Προοίμιο

Για σκοπούς εναρμόνισης με τις πράξεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο:

(α) «Οδηγία 88/301/ΕΟΚ της Επιτροπής της 16ης Μαΐου 1988 σχετικά με τον ανταγωνισμό στις αγορές τηλεπικοινωνιακών τερματικών (ΕΕ L 131 της 27.5.1988, σελ. 73), όπως τροποποιήθηκε από την Οδηγία 94/46/ΕΚ της Επιτροπής της 13ης Οκτωβρίου 1994» (ΕΕ L 268 της 19.10.1994, σελ. 15),

(β) «Οδηγία 98/34/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 22ας Ιουνίου 1998 για την καθιέρωση μιας διαδικασίας πληροφόρησης στον τομέα των τεχνικών προτύπων και κανονισμών» (ΕΕ L 204 , 21/07/1998 σελ.37),

(γ) «Οδηγία 1999/5/EΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 9ης Μαρτίου 1990 σχετικά με το ραδιοεξοπλισμό και τον τερματικό εξοπλισμό ηλεκτρονικών επικοινωνιών και την αμοιβαία αναγνώριση της πιστότητας των εξοπλισμών αυτών» (ΕΕ L 091 της 7.4.1999, σελ. 10),

(δ) «Οδηγία 2002/19/EΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 7ης Μαρτίου 2002 σχετικά με την πρόσβαση σε δίκτυα ηλεκτρονικών επικοινωνιών και συναφείς ευκολίες, καθώς και με τη διασύνδεσή τους» (ΕΕ L 108 της 24.4.2002, σελ. 7),

(ε) «Οδηγία 2002/20/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Μαρτίου 2002, σχετικά με την αδειοδότηση δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών» (ΕΕ L 108 της 24.4.2002, σελ.21),

(στ) «Οδηγία 2002/21/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Μαρτίου 2002, σχετικά με κοινό κανονιστικό πλαίσιο για δίκτυα και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών» (ΕΕ L 108 της 24.4.2002, σελ.33),

(ζ) «Oδηγία 2002/22/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Μαρτίου 2002, για την καθολική υπηρεσία και τα δικαιώματα των χρηστών όσον αφορά δίκτυα και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών» (ΕΕ L 108 της 24.4.2002, σελ.51),

(η) «Οδηγία 2002/58/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Ιουλίου 2002, σχετικά με την επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και την προστασία της ιδιωτικής ζωής στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών (οδηγία για την προστασία ιδιωτικής ζωής στις ηλεκτρονικές επικοινωνίες)» (ΕΕ L 201 , 31/07/2002 σελ.37)(θ) Οδηγία 2002/77/ΕΚ της Επιτροπής, της 16ης Σεπτεμβρίου 2002, σχετικά με τον ανταγωνισμό στις αγορές δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών (ΕΕ L 249 , 17/09/2002 σελ.21 - 26)

(θ) Οδηγία 2002/77/ΕΚ της Επιτροπής, της 16ης Σεπτεμβρίου 2002, σχετικά με τον ανταγωνισμό στις αγορές δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών (ΕΕ L 249 , 17/09/2002 σελ.21 - 26)(ι) «Οδηγία 97/67/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 15ης ∆εκεμβρίου 1997 σχετικά με τους κοινούς κανόνες για την ανάπτυξη της εσωτερικής αγοράς κοινοτικών ταχυδρομικών υπηρεσιών και τη βελτίωση της ποιότητας των παρεχομένων υπηρεσιών» (EE L 015 της 21.01.1998, σ. 14)

(ι) «Οδηγία 97/67/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 15ης ∆εκεμβρίου 1997 σχετικά με τους κοινούς κανόνες για την ανάπτυξη της εσωτερικής αγοράς κοινοτικών ταχυδρομικών υπηρεσιών και τη βελτίωση της ποιότητας των παρεχομένων υπηρεσιών» (EE L 015 της 21.01.1998, σ. 14)(ια) «Οδηγία 2002/39/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 10ης Ιουνίου 2002, για την τροποποίηση της οδηγίας 97/67/ΕΚ όσον αφορά το περαιτέρω άνοιγμα των κοινοτικών ταχυδρομικών υπηρεσιών στον ανταγωνισμό» (ΕΕ L 176 , 05/07/2002 σελ.21).

Για σκοπούς εφαρμογής του Κανονισμού της Ευρωπαϊκής Κοινότητας με τίτλο:

«Κανονισμός (ΕΚ) αριθμ. 2887/2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 2002, σχετικά με την αδεσμοποίητη πρόσβαση στον τοπικό βρόχο» (EE L 336 της 30.12.2000, σ. 4).

Για σκοπούς μερικής εναρμόνισης με την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο-

«Οδηγία 2014/61/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 15ης Μαΐου 2014 για μέτρα μείωσης του κόστους εγκατάστασης υψίρρυθμων δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών»,

«Οδηγία 2014/53/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 16ης Απριλίου 2014 σχετικά με την εναρμόνιση των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με την διαθεσιμότητα ραδιοεξοπλισμού στην αγορά και την κατάργηση της οδηγίας 1999/5/ΕΚ»,

Η Βουλή των Αντιπροσώπων ψηφίζει ως ακολούθως:

ΜΕΡΟΣ 1 ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Συνοπτικός τίτλος

1. Ο παρών Νόμος θα αναφέρεται ως ο περί Ρυθμίσεως Ηλεκτρονικών Επικοινωνιών και Ταχυδρομικών Υπηρεσιών Νόμος του 2004.

Πεδίο εφαρμογής

2. (1) Ο παρών Νόμος θεσπίζει τους όρους ρύθμισης

(α) δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών καθώς και των συναφών υπηρεσιών και διευκολύνσεων που απαιτούνται για την εφαρμογή ενός εναρμονισμένου πλαισίου ρύθμισης εντός της Ευρωπαϊκής Κοινότητας με στόχο να συνδράμει στη σύγκλιση στους κλάδους των τηλεπικοινωνιών, της τεχνολογίας της πληροφορία και των ηλεκτρονικών μέσων,

(β) των ταχυδρομικών υπηρεσιών που απαιτούνται για την εφαρμογή ενός εναρμονισμένου πλαισίου ρύθμισης εντός της Ευρωπαϊκής Κοινότητας.

(2) Χωρίς να επηρεάζεται η γενικότητα της ανωτέρω παραγράφου, ο παρών Νόμος, μεταξύ άλλων:

(α) δημιουργεί ένα διαφανές Ρυθμιστικό και διαδικαστικό πλαίσιο το οποίο ενθαρρύνει τις καινοτόμες τεχνολογίες και διευκολύνει τη μετάβαση της αγοράς στον πλήρη ανταγωνισμό,

(β) διασφαλίζει και προωθεί την παροχή ενός ευρέους φάσματος υπηρεσιών Ηλεκτρονικών Επικοινωνιών σε εθνικό και διασυνοριακό επίπεδο,

(γ) προωθεί τον αποτελεσματικό ανταγωνισμό και διασφαλίζει τη μη κατάχρηση θέσεως σημαντικής ισχύος στην αγορά,

(δ) περιγράφει τη διάρθρωση, το ρόλο και τις διαδικασίες του Γραφείου του Επιτρόπου Ρυθμίσεως Ηλεκτρονικών Επικοινωνιών και Ταχυδρομείων,

(ε) καθορίζει το πεδίο της καθολικής υπηρεσίας και τους όρους για την παροχή και τη χρηματοδότηση της,

(στ)ενσωματώνει συγκεκριμένους κανόνες προστασίας δεδομένων, προστασίας του καταναλωτή και δικαιωμάτων των χρηστών,

(ζ) διασφαλίζει την ασφάλεια και διαλειτουργικότητα των δικτύων και υπηρεσιών,

(η) διασφαλίζει και προωθεί την αποδοτική και αποτελεσματική χρήση των σπάνιων πόρων αρίθμησης,

(θ) εισάγει ένα θεσμικό πλαίσιο που συνάδει με τις υποχρεώσεις βάσει του Κοινοτικού Δικαίου,

(ι) προστατεύει τα συμφέροντα του κράτους στον τομέα της δημόσιας ασφάλειας,

(ια) διασφαλίζει και προωθεί την ανάπτυξη ταχυδρομικών υπηρεσιών και τη βελτίωση της ποιότητας προσφοράς τους,

(ιβ) θεσπίζει τους όρους που διέπουν την παροχή ταχυδρομικών υπηρεσιών,

(ιγ) ρυθμίζει την παροχή καθολικής ταχυδρομικής υπηρεσίας εντός της Δημοκρατίας,

(ιδ) ρυθμίζει τη χρηματοδότηση των καθολικών υπηρεσιών υπό προϋποθέσεις που εγγυώνται τη μόνιμη προσφορά των υπηρεσιών αυτών,

(ιε) θεσπίζει τους κανόνες που αφορούν τις αρχές τιμολόγησης και τη διαφάνεια των λογαριασμών για την παροχή της καθολικής υπηρεσίας,

(ιστ) καθορίζει τις προδιαγραφές ποιότητας για την παροχή της καθολικής υπηρεσίας και την εγκαθίδρυση συστήματος που διασφαλίζει την τήρησή τους,

(ιζ) εναρμονίζει τις τεχνικές προδιαγραφές,

(κ) διασφαλίζει και προωθεί τον ανταγωνισμό στις αγορές εξοπλισμού τηλεπικοινωνιακών τερματικών,

(λ) θεσπίζει το κανονιστικό πλαίσιο για τη διαθεσιμότητα του ραδιοεξοπλισμού στην αγορά και τη θέση του σε λειτουργία στην Ευρωπαϊκή  Ένωση, σύμφωνα με τις αρμοδιότητές του στον παρόντα Νόμο,

(μ) εξασφαλίζει την τήρηση ουσιωδών απαιτήσεων σε ορισμένες κατηγορίες ή κλάσεις ραδιοεξοπλισμού, με σκοπό τη διαλειτουργικότητα του μέσω δικτύων με άλλο ραδιοεξοπλισμό, τη διασφάλιση σύνδεσής του με διεπαφές κατάλληλου τύπου σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση, τη διασφάλιση μη βλάβης του δικτύου ή την λειτουργία του με αποτέλεσμα την κατάχρηση πόρων που οδηγούν στη μη αποδεκτή υποβάθμιση της υπηρεσίας, την εξασφάλιση της προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και της ιδιωτικότητας των χρηστών και του συνδρομητή, την εξασφάλιση της προστασίας από απάτη, την πρόσβαση σε υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης, τη διευκόλυνση της χρήσης από χρήστες με αναπηρία και την εξασφάλιση ότι η εγκατάσταση του λογισμικού στον ραδιοεξοπλισμό είναι δυνατή μόνον όταν έχει αποδεικτεί η συμμόρφωση του συνδυασμού του ραδιοεξοπλισμού και του λογισμικού.

Γενικές Αρχές

3. (1) Οι διατάξεις του παρόντος Νόμου συνιστούν το πλαίσιο για τη ρύθμιση των δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών και των ταχυδρομικών υπηρεσιών που παρέχονται από πρόσωπα στην επικράτεια της Κυπριακής Δημοκρατίας.

(2) Η παροχή δικτύων και υπηρεσιών Ηλεκτρονικών Επικοινωνιών γίνεται χωρίς περιορισμούς και θα πρέπει να ασκείται βάσει των διατάξεων του παρόντος Νόμου. Οποιοιδήποτε περιορισμοί στην παροχή δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών επιβάλλονται μόνο για λόγους διαφύλαξης της δημόσιας τάξης, της δημόσιας ασφάλειας και της δημόσιας υγείας.

(3) Οι διατάξεις του παρόντος Νόμου εφαρμόζονται με την επιφύλαξη της ισχύουσας νομοθεσίας αναφορικά με τη ρύθμιση του περιεχομένου στον οπτικοακουστικό τομέα.

(4) Οι γενικές αρχές που διέπουν τις ταχυδρομικές υπηρεσίες είναι οι εξής:

(α) Η ελεύθερη άσκηση επιχειρηματικής δραστηριότητας στον τομέα παροχής ταχυδρομικών υπηρεσιών, η οποία τελεί υπό την εποπτεία του κράτους και ασκείται υπό τους όρους του παρόντος Νόμου και εφόσον έχει χορηγηθεί γενική ή ειδική άδεια, σύμφωνα με τα οριζόμενα στα άρθρα 127 και 128 του παρόντος Νόμου.  Η ανάπτυξη δραστηριότητας στην Κύπρο στον τομέα των ταχυδρομικών υπηρεσιών από επιχειρήσεις εγκατεστημένες σε κράτη που δεν ανήκουν στην Ευρωπαϊκή Ένωση ασκείται σύμφωνα με τις διεθνείς δεσμεύσεις της Κύπρου και υπό τον όρο της αμοιβαιότητας.

(β) Η ελευθερία στην πρόσβαση και τη χρήση των ταχυδρομικών υπηρεσιών, εφόσον τα ταχυδρομικά αντικείμενα πληρούν τις προδιαγραφές που απαιτούνται από τις διατάξεις του παρόντος Νόμου. Περιορισμοί στην πρόσβαση και τη χρήση των ταχυδρομικών υπηρεσιών επιτρέπονται μόνο για τους ακόλουθους λόγους:

(i) ασφάλεια της λειτουργίας του ταχυδρομικού δικτύου, των απασχολούμενων στις ταχυδρομικές υπηρεσίες προσώπων και των χρηστών, και

(ii) προστασία του απορρήτου της ταχυδρομικής επικοινωνίας.

(γ) Η τήρηση των αρχών της ίσης μεταχείρισης και της μη διάκρισης των χρηστών, της πρόσβασης στο ταχυδρομικό δίκτυο υπό συνθήκες διαφάνειας, αναλογικότητας και αποφυγής διακρίσεων, καθώς, επίσης, και της προστασίας του υγιούς ανταγωνισμού.

(δ) Η διασφάλιση των αρχών της εμπιστευτικότητας της αλληλογραφίας, του απορρήτου της ταχυδρομικής επικοινωνίας, της προστασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, του σεβασμού της ιδιωτικής ζωής και της διαφύλαξης των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας.  Στις υποχρεώσεις του εδαφίου αυτού υπόκειται και το προσωπικό των φορέων παροχής ταχυδρομικών υπηρεσιών.

(ε) Η προστασία του περιβάλλοντος και του περιφερειακού σχεδιασμού.

(στ) Η τήρηση των όρων και προϋποθέσεων των καθεστώτων απασχόλησης και κοινωνικής ασφάλισης, όπως ορίζονται από το Νόμο και/ή από συλλογικές συμβάσεις που έχουν τύχει διαπραγμάτευσης από τους κοινωνικούς εταίρους, σύμφωνα με το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και το Νόμο.

(ζ) Η προαγωγή των συμφερόντων των χρηστών, η οποία εξασφαλίζεται ιδίως-

(i) με την ανάπτυξη δραστηριότητας στον τομέα παροχής ταχυδρομικών υπηρεσιών εξασφαλίζοντας στους χρήστες το δικαίωμα της καθολικής υπηρεσίας, όπως η υπηρεσία αυτή προσδιορίζεται στον παρόντα Νόμο·

(ii) με την υψηλού επιπέδου προστασία για τους καταναλωτές ιδίως μέσω της πρόβλεψης απλών και μη δαπανηρών διαδικασιών επίλυσης των διαφορών του με τους φορείς παροχής ταχυδρομικών υπηρεσιών·

(iii) με την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και της ιδιωτικής ζωής· και

(iv) με την κάλυψη των αναγκών συγκεκριμένων κοινωνικών ομάδων, ιδίως μειονεκτούντων χρηστών.

(5) Σε περίπτωση πολέμου ή επιστράτευσης ή για τη θεραπεία άμεσης κοινωνικής ανάγκης που μπορεί να θέσει σε κίνδυνο τη δημόσια τάξη ή υγεία, με απόφαση του Υπουργού, επιτρέπεται η επίταξη φορέων παροχής ταχυδρομικής υπηρεσίας.  Με την απόφαση αυτή ρυθμίζεται και ο χρόνος διάρκειας αυτής.

Ερμηνεία

4. (1) Στον παρόντα Νόμο, εκτός αν από το κείμενο προκύπτει διαφορετική έννοια:-

«αγορά λιανικής» σημαίνει την αγορά για υπηρεσίες ή προϊόντα που παρέχονται σε τελικούς χρήστες,

«άδεια» σημαίνει

(i) εξουσιοδότηση, υπό μορφή γενικής εξουσιοδότησης ή ατομικό δικαίωμα χρήσης που καθορίζει δικαιώματα και υποχρεώσεις σε πρόσωπα, αναφορικά με την παροχή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών ή/και τη δημιουργία ή εκμετάλλευση δικτύων για την παροχή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών

(ii) εξουσιοδότηση, υπό μορφή γενικής εξουσιοδότησης ή ειδικής άδειας, που καθορίζει δικαιώματα και υποχρεώσεις των προσώπων, που επιτρέπει την παροχή ταχυδρομικών υπηρεσιών ή/και τη δημιουργία ή/και την ίδρυση ταχυδρομικών δικτύων, και κατά περίπτωση, την εγκατάσταση ή/και εκμετάλλευση των δικτύων τους για την παροχή ταχυδρομικών υπηρεσιών.

«άδεια ή/και δικαιώματα» σημαίνει ρητή ή σιωπηρή απόφαση αρμόδιας αρχής κατόπιν διαδικασίας, η οποία υποχρεώνει μια επιχείρηση να λάβει μέτρα για τη νόμιμη εκτέλεση οικοδομικών εργασιών ή έργων, πολιτικής μηχανικής,

«αδεσμοποίητη πρόσβαση στον τοπικό βρόχο» σημαίνει την πλήρως αδεσμοποίητη πρόσβαση στον τοπικό βρόχο και την κοινή (μεριζόμενη) πρόσβαση στον τοπικό βρόχο, έκαστη εκ των οποίων προσβάσεων δεν συνεπάγεται αλλαγές στο καθεστώς ιδιοκτησίας του τοπικού βρόχου,

«αναγνώριση καλούσας γραμμής» σημαίνει οποιαδήποτε τεχνικά μέσα, μέσω των οποίων η ταυτότητα του σημείου απόληξης του καλούντος δικτύου μπορεί να παρουσιαστεί,

«ανταλλαγή εγγράφων» [Διαγράφηκε],

«αντικείμενο αλληλογραφίας» σημαίνει επικοινωνία σε γραπτή μορφή πάνω σε οποιοδήποτε φυσικό μέσο που διαβιβάζεται και παραδίδεται στη διεύθυνση που υποδεικνύεται από τον αποστολέα πάνω στο ίδιο το αντικείμενο ή στο περιτύλιγμα του. Βιβλία, κατάλογοι, εφημερίδες και περιοδικά δεν θεωρούνται ως αντικείμενα αλληλογραφίας,

«αξιολόγηση της συμμόρφωσης»  σημαίνει διεργασία αξιολόγησης με την οποία αποδεικνύεται ότι πληρούνται οι ουσιώδεις απαιτήσεις των διατάξεων του παρόντος Νόμου, που αφορούν ραδιοεξοπλισμό,

«αποστολέας» σημαίνει το φυσικό ή νομικό πρόσωπο από το οποίο προέρχονται ταχυδρομικά αντικείμενα,

«απόσυρση» σημαίνει κάθε μέτρο που έχει ως στόχο να αποτρέψει τη διαθεσιμότητα στην αγορά ραδιοεξοπλισμού ο οποίος βρίσκεται στην αλυσίδα εφοδιασμού,

«Απόφαση» σημαίνει την απόφαση που εκδίδεται από τον Επίτροπο δυνάμει του παρόντος Νόμου,

«αρχείο τεχνικής κατασκευής» σημαίνει το αρχείο που περιγράφει μια συσκευή και παρέχει πληροφορίες και επεξηγήσεις ως προς την εφαρμογή των εφαρμοστέων βασικών απαιτήσεων,

«ασφαλισμένο αντικείμενο» σημαίνει υπηρεσία που ασφαλίζει ταχυδρομικά αντικείμενα μέχρι της αξίας που δηλώνεται από τον αποστολέα, σε περίπτωση απώλειας, κλοπής ή ζημιάς.

«ατομικό δικαίωμα χρήσης» σημαίνει το ατομικό δικαίωμα χρήσης αριθμών ή ατομικό δικαίωμα χρήσης ραδιοσυχνοτήτων

«ατομικό δικαίωμα χρήσης αριθμών» σημαίνει το ατομικό δικαίωμα που χορηγείται από τον Επίτροπο σε πρόσωπο, βάσει του οποίου χορηγούνται δικαιώματα χρήσης των αριθμών,

«ατομικό δικαίωμα χρήσης ραδιοσυχνοτήτων» σημαίνει το ατομικό δικαίωμα που χορηγείται από το Διευθυντή και το οποίο παρέχει στο πρόσωπο ή στο φορέα στον οποίο χορηγούνται δικαιώματα να χρησιμοποιεί ραδιοσυχνότητες,

«βασικές απαιτήσεις» σημαίνει γενικούς λόγους μη οικονομικής φύσης, που πρέπει να πληρούν οι παροχείς ταχυδρομικών υπηρεσιών.  Οι λόγοι αυτοί είναι η εμπιστευτικότητα της αλληλογραφίας, η ασφάλεια του δικτύου σε ό,τι αφορά τη μεταφορά επικίνδυνων αγαθών, η τήρηση των όρων και προϋποθέσεων των καθεστώτων απασχόλησης και κοινωνικής ασφάλισης, όπως ορίζονται από το Νόμο ή/και από συλλογικές συμβάσεις που έχουν τύχει διαπραγμάτευσης από τους κοινωνικούς εταίρους, σύμφωνα με το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και το Νόμο, και, σε αιτιολογημένες περιπτώσεις, η προστασία των δεδομένων, η προστασία του περιβάλλοντος και η χωροταξία.  Η προστασία των δεδομένων, μπορεί να περιλαμβάνει την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, την εμπιστευτικότητα των διαβιβαζόμενων ή αποθηκευμένων πληροφοριών και την προστασία της ιδιωτικής ζωής,

«BEREC» σημαίνει το Φορέα Ευρωπαϊκών Ρυθμιστικών Αρχών Ηλεκτρονικών Επικοινωνιών που ιδρύθηκε με τον Κανονισμό (ΕΚ) 1211/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Νοεμβρίου 2009, για την ίδρυση του Φορέα Ευρωπαϊκών Ρυθμιστικών Αρχών για τις Ηλεκτρονικές Επικοινωνίες (BEREC) και της Υπηρεσίας,

«Βοηθός Επίτροπος» σημαίνει τον Βοηθό Επίτροπο Ρυθμίσεως Ηλεκτρονικών Επικοινωνιών και Ταχυδρομείων, που διορίζεται δυνάμει της παραγράφου (2) του άρθρου 5 του παρόντος Νόμου,

«γενική εξουσιοδότηση» σημαίνει

(i) το νομικό πλαίσιο που επιτρέπει σε πρόσωπο να παρέχει υπηρεσίες ή/και δίκτυα ηλεκτρονικών επικοινωνιών συμπεριλαμβανομένων και ατομικών δικαιωμάτων χρήσης, σύμφωνα με τον παρόντα Νόμο, υπό τον όρο της συμμόρφωσης με τους όρους και τις προϋποθέσεις αυτής και με την επιφύλαξη ειδικών υποχρεώσεων ανά τομέα, υπηρεσία ή τύπο πρόσβασης που είναι δυνατόν να εφαρμόζονται σε όλους ή συγκεκριμένους τύπους υπηρεσιών ή/και δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών,

(ii) εξουσιοδότηση υποκείμενη σε εγγραφή, που παρέχεται, είτε δυνάμει Νόμου από τον Επίτροπο είτε δια Νόμου, και αφορά πρόσωπα, τα οποία δύνανται να ασκούν τα δικαιώματα που εκπηγάζουν από αυτή, άνευ εξασφάλισης συγκεκριμένης προς τούτο απόφασης του Επιτρόπου για την παροχή ταχυδρομικών υπηρεσιών ή / και ίδρυση και λειτουργία ταχυδρομικού δικτύου,

«γεωγραφικός αριθμός» σημαίνει αριθμό από το Σχέδιο Τηλεφωνικής Αριθμοδότησης της Κυπριακής Δημοκρατίας, μέρος της ψηφιακής δομής του οποίου έχει γεωγραφική σημασία και χρησιμοποιείται για τη δρομολόγηση κλήσεων προς τον φυσικό τόπο του σημείου τερματισμού του δικτύου,

«Γραφείο» σημαίνει το Γραφείο του Επιτρόπου Ρυθμίσεως Ηλεκτρονικών Επικοινωνιών και Ταχυδρομείων, που ιδρύεται δυνάμει του άρθρου 10(1) του παρόντος Νόμου,

«δημόσια διαθέσιμη τηλεφωνική υπηρεσία» σημαίνει υπηρεσία διαθέσιμη στο κοινό για τη διενέργεια και τη λήψη εθνικών ή/και διεθνών κλήσεων, με άμεσο ή έμμεσο τρόπο (δηλαδή που περιλαμβάνει, ανάμεσα σε άλλα, επιλογή / προεπιλογή φορέα, χρήση υπηρεσιών μεταπωλητή), μέσω αριθμού ή αριθμών που υπάρχουν στο Σχέδιο Τηλεφωνικής Αριθμοδότησης της Κυπριακής Δημοκρατίας ή σε διεθνές σχέδιο τηλεφωνικής αριθμοδότησης,

«δημόσιο δίκτυο επικοινωνιών» σημαίνει το δίκτυο Ηλεκτρονικών Επικοινωνιών, το οποίο χρησιμοποιείται, κυρίως ή εξ’ ολοκλήρου,  για  την προσφορά δημόσια διαθέσιμων στο κοινό υπηρεσιών Ηλεκτρονικών Επικοινωνιών, οι οποίες υποστηρίζουν τη μεταφορά πληροφοριών μεταξύ τερματικών σημείων δικτύου,

«δεδομένα κίνησης» σημαίνει οποιαδήποτε δεδομένα καθίστανται αντικείμενο επεξεργασίας για το σκοπό μετάδοσης μιας επικοινωνίας σε ένα δίκτυο ηλεκτρονικών επικοινωνιών ή για τη χρέωση αυτής,

«δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα» σημαίνει κάθε πληροφορία που αναφέρεται σε υποκείμενο των δεδομένων που βρίσκεται εν ζωή, σύμφωνα με τον περί Επεξεργασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (Προστασία του Ατόμου) Νόμο. Δε λογίζονται ως δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα τα στατιστικής φύσεως συγκεντρωτικά στοιχεία από τα οποία δεν δύνανται πλέον να προσδιορισθούν τα υποκείμενα των δεδομένων,

«δεδομένα θέσης» σημαίνει τα δεδομένα που τυγχάνουν επεξεργασίας σε ένα δίκτυο ηλεκτρονικών επικοινωνιών, τα οποία καταδεικνύουν τη γεωγραφική θέση του εξοπλισμού τερματικών χρήστη, δημοσίως διαθέσιμης υπηρεσίας ηλεκτρονικών επικοινωνιών,

«δημόσιο τηλεφωνικό δίκτυο» σημαίνει δίκτυο ηλεκτρονικών επικοινωνιών που χρησιμοποιείται για την παροχή τηλεφωνικών υπηρεσιών προσιτών στο κοινό. Υποστηρίζει τη μεταφορά προφορικών επικοινωνιών μεταξύ τερματικών σημείων δικτύων, καθώς και άλλες μορφές επικοινωνίας, όπως τηλεομοιοτυπία και δεδομένα,

«διαθεσιμότητα στην αγορά» σημαίνει προσφορά ραδιοεξοπλισμού για διανομή, κατανάλωση ή χρήση στην ενωσιακή αγορά  στο πλαίσιο εμπορικής δραστηριότητας, είτε έναντι αντιτίμου είτε δωρεάν,

«διάθεση στην αγορά» σημαίνει την πρώτη φορά κατά την οποία ραδιοεξοπλισμός διατίθεται στην ενωσιακή αγορά,

«διανομέας» σημαίνει κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο στην αλυσίδα εφοδιασμού, άλλο από τον κατασκευαστή ή τον εισαγωγέα, το οποίο καθιστά διαθέσιμο ραδιοεξοπλισμό στην αγορά,

«διαπίστευση» σημαίνει τη βεβαίωση από εθνικό οργανισμό διαπίστευσης ότι ένας οργανισμός αξιολόγησης της συμμόρφωσης πληροί τις απαιτήσεις που έχουν τεθεί με εναρμονισμένα πρότυπα και, όπου είναι συμπεριλαμβανομένων αυτών που καθορίζονται στα αντίστοιχα τομεακά συστήματα, εκτελεί μια συγκεκριμένη δραστηριότητα αξιολόγησης της συμμόρφωσης,

«δίκτυο ταχυδρομικών υπηρεσιών» σημαίνει Δημόσιο ταχυδρομικό δίκτυο: το σύνολο της οργάνωσης και των κάθε είδους μέσων που χρησιμοποιεί ο φορέας παροχής της καθολικής υπηρεσίας, με στόχο ιδίως:

  • την περισυλλογή των ταχυδρομικών αντικειμένων που καλύπτονται από υποχρέωση παροχής καθολικής υπηρεσίας από τα σημεία πρόσβασης σε όλη την επικράτεια,
  • τη μεταφορά και διεκπεραίωση των εν λόγω αντικειμένων από το σημείο πρόσβασης έως το κέντρο διανομής,
  • την παράδοση των αντικειμένων αυτών στον παραλήπτη.

«διακρατικές αγορές» σημαίνει τις αγορές που προσδιορίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου και καλύπτουν την Ευρωπαϊκή Κοινότητα ή σημαντικό μέρος της, ευρισκόμενο σε περισσότερα από ένα (1) κράτη μέλη.

«διανομή» σημαίνει την όλη διαδικασία από τη διαλογή στο κέντρο διανομής μέχρι την παράδοση ταχυδρομικών αντικειμένων στους παραλήπτες,

«διασύνδεση» σημαίνει τη φυσική και λογική ζεύξη δημόσιων δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών που χρησιμοποιούνται από το ίδιο ή διαφορετικό πρόσωπο προκειμένου να παρέχεται στους χρήστες ενός προσώπου η δυνατότητα να επικοινωνούν με χρήστες του ίδιου ή άλλου προσώπου ή να έχουν πρόσβαση σε υπηρεσίες που παρέχονται από άλλο πρόσωπο. Οι υπηρεσίες μπορούν να παρέχονται από τα εμπλεκόμενα μέρη ή από άλλα μέρη που έχουν πρόσβαση στο δίκτυο. Η διασύνδεση είναι ειδικός τύπος πρόσβασης που εφαρμόζεται μεταξύ φορέων εκμετάλλευσης δημόσιων δικτύων,

«διασύνδεση Προγράμματος Εφαρμογής» ή «ΑΡΙ» σημαίνει τη διασύνδεση του προηγμένου ψηφιακού τηλεοπτικού εξοπλισμού για ψηφιακές ραδιοτηλεοπτικές υπηρεσίες και του λογισμικού μεταξύ των εξωτερικών εφαρμογών, που διαθέτουν οι ραδιοτηλεοπτικοί φορείς και οι παροχείς υπηρεσιών, ,

«διασυνοριακό ταχυδρομείο» σημαίνει ταχυδρομείο από ή προς άλλη χώρα,

«Διάταγμα» σημαίνει το Διάταγμα εκδιδόμενο από τον Επίτροπο σύμφωνα με τον παρόντα Νόμο,

«διαφημιστικό ταχυδρομείο» σημαίνει μια ανακοίνωση που συνίσταται αποκλειστικά σε υλικό που αφορά αγγελίες, προώθηση πωλήσεων ή διαφήμιση και περιέχει τυποποιημένο μήνυμα, εκτός από το όνομα, τη διεύθυνση και τον ατομικό κωδικό του παραλήπτη και με τυχόν άλλες τροποποιήσεις που δεν αλλοιώνουν την ουσία του μηνύματος και η οποία αποστέλλεται σε σημαντικό αριθμό παραληπτών, προς μεταφορά και παράδοση στη διεύθυνση που αναγράφεται από τον αποστολέα στο ίδιο το αντικείμενο ή τη συσκευασία του. Λογαριασμοί, τιμολόγια, αντίγραφα λογαριασμών και άλλα μη τυποποιημένα μηνύματα δεν θεωρούνται διαφημιστικό ταχυδρομείο. Τα αντικείμενα διαφημιστικού ταχυδρομείου θεωρούνται αντικείμενα αλληλογραφίας,

«διεπιλογή εισόδου» σημαίνει τη διευκόλυνση μέσω της οποίας οι χρήστες ιδιωτικού συνδρομητικού κέντρου ή παρόμοιου ιδιωτικού συστήματος μπορούν να καλούνται απευθείας από σταθερό τηλεφωνικό δίκτυο χωρίς την παρέμβαση τηλεφωνητή στο κέντρο,

«Διευθυντής» σημαίνει τον Διευθυντή του τμήματος Ηλεκτρονικών Επικοινωνιών του Υπουργείου Συγκοινωνιών και Έργων,

«διεπαφή» σημαίνει σημείο απόληξης δικτύου, δηλαδή φυσικό σημείο σύνδεσης, στο οποίο παρέχεται πρόσβαση στο χρήστη σε δημόσιο δίκτυο ηλεκτρονικών επικοινωνιών ή/και ραδιοεπαφή, που καθορίζει τη ραδιοεπικοινωνιακή οδό μεταξύ ραδιοεξοπλισμού και των τεχνικών του προδιαγραφών,

«Διεπαφή Προγράμματος Εφαρμογής» ή «ΔΠΕ» σημαίνει τη λογισμική  διεπαφή  μεταξύ  εφαρμογών, οι  οποίες διατίθενται από παροχείς τηλεοπτικών εκπομπών ή παροχείς υπηρεσιών, και των διαθέσιμων στοιχείων σε προηγμένο ψηφιακό τηλεοπτικό εξοπλισμό για ψηφιακές τηλεοπτικές και ραδιοφωνικές υπηρεσίες,

«δικαιούχος» σημαίνει τρίτο μέρος το οποίο έχει λάβει δεόντως άδεια σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στον παρόντα Νόμο ή έχει το δικαίωμα να παρέχει υπηρεσίες επικοινωνιών δια νόμου, και είναι επιλέξιμο για αδεσμοποίητη πρόσβαση σε τοπικό βρόχο,

«δικαίωμα χρήσης αριθμών» σημαίνει το δικαίωμα που χορηγείται από τον Επίτροπο σε πρόσωπο, βάσει του οποίου χορηγούνται δικαιώματα χρήσης των αριθμών,

«δικαίωμα χρήσης» σημαίνει το δικαίωμα χρήσης αριθμών ή δικαίωμα χρήσης ραδιοσυχνοτήτων

«δικαίωμα χρήσης ραδιοσυχνοτήτων» σημαίνει το δικαίωμα που χορηγείται από το Διευθυντή και το οποίο παρέχει στο πρόσωπο ή στο φορέα στον οποίο χορηγείται το δικαίωμα να χρησιμοποιεί ραδιοσυχνότητες,

«Δικαστήριο» σημαίνει το αρμόδιο δικαστήριο,

«δίκτυο ηλεκτρονικών επικοινωνιών» σημαίνει τα συστήματα μετάδοσης και, κατά περίπτωση, τον εξοπλισμό μεταγωγής ή δρομολόγησης και τους λοιπούς πόρους, περιλαμβανομένων με ενεργών στοιχείων του δικτύου, που επιτρέπουν τη μεταφορά σημάτων, με τη χρήση καλωδίου, ραδιοσημάτων, οπτικού ή άλλου ηλεκτρομαγνητικού μέσου, συμπεριλαμβανομένων των δορυφορικών δικτύων, των σταθερών (μεταγωγής δεδομένων μέσω κυκλωμάτων και πακετομεταγωγής, συμπεριλαμβανομένου του Διαδικτύου) και κινητών επίγειων δικτύων, των συστημάτων ηλεκτρικών καλωδίων, εφόσον χρησιμοποιούνται για τη μετάδοση σημάτων, των δικτύων που χρησιμοποιούνται για ραδιοτηλεοπτικές εκπομπές, καθώς και των δικτύων καλωδιακής τηλεόρασης, ανεξάρτητα από το είδος των μεταφερόμενων πληροφοριών.

«εβδομάδα» σημαίνει εφτά ημερολογιακές ημέρες, εκτός εάν καθορίζεται διαφορετικά στο Νόμο, ή εκτός εάν από το κείμενο προκύπτει διαφορετική έννοια,

«εγκατάσταση» σημαίνει οποιοδήποτε σύρμα, καλώδιο ή άλλα μέσα για την μεταφορά σημάτων, οποιοδήποτε σωλήνα, αγωγό, περίβλημα, επικάλυψη, οποιαδήποτε κατασκευή, πόλο ή οποιοδήποτε άλλο αντικείμενο που χρησιμοποιείται για την εγκαθίδρυση δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών,

«εθνική περιαγωγή» σημαίνει την υπηρεσία πρόσβασης σε δημόσιο κινητό τηλεπικοινωνιακό δίκτυο, η οποία παρέχεται από τον παροχέα του φιλοξενούντος δικτύου κινητής τηλεφωνίας στον παροχέα του οικείου δικτύου κινητής τηλεφωνίας μέσα στα εδαφικά όρια της Δημοκρατίας, και που επιτρέπει στους συνδρομητές του δεύτερου να χρησιμοποιούν τις υπηρεσίες κινητής τηλεφωνίας που προσφέρει ο πρώτος.

«Εθνική Ρυθμιστική Αρχή» σημαίνει το Γραφείο του Επιτρόπου Ρυθμίσεως Ηλεκτρονικών Επικοινωνιών και Ταχυδρομείων ή το Τμήμα Ηλεκτρονικών Επικοινωνιών του Υπουργείου Συγκοινωνιών και Έργων, όπως ορίζεται συγκεκριμένα στον παρόντα Νόμο ή στο Νόμο περί Ραδιοεπικοινωνιών,

«εθνικός οργανισμός διαπίστευσης» σημαίνει τον Κυπριακό Οργανισμό Προώθησης Ποιότητας (ΚΟΠΠ) που έχει συσταθεί δυνάμει του άρθρου 3 του περί Διαπίστευσης, Τυποποίησης και Τεχνικής Πληροφόρησης Νόμου του 2002,

«ειδικά δικαιώματα» σημαίνει τα δικαιώματα που χορηγεί ο Επίτροπος, σε περιορισμένο αριθμό επιχειρήσεων, μέσω των διατάξεων του παρόντος Νόμου ή οποιασδήποτε άλλης οικείας νομοθεσίας, ή οποιωνδήποτε κανονιστικών ή διοικητικών μηχανισμών που προβλέπονται δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου ή Κανονισμών, Διαταγμάτων ή Αποφάσεων που εκδίδονται δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου ή οποιασδήποτε άλλης οικείας νομοθεσίας, τα οποία, σε δεδομένη γεωγραφική περιοχή:

(α) περιορίζουν, σε δύο (2) ή περισσότερες, τον αριθμό των επιχειρήσεων αυτών με βάση κριτήρια που δεν είναι αντικειμενικά, αναλογικά και αμερόληπτα, ή

(β) υποδεικνύουν, με βάση κριτήρια διαφορετικά από αυτά που αναφέρονται στις διατάξεις της παραγράφου (α), περισσότερες ανταγωνίστριες επιχειρήσεις, ή

(γ) αναθέτουν σε μία ή περισσότερες επιχειρήσεις, με βάση κριτήρια διαφορετικά από τα προαναφερθέντα, νομοθετικά ή κανονιστικά πλεονεκτήματα που επηρεάζουν ουσιαστικά τη δυνατότητα οποιασδήποτε άλλης επιχείρησης να εισάγει, να εμπορεύεται, να συνδέει, να θέτει σε λειτουργία ή/και να συντηρεί τηλεπικοινωνιακό εξοπλισμό στον ίδιο γεωγραφικό χώρο και υπό αντίστοιχες συνθήκες,

«ειδικές υποχρεώσεις» σημαίνει υποχρεώσεις που δύνανται να επιβληθούν από τον Επίτροπο σε πρόσωπο δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου,

«Ειδική άδεια» σημαίνει κάθε χορηγούμενη, από τον Επίτροπο άδεια, με την οποία παρέχονται ειδικά δικαιώματα σε φορέα παροχής ταχυδρομικών υπηρεσιών ή η οποία εξαρτά την άσκηση των δραστηριοτήτων του εν λόγω φορέα από ειδικές υποχρεώσεις που συμπληρώνουν τη γενική εξουσιοδότηση, ανάλογα με την περίπτωση,

«εισαγωγέας» σημαίνει κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο εγκατεστημένο στην Ευρωπαϊκή Ένωση  που εισάγει στην ενωσιακή αγορά ραδιοεξοπλισμό προερχόμενο από τρίτη χώρα,

«εκπομπή» σημαίνει εκπομπή, ενσύρματη ή ασύρματη, άμεση ή μέσω δορυφόρου, με κώδικα ή χωρίς, και εν γένει εκπομπή με οποιοδήποτε τρόπο ενός ραδιοσήματος ή τηλεοπτικού σήματος που προορίζεται για λήψη από το κοινό,

«εναρμονισμένο πρότυπο» σημαίνει  το ευρωπαϊκό πρότυπο που έχει εκδοθεί κατόπιν αιτήματος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την εφαρμογή της νομοθεσίας εναρμόνισης της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

«ενωσιακή νομοθεσία εναρμόνισης»  σημαίνει την κάθε νομοθεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης η οποία εναρμονίζει τους όρους εμπορίας των προϊόντων,

«εξουσιοδότηση» σημαίνει εξουσιοδότηση με βάση το πλαίσιο γενικής εξουσιοδότησης που πιθανόν να περιλαμβάνει και ατομικά δικαιώματα χρήσης,

«εξοπλισμός τερματικών» σημαίνει:

(α) είτε τον εξοπλισμό που συνδέεται άμεσα ή έμμεσα με την ηλεκτρονική διασύνδεση ενός δημόσιου δικτύου τηλεπικοινωνιών για τη μεταβίβαση, επεξεργασία ή λήψη πληροφοριών· και στις δύο περιπτώσεις, δηλαδή είτε η σύνδεση είναι άμεση είτε είναι έμμεση δυνατόν να  γίνει με καλώδιο, οπτικές ίνες ή ηλεκτρομαγνητικά κανάλια· η σύνδεση είναι έμμεση, αν μεταξύ του τερματικού και της ηλεκτρονικής διασύνδεσης του δημόσιου δικτύου παρεμβάλλεται άλλη συσκευή,

(β) είτε τον εξοπλισμό επίγειων δορυφορικών σταθμών,

«εξοπλισμός επίγειων σταθμών» σημαίνει τον εξοπλισμό ο οποίος μπορεί να χρησιμοποιηθεί είτε για μετάδοση («εκπομπή») ή για μετάδοση και λήψη («εκπομπή/λήψη»), ή μόνο για λήψη («μόνο λήψη») σημάτων ραδιοεπικοινωνίας μέσω δορυφόρων ή άλλων επίγειων συστημάτων,

«εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος» σημαίνει κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, εγκατεστημένο στην Ευρωπαϊκή Ένωση που έχει λάβει γραπτή εντολή από κατασκευαστή να ενεργεί εξ ονόματός του για την εκτέλεση συγκεκριμένων καθηκόντων,

«επιβλαβής παρεμβολή» έχει την έννοια που αποδίδει στο όρο αυτό ο περί Ραδιοεπικοινωνιών Νόμος του 2002,

«επιζήμια παρεμβολή» σημαίνει παρεμβολή που θέτει σε κίνδυνο την λειτουργία της υπηρεσίας ραδιοναυσιπλοΐας ή άλλων υπηρεσιών ασφαλείας ή η οποία με άλλο τρόπο αλλοιώνει, εμποδίζει σοβαρά ή διακόπτει επανειλημμένα υπηρεσία ραδιοεπικοινωνίας που λειτουργεί σύμφωνα με την εκάστοτε σε ισχύ νομοθεσία που σχετίζεται με τις ραδιοεπικοινωνίες,

«επικοινωνία» σημαίνει οποιαδήποτε πληροφορία η οποία ανταλλάσσεται ή μεταφέρεται μεταξύ ενός πεπερασμένου αριθμού μερών μέσω δημόσια διαθέσιμης υπηρεσίας ηλεκτρονικών επικοινωνιών. Δεν περιλαμβάνονται πληροφορίες που μεταφέρονται ως τμήμα μιας υπηρεσίας μετάδοσης στο κοινό μέσω ενός δικτύου ηλεκτρονικών επικοινωνιών, παρά μόνο στο βαθμό που η πληροφορία μπορεί να σχετισθεί με το συγκεκριμένο συνδρομητή ή χρήστη που λαμβάνει την πληροφορία,

«επιλεκτική φραγή εξερχόμενων κλήσεων» σημαίνει διευκόλυνση, με την οποία συνδρομητής δύναται  να   ζητήσει, από παροχέα υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, να φράξει εξερχόμενες κλήσεις καθορισμένων τύπων ή καθορισμένους τύπους αριθμών, δωρεάν,

«επιλεκτική φραγή εξερχόμενων κλήσεων» σημαίνει διευκόλυνση με την οποία συνδρομητής δύναται, να ζητήσει από παροχέα υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, να φράξει εξερχόμενες κλήσεις καθορισμένων τύπων ή καθορισμένους τύπους αριθμών, δωρεάν,

«επιλεκτική φραγή εισερχόμενων κλήσεων» σημαίνει διευκόλυνση με την οποία συνδρομητής δύναται να ζητήσει από παροχέα ηλεκτρονικών επικοινωνιών να φράξει εισερχόμενες κλήσεις, με απλά μέσα, όταν ο καλών χρήστης ή συνδρομητής χρησιμοποιεί την υπηρεσία απόκρυψης ένδειξης ταυτότητας της καλούσας γραμμής,

«επιλογή τόνων» σημαίνει τη χωρητικότητα του σταθερού δικτύου δημόσιας τηλεφωνίας η οποία στηρίζει την χρήση των πολυσυχνικών τηλεφώνων τόνου επιλογής για σημαδοτοσία στους τόνους Χ που χρησιμοποιούνται στην μεταγωγή όπως καθορίζονται από το Ευρωπαϊκό Ινστιτούτο Τυποποίησης στον τομέα των Τηλεπικοινωνιών (ETSI) ETR 207 και υποστηρίζουν τους ίδιους τόνους για διατερματική σηματοδοσία σε ολόκληρο το δίκτυο, τόσο εντός της Κυπριακής Δημοκρατίας όσο και σε άλλες χώρες,

«Επιτροπή Προστασίας του Ανταγωνισμού» σημαίνει την κατά το Άρθρο 8 του Νόμου περί Προστασίας του Ανταγωνισμού καθιστάμενη Επιτροπή Προστασίας Ανταγωνισμού.

«Επίτροπος» σημαίνει τον Επίτροπο Ρυθμίσεως Ηλεκτρονικών Επικοινωνιών και Ταχυδρομείων, που διορίζεται δυνάμει της παραγράφου (1) του άρθρου 5 του παρόντος Νόμου,

«Επίτροπος Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα|» σημαίνει τον Επίτροπο που διορίζεται δυνάμει του Άρθρου 18 των περί Επεξεργασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (Προστασία του Ατόμου) Νόμων 2001 και 2003,

«επιχειρήσεις», για σκοπούς ανταγωνισμού στην αγορά εξοπλισμού τερματικών, σημαίνει τους δημόσιους ή ιδιωτικούς φορείς στους οποίους το κράτος εκχωρεί ειδικά ή αποκλειστικά δικαιώματα εισαγωγής, εμπορίας, σύνδεσης, θέσης σε λειτουργία ή συντήρησης εξοπλισμού τερματικών τηλεπικοινωνιών,

«Ευρωπαϊκά Δικαστήρια» σημαίνει το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και το Γενικό Δικαστήριο,

«Ευρωπαϊκή Επιτροπή» σημαίνει την Επιτροπή της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

«Ευρωπαϊκός Οργανισμός Τυποποίησης» σημαίνει την Ευρωπαϊκή Επιτροπή Τυποποίησης (CEN), την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για την Ηλεκτροτεχνική Τυποποίηση (CENELEC), και το Ευρωπαϊκό Ίδρυμα Τυποποίησης Ηλεκτρονικών Επικοινωνιών (Τηλεπικοινωνιών) (ETSI),

«Ε.Χ.Τ.Α.» σημαίνει τον Ευρωπαϊκό Χώρο Τηλεφωνικής Αρίθμησης,

«ηλεκτρομαγνητική διαταραχή» σημαίνει ηλεκτρομαγνητικό φαινόμενο που μπορεί να υποβαθμίσει τη λειτουργία εξοπλισμού· μια ηλεκτρομαγνητική διαταραχή μπορεί να είναι θόρυβος ηλεκτρομαγνητικής προέλευσης, ανεπιθύμητο σήμα ή μεταβολή του ιδίου του μέσου διά του οποίου γίνεται η διάδοση,

«ηλεκτρονικό ταχυδρομείο» σημαίνει οποιοδήποτε μήνυμα που συνίσταται σε κείμενο, φωνή, ήχο ή εικόνα και αποστέλλεται μέσω ενός δημοσίου δικτύου επικοινωνιών, το οποίο δύναται να αποθηκευθεί στο δίκτυο ή στον εξοπλισμό  τερματικών έως ότου συλλεγεί από τον παραλήπτη,

«ηλεκτρονικός οδηγός προγράμματος» σημαίνει οποιοδήποτε ηλεκτρονικό μέσο παροχής πληροφοριών στο κοινό σχετικά με το χρονοδιάγραμμα υλικού προγράμματος που αποτελεί αντικείμενο οιασδήποτε υπηρεσίας τηλεοπτικής μετάδοσης και το οποίο ηλεκτρονικό μέσο αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο του συστήματος διανομής και λήψης με το οποίο παρέχεται μια υπηρεσία τηλεοπτικής μετάδοσης,

«ημέρα» σημαίνει ημερολογιακή ημέρα, εκτός εάν καθορίζεται διαφορετικά στο Νόμο, ή εκτός εάν από το κείμενο προκύπτει διαφορετική έννοια,

«θέση σε λειτουργία» σημαίνει  την πρώτη χρήση του ραδιοεξοπλισμού στην Ευρωπαϊκή Ένωση, από τον τελικό χρήστη,

«ITU» σημαίνει Διεθνής Ένωση Τηλεπικοινωνιών,

«καθολική ταχυδρομική υπηρεσία» σημαίνει την ελάχιστη δέσμη ταχυδρομικών υπηρεσιών που ορίζεται στο άρθρο 119Β του παρόντος Νόμου, ως αυτή εκάστοτε διαμορφώνεται κατόπιν οποιασδήποτε διαφοροποίησης της, την οποία δύναται να επιφέρει ο Επίτροπος από καιρού εις καιρό, υπό το φως τεχνολογικών εξελίξεων ή νέων συνθηκών σύμφωνα με το εκάστοτε σε ισχύ δεσμευτικό κεκτημένο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με διάταγμα που εκδίδει δυνάμει του άρθρου 20(ιθ) του παρόντος Νόμου,

«καθολική υπηρεσία» σημαίνει ένα στοιχειώδες σύνολο υπηρεσιών, είτε υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών είτε ταχυδρομικών υπηρεσιών, που ορίζεται στον παρόντα Νόμο, συγκεκριμένης ποιότητας, διαθέσιμο για κάθε χρήστη, ανεξάρτητα από τη γεωγραφική του θέση και, υπό το πρίσμα των ιδιαίτερων εθνικών συνθηκών στην Κύπρο, σε προσιτή τιμή,

«καταληκτικά τέλη» σημαίνει την αμοιβή του παροχέα καθολικής ταχυδρομικής υπηρεσίας για τη διανομή του εισερχόμενου διασυνοριακού ταχυδρομείου αποτελούμενου από ταχυδρομικά αντικείμενα από άλλη χώρα,

«καταναλωτής» σημαίνει οποιοδήποτε φυσικό πρόσωπο που χρησιμοποιεί ή ζητά δημόσια διαθέσιμες υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών και ταχυδρομικές υπηρεσίες για σκοπούς άλλους της εργασίας, επιχείρησης ή επαγγέλματος του,

«κατασκευαστής» σημαίνει κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που κατασκευάζει ραδιοεξοπλισμό ή που αναθέτει σε άλλους τον σχεδιασμό ή την κατασκευή ραδιοεξοπλισμού και διοχετεύει στην αγορά τον εξοπλισμό αυτόν υπό την επωνυμία ή το εμπορικό σήμα του,

«κατηγορία εξοπλισμού» σημαίνει κατηγορία που προσδιορίζει συγκεκριμένους τύπους συσκευών, οι οποίες θεωρούνται παρόμοιες, ως και εκείνες τις διεπαφές για τις οποίες σχεδιάστηκαν οι εν λόγω συσκευές, οι οποίες εν πάση περιπτώσει δυνατόν να ανήκουν σε περισσότερες από μια κατηγορίες εξοπλισμού,

«κλάση ραδιοεξοπλισμού» σημαίνει  την κλάση που προσδιορίζει συγκεκριμένες κατηγορίες ραδιοεξοπλισμού οι οποίες θεωρούνται παρόμοιες δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου και τις ραδιοεπαφές εκείνες για τις οποίες έχει σχεδιαστεί ο ραδιοεξοπλισμός,

«κλειστή ομάδα χρηστών» σημαίνει πρόσωπα που δεν τα συνδέουν κατ’ ανάγκη οικονομικοί δεσμοί αλλά που μπορούν να προσδιοριστούν ως μέλη μιας ομάδας με βάση μια διαρκή εμπορική ή/και επαγγελματική σχέση μεταξύ τους ή με ένα άλλο πρόσωπο της ομάδας, και των οποίων οι εσωτερικές επικοινωνιακές ανάγκες απορρέουν από το κοινό ενδιαφέρον που χαρακτηρίζει αυτή τη διαρκή σχέση,

«κλήση» σημαίνει τη σύνδεση που επιτυγχάνεται μέσω δημόσια διαθέσιμων υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών που επιτρέπουν την αμφίδρομη επικοινωνία ομιλίας,

«κοινή (μεριζόμενη) πρόσβαση στον τοπικό βρόχο» σημαίνει την παροχή σε δικαιούχο πρόσβασης στον τοπικό βρόχο ή στον τοπικό υπό-βρόχο του φορέα εκμετάλλευσης με σημαντική ισχύ στην αγορά, η οποία επιτρέπει τη χρήση της δυναμικότητας συγκεκριμένου τμήματος της υποδομής του δικτύου, όπως μέρους της συχνότητας ή ισοδύναμου,

«κοινοποιημένος φορέας εκμετάλλευσης με σημαντική ισχύ στην αγορά» σημαίνει φορέα σταθερού δημόσιου τηλεφωνικού δικτύου ο οποίος έχει ορισθεί από τον Επίτροπο ως έχων σημαντική ισχύ σε μια σχετική αγορά και ως εκ τούτου υπόκειται σε ρύθμιση για τις δραστηριότητές του στην εν λόγω σχετική αγορά,

«κοινοποιημένος οργανισμός» σημαίνει οργανισμό που δύναται να εκτελεί για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου, διαδικασία εκτίμησης της συμμόρφωσης τερματικού εξοπλισμού με τις βασικές απαιτήσεις∙ και

«κοινόχρηστο τηλέφωνο» σημαίνει τηλέφωνο διαθέσιμο στο κοινό εν γένει, για τη χρήση του οποίου μπορεί να απαιτείται χρήση κέρματος ή/και πιστωτικής/χρεωστικής κάρτας ή/και προπληρωμένης κάρτας, συμπεριλαμβανομένων των καρτών που χρησιμοποιούνται με κώδικα επιλογής,

«Κυπριακό Ταχυδρομείο» [Διαγράφηκε],

«Κύπρος» σημαίνει την Κυπριακή Δημοκρατία,

«μείζονα έργα ανακαίνισης» σημαίνει οικοδομικές εργασίες ή έργα  πολιτικής μηχανικής στον τόπο του τελικού χρήστη τα οποία περιλαμβάνουν δομικές μεταβολές ολόκληρης της εντός κτιρίου υλικής υποδομής ή σημαντικού τμήματος αυτής και για τα οποία απαιτείται πολεοδομική άδεια ή/και άδεια οικοδομής, ανάλογα με την περίπτωση,

«μετάδοση» σημαίνει ενσύρματη ή μη, απ΄ευθείας ή μέσω δορυφόρου, σε κωδικοποιημένη μορφή ή μη, και εν γένει καθ΄οιονδήποτε τρόπο μετάδοση ραδιοφωνικού ή τηλεοπτικού σήματος, που προορίζεται για λήψη από το κοινό,

«μη γεωγραφικός αριθμός» σημαίνει τον αριθμό που περιλαμβάνεται στο Σχέδιο Τηλεφωνικής Αριθμοδότησης της Κυπριακής Δημοκρατίας και δεν είναι γεωγραφικός αριθμός.  Συμπεριλαμβάνει, μεταξύ άλλων, αριθμούς κινητών τηλεφώνων, αριθμούς ατελούς κλήσης και αριθμούς υπερτιμημένων κλήσεων,

«μήνας» σημαίνει τριάντα ημερολογιακές ημέρες, εκτός εάν καθορίζεται διαφορετικά στο Νόμο, ή εκτός εάν από το κείμενο προκύπτει διαφορετική έννοια,

«μισθωμένες γραμμές» σημαίνει διευκολύνσεις ηλεκτρονικών επικοινωνιών που παρέχουν χωρητικότητα διαφανούς μετάδοσης μεταξύ των σημείων απολήξεως δικτύου και δεν περιλαμβάνουν κατ΄ απαίτηση μεταγωγή (λειτουργίες μεταγωγής που μπορεί να ελέγξει ο χρήστης ως μέρος της παροχής μισθωμένης γραμμής),

«οικονομικοί φορείς» σημαίνει τον κατασκευαστή, εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπο, εισαγωγέα και διανομέα,

«Οργανισμός» σημαίνει δημόσιο παροχέα δικτύου ηλεκτρονικών επικοινωνιών ή/και δημόσιο παροχέα υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών,

«οργανισμός αξιολόγησης της συμμόρφωσης»  σημαίνει  τον οργανισμό ο οποίος πραγματοποιεί δραστηριότητες αξιολόγησης της συμμόρφωσης,

«οργανισμός δημοσίου δικαίου» σημαίνει κάθε οργανισμό, ο οποίος έχει όλα τα ακόλουθα χαρακτηριστικά:

(α) έχει συσταθεί ειδικά για την κάλυψη αναγκών γενικού συμφέροντος, χωρίς βιομηχανικό ή εμπορικό χαρακτήραˑ

(β) διαθέτει νομική προσωπικότητα. και

(γ) χρηματοδοτείται,  στο σύνολο ή κατά το μεγαλύτερο μέρος, από το κράτος, περιφερειακές ή τοπικές αρχές ή άλλους οργανισμούς δημοσίου δικαίου ή υπόκειται σε διοικητική επιτήρηση από τις εν λόγω αρχές ή οργανισμούς ή έχει διοικητικό, διευθυντικό ή εποπτικό όργανο του οποίου περισσότερα από τα μισά μέλη διορίζονται από το κράτος, τις περιφερειακές ή τοπικές αρχές ή από άλλους οργανισμούς δημοσίου δικαίου,

«παραβίαση προσωπικών δεδομένων» σημαίνει την παραβίαση της ασφάλειας που οδηγεί σε τυχαία ή παράνομη καταστροφή, απώλεια, αλλοίωση ή απαγορευμένη διάδοση ή πρόσβαση σε προσωπικά δεδομένα που διαβιβάστηκαν, αποθηκεύτηκαν ή υποβλήθηκαν κατ’ άλλο τρόπο σε επεξεργασία, σε συνδυασμό με την παροχή διαθέσιμης στο κοινό ηλεκτρονικής υπηρεσίας επικοινωνιών,

«παροχέας» σημαίνει πρόσωπο που παρέχει ή είναι εξουσιοδοτημένο να παρέχει δίκτυο και/ή υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών ή ταχυδρομικές υπηρεσίες ή συναφείς διευκολύνσεις, προς το κοινό,

«παροχέας καθολικής τηλεπικοινωνιακής υπηρεσίας» σημαίνει το δημόσιο ή δημόσιους παροχείς δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών, που ορίζονται δια νόμου ή δυνάμει νόμου ως παροχείς καθολικής υπηρεσίας ηλεκτρονικών επικοινωνιών ή μέρους αυτής στη ∆ημοκρατία,

«παροχέας οικείου δικτύου κινητής τηλεφωνίας» σημαίνει τον παροχέα που λειτουργεί δίκτυο κινητής τηλεφωνίας ο οποίος έχει εγγεγραμμένους πελάτες στο οικείο αρχείο εντοπισμού, στους οποίους προσφέρει υπηρεσίες κινητής τηλεφωνίας.

«παροχέας φιλοξενούντος δικτύου κινητής τηλεφωνίας» σημαίνει τον παροχέα που λειτουργεί δίκτυο κινητής τηλεφωνίας ο οποίος επιτρέπει την προσωρινή εγγραφή του πελάτη στο αρχείο εντοπισμού φιλοξενουμένων, στον οποίο προσφέρει υπηρεσίες κινητής τηλεφωνίας.

«παροχή δικτύου ηλεκτρονικών επικοινωνιών» σημαίνει την εγκατάσταση, λειτουργία, έλεγχο ή διάθεση ενός τέτοιου δικτύου,

«περισυλλογή» σημαίνει τη δραστηριότητα περισυλλογής ταχυδρομικών αντικειμένων από παροχέα ταχυδρομικής υπηρεσίας,

«πλαστό γραμματόσημο» σημαίνει οποιοδήποτε αντίγραφο ή απομίμηση ή παράσταση, σε χαρτί ή άλλως πως, οποιουδήποτε γραμματοσήμου, αποτυπώματος μηχανής προπληρωμής ταχυδρομικών τελών ή οποιασδήποτε άλλης μεθόδου πληρωμής ταχυδρομικών τελών, που υποδηλώνει οποιοδήποτε ταχυδρομικό τέλος στην Κύπρο ή σε οποιαδήποτε άλλη χώρα,

«πλήρως αδεσμοποίητη πρόσβαση στον τοπικό βρόχο» σημαίνει την παροχή σε δικαιούχο πρόσβασης στον τοπικό βρόχο ή στον τοπικό υπο-βρόχο του κοινοποιημένου φορέα εκμετάλλευσης, με σημαντική ισχύ στην αγορά, η οποία επιτρέπει χρήση της πλήρους δυναμικότητας της υποδομής του δικτύου,

«Πρόεδρος» σημαίνει τον Πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας,

«προηγμένος ψηφιακός τηλεοπτικός εξοπλισμός» σημαίνει τον περιφερειακό εξοπλισμό τερματικών  ο οποίος προορίζεται για σύνδεση με τηλεοπτική συσκευή ή σύνθετη ψηφιακή τηλεοπτική συσκευή και είναι ικανός να υποστηρίξει ψηφιακές διαδραστικές τηλεοπτικές υπηρεσίες,

«πρόσβαση» σημαίνει τη διάθεση ευκολιών ή/και υπηρεσιών σε άλλο πρόσωπο, βάσει καθορισμένων όρων, σε αποκλειστική ή μη βάση, για τον σκοπό παροχής υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, συμπεριλαμβανομένων των περιπτώσεων που οι ευκολίες ή και υπηρεσίες χρησιμοποιούνται για τη διανομή υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας ή υπηρεσιών περιεχομένου ραδιοτηλεοπτικών εκπομπών. Καλύπτει, μεταξύ άλλων: την πρόσβαση σε στοιχεία του δικτύου και συναφείς ευκολίες, που μπορούν να αφορούν και τη σύνδεση εξοπλισμού δια σταθερών ή μη σταθερών μέσων (αυτό περιλαμβάνει συγκεκριμένα την πρόσβαση στον τοπικό βρόχο και σε ευκολίες και υπηρεσίες απαραίτητες για την παροχή υπηρεσιών μέσω τοπικού βρόχου), την πρόσβαση σε υλική υποδομή, που περιλαμβάνει κτίρια, σωλήνες και ιστούς, την πρόσβαση σε συναφή συστήματα λογισμικού, που περιλαμβάνουν συστήματα λειτουργικής υποστήριξης, την πρόσβαση στα συστήματα πληροφοριών ή στις βάσεις δεδομένων για προ-παραγγελία, παροχή, παραγγελία, παροχή συντήρησης και επισκευής, καθώς και αιτήματα τιμολόγησης, την πρόσβαση σε μετάφραση αριθμών ή σε συστήματα που παρέχουν παρόμοιες λειτουργικές δυνατότητες, την πρόσβαση σε σταθερά και κινητά δίκτυα, ιδίως για περιαγωγή, την πρόσβαση σε συστήματα υπό όρους πρόσβασης για υπηρεσίες ψηφιακής τηλεόρασης και την πρόσβαση σε υπηρεσίες εικονικού δικτύου,

«πρόσωπο» σημαίνει φυσικό ή νομικό πρόσωπο και περιλαμβάνει εταιρεία, συνεταιρισμό, σωματείο, ίδρυμα ή οποιαδήποτε άλλη ένωση ή σύμπραξη προσώπων, με νομική προσωπικότητα ή όχι,

«προώθηση κλήσης» σημαίνει τη διευκόλυνση μέσω της οποίας εισερχόμενες κλήσεις μπορούν να αποσταλούν σε άλλο προορισμό στην Κύπρο ή σε άλλη χώρα,

«ραδιοεξοπλισμός» σημαίνει ηλεκτρικό ή ηλεκτρονικό προϊόν που εκούσια εκπέμπει και/ ή λαμβάνει ραδιοκύματα για σκοπούς ραδιοεπικοινωνίας και/ή ραδιοπροσδιορισμού, ή ηλεκτρικό ή ηλεκτρονικό προϊόν που πρέπει να συμπληρωθεί με εξάρτημα, όπως κεραία, ώστε εκούσια να εκπέμπει και/ή να λαμβάνει ραδιοκύματα για σκοπούς ραδιοεπικοινωνίας και/ή ραδιοπροσδιορισμού,

«ραδιοδιαπεφή» σημαίνει  τη προδιαγραφή της ρυθμιζόμενης χρήσης  του ραδιοφάσματος,

«ραδιοεπικοινωνία» σημαίνει  επικοινωνία μέσω ραδιοκυμάτων,

«ραδιοκύματα» ή «ραδιοσυχνότητες» σημαίνει ηλεκτρομαγνητικά κύματα συχνότητας κάτω από  3.000 GHz (τρία εκατομμύρια μεγακύκλους ανά δευτερόλεπτο), που μεταδίδονται σε ανοικτό χώρο χωρίς τεχνητό οδηγό (artificial guide),

«ραδιοπροσδιορισμός» σημαίνει  τον  προσδιορισμό της θέσης, ταχύτητας και/ ή άλλων χαρακτηριστικών ενός αντικειμένου, ή απόκτηση πληροφοριών σε σχέση με αυτές τις παραμέτρους  μέσω των ιδιοτήτων διάδοσης των ραδιοκυμάτων,

«ραδιοφάσμα» σημαίνει ραδιοκύματα συχνότητας κάτω από 3000GHz, που διαδίδονται στο διάστημα χωρίς τεχνητό οδηγό,

«σήμανση CE» σημαίνει τη σήμανση με την οποία ο κατασκευαστής δηλώνει ότι ο ραδιοεξοπλισμός συμμορφώνεται προς τις εφαρμοστέες απαιτήσεις της ενωσιακής νομοθεσίας εναρμόνισης που προβλέπει την τοποθέτηση της σήμανσης,

«σημεία πρόσβασης» σημαίνει τις συγκεκριμένες εγκαταστάσεις, περιλαμβανομένων, μεταξύ άλλων, των γραμματοκιβωτίων, που τίθενται στη διάθεση του κοινού είτε σε δημόσιους χώρους είτε σε χώρους των φορέων παροχής ταχυδρομικών υπηρεσιών, όπου οι αποστολείς μπορούν να καταθέτουν ταχυδρομικά αντικείμενα στο ταχυδρομικό δίκτυο,

«σημείο πρόσβασης» σημαίνει συγκεκριμένο σημείο, εντός ή εκτός του κτιρίου, προσιτό στις επιχειρήσεις  που έχουν αδειοδοτηθεί δεόντως σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου ή έχουν το δικαίωμα να παρέχουν δημόσια δίκτυα ηλεκτρονικών επικοινωνιών διά οιασδήποτε οικείας νομοθεσίας, μέσω του οποίου εξασφαλίζεται η σύνδεση με την προσαρμοσμένη σε υψηλές ταχύτητες υλική υποδομή εντός κτιρίου,

«σημείο τερματισμού δικτύου» (ΣΤΔ) σημαίνει το φυσικό ή και ασύρματο σημείο στο οποίο ένας συνδρομητής αποκτά πρόσβαση σε δημόσιο δίκτυο επικοινωνιών. Στις περιπτώσεις δικτύων  που  περιλαμβάνουν  μεταγωγή  ή  δρομολόγηση  το ΣΤΔ χαρακτηρίζεται από ειδική διεύθυνση δικτύου, η οποία δυνατόν να συνδέεται με αριθμό ή όνομα συνδρομητή,

«συγκατάθεση» σημαίνει συγκατάθεση του υποκειμένου των δεδομένων, δηλαδή κάθε ελεύθερη, ρητή και ειδική δήλωση βούλησης, που εκφράζεται με τρόπο σαφή και  με πλήρη επίγνωση, και με την οποία το υποκείμενο των δεδομένων, αφού προηγουμένως ενημερωθεί, δέχεται να αποτελέσουν αντικείμενο επεξεργασίας τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν,

«Συμβουλευτική Επιτροπή» σημαίνει τη Συμβουλευτική Επιτροπή Ηλεκτρονικών Επικοινωνιών και Ταχυδρομείων που καθιδρύεται δυνάμει της παραγράφου (α) του εδαφίου (1) του άρθρου 32 του παρόντος Νόμου,

«συμφωνία διασύνδεσης» σημαίνει τις τεχνικές και εμπορικές συμφωνίες που έχουν συναφθεί μεταξύ δύο παροχέων αναφορικά με την παροχή διασύνδεσης,

«συναφείς ευκολίες» σημαίνει τις ευκολίες που σχετίζονται με δίκτυο ηλεκτρονικών επικοινωνιών ή/και υπηρεσία ηλεκτρονικών επικοινωνιών, και καθιστούν δυνατή ή/και στηρίζουν την παροχή υπηρεσιών μέσω του εν λόγω δικτύου και/ή υπηρεσίας. Περιλαμβάνουν επίσης συστήματα υπό όρους πρόσβασης και οδηγούς ηλεκτρονικών προγραμμάτων,

«συναφείς υπηρεσίες» σημαίνει υπηρεσίες και ευκολίες που σχετίζονται με δίκτυο ηλεκτρονικών επικοινωνιών ή/και υπηρεσία ηλεκτρονικών επικοινωνιών και καθιστούν δυνατή ή/και στηρίζουν την παροχή υπηρεσιών μέσω του εν λόγω δικτύου ή/και υπηρεσίας ή έχουν τη δυνατότητα αυτή, περιλαμβάνουν δε, μεταξύ άλλων, συστήματα μετατροπής αριθμών ή συστήματα που παρέχουν παρόμοια λειτουργική δυνατότητα, συστήματα υπό όρους πρόσβασης και οδηγούς ηλεκτρονικών προγραμμάτων καθώς και άλλες υπηρεσίες όπως ταυτοποίηση, εντοπισμό θέσης και υπηρεσία παρουσίας,

«συγκατάθεση» σημαίνει συγκατάθεση του υποκειμένου των δεδομένων, κάθε ελεύθερη, ρητή και ειδική δήλωση βούλησης, που εκφράζεται με τρόπο σαφή και εν πλήρη επίγνωση και με την οποία το υποκείμενο των δεδομένων, αφού προηγουμένως ενημερωθεί, δέχεται να αποτελέσουν αντικείμενο επεξεργασίας τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν,

«συναφείς εγκαταστάσεις» σημαίνει τις συναφείς ευκολίες, τις συναφείς υπηρεσίες, υλικές υποδομές και άλλες εγκαταστάσεις ή στοιχεία που σχετίζονται με δίκτυο ηλεκτρονικών επικοινωνιών ή/και υπηρεσία ηλεκτρονικών επικοινωνιών και καθιστούν δυνατή ή/και στηρίζουν την παροχή υπηρεσιών μέσω του εν λόγω δικτύου ή/και υπηρεσίας ή έχουν τη δυνατότητα αυτή, περιλαμβάνουν δε, μεταξύ άλλων, κτίρια ή εισόδους κτιρίων, καλωδιώσεις κτιρίων, κεραίες, πύργους και άλλες φέρουσες κατασκευές, αγωγούς, σωληνώσεις, ιστούς, φρεάτια και κυτία σύνδεσης,

«συνδρομητής» σημαίνει πρόσωπο, που είναι συμβαλλόμενο μέρος σε σύμβαση με παροχέα δημόσια διαθέσιμων υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών ή ταχυδρομικών υπηρεσιών για παροχή τέτοιων υπηρεσιών αντιστοίχως,

«συνεγκατάσταση» σημαίνει την παροχή του φυσικού χώρου και των τεχνικών εγκαταστάσεων που είναι απαραίτητες για την με εύλογο τρόπο τοποθέτηση και σύνδεση του σχετικού εξοπλισμού ενός δικαιούχου,

«συσκευή» σημαίνει οποιοδήποτε εξοπλισμό που είναι είτε ραδιοεξοπλισμός είτε τερματικός εξοπλισμός ηλεκτρονικών επικοινωνιών ή και τα δύο,

«σύστημα υπό όρους πρόσβασης» σημαίνει κάθε τεχνικό μέτρο ή/και ρύθμιση, όπου η πρόσβαση σε προστατευόμενη υπηρεσία ραδιοτηλεοπτικής μετάδοσης σε κατανοητή μορφή, εξαρτάται από τη συνδρομή ή κάποια άλλη μορφή προγενέστερης άδειας/εξουσιοδότησης,

«συστημένο αντικείμενο» σημαίνει υπηρεσία που παρέχει εγγύηση σταθερού ποσού τέλους έναντι κινδύνου απώλειας, κλοπής ή ζημιάς ταχυδρομικού αντικειμένου και που παρέχει στον αποστολέα, όπου αυτό είναι πρέπον κατόπιν αιτήματος του τελευταίου, απόδειξη για την παραλαβή ταχυδρομικού αντικειμένου ή/και για την παράδοση του στον παραλήπτη,

«Σχέδιο Τηλεφωνικής Αριθμοδότησης Κυπριακής Δημοκρατίας» σημαίνει το σχέδιο που ετοιμάζει, εκσυγχρονίζει, δημοσιεύει και διαχειρίζεται το Γραφείο και το οποίο καθορίζει τη σειρά των αριθμών που πρέπει να χρησιμοποιηθεί κατά τη δρομολόγηση επικοινωνιών σε συγκεκριμένες τοποθεσίες, τερματικά πρόσωπα ή λειτουργίες σε δημόσια δίκτυα ηλεκτρονικών επικοινωνιών, καθώς επίσης και τους όρους, προϋποθέσεις και τέλη εκχώρησης, κράτησης και χρήσης των σειρών αριθμών.

«σχετική αγορά» σημαίνει την αγορά προϊόντων/υπηρεσιών, όπως καθορίζεται από τον Επίτροπο σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του παρόντος Νόμου. Η σχετική αγορά προϊόντων/υπηρεσιών περιλαμβάνει όλα τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες που είναι επαρκώς εναλλάξιμα ή υποκατάστατα, όχι μόνο σε ό,τι αφορά τα αντικειμενικά χαρακτηριστικά τους, βάσει των οποίων είναι ιδιαίτερα κατάλληλα για την ικανοποίηση των διαρκών αναγκών των καταναλωτών, τις τιμές τους ή την επιδιωκόμενη χρήση τους, αλλά και τις συνθήκες ανταγωνισμού και/ή τη διάρθρωση της προσφοράς και της ζήτησης στην εν λόγω αγορά. Προϊόντα ή υπηρεσίες που είναι σε μικρό μόνο ή σχετικό βαθμό εναλλάξιμα μεταξύ τους δεν αποτελούν μέρος της ίδιας αγοράς,

«ταχυδρομείο» σημαίνει οποιοδήποτε οικοδόμημα, κτίριο, αίθουσα ή εν γένει οποιοδήποτε χώρο που χρησιμοποιείται για τους σκοπούς του παροχέα καθολικής ταχυδρομικής υπηρεσίας,

«ταχυδρομικές υπηρεσίες» σημαίνει τις υπηρεσίες που συνίστανται στην περισυλλογή, τη διαλογή, τη μεταφορά και τη διανομή ταχυδρομικών αντικειμένων,

«ταχυδρομικό αντικείμενο» σημαίνει αντικείμενο με συγκεκριμένο παραλήπτη που αποστέλλεται στην τελική του μορφή, υπό την οποία το αναλαμβάνει ο φορέας παροχής της ταχυδρομικής υπηρεσίας, περιλαμβανομένων, πέραν των αντικειμένων αλληλογραφίας, βιβλίων, καταλόγων, εφημερίδων, περιοδικών και ταχυδρομικών δεμάτων που περιέχουν εμπορεύματα, με ή χωρίς εμπορική αξία,

«τελικός χρήστης» σημαίνει τον χρήστη που δεν παρέχει δημόσια δίκτυα επικοινωνιών ή υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών διαθέσιμες στο κοινό,

«τερματικό σημείο δικτύου» σημαίνει το σημείο φυσικής ή/και ασύρματης διεπαφής, από όπου παρέχεται στο συνδρομητή πρόσβαση στο δίκτυο επικοινωνιών, στα δίκτυα μεταγωγής ή δρομολόγησης, το τερματικό σημείο δικτύου που καθορίζεται μέσω ειδικής διεύθυνσης δικτύου, η οποία μπορεί να συνδέεται με το όνομα ή τον αριθμό του συνδρομητή,

«τερματικός εξοπλισμός» [Διαγράφηκε],

«τεχνικά έργα» σημαίνει κάθε αποτέλεσμα ενός συνόλου οικοδομικών εργασιών ή εργασιών πολιτικής μηχανικής, αφ' εαυτού επαρκές να πληροί μια οικονομική ή τεχνική λειτουργία και το οποίο περιλαμβάνει ένα ή περισσότερα στοιχεία υλικής υποδομής,

«τεχνική προδιαγραφή» σημαίνει έγγραφο με το οποίο ορίζονται τα  απαιτούμενα τεχνικά χαρακτηριστικά του ραδιοεξοπλισμού,

«τηλεπικοινωνιακός τερματικός εξοπλισμός» [Διαγράφηκε],

«τοπικός βρόχος» σημαίνει το φυσικό κύκλωμα στρεπτού ζεύγους μεταλλικών καλωδίων που συνδέει το σημείο τερματισμού του δικτύου στις εγκαταστάσεις του συνδρομητή με τον κεντρικό κατανεμητή ή με αντίστοιχη εγκατάσταση στο σταθερό δημόσιο δίκτυο,

«τοπικός υπό-βρόχος» σημαίνει τον μερικό τοπικό βρόχο που συνδέει το σημείο τερματισμού του δικτύου με σημείο συγκέντρωσης ή προσδιορισμένο ενδιάμεσο σημείο πρόσβασης στο σταθερό δημόσιο δίκτυο ηλεκτρονικών επικοινωνιών,

«υλική υποδομή» σημαίνει στοιχείο δικτύου το οποίο προορίζεται να δεχθεί άλλα στοιχεία δικτύου χωρίς να γίνει το ίδιο ενεργό στοιχείο του δικτύου, όπως σωληνώσεις, ιστοί, αγωγοί, φρεάτια επίσκεψης, ανθρωποθυρίδες, κυτία σύνδεσης, κτίρια ή είσοδοι κτιρίων, εγκαταστάσεις κεραιών, πύργοι και ιστοί, σύμφωνα με τα άρθρα 62Α και 62Β:

Νοείται ότι, για τους σκοπούς των άρθρων 62Α και 62Β, δεν εμπίπτουν στον ορισμό του όρου αυτού, τα καλώδια, συμπεριλαμβανομένων σκοτεινών οπτικών ινών (dark fibre), καθώς και στοιχεία δικτύων που χρησιμοποιούνται για την παροχή πόσιμου ύδατος που προορίζεται για ανθρώπινη κατανάλωση, όπως ορίζεται στο εδάφιο (1) του άρθρου 2 του περί της Ποιότητας του Νερού Ανθρώπινης Κατανάλωσης (Παρακολούθηση και Έλεγχος) Νόμου, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται,

«υλική υποδομή εντός κτιρίου» σημαίνει  υλική υποδομή ή εγκαταστάσεις στον τόπο του τελικού χρήστη, περιλαμβανομένων στοιχείων υπό συνιδιοκτησία, οι οποίες προορίζονται να δεχθούν δίκτυα ενσύρματης ή/και ασύρματης πρόσβασης, εφόσον τα εν λόγω δίκτυα πρόσβασης είναι ικανά να παρέχουν υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών και να συνδέουν το σημείο πρόσβασης του κτιρίου με το σημείο τερματισμού του δικτύου,

«υλική υποδομή εντός κτιρίου προσαρμοσμένη για υψηλές ταχύτητες» σημαίνει υλική υποδομή εντός κτιρίου που προορίζεται να δεχθεί στοιχεία ή να διευκολύνει την παροχή υψίρρυθμων δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών,

«υπηρεσία κατεπειγόντων» σημαίνει την υπηρεσία που χαρακτηρίζεται εκτός από την ταχύτερη και πιο αξιόπιστη συλλογή, διανομή και παράδοση των αντικειμένων, από την παροχή ορισμένων ή όλων των ακόλουθων συμπληρωματικών διευκολύνσεων: εγγύηση για παράδοση σε ορισμένη ημερομηνία, παραλαβή από το σημείο προέλευσης, παράδοση προσωπικά στον παραλήπτη, δυνατότητα μεταβολής του προορισμού και της ταυτότητας κατά τη διαμετακόμιση, επιβεβαίωση στον αποστολέα της παραλαβής του αντικειμένου αποστολής, έλεγχος και παρακολούθηση των αντικειμένων αποστολής, εξατομικευμένη παροχή υπηρεσιών στους πελάτες και προσφορά υπηρεσιών ανάλογα με τις απαιτήσεις του. Η εν λόγω υπηρεσία είναι δυνατόν να παρέχεται με υψηλότερη τιμή,

«Υπηρεσία τηλεόρασης ευρείας οθόνης» σημαίνει τηλεοπτική υπηρεσία που αποτελείται, στο σύνολό της ή εν μέρει, από προγράμματα που έχουν παραχθεί και υποστεί επεξεργασία προκειμένου να παρουσιαστούν σε σχήμα ευρείας οθόνης πλήρους ύψους. Το σχήμα 16: 9 είναι το σχήμα αναφοράς της τηλεοπτικής υπηρεσίας ευρείας οθόνης.

«υπηρεσία φωνητικής τηλεφωνίας» σημαίνει υπηρεσία στην οποία έχει πρόσβαση το κοινό για την εμπορική παροχή και απευθείας μεταφορά ομιλίας σε πραγματικό χρόνο μέσω του δημόσιου δικτύου μεταγωγής ή τέτοιου δικτύου όπου οποιοσδήποτε χρήστης δύναται να χρησιμοποιήσει εξοπλισμό που συνδέεται με σημείο απόληξης δικτύου σε σταθερή τοποθεσία για επικοινωνία με άλλο χρήστη του εξοπλισμού που είναι συνδεδεμένος με άλλο σημείο απόληξης,

«υπηρεσίες επιμερισμένου κόστους» σημαίνει υπηρεσίες μεταγωγής όπου ο καλών καταβάλλει μόνο μέρος του κόστους της κλήσης στον επιλεγόμενο αριθμό,

«Υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών» σημαίνει τις υπηρεσίες που παρέχονται συνήθως έναντι αμοιβής και των οποίων η παροχή συνίσταται, εν όλω ή εν μέρει, στη μεταφορά σημάτων σε δίκτυα ηλεκτρονικών επικοινωνιών, συμπεριλαμβανομένων των υπηρεσιών τηλεπικοινωνιών και των υπηρεσιών μετάδοσης σε δίκτυα που χρησιμοποιούνται για ραδιοτηλεοπτικές μεταδόσεις, αλλά εξαιρουμένων των υπηρεσιών που παρέχουν περιεχόμενο μεταδιδόμενο με χρήση δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών ή που ασκούν έλεγχο επί του περιεχομένου, δεν περιλαμβάνουν επίσης τις υπηρεσίες της κοινωνίας της πληροφορίας, όπως αυτές ορίζονται στο Παράρτημα 1 του περί της Διαδικασίας Πληροφόρησης Ορισμένων Τεχνικών Κανόνων Νόμου οι οποίες δεν συνίστανται, εν όλω ή εν μέρει, στη μεταφορά σημάτων σε δίκτυα ηλεκτρονικών επικοινωνιών,

«υπηρεσίες που παρέχονται με χρέωση ανά μονάδα» σημαίνει τις ταχυδρομικές υπηρεσίες για τις οποίες η χρέωση ορίζεται στους γενικούς όρους του παροχέα  καθολικής υπηρεσίας για τα επιμέρους ταχυδρομικά αντικείμενα,

«υπηρεσία προστιθέμενης αξίας» σημαίνει κάθε υπηρεσία η οποία επιβάλλει την επεξεργασία δεδομένων κίνησης ή δεδομένων θέσης πέραν εκείνων που απαιτούνται για τη μετάδοση μιας επικοινωνίας και τη χρέωσή της,

«Υπουργός» σημαίνει τον Υπουργό Μεταφορών, Επικοινωνιών και Έργων,

«υψίρρυθμο δίκτυο ηλεκτρονικών επικοινωνιών» σημαίνει δίκτυο ηλεκτρονικών επικοινωνιών ικανό να παρέχει υπηρεσίες ευρυζωνικής πρόσβασης σε ταχύτητες τουλάχιστον 30 Mbps,

«φορέας εκμετάλλευσης» σημαίνει πρόσωπο που παρέχει ή που του επιτρέπεται να παρέχει ένα δημόσιο δίκτυο επικοινωνιών ή μια συναφή ευκολία∙

«φορέας εκμετάλλευσης δικτύου»  σημαίνει επιχείρηση η οποία  έχει δεόντως αδειοδοτηθεί σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου ή έχει το δικαίωμα να παρέχει δημόσια δίκτυα επικοινωνιών διά οιασδήποτε οικείας νομοθεσίας,  καθώς και επιχείρηση που παρέχει υλική υποδομή με σκοπό την παροχή:

(α) υπηρεσίας παραγωγής, μεταφοράς ή διανομής:

(i) φυσικού αερίου,

(ii)ηλεκτρικής ενέργειας, συμπεριλαμβανομένου του δημόσιου φωτισμού,

(iii) θέρμανσης,

(iv) ύδατος, συμπεριλαμβανομένης της διάθεσης ή επεξεργασίας ακαθάρτων και λυμάτων, συστημάτων αποστράγγισης,

(β) μεταφορικών υπηρεσιών, συμπεριλαμβανομένων σιδηροδρόμων, οδών, λιμένων και αερολιμένων,

«φορέας παροχής καθολικής υπηρεσίας» σημαίνει κάθε δημόσιο ή ιδιωτικό φορέα παροχής ταχυδρομικής υπηρεσίας ο οποίος έχει οριστεί να παρέχει μέρος ή το σύνολο της καθολικής ταχυδρομικής υπηρεσίας στη Δημοκρατία, και του οποίου η ταυτότητα έχει κοινοποιηθεί στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, σύμφωνα με το εδάφιο (1) του άρθρου 119Α του παρόντος Νόμου,

«φορέας παροχής ταχυδρομικών υπηρεσιών» σημαίνει πρόσωπο το οποίο παρέχει μια ή περισσότερες ταχυδρομικές υπηρεσίες,

«φορέας του δημόσιου τομέα» σημαίνει  κρατική, περιφερειακή ή τοπική αρχή, οργανισμό δημοσίου δικαίου ή ένωση αποτελούμενη από μία ή περισσότερες από τις εν λόγω αρχές ή από έναν ή περισσότερους από τους εν λόγω οργανισμούς δημοσίου δικαίου,

«φορητότητα αριθμών» σημαίνει τη διευκόλυνση με βάση την οποία ένας συνδρομητής δύναται να διατηρεί τον αριθμό του, στην περίπτωση γεωγραφικών αριθμών σε μια συγκεκριμένη τοποθεσία και στην περίπτωση μη γεωγραφικών αριθμών σε οποιαδήποτε τοποθεσία, σε δίκτυο ηλεκτρονικών επικοινωνιών ανεξάρτητα από το δημόσιο παροχέα που παρέχει υπηρεσία,

«χρήστης» σημαίνει κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που χρησιμοποιεί ή αιτείται για ιδιωτικούς ή επαγγελματικούς σκοπούς, διαθέσιμη στο κοινό υπηρεσία ηλεκτρονικών επικοινωνιών, χωρίς απαραιτήτως να είναι συνδρομητής σε αυτή την υπηρεσία,

«χρήστης ταχυδρομικών υπηρεσιών» σημαίνει κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο στο οποίο παρέχεται ταχυδρομική υπηρεσία, ως αποστολέα ή παραλήπτη.

