τηρείται.

(4) Η εφαρμογή του άρθρου αυτού δεν εξαρτάται από την έκδοση Κανονισμών και μέχρις ότου εκδοθούν Κανονισμοί τα άρθρα που αναφέρονται στο εδάφιο (1) θα εφαρμόζονται χωρίς διαφοροποίηση ή περιορισμούς.

ΜΕΡΟΣ IVΑ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ ΜΕ ΚΡΑΤΗ ΜΕΛΗ
Ερμηνεία βασικών όρων

43Α. Για σκοπούς του παρόντος Μέρους:

«αποδεικτικά στοιχεία»  σημαίνει  αντικείμενα, έγγραφα ή δεδομένα, τα οποία  μπορούν να προσκομισθούν ως αποδεικτικά στοιχεία σε ποινική διαδικασία, σε σχέση με καθορισμένο αδίκημα·

«απόφαση δέσμευσης»  σημαίνει  κάθε μέτρο που λαμβάνει αρμόδια δικαστική αρχή του κράτους έκδοσης, προκειμένου να εμποδίσει προσωρινά κάθε πράξη καταστροφής, μετατροπής, μετατόπισης, μεταφοράς ή διάθεσης περιουσιακών στοιχείων που θα μπορούσαν να δημευθούν ή να αποτελέσουν αποδεικτικό στοιχείο·

«απόφαση δήμευσης» σημαίνει την τελική ποινή ή το μέτρο που επιβλήθηκε από δικαστήριο  του κράτους έκδοσης έπειτα από δίκη για ποινικό αδίκημα ή αδικήματα, η οποία κατέληξε στην οριστική αποστέρηση περιουσιακών στοιχείων·

«Απόφαση-Πλαίσιο 2003/577/ΔΕΥ» σημαίνει την Απόφαση-Πλαίσιο 2003/577/ΔΕΥ του Συμβουλίου της 22αςΙουλίου 2003 σχετικά με την εκτέλεση των αποφάσεων  δέσμευσης περιουσιακών ή αποδεικτικών στοιχείων στην Ευρωπαϊκή ΄Ενωση∙

«Απόφαση-Πλαίσιο 2006/783/ΔΕΥ» σημαίνει την Απόφαση-Πλαίσιο 2006/783/ΔΕΥ του Συμβουλίου της 6ηςΟκτωβρίου 2006 σχετικά με την εφαρμογή της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης στις αποφάσεις δήμευσης∙

«δικαστήριο» σημαίνει Πρόεδρο ή Ανώτερο Επαρχιακό Δικαστή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας∙

«περιουσιακά στοιχεία» περιλαμβάνει κάθε είδους περιουσιακό στοιχείο, υλικό ή άϋλο, κινητό ή ακίνητο και νόμιμο τίτλο ή έγγραφο που αποδεικνύει τίτλο ή συμφέρον επ’ αυτού, το οποίοπεριουσιακό στοιχείο, σύμφωνα με την αρμόδια δικαστική αρχή του κράτους έκδοσης-

(α) αποτελεί προϊόν καθορισμένου αδικήματος ή ισοδυναμεί, εν όλω ή εν μέρει, με την αξία τέτοιου προϊόντος, ή

(β) αποτελεί το μέσο ή το αντικείμενο του αδικήματος αυτού·

«πιστοποιητικό» σημαίνει, σε σχέση με απόφαση δέσμευσης, το πιστοποιητικό που καθορίζεται στην Απόφαση-Πλαίσιο 2003/577/ΔΕΥ και σε σχέση με απόφαση δήμευσης, το πιστοποιητικό που καθορίζεται στην Απόφαση-Πλαίσιο 2006/783/ΔΕΥ, όπως εκάστοτε ισχύουν·

«κράτος έκδοσης» σημαίνει κράτος μέλος στο οποίο δικαστική αρχή ή δικαστήριο, όπως ορίζεται από το εθνικό δίκαιο αυτού, έχει εκδώσει, επικυρώσει ή καθ’ οιονδήποτε τρόπο επιβεβαιώσει απόφαση δέσμευσης ή  απόφαση  δήμευσης στα πλαίσια ποινικής διαδικασίας·

«κράτος μέλος» σημαίνει κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Διαβίβαση σε κράτος μέλος διατάγματος που εκδίδεται δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου

43Β. Διάταγμα δέσμευσης, επιβάρυνσης ή δήμευσης που εκδίδεται, δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου, από δικαστήριο της Κυπριακής Δημοκρατίας μετά από αίτημα του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και που αφορά περιουσία που βρίσκεται σε κράτος μέλος, διαβιβάζεται για εκτέλεση ή/και επίδοση από τη Μονάδα απευθείας στις αρμόδιες αρχές του εν λόγω κράτους μέλους, συνοδευόμενο από πιστοποιητικό το οποίο εγκρίνεται και υπογράφεται από το δικαστήριο το οποίο εξέδωσε το εν λόγω διάταγμα.

Διαδικασία εκτέλεσης αποφάσεων δέσμευσης και αποφάσεων δήμευσης στο έδαφος της Δημοκρατίας

43Γ.  - (1) Αίτηση για εκτέλεση που αφορά  απόφαση δέσμευσης ή απόφαση δήμευσης  υποβάλλεται απευθείας στη Μονάδα η οποία, εάν κρίνει ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του παρόντος Μέρους, την υποβάλλει το συντομότερο δυνατό στο δικαστήριο για εγγραφή και εκτέλεση και ενημερώνει το συντομότερο δυνατό την αρμόδια αρχή του κράτους έκδοσης για την πράξη της αυτή.

(2) Η Μονάδα δεν υποβάλλει απόφαση δήμευσης στο δικαστήριο για εγγραφή εκτός εάν, κατά  το χρόνο της υποβολής της αίτησης εκτέλεσης, η εν λόγω απόφαση δήμευσης βρίσκεται σε ισχύ, είναι εκτελεστή και  δεν εκκρεμεί έφεση σε σχέση με αυτή:

Νοείται ότι, για τους σκοπούς του παρόντος εδαφίου, ο όρος  «έφεση»  περιλαμβάνει κάθε διαδικασία σκοπός της οποίας είναι η ακύρωση απόφασης δικαστηρίου ή η επανεκδίκαση της υπόθεσης ή η αναστολή της εκτέλεσής της.

(3) Αίτηση  για εκτέλεση που υποβάλλεται στη Μονάδα  δυνάμει του εδαφίου  (1), συνοδεύεταιαπό  πιστοποιητικό το  οποίο είναι αποδεκτό τόσο στην ελληνική  όσο και στην αγγλική γλώσσα.

(4) Τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος Μέρους, το δικαστήριο, μετά την υποβολή σ’αυτό από τη Μονάδα αίτησης για εκτέλεση δυνάμει του εδαφίου (1), εγγράφει την απόφαση δέσμευσης ή την απόφαση δήμευσης για σκοπούς εκτέλεσής της.

(5) Το Δικαστήριο, μετά την εγγραφή της απόφασης δέσμευσης ή της απόφασης δήμευσης δίδει οδηγίες όπως δοθεί ειδοποίηση σε όλα τα επηρεαζόμενα από την απόφαση πρόσωπα.

(6) Τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος άρθρου, τα δικαιώματα καλόπιστων τρίτων διαφυλάσσονται.

(7)(α) Διάταγμα του Δικαστηρίου για εγγραφή και εκτέλεση απόφασης δέσμευσης που εκδίδεται δυνάμει των διατάξεων του παρόντος άρθρου, ισχύει για περίοδο τριών (3) ετών από την ημερομηνία έκδοσής του και δύναται να παραταθεί από το δικαστήριο σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου (β):

Νοείται ότι για το σκοπό υποβολής αίτησης παράτασης της ισχύος του πιο πάνω διατάγματος, όπως προβλέπεται στην παράγραφο (β), η Μονάδα επικοινωνεί έγκαιρα, πριν από τη λήξη της πιο πάνω προθεσμίας με την αρμόδια δικαστική αρχή του κράτους έκδοσης, από την οποία ενημερώνεται για το στάδιο της ποινικής υπόθεσης και ζητά την παράταση της ισχύος του διατάγματος εγγραφής.

(β) Το Δικαστήριο δύναται, κατόπιν μονομερούς αίτησης της Μονάδας στην οποία παρατίθενται οι λόγοι για τους οποίους το αναφερόμενο στην παράγραφο (α) διάταγμα πρέπει να παραμείνει σε ισχύ, να εκδόσει διάταγμα με το οποίο παρατείνει την ισχύ του διατάγματος κάθε τρία (3) έτη, μέχρι την έκδοση διατάγματος δήμευσης και το οποίο περιλαμβάνει πρόνοια για ειδοποίηση της έκδοσής του σε όλα τα επηρεαζόμενα από το διάταγμα πρόσωπα, που πληροφορούνται για το δικαίωμά τους να λάβουν δικαστικά μέτρα κατά του εν λόγω διατάγματος:

Νοείται ότι, οι αναφερόμενοι στην παρούσα παράγραφο λόγοι περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, το γεγονός της έναρξης στο κράτος έκδοσης ποινικής διαδικασίας ή την ύπαρξη εξέλιξης στη διερεύνηση ποινικής υπόθεσης που δυνατό να οδηγήσει σε ποινική διαδικασία, κατά την οποία ενδέχεται να εκδοθεί διάταγμα δήμευσης.

(γ) Σε περίπτωση που -

(i) το διάταγμα του Δικαστηρίου για εγγραφή και εκτέλεση απόφασης δέσμευσης εκδόθηκε πριν την έναρξη της ισχύος του περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες (Τροποποιητικού) Νόμου του 2018,

(ii) έχουν παρέλθει πέραν των τριών (3) ετών από την ημερομηνία έκδοσής του, και

(iii) δεν έχει εκδοθεί διάταγμα δήμευσης στο κράτος έκδοσης ή στην ξένη χώρα,

το εν λόγω διάταγμα δύναται να ακυρωθεί από το Δικαστήριο σε περίπτωση που η Μονάδα εντός δύο (2) ετών από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες (Τροποποιητικού) Νόμου του 2018, δεν καταχωρίσει αίτηση στο Δικαστήριο για παράταση της ισχύος του, σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων (α) και (β).

(δ) Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 72Α, σε περίπτωση που δεν παραταθεί η ισχύς του διατάγματος εγγραφής όπως προβλέπεται στις παραγράφους (α), (β) και (γ) η περιουσία που αποτελεί το αντικείμενο του διατάγματος ή της απόφασης δέσμευσης, αποδεσμεύεται ολόκληρη, κατά το δυνατό χωρίς να μειωθεί ή να επηρεαστεί η αξία ή το ύψος της με οποιοδήποτε τρόπο, προς όφελος του προσώπου στο όνομα του οποίου τηρείται.

Πολλαπλές αιτήσεις για εκτέλεση αποφάσεων δήμευσης

43Δ. - (1) Σε περίπτωση που η Μονάδα λάβει δύο ή περισσότερες  αιτήσεις για εκτέλεση αποφάσεων δήμευσης οι οποίες-

(α) αφορούν χρηματικό ποσό και έχουν εκδοθεί εις βάρος του ίδιου προσώπου και  το εν λόγω πρόσωπο δεν έχει επαρκή μέσα στο έδαφος της Δημοκρατίας ώστε να είναι δυνατή η εκτέλεση όλων των αποφάσεων δήμευσης, ή

(β) αφορούν το ίδιο περιουσιακό στοιχείο,

τότε  η Μονάδα  αποφασίζει, σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία, ποιες αποφάσεις δήμευσης θα εκτελεστούν:

Νοείται ότι, κατά τη λήψη της πιο πάνω απόφασης, η Μονάδα μπορεί να λάβει υπόψη,μεταξύ άλλων,  την ύπαρξη δεσμευμένων περιουσιακών στοιχείων, τη σχετική βαρύτητα και τον τόπο τέλεσης του αδικήματος που αφορά η κάθε απόφαση δήμευσης, τις ημερομηνίες των αντίστοιχων αποφάσεων  δήμευσης  και τις ημερομηνίες διαβίβασης αυτών.

Λόγοι άρνησης εκτέλεσης απόφασης δέσμευσης

43Ε. Απόφαση δέσμευσης δύναται να μην εκτελεστεί, εάν κατά την κρίση της Μονάδας ή του δικαστηρίου-

(α) το πιστοποιητικό δεν έχει προσκομισθεί ή είναι ελλιπές ή προδήλως δεν αντιστοιχεί στην απόφαση δέσμευσης·

(β) υφίσταται ασυλία ή προνόμιο που καθιστά αδύνατη την  εκτέλεση της απόφασης δέσμευσης·

(γ) η εκτέλεση της απόφασης δέσμευσης παραβιάζει την  αρχή του δεδικασμένου· ή

(δ) η απόφαση δέσμευσης αφορά πράξη η οποία κατά το δίκαιο της Δημοκρατίας δε συνιστά αδίκημα για  το οποίο χωρεί δέσμευση.

Λόγοι άρνησης εκτέλεσης απόφασης δήμευσης

43ΣΤ. Απόφαση δήμευσης δύναται να μην εκτελεστεί, εάν κατά την κρίση της Μονάδας ή του δικαστηρίου ότι-

(α) το πιστοποιητικό δεν έχει προσκομισθεί ή είναι ελλιπές ή προδήλως δεν αντιστοιχεί στην απόφαση δήμευσης·

(β) υφίσταται ασυλία ή προνόμιο που καθιστά αδύνατη την εκτέλεση της απόφασης δήμευσης·

(γ) η εκτέλεση της απόφασης δήμευσης παραβιάζει την  αρχή του δεδικασμένου·

(δ) η απόφαση δήμευσης αφορά πράξη η οποία κατά το δίκαιο της Δημοκρατίας δε συνιστά αδίκημα για  το οποίο χωρεί δήμευση·

(ε) τα δικαιώματα οποιουδήποτε ενδιαφερομένου, περιλαμβανομένων των  καλόπιστων τρίτων, που προβλέπονται από το δίκαιο της Κυπριακής Δημοκρατίας,  καθιστούν αδύνατη την εκτέλεση της απόφασης δήμευσης, περιλαμβανομένης της περίπτωσης κατά την οποία αυτό είναι αποτέλεσμα εφαρμογής ένδικων μέσων που προβλέπονται με βάση το δίκαιο της Κυπριακής Δημοκρατίας·

(στ) σύμφωνα με το πιστοποιητικό, το πρόσωπο δεν εμφανίστηκε αυτοπροσώπως κατά τη δίκη που οδήγησε στην έκδοση της απόφασης δήμευσης, εκτός εάν στο πιστοποιητικό  αναφέρεται ότι το πρόσωπο, σύμφωνα με περαιτέρω δικονομικές απαιτήσεις που προβλέπονται από το εθνικό δίκαιο του κράτους έκδοσης -

(i) σε εύλογο χρόνο -

- είτε είχε κλητευθεί αυτοπροσώπως και με την κλήτευση είχε ενημερωθεί σχετικά με την προγραμματισμένη ημερομηνία και τον τόπο διεξαγωγής της δίκης που οδήγησε στην έκδοση της απόφασης δήμευσης, είτε είχε με άλλα μέσα ενημερωθεί πραγματικά και επίσημα για την προγραμματισμένη ημερομηνία και τον τόπο διεξαγωγής της δίκης αυτής, κατά τρόπο που να αποδεικνύεται με σαφήνεια ότι γνώριζε την προγραμματισμένη δίκη, και

- είχε ενημερωθεί ότι η απόφαση δήμευσης μπορεί να εκδοθεί σε περίπτωση που το πρόσωπο δεν εμφανιστεί στη δίκη, ή

(ii) γνώριζε την προγραμματισμένη δίκη και είχε δώσει εντολή σε δικηγόρο, τον οποίον είτε το πρόσωπο είτε το κράτος διόρισε για να τον εκπροσωπήσει στη δίκη, και ότι όντως εκπροσωπήθηκε από το δικηγόρο αυτό στη δίκη, ή

(iii) αφού του επιδόθηκε η απόφαση δήμευσης και αφού ενημερώθηκε ρητά για το δικαίωμά του να δικαστεί εκ νέου ή να ασκήσει ένδικο μέσο, όπου δικαιούται να παρίσταται, και ότι η ουσία της υπόθεσης, περιλαμβανομένων και νέων αποδεικτικών στοιχείων θα επανεξεταστεί, και ότι η δίκη μπορεί να οδηγήσει σε ανατροπή της αρχικής απόφασης -

- δήλωσε ρητά ότι δεν αμφισβητεί την απόφαση δήμευσης, ή

- δεν  ζήτησε να δικαστεί εκ νέου ή δεν άσκησε ένδικο μέσο εντός της ισχύουσας προθεσμίας.

(ζ) η απόφαση δήμευσης αφορά αδικήματα τα οποία   θεωρούνται ότι έχουν διαπραχθεί εν όλω ή μέρει  στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας ή εκτός του εδάφους του κράτους έκδοσης.

Προθεσμία για προσκόμιση ή συμπλήρωση του πιστοποιητικού

43Ζ. Το δικαστήριο ή η Μονάδα δύναται, στην περίπτωση μη προσκόμισης  ή  την περίπτωση προσκόμισης ελλειπούς πιστοποιητικού,  να θέτει προθεσμία για την προσκόμιση, τησυμπλήρωση ή τη διόρθωση του ή να αποδέχεται ισοδύναμο έγγραφο.

Κοινοποίηση απόφασης άρνησης ή αδυναμίας εκτέλεσης

43Η.-(1) Σε περίπτωση που λαμβάνεται απόφαση άρνησης εκτέλεσης απόφασης δέσμευσης ή απόφασης  δήμευσης, η Μονάδα κοινοποιεί αμέσως και εγγράφως την απόφαση αυτή  στιςαρμόδιες δικαστικές αρχές του κράτους έκδοσης.

(2) Εάν απόφαση δέσμευσης ή απόφαση δήμευσης  είναι πρακτικά αδύνατον να εκτελεστεί διότι-

(α) στην περίπτωση απόφασης δήμευσης, τα περιουσιακά στοιχεία έχουν ήδη δημευθεί ή έχουν εξαφανιστεί ή έχουν  καταστραφεί ή δεν ανευρίσκονται στον τόπο που αναφέρεται στο πιστοποιητικό ή ο τόπος του περιουσιακού στοιχείου δεν προσδιορίζεται επακριβώς, ακόμα και μετά από διαβούλευση με το κράτος έκδοσης, ή

(β) στην περίπτωση απόφασης δέσμευσης τα περιουσιακά ή αποδεικτικά στοιχεία έχουν εξαφανιστεί, ή έχουν  καταστραφεί ή δεν ανευρίσκονται στον τόπο που αναφέρεται στο Πιστοποιητικό που συνοδεύει την αίτηση για εκτέλεση, ή ο τόπος των περιουσιακών ή αποδεικτικών στοιχείων δεν προσδιορίζεται επακριβώς, ακόμα και μετά από διαβούλευση με το κράτος έκδοσης,

η Μονάδα ενημερώνει αμέσως  τις αρμόδιες δικαστικές αρχές του κράτους έκδοσης.

Λόγοι αναβολής εκτέλεσης απόφασης δέσμευσης

43Θ.-(1) Η εκτέλεση απόφασης δέσμευσης μπορεί να αναβληθεί  από το  δικαστήριο ή τη Μονάδα στις ακόλουθες περιπτώσεις:

(α)  Όταν η  εκτέλεσή της μπορεί να παραβλάψει διεξαγόμενη  ποινική έρευνα και για όσο χρονικό διάστημα κρίνεται εύλογο∙

(β) όταν τα περιουσιακά ή τα αποδεικτικά στοιχεία  που αφορά  υπόκεινται ήδη σε απόφαση δέσμευσης στα πλαίσια ποινικής διαδικασίας  που εκκρεμεί στην Κυπριακή Δημοκρατία ή σε ξένη χώρα ή σε κράτος μέλος και μέχρις ότου αρθεί η σχετική απόφαση δέσμευσης:

Νοείται ότι για τους σκοπούς της παρούσας παραγράφου, ο όρος «ξένη χώρα» έχει την έννοια που αποδίδει στον όρο αυτό το άρθρο 37 του παρόντος Νόμου·

(γ)  σε περίπτωση  που η  απόφαση δέσμευσης αφορά δέσμευση  περιουσιακών στοιχείων στα πλαίσια ποινικής διαδικασίας  που έχει σκοπό τη μεταγενέστερη δήμευση αυτών,  όταν  τα περιουσιακά αυτά στοιχεία ήδη  αποτελούν αντικείμενο απόφασης που έχει ληφθεί σταπλαίσια άλλης ποινικής διαδικασίας στην Δημοκρατία και έως ότου αρθεί η απόφαση αυτή.

(2) Η Μονάδα διαβιβάζει αμέσως στην αρμόδια αρχή του κράτους έκδοσης γραπτή έκθεση σχετικά με την αναβολή εκτέλεσης της  απόφασης δέσμευσης, η οποία αναφέρει τους λόγους της αναβολής και, όπου είναι δυνατόν, την προβλεπόμενη διάρκειά της.

(3) Μόλις παύσει να υφίσταται ο λόγος   αναβολής, η  Μονάδα λαμβάνει  αμέσως  τα αναγκαία μέτρα για την  εκτέλεση της απόφασης δέσμευσης και ενημερώνει εγγράφως την  αρμόδια αρχή του κράτους έκδοσης.

Λόγοι αναβολής εκτέλεσης απόφασης δήμευσης

43Ι.-(1)  Η εκτέλεση απόφασης  δήμευσης μπορεί να αναβληθεί από το  δικαστήριο ή τη Μονάδα, στις ακόλουθες περιπτώσεις:

(α) Όταν αφορά χρηματικό ποσό και κρίνεται ότι υπάρχει κίνδυνος η συνολική αξία που  προέρχεται από την εκτέλεσή της να υπερβεί το    ποσό που αναφέρεται σε αυτή, λόγω ταυτόχρονης  εκτέλεσήτης σε περισσότερα από ένα κράτη μέλη∙

(β) όταν έχουν ασκηθεί  ένδικα μέσα κατά της εν λόγω απόφασης∙

(γ) όταν η εκτέλεσή  της μπορεί να παραβλάψει διεξαγόμενη ποινική έρευνα ή διαδικασία και για όσο  χρονικό διάστημα κρίνεται εύλογο·

(δ) όταν  κρίνεται αναγκαίο η απόφαση, ή μέρος  αυτής, να μεταφραστεί και για το χρονικό διάστημα που απαιτείται έως ότου να ετοιμαστεί η μετάφραση∙ ή

(ε)    όταν  έχει ήδη κινηθεί διαδικασία δήμευσης στη Δημοκρατία για τα περιουσιακά στοιχεία που αφορά.

(2) Η Μονάδα, κατά τη διάρκεια της αναβολής, λαμβάνει όλα τα μέτρα τα οποία θα ελάμβανε σε οποιαδήποτε παρόμοια υπόθεση που εκδικάζεται στην Κυπριακή Δημοκρατία, ώστε να διασφαλιστεί ότι τα περιουσιακά στοιχεία τα οποία αφορά η απόφαση δήμευσης  παραμένουν διαθέσιμα για την εκτέλεσή της.

(3) Η Μονάδα  αποστέλλει  αμέσως στην αρμόδια αρχή του κράτους έκδοσης γραπτή έκθεση σχετικά με την αναβολή εκτέλεσης απόφασης δήμευσης, η οποία αναφέρει τους λόγους  της  αναβολής και, όπου είναι δυνατόν, την προβλεπόμενη διάρκειά της.

(4) Μόλις παύσει να υφίσταται ο  λόγος αναβολής, η  Μονάδα λαμβάνει  αμέσως  τα αναγκαία μέτρα για την  εκτέλεση της απόφασης δήμευσης καιενημερώνει εγγράφως την  αρμόδια αρχή του κράτους έκδοσης.

Συνέπεια εγγραφής

43ΙΑ.-(1)  Απόφαση δέσμευσης ή απόφαση δήμευσης, που εγγράφεται δυνάμει των διατάξεων του άρθρου  43Γ, καθίσταται εκτελεστή ως εάν επρόκειτο για διάταγμα που  εκδόθηκε  από αρμόδιο δικαστήριο της Δημοκρατίας, δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου.

(2) Η εκτέλεση απόφασης δέσμευσης ή απόφασης δήμευσης γνωστοποιείται αμέσως από τη Μονάδα στην αρμόδια αρχή του κράτους έκδοσης εγγράφως.

(3)  Εάν η απόφαση δέσμευσης αφορά δέσμευση αποδεικτικών στοιχείων, τότε παραμένει σε ισχύ, μέχρι τη μεταφορά των εν λόγω αποδεικτικών στοιχείων στο κράτος έκδοσης.

