Προοίμιο

Για σκοπούς, μεταξύ άλλων, ορθότερης εναρμόνισης με το άρθρο 12 παράγραφος 1 στοιχείο (θ), το άρθρο 24 παράγραφος 3 και το άρθρο 50 παράγραφος 2 τέταρτο στοιχείο, της πράξης της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο -

«Oδηγία 2010/75/EE του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 24ης Νοεμβρίου 2010 περί βιομηχανικών εκπομπών (ολοκληρωμένη πρόληψη και έλεγχος της ρύπανσης)»,

Η Βουλή των Αντιπροσώπων ψηφίζει ως ακολούθως:

ΜΕΡΟΣ Ι ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Συνοπτικός τίτλος

1. Ο παρών Νόμος θα αναφέρεται ως ο περί Βιομηχανικών Εκπομπών (Ολοκληρωμένη Πρόληψη και Έλεγχος της Ρύπανσης) Νόμος του 2013.

Ερμηνεία

2.-(1) Στον παρόντα Νόμο, εκτός αν από το κείμενο προκύπτει διαφορετική έννοια-

«Άδεια» σημαίνει την Άδεια Βιομηχανικών Εκπομπών που χορηγείται με βάση τα άρθρα 8, 11 και 13, για μέρος ή ολόκληρη εγκατάσταση, εγκατάσταση καύσης, εγκατάσταση αποτέφρωσης αποβλήτων ή εγκατάσταση συναποτέφρωσης αποβλήτων·

«άδεια απόρριψης αποβλήτων» σημαίνει την άδεια που χορηγείται δυνάμει του άρθρου 11 του περί Ελέγχου της Ρύπανσης των Νερών Νόμου όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται·

«άδεια εκπομπής αερίων αποβλήτων» σημαίνει την άδεια που χορηγείται δυνάμει του άρθρου 8 του περί Ελέγχου της Ρύπανσης της Ατμόσφαιρας Νόμου, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται·

«άδεια οικοδομής» σημαίνει την άδεια που χορηγείται δυνάμει του άρθρου 3 του περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμου, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται·

«αεριοκίνητη μηχανή» σημαίνει μηχανή εσωτερικής καύσης, η οποία λειτουργεί σύμφωνα με τον κύκλο Όττο και χρησιμοποιεί για την καύση καυσίμου επιβαλλόμενη ανάφλεξη ή στην περίπτωση καύσης δύο καυσίμων, σύστημα ανάφλεξης καυσίμου με συμπίεση·

«αεριοστρόβιλος» σημαίνει κάθε περιστρεφόμενη μηχανή που μετατρέπει θερμική ενέργεια σε μηχανικό έργο και η οποία αποτελείται κυρίως από συμπιεστή, θερμική διάταξη, όπου το καύσιμο οξειδώνεται για να θερμάνει το φέρον ρευστό, και στρόβιλο·

«αναδυόμενη τεχνική» σημαίνει κάθε νέα τεχνική για μια βιομηχανική δραστηριότητα η οποία, εάν αναπτυχθεί εμπορικά, μπορεί να εξασφαλίσει είτε υψηλότερο γενικό επίπεδο προστασίας του περιβάλλοντος είτε τουλάχιστον το ίδιο επίπεδο προστασίας του περιβάλλοντος και μεγαλύτερη εξοικονόμηση κόστους σε σχέση με υφιστάμενες βέλτιστες διαθέσιμες τεχνικές·

«ανάκτηση» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 2 του περί Αποβλήτων Νόμου, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται·

«ανακύκλωση» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 2 του περί Αποβλήτων Νόμου, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται·

«απόβλητο» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 2 του περί Αποβλήτων Νόμου, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται·

«Αρμόδια Αρχή» σημαίνει τον Υπουργό Γεωργίας, Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος ή τον Υπουργό Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων ή και τους δύο αυτούς Υπουργούς, όπως καθορίζεται στο άρθρο 5 και στο Παράρτημα Ι·

«αρχή τοπικής αυτοδιοίκησης» σημαίνει δήμο ή κοινοτικό συμβούλιο·

«Αρχείο»: σημαίνει το Αρχείο που τηρείται με βάση το άρθρο 95 του παρόντος Νόμου·

«Αρχιεπιθεωρητής» σημαίνει τον Αρχιεπιθεωρητή που ορίζεται δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου (2) του άρθρου 84·

«βασική έκθεση» σημαίνει την έκθεση που περιλαμβάνει τις πληροφορίες αναφορικά με την κατάσταση της ρύπανσης του εδάφους και των υπόγειων υδάτων από σχετικές με τη δραστηριότητα επικίνδυνες ουσίες, η οποία καταρτίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 34·

«βέλτιστες διαθέσιμες τεχνικές» ή «ΒΔΤ» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το εδάφιο (2)·

«βιομάζα» σημαίνει οποιοδήποτε από τα ακόλουθα:

(α) προϊόντα που αποτελούνται από οποιαδήποτε φυτική ύλη, η οποία προέρχεται από τη γεωργία ή τη δασοκομία και η οποία μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως καύσιμο, προκειμένου να ανακτηθεί το ενεργειακό της περιεχόμενο·

(β) φυτικά απόβλητα της γεωργίας ή της δασοκομίας∙

(γ) φυτικά απόβλητα της βιομηχανίας τροφίμων, εφόσον ανακτάται η εκλυόμενη θερμότητα∙

(δ) ινώδη φυτικά απόβλητα από την παραγωγή παρθένου χαρτοπολτού και την παραγωγή χαρτιού από χαρτοπολτό, εφόσον για τα εν λόγω απόβλητα εφαρμόζεται διαδικασία συναποτέφρωσης στον τόπο παραγωγής και ανακτάται η παραγόμενη θερμότητα∙

(ε) απόβλητα φελλού∙

(στ) απόβλητα ξύλου, εξαιρουμένων των αποβλήτων ξύλου τα οποία ενδέχεται να περιέχουν αλογονούχες οργανικές ενώσεις ή βαρέα μέταλλα ως αποτέλεσμα επεξεργασίας με συντηρητικά ξύλου ή ως αποτέλεσμα επίστρωσης, και τα οποία περιλαμβάνουν ειδικότερα απόβλητα ξύλου προερχόμενα από κατασκευές και κατεδαφίσεις·

«γενικοί όροι λειτουργίας» σημαίνει τις οριακές τιμές εκπομπής και απόρριψης ή άλλους όρους, τουλάχιστον σε επίπεδο τομέα δραστηριότητας που υιοθετούνται με την πρόθεση να χρησιμοποιηθούν απευθείας για τον καθορισμό των όρων λειτουργίας, οι οποίοι καθορίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 12·

«δήμος» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 2 του περί Δήμων Νόμου, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται·

«διάθεση» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 2 των περί Αποβλήτων Νόμου, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται·

«διοξίνες και φουράνια» σημαίνει όλα τα πολυχλωροπαράγωγα της διβενζο-π-διοξίνης και του διβενζοφουρανίου, όπως απαριθμούνται στο Μέρος 2 του Παραρτήματος ΙΙ.·

«έγγραφο αναφοράς ΒΔΤ» σημαίνει έγγραφο, το οποίο προκύπτει μετά από την ανταλλαγή πληροφοριών και απόφαση της Επιτροπής που προβλέπεται στο Άρθρο 13 της Οδηγίας 2010/75/ΕΕ, το οποίο συντάσσεται για συγκεκριμένες δραστηριότητες και περιγράφει κυρίως τις εφαρμοζόμενες τεχνικές, τα ισχύοντα επίπεδα εκπομπών και κατανάλωσης, τις τεχνικές που εξετάζονται για τον καθορισμό των βέλτιστων διαθέσιμων τεχνικών καθώς και τα συμπεράσματα ΒΔΤ και όλες τις αναδυόμενες τεχνικές, λαμβάνοντας ιδιαίτερα υπόψη τα κριτήρια του Παραρτήματος ΙΙΙ·

«εγκατάσταση» σημαίνει κάθε ακίνητη ή κινητή τεχνική μονάδα, εντός της οποίας εκτελούνται μία ή περισσότερες από τις δραστηριότητες του Παραρτήματος ΙV ή του Μέρους 1 του Παραρτήματος V, καθώς και όλες οι άλλες άμεσα συνδεδεμένες δραστηριότητες, στον ίδιο χώρο, οι οποίες είναι τεχνικώς συναφείς με τις δραστηριότητες των εν λόγω Παραρτημάτων και ενδέχεται να επηρεάζουν τις εκπομπές και γενικότερα τη ρύπανση·

«εγκατάσταση αποτέφρωσης αποβλήτων» σημαίνει κάθε σταθερή ή κινητή τεχνική εγκατάσταση με τον εξοπλισμό της που προορίζεται αποκλειστικά για θερμική επεξεργασία αποβλήτων, με ή χωρίς ανάκτηση της θερμότητας που εκλύεται κατά την καύση, μέσω της αποτέφρωσης αποβλήτων με οξείδωση καθώς και άλλων τεχνικών θερμικής επεξεργασίας, όπως η πυρόλυση, η αεριοποίηση ή η τεχνική πλάσματος, εφόσον οι ουσίες που προέρχονται από την επεξεργασία στη συνέχεια αποτεφρώνονται·

«εγκατάσταση καύσης» σημαίνει κάθε τεχνική εγκατάσταση, στην οποία οξειδώνονται καύσιμα, με σκοπό τη χρησιμοποίηση της παραγόμενης θερμότητας·

«εγκατάσταση καύσης μεικτής εστίας» σημαίνει κάθε εγκατάσταση καύσης που μπορεί να τροφοδοτείται ταυτόχρονα ή εναλλάξ με δύο ή περισσότερα είδη καυσίμων·

«εγκατάσταση συναποτέφρωσης αποβλήτων» σημαίνει κάθε σταθερή ή κινητή τεχνική εγκατάσταση, της οποίας κύρια λειτουργία είναι η παραγωγή ενέργειας ή υλικών προϊόντων, στην οποία -

(α) χρησιμοποιούνται απόβλητα ως σύνηθες ή συμπληρωματικό καύσιμο, ή

(β) τα απόβλητα υφίστανται θερμική επεξεργασία για τη διάθεσή τους, μέσω αποτέφρωσης αποβλήτων με οξείδωση, καθώς και άλλων τεχνικών θερμικής επεξεργασίας, όπως η πυρόλυση, η αεριοποίηση ή η τεχνική πλάσματος, εφόσον οι ουσίες που προέρχονται από την επεξεργασία στη συνέχεια αποτεφρώνονται·

«εγχώριο στερεό καύσιμο» σημαίνει το στερεό καύσιμο, το οποίο υπάρχει στη φύση, εξορύσσεται σε τοπικό επίπεδο και χρησιμοποιείται σε εγκατάσταση καύσης ειδικά σχεδιασμένη για το καύσιμο αυτό·

«έδαφος» σημαίνει το ανώτερο στρώμα του στερεού φλοιού της Γης, μεταξύ του γεωλογικού υπόβαθρου και της επιφάνειας, το οποίο αποτελείται από ανόργανα και οργανικά συστατικά, νερό, αέρα και έμβιους οργανισμούς·

«εκπομπή» σημαίνει την άμεση ή έμμεση έκλυση ουσιών, κραδασμών, θερμότητας ή θορύβου στην ατμόσφαιρα, τα νερά ή το έδαφος, από σημειακές ή διάχυτες πηγές της εγκατάστασης·

«ενδιαφερόμενο κοινό» σημαίνει το κοινό, το οποίο επηρεάζεται ή ενδέχεται να επηρεαστεί ή το οποίο έχει συμφέρον στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων σχετικά με τη χορήγηση, ανανέωση ή τροποποίηση Άδειας ή των όρων λειτουργίας αυτής, περιλαμβανομένων των μη κυβερνητικών οργανώσεων που προάγουν την προστασία του περιβάλλοντος·

«επαναχρησιμοποίηση» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 2 του περί Αποβλήτων Νόμου, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται·

«Επαρχία» σημαίνει μια από τις έξι Διοικητικές Επαρχίες της Κύπρου·

«Έπαρχος» σημαίνει τον Έπαρχο της οικείας Επαρχίας·

«επιθεωρητής» σημαίνει τον επιθεωρητή, όπως αυτός ορίζεται δυνάμει των διατάξεων των εδαφίων (1) ή (3) του άρθρου 84·

«επικίνδυνα απόβλητα» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 2 του περί Αποβλήτων Νόμου, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται·

«επικίνδυνες ουσίες» σημαίνει τις ουσίες ή μείγματα, όπως ορίζονται στο Άρθρο 3 του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1272/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 16ης Δεκεμβρίου 2008 για την ταξινόμηση, την επισήμανση και τη συσκευασία των ουσιών και των μειγμάτων, την τροποποίηση και την κατάργηση των Οδηγιών 64/5/48/ΕΟΚ και 1999/45/ΕΚ και την τροποποίηση του Κανονισμού (ΕΚ) αριθμ. 1907/2006, όπως τροποποιήθηκε τελευταία από τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 618/2012 της Επιτροπής της 10ης Ιουλίου 2012 σχετικά με την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1272/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την ταξινόμηση, την επισήμανση και τη συσκευασία των ουσιών και των μειγμάτων, με σκοπό την προσαρμογή του στην τεχνική και επιστημονική πρόοδο και όπως περαιτέρω εκάστοτε τροποποιείται η αντικαθίσταται·

«επίπεδα εκπομπών που συνδέονται με τις βέλτιστες διαθέσιμες τεχνικές» σημαίνει το εύρος των επιπέδων εκπομπών που εκλύονται υπό κανονικές συνθήκες λειτουργίας με τη χρήση βέλτιστης διαθέσιμης τεχνικής ή συνδυασμού βέλτιστων διαθέσιμων τεχνικών, όπως αυτές περιγράφονται στα συμπεράσματα ΒΔΤ, διατυπωμένες ως μέσος όρος κατά τη διάρκεια δεδομένου χρονικού διαστήματος, υπό συγκεκριμένες συνθήκες αναφοράς·

«Επιτροπή» σημαίνει την Ευρωπαϊκή Επιτροπή·

«επιφανειακά χερσαία νερά» σημαίνει τα χερσαία νερά, εκτός των υπόγειων υδάτων και περιλαμβάνουν οποιοδήποτε ποταμό, ρυάκι ή άλλο υδατόρεμα, λίμνη, λιμνοδεξαμενή ή ταμιευτήρα, ή οποιοδήποτε μέρος αυτών φυσικό ή τεχνικό, γλυκό, υφάλμυρο ή αλμυρό και οποιαδήποτε αναφορά σε επιφανειακά χερσαία νερά περιλαμβάνει αναφορά στο κανάλι ή στην κοίτη επιφανειακών χερσαίων νερών που είναι ενίοτε ξηρά·

«επίχρισμα» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 2 του περί Περιορισμού των Εκπομπών Πτητικών Οργανικών Ενώσεων που Οφείλονται στη Χρήση Οργανικών Διαλυτών σε Χρώματα Διακόσμησης, Βερνίκια, Προϊόντα Φανοποιίας Αυτοκινήτων και Άλλα Προϊόντα Βαφής Νόμου, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται·

«καθοριστικό καύσιμο» σημαίνει-

(α) καύσιμο το οποίο, μεταξύ όλων των καυσίμων που χρησιμοποιούνται σε εγκατάσταση καύσης μεικτής εστίας, η οποία χρησιμοποιεί υπολείμματα απόσταξης και μετατροπής από τη διύλιση του αργού πετρελαίου για ιδία κατανάλωση, αποκλειστικώς ή με άλλα καύσιμα, έχει την υψηλότερη οριακή τιμή εκπομπής, σύμφωνα με το Μέρος 1 του Παραρτήματος VI, ή

(β) σε περίπτωση που διάφορα καύσιμα έχουν την ίδια οριακή τιμή εκπομπής, είναι το καύσιμο με τη μεγαλύτερη θερμική ισχύ μεταξύ των καυσίμων αυτών·

«καπνοδόχος» σημαίνει κατασκευή που περιέχει ένα ή περισσότερους καπναγωγούς για την έκλυση αέριων αποβλήτων στην ατμόσφαιρα·

«καύσιμο» σημαίνει κάθε στερεά, υγρή ή αέρια καύσιμη ύλη·

«κοινό» σημαίνει ένα ή περισσότερα φυσικά ή νομικά πρόσωπα, καθώς και τις ενώσεις, οργανώσεις ή ομάδες αυτών·

«κοινότητα» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από τον περί Κοινοτήτων Νόμο, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται·

«κοινοτικό συμβούλιο» σημαίνει το κοινοτικό συμβούλιο οποιασδήποτε κοινότητας ή συμπλέγματος κοινοτήτων, που συστάθηκε δυνάμει των διατάξεων του περί Κοινοτήτων Νόμου, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται·

«κράτος μέλος» σημαίνει κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και περιλαμβάνει κάθε κράτος που είναι συμβαλλόμενο μέρος στη Συμφωνία ΕΟΧ·

«μεικτά αστικά απόβλητα» σημαίνει τα απόβλητα από νοικοκυριά, καθώς και τα απόβλητα από εμπορικές και βιομηχανικές δραστηριότητες και τα απόβλητα οργανισμών, τα οποία, λόγω της φύσης και της σύνθεσής τους, είναι όμοια με τα απόβλητα των νοικοκυριών, εξαιρουμένων-

(α) των αποβλήτων που αναφέρονται υπό τον κωδικό 20 01 στο Παράρτημα του περί Στερεών και Επικίνδυνων Αποβλήτων (Κατάλογος Αποβλήτων) Διατάγματος του 2003 και τα οποία συλλέγονται χωριστά στην πηγή, και

(β) των λοιπών αποβλήτων που αναφέρονται υπό τον κωδικό 20 02 στο Παράρτημα του ανωτέρω Διατάγματος·

«μικρό απομονωμένο σύστημα» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 2 του περί Ρύθμισης της Αγοράς Ηλεκτρισμού Νόμου, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται·

«νερά» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο «νερά της Κύπρου» από το άρθρο 2 του περί Ελέγχου της Ρύπανσης των Νερών Νόμου, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται·

«νομικό πρόσωπο» δεν περιλαμβάνει νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου κατά την άσκηση κρατικής εξουσίας αλλά περιλαμβάνει νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, του οποίου οι δραστηριότητες προκύπτουν από το ιδιωτικό δίκαιο.