(2) Λέξεις ή φράσεις που χρησιμοποιούνται στον παρόντα Νόμο και οι οποίες επίσης χρησιμοποιούνται στο δεσμευτικό Κοινοτικό Δίκαιο έχουν στον παρόντα Νόμο, εκτός όπου άλλως προκύπτει από το παρόν κείμενο και τα συμφραζόμενα, το ίδιο νόημα που έχουν στο δεσμευτικό Κοινοτικό Δίκαιο.

(3) Οποιαδήποτε αναφορά στον παρόντα Νόμο σε Πράξη του Κοινοτικού Δικαίου σημαίνει τη συναφή Κοινοτική Πράξη, όπως εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται.

(4) Στον παρόντα Νόμο, εκτός αν από το κείμενο προκύπτει διαφορετική έννοια:

(α) οι όροι «δεσπόζουσα θέση», «καταχρηστική εκμετάλλευση δεσπόζουσας θέσης», και «σύμπραξη» έχουν την έννοια που τους αποδίδεται στον περί Προστασίας του Ανταγωνισμού Νόμο,

(β) ο όρος "δημόσια υπηρεσία", έχει την έννοια που αποδίδεται σ΄ αυτούς, στον περί ∆ημόσιας Υπηρεσίας Νόμο 90 έως 96.

(5) Όροι που χρησιμοποιούνται στο Μέρος 14 που δεν ορίζονται διαφορετικά έχουν την έννοια που αποδίδεται σε αυτούς από τον περί Επεξεργασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (Προστασία του Ατόμου) Νόμο.

ΜΕΡΟΣ 2 ΔΙΟΡΙΣΜΟΣ ΕΠΙΤΡΟΠΟΥ ΚΑΙ ΒΟΗΘΟΥ ΕΠΙΤΡΟΠΟΥ ΡΥΘΜΙΣΕΩΣ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΩΝ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΚΑΙ ΤΑΧΥΔΡΟΜΕΙΩΝ
Διορισμός Επιτρόπου Ρυθμίσεως Ηλεκτρονικών Επικοινωνιών και Ταχυδρομείων και Βοηθού Επιτρόπου

5. (1) Το Υπουργικό Συμβούλιο, αφού διαβουλευθεί με την Κοινοβουλευτική Επιτροπή Ευρωπαϊκών Υποθέσεων, διορίζει ως Επίτροπο Ρυθμίσεως Ηλεκτρονικών Επικοινωνιών και Ταχυδρομείων, για χρονική περίοδο που δεν υπερβαίνει τα έξι έτη, πρόσωπο ανώτατου ηθικού και επαγγελματικού επιπέδου, που διαθέτει πείρα και έχει επιδείξει ικανότητες, εφ΄όλων, μερικών ή οποιουδήποτε θέματος που σχετίζεται με τη βιομηχανία, την πολιτική, τη δημόσια οικονομία και εν γένει την οικονομική επιστήμη, τις χρηματοδοτήσεις, τη μηχανική, τη λογιστική, το εμπόριο ή τη νομική επιστήμη.

(2) Για να συμβουλεύει και βοηθεί τον Επίτροπο στην άσκηση των αρμοδιοτήτων, εξουσιών και καθηκόντων του, κατά τρόπο, ως ήθελε εκάστοτε αποφασίζει ο Επίτροπος, και να εκτελεί οποιαδήποτε άλλα καθήκοντα, τα οποία ανατίθενται σ΄αυτόν δυνάμει του παρόντος Νόμου, το Υπουργικό Συμβούλιο αφού διαβουλευθεί με την Κοινοβουλευτική Επιτροπή Ευρωπαϊκών Υποθέσεων, διορίζει ως Βοηθό Επιτρόπου Ρυθμίσεως Ηλεκτρονικών Επικοινωνιών και Ταχυδρομείων, για χρονική περίοδο, που δεν υπερβαίνει τα έξι έτη, πρόσωπο ανώτατου ηθικού και επαγγελματικού επιπέδου, που διαθέτει την πείρα και έχει επιδείξει τις ικανότητες, εφ΄όλων, μερικών ή οποιουδήποτε θέματος αναφέρεται στο εδάφιο (1).

(3) Το Υπουργικό Συμβούλιο δεν διορίζει ως Επίτροπο ή Βοηθό Επιτρόπου:

(α) καθ’όσον αφορά προτιθέμενο διορισμό Επιτρόπου, πρόσωπο το οποίο έχει ήδη προηγουμένως διορισθεί δύο φορές Επίτροπος ή Βοηθός Επίτροπος, ή μία φορά ως Επίτροπος και άλλη φορά ως Βοηθός Επίτροπος, ή

(β) καθ’όσον αφορά προτιθέμενο διορισμό Βοηθού Επιτρόπου, πρόσωπο το οποίο έχει ήδη προηγουμένως διορισθεί δύο φορές Επίτροπος ή Βοηθός Επίτροπος ή μία φορά ως Επίτροπος και άλλη φορά ως Βοηθός Επίτροπος, ή

(γ) πρόσωπο το οποίο, καθ΄οιονδήποτε διάστημα εντός της αμέσως προηγουμένης του προτιθέμενου διορισμού εξάμηνης περιόδου, και άνευ βλάβης στα κωλύματα διορισμού, που τίθενται δια της παραγράφου (δ)(i) του παρόντος εδαφίου, καθ΄όσον αφορά εργασία ως αξιωματούχος, ή υπάλληλος, ή υπό οποιαδήποτε άλλη ιδιότητα σε οποιοδήποτε παροχέα που αναφέρεται στην εν λόγω παράγραφο, κατείχε, ή κατέχει οποιοδήποτε αξίωμα, του οποίου η αμοιβή τελεί υπό τον έλεγχο της Δημοκρατίας, άλλο από εκείνο του Επιτρόπου ή Βοηθού Επιτρόπου ή που ασκεί προσωρινά καθήκοντα Βοηθού Επιτρόπου κατά τα διαλαμβανόμενα στο εδάφιο (3) του άρθρου 5, ή

(δ) πρόσωπο το οποίο, καθ΄ οιονδήποτε διάστημα, κατά τη διάρκεια των αμέσως πέντε προ του προτιθέμενου διορισμού ετών:

(i) έχει εργασθεί, ή εργάζεται, είτε ως πρόεδρος ή μέλος του διοικητικού συμβουλίου, είτε ως υπάλληλος, ή υπό οποιαδήποτε άλλη ιδιότητα, ή για οποιοδήποτε δημόσιο ή μη, παροχέα δικτύου ηλεκτρονικών επικοινωνιών ή ταχυδρομικών υπηρεσιών, περιλαμβανομένου του Κυπριακού Ταχυδρομείου, και είτε ως μέλος του διοικητικού συμβουλίου του είτε ως υπάλληλος, ή υπό οποιαδήποτε άλλη ιδιότητα, ή

(ii) έχει εργασθεί, ή εργάζεται για οποιοδήποτε παροχέα, εταιρεία, οργανισμό ή αρχή, που είχε ή έχει συμφέρον, ή εμπλέκετο ή εμπλέκεται, στον τομέα ή σε επιχειρήσεις ηλεκτρονικών επικοινωνιών ή ταχυδρομείων, ή

(iii) είχε, ή έχει οποιοδήποτε άμεσο ή έμμεσο συμφέρον σε οποιοδήποτε παροχέα, εταιρεία, οργανισμό ή αρχή που αναφέρεται στις υποπαραγράφους (i) και (ii) αμέσως πιο πάνω, ή που ελάμβανε ή λαμβάνει σύνταξη ή αμοιβή, ή άλλες πληρωμές από οποιοδήποτε τέτοιο παροχέα, εταιρεία, οργανισμό ή αρχή, ή κατείχε, ή κατέχει, ή είχε ή έχει, συμφέρον σε οποιεσδήποτε μετοχές, ομόλογα, ομόλογα επιβάρυνσης ή άλλου είδους αξιόγραφα οποιουδήποτε τέτοιου παροχέα, εταιρείας, αρχής ή οργανισμού, ή

(iv) κατείχε, ή κατέχει κομματικό αξίωμα, ή είναι γνωστός, ή επικρατεί εντύπωση γι΄αυτόν στο ευρύ κοινό, ότι είχε ή έχει κομματικές διασυνδέσεις, ή εμπλοκή στα κομματικά δρώμενα.

(4) Στην απουσία γεγονότος, το οποίο κατά τα διαλαμβανόμενα σε οποιαδήποτε των υποπαραγράφων (i), (ii), (iii) και (iv) της παραγράφου (δ), του εδαφίου (3), του παρόντος άρθρου, αποτελεί κώλυμα για το διορισμό προσώπου ως Επιτρόπου ή Βοηθού Επιτρόπου, το γεγονός και μόνο, ότι πρόσωπο κατέχει ή κατείχε καθ΄ οιονδήποτε χρονικό διάστημα, εντός της αμέσως προηγούμενης του προτιθέμενου διορισμού εξάμηνης περιόδου, οποιαδήποτε θέση ως δημόσιος υπάλληλος στη δημόσια υπηρεσία, ή ως υπάλληλος σε νομικό πρόσωπο ή οργανισμό δημοσίου δικαίου μέσα στην έννοια της παραγράφου (γ) του εδαφίου (3) του άρθρου 5 του παρόντος Νόμου, ή υπηρετεί ή υπηρέτησε ως μέλος της Δικαστικής Υπηρεσίας της Δημοκρατίας, ή ως ανεξάρτητος αξιωματούχος αυτής από τους αναφερόμενους στο Μέρος VΙ του Συντάγματος της Δημοκρατίας δεν συνιστά από μόνο του κώλυμα διορισμού, κατ΄ επίκληση της παραγράφου (γ) του εδαφίου (3) του παρόντος άρθρου.

(5) Πριν την ανάληψη των αντίστοιχων καθηκόντων τους, ο Επίτροπος και ο Βοηθός Επίτροπος δίδουν διαβεβαίωση ενώπιον του Προέδρου, ότι θα εκτελούν πιστά τα καθήκοντα τους.

Παύση του Επιτρόπου και Βοηθού Επιτρόπου

6. (1) Ο Επίτροπος και ο Βοηθός Επίτροπος, δεν δύνανται να παυθούν προ της λήξης της αντίστοιχης χρονικής περιόδου για την οποία έχουν διοριστεί, παρά μόνο από το Υπουργικό Συμβούλιο, και μόνο για οποιοδήποτε των πιο κάτω ειδικών λόγων:-

(α) λόγω πνευματικής, ή σωματικής ανικανότητας ή αναπηρίας, ή άλλης οποιασδήποτε ανεξαιρέτως ασθένειας, που καθιστά τον Επίτροπο ή Βοηθό Επιτρόπου, ανάλογα με την περίπτωση, ανίκανο να εκπληρώσει επαρκώς τα καθήκοντα για το υπόλοιπο της θητείας του, ή

(β) λόγω ανάρμοστης συμπεριφοράς ή συστηματικής απουσίας ή αμέλειας κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, ή

(γ) λόγω συμπεριφοράς ασυμβίβαστης με τη διατήρηση του αξιώματος του Επιτρόπου ή Βοηθού Επιτρόπου, κατά τα διαλαμβανόμενα στο εδάφιο (3) του παρόντος Άρθρου, ή

(δ) λόγω αποκαλύψεως γεγονότος, που θα παρεμπόδιζε το διορισμό του κατά τα διαλαμβανόμενα στο εδάφιο (3) του άρθρου 5 του παρόντος Νόμου ή λόγω επέλευσης γεγονότος, που θα αποτελούσε καθ΄οιανδήποτε των ιδίων παραγράφων, εάν προϋπήρχε του διορισμού, κώλυμα διορισμού.

(2) Ο Επίτροπος και Βοηθός Επίτροπος, ανάλογα με την περίπτωση, παύουν να κατέχουν το αξίωμα αυτών, αν υποβάλουν γραπτώς προς το Υπουργικό Συμβούλιο την παραίτησή τους.

Η παραίτηση δεν υπόκειται σε ανάκληση, επενεργεί δε αμέσως, χωρίς να προαπαιτείται αποδοχή της από το Υπουργικό Συμβούλιο.

(3) Σε κάθε περίπτωση ως συμπεριφορά ασυμβίβαστη με τη διατήρηση του αξιώματος του Επιτρόπου ή Βοηθού Επιτρόπου, θεωρούνται:

(α) η αποδοχή αξιώματος του οποίου η αμοιβή τελεί υπό τον έλεγχο της Δημοκρατίας, ή η αποδοχή ή διατήρηση οποιασδήποτε θέσης ή ιδιότητας στη δημόσια υπηρεσία, ή σε δήμο, ή σε οποιοδήποτε νομικό πρόσωπο ή οργανισμό δημοσίου δικαίου, που αναφέρεται ή εμπίπτει στις διατάξεις της παραγράφου (γ) του εδαφίου (3), του άρθρου 5 του παρόντος Νόμου, ή

(β) η εργοδότηση, ή αποδοχή εργοδότησης σε οποιοδήποτε παροχέα, εταιρεία, αρχή ή οργανισμό που αναφέρεται στις υποπαραγράφους (i) και (ii) της παραγράφου (γ) του εδαφίου (3) του άρθρου 5 του παρόντος Νόμου ή η είσπραξη σύνταξης ή αμοιβής ή άλλης πληρωμής από οποιοδήποτε τέτοιον παροχέα, εταιρεία, αρχή ή οργανισμό, ή η απόκτηση οποιουδήποτε άμεσου ή έμμεσου συμφέροντος ή οποιωνδήποτε μετοχών, ομολόγων, ομολόγων επιβάρυνσης ή άλλου είδους αξιογράφων σε οποιοδήποτε εξ αυτών, ή η εργοδότηση, ή αποδοχή εργοδότησης σε οποιοδήποτε παροχέα, εταιρεία, αρχή ή οργανισμό που αναφέρεται στις υποπαραγράφους (i) και (ii) της παραγράφου (γ) του εδαφίου (3) του άρθρου 5 του παρόντος Νόμου ή η είσπραξη σύνταξης ή αμοιβής ή άλλης πληρωμής από οποιοδήποτε τέτοιον παροχέα, εταιρεία, αρχή ή οργανισμό, ή η απόκτηση οποιουδήποτε άμεσου ή έμμεσου συμφέροντος ή οποιωνδήποτε μετοχών, ομολόγων, ομολόγων επιβάρυνσης ή άλλου είδους αξιογράφων σε οποιοδήποτε εξ αυτών, ή

(γ) η αποδοχή οποιουδήποτε κομματικού αξιώματος ή η διασύνδεση ή εμπλοκή κατά την κρατούσα στο ευρύ κοινό εντύπωση, με κόμματα ή στα κομματικά δρώμενα, ή

(δ) η αποδοχή, ή διατήρηση απασχόλησης σε οποιαδήποτε εργασία, αξίωμα ή θέση, οπουδήποτε στον ιδιωτικό τομέα, έναντι αμοιβής οποιασδήποτε μορφής, ή υπό περιστάσεις, υπό το φως των οποίων εύλογα αναμένεται η καταβολή αμοιβής, ανεξάρτητα αν όντως καταβάλλεται ή όχι.

΄Ασκηση καθηκόντων σε περίπτωση μόνιμης ή προσωρινής ανικανότητας του Επιτρόπου ή Βοηθού Επιτρόπου

7. (1) Σε περίπτωση παύσης ή παραίτησης του Επιτρόπου, κατά τα διαλαμβανόμενα στo Άρθρο 6 του παρόντος Νόμου, θανάτου, μόνιμης απουσίας ή άλλου μονίμου κωλύματος στην άσκηση των δυνάμει του παρόντος Νόμου αρμοδιοτήτων, εξουσιών και καθηκόντων του, οι αρμοδιότητες, εξουσίες και καθήκοντα του Επιτρόπου ασκούνται προσωρινά από τον Βοηθό Επιτρόπου μέχρις ότου το Υπουργικό Συμβούλιο προβεί για το υπόλοιπο της θητείας του σε διορισμό άλλου Επιτρόπου, κατά τα διαλαμβανόμενα στις διατάξεις των εδαφίων (1) και (3) του άρθρου 5 του παρόντος Νόμου.

(2) Σε περίπτωση προσωρινής απουσίας, ασθενείας, πνευματικής ή σωματικής ανικανότητας ή αναπηρίας ή άλλου προσωρινού κωλύματος, που καθιστά τον Επίτροπο ανίκανο να εκπληρώνει, για σύντομο χρονικό διάστημα, τις δυνάμει του παρόντος Νόμου αρμοδιότητες, εξουσίες και καθήκοντά του, οι εν λόγω αρμοδιότητες, εξουσίες και καθήκοντα ασκούνται προσωρινά από τον Βοηθό Επιτρόπου.

(3) Σε περίπτωση παύσης ή παραίτησης του Βοηθού Επιτρόπου, κατά τα διαλαμβανόμενα στο Άρθρο 6 του παρόντος Νόμου, θανάτου, μόνιμης απουσίας ή άλλου μόνιμου κωλύματος στην άσκηση των δυνάμει του παρόντος Νόμου, αρμοδιοτήτων, εξουσιών και καθηκόντων του, το Υπουργικό Συμβούλιο διορίζει κατά τα διαλαμβανόμενα στα εδάφια (2) και (3) του άρθρου 5 και για το υπόλοιπο της θητείας του άλλο Βοηθό Επιτρόπου.

(4) ∆ιορισμός Επιτρόπου ή Βοηθού Επιτρόπου βάσει του παρόντος άρθρου, εάν μεν γίνει προ της συμπληρώσεως του ημίσεως της θητείας του αντικαθιστωμένου λογίζεται για σκοπούς των παραγράφων (α) ή (β) του εδαφίου (3) του άρθρου 5 ως διορισμός Επιτρόπου ή Βοηθού Επιτρόπου, ενώ εάν γίνει μετά τη συμπλήρωση του ημίσεως της θητείας του αντικαθιστωμένου, δεν λαμβάνεται για τους σκοπούς των εν λόγω διατάξεων υπόψη.

Απολαβές κ.λ.π. Επιτρόπου και Βοηθού Επιτρόπου και Φιλοδώρημα κατά την αποχώρηση

8. (1) Οι απολαβές του Επιτρόπου συμπεριλαμβανομένων οποιωνδήποτε άλλων ωφελημάτων και επιδομάτων, καθορίζονται με απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου.

(2) Όταν παύσει να κατέχει το αξίωμα, ο Επίτροπος δικαιούται σε σύνταξη και φιλοδώρημα, που καθορίζονται με απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου. Λήξη θητείας δεν θεωρείται παύση, εάν ο κάτοχος του αξιώματος διορισθεί εκ νέου για την αμέσως επομένη περίοδο ως Επίτροπος ή Βοηθός Επίτροπος.

(3) Οι απολαβές του Βοηθού Επιτρόπου συμπεριλαμβανομένων οποιωνδήποτε άλλων ωφελημάτων και επιδομάτων, καθορίζονται με απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου.

(4) ΄Οταν παύσει να κατέχει το αξίωμα, ο Βοηθός Επίτροπος δικαιούται σε σύνταξη και φιλοδώρημα, που καθορίζονται με απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου. Λήξη θητείας δεν θεωρείται παύση, εάν ο κάτοχος του αξιώματος διορισθεί εκ νέου για την αμέσως επομένη περίοδο ως Επίτροπος ή Βοηθός Επίτροπος.

(4Α) Ο Επίτροπος και ο Βοηθός Επίτροπος, κατά τη διάρκεια της θητείας τους και μετά από τη λήξη της, καθώς και τα εξαρτώμενα πρόσωπα αυτών, δικαιούνται να καλύπτονται από το Ταμείο Ιατροφαρμακευτικής Περίθαλψης που αναφέρεται στο ΄Αρθρο 16(3)(γ)(i) του παρόντος Νόμου, κατά τα διαλαμβανόμενα σε Κανονισμούς που εκδίδονται δυνάμει του παρόντος Νόμου.

(5) Η υπηρεσία του Επιτρόπου και Βοηθού Επιτρόπου δεν υπάγεται στη δημόσια υπηρεσία.

Υποχρεώσεις Επιτρόπου και Βοηθού Επιτρόπου όταν παύσουν να κατέχουν το αξίωμα τους

9. (1) Κατά τη διάρκεια της θητείας τους και για περίοδο τριών ετών μετά την για οποιονδήποτε λόγο απώλεια του αξιώματός τους ή μετά τη λήξη της θητείας τους, ο Επίτροπος και Βοηθός Επίτροπος δεν επιτρέπεται να εργοδοτηθούν, να αποκτούν ή κατέχουν οποιαδήποτε μετοχή, ομόλογο, ομόλογο επιβαρύνσεως, ή οποιοδήποτε συμφέρον εν γένει, σε οποιοδήποτε, δημόσιο ή μη, παροχέα δικτύου/ υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, ή ταχυδρομικών υπηρεσιών, ή σε κάθε περίπτωση να αποδέχονται κατά τη διάρκεια της θητείας τους, ή να δίδουν εντολή ή οδηγίες στο Γραφείο για αποδοχή oποιασδήποτε χορηγίας από οποιοδήποτε των πιο πάνω παροχέων ή χορηγίας για αποδοχή που δεν παρέχεται από την Κυβέρνηση της Κυπριακής ∆ημοκρατίας ή την Ευρωπαϊκή ΄Ενωση, ή διεθνή οργανισμό, κατά τα διαλαμβανόμενα στο Άρθρο 11(β), του παρόντος Νόμου.

(2) Πρόσωπο, που παραβιάζει τις διατάξεις ή οποιανδήποτε των διατάξεων του εδαφίου (1) είναι ένοχος ποινικού αδικήματος και τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως, που δεν υπερβαίνει τα τρία έτη, ή σε πρόστιμο, που δεν υπερβαίνει τις οχτώ χιλιάδες πεντακόσια ευρώ (€8.500), ή και στις δύο αυτές ποινές.

MΕΡΟΣ 3 ΙΔΡΥΣΗ ΚΑΙ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΓΡΑΦΕΙΟΥ ΤΟΥ ΕΠΙΤΡΟΠΟΥ
Ίδρυση και ανεξαρτησία του Γραφείου του Επιτρόπου

10. (1) Ιδρύεται Γραφείο Επιτρόπου Ρυθμίσεως Ηλεκτρονικών Επικοινωνιών και Ταχυδρομείων (ΓΕΡΗΕΤ), το οποίο θα έχει δική του χωριστή νομική προσωπικότητα.

(2) Το Γραφείο δεν υπόκειται σε οποιοδήποτε Υπουργείο.

(3) Ο Επίτροπος προΐσταται του εν λόγω Γραφείου.

(4) Το Γραφείο στελεχώνεται, λειτουργεί και διοικείται σύμφωνα με τον παρόντα Νόμο και κανονισμούς, που θέλουν τυχόν εκδοθεί δυνάμει του παρόντος Νόμου.

(5) Σε κάθε περίπτωση το Γραφείο παρέχει στον Επίτροπο και Βοηθό Επίτροπο κάθε δυνατή διευκόλυνση, ως εκάστοτε ο Επίτροπος κρίνει αναγκαία προς άσκηση των αρμοδιοτήτων και εξουσιών του και εκπλήρωση των καθηκόντων του, εισπράττει και τηρουμένων των διατάξεων των Άρθρων 11 και 12, διαχειρίζεται όλα τα ποσά, που καταβάλλονται δυνάμει του παρόντος Νόμου ή των δυνάμει αυτού κανονισμών.

(6) Το προσωπικό του Γραφείου ενεργεί σύμφωνα με εντολές ή οδηγίες του Επιτρόπου.

(7) Σε κάθε περίπτωση και χωρίς επηρεασμό των άλλων εδαφίων του παρόντος άρθρου ο Επίτροπος ασκεί εποπτεία και έλεγχο επί του Γραφείου και του προσωπικού του.

(8) Ο Επίτροπος λαμβάνει κάθε πρόσφορο μέτρο και προβαίνει σε κάθε αναγκαία ενέργεια  ώστε να διασφαλίζει την επάρκεια των οικονομικών και ανθρώπινων πόρων που διαθέτει για την εκτέλεση των καθηκόντων που του έχουν ανατεθεί.

Εξουσίες του Γραφείου του Επιτρόπου σε σχέση με απόκτηση, διάθεση και επένδυση περιουσίας

11. Προς εκπλήρωση εντολής του Επιτρόπου και σύμφωνα με τυχόν όρους και προϋποθέσεις, που ο Επίτροπος κρίνει σκόπιμο να διατυπώσει, το Γραφείο δύναται:

(α) να αποκτά με αγορά, ανταλλαγή, δωρεά ή οποιοδήποτε άλλο τρόπο, ακίνητη ή κινητή περιουσία:

(i) για τις ανάγκες στέγασης και λειτουργίας του Επιτρόπου,

(ii) για τις ανάγκες στέγασης και λειτουργίας του Γραφείου,

(β) να αποδέχεται την παροχή χορηγιών στο Γραφείο και στον Επίτροπο, από την Ευρωπαϊκή ΄Ενωση ή από διεθνή οργανισμό, νοουμένου ότι ο τελευταίος δεν είναι, δημόσιος, ή άλλος παροχέας δικτύου ή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών ή ταχυδρομικών υπηρεσιών, και δεν έχει εν πάση περιπτώσει εμπλοκή ή οποιοδήποτε άμεσο ή έμμεσο συμφέρον σε οποιοδήποτε τέτοιο παροχέα, ή σε επιχειρήσεις ηλεκτρονικών επικοινωνιών ή ταχυδρομείων,

(γ) να πωλεί, ανταλλάσσει, εκμισθώνει, εκχωρεί ή διαθέτει με οποιοδήποτε άλλο τρόπο οποιαδήποτε κινητή ή ακίνητη περιουσία του Γραφείου και να υποθηκεύει ή επιβαρύνει την εν λόγω περιουσία για τις ανάγκες του Γραφείου ή του Επιτρόπου,

(δ) να μισθώνει ή εξασφαλίζει άδεια χρήσης οποιασδήποτε ακίνητης ή κινητής περιουσίας για τις ανάγκες στέγασης και λειτουργίας του Γραφείου και του Επιτρόπου,

(ε) με την έγκριση του Επιτρόπου, να συνάπτει δάνεια αναγκαία προς υλοποίηση οτιδήποτε περιλαμβάνεται στις παραγράφους (α), (γ) και (δ) πιο πάνω,

(στ) να συνάπτει συμβάσεις, και να πράττει οτιδήποτε άλλο απαιτούμενο προς εκπλήρωση των διαλαμβανομένων στις παραγράφους (α) μέχρι (ε) πιο πάνω ή που συντελεί στην εκπλήρωσή των.

Ταμείο του Γραφείου του Επιτρόπου

12. Το Γραφείο έχει χωριστό Ταμείο, στο οποίο υποχρεωτικά κατατίθενται:

(α) όλα τα δυνάμει του παρόντος Νόμου και/ή δυνάμει κανονισμών ή διαταγμάτων, που εκδίδονται δυνάμει αυτού, πληρωτέα και εισπραττόμενα από το Γραφείο ποσά,

(β) κάθε χορηγία που παρέχεται στον Επίτροπο ή στο Γραφείο δυνάμει της παραγράφου (β) του Άρθρου 11 του παρόντος Νόμου, και κάθε άλλο έσοδο που εισπράττεται δυνάμει του παρόντος Νόμου,

(γ) όλα τα έσοδα, που προέρχονται από περιουσιακά στοιχεία του Γραφείου κατά τα διαλαμβανόμενα στο Άρθρο 11,

(δ) [Διαγράφηκε].

Καταβολή από την κυβέρνηση στο Γραφείο των μισθών κλπ. του προσωπικού του Γραφείου

13. [Διαγράφηκε]
Πληρωμές από το Ταμείο του Γραφείου του Επιτρόπου

14. Από το Ταμείο του Γραφείου, καταβάλλονται-

(α) [Διαγράφηκε],

(β) όλα τα τρέχοντα έξοδα λειτουργίας του Γραφείου,

(γ) όλα τα ποσά μισθών, απολαβών, ωφελημάτων και συντάξεων που είναι πληρωτέα στα μέλη του προσωπικού του Γραφείου και όλα τα ποσά ωφελημάτων και συντάξεων που είναι πληρωτέα, κατά τα διαλαμβανόμενα στο Άρθρο 16(3)(β), στα εξαρτώμενα πρόσωπα και οικογένειες αυτών των μελών, ως και όλα τα ποσά αμοιβής, που είναι πληρωτέα δυνάμει συμβάσεων παροχής υπηρεσιών, που έχουν συναφθεί από τον Επίτροπο δυνάμει του Άρθρου 15 του παρόντος Νόμου, καθώς και όλα τα ποσά εισφορών τα οποία είναι καταβλητέα σε ταμεία τα οποία αναφέρονται στο ΄Αρθρο 16(3)(γ) του παρόντος Νόμου, κατά τα διαλαμβανόμενα σε Κανονισμούς που εκδίδονται δυνάμει του παρόντος Νόμου,

(δ) όλα τα έξοδα, που συνεπάγεται κάθε διορισμός Συμβουλευτικού Σώματος δυνάμει του Άρθρου 32(2) του παρόντος Νόμου από τον Επίτροπο, ή εν γένει Συμβουλευτικού Σώματος ή Επιτροπής δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου καθώς και όλα τα έξοδα που συνεπάγεται η καθίδρυση της Συμβουλευτικής Επιτροπής δυνάμει του εδαφίου (1) του εν λόγω άρθρου,

(ε) το τοκοχρεωλύσιο οποιουδήποτε δανείου, το οποίο έχει συνάψει το Γραφείο, δυνάμει του Άρθρου 11(ε) του παρόντος Νόμου,

(στ) οποιοδήποτε νομίμως οφειλόμενο ή πληρωτέο ποσό, δυνάμει οποιασδήποτε σύμβασης, που έχει συναφθεί από τον Επίτροπο ή το Γραφείο δυνάμει του παρόντος Νόμου ή δυνάμει κανονισμών ή διαταγμάτων, που εκδίδονται δυνάμει του παρόντος Νόμου,

(ζ) οποιαδήποτε νομίμως οφειλόμενα ή πληρωτέα ποσά δικηγορικών εξόδων ή αμοιβής σε σχέση με την εκπροσώπηση του Γραφείου και του Επιτρόπου ενώπιον των δικαστηρίων ή οποιασδήποτε διοικητικής ή άλλης αρχής, ή σε σχέση με την παροχή νομικών συμβουλών στο Γραφείο και στον Επίτροπο,

(η) οποιοδήποτε ποσό καθίσταται νομίμως πληρωτέο συνεπεία ασκήσεως οποιασδήποτε αρμοδιότητας, εξουσίας ή καθήκοντος του Επιτρόπου ή του Γραφείου, δυνάμει και κατά τα διαλαμβανόμενα στον παρόντα Νόμο ή Κανονισμούς, ή σε Διατάγματα που εκδίδονται δυνάμει αυτού,

(θ) όλα τα χρηματικά ποσά που εισπράττονται ως διοικητικό πρόστιμο δυνάμει του παρόντος Νόμου, καταβάλλονται από το  Γραφείο του Επιτρόπου στο Πάγιο Ταμείο της Δημοκρατίας,

(ι) όλα τα χρηματικά ποσά που το Γραφείο του Επιτρόπου έχει υποχρέωση κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων του δυνάμει του παρόντος Νόμου να καταβάλλει ως αποζημιώσεις δυνάμει οποιωνδήποτε δικαστικών αποφάσεων ή εξώδικων  συμβιβασμών, καταβάλλονται από το Πάγιο Ταμείο της Δημοκρατίας.

Εξασφάλιση υπηρεσιών από τον Επίτροπο

15. Παρά τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου εκάστοτε σε ισχύ Νόμου, Κανονισμών Διαταγμάτων και Αποφάσεων, ο Επίτροπος δύναται-

(α) να εξασφαλίζει ο ίδιος απ΄ευθείας υπηρεσίες σε θέματα σχετιζόμενα με την άσκηση των δυνάμει του παρόντος Νόμου αρμοδιοτήτων και εξουσιών του και εκτέλεση των καθηκόντων του ή με την προς τούτο εκπαίδευση του προσωπικού του Γραφείου, και

(β) να συνάπτει για τους πιο πάνω σκοπούς συμβάσεις παροχής υπηρεσιών.

Προσωπικό του Γραφείου του Επιτρόπου

16. (1) Για τους διορισμούς, τις προαγωγές και τους πειθαρχικούς ελέγχους του προσωπικού του Γραφείου ιδρύεται δια του παρόντος, τριμελές Συμβούλιο, το οποίο θα καλείται «Συμβούλιο Επιλογής και Προαγωγών» και θα αποτελείται από:

(α) τον Επίτροπο, ως πρόεδρο

(β) το Βοηθό Επίτροπο, και

(γ) τον Πρόεδρο της Συμβουλευτικής Επιτροπής, που διορίζεται δυνάμει του Άρθρου 32(1)(β) και που, σε περίπτωση κωλύματος, αναπληρώνεται από ένα εκ των δύο μελών της Συμβουλευτικής Επιτροπής που διορίζεται από τον Επίτροπο.

(2) Τα μέλη του προσωπικού του Γραφείου διορίζονται από το Συμβούλιο Επιλογής και Προαγωγών είτε μόνιμα είτε με σύμβαση για ορισμένο χρονικό διάστημα, κατά τα διαλαμβανόμενα και σύμφωνα με διαδικασίες που καθορίζονται σε κανονισμούς που εκδίδονται δυνάμει του παρόντος Νόμου.

(3) (α) Κανονισμοί που εκδίδονται δυνάμει του παρόντος Νόμου, δύνανται να καθορίζουν, ρυθμίζουν και προβλέπουν, για διαδικασίες και άλλα ζητήματα που αφορούν τη μονιμοποίηση, προαγωγή, όρους υπηρεσίας, κατηγορίες θέσεων, και αφυπηρέτηση των μελών του προσωπικού του Γραφείου, ως και για τον πειθαρχικό κώδικα και την άσκηση πειθαρχικής εξουσίας.

(β) Τα ωφελήματα αφυπηρέτησης των μελών του προσωπικού του Γραφείου, τα οποία κατέχουν μόνιμη θέση και τα ωφελήματα και συντάξεις των εξαρτωμένων προσώπων από αυτά τα μέλη και των οικογενειών αυτών των μελών διέπονται, τηρουμένων των αναλογιών, από τις εκάστοτε σε ισχύ διατάξεις των περί Συντάξεων Νόμων.

(γ) Χωρίς επηρεασμό της παραγράφου (β), Κανονισμοί που εκδίδονται δυνάμει του παρόντος Νόμου δύνανται να καθορίζουν, ρυθμίζουν και προβλέπουν για την ίδρυση-

(i) Ταμείου Ιατροφαρμακευτικής Περίθαλψης για κάλυψη των μελών του προσωπικού του Γραφείου, κατά και μετά τη διάρκεια της υπηρεσίας τους στο Γραφείο, καθώς και των εξαρτωμένων προσώπων αυτών των μελών·

(ii) Ταμείου Προνοίας Ωρομίσθιου Προσωπικού για κάλυψη των ωρομίσθιων μελών του προσωπικού του Γραφείου, κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας τους στο Γραφείο.

(4) Τα καθήκοντα, ευθύνες και προσόντα των μελών του προσωπικού του Γραφείου καθορίζονται σε σχέδια υπηρεσίας, που καταρτίζονται από τον Επίτροπο με κανονισμούς, οι οποίοι εκδίδονται από αυτόν με την έγκριση του Υπουργικού Συμβουλίου και της Βουλής των Αντιπροσώπων.

(5) Η οργανική διάρθρωση του Γραφείου καθορίζεται στον εκάστοτε ετήσιο προϋπολογισμό του Επιτρόπου.

Εκπροσώπηση του Γραφείου και του Επιτρόπου

17. (1) Το Γραφείο δύναται να ενάγει και να ενάγεται και να είναι διάδικος σε οποιαδήποτε αστική διαδικασία.

(2) Σε οποιαδήποτε διαδικασία ενώπιον των δικαστηρίων ή ενώπιον οποιασδήποτε διοικητικής ή άλλης αρχής το Γραφείο και ο Επίτροπος, ανάλογα με την περίπτωση, εκπροσωπούνται από ασκούντα το επάγγελμα δικηγόρο ή/και από μέλος του προσωπικού του Γραφείου. Αρμοδιότητα επιλογής δικηγόρου ή μέλους προσωπικού έχει ο Επίτροπος.

(3) Το Γραφείο έχει τη δική του σφραγίδα.

(4) Κάθε σύμβαση, που συνάπτεται από το Γραφείο δυνάμει του παρόντος Νόμου, υπογράφεται από διοριζόμενο από τον Επίτροπο προς τούτο μέλος του προσωπικού του Γραφείου και φέρει τη σφραγίδα του Γραφείου, που πιστοποιείται δια της υπογραφής του Επιτρόπου ή Βοηθού Επιτρόπου.

Αρμοδιότητες Υπουργού

17Α.-(1) Ο Υπουργός ασκεί τις ακόλουθες αρμοδιότητες στον τομέα παροχής ταχυδρομικών υπηρεσιών:

(α)καθορίζει το πλαίσιο γενικής πολιτικής για την παροχή ταχυδρομικών υπηρεσιών·

(β)αναθέτει την παροχή καθολικής υπηρεσίας, σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 119Α του παρόντος Νόμου, στον φορέα παροχής καθολικής υπηρεσίας·

(γ)καθορίζει με διάταγμα του τα κριτήρια επιλογής και τη διαδικασία καθορισμού του φορέα παροχής ταχυδρομικών υπηρεσιών, ο οποίος θα παρέχει την καθολική υπηρεσία, αφού προηγουμένως ενημερωθεί η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Συγκοινωνιών και Έργων·

(2) Οι ρυθμίσεις του παρόντος Νόμου και οι αρχές στις οποίες έχουν ανατεθεί οι αρμοδιότητες που απορρέουν από την εφαρμογή του ανακοινώνονται στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, με επιμέλεια του  Επιτρόπου.

ΜΕΡΟΣ 4 ΓΕΝΙΚΑ ΚΑΘΗΚΟΝΤΑ ΤΟΥ ΕΠΙΤΡΟΠΟΥ
Υποχρέωση προαγωγής ορισμένων σκοπών από τον Επίτροπο

18. (1) Κατά την άσκηση των δυνάμει του παρόντος Νόμου αρμοδιοτήτων και εξουσιών του και εκτέλεση των καθηκόντων του, ο Επίτροπος θα ενεργεί κατά τρόπο ο οποίος προάγει:

(α) την παροχή στην Κύπρο, υπηρεσιών και δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών, συναφών διευκολύνσεων και ταχυδρομικών υπηρεσιών για το σύνολο του κοινού,

(β) τα συμφέροντα του καταναλωτή, ειδικά καθόσον αφορά την τιμή και ποιότητα των παρεχομένων στην Κύπρο ηλεκτρονικών επικοινωνιών και ταχυδρομικών υπηρεσιών,

(γ) την εισαγωγή αποτελεσματικού ανταγωνισμού στην παροχή δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών και ταχυδρομικών υπηρεσιών,

(δ) τη δυνατότητα παροχής ή διαθέσεως μεγάλου εύρους εξοπλισμού και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών.

(2) Προς το σκοπό αυτό, ο Επίτροπος θα λαμβάνει ιδιαιτέρως υπόψη του τα κριτήρια που απαριθμούνται στο Άρθρο 49 του παρόντος Νόμου, όταν καθορίζει το εύρος και την φύση των κανονιστικών υποχρεώσεων που πρέπει να υιοθετηθούν προκειμένου να αντιμετωπισθεί η έλλειψη αποτελεσματικού ανταγωνισμού στις σχετικές αγορές.

(3) Πέραν της ενάσκησης των εξουσιών του στα πλαίσια της εξέτασης αγορών σύμφωνα με το Μέρος 9 του παρόντος Νόμου, ο Επίτροπος θα προάγει επίσης τα συμφέροντα των πολιτών της Κύπρου και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, διασφαλίζοντας, μεταξύ άλλων:

(α) ότι όλοι οι πολίτες θα έχουν πρόσβαση σε μια καθολική υπηρεσία στην Κύπρο σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου,

(β) διασφαλίζοντας μια υψηλού επιπέδου προστασία για τους καταναλωτές κατά τις συναλλαγές τους με παροχείς, και ειδικότερα διασφαλίζοντας την διαθεσιμότητα απλών και ανέξοδων διαδικασιών επίλυσης διαφορών, πραγματοποιούμενες από επιτροπή η οποία είναι ανεξάρτητη από τα εμπλεκόμενα μέρη,

(γ) συμβάλλοντας στην διασφάλιση μιας υψηλού επιπέδου προστασίας για τα προσωπικά δεδομένα και την εμπιστευτικότητα,

(δ) προάγοντας την παροχή σαφών πληροφοριών, και ειδικότερα απαιτώντας διαφάνεια στις τιμές και όρους αναφορικά με την χρήση των δημόσιων διαθέσιμων υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών,

(ε) εστιάζοντας στις ανάγκες ειδικών κοινωνικών ομάδων, και ειδικότερα των μειονεκτούντων χρηστών και των χρηστών με ειδικές ανάγκες,

(στ) διασφαλίζοντας την διατήρηση της ακεραιότητας και ασφάλειας των δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών και της ασφάλειας των πληροφοριών συμπεριλαμβανομένης της προστασίας των κρίσιμων υποδομών πληροφοριών,

(ζ) ενισχύοντας τη δυνατότητα των τελικών χρηστών να έχουν και να κοινοποιούν πληροφορίες ή να χρησιμοποιούν εφαρμογές και υπηρεσίες της επιλογής τους,

(η) εξασφαλίζοντας ότι δεν υφίσταται στρέβλωση ή περιορισμός του ανταγωνισμού στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών, συμπεριλαμβανομένης της μετάδοσης περιεχομένου,

(θ) υποστηρίζοντας ενεργά τους στόχους του BEREC για την προώθηση μεγαλύτερου ρυθμιστικού συντονισμού και συνέπειας,

(ι) λαμβάνοντας ιδιαιτέρως υπόψη τις γνώμες και κοινές θέσεις που εκδίδει ο BEREC κατά τη λήψη των αποφάσεών του σε σχέση με τις αγορές της Κυπριακής Δημοκρατίας,

(ια) ενθαρρύνοντας την αποδοτική και αποτελεσματική χρήση των αριθμοδοτικών πόρων,

(ιβ) ενθαρρύνοντας τη δημιουργία και ανάπτυξη πανευρωπαϊκών δικτύων και υπηρεσιών,

(ιγ) ενθαρρύνοντας  την εναρμόνιση  των τεχνικών  προδιαγραφών συγκεκριμένου τύπου ραδιοεξοπλισμού ορισμένων κατηγοριών και κλάσεων που προβλέπονται στις διατάξεις του  εδαφίου (1) του άρθρου 76 ο οποίος υπάγεται στην αρμοδιότητα του Επιτρόπου,

(ιδ)   διασφαλίζοντας και προωθώντας τον ανταγωνισμό στις αγορές εξοπλισμού τερματικών,

(ιε)    θεσπίζοντας το κανονιστικό πλαίσιο για τη διαθεσιμότητα του ραδιοεξοπλισμού στην αγορά και τη θέση του σε λειτουργία στην Ευρωπαϊκή Ένωση,

(ιστ) εξασφαλίζοντας  την τήρηση ουσιωδών απαιτήσεων σε ορισμένες κατηγορίες ή κλάσεις ραδιοεξοπλισμού που προβλέπονται στις διατάξεις του άρθρου 81.

(4) Ο Επίτροπος εφαρμόζει, προς επίτευξη των στόχων πολιτικής που προβλέπονται στον παρόντα Νόμο, αντικειμενικές, διαφανείς, αμερόληπτες, και αναλογικές ρυθμίσεις, που αποσκοπούν, ανάμεσα σε άλλα:

(α) στην προαγωγή της ρυθμιστικής βεβαιότητας, διασφαλίζοντας συνεπή και ομοιόμορφη ρυθμιστική προσέγγιση,

(β)στη μη διάκριση στη μεταχείριση παροχέων δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών,

(γ)στην εξασφάλιση του ανταγωνισμού προς όφελος των καταναλωτών και την προώθηση, όπου αυτό εφαρμόζεται, ανταγωνισμού σε επίπεδο υποδομών,

(δ) στην προώθηση αποτελεσματικών επενδύσεων και καινοτομιών  όσον αφορά νέες και ενισχυμένες υποδομές, λαμβάνοντας υπόψη, στις περιπτώσεις εκείνες όπου επιβάλλεται υποχρέωση πρόσβασης, τους κινδύνους που αναλαμβάνουν οι επιχειρήσεις που πραγματοποιούν την επένδυση, και επιτρέποντας διάφορες ρυθμίσεις συνεργασίας μεταξύ επενδυτών και φορέων που ζητούν πρόσβαση προκειμένου να επιμεριστεί ο επενδυτικός κίνδυνος με ταυτόχρονη διασφάλιση του ανταγωνισμού στην αγορά και της αρχής της μη εισαγωγής διακρίσεων

(ε)στον συνυπολογισμό των συνθηκών που επικρατούν όσον αφορά τον ανταγωνισμό και τους καταναλωτές στις διάφορες γεωγραφικές ζώνες του ιδίου κράτους μέλους,

(στ)στην επιβολή ex ante ρυθμιστικών υποχρεώσεων μόνον εφόσον   δεν   υφίσταται   αποτελεσματικός  και   βιώσιμος ανταγωνισμός και την άρση των υποχρεώσεων αυτών όταν πληρούται αυτή η προϋπόθεση.

Τρόπος άσκησης των αρμοδιοτήτων, των εξουσιών και της εκτέλεσης των καθηκόντων του Επιτρόπου

19. (1) Κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων και εξουσιών του και εκτέλεση των καθηκόντων του, ο Επίτροπος οφείλει να ενεργεί αμερόληπτα και ανεξάρτητα, εφαρμόζοντας το εκάστοτε πλαίσιο γενικής πολιτικής που δυνατόν να του διαβιβάζεται από τον Υπουργό, και υποκείμενος σε σχέση με θέματα άμυνας και εθνικής ασφάλειας της Κύπρου, μόνο στην αρμοδιότητα του Υπουργικού Συμβουλίου.

(2) Για τις περιπτώσεις εκείνες όπου ο Υπουργός, μετά από συναντήσεις και διαβουλεύσεις με τον Επίτροπο, καθορίζει ή αναθεωρεί το πλαίσιο γενικής πολιτικής, σε σχέση με τις ηλεκτρονικές επικοινωνίες και τα ταχυδρομεία, ο Υπουργός οφείλει να δημοσιεύει το αναθεωρημένο και τροποποιημένο πλαίσιο στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας.

(3) (α) Με την επιφύλαξη της παραγράφου (β) του παρόντος εδαφίου και του εδαφίου (2) του άρθρου 28 και του εδαφίου (11) του άρθρου 41, ο Επίτροπος οφείλει να ζητά και να λαμβάνει υπόψη τη γνώμη της Συμβουλευτικής Επιτροπής πριν από την άσκηση οποιασδήποτε εκ των αρμοδιοτήτων και εξουσιών του που αναφέρονται στο άρθρο 20, με εξαίρεση -

(i) τις αρμοδιότητες και εξουσίες που προβλέπονται στις παραγράφους (γ), (ε), (ζ), (ι), (ιδ), (κ) (κα)(ii) και (κη) του άρθρου 20,

(ii) τις αρμοδιότητες και εξουσίες που προβλέπονται στην παράγραφο (στ) του άρθρου 20, εκτός αυτών που αφορούν την ετοιμασία, τον εκσυγχρονισμό και τη δημοσίευση του σχεδίου αριθμοδότησης και τη δημοσίευση σχετικών διαδικασιών,

(iii) τις αρμοδιότητες και εξουσίες που προβλέπονται στην παράγραφο (κστ) του άρθρου 20 και αφορούν θέματα διοικητικής λειτουργίας του Γραφείου:

Νοείται ότι η υποχρέωση του Επιτρόπου να ζητεί και να λαμβάνει υπόψη τη γνώμη της Συμβουλευτικής Επιτροπής πριν ασκήσει οποιαδήποτε εκ των αρμοδιοτήτων και εξουσιών του που προβλέπονται στην παράγραφο (κε) του άρθρου 20, περιλαμβάνει την υποχρέωση να ζητεί και να λαμβάνει υπόψη τη γνώμη της Συμβουλευτικής Επιτροπής για θέματα πολιτικής που τυχόν περιέχονται στην ημερήσια διάταξη των συναντήσεων διεθνών οργανισμών.

(β) Σε περίπτωση που η προαναφερόμενη Συμβουλευτική Επιτροπή δεν του διαβιβάσει τη γνώμη της εντός του χρονικού πλαισίου που καθορίζει ο Επίτροπος δυνάμει του Άρθρου 32(1)(θ) ο Επίτροπος έχει την εξουσία να ασκήσει οιαδήποτε εκ των αρμοδιοτήτων και εξουσιών του που αναφέρονται στο Άρθρο 20 χωρίς να λάβει υπόψη την άποψη της Συμβουλευτικής Επιτροπής.

ΜΕΡΟΣ 5 ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΕΣ ΕΞΟΥΣΙΕΣ ΚΑΙ ΚΑΘΗΚΟΝΤΑ ΤΟΥ ΕΠΙΤΡΟΠΟΥ ΚΑΙ ΑΣΚΗΣΗ ΑΥΤΩΝ
Παροχή αρμοδιοτήτων, εξουσιών και καθήκοντα του Επιτρόπου

20. Αποτελεί αρμοδιότητα και εξουσία του Επιτρόπου, μεταξύ άλλων,

(α) να συμβουλεύει τον Υπουργό επί θεμάτων που αφορούν τις ηλεκτρονικές επικοινωνίες και τα ταχυδρομεία στην Κύπρο,

(β) να εφαρμόζει στις ηλεκτρονικές επικοινωνίες και στα ταχυδρομεία το εκάστοτε ακολουθητέο πλαίσιο γενικής πολιτικής που πιθανόν να του διαβιβάζεται από τον Υπουργό στα πλαίσια των μεταξύ τους συναντήσεων και διαβουλεύσεων που προβλέπονται στο Άρθρο 19(2),

(γ) διασφαλίζει-

(i) ότι ο ραδιοεξοπλισμός ορισμένων κατηγοριών ή κλάσεων που προβλέπονται στις διατάξεις του άρθρου 81 κατασκευάζεται κατά τρόπο που πληροί τις ουσιώδεις προϋποθέσεις αυτού και για τον σκοπό  αυτό ο Επίτροπος μπορεί να συνεργάζεται με όλες τις αρμόδιες αρχές για την εποπτεία και  επιτήρηση του, και

(ii) ότι ο εξοπλισμός τερματικών πληροί τις εθνικές και διεθνείς προδιαγραφές,

(δ) να θέτει και δημοσιεύει με διάταγμα ή απόφαση προδιαγραφές ποιότητας για οποιοδήποτε παροχέα δικτύων ή/και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών και ταχυδρομικών υπηρεσιών, ανάλογα με την περίπτωση, και να επιτηρεί και διασφαλίζει τη συμμόρφωσή τους με τις εν λόγω προδιαγραφές, και να διατάσσει τη λήψη διορθωτικών μέτρων,

(ε) να εγγράφει πρόσωπο, το οποίο του κοινοποιεί δραστηριοποίησή του στον τομέα δικτύων ή/και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών και να χορηγεί άδεια, όπου ο νόμος θέτει υποχρέωση εξασφάλισης αδειοδότησης από τον Επίτροπο, για τη δημιουργία και/ή για την εγκατάσταση και/ή για την παροχή δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών και/ή για την παροχή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών και/ή ταχυδρομικών υπηρεσιών και δικτύων, και να προβαίνει σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες για την αποτελεσματική διαχείριση αυτού του καθεστώτος αδειοδότησης,

(στ) να ετοιμάζει, εκσυγχρονίζει και δημοσιεύει το Σχέδιο Αριθμοδότησης της Κυπριακής Δημοκρατίας και να καθορίζει την διαδικασία για την εκχώρηση και χρήση αριθμών, επί τη βάσει των κριτηρίων της αντικειμενικότητας, διαφάνειας και της μη διάκρισης, καθώς και οποιοδήποτε άλλο θέμα αφορά την εκχώρηση αριθμών και τη δημοσίευση των σχετικών διαδικασιών,

(ζ) να ρυθμίζει δια διατάγματος ή απόφασης ζητήματα σχετικά με ονόματα χώρου στο διαδίκτυο με κατάληξη «.cy» και οποιαδήποτε άλλα ονόματα τα οποία τυγχάνουν διαχείρισης από ή αφορούν την Κυπριακή Δημοκρατία,

(η) να ορίζει τους οργανισμούς με σημαντική ισχύ σε συγκεκριμένη αγορά ηλεκτρονικών επικοινωνιών και να επιβάλλει ρυθμιστικές υποχρεώσεις για την ενίσχυση του ανταγωνισμού στις περιπτώσεις όπου κρίνεται ότι ο ανταγωνισμός στη σχετική αυτή αγορά δεν είναι αποτελεσματικός. Για τον σκοπό αυτό, ο Επίτροπος θα εκδίδει διάταγμα το οποίο καθορίζει τη διαδικασία που θα ακολουθείται από τον Επίτροπο για τον καθορισμό προσώπων με σημαντική ισχύ στην αγορά και την επακόλουθη επιβολή ρυθμιστικών μέτρων,

(θ) να ασκεί τις αρμοδιότητές του αναφορικά με τις απαιτήσεις της καθολικής υπηρεσίας, σύμφωνα με τον παρόντα Νόμο, εκδίδοντας οποιοδήποτε διάταγμα ή απόφαση απαιτείται προς τον σκοπό αυτό.

(ι) να διατηρεί ιστοσελίδα, η οποία να ενημερώνεται σε τακτική βάση, στην οποία θα καταγράφονται ρυθμιστικά κείμενα, αποφάσεις, εκθέσεις, διαβουλεύσεις και πληροφορίες που συμβάλουν στην εγκαθίδρυση μιας ανοιχτής και ανταγωνιστικής αγοράς, καθώς επίσης και να διατηρεί μητρώο των παροχέων δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών και των παροχέων ταχυδρομικών υπηρεσιών που έχουν εξουσιοδότηση για την παροχή τέτοιων δικτύων και/ή υπηρεσιών στην επικράτεια της Κύπρου. Από αυτή την άποψη, ο Επίτροπος θα διατηρεί επίσης μητρώο το οποίο εμπεριέχει όλες τις απαραίτητες πληροφορίες που αντανακλούν την ισχύουσα εικόνα της αγοράς ηλεκτρονικών επικοινωνιών και ταχυδρομείων στην Κύπρο.

(ια) να ρυθμίζει με διάταγμα ή απόφαση την πρόσβαση και την διασύνδεση, σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, διασφαλίζοντας ότι η πρόσβαση και η διασύνδεση σε δίκτυο ηλεκτρονικών επικοινωνιών είναι διαθέσιμες σε κατάλληλα επίπεδα, καθώς και να διασφαλίζει ότι επιτυγχάνεται διαλειτουργικότητα των υπηρεσιών, με τρόπο που βρίσκεται σε ακολουθία με τους στόχους της οικονομικής αποτελεσματικότητας και του λειτουργικού ανταγωνισμού, και αποφέρει το μέγιστο όφελος στους τελικούς χρήστες. Πρός τον σκοπό αυτό, ο Επίτροπος δύναται να ορίζει τους όρους για τη διασύνδεση και την πρόσβαση στα δίκτυα ηλεκτρονικών επικοινωνιών,

(ιβ) να ορίζει με διάταγμα ή απόφαση όλα τα ζητήματα προστασίας καταναλωτών που σχετίζονται με τον τομέα ηλεκτρονικών επικοινωνιών. Προς τον σκοπό αυτό, ο Επίτροπος δύναται να συνεργάζεται και διαβουλεύεται με τις αρμόδιες οργανώσεις για καταναλωτές , με χρήστες και με παροχείς υπηρεσιών,

(ιγ) να παρέχει τις υπηρεσίες του για την επίλυση διαφορών που προκύπτουν, μεταξύ άλλων, μεταξύ παροχέων δικτύων ή/και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών και μεταξύ παροχέων ταχυδρομικών υπηρεσιών,

(ιδ) να αιτείται, στα πλαίσια συγκεκριμένων δραστηριοτήτων του, την παροχή από τους παροχείς δικτύων ή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, κάθε σχετικών τεχνικών, οικονομικών και νομικών πληροφοριών, τηρουμένης της αρχής της αναλογικότητας,

(ιε) να εκδίδει κάθε Απόφαση και Διάταγμα, συμπεριλαμβανομένων προσωρινών μέτρων, αναφορικά με ζητήματα που εμπίπτουν στις αρμοδιότητές του,

(ιστ) να καθορίζει με απόφαση έναν ή περισσότερους παροχείς δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών ως τους παροχείς καθολικής υπηρεσίας,

(ιζ) να καθορίζει και ρυθμίζει με Απόφαση το πλαίσιο χρεώσεων, συμπεριλαμβανομένων του κατώτατου και/ή ανώτατου ορίου τιμών, προς διασφάλιση θεμιτού και υγιούς ανταγωνισμού, και των αρχών της διαφάνειας και κοστοστρέφειας οποιωνδήποτε παροχέων δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών και/ή δημόσιων παροχέων υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, οι οποίοι έχουν ορισθεί από τον Επίτροπο ως παροχείς καθολικής υπηρεσίας, συμπεριλαμβανομένων παροχέων υπηρεσιών σταθερής φωνητικής τηλεφωνίας, ή αυτών που έχουν καθορισθεί από αυτόν ως έχοντες σημαντική ισχύ στη σχετική αγορά, κατά την άσκηση της αρμοδιότητας του που περιγράφεται στο Μέρος 9 του παρόντος Νόμου,

(ιη) να καθορίζει και ρυθμίζει με απόφαση, το πλαίσιο τελών, συμπεριλαμβανομένων του κατώτατου και/ή ανώτατου ορίου τιμών προς διασφάλιση θεμιτού και υγιούς ανταγωνισμού, του εκάστοτε παροχέα καθολικής υπηρεσίας ταχυδρομικών υπηρεσιών στην Κύπρο,

(ιθ) να διευρύνει ή διαφοροποιεί από καιρό σε καιρό, υπό το φώς των τεχνολογικών εξελίξεων και/ή νέων συνθηκών του εκάστοτε σε ισχύ δεσμευτικού δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, την εκάστοτε ισχύουσα δυνάμει του παρόντος Νόμου ελάχιστη δέσμη υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών και ταχυδρομικών υπηρεσιών, που αποτελεί κατά τα οριζόμενα στον παρόντα Νόμο, την καθολική υπηρεσία, για υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών και ταχυδρομικές υπηρεσίες αντιστοίχως,

(κ) να επιβάλλει διοικητικά πρόστιμα ή άλλες κυρώσεις, σε περιπτώσεις που καθορίζονται στον παρόντα Νόμο και/ή σε διατάγματα και/ή σε αποφάσεις και/ή σε Κανονισμούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σε σχέση με τη μη συμμόρφωση προς τις διατάξεις του παρόντος Νόμου και/ή των διαταγμάτων και/ή αποφάσεων, και/ή Κανονισμών της Ευρωπαϊκής Ένωσης  και/ή Αποφάσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κατά την έννοια που αποδίδει στους όρους ο περί Εφαρμογής των Κοινοτικών Κανονισμών και Κοινοτικών Αποφάσεων Νόμος του 2007, να καθορίζει με διάταγμα το ύψος αυτών των προστίμων και κυρώσεων και τη διαδικασία επιβολής τους,

(κα) (i) να καταρτίζει το γενικό πλαίσιο πολιτικής ενημέρωσης και πληροφόρησης των καταναλωτών επί θεμάτων ηλεκτρονικών επικοινωνιών και ταχυδρομείων,

(ii) να τηρεί ενήμερο το κοινό στο σύνολό του επί θεμάτων ηλεκτρονικών επικοινωνιών και ταχυδρομείων,

(κβ) να προσκαλεί, όπου αυτό επιβάλλεται, την υποβολή αιτήσεων για την παροχή ατομικών δικαιωμάτων χρήσης αριθμών,

(κγ) να καθορίζει με διαταγματα διαδικασίες και κριτήρια για τη χορήγηση αδειών για την παροχή ταχυδρομικών υπηρεσιών

(κδ) να εκδίδει οποιοδήποτε διάταγμα και/ή απόφαση έχει αρμοδιότητα να εκδίδει δυνάμει του παρόντος Νόμου,

(κε) να συνεργάζεται με τις Εθνικές Ρυθμιστικές Αρχές των άλλων Κρατών Μελών, καθώς επίσης και με διεθνείς οργανισμούς, να συμμετέχει στον BEREC και να εκπροσωπεί την Κύπρο σε διεθνείς οργανισμούς και συναντήσεις σε θέματα που άπτονται των αρμοδιοτήτων του, με την επιφύλαξη των όσων ορίζονται διαφορετικά σε διεθνείς συμφωνίες,

(κστ) να ασκεί οποιεσδήποτε άλλες αρμοδιότητες, εξουσίες και καθήκοντα, τα οποία του παρέχονται δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου ή δυνάμει των Κανονισμών και Διαταγμάτων που εκδίδονται δυνάμει αυτού,

(κζ) να συμβάλλει στην ανάπτυξη της εσωτερικής αγοράς εργαζόμενος από κοινού  με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή  και με τον BEREC, κατά διαφανή τρόπο, για τον προσδιορισμό των ρυθμιστικών μέσων και μέτρων που ενδείκνυνται για την αντιμετώπιση συγκεκριμένων καταστάσεων που επικρατούν στην αγορά, με στόχο τη διασφάλιση εναρμονισμένης προσέγγισης αναφορικά με την εφαρμογή της ρύθμισης στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών,

(κη) να διαχειρίζεται το ενιαίο σημείο πληροφόρησης που αναφέρεται στα άρθρα 62Β, 96Δ, 96Ε.

Μέτρα μείωσης κόστους για ανάπτυξη υψίρρυθμων δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών

20Α.-(1) Ο Επίτροπος, με σκοπό τη  διευκόλυνση και παροχή κινήτρων αναφορικά με την εγκατάσταση υψίρρυθμων δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών, προωθεί  την  κοινή χρήση της υπάρχουσας υλικής υποδομής και τη διευκόλυνση της αποτελεσματικότερης εγκατάστασης νέας υλικής υποδομής, προκειμένου η εγκατάσταση των εν λόγω δικτύων να πραγματοποιηθεί με χαμηλότερο κόστος.

(2) Τα άρθρα 62A, 62Β, 62Γ, 62Δ, 96Γ, 96Δ και 96Ε,  ορίζουν  στοιχειώδεις απαιτήσεις περί τεχνικών έργων και υλικής υποδομής.

(3) Τα άρθρα 62Α, 62Β, 62Γ, 62Δ, 96Γ, 96Δ και 96Ε, ισχύουν με την επιφύλαξη του ρυθμιστικού πλαισίου για τις ηλεκτρονικές επικοινωνίες, που καθορίζεται στον παρόντα Νόμο, συμπεριλαμβανομένων των ασύμμετρων ρυθμιστικών μέτρων που επιβλήθηκαν σε πρόσωπα με σημαντική ισχύ, σύμφωνα με τη διαδικασία που καθορίζεται στο Μέρος 9 και με την επιφύλαξη των συμμετρικών ρυθμιστικών μέτρων, που επιβλήθηκαν δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου (2) του άρθρου 55.

(4) Ανεξαρτήτως οποιασδήποτε άλλης οικείας νομοθεσίας, τα  άρθρα 62Α, 62Β, 62Γ, 62Δ, 96Γ, 96Δ και 96Ε εφαρμόζονται σε φορείς εκμετάλλευσης δικτύου.

(5)(α) Ο Επίτροπος είναι αρμόδιος  για την εκτέλεση των καθηκόντων του ενιαίου σημείου πληροφόρησης που αναφέρεται στα άρθρα 62Β, 96Δ και 96Ε.

(β) Για την κάλυψη του κόστους εκτέλεσης των καθηκόντων αυτών, ο Επίτροπος δύναται να επιτρέπει την επιβολή τελών για τη χρησιμοποίηση των ενιαίων σημείων πληροφόρησης.

Γενική Υποχρέωση

21. Ο Επίτροπος υποχρεούται να φροντίζει ότι κατά την ως άνω άσκηση των αρμοδιοτήτων του διασφαλίζονται οι αρχές της διαφάνειας, της ισότιμης μεταχείρισης, της αντικειμενικότητας και της αναλογικότητας.

Συσχετισμός μεταξύ των αρμοδιοτήτων του Επιτρόπου και των κανόνων του ανταγωνισμού

22. (1) Κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων του δυνάμει του παρόντος Νόμου αναφορικά με τους παροχείς δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών και ταχυδρομικών υπηρεσιών, ο Επίτροπος έχει την εξουσία και δικαίωμα, όπως αυτό προβλέπεται στον εκάστοτε ισχύοντα νόμο περί προστασίας του Ανταγωνισμού, να ασκεί εξουσίες σύμφωνα με το δίκαιο του ανταγωνισμού αναφορικά με τη διερεύνηση πραγματικών περιστατικών μετά από διαβούλευση με την Επιτροπή Προστασίας του Ανταγωνισμού. Προς αυτόν τον σκοπό, δύναται να ελέγχει βιβλία, πληροφορίες και άλλα έγγραφα επιχειρήσεων ηλεκτρονικών επικοινωνιών και ταχυδρομικών υπηρεσιών, καθώς και να διατάσσει έρευνα στα γραφεία και άλλες εγκαταστάσεις των τελευταίων. Οι σχετικές διατάξεις και κυρώσεις οποιουδήποτε εκάστοτε ισχύοντος νόμου περί προστασίας του ανταγωνισμού θα εφαρμόζονται αναλογικά και παράλληλα με τις σχετικές διατάξεις του παρόντος Νόμου σε αυτές τις περιπτώσεις όπου ένα πρόσωπο ή επιχείρηση αρνείται να παράσχει στοιχεία ή εμποδίζει το έργο του Επιτρόπου, με την επιφύλαξη των διατάξεων περί επιβολής κυρώσεων που προβλέπονται στον παρόντα Νόμο. Ο Επίτροπος δύναται, προς αποτελεσματική εφαρμογή της παρούσας διάταξης, να προσλαμβάνει ανεξάρτητους εμπειρογνώμονες με εξειδικευμένες οικονομικές και/ή τεχνικές και/ή νομικές γνώσεις.

(2) Ο Επίτροπος εκδίδει αποφάσεις δυνάμει του παρόντος Άρθρου και δυνάμει του Μέρους 9 του παρόντος Νόμου, μόνον κατόπιν διεξαγωγής διαβουλεύσεων με την Επιτροπή Ανταγωνισμού.

Ειδικά ζητήματα για τον υπολογισμό του κόστους

23. (α) Προς τον σκοπό άσκησης της αρμοδιότητας και εξουσίας του να εξετάζει και αποφασίζει δυνάμει του άρθρου 20 (ια) σε σχέση με συμφωνίες παροχής υπηρεσιών που πρόκειται να συναφθούν, κατά πόσο τα προβλεπόμενα στις συμφωνίες ποσά τελών είναι δικαιολογημένα και τεκμηριωμένα, και να καθορίζει και ρυθμίζει με διατάγματα δυνάμει του άρθρου 20 (ιζ) και (ιη) το πλαίσιο χρεώσεων και τελών συμπεριλαμβανομένων κατώτατου και/ή ανώτατου ορίου τιμών των παροχέων υπηρεσιών και/ή δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών και του παροχέα Καθολικής Ταχυδρομικής Υπηρεσίας, ανάλογα με την περίπτωση, ο Επίτροπος δύναται να εξετάζει και λαμβάνει υπόψη το επίπεδο αποδοτικής προσφοράς υπηρεσιών ή/ και δικτύων.

(β) Για τους σκοπούς άσκησης της εξουσίας του δυνάμει της παραγράφου (α), ο Επίτροπος δύναται να εξετάζει τους σχετικούς λογαριασμούς των παροχέων δικτύων ή/και υπηρεσιών  ηλεκτρονικών   επικοινωνιών  και  του   παροχέα καθολικής ταχυδρομικής υπηρεσίας, ανάλογα με την περίπτωση, συμπεριλαμβανομένων, μεταξύ άλλων, όλων των κεφαλαιουχικών και λειτουργικών δαπανών τους, καθώς και οποιοδήποτε κόστος σχετίζεται άμεσα ή έμμεσα με τις παρεχόμενες υπηρεσίες ή/και δίκτυα.

(γ) Ο Επίτροπος δύναται, σε κάθε περίπτωση, να αποφασίζει, κατόπιν εξέτασης των αναφερόμενων στην παράγραφο (β) στοιχείων, σε σχέση με συμφωνίες παροχής υπηρεσιών που πρόκειται να συναφθούν ότι τα προβλεπόμενα σε αυτές ποσά τιμών δεν είναι δικαιολογημένα, και να μην υιοθετεί εισηγήσεις ή απόψεις παροχέων υπηρεσιών ή/και δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών και του παροχέα καθολικής ταχυδρομικής υπηρεσίας, σε σχέση με την έκδοση διαταγμάτων καθορισμού και ρύθμισης του πλαισίου χρεώσεων και τιμών τους, συμπεριλαμβανομένου κατώτατου και/ή ανώτατου ορίου τιμών.

Περιπτώσεις όπου απαιτούνται δημόσιες ακροάσεις

24. (α) Σε σχέση με τις πιο κάτω αρμοδιότητες και εξουσίες του, ο Επίτροπος οφείλει, πριν προβεί σε άσκησή τους, να διεξάγει δημόσια ακρόαση στην οποία έχουν δικαίωμα να συμμετάσχουν όλοι οι παροχείς που επηρεάζονται άμεσα από την άσκηση των εν λόγω εξουσιών:

(i) σε σχέση με την έκδοση διαταγμάτων για τον καθορισμό και ρύθμιση του πλαισίου χρεώσεων και τελών, συμπεριλαμβανομένων του κατώτατου και ανώτατου επιπέδου τιμών των παροχέων υπηρεσιών ή/και δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών και/ή του παροχέα καθολικής ταχυδρομικής υπηρεσίας, ανάλογα με την περίπτωση, σύμφωνα με το άρθρο 20(ιζ) και (ιη),

(ii) Σε σχέση με την απόφαση το εάν τα προβλεπόμενα τέλη σε συμφωνίες διασύνδεσης, χρήσης εγκαταστάσεων και πρόσβασης στα δίκτυα ηλεκτρονικών επικοινωνιών ή στο δίκτυο ταχυδρομικών υπηρεσιών όσον αφορά τη χρήση εγκαταστάσεων και πρόσβασης είναι δικαιολογημένα σύμφωνα με το Άρθρο 23(α),

(iii) Αναφορικά με την έκδοση διατάγματος για την διεύρυνση ή άλλη τροποποίηση της ελάχιστης δέσμης υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών και/ή ταχυδρομικών υπηρεσιών που εκάστοτε ισχύουν, σύμφωνα με το Άρθρο 20(ιθ).

(β) Δια διαταγμάτων δύναται να καθορίζεται ο τρόπος διεξαγωγής των δημόσιων ακροάσεων σύμφωνα με την παράγραφο (α) και η διαδικασία γνωστοποίησης και πρόσκλησης των προσώπων σε αυτές.

ΜΕΡΟΣ 6 ΕΞΑΣΦΑΛΙΣΗ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ, ΑΛΛΕΣ ΕΞΟΥΣΙΕΣ, ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΑ, ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ, ΕΡΕΥΝΕΣ, ΣΥΜΒΟΥΛΕΥΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΚΑΙ ΣΥΜΒΟΥΛΕΥΤΙΚΑ ΣΩΜΑΤΑ
Εξασφάλιση πληροφοριών

25. (1) Προς τον σκοπό της διασφάλισης της καλύτερης ενάσκησης των αρμοδιοτήτων και εξουσιών του που αναφέρονται στο Μέρος 5 του παρόντος Νόμου, ο Επίτροπος, συμμορφούμενος με την αρχή της αναλογικότητας, με αιτιολογημένο αίτημά του, δύναται -

(α) να απαιτεί από παροχείς δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών και/ή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών και ταχυδρομικών υπηρεσιών να του παρέχουν πληροφορίες και υποβάλλουν δηλώσεις και εκθέσεις σχετικά με τις εργασίες τους κατά χρονικά διαστήματα και σε τύπο, ως ο Επίτροπος δύναται εκάστοτε να καθορίζει περιλαμβανομένου συγκεκριμένου χρονοδιαγράμματος για την υποβολή των ζητούμενων πληροφοριών και του επιπέδου λεπτομέρειας που πρέπει να χαρακτηρίζει τις πληροφορίες προς υποβολή. Οι ζητούμενες πληροφορίες, περιλαμβανομένων πληροφοριών νομικής, τεχνικής, οικονομικής και εμπορικής φύσεως, χρησιμοποιούνται από τον Επίτροπο για τη διασφάλιση της συμμόρφωσης των παροχέων  με τις υποχρεώσεις  τους που  απορρέουν από τις διατάξεις του παρόντος Νόμου και τις πρόνοιες των Διαταγμάτων και Αποφάσεων του Επιτρόπου που εκδίδονται προς εφαρμογή του παρόντος Νόμου,

(β) να διατάσσει οποιοδήποτε πρόσωπο που παρέχει δίκτυα ή/και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών, να υποβάλει πληροφορίες σε σχέση με τα μελλοντικά του σχέδια ανάπτυξης δικτύων και υπηρεσιών που θα μπορούσαν να επηρεάσουν τις χονδρικές υπηρεσίες που προσφέρουν σε άλλους παροχείς.  Ο Επίτροπος δύναται να απαιτεί από πρόσωπα που έχουν καθοριστεί ως παροχείς με Σημαντική Ισχύ στη σχετική  χονδρική  αγορά, να υποβάλουν  οικονομικά στοιχεία που αφορούν τις λιανικές αγορές οι οποίες σχετίζονται  με τις  αντίστοιχες χονδρικές αγορές  στις  οποίες έχουν καθοριστεί ως παροχείς με Σημαντική Ισχύ.

(γ) να διατάσσει οποιοδήποτε πρόσωπο που παρέχει δίκτυα ή/και υπηρεσίες Ταχυδρομικών Υπηρεσιών, να υποβάλει πληροφορίες σε σχέση με τα μελλοντικά του σχέδια ανάπτυξης δικτύων και υπηρεσιών που θα μπορούσαν να επηρεάσουν τις χονδρικές υπηρεσίες που προσφέρουν σε άλλους παροχείς.  Ο Επίτροπος δύναται επίσης να απαιτεί από τον παροχέα καθολικής ταχυδρομικής υπηρεσίας, να υποβάλλει οικονομικά στοιχεία που αφορούν λιανικές υπηρεσίες, οι οποίες σχετίζονται με χονδρικές υπηρεσίες.

(2) (α) Πρόσωπα από τα οποία ζητείται να υποβάλουν πληροφορίες, σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο, οφείλουν να ανταποκρίνονται έγκαιρα και στο βαθμό λεπτομέρειας που απαιτείται από τον Επίτροπο.

(β) Κάθε παροχέας δικτύων ή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών και ταχυδρομικών υπηρεσιών θα παρέχει στον Επίτροπο κάθε πληροφορία που ορίζεται στο εδάφιο (1) του παρόντος άρθρου, κατόπιν του αιτιολογημένου αιτήματός του, και σύμφωνα με το χρονοδιάγραμμα και το εύρος της λεπτομέρειας που ορίζονται στο σχετικό αίτημα.

(γ) Σε περίπτωση μη συμμόρφωσης ενός προσώπου με το σχετικό αίτημα του Επιτρόπου για την παροχή πληροφοριών σύμφωνα με το παρόν άρθρο, εκτός των διατάξεων του παρόντος Νόμου, θα εφαρμόζονται και οι διατάξεις του Νόμου περί της Προστασίας του Ανταγωνισμού σχετικά με την άρνηση παροχής πληροφοριών/στοιχείων.

(δ) Ο Επίτροπος, κατόπιν αιτιολογημένου αιτήματος από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, θα παράσχει σε αυτήν τις απαραίτητες πληροφορίες σχετικά με την ενάσκηση των καθηκόντων του. Οι απαιτούμενες πληροφορίες θα είναι ανάλογες προς τον σκοπό υλοποίησης των καθηκόντων αυτών. Σε περίπτωση που οι παρεχόμενες πληροφορίες σχετίζονται με πληροφορίες που έχουν προηγουμένως υποβληθεί από πρόσωπο, κατόπιν αιτήματος της εθνικής ρυθμιστικής αρχής, το πρόσωπο αυτό θα ενημερώνεται σχετικά. Ο Επίτροπος δύναται να υποβάλει αιτιολογημένο αίτημα στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, όπως μη χορηγήσει τις παρεχόμενες πληροφορίες στην Ρυθμιστική Αρχή ενός άλλου Κράτους Μέλους, ειδικά όταν αυτό απαιτείται στα πλαίσια της διασφάλισης του επιχειρηματικού απορρήτου.

(ε) Ο Επίτροπος δύναται να παρέχει τις ανωτέρω πληροφορίες σε άλλη Ρυθμιστική Αρχή της Κύπρου ή άλλου Κράτους Μέλους, κατόπιν αιτιολογημένου αιτήματος, και όπου αυτό απαιτείται προς τον σκοπό της συμμόρφωσης της άλλης Ρυθμιστικής Αρχής της Κύπρου ή άλλου Κράτους Μέλους με τις υποχρεώσεις των σύμφωνα με το Κοινοτικό δίκαιο. Σε περίπτωση που οι πληροφορίες κρίνονται ως εμπιστευτικές από τον Επίτροπο, σύμφωνα με τις κοινοτικές και εθνικές διατάξεις περί επιχειρηματικού απορρήτου, ο Επίτροπος δύναται να υποβάλει αιτιολογημένο αίτημα στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή ή στις ενδιαφερόμενες ρυθμιστικές αρχές προκειμένου να διασφαλίσουν την εμπιστευτικότητα των πληροφοριών, και ειδικότερα των όσων αφορούν το επιχειρηματικό απόρρητο.

(στ) Ο Επίτροπος δημοσιεύει τις πληροφορίες που συμβάλλουν στην εγκαθίδρυση μιας ανοιχτής και ανταγωνιστικής αγοράς, σύμφωνα με τις διατάξεις της ισχύουσας νομοθεσίας που αφορούν την πρόσβαση του κοινού σε πληροφορίες, με την επιφύλαξη των κοινοτικών και εθνικών κανόνων περί επιχειρηματικού απορρήτου. Οι όροι σύμφωνα με τους οποίους επιτρέπεται η πρόσβαση του κοινού στις πληροφορίες της ανωτέρω παραγράφου, συμπεριλαμβανομένων των διαδικασιών για την παροχή αυτής της πρόσβασης, καθορίζονται με απόφαση του Επιτρόπου, η οποία δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα.της Δημοκρατίας.

(3) (α) Ο Επίτροπος θα διαφυλάττει και δέχεται ως εμπιστευτική κάθε πληροφορία που παρέχεται από πρόσωπο και κατηγοροποιείται από αυτό ως εμπιστευτική, εκτός από τις περιπτώσεις όπου ο Επίτροπος έχει βάσιμους λόγους να κρίνει διαφορετικά.

(β) Ο Επίτροπος δεν θα αποκαλύπτει πληροφορίες που καλύπτονται από υποχρέωση επαγγελματικού απορρήτου, και συγκεκριμένα πληροφορίες αναφορικά με αδειοδοτημένους ή κοινοποιημένους παροχείς, τις επαγγελματικές τους σχέσεις ή την τιμολόγησή τους. Η ανωτέρω απαγόρευση τελεί υπό την επιφύλαξη του δικαιώματος του Επιτρόπου να αποκαλύπτει πληροφορίες όπου αυτό είναι θεμελιώδες προς τον σκοπό εκπλήρωσης των καθηκόντων του. Σε μια τέτοια περίπτωση οποιαδήποτε αποκάλυψη θα πρέπει να είναι αναλογική και να λαμβάνει υπόψη τα νόμιμα συμφέροντα των προσώπων προς διασφάλιση των επιχειρηματικών τους μυστικών, ενώ τα επηρεαζόμενα πρόσωπα θα ενημερώνονται πριν από κάθε σχετική αποκάλυψη.

(γ) Σε περίπτωση όπου πληροφορίες έχουν δηλωθεί από το πρόσωπο που τις παρείχε ως εμπιστευτικές, ο Επίτροπος θα καθυστερήσει την παροχή πληροφοριών στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή προκειμένου να δοθεί στο πρόσωπο που παρείχε τις πληροφορίες η δυνατότητα να υποβάλει στον Επίτροπο γραπτές παρατηρήσεις μέσα σε επτά (7) ημέρες από την γνωστοποίηση του Επιτρόπου που αναφέρεται στην παρούσα παράγραφο.

(δ) Ο Επίτροπος δύναται, αφού λάβει υπόψη του τις απόψεις και επιχειρήματα που έχουν εκφρασθεί σε αυτόν, κατά την διακριτική του ευχέρεια, να υποβάλει ένα ρητό και αιτιολογημένο αίτημα στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή προκειμένου να μην διαθέσει τις πληροφορίες που υποβάλονται σύμφωνα με την παράγραφο (ε) σε οποιαδήποτε ρυθμιστική αρχή άλλου Κράτους Μέλους.

(ε) Σε περίπτωση που ο Επίτροπος λαμβάνει πληροφορίες που έχουν χαρακτηρισθεί ως εμπιστευτικές από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή ή από την Εθνική Ρυθμιστική Αρχή ενός άλλου Κράτους Μέλους, και ο Επίτροπος κρίνει ότι οι ανωτέρω πληροφορίες έχουν κατηγοριοποιηθεί κατ’ αυτόν τον τρόπο σε συμφωνία με τους κανόνες περί επιχειρηματικού απορρήτου του Κοινοτικού Δικαίου ή με τους κανόνες του Κράτους Μέλους από το οποίο προήλθαν, ανάλογα με την περίπτωση, θα διασφαλίζει την εμπιστευτικότητα των ως άνω πληροφοριών.

(στ) Ο Επίτροπος, υπό τον όρο της προστασίας της εμπιστευτικότητας των πληροφοριών που κρίνει ως εμπιστευτικές, θα δημοσιεύει από καιρού εις καιρό τις πληροφορίες που, κατά την κρίση του, θα εδύναντο να συμβάλουν σε μια ανοικτή και ανταγωνιστική αγορά.

Διαβουλεύσεις

26. Ο Επίτροπος δύναται να έχει διαβουλεύσεις με εμπορικούς οργανισμούς, οργανώσεις καταναλωτών, ιδιαίτερα οργανώσεις καταναλωτών με ειδικά προβλήματα, με εκπροσώπους της Κυβέρνησης, και με οποιαδήποτε άλλα πρόσωπα/οργανισμούς, ως ο Επίτροπος εκάστοτε κρίνει σκόπιμο. Η διαδικασία διενέργειας διαβουλεύσεων ρυθμίζεται με σχετικό διάταγμα του Επιτρόπου.

Άλλες Εξουσίες

27. Για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου ο Επίτροπος δύναται -

(α) Να επιτηρεί τη συμμόρφωση με τις προϋποθέσεις και τους όρους που θέτει σε άδειες τις οποίες χορηγεί δυνάμει του παρόντος Νόμου,

(β) Να απαιτεί από οποιονδήποτε παροχέα δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών, ή/και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών και ταχυδρομικών υπηρεσιών, οποιαδήποτε πληροφορία την οποία δυνατό να κρίνει ευλόγως ως αναγκαία, για σκοπούς άσκησης των αρμοδιοτήτων και εξουσιών και εκτέλεσης των καθηκόντων του.

(γ) Να επιβάλλει χρηματικές κυρώσεις υπό μορφή διοικητικών προστίμων σε παροχείς δικτύων και/ή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, και/ή ταχυδρομικών υπηρεσιών για παράβαση του παρόντος Νόμου ή/και διαταγμάτων,

(δ) Να κλητεύει και εξαναγκάζει κατά τον καθορισμένο σε σχετικό Διάταγμα τρόπο την παρουσία μαρτύρων σε έρευνες,

(ε) Να εκδίδει οποιεσδήποτε αποφάσεις είναι αναγκαίες για εξασφάλιση συμμόρφωσης με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου και των δυνάμει αυτού διαταγμάτων,

(στ) να αναλαμβάνει μια υπόθεση, είτε με δική του πρωτοβουλία είτε κατόπιν αιτήματος βάσει καταγγελίας και να αποφασίσει κατά πόσον η επιβολή διοικητικού προστίμου ή κυρώσεων που προβλέπονται από τον παρόντα Νόμο ή τα Διατάγματα ή/και τις Αποφάσεις που εκδίδονται δυνάμει του παρόντος Νόμου, είναι αιτιολογημένα σε κάθε περίπτωση μη συμμόρφωσης με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου και με τα Διατάγματα και τις Αποφάσεις του Επιτρόπου, με τα οποία ορίζονται δικαιώματα και υποχρεώσεις,

(ζ) να εισέρχεται σε οποιοδήποτε εύλογο χρόνο χωρίς υποχρέωση οποιασδήποτε προειδοποίησης, για επιθεώρηση, ή άλλη εύλογη αιτία, προσωπικά ή δια υπαλλήλων του Γραφείου, ή αντιπροσώπων του, δεόντως εξουσιοδοτημένων προς τούτο, σε οποιοδήποτε τόπο, υποστατικό ή μεταφορικό μέσο ξηράς, θάλασσας και αέρα, εξαιρουμένης κατοικίας, το οποίο χρησιμοποιείται για την παροχή οποιωνδήποτε υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών και/ή ταχυδρομείων, και να ελέγχει ως προς τη συμβατότητά του με εθνικές και διεθνείς προδιαγραφές τον χρησιμοποιούμενο εξοπλισμό τερματικών ή ραδιοεξοπλισμό της κατηγορίας ή κατηγοριών που εμπίπτουν στην αρμοδιότητα του Επιτρόπου σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 81 καθώς επίσης και να συλλέγει στοιχεία τα οποία ενδεχομένως να χρησιμοποιηθούν για αποδεικτικούς σκοπούς σε οποιαδήποτε δικαστική διαδικασία αναφορικά με οποιαδήποτε παράβαση ή παράλειψη συμμόρφωσης με τον παρόντα Νόμο ή τα Διατάγματα ή τις Αποφάσεις που εκδίδονται δυνάμει αυτού.

(η) Αρμόδιοι λειτουργοί του Τμήματος Εμπορικής Ναυτιλίας και Πολιτικής Αεροπορίας ενεργούντες εις τα πλαίσια των εξουσιών του Επιτρόπου που αναφέρονται ανωτέρω δύνανται να ανακόπτουν, εισέρχονται, επιθεωρούν ερευνούν και διενεργούν έλεγχο σε οποιοδήποτε μεταφορικό μέσο θάλασσας και αέρα αντίστοιχα και προβαίνουν στις ενέργειες που αναφέρονται ανωτέρω στη παράγραφο (ζ).

(θ)(i) Εφόσον κρίνεται απαραίτητο για διευκόλυνση της ενάσκησης από τον Επίτροπο ή των υπαλλήλων του Γραφείου ή αντιπροσώπων του των εξουσιών τους δυνάμει του παρόντος άρθρου και του Μέρους 12 του Νόμου, ο Διευθυντής του Τμήματος Τελωνίων μπορεί να εξουσιοδοτήσει την αποκάλυψη στον Επίτροπο πληροφοριών που λαμβάνονται για σκοπούς ενάσκησης από τον Διευθυντή του Τμήματος Τελωνείων των αρμοδιοτήτων του σε σχέση με εμπορεύματα που εισάγονται από τρίτες χώρες ή / και διακινούνται μεταξύ της Δημοκρατίας και άλλου κράτους μέλους.