(4) Χρήματα που έχουν  εισπραχθεί από εκτέλεση απόφασης δήμευσης διατίθενται από τη Δημοκρατία ως εξής:

(α) Εάν το ποσό που προέκυψε από την εκτέλεση της απόφασης δήμευσης είναι μικρότερο των  δέκα χιλιάδων ευρώ (€10,000) ή του ισοδύναμου  ποσού σε άλλο νόμισμα, το ποσό αυτό περιέρχεται στη Δημοκρατία,

(β)  σε όλες τις άλλες περιπτώσεις  η Δημοκρατία μεταβιβάζει στο κράτος έκδοσης το πενήντα τοις εκατό (50%) του ποσού  και  το υπόλοιπο κατατίθεται στο Πάγιο Ταμείο της Δημοκρατίας.

(5) Μη χρηματικά περιουσιακά στοιχεία που προέκυψαν από την εκτέλεση απόφασης δήμευσης διατίθενται ως εξής:

(α) Τα εν λόγω περιουσιακά στοιχεία πωλούνται και οι εισπράξεις από την πώληση διατίθενται σύμφωνα με το εδάφιο (4) του παρόντος άρθρου, ή

(β) εάν τα εν λόγω περιουσιακά στοιχεία δεν μπορούν να πωληθούν,  τότε  αυτά διατίθενται με άλλο τρόπο  όπως προβλέπεται από  την υφιστάμενη νομοθεσία.

(6) Σε καμία περίπτωση δεν πρέπει η αξία της δημευθείσας περιουσίας να υπερβαίνει το ποσό το οποίο αναφέρεται στην απόφαση δήμευσης προς είσπραξη.

(7) Ανεξαρτήτως των διατάξεων του εδαφίου (5),η Δημοκρατία δεν υποχρεούται να εκποιήσει ή να επιστρέψει στο κράτος έκδοσης  περιουσιακά στοιχεία που καλύπτονται από την απόφαση δήμευσης της οποίας ζητείται η εκτέλεση, όταν αυτά αποτελούν πολιτιστικά αγαθά που ανήκουν στην εθνική πολιτιστική κληρονομιά της:

Νοείται ότι, για τους σκοπούς του παρόντος εδαφίου, ο όρος «πολιτιστικό αγαθό» έχει την έννοια που αποδίδει στον όρο αυτό η παράγραφος 1 του άρθρου 1 της  Οδηγίας 93/7/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 15ηςΜαρτίου 1993, σχετικά με την επιστροφή πολιτιστικών αγαθών που έχουν παράνομα απομακρυνθεί από το έδαφος κράτους μέλους.

(8) Σε περίπτωση εγγραφής απόφασης δήμευσης σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Μέρους, αυτή εκτελείται από τη Μονάδα, εάν εντός έξι (6) εβδομάδων από την ημερομηνία που λήφθηκε ειδοποίηση από τα επηρεαζόμενα από την απόφαση πρόσωπα, σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου (5) του άρθρου 43Γ, τα εν λόγω πρόσωπα δεν έλαβαν οποιοδήποτε μέτρο για την ακύρωση ή τον παραμερισμό του διατάγματος εγγραφής:

Νοείται ότι, σε περίπτωση που δεν κατέστη δυνατό να δοθεί η ειδοποίηση που αναφέρεται στο εδάφιο (5) του άρθρου 43Γ, ή που δεν εντοπίζεται ο κατηγορούμενος ή το τρίτο πρόσωπο στην κατοχή του οποίου περιήλθαν τα έσοδα, παρ’ όλο που καταβλήθηκαν εύλογες προσπάθειες, η απόφαση δήμευσης εκτελείται άμεσα από τη Μονάδα.

Διακοπή εκτέλεσης απόφασης δήμευσης

43ΙΒ. Η Μονάδα λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα για τη διακοπή εκτέλεσης απόφασης δήμευσης μόλις ενημερωθεί εγγράφως από την αρμόδια αρχή του κράτους έκδοσης για οποιαδήποτε απόφαση ή μέτρο, συνεπεία του οποίου η απόφαση δήμευσης παύει να είναι εκτελεστή ή αφαιρείται από την αρμοδιότητα της Δημοκρατίας για οποιοδήποτε λόγο.

Ακύρωση εγγραφής

43ΙΓ.  (1) Το δικαστήριο ακυρώνει εγγραφή απόφασης δέσμευσης ή απόφασης δήμευσης αν αποδειχθεί ότι υπήρξε συμμόρφωση προς την εν λόγω απόφαση -

(α)  με την πληρωμή του ποσού του οφειλόμενου δυνάμει της απόφασης δέσμευσης ή της απόφασης δήμευσης· ή

(β) με οποιοδήποτε άλλο τρόπο που τυχόν προβλέπεται στη νομοθεσία του κράτους έκδοσης.

(2) Το δικαστήριο δύναται να ακυρώσει εγγραφή διατάγματος δέσμευσης εάν μέσα σε λογική χρονική περίοδο δεν έχει αρχίσει η ποινική διαδικασία ή δεν υπήρξε εξέλιξη στη διερεύνηση της ποινικής υπόθεσης δυνάμενη να οδηγήσει σε ποινική διαδικασία κατά την οποία ενδέχεται να εκδοθεί διάταγμα δήμευσης.

(3) Σε περίπτωση που κατατίθεται αίτηση για ακύρωση της εγγραφής του διατάγματος δέσμευσης δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου (2) ενημερώνεται προηγουμένως το κράτος έκδοσης το οποίο έχει τη δυνατότητα να υποβάλει τις παρατηρήσεις του.

Δεσμευτικότητα απόφασης δέσμευσης ή απόφαση δήμευσης

43ΙΔ.– (1) Απόφαση δέσμευσης ή απόφαση δήμευσης δύναται να τροποποιηθεί ή να αναθεωρηθεί μόνο από δικαστήριο ή άλλη αρμόδια αρχή του κράτους έκδοσης.

(2) Το δικαστήριο, κατά την άσκηση των εξουσιών που του παρέχει το άρθρο 43ΙΑ, καθώς επίσης και άλλων εξουσιών σχετικών με την εκτέλεση απόφασης δέσμευσης ή απόφασης δήμευσης, δεσμεύεται από τα ευρήματα γεγονότων στην έκταση που αναφέρονται στην καταδίκη ή την απόφαση δικαστηρίου  ή δικαστικής αρχής  του κράτους έκδοσης ή στην έκταση που η καταδίκη ή η δικαστική απόφαση βασίζεται κατ’ αναγκαίο συμπέρασμα στα γεγονότα αυτά.

Νόμισμα απόφασης δέσμευσης ή απόφασης δήμευσης

43ΙΕ. Σε περίπτωση που στην απόφαση δέσμευσης ή στην απόφαση δήμευσης γίνεται αναφορά σε συγκεκριμένο ποσό προς είσπραξη σε νόμισμα άλλης χώρας, το ποσό αυτό μετατρέπεται στο ανάλογο ποσό στο νόμισμα της Δημοκρατίας χρησιμοποιώντας την ισοτιμία που ίσχυε όταν υποβλήθηκε η αίτηση για εκτέλεση.

Εφαρμογή διατάξεων του παρόντος Νόμου στις περιπτώσεις απόφασης δέσμευσης και απόφασης δήμευσης

43ΙΣΤ.-(1) Τα εδάφια (7), (8), (10), (11) του άρθρου 14, τα εδάφια (9) και (10) του άρθρου 15 και τα άρθρα 17, 18, 19, 20, 22 και 23 εφαρμόζονται και στις περιπτώσεις απόφασης δέσμευσης ή απόφασης δήμευσης.

(2) Αν, κατόπιν αίτησης από ή εκ μέρους του κράτους έκδοσης, το δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι στο κράτος  αυτό άρχισε αλλά δεν περατώθηκε διαδικασία κατά την οποία ενδέχεται να εκδοθεί απόφαση δέσμευσης ή απόφαση δήμευσης εκδίδει διάταγμα δέσμευσης ή επιβάρυνσης, εφαρμόζοντας τα άρθρα 14 και 15 του παρόντος Νόμου.

Επιστροφή καταβληθέντων ποσών

43ΙΖ.  Εάν  η Δημοκρατία ευθύνεται, για ζημιά που προκλήθηκε σε οποιοδήποτε επηρεαζόμενο πρόσωπο  λόγω της εκτέλεσης απόφασης δέσμευσης ή  απόφασης  δήμευσης ζητά από  το κράτος έκδοσης  να  επιστρέψει  στη Δημοκρατίατυχόν ποσά που καταβλήθηκαν ως αποζημίωση για την προαναφερόμενη ζημιά εκτός εάν και στο βαθμό που, η ζημιά οφείλεται αποκλειστικά σε ενέργειές της.

ΜΕΡΟΣ V ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΑ ΑΠΟΚΑΛΥΨΗΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ
Ερμηνεία όρων

44. Για σκοπούς του παρόντος Μέρους-

"πληροφορία" σημαίνει κάθε μορφής γραπτή ή προφορική πληροφορία ή έγγραφα, και περιλαμβάνει πληροφορία που δυνατό να είναι καταχωρημένη σε ηλεκτρονικό υπολογιστή·

"προνομιούχα πληροφορία" σημαίνει-

(α) Επικοινωνία μεταξύ δικηγόρου και πελάτη για σκοπούς παροχής νομικής συμβουλής ή για την παροχή επαγγελματικών υπηρεσιών σχετικά με οποιαδήποτε νομική διαδικασία είτε αυτή άρχισε είτε όχι, η αποκάλυψη της οποίας σε οποιαδήποτε νομική διαδικασία προστατεύεται από το προνόμιο της εμπιστευτικότητας σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία:

Νοείται ότι επικοινωνία μεταξύ δικηγόρου και πελάτη με σκοπό τη διάπραξη καθορισμένου αδικήματος δε συνιστά προνομιούχα πληροφορία˙

(β) οποιαδήποτε άλλη πληροφορία η οποία δε γίνεται αποδεκτή ενώπιον δικαστηρίου για λόγους προστασίας του δημόσιου συμφέροντος σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία.

Διάταγμα αποκάλυψης

45. (1) Άνευ επηρεασμού των διατάξεων άλλων Νόμων, σε σχέση με τη λήψη πληροφοριών ή εγγράφων κατά τη διάρκεια της διεξαγωγής ανακρίσεων για το ενδεχόμενο διάπραξης αδικημάτων, για σκοπούς ανάλυσης χρηματοοικονομικών συναλλαγών ή έρευνας σχετικά με τη διάπραξη καθορισμένων αδικημάτων ή σχετικά με έρευνα για διακρίβωση εσόδων ή μέσων, περιλαμβανομένου του εντοπισμού άλλων συναφών περιουσιακών στοιχείων για σκοπό δέσμευσης και/ή δήμευσης, το δικαστήριο δύναται κατόπιν μονομερούς αίτησης του ανακριτή της υπόθεσης να εκδώσει διάταγμα αποκάλυψης σύμφωνα με τις πρόνοιες του παρόντος Μέρους.

(2) Για σκοπούς του παρόντος άρθρου έρευνα περιλαμβάνει και έρευνα που διεξάγεται στο εξωτερικό και ανακριτής της υπόθεσης σε σχέση με έρευνα που διεξάγεται στο εξωτερικό περιλαμβάνει οποιοδήποτε ανακριτή δυνάμει του σχετικού νόμου της Δημοκρατίας ο οποίος συνεργάζεται με τον ανακριτή της υπόθεσης.

(3) Πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται διάταγμα αποκάλυψης δυνάμει του άρθρου 46 έχει υποχρέωση να γνωστοποιεί πάραυτα στον ανακριτή και οποιαδήποτε μεταγενέστερη αλλαγή στις πληροφορίες που έχουν ήδη παρασχεθεί δυνάμει του άρθρου αυτού και/ή οποιεσδήποτε μεταγενέστερες πληροφορίες που αφορούν το αντικείμενο του διατάγματος αποκάλυψης.

Προϋποθέσεις για έκδοση διατάγματος αποκάλυψης

46. (1) Το δικαστήριο ενώπιον του οποίου υποβάλλεται αίτηση για έκδοση διατάγματος αποκάλυψης δύναται, αν πεισθεί ότι συντρέχουν οι αναφερόμενες στο εδάφιο (2) προϋποθέσεις, να εκδώσει διάταγμα το οποίο καλείται διάταγμα αποκάλυψης, απευθυνόμενο προς το πρόσωπο το οποίο, κατά την άποψή του, έχει στην κατοχή του την πληροφορία που αναφέρεται στην αίτηση με το οποίο καλεί το εν λόγω πρόσωπο όπως αποκαλύψει ή παραδώσει την πληροφορία στον ανακριτή ή/και σε άλλο κατονομαζόμενο στο διάταγμα πρόσωπο μέσα σε επτά ημέρες ή μέσα σε άλλη μεγαλύτερη ή μικρότερη προθεσμία την οποία ήθελε ορίσει το δικαστήριο στο διάταγμα αν ήθελε κρίνει αυτό υπό τις περιστάσεις σκόπιμο.

(2) Οι προϋποθέσεις που αναφέρονται στο εδάφιο (1) είναι οι ακόλουθες -

(α) (i) Η ύπαρξη εύλογης υποψίας ότι συγκεκριμένο πρόσωπο διέπραξε ή έχει ωφεληθεί από τη διάπραξη καθορισμένου αδικήματος, ή η ύπαρξη χρηματοοικονομικής συναλλαγής η οποία δημιουργεί εύλογη υποψία ότι πρόσωπο ενέχεται σε αδικήματα νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή χρηματοδότησης της τρομοκρατίας ή ότι η συναλλαγή ενδέχεται να σχετίζεται με τέτοια αδικήματα˙

(ii) [Διαγράφηκε]˙

(β) η ύπαρξη εύλογης υποψίας ότι η εν λόγω πληροφορία είτε μόνη της είτε σε συνδυασμό με άλλα στοιχεία ενδέχεται να είναι ουσιαστικής σημασίας στις έρευνες για τις οποίες έχει υποβληθεί η αίτηση για αποκάλυψη˙

(γ) το ότι η πληροφορία δεν εμπίπτει στην κατηγορία των προνομιούχων πληροφοριών˙

(δ) η ύπαρξη εύλογης αιτίας ότι είναι προς το δημόσιο συμφέρον να παρασχεθεί ή να αποκαλυφθεί η πληροφορία, λαμβανομένου υπόψη-

(i) του οφέλους το οποίο ενδέχεται να προκύψει για την έρευνα από την αποκάλυψη ή παροχή της εν λόγω πληροφορίας˙ και

(ii) των συνθηκών κατοχής της εν λόγω πληροφορίας από τον κάτοχό της.

(3) Το διάταγμα αποκάλυψης-

(α) Εκδίδεται και σε σχέση με πληροφορία που βρίσκεται στην κατοχή κρατικού λειτουργού˙

(β) εφαρμόζεται ανεξάρτητα από οποιαδήποτε νομική ή άλλη διάταξη δυνάμει της οποίας δημιουργείται υποχρέωση για τήρηση μυστικότητας ή επιβάλλονται οποιοιδήποτε περιορισμοί στην αποκάλυψη πληροφορίας˙

(γ) δεν παρέχει δικαίωμα αποκάλυψης ή παράδοσης πληροφοριών οι οποίες είναι προνομιούχες˙

(δ) επιδίδεται μόνον στο πρόσωπο το οποίο έχει στην κατοχή του την πληροφορία που αναφέρεται στην αίτηση.

Πληροφορίες από ηλεκτρονικό υπολογιστή

47. Στις περιπτώσεις όπου η αιτούμενη πληροφορία περιέχεται σε ηλεκτρονικό υπολογιστή τότε-

(α) Αν με το σχετικό διάταγμα διατάσσεται η αποκάλυψή της, η εντολή εκτελείται σε ορατή και αναγνώσιμη μορφή.

(β) αν με το σχετικό διάταγμα διατάσσεται η παράδοση της πληροφορίας στον ανακριτή ή άλλο πρόσωπο, η εντολή εκτελείται ως εντολή για την παράδοση της πληροφορίας σε ορατή, αναγνώσιμη και φορητή μορφή.

Αδικήματα σε σχέση με αποκάλυψη πληροφοριών

48. (1) Υπόχρεη οντότητα, διευθυντής ή υπάλληλος αυτής δεν γνωστοποιεί στον οικείο πελάτη ή σε τρίτο πρόσωπο το γεγονός ότι διαβιβάστηκαν, διαβιβάζονται ή θα διαβιβαστούν πληροφορίες σχετικά με ύποπτες συναλλαγές στη Μονάδα, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 69 ή ότι διεξάγεται ή δυνατό να διεξαχθεί ανάλυση τέτοιων πληροφοριών ή ύποπτων συναλλαγών, όσον αφορά τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας.

(2) Δεν επιτρέπεται οποιοδήποτε πρόσωπο να προβεί σε οποιαδήποτε αποκάλυψη η οποία δυνατό να παρεμποδίσει ή να επηρεάσει δυσμενώς ανακρίσεις και έρευνες που διεξάγονται σχετικά με τη διακρίβωση εσόδων ή με τη διάπραξη καθορισμένων αδικημάτων, ενώ γνωρίζει ή έχει υποψίες ότι διεξάγονται οι εν λόγω ανακρίσεις και έρευνες:

Νοείται ότι, σε περίπτωση που πρόσωπο το οποίο ασκεί την επαγγελματική δραστηριότητα ελεγκτή ή εξωτερικού λογιστή ή ανεξάρτητου επαγγελματία νομικού επιχειρεί να αποτρέψει πελάτη από το να εμπλακεί σε παράνομη δραστηριότητα, αυτό δεν λογίζεται ως αποκάλυψη πληροφοριών κατά την έννοια του παρόντος άρθρου.

(3) Πρόσωπο το οποίο παραβαίνει τις διατάξεις του παρόντος άρθρου διαπράττει ποινικό αδίκημα και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα δύο (2) χρόνια ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις πενήντα χιλιάδες ευρώ (€50.000) ή/και στις δύο αυτές ποινές.

Εξαίρεση από την απαγόρευση αποκάλυψης πληροφοριών

49. (1) Η προβλεπόμενη στο άρθρο 48 απαγόρευση αποκάλυψης πληροφοριών δεν εμποδίζει τη γνωστοποίηση μεταξύ πιστωτικών ιδρυμάτων και χρηματοπιστωτικών οργανισμών ή μεταξύ των εν λόγω ιδρυμάτων ή οργανισμών και των υποκαταστημάτων τους και των θυγατρικών που ευρίσκονται σε τρίτη χώρα, των οποίων το ιδιοκτησιακό καθεστώς έχουν κατά πλειοψηφία, εφόσον τα εν λόγω υποκαταστήματα και οι εν λόγω θυγατρικές συμμορφώνονται πλήρως προς τις πολιτικές και τις διαδικασίες που ισχύουν σε επίπεδο ομίλου, συμπεριλαμβανομένων των διαδικασιών για την ανταλλαγή πληροφοριών εντός του ομίλου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 68Α, και εφόσον οι εν λόγω πολιτικές και διαδικασίες ομίλου πληρούν τις απαιτήσεις που ορίζονται στην Οδηγία της Ε.Ε.:

Νοείται ότι η ανταλλαγή πληροφοριών αναφορικά με υπόνοιες ότι τα κεφάλαια αποτελούν προϊόντα παράνομων δραστηριοτήτων ή σχετίζονται με τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας που αναφέρονται στη Μονάδα αποτελούν αντικείμενο ανταλλαγής εντός του ομίλου, εκτός εάν η Μονάδα υποδείξει διαφορετικά.

(2) Η προβλεπόμενη στο άρθρο 48 απαγόρευση αποκάλυψης πληροφοριών δεν εμποδίζει τη γνωστοποίηση μεταξύ προσώπων που ασκούν επαγγελματικές δραστηριότητες ελεγκτών, εξωτερικών λογιστών, φορολογικών συμβούλων και ανεξάρτητων επαγγελματιών νομικών ή οντοτήτων από τρίτες χώρες που επιβάλλουν απαιτήσεις ισοδύναμες με εκείνες της Οδηγίας της Ε.Ε., τα οποία ασκούν τις επαγγελματικές δραστηριότητές τους, υπό οποιαδήποτε μορφή ενασχόλησης ή συνεργασίας, εντός του ίδιου νομικού προσώπου ή της ευρύτερης δομής στην οποία υπάγεται το νομικό πρόσωπο και η οποία διαθέτει κοινό ιδιοκτησιακό καθεστώς, διοίκηση ή έλεγχο της συμμόρφωσης προς τις σχετικές διατάξεις.

(3) Σε περιπτώσεις που αφορούν τον ίδιο πελάτη και την ίδια συναλλαγή, στην οποία συμμετέχουν δύο ή περισσότερες από τις αναφερόμενες στα εδάφια (1) και (2) υπόχρεες οντότητες, η προβλεπόμενη στο άρθρο 48 απαγόρευση αποκάλυψης πληροφοριών δεν εμποδίζει τη γνωστοποίηση μεταξύ των σχετικών υπόχρεων οντοτήτων, υπό την προϋπόθεση ότι προέρχονται από κράτος μέλος ή σε τρίτη χώρα που επιβάλλει απαιτήσεις ισοδύναμες με εκείνες της Οδηγίας της Ε.Ε., και ότι ανήκουν στον ίδιο επαγγελματικό κλάδο και υπόκεινται σε υποχρεώσεις όσον αφορά το επαγγελματικό απόρρητο και την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.

(4) Γνωστοποίηση και ανταλλαγή πληροφοριών που γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις των εδαφίων (1), (2) και (3) δεν λογίζεται ως παραβίαση οποιουδήποτε συμβατικού ή άλλου νομικού περιορισμού στην αποκάλυψη πληροφοριών.

(5) Η προβλεπόμενη στο άρθρο 48 απαγόρευση αποκάλυψης πληροφοριών δεν εφαρμόζεται σε σχέση με γνωστοποίηση στις αρμόδιες Εποπτικές Αρχές, ή γνωστοποίηση για σκοπούς επιβολής του νόμου.

ΜΕΡΟΣ VI ΣΥΝΟΠΤΙΚΗ ΕΡΕΥΝΑ
Διεξαγωγή συνοπτικής έρευνας

50. (1) Η διαδικασία έρευνας που ακολουθείται δυνάμει του παρόντος Μέρους αποκαλείται συνοπτική διαδικασία και αφορά τις περιπτώσεις όπου το είδος ή ύψος του οφέλους δύναται ευχερέστερο να συναχθεί από ανάλυση της οικονομικής κατάστασης του κατηγορουμένου και της οικογένειάς του.

(2) Για τους σκοπούς του Μέρους οι φράσεις-

"οικονομική κατάσταση του κατηγορουμένου" περιλαμβάνει τα εισοδήματα του κατηγορουμένου από οποιαδήποτε πηγή και όλη την κινητή και ακίνητη περιουσία την οποία είχε ή απέκτησε τα τελευταία έξι χρόνια πριν από την καταδίκη του˙

"οικογένεια του κατηγορουμένου" περιλαμβάνει τον πατέρα, τη μητέρα, τη σύζυγο και τους κατιόντες του.

(3) Η έρευνα που αναφέρεται στο Μέρος αυτό διενεργείται κατόπιν αίτησης του Γενικού Εισαγγελέα όταν το δικαστήριο το οποίο έχει καταδικάσει πρόσωπο για οποιοδήποτε γενεσιουργό αδίκημα πιστεύει ότι συντρέχουν λόγοι για τη διεξαγωγή έρευνας με σκοπό την επιβολή ανάλογης χρηματικής ποινής σε σχέση με τα έσοδα που ο κατηγορούμενος δυνατό να είχε από τη διάπραξη του αδικήματος.