«ντιζελοκίνητη μηχανή» σημαίνει μηχανή εσωτερικής καύσης, η οποία λειτουργεί σύμφωνα με τον κύκλο ντίζελ και χρησιμοποιεί σύστημα ανάφλεξης καυσίμου με συμπίεση·

«οδηγία 2010/75/ΕΕ» σημαίνει την Οδηγία 2010/75/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 24ης Νοεμβρίου 2010 περί βιομηχανικών εκπομπών (ολοκληρωμένη πρόληψη και έλεγχος της ρύπανσης), όπως εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται·

«ονομαστική δυναμικότητα» σημαίνει το εκφραζόμενο ως την ποσότητα των αποβλήτων που αποτεφρώνονται ανά ώρα άθροισμα των δυναμικοτήτων αποτέφρωσης των κλιβάνων που συνθέτουν την εγκατάσταση αποτέφρωσης αποβλήτων ή την εγκατάσταση συναποτέφρωσης αποβλήτων, όπως ορίζονται από τον κατασκευαστή και επιβεβαιώνονται από το φορέα εκμετάλλευσης, λαμβάνοντας υπόψη τη θερμογόνο αξία των αποβλήτων·

«οργανική ένωση» σημαίνει κάθε ένωση που περιέχει τουλάχιστον άνθρακα και ένα ή περισσότερα από τα στοιχεία υδρογόνο, αλογόνα, οξυγόνο, θείο, φωσφόρο, πυρίτιο ή άζωτο, εξαιρουμένων των οξειδίων του άνθρακα και των ανόργανων ανθρακικών και όξινων ανθρακικών αλάτων·

«οργανικός διαλύτης» σημαίνει κάθε πτητική οργανική ένωση που χρησιμοποιείται -

(α) μόνη ή σε συνδυασμό με άλλους παράγοντες, χωρίς να υφίσταται χημική μετατροπή, για τη διάλυση πρώτων υλών, προϊόντων ή αποβλήτων, ή

(β) ως μέσο καθαρισμού για τη διάλυση ξένων προσμείξεων, ή

(γ) ως διαλυτοποιητής, ή

(δ) ως μέσο διασποράς, ή

(ε) ως ρυθμιστής του ιξώδους, ή

(στ) ως ρυθμιστής της επιφανειακής τάσης, ή

(ζ) ως πλαστικοποιητής, ή

(η) ως συντηρητικό·

«οριακή τιμή εκπομπής» σημαίνει τη μάζα, εκφρασμένη σε σχέση με ορισμένες ειδικές παραμέτρους, τη συγκέντρωση ή/ και τη στάθμη μιας εκπομπής, της οποίας δεν επιτρέπεται η υπέρβαση κατά τη διάρκεια μιας ή περισσότερων συγκεκριμένων χρονικών περιόδων·

«ουσία» σημαίνει κάθε χημικό στοιχείο και οι ενώσεις του, εξαιρουμένων-

(α) ραδιενεργών ουσιών, όπως ορίζονται στο άρθρο 2 του περί Προστασίας από Ιονίζουσες Ακτινοβολίες και Πυρηνικής Ασφάλειας Νόμου, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται·

(β) γενετικώς τροποποιημένων μικροοργανισμών, όπως ορίζονται στο εδάφιο (1) του άρθρου 2 του περί Γενετικά Τροποποιημένων Μικροοργανισμών (κατά την Περιορισμένη Χρήση) Νόμου, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται·

(γ) γενετικώς τροποποιημένων οργανισμών, όπως ορίζονται στο εδάφιο (3) του άρθρου 2 του περί Γενετικά Τροποποιημένων Οργανισμών (Ελευθέρωση στο Περιβάλλον) Νόμου, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται·

«ουσιαστική μεταβολή» σημαίνει κάθε μεταβολή της φύσης ή της λειτουργίας ή επέκταση εγκατάστασης ή εγκατάστασης καύσης ή εγκατάστασης αποτέφρωσης αποβλήτων ή εγκατάστασης συναποτέφρωσης αποβλήτων, που ενδέχεται να έχει σημαντικές αρνητικές επιπτώσεις στην ανθρώπινη υγεία ή στο περιβάλλον·

«παραγωγός αποβλήτων» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 2 του περί Αποβλήτων Νόμου, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται·

«περιβαλλοντική επιθεώρηση» σημαίνει το σύνολο των δράσεων, οι οποίες περιλαμβάνουν μεταξύ άλλων, επιτόπιες επιθεωρήσεις, παρακολούθηση των εκπομπών, έλεγχο των εσωτερικών εκθέσεων και των σχετικών εγγράφων παρακολούθησης, επαλήθευση της παρακολούθησης που διενεργεί η εγκατάσταση, έλεγχο των τεχνικών που χρησιμοποιούνται και της καταλληλότητας της περιβαλλοντικής διαχείρισης της εγκατάστασης, που αναλαμβάνονται από την Αρμόδια Αρχή ή εξ ονόματός της, με στόχο τον έλεγχο και την προαγωγή της συμμόρφωσης των εγκαταστάσεων με τους όρους λειτουργίας της Άδειάς τους και, εφόσον απαιτείται, τον έλεγχο των επιπτώσεών τους στο περιβάλλον·

«πιστοποιητικό έγκρισης» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από άρθρο 10 του περί Οδών και Οικοδομών Νόμου.

«ποιοτικό πρότυπο περιβάλλοντος» σημαίνει το σύνολο των απαιτήσεων που συγκεκριμένο τμήμα των νερών, του εδάφους ή/ και της ατμόσφαιρας, πρέπει να πληροί σε συγκεκριμένο χρόνο, σύμφωνα με διάταγμα που εκδίδει η Αρμόδια Αρχή δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 30·

«πολεοδομική άδεια» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 2 του περί Πολεοδομίας και Χωροταξίας Νόμου.

«ποσοστό αποθείωσης» σημαίνει την ποσότητα θείου, που δεσμεύεται στον τόπο της εγκατάστασης καύσης, σε δεδομένο χρονικό διάστημα και δεν εκπέμπεται στην ατμόσφαιρα, προς την ποσότητα θείου, που περιέχεται στο στερεό καύσιμο, το οποίο εισέρχεται στην εγκατάσταση καύσης και χρησιμοποιείται στην εν λόγω εγκατάσταση καύσης κατά το ίδιο χρονικό διάστημα, εκφραζόμενο επί τοις εκατόν·

«πουλερικά» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από τον Κανονισμό 2 των περί της Υγείας των Ζώων (Υγειονομικοί Όροι που διέπουν το Εμπόριο Πουλερικών και Αυγών για Επώαση) Κανονισμών·

«πτητική οργανική ένωση» ή «ΠΟΕ» σημαίνει κάθε οργανική ένωση καθώς και το κλάσμα κρεωσότου, που έχει-

(α) τάση ατμών 0,01 kPa ή μεγαλύτερη σε θερμοκρασία 293,15 Κ, ή

(β) ανάλογη πτητικότητα στις συγκεκριμένες συνθήκες χρήσης·

«ρύπανση» σημαίνει την άμεση ή έμμεση εισαγωγή στην ατμόσφαιρα, στα νερά και/ή στο έδαφος, ως αποτέλεσμα ανθρώπινης δραστηριότητας, ουσιών, κραδασμών, θερμότητας ή θορύβου που ενδέχεται να βλάψουν την ανθρώπινη υγεία ή το περιβάλλον, να υποβαθμίσουν υλικά αγαθά, να παραβλάψουν ή να εμποδίσουν την ψυχαγωγική λειτουργία, καθώς και τις άλλες νόμιμες χρήσεις του περιβάλλοντος·

«συμπεράσματα ΒΔΤ» σημαίνει έγγραφο που καταρτίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 13 της οδηγίας 2010/75/ΕΕ, το οποίο αποτελεί μέρος του εγγράφου αναφοράς ΒΔΤ και περιλαμβάνει τα συμπεράσματα σχετικά με τις βέλτιστες διαθέσιμες τεχνικές, την περιγραφή τους, πληροφορίες για την εκτίμηση της δυνατότητας εφαρμογής τους, τα επίπεδα εκπομπών που συνδέονται με τις βέλτιστες διαθέσιμες τεχνικές, τη σχετική παρακολούθηση, τα αντίστοιχα επίπεδα κατανάλωσης και, κατά περίπτωση, τα συναφή μέτρα αποκατάστασης χώρου·

«Συμφωνία ΕΟΧ» σημαίνει τη Συμφωνία για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο που υπογράφηκε στο Οπόρτο στις 2 Μαΐου 1992, όπως τροποποιήθηκε με το Πρωτόκολλο που υπογράφηκε στις Βρυξέλλες στις 17 Μαρτίου 1993·

«Τεχνική Επιτροπή» σημαίνει την επιτροπή που ιδρύεται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 6·

«υπόγεια ύδατα» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το εδάφιο (1) του άρθρου 2 του περί Προστασίας και Διαχείρισης των Υδάτων Νόμου, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται·

«φορέας εκμετάλλευσης» σημαίνει κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, ιδιωτικού ή δημόσιου δικαίου -

(α) το οποίο λειτουργεί ή ελέγχει, εν όλω ή εν μέρει, την εγκατάσταση ή την εγκατάσταση καύσης ή την εγκατάσταση αποτέφρωσης αποβλήτων ή την εγκατάσταση συναποτέφρωσης αποβλήτων, ή

(β) στο οποίο έχει εκχωρηθεί αποφασιστική οικονομική εξουσία για την τεχνική της λειτουργία:

Νοείται ότι, στην περίπτωση νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, η εν λόγω εκχώρηση γίνεται βάσει νομοθεσίας·

«ώρες λειτουργίας» σημαίνει το χρόνο, εκπεφρασμένο σε ώρες, κατά τον οποίο μια εγκατάσταση καύσης, εν όλω ή εν μέρει, λειτουργεί και απορρίπτει εκπομπές στην ατμόσφαιρα, εξαιρουμένων των περιόδων έναρξης και παύσης λειτουργίας.

(2) Για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου, «βέλτιστες διαθέσιμες τεχνικές» ή «ΒΔΤ» σημαίνει το πλέον αποτελεσματικό και προηγμένο στάδιο εξέλιξης των δραστηριοτήτων και των μεθόδων λειτουργίας τους, που αποδεικνύει την πρακτική καταλληλότητα συγκεκριμένων τεχνικών να συνιστούν τη βάση των οριακών τιμών εκπομπής και άλλων όρων λειτουργίας, για την αποφυγή και, όταν αυτό δεν είναι πρακτικά εφικτό, τη μείωση των εκπομπών και των επιπτώσεων στο περιβάλλον στο σύνολό του, όπου -

(α) «τεχνικές» περιλαμβάνουν τόσο την τεχνολογία που χρησιμοποιείται όσο και τον τρόπο σχεδιασμού, κατασκευής, συντήρησης, λειτουργίας και παροπλισμού της εγκατάστασης·

(β) «διαθέσιμες τεχνικές» σημαίνει τις αναπτυχθείσες σε κλίμακα που επιτρέπει την εφαρμογή τους στον οικείο βιομηχανικό κλάδο, υπό οικονομικώς και τεχνικώς βιώσιμες συνθήκες, λαμβανομένων υπόψη του κόστους και των πλεονεκτημάτων, ανεξαρτήτως του αν οι ως άνω τεχνικές χρησιμοποιούνται ή παράγονται στη Δημοκρατία, εφόσον εξασφαλίζεται η πρόσβαση του φορέα εκμετάλλευσης σε αυτές με λογικούς όρους· και

(γ) «βέλτιστες» σημαίνει τις πλέον αποτελεσματικές, όσον αφορά την επίτευξη υψηλού γενικού επιπέδου προστασίας του περιβάλλοντος, στο σύνολό του, διαθέσιμες τεχνικές.

Σκοπός του παρόντος Νόμου

3. Σκοπός του παρόντος Νόμου είναι η ολοκληρωμένη πρόληψη και ο έλεγχος της ρύπανσης από εγκαταστάσεις και βιομηχανικές δραστηριότητες που αναφέρονται στα Μέρη ΙΙΙ έως VIΙ με την αποφυγή και, όταν αυτό δεν είναι δυνατό, τη μείωση των εκπομπών καθώς και με την πρόληψη της παραγωγής αποβλήτων, ώστε να επιτευχθεί υψηλό επίπεδο προστασίας του περιβάλλοντος στο σύνολό του.

ΜΕΡΟΣ ΙΙ ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Πεδίο εφαρμογής του παρόντος Νόμου

4.-(1) Ο παρών Νόμος εφαρμόζεται στις εγκαταστάσεις και στις βιομηχανικές δραστηριότητες που αναφέρονται στα Μέρη IIΙ έως VIΙ, οι οποίες προκαλούν ή δύνανται να προκαλέσουν ρύπανση.

(2) Ο παρών Νόμος δεν εφαρμόζεται στις δραστηριότητες έρευνας και ανάπτυξης, ούτε στη δοκιμή νέων προϊόντων και διαδικασιών.

Αρμόδια Αρχή

5.-(1) Αρμόδια Αρχή για την εφαρμογή του παρόντος Νόμου είναι ο Υπουργός Γεωργίας, Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος ή ο Υπουργός Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων ή και οι δύο ανάλογα με την περίπτωση και σύμφωνα με τον καταμερισμό αρμοδιοτήτων μεταξύ των δύο Υπουργών που προβλέπεται στο Παράρτημα Ι.

(2) Σε περίπτωση συναρμοδιότητας, οι αρμοδιότητες του Υπουργού Γεωργίας, Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος αφορούν σε θέματα ελέγχου της ρύπανσης των νερών και του εδάφους και οι αρμοδιότητες του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων σε θέματα ρύπανσης της ατμόσφαιρας.

(3) Οποιαδήποτε πράξη ή οτιδήποτε είναι υπόχρεη ή εντεταλμένη να πράξει η Αρμόδια Αρχή δυνάμει του παρόντος Νόμου, μπορεί να διενεργηθεί από λειτουργό του οικείου Υπουργείου, που ενεργεί δυνάμει γραπτής εξουσιοδότησης του οικείου Υπουργού.

Ίδρυση και λειτουργία Τεχνικής Επιτροπής

6.-(1) Ιδρύεται επιτροπή με την ονομασία «Τεχνική Επιτροπή για την Προστασία του Περιβάλλοντος», στην οποία συμμετέχουν ένας εκπρόσωπος από-

(α) το Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων,

(β) το Υπουργείο Γεωργίας, Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος,

(γ) το Υπουργείο Υγείας,

(δ) το Υπουργείο Εσωτερικών,

(ε) το Υπουργείο Ενέργειας, Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού,

(στ) το Υπουργείο Συγκοινωνιών και Έργων,

(ζ) το Επιστημονικό και Τεχνικό Επιμελητήριο Κύπρου, και

(η) την Ομοσπονδία Περιβαλλοντικών Οργανώσεων Κύπρου.

(2) Το καθένα από τα Υπουργεία μπορεί να εκπροσωπείται στην κάθε συνεδρία της Τεχνικής Επιτροπής από διαφορετικό λειτουργό.

(3) Ο κάθε εκπρόσωπος Υπουργείου μπορεί να συνοδεύεται κατά τις συνεδρίες από ένα ή δύο επιστημονικούς ή τεχνικούς συμβούλους.

(4) Πρόεδρος της Τεχνικής Επιτροπής είναι ο εκπρόσωπος του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων κα, σε περίπτωση απουσίας του εκλέγεται από τα υπόλοιπα μέλη άλλος εκπρόσωπος για να προεδρεύσει της συνεδρίας.

(5) Σε συνεδρίες της Τεχνικής Επιτροπής, η παρουσία πέντε μελών αποτελεί απαρτία.

(6) Οι συνεδρίες της Τεχνικής Επιτροπής συγκαλούνται από τον Πρόεδρο αυτής. οποιοδήποτε μέλος της Τεχνικής Επιτροπής μπορεί να ζητήσει έκτακτη συνεδρία, αφού δηλώσει τους λόγους που την επιβάλλουν και το θέμα που πρέπει να συζητηθεί· η έκτακτη συνεδρία συγκαλείται από τον Πρόεδρο της Τεχνικής Επιτροπής μέσα σε δεκατέσσερις (14) ημέρες από την ημερομηνία που ζητείται η σύγκλησή της.

(7) Για οποιοδήποτε θέμα που θα συζητηθεί σε συνεδρία της Τεχνικής Επιτροπής ο Πρόεδρος αυτής μεριμνά ώστε, η ειδοποίηση για τη συνεδρία αυτή να αποσταλεί χωρίς καθυστέρηση και να παραληφθεί από τους συμμετέχοντες που εκπροσωπούνται στην Τεχνική Επιτροπή επτά (7) τουλάχιστον μέρες πριν από τη συνεδρία.

(8) Στην ειδοποίηση αναφέρονται λεπτομέρειες σχετικές με το κάθε θέμα που θα συζητηθεί και κάθε εργασία που θα διεξαχθεί και ιδιαίτερα λεπτομέρειες που αφορούν -

(α) ποιοτικά πρότυπα περιβάλλοντος,

(β) γενικούς όρους λειτουργίας που ισχύουν ή που θα πρέπει να υιοθετηθούν και πρόσθετους όρους λειτουργίας, εάν πρόκειται για θέματα που αφορούν δραστηριότητες του Παραρτήματος IV,

(γ) την Άδεια και τους όρους λειτουργίας υπό τους οποίους έχει χορηγηθεί ή θα πρέπει να χορηγηθεί,

(δ) ανανέωση, ανάκληση ή τροποποίηση της Άδειας ή των όρων λειτουργίας, υπό τους οποίους έχει χορηγηθεί, και

(ε) τον τύπο αίτησης που εγκρίνεται σύμφωνα με το άρθρο 9.

(9) Η ειδοποίηση για τη συνεδρία της Τεχνικής Επιτροπής, μαζί με ημερήσια διάταξη και αντίγραφα των σχετικών εγγράφων, αποστέλλονται επίσης σε κάθε Έπαρχο, δήμο ή κοινοτικό συμβούλιο, εφόσον τα θέματα που θα συζητηθούν αφορούν άμεσα ή έμμεσα την περιοχή της δικαιοδοσίας τους.

Αρμοδιότητες Τεχνικής Επιτροπής

7.-(1) Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου (2) του άρθρου 12, προτού η Αρμόδια Αρχή προβεί σε οποιαδήποτε από τις ακόλουθες ενέργειες, δηλαδή -

(α) εκδώσει διάταγμα για τον καθορισμό ποιοτικού προτύπου περιβάλλοντος, δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 30,

(β) εκδώσει διάταγμα για τον καθορισμό γενικών όρων λειτουργίας, δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 12,

(γ) χορηγήσει Άδεια, δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 11,

(δ) λάβει απόφαση για ανανέωση, ανάκληση ή τροποποίηση Άδειας ή των όρων λειτουργίας αυτής, δυνάμει των διατάξεων των άρθρων 11, 13, 15 και 19,

η Τεχνική Επιτροπή εξετάζει το θέμα σε μια ή περισσότερες συνεδρίες και προβαίνει σε σχετική εισήγηση προς την Αρμόδια Αρχή.