(ii) Η αποκάλυψη πληροφοριών θα γίνεται σύμφωνα με τις οδηγίες του Διευθυντή του Τμήματος Τελωνείων.

(iii) Εφόσον κρίνεται απαραίτητο, ο Διευθυντής του Τμήματος Τελωνείων μπορεί να εξουσιοδοτήσει, όταν και εφόσον αυτό επιτρέπεται με βάση την κείμενη νομοθεσία, την παραπομπή εξοπλισμού τερματικών ή ραδιοεξοπλισμού ορισμένων κατηγοριών ή κλάσεων που εμπίπτουν στα πλαίσια αρμοδιότητας του Επιτρόπου σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρο 81 για έλεγχο από τον Επίτροπο.

(ι) Ο κάτοχος και ο υπεύθυνος οποιουδήποτε υποστατικού ή άλλου χώρου ή μεταφορικού μέσου ξηράς, θάλασσας ή αέρα, και οποιοδήποτε πρόσωπο απασχολείται σε τέτοιο υποστατικό ή άλλο χώρο ή μεταφορικό μέσο, στο οποίο εισέρχεται ο Επίτροπος ή υπάλληλος του Γραφείου ή αντιπρόσωπος του Γραφείου δυνάμει της παραγράφου (ζ) ή αρμόδιος λειτουργός του Τμήματος Εμπορικής Ναυτιλίας ή της Πολιτικής Αεροπορίας δυνάμει της παραγράφου (η), έχουν έκαστος υποχρέωση να παρέχουν πάσα διευκόλυνση και οποιαδήποτε πληροφορία που κατέχουν, την οποία ο Επίτροπος ή ο υπάλληλος ή αντιπρόσωπος του Γραφείου του ή οι αρμόδιοι λειτουργοί που αναφέρονται ανωτέρω στη παράγραφο (η) εύλογα απαιτούν, οι δε ανωτέρω αναφερόμενοι έχουν εξουσία να λαμβάνουν οποιαδήποτε τέτοια πληροφορία και διευκόλυνση.

(ια) σε περίπτωση που κατά την άσκηση των εξουσιών τους δυνάμει των παραγράφων (ζ) και (η),  ο Επίτροπος ή υπάλληλος ή αντιπρόσωπος του Γραφείου του ή αρμόδιος λειτουργός του Τμήματος Εμπορικής Ναυτιλίας ή της Πολιτικής Αεροπορίας παρεμποδίζεται ως προς την άσκηση του δικαιώματος εισόδου του σε οποιαδήποτε υποστατικά ή άλλους χώρους,  τηρουμένων κατά τα λοιπά των σχετικών με την έκδοση και εκτέλεση δικαστικών ενταλμάτων έρευνας διατάξεων του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Επαρχιακός Δικαστής, με βάση ένορκη καταγγελία-

(i) αφού ικανοποιηθεί ότι-

(Α) οποιοσδήποτε σταθμός ή συσκευή ή πληροφορίες σε σχέση με αυτά, για τα οποία εξουσιοδοτημένος από τον Επίτροπο λειτουργός έχει εξουσία δυνάμει του παρόντος Νόμου να επιθεωρεί, βρίσκονται σε οποιαδήποτε υποστατικά ή μεταφορικό μέσο ξηράς, θάλασσας ή αέρα και ότι η επιθεώρησή τους είναι πιθανό να αποκαλύψει αποδεικτικά στοιχεία σε σχέση με οποιαδήποτε παράβαση του παρόντος Νόμου,  ή

(Β) ότι τέτοια παράβαση έχει λάβει χώρα ή πρόκειται να λάβει χώρα σε οποιαδήποτε υποστατικά ή σε οποιοδήποτε μεταφορικό μέσο ξηράς, θάλασσας ή αέρα, και

(ii) αφού ικανοποιηθεί επίσης ότι-

(Α) η είσοδος στα υποστατικά  ή σε μεταφορικό μέσο ξηράς, θάλασσας ή αέρα έχει εμποδιστεί ή είναι πιθανό να εμποδιστεί και ότι έχει δοθεί στον κάτοχο αυτών ειδοποίηση περί της προθέσεως για αίτηση εξασφάλισης τέτοιου διατάγματος, ή

(Β) η αίτηση άδειας εισόδου ή η παροχή τέτοιας ειδοποίησης θα ματαίωνε το σκοπό της εισόδου, ή

(Γ) τα υποστατικά ή τα κτίρια ή το όχημα, πλοίο ή αεροσκάφος είναι κενά κατοχής,   δύναται να εκδώσει δικαστικό διάταγμα, με ισχύ δύο μηνών, που να παραχωρεί εξουσία σε εξουσιοδοτημένο από τον Επίτροπο λειτουργό να εισέλθει στα κτίρια ή υποστατικά ή μεταφορικά μέσα ξηράς, θάλασσας ή αέρα για σκοπούς εφαρμογής του παρόντος Νόμου.».

(ιβ) Νοείται ότι ανεξάρτητα των αναφερόμενων ανωτέρω ο Επίτροπος δύναται και ο ίδιος να προβαίνει στις ενέργειες οι οποίες αναφέρονται ανωτέρω εις την παράγραφο (η), αντί αλλά και παράλληλα με τους λειτουργούς των Τμημάτων που αναφέρονται εις τις εν λόγω παραγράφους αναλόγως ποια διαδικασία ήθελε ο Επίτροπος αποφασίσει ότι επιθυμεί να ακολουθηθεί.

Εκδοση Αποφάσεων

28. (1) (α) Πριν την έκδοση Απόφασης και/ή Διατάγματος δυνάμει του Άρθρου 27(ε) κατά την κρίση του Επιτρόπου, θα ειδοποιείται οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο κατά την γνώμη του Επιτρόπου, επηρεάζεται ή είναι δυνατόν να επηρεαστεί από την Απόφαση και/ή Διάταγμα, και θα παρέχεται σε αυτό η ευκαιρία να ακουστεί εντός δεκαπέντε (15) ημερών από την ειδοποίηση περί της έκδοσης Απόφασης και/ή Διατάγματος:

Νοείται ότι ο Επίτροπος δεν υποχρεούται να δώσει ειδοποίηση προ της έκδοσης Απόφασης και/ή Διατάγματος, σε περίπτωση επειγούσης κατ’ απόλυτη κρίση φύσεως, αλλά σε τέτοιες περιπτώσεις, ο Επίτροπος καλεί τον επηρεαζόμενο να εκφράσει απόψεις εντός δεκαπέντε (15) ημερών από την έκδοση της απόφασης, ως προς το γιατί η Απόφαση και/ή Διάταγμα πρέπει να ανακληθεί ή τροποποιηθεί.

(β) Μετά από ακρόαση, κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο (α), ο Επίτροπος εκδίδει και κοινοποιεί το ταχύτερο δυνατόν σε κάθε ενδιαφερόμενο την τελική του Απόφαση και/ή Διάταγμα.

(2) Ο Επίτροπος δεν ζητεί τη γνώμη της Συμβουλευτικής Επιτροπής στις περιπτώσεις έκδοσης Αποφάσεων και/ή Διαταγμάτων για επιβολή συμμόρφωσης, προσωρινών Αποφάσεων και/ή Διαταγμάτων δια θέματα επειγούσης φύσης ή/και επιβολής διοικητικών προστίμων και/ή άλλων διοικητικών κυρώσεων.

Παράβαση Διατάγματος ή Απόφασης

29. Πρόσωπο, το οποίο χωρίς εύλογη αιτία παραλείπει να συμμορφωθεί με τους όρους Διατάγματος ή Απόφασης που εκδίδεται από τον Επίτροπο δυνάμει του παρόντος Νόμου, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται, σε περίπτωση καταδίκης του, σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τους έξι μήνες ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τα οκτακόσια πενήντα ευρώ (€850) ή και στις δύο αυτές ποινές.

Διεξαγωγή Έρευνας

30. (1) Ο Επίτροπος δύναται με δική του πρωτοβουλία, να διεξάγει έρευνες αναφορικά με συγκεκριμένες δραστηριότητες και συγκεκριμένη λειτουργία οποιουδήποτε παροχέα δικτύου ηλεκτρονικών επικοινωνιών και/ή υπηρεσιών και/ή ταχυδρομικών υπηρεσιών, οι οποίες κρίνονται ότι προκαλούν ζητήματα αναφορικά με τον ανταγωνισμό ή τους καταναλωτές, και κατ’ακολουθία να προβαίνει σε συστάσεις και να εκδίδει Αποφάσεις, ως κατά την γνώμη του είναι πρόσφορο.

(2). Για τους σκοπούς διεξαγωγής έρευνας δυνάμει του εδαφίου (1), ο Επίτροπος δύναται-

(α) να κλητεύει και εξαναγκάζει κατά τον καθορισμένο σε σχετικό Διάταγμα τρόπο την παρουσία μαρτύρων και ενδιαφερόμενων μερών, και την προσαγωγή, παρουσίαση και κατάθεση εγγράφων, βιβλίων, σχεδίων και αρχείων,

(β) να εξετάζει προσωπικά ή δια δικηγόρου μάρτυρες και ενδιαφερόμενα μέρη.

(3). Είναι ένοχο ποινικού αδικήματος, πρόσωπο το οποίο-

(α) χωρίς εύλογη αιτία, παραλείπει ή αρνείται να συμμορφωθεί με κλήση να παραστεί ενώπιον του Επιτρόπου ή να προσάγει, παρουσιάσει ή καταθέσει οποιοδήποτε έγγραφο, βιβλίο, σχέδιο ή αρχείο,

(β) ενώ είναι μάρτυρας, αρνείται χωρίς εύλογη αιτία να απαντήσει σε οποιοδήποτε ερώτημα που υποβάλλεται.

Νοείται ότι εν πάση περιπτώσει ουδείς είναι υπόχρεος να απαντήσει, εάν η απάντηση δυνατό να τον ενοχοποιεί σε σχέση με ποινικό αδίκημα, ή εάν συνιστά παραβίαση του απορρήτου της επικοινωνίας δικηγόρου-πελάτη, και/ή παρεμποδίζει την ενώπιον του Επιτρόπου διαδικασία.

(4) Πρόσωπο το οποίο καταδικάζεται για διάπραξη ποινικού αδικήματος συνεπεία της παράβασης των εδαφίων (3)(α)και/ή (β), υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τους έξι μήνες ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τα οχτακόσια πενήντα ευρώ (€850), ή και στις δύο αυτές ποινές.

(5) Κάθε ενδιαφερόμενο πρόσωπο δύναται να εκπροσωπείται ενώπιον του Επιτρόπου δια δικηγόρου και να καλεί κατά τον καθορισμένο σε Διατάγματα τρόπο οποιουσδήποτε μάρτυρες.

(6) Ο Επίτροπος διευθύνει οποιαδήποτε ενώπιόν του διαδικασία και έχει εξουσία περιστολής ή καταστολής καταχρήσεως της διαδικασίας ενώπιόν του.

Παράπονα σε σχέση με παροχείς- συνοπτική διαδικασία επίλυσης διαφορών

31. (1) Με την επιφύλαξη των εξουσιών που του απονέμονται δυνάμει του Άρθρου 30(1) και (2), ο Επίτροπος δύναται να διεξάγει έρευνα για τις δραστηριότητες και εργασίες οποιουδήποτε παροχέα δικτύων ή/και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών ή/και ταχυδρομικών υπηρεσιών, σε σχέση με τον οποίο υποβάλλεται παράπονο από οποιοδήποτε πρόσωπο.

(2) Ο Επίτροπος έχει εξουσία να απορρίπτει το παράπονο, εάν κατά την κρίση του πρόδηλα δεν ευσταθεί. Σε κάθε άλλη περίπτωση, ο Επίτροπος διαβιβάζει αντίγραφο του παραπόνου στον ενδιαφερόμενο παροχέα. Τέτοιο παράπονο δύναται να αποτελέσει αντικείμενο έρευνας από τον Επίτροπο, εάν ο τελευταίος δεν ικανοποιηθεί από την ανταπόκριση του παροχέα ή εάν ο παραπονούμενος του επιδώσει γραπτή ειδοποίηση ότι το παράπονο δεν έχει αντιμετωπισθεί ικανοποιητικά.

(3) Κατόπιν της υποβολής παραπόνων κατά το εδάφιο (1) στον Επίτροπο, ο Επίτροπος δύναται να εκδώσει Απόφαση η οποία είναι δεσμευτική για τον εν λόγω παροχέα.

Εγκαθίδρυση Συμβουλευτικής Επιτροπής και διορισμός Συμβουλευτικών Σωμάτων

32. (1) (α) Εγκαθιδρύεται Συμβουλευτική Επιτροπή η οποία συγκροτείται από τρία (3) μέλη τα οποία διορίζονται από το Υπουργικό Συμβούλιο για χρονική περίοδο που δεν υπερβαίνει τα έξι (6) έτη.

(β) Το Υπουργικό Συμβούλιο διορίζει ένα εκ των τριών μελών της Συμβουλευτικής Επιτροπής ως Πρόεδρο αυτής.

(γ) Στον Πρόεδρο και στα Μέλη της Συμβουλευτικής Επιτροπής καταβάλλονται από την Επιτροπή έξοδα παραστάσεως, αποζημίωση για κάθε συνεδρίαση της Συμβουλευτικής Επιτροπής, οδοιπορικά και οποιαδήποτε άλλα ωφελήματα αποφασίζει εκάστοτε το Υπουργικό Συμβούλιο για τους προέδρους και τα μέλη των ημικρατικών οργανισμών.

(δ) Το Υπουργικό Συμβούλιο δύναται να παύει τον Πρόεδρο και οποιοδήποτε μέλος της Συμβουλευτικής Επιτροπής πρό της λήξης της περιόδου για την οποία έχει διοριστεί, μόνο για οποιονδήποτε από τους κάτωθι ειδικούς λόγους:

(i) Λόγω πνευματικής ή σωματικής ανικανότητας ή αναπηρίας ή άλλης οποιασδήποτε ανεξαιρέτως ασθένειας, η οποία θα καθιστούσε αυτόν ανίκανο να εκπληρώσει επαρκώς τα καθήκοντά του για το υπόλοιπο της θητείας του,

(ii) Λόγω ανάρμοστης συμπεριφοράς ή συστηματικής απουσίας ή αμέλειας κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του.

(ε) Κάθε μέλος της Συμβουλευτικής Επιτροπής δύναται να παραιτηθεί από την θέση του με την υποβολή γραπτής παραίτησης στο Υπουργικό Συμβούλιο. Η παραίτηση δεν υπόκειται σε ανάκληση, επενεργεί δε αμέσως χωρίς να προαπαιτείται αποδοχή της από το Υπουργικό Συμβούλιο.

(στ) Η Συμβουλευτική Επιτροπή συνέρχεται σε τόπο και χρόνο που ορίζονται από τον Πρόεδρό της. Απαρτία συνιστούν και τα τρία (3) μέλη της Συμβουλευτικής Επιτροπής. Σε περίπτωση που ένα μέλος κωλύεται να συμμετάσχει σε συνεδρία, η απαρτία αποτελείται από δύο (2) μέλη, περιλαμβανομένου του Προέδρου· σε τέτοια περίπτωση, η απόφαση πρέπει να είναι ομόφωνη.

(ζ) Με την επιφύλαξη της παραγράφου (στ), οι αποφάσεις της Συμβουλευτικής Επιτροπής λαμβάνονται κατά πλειοψηφία των μελών της.

(η) [Διαγράφηκε].

(θ) Με την επιφύλαξη της παραγράφου (ι), η Συμβουλευτική Επιτροπή συνεδριάζει σε τακτά χρονικά διαστήματα παρουσία του Επιτρόπου και /ή του Βοηθού Επιτρόπου και μελετά και αποφασίζει για ζητήματα που αφορούν τον παρόντα Νόμο τα οποία της παραπέμπει ο Επίτροπος για γνωμοδότηση. Η Συμβουλευτική Επιτροπή οφείλει να συμβουλεύει τον Επίτροπο σε χρονικό διάστημα το οποίο καθορίζει ο Επίτροπος και το οποίο σε κάθε περίπτωση, δεν είναι λιγότερο από δέκα (10) εργάσιμες μέρες.

(ι) Η Συμβουλευτική Επιτροπή δύναται, στα πλαίσια άσκησης των αρμοδιοτήτων της, να συνέρχεται σε συνεδρίες που ορίζει ο Πρόεδρός της και χωρίς την παρουσία του Επιτρόπου ή/και του Βοηθού Επιτρόπου, για να συζητά θέματα που ο Επίτροπος παρέπεμψε για γνωμοδότηση και για να ρυθμίζει τη διαδικασία της λειτουργίας της.  Η γνωμοδότηση της Επιτροπής γίνεται σε τακτή συνεδρία παρόντος του Επιτρόπου ή και του Βοηθού Επιτρόπου.

(ια) Η Συμβουλευτική Επιτροπή δύναται να ζητεί ενημέρωση από τον Επίτροπο για συναφή θέματα στα πλαίσια των τακτικών συνεδριάσεών της.

(2). Ο Επίτροπος δύναται να εγκαθιδρύσει Συμβουλευτικά Σώματα επί τοιούτων ζητημάτων ως θέλει εκάστοτε κρίνει σκόπιμο, να διορίζει τα μέλη των και να καταβάλλει τα συνεπαγόμενα έξοδα από το ταμείο του Γραφείου.

ΜΕΡΟΣ 7 ΕΠΙΛΥΣΗ ΔΙΑΦΟΡΩΝ
Γενικές Εξουσίες του Επιτρόπου αναφορικά με την επίλυση διαφορών - Συνοπτική διαδικασία επίλυσης διαφορών

33. (1) (α) Ο Επίτροπος αναλαμβάνει την επίλυση διαφοράς ή χειρισμού υπόθεσης είτε με δική του πρωτοβουλία είτε κατόπιν καταγγελίας ή παραπόνου. Στην περίπτωση καταχώρησης καταγγελίας ή παραπόνου, ο Επίτροπος θα έχει την εξουσία να απορρίψει την καταγγελία εάν κατά τη γνώμη του είναι προφανώς αβάσιμη. Σε όλες τις άλλες περιπτώσεις, ο Επίτροπος θα διαβιβάζει αντίγραφο της καταγγελίας στο ενδιαφερόμενο πρόσωπο. Η ανωτέρω καταγγελία δύναται να αποτελέσει το αντικείμενο εξέτασης ή/και έρευνας από τον Επίτροπο εάν αυτός δεν ικανοποιείται με την απάντηση του παροχέα ή εάν ο καταγγέλλων υποβάλει γραπτή ειδοποίηση ότι δεν υπήρξε ικανοποιητικός χειρισμός της καταγγελίας.

(β) Δυνάμει της παραγράφου (α) του παρόντος άρθρου , ο Επίτροπος δύναται να προβεί στην έκδοση μιας απόφασης η οποία είναι δεσμευτική για το πρόσωπο αυτό.

(2) (α) Ο Επίτροπος έχει την εξουσία έκδοσης προσωρινής Απόφασης ή/και Διατάγματος, για περιπτώσεις επείγουσας φύσης προκειμένου να διασφαλίσει τον ανταγωνισμό και να προστατεύσει τα συμφέροντα των χρηστών.

(β) Σε αυτές τις περιπτώσεις ο Επίτροπος θα ζητήσει από οποιοδήποτε εκ των επηρεαζομένων μερών να διατυπώσει τις απόψεις του εντός δεκαπέντε (15) ημερών από την έκδοση της Απόφασης και/ή Διατάγματος, αναφορικά με το εάν η προσωρινή Απόφαση και/ή Διάταγμα θα έπρεπε να ανακληθεί ή τροποποιηθεί.

(γ) Μετά από ακρόαση, κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο β, ο Επίτροπος εκδίδει και κοινοποιεί το ταχύτερο δυνατόν σε κάθε επηρεαζόμενο μέρος την τελική του Απόφαση και/ή Διάταγμα.

(3) Ο Επίτροπος έχει την εξουσία να επιβάλει διοικητικά πρόστιμα ή άλλες κυρώσεις, όπως αυτά δύνανται να διατάσσονται με απόφαση δυνάμει του, Άρθρου 20, (κ), αναφορικά με την μη συμμόρφωση με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου ή/και διατάγματα ή/και αποφάσεις.

(4) (α) Ο Επίτροπος έχει την εξουσία να παρέμβει και να επιλύσει μια διαφορά, είτε αυτεπάγγελτα ή κατόπιν αιτήματος οποιουδήποτε από τα μέρη, με δεσμευτική απόφαση μέσα σε τέσσερις μήνες από τη στιγμή που ειδοποιήθηκε για την διαφορά, προκειμένου να διασφαλίσει την συμμόρφωση με τις προϋποθέσεις του παρόντος Νόμου και διαταγμάτων ή/και αποφάσεων.

(β) Ο Επίτροπος εκδίδει διάταγμα με το οποίο καθορίζει τις διαδικασίες ακρόασης των μερών, επιβολής προστίμων και/ή άλλων διοικητικών κυρώσεων και το ύψος αυτών σχετικά με την επίλυση διαφορών, και θα διασφαλίζει ότι όλες οι έρευνες, επιλύσεις και/ή αποφάσεις θα γίνονται σύμφωνα με αυτές τις διαδικασίες.

(5) Ο Επίτροπος δύναται να αρνηθεί την επίλυση μιας διαφοράς με δεσμευτική απόφαση όταν υπάρχουν άλλοι μηχανισμοί, συμπεριλαμβανομένης της διαμεσολάβησης, οι οποίοι θα μπορούσαν να συμβάλλουν καλύτερα στην έγκαιρη επίλυση της διαφοράς. Εάν η διαφορά δεν έχει επιλυθεί εντός τριών (3) μηνών και το μέρος το οποίο επιζητεί την επανόρθωση δεν την έχει φέρει ενώπιον δικαστηρίου, ο Επίτροπος θα εκδώσει, κατόπιν αιτήματος ενός των μερών, δεσμευτική απόφαση για την επίλυση της διαφοράς το συντομότερο δυνατό, και εν πάσει περιπτώσει, εντός τριών (3) μηνών. Ο Επίτροπος δύναται να παρέμβει πριν την πάροδο των τριών (3) μηνών εάν ένα από τα μέρη που εμπλέκονται στη διαφορά δύναται να πείσει τον Επίτροπο ότι οι διαφορές μεταξύ των θέσεων των μερών έχουν τέτοια έκταση που καθιστά απίθανη την επίλυση της διαφοράς εντός του χρονικού διαστήματος των τριών μηνών.

(6) Η δικαιοδοσία του Επιτρόπου δεν δύναται να υπερκερασθεί δια σύμβασης ή συμφωνίας. Οποιαδήποτε προσπάθεια προς αποκλεισμό της δικαιοδοσίας του Επιτρόπου με αυτόν τον τρόπο θα θεωρείται άκυρη και ανυπόστατη και άρα ως μη-εκτελεστή για οποιοδήποτε από τα μέρη. Η ακυρότητα αυτού του όρου δεν θα επηρεάζει από μόνη της την ισχύ της λοιπής σχετικής συμφωνίας ή σύμβασης.

(7) Ο Επίτροπος έχει την διακριτική ευχέρεια να αποφασίζει, σύμφωνα με ποιά άρθρα του παρόντος μέρους θα επιλύεται η διαφορά. Οι κατηγορίες διαφορών, όπως αυτές περιγράφονται στα κατωτέρω άρθρα του παρόντος μέρους, είναι ενδεικτικές.

(8) Ο Επίτροπος δύναται να εκδίδει Διάταγμα που να καθορίζει τη διαδικασία και τον τρόπο με τον οποίο το Γραφείο συλλέγει το σύνολο των ποσών που οφείλονται στο Γραφείο, συμπεριλαμβανομένων, μεταξύ άλλων, των διοικητικών προστίμων βάσει του παρόντος Νόμου και/ή διαταγμάτων και/ή αποφάσεων.

(8Α) (α) Ο Επίτροπος δύναται  να επιβάλλει τέλη για την κάλυψη του κόστους διεκπεραίωσης των καθηκόντων επίλυσης διαφορών που του έχουν ανατεθεί στις περιπτώσεις που ορίζουν οι διατάξεις των άρθρων 62Α, 62Β, 96Γ, 96Δ και 62Δ.

(β) Όλα τα μέρη συνεργάζονται πλήρως με τις υποδείξεις του Επιτρόπου, στο πλαίσιο επίλυσης διαφορών.

Επίλυση διαφορών μεταξύ Οργανισμών

34. (1) Σε περίπτωση που ανακύψει διαφορά μεταξύ οργανισμών, ο Επίτροπος, υπό την επιφύλαξη των διατάξεων του παρόντος άρθρου, δύναται να ξεκινήσει έρευνα προς το σκοπό της επίλυσης της διαφοράς.

(2)(α) Κατόπιν γνωστοποίησης του αιτήματος ενός οργανισμού για επίλυση διαφοράς, ο Επίτροπος λαμβάνει απόφαση, εντός τεσσάρων (4) μηνών από την ημερομηνία γνωστοποίησης σε αυτόν της διαφοράς, από οποιοδήποτε από τα μέρη, με την επιφύλαξη άλλης  προθεσμίας, που ορίζεται ειδικά  στον Νόμο,  και μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις είναι δυνατή η υπέρβαση αυτής της περιόδου.

(β) Κατά την επίλυση της διαφοράς, η απόφαση του Επιτρόπου αποσκοπεί στη διασφάλιση της συμμόρφωσης με τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στις διατάξεις του παρόντος Νόμου και των διαταγμάτων που εκδίδονται δυνάμει αυτού.

(3) Ο Επίτροπος δύναται να αποφασίζει την μη έναρξη της έρευνας που αναφέρεται στο παρόν άρθρο όπου διαβεβαιούται ότι τα μέρη έχουν στη διάθεσή τους άλλους μηχανισμούς έγκαιρης επίλυσης της διαφοράς, ή εάν έχουν κινηθεί από οποιοδήποτε από τα μέρη σχετικές διαδικασίες ενώπιον Δικαστηρίου.

(4) Για τις περιπτώσεις εκείνες όπου ο Επίτροπος αποφασίζει την μη έναρξη έρευνας επί τη βάσει του παρόντος άρθρου, θα ενημερώνει τα μέρη για την απόφασή του αυτή το συντομότερο δυνατόν, καθώς και για την αιτιολογία της σχετικής απόφασής του.

(5) Κατά την λήψη απόφασης σύμφωνα με το παρόν άρθρο, ο Επίτροπος θα λαμβάνει υπόψη τους στόχους που αναφέρονται στο άρθρο 2 του παρόντος Νόμου.

(6) Πρόσωπο που αποτυγχάνει να συνεργαστεί σε έρευνα που διενεργείται σύμφωνα με το παρόν άρθρο, ή που αποτυγχάνει να συμμορφωθεί με απόφαση που εκδίδεται σύμφωνα με το παρόν άρθρο, κρίνεται ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τους έξι (6) μήνες ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει το ποσό των χιλίων επτακοσίων ευρώ (€1700) ή και στις δύο αυτές ποινές.

(7) [Καταργήθηκε].

(8) [Καταργήθηκε].

(9) [Καταργήθηκε].

Επίλυση διασυνοριακών διαφορών

35. (1). Στην περίπτωση διασυνοριακής διαφοράς που προκύπτει αναφορικά με δικαιώματα και υποχρεώσεις που απορρέουν από τον παρόντα Νόμο, ή το Κοινοτικό Δίκαιο, η οποία σωρευτικά:

(α) έχει διασυνοριακό χαρακτήρα, καθόσον αφορά μέρη (είτε παροχείς δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών ή υπηρεσιών, ή/και χρήστες συμπεριλαμβανομένων τελικών χρηστών, είτε παροχείς ταχυδρομικών υπηρεσιών) σε διαφορετικά Κράτη Μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και

(β) εμπίπτει ταυτόχρονα στην αρμοδιότητα του Επιτρόπου και την αρμοδιότητα ενός ή περισσοτέρων άλλων Ρυθμιστικών Αρχών στα Κράτη Μέλη,

θα εφαρμόζεται επακριβώς η διαδικασία που περιγράφεται στο Άρθρο 34.

(2) Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου:

(α) Μια διαφορά θεωρείται ότι εμπίπτει ταυτόχρονα στην αρμοδιότητα ενός ή περισσοτέρων Ρυθμιστικών Αρχών στα Κράτη Μέλη, όταν σχετίζεται άμεσα με τη διενέργεια δραστηριοτήτων ηλεκτρονικών επικοινωνιών ή ταχυδρομικών υπηρεσιών από ένα ή και τα δύο από τα εμπλεκόμενα στη διαφορά μέρη, σε περισσότερα του ενός Κράτους Μέλους, ή με τη διενέργεια δραστηριοτήτων ηλεκτρονικών επικοινωνιών ή ταχυδρομικών υπηρεσιών που λαμβάνουν χώρα σε διαφορετικά Κράτη Μέλη από διαφορετικά μέρη στη διαφορά.

(β) Μια δραστηριότητα ηλεκτρονικών επικοινωνιών θεωρείται ότι λαμβάνει χώρα σε ένα Κράτος Μέλος όταν σχετίζεται με ένα δίκτυο ηλεκτρονικών επικοινωνιών που είναι εγκατεστημένο σε αυτό το Κράτος Μέλος.

(γ) Μια δραστηριότητα ταχυδρομικών υπηρεσιών θεωρείται ότι λαμβάνει χώρα σε ένα Κράτος Μέλος όταν σχετίζεται με παροχή ταχυδρομικών υπηρεσιών που παρέχονται σε αυτό το Κράτος Μέλος.

(3) Ο Επίτροπος έχει αρμοδιότητα προς επιδίκαση μιας διαφοράς κατόπιν αιτήσεως ενός μέρους, είτε παροχέα, είτε χρήστη, είτε συνδρομητή, το οποίο θεμελιώνει ότι έχει έννομο συμφέρον προς την επίλυση της διαφοράς. Για την επίλυση της διαφοράς θα ακολουθείται η διαδικασία επίλυσης διαφορών του άρθρου 34, όπως αυτή προβλέπεται αναλυτικά στο σχετικό Διάταγμα αναφορικά με τις διαδικασίες ακροάσεων και επιβολής διοικητικών προστίμων/άλλων κυρώσεων αναφορικά με την επίλυση διαφορών, με την επιφύλαξη των περιορισμών που επιβάλλονται στα εδάφια (4) έως (6) πιο κάτω.

(4) Πριν ο Επίτροπος προβεί σε οποιοδήποτε μέτρο για την επίλυση της διαφοράς, οφείλει να ενημερώσει τις συναρμόδιες Ρυθμιστικές Αρχές των άλλων Κρατών Μελών που εμπλέκονται στη διαφορά ενώπιόν του, και να συνεργαστεί με αυτές προς το σκοπό της κοινής επίλυσης της διαφοράς, σύμφωνα με τους σκοπούς του Άρθρου 2, και υπό την επιφύλαξη των προϋποθέσεων του Μέρους 8 και του Άρθρου 25 του παρόντος Νόμου. Ο Επίτροπος δύναται να συμβουλευτεί τον BEREC, προκειμένου να καταλήξει σε μια συνεκτική επίλυση της διαφοράς, σύμφωνα με τους σκοπούς του άρθρου 18 καθώς και  να  ζητήσει  από  αυτόν  να  εκδώσει  γνώμη  ως  προς τη δράση που πρέπει να αναληφθεί.  Σε περίπτωση που υποβάλει τέτοιο αίτημα, ο Επίτροπος αναμένει τη γνώμη του BEREC, προτού αναλάβει δράση για την επίλυση της διαφοράς,  με  την  επιφύλαξη   της   εξουσίας   του   να  λάβει επείγοντα μέτρα, όπου αυτό κρίνεται απαραίτητο.

(5) Τα μέτρα που πρόκειται να υιοθετηθούν από τον Επίτροπο ή/και τις άλλες συναρμόδιες Ρυθμιστικές Αρχές από τα άλλα Κράτη Μέλη θα είναι σύμφωνα, στο μεγαλύτερο δυνατό μέτρο, με τη συμφωνία περί συνεργασίας μεταξύ των διαφόρων Εθνικών Ρυθμιστικών Αρχών και θα λαμβάνουν ιδιαιτέρως υπόψη τη γνώμη που εκδίδει ο BEREC.

(6) Ο Επίτροπος δύναται, κατόπιν της κοινής απόφασης των συναρμόδιων Ρυθμιστικών Αρχών των άλλων Κρατών Μελών, να αρνηθεί να επιλύσει μια διαφορά όταν υφίστανται άλλοι μηχανισμοί, συμπεριλαμβανομένης της διαμεσολάβησης ή/και της διαιτησίας, που θα συνέβαλαν στην έγκαιρη επίλυση της διαφοράς, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις του Άρθρου 33 του παρόντος Νόμου. Η απόφαση του Επιτρόπου, η οποία θα ληφθεί σε συμφωνία με τις συναρμόδιες Ρυθμιστικές Αρχές, θα γνωστοποιείται στα μέρη και στον BEREC.

(7) Ο Επίτροπος θα προβεί σε μια κοινή επίλυση της διαφοράς σύμφωνα με τα εδάφια (3) έως (6), κατόπιν αιτήματος ενός από τα μέρη, εάν ύστερα από τέσσερις (4) μήνες από την υποβολή της διαφοράς στον Επίτροπο, η διαφορά δεν έχει επιλυθεί, και εάν στο μεσοδιάστημα κανένα από τα μέρη δεν έχει φέρει την διαφορά ενώπιον Δικαστηρίου.

(8) Η διαδικασία που περιγράφεται στα εδάφια (3) έως (7) δεν εμποδίζει κανένα από τα μέρη να προβούν σε δικαστηριακή επίλυση της διαφοράς.

Διαφορές που αφορούν καταναλωτές

36. (1) Ακροάσεις ενώπιον του Επιτρόπου δύνανται να πραγματοποιηθούν σύμφωνα με τους όρους και τις προϋποθέσεις του σχετικού Διατάγματος προστίμων/άλλων κυρώσεων αναφορικά με την επίλυση διαφορών για τις περιπτώσεις εκείνες όπου ένας καταναλωτής, είτε γραπτώς ή μέσω του ειδικά σχεδιασμένου στην ιστοσελίδα του ΓΕΡΗΕΤ μηχανισμού ηλεκτρονικής μηχανογράφησης, αιτείται την επιδίκαση διαφοράς.

(2) Όπου απαιτείται, ο Επίτροπος δύναται να διατάσσει την αποκατάσταση ή αποζημίωση ενός καταναλωτή, οι οποίες θα πρέπει να τηρούν σε αναλογία με τη φύση της ισχυριζόμενης παράβασης και την επερχόμενη βλάβη.

(3) Για τις περιπτώσεις εκείνες όπου οι αναφερόμενες στο παρόν άρθρο διαφορές αφορούν μέρη σε διαφορετικά Κράτη Μέλη, ο Επίτροπος θα συνεργάζεται με τις άλλες αρμόδιες αρχές για επίλυση διαφορών καταναλωτών στα άλλα Κράτη Μέλη, προκειμένου να επιτευχθεί η επίλυση της διαφοράς.

(4) Η διαδικασία που περιγράφεται στο παρόν άρθρο δεν εμποδίζει έναν καταναλωτή να προβεί σε δικαστηριακή επίλυση της διαφοράς.

ΜΕΡΟΣ 8 ΑΔΕΙΟΔΟΤΗΣΗ, ΑΡΙΘΜΟΔΟΤΗΣΗ ΚΑΙ ΔΙΕΥΘΥΝΣΙΟΔΟΤΗΣΗ
Γενικές Αρχές

37. (1) Η παροχή δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών είναι ελεύθερη, με την επιφύλαξη των όρων που τίθενται από τις διατάξεις του παρόντος νόμου. Κάθε πρόσωπο δύναται να παρέχει δίκτυα ή υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών στην Κύπρο υπό καθεστώς γενικής εξουσιοδότησης και υπό προϋποθέσεις, βάσει ατομικού δικαιώματος χρήσης ραδιοσυχνοτήτων ή αριθμών, ανεξάρτητα από την εμπορική του ιδιότητα και ανεξάρτητα από το εάν έχει κερδοσκοπικό χαρακτήρα.

(2) Ο Επίτροπος είναι αρμόδιος για τη χορήγηση κάθε γενικής εξουσιοδότησης περιλαμβανομένης της παροχής ατομικών δικαιωμάτων χρήσης αναφορικά με τη χρήση αριθμών, εξαιρουμένων των εξουσιοδοτήσεων που αφορούν τη χρήση ραδιοσυχνοτήτων.

(3) Πρόσωπο που επιθυμεί να παρέχει δίκτυα ή/και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών δυνάμει του παρόντος Νόμου υπό καθεστώς γενικής εξουσιοδότησης μπορεί να προβεί στην έναρξη των δραστηριοτήτων του αμέσως μετά την υποβολή επίσημης κοινοποίησης στον Επίτροπο. Η παροχή δικτύου ή/και υπηρεσίας υπό καθεστώς γενικής εξουσιοδότησης δεν απαλλάσσει τον παροχέα από την υποχρέωση απόκτησης των απαραίτητων ατομικών δικαιωμάτων χρήσης ραδιοσυχνοτήτων τοπικών αδειών και άλλων δικαιωμάτων εγκατάστασης ευκολιών από τους αρμόδιους φορείς.

(4) Η απονομή ατομικών δικαιωμάτων χρήσης απαιτείται όπου ο αιτών χρειάζεται να κάνει χρήση σπάνιων πόρων, όπως ραδιοσυχνοτήτων ή αριθμών, συμπεριλαμβανομένων των σύντομων κωδικών, από το Σχέδιο Αριθμοδότησης της Κυπριακής Δημοκρατίας. Όπου επιβάλλεται ο περιορισμός του αριθμού των ατομικών δικαιωμάτων χρήσης, σπάνιων πόρων, η διαχείριση των περιορισμών θα γίνεται με τρόπο που να εξασφαλίζει την εκχώρηση των πόρων αυτών με αντικειμενικό, διαφανή, αμερόληπτο και αναλογικό τρόπο. Η απονομή ατομικών δικαιωμάτων χρήσης ραδιοσυχνοτήτων αποτελεί αποκλειστική αρμοδιότητα του Διευθυντή, ο οποίος ενεργεί βάσει των εξουσιών που παρέχονται στους περί Ραδιοεπικοινωνιών Νόμους του 2002 μέχρι 2004. Η εκχώρηση αριθμοδοτικών πόρων αποτελεί αποκλειστική αρμοδιότητα του Επιτρόπου.

(5) Αποκλειστικά και μόνο για λόγους δημόσιας τάξεως, δημόσιας ασφάλειας και δημόσιας υγείας δύναται ο Επίτροπος, με πλήρως και αντικειμενικά αιτιολογημένη απόφασή του, να παρεμβαίνει σε οποιοδήποτε χρονικό σημείο από την υποβολή της δήλωσης καταχώρησης και να απαγορεύει ή να περιορίζει τη δυνατότητα παροχής δικτύων ή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών από συγκεκριμένο πρόσωπο.

(6) Σε περίπτωση που εφαρμόζονται διαγωνιστικές διαδικασίες, για το σκοπό άσκησης της αρμοδιότητας αδειοδότησης δικτύων ή/και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, η οποία ορίζεται στο Άρθρο 20(ε), και της πρόσκλησης υποβολής αιτήσεων για τη χορήγηση ατομικού δικαιώματος χρήσης αριθμών, όπως ορίζεται στο Άρθρο 20(κβ), ο Επίτροπος κοινοποιεί με δημοσίευση στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας:

(α) όλες τις σχετικές πληροφορίες, συμπεριλαμβανομένων σε κάθε περίπτωση πληροφοριών σχετικά με το είδος και τον αριθμό των ατομικών δικαιωμάτων χρήσης που προσφέρονται και τη γεωγραφική περιοχή που καλύπτουν,

(β) τα κριτήρια που καθορίζονται από αυτόν βάσει των οποίων θα αξιολογηθούν οι αιτήσεις παροχής ατομικών δικαιωμάτων χρήσης, και

(γ) τα κριτήρια και τις προϋποθέσεις που καθορίζονται από αυτόν και τα οποία οφείλουν να πληρούν οι αιτούντες για την παροχή των ατομικών δικαιωμάτων χρήσης.

(7) Πρόσωπα που παρέχουν διασυνοριακές υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών σε επιχειρήσεις εγκατεστημένες σε διάφορα κράτη μέλη, δεν  υποχρεούνται να υποβάλουν πέραν της μιας κοινοποίησης για την αδιειοδότηση της δραστηριότητάς τους ανά εμπλεκόμενο κράτος μέλος.

(8) Ο Επίτροπος οφείλει να ανταποκρίνεται σε σχετικό αίτημα του Διευθυντή, σε κάθε περίπτωση που ο Διευθυντής εξετάζει το ενδεχόμενο να περιορίσει τον αριθμό των προς χορήγηση δικαιωμάτων χρήσης ραδιοσυχνοτήτων, και του κοινοποιεί γραπτώς την άποψή του αναφορικά με το κατά πόσο ενδεχόμενος  περιορισμός  του αριθμού  των  προς χορήγηση δικαιωμάτων χρήσης ραδιοσυχνοτήτων αναμένεται να μεγιστοποιήσει τα οφέλη για τους χρήστες και να διευκολύνει την ανάπτυξη του ανταγωνισμού.

Διαδικασία Κοινοποίησης για Γενικές Εξουσιοδοτήσεις

38. (1) Με την εξαίρεση των περιπτώσεων που απαιτείται ατομικό δικαίωμα χρήσης αριθμών δεν απαιτείται η έκδοση οποιασδήποτε διοικητικής πράξης από τον Επίτροπο ως προϋπόθεση για την παροχή δικτύων ή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών στην Κύπρο. Υπό την επιφύλαξη των διατάξεων του παρόντος άρθρου, οποιοδήποτε πρόσωπο σκοπεύει να παρέχει δίκτυο ηλεκτρονικών επικοινωνιών ή υπηρεσία ηλεκτρονικών επικοινωνιών κοινοποιεί εκ των προτέρων στον Επίτροπο την πρόθεσή του.

(2) Η κοινοποίηση βάσει του εδαφίου (1) θα έχει τη μορφή που καθορίζεται σε Διάταγμα που εκδίδει ο Επίτροπος και θα περιλαμβάνει τις ακόλουθες πληροφορίες:

(α) το όνομα του κοινοποιούντως προσώπου, συμπεριλαμβανομένου, σε περίπτωση νομικού προσώπου, τον αριθμό εγγραφής του,

(β) τα ονόματα, τις διευθύνσεις και τα τηλέφωνα επικοινωνίας των υπευθύνων επικοινωνίας,

(γ) την επαγγελματική διεύθυνση του προσώπου και, σε περίπτωση νομικού προσώπου το εγγεγραμμένο γραφείο και/ή τη διεύθυνση της έδρας του,

(δ) μια σύντομη περιγραφή του δικτύου ή της υπηρεσίας που συνιστά αντικείμενο της κοινοποίησης, συμπεριλαμβανομένης της δήλωσης σχετικά με το αν το σχετικό δίκτυο ή υπηρεσία θα είναι δημοσίως διαθέσιμα, και

(ε) την εκτιμώμενη ημερομηνία έναρξης της σχετικής δραστηριότητας.

(3) Η κοινοποίηση που αναφέρεται στην παράγραφο (2) θα καταχωρείται σε ειδικό Μητρώο φορέων που παρέχουν δίκτυα και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών, το οποίο θα τηρείται για το σκοπό αυτό από τον Επίτροπο. Ο Επίτροπος θα τηρεί το αρχείο με τον τρόπο που κρίνει καταλληλότερο, χωρίς να αποκαλύπτει πληροφορίες που θεωρούνται από το κοινοποιών πρόσωπο ως εμπιστευτικές. Ο Επίτροπος δύναται, ανάλογα με την περίπτωση, να τροποποιεί ή να διαγράφει μια εγγραφή στο Μητρώο.

(4) Το πρόσωπο κοινοποιεί στον Επίτροπο οποιεσδήποτε αλλαγές στις πληροφορίες που παρέχονται βάσει του εδαφίου (2) εντός τριάντα (30) ημερών από την αλλαγή.

(5) Το κοινοποιών πρόσωπο, σε περίπτωση που αποφασίσει τη διακοπή των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων που συνιστούν αντικείμενο της γενικής εξουσιοδότησης, ειδοποιεί τον Επίτροπο εντός τριάντα (30) ημερών από την παύση της επιχειρηματικής δραστηριότητας στην Κύπρο.

(6) Σε περίπτωση που το ζήτημα του κατά πόσον ένα πρόσωπο λειτουργεί βάσει μιας γενικής εξουσιοδότησης εγερθεί στα πλαίσια διαδικασιών ενώπιον Δικαστηρίου, πιστοποιητικό που φέρει τη σφραγίδα του Επιτρόπου και δηλώνει ότι το όνομα του προσώπου που προσδιορίζεται στο πιστοποιητικό δεν εισήχθη στο Μητρώο, είναι αποδεκτό ως απόδειξη του γεγονότος ότι το πρόσωπο που προσδιορίζεται στο πιστοποιητικό δεν κοινοποίησε στον Επίτροπο την πρόθεσή του να παρέχει δίκτυο ή υπηρεσία ηλεκτρονικών επικοινωνιών αμέσως πριν την ημερομηνία αυτή ή κατά την περίοδο αυτή. Έγγραφο που παρουσιάζεται ως πιστοποιητικό δυνάμει του παρόντος άρθρου θεωρείται ως τέτοιο πιστοποιητικό, εκτός εάν αποδειχθεί το αντίθετο.

Όροι Λειτουργίας βάσει Γενικών Εξουσιοδοτήσεων

39. (1)(α) Ο Επίτροπος καθορίζει τις υποχρεώσεις που πρέπει να τηρεί ένας παροχέας δικτύου ή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών βάσει της γενικής εξουσιοδότησης. Ο Επίτροπος δύναται να ορίσει ότι ορισμένοι όροι μπορούν να μην εφαρμοσθούν σε φορείς εκμετάλλευσης συγκεκριμένων κατηγοριών ή είδους που λειτουργούν βάσει γενικής εξουσιοδότησης,όπου αυτό αιτιολογείται.

(β) Ο Επίτροπος δύναται να τροποποιεί τους όρους και τις διαδικασίες που αφορούν γενικές εξουσιοδοτήσεις και δικαιώματα χρήσης ή δικαιώματα για εγκατάσταση ευκολιών μόνο σε αντικειμενικά αιτιολογημένες περιπτώσεις και με αναλογικό τρόπο.  Με εξαίρεση την περίπτωση κατά την οποία οι προτεινόμενες τροποποιήσεις είναι ήσσονος σημασίας και έχουν συμφωνηθεί με τον κάτοχο των ατομικών δικαιωμάτων   ή της γενικής εξουσιοδότησης, η πρόθεση διενέργειας των σχετικών τροποποιήσεων γνωστοποιείται καταλλήλως, και παρέχεται στους ενδιαφερομένους, συμπεριλαμβανομένων των χρηστών και των  καταναλωτών, επαρκές χρονικό διάστημα, το οποίο, εκτός εκτάκτων περιπτώσεων, είναι τουλάχιστον  τέσσερις εβδομάδες, ώστε να μπορέσουν να διατυπώσουν τις απόψεις τους επί των προτεινόμενων τροποποιήσεων.

(2) Ο Επίτροπος δύναται με απόφαση να επιβάλλει μία ή περισσότερες από τις ακόλουθες υποχρεώσεις σε οποιοδήποτε πρόσωπο που λειτουργεί υπό καθεστώς γενικής εξουσιοδότησης:

(α) οικονομικές εισφορές στη χρηματοδότηση της καθολικής υπηρεσίας σύμφωνα με το Μέρος 15 του παρόντος Νόμου,

(β) διοικητικές επιβαρύνσεις σύμφωνα με το Άρθρο 45 του παρόντος Νόμου,

(γ) διαλειτουργικότητα υπηρεσιών και διασύνδεση δικτύων σύμφωνα με το Μέρος 10 του παρόντος Νόμου,

(δ) προσβασιμότητας των τελικών χρηστών σε αριθμούς του Σχεδίου Τηλεφωνικής Αριθμοδότησης της Κυπριακής Δημοκρατίας, σε αριθμούς του Ε.Χ.Τ.Α., σε καθολικούς διεθνείς αριθμούς ατελών κλήσεων και, εφόσον είναι τεχνικά και οικονομικά εφικτό, σε αριθμούς των σχεδίων αριθμοδότησης άλλων κρατών μελών και όρους σύμφωνα με τις πρόνοιες του Μέρους 15 του παρόντος Νόμου για την καθολική υπηρεσία,

(ε) απαιτήσεις περιβαλλοντικού, χωροταξικού και πολεοδομικού σχεδιασμού, συμπεριλαμβανομένων απαιτήσεων και όρων που συνδέονται με την παραχώρηση πρόσβασης ή χρήσης δημόσιων ή ιδιωτικών εκτάσεων και όρων που συνδέονται με τη συνεγκατάσταση και κοινή χρήση ευκολιών σύμφωνα με το Άρθρο 62 και το Μέρος 13 του παρόντος Νόμου και τα Διατάγματα που εκδίδονται δυνάμει αυτών και συμπεριλαμβανομένων, ενδεχομένως, οποιωνδήποτε οικονομικών ή τεχνικών εγγυήσεων που απαιτούνται για τη διασφάλιση της ορθής εκτέλεσης των έργων υποδομής,

(στ) Υποχρεώσεις "μεταφοράς σήματος" σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 72Α του παρόντος Νόμου,

(ζ) προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και της ιδιωτικής ζωής, ιδίως για τον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών σύμφωνα με το Μέρος 14 του παρόντος Νόμου,

(η) κανόνες προστασίας των καταναλωτών, ιδίως για τον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών, συμπεριλαμβανομένων όρων, σύμφωνα με τον παρόντα Νόμο ανάλογα με την περίπτωση, καθώς και όρων προσβασιμότητας για χρήστες με αναπηρίες,

(θ) υποχρεώσεις συμμόρφωσης με τους όρους που θέτουν αρμόδιες αρχές της Δημοκρατίας αναφορικά με τη μετάδοση παράνομου περιεχομένου, σύμφωνα με τους περί Ορισμένων Πτυχών των Υπηρεσιών της Κοινωνίας της Πληροφορίας και ειδικά του Ηλεκτρονικού Εμπορίου καθώς και για Συναφή Θέματα Νόμους του 2004 έως 2007, και ιδίως του ηλεκτρονικού εμπορίου στην εσωτερική αγορά και υποχρεώσεις συμμόρφωσης με τους όρους που θέτουν αρμόδιες αρχές της Δημοκρατίας αναφορικά με τη μετάδοση επιβλαβούς περιεχομένου σύμφωνα με τους περί Ραδιοφωνικών και Τηλεοπτικών Σταθμών Νόμων του 1998 έως 2011,

(ι) πληροφορίες που πρέπει να παρέχονται στο πλαίσιο διαδικασίας κοινοποίησης, σύμφωνα με το Άρθρο 38 του παρόντος Νόμου,

(ια) Δυνατότητα νόμιμης παρακολούθησης σύμφωνα με το Μέρος 14 του παρόντος Νόμου και της σχετικής νομοθεσίας για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών

(ιβ) όρους χρήσης σε περίπτωση μείζονος καταστροφής ή εθνικής έκτακτης ανάγκης, ώστε να εξασφαλίζεται η επικοινωνία των υπηρεσιών έκτακτης ανάγκης με τις αρχές του κράτους,

(ιγ) υποχρεώσεις συμμόρφωσης με τους όρους και προϋποθέσεις και περιορισμούς για τη χρήση ραδιοσυχνοτήτων που τίθενται δυνάμει των περί Ραδιοεπικοινωνιών Νόμων του 2002 μέχρι (Αρ. 2) του 2004, και οποιωνδήποτε δυνάμει των Νόμων αυτών εκδοθέντων Κανονισμών, Διαταγμάτων, Αποφάσεων ή άλλων εγγράφων,

(ιδ) υποχρεώσεις πρόσβασης πέραν των προβλεπομένων ρητώς στα Μέρη 10 και 11 του παρόντος Νόμου για τα πρόσωπα που παρέχουν δίκτυα ή υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών, ή στα πρόσωπα που έχουν καθορισθεί να παρέχουν Καθολική Υπηρεσία βάσει των διατάξεων του Μέρους 15 του παρόντος Νόμου, σύμφωνα με τις αρχές που τίθενται στο Μέρος 10 του παρόντος Νόμου

(ιε) διατήρηση της ασφάλειας και της ακεραιότητας των δημόσιων δικτύων επικοινωνιών σύμφωνα με τις απαιτήσεις των Μερών 10, 11 και 14 του παρόντος   Νόμου και του παρόντος Μέρους, μεταξύ άλλων, υποχρεώσεις για την πρόληψη ηλεκτρονικών παρεμβολών μεταξύ δικτύων ή/και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Ραδιοεπικοινωνιών Νόμου,

(ιστ) ασφάλεια δημόσιων δικτύων έναντι μη επιτρεπόμενης πρόσβασης σύμφωνα με τις διατάξεις του Μέρους 14 του παρόντος Νόμου

(ιζ) όροι για τη συμμόρφωση του τερματικού εξοπλισμού, σύμφωνα με το Μέρος 12 του παρόντος Νόμου, και

(ιη) μέτρα προοριζόμενα για τη διασφάλιση της συμμόρφωσης προς τα πρότυπα και/ή τις προδιαγραφές που αναφέρονται στο άρθρο 53 του παρόντος Νόμου,

(ιθ) ενδεχόμενες υποχρεώσεις που έχει αναλάβει το πρόσωπο το οποίο αποκτά δικαιώματα χρήσης ραδιοσυχνοτήτων κατά τη διαδικασία ανταγωνιστικής ή συγκριτικής επιλογής,

(κ) όρους χρήσης για επικοινωνία των δημόσιων αρχών με το κοινό για προειδοποίηση του κοινού σχετικά με επικείμενες απειλές και για περιορισμό των συνεπειών από μείζονες καταστροφές,

(κα) υποχρεώσεις διαφάνειας επί των παροχέων δημόσιων δικτύων επικοινωνιών που παρέχουν υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών που είναι διαθέσιμες στο κοινό, ώστε να εξασφαλίζεται η διατερματική συνδεσιμότητα, συμπεριλαμβανομένων της απεριόριστης πρόσβασης στο περιεχόμενο, τις εφαρμογές και τη διανομή των υπηρεσιών, υποχρέωση δημοσιοποίησης πιθανών περιορισμών στην πρόσβασης και/ή στη χρήση υπηρεσιών και εφαρμογών, εφόσον επιτρέπονται τέτοιοι περιορισμοί από την εθνική νομοθεσία και, εφόσον είναι αναγκαίο και αναλογικό, υποχρέωση παραχώρησης πρόσβασης στον Επίτροπο στις σχετικές πληροφορίες προς επαλήθευση της ακρίβειας των δημοσιοποιημένων πληροφοριών αναφορικά με τους περιορισμούς στην πρόσβαση και χρήση υπηρεσιών ή/και εφαρμογών.

(3) Οποιοιδήποτε όροι συνοδεύουν τη γενική εξουσιοδότηση ή η μη εφαρμογή όρων σε ορισμένη κατηγορία ή σε περιγραφόμενη περίπτωση που προσδιορίζεται από τον Επίτροπο θα πρέπει να είναι αντικειμενικά αιτιολογημένοι αναφορικά με την υπηρεσία ή το δίκτυο ηλεκτρονικών επικοινωνιών που αφορά και θα πρέπει να είναι αμερόληπτοι, αναλογικοί και διαφανείς.

(4) Το αδειοδοτημένο πρόσωπο θα πρέπει να συμμορφώνεται με τους όρους που συνοδεύουν τη γενική εξουσιοδότηση που είναι εφαρμοστέοι στην περίπτωσή του.

(5) Ο Επίτροπος θα πρέπει να μη θέτει ως όρο στη γενική εξουσιοδότηση οποιεσδήποτε ειδικές υποχρεώσεις που θα επιβάλλονται με άλλο τρόπο σε πρόσωπα δυνάμει άλλης Κυπριακής νομοθεσίας.

(6) Επιπλέον, οι γενικές εξουσιοδοτήσεις δυνατόν να ορίζουν κριτήρια και διαδικασίες για την επιβολή ειδικών υποχρεώσεων δυνάμει των Μερών 10 και 11 και του Μέρους 15 του παρόντος Νόμου, όπου αυτό είναι εφαρμοστέο, σε πρόσωπα που λειτουργούν σύμφωνα με γενικές εξουσιοδοτήσεις. Όπου ο Επίτροπος, με βάση τις διατάξεις του παρόντος εδαφίου, θέτει σε εξουσιοδοτημένα πρόσωπα που παρέχουν ηλεκτρονικά δίκτυα ή/και υπηρεσίες, ειδικές υποχρεώσεις ποιότητας, ενεργεί μέσω της έκδοσης σχετικού διατάγματος ή/και μέσω της δημοσίευσης οδηγιών όπου επιβάλλεται η υποχρέωση τήρησης συγκεκριμένων δεικτών ποιότητας ή/και όπου επιβάλλεται η υποχρέωση δημοσίευσης πληροφοριών ποιότητας ως προς το περιεχόμενο, τη μορφή και το τρόπο δημοσίευσης τους, ανάλογα με τη περίπτωση.

Δικαιώματα Προσώπων Δυνάμει Γενικών Εξουσιοδοτήσεων

40. (1) Πρόσωπο που λειτουργεί δυνάμει γενικής εξουσιοδότησης σύμφωνα με το Άρθρο 38:

(α) δύναται να παρέχει δίκτυα ή υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών, όπως περιγράφονται στην κοινοποίησή του, και

(β) υποβάλλει αίτηση, όπου αυτό απαιτείται, για τα απαραίτητα δικαιώματα που του δίδονται από τις αρμόδιες αρχές, συμπεριλαμβανομένου του Επιτρόπου για την εγκατάσταση ευκολιών επί, πάνω ή κάτω από δημόσια ή ιδιωτική ιδιοκτησία για το σκοπό παροχής δημόσιων δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών ή δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών που δεν παρέχονται δημόσια.

(2) Όπου πρόσωπο παρέχει δημοσίως διαθέσιμα δίκτυα ή υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών, η γενική εξουσιοδότηση παρέχει σε αυτό επίσης τα εξής δικαιώματα:

(α) να διαπραγματεύεται διασύνδεση με, και, ενδεχομένως να αποκτά πρόσβαση σε ή διασύνδεση με άλλο αδειοδοτημένο πρόσωπο στην Κύπρο ή σε άλλο Κράτος Μέλος για να παρέχει δημόσια διαθέσιμο δίκτυο ή υπηρεσία, και

(β) να του δοθεί η δυνατότητα από τον Επίτροπο να του ανατεθεί σύμφωνα με του όρους του Μέρους 15 του παρόντος νόμου η υλοποίηση των υποχρεώσεων που αναφέρονται στις διατάξεις αυτές.

(3) Η απόκτηση ακίνητης περιουσίας και δικαιωμάτων εισόδου από αδειοδοτημένους παροχείς δικτύων ή/και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών υπόκειται σε αδειοδότηση από οποιαδήποτε αρμόδια αρχή, συμπεριλαμβανομένων των τοπικών αρχών σύμφωνα με τις διατάξεις του Μέρους 13 του παρόντος Νόμου.

(4) Ο Επίτροπος, εντός μίας εβδομάδας από τη λήψη του αιτήματος από αδειοδοτημένο πρόσωπο, εκδίδει υπό τη μορφή που ο Επίτροπος καθορίζει κατά περιόδους, μια τυποποιημένη βεβαίωση, όπου:

(α) επιβεβαιώνει, όπου απαιτείται, ότι το πρόσωπο έχει υποβάλει κοινοποίηση σύμφωνα με το Άρθρο 38, και

(β) καθορίζει λεπτομερώς τους όρους και τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες οποιοδήποτε πρόσωπο που παρέχει δίκτυα και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών δυνάμει γενικής εξουσιοδότησης δικαιούται να:

(αα) υποβάλλει αίτηση για την παροχή δικαιώματος εγκατάστασης διευκολύνσεων

(ββ) να διαπραγματεύεται την πρόσβαση, και/ή

(γγ) να αποκτά πρόσβαση ή διασύνδεση,

(δδ) να διευκολύνει την άσκηση των δικαιωμάτων αυτών.

(5) Όπου κρίνει σκόπιμο, ο Επίτροπος δύναται να εκδίδει τη βεβαίωση αυτή ως απάντηση στη λήψη της κοινοποίησης βάσει του Άρθρου 38.

Ατομικά δικαιώματα χρήσης αριθμών - Ονοματοδοσία, Διευθυνσιοδότηση

41. (1) Όπου θεωρείται απαραίτητη από τον Επίτροπο η παροχή ατομικών δικαιωμάτων χρήσης αριθμών, από το Σχέδιο Τηλεφωνικής Αριθμοδότησης της Κυπριακής Δημοκρατίας, τα δικαιώματα αυτά παρέχονται με απόφαση του Επιτρόπου σε συνέχεια έγγραφου αιτήματος βάσει διαδικασιών που περιγράφονται σε σχετικό διάταγμα που εκδίδει ο Επίτροπος κατά τα διαλαμβανόμενα στο εδάφιο (2) του παρόντος άρθρου από το ενδιαφερόμενο μέρος που παρέχει ή χρησιμοποιεί δίκτυα ή υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών και που ισχυρίζεται ότι χρειάζεται τους εν λόγω αριθμούς για την παροχή αυτών. Ο Επίτροπος παρέχει δικαιώματα χρήσης αριθμών ή/και σειρές αριθμών σε παροχείς ηλεκτρονικών δικτύων ή/και υπηρεσιών για δική τους χρήση και για περαιτέρω κατανομή σε συνδρομητές τους. Όπου η παροχή της εν λόγω υπηρεσίας απαιτεί την εκχώρηση ατομικού δικαιώματος χρήσης ραδιοσυχνοτήτων, το γραπτό αίτημα ατομικού δικαιώματος χρήσης αριθμών πρέπει να γίνεται αφού ο Διευθυντής έχει παράσχει το ατομικό αυτό δικαίωμα με βάση τους περί Ραδιοεπικοινωνιών Νόμους του 2002 μέχρι 2004.

(2)(α) Κατά τη λήψη απόφασης βάσει του παρόντος Μέρους, ο Επίτροπος λαμβάνει υπόψη διεθνείς Κανονισμούς περί Αριθμοδότησης και διασφαλίζει την επαρκή δυνατότητα και ευελιξία του Σχεδίου Αριθμοδότησης της Κυπριακής Δημοκρατίας ούτως ώστε το τελευταίο να μπορεί να εξυπηρετεί την εισαγωγή νέων ηλεκτρονικών υπηρεσιών, τη μονιμότητα των διευθετήσεων αριθμοδότησης και την άνευ διακρίσεων και με διαφάνεια παροχή δικαιωμάτων χρήσης αριθμών. Ο Επίτροπος μεριμνά για τη δημοσιοποίηση των ανοικτών, διαφανών και αμερόληπτων διαδικασιών για την παροχή δικαιωμάτων χρήσης με την έκδοση του αναφερόμενου στο εδάφιο (1) σχετικού Διατάγματος και του αναφερόμενου στο Άρθρο 38(2) σχετικού Διατάγματος.

(β) Ο Επίτροπος υποστηρίζει την εναρμόνιση της χρήσης συγκεκριμένων αριθμών ή σειρών αριθμών του Σχεδίου Τηλεφωνικής Αριθμοδότησης της Κυπριακής Δημοκρατίας εντός της Κοινότητας, όπου αυτό προάγει τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς και την ανάπτυξη πανευρωπαϊκών υπηρεσιών.

(3) Ο Επίτροπος δύναται να επιβάλλει μία ή περισσότερες από τις ακόλουθες υποχρεώσεις σε οποιοδήποτε πρόσωπο λειτουργεί βάσει ατομικού δικαιώματος χρήσης αριθμών:

(α) Καθορισμό της υπηρεσίας για την οποία χρησιμοποιείται ο αριθμός, συμπεριλαμβανομένων οποιωνδήποτε απαιτήσεων που συνδέονται με την παροχή της εν λόγω υπηρεσίας καθώς και αρχές τιμολόγησης και ανώτατες τιμές που μπορούν να ισχύσουν στη συγκεκριμένη σειρά αριθμών προς εξασφάλιση της προστασίας των καταναλωτών.

(β) Πραγματική και αποδοτική χρήση των αριθμών σύμφωνα με το Διάταγμα που αναφέρεται στο εδάφιο (1).

(γ) Απαιτήσεις φορητότητας αριθμών σύμφωνα με άρθρο 75 του παρόντος Νόμου.

(δ) Υποχρέωση παροχής πληροφοριών καταλόγου συνδρομητών για τους σκοπούς του Μέρους 15 του παρόντος Νόμου.

(ε) Μέγιστη διάρκεια σύμφωνα με το Διάταγμα που αναφέρεται στο εδάφιο (1).

(στ) Μεταβίβαση των δικαιωμάτων αυτών με πρωτοβουλία του δικαιούχου και όρους για τη μεταβίβαση αυτή σύμφωνα με το Διάταγμα που αναφέρεται στο εδάφιο (1).

(ζ) Τέλη χρήσης σύμφωνα με τις διατάξεις του Διατάγματος που αναφέρεται στο εδάφιο (1).

(η) Ενδεχόμενες υποχρεώσεις τις οποίες έχει αναλάβει το πρόσωπο το οποίο αποκτά τα δικαιώματα χρήσης κατά τη διαδικασία διαγωνιστικής ή συγκριτικής επιλογής, και

(θ) Υποχρεώσεις δυνάμει σχετικών διεθνών συμφωνιών που αφορούν τη χρήση αριθμών, όπως περιγράφονται στο Διάταγμα που αναφέρεται στο εδάφιο (1).

(4)(α) Οι αποφάσεις του Επιτρόπου που αφορούν στην απονομή δικαιωμάτων χρήσης αριθμών πρέπει να κοινοποιούνται στον αιτούντα, οι σχετικές πληροφορίες να είναι διαθέσιμες στο Γραφείο και να δημοσιεύονται στον δικτυακό τόπο του Γραφείου, εντός τριών (3) εβδομάδων από την ημερομηνία υποβολής της πλήρους αίτησης σε περίπτωση αριθμών που έχουν απονεμηθεί για συγκεκριμένους σκοπούς στο πλαίσιο του Σχεδίου Αριθμοδότησης της Κυπριακής Δημοκρατίας. Σε περίπτωση αριθμών που έχουν προηγουμένως χαρακτηριστεί από τον ίδιο το δικαιούχο ή με απόφαση του Επιτρόπου ως αριθμοί με εξαιρετική εμπορική αξία, εφόσον αποφασίσει το Γραφείο, κατόπιν διαβούλευσης με τα ενδιαφερόμενα μέρη, να εκχωρήσει δικαιώματα χρήσης των αριθμών αυτών με διαγωνιστικές ή συγκριτικές διαδικασίες επιλογής, η περίοδος των τριών εβδομάδων δύναται να παραταθεί κατά τρεις (3) ακόμη εβδομάδες.

(β) Όταν αποφασίζεται, έπειτα από διαβούλευση με τους ενδιαφερόμενους, ότι τα δικαιώματα χρήσης αριθμών εξαιρετικής οικονομικής αξίας πρέπει να εκχωρούνται με διαδικασίες ανταγωνιστικής ή συγκριτικής επιλογής, η περίοδος των τριών εβδομάδων δύναται να παραταθεί κατά 3 (τρεις) ακόμη εβδομάδες.

(5) Πρόσωπο στο οποίο εκχωρείται μια σειρά αριθμών δεν θα πρέπει να προβαίνει σε διακρίσεις κατά άλλων προσώπων που παρέχουν υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών όσον αφορά τους αριθμούς που χρησιμοποιούνται για πρόσβαση στις υπηρεσίες τους.

(6) Αριθμοί που δεν χρησιμοποιούνται εντός ενός (1) έτους από την ημερομηνία που προβλέπεται από το σχετικό δικαίωμα χρήσης δύνανται να εκχωρηθούν εκ νέου από τον Επίτροπο, σύμφωνα με τις διατάξεις του Διατάγματος που αναφέρεται στο εδάφιο (1).

(7) Όπου χρησιμοποιούνται συγκριτικές ή διαγωνιστικές διαδικασίες επιλογής, όπως αυτές καθορίζονται σε σχετικό διάταγμα του Επιτρόπου βάσει του Άρθρου 38(2), ο Επίτροπος δύναται να παρατείνει τη μέγιστη περίοδο των έξι (6) εβδομάδων που αναφέρεται στο εδάφιο (4) για το χρονικό διάστημα που κρίνεται απαραίτητο προκειμένου να διασφαλιστεί ότι οι εν λόγω διαδικασίες είναι δίκαιες, εύλογες, ανοικτές και διαφανείς για όλους τους ενδιαφερόμενους, αλλά όχι περισσότερο από τρεις (3) μήνες.

(8) Ο Επίτροπος μπορεί με Διάταγμα να επιβάλλει τέλη για το δικαίωμα χρήσης αριθμών, που αντανακλούν την ανάγκη διασφάλισης της βέλτιστης χρήσης των πόρων αυτών και τα οποία πρέπει να είναι αμερόληπτα.

(9) Σε εύλογα διαστήματα ή κατόπιν εύλογου αιτήματος προσώπων που επηρεάζονται, ο Επίτροπος δύναται να εξετάσει εκ νέου τον περιορισμό του καταλόγου των δικαιωμάτων χρήσης αίροντας οποιονδήποτε περιορισμό ή αυξάνοντας ή μειώνοντας τα δικαιώματα που περιλαμβάνονται στον σχετικό κατάλογο. Εφόσον διαπιστωθεί ότι είναι πιθανό να διευρυνθεί το πεδίο των σχετικών δικαιωμάτων χρήσης προκειμένου να συμπεριληφθούν επιπρόσθετοι αριθμοί, ο Επίτροπος θα τροποποιήσει την απόφασή του και θα καθορίσει το είδος της διαδικασίας που θα ακολουθηθεί για την τροποποίηση αυτή.

(10) Ο Επίτροπος, κατά την άσκηση των εξουσιών του σχετικά με την ονοματοδοσία και τη διευθυνσιοδότηση μπορεί να ρυθμίζει με Διατάγματα ή Αποφάσεις τους κανόνες ονοματοδοσίας και συγκεκριμένα, να εποπτεύει τη διοίκηση και απονομή ονομάτων, και να εκπροσωπεί την Κύπρο σε διεθνές επίπεδο σχετικά με ζητήματα που αφορούν τη διευθυνσιοδότηση. Κατά τη διενέργεια των ανωτέρω, ο Επίτροπος λαμβάνει υπόψη τις Αποφάσεις και κατευθυντήριες γραμμές που ορίζονται από διεθνείς οργανισμούς, οι οποίοι δρουν στους τομείς αυτούς και διασφαλίζει τη διαφάνεια των διαδικασιών για την απονομή ονομάτων χώρου στο διαδίκτυο, όπως είναι τα ονόματα χώρου με κατάληξη «.cy» και οποιαδήποτε άλλα ονόματα τα οποία τυγχάνουν διαχείρισης από ή αφορούν την Κυπριακή Δημοκρατία για δικτυακούς τόπους με κατάληξη «.cy.»

(11) Κατά τον καθορισμό των όρων και προϋποθέσεων που αναφέρονται στο εδάφιο (10) πιο πάνω, για τη διαχείριση ονομάτων χώρου στο διαδίκτυο που τυγχάνουν διαχείρισης από την Κυπριακή Δημοκρατία, συμπεριλαμβανομένων ονομάτων χώρου με κατάληξη «.cy» και «.κπ»., ο Επίτροπος δύναται να  προβλέπει την περαιτέρω  κατανομή των εν λόγω εξουσιών σε πρόσωπα με ή άνευ νομικής προσωπικότητας, σύμφωνα με την ακολουθούμενη πρακτική σε διεθνές επίπεδο.  Για σκοπούς εφαρμογής του παρόντος εδαφίου ο Επίτροπος δύναται να διορίζει και εξουσιοδοτεί αρμόδια σώματα για τον έλεγχο και τη διαχείριση ονομάτων δικτυακών χώρων που καταλήγουν σε «.cy.»:

Νοείται ότι σε κάθε περίπτωση, όπου τα εν λόγω εξειδικευμένα σώματα προβαίνουν στην έκδοση απόφασης, δεν χρειάζεται να λαμβάνουν τη γνώμη της Συμβουλευτικής Επιτροπής.

(12) Για σκοπούς εφαρμογής του Κανονισμού 733/2002/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Απριλίου 2002 για την υλοποίηση του .eu τομέα ανωτάτου επιπέδου και του Κανονισμού 874/2004/ΕΚ της Επιτροπής,   της 28ης Απριλίου 2004,  για τη θέσπιση κανόνων δημοσίου συμφέροντος σχετικά με την υλοποίηση και τις λειτουργίες του .eu τομέα ανωτάτου επιπέδου και τις αρχές που διέπουν την καταχώριση, ο Επίτροπος ασκεί τις αρμοδιότητες φορέα επικύρωσης σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 9,10 και 13 του Κανονισμού 874/2002/ΕΚ αναφορικά με τα ονόματα .eu τομέα ανωτάτου επιπέδου που αφορούν δημόσιους φορείς.

Συμμόρφωση με τους όρους γενικής εξουσιοδότησης ή ατομικών δικαιωμάτων ή χρήσης αριθμών ειδικών υποχρεώσεων

42.-(1) Ο Επίτροπος παρακολουθεί και επιβλέπει τη συμμόρφωση με τους όρους της γενικής εξουσιοδότησης ή των ατομικών δικαιωμάτων χρήσης αριθμών και οποιωνδήποτε ειδικών υποχρεώσεων έχουν επιβληθεί σε πρόσωπο που παρέχει δίκτυα ή/και υπηρεσίες υπό καθεστώς γενικής  εξουσιοδότησης.  Προς το σκοπό αυτό, ο Επίτροπος δύναται να απαιτεί από τα πρόσωπα που παρέχουν δίκτυα ή υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών, τα οποία λειτουργούν υπό καθεστώς γενικής εξουσιοδότησης, και όπου εφαρμόζεται, απολαμβάνουν δικαιώματα χρήσης ραδιοσυχνοτήτων ή αριθμών, να παρέχουν όλες τις πληροφορίες που απαιτούνται για τον έλεγχο της συμμόρφωσης προς τους προαναφερόμενους όρους και ειδικές υποχρεώσεις.

(2) Στις περιπτώσεις όπου ο Επίτροπος διαπιστώσει ότι το πρόσωπο, το οποίο δραστηριοποιείται υπό το καθεστώς γενικής εξουσιοδότησης ή/και ατομικού δικαιώματος χρήσης αριθμών, δεν τηρεί έναν ή περισσότερους  όρους  της γενικής εξουσιοδότησης, των δικαιωμάτων χρήσης αριθμών ή των ειδικών υποχρεώσεων που αναφέρονται στις διατάξεις του παρόντος Νόμου, του γνωστοποιεί την εν λόγω διαπίστωση και του παρέχει την ευκαιρία να εκθέσει τις απόψεις του ή/και να θεραπεύσει τη μη συμμόρφωση του, εντός εύλογου χρονικού διαστήματος, το οποίο καθορίζεται κατά περίπτωση από τον Επίτροπο.

(3) Ο Επίτροπος δύναται να απαιτήσει την παύση της παράβασης στην οποία αναφέρεται το εδάφιο (2), είτε άμεσα είτε εντός εύλογου χρονικού διαστήματος και λαμβάνει κατάλληλα και αναλογικά μέτρα προκειμένου να εξασφαλίσει την εν λόγω συμμόρφωση.  Εν προκειμένω, ο Επίτροπος δύναται:

(α) να επιβάλει κατά περίπτωση αποτρεπτικές οικονομικές κυρώσεις, οι οποίες μπορεί να περιλαμβάνουν περιοδικές ποινές με αναδρομική ισχύ·

(β) να εκδώσει Απόφαση με την οποία να διατάσσεται η διακοπή ή αναστολή στην παροχή υπηρεσίας ή δέσμης υπηρεσιών η οποία, εάν συνεχιζόταν, θα κατέληγε σε σοβαρή στρέβλωση του ανταγωνισμού, ενώ εκκρεμεί η συμμόρφωση με υποχρεώσεις πρόσβασης που έχουν επιβληθεί μετά από διαδικασία εξέτασης αγοράς.

Η απόφαση κοινοποιείται στο ενδιαφερόμενο πρόσωπο εντός μίας εβδομάδας από την έκδοση της και προβλέπει εύλογο χρονικό διάστημα για τη συμμόρφωση του προσώπου προς το περιεχόμενο και τους όρους της.

(4) Παρά τις διατάξεις των εδαφίων (2) και (3), ο  Επίτροπος δύναται να επιβάλλει οικονομικές  κυρώσεις, ανάλογα με την περίπτωση, σε πρόσωπα που δεν παρέχουν πληροφορίες σύμφωνα με τις υποχρεώσεις που επιβάλλονται στα άρθρα 39, 41 και στο Μέρος 10 του παρόντος Νόμου σε σχέση με την πρόσβαση και τη διασύνδεση, εντός εύλογου χρονικού διαστήματος που ορίζεται από τον Επίτροπο.

(5) Σε περιπτώσεις σοβαρών και επανειλημμένων παραβάσεων από ένα πρόσωπο των όρων της γενικής εξουσιοδότησης ή των δικαιωμάτων χρήσης, και ενώ παράλληλα τα ληφθέντα/λαμβανόμενα μέτρα συμμόρφωσης έχουν αποτύχει να επιβάλουν συμμόρφωση, ο Επίτροπος δύναται να εμποδίζει την περαιτέρω παροχή δικτύων ή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών από το εν λόγω πρόσωπο βάσει γενικής εξουσιοδότησης ή να αναστείλει ή να αποσύρει τα δικαιώματα χρήσης.  Περαιτέρω, δύναται να επιβάλει αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές κυρώσεις που θα καλύπτουν τη χρονική περίοδο κάθε παράβασης, ακόμη και εάν η εν λόγω παράβαση έχει στη συνέχεια διορθωθεί.

(6) Ανεξαρτήτως των εδαφίων (2), (3) και (5), εάν ο Επίτροπος έχει αποδείξεις ότι η παράβαση των όρων της γενικής εξουσιοδότησης ή των δικαιωμάτων χρήσης συνιστά άμεση και σοβαρή απειλή για τη δημόσια ασφάλεια, τη δημόσια τάξη ή τη δημόσια υγεία ή δημιουργεί σοβαρά οικονομικά ή λειτουργικά προβλήματα σε άλλους φορείς παροχής ή χρήστες δικτύων ή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, δύναται να λαμβάνει έκτακτα προσωρινά μέτρα βάσει των άρθρων 28 και 33 εδάφιο (2) προς αντιμετώπιση της κατάστασης, πριν τη λήψη τελικής απόφασης.  Στον εμπλεκόμενο  παροχέα  θα  δίνεται η  ευκαιρία να  προβεί σε παραστάσεις εντός εύλογου χρονικού διαστήματος.  Εάν απαιτείται, ο Επίτροπος μπορεί να επιβεβαιώνει το προσωρινά μέτρα, τα οποία έχουν μέγιστη ισχύ τριών (3)  μηνών, αλλά μπορεί, σε περιπτώσεις μη ολοκλήρωσης των διαδικασιών εκτέλεσης, αυτά να παραταθούν για περαιτέρω χρονική περίοδο έως και τριών (3) μηνών.

Απαιτούμενες πληροφορίες βάσει της Γενικής Εξουσιοδότησης και των Ατομικών Δικαιωμάτων Χρήσης

43. (1) Ο Επίτροπος δύναται να απαιτεί από τα πρόσωπα που παρέχουν δίκτυα ή υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών, τα οποία λειτουργούν υπό καθεστώς γενικής εξουσιοδότησης ή απολαμβάνουν δικαιωμάτων χρήσης αριθμών, να παρέχουν, σύμφωνα με το χρονοδιάγραμμα και το βαθμό λεπτομέρειας που καθορίζει ο Επίτροπος, τις πληροφορίες που απαιτούνται για τον έλεγχο της συμμόρφωσης προς τους όρους της γενικής εξουσιοδότησης ή των δικαιωμάτων χρήσης αντίστοιχα.

(2) Οι αιτούμενες πληροφορίες πρέπει να δικαιολογούνται αναλογικά και αντικειμενικά και, με την επιφύλαξη των υποχρεώσεων υποβολής πληροφοριών και εκθέσεων βάσει των διατάξεων της ισχύουσας νομοθεσίας πέραν της σχετικής με τη γενική εξουσιοδότησης, δύνανται να αφορούν πληροφορίες που:

(α) επιτρέπουν το συστηματικό ή κατά περίπτωση έλεγχο της συμμόρφωσης με τις υποχρεώσεις, όπως καθορίζονται στο Διάταγμα που αναφέρεται στο Άρθρο 41.

(β) επιτρέπουν τον κατά περίπτωση έλεγχο της συμμόρφωσης με υποχρεώσεις όπως καθορίζονται στο Διάταγμα που αναφέρεται στο Άρθρο 41, σε περίπτωση κατάθεσης μιας καταγγελίας, ή όταν ο Επίτροπος έχει άλλους λόγους να αμφισβητεί τη συμμόρφωση με έναν όρο, ή σε περίπτωση που ο Επίτροπος διεξάγει αυτεπάγγελτα έρευνα,

(γ) ανταποκρίνονται στις διαδικασίες και την αξιολόγηση αιτήσεων για τη χορήγηση δικαιωμάτων χρήσης, σύμφωνα με τις απαιτήσεις που ορίζονται στο Διάταγμα που αναφέρεται στο άρθρο 41(1) και (2).

(δ) αφορούν τη δημοσίευση συγκριτικών επισκοπήσεων της ποιότητας και της τιμής των υπηρεσιών προς όφελος των καταναλωτών

(ε) αφορούν σαφώς καθορισμένους στατιστικούς σκοπούς,

(στ) περιλαμβάνουν πληροφορίες που επιτρέπουν τη διεξαγωγή της διαδικασίας εξέτασης της αγοράς για  τους σκοπούς του Μέρους 9 του παρόντος Νόμου, και

(ζ) Επιτρέπουν την αξιολόγηση των μελλοντικών εξελίξεων στα δίκτυα ή υπηρεσίες που ενδέχεται να έχουν αντίκτυπο στις υπηρεσίες χονδρικής που διατίθενται σε ανταγωνιστές.

(3) Οι πληροφορίες που αναφέρονται στις παραγράφους (α), (β), (δ), (ε), και (στ) του πιο πάνω εδαφίου(2), δεν μπορούν να απαιτούνται εκ των προτέρων ή ως όρος για την είσοδο στην αγορά.

(4) Όταν ο Επίτροπος απαιτεί από πρόσωπα να παρέχουν πληροφορίες, όπως αναφέρεται στο εδάφιο (1) του παρόντος Άρθρου, τα ενημερώνει σχετικά με τον ειδικό σκοπό για τον οποίο θα χρησιμοποιηθούν οι εν λόγω πληροφορίες.

Δημοσίευση πληροφοριών

44. (1) Όλες οι συναφείς πληροφορίες για δικαιώματα, όρους, διαδικασίες, επιβαρύνσεις, τέλη και αποφάσεις που αφορούν γενικές εξουσιοδοτήσεις και δικαιώματα χρήσης, δημοσιεύονται στην ιστοσελίδα του Γραφείου - με την επιφύλαξη της προστασίας του εμπιστευτικού χαρακτήρα οιωνδήποτε πληροφοριών τις οποίες το Γραφείο θεωρεί εμπιστευτικές.

(2) Όταν οι πληροφορίες που αναφέρονται στο εδάφιο (1), ιδίως δε οι πληροφορίες που αφορούν τις διαδικασίες και τους όρους για δικαιώματα εγκατάστασης ευκολιών, τηρούνται από άλλες αρμόδιες δημόσιες αρχές, το Γραφείο καταβάλλει κάθε εύλογη προσπάθεια, λαμβάνοντας υπόψη το σχετικό κόστος, για την εκπόνηση εύχρηστης σύνοψης όλων αυτών των πληροφοριών, καθώς και πληροφοριών σχετικά με τις εκάστοτε αρμόδιες βαθμίδες της διοίκησης και τις αρμόδιες αρχές, προκειμένου να διευκολύνεται η υποβολή αιτήσεων δικαιωμάτων εγκατάστασης ευκολιών.

Διοικητικές Επιβαρύνσεις

45. (1) Κάθε διοικητική επιβάρυνση που επιβάλλεται στα πρόσωπα τα οποία παρέχουν δίκτυο ή υπηρεσία βάσει γενικής εξουσιοδότησης ή στα οποία έχει χορηγηθεί δικαίωμα χρήσης:

(α) συνολικά, καλύπτει μόνον τις διοικητικές δαπάνες που θα προκύψουν από την διαχείριση, τον έλεγχο και την επιβολή του συστήματος γενικών εξουσιοδοτήσεων και των δικαιωμάτων χρήσης και των ειδικών υποχρεώσεων που αναφέρονται στα Μέρη 10 και 11 του παρόντος Νόμου και στο Μέρος 15 του παρόντος Νόμου, όπου αυτό είναι εφαρμοστέο , και

(β) επιβάλλεται στα επιμέρους πρόσωπα κατά αντικειμενικό, διαφανή και αναλογικό τρόπο, ώστε να ελαχιστοποιούνται οι πρόσθετες διοικητικές δαπάνες και οι συναφείς δαπάνες.

(2) Οι διοικητικές δαπάνες μπορούν να περιλαμβάνουν δαπάνες για διεθνή συνεργασία, εναρμόνιση και τυποποίηση, εξέταση αγοράς, διασφάλιση της συμμόρφωσης και άλλους ελέγχους της αγοράς, καθώς και κανονιστικές εργασίες που περιλαμβάνουν την εκπόνηση και την επιβολή παράγωγου (δευτερογενούς) δικαίου και Αποφάσεων του Επιτρόπου.

(3) Ο Επίτροπος δημοσιεύει ετήσια επισκόπηση του διοικητικού κόστους του Γραφείου με σκοπό να προσδιορίζει τις διαφορές μεταξύ του συνολικού διοικητικού κόστους και του συνόλου των επιβαρύνσεων που επιβλήθηκαν στους παροχείς.

(4) Ο Επίτροπος εκδίδει Διάταγμα που ρυθμίζει τη μέθοδο υπολογισμού των διοικητικών τελών που επιβάλλονται σε πρόσωπα που παρέχουν υπηρεσίες ή και δίκτυα υπό καθεστώς γενικής εξουσιοδότησης ή στα οποία έχει εκχωρηθεί ατομικό δικαίωμα χρήσης, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου.  Ο Επίτροπος δύναται να επιβάλει χρεώσεις, μεταξύ άλλων, βάσει κριτηρίων σχετικών με  τον  κύκλο  εργασιών  ή  συνδυάζοντας μια  βάση πάγιου τέλους με ένα στοιχείο που σχετίζεται με τον κύκλο εργασιών ή αποκλειστικά βάσει ενός πάγιου τέλους.

ΜΕΡΟΣ ΕΝΝΑΤΟ Η ΕΠΙΒΟΛΗ ΡΥΘΜΙΣΤΙΚΩΝ ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΩΝ
Αρχές ρυθμιστικής παρέμβασης κατόπιν διαδικασίας εξέτασης αγοράς

46.-(1) Εξαιρουμένων των περιπτώσεων όπου ρητώς προβλέπεται διαφορετικά στον παρόντα Νόμο, ρυθμιστικές υποχρεώσεις επιβάλλονται σε πρόσωπα που έχουν καθοριστεί από τον Επίτροπο ως έχοντα σημαντική ισχύ σε μια σχετική αγορά.  Ο καθορισμός προσώπου ή προσώπων με σημαντική ισχύ σε μια σχετική αγορά ακολουθεί τη διαπίστωση του Επιτρόπου ότι, σε μια σχετική αγορά, όπως αυτή έχει οριστεί από τον Επίτροπο, δεν υπάρχει αποτελεσματικός ανταγωνισμός.  Οι σχετικές αγορές, καθώς και η διαδικασία ορισμού περαιτέρω σχετικών αγορών και η διαδικασία ανάλυσης του καθεστώτος του ανταγωνισμού σε μια σχετική αγορά ορίζεται από τον Επίτροπο σε σχετικά Διατάγματα.