Ακολουθούμενη διαδικασία

51. Η συνοπτική έρευνα διεξάγεται βάσει των προϋποθέσεων του άρθρου 6 και σύμφωνα με τις ακόλουθες διατάξεις:

(α) Το δικαστήριο καλεί τον κατηγορούμενο να δώσει λεπτομέρειες για οποιοδήποτε θέμα σχετικό με την επιβολή της ποινής, περιλαμβανομένης της οικονομικής του κατάστασης όπως και της οικονομικής κατάστασης της οικογένειάς του. Οι λεπτομέρειες πρέπει να συνοδεύονται από αποδείξεις, τίτλους και άλλα έγγραφα τα οποία επιβεβαιώνουν την ορθότητά τους˙

(β) η εξέταση του κατηγορουμένου γίνεται από το δικαστήριο μέσω του οποίου υποβάλλονται ερωτήσεις από την κατηγορούσα αρχή και από το δικηγόρο του κατηγορουμένου. Το δικαστήριο δύναται να επιτρέψει, αν το κρίνει σκόπιμο, την αντεξέταση του κατηγορουμένου από την κατηγορούσα αρχή και την επανεξέτασή του από το δικηγόρο του˙

(γ) ο κατηγορούμενος μετά την εξέτασή του από το δικαστήριο δύναται να καλέσει μάρτυρες και να προσαγάγει μαρτυρία προς υποστήριξη των ισχυρισμών του. Ακολούθως η κατηγορούσα αρχή δύναται να καλέσει μάρτυρες και να προσαγάγει μαρτυρία προς αντίκρουση των ισχυρισμών του κατηγορουμένου˙

(δ) οι μάρτυρες οι οποίοι καλούνται να καταθέσουν με βάση τις διατάξεις της παραγράφου (γ) αντεξετάζονται και επανεξετάζονται ως να επρόκειτο για μάρτυρες σε ποινική διαδικασία˙

(ε) αν μετά το τέλος της έρευνας ο κατηγορούμενος δεν έχει δώσει επαρκείς και ικανοποιητικές εξηγήσεις τόσο για τον τρόπο απόκτησης των διάφορων περιουσιακών στοιχείων του ιδίου και της οικογένειάς του όσο και για οποιοδήποτε άλλο θέμα σχετικά με τις πρόνοιες του άρθρου 7, το δικαστήριο δύναται να υποθέσει ότι-

(i) Η περιουσία του ή μέρος της, η οποία αποκτήθηκε οποτεδήποτε κατά τη διάρκεια των τελευταίων έξι ετών πριν από την έναρξη της ποινικής διαδικασίας και για την οποία δε δόθηκαν ικανοποιητικές εξηγήσεις ή δεν υποστηρίζονταν από ικανοποιητικά αποδεικτικά στοιχεία, έχει αποκτηθεί με έσοδα προερχόμενα από τη διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος.

(ii) η περιουσία της οικογένειάς του ή μέρος της για την οποία δε δόθηκαν επαρκείς και ικανοποιητικές εξηγήσεις και η οποία μεταβιβάστηκε κατά τη διάρκεια των τελευταίων έξι ετών πριν από την έναρξη της ποινικής διαδικασίας αποτέλεσε αντικείμενο δωρεάς η οποία παρασχέθηκε από τον κατηγορούμενο με σκοπό την αποφυγή των συνεπειών του Νόμου˙

(στ) το δικαστήριο, μετά τη διαπίστωση ότι ο κατηγορούμενος έχει αποκομίσει όφελος από τη διάπραξη γενεσιουργών αδικημάτων και τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου (3) του άρθρου 50, προβαίνει στην επιβολή χρηματικής ποινής, χωρίς να επηρεάζεται η εξουσία του να επιβάλει πρόσθετα και οποιαδήποτε άλλη ποινή.

(ζ) το δικαστήριο, κατά τον υπολογισμό της χρηματικής ποινής λαμβάνει υπόψη το όφελος του κατηγορουμένου από τη διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος όπως αυτό διαπιστώνεται από την πιο πάνω έρευνα˙

(η) για να καταστεί δυνατή η διεξαγωγή της προβλεπόμενης από το παρόν άρθρο έρευνας, το δικαστήριο δύναται να εκδώσει οποιαδήποτε διαταγή, για να εξαναγκάσει τον κατηγορούμενο ή άλλο πρόσωπο να προσέλθει και να καταθέσει ή να παρουσιάσει οτιδήποτε σχετικό με την έρευνα.

Ψευδείς καταθέσεις

52. Πρόσωπο το οποίο καλείται να καταθέσει ενώπιον του δικαστηρίου σχετικά με την έρευνα που διεξάγεται δυνάμει του Μέρους αυτού και το οποίο εν γνώσει του παρέχει ψευδείς ή ανακριβείς πληροφορίες διαπράττει αδίκημα τιμωρούμενο με φυλάκιση τεσσάρων ετών.

Είσπραξη χρηματικής ποινής

53. (1) Το δικαστήριο με σκοπό την είσπραξη της χρηματικής ποινής δύναται, αν το κρίνει σκόπιμο, να διορίσει παραλήπτη ο οποίος ασκεί τις αρμοδιότητες ως εάν είχε διοριστεί δυνάμει του άρθρου 17.

(2) Για την είσπραξη της χρηματικής ποινής και τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου (1), εφαρμόζονται οι πρόνοιες του άρθρου 9 ως να ήταν η αναφορά που γίνεται στο άρθρο αυτό σε διάταγμα δήμευσης αναφορά σε χρηματική ποινή η οποία επιβάλλεται κατόπιν έρευνας δυνάμει των προνοιών του παρόντος Μέρους.

(3) Ανεξάρτητα από οποιαδήποτε πρόνοια άλλου νόμου σχετικά με τον τρόπο εκτέλεσης ενταλμάτων για την καταβολή χρηματικής ποινής, έρευνα η οποία διεξάγεται από το δικαστήριο για τους σκοπούς του παρόντος Μέρους λογίζεται ότι είναι και έρευνα η οποία διεξάγεται δυνάμει του άρθρου 119 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου και το δικαστήριο δεν επιβάλλει χρηματική ποινή η οποία ενόψει των ευρημάτων της έρευνας δε δύναται να εισπραχθεί είτε από την περιουσία του κατηγορουμένου είτε από ακύρωση μεταβιβάσεων και δωρεών περιουσίας σε μέλη της οικογένειάς του.

ΜΕΡΟΣ VII ΜΟΝΑΔΑ ΚΑΤΑΠΟΛΕΜΗΣΗΣ ΑΔΙΚΗΜΑΤΩΝ ΣΥΓΚΑΛΥΨΗΣ, ΣΥΜΒΟΥΛΕΥΤΙΚΗ ΑΡΧΗ ΚΑΤΑΠΟΛΕΜΗΣΗΣ ΑΔΙΚΗΜΑΤΩΝ ΣΥΓΚΑΛΥΨΗΣ
Σύσταση Μονάδας Καταπολέμησης Αδικημάτων Συγκάλυψης

54. (1) Εγκαθιδρύεται Μονάδα Καταπολέμησης Αδικημάτων Συγκάλυψης η οποία θα απαρτίζεται από εκπροσώπους του Γενικού Εισαγγελέα, του Αρχηγού της Αστυνομίας και του Διευθυντή Τμήματος Τελωνείων τους οποίους ο Γενικός Εισαγγελέας, ο Αρχηγός της Αστυνομίας και ο Διευθυντής Τελωνείων, αντίστοιχα, ήθελαν υποδείξει.

(2) Τα μέλη της Μονάδας διορίζονται με απόσπαση ονομαστικά και η διάρκεια του διορισμού τους είναι τουλάχιστο τριετής.

(3) Τα μέλη της Μονάδας θεωρούνται ως ανακριτές δυνάμει του άρθρου 4 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου.

(4) Της Μονάδας προΐσταται εκπρόσωπος του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας.

(5) Άνευ επηρεασμού των υπολοίπων διατάξεων του παρόντος άρθρου, δύνανται να δημιουργούνται οργανικές θέσεις για τις ανάγκες τις Μονάδας, κάτω από τη Νομική Υπηρεσία της Δημοκρατίας.

(6) Παρέχονται στη Μονάδα επαρκείς οικονομικοί, ανθρώπινοι και τεχνικοί πόροι, προκειμένου να είναι σε θέση να φέρει εις πέρας τα καθήκοντά της.

Εξουσίες της Μονάδας

55. (1) Η Μονάδα είναι λειτουργικά ανεξάρτητη και αυτόνομη και έχει τις ακόλουθες αρμοδιότητες και εξουσίες:

(α) είναι υπεύθυνη για τη λήψη, αξιολόγηση και ανάλυση ύποπτων συναλλαγών που υποβάλλονται από πρόσωπα που ασκούν χρηματοοικονομικές ή άλλες δραστηριότητες ή άλλα πρόσωπα, σε σχέση με αδικήματα νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, σχετιζόμενα γενεσιουργά αδικήματα και αδικήματα χρηματοδότησης της τρομοκρατίας και για το σκοπό αυτό δύναται να λαμβάνει συμπληρωματικές πληροφορίες από υπόχρεες οντότητες˙

(α1) έχει, εγκαίρως, άμεση ή έμμεση πρόσβαση, στις πληροφορίες χρηματοοικονομικής και διοικητικής φύσεως και στις πληροφορίες που αφορούν την επιβολή του νόμου, τις οποίες χρειάζεται, προκειμένου να επιτελέσει σωστά τα καθήκοντά της˙

(α2) ανταποκρίνεται, κατά την κρίση της, σε αιτήματα παροχής πληροφοριών από αρμόδιες αρχές της Κυπριακής Δημοκρατίας, τα οποία αφορούν υποψίες για νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, συναφή γενεσιουργά αδικήματα ή χρηματοδότηση της τρομοκρατίας:

Νοείται ότι, εάν υπάρχουν αντικειμενικοί λόγοι με βάση τους οποίους η παροχή αυτών των πληροφοριών από τη Μονάδα δυνατό να έχει αρνητική επίπτωση στις διεξαγόμενες έρευνες ή αναλύσεις ή, σε εξαιρετικές περιστάσεις, στην περίπτωση που η γνωστοποίηση των πληροφοριών θα ήταν σαφώς δυσανάλογη προς τα έννομα συμφέροντα ενός φυσικού ή νομικού προσώπου ή άσχετη με τους σκοπούς για τους οποίους ζητήθηκαν, η Μονάδα δεν είναι υποχρεωμένη να ανταποκριθεί στα αιτήματα παροχής πληροφοριών·

(β) διαβιβάζει στην Αστυνομία και σε άλλες κρατικές Υπηρεσίες, όπως το Τμήμα Φορολογίας και το Τμήμα Τελωνείων, όταν το κρίνει σκόπιμο, πληροφορίες και στοιχεία -

(i) για σκοπούς διεξαγωγής ανακρίσεων εφ’ όσον υπάρχουν εύλογες υποψίες ότι έχει διαπραχθεί αδίκημα νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, άλλα αδικήματα ή αδικήματα χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, ή/και

(ii) για σκοπούς πληροφόρησης:

Νοείται ότι οι εν λόγω Αρχές και Υπηρεσίες ενημερώνουν τη Μονάδα σχετικά με τη χρήση των πληροφοριών που τους διαβίβασε, καθώς και για το αποτέλεσμα των ερευνών ή/και ενεργειών που διενεργήθηκαν με βάση τις εν λόγω πληροφορίες·

(γ) (i) συνεργάζεται με άλλες αντίστοιχες Μονάδες του εξωτερικού ανεξάρτητα από το είδος της οργανωτικής δομής των εν λόγω Μονάδων, αυτεπάγγελτα ή κατόπιν αιτήματος, για σκοπούς ανάλυσης πληροφοριών και/ή διερεύνησης αδικημάτων για νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και αδικημάτων χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, καθώς και σχετιζόμενων γενεσιουργών αδικημάτων, με την ανταλλαγή πληροφοριών τις οποίες η Μονάδα έχει εξουσία να λαμβάνει σε εθνικό επίπεδο ακόμη κι αν το είδος των γενεσιουργών αδικημάτων τα οποία ενδεχομένως να αφορούν δεν καθορίζονται κατά την ανταλλαγή των πληροφοριών·

(ii) συνεργάζεται με αντίστοιχες Υπηρεσίες Ανάκτησης Περιουσιακών Στοιχείων, προς ανίχνευση και εντοπισμό προϊόντων εγκλήματος ή άλλων συναφών περιουσιακών στοιχείων, με την ανταλλαγή πληροφοριών και άλλους συναφείς τρόπους συνεργασίας περιλαμβανομένης της έγκρισης για διαβίβαση των πληροφοριών που παρασχέθηκαν σε οποιαδήποτε άλλη Αρχή ή Υπηρεσία εντός του πεδίου εφαρμογής του παρόντος Νόμου·

(δ) εκδίδει οδηγίες για την καλύτερη άσκηση των αρμοδιοτήτων της.

(ε) (i) δίδει εντολή προς υπόχρεη οντότητα για την αναστολή ή τη μη εκτέλεση συναλλαγής ή τον έλεγχο της κίνησης τραπεζικού λογαριασμού, όταν υπάρχει εύλογη υποψία ότι η συναλλαγή σχετίζεται με νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή χρηματοδότηση της τρομοκρατίας  για σκοπούς ανάλυσης ύποπτης συναλλαγής ή για μελλοντική έκδοση ή εγγραφή διατάγματος δέσμευσης ή δήμευσης περιουσίας

(ii) Η αναφερόμενη στην υποπαράγραφο (i) εξουσία δύναται να ασκηθεί και στις περιπτώσεις που λαμβάνονται από τη Μονάδα σχετικά αιτιολογημένα αιτήματα από αντίστοιχες Μονάδες ή αρμόδιες Δικαστικές Αρχές των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή τρίτης χώρας.

(iii) Η εντολή για αναβολή ή μη εκτέλεση συναλλαγής δυνατό να ισχύει μέχρι επτά (7) εργάσιμες ημέρες, αλλά η ισχύς της δύναται να ανανεωθεί για περίοδο που δεν υπερβαίνει συνολικά τις τριάντα (30) εργάσιμες ημέρες˙

(στ) ενημερώνει, όπου είναι εφικτό, τις υπόχρεες οντότητες, για την αποτελεσματικότητα, καθώς και την παρακολούθηση  των αναφορών που έχουν υποβληθεί σ’ αυτήν, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου·

(ζ) διεξάγει έρευνες για εντοπισμό παράνομων εσόδων και άλλων συναφών περιουσιακών στοιχείων, τα οποία δυνατό να αποτελέσουν αντικείμενο διατάγματος δέσμευσης ή/και δήμευσης·

(η) εκτελεί αιτήματα δικαστικής συνδρομής σύμφωνα με τις διατάξεις του περί της Διεθνούς Συνεργασίας σε Ποινικά Θέματα Νόμου τα οποία σχετίζονται με αδικήματα νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή/και τον εντοπισμό ή/και τη δέσμευση ή/και τη δήμευση παράνομων εσόδων ή άλλων συναφών περιουσιακών στοιχείων.

(2) Για σκοπούς του εδαφίου (1)-

(α) η αρμοδιότητα της Μονάδας για ανάλυση ύποπτων συναλλαγών συνίσταται στα ακόλουθα:

(i) σε επιχειρησιακή ανάλυση, η οποία εστιάζεται σε συγκεκριμένες περιπτώσεις και ειδικούς στόχους ή σε κατάλληλα επιλεγμένες πληροφορίες, ανάλογα με το είδος και τον όγκο των πληροφοριών και την αναμενόμενη χρήση τους, μετά την κοινοποίηση· και

(ii) σε στρατηγική ανάλυση των τάσεων και των συνήθων πρακτικών της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας·

(β) η μονάδα δύναται, ύστερα από αίτηση στο Δικαστήριο, να εξασφαλίσει διάταγμα αποκάλυψης πληροφοριών· και

(γ) η Μονάδα έχει εξουσία να ζητήσει και να εξασφαλίσει πληροφορίες ή/και έγγραφα αναφορικά με τους πραγματικούς δικαιούχους νομικών προσώπων και οντοτήτων, περιλαμβανομένων και εμπιστευμάτων, ή την ύπαρξη επιχειρηματικής σχέσης και τη φύση της και/ή δικαιούχους τραπεζικών λογαριασμών, υπογράφοντες τραπεζικών λογαριασμών και υπόλοιπα τραπεζικών λογαριασμών, περιλαμβανομένων και πληροφοριών που σχετίζονται με συγκεκριμένες ύποπτες συναλλαγές, ή άλλα περιουσιακά στοιχεία, που βρίσκονται στην κατοχή προσώπων, που ασκούν χρηματοοικονομικές ή άλλες δραστηριότητες ή πληροφορίες ή έγγραφα, που βρίσκονται στην κατοχή Τμημάτων της δημόσιας υπηρεσίας, όταν αυτά είναι αναγκαία για σκοπούς ανάλυσης ύποπτων συναλλαγών, που ενδέχεται να σχετίζονται με γενεσιουργά αδικήματα, αδικήματα νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και χρηματοδότηση της τρομοκρατίας ή εντοπισμό παράνομων εσόδων ή άλλων συναφών περιουσιακών στοιχείων, χωρίς να απαιτείται εξασφάλιση δικαστικού διατάγματος αποκάλυψης πληροφοριών.  Η εξουσία αυτή δύναται να ασκηθεί και στις περιπτώσεις που λαμβάνονται από τη Μονάδα σχετικά αιτήματα από αρμόδιες αρχές του εξωτερικού.

(2Α) Για σκοπούς της συνεργασίας που αναφέρεται στην υποπαράγραφο (i) της παραγράφου (γ) του εδαφίου (1) εφαρμόζονται τα ακόλουθα:

(α) Το αίτημα περιλαμβάνει τα πραγματικά περιστατικά, το σχετικό πλαίσιο, τους λόγους υποβολής του αιτήματος και τον τρόπο με τον οποίο θα χρησιμοποιηθούν οι ζητούμενες πληροφορίες·

(β) σε περίπτωση που η Μονάδα λάβει αναφορά από υπόχρεη οντότητα που αφορά άλλο κράτος μέλος, την προωθεί άμεσα στην αντίστοιχη Μονάδα του εν λόγω κράτους μέλους·

(γ) η Μονάδα απαντά έγκαιρα σε αίτημα για πληροφορίες που λήφθηκε από άλλη Μονάδα και, για το σκοπό αυτό, χρησιμοποιεί όλες τις διαθέσιμες εξουσίες της που θα χρησιμοποιούσε σε εθνικό επίπεδο για τη λήψη και την ανάλυση πληροφοριών·

(δ) η Μονάδα δύναται να αρνηθεί την ανταλλαγή πληροφοριών μόνο σε εξαιρετικές περιστάσεις, που η ανταλλαγή δυνατό να αντίκειται σε θεμελιώδεις αρχές του δικαίου της Δημοκρατίας·

(ε) οι διαφορές μεταξύ των ορισμών των φορολογικών αδικημάτων των κρατών μελών δεν εμποδίζουν τις Μονάδες να ανταλλάσσουν πληροφορίες και να συνεργάζονται μεταξύ τους·

(στ) πληροφορίες και έγγραφα που λαμβάνονται ή διαβιβάζονται κατά την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των Μονάδων, χρησιμοποιούνται για την εκπλήρωση των καθηκόντων και αρμοδιοτήτων των Μονάδων:

Νοείται ότι η Μονάδα, όταν διαβιβάζει πληροφορίες και έγγραφα σε αντίστοιχη Μονάδα, δύναται να επιβάλει τον όρο ότι οι εν λόγω πληροφορίες και έγγραφα δυνατό να χρησιμοποιηθούν μόνο για σκοπούς πληροφόρησης ή/και στα πλαίσια του ανακριτικού έργου μόνο ως πληροφόρηση και όχι ως μαρτυρία στο πλαίσιο δικαστικής διαδικασίας:

Νοείται περαιτέρω ότι σε περίπτωση που η Μονάδα λαμβάνει πληροφορίες και έγγραφα από αντίστοιχη μονάδα συμμορφώνεται με τους περιορισμούς και τις προϋποθέσεις ως προς τη χρήση των πληροφοριών και εγγράφων, που ενδέχεται να επιβάλλονται από τη διαβιβάζουσα μονάδα∙

(ζ) πληροφορίες που ανταλλάσσονται μεταξύ των Μονάδων χρησιμοποιούνται μόνο για το σκοπό για τον οποίο ζητήθηκαν ή παρασχέθηκαν και οποιαδήποτε διαβίβαση των εν λόγω πληροφοριών από την παραλήπτρια Μονάδα σε οποιαδήποτε άλλη αρχή, οργανισμό ή υπηρεσία ή οποιαδήποτε χρήση των πληροφοριών αυτών για σκοπούς πέραν των αρχικώς εγκριθέντων υπόκειται σε προηγούμενη άδεια από τη Μονάδα που παρέχει τις πληροφορίες:

Νοείται ότι η προηγούμενη συγκατάθεση για διαβίβαση των πληροφοριών παρέχεται από τη Μονάδα έγκαιρα και στο μεγαλύτερο δυνατό βαθμό:

Νοείται περαιτέρω ότι η Μονάδα δεν αρνείται να δώσει τη συγκατάθεσή της για τη διαβίβαση των πληροφοριών, εκτός εάν το αίτημα για διαβίβαση είναι πέραν του πεδίου εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος Νόμου και δυνατό να παρακωλύσει τη διενέργεια ποινικής έρευνας που διεξάγεται στη Δημοκρατία και οποιαδήποτε τέτοια άρνηση συγκατάθεσης επεξηγείται δεόντως·

(ζ1)(i) Σε περίπτωση που η Μονάδα επιδιώκει να λάβει επιπρόσθετες πληροφορίες από υπόχρεη οντότητα που εδρεύει σε άλλο κράτος μέλος και που δραστηριοποιείται στο έδαφός του, απευθύνει αίτημα στην αντίστοιχη μονάδα του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου εδρεύει η υπόχρεη οντότητα.

(ii) Σε περίπτωση που απευθυνθεί στη Μονάδα αίτημα από αντίστοιχη μονάδα κράτους μέλους για επιπρόσθετες πληροφορίες τις οποίες η αντίστοιχη μονάδα θέλει να λάβει από υπόχρεη οντότητα που εδρεύει στη Δημοκρατία ή που δραστηριοποιείται σε αυτή, η Μονάδα διαβιβάζει χωρίς καθυστέρηση τα αιτήματα και τις απαντήσεις∙ και

(η) για την ανταλλαγή πληροφοριών, περιλαμβανομένης της σύγκρισης δεδομένων, με αντίστοιχη Μονάδα κράτους μέλους, η Μονάδα χρησιμοποιεί τον ασφαλή δίαυλο επικοινωνίας «FIU.Net» ή διάδοχό του και για ανταλλαγή πληροφοριών, τόσο με αντίστοιχη Μονάδα κράτους μέλους όσο και με αντίστοιχη Μονάδα τρίτης χώρας η Μονάδα χρησιμοποιεί τον ασφαλή δίαυλο επικοινωνίας «Egmont Secure Web.

(3) Η Μονάδα ετοιμάζει και δημοσιεύει Ετήσια Έκθεση αναφορικά με της δραστηριότητές της.

Σύσταση Συμβουλευτικής Αρχής

56. (1) Το Υπουργικό Συμβούλιο προβαίνει στη σύσταση Συμβουλευτικής Αρχής Καταπολέμησης Αδικημάτων Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες και Χρηματοδότησης της Τρομοκρατίας στην οποία συμμετέχει ένας εκπρόσωπος-

(α) Της Μονάδας Καταπολέμησης Αδικημάτων Συγκάλυψης˙

(β) της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου˙

(γ) όλων των άλλων Εποπτικών Αρχών του χρηματοοικονομικού τομέα·

(δ) του Υπουργείου Οικονομικών˙

(ε) του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως˙

(στ) του Υπουργείου Εξωτερικών∙

(ζ) του Τμήματος Τελωνείων∙

(η) της Αστυνομίας Κύπρου∙

(θ) του Τμήματος Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη∙

(ι) του Συνδέσμου Διεθνών Τραπεζών∙

(ια) του Συνδέσμου Εμπορικών Τραπεζών˙

(ιβ) του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου, του Συνδέσμου Εγκεκριμένων Λογιστών Κύπρου και άλλων επαγγελματικών σωμάτων τα οποία το Υπουργικό Συμβούλιο ήθελε αποφασίσει˙

(ιβ1) του Εφόρου Φορολογίας·

(ιβ2) της Εθνικής Αρχής Στοιχημάτων·

(ιβ3) της Εθνικής Αρχής Παιγνίων και Εποπτείας Καζίνο·

(ιγ) οποιουδήποτε άλλου Οργανισμού ή Υπηρεσίας το Υπουργικό Συμβούλιο ήθελε αποφασίσει.

(2) Της Συμβουλευτικής Αρχής προεδρεύει εκπρόσωπος του Υπουργείου Οικονομικών και ο Προϊστάμενος της Μονάδας.

(3) Η Αρχή βρίσκεται σε απαρτία όταν παρευρίσκονται τουλάχιστο πέντε μέλη.