(2) Εάν σε συνεδρία της Τεχνικής Επιτροπής προς εξέταση θέματος που αναφέρεται πιο πάνω, προκύψει οποιαδήποτε διαφωνία ως προς την εισήγηση που θα υποβληθεί στην Αρμόδια Αρχή, το μέλος που διαφωνεί μπορεί να ζητήσει από τον Πρόεδρο όπως το θέμα παραπεμφθεί προς εξέταση και οριστική επίλυση στο Υπουργικό Συμβούλιο. σε τέτοια περίπτωση, ο Πρόεδρος προβαίνει στις κατάλληλες ενέργειες για παραπομπή του θέματος στο Υπουργικό Συμβούλιο.

(3) Οποιαδήποτε απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου επί θέματος που παραπέμπεται σε αυτό σύμφωνα με το εδάφιο (2), είναι δεσμευτική για την Αρμόδια Αρχή.

Υποχρέωση κατοχής Άδειας

8.-(1) Απαγορεύεται η λειτουργία οποιασδήποτε εγκατάστασης, εγκατάστασης καύσης, εγκατάστασης αποτέφρωσης αποβλήτων ή εγκατάστασης συναποτέφρωσης αποβλήτων χωρίς Άδεια.

(2)(α) Κατά παρέκκλιση των διατάξεων του εδαφίου (1), η Αρμόδια Αρχή δύναται να θεσπίσει διαδικασία για την εγγραφή σε μητρώο μόνο των εγκαταστάσεων που καλύπτονται από το Μέρος VΙ του παρόντος Νόμου.

(β) Η διαδικασία εγγραφής σε μητρώο καθορίζεται με διάταγμα της Αρμόδιας Αρχής που δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας και περιλαμβάνει, ως ελάχιστη προϋπόθεση, γνωστοποίηση από το φορέα εκμετάλλευσης προς την Αρμόδια Αρχή της πρόθεσής του να θέσει σε λειτουργία μία εγκατάσταση.

(3)(α) Η Άδεια ισχύει για την περίοδο που η Αρμόδια Αρχή καθορίζει για κάθε εγκατάσταση ξεχωριστά και δεν υπερβαίνει τα πέντε (5) χρόνια.

(β) Έξι (6) μήνες πριν τη λήξη της ισχύος της Άδειας, ο φορέας εκμετάλλευσης υποβάλλει αίτηση για ανανέωση της Άδειας στην Αρμόδια Αρχή.

(4) Κάθε υφιστάμενη εγκατάσταση, εγκατάσταση καύσης, εγκατάσταση αποτέφρωσης αποβλήτων ή εγκατάσταση συναποτέφρωσης αποβλήτων, η οποία δεν είχε εξασφαλίσει-

(α) άδεια εκπομπής αερίων αποβλήτων, ή/και

(β) άδεια απόρριψης αποβλήτων,

υποβάλλει στην Αρμόδια Αρχή αίτηση για τη χορήγηση Άδειας μέσα σε έξι (6) μήνες από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου.

(5)(α) Κάθε υφιστάμενη εγκατάσταση, εγκατάσταση καύσης, εγκατάσταση αποτέφρωσης αποβλήτων ή εγκατάσταση συναποτέφρωσης αποβλήτων, η οποία είχε εξασφαλίσει μία από τις άδειες που προβλέπονται στις παραγράφους (α) και (β) του εδαφίου (4), θεωρείται ότι της έχει χορηγηθεί προσωρινή Άδεια με τους ίδιους όρους λειτουργίας και περίοδο ισχύος που είχαν τεθεί στις εν λόγω άδειες.

(β) Η προσωρινή Άδεια ισχύει μέχρι ανάκλησης ή τροποποίησης αυτής, είτε με την τροποποίηση των όρων λειτουργίας της είτε με την προσθήκη νέων όρων λειτουργίας σε αυτήν, με βάση τις διατάξεις του άρθρου 19.

(γ) Έξι (6) μήνες πριν τη λήξη της ισχύος της προσωρινής Άδειας, ο φορέας εκμετάλλευσης υποβάλλει αίτηση για ανανέωση της Άδειας στην Αρμόδια Αρχή.

(6) Για τους σκοπούς του εδαφίου (5), η Αρμόδια Αρχή δύναται να επιβάλει πρόσθετους όρους λειτουργίας κατά τη διάρκεια ισχύος της προσωρινής Άδειας για τη διασφάλιση της προστασίας των νερών, του εδάφους και της ατμόσφαιρας, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου.

Αίτηση χορήγησης ή ανανέωσης Άδειας

9.-(1) Κάθε νέα εγκατάσταση υποβάλλει αίτηση για τη χορήγηση Άδειας στην Αρμόδια Αρχή προτού τεθεί σε λειτουργία.

(2) Χωρίς επηρεασμό των διατάξεων του εδαφίου (3), αίτηση για τη χορήγηση ή ανανέωση Άδειας υποβάλλεται στην Αρμόδια Αρχή, μαζί με αντίγραφο έγκυρης και εν ισχύ πολεοδομικής άδειας ή/και άδειας οικοδομής ή/και πιστοποιητικού έγκρισης ή/ και με αντίγραφο της αίτησης που υποβάλλεται για εξασφάλιση πιστοποιητικού έγκρισης, ανάλογα με την περίπτωση, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου (α) του εδαφίου (1) και της παραγράφου (στ) του εδαφίου (4) του άρθρου 11, σε ειδικό έντυπο και περιέχει τέτοιες πληροφορίες, όπως καθορίζονται με διάταγμα της Αρμόδιας Αρχής που δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας. το έντυπο αίτησης περιλαμβάνει περιγραφή τουλάχιστον των πιο κάτω:

(α) της εγκατάστασης, της φύσης και της έκτασης των δραστηριοτήτων της,

(β) των στοιχείων του φορέα εκμετάλλευσης,

(γ) των συνθηκών του χώρου όπου θα λειτουργήσει η εγκατάσταση,

(δ) των προϊόντων που παράγονται από την εγκατάσταση,

(ε) των πρώτων και βοηθητικών υλών, των ουσιών και της ενέργειας που χρησιμοποιούνται ή παράγονται από την εγκατάσταση,

(στ) των πηγών προέλευσης νερού που χρησιμοποιείται και/ ή καταναλώνεται στην εγκατάσταση, περιλαμβανομένων των ποσοτήτων κατανάλωσης και των ποιοτικών χαρακτηριστικών αυτού,

(ζ) των πηγών εκπομπών,

(η) της βασικής έκθεσης, όπου εφαρμόζεται, σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου (2) του άρθρου 34,

(θ) της φύσης και των ποσοτήτων των προβλεπόμενων εκπομπών από την εγκατάσταση στην ατμόσφαιρα, στα νερά και στο έδαφος ξεχωριστά καθώς και προσδιορισμό των σημαντικών επιπτώσεων των εν λόγω εκπομπών στο περιβάλλον,

(ι) της προβλεπόμενης τεχνολογίας και άλλων τεχνικών που αποσκοπούν στην πρόληψη των εκπομπών που προέρχονται από την εγκατάσταση ή, εάν αυτό δεν είναι δυνατό, στη μείωσή τους,

(ια) των προβλεπόμενων μέτρων πρόληψης, προετοιμασίας για εκ νέου χρήση, ανακύκλωσης και ανάκτησης των αποβλήτων που παράγει η εγκατάσταση,

(ιβ) των προβλεπόμενων μέτρων παρακολούθησης των εκπομπών,

(ιγ) των μέτρων αξιοποίησης των αερίων αποβλήτων που παράγει η εγκατάσταση, εφόσον απαιτείται,

(ιδ) συνοπτικά, των κύριων εναλλακτικών επιλογών, όσον αφορά την τεχνολογία, τις τεχνικές και τα μέτρα που προτείνονται, οι οποίες έχουν μελετηθεί από το φορέα εκμετάλλευσης που αιτείται την Άδεια,

(ιε) των προβλεπόμενων μέτρων παρακολούθησης της ποιότητας του αέρα, των νερών και του εδάφους στην περιοχή της εγκατάστασης, εφόσον απαιτείται,

(ιστ) των άλλων μέτρων που προβλέπονται για τη συμμόρφωση του φορέα εκμετάλλευσης με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου και του άρθρου 24, και/ ή

(ιζ) μη τεχνικού περιεχομένου περίληψη των λεπτομερειών που αναφέρονται στα προαναφερθέντα σημεία:

Νοείται ότι, για τις δραστηριότητες που απαριθμούνται στο Παράρτημα IV και, όπου προβλέπεται, σε όσες εγκαταστάσεις φθάνουν στο όριο δυναμικότητας που καθορίζεται στο εν λόγω Παράρτημα, το έντυπο αίτησης περιλαμβάνει όλα τα πιο πάνω.

(3) Εφόσον αυτό δικαιολογείται από την κατηγορία, το είδος, το μέγεθος ή άλλα χαρακτηριστικά της εγκατάστασης, μαζί με τις πληροφορίες που υποβάλλονται δυνάμει του εδαφίου (2), η Αρμόδια Αρχή δύναται να ζητήσει την υποβολή οποιασδήποτε πρόσθετης πληροφορίας, στοιχείου ή μελέτης που κρίνεται αναγκαία για την πλήρη εξέταση της υποβληθείσας αίτησης.

Εξέταση της αίτησης χορήγησης ή ανανέωσης Άδειας

10.-(1)Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 37, μετά την παραλαβή της αίτησης, εντός δύο (2) εβδομάδων η Αρμόδια Αρχή, μεριμνά ώστε να δημοσιευτεί στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας γνωστοποίηση, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:

(α) η ημερομηνία λήψης της αίτησης,

(β) ότι η αίτηση είναι διαθέσιμη στο κοινό για επιθεώρηση, στα γραφεία της Αρμόδιας Αρχής κατά τις εργάσιμες μέρες και ώρες, και

(γ) ότι οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο μπορεί να υποβάλει στην Αρμόδια Αρχή, εντός τριάντα πέντε (35) ημερών από τη δημοσίευση της γνωστοποίησης, απόψεις ή εισηγήσεις αναφορικά με την αιτούμενη Άδεια ή το περιεχόμενο της αίτησης.

(2) Η αίτηση για τη χορήγηση ή ανανέωση Άδειας εξετάζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου και των άρθρων 7, 8 και 11.

(3) Η Αρμόδια Αρχή αξιολογεί τυχόν απόψεις και εισηγήσεις που υποβλήθηκαν δυνάμει της παραγράφου (γ) του εδαφίου (1) και ενημερώνει γραπτώς το πρόσωπο που τις υπέβαλε για τον τρόπο, με τον οποίο αυτές λήφθηκαν υπόψη.

Χορήγηση ή ανανέωση Άδειας

11.-(1) Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 7, του εδαφίου (3) του άρθρου 10 και των λοιπών διατάξεων του παρόντος άρθρου, η Αρμόδια Αρχή χορηγεί ή ανανεώνει Άδεια, εφόσον ικανοποιείται ότι-

(α) (i)σε περίπτωση εγκατάστασης που λειτουργούσε πριν από την έναρξη της ισχύος του παρόντος Νόμου, υπάρχει έγκυρη και εν ισχύ πολεοδομική άδεια ή/και άδεια οικοδομής ή/και πιστοποιητικό έγκρισης. Και

(ii) σε περίπτωση εγκατάστασης που λειτούργησε μετά την έναρξη της ισχύος του παρόντος Νόμου, πιστοποιητικό έγκρισης:

Νοείται ότι στην περίπτωση εγκατάστασης που λειτουργεί μετά την έναρξη της ισχύος του περί Βιομηχανικών Εκπομπών (Ολοκληρωμένη Πρόληψη και Έλεγχος της Ρύπανσης) (Τροποποιητικού) Νόμου του 2016, η οποία δεν έχει εξασφαλίσει πιστοποιητικό έγκρισης, η Αρμόδια Αρχή δύναται να χορηγήσει άπαξ Άδεια διάρκειας ενός (1) έτους, εφόσον υποβληθούν μαζί με την αίτηση για την εν λόγω Άδεια αντίγραφα της άδειας οικοδομής και της αίτησης για εξασφάλιση πιστοποιητικού έγκρισης για την εν λόγω εγκατάσταση:

Νοείται περαιτέρω ότι αν κατά τη λήξη της ετήσιας Άδειας που αναφέρεται στην πρώτη επιφύλαξη προσκομιστεί πιστοποιητικό έγκρισης, η Αρμόδια Αρχή δύναται να παρατείνει τη χρονική περίοδο ισχύος της εν λόγω Άδειας για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τα τέσσερα (4) έτη, με τους ίδιους όρους, εφόσον, τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 18, διαπιστώσει προηγουμένως ότι δεν έχει συντελεστεί οποιαδήποτε μεταβολή στη λειτουργία της εγκατάστασης:

Νοείται έτι περαιτέρω ότι αν κατά τη λήξη της ετήσιας Άδειας που αναφέρεται στην πρώτη επιφύλαξη δεν προσκομιστεί πιστοποιητικό έγκρισης, η Αρμόδια Αρχή δεν δύναται να χορηγήσει άλλη Άδεια δυνάμει των διατάξεων της πρώτης επιφύλαξης ούτε να παρατείνει τη χρονική περίοδο ισχύος της δυνάμει των διατάξεων της δεύτερης επιφύλαξης.

(β) ο φορέας εκμετάλλευσης διαθέτει τα μηχανήματα ή/και τον εξοπλισμό που απαιτούνται για συμμόρφωση προς όλες τις απαιτήσεις του παρόντος Νόμου και οποιωνδήποτε Κανονισμών και διαταγμάτων εκδίδονται δυνάμει αυτού και προς όλους τους όρους λειτουργίας που επισυνάπτονται στην Άδεια.

(2) Κατά παρέκκλιση των διατάξεων του εδαφίου (1), για οποιαδήποτε υφιστάμενη εγκατάσταση, εγκατάσταση καύσης, εγκατάσταση αποτέφρωσης αποβλήτων ή εγκατάσταση συναποτέφρωσης αποβλήτων, η Αρμόδια Αρχή δύναται-

(α) να προβαίνει σε χορήγηση της Άδειας, έστω και αν ο φορέας εκμετάλλευσης δεν έχει τα μηχανήματα και/ ή τον εξοπλισμό που αναφέρονται στο εδάφιο (1), καθορίζοντας χρονική περίοδο, εντός της οποίας τα μηχανήματα και/ ή ο εξοπλισμός θα πρέπει να τοποθετηθούν, και

(β) να ορίσει χρονική περίοδο, εντός της οποίας ο φορέας εκμετάλλευσης δεν είναι υποχρεωμένος να συμμορφώνεται προς οποιουσδήποτε καθορισμένους όρους λειτουργίας.

(3) Η Αρμόδια Αρχή δε χορηγεί ούτε ανανεώνει Άδεια στην περίπτωση που διαπιστώνει ότι ο φορέας εκμετάλλευσης δεν είναι σε θέση να τηρήσει οριακή τιμή εκπομπής και/ ή ποιοτικό πρότυπο περιβάλλοντος.

(4) Ειδικότερα, η Αρμόδια Αρχή χορηγεί ή ανανεώνει Άδεια μόνο εφόσον διαπιστώσει ότι –

(α) έχουν ληφθεί όλα τα κατάλληλα μέτρα για την πρόληψη της ρύπανσης, περιλαμβανομένης της χρησιμοποίησης των βέλτιστων διαθέσιμων τεχνικών, νοουμένου ότι η εφαρμογή τέτοιων τεχνικών δεν συνεπάγεται υπερβολικό κόστος,

(β) η λειτουργία της εγκατάστασης δε θα προκαλέσει ρύπανση, ειδικότερα με την εκπομπή των ουσιών που απαριθμούνται στο Παράρτημα VII,

(γ) δε θα σημειωθεί υπέρβαση οποιασδήποτε από τις εκάστοτε ισχύουσες οριακές τιμές εκπομπής,

(δ) θα τηρηθούν όλες οι ισχύουσες οριακές τιμές ποιότητας που καθορίζονται δυνάμει του περί της Ποιότητας του Ατμοσφαιρικού Αέρα Νόμου, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται και τα ποιοτικά πρότυπα περιβάλλοντος που καθορίζονται δυνάμει του περί Ελέγχου της Ρύπανσης των Νερών Νόμου, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται,

(ε) ο φορέας εκμετάλλευσης δηλώνει γραπτώς ότι μπορεί να τηρήσει και δεσμεύεται να τηρήσει όλους του όρους λειτουργίας της Άδειας, και

(στ) (i) σε περίπτωση εγκατάστασης που λειτουργούσε πριν από την έναρξη της ισχύος του παρόντος Νόμου, υπάρχει έγκυρη και εν ισχύ πολεοδομική άδεια ή/και άδεια οικοδομής ή/και πιστοποιητικό έγκρισης. και

(ii) σε περίπτωση εγκατάστασης που λειτούργησε μετά την έναρξη της ισχύος του παρόντος Νόμου, πιστοποιητικό έγκρισης:

Νοείται ότι στην περίπτωση εγκατάστασης που λειτουργεί μετά την έναρξη της ισχύος του περί Βιομηχανικών Εκπομπών (Ολοκληρωμένη Πρόληψη και Έλεγχος της Ρύπανσης) (Τροποποιητικού) Νόμου του 2016, η οποία δεν έχει εξασφαλίσει πιστοποιητικό έγκρισης, η Αρμόδια Αρχή δύναται να χορηγήσει άπαξ Άδεια διάρκειας ενός (1) έτους, εφόσον υποβληθούν μαζί με την αίτηση για την εν λόγω Άδεια αντίγραφα της άδειας οικοδομής και της αίτησης για εξασφάλιση πιστοποιητικού έγκρισης για την εν λόγω εγκατάσταση:

Νοείται περαιτέρω ότι αν κατά τη λήξη της ετήσιας Άδειας που αναφέρεται στην πρώτη επιφύλαξη προσκομιστεί πιστοποιητικό έγκρισης, η Αρμόδια Αρχή δύναται να παρατείνει τη χρονική περίοδο της ισχύος της εν λόγω Άδειας για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τα τέσσερα (4) έτη, με τους ίδιους όρους, εφόσον διαπιστώσει προηγουμένως ότι δεν έχει συντελεστεί οποιαδήποτε μεταβολή στη λειτουργία της εγκατάστασης και τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 18:

Νοείται έτι περαιτέρω ότι αν κατά τη λήξη της ετήσιας Άδειας που αναφέρεται στην πρώτη επιφύλαξη δεν προσκομιστεί πιστοποιητικό έγκρισης, η Αρμόδια Αρχή δεν δύναται να χορηγήσει Άδεια δυνάμει των διατάξεων της πρώτης επιφύλαξης ούτε να παρατείνει τη χρονική περίοδο της ισχύος της δυνάμει των διατάξεων της δεύτερης επιφύλαξης.