(2) Στην περίπτωση που ο Επίτροπος αποφασίσει ότι, στην αγορά που έχει ορίσει, υπάρχει αποτελεσματικός ανταγωνισμός, δεν επιβάλλει ρυθμιστικές υποχρεώσεις και εάν ισχύουν ρυθμιστικά μέτρα τα αποσύρει μετά την πάροδο εύλογης περιόδου προειδοποίησης που δίνεται στα επηρεαζόμενα μέρη.

(3) Στην περίπτωση που ο Επίτροπος αποφασίσει ότι, στην αγορά που έχει ορίσει, δεν υπάρχει αποτελεσματικός ανταγωνισμός, προχωρά στον ορισμό ενός ή περισσότερων προσώπων με σημαντική ισχύ στην αγορά και επιβάλλει σε αυτό ή αυτά τουλάχιστον μια αναλογική ρυθμιστική υποχρέωση.

(4) Ο Επίτροπος, μετά το πέρας της διαδικασίας εξέτασης μιας σχετικής αγοράς, σύμφωνα με τα εδάφια (1), (2) και (3) του παρόντος άρθρου, διαβουλεύεται με τα ενδιαφερόμενα μέρη και την Επιτροπή Προστασίας του Ανταγωνισμού, επί του προσχεδίου εγγράφου κοινοποίησης, για το σύνολο της διαδικασίας, τόσο πριν τη διαβούλευση με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, το BEREC και τις Ρυθμιστικές Αρχές των άλλων κρατών μελών κατά τα διαλαμβανόμενα στο άρθρο 50 καθώς και πριν την έκδοση σχετικής Απόφασης, η οποία αφορά στο σύνολο της διαδικασίας εξέτασης της σχετικής αγοράς.

(5) Η διαδικασία διαβούλευσης, σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο, παρέχει σε όλα τα μέρη την ευκαιρία  να  σχολιάσουν   το   προσχέδιο  του   εγγράφου  κοινοποίησης και της απόφασης εντός καθορισμένης προθεσμίας, η οποία σε κάθε περίπτωση δεν θα είναι μικρότερη των δεκαπέντε (15) ημερών.  Ο Επίτροπος διασφαλίζει την ύπαρξη ενός κεντρικού σημείου πληροφόρησης, μέσω του οποίου θα είναι δυνατή η πρόσβαση σε όλες τις διαβουλεύσεις, και ότι τα αποτελέσματα αυτής της διαδικασίας διαβούλευσης θα δημοσιεύονται στην ιστοσελίδα του με την επιφύλαξη του δικαιώματος των ενδιαφερομένων μερών να προστατεύσουν τις εμπιστευτικές πληροφορίες τους δυνάμει της συγκεκριμένης προστασίας που παρέχεται από το άρθρο 25 του παρόντος Νόμου.

(6) Κατά την εκτέλεση των εξουσιών του, δυνάμει του παρόντος Μέρους, ο Επίτροπος έχει την εξουσία να ζητά από όλα τα πρόσωπα που παρέχουν δίκτυα και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών στην Κύπρο, όλες τις  πληροφορίες που κρίνονται απαραίτητες, ώστε να του δοθεί η δυνατότητα να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του κατά την υιοθέτηση μιας απόφασης δυνάμει του παρόντος Νόμου.

(7) Η διαδικασία εξέτασης της αγοράς, η οποία περιλαμβάνει τον ορισμό των σχετικών αγορών, τη διενέργεια αναλύσεως του επιπέδου του ανταγωνισμού σε κάθε αγορά και τον προσδιορισμό των κατάλληλων και αναλογικών ρυθμίσεων, διενεργείται από τον Επίτροπο για κάθε σχετική αγορά:

(α) εντός τριών (3) ετών από την υιοθέτηση προηγούμενου   μέτρου  με  την  έκδοση  σχετικής απόφασης   του   Επιτρόπου. Η περίοδος  αυτή δύναται να παραταθεί για περίοδο μέχρι τρία (3) έτη  στις  περιπτώσεις  εκείνες  όπου ο Επίτροπος κοινοποιήσει αιτιολογημένο αίτημα στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν φέρει αντίρρηση εντός ενός (1) μηνός από την κοινοποίηση του αιτιολογημένου αιτήματος του Επιτρόπου,

(β) εντός δύο (2) ετών από την υιοθέτηση νέας σύστασης για σχετικές αγορές, για τις αγορές εκείνες που θα εξεταστούν και κοινοποιηθούν στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή για πρώτη φορά.

(8) Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, όπου ο Επίτροπος θεωρεί ότι αυτό επιβάλλεται ώστε να διασφαλιστεί ο υγιής ανταγωνισμός και να διαφυλαχθούν τα δικαιώματα των τελικών χρηστών, δύναται να εκδώσει προσωρινή Απόφαση με την οποία να λαμβάνει αναλογικά και προσωρινά μέτρα χωρίς να διενεργήσει δημόσια διαβούλευση, ή χωρίς να διαβουλευθεί με  τις  Εθνικές Ρυθμιστικές Αρχές στα άλλα Κράτη Μέλη, ή την Ευρωπαϊκή Επιτροπή ή τον BEREC. Όπου λαμβάνονται επείγοντα μέτρα βάσει του παρόντος άρθρου, ο Επίτροπος ενημερώνει την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, τον BEREC και τις Ρυθμιστικές Αρχές στα άλλα κράτη μέλη σχετικά με τα μέτρα που έχουν ληφθεί, με σχετική κοινοποίηση.  Οι κοινοποιήσεις αυτές αιτιολογούνται πλήρως από τον Επίτροπο και κοινοποιούνται χωρίς καθυστέρηση. Ο Επίτροπος έχει δικαίωμα να μονιμοποιήσει αυτά τα μέτρα ή να παρατείνει την ισχύ τους αφού ακολουθηθεί η διαδικασία που περιγράφεται στα άρθρα 47 μέχρι 50Β.

(9) Στην περίπτωση διακρατικών αγορών που καθορίζονται σε απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, οι επηρεαζόμενες Ρυθμιστικές Αρχές πραγματοποιούν από κοινού την εξέταση αγοράς, λαμβάνοντας ιδιαιτέρως υπόψη τους, τις κατευθυντήριες γραμμές της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και αποφασίζουν από κοινού για την τυχόν επιβολή, διατήρηση, τροποποίηση ή άρση, εκεί όπου υφίστανται, των ρυθμιστικών υποχρεώσεων.

(10) Σε περίπτωση που δεν έχει ολοκληρωθεί η εξέταση για σχετική αγορά που προσδιορίζεται στη σύσταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής εντός των προθεσμιών που αναφέρονται στο εδάφιο (7), ο BEREC παρέχει συνδρομή στον Επίτροπο, κατόπιν σχετικού αιτήματος, για την ολοκλήρωση της εξέτασης της συγκεκριμένης σχετικής αγοράς και την κοινοποίηση των αποτελεσμάτων της στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή εντός έξι (6) μηνών, σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στα άρθρα 50Α και 50Β του παρόντος Νόμου.

Ορισμός σχετικών αγορών

47.-(1) Ο Επίτροπος, λαμβάνοντας υπόψη στο μέγιστο δυνατό βαθμό το Δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ορίζει με Διάταγμα τις σχετικές αγορές καθώς και τη διαδικασία ορισμού περαιτέρω σχετικών αγορών, σύμφωνα με τις αρχές του δικαίου του ανταγωνισμού, λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες που επικρατούν στην Κύπρο.

(2) Σε περίπτωση που ο Επίτροπος σκοπεύει να ορίσει αγορές που διαφέρουν από αυτές που παρατίθενται στη Σύσταση που εκδίδεται κατά περιόδους από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα πρέπει να ακολουθεί τις διαδικασίες που ορίζονται στο άρθρο 46 του παρόντος Νόμου, όπως περαιτέρω καθορίζονται σε σχετικό Διάταγμα του Επιτρόπου.

(3) Οι αγορές που ορίζονται για το σκοπό επιβολής ρυθμιστικών υποχρεώσεων βάσει του παρόντος Νόμου δεν συνιστούν περιορισμό αναφορικά με τον ορισμό αγορών βάσει του περί της Προστασίας του Ανταγωνισμού Νόμου του 2008.

Διαδικασία ανάλυσης αγοράς

48. (1) Μετά την ολοκλήρωση του ορισμού των σχετικών αγορών σύμφωνα με τη διαδικασία που ορίζεται στα Άρθρα 46 και 47, ο Επίτροπος διεξάγει ανάλυση του καθεστώτος του ανταγωνισμού.

(2) Όπου, ως αποτέλεσμα της ανάλυσης του ανταγωνισμού σε μια συγκεκριμένη αγορά, ο Επίτροπος διαπιστώνει ότι η αγορά δεν είναι επαρκώς ανταγωνιστική, ο Επίτροπος θα ορίζει πρόσωπο ή πρόσωπα με Σημαντική Ισχύ στην αγορά αυτή.

(3) Πρόσωπο θεωρείται ότι κατέχει σημαντική ισχύ στην αγορά εφόσον, είτε ατομικά είτε σε συνεργασία με άλλα πρόσωπα, ευρίσκεται σε θέση ισοδύναμη προς δεσπόζουσα θέση, η οποία νοείται ως θέση οικονομικής ισχύος που επιτρέπει σε πρόσωπο ή σε πρόσωπα να συμπεριφέρεται, σε σημαντικό βαθμό, ανεξάρτητα από τους ανταγωνιστές, τους πελάτες και, τελικά, τους καταναλωτές.

(4) Εάν ένα πρόσωπο έχει σημαντική ισχύ σε μια συγκεκριμένη αγορά (πρώτη αγορά), είναι δυνατόν να θεωρηθεί ότι έχει σημαντική ισχύ σε μια στενά συνδεδεμένη με αυτήν αγορά (δεύτερη αγορά), εάν οι δεσμοί μεταξύ των δύο αγορών είναι τέτοιοι ώστε να είναι δυνατή η εκμετάλλευση της ισχύος στην πρώτη αγορά με αποτέλεσμα την ενδυνάμωση της θέσης της επιχείρησης στη δεύτερη αγορά.  Κατά συνέπεια, είναι δυνατό να ληφθούν, στη δεύτερη αγορά, διορθωτικά μέτρα με στόχο την αποτροπή του φαινομένου αυτού, σύμφωνα με τα άρθρα 56, 57, 58 και 60 του παρόντος Νόμου.  Σε περίπτωση που τα μέτρα αυτά  αποδειχθούν  ανεπαρκή, είναι δυνατό να επιβληθούν μέτρα σύμφωνα με το άρθρο 65 του παρόντος Νόμου.

(5) Όπου, ως αποτέλεσμα της ανάλυσης του επιπέδου του ανταγωνισμού σε μια συγκεκριμένη αγορά, ο Επίτροπος διαπιστώνει ότι η αγορά είναι επαρκώς ανταγωνιστική, δεν πρέπει να επιβάλλει ή να διατηρεί οποιαδήποτε από τις ρυθμιστικές υποχρεώσεις που αναφέρονται στο Άρθρο 49 και αίρει τις υπάρχουσες υποχρεώσεις οι οποίες επιβλήθηκαν με προηγούμενη σχετική Απόφασή του, παρέχοντας στα ενδιαφερόμενα μέρη κατάλληλο χρόνο ειδοποίησης πριν από την άρση αυτή.

(6) Η εξέταση αγοράς που διεξάγεται από τον Επίτροπο λαμβάνει υπόψη τις αναμενόμενες ή προβλεπόμενες τεχνολογικές ή οικονομικές εξελίξεις για την περίοδο μέχρι την επόμενη εξέταση της σχετικής αγοράς.

Επιλογή διορθωτικών ρυθμίσεων

49. (1) Ο εντοπισμός προσώπου ή προσώπων που έχουν Σημαντική Ισχύ σε μια σχετική αγορά, ατομικά ή συλλογικά οδηγεί στην επιλογή από τον Επίτροπο μιας εύλογης διορθωτικής ρύθμισης ή ρυθμίσεων, οι οποίες θα είναι αναλογικές για τους ακόλουθους στόχους:

(α) προώθηση του ανταγωνισμού στην παροχή δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών και συναφών ευκολιών και υπηρεσιών με τους ακόλουθους τρόπους:

(i) εξασφαλίζοντας ότι οι χρήστες, συμπεριλαμβανομένων των μειονεκτούντων χρηστών, αποκομίζουν το μέγιστο όφελος όσον αφορά την επιλογή, την τιμή και την ποιότητα·

(ii) εξασφαλίζοντας ότι δεν υφίσταται στρέβλωση ούτε περιορισμός του ανταγωνισμού στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών·

(iii) ενθαρρύνοντας αποτελεσματικές επενδύσεις ως προς την υποδομή και υποστηρίζοντας την καινοτομία, και (δδ) ενθαρρύνοντας την αποτελεσματική χρήση και εξασφαλίζοντας την ουσιαστική διαχείριση των πόρων αριθμοδότησης, και

(β) συμβολή στην ανάπτυξη της εσωτερικής αγοράς μέσω, μεταξύ άλλων: (αα) της άρσης των τελευταίων εμποδίων στην παροχή δικτύων ηλεκτρονικών υπηρεσιών, συναφών ευκολιών και υπηρεσιών και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών σε ευρωπαϊκό επίπεδο·

(i) της ενθάρρυνσης της σύστασης και της ανάπτυξης διευρωπαϊκών δικτύων και της διαλειτουργικότητας πανευρωπαϊκών υπηρεσιών, και διατερματικής δυνατότητας διασύνδεσης·

(ii) της εξασφάλισης ότι, σε παρόμοιες περιπτώσεις, δεν γίνεται διάκριση στην αντιμετώπιση των προσώπων που παρέχουν δίκτυα και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών, και

(iii) της συνεργασίας μεταξύ τους και με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και του BEREC, κατά διαφανή τρόπο, ώστε να εξασφαλίζονται, η ανάπτυξη μιας συνεπούς κανονιστικής πρακτικής και η συνεπής εφαρμογή των νομικών υποχρεώσεων δυνάμει του Δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

(2) Κατά την επιλογή της κατάλληλης κανονιστικής ρύθμισης ή ρυθμίσεων για την επίτευξη της διατήρησης του αποτελεσματικού ανταγωνισμού, ο Επίτροπος λαμβάνει ιδιαίτερα υπόψη το επιθυμητό της τεχνολογικής ουδετερότητας του αποτελέσματος των κανονιστικών ρυθμίσεων.

(3) Όπου η διαπίστωση έλλειψης αποτελεσματικού ανταγωνισμού σχετίζεται με αποτυχία της αγοράς αναφορικά με τις υποχρεώσεις πρόσβασης ή διασύνδεσης που εμπίπτουν στο πεδίο των Άρθρων 56-61 του παρόντος Νόμου, ο Επίτροπος θα επιβάλλει μία ή περισσότερες από τις ρυθμίσεις που παρατίθενται στις διατάξεις αυτές και αναλύονται στο Μέρος 10, με την επιφύλαξη του εδαφίου (3) του άρθρου 53 του παρόντος Νόμου.

(4) Όπου η διαπίστωση έλλειψης αποτελεσματικού ανταγωνισμού σχετίζεται με ζητήματα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του Μέρους 11 του παρόντος Νόμου, ο Επίτροπος θα επιβάλει μία ή περισσότερες από τις ρυθμίσεις που παρατίθενται στις διατάξεις αυτές.

(5) [Διαγράφηκε].

(6) [Διαγράφηκε].

(7) [Διαγράφηκε].

Διαδικασία διαβούλευσης με τα ενδιαφερόμενα μέρη και την Επιτροπή Προστασίας του Ανταγωνισμού

50. (1) Κατά την εκτέλεση των υποχρεώσεων του, βάσει του παρόντος Μέρους, ο Επίτροπος διαβουλεύεται με όλους τους ενδιαφερόμενους φορείς στα πλαίσια Δημόσιας Διαβούλευσης, καθώς και με την Επιτροπή Προστασίας του Ανταγωνισμού.

(2) Κατά την εκτέλεση των υποχρεώσεων του, βάσει του παρόντος Μέρους, ο Επίτροπος διαβουλεύεται με τα ενδιαφερόμενα μέρη, σε κατάλληλο στάδιο της εξέτασης κάθε σχετικής αγοράς και σε κατάλληλη χρονική περίοδο, πριν την οριστικοποίηση του εγγράφου κοινοποίησης των αποτελεσμάτων της εξέτασης αγοράς στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, τον BEREC και τις Ρυθμιστικές Αρχές των άλλων κρατών μελών.  Οι όροι και οι διαδικασίες που ακολουθούνται από τον Επίτροπο τίθενται σε σχετικό Διάταγμα.

(3) Κατά την εκτέλεση των υποχρεώσεών του βάσει του παρόντος Μέρους, ο Επίτροπος θα συνεργάζεται και θα διαβουλεύεται με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή με σκοπό να παρέχονται στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή επαρκείς πληροφορίες προκειμένου να εκτελεί αποτελεσματικά το εποπτικό ρόλο που απαιτείται από αυτήν δυνάμει του Κοινοτικού δικαίου αναφορικά με τις λειτουργίες που θα εκτελούνται από τον Επίτροπο δυνάμει του παρόντος μέρους, συμπεριλαμβανομένων των εξής:

(α) γνωστοποίηση ρυθμιστικών μέτρων στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, παρέχοντας σε αυτή επαρκή χρόνο προκειμένου να γνωστοποιήσει στον Επίτροπο τις απόψεις της επί των σχεδίων ρυθμίσεων

(β) γνωστοποίηση πληροφοριών στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή σε περίπτωση που η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει σοβαρές αμφιβολίες αναφορικά με την συμμόρφωση του σχεδίου ρυθμίσεως με το κοινοτικό δίκαιο

(γ) γνωστοποίηση πληροφοριών στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή σε περίπτωση που η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ζητήσει διευκρινίσεις επί των στοιχείων της αγοράς ή των αναλύσεων που διεξήχθησαν από τον Επίτροπο κατά την εκτέλεση των λειτουργιών του δυνάμει του παρόντος Μέρους

(δ) κοινοποίηση στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή της τελικής απόφασης που λαμβάνεται σε συνδυασμό με οποιαδήποτε λειτουργία που εκτελείται από τον Επίτροπο βάσει του παρόντος Μέρους, συμπεριλαμβανομένων των επωνυμιών των προσώπων που καθορίσθηκαν ως έχοντα Σημαντική Ισχύ στην Αγορά και των υποχρεώσεων που επιβλήθηκαν σε αυτά, σύμφωνα με τις απαιτήσεις σχετικά με τις κοινοποιήσεις και τις δημοσιεύσεις οι οποίες τίθενται στο Άρθρα 36(2) της οδηγίας 2002/22/ΕΚ. Ο τρόπος και η μορφή συνεργασίας και διαβούλευσης δυνάμει του παρόντος Άρθρου καθορίζεται με σχετικό διάταγμα.

(4) Κατά την εκτέλεση των υποχρεώσεών του βάσει του παρόντος Μέρους, ο Επίτροπος θα ακολουθήσει το μηχανισμό κοινοποίησης που καθορίζεται με Διάταγμα, όταν επιδιώκει να ασκήσει το δικαίωμα υιοθέτησης προσωρινών μέτρων δυνάμει του εδαφίου (7) του Άρθρου 49 του παρόντος Νόμου.

(5) Κατά την εκτέλεση των υποχρεώσεών του βάσει του παρόντος Μέρους, ο Επίτροπος υποχρεούται να διαβουλεύεται με τα ενδιαφερόμενα μέρη σε ένα κατάλληλο στάδιο της εξέτασης και για κατάλληλη χρονική περίοδο πριν την υιοθέτηση μέτρων σχετικά με τον ορισμό αγοράς, την ανάλυση αγοράς ή την επιλογή κανονιστικών υποχρεώσεων. Οι όροι και οι διαδικασίες που θα ακολουθηθούν από τον Επίτροπο θα τίθενται σε σχετικό Διάταγμα ως περιγράφεται στο Άρθρο 26 του παρόντος Νόμου.

Ενοποίηση της εσωτερικής αγοράς των ηλεκτρονικών επικοινωνιών

50Α.-(1) Κατά την εκτέλεση των υποχρεώσεών του, βάσει του παρόντος Μέρους, ο Επίτροπος συνεργάζεται και διαβουλεύεται με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, τον BEREC και τις Ρυθμιστικές Αρχές των άλλων κρατών μελών.

(2) Στο πλαίσιο αυτής της συνεργασίας ο Επίτροπος, αφού ολοκληρώσει τη Δημόσια Διαβούλευση με τα ενδιαφερόμενα μέρη όπως προνοείται στο άρθρο 50 του παρόντος Νόμου και εφόσον  προτίθεται  να  επιβάλει,  να  αποσύρει  ή να μην εισαγάγει ρυθμιστικά μέτρα τα οποία εμπίπτουν στις πρόνοιες των άρθρων 47, 48, 49, 53 και 55 του παρόντος Νόμου και επηρεάζουν το  εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών, κοινοποιεί τα αποτελέσματα της εξέτασης αγοράς και την αιτιολογία, στην οποία βασίζεται η επιλογή του, σε σχέση με την επιβολή, απόσυρση ή μη εισαγωγή ρυθμιστικών μέτρων, ταυτόχρονα, στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, τον BEREC και στις Ρυθμιστικές Αρχές των άλλων κρατών μελών.

(3) Κατά την εκτέλεση των υποχρεώσεων του, βάσει του παρόντος Μέρους, ο Επίτροπος ακολουθεί μηχανισμό κοινοποίησης, ως εκάστοτε υιοθετείται από την Ευρωπαϊκή Ένωση.

(4) Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ο BEREC και οι Ρυθμιστικές Αρχές των άλλων κρατών μελών δύνανται να κοινοποιήσουν σχόλια επί του εγγράφου κοινοποίησης στον Επίτροπο, εντός περιόδου ενός (1) μηνός, από την ημερομηνία που τους αποστάληκε το έγγραφο κοινοποίησης.

(5) Σε περίπτωση που η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εκδίδει συστάσεις που έχουν ως σκοπό να αποκλείσουν εμπόδια στην Εσωτερική Αγορά, ο Επίτροπος λαμβάνει ιδιαιτέρως υπόψη τις συστάσεις αυτές και ενημερώνει την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για κάθε απόκλιση από αυτές.

Διαδικασία για ομοιόμορφη ρυθμιστική πρακτική

50Β.-(1) Όταν σχεδιαζόμενο μέτρο αποσκοπεί στην επιβολή, τροποποίηση ή άρση υποχρέωσης φορέα εκμετάλλευσης, κατ’ εφαρμογή των προαναφερόμενων άρθρων, η Επιτροπή δύναται, εντός της περιόδου του ενός μηνός που προβλέπεται στο άρθρο 50Α του παρόντος Νόμου, να γνωστοποιήσει στον Επίτροπο και στον BEREC τους λόγους για τους οποίους, είτε θεωρεί ότι το σχέδιο μέτρου δημιουργεί φραγμούς στην ενιαία αγορά, είτε αμφισβητεί σοβαρά τη συμβατότητά του με τη νομοθεσία της Ένωσης.

(2) Εάν η ένσταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής αφορά στον ορισμό της σχετικής αγοράς σε περίπτωση που αυτή δεν συμπίπτει με τις σχετικές αγορές, που περιλαμβάνονται στη σχετική σύσταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, ή στην ανάλυση του καθεστώτος του ανταγωνισμού  στη  σχετική  αγορά, τότε ο Επίτροπος δεν προβαίνει σε καμία ενέργεια στη βάση των αποτελεσμάτων της εξέτασης της σχετικής αγοράς για περίοδο δύο (2) μηνών, εντός της οποίας η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ενημερώνει τον Επίτροπο με αιτιολογημένη θέση κατά πόσο αυτή επιθυμεί την απόσυρση της πρότασης του Επιτρόπου όπως αυτή εκφράζεται στο έγγραφο κοινοποίησης ή κατά πόσο αυτή αποφάσισε την απόσυρση των ενστάσεών της, αναφορικά με το περιεχόμενο του εγγράφου κοινοποίησης. Στην περίπτωση που η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ζητήσει την απόσυρση του εγγράφου κοινοποίησης, ο Επίτροπος θα πρέπει να αποσύρει ή να τροποποιήσει το έγγραφο κοινοποίησης εντός έξι (6) μηνών από την ημερομηνία της Απόφασης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.  Σε περίπτωση τροποποίησης, ο Επίτροπος οφείλει να ακολουθήσει τη διαδικασία διαβούλευσης με τα ενδιαφερόμενα μέρη πριν την εκ νέου κοινοποίηση στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

(3) Εάν η ένσταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής αφορά στις ρυθμιστικές υποχρεώσεις που ο Επίτροπος εισηγείται στο έγγραφο κοινοποίησης να επιβάλει ή να αποσύρει, τότε ο Επίτροπος δεν προβαίνει σε καμία ενέργεια στη βάση των αποτελεσμάτων της εξέτασης της σχετικής αγοράς για περίοδο τριών (3) μηνών, εντός της οποίας η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα ενημερώσει τον Επίτροπο με αιτιολογημένη θέση για τις ενστάσεις της.

(4) Κατά την περίοδο των τριών (3) μηνών που προβλέπεται στο εδάφιο (3), η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ο BEREC και ο Επίτροπος συνεργάζονται στενά με στόχο την εξεύρεση του καταλληλότερου και αποτελεσματι-κότερου μέτρου, υπό το πρίσμα των στόχων του παρόντος Νόμου, λαμβάνοντας ταυτόχρονα δεόντως υπόψη τις απόψεις των φορέων της αγοράς και την ανάγκη να εξασφαλισθεί η εφαρμογή ομοιόμορφης ρυθμιστικής πρακτικής στην εσωτερική αγορά.

(5) Εντός έξι (6) εβδομάδων από την έναρξη της αναφερόμενης τρίμηνης (3) περιόδου, ο BEREC γνωμοδοτεί, αποφασίζοντας με πλειοψηφία των μελών του, σχετικά με την αναφερόμενη στο εδάφιο (3) ένσταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, κατά πόσο το σχέδιο μέτρου πρέπει να τροποποιηθεί ή να αποσυρθεί και, εφόσον απαιτείται, καταθέτει συγκεκριμένες προτάσεις προς το σκοπό αυτό.  Η γνωμοδότηση αυτή αιτιολογείται και δημοσιοποιείται.

(6) Εάν στη γνωμοδότησή του ο BEREC συμμερίζεται τις σοβαρές αμφιβολίες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, συνεργάζεται στενά με τον Επίτροπο για την εξεύρεση του καταλληλότερου και αποτελεσματικότερου μέτρου.  Πριν την εκπνοή της τρίμηνης περιόδου, ο Επίτροπος δύναται:

(α) να τροποποιήσει ή να αποσύρει το ρυθμιστικό μέτρο έχοντας λάβει ιδιαιτέρως υπόψη την ένσταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής καθώς και τη γνώμη και τις συστάσεις του BEREC·

(β) να διατηρήσει το ρυθμιστικό μέτρο.

(7) Σε περίπτωση που ο BEREC δεν  συμμερίζεται τις σοβαρές αμφιβολίες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής ή δεν γνωμοδοτεί ή σε περίπτωση που ο Επίτροπος τροποποιεί ή διατηρεί το σχέδιο μέτρου, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δύναται, εντός ενός (1) μηνός από την εκπνοή της τρίμηνης (3) περιόδου, και έχοντας λάβει ιδιαιτέρως υπόψη τη γνώμη του BEREC, εφόσον έχει αυτός γνωμοδοτήσει:

(α) να εκδώσει σύσταση απαιτώντας από τον Επίτροπο να τροποποιήσει ή να αποσύρει το σχέδιο μέτρου, περιλαμβανομένων συγκεκριμένων προτάσεων προς τον σκοπό αυτό, και  εκθέτοντας τους λόγους στη βάση των οποίων αιτιολογείται η σύστασή της, ιδίως σε περίπτωση που ο BEREC δεν συμμερίζεται τις σοβαρές αμφιβολίες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής ή

(β) να λάβει απόφαση με την οποία αίρει τις αναφερθείσες επιφυλάξεις της.

(8) Εντός ενός (1) μηνός από την έκδοση της σύστασης ή την άρση των επιφυλάξεων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, ο Επίτροπος κοινοποιεί στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή και στον BEREC το μέτρο το οποίο υιοθετεί.  Η εν λόγω χρονική περίοδος δύναται να παραταθεί προκειμένου να δοθεί στον Επίτροπο η ευχέρεια να διοργανώσει δημόσια διαβούλευση, εάν κρίνει ότι χρειάζεται κατά τα διαλαμβανόμενα στο άρθρο 50 του παρόντος Νόμου.

(9) Σε περίπτωση που ο Επίτροπος αποφασίσει να μην τροποποιήσει ή αποσύρει το σχέδιο μέτρου, παρέχει τεκμηριωμένη αιτιολόγηση για την ενέργειά του αυτή.

(10) Ο Επίτροπος δύναται να αποσύρει το προτεινόμενο σχέδιο μέτρου σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας.

(11) Εάν με την εκπνοή της περιόδου του ενός (1) μηνός, που αναφέρεται στο άρθρο 50Α του παρόντος νόμου, δεν υπάρξει κοινοποίηση σχολίων εκ μέρους της  Ευρωπαϊκής Επιτροπής, ο Επίτροπος δύναται να εγκρίνει το μέτρο, λαμβάνοντας υπόψη οποιαδήποτε σχόλια της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, του BEREC ή άλλης  Ρυθμιστικής Αρχής κράτους μέλους.

ΜΕΡΟΣ 10 ΠΑΡΟΧΗ ΠΡΟΣΒΑΣΗΣ ΚΑΙ ΔΙΑΣΥΝΔΕΣΗΣ
Γενικές Αρχές

51. (1) Ο Επίτροπος δύναται να παρέχει δικαιώματα και να επιβάλλει υποχρεώσεις σε πρόσωπα αναφορικά με την πρόσβαση σε, ή/και τη διασύνδεση, δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών και συναφών ευκολιών, προκειμένου να επιτευχθεί η διαλειτουργικότητα των υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών και να δημιουργηθεί βιώσιμος ανταγωνισμός μεταξύ των προσώπων.

(2) Ο Επίτροπος δύναται να διασφαλίσει επαρκή πρόσβαση και διασύνδεση και διαλειτουργικότητα υπηρεσιών προς το συμφέρον των τελικών χρηστών, επιβάλλοντας στα πρόσωπα με Σημαντική Ισχύ σε μια σχετική αγορά μία ή περισσότερες από μια σειρά υποχρεώσεων που σχετίζονται με τη διαφάνεια, την αμεροληψία, το λογιστικό διαχωρισμό, την πρόσβαση και τον έλεγχο τιμών συμπεριλαμβανομένης της κοστοστρέφειας.

(3) Ο Επίτροπος δύναται επίσης, ως ενδείκνυται, να επιδιώξει την επιβολή μίας ή περισσοτέρων από τις ρυθμίσεις που απαριθμούνται στο Άρθρο 49 του παρόντος Νόμου.

Δικαιώματα και υποχρεώσεις των Προσώπων

52. (1) Πρόσωπα που έχουν αδειοδοτηθεί να παρέχουν δίκτυα ή/και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών είναι ελεύθερα να διαπραγματεύονται μεταξύ τους τεχνικές και εμπορικές συμφωνίες για πρόσβαση ή/και διασύνδεση. Πρόσωπο που ζητά πρόσβαση ή διασύνδεση, όταν δεν παρέχει υπηρεσίες και δεν εκμεταλλεύεται δίκτυο στην Κύπρο.

(2) Οι φορείς εκμετάλλευσης δημόσιων δικτύων επικοινωνιών έχουν το δικαίωμα και, όταν ζητείται από πρόσωπα που διαθέτουν γενική εξουσιοδότηση δυνάμει του παρόντος νόμου, την υποχρέωση να διαπραγματεύονται τη μεταξύ τους διασύνδεση για την παροχή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών  που  είναι  διαθέσιμες στο κοινό, προκειμένου να εξασφαλίζεται η παροχή και η διαλειτουργικότητα των υπηρεσιών σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση.

(3) Οι παροχείς δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών παρέχουν πρόσβαση και διασύνδεση σε άλλα πρόσωπα υπό όρους και προϋποθέσεις συμβατές με τις υποχρεώσεις που επιβάλλονται από τον Επίτροπο σύμφωνα με τον παρόντα Νόμο.

(4) Πρόσωπα δεν θα πρέπει να προσφέρουν ισότιμες υπηρεσίες πρόσβασης ή διασύνδεσης με διαφορετικούς όρους και προϋποθέσεις σε διαφορετικά πρόσωπα, ούτε θα πρέπει να προσφέρουν τις εν λόγω υπηρεσίες βάσει χρεώσεων και όρων που δεν σχετίζονται με τις πραγματικές υπηρεσίες πρόσβασης και διασύνδεσης που παρέχονται.

(5) Πρόσωπα που λαμβάνουν πληροφορίες από άλλες πρόσωπα πριν, κατά ή μετά τη διαδικασία διαπραγματεύσεων πρόσβασης ή διασύνδεσης υποχρεούνται να τηρούν αυτές πάντοτε ως εμπιστευτικές και να χρησιμοποιούν αυτές αποκλειστικά και μόνο για το σκοπό για τον οποίο παρασχέθηκαν. Οι πληροφορίες που έχουν ληφθεί δεν θα πρέπει να μεταβιβάζονται σε κανένα τρίτο μέρος, ιδίως σε άλλα τμήματα, θυγατρικές εταιρείες και συνεργάτες της, στους οποίους η απόκτηση των πληροφοριών θα μπορούσε να παράσχει ανταγωνιστικό πλεονέκτημα.

(6) Δημόσια δίκτυα επικοινωνιών που δημιουργούνται για τη διανομή ψηφιακών τηλεοπτικών υπηρεσιών πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να διανέμουν υπηρεσίες και προγράμματα τηλεόρασης ευρείας οθόνης.  Οι φορείς εκμετάλλευσης δημοσίων δικτύων επικοινωνιών που λαμβάνουν και αναδιανέμουν υπηρεσίες ή/και προγράμματα τηλεόρασης ευρείας οθόνης, οφείλουν να διατηρούν αυτό το σχήμα ευρείας οθόνης.

Εξουσίες και Καθήκοντα του Επιτρόπου

53. (1) Σύμφωνα με τις εξουσίες που απονέμονται στον Επίτροπο δυνάμει του Άρθρου 20, ο Επίτροπος ενθαρρύνει και, κατά περίπτωση, εξασφαλίζει, την κατάλληλη πρόσβαση και διασύνδεση, καθώς και τη διαλειτουργικότητα των υπηρεσιών, με γνώμονα την επίτευξη των στόχων του παρόντος Μέρους. Στο πλαίσιο αυτό, ασκεί τις αρμοδιότητές του κατά τρόπο ο οποίος εξασφαλίζει οικονομική και τεχνική αποδοτικότητα, βιώσιμο ανταγωνισμό, αποδοτική επένδυση, καινοτομία και μέγιστο όφελος για τους τελικούς χρήστες.

(2) Ειδικότερα, και με την επιφύλαξη των υποχρεώσεων που δύναται να επιβάλλει σε πρόσωπα με σημαντική ισχύ στην αγορά, σύμφωνα με τη διαδικασία που καθορίζεται στο Μέρος 9, ο Επίτροπος δύναται να επιβάλλει:

(α) υποχρεώσεις σε πρόσωπα που ελέγχουν την πρόσβαση στους τελικούς χρήστες συμπεριλαμβανομένης, σε δικαιολογημένες περιπτώσεις, της υποχρέωσης να διασυνδέουν τα δίκτυά τους όταν αυτό δεν συμβαίνει ήδη

(β) στο βαθμό που αυτό είναι απαραίτητο για να διασφαλισθεί η πρόσβαση των τελικών χρηστών σε ψηφιακές υπηρεσίες ραδιοτηλεοπτικών μεταδόσεων στην Κύπρο, υποχρεώσεις σε φορείς εκμετάλλευσης να παρέχουν υπό δίκαιες, εύλογες και αμερόληπτες προϋποθέσεις πρόσβαση σε:

(i) διεπαφές προγράμματος εφαρμογής (APIs),

(ii) ηλεκτρονικούς οδηγούς προγραμμάτων (EPGs).

(γ) σε δικαιολογημένες περιπτώσεις και στο βαθμό που αυτό είναι απαραίτητο, υποχρεώσεις σε πρόσωπα που ελέγχουν την πρόσβαση στους τελικούς χρήστες να καθιστούν τις υπηρεσίες τους διαλειτουργικές.

(3) (α) Όταν επιβάλλει υποχρεώσεις σε φορέα εκμετάλλευσης να παρέχει πρόσβαση σύμφωνα με το Άρθρο 56 του παρόντος Νόμου, ο Επίτροπος δύναται να θεσπίζει τεχνικές ή λειτουργικές προϋποθέσεις που οφείλει να πληροί ο παροχέας ή/και ο δικαιούχος αυτής της πρόσβασης, σύμφωνα με την Κοινοτική νομοθεσία, εφόσον αυτό είναι απαραίτητο για την εξασφάλιση της ομαλής λειτουργίας του δικτύου. Οι όροι που αναφέρονται στην εφαρμογή συγκεκριμένων τεχνικών κανόνων ή προδιαγραφών αναφέρονται σε πρότυπα που έχουν αναπτυχθεί από Ευρωπαϊκούς οργανισμούς τυποποίησης όπως οι CEN, CENELEC ή ETSI σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που τίθενται στο Μέρος 12 του παρόντος Νόμου.

(β) Ο Επίτροπος προωθεί τη χρήση μη υποχρεωτικών προτύπων ή και προδιαγραφών που δημοσιεύονται είτε από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, είτε από Ευρωπαϊκούς Οργανισμούς προτύπων (CEN, CENELEC και ETSI) και που στοχεύουν στην εναρμονισμένη παροχή δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών, υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών και συναφών υποδομών και υπηρεσιών, για την παροχή υπηρεσιών τεχνικών διεπαφών ή/και λειτουργιών δικτύων, στο βαθμό που είναι απολύτως απαραίτητα, ώστε να εξασφαλίσουν τη διαλειτουργικότητα των  υπηρεσιών και να προάγουν την ελευθερία επιλογής των χρηστών. Εφόσον δεν ισχύουν οποιαδήποτε Ευρωπαϊκά πρότυπα, όπως αυτά που παρατίθενται παραπάνω, ο Επίτροπος δύναται να παραπέμπει σε σχετικά πρότυπα που έχουν δημιουργηθεί από διεθνείς φορείς, όπως η Διεθνής Ένωση Τηλεπικοινωνιών   (ITU), η Διεθνής Διάσκεψη Διοικήσεων Ταχυδρομείων και Τηλεπικοινωνιών (CEPT), ο Διεθνής Οργανισμός Τυποποίησης (ISO) ή η Διεθνής Ηλεκτροτεχνική Επιτροπή (IEC).

(4) Οι υποχρεώσεις και οι προϋποθέσεις που επιβάλλονται σύμφωνα με το παρόν άρθρο, είναι αντικειμενικές, διαφανείς, αναλογικές και αμερόληπτες.

(5) Όσον αφορά την πρόσβαση και τη διασύνδεση ο Επίτροπος δύναται να παρεμβαίνει αυτεπαγγέλτως εφόσον δικαιολογείται, προκειμένου να διασφαλίσει τους στόχους πολιτικής του παρόντος Νόμου.

Έλεγχος προηγουμένων υποχρεώσεων

54. [Διαγράφηκε]
Επιβολή, τροποποίηση ή άρση υποχρεώσεων

55. (1) Με την επιφύλαξη των διατάξεων των όρων του εδαφίου 2 του παρόντος Άρθρου, ο Επίτροπος δύναται να επιβάλλει μία ή περισσότερες υποχρεώσεις από τον κατάλογο υποχρεώσεων που απαριθμούνται στα Άρθρα 56-65 στους παροχείς που καθορίζονται ως έχοντες Σημαντική Ισχύ σε μια σχετική αγορά, με τον τρόπο που καθορίζεται και υπό τις προϋποθέσεις που τίθενται στο Μέρος 9 του παρόντος Νόμου.

(2) Ο Επίτροπος δύναται να επιβάλλει τις υποχρεώσεις που ορίζονται στα Άρθρα 56-65 σε παροχείς που δεν έχουν ορισθεί ως έχοντες Σημαντική Ισχύ σε μια σχετική αγορά, μόνον όπου τυγχάνουν εφαρμογής οι ακόλουθες διατάξεις:

(α) Τα Άρθρα 39, 41, 53 (1) και (2), 61, 62, 64, 73, 74 και 75.

(β) Το Μέρος 14 του Νόμου αναφορικά με την επεξεργασία προσωπικών δεδομένων και την προστασία της ιδιωτικής ζωής, ασφάλειας και το απόρρητο στον τομέα των Ηλεκτρονικών Επικοινωνιών, ή

(γ) Όπου υποχρεούνται να εκπληρώσουν υποχρεώσεις που απορρέουν από διεθνείς συμφωνίες.

Στις περιπτώσεις αυτές, ο Επίτροπος γνωστοποιεί στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, βάσει της διαδικασίας που καθορίζεται με Διάταγμα, τον τρόπο και τη μορφή της προτεινόμενης επιβολής, τροποποίησης ή άρσης υποχρεώσεων.

(3) Όταν φαίνεται ότι συντρέχουν εξαιρετικές περιστάσεις, ο Επίτροπος δύναται να επιδιώξει να επιβάλει σε φορείς εκμετάλλευσης με σημαντική ισχύ στην αγορά υποχρεώσεις πρόσβασης ή διασύνδεσης άλλες από εκείνες που ορίζονται στα Άρθρα 56 έως και 65, υποβάλλει στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή αίτηση για άδεια επιβολής αυτών, σύμφωνα με τη διαδικασία που καθορίζεται σε Διάταγμα. Όσο εκκρεμεί η Απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η οποία επιτρέπει ή απαγορεύει τη λήψη των εν λόγω μέτρων, ο Επίτροπος απέχει από την επιβολή των εν λόγω υποχρεώσεων, με την επιφύλαξη των εξουσιών του Επιτρόπου να υιοθετήσει επείγοντα μέτρα δυνάμει του Μέρους 9.

(4) Οι υποχρεώσεις που επιβάλλονται σύμφωνα με το παρόν Άρθρο, έχουν ως βάση τη φύση του προβλήματος που εντοπίστηκε, είναι αναλογικές και δικαιολογημένες και εξυπηρετούν τους στόχους που αναφέρονται στο Άρθρο 49 του παρόντος Νόμου. Οι υποχρεώσεις αυτές επιβάλλονται κατόπιν διαβούλευσης με τα ενδιαφερόμενα μέρη, όπως αυτή περιγράφεται σε ειδικό διάταγμα που διέπει τα ζητήματα αυτά και με τον τρόπο που περιγράφεται στο Άρθρο 50 αναφορικά με τη διαβούλευση με άλλους ρυθμιστικούς φορείς.

Υποχρέωση διαφάνειας

56.- (1) Ο Επίτροπος δύναται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 49 και 55 του παρόντος Νόμου, να επιβάλλει σε φορείς εκμετάλλευσης υποχρεώσεις διαφάνειας όσον αφορά στη διασύνδεση και/ή στην πρόσβαση, βάσει των οποίων απαιτείται από τους φορείς εκμετάλλευσης να δημοσιοποιούν συγκεκριμένες πληροφορίες, όπως πληροφορίες λογιστικής φύσεως, τεχνικές προδιαγραφές, χαρακτηριστικά δικτύου, όρους και προϋποθέσεις παροχής και χρήσης, συμπεριλαμβανομένων οποιωνδήποτε όρων περιορισμού στην πρόσβαση ή στη χρήση υπηρεσιών ή/και εφαρμογών, εφόσον κάτι τέτοιο επιτρέπεται από την εθνική ή/και την Ευρωπαϊκή Νομοθεσία, καθώς και τιμές.

(2) Ειδικότερα σε περίπτωση που ένας φορέας εκμετάλλευσης έχει υποχρέωση αμεροληψίας, ο Επίτροπος δύναται να απαιτεί από τον εν λόγω φορέα εκμετάλλευσης να δημοσιεύει υπόδειγμα προσφοράς υπηρεσίας, το οποίο πρέπει να είναι επαρκώς αναλυτικό, να περιγράφει τις σχετικές προσφορές διαχωρισμένες ανά στοιχείο καθώς και τους όρους πρόσβασης, συμπεριλαμβανομένων των τιμών, προκειμένου να διασφαλίζεται ότι τα πρόσωπα δεν υποχρεούνται να πληρώνουν για ευκολίες που δεν είναι αναγκαίες για τη ζητούμενη υπηρεσία.

(3) Εφόσον ένας φορέας εκμετάλλευσης έχει υποχρέωση παροχής χονδρικής πρόσβασης σε υποδομή δικτύου και τις σχετικές διευκολύνσεις, ο Επίτροπος διασφαλίζει τη δημοσίευση υποδείγματος προσφοράς υπηρεσίας πρόσβασης, η οποία περιέχει τουλάχιστον τα στοιχεία που καθορίζονται στην εκάστοτε Απόφαση αναφορικά με τον ορισμό σχετικής αγοράς, την ανάλυση αγοράς και την επιβολή Ρυθμιστικών Υποχρεώσεων στον οργανισμό με Σημαντική Ισχύ (ΣΙΑ) στη σχετική Αγορά Χονδρικής Ευρυζωνικής Πρόσβασης.

(4) Ο Επίτροπος δύναται με απόφασή του να-

(α) καθορίζει περαιτέρω και αναλυτικά τις πληροφορίες που πρέπει να διατίθενται και τις απαιτούμενες λεπτομέρειες που πρέπει να περιλαμβάνει το υπόδειγμα προσφοράς υπηρεσίας των εδαφίων (2) και (3), καθώς και τον τρόπο δημοσίευσής του από το φορέα εκμετάλλευσης∙

(β) επιβάλλει τροποποιήσεις στο περιεχόμενο του υποδείγματος προσφοράς υπηρεσίας των εδαφίων (2) και (3) με στόχο την εκπλήρωση υποχρεώσεων που επιβάλλονται δυνάμει του παρόντος Νόμου.

(5) Ο Επίτροπος εκδίδει διάταγμα με το οποίο καθορίζει τη διαδικασία επιβολής τροποποιήσεων στο υπόδειγμα προσφοράς υπηρεσίας.

Υποχρέωση αμεροληψίας

57. (1) Ο Επίτροπος δύναται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 49 και 55 να επιβάλει στους φορείς εκμετάλλευσης, υποχρεώσεις αμεροληψίας όσον αφορά τη διασύνδεση και/ή την πρόσβαση.

(2) Κάθε τέτοια υποχρέωση θα εξασφαλίζει ότι ο φορέας εκμετάλλευσης που υπόκειται στην υποχρέωση

(α) παρέχει πρόσβαση ή διασύνδεση εφαρμόζοντας ισοδύναμους όρους σε ισοδύναμες περιστάσεις σε πρόσωπα που παρέχουν ισοδύναμες υπηρεσίες και

(β) παρέχει υπηρεσίες και πληροφορίες σε τρίτους υπό τους ίδιους όρους και της ίδιας ποιότητας με τις παρεχόμενες για τις δικές του υπηρεσίες ή τις υπηρεσίες των θυγατρικών του ή των εταίρων του.

Υποχρέωση λογιστικού διαχωρισμού

58. (1) Ο Επίτροπος δύναται, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Μέρους και τις λεπτομέρειες που καθορίζονται σε ειδικό Διάταγμα , να επιβάλει στους φορείς εκμετάλλευσης υποχρεώσεις λογιστικού διαχωρισμού σχετικά με καθορισμένες δραστηριότητες που αφορούν στη διασύνδεση και/ή την πρόσβαση.

(2) Ειδικότερα, ο Επίτροπος δύναται να απαιτεί από ένα πρόσωπο με κάθετη διάρθρωση να καθιστά διακριτές και διαφανείς τις τιμές χονδρικής πώλησης και τις εσωτερικές της τιμολογήσεις προκειμένου να ελέγχεται, μεταξύ άλλων, η τήρηση της υποχρέωσης αμεροληψίας και να αποτρέπεται ενδεχόμενη παράνομη σταυροειδής επιδότηση. Επιπλέον ο Επίτροπος δύναται να καθορίζει τη μορφή και τη λογιστική μέθοδο που πρέπει να χρησιμοποιούνται, οι οποίες θα αντανακλώνται σε ειδικό διάταγμα.

(3) Προκειμένου να διαπιστωθεί η συμμόρφωση με τις υποχρεώσεις των εδαφίων (1) και (2) του παρόντος Άρθρου, όπως και με τις υποχρεώσεις διαφάνειας και αμεροληψίας, ο Επίτροπος δύναται να ζητά την υποβολή λογιστικών βιβλίων, συμπεριλαμβανομένων των δεδομένων για έσοδα από τρίτους, και να προβαίνει σε έλεγχο αυτών, όπως αναλύεται σε ειδικό Διάταγμα και με την επιφύλαξη του σεβασμού της αρχής της εμπιστευτικότητας που περιλαμβάνεται στο εδάφιο (3) του Άρθρου 25 του παρόντος Νόμου.

Υποχρεώσεις πρόσβασης και χρήσης ειδικών ευκολιών δικτύου

59. (1) Ο Επίτροπος δύναται, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Άρθρου, να επιβάλλει, σε φορείς εκμετάλλευσης, υποχρεώσεις ικανοποίησης εύλογων αιτήσεων για πρόσβαση ή χρήση ειδικών στοιχείων του δικτύου και συναφών ευκολιών, μεταξύ άλλων σε περιπτώσεις που κρίνει ότι η άρνηση πρόσβασης ή οι μη εύλογοι όροι και προϋποθέσεις που ισοδυναμούν με άρνηση πρόσβασης, θα δυσχέραιναν τη δημιουργία βιώσιμης ανταγωνιστικής αγοράς, στο λιανικό επίπεδο ή ότι δεν θα ήταν προς το συμφέρον των τελικών χρηστών.

Για το σκοπό αυτό, ο Επίτροπος δύναται, μεταξύ άλλων, να απαιτεί από τους φορείς εκμετάλλευσης:

(α) την παροχή σε τρίτους πρόσβασης σε καθορισμένα στοιχεία και/ή ευκολίες του δικτύου, συμπεριλαμβανομένης της πρόσβασης σε μη ενεργά στοιχεία του δικτύου ή και της αδεσμοποίητης πρόσβασης στον τοπικό βρόχο, με στόχο, μεταξύ άλλων, να διευκολυνθεί η επιλογή ή προεπιλογή των φορέων εκμετάλλευσης ή και η δυνατότητα μεταπώλησης της συνδρομητικής γραμμής,

(β) την καλόπιστη διαπραγμάτευση με πρόσωπα που ζητούν πρόσβαση,

(γ) την μη ανάκληση ήδη χορηγηθείσας πρόσβασης σε ευκολίες,

(δ) την παροχή συγκεκριμένων υπηρεσιών σε επίπεδο χονδρικής για μεταπώληση από τρίτους,

(ε) την παροχή ανοικτής πρόσβασης σε τεχνικές διεπαφές, πρωτόκολλα ή άλλες βασικές τεχνολογίες που είναι απαραίτητες για τη διαλειτουργικότητα των υπηρεσιών ή των υπηρεσιών εικονικού δικτύου,

(στ) την παροχή συνεγκατάστασης ή άλλων μορφών από κοινού χρήσης συναφών ευκολιών,

(ζ) την παροχή συγκεκριμένων υπηρεσιών που είναι αναγκαίες για τη διασφάλιση της διαλειτουργικότητας διατερματικών υπηρεσιών που παρέχονται σε χρήστες, συμπεριλαμβανομένων των ευκολιών για υπηρεσίες ευφυών δικτύων ή περιαγωγής σε κινητά δίκτυα,

(η) την παροχή πρόσβασης σε συστήματα επιχειρησιακής υποστήριξης ή παρόμοια συστήματα λογισμικού, απαραίτητα για την εξασφάλιση ισότιμου ανταγωνισμού στην παροχή των υπηρεσιών, και

(θ) τη διασύνδεση δικτύων ή ευκολιών δικτύου,

(ι) την παρο χή πρόσβασης σε συναφείς υπηρεσίες, όπως υπηρεσία ταυτοποίησης, εντοπισμού θέσης και παρουσίας:

Νοείται ότι ο Επίτροπος δύναται να επιβάλλει όρους στην εκτέλεση των ανωτέρω υποχρεώσεων, προκειμένου να εξασφαλίσει ότι αυτές είναι δίκαιες, εύλογες και επίκαιρες.

Οι όροι που ακολουθούν τις ανωτέρω υποχρεώσεις είναι ισότιμοι και εύλογοι.

(2) Όταν ο Επίτροπος εξετάζει την επιβολή των υποχρεώσεων του εδαφίου (1) του παρόντος Άρθρου, λαμβάνει υπόψη τους εξής κυρίως παράγοντες: Όταν ο Επίτροπος εξετάζει την επιβολή των υποχρεώσεων του εδαφίου (1) του παρόντος Άρθρου και ιδιαιτέρως την αναλογική επιβολή των υποχρεώσεων αυτών σύμφωνα με τους στόχους της νομοθεσίας όπως αυτοί προνοούνται στο Άρθρο 2 του παρόντος Νόμου, λαμβάνει υπόψη τους εξής κυρίως παράγοντες:

(α) την τεχνική και οικονομική βιωσιμότητα της χρήσης ή της εγκατάστασης ανταγωνιστικών ευκολιών, ανάλογα με τον ρυθμό ανάπτυξης της αγοράς, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση και τον τύπο της διασύνδεσης και της πρόσβασης που προβλέπεται, συμπεριλαμβανομένης της βιωσιμότητας άλλων προϊόντων πρόσβασης όπως η πρόσβαση σε αγωγούς,

(β) τη δυνατότητα παροχής της προτεινόμενης πρόσβασης σε συνάρτηση με τις διαθέσιμες χωρητικότητες,

(γ) την αρχική επένδυση του ιδιοκτήτη της ευκολίας, λαμβάνοντας υπόψη τις οποιεσδήποτε πραγματοποιηθείσες δημόσιες επενδύσεις και τους συναφείς με την υλοποίηση της επένδυσης κινδύνους,

(δ) την ανάγκη μακροπρόθεσμης διασφάλισης του ανταγωνισμού με ιδιαίτερη έμφαση στον οικονομικά αποτελεσματικό ανταγωνισμό που στηρίζεται σε ιδιόκτητες υποδομές,

(ε) κατά περίπτωση, τα συναφή δικαιώματα πνευματικής και βιομηχανικής ιδιοκτησίας,

(στ) την παροχή πανευρωπαϊκών υπηρεσιών

(3) Στο πλαίσιο επιβολής υποχρεώσεων στο φορέα εκμετάλλευσης για την παροχή πρόσβασης σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου, ο Επίτροπος δύναται να καθορίσει τεχνικές ή λειτουργικές προϋποθέσεις που οφείλουν να πληρούν ο παροχέας και οι δικαιούχοι αυτής της πρόσβασης, εφόσον αυτό είναι απαραίτητο για την εξασφάλιση της καλής λειτουργίας του δικτύου.  Οι υποχρεώσεις για την τήρηση συγκεκριμένων προτύπων ή προδιαγραφών είναι σύμφωνες προς τα πρότυπα και τις προδιαγραφές που ορίζονται στο Άρθρο 53 του παρόντος Νόμου.

Υποχρεώσεις ελέγχου τιμών και κοστολόγησης

60. (1) Ο Επίτροπος δύναται, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Μέρους και τις διατάξεις Διαταγμάτων που εκδίδονται από αυτόν, να επιβάλλει υποχρεώσεις σχετικά με την ανάκτηση κόστους καθώς και ελέγχους τιμών, που περιλαμβάνουν υποχρέωση καθορισμού των τιμών με γνώμονα το κόστος και υποχρέωση όσον αφορά τα συστήματα κοστολόγησης, για την παροχή ειδικών τύπων διασύνδεσης και/ ή πρόσβασης, σε περιπτώσεις όπου η ανάλυση αγοράς καταδεικνύει ότι η έλλειψη αποτελεσματικού ανταγωνισμού σημαίνει ότι ο ενδιαφερόμενος φορέας εκμετάλλευσης μπορεί να διατηρεί τις τιμές σε υπερβολικά υψηλά επίπεδα ή να συμπιέζει τις τιμές, σε βάρος των τελικών χρηστών. Με στόχο την ενθάρρυνση των επενδύσεων από το φορέα εκμετάλλευσης, ιδίως, στα δίκτυα νέας γενιάς, ο Επίτροπος λαμβάνει υπόψη την επένδυση του φορέα εκμετάλλευσης και του επιτρέπει έναν εύλογο συντελεστή απόδοσης επί του επαρκούς επενδυμένου κεφαλαίου, συνυπολογίζοντας οποιουσδήποτε συναφείς κινδύνους ενέχει ενδεχομένως το συγκεκριμένο επενδυτικό σχέδιο δικτύου.

(2) Ο Επίτροπος εξασφαλίζει ότι κάθε επιβαλλόμενος μηχανισμός ανάκτησης κόστους ή μέθοδος τιμολόγησης, προάγει την οικονομική αποδοτικότητα και τον βιώσιμο ανταγωνισμό, και μεγιστοποιεί το όφελος για τους καταναλωτές. Εν προκειμένω, ο Επίτροπος δύναται επίσης να λαμβάνει υπόψη τις διαθέσιμες τιμές σε συγκρίσιμες ανταγωνιστικές αγορές.

(3) Όταν ένας φορέας εκμετάλλευσης έχει υποχρέωση καθορισμού των τιμών με γνώμονα το κόστος, ο ενδιαφερόμενος φορέας εκμετάλλευσης φέρει το βάρος της απόδειξης ότι τα τέλη υπολογίζονται βάσει του κόστους, λαμβανομένου υπόψη ενός εύλογου συντελεστή απόδοσης της επένδυσης. Για τον υπολογισμό του κόστους αποτελεσματικής παροχής υπηρεσιών, ο Επίτροπος δύναται να χρησιμοποιεί κοστολογικά πρότυπα, ανεξάρτητα από αυτά που χρησιμοποιούνται από το εν λόγω πρόσωπο. Ο Επίτροπος δύναται να απαιτεί από τον φορέα εκμετάλλευσης να αιτιολογεί πλήρως τις τιμές που επιβάλλει και, κατά περίπτωση, δύναται να απαιτεί αναδρομική αναπροσαρμογή των τιμών από το χρόνο κατά τον οποίο ο εν λόγω υπόχρεος οργανισμός όφειλε να εφαρμόζει τις αντίστοιχες κοστοστρεφείς τιμές.

(4) Ο Επίτροπος εξασφαλίζει ότι, όταν η εφαρμογή συστήματος κοστολόγησης επιβάλλεται για λόγους υποστήριξης του ελέγχου των τιμών, πρέπει να τίθεται στη διάθεση του κοινού περιγραφή του συστήματος κοστολόγησης, στην οποία να εμφαίνονται τουλάχιστον οι βασικές κατηγορίες κόστους και οι κανόνες για την κατανομή του. Ο έλεγχος συμμόρφωσης του υπόχρεου φορέα εκμετάλλευσης με το σύστημα κοστολόγησης δύναται να ανατεθεί από τον Επίτροπο σε άλλον εξειδικευμένο φορέα ανεξάρτητο από τον υπόχρεο φορέα εκμετάλλευσης. Ο Επίτροπος δημοσιεύει ετησίως στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας Δήλωση σχετικά με τη συμμόρφωση με το παρόν Άρθρο.

Λειτουργικός διαχωρισμός

60Α.-(1) Όταν ο Επίτροπος διαπιστώσει ότι οι υποχρεώσεις που επιβλήθηκαν σύμφωνα με τα άρθρα 56 έως 61 του παρόντος Νόμου απέτυχαν να εξασφαλίσουν αποτελεσματικό ανταγωνισμό και ότι σημαντικά διαχρονικά προβλήματα ανταγωνισμού ή αδυναμίες της αγοράς παραμένουν όσον αφορά τη χονδρική παροχή ορισμένων προϊόντων πρόσβασης, μπορεί, ως εξαιρετικό μέτρο, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 55 εδάφιο (3), να επιβάλει υποχρέωση σε καθετοποιημένες επιχειρήσεις να μεταθέσουν δραστηριότητες που σχετίζονται με τη χονδρική παροχή συναφών προϊόντων πρόσβασης σε επιχειρησιακή μονάδα που λειτουργεί ανεξάρτητα.  Η εν λόγω επιχειρησιακή μονάδα θα προμηθεύει προϊόντα και υπηρεσίες πρόσβασης σε όλες τις επιχειρήσεις, συμπεριλαμβανομένων άλλων επιχειρησιακών μονάδων της μητρικής εταιρείας, με τα ίδια χρονικά περιθώρια, όρους και προϋποθέσεις, συμπεριλαμβανομένων όσον αφορούν επίπεδα τιμών και στάθμη υπηρεσιών, καθώς και μέσω των ίδιων συστημάτων και διαδικασιών.

(2) Εφόσον ο Επίτροπος προτίθεται να επιβάλει υποχρέωση λειτουργικού διαχωρισμού, υποβάλλει αίτηση στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η οποία περιλαμβάνει:

(α) τεκμηρίωση, η οποία να αιτιολογεί το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε ο Επίτροπος βάσει του εδαφίου (1)·

(β) αιτιολογημένη αξιολόγηση από την οποία να προκύπτει ότι οι προοπτικές αποτελεσματικού και βιώσιμου ανταγωνισμού υποδομών μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα είναι ελάχιστες ή μηδαμινές·

(γ) ανάλυση του αναμενόμενου αντίκτυπου στη Ρυθμιστική Αρχή, στον επηρεαζόμενο παροχέα, ιδίως στο εργατικό δυναμικό του υπό διαχωρισμό παροχέα και στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών εν γένει, καθώς και στα επενδυτικά κίνητρα στον τομέα συνολικά, ιδίως όσον αφορά την ανάγκη να εξασφαλισθεί η κοινωνική και εδαφική συνοχή, καθώς και σε άλλα ενδιαφερόμενα μέρη, περιλαμβανομένου του αναμενόμενου αντίκτυπου στον ανταγωνισμό και των ενδεχόμενων επιπτώσεων για τους καταναλωτές·

(δ) ανάλυση των λόγων για τους οποίους η υποχρέωση αυτή θα αποτελούσε το αποτελεσματικότερο μέσο επιβολής επανορθωτι-κών μέτρων για την αντιμετώπιση των προσδιοριζόμενων προβλημάτων του ανταγω-νισμού ή περιπτώσεων δυσλειτουργίας της αγοράς που έχουν εντοπιστεί.

(3) Το ρυθμιστικό μέτρο μπορεί να περιλαμβάνει τα ακόλουθα στοιχεία:

(α) τον ακριβή χαρακτήρα και το επίπεδο του διαχωρισμού,   προσδιορίζοντας   ιδίως  το   νομικό καθεστώς της χριστής επιχειρηματικής οντότητας·

(β) τον προσδιορισμό των στοιχείων ενεργητικού της χωριστής επιχειρηματικής οντότητας καθώς και των προϊόντων ή υπηρεσιών που θα προμηθεύει η εν λόγω οντότητα·

(γ) τις οργανωτικές ρυθμίσεις για την εξασφάλιση της ανεξαρτησίας του προσωπικού που απασχολείται από τη χωριστή επιχειρηματική οντότητα και την αντίστοιχη διάρθρωση κινήτρων·

(δ) κανόνες για την εξασφάλιση της συμμόρφωσης προς τις υποχρεώσεις·

(ε) κανόνες για την εξασφάλιση της διαφάνειας επιχειρησιακών διαδικασιών, ιδίως έναντι άλλων ενδιαφερομένων·

(στ) πρόγραμμα παρακολούθησης για την εξασφάλιση της συμμόρφωσης, που περιλαμβάνει τη δημοσίευση ετήσιας έκθεσης.

(4) Έπειτα από την απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για το σχέδιο μέτρου που λαμβάνεται, ο Επίτροπος διεξάγει συντονισμένη εξέταση των διαφόρων αγορών που σχετίζονται με το δίκτυο πρόσβασης.  Με βάση την αξιολόγηση του ο Επίτροπος επιβάλλει, διατηρεί, τροποποιεί ή καταργεί τις υποχρεώσεις, σύμφωνα με το Μέρος 9 του παρόντος Νόμου.

(5) Επιχείρηση στην οποία έχει επιβληθεί λειτουργικός διαχωρισμός μπορεί να υπάγεται σε  οποιαδήποτε από τις υποχρεώσεις που ορίζονται στα άρθρα 56 μέχρι 61 του παρόντος Νόμου σε οποιαδήποτε επιμέρους αγορά όπου έχει καθορισθεί ως κατέχουσα σημαντική ισχύ ή σε σχέση με κάθε άλλη υποχρέωση που έχει εγκριθεί από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

Εθελούσιος διαχωρισμός από καθετοποιημένη επιχείρηση

60Β.-(1) Παροχείς που έχουν ορισθεί ως έχοντες σημαντική ισχύ σε μία ή περισσότερες σχετικές αγορές, εφόσον προτίθενται να μεταβιβάσουν στοιχεία του τοπικού δικτύου πρόσβασης τους ή σημαντικό μέρος τους σε χωριστή νομική οντότητα υπό διαφορετική ιδιοκτησία ή να καθιερώσουν χωριστή επιχειρηματική οντότητα για την παροχή πλήρως ισότιμων προϊόντων πρόσβασης σε όλους τους παροχείς λιανικής, συμπεριλαμβανομένων και των δικών τους τμημάτων λιανικής, ενημερώνουν τον Επίτροπο εκ των προτέρων και εγκαίρως προκειμένου να του επιτρέψουν να αξιολογήσει τον αντίκτυπο της σκοπούμενης μεταβίβασης.  Οι επιχειρήσεις ενημερώνουν επίσης τον Επίτροπο για τυχόν αλλαγή του επιδιωκόμενου σκοπού, καθώς και για την τελική έκβαση της διαδικασίας διαχωρισμού.

(2) Ο Επίτροπος αξιολογεί το αποτέλεσμα της σκοπούμενης μεταβίβασης επί των υφιστάμενων κανονιστικών υποχρεώσεων. Για το σκοπό αυτό, ο Επίτροπος διεξάγει συντονισμένη εξέταση των διάφορων αγορών που σχετίζονται με το δίκτυο πρόσβασης.  Με βάση την αξιολόγηση, ο Επίτροπος επιβάλλει, διατηρεί, τροποποιεί ή καταργεί υποχρεώσεις, σύμφωνα με τα άρθρα 50, 50Α και 50Β του παρόντος Νόμου.

(3) Η νομικά ή/και λειτουργικά χωριστή επιχειρησιακή οντότητα μπορεί να υπάγεται σε οποιαδήποτε από τις υποχρεώσεις των άρθρων 56 έως 61 του παρόντος Νόμου σε οποιαδήποτε συγκεκριμένη αγορά όπου έχει ορισθεί  ως κατέχουσα σημαντική ισχύ ή σε οποιαδήποτε άλλη υποχρέωση που έχει εγκριθεί από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 55, εδάφιο (3).

Λογιστικός και διαρθρωτικός διαχωρισμός και οικονομικές εκθέσεις

61. (1) Ο Επίτροπος διασφαλίζει ότι οι φορείς εκμετάλλευσης που παρέχουν δίκτυα ηλεκτρονικών επικοινωνιών ή διαθέσιμες υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών και κατέχουν ειδικά ή αποκλειστικά δικαιώματα για την παροχή υπηρεσιών σε άλλους τομείς εκτός των ηλεκτρονικών επικοινωνιών στην Κύπρο υποχρεούνται στα εξής:

(α) να τηρούν χωριστούς λογαριασμούς για τις δραστηριότητες που σχετίζονται με την παροχή δικτύων ή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, στο βαθμό που θα απαιτούνταν εάν αυτές οι δραστηριότητες διεξάγονταν από νομικά ανεξάρτητες εταιρείες προκειμένου να προσδιορίζονται όλα τα στοιχεία του κόστους και των εσόδων,

(β) να έχουν διαρθρωτικό διαχωρισμό για τις δραστηριότητες που σχετίζονται με την παροχή δικτύων ή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών.

(2) Κατά την τήρηση των χωριστών λογαριασμών που αναφέρονται στο εδάφιο (1) της παραγράφου (β) πιο πάνω, θα πρέπει να περιγράφεται η βάση υπολογισμού του κόστους, καθώς και οι χρησιμοποιούμενες λεπτομερείς μέθοδοι καταμερισμού. Οι λογαριασμοί θα πρέπει να αφορούν τις δραστηριότητες που συνδέονται με την παροχή δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, συμπεριλαμβανομένου ενός αναλυτικού επιμερισμού πάγιων στοιχείων και διαρθρωτικού κόστους.

(3) Ο Επίτροπος δύναται, με απόφαση, κατά τη διακριτική του ευχέρεια, να επιλέξει να μην εφαρμόσει τις απαιτήσεις που αναφέρονται στο παρόν Άρθρο σε φορείς εκμετάλλευσης των οποίων ο ετήσιος κύκλος εργασιών που σχετίζεται με δίκτυα και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών είναι μικρότερος από 50 εκατομμύρια ΕΥΡΩ.

(4) Οι φορείς εκμετάλλευσης που υπόκεινται στις υποχρεώσεις που επιβάλλονται δυνάμει του παρόντος Άρθρου θα πρέπει να καταρτίζουν και να υποβάλλουν τις εκθέσεις τους, συμπεριλαμβανομένων αυτών που αναφέρονται στην παράγραφο (α) του εδαφίου(1) σε ανεξάρτητο ελεγκτή και να τις δημοσιεύουν, εκτός εάν υπόκεινται στο εταιρικό δίκαιο ή ωφελούνται από τα κριτήρια μικρομεσαίων επιχειρήσεων των ευρωπαϊκών λογιστικών κανόνων. Ο έλεγχος αυτός θα διεξάγεται σύμφωνα με το Δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τον παρόντα Νόμο.

Συνεγκατάσταση και από κοινού χρήση διευκολύνσεων

62.-(1) Όταν πρόσωπο που παρέχει δίκτυα ηλεκτρονικών επικοινωνιών έχει το δικαίωμα, δυνάμει της εθνικής νομοθεσίας, να εγκαθιστά υποδομές επί, υπεράνω ή υποκάτω δημόσιου ή ιδιωτικού ακινήτου, ή δύναται να επωφελείται διαδικασίας για την απαλλοτρίωση ή τη χρήση ακινήτου, ο Επίτροπος έχει εξουσία να επιβάλει, λαμβάνοντας υπόψη την αρχή της αναλογικότητας, την κοινή χρήση των υποδομών ή του ακινήτου αυτού, περιλαμβανομένων, μεταξύ άλλων, κτιρίων ή εισόδων σε κτίρια, καλωδιώσεων κτιρίων, ιστών, κεραιών, πύργων και άλλων υποστηρικτικών κατασκευών, αγωγών, σωληνώσεων, φρεατίων και κυτίων σύνδεσης.

(2) Ο Επίτροπος έχει εξουσία να επιβάλει στους κατόχους των αναφερόμενων στο εδάφιο (1) δικαιωμάτων, την από κοινού χρήση των υποδομών ή ακινήτων (περιλαμβανομένης της φυσικής συνεγκατάστασης) ή τη λήψη μέτρων διευκόλυνσης του συντονισμού εκτέλεσης δημόσιων έργων, για λόγους που αφορούν στην ανάγκη προστασίας του περιβάλλοντος, της δημόσιας υγείας ή της δημόσιας ασφάλειας ή της επίτευξης πολεοδομικών ή χωροταξικών στόχων, κατόπιν δημόσιας διαβούλευσης, κατά τη διάρκεια της οποίας παρέχεται σε όλους τους ενδιαφερομένους η δυνατότητα διατύπωσης των απόψεών τους.  Οι ρυθμίσεις που αφορούν στην από κοινού χρήση ή στα μέτρα για διευκόλυνση του συντονισμού είναι δυνατό να περιλαμβάνουν κανόνες για τον επιμερισμό των δαπανών της από κοινού χρήσης υποδομών ή του ακινήτου.

(3) Ο Επίτροπος, κατόπιν δημόσιας διαβούλευσης, έχει την εξουσία να επιβάλει στους κατόχους των αναφερόμενων στο εδάφιο (1) δικαιωμάτων και/ή στους ιδιοκτήτες των καλωδιώσεων, υποχρεώσεις ως προς την από κοινού χρήση των καλωδιώσεων εντός των κτιρίων ή μέχρι το πρώτο σημείο συγκέντρωσης ή διανομής, όταν αυτό βρίσκεται εκτός κτιρίου, σε περίπτωση που δικαιολογείται η αποφυγή εγκατάστασης εκ νέου πανομοιότυπης υποδομής, εφόσον αυτή αποδεικνύεται οικονομικά αναποτελεσματική ή δεν υποστηρίζεται από την εγκατάσταση που υποστηρίζει την υφιστάμενη καλωδίωση.  Οι ρυθμίσεις αυτές για την από κοινού χρήση ή τον συντονισμό μπορούν να περιλαμβάνουν κανόνες για τον επιμερισμό των σχετικών δαπανών, οι οποίοι θα λαμβάνουν υπόψη τον επενδυτικό ή και οικονομικό κίνδυνο, όπου κάτι τέτοιο ισχύει.

(4) (α) Ο Επίτροπος έχει εξουσία να επιβάλει σε πρόσωπα την υποχρέωση να παρέχουν τις αναγκαίες πληροφορίες, κατ’ αίτηση των αρμόδιων αρχών, για να μπορούν οι εν λόγω αρχές, από κοινού με τον Επίτροπο, να καταρτίσουν λεπτομερή κατάλογο της φύσεως, της διαθεσιμότητας και της γεωγραφικής θέσης των υποδομών που αναφέρονται στο εδάφιο (1) και να τον καταστήσουν διαθέσιμο στους ενδιαφερομένους.

(β) Ο Επίτροπος δύναται, κατόπιν αιτήματος οποιουδήποτε μέρους, να λαμβάνει μέτρα για επίλυση θέματος ή διαφοράς, που αφορά σε συμφωνίες συνεγκατάστασης ή από κοινού χρήσης διευκολύνσεων, με βάση το Μέρος 7 του παρόντος Νόμου και η εν λόγω συμφωνία θεωρείται ότι είναι συμφωνία διασύνδεσης για το σκοπό αυτό.

(5) Τα μέτρα που λαμβάνονται από τον Επίτροπο σύμφωνα με το παρόν άρθρο είναι αντικειμενικά, διαφανή, αμερόληπτα και αναλογικά και είναι δυνατό να ρυθμιστούν περαιτέρω με Διάταγμα του Επιτρόπου.  Κατά περίπτωση, τα εν λόγω μέτρα εφαρμόζονται σε συντονισμό με τις τοπικές αρχές.

Πρόσβαση σε υφιστάμενη υλική υποδομή

62Α.-(1)(α) Οι φορείς εκμετάλλευσης δικτύου δύνανται να παρέχουν σε επιχειρήσεις, που  έχουν δεόντως αδειοδοτηθεί σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου ή παρέχουν δίκτυα ηλεκτρονικών επικοινωνιών δια οιασδήποτε οικείας νομοθεσίας,  πρόσβαση στην υλική τους υποδομή, με  σκοπό την εγκατάσταση στοιχείων υψίρρυθμων δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών.

(β) Αντιστοίχως με τα όσα αναφέρονται στην παράγραφο (α), οι φορείς  εκμετάλλευσης δημόσιων δικτύων επικοινωνιών δύνανται να παρέχουν  πρόσβαση στην υλική τους υποδομή με σκοπό την ανάπτυξη άλλων δικτύων  εκτός από δίκτυα ηλεκτρονικών επικοινωνιών.

(2)(α) Μετά από γραπτή αίτηση επιχείρησης εξουσιοδοτημένης να παρέχει  δημόσια δίκτυα επικοινωνιών, κάθε φορέας εκμετάλλευσης δικτύου,  υποχρεούται να ικανοποιεί κάθε εύλογη αίτηση πρόσβασης στην υλική του υποδομή, υπό δίκαιους και εύλογους όρους, συμπεριλαμβανομένης της τιμής,  ενόψει της εγκατάστασης στοιχείων υψίρρυθμων δικτύων ηλεκτρονικών  επικοινωνιών.

(β) Η αίτηση η οποία αναφέρεται στην παράγραφο (α), προσδιορίζει τα  στοιχεία του έργου για το οποίο ζητείται πρόσβαση, συμπεριλαμβανομένου  συγκεκριμένου χρονικού πλαισίου για το οποίο ζητείται η πρόσβαση.

(3) Κάθε άρνηση πρόσβασης βασίζεται σε αντικειμενικά, διαφανή και  αναλογικά κριτήρια, όπως είναι:

(α) Η τεχνική καταλληλότητα της υλικής υποδομής στην οποία ζητείται πρόσβαση για την υποδοχή των στοιχείων υψίρρυθμων δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών τα οποία αναφέρονται στο εδάφιο (2) ·

(β) η ύπαρξη διαθέσιμου χώρου για την υποδοχή των στοιχείων,  των υψίρρυθμων δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών τα οποία αναφέρονται στο εδάφιο (2), συμπεριλαμβανομένων των μελλοντικών αναγκών χώρου του φορέα εκμετάλλευσης του δικτύου, οι οποίες πρέπει να καταδεικνύονται, επαρκώς·

(γ) τα θέματα  ασφάλειας και δημόσια υγείας·

(δ) η ακεραιότητα και ασφάλεια οποιουδήποτε δικτύου, κυρίως στην περίπτωση κρίσιμης εθνικής υποδομής·

(ε) ο κίνδυνος σοβαρών παρεμβολών των προγραμματισμένων υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών στην παροχή άλλων υπηρεσιών μέσω της ίδιας υλικής υποδομής·

(στ) η ύπαρξη βιώσιμων εναλλακτικών μέσων χονδρικής πρόσβασης σε υλική υποδομή δικτύου που παρέχονται από τον φορέα εκμετάλλευσης του δικτύου και είναι κατάλληλα για την παροχή υψίρρυθμων δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών, εφόσον η πρόσβαση αυτή προσφέρεται υπό δίκαιους και εύλογους όρουςː

Νοείται ότι, ο φορέας εκμετάλλευσης του δικτύου  δηλώνει τους λόγους  άρνησης εντός δύο (2) μηνών από την ημερομηνία παραλαβής της πλήρους  αίτησης πρόσβασης.

(4)(α) Σε περίπτωση κατά την οποία απορριφθεί η πρόσβαση ή δεν  επιτευχθεί συμφωνία όσον αφορά συγκεκριμένους όρους, συμπεριλαμβανομένης της τιμής, εντός δύο (2) μηνών από την ημερομηνία  παραλαβής της αίτησης πρόσβασης, τα μέρη έχουν τη δυνατότητα  παραπομπής του ζητήματος για επίλυση της διαφοράς στον Επίτροπο, ο  οποίος αφού λάβει πλήρως υπόψη την αρχή της αναλογικότητας εκδίδει μια  δεσμευτική απόφαση για την επίλυση της διαφοράς που του υποβλήθηκε,  συμπεριλαμβανομένου του καθορισμού δίκαιων και εύλογων όρων και  προϋποθέσεων, συμπεριλαμβανομένης, κατά περίπτωση, της τιμής.

(β) Ο Επίτροπος επιλύει τη διαφορά το συντομότερο δυνατό και  οπωσδήποτε εντός τεσσάρων (4) μηνών από την ημερομηνία παραλαβής της  πλήρους αίτησης, πλην έκτακτων περιστάσεων, χωρίς επηρεασμό του  δικαιώματος του κάθε μέρους όπως προσφύγει στο Δικαστήριο.

(γ) Όταν η διαφορά αφορά στην πρόσβαση στην υποδομή παροχέα  δικτύου ηλεκτρονικών επικοινωνιών, ο Επίτροπος λαμβάνει υπόψη, εφόσον  ενδείκνυται, τους στόχους που προβλέπονται στις διατάξεις του άρθρου 18.

(δ) Κατά τον καθορισμό τιμών που αφορούν στο αίτημα πρόσβασης, ο  Επίτροπος μεριμνά ώστε η επιχείρηση που παρέχει την πρόσβαση, να έχει την εύλογη δυνατότητα να ανακτήσει τα έξοδά της και συνεκτιμά τις  επιπτώσεις της ζητηθείσας πρόσβασης στο επιχειρηματικό σχέδιο,  συμπεριλαμβανομένων των επενδύσεων που έχουν γίνει από τον φορέα  εκμετάλλευσης του δικτύου από τον οποίο ζητείται η πρόσβαση, κυρίως στις υλικές υποδομές που χρησιμοποιούνται για την παροχή υψίρρυθμων υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών.

(5) Το παρόν άρθρο δεν θίγει το δικαίωμα ιδιοκτησίας του κυρίου της  υλικής υποδομής στις περιπτώσεις που δεν πρόκειται για τον φορέα εκμετάλλευσης του δικτύου, ούτε το δικαίωμα ιδιοκτησίας τρίτων, όπως  ιδιοκτητών εκτάσεων γης και ακινήτων.

(6) Σε περίπτωση κατά την οποία ο Επίτροπος διαπιστώνει παράβαση  των διατάξεων του παρόντος άρθρου, πληροφορεί τον αδειούχο περί τούτου και δύναται να επιβάλλει διοικητικό πρόστιμο ή/και άλλες κυρώσεις σύμφωνα με το περί Συλλογής Πληροφοριών και Επιβολής Διοικητικού Προστίμου Διάταγμα.

Διαφάνεια σε σχέση με την πληροφόρηση αναφορικά με την υλική υποδομή

62Β.-(1) Kάθε επιχείρηση η οποία, έχει δεόντως αδειοδοτηθεί σύμφωνα με  τις διατάξεις του παρόντος Νόμου ή παρέχει δημόσια δίκτυα  επικοινωνιών δια οιασδήποτε οικείας νομοθεσίας, για να είναι σε θέση να ζητήσει πρόσβαση σε υλική υποδομή σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου (2) του άρθρου 62Α, δικαιούται όπως έχει πρόσβαση, κατόπιν αίτησης, στις ακόλουθες ελάχιστες πληροφορίες, όσον αφορά την υφιστάμενη υλική υποδομή οποιουδήποτε φορέα εκμετάλλευσης δικτύου:

(α) Τοποθεσία και όδευση·

(β) είδος και τρέχουσα χρήση της υποδομής· και

(γ) σημείο επαφής.

(2) H επιχείρηση που ζητεί την πρόσβαση, προσδιορίζει τη σχετική περιοχή ενόψει της εγκατάστασης στοιχείων, υψίρρυθμων δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών.

(3) Περιορισμός της πρόσβασης στις ελάχιστες πληροφορίες οι οποίες ζητούνται σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου (1), επιτρέπεται, μόνον εφόσον κρίνεται απαραίτητο, για λόγους ασφάλειας των δικτύων και της ακεραιότητάς τους, για λόγους εθνικής ασφάλειας, δημόσιας υγείας ή ασφάλειας, εμπιστευτικότητας ή επιχειρησιακού και εμπορικού απορρήτου.

(4)(α) Κάθε φορέας του δημόσιου τομέα ο οποίος, λόγω των καθηκόντων του, έχει στην κατοχή του, σε ηλεκτρονική μορφή, στοιχεία των ελάχιστων πληροφοριών που αναφέρονται στις διατάξεις του εδαφίου (1) όσον αφορά την υλική υποδομή φορέα εκμετάλλευσης δικτύου,  πρέπει να τα καταστήσει διαθέσιμα μέσω του ενιαίου σημείου πληροφόρησης, το οποίο υπάγεται στην αρμοδιότητα  του Επιτρόπου,  με ηλεκτρονικά μέσα, πριν από την 1η Ιανουαρίου του 2017.

(β) Οι εν λόγω φορείς του δημόσιου τομέα θέτουν τα στοιχεία τα οποία κατέχουν στη διάθεση επιχειρήσεων που παρέχουν ή είναι εξουσιοδοτημένες να παρέχουν δημόσια δίκτυα επικοινωνιών, με την επιφύλαξη των περιορισμών που προβλέπονται στις διατάξεις του εδαφίου (1), μετά από σχετικό αίτημα των επιχειρήσεων αυτών.

(γ) Τυχόν μεταγενέστερες αλλαγές των πληροφοριών αυτών ή νέα στοιχεία των ελάχιστων πληροφοριών που προβλέπονται στις διατάξεις του εδαφίου (1) που λαμβάνονται από τον φορέα του δημόσιου τομέα διαβιβάζονται στο ενιαίο σημείο πληροφόρησης εντός δύο (2) μηνών από την ημερομηνία παραλαβής τους και η προθεσμία αυτή παρατείνεται κατά ένα μήνα κατ' ανώτατο όριο, όταν απαιτείται για την κατοχύρωση της αξιοπιστίας των παρεχόμενων πληροφοριών.

(5)(α) Οι ελάχιστες πληροφορίες που διατίθενται σε ενιαίο σημείο πληροφόρησης σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου (4), είναι άμεσα προσιτές, μέσω του ενιαίου σημείου πληροφόρησης, σε ηλεκτρονική μορφή και υπό αναλογικούς, ισότιμους και διαφανείς όρους.

(β) Η πρόσβαση στις ελάχιστες πληροφορίες σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος εδαφίου, εξασφαλίζεται μέσω του ενιαίου σημείου πληροφόρησης το αργότερο έως την 1η Ιανουαρίου του 2017.

(6) Σε περίπτωση κατά την οποία οι ελάχιστες πληροφορίες που προβλέπονται στις διατάξεις του εδαφίου (1) δεν είναι διαθέσιμες μέσω του ενιαίου σημείου πληροφόρησης, οι φορείς εκμετάλλευσης δικτύου, επιτρέπουν την πρόσβαση στις πληροφορίες αυτές μετά από ειδική γραπτή αίτηση επιχείρησης η οποία έχει δεόντως αδειοδοτηθεί σύμφωνα  με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου ή έχει το δικαίωμα να παρέχει δημόσια δίκτυα επικοινωνιών διά οιασδήποτε οικείας νομοθεσίας.

(7) Στην αίτηση προσδιορίζεται η περιοχή την οποία αφορά η εγκατάσταση στοιχείων υψίρρυθμων δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών.

(8) Η πρόσβαση στις πληροφορίες εγκρίνεται εντός δύο (2) μηνών από την ημερομηνία παραλαβής της γραπτής αίτησης υπό αναλογικούς, ισότιμους και διαφανείς όρους, με την επιφύλαξη των περιορισμών που προβλέπονται στις διατάξεις του εδαφίου (1).

(9) Μετά από υποβολή ειδικής γραπτής αίτησης από επιχείρηση η οποία παρέχει ή είναι εξουσιοδοτημένη να παρέχει δημόσια δίκτυα επικοινωνιών, οι  φορείς εκμετάλλευσης δικτύου, ικανοποιούν εύλογες αιτήσεις για την επιτόπου έρευνα συγκεκριμένων στοιχείων της υλικής υποδομής τους.

(10) Στην αίτηση προσδιορίζονται τα στοιχεία του δικτύου τα οποία αφορά η εγκατάσταση στοιχείων υψίρρυθμων δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών.

(11) Η επιτόπου έρευνα συγκεκριμένων στοιχείων του δικτύου εγκρίνεται εντός μηνός από την ημερομηνία παραλαβής της γραπτής αίτησης υπό αναλογικούς, ισότιμους και διαφανείς όρους, με την επιφύλαξη των περιορισμών που προβλέπονται στις διατάξεις του εδαφίου (1).

(12) Σε περίπτωση διαφοράς, όσον αφορά τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στις διατάξεις του παρόντος άρθρου, οποιοδήποτε μέρος έχει το δικαίωμα να παραπέμψει τη διαφορά στον Επίτροπος.

(13) Ο Επίτροπος, λαμβάνοντας πλήρως υπ' όψιν την αρχή της αναλογικότητας, εκδίδει δεσμευτική απόφαση για την επίλυση της διαφοράς το συντομότερο δυνατόν και οπωσδήποτε εντός δύο (2) μηνών, πλην έκτακτων περιστάσεων, χωρίς επηρεασμό του δικαιώματος του κάθε μέρους όπως προσφύγει στο Δικαστήριο.

(14)(α) Ο Επίτροπος δύναται να εκδώσει διάταγμα στο οποίο να προβλέπονται εξαιρέσεις από τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στις διατάξεις των εδαφίων (1) έως (11) στην περίπτωση υφιστάμενων υλικών υποδομών που δεν θεωρούνται τεχνικά κατάλληλες για την εγκατάσταση υψίρρυθμων δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών ή σε περίπτωση κρίσιμων εθνικών υποδομών.