Εξουσίες της Συμβουλευτικής Αρχής

57. Η Συμβουλευτική Αρχή-

(α) Ενημερώνει το Υπουργικό Συμβούλιο για τα μέτρα που λαμβάνονται και γενικά για την πολιτική που εφαρμόζεται για την καταπολέμηση αδικημάτων νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας˙

(β) συμβουλεύει το Υπουργικό Συμβούλιο για επιπρόσθετα μέτρα τα οποία πιστεύει ότι πρέπει να ληφθούν για την καλύτερη εφαρμογή του Νόμου αυτού˙

(β1) συντονίζει τις αρμόδιες υπηρεσίες του Δημοσίου και τους φορείς του ιδιωτικού τομέα, για τον εντοπισμό, την εκτίμηση, την κατανόηση και τον μετριασμό των κινδύνων από παράνομες δραστηριότητες και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, καθώς και για την επικαιροποίηση της εκτίμησης των εν λόγω κινδύνων και η σχετική εκτίμηση των κινδύνων χρησιμοποιείται για τους ακόλουθους σκοπούς:

(i) Τη βελτίωση του ισχύοντος εθνικού συστήματος για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, ιδίως εντοπίζοντας ενδεχόμενους τομείς στους οποίους πρέπει να εφαρμόζονται αυξημένα μέτρα και προσδιορίζοντας τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν·

(ii) τον εντοπισμό τομέων χαμηλότερου ή υψηλότερου κινδύνου για νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή χρηματοδότηση της τρομοκρατίας·

(iii) την εκτίμηση και την ιεράρχηση των προτεραιοτήτων όσον αφορά τους πόρους που πρέπει να διατεθούν για την καταπολέμηση τέτοιων δραστηριοτήτων·

(iv) τη διασφάλιση ότι θεσπίζονται κατάλληλοι κανόνες για κάθε τομέα ή πεδίο, ανάλογα με τους κινδύνους νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας· και

(v) την παροχή στις υπόχρεες οντότητες κατάλληλων πληροφοριών, ώστε να τις διευκολύνει να πραγματοποιήσουν τις δικές τους εκτιμήσεις κινδύνου νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας.

(γ) προάγει διεθνώς τη Δημοκρατία ως χώρα η οποία συμμορφώνεται προς όλες τις Συμβάσεις, ψηφίσματα και αποφάσεις διεθνών οργανισμών σε σχέση με την καταπολέμηση αδικημάτων νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας˙

(δ) [Διαγράφηκε].

ΜΕΡΟΣ VIII ΕΙΔΙΚΕΣ ΠΡΟΝΟΙΕΣ ΣΕ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ
Διαδικασίες για πρόληψη αδικημάτων νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας

58. Υπόχρεη οντότητα εφαρμόζει επαρκείς και κατάλληλες πολιτικές, ελέγχους και διαδικασίες, οι οποίες είναι ανάλογες με τη φύση και το μέγεθός της, ώστε να μετριάζει και να διαχειρίζεται αποτελεσματικά τους κινδύνους νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, σε σχέση με τα ακόλουθα:

(α) Τον προσδιορισμό ταυτότητας και την άσκηση δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 60-66 του παρόντος Νόμου ˙

(β) την τήρηση αρχείου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 68 του παρόντος Νόμου˙

(γ) την εσωτερική αναφορά και αναφορά στη ΜΟ.Κ.Α.Σ., σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 69 του παρόντος Νόμου˙

(δ) τον εσωτερικό έλεγχο, την αξιολόγηση και διαχείριση κινδύνου με σκοπό τη παρεμπόδιση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας·

(ε) την ενδελεχή εξέταση κάθε συναλλαγής που κρίνεται ότι λόγω τη φύσεως της είναι ιδιαίτερα επιδεκτική ως προς το να συνδεθεί με αδικήματα νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, και ιδίως των πολύπλοκων ή ασυνήθιστα μεγάλων συναλλαγών και όλων των ασυνήθιστων ειδών συναλλαγών που πραγματοποιούνται χωρίς προφανή οικονομικό ή σαφή νόμιμο λόγο.

(στ) την ενημέρωση των εργοδοτουμένων του σχετικά με -

(i) Τα συστήματα και τις διαδικασίες δυνάμει των παραγράφων (α) μέχρι (ε) του παρόντος άρθρου.

(ii) την παρούσα νομοθεσία.

(iii) τις οδηγίες που εκδίδει η αρμόδια Εποπτική Αρχή, βάσει του εδαφίου (4) του άρθρου 59 του παρόντος Νόμου·

(iv) τις εκάστοτε οδηγίες της Ευρωπαϊκής ΄Ενωσης σχετικά με την πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας. και

(v) τις σχετικές απαιτήσεις για την προστασία των προσωπικών δεδομένων.

(η) την τακτική εκπαίδευση των εργοδοτουμένων του πάνω σε θέματα αναγνώρισης και χειρισμού συναλλαγών και δραστηριοτήτων οι οποίες πιθανόν να συνδέονται με αδικήματα νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή χρηματοδότησης της τρομοκρατίας·

(θ) τις πρακτικές διαχείρισης κινδύνου·

(ι) τη διαχείριση της συμμόρφωσης·

(ια) την πρόσληψη και αξιολόγηση της  ακεραιότητας των υπαλλήλων.

Εκτίμηση κινδύνου νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας

58Α. (1) Για σκοπούς της παραγράφου (δ) του άρθρου 58, υπόχρεη οντότητα λαμβάνει κατάλληλα μέτρα προκειμένου να εντοπίζει και να εκτιμά τους κινδύνους νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας που διατρέχουν, λαμβάνοντας υπόψη παράγοντες κινδύνου, συμπεριλαμβανομένων αυτών που σχετίζονται με τους πελάτες της, τις χώρες ή τις γεωγραφικές περιοχές, τα προϊόντα, τις υπηρεσίες, τις συναλλαγές ή τους δίαυλους παροχής τραπεζικών υπηρεσιών:

Νοείται ότι, τα μέτρα αυτά είναι ανάλογα με τη φύση και το μέγεθος της υπόχρεης οντότητας.

(2) Οι αναφερόμενες στο εδάφιο (1) εκτιμήσεις κινδύνων τεκμηριώνονται, επικαιροποιούνται και τίθενται στη διάθεση της αρμόδιας Εποπτικής Αρχής.

Σύσταση ανεξάρτητης υπηρεσίας ελέγχου

58Β. Όταν ενδείκνυται λόγω, του μεγέθους και της φύσης των δραστηριοτήτων της υπόχρεης οντότητας, συνίσταται ανεξάρτητη υπηρεσία εσωτερικού ελέγχου για την εξακρίβωση των εσωτερικών πολιτικών, ελέγχων και διαδικασιών που αναφέρονται στο άρθρο 58:

Νοείται ότι η αρμόδια Εποπτική Αρχή διατηρεί το δικαίωμα να επιβάλει την υποχρέωση σύστασης ανεξάρτητης υπηρεσίας ελέγχου στην υπόχρεη οντότητα.

Έγκριση πολιτικών, διαδικασιών και ελέγχων από ανώτερα διοικητικά στελέχη

58Γ. Τα ανώτερα διοικητικά στελέχη υπόχρεης οντότητας εγκρίνουν τις πολιτικές, τις διαδικασίες και τους ελέγχους που εφαρμόζει η υπόχρεη οντότητα σε σχέση με τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, παρακολουθούν δε και, όπου ενδείκνυται, ενισχύουν τα μέτρα που έχουν ληφθεί.

Ορισμός μέλους του Διοικητικού Συμβουλίου

58Δ. Υπόχρεη οντότητα ορίζει μέλος του διοικητικού συμβουλίου, νοουμένου ότι υφίσταται διοικητικό συμβούλιο, το οποίο θα φέρει την ευθύνη για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος Νόμου και των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων οδηγιών ή/και εγκυκλίων ή/και κανονισμών περιλαμβανομένων των οποιωνδήποτε σχετικών πράξεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Υποχρέωση νομικού προσώπου

58E. Σε περίπτωση που φυσικό πρόσωπο που εμπίπτει στις υπόχρεες οντότητες που αναφέρονται στις παραγράφους (γ) έως (θ) του άρθρου 2Α, αναλαμβάνει επαγγελματική δραστηριότητα ως υπάλληλος νομικού προσώπου, οι υποχρεώσεις που επιβάλλονται δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου (1) του άρθρου 49, των παραγράφων (στ) και (η) του άρθρου 58, του εδαφίου (10) του άρθρου 59 και του άρθρου 68Α, βαρύνουν το νομικό πρόσωπο και όχι το φυσικό πρόσωπο.

Εποπτικές Αρχές

59. (1) Εποπτικές Αρχές, των υπόχρεων οντοτήτων είναι-

(α) Η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου-

(i) για τα πιστωτικά ιδρύματα, συμπεριλαμβανόμενων υποκαταστημάτων πιστωτικών ιδρυμάτων που κατέχουν άδεια λειτουργίας από αρμόδια αρχή κράτους μέλους, σε σχέση με τις δραστηριότητες που καθορίζονται στον περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμο∙

(ii) για τα ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος, συμπεριλαμβανομένων υποκαταστημάτων και αντιπροσώπων ιδρυμάτων ηλεκτρονικού χρήματος, που κατέχουν σχετική άδεια λειτουργίας από αρμόδια αρχή κράτους μέλους, σε σχέση με τις δραστηριότητες που καθορίζονται στον περί Ηλεκτρονικού Χρήματος Νόμο του 2012, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται, για τις οποίες έχουν ανατεθεί εποπτικές αρμοδιότητες στην Κεντρική Τράπεζα·

(iii) για τα ιδρύματα πληρωμών, συμπεριλαμβανομένων υποκαταστημάτων και αντιπροσώπων ιδρυμάτων πληρωμών που κατέχουν σχετική άδεια λειτουργίας από αρμόδια αρχή κράτους μέλους, σε σχέση μετις δραστηριότητες που καθορίζονται στον περί Υπηρεσιών Πληρωμών Νόμο, ως εκάστοτε ισχύει, για τις οποίες έχουν ανατεθεί εποπτικές αρμοδιότητες στην Κεντρική Τράπεζα∙

(iv) για εποπτευόμενα από την Κεντρική Τράπεζα πρόσωπα, σε σχέση με τις δραστηριότητες που καθορίζονται στον περί Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου Νόμο ή σε οποιοδήποτε άλλο νόμο  και  για τις οποίες η Κεντρική Τράπεζα ασκεί εποπτεία·

(β) Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς:

(i) σε σχέση με τις υπηρεσίες και δραστηριότητες που παρέχονται από τις Επιχειρήσεις Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (ΕΠΕΥ) όπως καθορίζονται στον περί των Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμο, ως εκάστοτε ισχύει˙ και

(ii) σε σχέση με οργανισμό συλλογικών επενδύσεων που διαθέτει ο ίδιος τα μερίδιά του και είναι εγκατεστημένος στη Δημοκρατία·

(iii) σε σχέση με τις υπηρεσίες και τις δραστηριότητες που παρέχονται από τα αδειούχα πρόσωπα όπως καθορίζονται στον περί της Ρύθμισης των Επιχειρήσεων Παροχής Διοικητικών Υπηρεσιών και Συναφών Θεμάτων Νόμο, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται·

(iv) σε σχέση με οντότητα που είναι εγκατεστημένη στη Δημοκρατία και ασκεί διαχείριση επενδύσεων σε οργανισμό συλλογικών επενδύσεων·

(v) σε σχέση με τις υπηρεσίες και τις δραστηριότητες που παρέχονται από πρόσωπα, η εποπτεία των οποίων ανατίθεται στην Επιτροπή δυνάμει του περί Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου Νόμου ή οποιουδήποτε άλλου νόμου·

(vi) σε σχέση με υποκατάστημα οποιασδήποτε εκ των υπόχρεων οντοτήτων που αναφέρονται στις υποπαραγράφους (i) έως (v), το οποίο βρίσκεται στη Δημοκρατία,  ανεξαρτήτως του εάν η έδρα της εν λόγω υπόχρεης οντότητας βρίσκεται σε κράτος μέλος ή σε τρίτη χώρα·

(γ) ο ΄Εφορος Ασφαλίσεων σε σχέση με τις δραστηριότητες που καθορίζονται στον περί της Ασκήσεως Ασφαλιστικών και Αντασφαλιστικών Εργασιών και άλλων συναφών θεμάτων Νόμο, ως εκάστοτε ισχύει.

(δ) Το Συμβούλιο του Συνδέσμου Εγκεκριμένων Λογιστών Κύπρου για τις επαγγελματικές δραστηριότητες -

(i) μέλους του Συνδέσμου Εγκεκριμένων Λογιστών Κύπρου (ΣΕΛΚ)∙

(ii) ομόρρυθμης εταιρείας ή ετερόρρυθμης εταιρείας ή εταιρείας περιορισμένης ευθύνης, η πλειοψηφία των ομορρύθμων εταίρων ή των μετόχων και των διευθυντών της οποίας είναι μέλη του ΣΕΛΚ, καθώς και οποιασδήποτε σχετικής θυγατρικής εταιρείας τέτοιων εταιρειών:

Νοείται ότι οι εν λόγω δραστηριότητες περιλαμβάνουν τις υπηρεσίες εμπιστευμάτων και εταιρικών υπηρεσιών προς τρίτα μέρη, που καθορίζονται στον παρόντα Νόμο:

Νοείται περαιτέρω ότι ο ΣΕΛΚ δύναται να αναθέτει τις εποπτικές του αρμοδιότητες σε αντίστοιχους επαγγελματικούς συνδέσμους, οι οποίοι διαθέτουν τις απαιτούμενες δομές και διαδικασίες για διεξαγωγή των εποπτικών δραστηριοτήτων του ΣΕΛΚ, που απορρέουν από τον παρόντα Νόμο·

(ε) το Συμβούλιο του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου, για τις επαγγελματικές δραστηριότητες -

(i) δικηγόρου και/ή εταιρείας δικηγόρων κατά την έννοια που δίδεται στους όρους αυτούς από τις διατάξεις του περί Δικηγόρων Νόμου∙

(ii) ομόρρυθμης εταιρείας ή ετερόρρυθμης εταιρείας της οποίας οι ομόρρυθμοι εταίροι είναι δικηγόροι ή εταιρείες δικηγόρων, καθώς και οποιασδήποτε σχετικής θυγατρικής εταιρείας τέτοιων εταιρειών:

Νοείται ότι οι εν λόγω δραστηριότητες περιλαμβάνουν τις υπηρεσίες εμπιστευμάτων και υπηρεσιών προς τρίτα μέρη που καθορίζονται στον παρόντα Νόμο·

(στ) το Συμβούλιο Εγγραφής Κτηματομεσιτών για τις επαγγελματικές δραστηριότητες των κτηματομεσιτών·

(ζ) η Εθνική Αρχή Στοιχημάτων·

(η) η Εθνική Αρχή Παιγνίων και Εποπτείας Καζίνο·

(θ) ο Έφορος Φορολογίας σε σχέση με πρόσωπα που εμπορεύονται αγαθά, εφόσον η πληρωμή καταβάλλεται ή εισπράττεται σε μετρητά και αφορά ποσό ίσο ή μεγαλύτερο από δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000), ανεξάρτητα από το αν η συναλλαγή διενεργείται με μία μόνη πράξη ή με περισσότερες πράξεις μεταξύ των οποίων φαίνεται να υπάρχει κάποια σχέση.

(2) [Διαγράφηκε].

(3) Το Υπουργικό Συμβούλιο δύναται να ορίσει οποιαδήποτε άλλη Εποπτική Αρχή, αν το κρίνει αναγκαίο.

(4) Εποπτική Αρχή, για σκοπούς παρεμπόδισης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας και για την επίτευξη των σκοπών του παρόντος Νόμου, εκδίδει και απευθύνει οδηγίες προς τα πρόσωπα που υπόκεινται στην εποπτεία της, οι οποίες είναι δεσμευτικές και υποχρεωτικές ως προς την εφαρμογή τους για τα πρόσωπα προς τα οποία απευθύνονται:

Νοείται ότι, στις οδηγίες που εκδίδονται από Εποπτική Αρχή καθορίζονται οι λεπτομέρειες και εξειδικεύεται ο τρόπος εφαρμογής των διατάξεων του  παρόντος  Μέρους από τα εποπτευόμενα πρόσωπα και απαιτείται η λήψη και εφαρμογή διαδικασιών και συστημάτων για την αποτελεσματική αντιμετώπιση και παρεμπόδιση των κινδύνων διάπραξης ή απόπειρας διάπραξης αδικημάτων νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας.

(5)(α) Οι Εποπτικές Αρχές παρακολουθούν, αξιολογούν και εποπτεύουν την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος Μέρους και των οδηγιών που εκδίδουν δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου (4) από τα πρόσωπα τα οποία υπόκεινται στην εποπτεία τους.

(β) Σε περίπτωση που Εποπτική Αρχή εφαρμόζει προσέγγιση εποπτείας ανάλογα με τον βαθμό κινδύνου νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, κατά την εφαρμογή της εν λόγω προσέγγισης εποπτείας  η Εποπτική Αρχή -

(i) έχει σαφή κατανόηση των κινδύνων νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας που υφίστανται στη Δημοκρατία·

(ii) έχει πρόσβαση επιτόπου και εξ αποστάσεως σε όλες τις πληροφορίες σχετικές με τους συγκεκριμένους εγχώριους και διεθνείς κινδύνους που συνδέονται με τους πελάτες, τα προϊόντα και τις υπηρεσίες υπόχρεης οντότητας· και

(iii) βασίζει τη συχνότητα και την ένταση της εποπτείας επιτόπου και εξ αποστάσεως στα χαρακτηριστικά κινδύνου της υπόχρεης οντότητας και στους κινδύνους νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, οι οποίοι υπάρχουν στη Δημοκρατία:

Νοείται ότι η αξιολόγηση των χαρακτηριστικών κινδύνου  υπόχρεης οντότητας όσον αφορά τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, συμπεριλαμβανομένων των κινδύνων μη συμμόρφωσης, επανεξετάζεται τόσο σε τακτά χρονικά διαστήματα όσο και όταν συμβαίνουν σημαντικά γεγονότα ή εξελίξεις στη διαχείρισή τους και στις επιχειρηματικές δραστηριότητες:

Νοείται περαιτέρω ότι οι Εποπτικές Αρχές λαμβάνουν υπόψη τον βαθμό διακριτικής ευχέρειας που παραχωρείται στις υπόχρεες οντότητες και εξετάζουν δεόντως τις αξιολογήσεις ως προς τους κινδύνους, που αποτελούν τη βάση αυτής της ευχέρειας, καθώς και την επάρκεια και την εφαρμογή των εσωτερικών πολιτικών, ελέγχων και διαδικασιών των υπόχρεων οντοτήτων.

(5Α) Οι αρμόδιες Εποπτικές Αρχές των υπόχρεων οντοτήτων που αναφέρονται στις υποπαράγραφους  (i) και (ii) της  παραγράφου (γ) και στην παράγραφο (ε) του άρθρου 2Α λαμβάνουν τα απαραίτητα μέτρα για να εμποδίσουν πρόσωπα που έχουν καταδικασθεί για σχετικά αδικήματα ή τους συνεργούς τους να κατέχουν διοικητική θέση στις εν λόγω υπόχρεες οντότητες ή να είναι οι πραγματικοί δικαιούχοι τους.

(6)(α) Εποπτική Αρχή δύναται να λάβει όλα ή οποιαδήποτε από τα πιο κάτω αναφερόμενα μέτρα σε περίπτωση κατά την οποία πρόσωπο που υπόκειται στην εποπτεία της παραλείπει να συμμορφωθεί προς τις διατάξεις του Μέρους αυτού του παρόντος Νόμου ή τις οδηγίες που εκδίδονται από αρμόδια Εποπτική Αρχή βάσει του εδαφίου (4) του παρόντος άρθρου ή τις διατάξεις του Κανονισμού (ΕΚ) αρ. 847/2015:

(i) Να απαιτήσει από το εποπτευόμενο πρόσωπο να λάβει τέτοια μέτρα εντός συγκεκριμένου χρονικού ορίου ως ήθελε καθορίσει η Εποπτική αρχή για τη θεραπεία της κατάστασης˙

(ii) να επιβάλει -

(αα) διοικητικό πρόστιμο που δεν υπερβαίνει το ένα εκατομμύριο ευρώ (€1.000.000), αφού δώσει την ευκαιρία στο εποπτευόμενο πρόσωπο να ακουστεί, και

(ββ) σε περίπτωση που ο υπαίτιος παράβασης προσπορίστηκε όφελος από την παράβαση αυτή το οποίο υπερβαίνει το ποσό του διοικητικού προστίμου που αναφέρεται στην υπό-υπόπαράγραφο (αα) διοικητικό πρόστιμο ύψους μέχρι το διπλάσιο ποσό του οφέλους που ο υπαίτιος αποδεδειγμένα προσπορίστηκε από την παράβαση και,

(γγ) σε περίπτωση που η παράβαση συνεχίζεται, διοικητικό πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τα χίλια ευρώ (€1.000) για κάθε μέρα συνέχισης της παράβασης·

(iii) να τροποποιήσει ή αναστείλει ή ανακαλέσει την άδεια λειτουργίας εποπτευομένου προσώπου∙

(iv) προσωρινή απαγόρευση σε πρόσωπα που ασκούν διοικητικά καθήκοντα σε υπόχρεη οντότητα, ή σε κάθε άλλο φυσικό πρόσωπο που θεωρείται υπαίτιο για την παράβαση της άσκησης διοικητικών καθηκόντων σε υπόχρεη οντότητα·

(v) να επιβάλει το διοικητικό πρόστιμο που αναφέρεται στην υποπαράγραφο (ii) της παρούσας παραγράφου σε πρόσωπο που ασκεί διοικητικά καθήκοντα σε υπόχρεη οντότητα ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο, σε περίπτωση που διαπιστωθεί ότι η παράβαση οφειλόταν σε δική του υπαιτιότητα, εσκεμμένη παράλειψη ή αμέλεια:

Νοείται ότι η αρμόδια Εποπτική Αρχή δύναται κατά την κρίση της να προβαίνει σε δημόσια δήλωση στην οποία αναφέρεται το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που διέπραξε παράβαση και τη φύση της παράβασης αυτής.

(α1) Κατά παρέκκλιση από τις διατάξεις της υποπαραγράφου (ii) της παραγράφου (α), σε περίπτωση που η υπόχρεη οντότητα είναι πιστωτικό ίδρυμα ή χρηματοπιστω-τικός οργανισμός, η αρμόδια Εποπτική Αρχή δύναται, επιπρόσθετα από τα αναφερόμενα στην παράγραφο (α) διοικητικά πρόστιμα, να επιβάλει τις ακόλουθες κυρώσεις:

(i) Σε περίπτωση νομικού προσώπου, διοικητικό πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τα πέντε εκατομμύρια ευρώ (€5.000.000) ή το δέκα τοις εκατό (10%) του συνολικού ετήσιου κύκλου εργασιών σύμφωνα με τους τελευταίους διαθέσιμους λογαριασμούς που έχει εγκρίνει το διοικητικό συμβούλιο του νομικού προσώπου:

Νοείται ότι, σε περίπτωση που η υπόχρεη οντότητα είναι μητρική επιχείρηση ή θυγατρική μητρικής επιχείρησης που έχει υποχρέωση να καταρτίζει ενοποιημένους χρηματοοικονομικούς λογαριασμούς σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 22 της Οδηγίας 2013/34/ΕΕ, ο σχετικός συνολικός ετήσιος κύκλος εργασιών ισούται με το συνολικό ετήσιο κύκλο εργασιών ή το αντίστοιχο είδος εισοδημάτων σύμφωνα με τις σχετικές λογιστικές οδηγίες και τους πιο πρόσφατους ενοποιημένους λογαριασμούς που έχουν εγκριθεί από το διοικητικό συμβούλιο της τελικής μητρικής επιχείρησης· και

(ii) σε περίπτωση φυσικού προσώπου, διοικητικό πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τα πέντε εκατομμύρια ευρώ (€5.000.000).

(α2) Νομικό πρόσωπο δύναται να υπέχει ευθύνη για παραβάσεις  που διαπράττονται προς όφελός του από οποιοδήποτε πρόσωπο ενεργεί είτε ατομικώς είτε ως μέλος οργάνου του εν λόγω νομικού προσώπου και κατέχει ανώτερη θέση εντός αυτού, βάσει -

(i) εξουσίας εκπροσώπησης του νομικού προσώπου, ή

(ii) εξουσίας λήψης αποφάσεων για λογαριασμό του νομικού προσώπου, ή

(iii) εξουσίας άσκησης ελέγχου εντός του νομικού προσώπου:

Νοείται ότι, νομικό πρόσωπο δύναται επίσης να θεωρηθεί υπεύθυνο για παράβαση στην περίπτωση που η έλλειψη εποπτείας ή ελέγχου, από οποιοδήποτε από τα πιο πάνω πρόσωπα κατέστησε δυνατή τη διάπραξη παράβασης προς όφελος του εν λόγω νομικού προσώπου από πρόσωπο το οποίο τελεί υπό την εξουσία του.