(5)(α) Η Αρμόδια αρχή μπορεί να χορηγήσει ή ανανεώσει Άδεια, η οποία καλύπτει δύο ή περισσότερες εγκαταστάσεις ή τμήματα εγκαταστάσεων, την εκμετάλλευση των οποίων έχει ο ίδιος φορέας εκμετάλλευσης στον ίδιο χώρο.

(β) Στις περιπτώσεις που η Άδεια καλύπτει δύο ή περισσότερες εγκαταστάσεις, σε αυτήν περιλαμβάνονται τέτοιοι όροι λειτουργίας, ώστε να διασφαλίζεται ότι κάθε εγκατάσταση πληροί τις διατάξεις του παρόντος Νόμου.

(6) Η Αρμόδια Αρχή μπορεί να χορηγήσει ή ανανεώσει Άδεια, η οποία καλύπτει διάφορα τμήματα μιας εγκατάστασης, την οποία λειτουργούν ή ελέγχουν διαφορετικοί φορείς εκμετάλλευσης. στις περιπτώσεις αυτές, η Άδεια καθορίζει τις ευθύνες έκαστου φορέα εκμετάλλευσης.

(7) Σε περίπτωση συναρμοδιότητας των δύο Υπουργών, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 5, κατά την επιβολή των όρων λειτουργίας στην Άδεια, οι δύο Υπουργοί συνεκτιμούν τις συνθήκες λειτουργίας της εγκατάστασης και μεριμνούν ώστε να επιτευχθεί πλήρης συντονισμός των διαδικασιών που ακολουθούν με σκοπό -

(α) την πρόληψη ή εξάλειψη όλων των μορφών ρύπανσης που η εγκατάσταση δυνατό να προκαλέσει, επιτυγχάνοντας έτσι υψηλό επίπεδο προστασίας του περιβάλλοντος στο σύνολό του,

(β) την αποφυγή μετατόπισης ή διασποράς της ρύπανσης από ένα στοιχείο του περιβάλλοντος σε άλλο,

(γ) την αποφυγή επαναλήψεων ή σύγχυσης αναφορικά με τη διαμόρφωση των όρων λειτουργίας,

(δ) την πιο αποτελεσματική παρακολούθηση της εφαρμογής των όρων λειτουργίας, και

(ε) την αποτελεσματική και ολοκληρωμένη προσέγγιση του καθορισμού και της παρακολούθησης των όρων αυτών.

(8) Σε περίπτωση νέας εγκατάστασης ή ουσιαστικής μεταβολής εγκατάστασης, στην οποία εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 9, 10 και 11 του περί της Εκτίμησης των Επιπτώσεων στο Περιβάλλον από Ορισμένα Έργα Νόμου, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται για τη χορήγηση Άδειας εξετάζεται και χρησιμοποιείται κάθε σχετική πληροφορία ή συμπέρασμα που έχει προκύψει κατ΄ εφαρμογή των άρθρων 12, 13, 14, 15, 15Α, 17, 21, 22 και 24 του πιο πάνω Νόμου.

(9) Η Αρμόδια Αρχή κοινοποιεί γραπτώς στο φορέα εκμετάλλευσης και σε οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο που προβλέπεται στην παράγραφο (γ) του εδαφίου (1) και στο εδάφιο (3) του άρθρου 10 την απόφασή της αναφορικά με την απόρριψη ή έγκριση της αίτησης χορήγησης ή ανανέωσης Άδειας.

(10)(α)Ταυτόχρονα με τη χορήγηση Άδειας ο κάτοχος της καταθέτει στην Αρμόδια Αρχή εγγύηση ή επαρκή ασφάλιση για το κόστος των δαπανών για την αντιμετώπιση οποιουδήποτε περιστατικού ρύπανσης που δυνατό να προκληθεί από τις δραστηριότητες της εγκατάστασης.

(β) Το ύψος και η μορφή των εγγυήσεων αυτών καθορίζονται με γνωστοποίηση της Αρμόδιας Αρχής, η οποία δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας.

Γενικοί όροι λειτουργίας

12.-(1)Χωρίς επηρεασμό της υποχρέωσης χορήγησης Άδειας και τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 7, η Αρμόδια Αρχή δύναται να εκδώσει διάταγμα, το οποίο δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, με το οποίο καθορίζει γενικούς όρους λειτουργίας για ορισμένες κατηγορίες εγκαταστάσεων, εγκαταστάσεων καύσης, εγκαταστάσεων αποτέφρωσης αποβλήτων και/ ή εγκαταστάσεων συναποτέφρωσης αποβλήτων.

(2) Σε περίπτωση ύπαρξης τέτοιων γενικών όρων λειτουργίας, αυτοί επισυνάπτονται στην Άδεια και αποτελούν αναπόσπαστο μέρος αυτής.

(3) Σε περίπτωση που ισχύουν οι διατάξεις του εδαφίου (1), η Άδεια χορηγείται ή ανανεώνεται χωρίς την προηγούμενη εξέτασή της από την Τεχνική Επιτροπή.

Όροι λειτουργίας εγκατάστασης

13. Εξαιρουμένων των περιπτώσεων που αναφέρονται στο άρθρο 12, σε κάθε άλλη περίπτωση, η Αρμόδια Αρχή, κατά τη χορήγηση ή ανανέωση Άδειας, δύναται να επισυνάψει σε αυτήν οποιουσδήποτε όρους λειτουργίας, οι οποίοι πρέπει να τηρούνται κατά τη λειτουργία της εγκατάστασης. οι όροι λειτουργίας αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της Άδειας και αναφέρονται τουλάχιστον-

(α) στη φύση, προέλευση και σύσταση των εκπομπών,

(β) στο ρυθμό των εκπομπών και στις συνολικές ποσότητες ουσιών που επιτρέπεται να εκπέμπονται, σε συγκεκριμένη περίοδο όπως καθορίζεται στην Άδεια,

(γ) στις μέγιστες οριακές τιμές εκπομπής οποιωνδήποτε ουσιών ή ομάδων ουσιών που εκπέμπονται,

(δ) στα φυσικά, χημικά και μικροβιολογικά χαρακτηριστικά οποιουδήποτε παραγόμενου αποβλήτου,

(ε) στις προδιαγραφές ποιότητας οποιωνδήποτε υλικών, περιλαμβανομένων και των καυσίμων που χρησιμοποιούνται στην εγκατάσταση, καθώς και τις τεχνικές προδιαγραφές οποιουδήποτε μηχανήματος ή εξοπλισμού,

(στ) στο σχεδιασμό και στην κατασκευή οποιωνδήποτε αγωγών απορροής ή στομίων εξαγωγής αποβλήτων για τις εκπομπές υγρών αποβλήτων, καθώς και στην ακριβή τοποθέτησή τους επί του νερού ή του εδάφους,

(ζ) στις προϋποθέσεις ή τεχνικές προδιαγραφές, περιλαμβανομένου και του ύψους, που αφορούν στην ανέγερση καπνοδόχου ή φουγάρου, μέσω του οποίου θα διοχετεύονται οι αέριες εκπομπές στην ατμόσφαιρα,

(η) στον εξοπλισμό που πρέπει να εγκατασταθεί και να χρησιμοποιείται για παρεμπόδιση των εκπομπών ή για μετατροπή τους σε αβλαβείς ή ακίνδυνες για το περιβάλλον,

(θ) στον καθορισμό μεθόδων και διαδικασιών για την επεξεργασία, αποθήκευση, μεταφορά και διάθεση των αποβλήτων που προκύπτουν από τη λειτουργία της εγκατάστασης, με στόχο να αποφεύγονται ή να μειώνονται οι επιπτώσεις στο περιβάλλον,

(ι) σε εύλογες διευκολύνσεις για τη διεξαγωγή μετρήσεων και τη λήψη δειγμάτων οποιωνδήποτε αποβλήτων και ουσιών που χρησιμοποιούνται στην εγκατάσταση ή εκπέμπονται από αυτήν. οι διευκολύνσεις αφορούν στην κατασκευή κατάλληλων δειγματοληπτικών θυρίδων σε φουγάρα εκπομπής και κατάλληλης εξέδρας, η οποία διασφαλίζει την ελεύθερη και ασφαλή πρόσβαση, καθώς και κατάλληλους ογκομετρητές ροής και δειγματολήπτες στα σημεία εκροής υγρών αποβλήτων,

(ια) στην τήρηση μητρώων ή στοιχείων σχετικά με την προέλευση, σύνθεση, θερμοκρασία, ποσότητα και συχνότητα εκπομπών και ειδικότερα, μητρώων στα οποία να αναφέρονται οι ενδείξεις των μετρητών και άλλων συσκευών καταγραφής που ο φορέας εκμετάλλευσης διατηρεί βάσει των όρων της Άδειάς του,

(ιβ) στην εγκατάσταση οργάνων και τήρηση προγράμματος μετρήσεων των εκπομπών, καθώς και στις συνθήκες μέτρησης που πρέπει να διεξάγει ο φορέας εκμετάλλευσης,

(ιγ) σε όργανα, εξοπλισμό ή συστήματα για αποθήκευση των μετρήσεων και τηλεμετάδοσής τους στην Αρμόδια Αρχή,

(ιδ) στον καταρτισμό και στην τήρηση προγράμματος παρακολούθησης της ποιότητας των νερών και των εδαφών στο χώρο της εγκατάστασης και στα σημεία διάθεσης των αποβλήτων,

(ιε) στις τεχνικές εκθέσεις που πρέπει να ετοιμάζονται από το φορέα εκμετάλλευσης σχετικά με τη διαχείριση θεμάτων που αφορούν στον έλεγχο της ρύπανσης και στην προστασία του περιβάλλοντος από τις εκπομπές, περιλαμβανομένων των αποτελεσμάτων από την εφαρμογή των προγραμμάτων παρακολούθησης που αναφέρονται στην παράγραφο (ιβ),

(ιστ) στην ακριβή τοποθεσία, στην οποία επιτρέπεται η λειτουργία της εγκατάστασης,

(ιζ) σε οποιεσδήποτε επιπρόσθετες απαιτήσεις που η Αρμόδια Αρχή κρίνει αναγκαίες για αποτελεσματική προστασία του περιβάλλοντος και της δημόσιας υγείας, και/ ή

(ιη) σε όργανα μέτρησης ή άλλο εξοπλισμό που πρέπει να εγκαταστήσει ο φορέας εκμετάλλευσης, με δικές του δαπάνες, σε σημεία τα οποία θα εγκρίνει ο Υπουργός Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων για σκοπούς μέτρησης της ποιότητας του ατμοσφαιρικού αέρα.

Διάρκεια ισχύος των όρων λειτουργίας

14. Σε περίπτωση χορήγησης ή ανανέωσης Άδειας, η Αρμόδια Αρχή καθορίζει-

(α) την έναρξη και τη λήξη της χρονικής περιόδου, εντός της οποίας, τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 19, δεν θα υπάρξει ανάκληση της Άδειας,

(β) για κάθε όρο λειτουργίας που επιβάλλει, την έναρξη και λήξη της χρονικής περιόδου εντός της οποίας, τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 19, δεν θα γίνει τροποποίηση του όρου λειτουργίας αυτού, και

(γ) σε σχέση με τους όρους λειτουργίας, την έναρξη και λήξη της χρονικής περιόδου, εντός της οποίας, τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 19, δεν θα προστεθούν νέοι όροι λειτουργίας.

Επανεξέταση των όρων λειτουργίας

15.-(1)H Αρμόδια Αρχή επανεξετάζει περιοδικά και αναπροσαρμόζει, ενδεχομένως, τους όρους λειτουργίας της Άδειας.

(2) Η επανεξέταση διενεργείται οπωσδήποτε, όταν-

(α) η ρύπανση από την εγκατάσταση είναι τέτοια ώστε να πρέπει να αναθεωρηθούν οι ισχύουσες οριακές τιμές εκπομπής που καθορίζονται στην Άδεια ή να περιληφθούν νέες οριακές τιμές εκπομπής,

(β) ουσιαστικές μεταβολές των βέλτιστων διαθέσιμων τεχνικών επιτρέπουν σημαντική μείωση των εκπομπών της εγκατάστασης χωρίς υπερβολικό κόστος,

(γ) ο φορέας εκμετάλλευσης προβεί σε επεκτάσεις, τροποποιήσεις ή άλλες αλλαγές στην εγκατάσταση που προβλέπονται στο άρθρο 18,

(δ) η ασφάλεια εκμετάλλευσης της διεργασίας απαιτεί την εφαρμογή άλλων τεχνικών,

(ε) εκπνεύσουν οι χρονικές περίοδοι που καθορίζονται δυνάμει του άρθρου 14, και/ ή

(στ) αυτό επιβάλλεται από άλλες νομοθετικές διατάξεις.

(3) Για τους σκοπούς των διατάξεων του εδαφίου (2), ο φορέας εκμετάλλευσης οφείλει να υποβάλει στην Αρμόδια Αρχή σχετική αίτηση, με βάση τις διατάξεις του άρθρου 9, τουλάχιστον έξι (6) μήνες πριν από την ημερομηνία λήξης της Άδειας.

(4) Χωρίς επηρεασμό των διατάξεων των εδαφίων (1) και (2), εάν, κατά τη λήξη της χρονικής ισχύος της Άδειας, δεν έχει συντελεστεί καμιά μεταβολή στη λειτουργία της εγκατάστασης και δεν έχουν τροποποιηθεί τα σχετικά ποιοτικά πρότυπα περιβάλλοντος, η Αρμόδια Αρχή δύναται να ανανεώσει την Άδεια για ακόμα δύο (2) χρόνια.

Μη συμμόρφωση με τους όρους λειτουργίας

16.-(1)Σε περίπτωση παράβασης των όρων λειτουργίας Άδειας, ο φορέας εκμετάλλευσης -

(α) ενημερώνει αμέσως την Αρμόδια Αρχή,

(β) λαμβάνει τα απαιτούμενα μέτρα για την αποκατάσταση της συμμόρφωσης το συντομότερο δυνατό, και

(γ) λαμβάνει όλα τα συμπληρωματικά μέτρα που η Αρμόδια Αρχή καθορίζει για την αποκατάσταση της συμμόρφωσης.

(2) Εάν η παράβαση των όρων λειτουργίας της Άδειας προκαλεί άμεσο κίνδυνο για τη δημόσια υγεία ή απειλεί να έχει άμεση αρνητική επίπτωση στο περιβάλλον, τότε, μέχρι να γίνει αποκατάσταση της συμμόρφωσης, με βάση τις παραγράφους (β) και (γ) του εδαφίου (1), ο επιθεωρητής επιδίδει στο φορέα εκμετάλλευσης απαγορευτική ειδοποίηση, σύμφωνα με τις διατάξεις των εδαφίων (4) και (5) του άρθρου 86.

Αλλαγή φορέα εκμετάλλευσης

17.-(1)Σε περίπτωση αλλαγής του φορέα εκμετάλλευσης, ο νέος φορέας εκμετάλλευσης είναι υποχρεωμένος όπως -

(α) ενημερώσει αμέσως την Αρμόδια Αρχή για την αλλαγή, και

(β) τηρεί τους όρους λειτουργίας της Άδειας της εγκατάστασης που αναλαμβάνει.

(2) Από τη στιγμή της ανάληψης της λειτουργίας ή του ελέγχου της εγκατάστασης, ο νέος φορέας εκμετάλλευσης αναλαμβάνει όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του προηγούμενου φορέα εκμετάλλευσης, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου.

Επέκταση εγκατάστασης

18.-(1)Σε περίπτωση που φορέας εκμετάλλευσης προτίθεται να προβεί σε επεκτάσεις, τροποποιήσεις ή άλλες αλλαγές στην εγκατάσταση, οι οποίες ενδέχεται να έχουν επιπρόσθετες σημαντικές αρνητικές επιπτώσεις στην ατμόσφαιρα, στα νερά ή/και στο έδαφος, οφείλει να υποβάλει εκ νέου αίτηση για τη χορήγηση Άδειας, προτού προβεί στις εν λόγω επεκτάσεις, τροποποιήσεις ή αλλαγές.

(2)(α) Ο φορέας εκμετάλλευσης μπορεί να αποταθεί γραπτώς στην Αρμόδια Αρχή για γραπτή βεβαίωση ότι η ανωτέρω προτεινόμενη επέκταση, τροποποίηση ή αλλαγή δε θα απαιτήσει την εκ νέου χορήγηση Άδειας.

(β) Εφόσον δοθεί τέτοια γραπτή βεβαίωση, δεν είναι αναγκαία η εκ νέου υποβολή αίτησης για τη χορήγηση Άδειας.

(3) Η Αρμόδια Αρχή δύναται, με διάταγμα που δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, να καθορίσει κατευθυντήριες γραμμές ως προς το τι θεωρεί σημαντικές αρνητικές επιπτώσεις στην ατμόσφαιρα, στα νερά και/ ή στο έδαφος.

(4) Φορέας εκμετάλλευσης, ο οποίος λειτουργεί ή ελέγχει εγκατάσταση ενώ έχει κάνει επεκτάσεις, τροποποιήσεις ή άλλες σημαντικές αλλαγές σε αυτήν, οι οποίες μπορούν να έχουν επιπρόσθετες σημαντικές αρνητικές επιπτώσεις στην ατμόσφαιρα, στα νερά ή/και στο έδαφος, προτού του χορηγηθεί νέα Άδεια για αυτές ή προτού λάβει γραπτή βεβαίωση από την Αρμόδια Αρχή δυνάμει του εδαφίου (2), είναι ένοχος αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται στις ποινές που προβλέπονται στο εδάφιο (1) του άρθρου 87.

Ανάκληση ή τροποποίηση Άδειας

19.-(1)Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 7, η Αρμόδια Αρχή οποτεδήποτε κρίνει ότι αυτό δικαιολογείται ή επιβάλλεται για λόγους προστασίας του περιβάλλοντος, της δημόσιας υγείας και/ ή της δημόσιας ασφάλειας, δύναται-

(α) να ανακαλέσει Άδεια,

(β) να τροποποιήσει οποιοδήποτε όρο λειτουργίας αυτής,

(γ) να προσθέσει οποιουσδήποτε νέους όρους λειτουργίας σε αυτήν, και/ ή

(δ) να συντομεύσει το χρόνο ισχύος της.