(β) Οι εξαιρέσεις αυτές είναι δεόντως αιτιολογημένες και στους ενδιαφερόμενους παρέχεται η δυνατότητα να υποβάλουν εντός εύλογου χρονικού διαστήματος παρατηρήσεις σχετικά με τα σχέδια εξαιρέσεων.

(γ) Οποιαδήποτε τέτοια εξαίρεση κοινοποιείται στην Επιτροπή.

(15) Οι επιχειρήσεις που έχουν δεόντως αδειοδοτηθεί σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου ή έχουν το δικαίωμα να παρέχουν δημόσια δίκτυα επικοινωνιών και επιτυγχάνουν πρόσβαση σε πληροφορίες σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου λαμβάνουν τα ενδεδειγμένα μέτρα για την τήρηση της εμπιστευτικότητας και του επιχειρηματικού απόρρητου.

(16) Σε περίπτωση κατά την οποία ο Επίτροπος διαπιστώνει παράβαση  των διατάξεων του παρόντος άρθρου, πληροφορεί τον αδειούχο περί τούτου και δύναται να επιβάλλει διοικητικό πρόστιμο ή/και άλλες κυρώσεις σύμφωνα με το περί Συλλογής Πληροφοριών και Επιβολής Διοικητικού Προστίμου Διάταγμα.

Υλική υποδομή εντός κτιρίου

62Γ.-(1) Όλα τα νεόδμητα κτίρια στον τόπο του τελικού χρήστη, συμπεριλαμβανομένων των στοιχείων υπό συνιδιοκτησία, για τα οποία η αίτηση πολεοδομικής άδειας ή/και άδειας οικοδομής, ανάλογα με την περίπτωση, υποβάλλεται μετά την 31η Δεκεμβρίου του 2016, πρέπει να είναι εξοπλισμένα με υλική υποδομή εντός κτιρίου, προσαρμοσμένη για υψηλές ταχύτητες, έως τα σημεία τερματισμού του δικτύουː

Νοείται ότι, οι διατάξεις του εδαφίου (1) ισχύουν και στην περίπτωση μείζονων έργων ανακαίνισης για τα οποία η αίτηση πολεοδομικής άδειας ή/και άδειας οικοδομής, ανάλογα με την περίπτωση, υποβλήθηκε μετά την 31η Δεκεμβρίου του 2016.

(2) Όλες οι νεόδμητες πολυκατοικίες για τις οποίες η αίτηση πολεοδομικής άδειας ή/και άδειας οικοδομής, ανάλογα με την περίπτωση, υποβάλλεται μετά την 31η Δεκεμβρίου του 2016, πρέπει να είναι εξοπλισμένες με σημείο πρόσβασηςː

Νοείται ότι, οι διατάξεις του εδαφίου (2) ισχύουν και όσον αφορά μείζονα έργα ανακαίνισης πολυκατοικιών για τα οποία η αίτηση πολεοδομικής άδειας ή/και άδειας οικοδομής, ανάλογα με την περίπτωση, υποβάλλεται μετά την 31η Δεκεμβρίου του 2016.

(3) Τα κτίρια που φέρουν εξοπλισμό υλικής υποδομής ως περιγράφεται στο παρόν άρθρο δύνανται να φέρουν τον χαρακτηρισμό “οίκημα ευρυζωνικής υποδομής”.

(4)(α) Ο Επίτροπος, μετά από διαβούλευση με τις αρμόδιες αρχές, δύναται να προβλέψει εξαιρέσεις από τις προβλεπόμενες στα εδάφια (1) και (2) υποχρεώσεις, για κατηγορίες κτιρίων, συγκεκριμένα μονοκατοικίες, ή για μείζονα έργα ανακαίνισης, όταν οι υποχρεώσεις αυτές συνεπάγονται δυσανάλογη επιβάρυνση, είτε από άποψη κόστους για τους ιδιοκτήτες ή τους συνιδιοκτήτες, είτε από άποψη κτιρίου όπως όταν πρόκειται για ειδικές κατηγορίες μνημείων, ιστορικών κτιρίων, εξοχικών κατοικιών, στρατιωτικών κτιρίων ή άλλων κτιρίων που χρησιμοποιούνται για σκοπούς εθνικής ασφάλειας.

(β) Οι εξαιρέσεις αυτές αιτιολογούνται δεόντως και στους ενδιαφερόμενους παρέχεται η δυνατότητα να υποβάλουν, εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος, παρατηρήσεις σχετικά με τα σχέδια εξαιρέσεων.

(γ) Οιαδήποτε τέτοια εξαίρεση κοινοποιείται στην Επιτροπή.

(5) Σε περίπτωση κατά την οποία ο Επίτροπος διαπιστώνει παράβαση  των διατάξεων του παρόντος άρθρου, πληροφορεί τον αδειούχο περί τούτου και δύναται να επιβάλλει διοικητικό πρόστιμο ή/και άλλες κυρώσεις σύμφωνα με το περί Συλλογής Πληροφοριών και Επιβολής Διοικητικού Προστίμου Διάταγμα.

Πρόσβαση σε υλική υποδομή εντός κτιρίου

62Δ.-(1) Με την επιφύλαξη της παραγράφου (α) του εδαφίου (3), οι παροχείς δημόσιων δικτύων επικοινωνιών, έχουν δικαίωμα εγκατάστασης του δικτύου τους, με δική τους δαπάνη, έως το σημείο πρόσβασης.

(2) Με την επιφύλαξη της παραγράφου (α) του εδαφίου (3), οι παροχείς δημόσιων δικτύων επικοινωνιών έχουν δικαίωμα πρόσβασης σε υπάρχουσα υλική υποδομή εντός κτιρίου ενόψει της εγκατάστασης υψίρρυθμου δικτύου ηλεκτρονικών επικοινωνιών αν η κατασκευή δεύτερης υποδομής είναι τεχνικά ανέφικτη ή οικονομικά ασύμφορη.

(3)(α) Οποιοσδήποτε έχει το δικαίωμα να χρησιμοποιεί το σημείο πρόσβασης και την εντός κτιρίου υλική υποδομή ικανοποιεί κάθε εύλογη αίτηση για πρόσβαση υπό δίκαιους και ισότιμους όρους, συμπεριλαμβανομένης της τιμής, όπου εφαρμόζεται.

(β) Αν δεν επιτευχθεί συμφωνία για την πρόσβαση όπως αναφέρεται στις διατάξεις εδαφίων (1) ή (2) εντός δύο (2) μηνών από την ημερομηνία παραλαβής της επίσημης αίτησης πρόσβασης, τα μέρη, έχουν δικαίωμα παραπομπής του ζητήματος στον Επίτροπο, προκειμένου να εκτιμηθεί η συμμόρφωση με τις απαιτήσεις που προβλέπονται στα εν λόγω εδάφια.

(γ) Ο Επίτροπος, λαμβάνοντας πλήρως υπ' όψιν την αρχή της αναλογικότητας, εκδίδει δεσμευτική απόφαση για την επίλυση της διαφοράς το συντομότερο δυνατόν και οπωσδήποτε εντός δύο (2) μηνών, πλην έκτακτων περιστάσεων, χωρίς επηρεασμό του δικαιώματος του κάθε μέρους όπως προσφύγει στο αρμόδιο Δικαστήριο.

(4) Ο Επίτροπος δύναται να προβλέψει εξαιρέσεις από τις διατάξεις των εδαφίων (1) έως (3), για κτίρια στα οποία εξασφαλίζεται, σύμφωνα με αντικειμενικούς, διαφανείς, αναλογικούς και ισότιμους όρους, πρόσβαση σε υπάρχον δίκτυο με σημείο τερματισμού στον τόπο του τελικού χρήστη το οποίο είναι κατάλληλο για την παροχή υψίρρυθμων υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών.

(5) Ελλείψει διαθέσιμης υποδομής εντός κτιρίου, προσαρμοσμένης σε υψηλές ταχύτητες, οι παροχείς δημόσιων δικτύων επικοινωνιών έχουν δικαίωμα τερματισμού του δικτύου τους στο χώρο του συνδρομητή, εφόσον συμφωνεί ο συνδρομητής, και υπό την προϋπόθεση ότι είναι ελάχιστες οι επιπτώσεις στην ιδιωτική ιδιοκτησία τρίτων.

(6) Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται με την επιφύλαξη του δικαιώματος ιδιοκτησίας του κυρίου του σημείου πρόσβασης ή της εντός κτιρίου υλικής υποδομής εφόσον δεν πρόκειται για το ίδιο άτομο με τον κάτοχο του δικαιώματος χρήσης τους, και του δικαιώματος ιδιοκτησίας τρίτων, όπως ιδιοκτητών εκτάσεων γης και κτιρίων.

(7) Κάθε πρόσωπο το οποίο θεωρεί ότι υπέστηκε ζημιά λόγω της άσκησης των δικαιωμάτων που προβλέπονται στις διατάξεις του παρόντος άρθρου, δύναται όπως αξιώσει αποζημίωση για την ζημιά που θεωρεί ότι υπέστηκε, με την έγερση αγωγής στο αρμόδιο Επαρχιακό Δικαστήριο.

(8) Σε περίπτωση κατά την οποία ο Επίτροπος διαπιστώνει παράβαση  των διατάξεων του παρόντος άρθρου, πληροφορεί τον αδειούχο περί τούτου και δύναται να επιβάλλει διοικητικό πρόστιμο ή/και άλλες κυρώσεις σύμφωνα με το περί Συλλογής Πληροφοριών και Επιβολής Διοικητικού Προστίμου Διάταγμα.

Διαλειτουργικότητα των διαδραστικών ψηφιακών τηλεοπτικών εκπομπών

63. (1) Στις υπηρεσίες διαδραστικής ψηφιακής τηλεόρασης, οι οποίες εκπέμπονται από ψηφιακές «πλατφόρμες» διαδραστικής τηλεόρασης και διανέμονται εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ανεξαρτήτως τρόπου εκπομπής, χρησιμοποιείται ανοικτή διεπαφή προγράμματος εφαρμογής (ΔΠΕ).

(2) Ο προηγμένος ψηφιακός τηλεοπτικός εξοπλισμός για τη λήψη διαδραστικών υπηρεσιών ψηφιακής τηλεόρασης που εκπέμπονται στις ψηφιακές «πλατφόρμες» διαδραστικής τηλεόρασης, τηρεί ανοικτή ΔΠΕ, σύμφωνα με τις ελάχιστες απαιτήσεις των σχετικών προτύπων ή προδιαγραφών, όπως προβλέπεται στο Μέρος 12.

(3) Οι παροχείς υπηρεσιών ψηφιακής τηλεόρασης και εξοπλισμού οφείλουν να συνεργάζονται για την προσφορά διαλειτουργικών τηλεοπτικών υπηρεσιών στους τελικούς χρήστες με ειδικές ανάγκες.

(4) Υπό την επιφύλαξη του Άρθρου 25 του παρόντος Νόμου, οι κάτοχοι δικαιωμάτων ΔΠΕ διαθέτουν υπό δίκαιους, λογικούς και αμερόληπτους όρους, έναντι κατάλληλης αποζημίωσης, όλες τις απαιτούμενες πληροφορίες που επιτρέπουν στους φορείς παροχής διαδραστικών υπηρεσιών ψηφιακής τηλεόρασης την παροχή όλων των υπηρεσιών που υποστηρίζονται από την ΔΠΕ κατά τρόπο πλήρως λειτουργικό.

Συστήματα υπό όρους πρόσβασης και λοιπές ευκολίες

64. (1) Ο Επίτροπος διασφαλίζει ότι, κατά την υπό όρους πρόσβαση σε ψηφιακές ραδιοτηλεοπτικές υπηρεσίες που μεταδίδονται σε θεατές και ακροατές εντός της Κύπρου, ανεξάρτητα από τον τρόπο μετάδοσης, πληρούνται οι όροι που καθορίζει σε Διάταγμα.

(2) Με την επιφύλαξη του εδαφίου (1) του παρόντος Άρθρου, ο Επίτροπος δύναται το ταχύτερο δυνατόν μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος, και εν συνεχεία, σε τακτά χρονικά διαστήματα, να επανεξετάζει τους όρους που ισχύουν σύμφωνα με το παρόν άρθρο, διεξάγοντας εξέταση της αγοράς σύμφωνα με τις διατάξεις του Μέρους 9 για να αποφασίζει εάν θα διατηρηθούν, θα τροποποιηθούν ή θα ανακληθούν οι ισχύοντες όροι. Όταν ο Επίτροπος, βάσει αυτής της εξέτασης της αγοράς, διαπιστώσει ότι ένας ή περισσότεροι φορείς εκμετάλλευσης δεν διαθέτουν σημαντική ισχύ στη συγκεκριμένη αγορά, δύναται να τροποποιήσει ή να ανακαλέσει τους όρους σε ό,τι αφορά τους εν λόγω φορείς εκμετάλλευσης, με τη διαδικασία που ορίζεται με Διάταγμα μόνον εφόσον σωρευτικά η εν λόγω τροποποίηση ή ανάκληση δεν επηρεάζει δυσμενώς:

(α) τη δυνατότητα πρόσβασης των τελικών χρηστών στις συγκεκριμένες ραδιοτηλεοπτικές μεταδόσεις και τους διαύλους και υπηρεσίες ραδιοτηλεοπτικής μετάδοσης, σύμφωνα με το παρόν άρθρο ούτε

(β) τις προοπτικές εμφάνισης αποτελεσματικού ανταγωνισμού στις αγορές για:

(αα) τη λιανική πώληση ψηφιακών ραδιοτηλεοπτικών υπηρεσιών και

(ββ) τα συστήματα υπό όρους πρόσβασης και άλλες συναφείς ευκολίες.

Σε κάθε μία εκ των ανωτέρω περιπτώσεων ο Επίτροπος παρέχει εύλογη χρονική περίοδο προειδοποίησης σχετικά με την τροποποίηση ή ανάκληση όρων στα μέρη που επηρεάζονται από αυτήν, όπως αναλύεται σε σχετικό διάταγμα.

(3) Ο Επίτροπος δύναται να εκδίδει Διάταγμα επιβολής υποχρεώσεων σχετικά με τον τρόπο παρουσίασης ηλεκτρονικών οδηγών προγραμμάτων και παρόμοιων ευκολιών απαρίθμησης και πλοήγησης.

Ρυθμιστικοί έλεγχοι των λιανικών υπηρεσιών

65. (1) Ο Επίτροπος επιβάλλει κατάλληλες κανονιστικές υποχρεώσεις στα πρόσωπα που έχουν καθορισθεί ως έχοντα σημαντική ισχύ σε μια συγκεκριμένη λιανική αγορά σύμφωνα με τις διατάξεις του Μέρους 9, εάν πληρούνται σωρευτικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

(α) ως αποτέλεσμα μιας ανάλυσης αγοράς, που διεξάγεται σύμφωνα με το Μέρος 9, μια συγκεκριμένη λιανική αγορά, που προσδιορίζεται σύμφωνα με το Μέρος 9 δεν είναι επαρκώς ανταγωνιστική, και

(β) οι υποχρεώσεις που επιβάλλονται δυνάμει του Μέρους 10 δεν επιτυγχάνουν, σύμφωνα με την εκτίμηση του Επιτρόπου, τους στόχους του παρόντος νόμου.

(2) Οι υποχρεώσεις που επιβάλλονται από τον Επίτροπο δυνάμει του εδαφίου (1) του παρόντος Άρθρου βασίζονται στη φύση του εντοπιζόμενου προβλήματος και είναι αναλογικές και αιτιολογημένες, λαμβανομένων υπόψη των στόχων του παρόντος Νόμου, και, μεταξύ άλλων, μπορούν να περιλαμβάνουν την υποχρέωση των προσδιοριζόμενων προσώπων

(α) να τιμολογούν ρυθμιζόμενες υπηρεσίες με κοστοστρεφείς τιμές,

(β) να μην παρεμποδίζουν την είσοδο νεοεισερχόμενων στην αγορά,

(γ) να μην προκαλούν στρεβλώσεις στον ανταγωνισμό με τον καθορισμό τιμών κάτω του κόστους προς προσέλκυση πελατών,

(δ) να μην προβαίνουν σε διακρίσεις σε σχέση με την παροχή των ρυθμιζόμενων υπηρεσιών,

(ε) να μη δεσμοποιούν, χωρίς εύλογη αιτία, τις υπηρεσίες αποκλείοντας τη δυνατότητα επιλογής των προσφερόμενων υπηρεσιών ξεχωριστά

(3) Στα μέτρα που μπορούν να επιβληθούν σε αυτούς τους φορείς εκμετάλλευσης από τον Επίτροπο περιλαμβάνονται μέτρα περιορισμού των τιμών λιανικής, μέτρα για τον έλεγχο των επιμέρους τιμολογίων ή μέτρα για προσανατολισμό των τιμολογίων στο κόστος ή των τιμών σε συγκρίσιμες αγορές, προκειμένου να προστατεύουν τα συμφέροντα των τελικών χρηστών και παράλληλα να προωθούν τον αποτελεσματικό ανταγωνισμό.

(4) Ο Επίτροπος εξασφαλίζει ότι, όταν φορέας εκμετάλλευσης υπόκειται σε ρύθμιση τιμολογίου, εφαρμόζονται τα αναγκαία και ενδεδειγμένα συστήματα λογιστικής καταγραφής κόστους. Ο Επίτροπος μπορεί να ορίζει τη μορφή και τη λογιστική μεθοδολογία που πρέπει να χρησιμοποιούνται. Η τήρηση του συστήματος λογιστικής καταγραφής του κόστους, ελέγχεται από ανεξάρτητο ειδικευμένο φορέα. Ο Επίτροπος εξασφαλίζει την κατ' έτος δημοσίευση δήλωσης συμμόρφωσης.

(5) Με την επιφύλαξη των άρθρων 114 και 115, ο Επίτροπος δεν επιβάλλει τους μηχανισμούς ελέγχου λιανικής που αναφέρονται στο εδάφιο (1) του παρόντος Άρθρου, σε αγορές περιοχών ή χρηστών, στις οποίες θεωρεί ότι επικρατεί αποτελεσματικός ανταγωνισμός.

Ρυθμιστικοί έλεγχοι της στοιχειώδους δέσμης μισθωμένων γραμμών

66. [Διαγράφηκε]
Επιλογή και προεπιλογή φορέα

67. [Διαγράφηκε]
MΕΡΟΣ 11 ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΤΕΛΙΚΩΝ ΧΡΗΣΤΩΝ
Έκταση δικαιωμάτων βασικών χρηστών

68.-(1) Τα δικαιώματα που παρέχονται στους οικιακούς και μη οικιακούς τελικούς χρήστες και συνδρομητές, βάσει του παρόντος Μέρους, δεν εξαρτώνται από τον καθορισμό προσώπου ή προσώπων με σημαντική ισχύ στην αγορά, βάσει των όρων του Μέρους 9 του παρόντος Νόμου.

(2) Τα δικαιώματα που παρέχονται στους τελικούς χρήστες και συνδρομητές βάσει του παρόντος Μέρους είναι επιπρόσθετα αυτών που προέρχονται από την εφαρμογή των προνοιών του παρόντος Νόμου στο Μέρος 15 για την καθολική υπηρεσία.

Σύναψη σύμβασης και περιεχόμενο αυτής

69.-(1) Ο Επίτροπος εξασφαλίζει ότι όταν οι καταναλωτές και άλλοι τελικοί χρήστες που επιθυμούν να καταστούν συνδρομητές υπηρεσιών παροχής σύνδεσης σε δημόσιο δίκτυο επικοινωνιών ή/και  διαθέσιμων στο κοινό υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, εφόσον το ζητήσουν, έχουν δικαίωμα σύναψης σύμβασης με επιχείρηση ή επιχειρήσεις που παρέχουν τη σύνδεση ή/και τις υπηρεσίες αυτές.

(2) Η σύμβαση που αναφέρεται στο εδάφιο (1) περιέχει με σαφή και κατανοητό τρόπο και σε ευκόλως προσβάσιμη μορφή τουλάχιστον τα ακόλουθα:

(α) τα στοιχεία και τη διεύθυνση του φορέα παροχής δημοσίου δικτύου επικοινωνιών ή/και δημόσια διαθέσιμων υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών·

(β) τις παρεχόμενες υπηρεσίες, στις οποίες περιλαμβάνονται ειδικότερα πληροφορίες, αναφορικά με:

(i) το αν παρέχεται πρόσβαση σε υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης και σε πληροφορίες για τον εντοπισμό του καλούντος και τυχόν περιορισμοί όσον αφορά την παροχή υπηρεσιών έκτακτης ανάγκης,

(ii) τυχόν άλλους όρους που περιορίζουν την πρόσβαση σε υπηρεσίες και εφαρμογές ή/και τη χρήση τους, όπου, βάσει του εθνικού δικαίου και σύμφωνα με την κοινοτική νομοθεσία, επιτρέπεται η ύπαρξη τέτοιων όρων,

(iii) τα ελάχιστα επίπεδα ποιότητας των προσφερόμενων υπηρεσιών, ιδίως η προθεσμία της αρχικής σύνδεσης και, κατά περίπτωση, άλλες παράμετροι της ποιότητας της υπηρεσίας,

(iv) τυχόν μεθόδους που εφαρμόζει η επιχείρηση για τη μέτρηση και τη διαχείριση της κίνησης, προκειμένου να αποφεύγεται η φόρτωση ή  η υπερφόρτωση ζεύξης δικτύου, καθώς και πληροφορίες σχετικά με τον τρόπο που οι μέθοδοι αυτοί θα μπορούσαν να επηρεάσουν την ποιότητα της υπηρεσίας,

(v) τις μορφές των παρεχόμενων υπηρεσιών συντήρησης και υποστήριξης των πελατών, καθώς και οι δυνατότητες επαφής με τις υπηρεσίες αυτές,

(vi) τυχόν περιορισμούς που επιβάλλονται από τον παροχέα όσον αφορά τη χρήση του παρεχόμενου τερματικού εξοπλισμού·

(γ) εφόσον υπάρχει υποχρέωση παροχής υπηρεσιών πληροφοριών καταλόγου, τις επιλογές του συνδρομητή σχετικά με το εάν τα προσωπικά του δεδομένα θα περιληφθούν σε κατάλογο συνδρομητών και το είδος αυτών των δεδομένων·

(δ) τις λεπτομέρειες των τιμών και των τιμολογίων, τα μέσα με τα οποία δύναται να αποκτώνται επικαιροποιημένες πληροφορίες για όλα τα ισχύοντα τιμολόγια και τέλη συντήρησης, τις προσφερόμενες μεθόδους πληρωμής και κάθε διαφορά κόστους που οφείλεται στη μέθοδο πληρωμής·

(ε) τη διάρκεια της σύμβασης, και όρους για την ανανέωση και την καταγγελία των υπηρεσιών και της σύμβασης συμπεριλαμβανομένων:

(i) κάθε ελάχιστου ορίου χρήσης που απαιτείται για να επωφεληθεί κανείς από όρους προσφορών,

(ii) κάθε επιβάρυνσης για τη φορητότητα αριθμών και άλλων αναγνωριστικών,

(iii) κάθε επιβάρυνσης λόγω λήξης της σύμβασης, συμπεριλαμβανομένου του κόστους για την ανάκτηση του τερματικού εξοπλισμού·

(στ) κάθε ρύθμιση για αποζημίωση και επιστροφή χρημάτων, σε περίπτωση αθέτησης της σύμβασης όσον αφορά το επίπεδο ποιότητας της υπηρεσίας·

(ζ) τον τρόπο κίνησης των διαδικασιών επίλυσης των διαφορών σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του Μέρους 7 του παρόντος Νόμου·

(η) τη μορφή των μέτρων που ενδέχεται να λάβει η επιχείρηση ως απάντηση σε περιστατικά που αφορούν την ασφάλεια ή την ακεραιότητα, ή σε απειλές και τρωτά σημεία.

(3) Ο Επίτροπος δύναται επίσης να απαιτήσει από τον παροχέα όπως η σύμβαση περιλαμβάνει πληροφορίες από αρμόδιες κυβερνητικές αρχές, οι οποίες αφορούν στη χρήση υπηρεσιών και δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών για παράνομες ενέργειες ή για την κυκλοφορία επικίνδυνου περιεχομένου, καθώς και σε σχέση με τα μέτρα προφύλαξης εναντίον κινδύνων που απειλούν την προσωπική ασφάλεια του χρήστη, την ιδιωτική του ζωή και προσωπικά στοιχεία, όπως προνοείται στο άρθρο 70(4) του παρόντος Νόμου.

(4) Πρόσωπο που παρέχει υπηρεσίες σύνδεσης σε δημόσιο δίκτυο επικοινωνιών ή/και διαθέσιμων στο κοινό υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, ειδοποιεί, τουλάχιστον ένα (1) μήνα πριν την ημερομηνία εφαρμογής οποιασδήποτε προτεινόμενης τροποποίησης στους συμβατικούς όρους, τους συνδρομητές της υπηρεσίας αυτής -

(α) σχετικά με την προτεινόμενη τροποποίηση στους όρους της σύμβασης για την εν λόγω υπηρεσία, και

(β) σχετικά με το δικαίωμα τους να καταγγείλουν τη σύμβαση χωρίς κυρώσεις, εφόσον δεν αποδέχονται την τροποποίηση.

(5) Ο Επίτροπος δύναται με Διάταγμά του να ορίσει τη μορφή του εγγράφου, τον τρόπο ειδοποίησης, καθώς και οποιαδήποτε άλλη λεπτομέρεια σχετική με τη συμμόρφωση των παρόχων με τις υποχρεώσεις που αναφέρονται στο εδάφιο (4).

(6) Οι πρόνοιες του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται με την επιφύλαξη μέτρων προστασίας του καταναλωτή που παρέχονται δυνάμει της σχετικής Κυπριακής Νομοθεσίας περί Προστασίας των Καταναλωτών, όπως εκάστοτε ισχύει.

(7) Ο Επίτροπος δύναται με δική του πρωτοβουλία ή κατόπιν αιτήματος άλλων προσώπων, και ιδιαίτερα οποιασδήποτε ομάδας που εκπροσωπεί τελικούς χρήστες και/ή καταναλωτές, να αναθεωρεί όρους και προϋποθέσεις συμβάσεων παροχής υπηρεσιών και προϋποθέσεις για καταβολή οποιασδήποτε αποζημίωσης ή/και οποιωνδήποτε διακανονισμών επιστροφής καταβληθέντων και δύναται με Απόφαση ή Διάταγμα να απαιτεί από Οργανισμούς την τροποποίηση τέτοιων όρων ή/και προϋποθέσεων.

(8) Πριν απαιτήσει οποιεσδήποτε τροποποιήσεις δυνάμει του εδαφίου (7), ο Επίτροπος ενημερώνει γραπτώς τον ενδιαφερόμενο Οργανισμό, ότι πρόκειται να αναθεωρήσει τις αναφερόμενες στο εν λόγω εδάφιο συμβάσεις, όρους και προϋποθέσεις και περί των τυχόν ανησυχιών του, και τον καλεί να υποβάλει παραστάσεις εντός καθορισμένης προθεσμίας, όχι μικρότερης των 15 ημερών από την ημερομηνία της γραπτής ενημέρωσης·

Υποχρέωση διάθεσης στους χρήστες καταναλωτές πληροφοριών

70.-(1) Ο Επίτροπος έχει την εξουσία να απαιτεί από πρόσωπα που παρέχουν πρόσβαση σε δημόσιο δίκτυο επικοινωνιών ή/και δημόσια διαθέσιμες υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών να δημοσιεύουν διαφανείς, συγκρίσιμες, κατάλληλες και επικαιροποιημένες πληροφορίες σχετικά με τις ισχύουσες τιμές και τιμολόγια, τυχόν τέλη λόγω τερματισμού μιας σύμβασης, καθώς και πληροφορίες σχετικά με τους τυποποιημένους όρους και προϋποθέσεις όσον αφορά την πρόσβαση στις υπηρεσίες που παρέχονται στους τελικούς χρήστες και καταναλωτές και τη χρήση των υπηρεσιών αυτών.  Οι εν λόγω πληροφορίες δημοσιεύονται με σαφή, και κατανοητό τρόπο και ευκόλως προσβάσιμη μορφή.  Ο Επίτροπος μπορεί να προσδιορίζει επιπρόσθετες απαιτήσεις σε σχέση με τη μορφή, υπό την οποία δημοσιεύονται αυτές οι πληροφορίες. Ενδεικτικά πρέπει να δημοσιεύονται οι ακόλουθες πληροφορίες:

(α) Επωνυμία και διεύθυνση παροχέα: Πρόκειται για τις επωνυμίες και τις διευθύνσεις των κεντρικών γραφείων των προσώπων παροχής δημόσιων δικτύων επικοινωνιών ή/και διαθέσιμων στο κοινό τηλεφωνικών υπηρεσιών·

(β) περιγραφή προσφερόμενων υπηρεσιών, που περιλαμβάνει:

(i) πεδίο εφαρμογής των προσφερόμενων υπηρεσιών,

(ii) τυποποιημένα τιμολόγια που αναφέρουν τις παρεχόμενες υπηρεσίες και το περιεχόμενο εκάστου τιμολογιακού στοιχείου (π.χ. τέλη πρόσβασης, όλα τα είδη των τελών χρήσης, τέλη συντήρησης), περιλαμβανομένων των λεπτομερειών για τις ισχύουσες συνήθεις εκπτώσεις και τα ειδικά και στοχοθετημένα τιμολογιακά καθεστώτα, καθώς και τυχόν πρόσθετα τέλη και οι δαπάνες που αφορούν τον τερματικό εξοπλισμό,

(iii) πολιτική αποζημιώσεων/ επιστροφής, περιλαμβανομένων των ειδικών λεπτομερειών για τα προσφερόμενα συστήματα αποζημίωσης/ επιστροφής,

(iv) τύπους παρεχόμενων υπηρεσιών συντήρησης,

(v) τυποποιημένους συμβατικούς όρους, στους οποίους περιλαμβάνονται η ελάχιστη συμβατική περίοδος, η λύση της σύμβασης και οι διαδικασίες και τα άμεσα τέλη που σχετίζονται με τη φορητότητα αριθμών και άλλων αναγνωριστικών, εφόσον κρίνεται σκόπιμο·

(γ) μηχανισμούς επίλυσης διαφορών, περιλαμβανομένων διαδικασιών που έχουν αναπτυχθεί από την επιχείρηση·

(δ) ενημέρωση σχετικά με τα δικαιώματα που αφορούν την καθολική υπηρεσία, περιλαμβανομένων, όπου κρίνεται σκόπιμο, των ευκολιών και των υπηρεσιών που αναφέρονται στο άρθρο 115 του παρόντος Νόμου·

(2) Ο Επίτροπος ενθαρρύνει την παροχή συγκριτικών πληροφοριών, ώστε οι  τελικοί χρήστες και οι καταναλωτές να είναι σε θέση να προβαίνουν σε ανεξάρτητη αξιολόγηση του κόστους των εναλλακτικών τρόπων χρήσης των προσφερόμενων στην αγορά υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, μέσω διαδραστικών οδηγιών ή παρόμοιων τεχνικών.  Αν τέτοιου είδους ευκολίες δεν είναι διαθέσιμες στην αγορά, δωρεάν ή σε λογική τιμή, ο Επίτροπος οφείλει να καταστήσει ο ίδιος ή μέσω τρίτων δυνατή την πρόσβαση σε τέτοια μέσα.  Τρίτα μέρη έχουν το δικαίωμα να χρησιμοποιούν ατελώς τις πληροφορίες που δημοσιεύθηκαν από τις επιχειρήσεις παροχής πρόσβασης σε δημόσια δίκτυα επικοινωνιών ή/και δημόσια διαθέσιμων υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, με σκοπό την πώληση ή τη δημόσια διάθεση του διαδραστικού οδηγού ή παρόμοιας ευκολίας.

(3) Ο Επίτροπος δύναται να υποχρεώνει τα πρόσωπα παροχής δημόσιου δικτύου ηλεκτρονικών επικοινωνιών ή/και δημόσια διαθέσιμων υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών μεταξύ άλλων:

(α) να παρέχουν στους συνδρομητές πληροφορίες για τα ισχύοντα τιμολόγια σχετικά με οιονδήποτε αριθμό ή οιαδήποτε υπηρεσία που υπόκειται σε ιδιαίτερους όρους τιμολόγησης· όσον αφορά τις επιμέρους κατηγορίες υπηρεσιών, ο Επίτροπος μπορεί να απαιτεί όπως οι πληροφορίες αυτές παρέχονται πριν από τη σύνδεση με τον καλούμενο αριθμό·

(β) να ενημερώνουν τους συνδρομητές σχετικά με οιαδήποτε αλλαγή όσον αφορά την πρόσβαση σε υπηρεσίες έκτακτης  ανάγκης ή  τις πληροφορίες εντοπισμού του καλούντος στην υπηρεσία για την οποία έχουν συνδρομή

(γ) να ενημερώνουν τους συνδρομητές για  οποιαδήποτε αλλαγή στους όρους που περιορίζουν την πρόσβαση σε υπηρεσίες και εφαρμογές ή/και τη χρήση τους, όπου, βάσει του εθνικού δικαίου, και σύμφωνα με την κοινοτική νομοθεσία, επιτρέπεται η ύπαρξη τέτοιων όρων·

(δ) να παρέχουν πληροφορίες σχετικά με μεθόδους που εφαρμόζει η επιχείρηση για τη μέτρηση και τη διαχείριση της κίνησης, προκειμένου να αποφεύγεται η φόρτωση ή η υπερφόρτωση ζεύξης δικτύου, καθώς και πληροφορίες σχετικά με τον τρόπο που οι μέθοδοι αυτές θα μπορούσαν να επηρεάσουν την ποιότητα της υπηρεσίας·

(ε) να ενημερώνουν τους συνδρομητές σχετικά με το δικαίωμα τους να αποφασίζουν εάν επιθυμούν ή όχι να περιληφθούν τα στοιχεία προσωπικού χαρακτήρα που τους αφορούν σε δημόσιο κατάλογο συνδρομητών, καθώς και τη μορφή των στοιχείων αυτών σύμφωνα με το άρθρο 105 του Νόμου· και

(στ) να ενημερώνουν σε τακτά διαστήματα τους συνδρομητές με αναπηρία σχετικά με τις λεπτομέρειες των υφισταμένων προϊόντων και υπηρεσιών που έχουν σχεδιαστεί ειδικά για αυτούς.

(4) Ο Επίτροπος δύναται να προωθήσει μέτρα αυτορύθμισης ή συρρύθμισης πριν από την επιβολή οιασδήποτε υποχρέωσης που επιβάλλεται δυνάμει του εδαφίου (3).

(5) Ο Επίτροπος δύναται να απαιτεί από τα πρόσωπα που αναφέρονται στο εδάφιο 3 να διανέμουν πληροφορίες δημοσίου ενδιαφέροντος σε υφιστάμενους και νέους συνδρομητές  όπου  αυτό  κρίνεται  σκόπιμο,  με  τα ίδια μέσα που χρησιμοποιούν συνήθως για τις επικοινωνίες τους με συνδρομητές.  Στη συγκεκριμένη περίπτωση αυτές οι πληροφορίες παρέχονται από τις αρμόδιες δημόσιες αρχές σε τυποποιημένη μορφή και καλύπτουν μεταξύ άλλων τα ακόλουθα θέματα:

(α) τις πιο κοινές χρήσεις των υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών με σκοπό την ενασχόληση με παράνομες ενέργειες ή τη διάδοση υλικού επιβλαβούς περιεχομένου, ιδίως σε τομείς που θα μπορούσαν να βλάψουν τον σεβασμό των δικαιωμάτων και των ελευθεριών άλλων προσώπων, περιλαμβανομένων των παραβιάσεων δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας και συγγενικών δικαιωμάτων και των νομικών τους επιπτώσεων και

(β) τα μέσα προστασίας του συνδρομητή κατά κινδύνων που απειλούν την προσωπική ασφάλεια, την ιδιωτική ζωή και τα προσωπικά δεδομένα κατά τη χρήση των υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών.

Ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών

70Α.-(1) Ο Επίτροπος, αφού λάβει υπόψη τη γνώμη των ενδιαφερομένων μερών, δύναται να απαιτεί από πρόσωπα που παρέχουν δημόσια διαθέσιμη πρόσβαση σε δίκτυα ηλεκτρονικών επικοινωνιών ή δημόσια διαθέσιμες υπηρεσίες ηλεκτρονικών  επικοινωνιών να δημοσιεύουν συγκρίσιμες, επαρκείς και επίκαιρες πληροφορίες αναφορικά με την ποιότητα των υπηρεσιών που προσφέρουν και τα μέτρα που λαμβάνουν για να διασφαλίσουν ισότητα στην πρόσβαση για ανάπηρους τελικούς χρήστες. Οι πληροφορίες αυτές κοινοποιούνται στον Επίτροπο πριν δημοσιευθούν.

(2) Ο Επίτροπος μπορεί να καθορίζει με Διάταγμα, μεταξύ άλλων, τις προς μέτρηση παραμέτρους ποιότητας των προσφερόμενων υπηρεσιών και το περιεχόμενο, τη μορφή και τον τρόπο δημοσίευσης των πληροφοριών, συμπεριλαμβανομένων πιθανών μηχανισμών πιστοποίησης της ποιότητας, προκειμένου να εξασφαλίζεται η πρόσβαση των τελικών χρηστών, συμπεριλαμβανομένων τελικών χρηστών με αναπηρία, σε πλήρεις, συγκρίσιμες, αξιόπιστες και εύχρηστες πληροφορίες.

(3) Προκειμένου να αποτραπεί η υποβάθμιση της υπηρεσίας και η παρακώλυση ή επιβάρυνση της κίνησης στα δίκτυα, ο Επίτροπος δύναται να θεσπίζει ελάχιστες απαιτήσεις ποιότητας της υπηρεσίας για το πρόσωπο ή τα πρόσωπα που παρέχουν δημόσια δίκτυα επικοινωνιών.

(4) Ο Επίτροπος παρέχει στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, έγκαιρα πριν από τον καθορισμό απαιτήσεων δυνάμει της προηγούμενης παραγράφου, περίληψη των λόγων που επιβάλλουν την ανάληψη δράσης των προβλεπόμενων απαιτήσεων και του προτεινόμενου τρόπου δράσης.  Οι πληροφορίες αυτές διατίθενται επίσης στον BEREC.  Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή μπορεί, αφού εξετάσει τις πληροφορίες αυτές, να υποβάλει σχετικές παρατηρήσεις ή συστάσεις προκειμένου, ιδιαίτερα, να διασφαλίσει ότι οι απαιτήσεις δεν θα έχουν αρνητικό αντίκτυπο στη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς.  Ο Επίτροπος λαμβάνει υπόψη τις παρατηρήσεις ή τις συστάσεις  της  Ευρωπαϊκής  Επιτροπής στο μέγιστο δυνατό βαθμό προτού επιβάλει τις σχετικές υποχρεώσεις.

Διαθεσιμότητα υπηρεσιών

71. Ο Επίτροπος λαμβάνει όλα τα απαιτούμενα μέτρα ώστε  να  εξασφαλίζει  τη  μέγιστη  δυνατή  διαθεσιμότητα τηλεφωνικών υπηρεσιών που παρέχονται μέσω των δημόσιων δικτύων επικοινωνιών σε περίπτωση καταστροφικής βλάβης του δικτύου ή σε περιπτώσεις ανωτέρας βίας.  Ο Επίτροπος εξασφαλίζει ότι οι επιχειρήσεις που παρέχουν διαθέσιμες στο κοινό τηλεφωνικές υπηρεσίες λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα ώστε να εξασφαλίζουν αδιάλειπτη πρόσβαση σε υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης.

Ρυθμίσεις για χρήστες με αναπηρία

71Α.-(1) Ο Επίτροπος δύναται να καθορίζει, κατά περίπτωση, τις απαιτήσεις που πρέπει να πληρούν τα πρόσωπα που παρέχουν δημόσια διαθέσιμες υπηρεσίες ηλεκτρικών επικοινωνιών προκειμένου να εξασφαλίζεται ότι οι τελικοί χρήστες με αναπηρία:

(α) μπορούν να έχουν πρόσβαση σε υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών ισοδύναμες με τις παρεχόμενες στην πλειονότητα των τελικών χρηστών· και

(β) έχουν τη δυνατότητα επιλογής μεταξύ των επιχειρήσεων και των υπηρεσιών που διαθέτει η πλειονότητα των τελικών χρηστών·

(2) Προκειμένου να είναι σε θέση να θεσπίζει και να εφαρμόζει ειδικές ρυθμίσεις για τους τελικούς χρήστες με αναπηρία, ο Επίτροπος ενθαρρύνει τη διαθεσιμότητα τερματικού εξοπλισμού που προσφέρει τις αναγκαίες υπηρεσίες και λειτουργίες.

Ψηφιακοί τηλεοπτικοί εξοπλισμοί ευρείας κατανάλωσης

72.-(1) Ο Επίτροπος καθορίζει με Διάταγμα τα τεχνικά χαρακτηριστικά του ψηφιακού τηλεοπτικού εξοπλισμού ευρείας κατανάλωσης, ώστε να διασφαλίζεται η διαλειτουργικότητά του.  Ο Επίτροπος δύναται να προβαίνει σε οποιαδήποτε αγορά ή δειγματοληψία για σκοπούς δοκιμών και ελέγχων.

(2)  Όποιος προορίζει εξοπλισμό ψηφιακής τηλεοπτικής λήψης ευρείας κατανάλωσης, για πώληση ή μίσθωση ή άλλου είδους διάθεση και δύναται να αποκρυπτογραφεί ψηφιακά τηλεοπτικά σήματα, πρέπει να μπορεί:

(α) να επιτρέπει την αποκρυπτογράφηση των σημάτων αυτών σύμφωνα με τον κοινό ευρωπαϊκό αλγόριθμο κρυπτογράφησης, όπως τον διαχειρίζεται ένας αναγνωρισμένος ευρωπαϊκός οργανισμός τυποποίησης· και

(β) να παρουσιάζει σήματα που έχουν μεταδοθεί χωρίς κρυπτογράφηση, υπό τον όρο ότι, σε περίπτωση μισθωμένου εξοπλισμού, ο μισθωτής έχει συμμορφωθεί με τη σχετική συμφωνία μίσθωσης.

(3) Ο Επίτροπος διασφαλίζει ότι αναλογικές συσκευές τηλεοράσεως με οθόνη ολικής απεικόνισης ορατής διαγωνίου μεγαλύτερης των σαράντα δύο   (42) που διατίθενται στην αγορά προς πώληση ή ενοικίαση είναι εφοδιασμένες με τουλάχιστον μία υποδοχή ανοικτής διασύνδεσης, όπως έχει τυποποιηθεί από αναγνωρισμένο ευρωπαϊκό οργανισμό τυποποίησης, η οποία επιτρέπει την απλή σύνδεση περιφερειακών και, ιδίως, πρόσθετων αποκωδικοποιητών και ψηφιακών δεκτών.

(4) Τα εδάφια (2) και (3) δεν εφαρμόζονται σε συσκευές τηλεοράσεως που διατέθηκαν στην   Ευρωπαϊκή Ένωση προς πώληση ή μίσθωση πριν την 23η Αυγούστου 1996.

(5) Ο Επίτροπος διασφαλίζει ότι ψηφιακές συσκευές τηλεοράσεως με οθόνη ολικής απεικόνισης ορατής διαγωνίου μεγαλύτερης των τριάντα (30) εκατοστών, που διατίθενται στην αγορά προς πώληση ή ενοικίαση είναι εφοδιασμένες με τουλάχιστον μία υποδοχή ανοικτής διεπαφής (είτε τυποποιημένη, είτε σύμφωνη προς πρότυπα που θεσπίζει αναγνωρισμένος ευρωπαϊκός οργανισμός τυποποίησης, είτε σύμφωνα με γενικά ισχύουσες προδιαγραφές στον τομέα) η οποία επιτρέπει την απλή σύνδεση περιφερειακών και η οποία μπορεί να μεταφέρει όλα τα στοιχεία του σήματος ψηφιακής τηλεόρασης, συμπεριλαμβανομένων των πληροφοριών που αφορούν τις διαδραστικές και τις υπό όρους παρεχόμενες υπηρεσίες.

(6) Το εδάφιο (5) δεν εφαρμόζεται σε συσκευές τηλεοράσεως που διατέθηκαν στην αγορά στην Ευρωπαϊκή Ένωση προς πώληση ή μίσθωση πριν την 25η Απριλίου 2002.

Υποχρέωση μεταφοράς σήματος

72Α.-(1) Ο Επίτροπος δύναται να επιβάλει εύλογη υποχρέωση μεταφοράς σήματος για ορισμένα ραδιοφωνικά και τηλεοπτικά κανάλια  εκπομπής καθώς και για συμπληρωματικές υπηρεσίες, ιδιαίτερα υπηρεσίες πρόσβασης για ανάπηρους τελικούς χρήστες, σε παροχείς δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών, τα οποία χρησιμοποιούνται για τη μετάδοση τηλεοπτικών και ραδιοφωνικών καναλιών στο ευρύ κοινό, εφόσον σημαντικός αριθμός τελικών χρηστών χρησιμοποιεί τα δίκτυα αυτά ως το κύριο μέσο λήψης τηλεοπτικών και ραδιοφωνικών καναλιών:

Νοείται ότι η πιο πάνω υποχρέωση είναι δυνατό να επιβληθεί εφόσον εξυπηρετεί το δημόσιο συμφέρον όπως αυτό καθορίζεται από τον Επίτροπο.

(2) Ο Επίτροπος επανεξετάζει την αναγκαιότητα θέσπισης  υποχρέωσης μεταφοράς σήματος, ανά  τακτά χρονικά διαστήματα.

Ευρωπαϊκοί τηλεφωνικοί κωδικοί πρόσβασης

73. (1) Ο Επίτροπος, σε συνεργασία με άλλους αρμόδιους φορείς της Δημοκρατίας, εξασφαλίζει ότι ο κωδικός «00» είναι ο τυποποιημένος διεθνής κωδικός πρόσβασης.

(2) Πέραν των όσων ορίζονται στο εδάφιο (1) του παρόντος Άρθρου, ο Επίτροπος, σε συνεργασία με άλλους αρμόδιους φορείς της Δημοκρατίας, δύναται να θεσπίζει ειδικές ρυθμίσεις που πρέπει να τηρούν πρόσωπα, προκειμένου να διασφαλίζεται ότι ειδικές συμφωνίες για την πραγματοποίηση κλήσεων μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και γειτονικών περιοχών, σε περίπτωση που υφίστανται, δύνανται να ιδρυθούν ή συνεχισθούν, και ότι οι τελικοί χρήστες των διαθέσιμων στο κοινό τηλεφωνικών υπηρεσιών στην Κυπριακή Δημοκρατία ενημερώνονται πλήρως για τις εν λόγω ρυθμίσεις.

(3) Ο Επίτροπος, σε συνεργασία με άλλους αρμόδιους φορείς της Δημοκρατίας, διασφαλίζει ότι οι παροχείς, οι οποίοι παρέχουν δημόσια διαθέσιμες στο κοινό τηλεφωνικές υπηρεσίες, που επιτρέπουν τη διενέργεια διεθνών κλήσεων, διεκπεραιώνουν όλες τις κλήσεις προς και από αριθμούς που ανήκουν στον Ε.Χ.Τ.Α., οι οποίοι θα τυγχάνουν διαχείρισης, περιλαμβανομένης της αριθμοδότησης από πρόσωπο που έχει συσταθεί στην επικράτεια της Ευρωπαϊκής Ένωσης και έχει οριστεί ως διαχειριστής  από την Ευρωπαϊκή  Επιτροπή του Ε.Χ.Τ.Α., με τιμές παρόμοιες με εκείνες που ισχύουν για τις κλήσεις προς και από τα άλλα κράτη μέλη.

(4) [Διαγράφηκε].

Πεδίο αριθμοδότησης «116»

73Α.-(1) Ο Επίτροπος, σε συνεργασία με άλλους αρμόδιους φορείς της Δημοκρατίας, προωθεί ειδικούς αριθμούς στο πεδίο αριθμοδότησης που αρχίζει με «116» και προσδιορίζεται στην απόφαση 2007/116/ΕΚ της Επιτροπής, της 15ης Φεβρουαρίου 2007, σχετικά με δέσμευση της εθνικής περιοχής αριθμοδότησης που αρχίζει με 116 για εναρμονισμένους αριθμούς που αφορούν εναρμονισμένες υπηρεσίες κοινωνικού ενδιαφέροντος και ενθαρρύνει την παροχή εντός της επικράτειάς της Κυπριακής Δημοκρατίας των υπηρεσιών για τις οποίες προορίζονται αυτοί οι αριθμοί.

(2) Ο Επίτροπος, σε συνεργασία με άλλους αρμόδιους φορείς της Δημοκρατίας, εξασφαλίζει ότι οι τελικοί χρήστες με αναπηρία μπορούν να έχουν πρόσβαση σε υπηρεσίες οι οποίες παρέχονται βάσει του πεδίου αριθμοδότησης «116» στο μέγιστο δυνατό βαθμό.  Τα μέτρα που λαμβάνονται προκειμένου να διευκολύνεται η πρόσβαση των τελικών χρηστών με αναπηρία σε  αυτές τις  υπηρεσίες, όταν  ταξιδεύουν σε άλλα κράτη μέλη, βασίζονται στη συμμόρφωση προς τα σχετικά πρότυπα ή προδιαγραφές που δημοσιεύονται από καιρού εις καιρό.

(3) Ο Επίτροπος, σε συνεργασία με άλλους αρμόδιους φορείς της Δημοκρατίας, εξασφαλίζει ότι οι πολίτες ενημερώνονται καταλλήλως σχετικά με την ύπαρξη και τη χρήση υπηρεσιών που παρέχονται βάσει του πεδίου αριθμοδότησης «116», ιδίως μέσω πρωτοβουλιών που στοχεύουν ειδικά τα άτομα που ταξιδεύουν μεταξύ των κρατών μελών.

(4) Εκτός των μέτρων γενικής εφαρμογής, σε όλους τους αριθμούς στο πεδίο αριθμοδότησης «116» που λαμβάνονται  σύμφωνα  με  τα  εδάφια  (1),  (2) και (3), ο Επίτροπος σε συνεργασία με άλλες αρμόδιες αρχές της Δημοκρατίας, καταβάλλει κάθε δυνατή προσπάθεια ώστε οι πολίτες να έχουν πρόσβαση σε υπηρεσία που διαχειρίζεται ανοικτή τηλεφωνική γραμμή για την καταγγελία περιπτώσεων που αφορούν αγνοούμενα παιδιά.  Η ανοιχτή τηλεφωνική γραμμή διατίθεται στον αριθμό «116000».

Πρόσβαση σε αριθμούς και υπηρεσίες

74.-(1) Όπου είναι τεχνικά και οικονομικά εφικτό, και εκτός της περιπτώσεως κατά την οποία καλούμενος συνδρομητής έχει επιλέξει για εμπορικούς λόγους να περιορίσει την πρόσβαση από καλούντες που βρίσκονται σε συγκεκριμένες γεωγραφικές περιοχές, ο Επίτροπος επιβάλλει υποχρεώσεις ώστε να λαμβάνονται όλα τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να διασφαλιστεί ότι όλοι οι τελικοί χρήστες μπορούν:

(α) να έχουν πρόσβαση και να απολαμβάνουν υπηρεσίες χρησιμοποιώντας μη   γεωγραφικούς αριθμούς εντός της Κοινότητας και

(β) να έχουν πρόσβαση σε όλους τους αριθμούς που παρέχονται στην Κοινότητα, ανεξαρτήτως της τεχνολογίας και των συσκευών που χρησιμοποιεί ο παροχέας της υπηρεσίας, στους οποίους συμπεριλαμβάνονται οι αριθμοί που υπάρχουν στα εθνικά σχέδια αριθμοδότησης των κρατών μελών, οι αριθμοί του Ε.Χ.Τ.Α. και οι Παγκόσμιοι Διεθνείς Αριθμοί Ατελών Κλήσεων.

(2) Οι συνδρομητές στην επικράτεια της Κυπριακής Δημοκρατίας έχουν το δικαίωμα να επιλέγουν για εμπορικούς λόγους, να περιορίζουν την πρόσβαση των καλούντων από συγκεκριμένες γεωγραφικές περιοχές.

(3) Ο Επίτροπος εξασφαλίζει ότι οι αρμόδιες αρχές μπορούν να ζητούν από τις επιχειρήσεις παροχής δημόσιων δικτύων επικοινωνιών ή/και δημόσια διαθέσιμων υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, να παρεμποδίζουν, κατά περίπτωση, την πρόσβαση σε αριθμούς ή υπηρεσίες, όταν αυτό δικαιολογείται για λόγους απάτης ή  κατάχρησης και να απαιτούν όπως, σε τέτοιες περιπτώσεις, παροχείς υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών παρακρατούν τα σχετικά έσοδα διασύνδεσης ή άλλων υπηρεσιών.

Διευκόλυνση αλλαγής παροχέα

75.-(1) Ο Επίτροπος εξασφαλίζει ότι όλοι οι συνδρομητές κάτοχοι αριθμών από το Σχέδιο Αριθμοδότησης της Κυπριακής Δημοκρατίας μπορούν, εάν  το επιθυμούν, να διατηρούν τον (τους) αριθμό (αριθμούς) τους, ανεξαρτήτως της επιχείρησης που παρέχει την υπηρεσία εφόσον πρόκειται για:

(α) γεωγραφικούς αριθμούς, σε συγκεκριμένο τόπο και

(β) μη γεωγραφικούς αριθμούς, σε οποιονδήποτε τόπο.

Το παρόν εδάφιο δεν ισχύει για τη φορητότητα αριθμών μεταξύ δικτύου που παρέχει υπηρεσίες σε σταθερή θέση και δικτύου κινητής τηλεφωνίας.

(2) Ο Επίτροπος εξασφαλίζει ότι η τιμολόγηση μεταξύ φορέων εκμετάλλευσης ή/και παροχέων υπηρεσιών όσον αφορά την παροχή φορητότητας αριθμού, αντανακλά το κόστος και ότι οι τυχόν άμεσες χρεώσεις των συνδρομητών δεν λειτουργούν αποτρεπτικά σε σχέση με την επιθυμία του συνδρομητή για την αλλαγή παροχέα υπηρεσιών.

(3) Ο Επίτροπος δεν επιβάλλει τιμολόγια λιανικής για τη μεταφορά  αριθμού,  κατά  τρόπο  που  να στρεβλώνει τον ανταγωνισμό, όπως θεσπίζοντας ειδικά ή κοινά τιμολόγια λιανικής.

(4)(α) Ο Επίτροπος διασφαλίζει ότι η φορητότητα αριθμού και η επακόλουθη ενεργοποίησή του πραγματοποιείται εντός της συντομότερης δυνατής προθεσμίας.  Σε κάθε περίπτωση, η ενεργοποίηση του αριθμού των συνδρομητών που έχουν ολοκληρώσει τη σύναψη συμφωνίας για τη μεταφορά ενός αριθμού σε νέα επιχείρηση γίνεται μέσα σε μια εργάσιμη ημέρα.

(β) Με την επιφύλαξη του προηγούμενου εδαφίου, ο Επίτροπος καθορίζει τη συνολική  διαδικασία  μεταφοράς αριθμών λαμβάνοντας υπόψη τις εθνικές διατάξεις περί συμβάσεων, τις τεχνικές δυνατότητες υλοποίησης καθώς και την ανάγκη για διασφάλιση, της συνέχειας στην παροχή υπηρεσίας προς το συνδρομητή.  Σε κάθε περίπτωση, η απώλεια υπηρεσίας κατά τη διαδικασία φορητότητας δεν μπορεί να υπερβαίνει τη μια (1) εργάσιμη ημέρα.  Ο Επίτροπος δύναται επίσης, αν χρειαστεί, να λαμβάνει μέτρα με τα οποία να διασφαλίζει ότι οι συνδρομητές προστατεύονται καθ’ όλη τη διαδικασία φορητότητας αριθμού και δεν μεταφέρονται σε άλλο παροχέα παρά τη θέλησή τους.

(γ) Ο Επίτροπος δύναται να επιβάλλει κατάλληλες κυρώσεις στους παροχείς υπηρεσιών, συμπεριλαμβανο-μένης της υποχρέωσης να αποζημιώνουν τους συνδρομητές σε περίπτωση καθυστερημένης ή καταχρηστικής υλοποίησης της φορητότητας από τους ίδιους ή για λογαριασμό τους.

(5) Ο Επίτροπος εξασφαλίζει ότι οι συμβάσεις οι οποίες συνάπτονται  μεταξύ καταναλωτών και επιχειρήσεων που παρέχουν υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών δεν επιβάλλουν αρχική περίοδο δέσμευσης, η οποία υπερβαίνει τους εικοσιτέσσερις (24) μήνες καθώς και ότι οι παροχείς προσφέρουν στους χρήστες τη δυνατότητα να συνάπτουν σύμβαση σύνδρομής με μέγιστη διάρκεια δώδεκα (12) μηνών.

(6) Με την επιφύλαξη ενδεχόμενης ελάχιστης συμβατικής περιόδου, ο Επίτροπος εξασφαλίζει ότι οι όροι και οι διαδικασίες καταγγελίας της σύμβασης δεν λειτουργούν αποτρεπτικά για την αλλαγή παροχέα υπηρεσιών.

ΜΕΡΟΣ 12 ΕΞΟΠΛΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΚΩΝ ΤΕΡΜΑΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΡΑΔΙΟΕΞΟΠΛΙΣΜΩΝ ΟΡΙΣΜΕΝΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ Ή ΚΛΑΣΕΩΝ
Εξοπλισμός τερματικών και ραδιοεξοπλισμός

76.(1) Τηρουμένων των διατάξεων των εδαφίων (3) και (4) του παρόντος άρθρου, οι διατάξεις του Μέρους αυτού εφαρμόζονται στον εξοπλισμό τερματικών και σε ραδιοεξοπλισμό ορισμένων κατηγοριών ή κλάσεων που κατασκευάζονται κατά τέτοιο τρόπο ώστε να πληρούν τις ουσιώδεις απαιτήσεις που προβλέπονται στις διατάξεις του άρθρου 81.

(2) Ραδιοεξοπλισμός ορισμένων κατηγοριών ή κλάσεων που υπάγεται στις κατηγορίες που προβλέπονται στις διατάξεις του άρθρου 81 και ο οποίος χρησιμοποιεί ραδιοδιεπαφή, και στον οποίο τυγχάνουν εφαρμογής οι διατάξεις του Μέρους αυτού, υπόκειται και στις διατάξεις οποιουδήποτε εκάστοτε σε ισχύ νόμου που αφορά τις ραδιοεπικοινωνίες.

(3) Οι διατάξεις του Μέρους αυτού δεν τυγχάνουν εφαρμογής στο ραδιοεξοπλισμό που χρησιμοποιείται αποκλειστικά για δραστηριότητες που αφορούν τη δημόσια ασφάλεια, την άμυνα, την κρατική ασφάλεια, συμπεριλαμβανομένης της οικονομικής ευημερίας του κράτους στην περίπτωση δραστηριοτήτων που σχετίζονται με ζητήματα κρατικής ασφάλειας, και τις δραστηριότητες του κράτους στον τομέα του ποινικού δικαίου.

(4) Ο Επίτροπος δύναται δια διατάγματος, να καθορίσει ραδιοεξοπλισμό  ορισμένων κατηγοριών ή κλάσεων ή τύπων ο οποίος χρησιμοποιούμενος υπό ορισμένες  περιστάσεις  εξαιρείται από τις διατάξεις του παρόντος Μέρους.

(5) Οι διατάξεις του Μέρους αυτού δεν τυγχάνουν εφαρμογής σε ραδιοεξοπλισμό που  κατασκευάζεται έτσι ώστε να εξασφαλίζεται-

(α) H προστασία της υγείας και της ασφάλειας των προσώπων και των κατοικίδιων ζώων και της περιουσίας, συμπεριλαμβανομένων των στόχων που προβλέπονται στις διατάξεις του παρόντος Νόμου, όσον αφορά τις απαιτήσεις ασφαλείας, αλλά χωρίς την επιβολή ορίου τάσης.

(β) επαρκές επίπεδο ηλεκτρομαγνητικής συμβατότητας όπως ορίζεται στις διατάξεις των περί των Βασικών Απαιτήσεων (Ηλεκτρολογικός Εξοπλισμός Χαμηλής Τάσης) Κανονισμών του 2016ˑ

(γ) αφενός η αποδοτική χρήση του ραδιοφάσματος και αφετέρου η υποστήριξη της αποδοτικής χρήσης του ραδιοφάσματος, προκειμένου να αποφεύγονται οι επιβλαβείς παρεμβολές και για τον οποίο είναι αρμόδιος ο Διευθυντής.

Αρμοδιότητες Επιτρόπου

77.(1) Κατά ή προς άσκηση της αρμοδιότητάς του δυνάμει των διατάξεων της παραγράφου (γ) του άρθρου 20, ο Επίτροπος δύναται να ορίζει, δια Διατάγματος, άλλα κράτη μέλη ή τρίτες χώρες και εξοπλισμό τερματικών ή και ραδιοεξοπλισμό  που έχει εγκριθεί σε αυτές, και εν τοιαύτη περιπτώσει ο εν λόγω εξοπλισμός τερματικών θα θεωρείται ως εγκεκριμένος στην Δημοκρατία.

(2) Πρόσωπο, το οποίο πωλεί, παραχωρεί ή προσφέρει προς παραχώρηση ή καθ’ οιονδήποτε τρόπο, διαθέτει ή προσφέρει προς διάθεση ή κυκλοφορεί στην κυπριακή αγορά ραδιοεξοπλισμό που δεν εμπίπτει στις διατάξεις των άρθρων 78, 79 και 81 ή εξοπλισμό τερματικών  που δεν εμπίπτει στις διατάξεις του παρόντος Νόμου, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος.

(3) Πρόσωπο, το οποίο καταδικάζεται για την διάπραξη ποινικού αδικήματος κατά παράβαση των διατάξεων του εδαφίου (2), υπόκειται σε ποινή φυλάκισης, που δεν υπερβαίνει τους έξι (6) μήνες ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τα πέντε χιλιάδες ευρώ (€ 5.000) ή και στις δύο αυτές ποινές.

Συμμόρφωση

78. Οι προϋποθέσεις προς συμμόρφωση είναι:

(α) Η πλήρωση των απαιτήσεων που καθορίζονται στις διατάξεις των άρθρων 79  και 81 και σε οποιαδήποτε σχετικά Διατάγματα θα εκδώσει ο Επίτροπος κατ’ επιταγή και εφαρμογή του παρόντος Μέρους του Νόμου,

(β) η σύνταξη της δήλωσης συμμόρφωσης σε σχέση με το ραδιοεξοπλισμό από τον κατασκευαστή, σύμφωνα με διάταγμα του Επιτρόπου,

(γ) η διεξαγωγή των κατάλληλων διαδικασιών αξιολόγησης της συμμόρφωσης του ραδιοεξοπλισμού που εμπίπτει στις διατάξεις του άρθρου 81 με τις βασικές απαιτήσεις, αλλά και σύμφωνα με διάταγμα του Επιτρόπου,

(δ) η επικόλληση της απαιτούμενης "σήμανσης πιστότητας" στον ραδιοεξοπλισμό, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 81, από τον κατασκευαστή ή τον εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπο του ή από τον εισαγωγέα ή και το διανομέα, ανάλογα με την περίπτωση, σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου (1) του άρθρου 84Α,

(ε) η επίθεση σήμανσης πιστότητας CE και η σύνταξη της Δήλωσης Συμμόρφωσης ΕΕ σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 84Α,

(στ) συμμόρφωση με το άρθρο 30 του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 765/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 9ης Ιουλίου 2008, για τον καθορισμό των απαιτήσεων διαπίστευσης και εποπτείας της αγοράς όσον αφορά την εμπορία των προϊόντων της και για την κατάργηση του Κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ.339/93, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται.

Υποχρέωση συμμόρφωσης ραδιοεξοπλισμού με τις ουσιώδεις απαιτήσεις

79. Ο ραδιοεξοπλισμός που προβλέπεται στις διατάξεις του άρθρου 81 που διατίθεται στην αγορά οφείλει να πληροί τις ουσιώδεις  απαιτήσεις που καθορίζονται στις διατάξεις του άρθρου 81, και τις πρόνοιες που περιέχονται στις διατάξεις του άρθρου 78 αλλά και να συμμορφώνεται προς τις υπόλοιπες διατάξεις του παρόντος Νόμου, όταν εγκαθίσταται και συντηρείται κατάλληλα και χρησιμοποιείται για τον προορισμό του.

Ουσιώδεις απαιτήσεις και αρμοδιότητες άλλων αρχών

80.(1) Ο ραδιοεξοπλισμός κατασκευάζεται έτσι ώστε να εξασφαλίζεται-

(α) H προστασία της υγείας και της ασφάλειας των προσώπων και των κατοικίδιων ζώων, καθώς και η προστασία της περιουσίας, συμπεριλαμβανομένων των στόχων που καθορίζονται στις διατάξεις του παρόντος Νόμου, η οποία υιοθετείται και εφαρμόζεται με τους εκάστοτε σε ισχύ Κανονισμούς που εκδίδονται δυνάμει των διατάξεων του περί των Βασικών Απαιτήσεων που πρέπει να πληρούν Καθορισμένες Κατηγορίες Προϊόντων Νόμου του 2002, όσον αφορά τις απαιτήσεις ασφαλείας, αλλά χωρίς την επιβολή ορίου τάσης,

(β) επαρκές επίπεδο ηλεκτρομαγνητικής συμβατότητας όπως ορίζεται στις διατάξεις των περί των Βασικών Απαιτήσεων (Ηλεκτρολογικός Εξοπλισμός Χαμηλής Τάσης) Κανονισμών του 2016, όπως αναφέρεται στις διατάξεις της παραγράφου (α).

(2) Ο ραδιοεξοπλισμός κατασκευάζεται κατά τρόπο ώστε αφενός να χρησιμοποιεί αποδοτικά το ραδιοφάσμα και αφετέρου να υποστηρίζει την αποδοτική χρήση του ραδιοφάσματος, προκειμένου να αποφεύγονται οι επιβλαβείς παρεμβολές.

Διαχωρισμός αρμοδιοτήτων του Διευθυντή ΤΗΜΥ σε σχέση με το ραδιοεξοπλισμό

80Α.(1) Η συμμόρφωση με τις απαιτήσεις που αναφέρονται στις διατάξεις του εδαφίου (1) του άρθρου 80 και των σχετικών αρμοδιοτήτων που απορρέουν από τον Κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 765/2008 αποτελούν ΤΗΜΥ σε σχέση  αρμοδιότητα του Διευθυντή Τμήματος Ηλεκτρομηχανολογικών Υπηρεσιών, με το ραδιοεξοπλισμό. ο οποίος ενεργεί βάσει των εξουσιών που του παρέχονται από τους Κανονισμούς που εκδίδονται δυνάμει των διατάξεων του περί των Βασικών Απαιτήσεων που πρέπει να πληρούν Καθορισμένες Κατηγορίες Προϊόντων Νόμου του 2002.

(2) Η εποπτεία της αγοράς σε σχέση με τις απαιτήσεις που αναφέρονται στις διατάξεις του εδαφίου (1) του άρθρου 80, διενεργείται από τον Διευθυντή Τμήματος Ηλεκτρομηχανολογικών Υπηρεσιών σύμφωνα με Κανονισμούς που εκδίδονται δυνάμει των διατάξεων του περί των Βασικών Απαιτήσεων που πρέπει να πληρούν Καθορισμένες Κατηγορίες Προϊόντων Νόμου του 2002.

(3) Μέχρι την ημερομηνία έναρξης της ισχύος των Κανονισμών που αναφέρονται στις διατάξεις των εδαφίων (1) και (2), η συμμόρφωση με τις απαιτήσεις που αναφέρονται στις διατάξεις των παραγράφων (α) και (β) του εδαφίου (1) του άρθρου 80, και των σχετικών αρμοδιοτήτων που απορρέουν από τον Κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 765/2008 αποτελούν αρμοδιότητα του Διευθυντή, Τμήματος Ηλεκτρονικών Επικοινωνιών, ο οποίος ενεργεί βάσει των εξουσιών που του παρέχονται από τις διατάξεις του παρόντος Νόμου και των σχετικών Κανονισμών.

Διαχωρισμός αρμοδιοτήτων του Διευθυντή ΤΗΕ σε σχέση με το ραδιοεξοπλισμό

80Β.(1) Η συμμόρφωση με τις απαιτήσεις που αναφέρονται στις διατάξεις του εδαφίου (2) του άρθρου 80 και των σχετικών αρμοδιοτήτων που απορρέουν από τον Κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 765/2008 αποτελούν  αρμοδιότητα του Διευθυντή Τμήματος Ηλεκτρονικών Επικοινωνιών, ο οποίος ενεργεί βάσει των εξουσιών που του παρέχονται από τις διατάξεις των Κανονισμών που εκδίδονται δυνάμει των διατάξεων του περί Ραδιοεπικοινωνιών Νόμου του 2002.

(2) Η εποπτεία της αγοράς σε σχέση με τις απαιτήσεις που αναφέρονται στις διατάξεις του εδαφίου  (2) του άρθρου 80, διενεργείται από τον Διευθυντή Τμήματος Ηλεκτρονικών Επικοινωνιών, σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Ραδιοεπικοινωνιών Νόμου του 2002.

Αρμοδιότητα του Επιτρόπου σε ορισμένες κατηγορίες ραδιοεξοπλισμού

81. Ο Επίτροπος είναι αρμόδιος  για τον  ραδιοεξοπλισμό ορισμένων κατηγοριών ή κλάσεων  που κατασκευάζεται κατά τρόπο ώστε να πληροί τις ακόλουθες ουσιώδεις απαιτήσεις:

(α) Nα διαλειτουργεί με εξαρτήματα, ιδίως με κοινού τύπου φορτιστές·

(β) να διαλειτουργεί μέσω δικτύων με άλλο ραδιοεξοπλισμό·

(γ) να μπορεί να συνδεθεί με διεπαφές κατάλληλου τύπου σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση·

(δ) να μη βλάπτει το δίκτυο, ούτε η λειτουργία του να  κάνει κατάχρηση των πόρων του δικτύου με αποτέλεσμα τη μη αποδεκτή υποβάθμιση της υπηρεσίας·

(ε) να ενσωματώνει διασφαλίσεις για την εξασφάλιση της προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και της ιδιωτικότητας των χρηστών και του συνδρομητή·

(στ) να υποστηρίζει ορισμένες λειτουργίες που εξασφαλίζουν την προστασία από απάτη.

(ζ) να υποστηρίζει ορισμένες λειτουργίες που εξασφαλίζουν την πρόσβαση σε υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης·

(η) να υποστηρίζει ορισμένες λειτουργίες για να διευκολύνεται η χρήση του από χρήστες με αναπηρία·

(θ) να υποστηρίζει ορισμένες λειτουργίες για να εξασφαλίζεται ότι η εγκατάσταση του λογισμικού στον ραδιοεξοπλισμό είναι δυνατή μόνον όταν έχει αποδειχθεί η συμμόρφωση του συνδυασμού του ραδιοεξοπλισμού και του λογισμικού.

∆ικαίωμα σύνδεσης. Άρνηση σύνδεσης ή αποσύνδεση

82. [Διαγράφηκε]
Κοινοποιούσες αρχές και απαιτήσεις σχετικά με αυτές

83.(1) Ο Επίτροπος λειτουργεί ως κοινοποιούσα αρχή και είναι υπεύθυνος για τον καθορισμό και τη διεξαγωγή των αναγκαίων  διαδικασιών αξιολόγησης και κοινοποίησης των οργανισμών αξιολόγησης της συμμόρφωσης και για την παρακολούθηση των κοινοποιημένων οργανισμών και προς τούτο, εγκρίνει ένα ή περισσότερους οργανισμούς οι οποίοι πληρούν τα κριτήρια που καθορίζονται σε Διάταγμά του, ως οργανισμούς που δύνανται να εκτελούν διαδικασία εκτίμησης της συμμόρφωσης  του ραδιοεξοπλισμού που προβλέπεται στις διατάξεις του άρθρου 81, σύμφωνα  με τις ουσιώδεις απαιτήσεις που καθορίζονται στις διατάξεις του παρόντος Νόμου.

(2) Ο Επίτροπος κοινοποιεί στην Επιτροπή της Ευρωπαϊκής Ένωσης και στα άλλα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τους οργανισμούς που προβλέπονται στις διατάξεις του εδαφίου (1) που έχουν λάβει έγκριση να εκτελούν καθήκοντα αξιολόγησης της συμμόρφωσης ως τρίτοι δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου και του Διατάγματος που εκδίδεται δυνάμει αυτού.

(3) Η εκτέλεση της διαδικασίας εκτίμησης της συμμόρφωσης ραδιοεξοπλισμού με τις ουσιώδεις απαιτήσεις που καθορίζονται στις διατάξεις των παρόντος Νόμου είναι, για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου, έγκυρη, μόνο εάν διενεργείται:

(α) Aπό οργανισμό που εγκρίνεται από τον Επίτροπο με σκοπό την εφαρμογή του ραδιοεξοπλισμού που εμπίπτει στις διατάξεις του άρθρου 81,

(β) από οργανισμό ο οποίος επιλέγεται από άλλο κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως οργανισμός που δύναται να εκτελεί την διαδικασία εκτίμησης της συμμόρφωσης ραδιοεξοπλισμού με ουσιώδεις απαιτήσεις, και του οποίου την επιλογή το εν λόγω κράτος μέλος γνωστοποιεί στις αρμόδιες αρχές της Δημοκρατίας, και στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

 

Έγκριση κυπριακών κοινοποιημένων οργανισμών

83Α.(1) Ο Επίτροπος κατά την άσκηση των καθηκόντων του, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 83, λειτουργεί κατά τρόπο ώστε-

(α) Nα μην προκύπτει σύγκρουση συμφερόντων με τους οργανισμούς αξιολόγησης της συμμόρφωσης,

(β) να διασφαλίζεται η αντικειμενικότητα και η αμεροληψία,

(γ) να εξασφαλίζεται η εμπιστευτικότητα των πληροφοριών,

(δ) να διασφαλίζεται ότι κάθε απόφαση που αφορά την κοινοποίηση του οργανισμού αξιολόγησης της συμμόρφωσης να λαμβάνεται από αρμόδια πρόσωπα που είναι άλλα από τα πρόσωπα που διεξήγαγαν την αξιολόγηση,

(ε) να διασφαλίζεται ότι δεν προσφέρονται ούτε παρέχονται από την κοινοποιούσα αρχή δραστηριότητες που εκτελούνται από τους οργανισμούς αξιολόγησης της συμμόρφωσης, ούτε προσφέρονται συμβουλευτικές υπηρεσίες σε εμπορική ή ανταγωνιστική βάση,

(στ) να υπάρχει επαρκής αριθμός ικανού προσωπικού για τη σωστή εκτέλεση των καθηκόντων τους.

(2) Ο Επίτροπος ενημερώνει την Επιτροπή για τις διαδικασίες για την αξιολόγηση και την κοινοποίηση των οργανισμών αξιολόγησης της συμμόρφωσης και την παρακολούθηση των κοινοποιημένων οργανισμών καθώς και για τυχόν αλλαγές στις πληροφορίες αυτές, όπως καθορίζονται σε Διάταγμα.

(3) Ο Επίτροπος καθορίζει σε Διάταγμα, θέματα απαιτήσεων και συμμόρφωσης των κοινοποιημένων οργανισμών, των θυγατρικών και υπεργολάβων των κοινοποιημένων οργανισμών, καθώς και συναφή θέματα.

(4)(α) Ο Επίτροπος υποβάλλει στην Επιτροπή τακτικές εκθέσεις σχετικά με την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος Νόμου μέχρι τις 12 Ιουνίου 2017 και τουλάχιστον κάθε δύο έτη στην συνέχεια.

(β) Οι εκθέσεις περιέχουν παρουσίαση των δραστηριοτήτων εποπτείας της αγοράς που πραγματοποιήθηκαν από τον Επίτροπο και παρέχουν πληροφορίες σχετικά με το αν και σε ποιο βαθμό έχει επιτευχθεί η συμμόρφωση προς τις απαιτήσεις των διατάξεων του παρόντος Νόμου, συμπεριλαμβανομένων ιδίως των απαιτήσεων σχετικά με την ταυτοποίηση των οικονομικών φορέων.

Σήμανση πιστότητας CE και δήλωση

84.(1) Η σήμανση πιστότητας CE, υποδηλώνει συμμόρφωση του ραδιοεξοπλισμού με τις διατάξεις του άρθρου 81 αναφορικά με τις ουσιώδες απαιτήσεις που αναφέρονται σε αυτό.

(2) Μετά από τη διεξαγωγή της διαδικασίας εκτίμησης της συμμόρφωσης και πριν τη διάθεση του ραδιοεξοπλισμού στην αγορά, επιτίθεται από τον κατασκευαστή ή τον εξουσιοδοτημένο του αντιπρόσωπο ή τον εισαγωγέα ή το διανομέα, ανάλογα με την περίπτωση, η σήμανση πιστότητας CE στο ραδιοεξοπλισμό, στον τύπο και στη μορφή που καθορίζονται σε Διάταγμα του Επιτρόπου.

(3) Ο Επίτροπος καθορίζει με Διάταγμα τις διαδικασίες, τον τύπο, τη μορφή και κάθε άλλο θέμα που αφορά τη σήμανση πιστότητας CE.

(4) Η δήλωση συμμόρφωσης ΕΕ αναφέρει ότι πληρούνται αποδεδειγμένα οι απαιτήσεις που ορίζονται στις διατάξεις των άρθρων 78, 80 και 83.

(5) Η δομή και τα στοιχεία τα οποία πρέπει να περιέχει τόσο η δήλωση συμμόρφωσης ΕΕ όσο και η απλουστευμένη δήλωση συμμόρφωσης καθορίζονται σε Διάταγμα του Επιτρόπου.

Διαδικασίες για την αξιολόγηση συμμόρφωσης και για τη διάθεση στην αγορά ραδιοεξοπλισμού

84Α. Οι κατάλληλες διαδικασίες για την αξιολόγηση συμμόρφωσης και για  την διάθεση στην αγορά ραδιοεξοπλισμού που προβλέπεται στις διατάξεις του άρθρου 81, τις οποίες ο κατασκευαστής οφείλει να εκπληρώσει, καθορίζονται με Διάταγμα του Επιτρόπου.

∆ημοσίευση των πληροφοριών και πρόσβαση σε αυτές

85. (1) Ο Επίτροπος διασφαλίζει ότι παροχείς δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιακών:

(α) δημοσιεύουν, έχουν άμεσα διαθέσιμες και διατηρούν ενημερωμένες, ακριβείς και επαρκείς τεχνικές προδιαγραφές για όλες τις διεπαφές που προσφέρονται από αυτούς πριν οι υπηρεσίες που παρέχονται μέσω των διεπαφών καταστούν προσιτές στο κοινό και

(β) παρέχουν και δημοσιεύουν τέτοιες επιπρόσθετες πληροφορίες ως ο Επίτροπος δύναται να απαιτεί δια διατάγματος.

(2) Οι προδιαγραφές, οι οποίες αναφέρονται στο εδάφιο (1) ανωτέρω, δημοσιεύονται με επαρκή λεπτομέρεια ώστε να επιτρέπουν:

(α) τον σχεδιασμό ραδιοεξοπλισμού και εξοπλισμού τερματικών που να μπορεί να χρησιμοποιεί όλες τις υπηρεσίες που παρέχονται μέσω των αντίστοιχων διεπαφών, και

(β) στους κατασκευαστές ραδιοεξοπλισμού και εξοπλισμού τερματικών να διεξάγουν, κατ’ επιλογή τους, τις σχετικές δοκιμές των βασικών απαιτήσεων που τυγχάνουν εφαρμογής στον ραδιοεξοπλισμό που προβλέπεται στις διατάξεις του άρθρου 81 και εξοπλισμό τερματικών που προβλέπεται στις διατάξεις  του παρόντος Νόμου.

(3) Ο Επίτροπος δύναται να επιβάλλει σε παροχείς δικτύου οι οποίοι κατά την εύλογη γνώμη του δεν συμμορφώνονται προς τις διατάξεις των εδαφίων (1) και (2) του παρόντος Άρθρου ημερήσιο πρόστιμο ύψους πεντακοσίων ευρώ (€500) για κάθε ημέρα που ο παροχέας δεν συμμορφώνεται προς τις αναφερόμενες διατάξεις.

Τεκμήριο Συμμόρφωσης Ραδιοεξοπλισμού

85Α. Ο ραδιοεξοπλισμός ο οποίος πληροί εναρμονισμένα πρότυπα ή μέρη εναρμονισμένων προτύπων, τα στοιχεία αναφοράς των οποίων έχουν δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τεκμαίρεται ότι συμμορφώνεται προς τις ουσιώδεις απαιτήσεις οι οποίες ορίζονται στις διατάξεις των άρθρων, 78, 79, 81, 84 και 84Α που αφορούν τα εν λόγω πρότυπα ή μέρη προτύπων.

Υποχρεώσεις οικονομικών φορέων

85Β. Ο Επίτροπος καθορίζει με Διάταγμά του τις υποχρεώσεις των κατασκευαστών, εξουσιοδοτημένων αντιπροσώπων, εισαγωγέων και διανομέων ραδιοεξοπλισμού, καθώς και τη δομή, το περιεχόμενο του τεχνικού φακέλου, και τα στοιχεία που πρέπει να περιέχει τόσο η δήλωση συμμόρφωσης ΕΕ όσο και η απλουστευμένη δήλωση συμμόρφωσης, για σκοπούς υλοποίησης των υποχρεώσεων εκ μέρους των προαναφερομένων οικονομικών φορέων και συμμόρφωσής τους με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου, του σχετικού προς αυτό το σκοπό Διατάγματος και την εφαρμογή των άρθρων 10 έως 15 του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 765/2008.

Κοινοποιήσεις Επιτρόπου

85Γ. Ο Επίτροπος κοινοποιεί στην Επιτροπή οποιαδήποτε ενέργειά του που αναφέρεται στο ραδιοεξοπλισμό που προβλέπεται στις διατάξεις του άρθρου 81 με τη διαδικασία που ορίζεται στις διατάξεις του περί των Βασικών Απαιτήσεων που πρέπει να πληρούν Καθορισμένες Κατηγορίες Προϊόντων Νόμου του 2002 και τις ραδιοδιεπαφές που προτίθενται να ρυθμίσει, με εξαίρεση:

(α) Tις ραδιοδιεπαφές οι οποίες συμμορφώνονται πλήρως και χωρίς παρεκκλίσεις με τις αποφάσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σχετικά με την εναρμονισμένη χρήση του ραδιοφάσματος που θεσπίζονται δυνάμει των διατάξεων του περί Ραδιοπικοινωνιών Νόμου του 2002 και οποιωνδήποτε Κανονισμών ή διαταγμάτων που εκδίδονται δυνάμει αυτού. και

(β) τις ραδιοδιεπαφές οι οποίες, αντιστοιχούν σε ραδιοεξοπλισμό ο οποίος μπορεί να τεθεί σε λειτουργία και να χρησιμοποιηθεί χωρίς περιορισμούς εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Θέση σε λειτουργία και χρήση ραδιοεξοπλισμού

85Δ.(1)  Ο Επίτροπος, κατά το μέρος που είναι αρμόδιος, επιτρέπει τη θέση σε λειτουργία και τη χρήση ραδιοεξοπλισμού εφόσον αυτός συμμορφώνεται με το παρόν Μέρος, έχει εγκατασταθεί και συντηρείται σωστά και χρησιμοποιείται για τον σκοπό για τον οποίο προορίζεται.

(2) Με την επιφύλαξη των υποχρεώσεών του δυνάμει των διατάξεων του περί Ραδιοεπικοινωνιών Νόμου του 2002 και των όρων που καθορίζονται σε άδειες για τη χρήση των συχνοτήτων σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου, και σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Ραδιοεπικοινωνιών Νόμου του 2002 και οποιωνδήποτε Κανονισμών ή διαταγμάτων που εκδίδονται δυνάμει αυτού, ο Επίτροπος μπορεί  να εισάγει  επιπρόσθετες απαιτήσεις για τη θέση σε λειτουργία και/ή χρήση ραδιοεξοπλισμού για λόγους που αφορούν την αποτελεσματική και αποδοτική χρήση του ραδιοφάσματος, την αποφυγή επιβλαβών παρεμβολών, την αποφυγή ηλεκτρομαγνητικών διαταραχών ή τη δημόσια υγεία.

Διαθεσιμότητα στην αγορά

85Ε.(1)  Ο Επίτροπος δεν εμποδίζει, για λόγους που αφορούν θέματα που καλύπτονται από τις διατάξεις του παρόντος Νόμου, τη διαθεσιμότητα στην κυπριακή αγορά ραδιοεξοπλισμού που πληροί τις απαιτήσεις που ορίζονται στις διατάξεις του παρόντος Νόμου.

(2)(α) Σε εμπορικές εκθέσεις, άλλες εκθέσεις και παρόμοιες εκδηλώσεις, ο Επίτροπος δεν παρεμποδίζει την επίδειξη ραδιοεξοπλισμού ο οποίος δε συμμορφώνεται προς το παρόν Μέρος, εφόσον αναφέρεται σαφώς σε ορατή πινακίδα ότι ο εν λόγω ραδιοεξοπλισμός δεν μπορεί να καταστεί διαθέσιμος στην αγορά και/ή να τεθεί σε λειτουργία πριν να συμμορφωθεί με τις διατάξεις του παρόντος Μέρους.

(β) Η επίδειξη ραδιοεξοπλισμού μπορεί να πραγματοποιείται μόνον με την προϋπόθεση ότι έχουν ληφθεί κατάλληλα μέτρα, όπως αυτά ορίζονται από τις αρμόδιες αρχές της Δημοκρατίας, για την αποφυγή επιβλαβών παρεμβολών, ηλεκτρομαγνητικών διαταραχών και κινδύνων για την υγεία ή την ασφάλεια προσώπων ή κατοικίδιων ζώων ή για την περιουσία.

Καθορισμός τελών για την εξέταση αίτησης έγκρισης κοινοποιημένου οργανισμού

86. Ο Επίτροπος με διάταγμά του καθορίζει τα τέλη για την υποβολή και εξέταση αίτησης για έγκριση κυπριακού κοινοποιημένου οργανισμού, καθώς και τα τέλη για την αξιολόγηση της ετήσιας έκθεσης των κυπριακών κοινοποιημένων οργανισμών και την επιτήρησή τους.

Επιτήρηση αγοράς ραδιοεξοπλισμού από τον Επίτροπο και ειδοποίηση της Επιτροπής

87.(1) Ο Επίτροπος επιτηρεί την αγορά, με στόχο τη διασφάλιση της διαθεσιμότητας  σε αυτή ραδιοεξοπλισμού ο οποίος συμμορφώνεται με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου και του σχετικού Διατάγματος, εφαρμόζοντας τις διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου 15 και τις διατάξεις των άρθρων 16 έως 29 του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 765/2008.

(2) Ο Επίτροπος επιτηρεί την αγορά ραδιοεξοπλισμού που προβλέπεται στις διατάξεις του άρθρου 81 και όπου διαπιστώνει ότι αυτός δεν συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις που τίθενται στις διατάξεις του παρόντος Μέρους, λαμβάνει τα απαραίτητα μέτρα, συμπεριλαμβανομένης, εάν είναι αναγκαίο, της εκδόσεως διαταγμάτων για την απόσυρση του ραδιοεξοπλισμού από την αγορά ή τη θέση του εκτός λειτουργίας ή την απαγόρευση της διάθεσης του στην αγορά ή τη θέση του σε λειτουργία και με Διάταγμά του καθορίζει τα κατάλληλα μέτρα που πρέπει να  λαμβάνει σε περίπτωση μη συμμόρφωσης του ραδιοεξοπλισμού με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου.