(α3) Κατά τον καθορισμό του είδους και του επιπέδου του διοικητικού προστίμου ή μέτρων, η αρμόδια Εποπτική Αρχή λαμβάνει υπόψη όλες τις σχετικές περιστάσεις στις οποίες περιλαμβάνονται, κατά περίπτωση -

(i) η σοβαρότητα και η διάρκεια της παράβασης,

(ii) ο βαθμός ευθύνης του υπαίτιου φυσικού ή νομικού προσώπου,

(iii) η οικονομική ισχύς του υπαίτιου φυσικού ή νομικού προσώπου, όπως προκύπτει, μεταξύ άλλων, από τον συνολικό κύκλο εργασιών του υπαίτιου νομικού προσώπου ή από το ετήσιο εισόδημα του υπαίτιου φυσικού προσώπου,

(iv) το κέρδος που αποκόμισε από την παράβαση το υπαίτιο φυσικό ή νομικό πρόσωπο, στον βαθμό που μπορεί να προσδιοριστεί,

(v) οι ζημιές τρίτων που προκλήθηκαν από την παράβαση, στον βαθμό που μπορούν να προσδιοριστούν,

(vi) ο βαθμός συνεργασίας του υπαίτιου φυσικού ή νομικού προσώπου με την αρμόδια Εποπτική Αρχή,

(vii) προηγούμενες παραβάσεις του υπαίτιου φυσικού ή νομικού προσώπου.

(α4) Εποπτική Αρχή ασκεί τις προβλεπόμενες στον παρόντα Νόμο εξουσίες επιβολής διοικητικών κυρώσεων άμεσα ή/και σε συνεργασία με άλλες αρχές:

Νοείται ότι, κατά την άσκηση των εξουσιών επιβολής διοικητικών κυρώσεων, οι Εποπτικές Αρχές συνεργάζονται στενά προκειμένου να διασφαλίσουν ότι οι επιβληθείσες διοικητικές κυρώσεις ή τα επιβληθέντα μέτρα θα φέρουν τα επιθυμητά αποτελέσματα και, σε περίπτωση διασυνοριακών υποθέσεων, συντονίζουν τις ενέργειές τους.

(β) ανεξάρτητος επαγγελματίας νομικός ή ελεγκτής ή εξωτερικός λογιστής ο οποίος παραλείπει να συμμορφωθεί με τις διατάξεις του άρθρου αυτού και τις οδηγίες που εκδίδονται από αρμόδια Εποπτική Αρχή βάσει του εδαφίου (4) του παρόντος άρθρου, παραπέμπεται από την αρμόδια Εποπτική Αρχή στο αρμόδιο Πειθαρχικό όργανο που αποφασίζει ανάλογα.

(6Α)(α) Η αρμόδια Εποπτική Αρχή δημοσιεύει στον επίσημο διαδικτυακό της τόπο το διοικητικό πρόστιμο ή τα μέτρα που αναφέρονται στις παραγράφους (α) και (α1) του εδαφίου (6) αμέσως μετά την κοινοποίηση της εν λόγω απόφασης στο εποπτευόμενο πρόσωπο:

Νοείται ότι, η δημοσίευση περιλαμβάνει, κατ’ ελάχιστον, πληροφορίες σχετικά με τη μορφή και τη φύση της παράβασης και την ταυτότητα των υπαίτιων προσώπων:

Νοείται περαιτέρω ότι, σε περίπτωση που ασκηθεί προσφυγή στην απόφαση επιβολής διοικητικού προστίμου ή μέτρου, η αρμόδια Εποπτική Αρχή δημοσιεύει, χωρίς καθυστέρηση, στον επίσημο διαδικτυακό της  τόπο τις σχετικές πληροφορίες και μεταγενέστερες πληροφορίες για την έκβαση της προσφυγής, καθώς και κάθε απόφαση που ακυρώνει προηγούμενη απόφαση επιβολής διοικητικού προστίμου ή μέτρου:

Νοείται έτι περαιτέρω ότι, οι Εποπτικές Αρχές δεν υποχρεούνται να εφαρμόζουν τις διατάξεις του παρόντος εδαφίου όταν οι αποφάσεις επιβολής μέτρων λαμβάνονται στο πλαίσιο έρευνας.

(β) Σε περίπτωση που, κατόπιν αξιολόγησης που διενεργείται κατά περίπτωση σχετικά με την αναλογικότητα της δημοσίευσης των δεδομένων αυτών, η αρμόδια Εποπτική Αρχή θεωρήσει ότι η δημοσίευση της ταυτότητας των αναφερόμενων στην παράγραφο (α) υπαίτιων προσώπων ή των προσωπικών δεδομένων αυτών των προσώπων είναι δυσανάλογη,  ή σε περίπτωση που η δημοσίευση θέτει σε κίνδυνο τη σταθερότητα των χρηματοπιστωτικών αγορών ή την έκβαση έρευνας που βρίσκεται σε εξέλιξη, η αρμόδια Εποπτική Αρχή δύναται να -

(i) αναβάλει τη δημοσίευση της απόφασης για την επιβολή διοικητικού προστίμου ή μέτρου μέχρις ότου εκλείψουν οι λόγοι μη δημοσίευσης,

(ii) δημοσιεύσει την απόφαση επιβολής διοικητικού προστίμου ή μέτρου χωρίς παράθεση ονομάτων, εφόσον η ανωνυμία εξασφαλίζει αποτελεσματική προστασία των προσωπικών δεδομένων:

Νοείται ότι, σε περίπτωση που αρμόδια Εποπτική Αρχή προχωρήσει με ανώνυμη δημοσίευση διοικητικού προστίμου ή μέτρου, η δημοσίευση των σχετικών στοιχείων δύναται να αναβληθεί για εύλογο χρονικό διάστημα, εφόσον μπορεί να προβλεφθεί ότι εντός αυτού του χρονικού διαστήματος θα εκλείψουν οι λόγοι της ανώνυμης δημοσίευσης,

(iii) μην δημοσιεύσει την απόφαση επιβολής διοικητικού προστίμου ή μέτρου, στην περίπτωση που θεωρείται ότι οι επιλογές που αναφέρονται στις υποπαραγράφους (i) και (ii) δεν επαρκούν για να διασφαλιστεί-

(αα) ότι δεν θα τεθεί σε κίνδυνο η σταθερότητα των χρηματοπιστωτικών αγορών, ή

(ββ) ο αναλογικός χαρακτήρας της δημοσίευσης της απόφασης σε σχέση με μέτρα που θεωρούνται ήσσονος σημασίας.

(γ) Η Αρμόδια Εποπτική Αρχή διασφαλίζει ότι κάθε δημοσίευση που διενεργείται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος εδαφίου θα παραμείνει στον επίσημο διαδικτυακό της τόπο για διάστημα πέντε (5) ετών από την ημερομηνία ανάρτησής της:

Νοείται ότι, τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που περιέχονται στη δημοσίευση διατηρούνται στον επίσημο διαδικτυακό τόπο της αρμόδιας εποπτικής αρχής μόνο για το χρονικό διάστημα που προβλέπεται στον περί Επεξεργασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (Προστασία του Ατόμου) Νόμο.

(δ) Η αρμόδια Εποπτική Αρχή ενημερώνει τις Ευρωπαϊκές Εποπτικές Αρχές σχετικά με τα διοικητικά πρόστιμα ή τα μέτρα που έχουν επιβληθεί δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου (6) σε πιστωτικά ιδρύματα και χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς, συμπεριλαμβανομένης κάθε προσφυγής που έχει ασκηθεί και της έκβασής της.

(ε) Η αρμόδια Εποπτική Αρχή ελέγχει, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία, την ύπαρξη σχετικής καταδίκης στο ποινικό μητρώο του ενδιαφερομένου και για το σκοπό αυτό, ανταλλάσσονται πληροφορίες όπως προβλέπεται στην Απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου Αρ. 71.068.

(6Β)(α) Οι Εποπτικές Αρχές θεσπίζουν αποτελεσματικούς και αξιόπιστους μηχανισμούς για την ενθάρρυνση των καταγγελιών στην αρμόδια Εποπτική Αρχή ενδεχόμενων ή πραγματικών παραβάσεων των υποχρεώσεων των υπόχρεων οντοτήτων, που καθορίζονται στον παρόντα Νόμο ή στις οδηγίες που εκδίδονται από αρμόδια Εποπτική Αρχή δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου (4) του παρόντος άρθρου οι οποίοι μηχανισμοί περιλαμβάνουν τουλάχιστον τα ακόλουθα:

(i) Ειδικές διαδικασίες για την παραλαβή καταγγελιών για παραβάσεις και την παρακολούθηση της έκβασής τους·

(ii) κατάλληλη προστασία των υπαλλήλων υπόχρεης οντότητας ή των προσώπων με παρόμοιο καθεστώς στην υπόχρεη οντότητα, οι οποίοι καταγγέλλουν παραβάσεις που διαπράχθηκαν εντός της υπόχρεης οντότητας·

(iii) κατάλληλη προστασία του προσώπου που αφορά η παράβαση·

(iv) προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα τόσο του προσώπου που καταγγέλλει παράβαση, όσο και του φυσικού προσώπου που φέρεται ότι διέπραξε παράβαση, σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Επεξεργασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (Προστασία του Ατόμου) Νόμου·

(v) σαφείς κανόνες, ώστε να εξασφαλιστεί η εμπιστευτικότητα, σε όλες τις περιπτώσεις, σχετικά με το πρόσωπο που καταγγέλλει τις παραβάσεις οι οποίες έχουν διαπραχθεί εντός της υπόχρεης οντότητας, εκτός εάν η αποκάλυψη της ταυτότητάς του απαιτείται από άλλη νομοθεσία στη Δημοκρατία, στο πλαίσιο περαιτέρω ερευνών ή επακόλουθης δικαστικής διαδικασίας.

(β) Κάθε υπόχρεη οντότητα καθιερώνει κατάλληλες διαδικασίες που επιτρέπουν στους υπαλλήλους ή στα πρόσωπα με παρόμοιο καθεστώς να καταγγέλλουν παραβάσεις εσωτερικά, μέσω ειδικού, ανεξάρτητου και ανώνυμου διαύλου, ανάλογου προς τον χαρακτήρα και το μέγεθος της εκάστοτε υπόχρεης οντότητας.

(6Γ) Οι Εποπτικές Αρχές διασφαλίζουν ότι διαθέτουν επαρκείς οικονομικούς, ανθρώπινους και τεχνικούς πόρους για την εκτέλεση των καθηκόντων τους και ότι το προσωπικό τους διατηρεί υψηλό επαγγελματικό επίπεδο, μεταξύ άλλων και σε ζητήματα εμπιστευτικότητας και προστασίας των δεδομένων, διακρίνεται για την ακεραιότητά του και διαθέτει τα απαιτούμενα προσόντα.

(6Δ) Οι Εποπτικές Αρχές που αναφέρονται στις παραγράφους (α), (β) και (γ) του εδαφίου (1) παρέχουν στις Ευρωπαϊκές Εποπτικές Αρχές όλες τις πληροφορίες που είναι αναγκαίες για την εκτέλεση των καθηκόντων τους βάσει των διατάξεων της Οδηγίας της Ε.Ε.

(7) Σε περίπτωση που Εποπτική Αρχή έχει πληροφορίες και πιστεύει ότι πρόσωπο ενέχεται σε διάπραξη αδικημάτων νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή χρηματοδότησης της τρομοκρατίας -

(α) διαβιβάζει, το συντομότερο δυνατό, τις πληροφορίες στο Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, και

(β) σε περίπτωση που οι πληροφορίες αφορούν συγκεκριμένα χρηματικά ποσά, ανεξαρτήτως του ύψους τους, για τα οποία υπάρχει εύλογη υποψία ότι συνιστούν έσοδα από παράνομες δραστηριότητες ή σχετίζονται με τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, διαβιβάζει το συντομότερο δυνατό τις πληροφορίες στη Μονάδα.

(8) Η Μονάδα και οι Εποπτικές Αρχές προσώπων που διεξάγουν χρηματοοικονομικές ή άλλες δραστηριότητες, δύνανται να αλληλοενημερώνονται και να ανταλλάσσουν πληροφορίες, στα πλαίσια εκπλήρωσης των υποχρεώσεών τους, που απορρέουν από τον παρόντα Νόμο.

(9) Οι Εποπτικές Αρχές δύνανται-

(α) να ζητούν και συλλέγουν από πρόσωπα που υπόκεινται στην εποπτεία τους πληροφορίες απαραίτητες ή χρήσιμες για την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους και να απαιτούν, μέσα σε ταχθείσα προθεσμία, την παροχή πληροφοριών, στοιχείων και εγγράφων.  Σε περίπτωση άρνησης οποιουδήποτε προσώπου που υπόκειται στην εποπτεία τους να συμμορφωθεί με αίτημά τους για συλλογή πληροφοριών μέσα στην ταχθείσα προθεσμία ή σε περίπτωση που αυτό αρνείται να δώσει οποιεσδήποτε πληροφορίες ή επιδεικνύει ή προσκομίζει ελλιπείς ή ψευδείς ή παραποιημένες πληροφορίες, έχουν εξουσία να λάβουν όλα ή οποιαδήποτε από τα μέτρα που αναφέρονται στο εδάφιο (6) του παρόντος άρθρου· και

(β) για σκοπούς εξακρίβωσης της  συμμόρφωσης των προσώπων που υπόκεινται στην εποπτεία τους να διενεργούν ελέγχους, να ζητούν, επιθεωρούν και συλλέγουν πληροφορίες, να εισέρχονται σε γραφεία και επαγγελματικούς χώρους των εποπτευόμενων προσώπων και να ελέγχουν αρχεία, βιβλία, λογαριασμούς, άλλα έγγραφα και στοιχεία αποθηκευμένα σε ηλεκτρονικούς υπολογιστές ή άλλα ηλεκτρονικά μέσα και να λαμβάνουν αντίγραφα ή αποσπάσματά τους:

Νοείται ότι οποιοδήποτε πρόσωπο από το οποίο οι Εποπτικές Αρχές απαιτούν την υποβολή πληροφοριών οφείλει να συμμορφώνεται με την εν λόγω απαίτηση:

Νοείται περαιτέρω ότι οι πληροφορίες που παρέχονται στις Εποπτικές Αρχές σε σχέση με χρηματοοικονομικές δραστηριότητες κατά την άσκηση της εξουσίας τους είναι εμπιστευτικής φύσης και δύνανται να χρησιμοποιηθούν μόνο για σκοπούς άσκησης των αρμοδιοτήτων τους βάσει του παρόντος Νόμου.

(10) Σε περίπτωση που υπόχρεη οντότητα διατηρεί υποκατάστημα ή/και θυγατρική σε τρίτη χώρα και εφαρμόζονται οι διατάξεις του εδαφίου (5) του άρθρου 68Α για τη λήψη επιπρόσθετων μέτρων, η αρμόδια Εποπτική Αρχή προβαίνει σε επιπρόσθετες εποπτικές ενέργειες, περιλαμβανομένων-

(α) να απαιτήσει από τον όμιλο να μην συνάψει ή να τερματίσει επιχειρηματικές σχέσεις και να μην εκτελέσει συναλλαγές, και

(β) εφόσον είναι απαραίτητο, να ζητήσει από τον όμιλο να παύσει τις δραστηριότητές του στην τρίτη χώρα, σε περίπτωση που τα επιπρόσθετα μέτρα που οι υπόχρεες οντότητες οφείλουν να λάβουν δεν επαρκούν.

(11) Σε περίπτωση που υπόχρεη οντότητα είναι εγκατεστημένη στη Δημοκρατία υπό μορφή αντιπροσώπου ιδρύματος ηλεκτρονικού χρήματος ή αντιπροσώπου ιδρύματος πληρωμών, η αρμόδια Εποπτική Αρχή δύναται να περιλάβει στις εποπτικές τις δράσεις που προβλέπονται στο παρόν Μέρος τη λήψη κατάλληλων και αναλογικών μέτρων για την αντιμετώπιση σοβαρών ελλείψεων που απαιτούν άμεσες λύσεις:

Νοείται ότι τα αναφερόμενα στο παρόν εδάφιο μέτρα είναι προσωρινά και λήγουν όταν αντιμετωπισθούν οι ελλείψεις που έχουν επισημανθεί, μεταξύ άλλων, με τη συνδρομή ή τη συνεργασία των αρμόδιων αρχών του κράτους μέλους καταγωγής της υπόχρεης οντότητας.

Περιπτώσεις άσκησης δέουσας επιμέλειας και προσδιορισμού ταυτότητας

60. Υπόχρεες οντότητες εφαρμόζουν τις διαδικασίες προσδιορισμού ταυτότητας και τα μέτρα δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη στις εξής περιπτώσεις:

(α) Όταν συνάπτουν επιχειρηματικές σχέσεις·

(β) όταν διενεργούν μεμονωμένη συναλλαγή που -

(i) ανέρχεται σε ποσό ίσο ή μεγαλύτερο από δεκαπέντε χιλιάδες ευρώ (€15.000), ανεξάρτητα από το αν η συναλλαγή διενεργείται με μία μόνη πράξη ή με περισσότερες πράξεις μεταξύ των οποίων φαίνεται να υπάρχει κάποια σχέση, ή

(ii) αποτελεί μεταφορά χρηματικών ποσών όπως ορίζεται στην παράγραφο 9 του άρθρου 3 του Κανονισμού (ΕΕ) 2015/847 για ποσό άνω των χιλίων ευρώ (€1.000)·

(γ) όταν υπάρχει υποψία νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή χρηματοδότησης της τρομοκρατίας ανεξάρτητα από το ποσό της συναλλαγής και ανεξάρτητα από οποιαδήποτε παρέκκλιση, εξαίρεση ή κατώτατο όριο δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου·

(δ) όταν υπάρχουν αμφιβολίες για την ακρίβεια ή την επάρκεια των εγγράφων, στοιχείων ή πληροφοριών που συγκεντρώθηκαν προηγουμένως για την εξακρίβωση της ταυτότητας υφιστάμενου πελάτη.

(ε) για παρόχους υπηρεσιών τυχερών παιχνιδιών,  είτε κατά την είσπραξη των κερδών είτε κατά την κατάθεση του στοιχήματος είτε και στις δύο περιπτώσεις, όταν πραγματοποιούν συναλλαγές που ανέρχονται σε ποσό ίσο ή μεγαλύτερο των δύο χιλιάδων ευρώ (€2.000), ανεξάρτητα από το αν η συναλλαγή διενεργείται με μία μόνη πράξη ή με περισσότερες πράξεις μεταξύ των οποίων φαίνεται να υπάρχει κάποια σχέση.

(στ) για πρόσωπα που εμπορεύονται αγαθά, όταν διενεργούν μεμονωμένες συναλλαγές σε μετρητά που ανέρχονται σε ποσό ίσο ή μεγαλύτερο των δέκα χιλιάδων ευρώ (€10.000), ανεξάρτητα από το αν η συναλλαγή διενεργείται με μία και μόνη πράξη ή με περισσότερες πράξεις μεταξύ των οποίων φαίνεται να υπάρχει κάποια σχέση.

Τρόποι άσκησης δέουσας επιμέλειας και προσδιορισμού ταυτότητας

61. (1) Οι διαδικασίες προσδιορισμού ταυτότητας και τα μέτρα δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη, περιλαμβάνουν τα ακόλουθα:

(α) Την εξακρίβωση και επαλήθευση της ταυτότητας του πελάτη βάσει εγγράφων, στοιχείων ή πληροφοριών που εκδίδονται ή λαμβάνονται από αξιόπιστη και ανεξάρτητη πηγή·

(β) την εξακρίβωση της ταυτότητας του πραγματικού δικαιούχου και τη λήψη εύλογων μέτρων για την επαλήθευση της ταυτότητάς του, ώστε να διασφαλίζεται ότι η υπόχρεη οντότητα γνωρίζει τον πραγματικό δικαιούχο και όσον αφορά τα νομικά πρόσωπα, τα εμπιστεύματα, τις εταιρείες, τα ιδρύματα και τις παρεμφερείς νομικές διευθετήσεις, τη λήψη εύλογων μέτρων, για να γίνει κατανοητή η διάρθρωση του ιδιοκτησιακού καθεστώτος και του ελέγχου του πελάτη·

(γ) την αξιολόγηση και, ανάλογα με την περίπτωση, τη συλλογή πληροφοριών για το σκοπό και τη σκοπούμενη φύση της επιχειρηματικής σχέσης·

(δ) την άσκηση συνεχούς εποπτείας όσον αφορά την επιχειρηματική σχέση, με ενδελεχή εξέταση των συναλλαγών που πραγματοποιούνται κατά τη διάρκεια αυτής της σχέσης, προκειμένου να εξασφαλίζεται ότι οι συναλλαγές που διενεργούνται συνάδουν με τα στοιχεία και πληροφορίες που κατέχει η υπόχρεη οντότητα σχετικά με τον πελάτη, την επιχείρηση και το προφίλ του κινδύνου του πελάτη, και, εφόσον απαιτείται, σχετικά με την προέλευση των χρηματικών ποσών, καθώς και τη διασφάλιση της τήρησης ενημερωμένων εγγράφων, στοιχείων ή πληροφοριών:

Νοείται ότι, κατά την εφαρμογή των αναφερόμενων στις παραγράφους (α) και (β) μέτρων, υπόχρεη οντότητα επαληθεύει ότι κάθε τρίτο πρόσωπο που σκοπεύει να ενεργήσει για λογαριασμό πελάτη του είναι δεόντως εξουσιοδοτημένο από τον πελάτη για το σκοπό αυτό και εξακριβώνει και επαληθεύει την ταυτότητα του προσώπου αυτού.

(2) Υπόχρεες οντότητες εφαρμόζουν τις διαδικασίες προσδιορισμού ταυτότητας και τα μέτρα δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη, κατά το εδάφιο (1) αλλά μπορούν να καθορίζουν την έκταση των μέτρων αυτών ανάλογα με τον βαθμό κινδύνου λαμβάνοντας υπόψη τουλάχιστον τις μεταβλητές που περιλαμβάνονται στο Παράρτημα Ι του παρόντος Νόμου. Οι υπόχρεες οντότητες πρέπει να είναι σε θέση να αποδείξουν στις αρμόδιες Εποπτικές Αρχές ότι η έκταση των μέτρων είναι ανάλογη με τους κινδύνους νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας που αντιμετωπίζουν.

(3) Για σκοπούς των διατάξεων που αφορούν τους τρόπους προσδιορισμού ταυτότητας, και τα μέτρα δέουσας επιμέλειας η απόδειξη ταυτότητας είναι επαρκής αν-

(α) Είναι εύλογα δυνατό να διαπιστωθεί ότι ο πελάτης είναι πράγματι το πρόσωπο το οποίο ισχυρίζεται ότι είναι. και

(β) το πρόσωπο το οποίο εξετάζει τα αποδεικτικά στοιχεία του πελάτη ικανοποιείται, σύμφωνα με τις διαδικασίες οι οποίες ακολουθούνται δυνάμει του παρόντος Νόμου, ότι ο πελάτης είναι πράγματι το πρόσωπο το οποίο ισχυρίζεται ότι είναι.

(4) Όσον αφορά ασφάλεια ζωής ή άλλων ασφαλειών με επενδυτικό σκοπό, επιπλέον των μέτρων δέουσας επιμέλειας που απαιτούνται για τον πελάτη και τον πραγματικό δικαιούχο, μόλις ταυτοποιηθούν ή προσδιοριστούν οι δικαιούχοι, τα πιστωτικά ιδρύματα και οι χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί λαμβάνουν τα ακόλουθα μέτρα δέουσας επιμέλειας για τους  δικαιούχους ασφαλιστήριου συμβολαίου ζωής και άλλων ασφαλιστήριων συμβολαίων με επενδυτικό σκοπό:

(α) Στην περίπτωση δικαιούχων που ταυτοποιούνται ως συγκεκριμένα κατονομαζόμενα πρόσωπα ή νομικές διευθετήσεις, λαμβάνουν το όνομά τους· και

(β) στην περίπτωση δικαιούχων που προσδιορίζονται ανάλογα με τα χαρακτηριστικά τους ή ανά κατηγορία ή με άλλα μέσα, λαμβάνουν επαρκείς πληροφορίες σχετικά με τους εν λόγω δικαιούχους, ώστε να βεβαιωθούν ότι είναι σε θέση να προσδιορίσουν την ταυτότητα του δικαιούχου το αργότερο κατά τον χρόνο της πληρωμής του προϊόντος του ασφαλιστήριου συμβολαίου.