(2)(α) Όταν η τροποποίηση όρου λειτουργίας της Άδειας ή η προσθήκη νέου όρου λειτουργίας σε αυτήν πραγματοποιείται μέσα στην ισχύουσα χρονική περίοδο που καθορίζεται με βάση το άρθρο 14, καταβάλλεται στο φορέα εκμετάλλευσης αποζημίωση, εκτός εάν η τροποποίηση όρου λειτουργίας ή η προσθήκη νέου όρου λειτουργίας γίνεται λόγω αλλαγής των συνθηκών, οι οποίες δεν μπορούσαν εύλογα να προβλεφθούν κατά το χρόνο που οι όροι λειτουργίας καθορίσθηκαν για πρώτη φορά στην Άδεια.

(β) Για τους σκοπούς της παραγράφου (α), ως αλλαγή των συνθηκών μπορεί να θεωρηθεί και η αλλαγή πληροφοριών που έχει στη διάθεσή της η Αρμόδια Αρχή, αναφορικά με τις εκπομπές της εγκατάστασης.

Αδικήματα σε σχέση με εγκατάσταση

20.-(1)Φορέας εκμετάλλευσης ή άλλο πρόσωπο, που λειτουργεί ή ελέγχει ή εν γνώσει του επιτρέπει τη λειτουργία εγκατάστασης–

(α) η οποία δεν έχει εξασφαλίσει Άδεια, ή

(β) σε τοποθεσία άλλη από εκείνη που ορίζεται στην Άδεια, ή

(γ) κατά τρόπο που δεν είναι σύμφωνος με οποιοδήποτε όρο λειτουργίας που επισυνάπτεται στην Άδεια,

είναι ένοχος αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται στις ποινές που προβλέπονται στο εδάφιο (1) του άρθρου 87.

(2) Αποτελεί υπεράσπιση σε οποιαδήποτε διαδικασία δυνάμει της παραγράφου (γ) του εδαφίου (1), αν ο κατηγορούμενος αποδείξει ότι η μη συμμόρφωσή του προς όρο λειτουργίας οφειλόταν σε ενέργεια ή παράλειψη άλλου προσώπου ή σε ατύχημα ή σε άλλη αιτία πέρα από τον έλεγχό του και ότι έλαβε όλες τις εύλογες προφυλάξεις και κατέβαλε όλη την οφειλόμενη φροντίδα για να αποφύγει την παράβαση του όρου λειτουργίας, είτε ο ίδιος είτε εργοδοτούμενός του είτε αντιπρόσωπός του, και ότι, εν πάση περιπτώσει, μόλις αντιλήφθηκε την παράβαση έλαβε όλα τα εφικτά μέτρα για επανόρθωση, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση.

(3) Σε περίπτωση που πρόσωπο που κατηγορείται για αδίκημα σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου (1) ζητά να επικαλεστεί για υπεράσπισή του πράξη ή παράλειψη άλλου προσώπου -

(α) δεν έχει το δικαίωμα να το πράξει, εκτός αν-

(i) τουλάχιστον επτά (7) ημέρες πριν την ημερομηνία της ακρόασης, δώσει στην κατηγορούσα αρχή γραπτώς πληροφορίες που κατέχει, οι οποίες την βοηθούν να επισημάνει και εντοπίσει το άλλο πρόσωπο, ή

(ii) έχει την άδεια του δικαστηρίου να την επικαλεστεί, και

(β) το άλλο πρόσωπο μπορεί να κατηγορηθεί για αδίκημα και να κριθεί ένοχο, ανεξάρτητα από το αν ο αρχικός κατηγορούμενος κριθεί ένοχος ή όχι.

(4) Αποτελεί υπεράσπιση σε οποιαδήποτε διαδικασία δυνάμει των παραγράφων (β) και (γ) του εδαφίου (1), αν ο κατηγορούμενος αποδείξει ότι ήταν εργοδοτούμενος, που ενεργούσε με βάση οδηγίες που δόθηκαν σε αυτόν από ή εκ μέρους του φορέα εκμετάλλευσης και ότι δεν είχε λόγο να πιστεύει ότι η συμμόρφωση προς τις οδηγίες αυτές θα οδηγούσε στη διάπραξη του αδικήματος για το οποίο κατηγορείται.

Συμβάντα και ατυχήματα

21. Χωρίς επηρεασμό των διατάξεων του περί της Περιβαλλοντικής Ευθύνης όσον αφορά την Πρόληψη και την Αποκατάσταση Περιβαλλοντικής Ζημιάς Νόμου, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται, σε περίπτωση συμβάντος ή ατυχήματος που επηρεάζει σημαντικά το περιβάλλον, ο φορέας εκμετάλλευσης προβαίνει αμέσως και όχι αργότερα των είκοσι τεσσάρων (24) ωρών:

(α) ενημερώνει αμέσως την Αρμόδια Αρχή,

(β) λαμβάνει όλα τα απαραίτητα μέτρα για τον περιορισμό των περιβαλλοντικών επιπτώσεων και την αποφυγή άλλων συμβάντων ή ατυχημάτων, και

(γ) λαμβάνει όλα τα συμπληρωματικά μέτρα, που καθορίζει η Αρμόδια Αρχή για τον περιορισμό των περιβαλλοντικών επιπτώσεων και την αποφυγή άλλων συμβάντων ή ατυχημάτων.

Εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου

22.-(1)Όταν οι εκπομπές ενός αερίου θερμοκηπίου από μια εγκατάσταση προσδιορίζονται στο Παράρτημα I του περί της Θέσπισης Συστήματος Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπής Αερίων του Θερμοκηπίου Νόμου, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται, σε σχέση με μια δραστηριότητα της εν λόγω εγκατάστασης, η Άδεια δεν περιλαμβάνει οριακή τιμή εκπομπής για τις άμεσες εκπομπές του εν λόγω αερίου, εκτός εάν αυτό είναι αναγκαίο για να εξασφαλιστεί ότι δεν προκαλείται σημαντική τοπική ρύπανση.

(2) Για τις δραστηριότητες που απαριθμούνται στο Παράρτημα I του περί της Θέσπισης Συστήματος Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπής Αερίων του Θερμοκηπίου Νόμου, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται, η Αρμόδια Αρχή δύναται να μην επιβάλει απαιτήσεις σχετικά με την ενεργειακή απόδοση, όσον αφορά τις εγκαταστάσεις καύσης ή άλλες εγκαταστάσεις που εκπέμπουν διοξείδιο του άνθρακα στο χώρο της εγκατάστασης.

(3) Η αρμόδια Αρχή, όταν κρίνει αυτό αναγκαίο, τροποποιεί την Άδεια, κατά περίπτωση.

(4) Τα εδάφια (1), (2) και (3) δεν ισχύουν για τις εγκαταστάσεις που εξαιρούνται προσωρινά από το σύστημα εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής αερίων θερμοκηπίου εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 40 του περί της Θέσπισης Συστήματος Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπής Αερίων του Θερμοκηπίου Νόμου, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται.

ΜΕΡΟΣ ΙΙΙ ΕΙΔΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΓΙΑ ΤΙΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥ ΠΑΡΑΡΤΗΜΑΤΟΣ IV
Πεδίο εφαρμογής του Μέρους ΙΙΙ του παρόντος Νόμου

23. Το παρόν Μέρος εφαρμόζεται στις δραστηριότητες που απαριθμούνται στο Παράρτημα IV και, όπου προβλέπεται, σε όσες εγκαταστάσεις φθάνουν στο όριο δυναμικότητας που καθορίζεται στο εν λόγω Παράρτημα.

Θεμελιώδεις υποχρεώσεις του φορέα εκμετάλλευσης

24. Κατά την επιβολή των όρων λειτουργίας στην Άδεια της εγκατάστασης, η Αρμόδια Αρχή, μεριμνά ώστε από μέρους του φορέα εκμετάλλευσης να-

(α) λαμβάνονται όλα τα κατάλληλα μέτρα για πρόληψη της ρύπανσης,

(β) εφαρμόζονται οι βέλτιστες διαθέσιμες τεχνικές,

(γ) δεν προκαλείται σημαντική ρύπανση,

(δ) αποτρέπεται η παραγωγή αποβλήτων, σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Αποβλήτων Νόμου, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται,

(ε) στις περιπτώσεις όπου παράγονται απόβλητα, κατά σειρά προτεραιότητας και σύμφωνα με τον περί Αποβλήτων Νόμο, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται, αυτά προετοιμάζονται για εκ νέου χρήση, ανακύκλωση, ανάκτηση ή, όταν αυτό είναι τεχνικά και οικονομικά αδύνατο, διατίθενται με τρόπο που αποφεύγονται ή μειώνονται οι επιπτώσεις στο περιβάλλον,

(στ) χρησιμοποιούνται αποτελεσματικά η ενέργεια και οι φυσικοί πόροι,

(ζ) λαμβάνονται τα αναγκαία μέτρα για πρόληψη των ατυχημάτων και περιορισμό των συνεπειών τους, και

(η) λαμβάνονται τα αναγκαία μέτρα κατά τον οριστικό τερματισμό των δραστηριοτήτων της εγκατάστασης, ώστε να αποφεύγεται κάθε κίνδυνος ρύπανσης και ο χώρος της εκμετάλλευσης να επαναφέρεται σε ικανοποιητική κατάσταση, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 34.

Άδεια για τις εγκαταστάσεις του Μέρους ΙΙΙ

25.-(1)Στις εγκαταστάσεις που εμπίπτουν στο παρόν Μέρος οι οποίες περιλαμβάνονται στο Παράρτημα IV, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 7, 8, 9, 10, 11, 13, 14, 15, 16 και 18.

(2) Φορέας εκμετάλλευσης, ο οποίος υποβάλλει αίτηση σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο εδάφιο (1), υποβάλλει μαζί με αυτήν, επιπροσθέτως των όσων αναφέρονται στο εδάφιο (2) του άρθρου 9, τη Μελέτη Εκτίμησης Επιπτώσεων στο Περιβάλλον, που καταρτίζεται δυνάμει των διατάξεων του περί της Εκτίμησης των Επιπτώσεων στο Περιβάλλον από Ορισμένα Έργα Νόμου, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται.

(3) Στις περιπτώσεις που υπάρχουν διαθέσιμες πληροφορίες, βάσει άλλων νομοθεσιών, μεταξύ των οποίων, η έκθεση ασφαλείας που συντάσσεται με βάση τους περί Αντιμετώπισης των Κινδύνων Ατυχημάτων Μεγάλης Κλίμακας Σχετιζομένων με Επικίνδυνες Ουσίες Κανονισμούς, όπως αυτοί εκάστοτε τροποποιούνται ή αντικαθίσταται, οι οποίες ανταποκρίνονται σε κάποια από τις απαιτήσεις του εδαφίου (1) του παρόντος άρθρου και του εδαφίου (4) του άρθρου 8, τότε οι πληροφορίες αυτές μπορούν να περιλαμβάνονται ή να επισυνάπτονται στην αίτηση.

Επιπρόσθετοι όροι λειτουργίας

26.-(1)Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 13, κατά τη χορήγηση ή ανανέωση Άδειας, η Αρμόδια Αρχή δύναται να επισυνάψει σε αυτήν οποιουσδήποτε επιπρόσθετους όρους λειτουργίας για την τήρηση των απαιτήσεων που αναφέρονται στα άρθρα 24 και 30.οι επιπρόσθετοι όροι λειτουργίας αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της Άδειας και αναφέρονται τουλάχιστον στα ακόλουθα:

(α) στις οριακές τιμές εκπομπής για τις ρυπαντικές ουσίες, που απαριθμούνται στο Παράρτημα VII και για άλλες ρυπαντικές ουσίες που είναι πιθανόν να εκπέμπονται από την εγκατάσταση σε σημαντικές ποσότητες, ανάλογα με τη φύση τους και τη δυνατότητα μεταφοράς της ρύπανσης από το ένα επιμέρους στοιχείο του περιβάλλοντος στο άλλο,

(β) στις κατάλληλες απαιτήσεις για να εξασφαλιστεί η προστασία του εδάφους και των υπογείων υδάτων και μέτρα για την παρακολούθηση και τη διαχείριση των αποβλήτων της εγκατάστασης,

(γ) στις κατάλληλες απαιτήσεις παρακολούθησης των εκπομπών, στις οποίες καθορίζεται-

(i) η μεθοδολογία μέτρησης, η συχνότητα και η διαδικασία αξιολόγησης, και

(ii) όταν εφαρμόζονται οι διατάξεις της παραγράφου (β) του εδαφίου (3) του άρθρου 27, ότι τα αποτελέσματα της παρακολούθησης των εκπομπών διατίθενται για τα ίδια χρονικά διαστήματα και με τις ίδιες βάσεις αναφοράς όπως για τα επίπεδα εκπομπών τα οποία συνδέονται με τις βέλτιστες διαθέσιμες τεχνικές,

(δ) στην υποχρέωση υποβολής στην Αρμόδια Αρχή τακτικώς και τουλάχιστον ετησίως-

(i) πληροφοριών, βάσει των αποτελεσμάτων της παρακολούθησης των εκπομπών, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου (γ) και άλλων απαιτούμενων στοιχείων που η Αρμόδια Αρχή κρίνει ως απαραίτητα για τον αποτελεσματικό έλεγχο της συμμόρφωσης της εγκατάστασης με τους όρους λειτουργίας της,

(ii) όταν εφαρμόζονται οι διατάξεις της παραγράφου (β) του εδαφίου (3) του άρθρου 27, περίληψη των αποτελεσμάτων της παρακολούθησης των εκπομπών, κατά τρόπο που επιτρέπει τη σύγκριση με τα επίπεδα εκπομπών που συνδέονται με τις βέλτιστες διαθέσιμες τεχνικές,

(ε) στις ενδεδειγμένες απαιτήσεις-

(i) για τη διατήρηση και τον έλεγχο, σε τακτική βάση, της εφαρμογής των μέτρων που λαμβάνονται για την πρόληψη των εκπομπών στο έδαφος και στα υπόγεια ύδατα, σύμφωνα με την παράγραφο (β), και

(ii) για περιοδική παρακολούθηση του εδάφους και των υπογείων υδάτων, όσον αφορά σχετικές επικίνδυνες ουσίες, που είναι πιθανόν να βρίσκονται στο χώρο της εγκατάστασης και λαμβανομένης υπόψη της πιθανότητας ρύπανσης του εδάφους και των υπογείων υδάτων στο χώρο της εγκατάστασης,

(στ) στα μέτρα σχετικά με τις μη κανονικές συνθήκες λειτουργίας, όπως την έναρξη και τον τερματισμό της λειτουργίας, τις διαρροές, την ελαττωματική λειτουργία, τις προσωρινές διακοπές και τον οριστικό τερματισμό της λειτουργίας,

(ζ) στην ελαχιστοποίηση της διασυνοριακής ρύπανσης ή της ρύπανσης σε μεγάλη απόσταση,

(η) στην αξιολόγηση της συμμόρφωσης με τις οριακές τιμές εκπομπής ή παραπομπή σε άλλες ισχύουσες απαιτήσεις, και

(θ) σε οποιαδήποτε άλλη απαίτηση που δεν καλύπτεται από τους όρους λειτουργίας που καθορίζονται δυνάμει του άρθρου 13 ή του παρόντος εδαφίου.

(2) Για τους σκοπούς της παραγράφου (α) του εδαφίου (1), οι οριακές τιμές εκπομπής μπορούν να συμπληρώνονται ή να αντικαθίστανται από την Αρμόδια Αρχή με ισοδύναμες παραμέτρους ή τεχνικά μέτρα που να εξασφαλίζουν αντίστοιχο επίπεδο περιβαλλοντικής προστασίας.

(3) Επιπροσθέτως των πληροφοριών που προβλέπονται στο εδάφιο (1), οι όροι λειτουργίας που επισυνάπτονται στην Άδεια μπορούν να περιέχουν λεπτομέρειες αναφορικά με -

(α) τον εξοπλισμό ή τα όργανα που πρέπει να εγκατασταθούν σε κατάλληλα σημεία και να χρησιμοποιούνται για τη μέτρηση της συγκέντρωσης, του ρυθμού εκπομπής ή της ολικής ποσότητας οποιασδήποτε ουσίας που εκπέμπεται στην ατμόσφαιρα, στα νερά και/ ή στο έδαφος, σε συγκεκριμένη περίοδο ή οποιαδήποτε άλλη παράμετρο λειτουργίας,

(β) τα όργανα μέτρησης ή άλλο εξοπλισμό που πρέπει να εγκαταστήσει ο φορέας εκμετάλλευσης, με δικές του δαπάνες, σε σημεία τα οποία εγκρίνει η Αρμόδια Αρχή, για σκοπούς μέτρησης της ποιότητας του ατμοσφαιρικού αέρα,

(γ) τα όργανα, τον εξοπλισμό ή τα συστήματα για αποθήκευση των μετρήσεων και τηλεμετάδοσής τους στην Αρμόδια Αρχή,

(δ) το πρόγραμμα μετρήσεων που πρέπει να διεξάγει ο φορέας εκμετάλλευσης, τις τεχνικές εκθέσεις στις οποίες περιλαμβάνονται τα αποτελέσματα των μετρήσεων καθώς και άλλα σχετικά περιβαλλοντικά στοιχεία και τη συχνότητα αποστολής των εκθέσεων στην Αρμόδια Αρχή.

(4)(α) Τα συμπεράσματα ΒΔΤ αποτελούν βάση για τον καθορισμό των όρων λειτουργίας των εγκαταστάσεων που εμπίπτουν στις διατάξεις του παρόντος Μέρους.

(β) Χωρίς επηρεασμό των διατάξεων του άρθρου 30, η Αρμόδια Αρχή δύναται να θέτει όρους λειτουργίας αυστηρότερους από αυτούς που επιτυγχάνονται με τη χρήση βέλτιστων διαθέσιμων τεχνικών, οι οποίες περιγράφονται στα συμπεράσματα ΒΔΤ.

(5) Όταν η Αρμόδια Αρχή καθορίζει όρους λειτουργίας βάσει βέλτιστης διαθέσιμης τεχνικής, η οποία δεν περιγράφεται σε κανένα από τα σχετικά συμπεράσματα ΒΔΤ, διασφαλίζει ότι -

(α) για τον καθορισμό της τεχνικής, λαμβάνονται ιδιαιτέρως υπόψη τα κριτήρια του Παραρτήματος III, και

(β) τηρούνται οι απαιτήσεις του άρθρου 27.