(3) Σε περίπτωση μη συμμόρφωσης  του ραδιοεξοπλισμού που προβλέπεται στις διατάξεις του άρθρου 81 με τις ουσιώδεις  απαιτήσεις και με τις διατάξεις των άρθρων 78 έως 84 ή σε περίπτωση παραβίασης των διατάξεων του άρθρου 30 του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 765/2008, ο Επίτροπος δύναται να επιβάλλει διοικητικό πρόστιμο σε πρόσωπο το οποίο πωλεί, παραχωρεί ή προσφέρει προς παραχώρηση ή κατέχει ή χρησιμοποιεί ή καθ’ οιονδήποτε τρόπο, διαθέτει ή προσφέρει προς διάθεση ή κυκλοφορεί στην αγορά τέτοιου είδους ραδιοεξοπλισμό, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου (κ) του άρθρου 20, ανεξάρτητα από το κατά πόσο συντρέχει περίπτωση ποινικής ευθύνης δυνάμει οποιασδήποτε άλλης διάταξης του παρόντος Νόμου ή οποιασδήποτε άλλης οικείας νομοθεσίας ή Ευρωπαϊκού Κανονισμού.

(4) Η σήμανση CE πρέπει να είναι ευδιάκριτη και ευανάγνωστη.

(5) Ο Επίτροπος, ανάλογα με τη σοβαρότητα της παράβασης και την επικινδυνότητα του προϊόντος, δύναται να προβαίνει σε δημοσίευση στον ημερήσιο τύπο και να παροτρύνει τους κατόχους, διανομείς ή τους χρήστες του μη συμμορφούμενου προς τις διατάξεις του παρόντος Νόμου ραδιοεξοπλισμού και τους καταναλωτές, ώστε να συμβάλλουν στην εφαρμογή των μέτρων που λαμβάνονται δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου (1) του παρόντος άρθρου.

(6) Ο Επίτροπος ειδοποιεί την Επιτροπή, αναφορικά με το ραδιοεξοπλισμό που προβλέπεται στις διατάξεις του άρθρου 81 που αποσύρθηκε από την αγορά, υποδεικνύοντας το λόγο ή τους λόγους για την απόφασή του καθώς και το λόγο ή τους λόγους της μη συμμόρφωσης του ραδιοεξοπλισμού με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου.

Εξουσίες Επιτρόπου για κατάσχεση τηλεπικοινωνιακού τερματικού εξοπλισμού και διαδικασίες δήμευσης

87Α.-(1) Όπου εξουσιοδοτημένος από τον Επίτροπο λειτουργός, ασκώντας τις εξουσίες που του παρέχουν οι διατάξεις του άρθρου 27, διαπιστώνει, κατά τον έλεγχο οποιουδήποτε ραδιοεξοπλισμού που προβλέπεται στις διατάξεις του άρθρου 81, ότι τέτοιος εξοπλισμός δεν πληροί τους όρους, τις προϋποθέσεις και προδιαγραφές που καθορίζονται στις διατάξεις των άρθρων 78,79, 81,84 και 84Α, δύναται να κατάσχει οποιοδήποτε τέτοιο ραδιοεξοπλισμό.

(2) Τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος Νόμου, η διαδικασία, οι όροι φύλαξης, διατήρησης ή απόδοσης ραδιοεξοπλισμού που προβλέπεται στις διατάξεις του άρθρου 81 και που κατάσχεται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου, δύναται να καθοριστούν με Διάταγμα.

(3) Εξουσιοδοτημένος από τον Επίτροπο λειτουργός οφείλει να πληροφορεί με γνωστοποίηση κατάσχεσης το πρόσωπο από το οποίο έχει κατασχεθεί ραδιοεξοπλισμός, ενημερώνοντάς το ταυτόχρονα για το δικαίωμα του τελευταίου να υποβάλει ένσταση εναντίον της κατάσχεσης,  σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου  (4) καθώς και για την προθεσμία εντός της οποίας  δύναται  να  ασκηθεί το εν λόγω δικαίωμα, η οποία σε κάθε περίπτωση δεν μπορεί να είναι μικρότερη των τριάντα ημερών.

(4) Κάθε πρόσωπο που έχει έννομο συμφέρον δύναται να υποβάλει ένσταση εναντίον διενεργηθείσας από τον Επίτροπο κατάσχεσης δυνάμει του παρόντος άρθρου, και σε τέτοια περίπτωση ο Επίτροπος -

(α) εξετάζει χωρίς υπαίτια καθυστέρηση, δυνάμενος κατά την κρίση του να ακούσει τον ενδιαφερόμενο ή να δώσει σ΄ αυτόν την ευκαιρία να υποστηρίξει τους λόγους στους οποίους στηρίζεται η ένσταση, και

(β) με αιτιολογημένη απόφασή του,  επικυρώνει, τροποποιεί ή ανακαλεί την  απόφαση κατάσχεσης προϊόντος, μέσα σε εύλογο χρόνο.

(5) Ο Επίτροπος λαμβάνει όλα τα δέοντα μέτρα ώστε, αν η κατάσχεση έχει ανακληθεί ή δεν δικαιολογείται πλέον, τα κατασχεθέντα προϊόντα να επιστρέφονται στο ενδιαφερόμενο πρόσωπο.

(6) Σε περίπτωση επικύρωσης της απόφασης του Επιτρόπου, οποιοδήποτε πρόσωπο έχει έννομο συμφέρον επί των κατασχεθέντων προϊόντων, δύναται να αποταθεί στο δικαστήριο για την έκδοση διατάγματος για επιστροφή του προϊόντος σε αυτό ή σε άλλο πρόσωπο.

(7) Το δικαστήριο προβαίνει στην έκδοση του αναφερόμενου στο εδάφιο (6) διατάγματος, μόνο εάν ικανοποιηθεί ότι -

(α) ποινική διαδικασία για αδίκημα αναφορικά με παράβαση του παρόντος Νόμου σε σχέση με το προϊόν ή διαδικασία δήμευσης του προϊόντος δεν έχει εγερθεί ή, εάν έχει εγερθεί,  αυτή έχει περατωθεί χωρίς να δημευθεί το προϊόν ή χωρίς να καταδικαστεί οποιοδήποτε πρόσωπο·

(β) σε περίπτωση που τέτοια διαδικασία δεν έχει εγερθεί, ότι έχει παρέλθει χρονικό διάστημα πέραν των τριών μηνών αφότου το προϊόν κατασχέθηκε.

(8) Ανεξάρτητα από την έγερση οποιασδήποτε ποινικής δίωξης για αδίκημα αναφορικά με παράβαση των διατάξεων του άρθρου 77, ο Επίτροπος δύναται σε περίπτωση κατάσχεσης που γίνεται δυνάμει του παρόντος άρθρου, και τηρουμένων των εκάστοτε εν ισχύ θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, να αποταθεί διά κλήσεως στο δικαστήριο, ζητώντας την έκδοση διατάγματος για τη δήμευση των κατασχεθέντων για τους λόγους που αναφέρονται στο εδάφιο (1).

(9) Το δικαστήριο προβαίνει στην έκδοση του αιτούμενου δυνάμει του πιο πάνω εδαφίου  διατάγματος για δήμευση οποιουδήποτε κατασχεθέντος προϊόντος,  μόνο εάν ικανοποιηθεί ότι -

(α) πράγματι τα κατασχεθέντα προϊόντα δεν συμμορφώνονται με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου ή των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων Κανονισμών· ή

(β) κανένα λογικό μέσο δεν είναι διαθέσιμο υπό τις περιστάσεις, για τη συμμόρφωση του ενδιαφερόμενου προσώπου με τις διατάξεις του άρθρου 77 του παρόντος Νόμου.

(10) Με την επιφύλαξη των διατάξεων του εδαφίου (6), ραδιοεξοπλισμός που δημεύεται με διάταγμα δικαστηρίου, δύναται να καταστραφεί σύμφωνα με οδηγίες που δίνει το δικαστήριο:

Νοείται ότι εάν το δικαστήριο το κρίνει σκόπιμο, δύναται να διατάξει όπως ο εν λόγω εξοπλισμός, αντί να καταστραφεί να παραδοθεί από τον Επίτροπο σε πρόσωπο που ο ίδιος επιλέγει, με αντικειμενικά κριτήρια και διαδικασίες,  υπό τον όρο ότι το πρόσωπο αυτό-

(α) δε θα το διαθέσει στην αγορά ή δε θα το θέσει σε λειτουργία, εκτός για σκοπούς διάθεσής του ως άχρηστου υλικού, και

(β) θα συμμορφωθεί με οποιαδήποτε διαταγή πληρωμής εξόδων ή δαπανών που εκδόθηκε εναντίον του, στο πλαίσιο της διαδικασίας έκδοσης του διατάγματος για τη δήμευση του εξοπλισμού.

Εξουσίες Επιτρόπου για δειγματοληπτικούς ελέγχους

87Β.-(1) Για να διαπιστωθεί κατά πόσο έχει διαπραχθεί οποιαδήποτε παράβαση του άρθρου 77 του παρόντος Νόμου, ο Επίτροπος έχει εξουσία να προβαίνει σε οποιαδήποτε δειγματοληψία ή αγορά ραδιοεξοπλισμού ή εξοπλισμού τερματικών για σκοπούς δοκιμών και ελέγχων.

(2) Ραδιοεξοπλισμός ή εξοπλισμός τερματικών που λαμβάνεται ως δείγμα ή που αγοράζεται δυνάμει του παρόντος άρθρου, υποβάλλεται σύμφωνα με διαδικασίες που καθορίζονται σε Διάταγμα του Επιτρόπου, σε δοκιμή η οποία, αναλόγως του αποτελέσματος και άνευ επηρεασμού των διατάξεων του άρθρου 87 του παρόντος Νόμου, δύναται να οδηγήσει-

(α) στην έγερση ποινικής δίωξης για ποινικό αδίκημα σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 77 και 88Α έως 88ΣΤ∙ ή/και

(β) σε διαδικασία κατάσχεσης ή δήμευσης του σχετικού προϊόντος όσον αφορά μόνο ραδιοεξοπλισμό που προβλέπεται στις διατάξεις του άρθρου 81 δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 87Α∙

(3) Ο Επίτροπος επιτρέπει στο πρόσωπο από το οποίο έχει ληφθεί δείγμα ή έχει αγοραστεί ραδιοεξοπλισμός ή εξοπλισμός τερματικών ή πρόσωπο το οποίο έχει συμφέρον σε οποιοδήποτε τέτοιο εξοπλισμό να υποβάλει επίσης το σχετικό με τη διερεύνηση προϊόν σε δοκιμή, σε οργανισμούς σύμφωνα με τη διαδικασία που ακολουθείται για την αξιολόγηση της πιστότητας ραδιοεξοπλισμού ή εξοπλισμού τερματικών δυνάμει των σχετικών Διαταγμάτων που δύναται να εκδίδει ο Επίτροπος προς σκοπό εφαρμογής του παρόντος Νόμου.

Κάλυψη των εξόδων του Επιτρόπου

87Γ.-(1) Σε περίπτωση που δικαστήριο καταδικάσει πρόσωπο για οποιοδήποτε από τα αδικήματα του άρθρου 77 ή ο Επίτροπος επιβάλει διοικητικό πρόστιμο σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 87 σε σχέση με οποιοδήποτε ραδιοεξοπλισμό ή σε σχέση με την παράβαση των διατάξεων των άρθρων 88Α, 88Β, 88Γ, 88Δ, 88Ε και 88ΣΤ, το δικαστήριο ή ο Επίτροπος, ανάλογα με την περίπτωση, έχει εξουσία, επιπρόσθετα από οποιαδήποτε άλλη διαταγή για έξοδα ή δαπάνες, να διατάξει το πιο πάνω πρόσωπο ή, ανάλογα με την περίπτωση, οποιοδήποτε πρόσωπο έχει συμφέρον επί του εξοπλισμού, να αποζημιώσει τον Επίτροπο για οποιαδήποτε δαπάνη στην οποία υποβλήθηκε ή δυνατόν να υποβληθεί-

(α) σε ότι αφορά τον ραδιοεξοπλισμό, τη δυνατότητα κατάσχεσης ή παρακράτησης προϊόντων από ή για λογαριασμό του Επιτρόπου,

(β) σε σχέση με οποιαδήποτε έξοδα επιβαρύνθηκε ο Επίτροπος κατά την ενάσκηση των εξουσιών του δυνάμει του παρόντος Νόμου.

Κοινοποίηση ενεργειών του Επιτρόπου στην Επιτροπή

88. Ο Επίτροπος κοινοποιεί στην Επιτροπή οποιαδήποτε ενέργειά του που αναφέρεται στις διατάξεις του άρθρου 87 σε σχέση με ραδιοεξοπλισμό, υποδεικνύοντας τους λόγους που οδήγησαν στην απόφασή του και τους λόγους μη συμμόρφωσης του ραδιοεξοπλισμού.

Κατάργηση χορηγούμενων ειδικών ή αποκλειστικών δικαιωμάτων

88Α.(1) Ο Επίτροπος, ο οποίος έχει χορηγήσει ειδικά ή αποκλειστικά δικαιώματα σε επιχειρήσεις, εξασφαλίζει ότι καταργούνται όλα τα αποκλειστικά δικαιώματα, καθώς και τα ειδικά δικαιώματα τα οποία:

(α) Περιορίζουν σε δύο (2) ή περισσότερες τις επιχειρήσεις, βάσει των κριτηρίων που δεν είναι αντικειμενικά, αναλογικά και αμερόληπτα,

(β) υποδεικνύουν, βάσει κριτηρίων διαφορετικών από τα αναφερόμενα στις διατάξεις της παραγράφου (α), περισσότερες ανταγωνίστριες επιχειρήσεις.

(2) Ο Επίτροπος κοινοποιεί  στην Επιτροπή τα μέτρα που έχει λάβει και τα σχέδια που έχει  καταθέσει προς το σκοπό αυτό.

Εξουσίες Επιτρόπου σε σχέση με τον ανταγωνισμό στις αγορές εξοπλισμού τηλεπικοινωνιακών τερματικών

88Β.(1) Ο Επίτροπος μεριμνά ώστε οι επιχειρηματίες να έχουν το δικαίωμα εισαγωγής, εμπορίας, σύνδεσης, θέσης σε λειτουργία και συντήρησης του εξοπλισμού τερματικών όπως αυτός ορίζεται στις διατάξεις του άρθρου 88Γ.

(2)  Ο Επίτροπος μπορεί-

(α) Για τον εξοπλισμό επίγειων δορυφορικών σταθμών, να αρνηθεί τη σύνδεση με το δημόσιο δίκτυο τηλεπικοινωνιών ή τη λειτουργία εφόσον ο εξοπλισμός δεν ανταποκρίνεται στους κοινούς τεχνικούς κανόνες που έχουν θεσπιστεί σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου και σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Ραδιοεπικοινωνιών Νόμου του 2002 ή ελλείψει αυτών, στις ουσιώδεις  απαιτήσεις που αναφέρονται στις διατάξεις του άρθρου 3 της οδηγίας 1999/5/ΕΚ· σε περίπτωση όπου δεν υπάρχουν κοινοί τεχνικοί κανόνες ή εναρμονισμένοι ρυθμιστικοί όροι, οι εθνικοί κανόνες είναι ανάλογοι με τις ουσιώδεις εκείνες απαιτήσεις και κοινοποιούνται στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή σύμφωνα με τις διατάξεις του περί των Βασικών Απαιτήσεων που πρέπει να πληρούν Καθορισμένες Κατηγορίες Προϊόντων Νόμου του 2002, στην περίπτωση όπου οι διατάξεις της οδηγίας 98/34/ΕΚ προβλέπουν κάτι τέτοιο·

(β) για άλλου είδους τερματικό εξοπλισμό, να αρνηθεί τη σύνδεση με το δημόσιο δίκτυο τηλεπικοινωνιών εφόσον ο εξοπλισμός αυτός δεν ανταποκρίνεται στους κοινούς τεχνικούς κανόνες που ισχύουν σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου και  σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Ραδιοεπικοινωνιών Νόμου του 2002, ή, ελλείψει αυτών, στις ουσιώδεις απαιτήσεις που αναφέρονται στις διατάξεις του άρθρου 3 της οδηγίας 1999/5/ΕΚ·

(γ) να απαιτήσει από τους επιχειρηματίες την κατάλληλη τεχνική ειδίκευση για τη σύνδεση, θέση σε λειτουργία και τη συντήρηση του εξοπλισμού τερματικών:

Νοείται ότι η εν λόγω ειδίκευση εκτιμάται βάσει δημοσιευμένων αντικειμενικών κριτηρίων τα οποία δεν πρέπει να δημιουργούν διακρίσεις.

Πρόσβαση στις νέες ηλεκτρονικές διασυνδέσεις και υποχρέωση δημοσίευσης

88Γ. Ο Επίτροπος μεριμνά ώστε οι χρήστες να έχουν πρόσβαση στις νέες ηλεκτρονικές διασυνδέσεις του δημόσιου δικτύου και τα φυσικά χαρακτηριστικά τους γνωρίσματα να δημοσιευτούν από τους επενδυτές των δημόσιων τηλεπικοινωνιακών δικτύων.

Συστηματοποίηση και δημοσίευση προδιαγραφών εξοπλισμού τερματικών

88Δ.(1) Ο Επίτροπος εξασφαλίζει ότι θα συστηματοποιηθούν και θα δημοσιευτούν οποιεσδήποτε προδιαγραφές του εξοπλισμού τερματικών οι οποίες πρόκειται να συνδεθούν, άμεσα ή έμμεσα, με το δημόσιο δίκτυο.

(2) Ο Επίτροπος γνωστοποιεί στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή τα σχέδια των εν λόγω προδιαγραφών, σύμφωνα με τον περί των Βασικών Απαιτήσεων που πρέπει να πληρούν Καθορισμένες Κατηγορίες Προϊόντων Νόμο του 2002.

Έλεγχος της εφαρμογής των προδιαγραφών

88Ε. Ο Επίτροπος εξασφαλίζει ότι, ο έλεγχος της εφαρμογής των προδιαγραφών που αναφέρονται στις διατάξεις του άρθρου 88Δ, πραγματοποιείται από φορέα ανεξάρτητο από τις δημόσιες ή ιδιωτικές επιχειρήσεις οι οποίες προσφέρουν αγαθά ή υπηρεσίες στον τομέα των τηλεπικοινωνιών.

Υποβολή έκθεσης από τον Επίτροπο

88ΣΤ. Στο τέλος κάθε έτους ο Επίτροπος υποβάλλει έκθεση, η οποία επιτρέπει στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή να εκτιμήσει αν τηρούνται οι διατάξεις των άρθρων 88Α έως 88ΣΤ.

ΜΕΡΟΣ 13 ΑΠΟΚΤΗΣΗ ΑΚΙΝΗΤΗΣ ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑΣ ΚΑΙ ΕΞΟΥΣΙΕΣ ΕΙΣΟΔΟΥ
Απόκτηση Ακίνητης Ιδιοκτησίας και παρεμφερή θέματα

89.-(1) ∆εόντως εξουσιοδοτημένοι παροχείς δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών δύνανται να αποκτούν ακίνητη ιδιοκτησία για τους σκοπούς οποιασδήποτε από τις δραστηριότητές τους βάσει του παρόντος Νόμου, και σε περίπτωση ιδιοκτησίας που δεν καθίσταται δυνατό να αποκτηθεί συμβατικά, αυτή δύναται να αποκτηθεί δυνάμει των διατάξεων του εκάστοτε σε ισχύ νόμου περί αναγκαστικής απαλλοτρίωσης ιδιοκτησίας.

(2) Παροχείς που αναφέρονται στο εδάφιο(1) ανωτέρω, ή πρόσωπο δεόντως εξουσιοδοτημένο εγγράφως προς τούτο από αυτούς μπορούν, κατά πάντα εύλογο χρόνο, να εισέρχονται σε οποιαδήποτε γη και, κατόπιν προηγούμενης είκοσι τετράωρης γραπτής ειδοποίησης στον κάτοχο, να εισέρχονται σε οποιαδήποτε κτίρια και εκεί να προβαίνουν σε πράξεις ή έργα τα οποία είναι ευλόγως αναγκαία για σκοπούς επιθεώρησης, εξέτασης ή έρευνας, προκαταρκτικώς ή συναφώς με την άσκηση οποιασδήποτε λειτουργίας που δυνάμει του παρόντος Νόμου αποτελεί λειτουργία παροχέα δικτύου ηλεκτρονικών επικοινωνιών.

(3) Οι παροχείς θα καταβάλλουν αποζημίωση, σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου (11) του παρόντος άρθρου, για οποιαδήποτε προσωπική βλάβη ή για ζημιά προκληθείσα από την είσοδο ή από την διενέργεια πράξεων ή έργων δυνάμει του εδαφίου (2).

(4) Για σκοπούς εκτέλεσης οποιασδήποτε εργασίας σε σχέση με οποιοδήποτε δίκτυο ηλεκτρονικών επικοινωνιών, παροχέας δικτύου ηλεκτρονικών επικοινωνιών, ή πρόσωπο δεόντως εξουσιοδοτημένο εγγράφως προς τούτο από τον παροχέα, δύναται, με συγκατάθεση του κατόχου ακίνητης ιδιοκτησίας, ή δια συμφωνίας και την καταβολή συμφωνημένου ποσού, αφού δώσει προηγουμένως είκοσι τεσσάρων ωρών γραπτή ειδοποίηση στον εν λόγω κάτοχο της ακίνητης ιδιοκτησίας, να εισέλθει σ΄ αυτή και να προβεί σε όλες τις αναγκαίες εργασίες και εγκαταστάσεις, και δύναται κατά την εκτέλεση αυτών, να κόψει ή κλαδέψει δέντρα, να μετακινήσει φυτεία, φράκτες, ξηρότοιχους ή άλλα πράγματα, ως ήθελε είναι αναγκαίο για το σκοπό.

(5) Σε σχέση με τυχόν καταστροφή ή ζημιά σε οποιαδήποτε περιουσία κατά την εκτέλεση των αναφερομένων στο εδάφιο (4) εργασιών και εγκαταστάσεων, θα καταβάλλεται αποζημίωση στον ιδιοκτήτη της περιουσίας σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου (11) του παρόντος άρθρου.

(6) Σε περίπτωση που δεν παρέχεται συγκατάθεση, ή δεν επέρχεται συμφωνία μεταξύ παροχέα και κατόχου αναφορικά με την είσοδο ή το ύψος του καταβλητέου ποσού, όπως διαλαμβάνεται στο εδάφιο (4), ο παροχέας δικαιούται να αποταθεί στο ∆ικαστήριο με αίτηση, το οποίο, αφού λάβει υπόψη και ζυγίσει από τη μια το δυσμενή επηρεασμό και από την άλλη το όφελος που θα προκύψει για τα εμπλεκόμενα μέρη σε περίπτωση που επιτρέπεται ή δεν επιτρέπεται η είσοδος στην ακίνητη ιδιοκτησία, ανάλογα με την περίπτωση, αποφασίζει κατά πόσο θα επιτρέψει ή όχι την εν λόγω είσοδο καθορίζοντας σε περίπτωση που επιτρέπει την είσοδο, ποσό αποζημίωσης.

(7) Κατά τη λήψη απόφασης περί της έκτασης του δυσμενούς επηρεασμού και του οφέλους που θα προκύψει, το ∆ικαστήριο λαμβάνει υπόψη όλες τις περιστάσεις και την αρχή ότι ουδείς δύναται να στερείται παραλόγως της πρόσβασης σε δίκτυο και/ή υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών.

(8) Για σκοπούς εκτέλεσης εργασιών και εγκαταστάσεων σε σχέση με οποιοδήποτε δίκτυο ηλεκτρονικών επικοινωνιών, παροχέας δικτύου ηλεκτρονικών επικοινωνιών ή οποιοδήποτε δεόντως εξουσιοδοτημένο εγγράφως προς τούτο από τον παροχέα πρόσωπο, δύναται κατόπιν γραπτής έγκρισης ή άδειας από αρμόδια αρχή δυνάμει του παρόντος ή οποιουδήποτε άλλου σχετικού νόμου, να διανοίξει ή να σκάψει οποιοδήποτε δρόμο και να τοποθετήσει οποιαδήποτε εγκατάσταση δικτύου ηλεκτρονικών επικοινωνιών και μπορεί, να μεταβάλει τη θέση οποιουδήποτε σωλήνα εξαιρουμένου κυρίως σωλήνα για την προμήθεια νερού, κατόπιν ειδοποίησης είκοσι τεσσάρων ωρών σε οποιοδήποτε κάτοχο οικίας, που θα επηρεασθεί.

(9) Δρόμος που διανοίγεται ή σκάπτεται σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου (8), επαναφέρεται προσωρινά άμεσα από τον παροχέα και αποκαθίσταται από την αρμόδια αρχή ή/και τον παροχέα στην προτέρα αυτού κατάσταση,  σύμφωνα με τους όρους και τις υποχρεώσεις των αδειών που απαιτούνται δυνάμει του άρθρου 96, με έξοδα και δαπάνες του παροχέα, ο οποίος έχει επίσης υποχρέωση να  απομακρύνει άμεσα όλα τα απορρίμματα που δυνατόν να έχουν προκύψει από την εκσκαφή και διάνοιξη του δρόμου.

(10) Εγκατάσταση δικτύου ηλεκτρονικών επικοινωνιών που τοποθετείται ή κατασκευάζεται επί, πάνω από, κατά μήκος, δια μέσου ή κάτω από οποιοδήποτε δρόμο, τοποθετείται ή κατασκευάζεται κατά τρόπο που δεν διακόπτει, παρακωλύει, ή παρεμβαίνει στη διέλευση στο δρόμο.

(11) Εάν δεν συμφωνηθεί το ποσό αποζημίωσης, που είναι καταβλητέο κατά τα διαλαμβανόμενα στα εδάφια (3) και (5), αυτό καθορίζεται από δύο διαιτητές, εκ των οποίων ο ένας διορίζεται από τον παροχέα και ο άλλος από το άλλο ενδιαφερόμενο μέρος και σε περίπτωση που δεν επέρχεται συμφωνία μεταξύ των εν λόγω διαιτητών, το ποσό της καταβλητέας αποζημίωσης καθορίζεται από το Επαρχιακό ∆ικαστήριο που έχει αρμοδιότητα σύμφωνα με τους εκάστοτε σε ισχύ περί ∆ικαστηρίων Νόμους.

Εξουσία επιθεώρησης

90. Για σκοπούς επιθεώρησης ή επισκευής οποιουδήποτε δικτύου ηλεκτρονικών επικοινωνιών ή εγκαταστάσεων και μηχανημάτων ή για άλλον πρέποντα λόγο, ο παροχέας, ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο δεόντως εξουσιοδοτημένο γραπτώς προς τούτο από τον παροχέα, δύναται κατά πάντα εύλογο χρόνο να εισέρχεται σε οποιαδήποτε γη, σπίτια, ή κτήρια στα οποία τέτοιες εγκαταστάσεις ή μηχανήματα έχουν εγκατασταθεί, εγκαθίστανται ή θα εγκατασταθούν.

Ευθύνη παροχέων δικτύων

91. Παροχέας δεν υπέχει νομική ευθύνη για προσωπική βλάβη ή για ζημία σε περιουσία συνεπεία διακοπής οποιασδήποτε υπηρεσίας ηλεκτρονικών επικοινωνιών, η οποία δυνατόν να οφείλεται σε αναπόφευκτο ατύχημα, φυσική φθορά, ή στις εύλογες ανάγκες του ίδιου του συστήματος ή σε ελαττωματική εγκατάσταση η οποία δεν είχε διενεργηθεί από τον παροχέα. Ο παροχέας, όμως, υπέχει νομική ευθύνη για τέτοια βλάβη ή ζημία σε περίπτωση που η σχετική διακοπή αποδεικνύεται ότι είχε προκληθεί λόγω αμέλειας ή παράβασης θέσμιου καθήκοντος προσώπου που εργοδοτείται από τον παροχέα ή λόγω εσφαλμένης κατάστασης της εγκατάστασης.

Προφυλάξεις κατά την εκτέλεση εργασίας

92. Η εκτέλεση όλης της εργασίας σε σχέση με οποιοδήποτε δίκτυο ηλεκτρονικών επικοινωνιών, η οποία δυνατόν να επηρεάζει οποιοδήποτε δρόμο, σιδηρόδρομο, ποταμό ή άλλη υδρορροή ή οποιοδήποτε σύστημα άρδευσης, αποχέτευσης ή παροχής νερού ή οποιεσδήποτε ηλεκτρικές εγκαταστάσεις, τηλέγραφους, ραδιοεπικοινωνίες, εργασίες λιμανιών ή άλλα δημόσια ή ιδιωτικά έργα και η ανέγερση ή τοποθέτηση οποιασδήποτε γραμμής ή εγκαταστάσεων και μηχανημάτων, είτε υπερυψωμένων, είτε στο έδαφος, είτε υπογείως, θα διενεργείται με νόμιμο τρόπο και έτσι ώστε να μην επηρεάζεται δυσμενώς η δημόσια ή ιδιωτική ασφάλεια.

Εξασφάλιση άδειας για πράξεις που παρεμβαίνουν σε δίκτυο ηλεκτρονικών επικοινωνιών

93. Ουδείς τοποθετεί ή μεταφέρει κύριους αγωγούς, σωλήνες, αγωγούς ή καλώδια μέσα, κατά μήκος, δια μέσου, κατά πλάτος, πάνω ή κάτω από οποιοδήποτε δρόμο ή μέρος, κατά τρόπο ο οποίος πιθανόν να παρέμβει σε δίκτυο ηλεκτρονικών επικοινωνιών ή εγκαταστάσεις ή μηχανήματα ή να προκαλέσει ζημία σ΄ αυτά, χωρίς προηγούμενη εξασφάλιση άδειας από τον Επίτροπο. Η παροχή ή άρνηση τέτοιας άδειας, εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Επιτρόπου και δυνατόν να παρέχεται υπό τέτοιους όρους και προϋποθέσεις ως ο Επίτροπος κρίνει εύλογο να θέσει.

Εξαίρεση από κατάσχεση

94. Τα δίκτυα ή εγκαταστάσεις ηλεκτρονικών επικοινωνιών και μηχανήματα παροχέων, δεν υπόκεινται σε κατάσχεση ή σε εκτέλεση δυνάμει οποιασδήποτε δικαστικής διαδικασίας ή σε οποιαδήποτε διαδικασία πτώχευσης ή αφερεγγυότητας εναντίον οποιουδήποτε προσώπου.

Ποινική και αστική ευθύνη

95.-(1) Πρόσωπο το οποίο μετακινεί, καταστρέφει ή προκαλεί ζημιά είτε εσκεμμένως ή άλλως πως σε οποιοδήποτε δίκτυο ηλεκτρονικών επικοινωνιών ή εγκαταστάσεις και μηχανήματα, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος, και ευθύνεται στην καταβολή πλήρους αποζημίωσης για την προκληθείσα ζημιά, η οποία δύναται να ανακτάται με πολιτική αγωγή στο αρμόδιο ∆ικαστήριο.

(2) ΄Ανευ βλάβης των διατάξεων του εδαφίου (1), ∆ικαστήριο ενώπιον του οποίου πρόσωπο κατηγορείται για ποινικό αδίκημα κατά παράβαση του εν λόγω εδαφίου, δύναται να υπολογίσει την αποζημίωση που είναι καταβλητέα δυνάμει του εν λόγω εδαφίου (1), και να εκδώσει διάταγμα για την καταβολή αυτής. Τέτοιο διάταγμα εκτελείται ως να ήταν απόφαση σε αστική αγωγή.

Εξασφάλιση αδειών πριν την εκτέλεση εργασίας σε ακίνητη ιδιοκτησία

96. Πριν την εκτέλεση οποιασδήποτε εργασίας, επί, υποκάτω ή υπεράνω από οποιαδήποτε ακίνητη ιδιοκτησία, οι παροχείς βεβαιώνονται ότι όλα τα τυχόν αναγκαία δικαιώματα και άδειες έχουν εξασφαλιστεί από κάθε αρμόδια δημόσια αρχή.

Διαδικασίες εγκατάστασης ευκολιών και απόκτησης δικαιωμάτων διέλευσης

96Α.-(1) Ο Επίτροπος δύναται να τροποποιεί τους όρους και τις διαδικασίες που αφορούν την εγκατάσταση ευκολιών και την απόκτηση δικαιωμάτων διέλευσης, μόνο σε αντικειμενικά αιτιολογημένες περιπτώσεις και κατά αναλογικό τρόπο, που καθορίζεται στην εκάστοτε ισχύουσα δευτερογενή νομοθεσία.  Με εξαίρεση την περίπτωση κατά την οποία οι προτεινόμενες τροποποιήσεις είναι ήσσονος σημασίας και έχουν συμφωνηθεί με τον κάτοχο των δικαιωμάτων ή της γενικής άδειας, η πρόθεση διενέργειας των σχετικών τροποποιήσεων γνωστοποιείται καταλλήλως και παρέχεται στους ενδιαφερομένους, συμπεριλαμβανομένων των χρηστών και των καταναλωτών, επαρκές χρονικό διάστημα, το οποίο, εκτός εκτάκτων περιπτώσεων, είναι τουλάχιστον τέσσερις (4) εβδομάδες, ώστε να μπορέσουν να διατυπώσουν τις απόψεις τους επί των προτεινόμενων τροποποιήσεων.

(2) Οι αρμόδιες αρχές δεν περιορίζουν ούτε καταργούν δικαιώματα εγκατάστασης ευκολιών και διέλευσης, εκτός αιτιολογημένων περιπτώσεων και, κατά περίπτωση, σύμφωνα με τις σχετικές εθνικές διατάξεις όσον αφορά την παροχή αντισταθμιστικού ανταλλάγματος λόγω ανακλήσεως δικαιώματος.

 

Δικαιώματα διέλευσης

96Β.-(1) Ο Επίτροπος μεριμνά ούτως ώστε, όταν μια αρμόδια αρχή εξετάζει -

(α) αίτηση για παραχώρηση δικαιωμάτων εγκατάστασης υποδομής επί, υπεράνω ή υποκάτω δημόσιου ή ιδιωτικού ακινήτου, σε πρόσωπο το οποίο δύναται να παρέχει δημόσια δίκτυα επικοινωνιών, ή

(β) αίτηση για την παραχώρηση δικαιωμάτων εγκατάστασης υποδομής υπεράνω ή υποκάτω δημόσιου ακινήτου, σε πρόσωπο στο οποίο επιτρέπεται να παρέχει δίκτυα ηλεκτρονικών επικοινωνιών, τα οποία δεν προσφέρουν δημόσια υπηρεσία,

η αρμόδια αρχή να ενεργεί βάσει απλών, αποτελεσματικών, διαφανών και προσιτών στο κοινό διαδικασιών, οι οποίες καθορίζονται με Διάταγμα του Επιτρόπου και εφαρμόζονται χωρίς διακρίσεις και χωρίς καθυστέρηση.  Σε κάθε περίπτωση, ο Επίτροπος μεριμνά ούτως ώστε η αρμόδια αρχή να λαμβάνει την απόφασή της εντός έξι (6) μηνών από την υποβολή της αίτησης, εξαιρουμένων των περιπτώσεων απαλλοτρίωσης, ακολουθώντας τις αρχές της διαφάνειας και της αμεροληψίας στην επιβολή προϋποθέσεων στα παραχωρούμενα δικαιώματα των αιτητών.  Οι διαδικασίες είναι δυνατό να διαφέρουν αναλόγως εάν ο αιτητής παρέχει δημόσια δίκτυα επικοινωνιών ή όχι.

(2) Ο Επίτροπος μεριμνά ούτως ώστε, όταν οι δημόσιες ή οι τοπικές αρχές διατηρούν την κυριότητα ή τον έλεγχο των προσώπων που εκμεταλλεύονται δημόσια δίκτυα ή/και  διαθέσιμες  υπηρεσίες  ηλεκτρονικών επικοινωνιών, υπάρχει ουσιαστικός διαρθρωτικός διαχωρισμός της αρμοδιότητας σχετικά με την παροχή των δικαιωμάτων που αναφέρονται στο εδάφιο (1) από τις δραστηριότητες που έχουν σχέση με την κυριότητα ή τον έλεγχο.

Συντονισμός τεχνικών έργων

96Γ.-(1) Κάθε φορέας εκμετάλλευσης δικτύου έχει δικαίωμα να διαπραγματεύεται συμφωνίες συντονισμού τεχνικών έργων με επιχειρήσεις που έχουν δεόντως αδειοδοτηθεί σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου ή έχει το δικαίωμα να παρέχει δίκτυα ηλεκτρονικών επικοινωνιών διά οιασδήποτε οικείας νομοθεσίας, ενόψει της εγκατάστασης στοιχείων υψίρρυθμων δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών.

(2) Κάθε φορέας  εκμετάλλευσης δικτύου που εκτελεί άμεσα ή έμμεσα τεχνικά έργα, πλήρως ή εν μέρει χρηματοδοτούμενα από το δημόσιο ικανοποιεί τις εύλογες αιτήσεις επιχειρήσεων που έχουν αδειοδοτηθεί σύμφωνα τις διατάξεις του παρόντος Νόμου ή έχουν το δικαίωμα να  παρέχουν  δημόσια δίκτυα επικοινωνιών δια οιασδήποτε οικείας νομοθεσίας, ενόψει της εγκατάστασης στοιχείων υψίρρυθμων δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών, συντονισμού  των τεχνικών έργων, με διαφανείς και ισότιμους όρους.

(3) Οι αιτήσεις αυτές ικανοποιούνται εφόσον:

(α) Aυτό δεν συνεπάγεται επιπλέον κόστος, μεταξύ άλλων, λόγω πρόσθετων καθυστερήσεων, για τα αρχικώς προβλεπόμενα τεχνικά έργα·

(β) αυτό δεν εμποδίζει τον έλεγχο του συντονισμού των έργων· και

(γ) η αίτηση για συντονισμό κατατίθεται, το συντομότερο δυνατόν και οπωσδήποτε τουλάχιστον έναν μήνα πριν από την υποβολή του τελικού σχεδίου, στις αρμόδιες αρχές, για τη χορήγηση αδειών ή/και δικαιωμάτων.

(4) Ο Επίτροπος δύναται να εκδώσει διάταγμα στο οποίο να προβλέπονται κανόνες περί κατανομής του κόστους συντονισμού των τεχνικών έργων.

(5) Στην περίπτωση κατά την οποία δεν επιτευχθεί σχετική συμφωνία εντός ενός μηνός από την ημερομηνία παραλαβής της επίσημης αίτησης για τη διαπραγμάτευση συμφωνίας συντονισμού τεχνικών έργων σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου (2), τα μέρη  έχουν δικαίωμα παραπομπής του ζητήματος στον Επίτροπο.

(6) Ο Επίτροπος αφού λάβει πλήρως υπόψη την αρχή της αναλογικότητας, εκδίδει  απόφαση για την επίλυση της διαφοράς που υποβλήθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου (3), συμπεριλαμβανομένου, κατά περίπτωση, του καθορισμού δίκαιων και ισότιμων όρων και επιβαρύνσεων.

(7) Ο Επίτροπος επιλύει τη διαφορά το συντομότερο δυνατόν και οπωσδήποτε εντός δυο (2) μηνών από την ημερομηνία παραλαβής της πλήρους αίτησης, πλην έκτακτων περιστάσεων, χωρίς επηρεασμό του δικαιώματος του κάθε μέρους όπως προσφύγει στο Δικαστήριο.

(8)(α) Ο Υπουργός δύναται να προβλέψει εξαιρέσεις από τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στις διατάξεις του παρόντος άρθρου για τεχνικά έργα ελάχιστης σημασίας, όπως από άποψη αξίας, μεγέθους ή διάρκειας, ή σε περίπτωση κρίσιμων εθνικών υποδομών.

(β) Οι εξαιρέσεις αυτές είναι δεόντως αιτιολογημένες και στους ενδιαφερόμενους παρέχεται η δυνατότητα να υποβάλουν εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος παρατηρήσεις σχετικά με τα σχέδια εξαιρέσεων.

(γ)  Οποιαδήποτε τέτοια εξαίρεση κοινοποιείται στην Επιτροπή.

(9) Σε περίπτωση κατά την οποία ο Επίτροπος διαπιστώνει παράβαση  των διατάξεων του παρόντος άρθρου, πληροφορεί τον αδειούχο περί τούτου και δύναται να επιβάλλει διοικητικό πρόστιμο ή/και άλλες κυρώσεις σύμφωνα με το περί Συλλογής Πληροφοριών και Επιβολής Διοικητικού Προστίμου Διάταγμα.

Διαφάνεια σχετικά με προγραμματισμένα τεχνικά έργα

96Δ.-(1) Για τη διαπραγμάτευση συμφωνιών συντονισμού τεχνικών έργων σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 96Γ οι φορείς εκμετάλλευσης δικτύου, παρέχουν, μετά από ειδική γραπτή αίτηση επιχείρησης η οποία έχει δεόντως αδειοδοτηθεί σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου ή έχει το δικαίωμα να παρέχει δημόσια δίκτυα επικοινωνιών διά οιασδήποτε οικείας νομοθεσίας, τις ακόλουθες ελάχιστες πληροφορίες, όσον αφορά εν εξελίξει ή προγραμματισμένα τεχνικά έργα που αναφέρονται στην υλική υποδομή τους και για τα οποία έχουν εκδοθεί άδεια ή/και δικαιώματα ή εκκρεμεί διαδικασία αδειοδότησης ή προβλέπεται για το επόμενο εξάμηνο η πρώτη υποβολή αίτησης για άδεια ή/ και δικαιώματα  στις αρμόδιες αρχές:

(α) Tοποθεσία και είδος των έργων·

(β) στοιχεία του δικτύου τα οποία αφορούν τα έργα·

(γ) προβλεπόμενη ημερομηνία έναρξης και διάρκεια των έργων· και

(δ) σημείο επαφής.

(2) Η επιχείρηση, η οποία έχει δεόντως αδειοδοτηθεί σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου ή έχει δικαίωμα να παρέχει δημόσια δίκτυα επικοινωνιών δια οιασδήποτε οικείας νομοθεσίας, προσδιορίζει στην αίτησή της την περιοχή την οποία αφορά η μελλοντική εγκατάσταση στοιχείων υψίρρυθμων δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών.

(3) Εντός προθεσμίας δύο (2) εβδομάδων από την ημερομηνία παραλαβής της γραπτής αίτησης, οι φορείς εκμετάλλευσης του δικτύου παρέχουν τις ζητηθείσες πληροφορίες υπό αναλογικούς, ισότιμους και διαφανείς όρους.

(4) Περιορισμός της πρόσβασης στις ελάχιστες πληροφορίες είναι δυνατόν να υπάρξει μόνον εφόσον κρίνεται απαραίτητο για λόγους ασφάλειας των δικτύων και της ακεραιότητάς τους,  για λόγους εθνικής ασφάλειας, δημόσιας υγείας ή ασφάλειας, εμπιστευτικότητας ή επιχειρησιακού και εμπορικού απορρήτου.

(5) Ο φορέας εκμετάλλευσης του δικτύου μπορεί να απορρίψει την αναφερόμενη στις διατάξεις του εδαφίου (1) αίτηση, εάν:

(α) Έχει δημοσιοποιήσει τις ζητούμενες πληροφορίες σε ηλεκτρονική μορφή· ή

(β) η πρόσβαση σε αυτές τις πληροφορίες εξασφαλίζεται μέσω του ενιαίου σημείου πληροφόρησης.

(6) Ο φορέας εκμετάλλευσης δικτύου φροντίζει για τη διάθεση των ζητούμενων ελάχιστων πληροφοριών που αναφέρονται στις διατάξεις του εδαφίου (1) μέσω του ενιαίου σημείου πληροφόρησης.

(7) Σε περίπτωση διαφοράς, όσον αφορά τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στις διατάξεις του παρόντος άρθρου, οποιοδήποτε μέρος, έχει το δικαίωμα να παραπέμψει τη διαφορά στον Επίτροπο ο οποίος, λαμβάνοντας πλήρως υπόψη την αρχή της αναλογικότητας, εκδίδει δεσμευτική απόφαση για την επίλυση της διαφοράς το συντομότερο δυνατόν και οπωσδήποτε εντός δύο (2) μηνών, πλην έκτακτων περιστάσεων, χωρίς επηρεασμό του δικαιώματος του κάθε μέρους όπως προσφύγει στο Δικαστήριο.

(8)(α) Ο Επίτροπος δύναται να εκδώσει διάταγμα στο οποίο να προβλέπονται εξαιρέσεις από τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στις διατάξεις  του παρόντος άρθρου για τεχνικά έργα ελάχιστης αξίας ή σε περίπτωση κρίσιμων εθνικών υποδομών.

(β) Οι εξαιρέσεις αυτές είναι δεόντως αιτιολογημένες και στους ενδιαφερόμενους παρέχεται η δυνατότητα να υποβάλουν εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος παρατηρήσεις σχετικά με τα σχέδια εξαιρέσεων.

(γ) Οι εν λόγω εξαιρέσεις κοινοποιούνται στην Επιτροπή.

(9) Σε περίπτωση κατά την οποία ο Επίτροπος διαπιστώνει παράβαση  των διατάξεων του παρόντος άρθρου, πληροφορεί τον αδειούχο περί τούτου και δύναται να επιβάλλει διοικητικό πρόστιμο ή/και άλλες κυρώσεις σύμφωνα με το περί Συλλογής Πληροφοριών και Επιβολής Διοικητικού Προστίμου Διάταγμα.

Διαδικασία χορήγησης άδειας ή/και δικαιωμάτων

96Ε.-(1) Όλες οι σχετικές πληροφορίες όσον αφορά τους όρους και τις διαδικασίες αδειοδότησης για τα τεχνικά έργα που απαιτούνται ενόψει της εγκατάστασης στοιχείων υψίρρυθμων δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών, συμπεριλαμβανομένων τυχόν πληροφοριών σχετικά με εξαιρέσεις που ισχύουν για τα εν λόγω στοιχεία όσον αφορά ορισμένες ή όλες τις άδειες που απαιτούνται σύμφωνα με τις διατάξεις της οικείας νομοθεσίας, διατίθενται μέσω του ενιαίου σημείου πληροφόρησης.

(2) Κάθε επιχείρηση  που έχει δεόντως αδειοδοτηθεί σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου ή έχει το δικαίωμα να παρέχει δημόσια δίκτυα επικοινωνιών διά οιασδήποτε οικείας νομοθεσίας, έχει το δικαίωμα να υποβάλλει ηλεκτρονικά, μέσω του ενιαίου σημείου πληροφόρησης, αιτήσεις χορήγησης των αναγκαίων αδειών για τεχνικά έργα τα οποία απαιτούνται ενόψει της εγκατάστασης στοιχείων υψίρρυθμων δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών.

(3)(α) Oι αρμόδιες αρχές δέχονται ή απορρίπτουν τις αιτήσεις αδειών εντός τεσσάρων (4) μηνών από την ημερομηνία παραλαβής πλήρους αίτησης, με την επιφύλαξη άλλων ειδικών προθεσμιών ή υποχρεώσεων που ορίζονται για την ορθή διεξαγωγή της διαδικασίας και ισχύουν για τη διαδικασία αδειοδότησης, σύμφωνα με τις διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας ή τυχόν άσκησης ιεραρχικής προσφυγής η οποία προβλέπεται στις διατάξεις της οικείας νομοθεσίας.

(β) Παράταση της προθεσμίας αυτής, εκτάκτως, σε δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις είναι δυνατή και η παράταση αυτή είναι όσο το δυνατόν συντομότερη, προκειμένου η αίτηση να γίνει δεκτή ή να απορριφθεί.

(γ) Η απόρριψη της αίτησης αιτιολογείται δεόντως με βάση αντικειμενικά, διαφανή, ισότιμα και αναλογικά κριτήρια.

(4) Οι επιχειρήσεις που είναι εξουσιοδοτημένες για την παροχή δημοσίων δικτύων επικοινωνιών, οι οποίες έχουν υποστεί ζημία λόγω μη τήρησης των προθεσμιών που προβλέπονται στις διατάξεις του εδαφίου (3), δύνανται να προσφύγουν στο Δικαστήριο.

(5) Σε περίπτωση κατά την οποία ο Επίτροπος διαπιστώνει παράβαση  των διατάξεων του παρόντος άρθρου, πληροφορεί τον αδειούχο περί τούτου και δύναται να επιβάλλει διοικητικό πρόστιμο ή/και άλλες κυρώσεις σύμφωνα με το περί Συλλογής Πληροφοριών και Επιβολής Διοικητικού Προστίμου Διάταγμα.

MΕΡΟΣ 14 ΑΣΦΑΛΕΙΑ ΚΑΙ ΑΚΕΡΑΙΟΤΗΤΑ ΔΙΚΤΥΩΝ ΚΑΙ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ & ΑΣΦΑΛΕΙΑ, ΑΠΟΡΡΗΤΟ ΚΑΙ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ
Σκοπός και πεδίο εφαρμογής

97.-(1) Σκοπός του παρόντος Μέρους είναι:

(α) η προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών, και ιδίως του δικαιώματος στην ιδιωτική ζωή και την εμπιστευτικότητα, όσον αφορά στην επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα αναφορικά με την παροχή των διαθέσιμων στο κοινό υπηρεσιών επικοινωνιών σε δίκτυα ηλεκτρονικών επικοινωνιών, περιλαμβανομένων των δημόσιων δικτύων που υποστηρίζουν συσκευές συλλογής δεδομένων και ταυτοποίησης· και

(β) η διασφάλιση της ασφάλειας και ακεραιότητας των δικτύων και των υπηρεσιών.

(2) Το παρόν Μέρος εφαρμόζεται:

(α) στην επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα στην παροχή διαθέσιμων στο κοινό υπηρεσιών επικοινωνιών σε δίκτυα ηλεκτρονικών επικοινωνιών, περιλαμβανομένων των δημόσιων δικτύων που υποστηρίζουν συσκευές συλλογής δεδομένων και ταυτοποίησης· και

(β) στους παροχείς δημόσια διαθέσιμων δικτύων επικοινωνιών ή/και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών για τη διασφάλιση της ασφάλειας και της ακεραιότητας των δικτύων τους και τη συνέχεια της παροχής των υπηρεσιών που προσφέρονται και των πληροφοριών που μεταφέρονται μέσω των δικτύων αυτών.

Ασφάλεια και ακεραιότητα δικτύων και υπηρεσιών

98.-(1) Οι παροχείς δημόσια διαθέσιμων δικτύων και/ή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών υποχρεούνται να λαμβάνουν όλα τα αναγκαία τεχνικά και οργανωτικά μέτρα, για την κατάλληλη διαχείριση του κινδύνου όσον αφορά την ασφάλεια των δικτύων και υπηρεσιών.  Λαμβανομένων υπόψη των πλέον πρόσφατων τεχνικών δυνατοτήτων, τα μέτρα αυτά πρέπει να εξασφαλίζουν επίπεδο ασφάλειας ανάλογο προς τον υπάρχοντα κίνδυνο.  Λαμβάνονται ιδίως μέτρα για την αποτροπή και ελαχιστοποίηση του αντίκτυπου συμβάντων που θέτουν σε κίνδυνο την ασφάλεια χρηστών και διασυνδεδεμένων δικτύων.

(2) Ο Επίτροπος μεριμνά ώστε οι παροχείς δημόσιων δικτύων επικοινωνιών, να λαμβάνουν όλα τα κατάλληλα μέτρα για την εξασφάλιση της ακεραιότητας των δικτύων τους ώστε να εξασφαλίζουν τη συνέχεια της παροχής των υπηρεσιών που προσφέρονται μέσω των δικτύων αυτών.

(3) Ο Επίτροπος μεριμνά ώστε οι παροχείς δημόσιων δικτύων επικοινωνιών ή δημόσια διαθέσιμων υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, του κοινοποιούν κάθε παραβίαση των μέτρων ασφάλειας ή απώλεια της ακεραιότητας των δικτύων τους, που είχε σημαντικό αντίκτυπο στη λειτουργία των δικτύων ή των υπηρεσιών τους.  Κατά περίπτωση, ο Επίτροπος ενημερώνει τις αρμόδιες εθνικές αρχές στα άλλα κράτη μέλη, καθώς και τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό για την Ασφάλεια Δικτύων και Πληροφοριών (ENISA). Ο Επίτροπος δύναται να ενημερώσει το κοινό ή να απαιτήσει να δοθεί η ενημέρωση αυτή από τους παροχείς που παρέχουν πρόσβαση σε δημόσια δίκτυα επικοινωνιών ή σε δημόσια διαθέσιμες υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών, εφόσον κρίνει ότι η αποκάλυψη της παραβίασης είναι προς το δημόσιο συμφέρον.  Ο Επίτροπος υποβάλλει κατ’ έτος στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή και στον Ευρωπαϊκό Οργανισμό για την Ασφάλεια Δικτύων και  Πληροφοριών (ENISA) συνοπτική έκθεση σχετικά με τις κοινοποιήσεις που έχει παραλάβει και τη δράση που έχει αναλάβει σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο.  Οι διαδικασίες και το περιεχόμενο της κοινοποίησης, καθώς και οποιαδήποτε σχετικά στοιχεία, ρυθμίζονται με Διάταγμα που εκδίδει ο Επίτροπος.

(4) Για την εφαρμογή των εδαφίων (1), (2) και (3) ο Επίτροπος δύναται να επιβάλλει συμπληρωματικές απαιτήσεις, πέρα από οποιαδήποτε τεχνικά εκτελεστικά μέτρα λαμβάνει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, προς την επίτευξη των στόχων του παρόντος άρθρου, τις οποίες κοινοποιεί στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

(5) Ο Επίτροπος, προκειμένου να διασφαλίσει την εφαρμογή των εδαφίων (1), (2), (3) και (4) έχει την εξουσία έκδοσης δεσμευτικών οδηγιών, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που  αφορούν  τις  προθεσμίες  εφαρμογής προς τα πρόσωπα που παρέχουν δημόσια δίκτυα επικοινωνιών ή δημόσια διαθέσιμες υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών.

(6) Ο Επίτροπος έχει την εξουσία να απαιτεί από τα πρόσωπα που παρέχουν δημόσια δίκτυα επικοινωνιών ή δημόσια διαθέσιμες υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών:

(α) να παρέχουν πληροφορίες που απαιτούνται για την εκτίμηση της ασφάλειας ή και της ακεραιότητας των υπηρεσιών και δικτύων τους, περιλαμβανομένων τεκμηριωμένων πολιτικών ασφαλείας· και

(β) να υποβάλλονται σε έλεγχο ασφάλειας που διενεργείται είτε από τον Επίτροπο είτε από άλλο ανεξάρτητο ειδικό πρόσωπο εξουσιοδοτημένο από τον ίδιο, και να θέτουν τα σχετικά πορίσματα στη διάθεση του Επιτρόπου.  Το κόστος του ελέγχου επιβαρύνει τα πρόσωπα που παρέχουν δημόσια δίκτυα επικοινωνιών ή δημόσια διαθέσιμες υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών διαθέσιμες στο κοινό τα οποία αφορά ο έλεγχος.

(7) Ο Επίτροπος έχει εξουσία για διερεύνηση περιπτώσεων μη συμμόρφωσης και των επιπτώσεών τους στην ασφάλεια και ακεραιότητα των δικτύων, με βάση διαδικασία που είναι δυνατό να καθοριστεί σε Διάταγμά του.

Ασφάλεια της επεξεργασίας και γνωστοποίηση παραβίασης δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα

98Α.-(1) Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου (1) του άρθρου 98, ο παροχέας δημόσια διαθέσιμων υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών οφείλει να λαμβάνει, εν ανάγκη από κοινού με τον παροχέα του δημόσιου δικτύου επικοινωνιών καθόσον αφορά την ασφάλεια του δικτύου, τα ενδεδειγμένα τεχνικά και οργανωτικά μέτρα, προκειμένου να προστατεύεται η ασφάλεια των υπηρεσιών του. Λαμβανομένων υπόψη των πλέον πρόσφατων τεχνικών δυνατοτήτων και του κόστους εφαρμογής τους, τα μέτρα αυτά πρέπει να κατοχυρώνουν επίπεδο ασφάλειας ανάλογο προς τον υπάρχοντα κίνδυνο.

(2) Τηρουμένων των διατάξεων των περί Επεξεργασίας των Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (Προστασία του Ατόμου) Νόμων του 2001 και 2003, τα μέτρα που αναφέρονται στο εδάφιο (1) του παρόντος άρθρου, θα πρέπει τουλάχιστον:

(α) να εξασφαλίζουν ότι πρόσβαση σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα μπορεί να έχει μόνο εξουσιοδοτημένο προσωπικό για αυστηρά νομίμως εγκεκριμένους σκοπούς·

(β) να προστατεύουν τα αποθηκευμένα ή διαβιβασθέντα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα από τυχαία ή παράνομη     καταστροφή, τυχαία απώλεια ή αλλοίωση, και από μη εγκεκριμένη ή παράνομη αποθήκευση, επεξεργασία, πρόσβαση ή δημοσιοποίηση·και

(γ) να διασφαλίζουν την εφαρμογή πολιτικής ασφάλειας σε σχέση με την επεξεργασία  δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα:

Νοείται ότι, ο Επίτροπος και ο Επίτροπος Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα έχουν την εξουσία να ελέγχουν τα μέτρα που λαμβάνονται από παροχείς δημόσια διαθέσιμων υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών και να εκδίδουν συστάσεις σχετικά με βέλτιστες πρακτικές όσον αφορά το επίπεδο ασφάλειας το οποίο πρέπει να επιτυγχάνεται με τα μέτρα αυτά. Ο Επίτροπος δύναται να διαμορφώσει ανάλογα τους όρους των Γενικών Εξουσιοδοτήσεων.

(3) Σε περίπτωση που υπάρχει κίνδυνος παραβίασης της ασφάλειας του δικτύου, οι παροχείς δημόσια διαθέσιμων υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών θα ενημερώνουν τους συνδρομητές τους για τον εν λόγω κίνδυνο και για όλες τις πιθανές δυνατότητες αποτροπής του, συμπεριλαμβανομένου και του σχετικού κόστους.

(4) (α) Σε περίπτωση παραβίασης δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ο παροχέας δημόσια διαθέσιμων υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών γνωστοποιεί χωρίς καθυστέρηση την παραβίαση στον Επίτροπο.  Η γνωστοποίηση περιλαμβάνει τα ακόλουθα στοιχεία:

(i) τις συνθήκες κάτω από τις οποίες συνέβηκε το γεγονός καθώς και τη φύση της παράβασης,

(ii) σημείο επαφής του παροχέα,

(iii) προτεινόμενα μέτρα για το μετριασμό των δυσμενών αποτελεσμάτων της παραβίασης,

(iv) τις συνέπειες της παραβίασης,

(v) τα διορθωτικά μέτρα, τα οποία ο παροχέας λαμβάνει για την αντιμετώπιση της παραβίασης.

(β) Σε περίπτωση που η παραβίαση που αναφέρεται στο εδάφιο (4α) ενδέχεται να επηρεάσει αρνητικά τα  δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα ή και την ιδιωτική ζωή ενός συνδρομητή ή ενός ατόμου, ο παροχέας οφείλει να γνωστοποιήσει χωρίς καθυστέρηση στον επηρεαζόμενο συνδρομητή ή στο επηρεαζόμενο άτομο, τουλάχιστο τη φύση της παραβίασης και τα σημεία επαφής όπου μπορούν να αποκτηθούν περισσότερες πληροφορίες.  Οφείλει, επίσης, να προτείνει μέτρα για το μετριασμό ενδεχόμενων δυσμενών αποτελεσμάτων της παραβίασης.  Εάν ο παροχέας δεν προχωρήσει στη σχετική γνωστοποίηση στο συνδρομητή ή επηρεαζόμενο άτομο, ο Επίτροπος με τη σύμφωνη γνώμη του Επιτρόπου Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, αφού εξετάσει τις πιθανές επιπτώσεις της παραβίασης μπορεί να ζητήσει να γίνει η σχετική γνωστοποίηση. Η γνωστοποίηση στο συνδρομητή ή άτομο που επηρεάζεται δεν είναι αναγκαία σε περίπτωση που ο παροχέας αποδείξει, με τρόπο που ικανοποιεί τον Επίτροπο, ότι έλαβε τα κατάλληλα τεχνολογικά μέτρα προστασίας και ότι τα μέτρα αυτά εφαρμόστηκαν στα δεδομένα που αφορούσε η παραβίαση. Αυτά τα τεχνολογικά μέτρα προστασίας θα πρέπει να καθιστούν τα δεδομένα ακατανόητα σε οποιοδήποτε δεν είναι εξουσιοδοτημένος να έχει πρόσβαση σε αυτά.

(γ) Οι διαδικασίες, το περιεχόμενο και η μορφή των προβλεπόμενων στις παραγράφους (α) και (β) του παρόντος εδαφίου γνωστοποιήσεων, καθώς και οι περιστάσεις κατά τις οποίες απαιτούνται από τον παροχέα οι γνωστοποιήσεις, καθώς και οποιαδήποτε άλλα σχετικά στοιχεία ρυθμίζονται με Διάταγμα που εκδίδει ο Επίτροπος ύστερα από διαβούλευση με τον Επίτροπο Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα.  Η ρύθμιση συγκεκριμένα των περιστάσεων κατά τις οποίες απαιτείται από τον παροχέα να προβεί σε γνωστοποιήσεις γίνεται με την επιφύλαξη τυχόν οδηγιών που θα έχουν εκδοθεί δυνάμει του εδαφίου (5) του παρόντος άρθρου.

(5) Με την επιφύλαξη τυχόν τεχνικών εκτελεστικών μέτρων που θεσπίζονται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ο Επίτροπος από κοινού με τον Επίτροπο Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα μπορούν να καθορίζουν κατευθυντήριες γραμμές και, όπου είναι απαραίτητο, να εκδίδουν οδηγίες σχετικά με τις περιστάσεις κατά τις οποίες απαιτούνται από τον παροχέα οι γνωστοποιήσεις των παραβιάσεων  δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, καθώς και τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να γίνονται οι γνωστοποιήσεις αυτές.  Σε περίπτωση διαπίστωσης παραβίασης της υποχρέωσης γνωστοποίησης σύμφωνα με το παρόν άρθρο, ο Επίτροπος δυνάμει του παρόντος Νόμου και ο Επίτροπος Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα δυνάμει του περί Επεξεργασίας των Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα Νόμου, δύνανται να επιβάλλουν ανάλογες και κατάλληλες κυρώσεις.

(6) Οι παροχείς τηρούν αρχείο παραβιάσεων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που περιλαμβάνει την περιγραφή των σχετικών περιστατικών, τα αποτελέσματά τους και τα διορθωτικά μέτρα που έχουν ληφθεί, σε επίπεδο που να επιτρέπει στον Επίτροπο και στον Επίτροπο Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα να διαπιστώσουν, σύμφωνα με τις αρμοδιότητες τους, τη συμμόρφωση με τις διατάξεις του εδαφίου (4). Το αρχείο περιλαμβάνει μόνον τις πληροφορίες που απαιτούνται προς το σκοπό αυτό.

(7) Για τις ενέργειες που γίνονται δυνάμει των εδαφίων (3) μέχρι (6) ο Επίτροπος ζητά και λαμβάνει υπόψη τη γνώμη του Επιτρόπου Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, εφόσον εξετάζει το ενδεχόμενο παραβίασης της ασφάλειας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, βάση διαδικασίας που δυνατό να καθοριστεί με Διάταγμα.

Απόρρητο των επικοινωνιών

99.-(1) Τόσο οι παροχείς που αναφέρονται στο Άρθρο 98(1), όσο και οι εργαζόμενοι σε αυτούς, θα λαμβάνουν όλα τα δέοντα τεχνικά και οργανωτικά μέτρα για να διασφαλίσουν το απόρρητο οποιασδήποτε επικοινωνίας που διενεργείται μέσω δικτύου ηλεκτρονικών επικοινωνιών και των διαθέσιμων στο κοινό υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών καθώς και των συναφών δεδομένων κίνησης.

(2) Ουδείς, πέραν των εκάστοτε επικοινωνούντων μεταξύ τους χρηστών, επιτρέπεται να ακούει, υποκλέπτει, , αποθηκεύει, παρεμβαίνει ή/και να προβαίνει σε οποιαδήποτε άλλη μορφή παρακολούθησης επικοινωνιών και των συναφών δεδομένων κίνησης χωρίς την συγκατάθεση των σχετικών χρηστών, εκτός στην έκταση που προβλέπεται διαφορετικά στο εδάφιο (3).

(3) Στις περιστάσεις που προβλέπονται από το Νόμο και με άδεια Δικαστηρίου, δύναται να υπάρξει παρέμβαση σε επικοινωνίες.

(4) Οι διατάξεις του εδαφίου (2), δεν θα επηρεάζουν οποιαδήποτε επιτρεπόμενη από το νόμο καταγραφή συνδιαλέξεων και των συναφών δεδομένων κίνησης στα πλαίσια νόμιμης επαγγελματικής πρακτικής, με σκοπό την εξασφάλιση αποδεικτικών στοιχείων κάποιας εμπορικής συναλλαγής και/ή οποιασδήποτε άλλης επικοινωνίας επαγγελματικού χαρακτήρα.

(5) Η αποθήκευση πληροφοριών ή η απόκτηση πρόσβασης σε ήδη αποθηκευμένες πληροφορίες στον τερματικό εξοπλισμό συνδρομητή ή χρήστη επιτρέπεται μόνον εάν ο συγκεκριμένος συνδρομητής ή χρήστης έχει δώσει τη συγκατάθεσή του,  βάσει  σαφών  και  εκτενών  πληροφοριών, σύμφωνα με τις διατάξεις των περί Επεξεργασίας των Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (Προστασία του Ατόμου) Νόμων του 2001 και 2003, μεταξύ άλλων για το σκοπό της επεξεργασίας:

Νοείται ότι δεν εμποδίζεται οποιαδήποτε τεχνικής φύσεως αποθήκευση ή πρόσβαση, αποκλειστικός σκοπός της οποίας είναι η διενέργεια της διαβίβασης μιας επικοινωνίας, μέσω δικτύου ηλεκτρονικών επικοινωνιών, ή που είναι απολύτως αναγκαία για να μπορεί ο παροχέας υπηρεσίας της κοινωνίας της πληροφορίας την οποία έχει ζητήσει ρητά ο συνδρομητής ή ο χρήστης να παρέχει τη συγκεκριμένη υπηρεσία.

Δεδομένα κίνησης και χρέωσης

100.-(1) Τα δεδομένα κίνησης που αφορούν συνδρομητές και χρήστες, τα οποία υποβάλλονται σε επεξεργασία για την πραγματοποίηση κλήσεων και αποθηκεύονται από πρόσωπα, δέον όπως απαλείφονται ή καθίστανται ανώνυμα κατά τη λήξη της κλήσης, όταν δεν είναι πλέον απαραίτητα για τη μετάδοση, εξαιρουμένων των περιπτώσεων που αναφέρονται στην παράγραφο (α) πιο κάτω:

(α) για σκοπούς χρέωσης των συνδρομητών και πληρωμής των διασυνδέσεων, οπόταν και επιτρέπεται να υποβάλλονται σε επεξεργασία τα ακόλουθα δεδομένα:

(i) ο αριθμός της ταυτότητας της συσκευής του συνδρομητή,

(ii) η διεύθυνση του συνδρομητή και ο τύπος της συσκευής,

(iii) ο συνολικός αριθμός των προς χρέωση μονάδων για τη λογιστική περίοδο,

(iv) ο αριθμός του καλούμενου συνδρομητή,

(v) ο τύπος, ο χρόνος έναρξης και η διάρκεια των κλήσεων που πραγματοποιήθηκαν ή, και ο όγκος των διαβιβασθέντων δεδομένων,

(vi) η ημερομηνία της κλήσης/υπηρεσίας,

(vii) διάφορες άλλες πληροφορίες όσον αφορά την πληρωμή, όπως προκαταβολές, πληρωμές με δόσεις, αποσύνδεση και υπομνηστικές επιστολές,

Η επεξεργασία των πιο πάνω δεδομένων επιτρέπεται μόνο ως το τέλος της περιόδου εντός της οποίας μπορεί να αμφισβητηθεί νομίμως ο λογαριασμός ή να επιδιωχθεί η πληρωμή του,

(β) υπό τον όρο ότι και ο συνδρομητής ή ο χρήστης συγκατατίθενται, τα δεδομένα που αναφέρονται στην παράγραφο (α), δύνανται να τύχουν επεξεργασίας από πρόσωπο για σκοπούς εμπορικής προώθησης των υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών του τελευταίου ή για την παροχή υπηρεσιών προστιθέμενης αξίας. Ο συνδρομητής ή χρήστης έχει την δυνατότητα να ανακαλεί τη συγκατάθεση του για την επεξεργασία δεδομένων κίνησης οποτεδήποτε.

(2)(α) Οποιαδήποτε επεξεργασία δεδομένων κίνησης και χρέωσης θα περιορίζεται σε πρόσωπα που ενεργούν υπό την εποπτεία των προσώπων και τα οποία είτε διαχειρίζονται την χρέωση και/ή κίνηση, την ανίχνευση απάτης και/ή την προώθηση υπηρεσιών Ηλεκτρονικών Επικοινωνιών ή την παροχή υπηρεσιών προστιθέμενης αξίας.

(β) Για την εμπορική προώθηση των υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών ή για την παροχή υπηρεσιών προστιθέμενης αξίας, ο παροχέας δημόσια διαθέσιμων υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών μπορεί να επεξεργάζεται τα δεδομένα που αναφέρονται στην παράγραφο (α) στην έκταση και για τη διάρκεια που απαιτείται γι’ αυτή την υπηρεσία ή την  εμπορική  προώθηση,  εφόσον  ο συνδρομητής ή ο χρήστης τον οποίο αφορούν έχει προηγουμένως δώσει τη συγκατάθεσή του.  Στους χρήστες ή συνδρομητές πρέπει να δίνεται η δυνατότητα να ανακαλούν οποτεδήποτε τη συγκατάθεσή τους για την επεξεργασία των δεδομένων κίνησης.

(γ) Παρά τις διατάξεις της παραγράφου (β) πιο πάνω, ο Επίτροπος και ο Επίτροπος Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα δύνανται να απαιτήσουν από πρόσωπα να τους παρέχουν οποιαδήποτε σχετική πληροφορία για τα δεδομένα κίνησης που έχουν ή θα έχουν, για σκοπούς άσκησης των καθηκόντων και αρμοδιοτήτων ως προς τον έλεγχο της συμμόρφωσης των εν λόγω οργανισμών με την παράγραφο(α) και (β) του εδαφίου (1) αντίστοιχα.

(3) Οι συνδρομητές έχουν το δικαίωμα να λαμβάνουν μη αναλυτικούς λογαριασμούς. Ο Επίτροπος, μετά από διαβούλευση με τον Επίτροπο Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, καθορίζει με διάταγμα τους εναλλακτικούς τρόπους επικοινωνίας των καλούντων χρηστών και των καλούμενων συνδρομητών, προκειμένου να συμβιβάσει τα αντίστοιχα δικαιώματά τους περί προστασίας της ιδιωτικής ζωής.

Δεδομένα θέσης εκτός των δεδομένων κίνησης

101. (1). Σε περίπτωση όπου δεδομένα θέσης πέραν των δεδομένων κίνησης, δύνανται να υποστούν επεξεργασία, τα δεδομένα αυτά θα τυγχάνουν επεξεργασίας μόνο όταν γίνουν ανώνυμα, ή με την ρητή συγκατάθεση των χρηστών ή συνδρομητών στην έκταση και για την διάρκεια που είναι αναγκαία για την παροχή υπηρεσίας προστιθέμενης αξίας. Ο παροχέας υπηρεσιών πρέπει να ενημερώνει τους χρήστες ή συνδρομητές, πριν πάρει την συγκατάθεσή τους, για τον τύπο των δεδομένων θέσης που πρόκειται να τύχουν επεξεργασίας, για τον σκοπό και την διάρκεια της επεξεργασίας και για το εάν τα δεδομένα θα μεταδοθούν σε τρίτο για τον σκοπό παροχής υπηρεσίας προστιθέμενης αξίας. Οι χρήστες ή συνδρομητές θα έχουν την δυνατότητα να ανακαλούν την συγκατάθεσή τους για την επεξεργασία δεδομένων θέσης πέραν των δεδομένων κίνησης οποιαδήποτε στιγμή.

(2) Σε περίπτωση όπου έχει δοθεί η συγκατάθεση των χρηστών ή συνδρομητών για την επεξεργασία δεδομένων θέσης εκτός των δεδομένων κίνησης, ο χρήστης ή συνδρομητής πρέπει να συνεχίζει να έχει την δυνατότητα, με την χρήση απλών μέσων και χω ρίς χρέωση, της προσωρινής άρνησης της επεξεργασίας τέτοιων δεδομένων για κάθε σύνδεση στο δίκτυο ή για κάθε μετάδοση επικοινωνίας.

(3) Επεξεργασία δεδομένων θέσης εκτός των δεδομένων κίνησης σύμφωνα με τα εδάφια (1) και (2) του παρόντος άρθρου, πρέπει να περιορίζεται σε πρόσωπα που ενεργούν υπό την εποπτεία του παροχέα του δικτύου ηλεκτρονικών επικοινωνιών ή διαθέσιμων υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών ή του τρίτου μέρους που παρέχει την υπηρεσία προστιθέμενης αξίας, και πρέπει να περιορίζεται σε ότι είναι απολύτως απαραίτητο μέρος προς τον σκοπό παροχής της υπηρεσίας προστιθέμενης αξίας.

Υπηρεσίες Έκτακτης Ανάγκης και ενιαίος ευρωπαϊκός αριθμός κλήσης έκτακτης ανάγκης

101Α.-(1) Ο Επίτροπος εξασφαλίζει ότι όλοι οι τελικοί χρήστες, συμπεριλαμβανομένων των χρηστών κοινόχρηστων τηλεφώνων που προσφέρουν δημόσια διαθέσιμη υπηρεσία τηλεφωνίας, έχουν τη δυνατότητα να καλούν τις υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης ατελώς και χωρίς χρήση οποιουδήποτε μέσου πληρωμής, χρησιμοποιώντας τον ενιαίο ευρωπαϊκό αριθμό κλήσης έκτακτης ανάγκης «112» καθώς και κάθε άλλο εθνικό αριθμό κλήσης έκτακτης ανάγκης που είναι πιθανό να ορίζεται.

(2) Ο Επίτροπος, μετά από διαβούλευση με τον Υπουργό, τους φορείς υπηρεσιών έκτακτης ανάγκης και τους παροχείς δημόσια διαθέσιμων υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, εξασφαλίζει ότι οι παροχείς υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, οι οποίοι προσφέρουν υπηρεσίες που περιλαμβάνουν τη  διενέργεια εξερχόμενων εθνικών κλήσεων προς αριθμούς του Σχεδίου Τηλεφωνικής Αριθμοδότησης της Κυπριακής Δημοκρατίας, παρέχουν πρόσβαση σε υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης.

(3) Ο Επίτροπος διασφαλίζει ότι οι παροχείς υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, οι οποίοι προσφέρουν υπηρεσίες που περιλαμβάνουν τη διενέργεια κλήσεων προς αριθμούς του Σχεδίου Τηλεφωνικής Αριθμοδότησης της Κυπριακής   Δημοκρατίας,  διαθέτουν προς  τις αρμόδιες αρχές που διαχειρίζονται τις κλήσεις έκτακτης ανάγκης, τις απαιτούμενες πληροφορίες που αφορούν στον εντοπισμό του καλούντος, ευθύς ως η κλήση ληφθεί από την αρμόδια αρχή, χωρίς χρέωση.

(4) Ο Επίτροπος θέτει και αναθεωρεί, όποτε το κρίνει απαραίτητο, με σχετικό Διάταγμα, κριτήρια αναφορικά με το επίπεδο ακρίβειας και αξιοπιστίας της πληροφόρησης σε σχέση με τη γεωγραφική θέση του καλούντα, μετά από σχετική διαβούλευση με τα ενδιαφερόμενα μέρη.

Ένδειξη της ταυτότητας και περιορισμός της αναγνώρισης της καλούσας και συνδεδεμένης γραμμής

102.-(1) Όταν παρέχεται ένδειξη ταυτότητας της καλούσας γραμμής, ο καλών χρήστης θα έχει την δυνατότητα με απλά μέσα και ατελώς, να εμποδίζει αυτή τη λειτουργία ανά κλήση. Ο καλών συνδρομητής θα έχει τη δυνατότητα αυτή ανά γραμμή.

(2) Όταν παρέχεται ένδειξη ταυτότητας της καλούσας γραμμής, ο καλούμενος συνδρομητής, θα έχει την δυνατότητα με απλά μέσα και ατελώς εφόσον κάνει περιορισμένη χρήση αυτής της λειτουργίας, να εμποδίζει την ένδειξη ταυτότητας της καλούσας γραμμής για τις εισερχόμενες κλήσεις.

(3) ΄Οταν παρέχεται ένδειξη ταυτότητας της καλούσας γραμμής και και η ένδειξη αυτή γίνεται πριν από την αποκατάσταση της κλήσης ο καλούμενος συνδρομητής θα έχει τη δυνατότητα, με απλά μέσα, να μην δέχεται την εισερχόμενη κλήση όταν ο καλών χρήστης ή συνδρομητής δεν έχει επιτρέψει την ένδειξη της ταυτότητας της καλούσας γραμμής.

(4) Όταν παρέχεται ένδειξη ταυτότητας της συνδεδεμένης γραμμής, ο καλούμενος συνδρομητής θα έχει τη δυνατότητα να απαλείφει, με απλά μέσα και ατελώς, την ένδειξη της ταυτότητας της συνδεδεμένης γραμμής στον καλούντα χρήστη.

(5) Οι διατάξεις του εδαφίου (1) εφαρμόζονται και καθ’ όσον αφορά κλήσεις από την Κύπρο προς άλλες χώρες, εκτός των χωρών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και οι διατάξεις των εδαφίων (2), (3) και (4) εφαρμόζονται και για εισερχόμενες κλήσεις που προέρχονται από άλλες χώρες εκτός των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

(6)΄Οταν παρέχεται ένδειξη της ταυτότητας καλούσας ή/και συνδεδεμένης γραμμής, τα πρόσωπα ενημερώνουν το κοινό σχετικά, όπως επίσης και για τις δυνατότητες που ορίζονται στα εδάφια (1), (2), (3), (4) και (5).

Εξαιρέσεις

103.-(1) Ο Επίτροπος θα διασφαλίζει ότι υπάρχουν διαφανείς διαδικασίες που διέπουν τον τρόπο με τον οποίο ο παροχέας σταθερού και κινητού δικτύου ή/και υπηρεσιών Ηλεκτρονικών Επικοινωνιών μπορεί να εξουδετερώνει την δυνατότητα -

(α) της μη αναγραφής της καλούσας γραμμής επί προσωρινής βάσης, κατόπιν αιτήσεως συνδρομητή που ζητεί τον εντοπισμό κακόβουλων ή ενοχλητικών κλήσεων, οπόταν τα δεδομένα που περιέχουν την αναγνώριση της ταυτότητας του καλούντος συνδρομητή αποθηκεύονται και είναι διαθέσιμα από το Πρόσωπο σε πρόσωπα, τα οποία κατονομάζονται από τον Επίτροπο, και

(β) της απάλειψης της ένδειξης της ταυτότητας της καλούσας γραμμής και της προσωρινής άρνησης ή έλλειψης συγκατάθεσης ενός συνδρομητή ή χρήστη για την επεξεργασία δεδομένων θέσης ανά γραμμή, για καθορισμένα πρόσωπα που ασχολούνται με τις κλήσεις άμεσης επέμβασης, όπως οι αστυνομικές αρχές, οι υπηρεσίες πρώτων βοηθειών και οι πυροσβεστικές υπηρεσίες, έτσι ώστε να εξασφαλίζεται ότι οι κλήσεις προς τις υπηρεσίες άμεσης επέμβασης απαντώνται και διεκπεραιώνονται δεόντως.

Αυτόματη προώθηση κλήσεων

104. Δέον όπως παρέχεται σε συνδρομητές ατελώς και με απλά μέσα, η δυνατότητα να σταματούν την αυτόματη προώθηση κλήσεων στην τερματική συσκευή τους από τρίτους.

Τηλεφωνικοί κατάλογοι συνδρομητών

105.-(1) Δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που περιέχονται σε έντυπους ή ηλεκτρονικούς καταλόγους συνδρομητών, τα οποία βρίσκονται στη διάθεση του κοινού και/ή μπορούν να ληφθούν μέσω των υπηρεσιών πληροφοριών καταλόγου, δέον όπως περιορίζονται σε ό,τι είναι απαραίτητο για την αναγνώριση της ταυτότητας συγκεκριμένου συνδρομητή, εκτός εάν ο συνδρομητής έχει δώσει την πρόσθετη συγκατάθεσή του για την δημοσίευση συμπληρωματικών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.

(1Α) Οι παροχείς υπηρεσιών τηλεφωνικού καταλόγου οφείλουν να ενημερώνουν τους συνδρομητές ατελώς και πριν οι συνδρομητές περιληφθούν στον κατάλογο, σχετικά με τους σκοπούς έντυπων ή ηλεκτρονικών καταλόγων συνδρομητών που διατίθενται στο κοινό ή μπορεί να αποκτηθούν μέσω υπηρεσιών πληροφοριών καταλόγου, στους οποίους μπορεί να περιλαμβάνονται τα προσωπικά τους δεδομένα, καθώς και σχετικά με τις περαιτέρω δυνατότητες χρήσης που βασίζονται σε λειτουργίες αναζήτησης ενσωματωμένες σε ηλεκτρονικές εκδόσεις καταλόγων.

(2) Οι παροχείς υπηρεσιών τηλεφωνικού καταλόγου παρέχουν στους συνδρομητές την ευκαιρία να καθορίζουν ατελώς οι ίδιοι εάν και ποια προσωπικά τους δεδομένα θα περιλαμβάνονται σε καταλόγους που διατίθενται στο κοινό, δεδομένου ότι σε κάθε περίπτωση περιλαμβάνονται τουλάχιστον τα απαραίτητα για την αναγνώριση της ταυτότητας τους στοιχεία, και στο βαθμό που αυτά είναι συναφή με τους σκοπούς του καταλόγου, όπως αυτοί καθορίζονται από τους παροχείς υπηρεσιών καταλόγου. Οι συνδρομητές δύνανται να ζητούν και επιτυγχάνουν ατελώς, την επαλήθευση, διόρθωση ή απόσυρση των προσωπικών τους δεδομένων από τους καταλόγους.

(3) Οι παροχείς υπηρεσιών τηλεφωνικού καταλόγου λαμβάνουν την πρόσθετη συγκατάθεση των συνδρομητών:

(α) πριν από κάθε προσθήκη προσωπικών τους δεδομένων στους τηλεφωνικούς καταλόγους, και

(β) πριν από τη διάθεση ή χρήση τηλεφωνικών καταλόγων για υπηρεσίες αντίστροφης ή βάσει πολλαπλών κριτηρίων αναζήτησης.

(3Α) Χωρίς επηρεασμό των δικαιωμάτων των συνδρομητών αναφορικά με μεταγενέστερες εκδόσεις τηλεφωνικών καταλόγων, οι διατάξεις των εδαφίων (1), (1Α), (2) και (3)  δεν εφαρμόζονται σε εκδόσεις καταλόγων που έχουν ήδη παραχθεί ή διατεθεί στην αγορά σε έντυπη ή ηλεκτρονική μορφή πριν να τεθεί σε ισχύ ο παρών Νόμος.

(3Β) Όταν τα προσωπικά δεδομένα συνδρομητών σε υπηρεσίες σταθερής ή κινητής τηλεφωνίας έχουν περιληφθεί σε τηλεφωνικό κατάλογο συνδρομητών, συμπεριλαμβανομένων των μορφών που διαθέτουν/επιτρέπουν λειτουργίες αντίστροφης ή πολλαπλών κριτηρίων αναζήτησης σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Επεξεργασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (Προστασία του Ατόμου) Νόμου, και το άρθρο 110 του περί Ρυθμίσεως Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομικών Υπηρεσιών Νόμου, ο οποίος έχει καταργηθεί, τα προσωπικά δεδομένα των συνδρομητών αυτών δύνανται να εξακολουθούν να περιλαμβάνονται στον εν λόγω κατάλογο, αν ο συνδρομητής:

(α) έχει ενημερωθεί πλήρως και σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου (1) του παρόντος άρθρου, και

(β) δεν έχει ζητήσει την απόσυρση των προσωπικών του δεδομένων από τον εν λόγω κατάλογο.

(4) Οι διατάξεις των εδαφίων (1) και (2), τυγχάνουν εφαρμογής για συνδρομητές οι οποίοι είναι φυσικά πρόσωπα.

(5) Ο Επίτροπος μετά από διαβούλευση με τον Επίτροπο Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα θα διασφαλίζει δια διατάγματος ότι έννομα συμφέροντα συνδρομητών που δεν είναι φυσικά πρόσωπα, καθόσον αφορά την αναγραφή των στοιχείων τους σε δημόσιους καταλόγους προστατεύονται επαρκώς.

Αυτόκλητες κλήσεις

106.-(1) Η χρησιμοποίηση αυτόματων συστημάτων κλήσης και επικοινωνίας χωρίς ανθρώπινη παρέμβαση (συσκευές αυτόματων κλήσεων), τηλεομοιοτυπικών συσκευών (φαξ) ή ηλεκτρονικού ταχυδρομείου για σκοπούς απευθείας εμπορικής προώθησης επιτρέπεται μόνο στην περίπτωση συνδρομητών ή χρηστών, οι οποίοι έχουν δώσει εκ των προτέρων τη συγκατάθεσή τους.

(2) Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου (1), εάν ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο αποκτά από τους πελάτες του στοιχεία επαφής του  ηλεκτρονικού ταχυδρομείου  τους  στο πλαίσιο της πώλησης ενός προϊόντος ή μιας υπηρεσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Επεξεργασίας των Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (Προστασία του Ατόμου) Νόμου μπορεί να χρησιμοποιεί τα εν λόγω στοιχεία για την απευθείας εμπορική προώθηση των δικών του παρόμοιων προϊόντων ή υπηρεσιών, υπό την προϋπόθεση ότι οι πελάτες του έχουν σαφώς και ευδιάκριτα την ευκαιρία να αντιτάσσονται, δωρεάν και εύκολα, σε αυτή τη χρήση ηλεκτρονικών στοιχείων επαφής κατά  τη στιγμή της συλλογής τους, και τούτο με κάθε μήνυμα, σε περίπτωση που ο χρήστης αρχικά δεν είχε διαφωνήσει με αυτή τη χρήση.

(3) Ο Επίτροπος, μετά από διαβούλευση με τον Επίτροπο Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα λαμβάνει τα ενδεδειγμένα μέτρα προκειμένου να εξασφαλίζεται ότι οι αυτόκλητες κλήσεις με σκοπό την απευθείας εμπορική προώθηση, σε περιπτώσεις εκτός των προβλεπομένων στα εδάφια (1) και (2), δεν επιτρέπονται χωρίς τη συγκατάθεση των ενδιαφερόμενων συνδρομητών ή χρηστών.

(4) Σε κάθε περίπτωση, απαγορεύεται η πρακτική της αποστολής μηνυμάτων ηλεκτρονικού ταχυδρομείου με σκοπό την απευθείας εμπορική προώθηση, τα οποία συγκαλύπτουν ή αποκρύπτουν την ταυτότητα του αποστολέα ή του προσώπου εκ μέρους ή/και προς όφελος του οποίου αποστέλλεται το μήνυμα, κατά παράβαση του άρθρου 9 του περί Ορισμένων Πτυχών των Υπηρεσιών της Κοινωνίας της Πληροφορίας και ειδικά του Ηλεκτρονικού Εμπορίου καθώς και για Συναφή Θέματα Νόμου, ή δίχως έγκυρη διεύθυνση στην οποία ο αποδέκτης να μπορεί να ζητεί τον τερματισμό της επικοινωνίας αυτής, ή με τα οποία ενθαρρύνονται οι αποδέκτες να επισκεφθούν ιστοσελίδες που παραβιάζουν το εν λόγω άρθρο.

(5) Τα εδάφια (1) και (3) ισχύουν για τους συνδρομητές που είναι φυσικά πρόσωπα.  Ο Επίτροπος εξασφαλίζει επίσης, στο πλαίσιο του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της εφαρμοστέας εθνικής νομοθεσίας, ότι προστατεύονται επαρκώς τα έννομα συμφέρονται των συνδρομητών που δεν είναι φυσικά πρόσωπα σε ότι αφορά τις αυτόκλητες κλήσεις.  Αναφορικά με τη διασφάλιση των εννόμων συμφερόντων των συνδρομητών που δεν είναι φυσικά πρόσωπα σε ότι αφορά τις αυτόκλητες  κλήσεις,  εφαρμόζονται  οι  πρόνοιες  του  περί Νομικών Προσώπων (Διασφάλιση των Εννόμων Συμφερόντων αναφορικά με Αυτόκλητες Επικοινωνίες) Διατάγματος του 2005.