(5) Όσον αφορά δικαιούχους εμπιστευμάτων ή παρεμφερών νομικών διευθετήσεων, οι οποίοι προσδιορίζονται ανάλογα με τα ειδικά χαρακτηριστικά τους ή ανά  κατηγορία, οι υπόχρεες οντότητες λαμβάνουν επαρκείς πληροφορίες σχετικά με τον δικαιούχο, ώστε να βεβαιωθούν ότι θα είναι σε θέση να προσδιορίσουν την ταυτότητα του δικαιούχου κατά τον χρόνο της πληρωμής ή τη στιγμή που ο δικαιούχος ασκεί τα κεκτημένα του δικαιώματα.

(6)(α) Τηρουμένων των διατάξεων της παραγράφου (β) του παρόντος εδαφίου, κατά παρέκκλιση από τις διατάξεις των παραγράφων (α), (β) και (γ) του εδαφίου (1) του παρόντος άρθρου και του άρθρου 62 και με βάση κατάλληλη αξιολόγηση κινδύνων που δείχνει ότι ο κίνδυνος νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας είναι μικρός, υπόχρεη οντότητα δύναται να μην εφαρμόσει ορισμένα μέτρα δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη σε ό,τι αφορά το ηλεκτρονικό χρήμα, αν πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις μετριασμού του κινδύνου:

(i) Το μέσο πληρωμής δεν διαθέτει δυνατότητα επαναφόρτισης ή έχει ανώτατο μηνιαίο όριο πράξεων πληρωμής διακόσιων πενήντα ευρώ (€250) που μπορεί να χρησιμοποιηθεί για πράξεις πληρωμής μόνο εντός της Δημοκρατίας·

(iii) το ανώτατο ποσό που αποθηκεύεται ηλεκτρονικά δεν υπερβαίνει τα διακόσια πενήντα ευρώ (€250)·

(iv) το μέσο πληρωμής χρησιμοποιείται αποκλειστικά για την αγορά αγαθών ή υπηρεσιών·

(v) το μέσο πληρωμής δεν μπορεί να χρηματοδοτηθεί με ανώνυμο ηλεκτρονικό χρήμα·

(vi) ο εκδότης διαθέτει κατάλληλα και επαρκή συστήματα και διαδικασίες για την παρακολούθηση των συναλλαγών ή των επιχειρηματικών σχέσεων ώστε να είναι δυνατός ο εντοπισμός ασυνήθιστων ή ύποπτων συναλλαγών.

(β) Οι διατάξεις της παραγράφου (α) δεν εφαρμόζονται σε περίπτωση που γίνει εξόφληση σε μετρητά ή ανάληψη σε μετρητά της νομισματικής αξίας του ηλεκτρονικού χρήματος και το σχετικό ποσό υπερβαίνει τα εκατό ευρώ (€100).

(γ) Η εξαίρεση από την εφαρμογή ορισμένων μέτρων δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη που αναφέρεται στην παράγραφο (α) δεν περιλαμβάνει την υποχρέωση διενέργειας ελέγχου των συναλλαγών και της επιχειρηματικής σχέσης επί συνεχούς βάσης ως επίσης και την υποχρέωση εντοπισμού και αναφοράς ύποπτων συναλλαγών.

Πληροφορίες σχετικά με τον πραγματικό δικαιούχο

61Α. (1) Εταιρεία και άλλη νομική οντότητα που έχει συσταθεί στη Δημοκρατία, αποκτά και φυλάσσει επαρκείς, ακριβείς και επικαιροποιημένες πληροφορίες σχετικά με τους πραγματικούς δικαιούχους της, συμπεριλαμβανομένων των λεπτομερειών σχετικά με τα δικαιώματα που κατέχουν οι πραγματικοί δικαιούχοι.

(2) Αναφερόμενη στο εδάφιο (α) εταιρεία και νομική οντότητα παρέχει στις υπόχρεες οντότητες, επιπρόσθετα από τις πληροφορίες σχετικά με τον νόμιμο δικαιούχο, πληροφορίες σχετικά με τον πραγματικό δικαιούχο, όταν οι υπόχρεες οντότητες λαμβάνουν μέτρα δέουσας επιμέλειας και προσδιορισμού ταυτότητας που καθορίζονται στον παρόντα Νόμο.

(3) Η αρμόδια Εποπτική Αρχή, η Μονάδα, το Τμήμα Τελωνείων, το Τμήμα Φορολογίας και η Αστυνομία, στα πλαίσια της άσκησης των αρμοδιοτήτων τους, δύνανται να έχουν εγκαίρως πρόσβαση στις αναφερόμενες στο εδάφιο (1) πληροφορίες.

(4) (α) Οι αναφερόμενες στο εδάφιο (1) πληροφορίες φυλάσσονται σε κεντρικό μητρώο πραγματικών δικαιούχων εταιρειών και άλλων νομικών οντοτήτων.

(β) Τα χαρακτηριστικά, η ίδρυση και λειτουργία του αναφερόμενου στην παράγραφο (α) μητρώου, η διαδικασία και εξασφάλιση δικαιώματος ή νομιμοποίησης πρόσβασης σε αυτό, καθώς και οποιαδήποτε συναφή θέματα για τα οποία γίνεται αναφορά στον παρόντα Νόμο, καθορίζονται με Κανονισμούς που εκδίδονται δυνάμει των διατάξεων του παρόντος άρθρου.

(5) Οι πληροφορίες που φυλάσσονται στο αναφερόμενο στο εδάφιο (4) κεντρικό μητρώο πραγματικών δικαιούχων εταιρειών και άλλων νομικών οντοτήτων είναι επαρκείς, ακριβείς και επικαιροποιημένες.

(6) Τα ακόλουθα πρόσωπα έχουν, σε κάθε περίπτωση, πρόσβαση στις πληροφορίες σχετικά με τον πραγματικό δικαιούχο:

(α) Η αρμόδια Εποπτική Αρχή, η Μονάδα, το Τμήμα Τελωνείων, το Τμήμα Φορολογίας και η Αστυνομία χωρίς κανένα περιορισμό·

(β) οι υπόχρεες οντότητες, στο πλαίσιο της λήψης των μέτρων δέουσας επιμέλειας και προσδιορισμού ταυτότητας για τον πελάτη τα οποία καθορίζονται στον παρόντα Νόμο:

Νοείται ότι δεν επιτρέπεται σε υπόχρεη οντότητα να βασίζεται αποκλειστικά στις πληροφορίες που φυλάσσονται στο αναφερόμενο στο εδάφιο (4) κεντρικό μητρώο πραγματικών δικαιούχων εταιρειών και άλλων νομικών οντοτήτων για την εκπλήρωση των απαιτήσεων των μέτρων δέουσας επιμέλειας και προσδιορισμού ταυτότητας για τον πελάτη που καθορίζονται στον παρόντα Νόμο:

Νοείται περαιτέρω ότι, οι πιο πάνω αναφερόμενες απαιτήσεις πληρούνται χρησιμοποιώντας προσέγγιση που βασίζεται σε εκτίμηση του κινδύνου·

(γ) πρόσωπο ή οργανισμός που αποδεικνύει έννομο συμφέρον, όπως αυτό καθορίζεται σε Κανονισμούς που εκδίδονται δυνάμει των διατάξεων του παρόντος άρθρου έχει πρόσβαση στο όνομα, στο μήνα και στο έτος γέννησης, στην υπηκοότητα και στη χώρα διαμονής του πραγματικού δικαιούχου, καθώς επίσης στο είδος και την έκταση των δικαιωμάτων που κατέχει:

Νοείται ότι, για τους σκοπούς της παρούσας παραγράφου «έννομο συμφέρον» σημαίνει αποκλειστικά το συμφέρον προσώπου σε σχέση με την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας και συναφών γενεσιουργών αδικημάτων, όπως καθορίζεται σε Κανονισμούς:

Νοείται έτι περαιτέρω ότι για τους σκοπούς της παρούσας παραγράφου, η πρόσβαση στις πληροφορίες σχετικά με τον πραγματικό δικαιούχο γίνεται σύμφωνα με  τις διατάξεις του περί της Επεξεργασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (Προστασία του Ατόμου) Νόμου.

(7) (α) Η αρμόδια Εποπτική Αρχή, η Μονάδα, το Τμήμα Τελωνείων, το Τμήμα Φορολογίας και η Αστυνομία έχουν ταχεία και απεριόριστη πρόσβαση στο αναφερόμενο στο εδάφιο (4) κεντρικό μητρώο πραγματικών δικαιούχων εταιρειών και άλλων νομικών οντοτήτων, χωρίς να ειδοποιούνται οι σχετικές εταιρείες και άλλες νομικές οντότητες για την εν λόγω πρόσβαση.

(β) Οι υπόχρεες οντότητες έχουν ταχεία πρόσβαση στο αναφερόμενο στο εδάφιο (4) κεντρικό μητρώο πραγματικών δικαιούχων εταιρειών και άλλων νομικών οντοτήτων, όταν λαμβάνουν μέτρα δέουσας επιμέλειας και προσδιορισμού ταυτότητας ως προς τον πελάτη.

(8) Η αρμόδια Εποπτική Αρχή, η Αστυνομία, το Τμήμα Τελωνείων, το Τμήμα Φορολογίας και η Μονάδα είναι σε θέση να παρέχουν εγκαίρως τις πληροφορίες που αναφέρονται στο παρόν άρθρο στις αντίστοιχες αρμόδιες αρχές και τις Μονάδες άλλων κρατών μελών.

(9) (α) Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, όπως καθορίζεται σε Κανονισμούς που εκδίδονται δυνάμει των διατάξεων του παρόντος άρθρου, δύναται να προβλεφθούν κατά περίπτωση εξαιρέσεις από την πρόσβαση στο σύνολο ή σε μέρος των πληροφοριών σχετικά με τον πραγματικό δικαιούχο, εάν η πρόσβαση αυτή θα εξέθετε τον πραγματικό δικαιούχο σε κίνδυνο εξαπάτησης, απαγωγής, εκβιασμού, βίας ή εκφοβισμού ή εάν ο πραγματικός δικαιούχος είναι ανήλικος ή με άλλο τρόπο ανίκανος.

(β) Οι προβλεπόμενες στην παράγραφο (α) εξαιρέσεις δεν ισχύουν για τα πιστωτικά ιδρύματα και τους χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς και για τις υπόχρεες οντότητες που αναφέρονται στην υποπαράγραφο (ii) της παραγράφου (γ) του εδαφίου (1) του άρθρου 2Α όταν η εν λόγω υπόχρεη οντότητα είναι δημόσιος αξιωματούχος.

Πληροφορίες που τηρούνται από εμπιστευματοδόχο ή επίτροπο σε ρητό εμπίστευμα

61Β. (1) Εμπιστευματοδόχος ή επίτροπος σε ρητό εμπίστευμα (express trust) αποκτά και διατηρεί επαρκείς, ακριβείς και επικαιροποιημένες πληροφορίες σχετικά με τους πραγματικούς δικαιούχους του εμπιστεύματος, οι οποίες περιλαμβάνουν την ταυτότητα -

(α) Του εμπιστευματοπαρόχου,

(β) του εμπιστευματοδόχου ή επιτρόπου,

(γ) του προστάτη,

(δ) του δικαιούχου ή της κατηγορίας δικαιούχου, και

(ε) οποιουδήποτε άλλου φυσικού προσώπου ασκεί αποτελεσματικό έλεγχο επί του εμπιστεύματος.

(2) Όταν εμπιστευματοδόχος ή επίτροπος γνωστοποιεί συνάπτει επιχειρηματική σχέση ή πραγματοποιεί μεμονωμένη συναλλαγή που υπερβαίνει τα όρια που προβλέπονται στις παραγράφους (β) και (ε) του άρθρου 60, γνωστοποιεί στις υπόχρεες οντότητες την ιδιότητά του, καθώς και τις αναφερόμενες στο εδάφιο (1) πληροφορίες.

(3) Η αρμόδια Εποπτική Αρχή, το Τμήμα Τελωνείων, το Τμήμα Φορολογίας, η Μονάδα και η Αστυνομία δύνανται να έχουν πρόσβαση εγκαίρως στις αναφερόμενες στο εδάφιο (1) πληροφορίες, στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων τους.

(4) (α) Οι αναφερόμενες στο εδάφιο (1) πληροφορίες φυλάσσονται σε κεντρικό μητρώο εμπιστευμάτων, όταν το ρητό εμπίστευμα (express trust) παράγει φορολογικές υποχρεώσεις στην Κυπριακή Δημοκρατία.

(β) Τα χαρακτηριστικά, η ίδρυση και η λειτουργία του αναφερόμενου στην παράγραφο (α) κεντρικού μητρώου εμπιστευμάτων, η πρόσβαση σ’ αυτό, καθώς και οποιαδήποτε συναφή θέματα, καθορίζονται με Κανονισμούς που εκδίδονται δυνάμει των διατάξεων του παρόντος άρθρου.

(5) Η αρμόδια Εποπτική Αρχή, η Μονάδα, το Τμήμα Τελωνείων, το Τμήμα Φορολογίας και η Αστυνομία έχουν έγκαιρη και απεριόριστη πρόσβαση στις πληροφορίες σχετικά με τους πραγματικούς δικαιούχους του  εμπιστεύματος χωρίς να ειδοποιείται το σχετικό εμπίστευμα.

(6) Οι Εποπτικές Αρχές,  η Μονάδα, το Τμήμα Τελωνείων, το Τμήμα Φορολογίας και η Αστυνομία είναι σε θέση να παρέχουν εγκαίρως τις πληροφορίες που αναφέρονται στο παρόν άρθρο στις αντίστοιχες αρμόδιες αρχές και τις Μονάδες άλλων κρατών μελών.

(7) Τα μέτρα που προβλέπονται στο παρόν άρθρο εφαρμόζονται σε άλλα είδη νομικών διευθετήσεων με δομή ή λειτουργία παρεμφερή με τα εμπιστεύματα.

Χρόνος εφαρμογής των μέτρων δέουσας επιμέλειας και προσδιορισμού ταυτότητας

62. (1) Ο έλεγχος της ταυτότητας του πελάτη και του πραγματικού δικαιούχου πραγματοποιείται πριν τη σύναψη επιχειρηματικών σχέσεων ή τη διενέργεια συναλλαγής.

(2) Κατά παρέκκλιση από τις διατάξεις του εδαφίου (1), η επαλήθευση της ταυτότητας του πελάτη και του πραγματικού δικαιούχου δυνατό να ολοκληρωθεί κατά τη διάρκεια της σύναψης επιχειρηματικών σχέσεων, εφόσον αυτό απαιτείται για να μη διακοπεί η ομαλή διεξαγωγή των εργασιών και εφόσον ο κίνδυνος νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή χρηματοδότησης της τρομοκρατίας είναι μικρός:

Νοείται ότι, σε τέτοια περίπτωση, οι διαδικασίες επαλήθευσης της ταυτότητας του πελάτη και του πραγματικού δικαιούχου περατώνονται το συντομότερο δυνατό μετά την αρχική επαφή.

(2Α) [Διαγράφηκε].

(3) Κατά παρέκκλιση από τις διατάξεις του εδαφίου (1), είναι δυνατό το άνοιγμα λογαριασμού σε πιστωτικό ίδρυμα ή χρηματοπιστωτικό οργανισμό, συμπεριλαμβανομένων λογαριασμών που επιτρέπουν τις συναλλαγές κινητών αξιών, νοουμένου ότι υπάρχουν οι κατάλληλες εγγυήσεις που διασφαλίζουν ότι οι συναλλαγές δεν θα πραγματοποιούνται από τον πελάτη ή για λογαριασμό του, προτού εξασφαλιστεί η πλήρης συμμόρφωση με τις απαιτήσεις δέουσας επιμέλειας και προσδιορισμού ταυτότητας ως προς τον πελάτη που ορίζονται στις παραγράφους (α) και (β) του εδαφίου (1) του άρθρου 61.

(4) Όταν υπόχρεη οντότητα δεν μπορεί να συμμορφωθεί προς τις απαιτήσεις δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη της, κατά τα οριζόμενα στις παραγράφους (α), (β) και (γ) του εδαφίου (1) του άρθρου  61, δεν πραγματοποιεί συναλλαγή μέσω τραπεζικού λογαριασμού, δεν συνάπτει επιχειρηματική σχέση ή δεν πραγματοποιεί τη συναλλαγή, ανάλογα με την περίπτωση, τερματίζει την εν λόγω επιχειρηματική σχέση και εξετάζει το ενδεχόμενο υποβολής αναφοράς για ύποπτη συναλλαγή σε σχέση με τον πελάτη στη Μονάδα, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 69.

(5) Ανεξάρτητοι επαγγελματίες νομικοί, ελεγκτές, φορολογικοί σύμβουλοι και εξωτερικοί λογιστές, δεν καλύπτονται από τις διατάξεις του εδαφίου (4), όταν αυτοί ενεργούν στο πλαίσιο της αξιολόγησης της νομικής κατάστασης των πελατών τους ή υπερασπίζονται ή εκπροσωπούν τους πελάτες τους σε οποιαδήποτε δικαστική διαδικασία ή σχετικά με αυτή, συμπεριλαμβανομένης της παροχής συμβουλής σχετικά με την έναρξη ή την αποφυγή έναρξης τέτοιας διαδικασίας.

(5Α) Κατά παρέκκλιση από τις διατάξεις του εδαφίου (1), όσον αφορά το εδάφιο (4) του άρθρου 61, η επαλήθευση της ταυτότητας των δικαιούχων πραγματοποιείται το αργότερο κατά τον χρόνο της πληρωμής  του προϊόντος του ασφαλιστήριου συμβολαίου:

Νοείται ότι, σε περίπτωση εκχώρησης σε τρίτον, εν όλω ή εν μέρει, της ασφάλειας ζωής ή άλλης ασφάλειας με επενδυτικό σκοπό, τα πιστωτικά ιδρύματα και οι χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί που έχουν γνώση της εκχώρησης ταυτοποιούν τον πραγματικό δικαιούχο κατά τον χρόνο της εκχώρησης στο φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή τη νομική διευθέτηση που λαμβάνει για ίδιο όφελος την αξία του εκχωρούμενου ασφαλιστήριου συμβολαίου.

(6) Οι διαδικασίες προσδιορισμού ταυτότητας και τα μέτρα δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη πρέπει να εφαρμόζονται όχι μόνο σε νέους πελάτες, αλλά και στους υφιστάμενους πελάτες, την κατάλληλη χρονική στιγμή, ανάλογα με τον βαθμό κινδύνου εμπλοκής τους σε αδικήματα νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, μεταξύ άλλων, και όταν μεταβάλλονται οι σχετικές περιστάσεις του πελάτη.

Απλουστευμένη δέουσα επιμέλεια ως προς τον πελάτη

63. (1) Υπόχρεη οντότητα δύναται να εφαρμόζει απλουστευμένα μέτρα δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη, εφόσον προηγουμένως βεβαιωθεί ότι η επιχειρηματική σχέση ή η συναλλαγή παρουσιάζει χαμηλότερο βαθμό κινδύνου:

Νοείται ότι υπόχρεη οντότητα παρακολουθεί επαρκώς τη συναλλαγή και την επιχειρηματική σχέση, ώστε να είναι δυνατός ο εντοπισμός ασυνήθιστων ή ύποπτων συναλλαγών.

(2) Κατά την εκτίμηση των κινδύνων νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, που σχετίζονται με κατηγορίες πελατών, γεωγραφικές περιοχές και με συγκεκριμένα προϊόντα, υπηρεσίες, συναλλαγές ή διαύλους παροχής υπηρεσιών, η υπόχρεη οντότητα λαμβάνει υπόψη τουλάχιστον τους διαλαμβανόμενους στο Παράρτημα ΙΙ παράγοντες που αφορούν καταστάσεις δυνητικά μικρότερου κινδύνου.

Αυξημένη δέουσα επιμέλεια ως προς τον πελάτη

64.-(1) Υπόχρεη οντότητα εφαρμόζει αυξημένα μέτρα δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη, επιπλέον των μέτρων που αναφέρονται στα άρθρα 60, 61 και 62, στις ακόλουθες περιπτώσεις:

(α) Όταν συναλλάσσεται με φυσικό πρόσωπο ή νομική οντότητα με εγκατάσταση σε τρίτη χώρα υψηλού κινδύνου:

Νοείται ότι, δεν απαιτείται αυτόματη εφαρμογή ενισχυμένων μέτρων δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη σε περίπτωση υποκαταστήματος ή θυγατρικής πλειοψηφικής συμμετοχής που βρίσκεται σε τρίτη χώρα υψηλού κινδύνου και το ιδιοκτησιακό καθεστώς του οποίου/της οποίας έχει υπόχρεη οντότητα εγκατεστημένη στην Ευρωπαϊκή Ένωση, όταν το εν λόγω υποκατάστημα ή θυγατρική πλειοψηφικής συμμετοχής τηρεί πλήρως τις πολιτικές και τις διαδικασίες που εφαρμόζονται σε επίπεδο ομίλου σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 68Α και,  στην περίπτωση αυτή, η υπόχρεη οντότητα χρησιμοποιεί προσέγγιση βάσει του κινδύνου·

(β) σε διασυνοριακές σχέσεις ανταπόκρισης με ίδρυμα-πελάτη από τρίτη χώρα, πιστωτικό ίδρυμα και χρηματοπιστωτικός οργανισμός -

(i) συλλέγει επαρκείς πληροφορίες σχετικά με το ίδρυμα-πελάτη για να καταστεί πλήρως κατανοητή η φύση των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων του και να γίνει δυνατή η εκτίμηση, από τις δημόσια διαθέσιμες πληροφορίες, της φήμης του ιδρύματος και της ποιότητας της εποπτείας του,

(ii) αξιολογεί τα συστήματα και τις διαδικασίες που εφαρμόζει το ίδρυμα-πελάτης για την παρεμπόδιση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότηση της τρομοκρατίας,

(iii) λαμβάνει έγκριση από τα ανώτερα διοικητικά στελέχη πριν από τη σύναψη νέων σχέσεων ανταπόκρισης,

(iv) τεκμηριώνει τις αντίστοιχες αρμοδιότητες του ιδρύματος-ανταποκριτή και του ιδρύματος-πελάτη,

(v) όσον αφορά τους λογαριασμούς πλάγιας πρόσβασης (payable-through accounts), διασφαλίζει ότι το ίδρυμα-πελάτης επαληθεύει την ταυτότητα των πελατών και ασκεί συνεχή δέουσα επιμέλεια ως προς τους πελάτες που έχουν άμεση πρόσβαση στους λογαριασμούς του ιδρύματος-ανταποκριτή και ότι μπορεί να παράσχει στοιχεία και δεδομένα σχετικά με τη δέουσα επιμέλεια ως προς τους πελάτες κατόπιν σχετικού αιτήματος του ιδρύματος-ανταποκριτή·

(γ) σε συναλλαγές ή επιχειρηματικές σχέσεις με πολιτικώς εκτεθειμένο πρόσωπο, υπόχρεη οντότητα -

(i) διαθέτει κατάλληλα συστήματα διαχείρισης του κινδύνου, συμπεριλαμβανομένων διαδικασιών βασιζομένων στους κινδύνους, για να καθορίζει εάν ο πελάτης ή ο πραγματικός δικαιούχος του πελάτη είναι πολιτικώς εκτεθειμένο πρόσωπο,

(ii) εφαρμόζει τα ακόλουθα μέτρα σε περίπτωση επιχειρηματικής σχέσης με πολιτικώς εκτεθειμένο πρόσωπο:

(αα) Λαμβάνει έγκριση από τα ανώτερα διοικητικά στελέχη για τη σύναψη ή τη διατήρηση επιχειρηματικής σχέσης με τέτοιο πρόσωπο·

(ββ) λαμβάνει επαρκή μέτρα για να εξακριβώνει την πηγή των περιουσιακών στοιχείων και την προέλευση των κεφαλαίων τα οποία αφορούν επιχειρηματική σχέση ή συναλλαγή με τέτοιο πρόσωπο·

(γγ) διενεργεί αυξημένη και συνεχή παρακολούθηση της εν λόγω επιχειρηματικής σχέσης:

Νοείται ότι, όταν πολιτικώς εκτεθειμένο πρόσωπο έχει παύσει να ασκεί σημαντικό δημόσιο λειτούργημα στη Δημοκρατία ή σε κράτος μέλος ή σε τρίτη χώρα ή να κατέχει σημαντική δημόσια θέση σε διεθνή οργανισμό, η υπόχρεη οντότητα λαμβάνει υπόψη τον κίνδυνο που συνεχίζει να θέτει το εν λόγω πρόσωπο και λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα, ανάλογα με το βαθμό κινδύνου, για χρονικό διάστημα τουλάχιστον δώδεκα (12) μηνών, έως ότου θεωρηθεί ότι το πρόσωπο αυτό δεν ενέχει πλέον κίνδυνο που χαρακτηρίζει ειδικά τα πολιτικώς εκτεθειμένα πρόσωπα·

(iii) εφαρμόζει τα αναφερόμενα στις υποπαραγράφους (i) και (ii) μέτρα στους στενούς συγγενείς ή στα πρόσωπα που είναι γνωστά ως στενοί συνεργάτες πολιτικώς εκτεθειμένου προσώπου.