(6) Όταν τα συμπεράσματα ΒΔΤ που αναφέρονται στο εδάφιο (5) δεν περιλαμβάνουν επίπεδα εκπομπής που συνδέονται με τις βέλτιστες διαθέσιμες τεχνικές, η Αρμόδια Αρχή εξασφαλίζει ότι, η προβλεπόμενη στο εδάφιο (5) τεχνική, εγγυάται ένα επίπεδο περιβαλλοντικής προστασίας ισοδύναμο με τις βέλτιστες διαθέσιμες τεχνικές, οι οποίες περιγράφονται στα συμπεράσματα ΒΔΤ.

(7) Στις περιπτώσεις που-

(α) δραστηριότητα ή είδος της διαδικασίας παραγωγής που διεξάγεται εντός εγκατάστασης δεν καλύπτεται από οποιαδήποτε συμπεράσματα ΒΔΤ, ή

(β) τα εν λόγω συμπεράσματα δεν καλύπτουν όλες τις πιθανές περιβαλλοντικές επιπτώσεις της δραστηριότητας ή της διαδικασίας,

η Αρμόδια Αρχή, μετά από διαβουλεύσεις με το φορέα εκμετάλλευσης, καθορίζει τους όρους λειτουργίας, με βάση τις βέλτιστες διαθέσιμες τεχνικές που έχει προσδιορίσει για τις οικείες δραστηριότητες ή διαδικασίες, λαμβάνοντας ιδιαιτέρως υπόψη τα κριτήρια που καθορίζονται στο Παράρτημα III.

(8) Εν αναμονή της έκδοσης απόφασης από την Επιτροπή, σχετικά με τα συμπεράσματα ΒΔΤ που αφορούν συγκεκριμένο τύπο δραστηριότητας, η Αρμόδια Αρχή καθορίζει, για τους σκοπούς του παρόντος Μέρους, εξαιρουμένων των διατάξεων των εδαφίων (3) και (4) του άρθρου 27, όρους λειτουργίας, βάσει του έγγραφου αναφοράς ΒΔΤ που έχει εγκριθεί από την Επιτροπή για το συγκεκριμένο τύπο δραστηριότητας πριν τις 6 Ιανουαρίου 2011.

(9) Για τις εγκαταστάσεις που αναφέρονται στο σημείο 6.6 του Παραρτήματος IV, οι διατάξεις του παρόντος άρθρου ισχύουν χωρίς επηρεασμό της νομοθεσίας που αφορά την ευημερία των ζώων.

Οριακές τιμές εκπομπής, ισοδύναμες παράμετροι και τεχνικά μέτρα

27.-(1)(α) Οι οριακές τιμές εκπομπής ρυπαντικών ουσιών ισχύουν κανονικά στο σημείο όπου οι εκπομπές εξέρχονται από την εγκατάσταση, ενώ δεν υπολογίζεται για τον προσδιορισμό των τιμών αυτών η τυχόν αραίωσή τους πριν από το εν λόγω σημείο.

(β) Όσον αφορά τις έμμεσες απορρίψεις ρυπαντικών ουσιών στα νερά, οι επιπτώσεις μιας εγκατάστασης επεξεργασίας νερών μπορούν να συνυπολογίζονται κατά τον προσδιορισμό των οριακών τιμών εκπομπής της εγκατάστασης, υπό την προϋπόθεση ότι κατοχυρώνεται ισοδύναμο επίπεδο προστασίας του περιβάλλοντος στο σύνολό του και ότι δεν προκαλούνται μεγαλύτερα επίπεδα ρύπανσης.

(2) Χωρίς επηρεασμό των διατάξεων του άρθρου 30, οι αναφερόμενες στα εδάφια (1) και (2) του άρθρου 26 οριακές τιμές εκπομπής και οι ισοδύναμες παράμετροι και τα τεχνικά μέτρα βασίζονται στις βέλτιστες διαθέσιμες τεχνικές, χωρίς να προδιαγράφουν τη χρήση μιας συγκεκριμένης τεχνικής ή τεχνολογίας.

(3) Η Αρμόδια Αρχή καθορίζει οριακές τιμές εκπομπής που διασφαλίζουν ότι οι εκπομπές, υπό κανονικές συνθήκες λειτουργίας, δεν υπερβαίνουν τα επίπεδα εκπομπών που συνδέονται με τις βέλτιστες διαθέσιμες τεχνικές, όπως αυτές καθορίζονται στις αποφάσεις της Επιτροπής, δυνάμει του Άρθρου 13, παράγραφος 5 της Οδηγίας 2010/75/ΕΕ, για τα συμπεράσματα ΒΔΤ, μέσω του καθορισμού -

(α) οριακών τιμών εκπομπής, οι οποίες δεν υπερβαίνουν τα επίπεδα εκπομπών που συνδέονται με τις βέλτιστες διαθέσιμες τεχνικές· οι εν λόγω οριακές τιμές εκπομπής εκφράζονται για το ίδιο ή μικρότερο χρονικό διάστημα και με βάση τις ίδιες συνθήκες λειτουργίας με αυτές των εκπομπών που συνδέονται με τις βέλτιστες διαθέσιμες τεχνικές, ή

(β) οριακών τιμών εκπομπής, διαφορετικών από εκείνων της παραγράφου (α), όσον αφορά τις τιμές, τις χρονικές περιόδους και τις συνθήκες λειτουργίας.

(4) Όταν εφαρμόζονται οι διατάξεις της παραγράφου (β) του εδαφίου (3), η Αρμόδια Αρχή αξιολογεί τουλάχιστον ετησίως τα αποτελέσματα της παρακολούθησης των εκπομπών, προκειμένου να διασφαλίσει ότι οι εκπομπές, υπό κανονικές συνθήκες λειτουργίας, δεν έχουν υπερβεί τα επίπεδα εκπομπών που συνδέονται με τις βέλτιστες διαθέσιμες τεχνικές.

(5)(α) Κατά παρέκκλιση των διατάξεων των εδαφίων (3) και (4) του παρόντος άρθρου και χωρίς επηρεασμό των διατάξεων του άρθρου 30, η Αρμόδια Αρχή μπορεί, τηρουμένων των διατάξεων της παραγράφου (γ) του παρόντος εδαφίου, σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, να θεσπίσει λιγότερο αυστηρές οριακές τιμές εκπομπής. η παρέκκλιση αυτή είναι δυνατή μόνο όταν, μέσω αξιολόγησης, αποδεικνύεται ότι η επίτευξη επιπέδων εκπομπών που συνδέονται με τις βέλτιστες διαθέσιμες τεχνικές, όπως αυτές περιγράφονται στα συμπεράσματα ΒΔΤ, θα οδηγούσε σε δυσανάλογα υψηλό κόστος σε σύγκριση με τα περιβαλλοντικά οφέλη, λόγω-

(i) της γεωγραφικής θέσης ή των τοπικών περιβαλλοντικών συνθηκών της εγκατάστασης, ή

(ii) των τεχνικών χαρακτηριστικών της εγκατάστασης.

(β) Η Αρμόδια Αρχή τεκμηριώνει, σε παράρτημα που επισυνάπτεται στους όρους λειτουργίας της Άδειας, τους λόγους για την εφαρμογή των διατάξεων του εδαφίου (5), περιλαμβανομένου του αποτελέσματος της αξιολόγησης και την αιτιολόγηση για τους όρους λειτουργίας που επιβάλλονται.

(γ) Οι οριακές τιμές εκπομπής που καθορίζονται σύμφωνα με το εδάφιο (5) δεν υπερβαίνουν τις οριακές τιμές εκπομπής που καθορίζονται στα Παραρτήματα του παρόντος Νόμου.

(δ) Η Αρμόδια Αρχή διασφαλίζει ότι, σε κάθε περίπτωση, δεν προκαλείται σημαντική ρύπανση και ότι επιτυγχάνεται υψηλό επίπεδο προστασίας του περιβάλλοντος στο σύνολό του.

(ε) Η Αρμόδια Αρχή αξιολογεί εκ νέου την εφαρμογή των διατάξεων της παραγράφου (α), στα πλαίσια κάθε επανεξέτασης των όρων λειτουργίας της Άδειας σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 33.

(6) Η Αρμόδια Αρχή μπορεί να εγκρίνει προσωρινές παρεκκλίσεις από τις απαιτήσεις των εδαφίων (2), (3) και (4) και από τις παραγράφους (α) και (β) του άρθρου 24, για τη δοκιμή και χρήση αναδυόμενων τεχνικών, για συνολικό χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τους εννέα (9) μήνες, υπό την προϋπόθεση ότι, μετά την παρέλευση του καθορισμένου διαστήματος, είτε διακόπτεται η χρήση της τεχνικής είτε η δραστηριότητα επιτυγχάνει τουλάχιστον τα επίπεδα εκπομπών που συνδέονται με τις βέλτιστες διαθέσιμες τεχνικές.

Απαιτήσεις παρακολούθησης

28.-(1)Οι απαιτήσεις παρακολούθησης που αναφέρονται στην παράγραφο (γ) του εδαφίου (1) του άρθρου 26, στηρίζονται, κατά περίπτωση, στα συμπεράσματα σχετικά με την παρακολούθηση, όπως περιγράφονται στα συμπεράσματα ΒΔΤ.

(2) συχνότητα της περιοδικής παρακολούθησης που προβλέπεται στην παράγραφο (ε) του εδαφίου (1) του άρθρου 26, καθορίζεται από την Αρμόδια Αρχή στην Άδεια για κάθε μεμονωμένη εγκατάσταση ή σε γενικούς όρους λειτουργίας.

(3) Χωρίς επηρεασμό των διατάξεων του εδαφίου (2), η περιοδική παρακολούθηση διενεργείται τουλάχιστον μία φορά ανά πενταετία για τα υπόγεια ύδατα και ανά δεκαετία για το έδαφος, εκτός εάν η παρακολούθηση αυτή βασίζεται σε συστηματική εκτίμηση του κινδύνου ρύπανσης.

Γενικοί όροι λειτουργίας για τις δραστηριότητες του Παραρτήματος IV

29.-(1)Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 12, όταν η Αρμόδια Αρχή καθορίζει γενικούς όρους λειτουργίας, μεριμνά ώστε να εξασφαλίζεται ολοκληρωμένη προσέγγιση και υψηλό επίπεδο προστασίας του περιβάλλοντος, ισοδύναμο με εκείνο που επιτυγχάνεται με τους όρους λειτουργίας μίας μεμονωμένης Άδειας.

(2) Οι γενικοί όροι λειτουργίας βασίζονται στις βέλτιστες διαθέσιμες τεχνικές, χωρίς να προδιαγράφουν τη χρήση τεχνικής ή συγκεκριμένης τεχνολογίας, προκειμένου να διασφαλισθεί η συμμόρφωση με τις διατάξεις των άρθρων 26 και 27.

(3) Η Αρμόδια Αρχή διασφαλίζει ότι οι γενικοί όροι λειτουργίας αναθεωρούνται τακτικά, προκειμένου να λαμβάνεται υπόψη η πρόοδος των βέλτιστων διαθέσιμων τεχνικών και προκειμένου να διασφαλισθεί η συμμόρφωση με τις διατάξεις του άρθρου 33.

(4) Όταν η Αρμόδια Αρχή εκδίδει διάταγμα, δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου (1) του άρθρου 12, με το οποίο καθορίζει γενικούς όρους λειτουργίας βάσει των εδαφίων (1), (2) και (3) του παρόντος άρθρου, το εν λόγω διάταγμα περιέχει αναφορά στις σχετικές διατάξεις του παρόντος Νόμου και της Οδηγίας 2010/75/ΕΕ.

Ποιοτικά πρότυπα περιβάλλοντος

30.-(1)Η Αρμόδια Αρχή, με διάταγμά της που δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, καθορίζει ποιοτικά πρότυπα περιβάλλοντος.

(2) Στις περιπτώσεις που ένα ποιοτικό πρότυπο περιβάλλοντος επιβάλλει όρους αυστηρότερους από εκείνους που μπορούν να επιτευχθούν με τη χρήση των βέλτιστων διαθέσιμων τεχνικών, η Αρμόδια Αρχή, επισυνάπτει στην Άδεια κάθε αναγκαίο πρόσθετο όρο λειτουργίας, με σκοπό την τήρηση του εν λόγω ποιοτικού προτύπου περιβάλλοντος.

Εξελίξεις των ΒΔΤ

31. Η Αρμόδια Αρχή παρακολουθεί και ενημερώνεται σχετικά με την πρόοδο των βέλτιστων διαθέσιμων τεχνικών και τη δημοσίευση νέων ή αναθεωρημένων συμπερασμάτων ΒΔΤ και θέτει τις πληροφορίες αυτές στη διάθεση του κοινού, με γνωστοποίηση που δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας και στο διαδίκτυο.

Μεταβολές εγκαταστάσεων εκ μέρους του φορέα εκμετάλλευσης

32.-(1)(α) Ο φορέας εκμετάλλευσης οφείλει να ενημερώνει γραπτώς την Αρμόδια Αρχή για κάθε σχεδιαζόμενη μεταβολή που αφορά τη φύση, τη λειτουργία ή την επέκταση της εγκατάστασης και που είναι δυνατό να έχει επιπτώσεις στο περιβάλλον.

(β) Η Αρμόδια Αρχή τροποποιεί ή ανακαλεί την Άδεια, κατά περίπτωση.

(2) Καμία ουσιαστική μεταβολή που προγραμματίζεται από το φορέα εκμετάλλευσης σε οποιαδήποτε εγκατάσταση δεν πραγματοποιείται χωρίς Άδεια, η οποία χορηγείται δυνάμει των διατάξεων των άρθρων 7, 8, 9, 10, 11, 13, 14 και 15.

(3)(α) Για τους σκοπούς του εδαφίου (2), ο φορέας εκμετάλλευσης οφείλει να υποβάλει αίτηση, η οποία εξετάζεται από την Αρμόδια Αρχή ως εάν να επρόκειτο για αίτηση που υποβάλλεται προς εξασφάλιση Άδειας για πρώτη φορά.

(β) Τόσο η αίτηση για τη χορήγηση Άδειας όσο και η σχετική απόφαση της Αρμόδιας Αρχής, πρέπει να καλύπτουν τα τμήματα της εγκατάστασης και τις απαιτούμενες, βάσει των εδαφίων (1) και (2) του άρθρου 9 και των εδαφίων (2) και (3) του άρθρου 25, πληροφορίες, που ενδέχεται να διαφοροποιηθούν από την ουσιαστική μεταβολή.

(4) Σε περίπτωση ουσιαστικής μεταβολής, αναφορικά με την οποία εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 9 και του εδάφιου (3) του άρθρου 15 του περί της Εκτίμησης των Επιπτώσεων στο Περιβάλλον από Ορισμένα Έργα Νόμου, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται, για τη χορήγηση Άδειας λαμβάνεται υπόψη κάθε κατάλληλη πληροφορία ή συμπέρασμα που προκύπτει από την εφαρμογή των άρθρων 12, 13, 17, 21, 23, 24 και 25 του εν λόγω Νόμου.

(5) Κάθε μεταβολή στη φύση ή στη λειτουργία ή τυχόν επέκταση της εγκατάστασης θεωρείται ουσιαστική μεταβολή όταν, με αυτή καθαυτή τη μεταβολή ή επέκταση, επιτυγχάνεται δυναμικότητα που φθάνει στα κατώτατα όρια, τα οποία καθορίζονται στο Παράρτημα IV.

(6) Το παρόν άρθρο εφαρμόζεται τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 70.

Επανεξέταση και τροποποίηση των όρων λειτουργίας της Άδειας

33.-(1)Η Αρμόδια Αρχή επανεξετάζει περιοδικά, σύμφωνα με τις διατάξεις των εδαφίων (2) μέχρι (5), όλους τους όρους λειτουργίας της Άδειας και, εφόσον κρίνει σκόπιμο, τους τροποποιεί, προκειμένου να εξασφαλίζεται η συμμόρφωση με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου.

(2)(α) Ο φορέας εκμετάλλευσης κατόπιν αιτήματος της Αρμόδιας Αρχής, υποβάλλει όλες τις πληροφορίες που απαιτούνται για την επανεξέταση των όρων λειτουργίας της Άδειας, περιλαμβανομένων, ιδίως, των αποτελεσμάτων της παρακολούθησης των εκπομπών και άλλων στοιχείων που επιτρέπουν τη σύγκριση της λειτουργίας της εγκατάστασης με-

(i) τις βέλτιστες διαθέσιμες τεχνικές, όπως αυτές περιγράφονται στα συμπεράσματα ΒΔΤ, και

(ii) τα επίπεδα εκπομπών που συνδέονται με τις βέλτιστες διαθέσιμες τεχνικές.

(β) Κατά την επανεξέταση των όρων της Άδειας, η Αρμόδια Αρχή χρησιμοποιεί κάθε πληροφορία που έχει προκύψει από την παρακολούθηση των εκπομπών και/ ή από τις επιθεωρήσεις.

(3)(α) Εντός τεσσάρων (4) ετών από τη δημοσίευση των αποφάσεων της Επιτροπής σχετικά με τα συμπεράσματα ΒΔΤ, σύμφωνα με τις διατάξεις του Άρθρου 13, παράγραφος 5 της οδηγίας 2010/75/ΕΕ, η Αρμόδια Αρχή μεριμνά ώστε, σε σχέση με την κύρια δραστηριότητα της εγκατάστασης, να-

(i) γίνεται επανεξέταση όλων των όρων λειτουργίας και, εάν υπάρχει ανάγκη, να τροποποιούνται, ώστε να εξασφαλίζεται η συμμόρφωση με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου, ιδίως των εδαφίων (3), (4) και (5) του άρθρου 27, κατά περίπτωση, και

(ii) τηρούνται ανελλιπώς, με συνέπεια και ακρίβεια, όλοι οι όροι λειτουργίας της Άδειας

(β) Κατά την επανεξέταση, λαμβάνονται υπόψη όλα τα νέα ή ενημερωμένα συμπεράσματα ΒΔΤ που αφορούν την εγκατάσταση και αποφασίστηκαν από την Επιτροπή, σύμφωνα με τις διατάξεις του Άρθρου 13, παράγραφος 5 της οδηγίας 2010/75/ΕΕ, μετά τη χορήγηση ή πρόσφατη τροποποίηση της Άδειας.