(6) Οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο θίγεται από παραβάσεις του παρόντος άρθρου και άρα έχει έννομο συμφέρον να τερματισθούν ή να απαγορευθούν οι εν λόγω παραβάσεις, περιλαμβανομένων των παροχέων υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών που προστατεύουν τα έννομα επιχειρηματικά τους συμφέροντα, μπορεί να προσφύγει ενώπιον των αρμοδίων δικαστηρίων. Ο Επίτροπος, μετά από διαβούλευση με τον Επίτροπο Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, δύναται επίσης να θεσπίζει ειδικούς κανόνες για τις κυρώσεις που εφαρμόζονται σε παροχείς υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών οι οποίοι, από αμέλεια, συμβάλλουν σε παραβάσεις των εθνικών διατάξεων που έχουν θεσπιστεί δυνάμει του παρόντος άρθρου.

Εξουσίες Επιτρόπου

107. (1) Τηρουμένου του εδαφίου (2), ο Επίτροπος δύναται να διατάσσει την παύση της παράβασης οποιωνδήποτε διατάξεων του παρόντος Μέρους και να επιβάλλει οποιεσδήποτε εκ των προβλεπομένων στον παρόντα Νόμο κυρώσεων.

(2) Εκτός αν άλλως προβλέπεται στο παρόν Μέρος, ο Επίτροπος Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα έχει εξουσία, ασκώντας τις αρμοδιότητες που του δίνει το άρθρο 23(ε), (στ), (ζ), (η) και (ιβ) των περί Επεξεργασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (Προστασία του Ατόμου) Νόμων του 2001 και 2003 να επιλαμβάνεται υποθέσεων ή καταγγελιών που αφορούν πιθανές παραβιάσεις των άρθρων 99, 100, 101, 105 και 106. Για σκοπούς εφαρμογής του άρθρου 98Α, ο Επίτροπος και ο Επίτροπος Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα συνεργάζονται σύμφωνα με τις πρόνοιες του εν λόγω άρθρου.

(3) Κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους δυνάμει του παρόντος Μέρους, ο Επίτροπος και ο Επίτροπος Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα διαβουλεύονται και συνεργάζονται όταν το κρίνουν απαραίτητο.

(4) Ο Επίτροπος, και κατά περίπτωση, ο Επίτροπος Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, μπορεί να λαμβάνει μέτρα προκειμένου να εξασφαλιστεί αποτελεσματικήδιασυνοριακή συνεργασία και να δημιουργηθούν εναρμονισμένοι όροι για την παροχή υπηρεσιών που περιλαμβάνουν διασυνοριακές ροές δεδομένων. Ο Επίτροπος παρέχει στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, έγκαιρα πριν από τον καθορισμό τέτοιων μέτρων, περίληψη των λόγων που επιβάλλουν την ανάληψη δράσης, των σχεδιαζόμενων μέτρων και του προτεινόμενου τρόπου δράσης.  Ο Επίτροπος, όταν λαμβάνει αποφάσεις σχετικά με την επιβολή μέτρων, λαμβάνει υπόψη τις παρατηρήσεις ή τις συστάσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στο μέγιστο δυνατό βαθμό.

ΜΕΡΟΣ 15 ΚΑΘΟΛΙΚΗ ΥΠΗΡΕΣΙΑ
Πεδίο εφαρμογής και διάθεση της καθολικής υπηρεσίας

108.- (1) Ο Επίτροπος διασφαλίζει ότι η στοιχειώδης δέσμη υπηρεσιών που καθορίζεται στο εδάφιο (2) του παρόντος Άρθρου διατίθεται σε όλους τους τελικούς χρήστες στην επικράτεια της Κύπρου σε καθορισμένο επίπεδο, στο ποιοτικό επίπεδο που καθορίζεται προς όλους τους τελικούς χρήστες στην επικράτεια της Κύπρου, ανεξαρτήτως της γεωγραφικής τους θέσης και, υπό το πρίσμα των ειδικών εθνικών συνθηκών, σε προσιτή τιμή. Οι υπηρεσίες αυτές συνιστούν σωρευτικά την έννοια της Καθολικής Υπηρεσίας για την Κύπρο, όπως η έννοια αυτή καθορίζεται από τον Επίτροπο με Απόφαση.

(2) Το πεδίο της Καθολικής Υπηρεσίας, το οποίο καθορίζεται με Απόφαση του Επιτρόπου, περιλαμβάνει τουλάχιστον τις ακόλουθες υπηρεσίες:

(α) Σύνδεση σε σταθερή θέση με το δημόσιο δίκτυο ηλεκτρονικών επικοινωνιών και πρόσβαση σε τηλεφωνικές υπηρεσίες διαθέσιμες στο κοινό σε σταθερή θέση, υπό την προϋπόθεση ότι το σχετικό αίτημα είναι εύλογο.

(β) Υπηρεσίες πληροφοριών καταλόγου και κατάλογοι σε έντυπη ή/και ηλεκτρονική μορφή.

(γ) Κοινόχρηστα τηλέφωνα ή/και άλλου είδους κοινόχρηστα σημεία δημόσια διαθέσιμης υπηρεσίας τηλεφωνίας.

(δ) Βοηθητικές υπηρεσίες παροχέα.

(ε) Δωρεάν πρόσβαση σε υπηρεσίες εκτάκτων αναγκών, με τη χρήση του αριθμού «112» ή με άλλους αριθμούς για έκτακτες ανάγκες.

Τα συγκεκριμένα στοιχεία των υπηρεσιών που παρατίθενται από το (α) έως το (δ) αναλύονται στα Άρθρα 110-113 του παρόντος Νόμου.

(3) Ο Επίτροπος καθορίζει την αποτελεσματικότερη και καταλληλότερη προσέγγιση με την οποία θα υλοποιείται η παροχή της Καθολικής Υπηρεσίας, με σεβασμό στις αρχές της αντικειμενικότητας, της διαφάνειας, της αμεροληψίας και της αναλογικότητας. Σκοπός του Επιτρόπου είναι να ελαχιστοποιεί τις στρεβλώσεις στην αγορά, ιδίως όσον αφορά την παροχή υπηρεσιών με τιμές ή άλλους όρους και προϋποθέσεις που αποκλίνουν από τους συνήθεις εμπορικούς όρους, ενώ παράλληλα διαφυλάσσουν το δημόσιο συμφέρον.

(4) Πέραν της υιοθέτησης αιτιολογημένης Απόφασης από τον Επίτροπο και κατόπιν διαβούλευσης του Επιτρόπου με τον Υπουργό Συγκοινωνιών και Έργων, ο Επίτροπος δύναται να απαιτήσει, με αιτιολογημένη Απόφαση, τη διάθεση επιπλέον υπηρεσιών στο κοινό, πέραν αυτών που παρατίθενται στο εδάφιο (2) του παρόντος Άρθρου. Υπό αυτές τις περιστάσεις, δεν επιβάλλεται μηχανισμός αποζημίωσης στον οποίο να μετέχουν συγκεκριμένα πρόσωπα.

(5) Κατά τη διερεύνηση ενδεχόμενου επαναπροσδιορισμού του πεδίου εφαρμογής των υποχρεώσεων καθολικής υπηρεσίας, ο Επίτροπος θα πρέπει να λάβει υπόψη, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα στοιχεία:

(α) τις κοινωνικές εξελίξεις και τις εξελίξεις στην αγορά, όσον αναφορά τις υπηρεσίες που χρησιμοποιούνται από τους καταναλωτές,

(β) τις κοινωνικές εξελίξεις και τις εξελίξεις στην αγορά, όσον αναφορά τη διάθεση και την επιλογή υπηρεσιών προς τους καταναλωτές,

(γ) τις τεχνολογικές εξελίξεις όσον αφορά τις υπηρεσίες διέλευσης που παρέχονται στους καταναλωτές.

(6) Κατά τη διερεύνηση της σκοπιμότητας ενδεχόμενης τροποποίησης ή να επαναπροσδιορισμού του πεδίου εφαρμογής των υποχρεώσεων Καθολικής Υπηρεσίας, ο Επίτροπος λαμβάνει υπόψη, μεταξύ άλλων, κατά πόσον:

(α) συγκεκριμένες υπηρεσίες διατίθενται και χρησιμοποιούνται από την πλειοψηφία των πελατών και κατά πόσον η έλειψη διαθεσιμότητας ή η μη χρησιμοποίηση από μια μειοψηφία καταναλωτών είναι πιθανόν να οδηγήσει σε κοινωνικό αποκλεισμό, και

(β) η διάθεση και η χρήση ορισμένων ειδικών υπηρεσιών συνεπάγεται γενικό καθαρό όφελος για όλους τους καταναλωτές, με αποτέλεσμα να δικαιολογείται η δημόσια παρέμβαση όταν οι συγκεκριμένες υπηρεσίες δεν διατίθενται στο κοινό υπό ανταγωνιστικές εμπορικές συνθήκες.

(7) Κατά τον προσδιορισμό του πεδίου εφαρμογής της Καθολικής υπηρεσίας, κατά περιόδους, ο Επίτροπος λαμβάνει υπόψη στο μέγιστο δυνατό βαθμό το γεγονός ότι η έννοια της Καθολικής Υπηρεσίας θα πρέπει να εξελίσσεται ούτως ώστε να αντανακλά τις τεχνολογικές εξελίξεις, τις εξελίξεις στην αγορά και τις αλλαγές στη ζήτηση των χρηστών.

Καθορισμένα πρόσωπα που παρέχουν καθολική υπηρεσία

109. (1) Ο Επίτροπος καθορίζει, με Απόφαση, ένα ή περισσότερα πρόσωπα που θα υπέχει(ουν) την υποχρέωση να παρέχουν Καθολική Υπηρεσία για ορισμένη περίοδο που θα καθορισθεί από τον Επίτροπο, σύμφωνα με τους όρους που τίθενται στο παρόν Μέρος του Νόμου, ούτως ώστε η Καθολική Υπηρεσία να διατίθεται στο σύνολο της γεωγραφικής επικράτειας της Κύπρου.

(2) Ο Επίτροπος δύναται να καθορίσει διαφορετικά πρόσωπα ή ομάδες προσώπων οι οποίες θα συμμορφώνονται με μία ή περισσότερες υποχρεώσεις εξ αυτών που αναφέρονται στο εδάφιο (1) του παρόντος Άρθρου, ή θα καλύπτουν διαφορετικά τμήματα της γεωγραφικής επικράτειας της Κύπρου.

(3) Ο Επίτροπος, με Απόφασή του, καθορίζει τα κριτήρια επιλογής προσώπου ή προσώπων που πρόκειται να παράσχουν την Καθολική Υπηρεσία σύμφωνα με τις απαιτήσεις του παρόντος Νόμου.

(4) Κατά τον καθορισμό προσώπου ή προσώπων βάσει του εδαφίου (1), ο Επίτροπος υιοθετεί αποτελεσματικό, αντικειμενικό, διαφανή και αμερόληπτο μηχανισμό, σύμφωνα με τον οποίο κανένα πρόσωπο δεν εξαιρείται εκ των προτέρων  από  τον  καθορισμό  του  ως  παροχέα  καθολικής υπηρεσίας.  Ο εν λόγω μηχανισμός εξασφαλίζει ότι οι υποχρεώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 108 του παρόντος Νόμου εκπληρώνονται με τρόπο οικονομικά αποδοτικό και μπορεί να χρησιμοποιείται για να προσδιορίζεται από τον Επίτροπο το καθαρό κόστος της υποχρέωσης παροχής καθολικής υπηρεσίας.

(5) Ο Επίτροπος κοινοποιεί στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή τις υποχρεώσεις καθολικής υπηρεσίας, οι οποίες έχουν επιβληθεί στα καθορισμένα, δυνάμει του εδαφίου (2), πρόσωπα.  Κάθε μεταβολή που επηρεάζει τις υποχρεώσεις αυτές ή τις επιχειρήσεις που θίγονται δυνάμει του παρόντος Μέρους, κοινοποιείται στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

(6) Σε περίπτωση που ένα πρόσωπο, καθορισμένο σύμφωνα με το εδάφιο (1), προτίθεται να διαθέσει σημαντικό μέρος ή το σύνολο των στοιχείων του δικτύου της τοπικής πρόσβασης σε διακριτή νομική οντότητα υπό διαφορετική ιδιοκτησία, ενημερώνει εκ των προτέρων και εγκαίρως τον Επίτροπο, ούτως ώστε αυτός να μπορέσει να εκτιμήσει τις επιπτώσεις  της   σχεδιαζόμενης   συναλλαγής   στην  παροχή πρόσβασης σε σταθερή θέση και στην παροχή τηλεφωνικών υπηρεσιών.  Ως αποτέλεσμα, ο Επίτροπος μπορεί να επιβάλει, να τροποποιήσει ή να άρει ειδικές υποχρεώσεις στη γενική εξουσιοδότηση αδειοδοτημένου παροχέα.

Παροχή πρόσβασης σε σταθερές θέσεις

110.-(1) Πρόσωπο ή πρόσωπα που έχουν καθορισθεί ως πρόσωπα, που παρέχουν καθολική υπηρεσία σύμφωνα με το άρθρο 109 του παρόντος Νόμου, θα πρέπει να ικανοποιούν κάθε εύλογο αίτημα παροχής σε σταθερή θέση σύνδεσης σε δημόσιο δίκτυο επικοινωνιών.

(2) Η παρεχόμενη σύνδεση πρέπει να υποστηρίζει τη φωνητική (διενέργεια και λήψη εθνικών και διεθνών κλήσεων) και τηλεομοιοτυπική επικοινωνία, καθώς και μεταφορά δεδομένων  με  επαρκείς ταχύτητες  λειτουργικής  πρόσβασης στο διαδίκτυο.  Την ελάχιστη ταχύτητα μεταφοράς δεδομένων καθορίζει με Απόφασή του ο Επίτροπος, λαμβάνοντας υπόψη τις επικρατούσες συνθήκες στην αγορά, περιλαμβανομένης της ταχύτητας πρόσβασης που χρησιμοποιεί η πλειοψηφία των συνδρομητών και των διαθέσιμων τεχνολογιών.  Η Απόφαση του Επιτρόπου στοχεύει στην ελαχιστοποίηση του ενδεχομένου στρέβλωσης της αγοράς.

Υπηρεσίες πληροφοριών τηλεφωνικού καταλόγου

111.-(1) Ο Επίτροπος διασφαλίζει ότι συνδρομητές σε δημόσια διαθέσιμες τηλεφωνικές υπηρεσίες έχουν το δικαίωμα να συμπεριλαμβάνονται τα στοιχεία τους στο δημόσια  διαθέσιμο αρχείο που αναφέρεται στο άρθρο 108(2)(β) του παρόντος Νόμου και περιγράφεται στο εδάφιο (2) του παρόντος άρθρου, τα οποία και θα κοινοποιούνται σε παροχείς της υπηρεσίας πληροφοριών καταλόγου.

(2) Ο Επίτροπος διασφαλίζει ότι πρόσωπο ή πρόσωπα που καθορίζονται ως παροχέας/ παροχείς καθολικής υπηρεσίας σύμφωνα με το άρθρο 109 του παρόντος Νόμου:

(α) διαθέτουν στους τελικούς χρήστες ένα τουλάχιστον πλήρη κατάλογο συνδρομητών, σε εγκεκριμένη από τον Επίτροπο μορφή, είτε έντυπη είτε ηλεκτρονική είτε σε αμφότερες τις μορφές, ο οποίος ενημερώνεται τακτικά, και όχι λιγότερο από μια φορά ετησίως· και

(β) διαθέτουν σε όλους τους τελικούς χρήστες, συμπεριλαμβανομένων των χρηστών κοινόχρηστων σημείων πρόσβασης  σε  υπηρεσία τηλεφωνίας μία πλήρη τηλεφωνική υπηρεσία πληροφοριών καταλόγου.

(3) (α) Πρόσωπο ή πρόσωπα που καθορίζονται ως πρόσωπο που παρέχουν, καθολική υπηρεσία σύμφωνα με το άρθρο 109 του παρόντος Νόμου, υπό την επιφύλαξη των υποχρεώσεων Προστασίας Δεδομένων και της Ιδιωτικής Ζωής που τίθενται στο Μέρος 14 του παρόντος Νόμου και των συμπληρωματικών υποχρεώσεων που υιοθετούνται βάσει αυτών υποχρεούνται να τηρούν αρχείο (γνωστό ως η «Βάση Δεδομένων Τηλεφωνικού Καταλόγου Κύπρου») όλων των συνδρομητών δημοσίως διαθέσιμων τηλεφωνικών υπηρεσιών στην Κύπρο, συμπεριλαμβανομένων αυτών με σταθερούς, προσωπικούς και κινητούς  αριθμούς, οι οποίοι δεν έχουν αρνηθεί να συμπεριληφθούν στο αρχείο αυτό.  Υποχρεούνται επίσης να επιτρέπουν την πρόσβαση σε πληροφορίες που περιλαμβάνονται στο αρχείο σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο, σύμφωνα με όρους και προϋποθέσεις που καθορίζονται από αυτόν και εγκρίνονται κατά περιόδους από τον Επίτροπο, το οποίο προσφέρει υπηρεσίες πληροφοριών καταλόγου.  Πρόσωπα   που εκχωρούν τηλεφωνικούς αριθμούς σε συνδρομητές υποχρεούνται να κοινοποιούν στον παροχέα καθολικής υπηρεσίας που είναι επιφορτισμένος με την παροχή της υπηρεσίας πληροφοριών καταλόγου, όλα τα στοιχεία συνδρομητών τους που δεν έχουν αρνηθεί να συμπεριληφθούν στο αρχείο «Βάση Δεδομένων Τηλεφωνικού Καταλόγου Κύπρου», τα οποία είναι απαραίτητα για την έκδοση τηλεφωνικών καταλόγων και την παροχή υπηρεσιών πληροφοριών καταλόγου με όρους οι οποίοι είναι δίκαιοι, αντικειμενικοί, κοστοστρεφείς και αμερόληπτοι.

(β) Οι κατάλογοι που αναφέρονται στο εδάφιο (2) περιλαμβάνουν, όλους τους συνδρομητές  των δημόσια διαθέσιμων τηλεφωνικών υπηρεσιών, με την επιφύλαξη των απαιτήσεων για την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και της ιδιωτικής ζωής.

(4) (α) Ο Επίτροπος εξασφαλίζει ότι όλοι οι τελικοί χρήστες στους οποίους παρέχεται διαθέσιμη στο κοινό τηλεφωνική υπηρεσία έχουν πρόσβαση σε υπηρεσίες πληροφοριών καταλόγου.

(β) Περαιτέρω, ο Επίτροπος δύναται να επιβάλλει υποχρεώσεις και όρους στα πρόσωπα που ελέγχουν την πρόσβαση των τελικών χρηστών σε υπηρεσίες πληροφοριών καταλόγου ούτως ώστε η πρόσβαση των τελικών χρηστών στις προσφερόμενες υπηρεσίες να είναι δυνατή.  Αυτοί οι όροι και οι υποχρεώσεις θα είναι αντικειμενικοί, ισότιμοι, διαφανείς και αμερόληπτοι.

(γ) Ο Επίτροπος δεν επιβάλλει κανονιστικούς περιορισμούς που εμποδίζουν την άμεση πρόσβαση των τελικών χρηστών ενός κράτους μέλους, σε υπηρεσία πληροφοριών καταλόγου άλλου κράτους μέλους μέσω τηλεφωνικής κλήσης ή με  αποστολή SMS και  λαμβάνουν μέτρα για την εξασφάλιση της πρόσβασης αυτής της μορφής, σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 74 του παρόντος Νόμου.

(5) Τα εδάφιο (1) και (4) εφαρμόζονται υπό την επιφύλαξη της νομοθεσίας που προστατεύει τα προσωπικά δεδομένα και την ιδιωτική ζωή και ιδιαιτέρως του άρθρου 105 του παρόντος Νόμου.

Κοινόχρηστα Τηλέφωνα και άλλα σημεία πρόσβασης στην κοινόχρηστη υπηρεσία τηλεφωνίας

112. (1) Ο Επίτροπος δύναται με Απόφασή του να επιβάλλει σε πρόσωπο ή πρόσωπα που έχουν καθορισθεί βάσει του άρθρου 109 του παρόντος Νόμου ως πρόσωπα που παρέχουν καθολική υπηρεσία, υποχρεώσεις ούτως ώστε να διασφαλίζεται η παροχή πρόσβασης σε κοινόχρηστα τηλέφωνα ή σε άλλου είδους δημόσια  διαθέσιμη υπηρεσία τηλεφωνίας για την ικανοποίηση των εύλογων αναγκών των τελικών χρηστών, περιλαμβανομένων χρηστών με αναπηρίες, σε επίπεδο γεωγραφικής κάλυψης, αριθμού κοινόχρηστων σημείων πρόσβασης, ευκολίας πρόσβασης και ποιότητας  υπηρεσιών.

(2) Ο Επίτροπος μπορεί να καθορίσει τους όρους και τις προϋποθέσεις που εφαρμόζονται για την παροχή κοινόχρηστων σημείων πρόσβασης σε υπηρεσία τηλεφωνίας με στόχο να διασφαλίσει ότι πληρούνται οι απαιτήσεις που τίθενται στο εδάφιο (1) του παρόντος Άρθρου.

(3) Ο Επίτροπος μπορεί να αποφασίσει να μην επιβάλει υποχρεώσεις δυνάμει του εδαφίου (1) του παρόντος Άρθρου, στο σύνολο ή σε μέρος της επικράτειάς του, εάν, βάσει διαβούλευσης των ενδιαφερομένων και λαμβάνοντας υπόψη τις απόψεις που εκφράζονται προς αυτόν, κρίνει ότι οι εν λόγω ευκολίες ή συγκρίσιμες υπηρεσίες είναι διαθέσιμες σε βαθμό που να ικανοποιεί τις εύλογες ανάγκες για τις υπηρεσίες αυτές στη συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή, λαμβάνοντας υπόψη, μεταξύ άλλων, την πληθυσμιακή πυκνότητα στην εν λόγω γεωγραφική περιοχή και το σχετικό επίπεδο ανάπτυξης της αγοράς επικοινωνιών στην εν λόγω περιοχή.

(4) Ο Επίτροπος δύναται να αναθεωρήσει οποιαδήποτε απόφαση υιοθετήσει βάσει του εδαφίου (3) του παρόντος Άρθρου, με όποιο τρόπο και σε όποιο χρόνο κρίνει ο ίδιος ενδεδειγμένη την εν λόγω αναθεώρηση.

(5) Εάν ο Επίτροπος αποφασίσει ότι ο αριθμός των κοινόχρηστων σημείων πρόσβασης δεν είναι πλέον επαρκής ώστε να εξασφαλίσει τις εύλογες ανάγκες για τέτοιες υπηρεσίες στη συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή, μπορεί να καθορίσει πρόσωπο ή πρόσωπα ως έχοντα υποχρέωση βάσει του εδαφίου (1) του παρόντος Άρθρου, να παρέχουν κοινόχρηστα σημεία πρόσβασης σε υπηρεσία τηλεφωνίας στην εν λόγω γεωγραφική περιοχή.

(6) Πρόσωπο ή πρόσωπα που καθορίζονται βάσει του Άρθρου 109 του παρόντος Νόμου να παρέχουν κοινόχρηστα σημεία πρόσβασης σε υπηρεσία τηλεφωνίας διασφαλίζουν ότι είναι δυνατή η πραγματοποίηση κλήσεων έκτακτης ανάγκης από τα κοινόχρηστα σημεία πρόσβασης σε υπηρεσία τηλεφωνίας με τη χρήση του ενιαίου Ευρωπαϊκού αριθμού έκτακτης ανάγκης «112» και οποιουδήποτε αριθμού έκτακτης ανάγκης της Κύπρου, ο οποίος προσδιορίζεται από τον Επίτροπο. Οι κλήσεις αυτές, σε κάθε περίπτωση πραγματοποιούνται χωρίς χρέωση για τον τελικό χρήστη και μπορούν να γίνουν χωρίς τη χρήση μέσων πληρωμής, είτε υπό τη μορφή νομισμάτων, καρτών ή άλλων.

Μέτρα για τελικούς χρήστες με αναπηρίες

113. (1) Ο Επίτροπος δύναται, κατόπιν διαβούλευσης με τον Υπουργό, να λαμβάνει ειδικά μέτρα για να εξασφαλίζει στους τελικούς χρήστες με αναπηρία, πρόσβαση με οικονομικά προσιτό τρόπο στις υπηρεσίες που αναφέρονται στο άρθρο 108 του παρόντος Νόμου, σε επίπεδο ισοδύναμο με εκείνο της πρόσβασης που παρέχεται σε άλλους τελικούς χρήστες.

(2) Ο Επίτροπος δύναται με Απόφαση ή Διάταγμα να προσδιορίσει τους όρους και τις προϋποθέσεις με τις οποίες θα πρέπει να συμμορφώνεται πρόσωπο ή πρόσωπα που ορίζονται βάσει του Παρόντος Άρθρου για να εξασφαλίσουν ότι και οι χρήστες με αναπηρία μπορούν επίσης να επιλέγουν μεταξύ των προσώπων και των φορέων παροχής υπηρεσιών που είναι διαθέσιμοι στην πλειονότητα των τελικών χρηστών.

(3) Κατά τη λήψη των μέτρων που αναφέρονται στα εδάφια (1) και (2), ο Επίτροπος επιδιώκει τη συμμόρφωση με τα σχετικά πρότυπα και τις προδιαγραφές που αναφέρονται στα άρθρα 53, 72 και 81 του παρόντος Νόμου.

Προσιτότητα τιμολογίων

114. (1) Ο Επίτροπος παρακολουθεί την εξέλιξη και το επίπεδο των λιανικών τιμολογίων των υπηρεσιών, οι οποίες διατίθενται στο κοινό και εμπίπτουν στο πεδίο της ορισθείσας Καθολικής Υπηρεσίας, όπως προβλέπεται βάσει των Άρθρων 108-113 του παρόντος Νόμου, από πρόσωπο ή πρόσωπα καθορισμένες βάσει του Άρθρου 109 του παρόντος Νόμου, ιδίως σε σχέση με τις εθνικές τιμές καταναλωτή και το μέσο εισόδημα.

(2) Υπό το πρίσμα των εθνικών συνθηκών, ο Επίτροπος μπορεί, με Διάταγμα κατόπιν διαβούλευσης με τον Υπουργό Συγκοινωνιών και Έργων, να προσδιορίζει τις υποχρεώσεις προσώπου ή προσώπων που έχουν καθορισθεί βάσει του Άρθρου 109 του παρόντος Νόμου προκειμένου να διασφαλίζει ότι το εν λόγω πρόσωπο ή πρόσωπα παρέχουν στους καταναλωτές τιμολογιακές επιλογές ή δέσμες τιμολογίων, οι οποίες είναι διαφορετικές από τους συνήθεις εμπορικούς όρους. Οι εν λόγω τιμολογιακές επιλογές σχεδιάζονται ούτως ώστε να εξασφαλίζεται ότι τα άτομα με χαμηλό εισόδημα ή με ειδικές κοινωνικές ανάγκες δεν αποκλείονται από την πρόσβαση ή τη χρήση της διαθέσιμης στο κοινό τηλεφωνικής υπηρεσίας.

(3) Ο Επίτροπος μπορεί, κατόπιν διαβούλευσης με τον Υπουργό Συγκοινωνιών και Έργων να απαιτεί από πρόσωπο ή πρόσωπα που έχουν καθορισθεί βάσει του Άρθρου 109 του παρόντος Νόμου, να εφαρμόζει ειδικές τιμολογιακές επιλογές ή κοινά τιμολόγια στο σύνολο της γεωγραφικής επικράτειας της Κύπρου, ή να συμμορφώνεται με ανώτατα όρια τιμών ή με την απαίτηση γεωγραφικής στάθμισης των τιμών, υπό το πρίσμα των εθνικών συνθηκών.

(4) Τα κριτήρια και οι προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται, για την παροχή ειδικών τιμολογιακών επιλογών και/ή κοινών τιμολογίων, συμπεριλαμβανομένης της γεωγραφικής στάθμισης, είναι πλήρως διαφανείς και εφαρμόζονται σύμφωνα με την αρχή της αμεροληψίας. Αποτελεί ευθύνη του προσώπου ή των προσώπων που καθορίζονται σύμφωνα με το Άρθρο 109 του παρόντος Νόμου να δημοσιεύουν τους όρους αυτούς σε τουλάχιστον δύο εφημερίδες ευρείας κυκλοφορίας, τριάντα (30) ημέρες πριν τεθούν σε ισχύ, καθώς και στο σχετικό δικτυακό τόπο του καθορισμένου προσώπου ή προσώπων. Σε περίπτωση που ο Επίτροπος θεωρεί ότι ένα σύστημα δε συνάδει με την παρούσα παράγραφο, δύναται να απαιτεί την τροποποίηση ή ανάκληση του συγκεκριμένου συστήματος.

(5) Ο Επίτροπος δύναται να προτείνει στον Υπουργό Συγκοινωνιών και Έργων, πέραν των τιμολογιακών επιλογών που απαριθμούνται στο εδάφιο (3) του παρόντος Άρθρου, την παροχή εναλλακτικής ή επιπρόσθετης στήριξης προς του καταναλωτές που προσδιορίζονται ως έχοντες χαμηλό εισόδημα ή ειδικές κοινωνικές ανάγκες.

Έλεγχος δαπανών και παροχή πρόσθετων διευκολύνσεων

115. (1) Ο Επίτροπος διασφαλίζει ότι τα καθορισμένα σύμφωνα με το Άρθρο 109 του παρόντος Νόμου πρόσωπα, κατά την παροχή διευκολύνσεων και υπηρεσιών πέραν εκείνων που αναφέρονται στα Άρθρα 110-113 και 114(3) του παρόντος Νόμου, καθορίζουν όρους και προϋποθέσεις για την παροχή των προαναφερόμενων πρόσθετων διευκολύνσεων και υπηρεσιών ούτως ώστε ο συνδρομητής να μην είναι υποχρεωμένος να πληρώνει για διευκολύνσεις ή υπηρεσίες, που δεν είναι απαραίτητες ούτε υποχρεωτικές για την υπηρεσία που ζητεί.

(2) Ο Επίτροπος διασφαλίζει ότι τα καθορισμένα σύμφωνα με το Άρθρο 109 του παρόντος Νόμου πρόσωπα, προκειμένου οι συνδρομητές να μπορούν να παρακολουθούν και να ελέγχουν τις δαπάνες τους και να αποφεύγουν τυχόν αδικαιολόγητη αποσύνδεση της υπηρεσίας, παρέχουν τις κάτωθι ειδικές διευκολύνσεις και υπηρεσίες:

(α) Αναλυτικούς λογαριασμούς,

(β) Δωρεάν επιλεκτική φραγή κλήσεων για εξερχόμενες κλήσεις,

(γ) Συστήματα προπληρωμής,

(δ) Σταδιακή αποπληρωμή των τελών σύνδεσης,

(ε) Μη εξόφληση λογαριασμών.

Ο Επίτροπος εκδίδει σχετική Απόφαση ή Διατάγματα με την οποία καθορίζει τα στοιχεία των ανωτέρω υπηρεσιών.

(3) Ο Επίτροπος δύναται να μην εφαρμόζει τις απαιτήσεις του εδαφίου (2) του παρόντος Άρθρου αναφορικά με μέρος ή και το σύνολο της επικράτειας της Κυπριακής Δημοκρατίας, εάν κρίνει, αφού διεξάγει Δημόσια Διαβούλευση με τα ενδιαφερόμενα μέρη ότι οι προαναφερόμενες διευκολύνσεις ή υπηρεσίες είναι ευρέως διαθέσιμες στην Επικράτεια ή μέρος της Επικράτειας της Κυπριακής Δημοκρατίας.

(4) Ο Επίτροπος δύναται να απαιτεί από όλα τα πρόσωπα που εκμεταλλεύονται δημόσια δίκτυα επικοινωνιών, να διαθέτουν στους τελικούς χρήστες το σύνολο ή μέρος των διευκολύνσεων και υπηρεσιών που αναφέρονται στο εδάφιο (2) του παρόντος άρθρου καθώς και πρόσθετες διευκολύνσεις ως ακολούθως:

(α) Τονική επιλογή ή DTMF (λειτουργία πολυσυχνότητας διπλού τόνου)·

(β) αναγνώριση καλούσας γραμμής, σύμφωνα με τις διατάξεις περί προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και της ιδιωτικής ζωής που αναφέρονται στο Μέρος 14 του παρόντος Νόμου·

(γ) δωρεάν επιλεκτική φραγή κλήσεων για σύντομα γραπτά μηνύματα (SMS), ή μηνύματα πολυμέσων (MMS)·

(δ) συμβουλές σχετικές με τα τιμολόγια·

(ε) έλεγχο του κόστους·

με την επιφύλαξη της τεχνικής δυνατότητας και της οικονομικής βιωσιμότητας, μετά από Δημόσια Διαβούλευση με όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη.  Τα στοιχεία των ανωτέρω πρόσθετων διευκολύνσεων θα αναφέρονται σε σχετικό Διάταγμα.

(5) [Διαγράφηκε].

(6) [Διαγράφηκε].

(7) [Διαγράφηκε].

(8) [Διαγράφηκε].

Καθορισμός στόχων επιδόσεως

116. Ο Επίτροπος δύναται να ορίζει στόχους επιδόσεων για πρόσωπο ή πρόσωπα που υπέχουν υποχρεώσεις καθολικής υπηρεσίας, σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 70Α του παρόντος Νόμου.

Κόστος των υποχρεώσεων καθολικής υπηρεσίας

117. (1) Σε περίπτωση όπου οι καθορισμένες σύμφωνα με το Άρθρο 109 του παρόντος Νόμου επιχειρήσεις, ζητούν να λάβουν χρηματοδότηση για το καθαρό κόστος στο οποίο θα υποβληθούν προκειμένου να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους, δύνανται να υποβάλλουν στον Επίτροπο γραπτό αίτημα για την ανωτέρω χρηματοδότηση.

(2) Το αίτημα που υποβάλλεται σύμφωνα με το εδάφιο (1) του παρόντος Άρθρου, θα συνοδεύεται από όλες τις υποστηρικτικές πληροφορίες που δύνανται εύλογα να ζητηθούν από τον Επίτροπο για τους σκοπούς του εδαφίου (3) του παρόντος Άρθρου. Τα δεδομένα, θα αφορούν την περίοδο εκείνη που ορίζεται από τον Επίτροπο.

(3) Ο Επίτροπος, επί τη βάσει των πληροφοριών που παρέχονται δυνάμει του εδαφίου (2) του παρόντος Άρθρου, και όπου κρίνεται από αυτόν ότι οι ανωτέρω πληροφορίες είναι επαρκείς ώστε να επιτρέψουν έναν τέτοιο καθορισμό, θα καθορίζει εάν η υποχρέωση που αναφέρεται στο εδάφιο (1) του παρόντος Άρθρου, συνιστά αθέμιτη επιβάρυνση για το σχετικό πρόσωπο.

(4) Στις περιπτώσεις εκείνες που ο Επίτροπος ορίζει ότι η υποχρέωση που αναφέρεται στο εδάφιο (1) του παρόντος Άρθρου, δύναται να συνιστά αθέμιτη επιβάρυνση για το πρόσωπο που έχει καθοριστεί για την παροχή της, ο Επίτροπος υπολογίζει το καθαρό κόστος της παροχής της, επί τη βάσει -

(α) του καθαρού κόστους παροχής της, λαμβάνοντας υπόψη το τυχόν αγοραίο όφελος που αποκομίζει η επιχείρηση, υπολογιζόμενο σύμφωνα με σχετικό Διάταγμα, ή

(β) όπου δυνατόν, το καθαρό κόστος που προκύπτει σύμφωνα με έναν αποτελεσματικό, αντικειμενικό, διαφανή και αμερόληπτο μηχανισμό καθορισμού, μέσω του οποίου καμία επιχείρηση δεν αποκλείεται εκ των προτέρων από τον καθορισμό, και τα βασικά στοιχεία του οποίου ορίζονται σε σχετικό Διάταγμα.

(5) Τα καθορισμένα σύμφωνα με τους όρους του Άρθρου 2 του παρόντος μέρους πρόσωπα, παρέχουν τις πληροφορίες που ζητούνται ευλόγως από τον Επίτροπο για το σκοπό της πλήρωσης των απαιτήσεων του εδαφίου (4) του παρόντος Άρθρου.

(6) Σε περίπτωση που ο Επίτροπος αποφασίσει ότι η υποχρέωση που αναφέρεται του εδαφίου (1) του παρόντος Άρθρου δεν συνιστά αθέμιτη επιβάρυνση, θα ενημερώνει το συντομότερο δυνατό μετά την εν λόγω απόφασή του, το πρόσωπο που αφορά η εν λόγω Απόφαση καθώς και τους λόγους αυτής.

(7) Η ακρίβεια των λογαριασμών ή/και των άλλων πληροφοριών στις οποίες βασίζεται ο υπολογισμός του καθαρού κόστους των υποχρεώσεων του παρόντος Μέρους, θα ελέγχεται ή εξετάζεται, όπως θεωρείται κατάλληλο, από τον Επίτροπο, ή θα εγκρίνεται από τον Επίτροπο σε περίπτωση που το όργανο έγκρισης είναι ανεξάρτητο από το πρόσωπο.

(8) Τα αποτελέσματα του υπολογισμού κόστους και τα συμπεράσματα οποιουδήποτε ελέγχου ή εξέτασης που γίνονται σύμφωνα με το παρόν άρθρο, θα δημοσιεύονται σε δύο ημερήσιες εφημερίδες και στην ιστοσελίδα του Επιτρόπου, μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από την γνωστοποίησή τους στον Επίτροπο.

Χρηματοδότηση των υποχρεώσεων καθολικής υπηρεσίας

118. (1) Σε περίπτωση που ο Επίτροπος, επί τη βάσει του υπολογισμού του καθαρού κόστους που αναφέρεται στο Άρθρο 117 του παρόντος Νόμου, συμπεραίνει ότι το καθαρό κόστος της συμμόρφωσης με υποχρεώσεις δυνάμει των άρθρων 110-115 του παρόντος Νόμου, συνιστά αθέμιτη επιβάρυνση για τα πρόσωπα, κατόπιν αιτήματος από τα καθορισμένα σύμφωνα με το Άρθρο 109 του παρόντος Νόμου πρόσωπα, θα

(α) εισάγει μηχανισμό αποζημίωσης του εν λόγω προσώπου για το καθορισμένο καθαρό κόστος υπό διαφανείς συνθήκες από δημόσια κονδύλια, ή/και

(β) επιμερίσει το καθαρό κόστος των υποχρεώσεων καθολικής υπηρεσίας μεταξύ των παροχέων δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών.

(2) Σε περίπτωση που ο Επίτροπος αποφασίσει να επιμερίσει το καθαρό κόστος σύμφωνα με το εδάφιο 1(β) του παρόντος Άρθρου, θα θεσπίσει με Διάταγμα μηχανισμό επιμερισμού, τον οποίο θα διαχειρίζεται ο ίδιος, ή φορέας υπό την επιτήρησή του ο οποίος είναι ανεξάρτητος από τις καθορισμένες σύμφωνα με τους όρους του Άρθρου 109 του παρόντος Νόμου πρόσωπα. Μόνο το καθαρό κόστος, όπως υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 117 του παρόντος Νόμου, των υποχρεώσεων που θεσπίζονται με τα άρθρα 110-115 μπορεί να χρηματοδοτείται.

(3) Ο μηχανισμός επιμερισμού που θεσπίζεται βάσει του εδαφίου (2) πρέπει να τηρεί τις αρχές της διαφάνειας, της μη διακριτικής μεταχείρισης και της αναλογικότητας, και θα πρέπει να είναι σχεδιασμένος έτσι ώστε να επιφέρει την ελάχιστη δυνατή στρέβλωση στην αγορά και στις συνήθειες ζήτησης των καταναλωτών. Ο μηχανισμός επιμερισμού θα βασίζεται σε διάφανο και ουδέτερο τρόπο συλλογής των συνεισφορών προκειμένου να αποφεύγεται ο κίνδυνος επιβολής διπλών εισφορών που εμπίπτουν τόσο στα έξοδα όσο και στα έσοδα του προσώπου. Ο Επίτροπος δύναται να μην απαιτεί συνεισφορές από πρόσωπα των οποίων ο ελεγμένος εθνικός τζίρος είναι κατώτερος ενός προσδιορισμένου ποσού το οποίο καθορίζεται από καιρό σε καιρό από τον Επίτροπο. Το επίπεδο του εθνικού τζίρου που δικαιολογεί εξαίρεση από τις απαιτήσεις του παρόντος Άρθρου θα δημοσιεύεται από τον Επίτροπο.

(4) Κάθε επιβάρυνση που σχετίζεται με τον επιμερισμό του κόστους Καθολικής Υπηρεσίας σύμφωνα με το εδάφιο (1) του παρόντος Άρθρου, διαχωρίζεται και προσδιορίζεται χωριστά για κάθε πρόσωπο.

(5) Ο Επίτροπος δεν επιβάλλει χρεώσεις σύμφωνα με το παρόν μέρος, σε πρόσωπα που δεν παρέχουν υπηρεσίες εντός της γεωγραφικής περιοχής της Κυπριακής Δημοκρατίας.

(6) O Επίτροπος θα ενημερώνει γραπτώς κάθε πρόσωπο που οφείλει να επιμερίζεται το κόστος Καθολικής Υπηρεσίας, για την υποχρέωσή του να συνεισφέρει σε αυτό το κόστος, καθώς και για το ποσό, τρόπο, και χρόνο των οφειλόμενων πληρωμών.

(7) Πρόσωπο που έχει ενημερωθεί σχετικά με την υποχρέωσή του να συνεισφέρει ένα ποσό που καθορίζεται από τον Επίτροπο θα καταβάλει το ανωτέρω ποσό κατά το χρόνο και τρόπο που καθορίζονται από τον Επίτροπο.

(8) Ο Επίτροπος θα δημοσιεύει και δημοσιοποιεί όλες τις πληροφορίες αναφορικά με τις αρχές που διέπουν τον επιμερισμό του κόστους και τις λεπτομέρειες του χρησιμοποιούμενου μηχανισμού. Ο Επίτροπος θα διατηρεί και αποδέχεται ως εμπιστευτικές όλες τις πληροφορίες που κατηγοριοποιούνται ως εμπιστευτικές ή ως εμπεριέχουσες εμπορικό απόρρητο από τα πρόσωπα που παρέχουν δίκτυα ή υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών, εκτός από τις περιπτώσεις εκείνες που βάσιμα θεωρεί ότι σχετικά αιτήματα δεν είναι θεμελιωμένα.

(9) Ο Επίτροπος, με την επιφύλαξη της εξαίρεσης πληροφοριών που κρίνονται εμπιστευτικές ή του επιχειρηματικού απορρήτου, θα δημοσιεύει ετήσια έκθεση στην οποία θα παρατίθεται το υπολογιζόμενο καθαρό κόστος των υποχρεώσεων καθολικής υπηρεσίας. Η ανωτέρω ετήσια έκθεση θα προσδιορίζει τις συνεισφορές όλων των ενδιαφερομένων προσώπων, και το τυχόν αγοραίο όφελος που αποκομίζουν οι καθορισμένα πρόσωπα.

ΜΕΡΟΣ 16 ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ I - ΚΑΘΟΛΙΚΗ ΥΠΗΡΕΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΤΙΘΕΜΕΝΗ ΥΠΗΡΕΣΙΑ ΚΑΤ’ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΟΤΗΤΑ ΣΤΑ ΤΑΧΥΔΡΟΜΕΙΑ
Καθολική Υπηρεσία Ταχυδρομικών Υπηρεσιών

119.-(1) Ο Επίτροπος διασφαλίζει την παροχή καθολικής υπηρεσίας ταχυδρομικών υπηρεσιών, η οποία αποτελείται από την ελάχιστη δέσμη ταχυδρομικών υπηρεσιών καθορισμένης ποιότητας, κατά τα διαλαμβανόμενα στο άρθρο 119Β του παρόντος Νόμου, και διασφαλίζει ότι αυτή είναι διαθέσιμη σε όλους τους χρήστες στην Κύπρο, σε προσιτές τιμές, ανεξαρτήτως της γεωγραφικής τους τοποθεσίας, και υπό το φως των συγκεκριμένων συνθηκών στην Κύπρο.

(2) Ο Επίτροπος διασφαλίζει ότι η πυκνότητα των ταχυδρομείων και των σημείων πρόσβασης είναι ανάλογη με τις ανάγκες των χρηστών

(3) Οι ελάχιστες και μέγιστες διαστάσεις ταχυδρομικών αντικειμένων, που κατά τα διαλαμβανόμενα στο άρθρου 119Β του παρόντος Νόμου αποτελούν την εκάστοτε καθολική ταχυδρομική υπηρεσία, καθορίζονται από τις εκάστοτε σχετικές ρυθμίσεις της Παγκόσμιας Ταχυδρομικής Ένωσης.

Ορισμός παροχέα καθολικής υπηρεσίας

119Α.  Με διάταγμα του Υπουργού και αφού προηγουμένως ενημερωθεί η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Συγκοινωνιών και Έργων, ορίζεται ο δημόσιος ή ιδιωτικός φορέας που παρέχει την καθολική υπηρεσία στο σύνολο της Δημοκρατίας και ο οποίος επιλέγεται είτε με τη διαδικασία της απευθείας ανάθεσης είτε μέσω διαγωνιστικής διαδικασίας, σύμφωνα με τις διατάξεις του περί του Συντονισμού των Διαδικασιών Σύναψης Συμβάσεων Προμηθειών, Έργων και Υπηρεσιών στους Τομείς του Ύδατος, της Ενέργειας, των Μεταφορών και των Ταχυδρομικών Υπηρεσιών και για Συναφή Θέματα Νόμου. Η ανάθεση της καθολικής υπηρεσίας γίνεται σύμφωνα με τις αρχές της διαφάνειας, της απαγόρευσης των διακρίσεων και της αναλογικότητας.

Καθολική Υπηρεσία Ταχυδρομικών Υπηρεσιών

119Β. (1) Η ελάχιστη δέσμη των ταχυδρομικών υπηρεσιών που αποτελούν την καθολική ταχυδρομική υπηρεσία περιλαμβάνει:

(α) Ελάχιστα σημεία πρόσβασης με βάση τις ανάγκες των χρηστών, τις γεωγραφικές ιδιαιτερότητες και τις κοινωνικές συνθήκες∙

(β) μια τουλάχιστον παράδοση, πλην εξαιρετικών περιστάσεων ή ιδιαίτερων γεωγραφικών συνθηκών,  κάθε εργάσιμη ημέρα για τουλάχιστον πέντε ημέρες εβδομαδιαίως, ταχυδρομικών αντικειμένων, περιλαμβανομένων δεμάτων βάρους μέχρι δύο και είκοσι χιλιογράμμων αντίστοιχα, στην οικία ή στα υποστατικά κάθε προσώπου, ή σε τέτοια ευπροσδιόριστα σημεία ή άλλως πως ως ο Επίτροπος εγκρίνει από καιρού εις καιρό·

(γ) μια τουλάχιστον περισυλλογή, πλην εξαιρετικών περιστάσεων ή ιδιαίτερων γεωγραφικών συνθηκών, κάθε εργάσιμη ημέρα για τουλάχιστον πέντε ημέρες εβδομαδιαίως, από κάθε σημείο πρόσβασης ταχυδρομικών αντικειμένων και δεμάτων που περιγράφονται στην παράγραφο (α):

Νοείται ότι τυχόν εξαιρετικές περιστάσεις ή παρεκκλίσεις που αναγνωρίζονται από τον Επίτροπο κοινοποιούνται στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή και σε όλες τις κανονιστικές αρχές με επιμέλεια του Επιτρόπου∙

(δ) παροχή ταχυδρομικών υπηρεσιών, αποτελούμενων από την περισυλλογή, διαλογή, μεταφορά και διανομή ταχυδρομικών αντικειμένων και δεμάτων που αναφέρονται στις παραγράφους (β) και (γ), σε τιμές προσιτές και ομοιόμορφες παντού στη Δημοκρατία, τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 124 του παρόντος Νόμου, με τη δυνατότητα θέσπισης ειδικών ρυθμίσεων με απόφαση του Επιτρόπου για την κατ’ οίκον διανομή δεμάτων·

(ε) παροχή ταχυδρομικής υπηρεσίας συστημένων και ασφαλισμένων ταχυδρομικών αντικειμένων, σε ομοιόμορφες τιμές παντού στη Δημοκρατία:

Νοείται ότι η καθολική υπηρεσία, όπως ορίζεται στο παρόν άρθρο, περιλαμβάνει τόσο τις εθνικές όσο και τις διασυνοριακές υπηρεσίες.

(2) Η παροχή ταχυδρομικών υπηρεσιών σε άτομα τυφλά ή με σοβαρά προβλήματα όρασης παρέχεται δωρεάν σύμφωνα με τις ρυθμίσεις της Παγκόσμιας Ταχυδρομικής Ένωσης.

Παροχέας καθολικής υπηρεσίας ταχυδρομικών υπηρεσιών

120.-(1) Ο Επίτροπος πληροφορεί το κοινό αναφορικά με την ταυτότητα του παροχέα καθολικής ταχυδρομικής υπηρεσίας και απαιτεί από τον τελευταίο να του παρέχει πληροφορίες σε σχέση με τις υπηρεσίες που αποτελούν την καθολική ταχυδρομική υπηρεσία.

(2) Περαιτέρω, ο Επίτροπος διασφαλίζει ότι ο παροχέας καθολικής υπηρεσίας παρέχει πληροφορίες στο κοινό σχετικά με τις εν λόγω υπηρεσίες που παρέχει, οι οποίες περιλαμβάνουν μεταξύ άλλων τους γενικούς όρους πρόσβασης στις υπηρεσίες, τις τιμές των εν λόγω υπηρεσιών, καθώς, επίσης, τις ποιοτικές προδιαγραφές και τις σχετικές επιδόσεις του παροχέα σε σχέση με τις εν λόγω υπηρεσίες.  Ο Επίτροπος δημοσιεύει στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας και στο διαδίκτυο τις πληροφορίες που αναφέρονται πιο πάνω και αφορούν την ενημέρωση του κοινού.

Άδεια παροχέα καθολικής ταχυδρομικής υπηρεσίας

121.-(1) Ο Επίτροπος θέτει στην άδεια του παροχέα καθολικής ταχυδρομικής υπηρεσίας, τους όρους που απαιτείται όπως πληροί η καθολική υπηρεσία και οι οποίοι θα περιλαμβάνουν μεταξύ άλλων τα ακόλουθα:

(α) συμμόρφωση της υπηρεσίας προς τις βασικές απαιτήσεις,

(β) παροχή των ίδιων υπηρεσιών σε όλους τους χρήστες υπό παρόμοιες συνθήκες,

(γ) διαθεσιμότητα της υπηρεσίας χωρίς οποιασδήποτε μορφή διάκρισης, και ειδικά χωρίς διακρίσεις επί τη βάσει πολιτικών, θρησκευτικών και/ή ιδεολογικών λόγων,

(δ) αδιάκοπη και συνεχή υπηρεσία, για κάθε εργάσιμη μέρα και όχι για λιγότερο των πέντε ημερών εβδομαδιαίως, εκτός σε περιπτώσεις ανωτέρας βίας.

(2) Ο Επίτροπος διασφαλίζει ότι η καθολική υπηρεσία εξελίσσεται σύμφωνα με τεχνικές, οικονομικές και κοινωνικές αλλαγές και σύμφωνα με τις ανάγκες των χρηστών.

Υπηρεσίες που ανατίθενται κατ’αποκλειστικότητα στον παροχέα καθολικής ταχυδρομικής υπηρεσίας

122. [Διαγράφηκε]
Υπολογισμός καθαρού κόστους καθολικής υπηρεσίας

123.-(1) Ο Επίτροπος καθορίζει με διάταγμα τον τρόπο υπολογισμού του καθαρού κόστους της καθολικής υπηρεσίας, σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές που ορίζονται στο Δεύτερο Παράρτημα του παρόντος Νόμου, και αφού ενημερωθεί από το φορέα παροχής καθολικής υπηρεσίας για το καθαρό κόστος που προκύπτει από την υποχρέωση του για παροχή καθολικής υπηρεσίας προχωρεί σε έλεγχο και επαλήθευση.

(2)  Το καθαρό κόστος παροχής της καθολικής υπηρεσίας επιβαρύνει το φορέα παροχής καθολικής υπηρεσίας κατά το μέρος παροχής ταχυδρομικών υπηρεσιών εντός της καθολικής υπηρεσίας - καθώς και τους φορείς παροχής ταχυδρομικών υπηρεσιών με ειδική άδεια κατά το μέρος παροχής ταχυδρομικών υπηρεσιών εντός της καθολικής υπηρεσίας. Σε περίπτωση μη δραστηριοποίησης οποιουδήποτε φορέα παροχής ταχυδρομικών υπηρεσιών εντός της καθολικής υπηρεσίας τότε το καθαρό κόστος παροχής της καθολικής υπηρεσίας θα καλύπτεται από τον κρατικό προϋπολογισμό και κατατίθεται απευθείας στο ταμείο αποζημίωσης που ιδρύεται με βάση το εδάφιο (5).

(3)  Ο επιμερισμός κόστους γίνεται από τον Επίτροπο, με τρόπο διαφανή, αντικειμενικό και ουδέτερο, λαμβάνοντας υπόψη, κατ’ αναλογία, τα ακαθάριστα έσοδα κάθε φορέα που δραστηριοποιείται εντός της καθολικής υπηρεσίας.

(4) Ο Επίτροπος είναι αρμόδιος για τον υπολογισμό και την εξατομίκευση των εισφορών του παρόντος άρθρου για καθένα φορέα παροχής ταχυδρομικής υπηρεσίας.

(5)  Για σκοπούς εφαρμογής του παρόντος άρθρου, ιδρύεται από τον Επίτροπο ταμείο αποζημίωσης εντός ενός έτους από την έναρξη ισχύος του παρόντος Νόμου, το οποίο τυγχάνει διαχείρισης από ανεξάρτητο σώμα, του οποίου τα μέλη διορίζονται από τον Επίτροπο και λειτουργούν σύμφωνα με τις πρόνοιες σχετικού διατάγματος που εκδίδει ο Επίτροπος.

(6)  Το Ταμείο είναι αρμόδιο για την είσπραξη και την απόδοση στον δικαιούχο φορέα παροχής καθολικής υπηρεσίας των αναλογούντων ποσών με την εξαίρεση των εισφορών που επιβαρύνουν το δικαιούχο φορέα, σύμφωνα με το εδάφιο (2) του παρόντος άρθρου, τις οποίες ο δικαιούχος φορέας δύναται να συμψηφίζει.

(7)  Ο Επίτροπος διασφαλίζει ότι οι αρχές της διαφάνειας, της μη διάκρισης και της αναλογικότητας, τηρούνται κατά τη λειτουργία του ταμείου αποζημίωσης και ειδικά κατά τον υπολογισμό και καθορισμό του ύψους των χρηματικών συνεισφορών σε αυτό.  Οι αποφάσεις που λαμβάνονται βασίζονται σε αντικειμενικά και επαληθεύσιμα κριτήρια και δημοσιεύονται.

(8)  Το ταμείο αποζημίωσης υπόκειται σε ανεξάρτητο έλεγχο των λογαριασμών του.

(9)  Ο Επίτροπος δημοσιεύει στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας ετησίως, όλες τις συνεισφορές που έχουν γίνει στο ταμείο αποζημίωσης.

Ταχυδρομικές τιμές και τέλη

124.-(1) Τηρουμένων των όσων προβλέπονται στα Άρθρα 20 (ιη), (23) και (24), ο Επίτροπος διασφαλίζει ότι τα αναφερόμενα στις εν λόγω διατάξεις τέλη και τιμές -

(α) είναι προσιτά και επιτρέπουν την πρόσβαση του συνόλου των χρηστών στις παρεχόμενες υπηρεσίες, ανεξαρτήτως γεωγραφικής θέσης και λαμβάνοντας υπόψη τις ειδικές συνθήκες,  εφόσον υπάρχουν·

(β) αντικατοπτρίζουν το κόστος και παρέχουν κίνητρα για την αποτελεσματική παροχή καθολικής υπηρεσίας·

(γ) είναι διαφανή και άνευ διακρίσεων∙ και

(δ) είναι ομοιόμορφα παντού ανά την Κύπρο, αλλά και για τις διασυνοριακές υπηρεσίες, όταν παρέχονται με χρέωση ανά μονάδα ταχυδρομικού αντικειμένου.

(2) Η εφαρμογή ομοιόμορφων τελών και τιμών, κατά τα οριζόμενα στο εδάφιο 1(δ), δεν θα αποκλείει το δικαίωμα του παροχέα καθολικής ταχυδρομικής υπηρεσίας να συνάπτει ατομικές συμφωνίες με πελάτες σε ότι αφορά τις τιμές.

(3) Ο φορέας παροχής καθολικής υπηρεσίας δύναται να εφαρμόζει ειδικά τιμολόγια, σύμφωνα με την αρχή του προσανατολισμού ως προς το κόστος, για ορισμένες υπηρεσίες, ενδεικτικά περιλαμβανομένων των υπηρεσιών που παρέχονται σε επιχειρήσεις, σε αποστολείς μεγάλων ποσοτήτων αλληλογραφίας χρηστών ή σε φορείς συγκεντρωτικής διαχείρισης της αλληλογραφίας διαφόρων χρηστών.  Στην περίπτωση αυτή, τα τιμολόγια και οι όροι παροχής των υπηρεσιών πρέπει να τηρούν τις αρχές της διαφάνειας και της αποφυγής διακρίσεων.  Επίσης, πρέπει να εφαρμόζονται ομοίως, για ισοδύναμες υπηρεσίες, τόσο μεταξύ τρίτων μερών όσο και μεταξύ τρίτων μερών και φορέα παροχής καθολικής υπηρεσίας.  Κάθε τέτοιο τιμολόγιο πρέπει να είναι στη διάθεση των χρηστών, ιδίως των μεμονωμένων χρηστών και των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων, που χρησιμοποιούν τις ταχυδρομικές υπηρεσίες υπό παρόμοιες συνθήκες.

Σύναψη συμφωνιών για καταληκτικά τέλη

125. Προκειμένου να διασφαλισθεί η παροχή διασυνοριακής καθολικής υπηρεσίας ο Επίτροπος ενθαρρύνει τον παροχέα καθολικής ταχυδρομικής υπηρεσίας να συνάπτει συμφωνίες όσον αφορά τα καταληκτικά τέλη για ταχυδρομεία από και προς κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ενώσεως και θα ισχύσουν γι’ αυτό το ζήτημα οι ακόλουθες αρχές:

(α) αντικατόπτριση κόστους στα καταληκτικά τέλη για τη διεκπεραίωση και διανομή της εισερχόμενης διασυνοριακής αλληλογραφίας,

(β) σύνδεση των τελών με την ποιότητα της παρεχόμενης υπηρεσίας,

(γ) διαφάνεια και αποχή από διακρίσεις στα καταληκτικά τέλη.

Λογιστικές Διευθετήσεις

126.-(1) Ο Επίτροπος διασφαλίζει ότι οι λογιστικές διευθετήσεις παροχής καθολικής ταχυδρομικής υπηρεσίας διεξάγονται με σαφή διάκριση μεταξύ υπηρεσιών και προϊόντων που αποτελούν μέρος της καθολικής υπηρεσίας και εκείνων που δεν αποτελούν μέρη της. Ο λογιστικός διαχωρισμός χρησιμοποιείται ως δεδομένο κατά τον υπολογισμό του καθαρού κόστους της καθολικής υπηρεσίας.  Τα εσωτερικά λογιστικά συστήματα λειτουργούν βάσει συνεπώς εφαρμοζόμενων και αντικειμενικά εύλογων κοστολογικών αρχών.

(2) Ο Επίτροπος καθορίζει με διάταγμα τα λογιστικά συστήματα και τον τρόπο με τον οποίο θα γίνεται η κατανομή του κόστους.

(3) Ο Επίτροπος τηρεί διαθέσιμες, επαρκείς πληροφορίες ως προς τα κοστολογικά συστήματα που εφαρμόζει ο παροχέας καθολικής ταχυδρομικής υπηρεσίας, οι οποίες τίθενται εμπιστευτικά στη διάθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής κατόπιν αιτήματος της τελευταίας.

(4) Οι χρηματοοικονομικοί λογαριασμοί του παροχέα καθολικής ταχυδρομικής υπηρεσίας καταρτίζονται, και υποβάλλονται σε έλεγχο από ανεξάρτητο ελεγκτή και δημοσιεύονται σύμφωνα με την σχετική Κοινοτική και Κυπριακή νομοθεσία για τις εμπορικές επιχειρήσεις.

Πρόσβαση στο ταχυδρομικό δίκτυο

126Α.-(1) Εφόσον, κατόπιν μελέτης, κριθεί απαραίτητο για την προστασία των συμφερόντων των χρηστών ή/και την προώθηση του ουσιαστικού ανταγωνισμού και δεν επιβαρύνεται η παροχή της καθολικής υπηρεσίας, ούτε περιορίζεται το δικαίωμα του συμβάλλεσθαι, ο Επίτροπος εκδίδει διάταγμα με το οποίο εξασφαλίζονται οι συνθήκες πρόσβασης με διαφάνεια και χωρίς διακρίσεις στα στοιχεία της ταχυδρομικής υποδομής ή του δικτύου ή των υπηρεσιών που παρέχονται στα πλαίσια της καθολικής υπηρεσίας, όπως σύστημα ταχυδρομικών κωδικών, βάση δεδομένων διευθύνσεων, ταχυδρομικές θυρίδες, γραμματοκιβώτια διανομής, πληροφορίες σχετικά με την αλλαγή διευθύνσεων, υπηρεσία επαναπροώθησης και υπηρεσία επιστροής στον αποστολέα.

(2) Ο παροχέας καθολικής ταχυδρομικής υπηρεσίας υποχρεούται μετά από σχετικό αίτημα αδειοδοτημένου παροχέα ταχυδρομικών υπηρεσιών να εισέλθει σε διαπραγμάτευση μαζί του αναφορικά με το ενδεχόμενο παροχής σε αυτόν πρόσβασης σε δίκτυο ταχυδρομικών υπηρεσιών.  Ο παροχέας καθολικής υπηρεσίας μπορεί να αρνηθεί την πρόσβαση, εάν η επιχειρησιακή ικανότητα των εγκαταστάσεων ή η λειτουργική αξιοπιστία του τίθεται σε κίνδυνο, ή εάν σε συγκεκριμένη περίπτωση, δεν υπάρχει διαθέσιμο προσωπικό για την παροχή της ζητούμενης υπηρεσίας.

(3) Σε περίπτωση αποτυχίας των διαπραγματεύσεων ή παρέλευσης εύλογου χρονικού διαστήματος από την έναρξή τους χωρίς κατάληξη, ο Επίτροπος δύναται να παρέμβει είτε αυτεπάγγελτα είτε κατόπιν γραπτού αιτήματος ενός εκ των μερών, με σκοπό την έκδοση απόφασης για επίλυση της διαφοράς.

(4) Όλες οι συμφωνίες πρόσβασης, μετά τη σύναψή τους υποβάλλονται στον Επίτροπο.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ II - ΠΑΡΟΧΗ ΑΔΕΙΩΝ
Υποχρέωση εξασφάλισης άδειας

127.-(1) Ουδείς ιδρύει ή/και λειτουργεί ταχυδρομικό δίκτυο ή/και παρέχει ταχυδρομικές υπηρεσίες, εκτός εάν είναι εξουσιοδοτημένος προς τούτο με  άδεια, υπό τη μορφή Γενικής Εξουσιοδότησης ή/και Ειδικής Άδειας  χορηγούμενης από τον Επίτροπο, τηρουμένων, στην περίπτωση της ειδικής άδειας του παροχέα καθολικής υπηρεσίας, των διατάξεων του άρθρου 119Α.

(2) Παρά τις διατάξεις του εδαφίου (1), οι ακόλουθες ταχυδρομικές υπηρεσίες δεν υπόκεινται σε άδεια:

(α) η μεταφορά και παράδοση ταχυδρομικών αντικειμένων προσωπικά από τον ίδιο τον αποστολέα ή από φίλο ή γνωστό του αποστολέα ή από μη εμπορικό αγγελιαφόρο χωρίς αμοιβή που δεν εμπλέκεται σε οποιαδήποτε εμπορική δραστηριότητα, ή με άλλα παρόμοια μέσα,

(β) η μεταφορά και παράδοση επίσημων δικαστικών εγγράφων,

(γ) [διαγράφεται],

(3) Ο Επίτροπος δύναται με διάταγμα να ορίσει και άλλες υπηρεσίες για την παροχή των οποίων δεν θα απαιτείται άδεια, νοουμένου ότι δεν υπάγονται στην καθολική υπηρεσία.

Χορήγηση ειδικών αδειών

128. (1) Ο Επίτροπος χορηγεί ειδικές άδειες οι οποίες απαιτούνται για την παροχή μέρους ή του συνόλου των υπηρεσιών που εμπίπτουν στο πεδίο της καθολικής ταχυδρομικής υπηρεσίας, όπως προβλέπονται στο άρθρο 119Β του παρόντος Νόμου, καθώς και για την παροχή υπηρεσιών οι οποίες παρουσιάζουν επαρκώς εναλλακτικό χαρακτήρα σε σχέση με την καθολική ταχυδρομική υπηρεσία, χωρίς απαραίτητα να καλύπτουν όλα τα χαρακτηριστικά της καθολικής υπηρεσίας, όπως η καθημερινή διανομή ή η πλήρης κάλυψη της Δημοκρατίας.

(2) Ο Επίτροπος διασφαλίζει ότι πρόσωπα που προσφέρουν ταχυδρομικές υπηρεσίες υπό καθεστώς γενικής εξουσιοδότησης, συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις περί εγγραφής, που καθορίζονται στον παρόντα Νόμο και με τους σχετικούς όρους που ορίζονται σε Διάταγμα του Επιτρόπου.

Αρχές που διέπουν την παροχή άδειας

129. Ο Επίτροπος θα διασφαλίζει ότι οι διαδικασίες που διέπουν την παροχή αδειών είναι διαφανείς, χωρίς διακρίσεις, αναλογικές και βασισμένες σε αντικειμενικά κριτήρια.

(2) Σε περίπτωση μη έγκρισης αίτησης για παραχώρηση άδειας, ο Επίτροπος οφείλει:

(α) να ενημερώσει το ενδιαφερόμενο πρόσωπο για τους λόγους απόρριψης,

(β) να παρέχει στον αιτητή την ευκαιρία να δείξει λόγους για τους ποίους θα έπρεπε να χορηγηθεί η άδεια,

(γ) να δύναται, αφού λάβει υπόψη τους αναφερόμενους στην παράγραφο (β) λόγους, να χορηγήσει την άδεια, υπό τέτοιους όρους και προϋποθέσεις, τις οποίες κρίνει αναγκαίες,

(δ) να δύναται κατόπιν εξέτασης των λόγων που αναφέρονται στην παράγραφο (β) να επιβεβαιώσει την απόφασή του, περίπτωση κατά την οποία ο αιτούμενος έχει δικαίωμα προσφυγής στο Ανώτατο Δικαστήριο.

(3) Ο Επίτροπος δεν θέτει όρους σε οποιαδήποτε άδεια, άλλους από τους καθοριζόμενους σε Διάταγμα.

(4) Ο Επίτροπος δύναται να αρνείται τη χορήγηση άδειας, σε κάθε περίπτωση που α) αυτό είναι προς το δημόσιο συμφέρον, (β) αυτό είναι προς το συμφέρον της εθνικής ασφάλειας (γ) η αίτηση για χορήγηση άδειας δεν πληροί τους όρους και προϋποθέσεις που ορίζονται στις διαδικασίες για την χορήγηση αδειών.

Υποχρεώσεις φορέων παροχής ταχυδρομικών υπηρεσιών

130.(1) Τα φυσικά και νομικά πρόσωπα που παρέχουν ταχυδρομικές υπηρεσίες οφείλουν-

(α) να τηρούν το απόρρητο της αλληλογραφίας·

(β) να τηρούν τους κανονισμούς της Παγκόσμιας Ταχυδρομικής Ένωσης (Π.Τ.Ε.) σε ό,τι αφορά τη μεταφορά επικίνδυνων ταχυδρομικών αντικειμένων·

(γ) να διασφαλίζουν την ισότιμη μεταχείριση όλων των χρηστών·

(δ) να λαμβάνουν μέτρα ώστε να μη διακυβεύεται η εθνική άμυνα και ασφάλεια·

(ε) να διασφαλίζουν την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα των χρηστών και την προστασία της ιδιωτικής ζωής·

(στ) να διασφαλίζουν την τήρηση των συνθηκών εργασίας που προβλέπει ο Νόμος και οι σχετικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας·

(ζ) να τηρούν τις διατάξεις περί προστασίας του περιβάλλοντος και της χωροταξίας·

(η) να διασφαλίζουν τη συνεχή παροχή των ταχυδρομικών υπηρεσιών τους καθόλη τη διάρκεια ισχύος της άδειάς τους·

(θ) να διασφαλίζουν ότι τα τιμολόγια τους πληρούν τους κανόνες του υγιούς ανταγωνισμού και τους κανόνες διαφάνειας και ότι δημοσιεύονται καταλλήλως·

(ι) να παρέχουν στον Επίτροπο, σε χρονικά περιθώρια και λεπτομέρειες που έχει καθορίσει ο ίδιος, εμπιστευτικά και κατόπιν αιτήματος του Επιτρόπου κάθε απαραίτητη πληροφορία και στοιχεία για την τήρηση των διατάξεων του παρόντος Νόμου, την εκτέλεση των αποφάσεων του βάσει αυτού του νόμου, καθώς και για σαφώς καθορισμένους στατιστικούς σκοπούς, συμπεριλαμβανομένων οικονομικών πληροφοριών και πληροφοριών σχετικά με την παροχή της καθολικής ταχυδρομικής υπηρεσίας, και

(ια) να καταβάλλουν  στον Επίτροπο τα ετήσια διοικητικά τέλη, όπως αυτά καθορίζονται κάθε φορά, καθώς και τα τέλη χρηματοδότησης του ταμείου αποζημίωσης για κάλυψη του κόστους παροχής καθολικής υπηρεσίας.

(2)  Ειδικότερα, οι φορείς παροχής ταχυδρομικών υπηρεσιών που παρέχουν ταχυδρομικές υπηρεσίες υπό καθεστώς ειδικής άδειας οφείλουν επιπλέον-

(α) να τηρούν χωριστούς λογαριασμούς και να εφαρμόζουν λογιστικό διαχωρισμό, ώστε να γίνεται σαφής διάκριση για τις υπηρεσίες και τα προϊόντα που είναι μέρος της ειδικής άδειας και για αυτά που δεν είναι, και να κοινοποιούν τα τιμολόγια τους στον Επίτροπο και

(β)να παρέχουν την καθολική υπηρεσία, εφόσον ορίζονται προς τούτο, σύμφωνα με το άρθρο 119Α.

(3) Όσοι φορείς παροχής ταχυδρομικών υπηρεσιών οφείλουν να συνεισφέρουν στη χρηματοδότηση της καθολικής ταχυδρομικής υπηρεσίας ή/και των διοικητικών και λειτουργικών δαπανών του Επιτρόπου υποχρεούνται να εφαρμόζουν κατάλληλο λογιστικό διαχωρισμό ώστε να είναι ευχερής ο προσδιορισμός των οικονομικών στοιχείων των υπηρεσιών που υπάγονται σε υποχρέωση συνεισφοράς στη χρηματοδότηση της καθολικής ταχυδρομικής υπηρεσίας και των διοικητικών και λειτουργικών δαπανών του Επιτρόπου.

Προστασία Χρηστών Ταχυδρομικών Υπηρεσιών

130Α.-(1) Οι φορείς παροχής ταχυδρομικών υπηρεσιών οφείλουν να διαθέτουν διαφανείς, απλές και χαμηλού κόστους διαδικασίες για την αντιμετώπιση καταγγελιών των χρηστών που αφορούν ιδίως σε απώλειες, κλοπές, καταστροφές ταχυδρομικών αντικειμένων (συμπεριλαμβανομένων διαδικασιών προσδιορισμού ευθυνών, όταν παρεμβαίνουν περισσότεροι του ενός φορέων), με την επιφύλαξη τήρησης των σχετικών διεθνών διατάξεων και της κυπριακής νομοθεσίας για το καθεστώς αποζημιώσεων.

(2)  Ο Επίτροπος λαμβάνει μέτρα ώστε να εξασφαλίζεται ότι οι διαδικασίες του εδαφίου (1) δίνουν τη δυνατότητα να επιλύονται οι διαφορές δίκαια και ταχέως, προβλέποντας, όπου δικαιολογείται, την ύπαρξη συστήματος επιστροφής χρημάτων ή/και αποζημίωσης. Ο Επίτροπος ενθαρρύνει, επίσης, την ανάπτυξη ανεξάρτητων εξωδικαστικών διαδικασιών για την επίλυση διαφορών μεταξύ παροχέων και χρηστών.

(3)  Χωρίς να αίρεται η δυνατότητα δικαστικής επίλυσης των διαφορών, οι χρήστες ατομικά ή συλλογικά μπορούν να προσφεύγουν στον Επίτροπο για παράπονα που αφορούν παροχείς ταχυδρομικών υπηρεσιών και τα οποία εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των όρων αδειοδότησης τους από τον Επίτροπο.

(4)  Ο φορέας παροχής καθολικής ταχυδρομικής υπηρεσίας, καθώς και οι φορείς παροχής ταχυδρομικών υπηρεσιών στο πεδίο της καθολικής υπηρεσίας δημοσιεύουν, παράλληλα με την ετήσια έκθεση για την παρακολούθηση των επιδόσεών τους, πληροφορίες σχετικά με τον αριθμό των παραπόνων των χρηστών των υπηρεσιών τους που αντιμετώπισαν και τον τρόπο που τα χειρίστηκαν.

Δήλωση εγγραφής

131. Ο Επίτροπος θα καθορίζει δια διατάγματος διαδικασίες διά των οποίων πρόσωπα δύνανται να αδειοδοτηθούν για την παροχή ταχυδρομικών υπηρεσιών υπό τη μορφή γενικής εξουσιοδότησης. Πρόσωπο, το οποίο επιζητεί εγγραφή, οφείλει να προβεί σε δήλωση, διά της οποίας θα παρέχονται οι ακόλουθες πληροφορίες:

(α) πλήρη προσωπικά και/ή εταιρικά στοιχεία ταυτότητας,

(β) τα ονόματα των προσώπων που θα διαχειρίζονται τις προτεινόμενες ταχυδρομικές δραστηριότητες,

(γ) την υπηρεσία που θα παρέχεται, την γεωγραφική περιοχή που θα καλύπτεται και τα χαρακτηριστικά της υπηρεσίας που θα καλύπτεται,

(δ) την διαδικασία διακανονισμού διαφορών με πελάτες.

Τέλη άδειας

132.-(1) Ο Επίτροπος καθορίζει με διάταγμα τον τρόπο υπολογισμού των ετήσιων διοικητικών τελών τόσο για τις γενικές εξουσιοδοτήσεις όσο και για τις ειδικές άδειες.

(2) Τα τέλη άδειας καθορίζονται ώστε να καλύπτουν το διοικητικό κόστος που προκύπτει από την έκδοση, τη διαχείριση, τον έλεγχο και την εφαρμογή της σχετικής άδειας.

Επιτήρηση και διασφάλιση συμμόρφωσης

133.-(1) Ο Επίτροπος έχει το καθήκον και ευθύνη της επιτήρησης και διασφάλισης της συμμόρφωσης με τους όρους και τις προϋποθέσεις των αδειών.

(2) Σε περιπτώσεις στις οποίες ο Επίτροπος διαπιστώνει ότι υπάρχει ενδεχόμενο παράβασης όρου άδειας, πληροφορεί τον αδειούχο περί τούτου και θέτει σε εφαρμογή το περί Συλλογής Πληροφοριών και Επιβολής Διοικητικού Προστίμου Διάταγμα.

Ανάκληση και εκχώρηση αδειών

134. (1) Ο Επίτροπος δύναται να ανακαλεί άδειες σε περιπτώσεις:

(α) σοβαρών ή συστηματικών παραβιάσεων οποιασδήποτε άδειας ή των όρων της,

(β) παράλειψης καταβολής των καθορισμένων τελών αδειών, εντός τριών μηνών από την χορήγηση της άδειας,

(γ) παράλειψης καταβολής των καθορισμένων ετήσιων τελών αδειών εντός τριών μηνών από την ημερομηνία που αυτά καθίστανται πληρωτέα,

(δ) αφερεγγυότητας του αδειούχου.

(2) Οι άδειες είναι προσωποπαγείς και δεν υπόκεινται σε εκχώρηση ή παραχώρηση δικαιωμάτων χρήσης τους, εν όλων ή εν μέρει, χωρίς την προηγούμενη γραπτή συγκατάθεση του Επιτρόπου, ο οποίος και μπορεί να την αρνηθεί κατ΄ απόλυτη κρίση.

(3) Ο Επίτροπος διατηρεί μητρώο αδειών για παροχή ταχυδρομικών υπηρεσιών που είναι διαθέσιμο για δημόσια επιθεώρηση.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ III - ΕΜΠΙΣΤΕΥΤΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΠΟΙΟΤΗΤΑ ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ
Εμπιστευτικότητα

135.-(1) ∆εδομένα ή και πληροφορίες αναφορικά με την κυκλοφορία ταχυδρομείου φυσικών και νομικών προσώπων, καθώς και το περιεχόμενο των ταχυδρομικών αντικειμένων θα είναι απόρρητα

(2) Πρόσωπο, το οποίο παρέχει ταχυδρομικές υπηρεσίες ή βοηθά στην παροχή τέτοιων υπηρεσιών, θα υποχρεούται να τηρεί απόρρητα οποιαδήποτε δεδομένα ή/και πληροφορίες στην κατοχή του αναφορικά με τις ταχυδρομικές υπηρεσίες τις οποίες παρέχει, ή στην παροχή των οποίων βοηθά. Αυτή η υποχρέωση συνεχίζει και μετά από τον τερματισμό ή λήξη εργοδότησης σε ταχυδρομική υπηρεσία.

(3) Οι απαγορεύσεις, που τίθενται δια των εδαφίων (1) και (2), του παρόντος άρθρου, δεν ισχύουν σε περιπτώσεις, όπου -

(α) Δικαστήριο εκδίδει σχετικό διάταγμα,

(β) ο Επίτροπος απαιτεί πληροφορίες για την δέουσα ενάσκηση των ρυθμιστικών καθηκόντων και εξουσιών και αρμοδιοτήτων του,

(γ) η αναγνώριση του παραλήπτη ή του αποστολέα απαράδοτου ταχυδρομικού αντικειμένου δεν δύναται να επιτευχθεί με άλλο τρόπο,

(δ) καθίσταται επιβεβλημένο, προς αποτροπή οποιουδήποτε φυσικού κινδύνου σε πρόσωπα ή/και περιουσία.

Ποιότητα υπηρεσιών

136.-(1) Προκειμένου να ασκήσει τις αρμοδιότητές του δυνάμει του άρθρου 20(δ) του παρόντος Νόμου, ο Επίτροπος καθορίζει δια διαταγμάτων προδιαγραφές ποιότητας υπηρεσιών για τον παροχέα καθολικής ταχυδρομικής υπηρεσίας.

(2) Ο παροχέας καθολικής ταχυδρομικής υπηρεσίας υποχρεούται να παρέχει υπηρεσίες και να λειτουργεί, σύμφωνα με τις προδιαγραφές ποιότητας που καθορίζονται στα αναφερόμενα στο εδάφιο (1) διατάγματα.

(3) Για τους σκοπούς του εδαφίου (2), ο Επίτροπος-

(α) επιτηρεί τη λειτουργία και τις υπηρεσίες του παροχέα καθολικής   ταχυδρομικής υπηρεσίας για σκοπούς διακρίβωσης της συμμόρφωσής του, με τις αναφερόμενες στο εδάφιο (1), προδιαγραφές ποιότητας υπηρεσιών·

(β) διασφαλίζει, τουλάχιστον μία φορά ετησίως, τη διεξαγωγή ανεξάρτητου ελέγχου από εξωτερικούς οργανισμούς που δεν συνδέονται καθόλου με τους φορείς καθολικής υπηρεσίας προς το σκοπό διακρίβωσης της συμμόρφωσης του παροχέα καθολικής ταχυδρομικής υπηρεσίας με τις αναφερόμενες στο εδάφιο (1) προδιαγραφές ποιότητας, και

(γ) διασφαλίζει την ετοιμασία και δημοσίευση εκθέσεων τουλάχιστον μια φορά ετησίως για όσα έγιναν δυνάμει των παραγράφων (α) και (β), τα εξ αυτών συμπεράσματα και τη λήψη από τον παροχέα καθολικής ταχυδρομικής υπηρεσίας, των αναγκαίων διορθωτικών μέτρων.

(4) Όσον αφορά οποιονδήποτε άλλο φορέα παροχής ταχυδρομικών υπηρεσιών, πέραν του φορέα καθολικής ταχυδρομικής υπηρεσίας, ο Επίτροπος επιτηρεί τη λειτουργία και τις υπηρεσίες αυτού και δύναται να διεξάγει ανεξάρτητες έρευνες για σκοπούς διακρίβωσης της συμμόρφωσής του με τις αναφερόμενες στο παρόν άρθρο προδιαγραφές ποιότητας υπηρεσιών, καθώς και να ετοιμάζει και να δημοσιεύει σχετικές εκθέσεις για ό,τι έγινε, περιέχουσες τα συμπεράσματα αυτού και τη λήψη των αναγκαίων, από μέρους του παροχέα διορθωτικών μέτρων.

(5) Οι προδιαγραφές ποιότητας που αναφέρονται στο εδάφιο (1) και σχετίζονται με την παροχή ταχυδρομικών υπηρεσιών εσωτερικού καθορίζονται με διάταγμα που εκδίδεται από τον Επίτροπο. Ο Επίτροπος, όταν ο εξαιρετικός χαρακτήρας της υποδομής ή των γεωγραφικών συνθηκών το επιβάλει, μπορεί να θεσπίσει εξαιρέσεις από τις ποιοτικές προδιαγραφές του διασυνοριακού ταχυδρομείου.

(6) Ο Επίτροπος γνωστοποιεί τις αναφερόμενες στο εδάφιο (1) προδιαγραφές ποιότητας και εξαιρέσεις στο εδάφιο (5) στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV - ΤΕΧΝΙΚΑ ΠΡΟΤΥΠΑ, ΠΡΟΣΒΑΣΗ ΣΕ ΑΚΙΝΗΤΗ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑ, ΣΥΜΒΟΥΛΕΥΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ, ΕΥΘΥΝΗ, ΓΡΑΜΜΑΤΟΣΗΜΑ ΚΑΙ ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Τεχνικά Πρότυπα

137. Ο παροχέας καθολικής ταχυδρομικής υπηρεσίας για το συμφέρον των χρηστών και για σκοπούς παροχής πληροφοριών οι οποίες αναφέρονται στο Άρθρο 120(3), θα προσφεύγει όπου καθίσταται αναγκαίο, σε τεχνικά πρότυπα συνταχθέντα από την Ευρωπαϊκή Κοινότητα για τυποποίηση και δημοσιευμένα στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.

Πρόσβαση σε ακίνητη ιδιοκτησία

138.-(1) Ο παροχέας καθολικής ταχυδρομικής υπηρεσίας δύναται να αποκτά οποιαδήποτε ακίνητη ιδιοκτησία για τους σκοπούς οποιασδήποτε από τις δραστηριότητές του βάσει του παρόντος Νόμου, και σε περίπτωση ιδιοκτησίας που δεν καθίσταται δυνατό να αποκτηθεί συμβατικά, αυτή δύναται να αποκτηθεί δυνάμει των διατάξεων του εκάστοτε σε ισχύ νόμου περί αναγκαστικής απαλλοτρίωσης ιδιοκτησίας .

(2) Ο παροχέας καθολικής ταχυδρομικής υπηρεσίας ή/και οποιοδήποτε πρόσωπο δεόντως εξουσιοδοτημένο εγγράφως από αυτόν, μπορεί κατά πάντα εύλογο χρόνο, να εισέρχεται σε οποιαδήποτε γη και, υπό τον όρο προηγούμενης εικοσιτετράωρης γραπτής ειδοποίησης στον κάτοχο, να εισέρχεται σε οποιαδήποτε κτίρια και εκεί να προβαίνει σε πράξεις ή έργα τα οποία είναι ευλόγως αναγκαία για σκοπούς της επιθεώρησης, εξέτασης ή έρευνας, προκαταρκτικώς ή συναφώς με την άσκηση οποιασδήποτε λειτουργίας που δυνάμει του παρόντος Νόμου αποτελεί λειτουργία του παροχέα καθολικής ταχυδρομικής υπηρεσίας.

(3) Ο παροχέας καθολικής ταχυδρομικής υπηρεσίας θα καταβάλλει αποζημίωση σύμφωνα με τις διατάξεις του Άρθρου 89(11) για οποιαδήποτε προσωπική βλάβη ή ζημιά προκληθείσα από την είσοδο ή από την διενέργεια των προαναφερόμενων πράξεων ή έργων σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου (2).

(4) Για σκοπούς εκτέλεσης οποιασδήποτε εργασίας σε σχέση με οποιοδήποτε ταχυδρομικό δίκτυο, ο παροχέας καθολικής ταχυδρομικής υπηρεσίας ή/και πρόσωπο δεόντως εξουσιοδοτημένο εγγράφως προς τούτο από αυτόν, δύναται, κατόπιν εύλογης ειδοποίησης στις αρμόδιες τοπικές ή άλλες αρχές, να διανοίξει και να ανασκάψει οποιοδήποτε δρόμο και να τοποθετήσει οποιοδήποτε ταχυδρομικό γραμματοκιβώτιο, σε δρόμο, δεδομένου ότι συμμορφούται με τις απαιτήσεις οποιουδήποτε σχεδίου πυκνότητας για οποιαδήποτε σημεία πρόσβασης, το οποίο έχει συμφωνηθεί με τον Επίτροπο.

(5) ∆ρόμος που διανοίγεται ή/και ανασκάπτεται σύμφωνα με το εδάφιο (4), επαναφέρεται με εύλογη ταχύτητα στην προτέρα αυτού κατάσταση με έξοδα και δαπάνες του παροχέα, ο οποίος απομακρύνει με εύλογη ταχύτητα όλα τα απορρίμματα που έχουν προκύψει από την εκσκαφή ή/και διάνοιξη του δρόμου.

(6) Ταχυδρομικό γραμματοκιβώτιο τοποθετείται ή κατασκευάζεται επί οποιουδήποτε δρόμου κατά τρόπο που δεν διακόπτει, παρακωλύει, ή παρεμβαίνει με τη διέλευση στο δρόμο.

Απαγορεύσεις σε πρόσωπα

139.-(1) Το δικαίωμα τοποθέτησης ή κατασκευής οποιουδήποτε ταχυδρομικού γραμματοκιβωτίου το έχουν μόνο οι φορείς παροχής ταχυδρομικών υπηρεσιών.

(2) Ουδείς τοποθετεί ή/και μεταφέρει κύριους αγωγούς, σωλήνες, αγωγούς ή/και καλώδια μέσα, κατά μήκος, δια μέσου, κατά πλάτος, πάνω ή/και κάτω από οποιοδήποτε δρόμο ή/και μέρος κατά τρόπο ο οποίος πιθανό να παρέμβει ή να προκαλέσει ζημιά σε οποιοδήποτε δημόσιο ταχυδρομικό γραμματοκιβώτιο.

(3) Πρόσωπο το οποίο μετακινεί, καταστρέφει ή/και προκαλεί ζημιά είτε εσκεμμένως ή άλλως πως σε οποιοδήποτε ταχυδρομικό γραμματοκιβώτιο, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και ευθύνεται στην καταβολή πλήρους αποζημίωσης για την προκληθείσα ζημιά, η οποία ανακτάται με πολιτική αγωγή στο αρμόδιο ∆ικαστήριο.