(2)(α) Υπόχρεη οντότητα λαμβάνει εύλογα μέτρα προκειμένου να καθορίσει κατά πόσο δικαιούχος ασφαλιστήριου συμβολαίου ζωής ή άλλου ασφαλιστήριου συμβολαίου με επενδυτικό σκοπό ή/και ενδεχομένως, ο πραγματικός δικαιούχος του δικαιούχου είναι πολιτικώς εκτεθειμένο πρόσωπο.

(β) Τα αναφερόμενα στην παράγραφο (α) μέτρα λαμβάνονται το αργότερο κατά τον χρόνο της πληρωμής του προϊόντος του ασφαλιστήριου συμβολαίου ή κατά τον χρόνο της εκχώρησης, εν όλω ή εν μέρει, του ασφαλιστήριου συμβολαίου.

(γ) Όταν -

(i) δικαιούχος ασφαλιστήριου συμβολαίου ζωής ή άλλου ασφαλιστήριου συμβολαίου, με επενδυτικό σκοπό ή/και ενδεχομένως ο πραγματικός δικαιούχος του δικαιούχου καθοριστεί ως πολιτικώς εκτεθειμένο πρόσωπο κατά το χρόνο της πληρωμής του προϊόντος του ασφαλιστήριου συμβολαίου ή κατά το χρόνο της εκχώρησης, ή/και

(ii) εντοπίζονται υψηλότεροι κίνδυνοι στις συναλλαγές ή στις επιχειρηματικές σχέσεις με πολιτικώς εκτεθειμένο πρόσωπο, επιπλέον της εφαρμογής των μέτρων δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη που αναφέρονται στα άρθρα 60, 61 και 62, υπόχρεη οντότητα -

(αα) ενημερώνει τα ανώτερα διοικητικά στελέχη πριν από την πληρωμή του προϊόντος του ασφαλιστήριου συμβολαίου, και

(ββ) διενεργεί αυξημένο έλεγχο ολόκληρης της επιχειρηματικής σχέσης με τον αντισυμβαλλόμενο.

(3) Υπόχρεη οντότητα εφαρμόζει αυξημένα μέτρα δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη, επιπλέον των μέτρων που αναφέρονται στα άρθρα 60, 61 και 62, και σε άλλες περιπτώσεις οι οποίες από τη φύση τους παρουσιάζουν υψηλό κίνδυνο νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή χρηματοδότησης της τρομοκρατίας:

Νοείται ότι κατά την εκτίμηση των εν λόγω κινδύνων η υπόχρεη οντότητα λαμβάνει υπόψη τουλάχιστον τους παράγοντες καταστάσεων δυνητικά υψηλότερου κινδύνου, οι οποίοι παρατίθενται στο Παράρτημα ΙΙΙ.

(4) Υπόχρεη οντότητα εξετάζει, στο μέτρο του ευλόγως δυνατού, το ιστορικό και τον σκοπό όλων των πολύπλοκων και ασυνήθιστα μεγάλων συναλλαγών και όλα τα ασυνήθιστα είδη συναλλαγών που πραγματοποιούνται χωρίς προφανή οικονομικό ή νόμιμο σκοπό και ειδικότερα, η υπόχρεη οντότητα εντατικοποιεί το βαθμό και τη φύση της παρακολούθησης της επιχειρηματικής σχέσης, προκειμένου να προσδιοριστεί αν οι εν λόγω συναλλαγές ή δραστηριότητες φαίνονται ύποπτες.

Συναλλαγές για λογαριασμό άλλου προσώπου

65. [Διαγράφηκε]
Απαγόρευση συνεργασίας με εικονική τράπεζα και τήρησης ανώνυμων λογαριασμών

66. (1) (α) Απαγορεύεται σε πιστωτικό ίδρυμα και σε χρηματοπιστωτικό οργανισμό να συνάπτει ή να συνεχίζει  σχέση ανταπόκρισης με εικονική τράπεζα.

(β) Πιστωτικό ίδρυμα και χρηματοπιστωτικός οργανισμός λαμβάνει τα απαραίτητα μέτρα ώστε να εξασφαλίζει ότι δεν συνάπτει ή δεν συνεχίζει, ανάλογα με την περίπτωση, σχέσεις ανταπόκρισης με πιστωτικό ίδρυμα ή χρηματοπιστωτικό οργανισμό, ο οποίος είναι γνωστό ότι επιτρέπει να χρησιμοποιούνται οι λογαριασμοί του από εικονική τράπεζα.

(2) Απαγορεύεται στις υπόχρεες οντότητες να ανοίγουν ή να τηρούν ανώνυμους ή αριθμημένους λογαριασμούς ή λογαριασμούς σε ονόματα άλλα από αυτά που αναφέρονται σε επίσημα έγγραφα ταυτότητας.

(3) Οι υπόχρεες οντότητες οφείλουν να δίδουν ιδιαίτερη προσοχή σε κάθε απειλή ή κίνδυνο νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή χρηματοδότησης της τρομοκρατίας που μπορεί να προκύψει από προϊόντα ή συναλλαγές που ενδέχεται να ευνοήσουν την ανωνυμία, να λαμβάνουν μέτρα, εάν χρειαστεί, για τη πρόληψη της χρησιμοποίησης τους για τέτοιες ενέργειες και να εφαρμόζουν κατά το δυνατόν εύλογα μέτρα και διαδικασίες για την αντιμετώπιση των κινδύνων που προκύπτουν  από τεχνολογικές εξελίξεις και νέα χρηματοοικονομικά προϊόντα

Εκτέλεση από τρίτα πρόσωπα

67. (1) Οι υπόχρεες οντότητες βάσει του άρθρου 60 του παρόντος Νόμου δύνανται να βασίζονται σε τρίτα πρόσωπα για την εκτέλεση των διαδικασιών προσδιορισμού ταυτότητας και μέτρων δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη, όπως αυτά καθορίζονται στις παραγράφους (α), (β) και (γ) του εδαφίου (1) του άρθρου 61 του παρόντος Νόμου:

Νοείται ότι η τελική ευθύνη για την εκτέλεση των πιο πάνω μέτρων και διαδικασιών βαρύνει την υπόχρεη οντότητα και το οποίο βασίζεται στο τρίτο πρόσωπο.

(2)(α) Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, «τρίτα πρόσωπα» σημαίνει τις υπόχρεες οντότητες που καθορίζονται στις παραγράφους (α), (β), (γ) και (δ) του εδάφιου (1) του άρθρου 2Α ή άλλα ιδρύματα ή πρόσωπα που βρίσκονται στα κράτη μέλη ή σε τρίτη χώρα, τα οποία-

(i) Εφαρμόζουν μέτρα δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη και μέτρα τήρησης αρχείων τα οποία συνάδουν με αυτά που θεσπίζονται με την Οδηγία της Ε.Ε.· και

(ii) υπόκεινται σε εποπτεία που συνάδει με τις σχετικές απαιτήσεις της Οδηγίας της Ε.Ε.

(β) (i) Υπόχρεη οντότητα δεν βασίζεται σε τρίτα πρόσωπα εγκατεστημένα σε τρίτες χώρες υψηλού κινδύνου.

(ii) Κάθε αρμόδια Εποπτική Αρχή δύναται να εξαιρεί από την αναφερόμενη στην υποπαράγραφο (i) απαγόρευση υποκατάστημα και θυγατρική πλειοψηφικής συμμετοχής υπόχρεης οντότητας εγκατεστημένης στην Ευρωπαϊκή Ένωση, όταν το εν λόγω υποκατάστημα ή η εν λόγω θυγατρική τηρεί πλήρως τις πολιτικές και τις διαδικασίες που εφαρμόζονται σε επίπεδο ομίλου σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 68Α.

(3) Οι υπόχρεες οντότητες θα πρέπει να απαιτούν από το τρίτο πρόσωπο όπως:

(α) Θέτει άμεσα στη διάθεση τους τα στοιχεία, πληροφορίες και έγγραφα ταυτότητας που έλαβε κατά την εφαρμογή των διαδικασιών προσδιορισμού ταυτότητας και μέτρων δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη σύμφωνα με τις παραγράφους (α), (β) και (γ) του εδαφίου (1) του άρθρου 61· και

(β) άμεσα διαβιβάζει προς αυτούς αντίγραφα των εγγράφων αυτών και των σχετικών στοιχείων και πληροφοριών για την ταυτότητα του πελάτη και του πραγματικού δικαιούχου τα οποία το τρίτο πρόσωπο συνέλλεξε όταν εφάρμοζε τις πιο πάνω διαδικασίες και μέτρα.

(4) Σε περίπτωση ομίλου, η αρμόδια Εποπτική Αρχή του κράτους μέλους καταγωγής και η αρμόδια Εποπτική Αρχή του κράτους μέλους υποδοχής (για υποκαταστήματα και θυγατρικές) μπορούν να θεωρήσουν ότι υπόχρεη οντότητα εφαρμόζει τα μέτρα που θεσπίζονται σύμφωνα με τα εδάφια (2) και (3), μέσω του προγράμματος του ομίλου της, εφόσον πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

(α) Η υπόχρεη οντότητα βασίζεται σε πληροφορίες που παρέχονται από τρίτο πρόσωπο το οποίο ανήκει στον ίδιο όμιλο·

(β) ο εν λόγω όμιλος εφαρμόζει μέτρα δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη, κανόνες για την τήρηση αρχείων και προγράμματα για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας σύμφωνα με τις απαιτήσεις της Οδηγίας της Ε.Ε. ή ισοδύναμους κανόνες·

(γ) η αποτελεσματική εφαρμογή των απαιτήσεων που αναφέρονται στην παράγραφο (β) υπόκειται σε εποπτεία σε επίπεδο ομίλου από την αρμόδια εποπτική αρχή του κράτους μέλους καταγωγής ή της τρίτης χώρας.

(5) Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου δεν εφαρμόζονται σε σχέσεις ανάθεσης ή σχέσεις πρακτόρευσης στο πλαίσιο των οποίων, βάσει συμβατικής ρύθμισης, ο πάροχος της εξωτερικής υπηρεσίας ή ο πράκτορας θεωρείται μέρος της υπόχρεης οντότητας.

Διαδικασία τήρησης αρχείων

68.-(1) Υπόχρεη οντότητα τηρεί τα ακόλουθα έγγραφα και πληροφορίες, για περίοδο πέντε (5) ετών μετά το τέλος της επιχειρηματικής της σχέσης με τον πελάτη ή μετά την ημερομηνία της μεμονωμένης συναλλαγής:

(α) Αντίγραφο των εγγράφων και των πληροφοριών που απαιτούνται για τη συμμόρφωση με τις απαιτήσεις δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη, όπως ορίζονται στον παρόντα Νόμο·

(β) τα σχετικά αποδεικτικά στοιχεία και αρχεία των συναλλαγών τα οποία είναι αναγκαία για τον προσδιορισμό των συναλλαγών·

(γ) τα σχετικά έγγραφα της αλληλογραφίας με τους πελάτες και άλλα πρόσωπα με τα οποία διατηρείται επιχειρηματική σχέση.

(1Α) Κατά τη λήξη της αναφερόμενης στο εδάφιο (1) περιόδου, η υπόχρεη οντότητα διαγράφει τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, εκτός εάν προβλέπεται διαφορετικά από άλλη διάταξη νόμου:

Νοείται ότι υπόχρεη οντότητα διατηρεί τα πιο πάνω έγγραφα και πληροφορίες για πέντε (5) επιπρόσθετα έτη σε περίπτωση που ευλόγως δικαιολογείται η περαιτέρω τήρηση των εγγράφων και πληροφοριών για σκοπούς πρόληψης, εντοπισμού ή διερεύνησης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, άνευ επηρεασμού των διατάξεων που αφορούν τις ποινικές διαδικασίες σχετικά με τα αποδεικτικά στοιχεία σε σχέση με εν εξελίξει ποινικές έρευνες και διαδικασίες.

(1Β) Σε σχέση με τις περιπτώσεις κατά τις οποίες, στις 25 Ιουνίου 2015 εκκρεμούσαν νομικές διαδικασίες όσον αφορά την πρόληψη, τον εντοπισμό, την έρευνα ή την άσκηση ποινικής δίωξης, όταν υπάρχουν υπόνοιες για νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και χρηματοδότηση της τρομοκρατίας και υπόχρεη οντότητα έχει πληροφορίες ή έγγραφα σχετικά με τις εν λόγω εκκρεμείς διαδικασίες, η υπόχρεη οντότητα, δύναται να διατηρεί τις εν λόγω πληροφορίες ή έγγραφα, για χρονικό διάστημα μέχρι και τις 24 Ιουνίου 2020:

Νοείται ότι, άνευ επηρεασμού των διατάξεων που αφορούν τις ποινικές διαδικασίες, που ισχύουν σχετικά με τα αποδεικτικά στοιχεία, σε ποινικές έρευνες και νομικές διαδικασίες, η υπόχρεη οντότητα οφείλει να διατηρεί τις εν λόγω πληροφορίες και έγγραφα μέχρι τις 24 Ιουνίου 2025.

(2) Υπόχρεη οντότητα διασφαλίζει ότι όλα τα αναφερόμενα στο εδάφιο (1) έγγραφα τίθενται έγκαιρα και χωρίς καθυστέρηση στη διάθεση της Μονάδας και της αρμόδιας Εποπτικής Αρχής για σκοπούς εκτέλεσης των καθηκόντων που ανατίθενται σ’ αυτές δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου.

Δέουσα επιμέλεια και διαδικασίες προσδιορισμού ταυτότητας και τήρησης αρχείου σε επίπεδο ομίλου

68Α.-(1) Υπόχρεη οντότητα που ανήκει σε όμιλο εφαρμόζει πολιτικές και διαδικασίες σε επίπεδο ομίλου, συμπεριλαμβανομένων των πολιτικών για την προστασία των δεδομένων, καθώς και των πολιτικών και των διαδικασιών για την ανταλλαγή πληροφοριών στο πλαίσιο του ομίλου, για σκοπούς παρεμπόδισης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας.

(2) Υπόχρεη οντότητα βεβαιώνεται ότι οι αναφερόμενες στο εδάφιο (1) πολιτικές και διαδικασίες εφαρμόζονται αποτελεσματικά σε επίπεδο υποκαταστημάτων και θυγατρικών, των οποίων το ιδιοκτησιακό καθεστώς έχει κατά πλειοψηφία, που βρίσκονται σε κράτος μέλος και τρίτη χώρα.

(3) Υπόχρεη οντότητα που λειτουργεί εγκαταστάσεις σε άλλο κράτος μέλος συμμορφώνεται με τις διατάξεις του άλλου κράτους μέλους  οι οποίες έχουν μεταφερθεί  στην εθνική του νομοθεσία για σκοπούς εναρμόνισης με την Οδηγία της Ε.Ε..

(4) Σε περίπτωση που υπόχρεη οντότητα διαθέτει υποκαταστήματα ή θυγατρικές, των οποίων το ιδιοκτησιακό καθεστώς έχει κατά πλειοψηφία, και τα οποία βρίσκονται σε τρίτη χώρα, όπου οι ελάχιστες απαιτήσεις για την παρεμπόδιση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας είναι λιγότερο αυστηρές από τις προβλεπόμενες στο παρόντα Νόμο και στις εκάστοτε Οδηγίες και Εγκυκλίους που εκδίδονται από τις αρμόδιες Εποπτικές Αρχές, τα εν λόγω υποκαταστήματά τους και οι θυγατρικές τους εφαρμόζουν τις απαιτήσεις που προβλέπονται στο παρόντα Νόμο και στις εκάστοτε οδηγίες και εγκυκλίους που εκδίδονται από την αρμόδια Εποπτική Αρχή, συμπεριλαμβανομένης της προστασίας των δεδομένων, στον βαθμό που το επιτρέπει η νομοθεσία της τρίτης χώρας στην οποία βρίσκονται.

(5) Σε περίπτωση που η νομοθεσία τρίτης χώρας δεν επιτρέπει την εφαρμογή των προβλεπόμενων στα εδάφια (1) και (2) πολιτικών και διαδικασιών, η υπόχρεη οντότητα που διατηρεί  υποκαταστήματα  και θυγατρικές, των οποίων το ιδιοκτησιακό καθεστώς έχει κατά πλειοψηφία, στην εν λόγω τρίτη χώρα οφείλει -

(α) Να λάβει επιπρόσθετα μέτρα ώστε να αντιμετωπίζει αποτελεσματικά τον κίνδυνο της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, και

(β) να ενημερώσει άμεσα την αρμόδια Εποπτική Αρχή.

Έγκαιρη ανταπόκριση σε ερωτήματα της Μονάδας ή των Εποπτικών Αρχών

68Β. Οι υπόχρεες οντότητες εφαρμόζουν συστήματα και διαδικασίες που καθιστούν δυνατή την έγκαιρη ανταπόκριση σε ερωτήματα της Μονάδας ή  της αρμόδιας Εποπτικής Αρχής κατά πόσον τηρούν ή είχαν τηρήσει κατά τη διάρκεια των τελευταίων πέντε (5) ετών επιχειρηματική σχέση με συγκεκριμένα πρόσωπα καθώς και ως προς το είδος αυτής της επιχειρηματικής σχέσης.

Αδίκημα παροχής ψευδών ή παραπλανητικών στοιχείων ή πληροφοριών και ψευδών ή πλαστογραφημένων εγγράφων

68Γ. Σε περίπτωση που πελάτης υπόχρεων οντοτήτων, ή πρόσωπο που είναι εξουσιοδοτημένο να ενεργεί εκ μέρους του πελάτη, ή τρίτο πρόσωπο σύμφωνα με την παράγραφο (α) του εδαφίου (2) του άρθρου 67, πάνω στο οποίο η υπόχρεη οντότητα βασίζεται για την εκτέλεση των διαδικασιών προσδιορισμού ταυτότητας και μέτρων δέουσας επιμέλειας, εν γνώσει του  παρέχει ψευδή ή παραπλανητικά στοιχεία και πληροφορίες για την ταυτότητα του πελάτη ή του τελικού πραγματικού δικαιούχου ή παρουσιάζει ψευδή ή πλαστογραφημένα έγγραφα ταυτότητας, είναι ένοχος αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα δύο  (2)  χρόνια ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις εκατό χιλιάδες ευρώ (€100.000) ή και στις δύο αυτές ποινές.

Ορισμός συντονιστή σε χρηματοοικονομικό όμιλο

68Δ. [Διαγράφηκε]
  • Ιστορικό Τροποποιήσεων
  • 13(I)/2018
Διαδικασίες εσωτερικής αναφοράς και αναφοράς στη ΜΟΚΑΣ

69. Οι υπόχρεες οντότητες εφαρμόζουν τις ακόλουθες διαδικασίες εσωτερικής αναφοράς και αναφοράς στη Μονάδα οι οποίες:

(α) Ορίζουν ανώτερο στέλεχος το οποίο διαθέτει ικανότητα, γνώσεις και εμπειρογνωμοσύνη, ως “λειτουργό συμμόρφωσης” στον οποίο θα γίνεται η αναφορά για οποιαδήποτε πληροφορία ή άλλο θέμα το οποίο περιέρχεται στην αντίληψη του και που, κατά τη γνώμη του, αποδεικνύει ή δημιουργεί υποψίες ότι άλλο πρόσωπο ενέχεται σε αδικήματα νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή χρηματοδότησης της τρομοκρατίας·

(β) απαιτούν όπως, οποιαδήποτε τέτοια αναφορά, εξετάζεται υπό το φως όλων των σχετικών πληροφοριών από το λειτουργό συμμόρφωσης για να διαπιστωθεί κατά πόσο η πληροφορία ή άλλο θέμα που περιλαμβάνεται στην αναφορά πράγματι αποδεικνύει το γεγονός αυτό ή δημιουργούν τέτοια υποψία·

(γ) επιτρέπουν στο λειτουργό συμμόρφωσης σύμφωνα με την παράγραφο (β) πιο πάνω να έχει άμεση και έγκαιρη πρόσβαση σε άλλες πληροφορίες, στοιχεία και έγγραφα τα οποία δυνατό να το βοηθήσουν και τα οποία είναι διαθέσιμα στο πρόσωπο που διεξάγει χρηματοοικονομικές ή άλλες δραστηριότητες·

(δ) όταν γνωρίζουν ή έχουν εύλογες υποψίες ότι χρηματικά ποσά, ανεξαρτήτως του ύψους τους, συνιστούν έσοδα από παράνομες δραστηριότητες ή σχετίζονται με τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, διασφαλίζουν ότι ενημερώνεται άμεσα η Μονάδα, με δική τους πρωτοβουλία από τον αναφερόμενο στην παράγραφο (α) λειτουργό συμμόρφωσης, υποβάλλοντας σχετική έκθεση και παρέχοντας συμπληρωματικές πληροφορίες μετά από σχετικό αίτημα της Μονάδας:

Νοείται ότι η υποχρέωση αναφοράς ύποπτων συναλλαγών στη Μονάδα περιλαμβάνει και απόπειρα διενέργειας τέτοιων ύποπτων συναλλαγών·

(ε) Οι  υποχρεώσεις που επιβάλλονται δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 68Β και της παραγράφου (δ) του παρόντος άρθρου δεν εφαρμόζονται σε ανεξάρτητους επαγγελματίες νομικούς, ελεγκτές, εξωτερικούς λογιστές και φορολογικούς συμβούλους, αποκλειστικά και μόνον στο βαθμό που η εν λόγω εξαίρεση αφορά τις πληροφορίες που λαμβάνουν από ή σχετικά με πελάτη τους, κατά την αξιολόγηση της νομικής κατάστασης του εν λόγω πελάτη ή όταν τον υπερασπίζονται ή τον εκπροσωπούν σε δίκη ή σχετικά με δίκη, συμπεριλαμβανομένης της παροχής συμβουλών για τη λήψη δικαστικών μέτρων ή την αποφυγή λήψης δικαστικών μέτρων, ανεξαρτήτως αν οι πληροφορίες λαμβάνονται πριν, κατά τη διάρκεια ή μετά τα δικαστικά μέτρα.

Καλή τη πίστει γνωστοποίηση δεν αποτελεί παράβαση απαγόρευσης της γνωστοποίησης πληροφοριών

69Α. Η καλή τη πίστει γνωστοποίηση πληροφοριών από υπόχρεη οντότητα ή από υπάλληλο ή από διευθυντή τέτοιας υπόχρεης οντότητας, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 69, δεν αποτελεί παράβαση οποιασδήποτε συμβατικής ή νομοθετικής, κανονιστικής ή διοικητικής απαγόρευσης γνωστοποίησης πληροφοριών, ούτε συνεπάγεται οποιουδήποτε είδους ευθύνη για την υπόχρεη οντότητα ή τους διευθυντές ή τους υπαλλήλους της, ακόμη κι αν οι περιστάσεις δεν τους επέτρεπαν να γνωρίζουν ακριβώς ποια ήταν η βασική παράνομη δραστηριότητα και ανεξάρτητα από το εάν πράγματι διαπράχθηκε παράνομη δραστηριότητα.

Προστασία προσώπου που υποβάλλει εσωτερική αναφορά ή αναφορά στη Μονάδα για ύποπτες συναλλαγές

69Β. Πρόσωπο το οποίο υποβάλλει εσωτερική αναφορά ή αναφορά στη Μονάδα για ύποπτες συναλλαγές δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 69, τυγχάνει προστασίας από οποιαδήποτε απειλή ή εχθρική ενέργεια ή από οποιαδήποτε έκθεσή του σε απειλές ή εχθρικές ενέργειες και ειδικότερα από δυσμενείς ενέργειες ή διακρίσεις στον εργασιακό χώρο.