(4) Όταν σε μια εγκατάσταση δεν εφαρμόζεται κανένα από τα συμπεράσματα ΒΔΤ, οι όροι λειτουργίας επανεξετάζονται και, όπου απαιτείται, τροποποιούνται, όταν οι εξελίξεις των βέλτιστων διαθέσιμων τεχνικών επιτρέπουν σημαντική μείωση των εκπομπών.

(5) Οι όροι λειτουργίας επανεξετάζονται και, όπου απαιτείται αναπροσαρμόζονται, τουλάχιστον στις ακόλουθες περιπτώσεις:

(α) όταν η ρύπανση από την εγκατάσταση είναι τέτοια, ώστε να πρέπει να αναθεωρηθούν οι ισχύουσες οριακές τιμές εκπομπής της Άδειας ή να περιληφθούν σε αυτή νέες οριακές τιμές εκπομπής,

(β) όταν, για την ασφαλή λειτουργία της εγκατάστασης, απαιτείται η εφαρμογή άλλων τεχνικών,

(γ) όταν απαιτείται, για να εξασφαλιστεί η συμμόρφωση με νέο ή αναθεωρημένο ποιοτικό πρότυπο περιβάλλοντος σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 30, και

(δ) όταν λήξει η περίοδος ισχύος τους.

Τερματισμός της λειτουργίας μιας εγκατάστασης

34.-(1) Χωρίς επηρεασμό των διατάξεων-

(α) του περί Προστασίας και Διαχείρισης των Υδάτων Νόμου, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται,

(β) του περί της Περιβαλλοντικής Ευθύνης όσον αφορά την Πρόληψη και την Αποκατάσταση Περιβαλλοντικής Ζημιάς Νόμο, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται,

(γ) των περί Προστασίας και Διαχείρισης των Υδάτων (Προστασία των Υπογείων Υδάτων από τη Ρύπανση και την Υποβάθμιση) Κανονισμών όπως αυτοί εκάστοτε τροποποιούνται ή αντικαθίστανται, και

(δ) της νομοθεσίας για την προστασία του εδάφους,

η Αρμόδια Αρχή καθορίζει όρους λειτουργίας ώστε να εξασφαλίζεται ότι, κατά τον οριστικό τερματισμό των δραστηριοτήτων μιας εγκατάστασης, τηρούνται οι διατάξεις των εδαφίων (3) και (4).

(2)(α) Στις περιπτώσεις που η δραστηριότητα μιας εγκατάστασης περιλαμβάνει τη χρήση, την παραγωγή ή την ελευθέρωση σχετικών επικίνδυνων ουσιών και, έχοντας υπόψη την πιθανότητα ρύπανσης του εδάφους και των υπόγειων υδάτων στο χώρο της εγκατάστασης, ο φορέας εκμετάλλευσης συντάσσει και υποβάλλει στην Αρμόδια Αρχή βασική έκθεση, πριν από την έναρξη της λειτουργίας της εγκατάστασης ή πριν την τροποποίηση της Άδειας της εγκατάστασης για πρώτη φορά μετά τις 7 Ιανουαρίου 2013.

(β) Η βασική έκθεση περιλαμβάνει τις πληροφορίες που απαιτούνται για τον προσδιορισμό της κατάστασης του εδάφους και της ρύπανσης των υπογείων υδάτων, ώστε να γίνεται ποσοτικοποιημένη σύγκριση της κατάστασης κατά τον οριστικό τερματισμό των δραστηριοτήτων της εγκατάστασης, σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου (3).

(γ) Η βασική έκθεση περιλαμβάνει τουλάχιστον τα ακόλουθα:

(i) στοιχεία για την παρούσα χρήση και, όταν είναι διαθέσιμα, για τις χρήσεις του χώρου κατά το παρελθόν, και

(ii) εφόσον είναι διαθέσιμα-

(Α) στοιχεία των μετρήσεων των συστατικών του εδάφους και των υπόγειων υδάτων που αντικατοπτρίζουν την κατάσταση που επικρατεί όταν καταρτίζεται η βασική έκθεση, ή

(Β) στοιχεία νέων μετρήσεων, λαμβανομένης υπόψη της πιθανότητας ρύπανσης του εδάφους ή των υπόγειων υδάτων από τις επικίνδυνες ουσίες, οι οποίες πρόκειται να χρησιμοποιηθούν, να παραχθούν ή να απελευθερωθούν από τη συγκεκριμένη εγκατάσταση.

(δ) Όταν τα στοιχεία που παρέχονται δυνάμει των διατάξεων οποιαδήποτε άλλου νόμου πληρούν τις απαιτήσεις του παρόντος εδαφίου, τα στοιχεία αυτά μπορούν να περιλαμβάνονται ή να επισυνάπτονται στη βασική έκθεση.

3(α) Κατά τον οριστικό τερματισμό των δραστηριοτήτων μιας εγκατάστασης, ο φορέας εκμετάλλευσης αξιολογεί την κατάσταση ρύπανσης του εδάφους και των υπόγειων υδάτων από σχετικές επικίνδυνες ουσίες, τις οποίες χρησιμοποιεί, παράγει ή ελευθερώνει η εγκατάσταση.

(β) Στις περιπτώσεις που η εγκατάσταση έχει προκαλέσει σημαντική ρύπανση του εδάφους ή των υπόγειων υδάτων από τις σχετικές επικίνδυνες ουσίες, σε σύγκριση με την κατάσταση που έχει καθοριστεί στη βασική έκθεση που αναφέρεται στο εδάφιο (2), ο φορέας εκμετάλλευσης λαμβάνει όλα τα αναγκαία μέτρα για την αντιμετώπιση της ρύπανσης αυτής και την επαναφορά του χώρου στην κατάσταση που καθορίζεται στη βασική έκθεση. για το σκοπό αυτό, μπορεί να λαμβάνεται υπόψη η δυνατότητα εφαρμογής, από τεχνικής άποψης, των μέτρων αυτών.

(γ) Χωρίς επηρεασμό των διατάξεων των παραγράφων (α) και (β)-

(i) κατά τον οριστικό τερματισμό των δραστηριοτήτων μιας εγκατάστασης και όταν η ρύπανση του εδάφους και των υπόγειων υδάτων στο χώρο θέτει σε σοβαρό κίνδυνο την ανθρώπινη υγεία ή το περιβάλλον, ως αποτέλεσμα των επιτρεπόμενων δραστηριοτήτων που διεξάγει ο φορέας εκμετάλλευσης πριν από την τροποποίηση της Άδειας της εγκατάστασης για πρώτη φορά μετά τις 7 Ιανουαρίου 2013, και

(ii) λαμβανομένων υπόψη των συνθηκών του χώρου, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου (γ) του εδαφίου (2) του άρθρου 9,

ο φορέας εκμετάλλευσης λαμβάνει όλα τα απαραίτητα μέτρα, με στόχο την απομάκρυνση, τον έλεγχο, τη συγκράτηση ή τη μείωση σχετικών επικίνδυνων ουσιών, ώστε ο χώρος, λαμβανομένης υπόψη της τρέχουσας ή της εγκεκριμένης μελλοντικής χρήσης του, να μην αποτελεί πλέον κίνδυνο.

(4) Στις περιπτώσεις που ο φορέας εκμετάλλευσης δεν υποχρεούται να συντάξει τη βασική έκθεση που αναφέρεται στο εδάφιο (2), αυτός λαμβάνει, κατά τον οριστικό τερματισμό των δραστηριοτήτων της εγκατάστασης, όλα τα απαραίτητα μέτρα, με στόχο την απομάκρυνση, τον έλεγχο, τη συγκράτηση ή τη μείωση σχετικών επικίνδυνων ουσιών, ώστε ο χώρος, λαμβανομένης υπόψη της τρέχουσας ή της εγκεκριμένης μελλοντικής χρήσης του, να παύσει να θέτει σε σοβαρό κίνδυνο την ανθρώπινη υγεία ή το περιβάλλον, λόγω της ρύπανσης του εδάφους και των υπόγειων υδάτων που, λαμβανομένων υπόψη των συνθηκών του χώρου της εγκατάστασης, που έχουν διαπιστωθεί σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου (γ) του εδαφίου (2) του άρθρου 9, προκύπτει από τις επιτρεπόμενες δραστηριότητες.

Περιβαλλοντικές επιθεωρήσεις και σχέδιο περιβαλλοντικών επιθεωρήσεων Παράρτημα IV

35.-(1)(α) Η Αρμόδια Αρχή καταρτίζει σχέδιο περιβαλλοντικών επιθεωρήσεων των εγκαταστάσεων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος Μέρους, για την εξέταση όλων των σημαντικών περιβαλλοντικών επιπτώσεων που προκύπτουν από τις εγκαταστάσεις του Παραρτήματος IV και για τον έλεγχο της τήρησης των όρων λειτουργίας της Άδειάς τους.

(β) Χωρίς επηρεασμό των διατάξεων του άρθρου 85, οι φορείς εκμετάλλευσης παρέχουν σε επιθεωρητή κάθε αναγκαία βοήθεια για την πρόσβαση στο χώρο της εγκατάστασης, τη δειγματοληψία και τη συλλογή κάθε στοιχείου που απαιτείται για την εκτέλεση των καθηκόντων του.

(2) Σε όλες τις εγκαταστάσεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος Μέρους, εφαρμόζεται το σχέδιο περιβαλλοντικών επιθεωρήσεων και η Αρμόδια Αρχή μεριμνά ώστε το σχέδιο να επανεξετάζεται τακτικά και, κατά περίπτωση, να αναπροσαρμόζεται.

(3) Κάθε σχέδιο περιβαλλοντικών επιθεωρήσεων περιλαμβάνει διατάξεις για -

(α) τη γενική αξιολόγηση των σημαντικών περιβαλλοντικών ζητημάτων,

(β) τη γεωγραφική περιοχή που καλύπτει το σχέδιο,

(γ) τη δημιουργία μητρώου των εγκαταστάσεων του Παραρτήματος IV που καλύπτει το σχέδιο,

(δ) τις διαδικασίες για την κατάρτιση προγραμμάτων τακτικών περιβαλλοντικών επιθεωρήσεων, βάσει των διατάξεων του εδαφίου (4),

(ε) τις διαδικασίες για έκτακτες περιβαλλοντικές επιθεωρήσεις, βάσει των διατάξεων του εδαφίου (5), και

(στ) τη συνεργασία μεταξύ των επιθεωρητών όπου απαιτείται,, σε περίπτωση συναρμοδιότητας.

(4)(α) Η Αρμόδια Αρχή καταρτίζει, βάσει των σχεδίων περιβαλλοντικών επιθεωρήσεων σε τακτική βάση, προγράμματα τακτικών περιβαλλοντικών επιθεωρήσεων, όπου απαιτείται, τα οποία περιλαμβάνουν τη συχνότητα των επιτόπιων επιθεωρήσεων για τις διάφορες κατηγορίες εγκαταστάσεων.

(β) Η χρονική περίοδος μεταξύ δύο επιτόπιων επιθεωρήσεων, βασίζεται σε συστηματική εκτίμηση των περιβαλλοντικών κινδύνων των συγκεκριμένων εγκαταστάσεων και δεν υπερβαίνει το ένα (1) έτος για τις εγκαταστάσεις που δημιουργούν τους μεγαλύτερους κινδύνους και τα τρία (3) έτη για τις εγκαταστάσεις που δημιουργούν τους μικρότερους κινδύνους.

(γ) Σε περίπτωση που, κατά την επιθεώρηση, διαπιστωθεί μη συμμόρφωση προς τους όρους λειτουργίας της Άδειας, διενεργείται πρόσθετη επιτόπια επιθεώρηση εντός έξι (6) μηνών από την πρώτη επιθεώρηση.

(δ) Η συστηματική εκτίμηση των περιβαλλοντικών κινδύνων βασίζεται τουλάχιστον στα ακόλουθα κριτήρια:

(i) τις πιθανές και πραγματικές επιπτώσεις των συγκεκριμένων εγκαταστάσεων στην ανθρώπινη υγεία και στο περιβάλλον, λαμβάνοντας υπόψη τα επίπεδα και τα είδη εκπομπών, την ευαισθησία του τοπικού περιβάλλοντος και τον κίνδυνο ατυχημάτων,

(ii) το ιστορικό της εγκατάστασης, όσον αφορά τη συμμόρφωση με τους όρους λειτουργίας της Άδειάς της, και

(iii) τη συμμετοχή του φορέα εκμετάλλευσης στο κοινοτικό σύστημα οικολογικής διαχείρισης και οικολογικού ελέγχου (EMAS), σύμφωνα με τον Kανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1221/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 25ης Νοεμβρίου 2009 περί της εκούσιας συμμετοχής οργανισμών σε κοινοτικό σύστημα οικολογικής διαχείρισης και οικολογικού ελέγχου (EMAS) και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 761/2001 και των αποφάσεων της Επιτροπής 2001/681 και 2006/193/ΕΚ και σύμφωνα με τον περί της Εκούσιας Συμμετοχής Οργανισμών σε Κοινοτικό Σύστημα Οικολογικής Διαχείρισης και Οικολογικού Ελέγχου Νόμος

(5)(α)Οι επιθεωρητές διενεργούν έκτακτες περιβαλλοντικές επιθεωρήσεις, το ταχύτερο δυνατό, προκειμένου να διερευνηθούν σοβαρές περιβαλλοντικές καταγγελίες, σοβαρά περιβαλλοντικά ατυχήματα και συμβάντα και περιπτώσεις μη συμμόρφωσης.

(β) Έκτακτες περιβαλλοντικές επιθεωρήσεις διενεργούνται επίσης, όπου ενδείκνυται, πριν από τη χορήγηση, ανανέωση ή τροποποίηση της Άδειας.

(6)(α) Μετά από κάθε επιτόπια επιθεώρηση, ο Αρχιεπιθεωρητής συντάσσει έκθεση, την οποία υποβάλλει στην Αρμόδια Αρχή, στην οποία περιγράφονται οι σχετικές διαπιστώσεις όσον αφορά τη συμμόρφωση της εγκατάστασης με τους όρους λειτουργίας της Άδειας και περιέχει συμπεράσματα σχετικά με το κατά πόσον απαιτούνται περαιτέρω ενέργειες.

(β) Η έκθεση κοινοποιείται στο φορέα εκμετάλλευσης εντός δύο (2) μηνών από την πραγματοποίηση της επιθεώρησης. η Αρμόδια Αρχή καθιστά την έκθεση διαθέσιμη στο κοινό, σύμφωνα με τις διατάξεις του περί της Πρόσβασης του Κοινού σε Πληροφορίες που είναι Σχετικές με το Περιβάλλον Νόμου, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται, εντός τεσσάρων (4) μηνών από την πραγματοποίηση της επιτόπιας επιθεώρησης.

(γ) Χωρίς επηρεασμό των διατάξεων των εδαφίων (1) και (2) του άρθρου 16, η Αρμόδια Αρχή διασφαλίζει ότι ο φορέας εκμετάλλευσης προβαίνει σε όλες τις αναγκαίες ενέργειες που αναφέρονται στην έκθεση, εντός εύλογης χρονικής περιόδου η οποία καθορίζεται στην έκθεση.

Πρόσβαση σε πληροφορίες και συμμετοχή του κοινού

36.-(1)Η Αρμόδια Αρχή διασφαλίζει ότι παρέχεται στο ενδιαφερόμενο κοινό, το συντομότερο δυνατό και πριν τη λήψη απόφασης, η δυνατότητα αποτελεσματικής συμμετοχής στις ακόλουθες διαδικασίες:

(α) τη χορήγηση Αδειών για νέες εγκαταστάσεις,

(β) τη χορήγηση Άδειας για οποιαδήποτε ουσιαστική μεταβολή,

(γ) τη χορήγηση ή τροποποίηση Άδειας, σύμφωνα με τις διατάξεις των εδαφίων (5) και (6) του άρθρου 27,

(δ) την τροποποίηση Άδειας ή των όρων λειτουργίας αυτής, σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων (α), (β) και (γ) του εδαφίου (5) του άρθρου 33.

(2) Η διαδικασία για τη συμμετοχή του κοινού καθορίζεται από τις διατάξεις των άρθρων 37, 38, 39, 40 και του Παραρτήματος VIII.

(3)(α) Όταν, μετά τη διαδικασία που προβλέπεται στις διατάξεις των άρθρων 37, 38, 39, 40 και του Παραρτήματος VIII, λαμβάνεται απόφαση για τη χορήγηση ή τροποποίηση Άδειας, η Αρμόδια Αρχή ενημερώνει το κοινό, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 41 και θέτει στη διάθεσή του τις ακόλουθες πληροφορίες:

(i) το περιεχόμενο της απόφασης, περιλαμβανομένου αντίγραφου της Άδειας και κάθε μετέπειτα τροποποίησής της,

(ii) τους λόγους στους οποίους βασίστηκε η απόφαση,

(iii) τα αποτελέσματα των διαβουλεύσεων πριν από τη λήψη της απόφασης και επεξήγηση του τρόπου με τον οποίο λήφθηκαν υπόψη στο πλαίσιο της εν λόγω απόφασης,

(iv) τους τίτλους των εγγράφων αναφοράς ΒΔΤ που αφορούν την οικεία εγκατάσταση ή δραστηριότητα,

(v) τον τρόπο καθορισμού των όρων λειτουργίας της Άδειας που αναφέρονται στο άρθρο 26, περιλαμβανομένων των οριακών τιμών εκπομπής σε σχέση με τις βέλτιστες διαθέσιμες τεχνικές και τα επίπεδα εκπομπών που συνδέονται με τις βέλτιστες διαθέσιμες τεχνικές, και

(vi) στις περιπτώσεις έγκρισης παρεκκλίσεων σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου (5) του άρθρου 27, τους συγκεκριμένους λόγους της παρέκκλισης, βάσει των κριτηρίων που ορίζονται στο εν λόγω εδάφιο, και τους επιβληθέντες όρους λειτουργίας.

(β) Οι πληροφορίες που αναφέρονται στις υποπαραγράφους (i), (ii) και (vi) τίθενται στη διάθεση του κοινού και μέσω διαδικτύου.

(4)(α) Η Αρμόδια Αρχή θέτει στη διάθεση του κοινού-

(i) σχετικές πληροφορίες ως προς τα μέτρα τα οποία λαμβάνει ο φορέας εκμετάλλευσης κατά τον οριστικό τερματισμό των δραστηριοτήτων της εγκατάστασης, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 34, και

(ii) τα αποτελέσματα που διαθέτει η Αρμόδια Αρχή από την παρακολούθηση των εκπομπών, σύμφωνα με τους όρους λειτουργίας της Άδειας.