(4) Με την επιφύλαξη των διατάξεων του εδαφίου (3), το ∆ικαστήριο ενώπιον του οποίου πρόσωπο κατηγορείται για αδίκημα σύμφωνα με το εδάφιο (3), δύναται να υπολογίσει την αποζημίωση, που είναι καταβλητέα δυνάμει αυτής, και να εκδώσει διάταγμα για την καταβολή της. Τέτοιο διάταγμα εκτελείται ως να ήταν απόφαση σε αστική αγωγή.

Συμβουλευτική Επιτροπή Ταχυδρομικών Υπηρεσίων

140.-(1) Ο Επίτροπος δύναται να διορίζει πενταμελή Συμβουλευτική Επιτροπή Ταχυδρομικών Υπηρεσιών, η οποία θα-

(α) του παρέχει πληροφορίες και θα τον συμβουλεύει γενικά σε θέματα ταχυδρομικών υπηρεσιών,

(β) θα ενεργεί ως εκπρόσωπος των ταχυδρομικών χρηστών, και θα διαβιβάζει τις απόψεις αυτών, και

(γ) θα προβαίνει σε συστάσεις προς τον Υπουργό και/ ή τον Επίτροπο.

(2) Η Συμβουλευτική Επιτροπή θα συνέρχεται τουλάχιστον μια φορά κάθε τρίμηνο και στην έκταση που είναι δυνατό, θα ενημερώνεται επί θεμάτων ταχυδρομικών υπηρεσιών και επί των απόψεων των χρηστών των εν λόγω υπηρεσιών.

(3) Ο Επίτροπος θα διασφαλίζει ότι τα μέλη της Συμβουλευτικής Επιτροπής προέρχονται από ευρύ αντιπροσωπευτικό δείγμα της Κυπριακής κοινωνίας. Ο Επίτροπος ορίζει μεταξύ των μελών της Επιτροπής, τον Πρόεδρο αυτής.

(4) Ο Επίτροπος θα μεριμνά ώστε ένα μέλος του προσωπικού του Γραφείου του παρέχει γραμματειακές υπηρεσίες στην αναφερόμενη πιο πάνω Επιτροπή.

(5) Τα μέλη της Επιτροπής θα αποζημιώνονται για τα εύλογα έξοδά τους.

Ευθύνη παροχέων ταχυδρομικού δικτύου/ ταχυδρομικών υπηρεσιών

141.-(1) ∆εν άρχεται οποιαδήποτε δικαστική διαδικασία σε σχέση με αστικό αδίκημα ή σύμβαση, εναντίον φορέα παροχής παροχέα ταχυδρομικών υπηρεσιών, αν η βάση της αγωγής σχετίζεται με την περισυλλογή, διαλογή, μεταφορά και διανομή ταχυδρομικών αντικειμένων, εκτός των περιπτώσεων που ορίζονται στο εδάφιο (2).

(2) Σε περιπτώσεις στις οποίες, εξουσιοδοτημένος φορέας παροχής ταχυδρομικών υπηρεσιών προσφέρει συστημένη ή/και ασφαλισμένη ταχυδρομική υπηρεσία, η νομική του ευθύνη διέπεται από τους όρους και προϋποθέσεις της συμβάσεως μεταξύ αυτού και του χρήστη, και ο εν λόγω παροχέας οφείλει να καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια για ενημέρωση των χρηστών ως προς τους εν λόγω όρους και προϋποθέσεις.

(3) Η έκταση της ευθύνης του φορέα παροχής ταχυδρομικών υπηρεσιών για ζητήματα που εγείρονται βάσει του εδαφίου (2), πιο πάνω, θα περιορίζεται σε απώλεια που προκαλείται απευθείας από τη σχετική παραβίαση της σύμβασης ή/και παράνομη ενέργεια. Ο χρήστης δεν δικαιούται να εγείρει θέμα παρεπόμενης απώλειας ενώπιον οποιουδήποτε ∆ικαστηρίου στην Κύπρο.

Έκδοση γραμματοσήμων

142.-(1) Ο Υπουργός εγκρίνει την έκδοση γραμματοσήμων από τον παροχέα καθολικής ταχυδρομικής υπηρεσίας και κηρύσσει άκυρα οποιαδήποτε άλλα γραμματόσημα τα οποία φέρουν επιγραφή ή κάνουν αναφορά στη λέξη «Κύπρος».

(2) Ο Υπουργός εγκρίνει την χρήση γραμματοσήμων για παροχή των ταχυδρομικών υπηρεσιών του παροχέα καθολικής ταχυδρομικής υπηρεσίας.

(3) Ο Υπουργός αναθέτει κατ’ αποκλειστικότητα στον φορέα παροχής καθολικής υπηρεσίας τη φιλοτελική δραστηριότητα, η οποία είναι συναφής με την έκδοση γραμματοσήμων.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ V - ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Πλαστά γραμματόσημα, απλήρωτα ταχυδρομικά αντικείμενα, εφημερίδες και δέματα

143.-(1) Σε περίπτωση που ταχυδρομικό αντικείμενο το οποίο αποστέλλεται στην Κύπρο από το εξωτερικό, φέρει πλαστό γραμματόσημο ή/και φέρεται ως προπληρωθέν με γραμματόσημο, το οποίο έχει χρησιμοποιηθεί προηγουμένως, τότε οποιοσδήποτε υπάλληλος παροχέα ταχυδρομικών υπηρεσιών δικαιούται να το ανοίξει, στην παρουσία του παραλήπτη, με σκοπό την ανακάλυψη του ονόματος και της διεύθυνσης του αποστολέα και δικαιούται, είτε να το κρατήσει ή να το παραδώσει στον αποστολέα ή να το χειριστεί ή διαθέσει με οποιοδήποτε άλλο τρόπο ως ήθελε εξουσιοδοτηθεί από τον Επίτροπο.

(2) Παροχέας ταχυδρομικών υπηρεσιών δικαιούται να ανοίξει όλα τα ταχυδρομικά αντικείμενα, που ταχυδρομήθηκαν στην Κύπρο και παραμένουν αζήτητα ή απαράδοτα για περίοδο τριών μηνών, ή που έχουν επιστραφεί στην Κύπρο από οποιαδήποτε άλλη χώρα ως μη ζητηθέντα, με σκοπό την επιστροφή τους στους αποστολείς και σε περίπτωση που το πρόσωπο το οποίο έχει αποστείλει τέτοιο αντικείμενο είναι άγνωστο ή έχει αποβιώσει, ή η υπογραφή του είναι δυσανάγνωστη ή αυτό έχει εγκαταλείψει την Κύπρο ή δεν έχει ζητήσει το ταχυδρομικό αντικείμενο εντός δώδεκα μηνών το ανοιχθέν ταχυδρομικό αντικείμενο δύναται να καταστραφεί.

(3) Σε περίπτωση κατά την οποία ταχυδρομικό αντικείμενο που απευθύνεται σε ξένη χώρα στην οποία η προπληρωμή είναι αναγκαία, έχει ταχυδρομηθεί με ανεπαρκή γραμματόσημα, ο παροχέας ταχυδρομικής υπηρεσίας δύναται να το ανοίξει και να το επιστρέψει στον αποστολέα.

(4)(α) Ταχυδρομικό τέλος που δεν έχει προπληρωθεί, για ταχυδρομικό αντικείμενο το οποίο επιστρέφεται ως αζήτητο από οποιαδήποτε άλλη χώρα, ή το οποίο δεν είναι αποδεκτό επί τω ότι απευθύνεται σε πρόσωπο που έχει αποβιώσει ή που δεν δύναται να ανευρεθεί ή που έχει εγκαταλείψει την Κύπρο, καταβάλλεται από το πρόσωπο που έγραψε την επιστολή ή από τον αποστολέα του αντικειμένου ανάλογα με την περίπτωση, και ο παροχέας ταχυδρομικών υπηρεσιών δύναται να ανοίξει τέτοια ταχυδρομικά αντικείμενα καθ΄ οιονδήποτε χρόνο, με σκοπό την εξακρίβωση του προσώπου που έχει γράψει την επιστολή ή που έχει αποστείλει το αντικείμενο, ανάλογα με την περίπτωση.

(β) Ταχυδρομικά αντικείμενα υποκείμενα σε ταχυδρομικά τέλη, τα οποία δεν έχουν πληρωθεί ή έχουν προπληρωθεί ανεπαρκώς και τα οποία για οποιοδήποτε λόγο παραμένουν αζήτητα ή απαράδοτα για περίοδο δώδεκα μηνών δύνανται να πωληθούν με δημοπρασία, οπότε το προϊόν της πωλήσεως κατατίθεται στο πάγιο ταμείο της Κύπρου.

Εξέταση ταχυδρομικών δεμάτων και δήλωση του περιεχομένου

144. Εξαιρουμένων αντικειμένων αλληλογραφίας, οποιοδήποτε ταχυδρομικό αντικείμενο, το οποίο φέρει τελωνειακή δήλωση και αποστέλλεται στην Κύπρο από το εξωτερικό, δύναται να ανοιχτεί από υπαλλήλους των παροχέων ταχυδρομικών υπηρεσιών παρουσία Τελωνειακού Λειτουργού, ο οποίος καθορίζει ανάλογα το ποσό των τελωνειακών δασμών που θα του επιβληθούν.

Κατάσχεση

145. Ταχυδρομικά αντικείμενα, στα οποία εξευρίσκεται οτιδήποτε του οποίου η αποστολή ταχυδρομικώς είναι απαγορευμένη διά του παρόντος Νόμου ή/και οποιουδήποτε άλλου εκάστοτε σε ισχύ νόμου ή/και διαταγμάτων, ως και ταχυδρομικά αντικείμενα για το περιεχόμενο των οποίων έγινε σκόπιμα αναληθής δήλωση από τον αποστολέα, δύναται να κατασχεθούν ως υποκείμενα σε δήμευση μαζί με όλο το περιεχόμενο αυτών, δυνάμει και σύμφωνα με την εκάστοτε σε ισχύ τελωνειακή νομοθεσία.

Τελωνειακοί δασμοί και φόροι

146.-(1) Στην περίπτωση κατά την οποία, ταχυδρομικό αντικείμενο, που αποστέλλεται στην Κύπρο από το εξωτερικό, περιλαμβάνει εμπορεύματα, για τα οποία καθορίζονται οι δασμοί ή και φόροι κατ’ αξία, ο αρμόδιος Τελωνειακός Λειτουργός δύναται, εάν έχει λόγο να πιστεύει ότι η δηλωμένη αξία είναι ανεπαρκής, να εκτιμήσει την αξία για σκοπούς τελωνειακών δασμών ή/και φόρων σε τέτοιο ποσό, ως ο ίδιος θεωρεί κατάλληλο. Σε τέτοια περίπτωση ο εισαγωγέας, οφείλει εντός δέκα ημερών από την ημερομηνία επίδοσης ή ταχυδρόμησης στην διεύθυνση αυτού της εν λόγω εκτίμησης, να παρουσιασθεί στον αρμόδιο Τελωνειακό Λειτουργό, και να καταβάλει τους τελωνειακούς δασμούς ή/ και φόρους επί της αξίας που εκτιμήθηκε από τον Τελωνειακό Λειτουργό.

(2) Σε περίπτωση που εισαγωγέας ή δεόντως εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος αυτού, δεν καταβάλλει στον αρμόδιο Τελωνειακό Λειτουργό εντός της προθεσμίας των δέκα ημερών, τους τελωνειακούς δασμούς ή/ και φόρους επί της αξίας που εκτιμήθηκε από τον Τελωνειακό Λειτουργό σύμφωνα με τα οριζόμενα στο εδάφιο (1), το ταχυδρομικό αντικείμενο, θα τύχει χειρισμού ως να ήταν απαράδοτο.

Κατακράτηση ταχυδρομικών αντικειμένων

147.-(1) Σε περίπτωση που παροχέας ταχυδρομικών υπηρεσιών έχει λόγο να πιστεύει ότι οποιοδήποτε ταχυδρομικό αντικείμενο το οποίο δεν φέρει τελωνειακή δήλωση, εξαιρουμένων των αντικειμένων αλληλογραφίας, περιέχει οποιαδήποτε εμπορεύματα -

(α) σε σχέση με τα οποία έχει διαπραχθεί ποινικό αδίκημα ή διαπράττεται ποινικό αδίκημα ή γίνεται απόπειρα διαπράξεως αδικήματος,

(β) τα οποία υπόκεινται σε πληρωμή οποιονδήποτε τελωνειακών δασμών ή/ και φόρων, ή/και

(γ) σε σχέση με τα οποία υπάρχει, δυνάμει οποιουδήποτε εκάστοτε σε ισχύ νόμου ή/και διαταγμάτων ή/και δυνάμει οποιασδήποτε διεθνούς συνθήκης, συμβάσεως ή συμφωνίας, που δεσμεύει την Κύπρο, οποιαδήποτε απαγόρευση ή περιορισμός, είτε σε σχέση με την εισαγωγή τους ή/και τη μεταφορά τους μέσω ταχυδρομείου, ή/και άλλως πως,

τότε ο ανωτέρω παροχέας οφείλει να κατακρατήσει το ταχυδρομικό αντικείμενο στο πλησιέστερο προς την διεύθυνση του παραλήπτη ταχυδρομείο, και να απαιτήσει με γραπτή ειδοποίηση την προσέλευση στο εν λόγω ταχυδρομείο σε καθορισμένο χρόνο, του παραλήπτη ή άλλου δεόντως εξουσιοδοτημένου αντιπροσώπου του για το άνοιγμα του εν λόγω ταχυδρομικού αντικειμένου στην παρουσία του.

(2) Ταχυδρομικό αντικείμενο που αναφέρεται στο εδάφιο (1) του παρόντος Άρθρου, θα ανοίγεται στον αναφερόμενο στην εν λόγω παράγραφο τόπο και χρόνο, παρουσία λειτουργού του παροχέα ταχυδρομικών υπηρεσιών και τελωνειακού λειτουργού, από τον παραλήπτη ή το δεόντως εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπο αυτού, ή σε περίπτωση που ο παραλήπτης ή ο αντιπρόσωπος αυτού δεν παρουσιάζεται ή αρνείται να ανοίξει το σχετικό ταχυδρομικό αντικείμενο, αυτό ανοίγεται από τους εν λόγω λειτουργούς και επίσης από μέλος της αστυνομίας, καθ΄ όσον αφορά τις περιπτώσεις του εδαφίου (1)(α) και (γ).

(3) Σε περίπτωση όπου ταχυδρομικό αντικείμενο εξευρίσκεται να περιέχει οτιδήποτε -

(α) η εισαγωγή του οποίου απαγορεύεται ή/και περιορίζεται ή/και του οποίου η μεταφορά μέσω ταχυδρομείου απαγορεύεται δυνάμει οποιουδήποτε εκάστοτε σε ισχύ νόμου ή/και διαταγμάτων ή/και δυνάμει οποιασδήποτε διεθνούς συνθήκης, συμβάσεως ή συμφωνίας που δεσμεύει την Κύπρο, τότε το ταχυδρομικό αντικείμενο υπόκειται σε δήμευση δυνάμει και σύμφωνα με την εκάστοτε σε ισχύ τελωνειακή νομοθεσία,

(β) το οποίο υπόκειται σε πληρωμή οποιωνδήποτε τελωνειακών δασμών ή /και φόρων, τότε το ταχυδρομικό αντικείμενο κατακρατείται στο ταχυδρομείο, μέχρις ότου οι εν λόγω δασμοί καταβληθούν,

(γ) σε σχέση, με το οποίο έχει διαπραχθεί ποινικό αδίκημα ή διαπράττεται ποινικό αδίκημα ή γίνεται απόπειρα διαπράξεως ποινικού αδικήματος, ή σε σχέση με το οποίο υπάρχει οποιαδήποτε απαγόρευση ή περιορισμός, άλλος από τους αναφερόμενους στην παράγραφο (α) αμέσως πιο πάνω, τότε το ταχυδρομικό αντικείμενο κατακρατείται για το σκοπό οποιωνδήποτε περαιτέρω διαδικασιών δυνάμει του παρόντος Νόμου ή/και οποιουδήποτε άλλου εκάστοτε σε ισχύ νόμου ή/και διαταγμάτων.

Τελωνειακή δήλωση περιγραφής ταχυδρομικού δέματος

148.-(1) Ο αποστολέας οποιουδήποτε ταχυδρομικού αντικειμένου, εξαιρουμένων αντικειμένων αλληλογραφίας για μεταφορά μέσω ταχυδρομείου από την Κύπρο θα συμπληρώνει προ της ταχυδρόμησης αυτού, τελωνειακή δήλωση, παρέχοντας ακριβή περιγραφή του περιεχομένου του, της αξίας του και της διευθύνσεως του προσώπου στο οποίο θα αποσταλεί

(2) Σε περίπτωση που ο παροχέας ταχυδρομικών υπηρεσιών έχει λόγο να υποψιάζεται ότι οποιαδήποτε δήλωση που αναφέρεται στο εδάφιο (1), του παρόντος Άρθρου, σχετικά με το περιεχόμενο ή/και την αξία οποιουδήποτε ταχυδρομικού αντικειμένου είναι ανακριβής, δικαιούται να το ανοίξει και σε περίπτωση που εξακριβώνεται ότι η εν λόγω δήλωση είναι όντως ανακριβής, τότε το δέμα και το περιεχόμενο αυτού υπόκεινται σε δήμευση δυνάμει και σύμφωνα με την εκάστοτε σε ισχύ τελωνειακή νομοθεσία.

(3) Σε περίπτωση που εξακριβώνεται ότι ταχυδρομικό δέμα περιέχει οποιοδήποτε άλλο ταχυδρομικό αντικείμενο, το οποίο προορίζεται για παράδοση σε πρόσωπο άλλο από τον παραλήπτη του δέματος, τότε το ταχυδρομικό αντικείμενο, δύναται να σταλεί ταχυδρομικώς στο πρόσωπο στο οποίο απευθύνεται, και να επιβαρυνθεί με ταχυδρομικό τέλος ίσο με το τέλος που δεν πληρώθηκε και το οποίο θα ήτο κανονικά πληρωτέο αν το αντικείμενο εταχυδρομείτο δεόντως από τον τόπο στον οποίο ταχυδρομήθηκε το δέμα.

(4) Σε περίπτωση που ταχυδρομικό αντικείμενο προκαλεί ενόχληση ή είναι επιβλαβές για οποιοδήποτε υπάλληλο παροχέα ταχυδρομικών υπηρεσιών ή/και για άλλο πρόσωπο, ή/και αν αυτό δυνατόν να προκαλέσει καταστροφή ή ζημία σε άλλα ταχυδρομικά αντικείμενα, τότε δύναται να καταστραφεί, εάν αυτό είναι εύλογο να γίνει, ή να τοποθετηθεί σε ασφαλές μέρος. Στην τελευταία περίπτωση ο παραλήπτης, πληροφορείται περί τούτου όπου αυτό είναι δυνατόν, και καλείται να παραλάβει το αντικείμενο. Εάν ο παραλήπτης δεν παρουσιαστεί, το αντικείμενο ανοίγεται και, εάν καταστεί γνωστή με αυτό τον τρόπο η ταυτότητα του αποστολέα, καλείται ο τελευταίος να το παραλάβει. Εάν ούτε ο παραλήπτης ούτε ο αποστολέας παρουσιαστούν, το ταχυδρομικό αντικείμενο καταστρέφεται.

ΜΕΡΟΣ 17 ΑΔΙΚΗΜΑΤΑ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΙΣ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΕΣ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΕΣ ΚΑΙ ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ I - ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΕΣ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΕΣ
Παροχή δικτύου ή/και υπηρεσιών χωρίς άδεια και άλλα αδικήματα

149.-(1) Πρόσωπο που δημιουργεί, ιδρύει ή/και παρέχει δίκτυο ηλεκτρονικών επικοινωνιών ή/και υπηρεσία άνευ γενικής εξουσιοδότησης σύμφωνα με το Μέρος 8 του παρόντος Νόμου ή/και που δημιουργεί, ιδρύει ή/και παρέχει τέτοιο δίκτυο ή/και υπηρεσία άλλως από τα όσα ορίζονται δυνάμει και σύμφωνα με τον παρόντα Νόμο ή με οποιοδήποτε άλλο εκάστοτε σε ισχύ νόμο ή γενική εξουσιοδότηση δυνάμει αυτού, ή δυνάμει και σύμφωνα με ατομικό δικαίωμα χρήσης που χορηγείται από τον Επίτροπο δυνάμει του παρόντος Νόμου, ή/και με κανονισμούς ή/και διατάγματα που εκδίδονται από τον Επίτροπο δυνάμει του παρόντος Νόμου ή/και κανονισμών ή/και διαταγμάτων, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος, και υπόκειται σε περίπτωση καταδίκης του, σε ποινή φυλάκισης, που δεν υπερβαίνει τους έξι μήνες, ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις πέντε χιλιάδες ευρώ(€5.000), ή και στις δύο αυτές ποινές.

(2) Πρόσωπο, που διατάσσεται από τον Επίτροπο δυνάμει του 'Αρθρου 27 (1)(β) να παράσχει οποιαδήποτε πληροφορία και παραλείπει να το πράξει εντός δεκαπέντε ημερών από την ημερομηνία της διαταγής, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος, και υπόκειται σε περίπτωση καταδίκης του σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τους έξι μήνες, ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις τρεις χιλιάδες τετρακόσια ευρώ (€3.400), ή και στις δύο αυτές ποινές.

(3) Πρόσωπο, που δολίως, εξασφαλίζει υπηρεσία που παρέχεται από αδειοδοτημένο δίκτυο ηλεκτρονικών επικοινωνιών, με πρόθεση να αποφύγει την πληρωμή οποιουδήποτε τέλους ή/και χρέωσης που υφίσταται για την παροχή της εν λόγω υπηρεσίας, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε περίπτωση καταδίκης του, σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τους έξι μήνες ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις τρεις χιλιάδες τετρακόσια ευρώ (€3.400), ή και στις δύο αυτές ποινές.

(4) Πρόσωπο που έχει λόγο για να πιστεύει, ή γνωρίζει ότι, οποιοδήποτε δίκτυο ηλεκτρονικών επικοινωνιών ή/και υπηρεσία ηλεκτρονικών επικοινωνιών έχει ιδρυθεί, υφίσταται ή/και λειτουργεί κατά παράβαση του παρόντος Νόμου, ή/και κανονισμών, και μεταδίδει ή/και λαμβάνει οποιοδήποτε μήνυμα χρησιμοποιώντας το εν λόγω δίκτυο ή/και υπηρεσία, ή/και εκτελεί οποιαδήποτε υπηρεσία που είναι συναφής με την ίδρυση, ύπαρξη, λειτουργία ή/και παροχή του εν λόγω δικτύου ή/και υπηρεσίας ηλεκτρονικών επικοινωνιών, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε περίπτωση καταδίκης του, σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τους έξι μήνες ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τα χίλια επτακόσια ευρώ (€1.700), ή και στις δύο αυτές ποινές.

(5) Πρόσωπο που ενεργεί με οποιοδήποτε από τους πιο κάτω τρόπους σε σχέση με δίκτυο ηλεκτρονικών επικοινωνιών, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε περίπτωση καταδίκης του, σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τους έξι μήνες ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τα οκτακόσια πενήντα ευρώ (€850), ή και στις δύο αυτές ποινές:

(α) συμμετέχει στην διαχείριση, χρηματοδότηση, λειτουργία ή/και λειτουργεί επί καθημερινής βάσης δίκτυο ηλεκτρονικών επικοινωνιών, γνωρίζοντας ή έχοντας λόγο για να πιστεύει ότι, το εν λόγω δίκτυο ή/και οι υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών που παρέχονται με τη χρήση αυτού, δεν είναι, ενώ θα έπρεπε να ήτο, αδειοδοτημένα σύμφωνα με το Μέρος 8 του παρόντος Νόμου,

(β) προμηθεύει, εγκαθιστά, επιδιορθώνει, ή/και συντηρεί, οποιοδήποτε δίκτυο ηλεκτρονικών επικοινωνιών, ή/και εξοπλισμό ηλεκτρονικών επικοινωνιών, ή/και οποιοδήποτε άλλο αντικείμενο, γνωρίζοντας ή έχοντας λόγο για να πιστεύει ότι το δίκτυο ηλεκτρονικών επικοινωνιών, ή/και ο εξοπλισμός ηλεκτρονικών επικοινωνιών, ή/και άλλο αντικείμενο ανάλογα με την περίπτωση, χρησιμοποιείται ή πρόκειται να χρησιμοποιηθεί, για σκοπούς διευκόλυνσης της λειτουργίας ή/και επί καθημερινής βάσης λειτουργίας μη αδειοδοτημένου δικτύου ηλεκτρονικών επικοινωνιών ή/και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, που θα έπρεπε να ήτο αδειοδοτημένα σύμφωνα με το Μέρος 8 του παρόντος Νόμου,

(γ) παρέχει οποιαδήποτε υπηρεσία σε οποιοδήποτε πρόσωπο, γνωρίζοντας, ή έχοντας λόγο για να πιστεύει, ότι η παροχή της εν λόγω υπηρεσίας στο εν λόγω πρόσωπο διευκολύνει τη λειτουργία ή/και την επί καθημερινής βάσης λειτουργία μη αδειοδοτημένου δικτύου ηλεκτρονικών επικοινωνιών, ή/και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, που θα έπρεπε να ήτο αδειοδοτημένα σύμφωνα με το Μέρος 8 του παρόντος Νόμου.

(6) Πρόσωπο το οποίο-

(α) αποστέλλει δια δημόσιου δικτύου επικοινωνιών, μήνυμα ή οτιδήποτε άλλο, το οποίο είναι κατάφωρα προσβλητικό ή/και άσεμνου ή αισχρού ή απειλητικού χαρακτήρα, ή

(β) αποστέλλει δια δημόσιου δικτύου επικοινωνιών, με σκοπό την πρόκληση ενόχλησης, παρενόχλησης ή/και άσκοπης ανησυχίας σε άλλο πρόσωπο, μήνυμα, το οποίο γνωρίζει ότι είναι ψευδές ή/και χρησιμοποιεί επίμονα για τον πιο πάνω σκοπό δημόσιο δίκτυο επικοινωνιών,

είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε περίπτωση καταδίκης του, σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τα χίλια επτακόσια ευρώ (€1.700).

(7) Πρόσωπο, που χρησιμοποιεί οποιαδήποτε συσκευή, είτε αυτή είναι συσκευή ραδιοεπικοινωνιών είτε όχι, για σκοπούς παρεμβολής σε οποιαδήποτε άλλη συσκευή, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος, και υπόκειται σε περίπτωση καταδίκης του, σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τους τρεις μήνες ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τα οκτακόσια πενήντα ευρώ (€850), ή και στις δύο αυτές ποινές.

(8) Πρόσωπο που είναι αδειοδοτημένη επιχείρηση, ή εργοδοτούμενο από αδειοδοτημένη επιχείρηση, ή που απασχολείται υπό οποιαδήποτε ιδιότητα από οποιαδήποτε αδειοδοτημένη επιχείρηση, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε περίπτωση καταδίκης του, σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τους έξι μήνες ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τα χίλια επτακόσια ευρώ (€1.700), ή και στις δύο αυτές ποινές αν κατά παράβαση του καθήκοντος αυτού,

(α) παρεμποδίζει ή/και παρακωλύει την αποστολή, μεταφορά ή/και παράδοση οποιουδήποτε μηνύματος σύμφωνα με το Άρθρο 98 του παρόντος Νόμου,

(β) εσκεμμένα τροποποιεί ή/και παρεμβαίνει στο περιεχόμενο οποιουδήποτε μηνύματος σύμφωνα με το Άρθρο 99 του παρόντος Νόμου, ή/και

(γ) εσκεμμένα αναχαιτίζει οποιοδήποτε μήνυμα ή/και εσκεμμένα αποκαλύπτει ή/και χρησιμοποιεί το περιεχόμενο οποιουδήποτε μηνύματος, ή οποιασδήποτε πληροφορίας ή/και εγγράφου που σχετίζεται με το περιεχόμενο οποιουδήποτε μηνύματος, ή/και με ζητήματα δημοσίας φύσης ή/και τα προσωπικά στοιχεία οποιουδήποτε προσώπου σύμφωνα με το Άρθρο 99 του παρόντος Νόμου.

(9) (α) Πρόσωπο που εγκαθιστά ή εμπορεύεται στην Κυπριακή αγορά οιονδήποτε τηλεπικοινωνιακό τερματικό εξοπλισμό για το σκοπό για τον οποίο έχει σχεδιασθεί, εκτός εάν ο τερματικός εξοπλισμός συμμορφώνεται με τους όρους, τις προϋποθέσεις και τις προδιαγραφές που ορίζονται στο Άρθρο 78, σύμφωνα με το Άρθρο 77, διαπράττει ποινικό αδίκημα.

(β) Σε πρόσωπο που καταδικάζεται για διάπραξη ποινικού αδικήματος σύμφωνα με την παράγραφο (2), δύναται να επιβληθεί φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τους έξι μήνες ή πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις πέντε χιλιάδες ευρώ (€5.000) ή αμφότερα.

(10) Πρόσωπο που αφαιρεί, καταστρέφει και/ή προκαλεί βλάβη είτε με δόλο είτε άλλως, σε οποιοδήποτε τηλεπικοινωνιακό δίκτυο και/ή εγκαταστάσεις και/ή εξοπλισμό διαπράττει ποινικό αδίκημα σύμφωνα με το Άρθρο 95 του παρόντος Νόμου.

(11) Πρόσωπο το οποίο χωρίς εύλογη αιτία παραλείπει να συμμορφωθεί με τους όρους Διατάγματος ή Απόφασης που εκδίδεται από τον Επίτροπο δυνάμει του παρόντος Νόμου είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται, σε περίπτωση καταδίκης του, σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τους 6 μήνες ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τα οκτακόσια πενήντα ευρώ (€850) ή καις τις δύο αυτές ποινές σύμφωνα με το Άρθρο 29 του παρόντος Νόμου.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ II - ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ
Παροχή δικτύου ή/και υπηρεσιών χωρίς άδεια και άλλα αδικήματα

150.-(1) Πρόσωπο που ιδρύει, λειτουργεί ή/και παρέχει ταχυδρομικό δίκυτο ή/και ταχυδρομικές υπηρεσίες άνευ ειδικής άδειας χορηγούμενης από τον Επίτροπο, ή άνευ γενικής εξουσιοδότησης σύμφωνα με το Άρθρο 127, εκτός δυνάμει και σύμφωνα με τον παρόντα Νόμο, ή/και με οποιοδήποτε άλλο νόμο, ή/και με άδεια που εκδίδεται βάσει οποιουδήποτε άλλου νόμου, ή/και κανονισμών, ή/και διαταγμάτων, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος, και υπόκειται σε περίπτωση καταδίκης του, σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τους έξι μήνες ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις πέντε χιλιάδες ευρώ (€5.000), ή και στις δύο αυτές ποινές.

(2) Πρόσωπο που άνευ αδείας μεταφέρει ταχυδρομικό αντικείμενο, το οποίο δεν εμπίπτει στις εξαιρέσεις των εδαφίων (2) και (3) του άρθρου 127 του παρόντος Νόμου, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης του υπόκειται σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τα οκτακόσια πενήντα ευρώ (€850) για κάθε ταχυδρομικό αντικείμενο που μεταφέρει.

(3) Πρόσωπο που συστηματικά μεταφέρει άνευ αδείας ταχυδρομικό αντικείμενο, το οποίο δεν εξαιρείται όπως ορίζεται στο εδάφιο (2), είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης του υπόκειται σε χρηματική ποινή χιλίων επτακοσίων ευρώ (€1.700) σε σχέση με κάθε εβδομάδα ή μέρος αυτής κατά την οποία η εν λόγω μεταφορά συνεχίζει.

(4) Πρόσωπο που εκτελεί άλλως πως δια των ταχυδρομικών υπηρεσιών, οποιεσδήποτε υπηρεσίες συναφείς προς τη μεταφορά ταχυδρομικών αντικειμένων από μέρος σε μέρος, είτε δια της παραλαβής ή αποδοχής ή περισυλλογής ή δια παραγγελίας ή δια αποστολής ή δια μεταφοράς ή επαναμεταφοράς ή παράδοσης ταχυδρομικού αντικειμένου, το οποίο δεν εξαιρείται όπως ορίζεται στο εδάφιο (2), είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης του υπόκειται σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τα οκτακόσια πενήντα ευρώ (€850), για κάθε ταχυδρομικό αντικείμενο που μεταφέρει.

(5) Πρόσωπο που συστηματικά παρέχει υπηρεσίες όπως περιγράφεται στο εδάφιο (4), είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε περίπτωση καταδίκης του σε χρηματική ποινή χιλίων επτακοσίων ευρώ (€1.700).

(6) Πρόσωπο που αποστέλλει ταχυδρομικό αντικείμενο το οποίο δεν εξαιρείται σύμφωνα με το εδάφιο (2), άλλως πως δια των ταχυδρομικών υπηρεσιών ή που προκαλεί την αποστολή ή τη μεταφορά τέτοιου αντικειμένου άλλως πως δια των ταχυδρομικών υπηρεσιών, ή που προσφέρει ή παραδίδει τέτοιο αντικείμενο για αποστολή αυτού άλλως πως δια των ταχυδρομικών υπηρεσιών, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε περίπτωση καταδίκης του σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τα οκτακόσια πενήντα ευρώ (€850) για κάθε αντικείμενο.

(7) Οποιοσδήποτε διαπράττει συστηματικά οποιαδήποτε από τις πράξεις, που αναφέρονται στο εδάφιο (6) είναι ένοχος ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε περίπτωση καταδίκης του σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τα χίλια επτακόσια ευρώ (€1.700).

(8) Πρόσωπο που ήθελε περισυλλέξει ταχυδρομικά αντικείμενα που δεν εμπίπτουν στις εξαιρέσεις των εδαφίων (2) και (3) του άρθρου 127 του παρόντος Νόμου, με σκοπό τη μεταφορά ή/και αποστολή τους άλλως πως δια των ταχυδρομικών υπηρεσιών, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε περίπτωση καταδίκης του σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τα οκτακόσια πενήντα ευρώ (€850) για κάθε αντικείμενο.

(9) Πρόσωπο που συστηματικά ενεργεί ως αναφέρεται στο εδάφιο (8) διαπράττει ποινικό αδίκημα και υπόκειται σε περίπτωση καταδίκης του σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τα χίλια επτακόσια ευρώ (€1.700).

(10) Πρόσωπο είναι ένοχο αδικήματος όπως ορίζεται στο εδάφιο (4), του παρόντος άρθρου, και υπόκειται σε περίπτωση καταδίκης του στην αναφερόμενη στο εν λόγω εδάφιο ποινή ανεξάρτητα από το κατά πόσο το σχετικό αντικείμενο αποστέλλεται μόνο του ή μαζί με οτιδήποτε άλλο, ή κατά πόσο η σχετική συναφής υπηρεσία εκτελείται σε σχέση με αντικείμενο το οποίο αποστέλλεται ή θα αποσταλεί μόνο του ή μαζί με κάποιο άλλο αντικείμενο ή πράγμα, και σε οποιαδήποτε ποινική δίωξη ο κατηγορούμενος φέρει το βάρος της απόδειξης ότι η πράξη που συνιστά το ισχυριζόμενο ποινικό αδίκημα εναντίον αυτού έγινε σύμφωνα με τον παρόντα Νόμο.

(11) Πρόσωπο που δολίως ή εν γνώσει του χρησιμοποιεί, ενώνει, επιθέτει ή/και τοποθετεί μαζί ή πάνω σε οποιοδήποτε ταχυδρομικό αντικείμενο ή κάλυμμα ή σε οποιοδήποτε χαρτί ή άλλη ουσία οποιοδήποτε γραμματόσημο, που έχει ήδη χρησιμοποιηθεί είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε περίπτωση καταδίκης του σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τα χίλια επτακόσια (€1.700) ευρώ.

(12)(α) Πρόσωπο είναι ένοχο ποινικού αδικήματος, σε οποιαδήποτε των πιο κάτω περιπτώσεων:

(i) αν εν γνώσει του εσωκλείει, προκαλεί ή/και συντελεί όπως εσωκλειστεί σε οποιαδήποτε εφημερίδα προοριζόμενη να σταλεί δια ταχυδρομικών υπηρεσιών ή υπό την κάλυψη αυτής οποιοδήποτε αντικείμενο ή χαρτί ή/και πράγμα, ή

(ii) αν εν γνώσει του αποστέλλει, ή προκαλεί την αποστολή δια ταχυδρομικών υπηρεσιών, εφημερίδας εντός της οποίας εσωκλείεται οποιοδήποτε αντικείμενο αλληλογραφίας ή πράγμα ή χαρτί ή αντικείμενο, εκτός όπου ρητά τούτο επιτρέπεται

(β) Πρόσωπο που είναι ένοχο ποινικού αδικήματος κατά τα οριζόμενα στο εδάφιο (α), υπόκειται σε περίπτωση καταδίκης του σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τα οκτακόσια πενήντα ευρώ (€850) σε σχέση με κάθε εφημερίδα.

(γ) Σε οποιαδήποτε των περιπτώσεων που αναφέρονται στην παράγραφο (α), η εφημερίδα με τυχόν εσώκλειστα των οποίων η αποστολή δια ταχυδρομικών υπηρεσιών δεν είναι απαγορευμένη, παραδίδεται ως κανονικό και πληρωθέν αντικείμενο αλληλογραφίας, ενώ τα απαγορευμένα εσώκλειστα, κατάσχονται.

(13)(α) Πρόσωπο, εργοδοτούμενο, συνεργαζόμενο ή απασχολούμενο σε παροχέα ταχυδρομικής υπηρεσίας είναι ένοχο ποινικού αδικήματος, σε περίπτωση που άνευ νομίμου αιτίας:

(i) ανοίγει ή προκαλεί ή ανέχεται να ανοιχτεί ταχυδρομικό αντικείμενο, ή/και

(ii) εσκεμμένα κατακρατεί ή καθυστερεί ή προκαλεί ή ανέχεται την κατακράτηση ή καθυστέρηση της παράδοσης ταχυδρομικού αντικειμένου.

(β) Πρόσωπο που είναι ένοχο ποινικού αδίκηματος κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο (α), υπόκειται σε περίπτωση καταδίκης του, σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα δύο έτη, ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τα χίλια επτακόσια ευρώ (€1.700), ή και στις δύο αυτές ποινές.

Οι διατάξεις της παραγράφου (α) δεν τυγχάνουν εφαρμογής καθ΄όσον αφορά-

(i) στο άνοιγμα ή κατακράτηση ή καθυστέρηση ταχυδρομικού δέματος σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου ή οποιουδήποτε άλλου εκάστοτε σε ισχύ Νόμου που αφορά στη λειτουργία της ταχυδρομικής επιχείρησης στην Κύπρο, και

(ii) στο άνοιγμα ή κατακράτηση ή καθυστέρηση ταχυδρομικού δέματος σύμφωνα με ρητή εντολή του Επιτρόπου.

(14) Πρόσωπο, που παρακινεί ή προκαλεί οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο ή που αποπειράται να προκαλέσει οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο, να διαπράξει αδίκημα, κατά παράβαση των διατάξεων των εδαφίων (1) έως και (13), είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε περίπτωση καταδίκης του στις ίδιες ποινές που υπόκειται και το πρόσωπο που εξετέλεσε το αδίκημα.

(15) Για ανάκτηση των χρηματικών ποινών που επιβάλλονται σε οποιοδήποτε πρόσωπο που καταδικάζεται για ποινικό αδίκημα κατά παράβαση των εδαφίων (1) έως και (14), δύναται να εγερθεί πολιτική αγωγή, εντός ενός έτους από την επιβολή της ποινής.

(16) Πρόσωπο που δόλια κατακρατεί ή εσκεμμένως κρατεί, ή εξασφαλίζει ή κατακρατεί ή που αμελεί ή αρνείται κατόπιν απαίτησης παροχέα ταχυδρομικών υπηρεσιών, να παραδώσει ταχυδρομικό αντικείμενο που του έχει παραδοθεί κατά λάθος και το οποίο θα έπρεπε να παραδοθεί σε άλλο πρόσωπο, ή/και ταχυδρομείο, ή/και ταχυδρομικό αντικείμενο που έχει ανευρεθεί είτε από το ίδιο ή από άλλο πρόσωπο, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε περίπτωση καταδίκης του σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει το ένα έτος, ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τα οκτακόσια πενήντα ευρώ (€850), ή και στις δύο αυτές ποινές.

(17) Πρόσωπο που ταχυδρομεί ή προκαλεί την ταχυδρόμηση ή/και αποστέλλει ή/και προκαλεί την αποστολή ή/και που προσφέρει ή παραδίνει για να αποσταλεί με το ταχυδρομείο οποιοδήποτε ταχυδρομικό αντικείμενο το οποίο περιέχει οποιοδήποτε εκρηκτικό ή/και άλλο επικίνδυνο υλικό ή ουσία, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε περίπτωση καταδίκης του, σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τους δώδεκα μήνες, ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τα χίλια επτακόσια ευρώ (€1.700), ενώ το εν λόγω ταχυδρομικό αντικείμενο δύναται να καταστραφεί ή να κατακρατηθεί ή να τύχει άλλου χειρισμού.

(18)(α) Πρόσωπο που εργοδοτείται για τη μεταφορά ή/και παράδοση οποιουδήποτε ταχυδρομικού αντικείμενου, το οποίο βρίσκεται υπό τη φύλαξη, φροντίδα ή κατοχή του κατά την εργοδότηση αυτού, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος, σε οποιαδήποτε εκ των κατωτέρω περιπτώσεων:

(i) σε περίπτωση που εγκαταλείπει το αντικείμενο,

(ii) σε περίπτωση που είναι ένοχο οποιασδήποτε πράξης μέθης, απροσεξίας, αμέλειας ή/και άλλης ανάρμοστης συμπεριφοράς δια της οποίας τίθεται σε κίνδυνο η ασφάλεια του ταχυδρομικού αντικειμένου,

(iii) σε περίπτωση που περισυλλέγει, παραλαμβάνει, μεταφέρει ή/και παραδίνει ταχυδρομικό αντικείμενο με άλλο τρόπο από τον συνηθισμένο τρόπο του ταχυδρομείου,

(iv) σε περίπτωση που εσκεμμένα διαθέται το χρόνο του για να επιβραδύνει ή/και καθυστερήσει την πρόοδο ή/και άφιξη ταχυδρομικού αντικειμένου,

(v) Σε περίπτωση που δεν ασκεί δέουσα φροντίδα και επιμέλεια, για την ασφαλή μεταφορά ταχυδρομικού αντικειμένου.

(β) Πρόσωπο που διαπράττει ποινικό αδίκημα κατά παράβαση της παραγράφου (α) υπόκειται σε περίπτωση καταδίκης του, σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις τα χίλια ευρώ (€1.000).

(19)(α) Πρόσωπο που εργοδοτείται από παροχέα ταχυδρομικών υπηρεσιών, διαπράττει ποινικό αδίκημα σε περίπτωση που, σε αντίθεση με τα καθήκοντά του

(i) ανοίγει, προκαλεί ή ανέχεται να ανοιχτεί ταχυδρομικό αντικείμενο, ή

(ii) εσκεμμένα κατακρατεί, καθυστερεί, προκαλεί ή ανέχεται την κατακράτηση ή καθυστέρηση της παράδοσης ταχυδρομικού αντικειμένου.

(β) Πρόσωπο που είναι ένοχο ποινικού αδικήματος κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο (α), υπόκειται σε περίπτωση καταδίκης του σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα δύο έτη, ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τα χίλια ευρώ (€1.000), ή και στις δύο αυτές ποινές.

(γ) Οι διατάξεις της παραγράφου (α) πιο πάνω, δεν τυγχάνουν εφαρμογής καθ΄όσον αφορά-

(i) στο άνοιγμα, κατακράτηση, και καθυστέρηση ταχυδρομικού αντικειμένου σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου ή οποιουδήποτε άλλου εκάστοτε σε ισχύ νόμου που αφορά στη λειτουργία της ταχυδρομικής επιχείρησης στην Κύπρο,

(ii) στο άνοιγμα, κατακράτηση και καθυστέρηση ταχυδρομικού αντικειμένου προς τον σκοπό συμμόρφωσης με ρητή εντολή του Επιτρόπου.

(20) Πρόσωπο που θέτει ή αποπειράται να θέσει εντός ή πάνω σε οποιοδήποτε ταχυδρομικό γραμματοκιβώτιο, οποιαδήποτε φωτιά, φλόγα, σπίρτα, ή οποιαδήποτε εκρηκτική ή/και επικίνδυνη ουσία, ή οποιαδήποτε ακαθαρσία, ή οποιαδήποτε επιβλαβή ή δηλητηριώδη ουσία ή οποιοδήποτε υγρό, ή που πράττει ή αποπειράται να πράξει οτιδήποτε το οποίο δυνατό να παραβλάψει το κιβώτιο ή τα εξαρτήματα ή το περιεχόμενο αυτού, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος, και υπόκειται σε περίπτωση καταδίκης του, σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τους δώδεκα μήνες ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τα χίλια ευρώ (€1.000), ή και στις δύο αυτές ποινές.

(21)(α) Ουδείς θα αποστέλλει ή αποπειράται να αποστείλει ταχυδρομικό αντικείμενο -

(i) στο οποίο εσωκλείεται οποιαδήποτε εκρηκτική ή επικίνδυνη ουσία, ή οποιαδήποτε ακαθαρσία, ή επιβλαβής ή δηλητηριώδης ουσία, ή οποιοδήποτε αιχμηρό όργανο το οποίο δεν είναι κατάλληλα προστατευμένο, ή οποιοδήποτε ζωντανό ον το οποίο είναι είτε επιβλαβές είτε ενδέχεται να παραβλάψει άλλα ταχυδρομικά αντικείμενα, ή

(ii) στο οποίο εσωκλείεται οποιοδήποτε αντικείμενο ή/και πράγμα το οποίο ενδέχεται να παραβλάψει είτε άλλα ταχυδρομικά αντικείμενα κατά τη μεταφορά ή οποιοδήποτε λειτουργό του παροχέαυ ταχυδρομικών υπηρεσιών, ή

(iii) πάνω στο οποίο θέτει ή εντός του οποίου εσωκλείει οποιεσδήποτε λέξεις, σημεία, σχέδια, ή εικόνες, στασιακού, υβριστικού, απειλητικού, άσεμνου, αισχρού ή έκδηλα ενοχλητικού χαρακτήρα

(β) Πρόσωπο που ενεργεί κατά παράβαση της παραγράφου (α), είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε περίπτωση καταδίκης του, καθ΄ όσον αφορά παράβαση της υποπαραγράφου (i), σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τους δώδεκα μήνες, ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις επτακόσιες λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές και καθ΄ όσον αφορά παράβαση των παραγράφων (ii) και (iii), σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τα χίλια ευρώ (€1.000).

(γ) Ταχυδρομικό αντικείμενο το οποίο αποστέλλεται κατά παράβαση της παραγράφου (α), δύναται να κατακρατηθεί στο γραφείο του παροχέαυ ταχυδρομικών υπηρεσιών.

(22) Πρόσωπο το οποίο χωρίς δέουσα εξουσιοδότηση επικολλά ή αποπειράται να επικολλήσει οποιαδήποτε προκήρυξη, διαφήμιση, ανακοίνωση, κατάλογο, έγγραφο, πινακίδα ή πράγμα πάνω σε οποιοδήποτε γραφείο παροχέα ταχυδρομικών υπηρεσιών ή σε ταχυδρομείο ή ταχυδρομικό γραμματοκιβώτιο, ή βάφει, πισσώνει ή με οποιοδήποτε τρόπο παραμορφώνει οποιοδήποτε τέτοιο γραφείο, ταχυδρομείο ή κιβώτιο είναι ένοχο ποινικού αδίκηματος και υπόκειται σε περίπτωση καταδίκης του, σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις τριακόσιες σαράντα δύο χιλιάδες ευρώ (€342.000).

(23)(α) Πρόσωπο είναι ένοχο ποινικού αδικήματος, σε περίπτωση που, χωρίς δέουσα εξουσιοδότηση:

(i) κατασκευάζει, εκδίδει, αποστέλλει ταχυδρομικώς ή με άλλο τρόπο, οποιοδήποτε φάκελο, περιτύλιγμα, δελτάριο, έντυπο ή χαρτί κατ’ απομίμηση ενός που εκδόθηκε από ή δυνάμει εξουσιοδότησης του παροχέα καθολικής ταχυδρομικής υπηρεσίας ή από οποιαδήποτε ταχυδρομική αρχή του εξωτερικού ή το οποίο έχει επί αυτού οποιεσδήποτε λέξεις, γράμματα ή σημεία τα οποία υποδεικνύουν ή υποδηλώνουν ή δύνανται εύλογα να οδηγήσουν τον παραλήπτη να πιστέψει ότι ταχυδρομική επιστολή η οποία φέρει αυτά αποστέλλεται εκ μέρους της Κυβερνήσεως της Κύπρου, ή

(ii) σχηματίζει πάνω σε οποιοδήποτε φάκελο περιτύλιγμα, δελτάριο, έντυπο ή χαρτί με σκοπό την έκδοση ή αποστολή του δια ταχυδρομείου ή με άλλο τρόπο, ή τη χρησιμοποίησή του διαφορετικά, οποιοδήποτε σημείο, κατ’ απομίμηση ή όμοιο ή με ή το οποίο προβάλλεται ως απομίμηση ή ως όμοιο ή ως να είναι γραμματόσημο ή σήμα του παροχέα καθολικής ταχυδρομικής υπηρεσίας ή οποιασδήποτε ταχυδρομικής αρχής του εξωτερικού ή σχηματίζει οποιεσδήποτε λέξεις, γράμματα ή σημεία τα οποία υποδεικνύουν η υποδηλώνουν ή δύνανται εύλογα να οδηγήσουν τον παραλήπτη να πιστέψει ότι η ταχυδρομική επιστολή που φέρει αυτά, αποστέλλεται εκ μέρους της Κυβέρνησης της Κύπρου, ή

(iii) εκδίδει ή/και αποστέλλει ταχυδρομικώς ή με άλλο τρόπο οποιοδήποτε φάκελο, περιτύλιγμα, δελτάριο, έντυπο ή χαρτί σεσημασμένο με τον αναφερόμενο στην προηγούμενες παραγράφους τρόπο.

(β) Πρόσωπο που είναι ένοχο ποινικού αδικήματος κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο (α), υπόκειται σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τα οκτακόσια πενήντα ευρώ (€850).

(24) Είναι ένοχο ποινικού αδικήματος, πρόσωπο που με πρόθεση να εξαπατήσει:

(α) κατασκευάζει, ή εν γνώσει του αλλοιώνει, ή πωλεί ή ασχολείται με ή διανέμει,

(i) οποιοδήποτε πλαστό γραμματόσημο, είτε σφραγιστό είτε επικολλημένο,

(ii) οποιοδήποτε κίβδηλο διεθνές ένσημο απάντησης,

(iii) οποιοδήποτε κίβδηλο αποτύπωμα σφραγιστικής μηχανής, ή/και

(iv) οποιοδήποτε αποτύπωμα το οποίο χρησιμοποιήθηκε ήδη, νοουμένου ότι τέτοιο αποτύπωμα είναι πλαστογραφημένο ή είναι απομίμηση κατά τέτοιο τρόπο ώστε να δύναται να εκληφθεί ως σφραγιστό ή κινητό γραμματόσημο το οποίο εκδόθηκε από τον παροχέα καθολικής ταχυδρομικής υπηρεσίας ή από οποιαδήποτε ταχυδρομική αρχή του εξωτερικού,

(β) κατασκευάζει ή/και κυκλοφορεί οποιαδήποτε πλαστή ταχυδρομική ταυτότητα, ή/και

(γ) κατασκευάζει ή/και εκτός αν προβάλει νόμιμη δικαιολογία, έχει στην κατοχή του οποιαδήποτε μήτρα, πλάκα, όργανο ή υλικά για την κατασκευή:

(i) οποιουδήποτε πλαστού γραμματοσήμου,

(ii) οποιουδήποτε κίβδηλου Διεθνούς ενσήμου απάντησης,

(iii) oποιουδήποτε κίβδηλου αποτυπώματος σφραγιστικής μηχανής ή/και

(iv) oποιασδήποτε πλαστής ταχυδρομικής ταυτότητας.

(25) Υπό τον όρο του εδαφίου (26), πρόσωπο που είναι ένοχο ποινικού αδικήματος κατά τα οριζόμενα στο εδάφιο (24), υπόκειται σε περίπτωση καταδίκης του, σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τους δώδεκα μήνες ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις πέντε χιλιάδες ευρώ (€5.000), ή και στις δύο αυτές ποινές.

(26) Πρόσωπο το οποίο ενεργεί κατά παράβαση της παραγράφου (24), χωρίς πρόθεση να εξαπατήσει, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος, και υπόκειται σε περίπτωση καταδίκης του σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τα χίλια επτακόσια ευρώ (€1.700). Νοείται ότι ο κατηγορούμενος φέρει το βάρος απόδειξης της απουσίας πρόθεσης για εξαπάτηση.

(27) Οποιοδήποτε γραμματόσημο, ένσημο απάντησης, αποτύπωμα, ταχυδρομική ταυτότητα, μήτρα, πλάκα, όργανο, ή υλικά τα οποία έχουν εξευρεθεί στην κατοχή προσώπου κατά παράβαση της παραγράφου (24), δύναται να κατασχεθούν και δημευθούν.

(28) Πρόσωπο είναι ένοχο ποινικού αδικήματος, σε περίπτωση που -

(α) εν γνώσει του χρησιμοποιεί για οποιοδήποτε ταχυδρομικό σκοπό,

(i) οποιοδήποτε πλαστό γραμματόσημο,

(ii) οποιοδήποτε κίβδηλο Διεθνές ένσημο απάντησης,

(iii) οποιοδήποτε κίβδηλο αποτύπωμα σφραγιστικής μηχανής, ή/και

(iv) οποιοδήποτε κίβδηλο αποτύπωμα το οποίο ήδη χρησιμοποιήθηκε, ή/και

(β) έχει στην κατοχή του, εκτός εάν προβάλει νόμιμη δικαιολογία,

(i) οποιοδήποτε πλαστό γραμματόσημο,

(ii) οποιοδήποτε κίβδηλο Διεθνές ένσημο απάντησης, ή/και

(iii) οποιοδήποτε κίβδηλο αποτύπωμα σφραγιστικής μηχανής.

(29) Πρόσωπο που είναι ένοχο ποινικού αδικήματος κατά τα οριζόμενα στο εδάφιο (28) υπόκειται σε περίπτωση καταδίκης του, σε ποινή φυλάκισης, που δεν υπερβαίνει τους δώδεκα μήνες, ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τα χίλια επτακόσια ευρώ (€1.700), ή και στις δύο αυτές ποινές.

(30) Ουδείς δύναται άνευ δέουσας εξουσιοδότησης να τοποθετεί, ή διατηρεί επί οποιασδήποτε οικείας, τοίχου, θύρας, παράθυρου, κιβώτιου, ταχυδρομικού πασσάλου, ή επί άλλου μέρους το οποίο του ανήκει ή βρίσκεται υπό τον έλεγχο του, οποιεσδήποτε από τις ακόλουθες λέξεις, γράμματα ή σημεία σύμφωνα με το Άρθρο 139 του παρόντος Νόμου:

(α) τις λέξεις «Ταχυδρομείο»,

(β) τις λέξεις "γραμματοκιβώτιο" οι οποίες συνοδεύονται με λέξεις, γράμματα ή σημεία τα οποία υποδεικνύουν ή υποδηλώνουν ή δύνανται εύλογα να οδηγήσουν το κοινό να πιστεύει ότι αυτό είναι γραμματοκιβώτιο του ταχυδρομείου, ή

(γ)οποιεσδήποτε λέξεις, γράμματα ή/και σημεία τα οποία υποδεικνύουν ή υποδηλώνουν ή δύνανται εύλογα να οδηγήσουν το κοινό να πιστεύει ότι οποιαδήποτε οικία ή χώρος είναι ταχυδρομείο ή/και ότι οποιοδήποτε κιβώτιο είναι γραμματοκιβώτιο του ταχυδρομείου.

(31) Πρόσωπο το οποίο καλείται με ειδοποίηση η οποία του δίδεται από παροχέα ταχυδρομικών υπηρεσιών, να αφαιρέσει ή εξαλείψει οποιεσδήποτε λέξεις, γράμματα ή/και σημεία που αναφέρονται στην παράγραφο (30) ή/και να μετακινήσει ή κλείσει αποτελεσματικά οποιοδήποτε γραμματοκιβώτιο, το οποίο του ανήκει ή που βρίσκεται υπό τον έλεγχο του και το οποίο υπήρξε γραμματοκιβώτιο του ταχυδρομείου οφείλει να συμμορφώνεται με την ειδοποίηση εντός δεκαπέντε ημερών από την ημερομηνία αυτής.

(32) Πρόσωπο το οποίο ενεργεί κατά παράβαση του εδαφίου (31), είναι ένοχο ποινικού αδικήματος, και υπόκειται σε περίπτωση καταδίκης του, σε χρηματική ποινή η οποία δεν υπερβαίνει τις εξακόσιες λίρες, και σε περίπτωση που κατόπιν καταδίκης συνεχίζεται η διάπραξη του αδικήματος αυτό υπόκειται σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τα διακόσια ευρώ (€200) για κάθε μέρα κατά την οποία συνεχίζεται η διάπραξη του αδικήματος.

(33) Πρόσωπο το οποίο εν γνώσει του προβαίνει σε ψευδή δήλωση σχετικά με το περιεχόμενο ή την αξία οποιουδήποτε ταχυδρομικού αντικειμένου που αποστέλλεται από αυτό για μεταφορά ταχυδρομικώς από την Κύπρο, είναι ένοχο ποινικού αδίκηματος, και υπόκειται σε περίπτωση πρώτης καταδίκης του για το αδίκημα, σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τα οκτακόσια πενήντα ευρώ (€850), και σε περίπτωση δεύτερης ή οποιασδήποτε μεταγενέστερης καταδίκης του για το αυτό αδίκημα, σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τα χίλια ευρώ (€1.000).

(34) Πρόσωπο που εσκεμμένα παρεμποδίζει ή/και προτρέπει οποιοδήποτε άλλο, να παρεμποδίσει λειτουργό οποιουδήποτε παροχέα ταχυδρομικών υπηρεσιών στην εκτέλεση του καθήκοντός του, ή/και το οποίο ενώ βρίσκεται σε οποιοδήποτε ταχυδρομείο, παρεμποδίζει τη διεξαγωγή της εργασίας του ταχυδρομείου είναι ένοχο ποινικού αδικήματος, και υπόκειται σε περίπτωση καταδίκης του, σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τα χίλια ευρώ (€1.000).

(35) Πρόσωπο που εκδίδει, αναπαραγάγει ή/και αντιγράφει γραμματόσημα χωρίς ρητή εξουσιοδότηση ή έγκριση από τον Υπουργό ή/και που προκαλεί άλλους να το πράξουν, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος, και υπόκειται σε περίπτωση καταδίκης του, σε ποινή φυλάκισης, που δεν υπερβαίνει τα δύο έτη, ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τα χίλια επτακόσια ευρώ (€1.700), ή και στις δύο αυτές ποινές.

ΜΕΡΟΣ 18 ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΑ, ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ, ΕΚΘΕΣΕΙΣ, ΚΑΙ ΔΙΑΦΟΡΑ ΑΛΛΑ ΘΕΜΑΤΑ
Κανονισμοί

151.(1)  Ο Επίτροπος δύναται, με την έγκριση του Υπουργικού Συμβουλίου, να εκδίδει Κανονισμούς για την καλύτερη εφαρμογή των προνοιών του παρόντος Νόμου και για τη ρύθμιση ή καθορισμό οποιουδήποτε θέματος, το οποίο χρήζει ρύθμισης ή καθορισμού.

(2) Χωρίς επηρεασμό της γενικότητας του εδαφίου (1), Κανονισμοί που εκδίδονται δυνάμει του παρόντος άρθρου δύνανται να προβλέπουν για τη ρύθμιση θεμάτων που αφορούν, μεταξύ άλλων-

(α) την πρόσληψη, υπηρεσιακή κατάσταση, πειθαρχία, παραίτηση και αφυπηρέτηση του προσωπικού του Γραφείου του Επιτρόπου·

(β) την ίδρυση και λειτουργία Ταμείου Ιατροφαρμακευτικής Περίθαλψης με βάση το άρθρο 16 (3) (γ) του παρόντος Νόμου και τον καθορισμό δικαιούχων του εν λόγω Ταμείου.

(3) Κανονισμοί που εκδίδονται δυνάμει του παρόντος άρθρου κατατίθενται για έγκριση στη Βουλή των Αντιπροσώπων με βάση τις διατάξεις των περί Καταθέσεως στη Βουλή των Αντιπροσώπων των Κανονισμών που εκδίδονται με Εξουσιοδότηση Νόμου Νόμων του 1989 έως 2010, όπως εκάστοτε τροποποιούνται ή αντικαθίστανται και, ακολούθως, δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας.

Έκδοση Διαταγμάτων από τον Επίτροπο

152. (1) Για την καλύτερη εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος Νόμου ο Επίτροπος δύναται να αναλάβει την ευθύνη σύνταξης και έκδοσης Διαταγμάτων.

(α) Για την καλύτερη εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος Νόμου, ο Επίτροπος δύναται να εκδίδει διατάγματα που αποσκοπούν πρωτίστως στην αποσαφήνιση των διαδικασιών, των μεθόδων, των χρονοδιαγραμμάτων και του ύψους των τελών που αναφέρονται στον παρόντα Νόμο.

(β) Οι εξουσίες του Επιτρόπου βάσει του εδαφίου (3) του παρόντος Άρθρου βασίζονται στην άσκηση από τον Επίτροπο των εξουσιών αυτών που του παρέχονται από τον παρόντα Νόμο και οιουσδήποτε άλλους νόμους.

(γ) Ο Επίτροπος δύναται να εκδώσει διατάγματα αναφορικά με οποιοδήποτε άλλο ζήτημα προβλέπει ο παρών Νόμος, ή το οποίο αναγκαία σχετίζεται με τις εξουσίες που ασκούνται από τον Επίτροπο βάσει του παρόντος Νόμου ή οιωνδήποτε άλλων νόμων, και ιδίως αναφορικά με την εφαρμογή των βέλτιστων πρακτικών ή των κατευθυντήριων γραμμών που εκδίδονται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή σχετικά με την εφαρμογή του Κοινοτικού δικαίου.

(2) Διατάγματα του Επιτρόπου που εκδίδονται δυνάμει του παρόντος Νόμου, δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας και τίθενται σε ισχύ από καθορισμένο στο κάθε σχετικό Διάταγμα χρόνο έναρξης, ή σε περίπτωση μη καθορισμού χρόνου έναρξης ισχύος, από την ημερομηνία της εν λόγω δημοσίευσης του σχετικού διατάγματος.

(3) Ο Επίτροπος έχει εξουσία να εφαρμόζει με Διάταγμα Κανονισμούς της Ευρωπαϊκής Κοινότητας που αφορούν θέματα ηλεκτρονικών επικοινωνιών και ταχυδρομικών υπηρεσιών και να καθορίζει και/ή διαμορφώνει με Διατάγματα ποινές και ποινικά αδικήματα για κολασμό, διοικητικά πρόστιμα και/ή άλλες διοικητικές κυρώσεις, όπως αυτά καθορίζονται στο Πρώτο Παράρτημα του Νόμου. Νοείται ότι ποινές για ποινικά αδικήματα, σε κάθε περίπτωση δεν πρέπει να υπερβαίνουν το ανώτατο χρηματικό πρόστιμο και την ανώτατη ποινή φυλάκισης που προβλέπονται στον παρόντα Νόμο.

(4) Ο Επίτροπος δύναται να τροποποιεί με Διάταγμα το περιεχόμενο του Πρώτου Παραρτήματος του παρόντος Νόμου με την επιφύλαξη των διατάξεων του Νόμου και των Κανονισμών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας.

Προϋπολογισμός

153. (1) (α) Ο Επίτροπος έχει ετήσιο προϋπολογισμό εσόδων και εξόδων για το Γραφείο του, συμπεριλαμβανομένων και των εξόδων λειτουργίας της Συμβουλευτικής Επιτροπής όπως προβλέπεται στην παράγραφο (δ) του άρθρου 14 και στην παράγραφο (γ) του εδαφίου (1) του άρθρου 32 του παρόντος Νόμου.

(β) Οι διατάξεις του προϋπολογισμού που αφορούν τα έξοδα  λειτουργίας της Συμβουλευτικής Επιτροπής καταρτίζονται από το Γραφείο, υποκείμενο στον Επίτροπο κατά τα οριζόμενα στο εδάφιο (6) του άρθρου 10 του παρόντος Νόμου, αφού ο Επίτροπος λάβει υπόψη τις απόψεις του Προέδρου της Συμβουλευτικής Επιτροπής.

(2) Ο εν λόγω προϋπολογισμός θα υποβάλλεται από τον Επίτροπο στο Υπουργικό Συμβούλιο μέχρι 1ης Ιουλίου εκάστου έτους και υπόκειται στην έγκριση του Υπουργικού Συμβουλίου και της Βουλής των Αντιπροσώπων.

Ο Προϋπολογισμός ως θα έχει τυχόν τροποποιηθεί από το Υπουργικό Συμβούλιο, κατατίθεται ενώπιον της Βουλής των Αντιπροσώπων προ της 30ης Σεπτεμβρίου εκάστου έτους.

(3) Ο προϋπολογισμός θα καλύπτει το οικονομικό πρόγραμμα του Γραφείου του Επιτρόπου για κάθε οικονομικό έτος, το οποίο αρχίζει στην 1η Ιανουαρίου και λήγει την 31η Δεκεμβρίου.

(4) Ο τρόπος με τον οποίο καταρτίζεται ο προϋπολογισμός και εμφανίζεται η ανάλυση των κονδυλίων στον πίνακα εσόδων και εξόδων, είναι όμοιος με τον τρόπο καταρτισμού του προϋπολογισμού του Κράτους.

(5) Το Γραφείο μεριμνά για την αναφερόμενη στο εδάφιο (2) κατάρτιση προϋπολογισμού και για την κατάρτιση του αναφερόμενου στο εδάφιο (3) οικονομικού προγράμματος, υποκείμενο στον Επίτροπο κατά τα οριζόμενα στο Άρθρο 10(6) του παρόντος Νόμου.

(6) Εν περιπτώσει μη έγκαιρης ψήφισης του προϋπολογισμού, το Γραφείο λειτουργεί κατ’ ανάλογη εφαρμογή των περί δωδεκατημορίων διατάξεων του Συντάγματος για τον Κρατικό προϋπολογισμό, χωρίς όμως το χρονικό περιορισμό των δύο μηνών.

Τήρηση βιβλίων

154. (1) Ο Επίτροπος θα τηρεί κατάλληλα βιβλία και λογαριασμούς για τις δραστηριότητες του Γραφείου, όπως ορίζει εκάστοτε ο Γενικός Ελεγκτής της Δημοκρατίας.

(2) Σχετικά με την οικονομική διαχείριση κάθε οικονομικού έτους, συντάσσεται με μέριμνα του Επιτρόπου απολογισμός κατά τρόπο που ορίζει εκάστοτε ο Γενικός Ελεγκτής της Δημοκρατίας.

(3) Οι λογαριασμοί του Γραφείου, θα ελέγχονται από το Γενικό Ελεγκτή της Δημοκρατίας.

(4) Μέσα σε ένα μήνα από τον έλεγχο των λογαριασμών, ο Επίτροπος θα υποβάλλει στο Υπουργικό Συμβούλιο και στη Βουλή των Αντιπροσώπων για ενημέρωση τον απολογισμό οικονομικής διαχείρισης.

(5) Το Γραφείο του Επιτρόπου μεριμνά για την αναφερόμενη στα εδάφια (1), (2), και (4) τήρηση βιβλίων και λογαριασμών και σύνταξη απολογισμού, υποκείμενο στον Επίτροπο κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 9(6).

Έκθεση

155. -(1) Ο Επίτροπος υποβάλλει στον Πρόεδρο ετησίως, εντός πέντε μηνών από την ημερομηνία λήξης εκάστου οικονομικού έτους, Έκθεση για τις δραστηριότητες του ιδίου και του Γραφείου.

(2) Ο Επίτροπος κοινοποιεί την πιο πάνω Έκθεση στο Υπουργικό Συμβούλιο και στη Βουλή των Αντιπροσώπων, και ακολούθως τη δημοσιεύει.

Εργοδότηση του προσωπικού σε περίπτωση που παύει να υφίσταται το Γραφείο του Επιτρόπου

156. (1) Σε περίπτωση, που το Γραφείο παύει για οποιοδήποτε λόγο να υφίσταται, το προσωπικό του διορίζεται σε κατάλληλο Υπουργείο, Τμήμα ή Υπηρεσία της Κυβέρνησης, σε περίπτωση δε που οι δυνάμει του παρόντος Νόμου αρμοδιότητες, εξουσίες και καθήκοντα του Γραφείου περιέρχονται για οποιοδήποτε λόγο σε άλλο νομικό πρόσωπο, αρχή ή οργανισμό, το προσωπικό του Γραφείου θα παρέχει υπηρεσίες στο εν λόγω νομικό πρόσωπο, αρχή ή οργανισμό χωρίς οποιαδήποτε αλλαγή status ή όρων υπηρεσίας του.

Περιουσιακά στοιχεία του Γραφείου σε περίπτωση που παύει να υφίσταται Επίτροπος

157. Σε περίπτωση, που παύει για οποιοδήποτε λόγο να υφίσταται το Γραφείο του Επιτρόπου Ρυθμίσεων Ηλεκτρονικών Επικοινωνιών και Ταχυδρομείων, όλα τα περιουσιακά στοιχεία του Γραφείου περιέρχονται στο Κράτος.

Προσφυγή στο Ανώτατο Δικαστήριο εναντίον πράξεων του Επιτρόπου

158. (1) Οποιαδήποτε πράξη ή απόφαση ή διάταγμα του Επιτρόπου θα υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο με προσφυγή στο Ανώτατο Δικαστήριο σύμφωνα με το Άρθρο 146 του Συντάγματος.

(2) Ο Επίτροπος διατηρεί αρχείο σχετικά με το εν γένει θέμα των προσφυγών, τη διάρκεια των διαδικασιών προσφυγής και τον αριθμό των αποφάσεων για λήψη προσωρινών μέτρων, και παρέχει τις πληροφορίες αυτές στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή ή/και τον BEREC, κατόπιν αιτιολογημένου αιτήματος.

Ευθύνη Επιτρόπου, Βοηθού Επιτρόπου και προσωπικού του Γραφείου

159. Τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος Νόμου, ή/και των δυνάμει αυτού εκδοθέντων Αποφάσεων ή/και Διαταγμάτων, ο Επίτροπος, Βοηθός Επίτροπος και τα μέλη του προσωπικού του Γραφείου, δεν υπέχουν ευθύνη για οτιδήποτε έγινε ή παραλείφθηκε ή λέχθηκε, ή για οποιαδήποτε γνώμη την οποία εξέφρασαν, ή έκθεση ή άλλο έγγραφο που ετοίμασαν, κατά την καλόπιστη άσκηση των καθηκόντων τους, και των αρμοδιοτήτων και εξουσιών τους, δυνάμει του παρόντος Νόμου ή/και των δυνάμει αυτού διαταγμάτων.

Ευθύνη νομικών προσώπων

160.-(1) Σε περίπτωση κατά την οποία, οποιοδήποτε από τα αναφερόμενα στον παρόντα Νόμο ή/και διατάγματα ποινικά αδικήματα, διαπράττεται από νομικό πρόσωπο, την ευθύνη για το αδίκημα φέρουν, εκτός από τα ίδια τα νομικά πρόσωπα -

(α) όλα τα μέλη του διοικητικού ή διαχειριστικού συμβουλίου ή της επιτροπής που διαχειρίζεται τις υποθέσεις του νομικού προσώπου, και

(β) ο γενικός διευθυντής ή ο διευθυντής ή ο διευθύνων σύμβουλος του νομικού προσώπου.

Η ποινική δίωξη δύναται να εγερθεί κατά του νομικού προσώπου ή/και κατά των φυσικών προσώπων.

(2) Σε περίπτωση κατά την οποία, πράξη ή παράλειψη νομικού προσώπου που επιφέρει κατά τα οριζόμενα στον παρόντα Νόμο ή/και διατάγματα που εκδίδονται δυνάμει αυτού επιβολή διοικητικού προστίμου ή άλλου χρηματικού προστίμου από τον Επίτροπο, την ευθύνη για την πράξη ή παράλειψη και για καταβολή του διοικητικού προστίμου, φέρουν εκτός από τα ίδια νομικά πρόσωπα, τα πρόσωπα που αναφέρονται στην παράγραφο (1).

Μεταβατικές Διατάξεις

161.-(1) Όλες οι υποχρεώσεις που έχουν επιβληθεί σε πρόσωπα που παρέχουν δημόσια δίκτυα ηλεκτρονικών επικοινωνιών ή/και υπηρεσίες όσον αφορά την πρόσβαση και τη διασύνδεση, οι οποίες ίσχυαν πριν την 31η Δεκεμβρίου 2009, διατηρούνται έως ότου οι υποχρεώσεις αυτές αναθεωρηθούν από τον Επίτροπο δυνάμει του παρόντος Νόμου.

(2) Ο Επίτροπος διατηρεί όλες τις υποχρεώσεις που είχαν επιβληθεί πριν την 31η Δεκεμβρίου 2009 από τον Επίτροπο, όσον αφορά:

(α)τα τιμολόγια λιανικής για την παροχή πρόσβασης και τη χρήση του δημόσιου τηλεφωνικού δικτύου·

(β)την επιλογή ή προεπιλογή φορέα· και

(γ)τις μισθωμένες γραμμές.

(3) Ο Επίτροπος λαμβάνει όλα τα απαραίτητα μέτρα προκειμένου να ευθυγραμμιστούν όλες οι γενικές εξουσιοδοτήσεις και τα μεμονωμένα δικαιώματα χρήσης που υπήρχαν πριν την 31η Δεκεμβρίου 2009, όπως απαιτείται ανά περίπτωση, σύμφωνα με τους όρους του Μέρους 8 του παρόντος Νόμου.

(4) Εφόσον η εφαρμογή του εδαφίου (5) επιφέρει περιορισμό των δικαιωμάτων ή επέκταση των υποχρεώσεων βάσει ήδη υφισταμένων γενικών εξουσιοδοτήσεων και μεμονωμένων δικαιωμάτων χρήσης, ο Επίτροπος δύναται να παρατείνει την ισχύ αυτών των δικαιωμάτων και  υποχρεώσεων έως τις 30 Σεπτεμβρίου 2012 το αργότερο, υπό τον όρο ότι, με τον τρόπο αυτό, δεν θίγονται τα δικαιώματα άλλων προσώπων βάσει του δικαίου της Ένωσης.  Ο Επίτροπος κοινοποιεί στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή τις παρατάσεις αυτές και δηλώνει τους σχετικούς λόγους.

(5) Όταν ο Επίτροπος αποδεικνύει ότι η κατάργηση ενός όρου άδειας σχετικά με την πρόσβαση σε δίκτυα ηλεκτρονικών επικοινωνιών, η οποία ίσχυε πριν από την ημερομηνία ενάρξεως του παρόντος Νόμου, δημιουργεί υπερβολικές δυσκολίες για επιχειρήσεις που είχαν άδεια πρόσβασης σε άλλο δίκτυο, και όταν οι επιχειρήσεις αυτές δεν μπορούν να διαπραγματευθούν νέες συμφωνίες με εύλογους εμπορικούς όρους πριν από την ημερομηνία εφαρμογής του παρόντος Νόμου, ο Επίτροπος δύναται να ζητά από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή την προσωρινή παράταση των σχετικών όρων.  Η αίτηση αυτή  διευκρινίζει τον ή τους  όρους και την περίοδο για την οποία ζητείται η προσωρινή παράταση.

(6) Πρόσωπο που έχει καταβάλει, πριν την ημερομηνία ισχύος του παρόντος Νόμου, οποιοδήποτε διοικητικό τέλος ή χρέωση σε αρχή αρμόδια για την ρύθμιση των ηλεκτρονικών επικοινωνιών ή ταχυδρομικών υπηρεσιών, επί τη βάσει καθεστώτος αδειοδότησης που ίσχυε πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος Νόμου, δεν υπέχει υποχρέωση καταβολής διοικητικών χρεώσεων ή τελών για το υπόλοιπο της περιόδου για την οποία κατεβλήθη η προηγούμενη καταβολή.

(7) Τα Κυπριακά Ταχυδρομεία παραμένουν φορέας παροχής καθολικής υπηρεσίας μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2027. Πριν τη λήξη της περιόδου αυτής, ο Υπουργός ορίζει τον παροχέα καθολικής ταχυδρομικής υπηρεσίας για την περίοδο μετά την 31η Δεκεμβρίου 2027, σύμφωνα με το άρθρο 119Α του παρόντος Νόμου.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑΤΑ
Πρώτο Παράρτημα

Πρώτο Παράρτημα

(Άρθρο 152(4))

 

Ποινικά αδικήματα τα οποία εφαρμόζονται σε περιπτώσεις όπου ο Επίτροπος έχει εξουσία να εφαρμόζει Κανονισμούς της Ευρωπαϊκής Κοινότητας:

Πρόσωπο, που διατάσσεται από τον Επίτροπο να παράσχει οποιαδήποτε πληροφορία και παραλείπει να το πράξει εντός προκαθορισμένης ημερομηνίας, και πάντως όχι μεγαλύτερη των δεκαπέντε (15) ημερών, από την ημερομηνία της διαταγής, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος, και υπόκειται σε περίπτωση καταδίκης του σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τους έξη (6) μήνες, ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τρεις χιλιάδες τετρακόσια ευρώ (€3.400), ή και στις δύο (2) αυτές ποινές.

Χωρίς περιορισμό άλλων κυρώσεων που μπορεί να προβλέπει ο Νόμος και τα δυνάμει αυτού εκδιδόμενα Διατάγματα, ο Επίτροπος δύναται να επιβάλει διοικητικά πρόστιμα και/ή άλλες διοικητικές κυρώσεις σε κάθε περίπτωση όπου καθορίζονται στον παρόντα Νόμο και/ή σε Διατάγματα και/ή σε Αποφάσεις και/ή σε Κανονισμούς της της Ευρωπαϊκής Κοινότητας σε σχέση με μη συμμόρφωση προς τις διατάξεις του παρόντος Νόμου και/ή Διαταγμάτων και/ή Αποφάσεων και να καθορίζει με Διάταγμα το ύψος αυτών των προστίμων και κυρώσεων και τη διαδικασία επιβολής τους πρόστιμα για να εφαρμόζει Κανονισμούς της Ευρωπαϊκής Κοινότητας:

Διοικητικό πρόστιμο μέχρι τριακόσιες χιλιάδες τετρακόσια (300.400) ευρώ και σε περίπτωση επανάληψης της παράβασης ύψους μέχρι 200,000 σε κάθε πρόσωπο που παραβιάζει οποιαδήποτε από τις υποχρεώσεις του.

Δεύτερο Παράρτημα

Δεύτερο Παράρτημα

[Άρθρο 123(1)]


Κατευθυντήριες γραμμές για τον υπολογισμό οποιουδήποτε
καθαρού κόστους της καθολικής ταχυδρομικής υπηρεσίας

Μέρος Α:  Προσδιορισμός Καθολικής Ταχυδρομικής Υπηρεσίας.

Η κατά το άρθρο 119Β καθολική ταχυδρομική υπηρεσία περιλαμβάνει ενιαίες τιμές σε ολόκληρη τη Δημοκρατία. Επίσης, δύναται να περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τα εξής:

(i) περισσότερες ημέρες διανομής από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 119Β·

(ii) ελάχιστο αριθμό προσιτών σημείων πρόσβασης, έτσι ώστε να ικανοποιούνται οι υποχρεώσεις παροχής καθολικής υπηρεσίας∙

(iii) προσιτές τιμές για την καθολική ταχυδρομική υπηρεσία στην Κυπριακή Δημοκρατία∙

(iv) ομοιόμορφες τιμές για την καθολική υπηρεσία σε όλη την Κυπριακή Δημοκρατία, τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 124∙

(v) παροχή ορισμένων δωρεάν υπηρεσιών για άτομα τυφλά ή με σοβαρά προβλήματα όρασης.

Μέρος Β:  Υπολογισμός καθαρού κόστους.

Ο Επίτροπος εξετάζει όλα τα μέσα για την εξασφάλιση κατάλληλων κινήτρων ώστε οι φορείς παροχής ταχυδρομικών υπηρεσιών (καθορισμένοι ή μη) να είναι σε θέση να εκπληρώνουν την υποχρέωση καθολικής υπηρεσίας αποτελεσματικά σε σχέση με το κόστος.

Το καθαρό κόστος των υποχρεώσεων παροχής καθολικής ταχυδρομικής υπηρεσίας είναι κάθε κόστος συναφές και αναγκαίο για τη λειτουργία της παροχής καθολικής ταχυδρομικής υπηρεσίας.  Το καθαρό κόστος των υποχρεώσεων παροχής καθολικής ταχυδρομικής υπηρεσίας υπολογίζεται ως η διαφορά μεταξύ του καθαρού κόστους της λειτουργίας του φορέα παροχής καθολικής ταχυδρομικής υπηρεσίας με υποχρεώσεις παροχής καθολικής ταχυδρομικής υπηρεσίας και του κόστους λειτουργίας του ίδιου φορέα παροχής ταχυδρομικών υπηρεσιών χωρίς υποχρεώσεις παροχής καθολικής ταχυδρομικής υπηρεσίας.

Κατά τον υπολογισμό συνεκτιμώνται όλα τα άλλα σχετικά στοιχεία, συμπεριλαμβανομένων ενδεχόμενων άυλων οφελών και οφελών της αγοράς που αποκομίζει φορέας παροχής ταχυδρομικών υπηρεσιών στον οποίο έχει ανατεθεί η παροχή καθολικής ταχυδρομικής υπηρεσίας, του δικαιώματος για εύλογα κέρδη και των κινήτρων της αποτελεσματικότητας σε σχέση με το κόστος.

Πρέπει να δίνεται η δέουσα προσοχή στην ορθή εκτίμηση των στοιχείων κόστους τα οποία θα απέφευγε οποιοσδήποτε καθορισμένος φορέας παροχής καθολικής ταχυδρομικής υπηρεσίας, εάν δεν ήταν επιφορτισμένος με την υποχρέωση παροχής καθολικής ταχυδρομικής υπηρεσίας.  Κατά τον υπολογισμό του καθαρού κόστους θα πρέπει να συνεκτιμώνται τα άυλα οφέλη του φορέα παροχής καθολικής ταχυδρομικής υπηρεσίας.

Ο υπολογισμός βασίζεται στο κόστος που προκύπτει από:

(i) στοιχεία των καθορισμένων υπηρεσιών οι οποίες μπορούν να παρέχονται μόνο με ζημιά ή με συνθήκες κόστους που δεν εμπίπτουν στα συνήθη εμπορικά πρότυπα. Η κατηγορία αυτή είναι δυνατόν να περιλαμβάνει στοιχεία υπηρεσιών όπως οι οριζόμενες στο Μέρος Α·

(ii) ειδικούς χρήστες ή ομάδες χρηστών που μπορούν να εξυπηρετούνται μόνο με ζημιά ή με συνθήκες κόστους που δεν εμπίπτουν στα συνήθη εμπορικά πρότυπα, λόγω του κόστους παροχής της συγκεκριμένης υπηρεσίας, των σχετικών εσόδων και ενδεχομένων ομοιόμορφων τιμών, που επιβάλλονται από τον Επίτροπο.

Η εν λόγω κατηγορία περιλαμβάνει τους χρήστες ή ομάδες χρηστών που δεν θα εξυπηρετούνταν από εμπορικό φορέα εκμετάλλευσης χωρίς υποχρέωση παροχής καθολικής υπηρεσίας.

Ο υπολογισμός του καθαρού κόστους των ειδικών πτυχών των υποχρεώσεων καθολικής ταχυδρομικής υπηρεσίας διενεργείται χωριστά, ώστε να μην υπολογίζονται διπλά ενδεχόμενα άμεσα ή έμμεσα οφέλη και στοιχεία κόστους. Το συνολικό καθαρό κόστος των υποχρεώσεων καθολικής ταχυδρομικής υπηρεσίας για οποιονδήποτε καθορισμένο φορέα παροχής καθολικής ταχυδρομικής υπηρεσίας υπολογίζεται ως άθροισμα του καθαρού κόστους, που προκύπτει από τις επί μέρους συνιστώσες των υποχρεώσεων καθολικής ταχυδρομικής υπηρεσίας, λαμβανομένων υπόψη ενδεχόμενων άυλων οφελών.  Η ευθύνη για την επαλήθευση του καθαρού κόστους ανήκει στον Επίτροπο.  Ο φορέας παροχής καθολικής ταχυδρομικής υπηρεσίας οφείλει να συνεργαστεί κατά την επαλήθευση του καθαρού κόστους.

Μέρος Γ:  Κάλυψη του καθαρού κόστους των υποχρεώσεων καθολικής ταχυδρομικής υπηρεσίας.

Η κάλυψη ή η χρηματοδότηση οποιωνδήποτε στοιχείων καθαρού κόστους των υποχρεώσεων καθολικής ταχυδρομικής υπηρεσίας ενδέχεται να συνεπάγεται την αποζημίωση του φορέα παροχής καθολικής ταχυδρομικής υπηρεσίας για τις προσφερόμενες υπηρεσίες που παρέχει από μη εμπορικές συνθήκες.

Δεδομένου ότι η αποζημίωση συνεπάγεται μεταφορές κεφαλαίων, ο Επίτροπος πρέπει να εξασφαλίζει ότι αυτές διεξάγονται με αντικειμενικότητα, διαφάνεια, αμεροληψία και αναλογικότητα. Αυτό σημαίνει ότι οι μεταφορές κεφαλαίων θα πρέπει να προκαλούν τις ελάχιστες δυνατές στρεβλώσεις στον ανταγωνισμό και στη ζήτηση των χρηστών.

Σύμφωνα με το άρθρο 123 του παρόντος Νόμου, κάθε μηχανισμός επιμερισμού μέσω του ταμείου αποζημίωσης θα πρέπει να χρησιμοποιεί διαφανή και ουδέτερα μέσα για την είσπραξη των εισφορών, ώστε να αποφεύγεται ο κίνδυνος διπλής καταβολής εισφορών τόσο για τις εκροές όσο και για τις εισροές των επιχειρήσεων.

Το ταμείο αποζημίωσης είναι αρμόδιο για την είσπραξη των εισφορών από τους παροχείς που υποχρεούνται στην καταβολή εισφοράς για τη χρηματοδότηση του καθαρού κόστους των υποχρεώσεων καθολικής υπηρεσίας και εποπτεύει τη μεταφορά των οφειλόμενων ποσών προς τον παροχέα καθολικής ταχυδρομικής υπηρεσίας που δικαιούται πληρωμών από το εν λόγω ταμείο.

Σημείωση
47(δ)Σημείωση Συντάκτη

Εκ παραδρομής της Βουλής αναφέρεται στο άρθρο 47 του τροποποιητικού Νόμου 51(Ι)/2012 όπως προστεθεί στο εδάφιο (2) του άρθρου 59 του βασικού νόμου μετά την παράγραφο (θ) νέα παράγραφος (ι), αντί να αναφέρει όπως προστεθεί μετά την παράγραφο (θ) του εδαφίου (1).

Σημείωση
88 (θ) του Ν.51(I)/2012Σημείωση Συντάκτη

Εκ παραδρομής της Βουλής αναφέρεται στο άρθρο 88(θ) του τροποποιητικού Νόμου 51(Ι)/2012 όπως αντικατασταθεί στην παράγραφο (ε) του εδαφίου (9) του άρθρου 149 του βασικού νόμου η φράση «τις τρεις χιλιάδες λίρες» (τρίτη γραμμή) από τη φράση «τις πέντε χιλιάδες ευρώ (€5.000)», αντί να αναφέρει όπως αντικατασταθεί στην παράγραφο (β) του εδαφίου (9) του άρθρου 149 του βασικού νόμου.