Αποφυγή διενέργειας ύποπτων συναλλαγών προτού αναφερθούν στη Μονάδα

70. Οι υπόχρεες οντότητες αποφεύγουν τη διενέργεια συναλλαγών, για τις οποίες γνωρίζουν ή υποπτεύονται ότι συνδέονται με αδικήματα νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, προτού αναφέρουν την υποψία τους στη Μονάδα σύμφωνα με τα άρθρα 27 και 69 του παρόντος Νόμου:

Νοείται ότι, αν η αποφυγή της διενέργειας της συναλλαγής είναι αδύνατη ή ενδέχεται να εμποδίσει τη δίωξη των προσώπων υπέρ των οποίων διενεργείται η εικαζόμενη νομιμοποίηση εσόδων ή χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, οι υπόχρεες οντότητες, θα πρέπει να ενημερώσουν τη Μονάδα αμέσως μετά τη συναλλαγή.

Κεντρικό σημείο επαφής για εκδότες ηλεκτρονικού χρήματος και πάροχους υπηρεσιών πληρωμών

70Α. (1) Η αρμόδια Εποπτική Αρχή δύναται να απαιτήσει από εκδότη ηλεκτρονικού χρήματος και πάροχο υπηρεσιών πληρωμών ο οποίος είναι εγκατεστημένος στη Δημοκρατία υπό μορφή αντιπροσώπου το διορισμό ενός κεντρικού σημείου επαφής στη Δημοκρατία.

(2) Το κεντρικό σημείο επαφής που αναφέρεται στο εδάφιο (1) διασφαλίζει, για λογαριασμό του αρμόδιου για τον καθορισμό του κεντρικού σημείου επαφής ιδρύματος, τη συμμόρφωση με τις απαιτήσεις που προβλέπονται στο παρόν Μέρος και στις εκάστοτε οδηγίες που εκδίδονται από την αρμόδια Εποπτική Αρχή για την παρεμπόδιση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας και για να διευκολύνει την εποπτεία από την αρμόδια Εποπτική Αρχή, παρέχοντας, μεταξύ άλλων, έγγραφα και πληροφορίες κατόπιν απαίτησής της.

Επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα

70Β. (1) Η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που διενεργείται δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου υπόκειται στις διατάξεις του Περί Επεξεργασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (Προστασία του Ατόμου) Νόμου.

(2) Για σκοπούς του παρόντος Νόμου τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, υποβάλλονται σε επεξεργασία από τις υπόχρεες οντότητες μόνο για σκοπούς των διατάξεων του παρόντος Νόμου και δεν υποβάλλονται σε οποιαδήποτε άλλη ασύμβατη επεξεργασία.

(3) Η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα για σκοπούς άλλους από αυτούς που προβλέπονται στον παρόντα Νόμο, όπως οι εμπορικοί σκοποί, απαγορεύεται.

(4) Οι υπόχρεες οντότητες παρέχουν στους νέους πελάτες τους -

(α) Τις πληροφορίες που απαιτούνται σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου (1) του άρθρου 11 του Περί Επεξεργασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (Προστασία του Ατόμου) Νόμου, πριν από την έναρξη επιχειρηματικής σχέσης ή τη διεξαγωγή μεμονωμένης συναλλαγής, και

(β) ενημέρωση, πριν την έναρξη επιχειρηματικής σχέσης ή τη διεξαγωγή μεμονωμένης συναλλαγής, για την επεξεργασία στην οποία υποβάλλονται δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου για σκοπούς  παρεμπόδισης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας.

(5) Το δικαίωμα πρόσβασης του υποκειμένου των δεδομένων στα δεδομένα που το αφορούν δύναται να αρθεί εν μέρει ή εν όλω σύμφωνα με τις διατάξεις του Περί Επεξεργασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (Προστασία του Ατόμου) Νόμου -

(α) Για σκοπούς ορθής εκπλήρωσης των καθηκόντων των υπόχρεων οντοτήτων και των εποπτικών αρχών, όπως αυτά απορρέουν από τον παρόντα Νόμο· ή

(β) για να μην παρεμποδίζεται η διενέργεια επίσημων ή νομικών ερευνών, αναλύσεων ή διαδικασιών για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου και να εξασφαλίζεται ότι δεν διακυβεύονται η πρόληψη, η διερεύνηση και ο εντοπισμός της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας.

(6) Η επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα βάσει των διατάξεων του παρόντος Νόμου με σκοπό την πρόληψη της νομιμοποίησης εσόδων και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας θεωρείται ζήτημα δημόσιου ενδιαφέροντος σύμφωνα με τις διατάξεις της Οδηγίας 95/46/ΕΚ.

Μη εκτέλεση ή καθυστέρηση εκτέλεσης συναλλαγής για λογαριασμό πελάτη από υπόχρεη οντότητα

71. Η  μη εκτέλεση ή η καθυστέρηση εκτέλεσης οποιασδήποτε συναλλαγής για λογαριασμό πελάτη, από υπόχρεη οντότητα δε θα λογίζεται ως παράβαση οποιασδήποτε συμβατικής ή άλλης υποχρέωσης του εν λόγω προσώπου προς τον πελάτη του αν οφείλεται-

(α) στη μη παροχή επαρκών στοιχείων ή πληροφοριών για-

(i) τη φύση και τον οικονομικό ή εμπορικό σκοπό της συναλλαγής, ή/και

(ii) τα εμπλεκόμενα μέρη, όπως απαιτείται από τον  Κανονισμό (ΕΚ) αρ. 1781/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της Ε.Ε. της 15ης Νοεμβρίου 2006 περί των πληροφοριών για τον πληρωτή που συνοδεύουν τις μεταφορές χρηματικών ποσών, ή

(β) στη γνώση ότι τα χρήματα που βρίσκονται σε πίστη του λογαριασμού ή η συναλλαγή, πιθανόν να συνδέονται με αδικήματα νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή χρηματοδότησης της τρομοκρατίας ή με τη διάπραξη άλλου ποινικού αδικήματος.

ΜΕΡΟΣ IX ΠΟΙΚΙΛΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Εφαρμογή πολιτικής διαδικασίας

72. (1) Κατά την έκδοση οποιωνδήποτε διαταγμάτων, δυνάμει του παρόντος Νόμου, στις περιπτώσεις όπου δεν υπάρχει ρητή πρόνοια στον παρόντα Νόμο, εφαρμόζονται κατ’ αναλογίαν οι σχετικές διατάξεις του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου και των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, εξαιρουμένων των διατάξεων του άρθρου 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, που αφορά την έκδοση διαταγμάτων χωρίς ειδοποίηση:

Νοείται ότι δικαστήριο που επιλαμβάνεται αιτήσεων για την έκδοση οποιουδήποτε διατάγματος, που προβλέπεται στο παρόντα Νόμο, εφαρμόζει το μέτρο απόδειξης που εφαρμόζεται σε πολιτική διαδικασία.

(2) Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου (1) του άρθρου 25 του περί Δικαστηρίων Νόμου, διατάγματα που εκδίδονται ή/και αποφάσεις του Δικαστηρίου που λαμβάνονται με βάση τις διατάξεις του παρόντος Νόμου, με εξαίρεση το διάταγμα που εκδίδεται δυνάμει των άρθρων 45 και 46 αυτού, υπόκεινται σε έφεση στο Ανώτατο Δικαστήριο, με εφαρμογή κατ’ αναλογίαν των σχετικών διατάξεων του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου και των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας.

(3) Διάταγμα δέσμευσης, επιβάρυνσης ή δήμευσης το οποίο έχει εκδοθεί ή έχει εγγραφεί και δεν έχει ακυρωθεί σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου, ανεξαρτήτως της ημερομηνίας έκδοσής του, παραμένει σε ισχύ, είναι εκτελεστό και δύναται να ληφθούν μέτρα εκτέλεσής του και να εκτελεστεί, ανεξάρτητα από το χρονικό διάστημα που έχει παρέλθει από την ημερομηνία έκδοσής του.

(4) Το Δικαστήριο δύναται, για τους σκοπούς εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος Νόμου, μετά από αίτηση του Γενικού Εισαγγελέα, να διατάξει την επαναφορά εταιρείας ή της επωνυμίας της εταιρείας στο Μητρώο Εγγραφής του Εφόρου Εταιρειών και με την έκδοση του διατάγματος η εταιρεία λογίζεται ότι εξακολουθούσε να υπάρχει ωσάν η επωνυμία της να μην διαγράφηκε, κατ’ αναλογία των  διατάξεων του εδαφίου (7) του άρθρου 327 του Περί Εταιριών Νόμου:

Νοείται ότι, για τους σκοπούς του παρόντος εδαφίου «δικαστήριο» σημαίνει Πρόεδρο ή Ανώτερο Επαρχιακό Δικαστή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας.

Επιπτώσεις σε περιουσία που αποτελεί αντικείμενο διατάγματος που έχει εκδοθεί ή έχει εγγραφεί με βάση τις διατάξεις του παρόντος Νόμου

72Α. Περιουσία που αποτελεί αντικείμενο είτε διατάγματος που έχει εκδοθεί ή έχει εγγραφεί με βάση τις διατάξεις του παρόντος Νόμου, ήτοι διάταγμα δέσμευσης, επιβάρυνσης, κατακράτησης ή δήμευσης, είτε εγγραφής διατάγματος ή απόφασης δέσμευσης, παγώματος ή δήμευσης, και το οποίο διάταγμα εκδόθηκε πριν ή μετά την έναρξη της ισχύος των διατάξεων του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου του 2013 έως 2016, ή του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών Ιδρυμάτων και Επενδυτικών Εταιρειών Νόμου δεν επηρεάζεται με οποιοδήποτε τρόπο από την εφαρμογή των διατάξεων των πιο πάνω νόμων ή οποιουδήποτε άλλου νόμου ή κανονιστικής διοικητικής πράξης που εκδόθηκε δυνάμει αυτών ή από μέτρα εκκαθάρισης ή ειδικής εκκαθάρισης αδειοδοτημένου πιστωτικού ιδρύματος ή οποιαδήποτε άλλα μέτρα, ανεξάρτητα από το εάν η περιουσία τελικά δημευθεί ή αποδεσμευθεί.

Ακύρωση δωρεών

73. (1) Το δικαστήριο δύναται να διατάξει την ακύρωση οποιασδήποτε απαγορευμένης δωρεάς με σκοπό την εκτέλεση διατάγματος δήμευσης ή την είσπραξη οποιασδήποτε χρηματικής ποινής.

(2) Το δικαστήριο, προτού διατάξει ακύρωση της δωρεάς, παρέχει την ευκαιρία στο πρόσωπο το οποίο έχει την περιουσία που αποτελεί το αντικείμενο της δωρεάς να εκφράσει τις απόψεις του και να εξηγήσει για ποιο λόγο δεν πρέπει να γίνει η ακύρωση.

(3) Σε περίπτωση που το πρόσωπο το οποίο έχει το αντικείμενο της δωρεάς είναι ανήλικο, η ευκαιρία που αναφέρεται στο εδάφιο (2) παρέχεται στον κηδεμόνα του.

(4) Το δικαστήριο δύναται να διατάξει όπως η περιουσία, μετά την ακύρωση της δωρεάς σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου (1), εγγραφεί προσωρινά για σκοπούς εκτέλεσης οποιουδήποτε δικαστικού διατάγματος στο όνομα του παραλήπτη ή άλλου προσώπου το οποίο κατονομάζει το δικαστήριο στο διάταγμά του.

(5) Η διάθεση περιουσίας η οποία αποτελεί αντικείμενο διατάγματος δυνάμει του εδαφίου (1) γίνεται με βάση οδηγίες του δικαστηρίου.

(6) Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται οι πρόνοιες του εδαφίου (8) του άρθρου 13.

Έκδοση προσώπου που διαπράττει καθορισμένο αδίκημα

74. Παρά τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου νόμου, καθορισμένο αδίκημα αποτελεί αδίκημα για σκοπούς έκδοσης φυγοδίκων δυνάμει της σχετικής νομοθεσίας.

Επίδοση διαταγμάτων

75. Επίδοση διατάγματος, που εκδίδεται δυνάμει του Νόμου αυτού, προς εποπτική αρχή θα θεωρείται ως επίδοση προς όλα τα πρόσωπα που υπόκεινται στον έλεγχο της εποπτικής αρχής:

Νοείται ότι, η εποπτική αρχή έχει υποχρέωση όπως φέρει σε γνώση πάραυτα των προσώπων για τα οποία είναι υπεύθυνη με οποιοδήποτε τρόπο την έκδοση διατάγματος που εκδίδεται δυνάμει του Νόμου αυτού.

Τήρηση στατιστικών στοιχείων

76. (1) Οι αρμόδιες Εποπτικές Αρχές, η Μονάδα, το Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως, η Αστυνομία, το Τμήμα Τελωνείων, πρέπει να τηρούν ολοκληρωμένα στατιστικά στοιχεία για θέματα που αφορούν τον τομέα αρμοδιοτήτων τους.

(2) Τα στατιστικά στοιχεία περιλαμβάνουν τουλάχιστον-

(α) Τις αναφορές ύποπτων συναλλαγών που υποβλήθηκαν στη Μονάδα και, εφόσον διατίθενται, δεδομένα που προσδιορίζουν τον αριθμό και το ποσοστό των αναφορών οι οποίες οδήγησαν σε περαιτέρω έρευνα, μαζί με την ετήσια έκθεση προς τις υπόχρεες οντότητες, η οποία να παρέχει λεπτομέρειες σχετικά με τη χρησιμότητα των αναφορών που υπέβαλαν και τη συνέχεια που τους δόθηκε,

(β) τους ελέγχους των Εποπτικών Αρχών,

(γ) τα διοικητικά πρόστιμα και τις πειθαρχικές ποινές που επιβλήθηκαν από τις Εποπτικές Αρχές,

(δ) μετρήσιμα δεδομένα σχετικά με το μέγεθος και τη σημασία των διαφόρων τομέων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος νόμου, συμπεριλαμβανομένου του αριθμού των οντοτήτων και των προσώπων, καθώς και της οικονομικής σημασίας εκάστου τομέα,

(ε) τον αριθμό των υποθέσεων που διερευνήθηκαν, των ποινικών διώξεων, των καταδικών και τα περιουσιακά στοιχεία που δεσμεύθηκαν, κατασχέθηκαν ή δημεύθηκαν, καθώς και τα είδη των γενεσιουργών αδικημάτων και των αιτημάτων που λήφθηκαν ή αποστάληκαν από τη Μονάδα, στα πλαίσια της συνεργασίας με τις αντίστοιχες Μονάδες των άλλων χωρών.

(3) Τα αναφερόμενα στο εδάφιο (2) στατιστικά στοιχεία διαβιβάζονται στην  Επιτροπή και είναι διαθέσιμα κατά την εκτίμηση των κινδύνων σύμφωνα με την παράγραφο (β1) του άρθρου 57, τις εθνικές αξιολογήσεις περιλαμβανομένης της Εθνικής Αξιολόγησης Κινδύνων και της Αξιολόγησης της Επιτροπής «Moneyval» του Συμβουλίου της Ευρώπης.

(4) Ενοποιημένη επισκόπηση των αναφερόμενων στο εδάφιο (2) στατιστικών στοιχείων δημοσιεύεται.

Διαδικαστικός Κανονισμός

77. (1) Το Ανώτατο Δικαστήριο δύναται να εκδώσει διαδικαστικό κανονισμό για την καλύτερη εφαρμογή των διάφορων διατάξεων του παρόντος Νόμου.

(2) Μέχρις ότου εκδοθεί διαδικαστικός κανονισμός, τα δικαστήρια θα εφαρμόζουν τους ισχύοντες διαδικαστικούς κανονισμούς ανάλογα με τη φύση της σχετικής διαδικασίας και με τις τροποποιήσεις ή αναπροσαρμογές που κρίνονται αναγκαίες.

Κατάργηση και επιφύλαξη

78. (1) Από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου, καταργούνται οι περί Συγκάλυψης, ΄Ερευνας και Δήμευσης Εσόδων από Ορισμένες Εγκληματικές Πράξεις Νόμοι του 1996 έως 2004, λόγω αναθεώρησης των διατάξεων τους και ενσωμάτωσής τους στον παρόντα Νόμο, άνευ επηρεασμού οποιασδήποτε πράξης ή ενέργειας που έγινε ή άρχισε δυνάμει των καταργηθέντων Νόμων.

(2) Οποιαδήποτε διαδικασία άρχισε δυνάμει των καταργηθέντων Νόμων, θα εξακολουθήσει, με βάση τις διατάξεις του παρόντος Νόμου.

Έναρξη της ισχύος του παρόντος Νόμου

79. Η ισχύς του παρόντος Νόμου αρχίζει από την 1η Ιανουαρίου 2008.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑΤΑ
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Ι

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Ι
(Άρθρο 61(2))

Ενδεικτικός κατάλογος των μεταβλητών κινδύνου τις οποίες λαμβάνουν υπόψη οι υπόχρεες οντότητες, όταν πρόκειται να προσδιορίσουν σε ποιο βαθμό θα εφαρμόσουν μέτρα δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη, σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου (2) του άρθρου 61.
1. Ο σκοπός ενός λογαριασμού ή μιας σχέσης.
2. Το επίπεδο των περιουσιακών στοιχείων που θα κατατεθούν από τον πελάτη ή το μέγεθος των πραγματοποιούμενων συναλλαγών.
3. Η κανονικότητα ή η διάρκεια της επιχειρηματικής σχέσης.
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΙΙ

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΙΙ
(Άρθρο 63(2))

Ενδεικτικός κατάλογος των παραγόντων και των τύπων αποδεικτικών στοιχείων ως προς την ύπαρξη δυνητικά χαμηλότερου κινδύνου, που αναφέρονται στο εδάφιο (2) του άρθρου 63:
1. Παράγοντες κινδύνου ως προς τον πελάτη.
(α) Εταιρείες εισηγμένες στο χρηματιστήριο που υπόκεινται στις απαιτήσεις γνωστοποίησης, είτε βάσει των κανόνων του χρηματιστηρίου είτε βάσει του νόμου ή εκτελεστών μέσων, οι οποίες συνεπάγονται απαιτήσεις για να διασφαλιστεί επαρκής διαφάνεια του πραγματικού δικαιούχου.
(β) Δημόσιες υπηρεσίες ή επιχειρήσεις.
(γ) Πελάτες που είναι κάτοικοι γεωγραφικών περιοχών χαμηλότερου κινδύνου, οι οποίες καθορίζονται στην παράγραφο 3.
2. Παράγοντες κινδύνου ως προς προϊόντα, υπηρεσίες, συναλλαγές ή διαύλους παράδοσης.
(α) Ασφαλιστήρια συμβόλαια ζωής, όπου τα ασφάλιστρα είναι χαμηλά.
(β) Συμβόλαια συνταξιοδοτικής ασφάλισης, εάν δεν περιέχουν επιλογή πρόωρης εξαγοράς και το συμβόλαιο δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως εγγύηση.
(γ) Τα συνταξιοδοτικά ή ανάλογα καθεστώτα που προσφέρουν συνταξιοδοτικές παροχές στους εργαζομένους, στα οποία οι εισφορές καταβάλλονται μέσω αφαίρεσης από τον μισθό και των οποίων οι κανόνες δεν επιτρέπουν τη μεταφορά των δικαιωμάτων των μελών.
(δ) Χρηματοοικονομικά προϊόντα ή υπηρεσίες που παρέχουν κατάλληλα καθορισμένες και περιορισμένες υπηρεσίες σε ορισμένες κατηγορίες πελατών, ούτως ώστε να αυξηθεί η πρόσβαση για σκοπούς χρηματοοικονομικής ένταξης.
(ε) Προϊόντα όπου οι κίνδυνοι νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας περιορίζονται από άλλους παράγοντες, όπως τα όρια χρηματικών ποσών ή η διαφάνεια της ιδιοκτησίας, όπως ορισμένα είδη ηλεκτρονικού χρήματος.
3. Γεωγραφικοί παράγοντες κινδύνου.
(α) Κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
(β) Τρίτες χώρες που διαθέτουν αποτελεσματικά συστήματα καταπολέμησης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας.
(γ) Τρίτες χώρες που έχουν αναγνωριστεί από αξιόπιστες πηγές ως χαμηλού επιπέδου δωροδοκίας ή άλλων εγκληματικών δραστηριοτήτων.
(δ) Τρίτες χώρες οι οποίες, σύμφωνα με αξιόπιστες πηγές, όπως αμοιβαίες εκτιμήσεις, λεπτομερείς εκθέσεις αξιολόγησης ή δημοσιευμένες εκθέσεις παρακολούθησης, έχουν θεσπίσει ρυθμίσεις για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας που συνάδουν προς τις αναθεωρημένες συστάσεις της Financial Action Task Force και εφαρμόζουν αποτελεσματικά τις εν λόγω ρυθμίσεις.
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΙΙΙ

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΙΙΙ
(Άρθρο 64(3))

Ενδεικτικός κατάλογος των παραγόντων και των τύπων αποδεικτικών στοιχείων ως προς την ύπαρξη δυνητικά υψηλότερου κινδύνου, που αναφέρονται στο εδάφιο (3) του άρθρου 64.
1. Παράγοντες κινδύνου ως προς τον πελάτη.
(α) Η επιχειρηματική σχέση αναπτύσσεται σε ασυνήθιστες περιστάσεις.
(β) Πελάτες που είναι κάτοικοι γεωγραφικών περιοχών υψηλότερου κινδύνου, οι οποίες καθορίζονται στην παράγραφο 3.
(γ) Νομικά πρόσωπα ή μηχανισμοί που είναι φορείς κατοχής προσωπικών περιουσιακών στοιχείων.
(δ) Εταιρείες που έχουν μετόχους ασκούντες καθήκοντα εξ ονόματος άλλου προσώπου ή μετοχές στον κομιστή (ανώνυμες).
(ε) Επιχειρήσεις  που συναλλάσσονται κυρίως με μετρητά (cash intensive business).
(στ) Η ιδιοκτησιακή δομή της εταιρείας φαίνεται ασυνήθιστη ή υπερβολικά πολύπλοκη, δεδομένης της φύσης των δραστηριοτήτων της εταιρείας.
2. Παράγοντες κινδύνου ως προς προϊόντα, υπηρεσίες, συναλλαγές ή διαύλους παράδοσης.
(α) Ιδιωτική τραπεζική.
(β) Προϊόντα ή συναλλαγές που ενδέχεται να ευνοούν την ανωνυμία.
(γ) Επιχειρηματικές σχέσεις ή συναλλαγές εξ αποστάσεως, χωρίς φυσική παρουσία των μερών, χωρίς ορισμένες διασφαλίσεις, όπως ηλεκτρονικές υπογραφές.
(δ) Πληρωμές που λαμβάνονται από άγνωστους ή ασύνδετους τρίτους.
(ε) Νέα προϊόντα και νέες επιχειρηματικές πρακτικές, συμπεριλαμβανομένων νέων μηχανισμών παράδοσης, καθώς και χρήση νέων ή αναπτυσσόμενων τεχνολογιών τόσο για νέα όσο και για προϋπάρχοντα προϊόντα.
3. Γεωγραφικοί παράγοντες κινδύνου.
(α) Με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου (α) του εδαφίου (1) του άρθρου 64, χώρες στις οποίες έχει διαπιστωθεί, σύμφωνα με αξιόπιστες πηγές, όπως αμοιβαίες εκτιμήσεις, λεπτομερείς εκθέσεις αξιολόγησης ή δημοσιευμένες εκθέσεις παρακολούθησης, η έλλειψη αποτελεσματικών συστημάτων καταπολέμησης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας.
(β) Χώρες στις οποίες έχουν διαπιστωθεί, σύμφωνα με αξιόπιστες πηγές, υψηλά επίπεδα δωροδοκίας ή άλλων εγκληματικών δραστηριοτήτων.
(γ) Χώρες που υπόκεινται σε κυρώσεις, εμπορικό αποκλεισμό ή παρεμφερή μέτρα που έχουν επιβληθεί, για παράδειγμα, από την Ευρωπαϊκή Ένωση ή τα Ηνωμένα Έθνη.
(δ) Χώρες που παρέχουν χρηματοδότηση ή στήριξη σε τρομοκρατικές δραστηριότητες ή που στο έδαφός τους δρουν οργανώσεις χαρακτηρισμένες ως τρομοκρατικές.