(β) Οι πληροφορίες που αναφέρονται στην υποπαράγραφο (i) της παραγράφου (α) τίθενται στη διάθεση του κοινού και μέσω διαδικτύου.

(5) Οι διατάξεις των εδαφίων (1), (2), (3) και (4) υπόκεινται στις περιοριστικές διατάξεις των εδαφίων (1), (2), (3), (4) και (5) του άρθρου 8 του περί της Πρόσβασης του Κοινού σε Πληροφορίες που είναι Σχετικές με το Περιβάλλον Νόμου, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται.

Πρόσβαση του κοινού σε πληροφορίες

37.-(1)Για τους σκοπούς του άρθρου 36, η Αρμόδια Αρχή, με γνωστοποίηση που δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, σε δύο ευρείας κυκλοφορίας εφημερίδες στη Δημοκρατία και στο διαδίκτυο, ενημερώνει το κοινό κατά την έναρξη της διαδικασίας λήψης απόφασης ή, το αργότερο, αμέσως μόλις καταστεί ευλόγως δυνατή η παροχή των πληροφοριών σχετικά με -

(α) την αίτηση χορήγησης Άδειας ή, ανάλογα με την περίπτωση, την πρόταση για την τροποποίηση Άδειας ή των όρων λειτουργίας αυτής, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 33, περιλαμβανομένης της περιγραφής των στοιχείων που καθορίζονται στα εδάφια (1) και (2) του άρθρου 9,

(β) όπου ισχύει, το γεγονός ότι μια απόφαση υπόκειται σε εθνική ή διασυνοριακή εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων ή σε διαβουλεύσεις μεταξύ κρατών μελών, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 43,

(γ) τις λεπτομέρειες σχετικά με την Αρμόδια Αρχή που είναι υπεύθυνη για τη λήψη της απόφασης, τις αρχές από τις οποίες μπορούν να παρασχεθούν σχετικές πληροφορίες και τις αρχές, προς τις οποίες μπορούν να υποβληθούν παρατηρήσεις ή ερωτήματα, και λεπτομέρειες του χρονοδιαγράμματος για τη διαβίβαση των εν λόγω παρατηρήσεων ή ερωτημάτων,

(δ) τη φύση των πιθανών αποφάσεων ή στην περίπτωση που υφίσταται, το σχέδιο απόφασης,

(ε) όπου ισχύει, τις λεπτομέρειες της πρότασης για τροποποίηση μιας Άδειας ή των όρων λειτουργίας αυτής,

(στ) το γεγονός ότι οι πληροφορίες που σχετίζονται με την εν λόγω αίτηση ή πρόταση διατίθενται στο κοινό κατά τις εργάσιμες μέρες και ώρες στα γραφεία της Αρμόδιας Αρχής και διευκρίνιση των μέσων με τα οποία καθίστανται διαθέσιμες,

(ζ) το γεγονός ότι οποιοδήποτε μέλος του ενδιαφερόμενου κοινού μπορεί να υποβάλει στην Αρμόδια Αρχή απόψεις ή παραστάσεις, αναφορικά με το περιεχόμενο της αίτησης ή πρότασης, εντός τριάντα πέντε (35) ημερών από την ημερομηνία δημοσίευσης της γνωστοποίησης στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας.

(2) Η Αρμόδια Αρχή, με γνωστοποίηση που δημοσιεύεται στο διαδίκτυο, ενημερώνει άμεσα το κοινό για τις απόψεις ή παραστάσεις οποιουδήποτε προσώπου που υποβλήθηκαν δυνάμει των διατάξεων της παραγράφου (ζ) του εδαφίου (1).

(α) για τις κύριες εκθέσεις και συμβουλές που παρέχονται σε αυτήν κατά τη χρονική περίοδο που το ενδιαφερόμενο κοινό ενημερώνεται, σύμφωνα με τις διατάξεις των εδαφίων (1) και (2),

(β) σύμφωνα με τις διατάξεις του περί της Πρόσβασης του Κοινού σε Πληροφορίες που είναι Σχετικές με το Περιβάλλον Νόμου, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται, για τις πληροφορίες, εξαιρουμένων των αναφερομένων στα εδάφια (1) και (2), οι οποίες είναι σχετικές με τη λήψη της απόφασης, σύμφωνα με τις διατάξεις των εδαφίων (1), (2), (3), (4), (7) και (8) του άρθρου 11 και του εδαφίου (4) του άρθρου 32, οι οποίες καθίστανται διαθέσιμες μετά την ενημέρωση του ενδιαφερόμενου κοινού, σύμφωνα με τις διατάξεις των εδαφίων (1) και (2), και

(γ) ότι οι πληροφορίες που αναφέρονται στις παραγράφους (α) και (β) διατίθενται στο κοινό κατά τις εργάσιμες μέρες και ώρες στα γραφεία της Αρμόδιας Αρχής.

Δημόσια ακρόαση

38.-(1)Η Αρμόδια Αρχή αξιολογεί και λαμβάνει δεόντως υπόψη της τα αποτελέσματα της συμμετοχής του ενδιαφερόμενου κοινού, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 37.

(2) Ανάλογα με τα αποτελέσματα της αξιολόγησης που προβλέπεται στο εδάφιο (1), η Αρμόδια Αρχή μπορεί να αποφασίσει τη διενέργεια δημόσιας ακρόασης, αναφορικά με τις διαδικασίες που αναφέρονται στο εδάφιο (1) του άρθρου 36, προτού ολοκληρωθεί η διαδικασία λήψης απόφασης.

(3) Η δημόσια ακρόαση διενεργείται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 39 και 40 και του Παραρτήματος VIII.

(4) Σε περίπτωση που η Αρμόδια Αρχή αποφασίσει ότι δεν απαιτείται δημόσια ακρόαση, η απόφασή της αυτή πρέπει να συνοδεύεται από γραπτή αιτιολογία.

(5) Στην περίπτωση λήψης απόφασης δυνάμει του εδαφίου (4), η Αρμόδια Αρχή ενημερώνει σχετικά τα μέλη του ενδιαφερόμενου κοινού που υπέβαλαν απόψεις ή παραστάσεις δυνάμει της παραγράφου (ζ) του εδαφίου (1) του άρθρου 37, με γραπτή ειδοποίηση και γνωστοποίηση που δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, σε δύο ευρείας κυκλοφορίας ημερήσιες εφημερίδες στη Δημοκρατία και στο διαδίκτυο, και αναφέρει τους λόγους και τις εκτιμήσεις επί των οποίων βασίστηκε.

(6) Δε διενεργείται δημόσια ακρόαση όταν η υπό αξιολόγηση πρόταση ή διαδικασία άπτεται της δημόσιας ασφάλειας ή άλλων λόγων δημοσίου συμφέροντος που εξειδικεύονται σε αιτιολογημένη απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου.

Διεξαγωγή και διάρκεια δημόσιας ακρόασης

39.-(1)Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 41, δημόσια ακρόαση διεξάγεται στην περίπτωση που αναφέρεται στο εδάφιο (2) του άρθρου 38, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου, του άρθρου 40 και του Παραρτήματος VIII.

(2) Η διάρκεια της δημόσιας ακρόασης δεν υπερβαίνει τις σαράντα πέντε (45) ημερολογιακές μέρες, από την ημερομηνία δημοσίευσης της γνωστοποίησης που προβλέπεται στο εδάφιο (2) του άρθρου 40, εκτός αν υφίστανται εξαιρετικές συνθήκες που δικαιολογούν την παράταση της διαδικασίας, όπως η πολυπλοκότητα και ιδιαιτερότητα της υπό αξιολόγηση πρότασης ή διαδικασίας.

Συμμετοχή σε δημόσια ακρόαση

40.-(1)Σε δημόσια ακρόαση μπορούν να συμμετέχουν -

(α) οποιοδήποτε μέλος του ενδιαφερόμενου κοινού και/ ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο έχει έννομο συμφέρον·

(β) δημόσια επιχείρηση, αρχή που καθιδρύεται με βάση νόμο, κρατική υπηρεσία, δήμος, κοινότητα, οργανισμός δημοσίου δικαίου, οργανισμός ιδιωτικού δικαίου, οποιαδήποτε μη κυβερνητική οργάνωση, η οποία προάγει την προστασία του περιβάλλοντος και/ ή οποιοδήποτε πρόσωπο που κατά την κρίση της Αρμόδιας Αρχής, θα ήταν πρόσφορο να συμμετάσχει, μαζί με τους συμβούλους ή εκπροσώπους τους·

(γ) τα μέλη της Τεχνικής Επιτροπής.

(2) Η Αρμόδια Αρχή, με γνωστοποίηση που δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, τουλάχιστον δεκαπέντε (15) ημερολογιακές μέρες πριν την ημερομηνία διεξαγωγής της δημόσιας ακρόασης, σε δύο ευρείας κυκλοφορίας ημερήσιες εφημερίδες στη Δημοκρατία και στο διαδίκτυο και, κατά την κρίση της, με γραπτή ειδοποίηση, ενημερώνει σχετικά τα πρόσωπα που αναφέρονται στο εδάφιο (1).

(3) Στη γνωστοποίηση προσδιορίζονται -

(α) τα κύρια σημεία, σε σχέση με τα οποία επιδιώκεται η παρουσίαση των διαφόρων απόψεων,

(β) η ημερομηνία διεξαγωγής της δημόσιας ακρόασης, και

(γ) η προθεσμία, εντός της οποίας πρέπει να υποβληθούν τυχόν έγγραφες θέσεις από τα μέρη, σε σχέση με-

(i) τα κύρια θέματα που έχει καθορίσει η Αρμόδια Αρχή, ή

(ii) άλλα θέματα, τα οποία κρίνονται ουσιώδη ως προς την υπό αξιολόγηση διαδικασία.

(4) Οποιοδήποτε από τα πρόσωπα που αναφέρονται στις παραγράφους (α) και (β) του εδαφίου (1), μπορεί να δηλώσει εγγράφως ότι δεν επιθυμεί να συμμετάσχει στη δημόσια ακρόαση.

(5) Η Αρμόδια Αρχή δύναται, κατά την κρίση της, να επιτρέψει τη συμμετοχή σε δημόσια ακρόαση, σε οποιοδήποτε στάδιο, οποιουδήποτε προσώπου το ζητήσει ή να καλέσει, αν το κρίνει σκόπιμο, οποιοδήποτε πρόσωπο να συμμετάσχει σε αυτήν.

Λήψη αποφάσεων και ενημέρωση του κοινού

41.-(1) Πριν από τη λήψη απόφασης σχετικά με τις διαδικασίες που αναφέρονται στο εδάφιο (1) του άρθρου 36, η Αρμόδια Αρχή αξιολογεί και λαμβάνει δεόντως υπόψη της τις απόψεις ή παραστάσεις που εκφράζονται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 37 και 38 και τα αποτελέσματα της δημόσιας ακρόασης που τυχόν διενεργείται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 39, 40 και του Παραρτήματος VIII.

(2) Αφού η Αρμόδια Αρχή λάβει τελική απόφαση αναφορικά με την πρόταση ή διαδικασία που αναφέρεται στο εδάφιο (1) του άρθρου 36, ενημερώνει σχετικά και άμεσα το κοινό, με γνωστοποίηση που δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, σε δύο ευρείας κυκλοφορίας ημερήσιες εφημερίδες στη Δημοκρατία και στο διαδίκτυο.

(3) Η γνωστοποίηση που αναφέρεται στο εδάφιο (2)-

(α) περιλαμβάνει τις πληροφορίες που καθορίζονται στα εδάφια (3) και (4) του άρθρου 36 και τις πληροφορίες που είναι καταχωρημένες στο Αρχείο που τηρείται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 95,

(β) αναφέρει ότι οι πληροφορίες αυτές διατίθενται στο κοινό κατά τις εργάσιμες μέρες και ώρες στα γραφεία της Αρμόδιας Αρχής, και

(γ) περιλαμβάνει πληροφορίες σχετικά με την πρόσβαση στη δικαιοσύνη που προβλέπεται στο άρθρο 42.

Πρόσβαση στη δικαιοσύνη

42. Πρόσωπο, στο ιδρυτικό έγγραφο ή στο καταστατικό του οποίου ορίζεται ότι, ο κύριος σκοπός της ίδρυσής του είναι η προώθηση της προστασίας του περιβάλλοντος, θεωρείται ότι έχει έννομο συμφέρον, το οποίο δυνατό να επηρεάζεται δυσμενώς από οποιαδήποτε απόφαση, πράξη ή παράλειψη της Αρμόδιας Αρχής, στο πλαίσιο της άσκησης των αρμοδιοτήτων της δυνάμει των άρθρων 36, 37, 38, 39, 40 και 41 και μπορεί να ασκήσει προσφυγή σύμφωνα με το άρθρο 146 του Συντάγματος για αναθεώρηση.

Διασυνοριακές επιπτώσεις

43.-(1)(α) Όταν η Αρμόδια Αρχή διαπιστώνει ότι η λειτουργία μιας εγκατάστασης ενδέχεται να έχει σημαντικές αρνητικές επιπτώσεις στο περιβάλλον άλλου κράτους μέλους ή όταν άλλο κράτος μέλος, το οποίο ενδέχεται να επηρεαστεί σοβαρά, το ζητά, τότε, κατά την υποβολή αίτησης χορήγησης Άδειας, σύμφωνα με τις διατάξεις-

(i) των εδαφίων (1) και (2) του άρθρου 8 και των εδαφίων (5) και (6) του άρθρου 11, ή

(ii) του εδαφίου και της παραγράφου (β) του εδαφίου (3) του άρθρου 32,

η Αρμόδια Αρχή διαβιβάζει τις πληροφορίες που έχουν παρασχεθεί, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 37, 38, 39 και 40 και του Παραρτήματος VIII, στο άλλο κράτος μέλος ταυτοχρόνως με τη διάθεσή τους στο κοινό.

(β) Οι πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο (α), χρησιμεύουν ως βάση για τις τυχόν αναγκαίες διαβουλεύσεις στο πλαίσιο των διμερών σχέσεων μεταξύ της Δημοκρατίας και του εν λόγω κράτους μέλους, σε καθεστώς αμοιβαιότητας και ισότητας.

(2) Στο πλαίσιο των διμερών σχέσεων της Δημοκρατίας με τα λοιπά κράτη μέλη, η Αρμόδια Αρχή μεριμνά ώστε, στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο εδάφιο (1), οι αιτήσεις για τα θέματα που αναφέρονται στο εδάφιο (1) του άρθρου 36, διατίθενται, για χρονικό διάστημα όχι μικρότερο των τριάντα πέντε (35) ημερών, και στο ενδιαφερόμενο κοινό του κράτους μέλους, ώστε το εν λόγω κοινό να έχει δικαίωμα να διατυπώσει τα σχόλιά του πριν τη λήψη απόφασης από την Αρμόδια Αρχή δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 41.

(3) Τα αποτελέσματα των διαβουλεύσεων που διεξάγονται σύμφωνα με τα εδάφια (1) και (2) λαμβάνονται υπόψη κατά τη λήψη της απόφασης από την Αρμόδια Αρχή δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 41.

(4) Η Αρμόδια Αρχή ενημερώνει κάθε κράτος μέλος, το οποίο έχει συμμετάσχει στις διαβουλεύσεις σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου (1), σχετικά με την απόφασή της και διαβιβάζει σε αυτό τις πληροφορίες που αναφέρονται στο εδάφιο (3) του άρθρου 36.

(5) Στα πλαίσια διεξαγωγής διαβουλεύσεων της Δημοκρατίας με άλλο κράτος μέλος για αιτήσεις που υποβάλλονται στην επικράτεια του εν λόγω κράτους μέλους αναφορικά με τις διαδικασίες που καθορίζονται στο εδάφιο (1) του άρθρου 36, η Αρμόδια Αρχή, με γνωστοποίηση που δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, σε δύο (2) ευρείας κυκλοφορίας εφημερίδες στη Δημοκρατία και στο διαδίκτυο, ενημερώνει το κοινό -

(α) για τις πληροφορίες που έχουν διαβιβαστεί από το εν λόγω κράτος μέλος και ότι οι πληροφορίες αυτές διατίθενται στο κοινό κατά τις εργάσιμες μέρες και ώρες στα γραφεία της Αρμόδιας Αρχής,

(β) ότι οποιοδήποτε μέλος του ενδιαφερόμενου κοινού μπορεί να υποβάλει στην Αρμόδια Αρχή απόψεις ή παραστάσεις αναφορικά με το περιεχόμενο των πληροφοριών που έχουν διαβιβαστεί και το χρονοδιάγραμμα για την υποβολή τους,

(γ) ότι η Αρμόδια Αρχή λαμβάνει δεόντως υπόψη της τις απόψεις και παραστάσεις που της έχουν υποβληθεί σύμφωνα με την παράγραφο (β) κατά τις διαβουλεύσεις που διεξάγονται στα πλαίσια των διμερών σχέσεων της Δημοκρατίας με το εν λόγω κράτος μέλος, και

(δ) την απόφαση που λήφθηκε και τις πληροφορίες που αναφέρονται στο Άρθρο 24 παράγραφος 2 της Οδηγίας 2010/75/ΕΕ, τις οποίες διαβίβασε το οικείο κράτος μέλος.

Αναδυόμενες τεχνικές

44. Η Αρμόδια Αρχή ενθαρρύνει, κατά περίπτωση, την ανάπτυξη και την εφαρμογή αναδυόμενων τεχνικών, ιδίως εκείνων που αναφέρονται στα έγγραφα αναφοράς ΒΔΤ.

ΜΕΡΟΣ ΙV ΕΙΔΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΓΙΑ ΤΙΣ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ ΚΑΥΣΗΣ
Πεδίο εφαρμογής του Μέρους IV του παρόντος Νόμου

45.-(1)Το παρόν Μέρος εφαρμόζεται σε εγκαταστάσεις καύσης, των οποίων ο ρυθμός θερμικής ενέργειας εισόδου είναι ίσος ή μεγαλύτερος από 50 MW, ανεξάρτητα από το είδος του χρησιμοποιούμενου καυσίμου.

(2) Το παρόν Μέρος δεν εφαρμόζεται στις ακόλουθες εγκαταστάσεις καύσης:

(α) εγκαταστάσεις καύσης, όπου τα προϊόντα καύσης χρησιμοποιούνται για την απευθείας θέρμανση, ξήρανση ή οποιαδήποτε άλλη κατεργασία αντικειμένων ή υλικών∙

(β) εγκαταστάσεις μετάκαυσης, που προορίζονται για τον καθαρισμό των καυσαερίων με καύση και δεν λειτουργούν ως αυτόνομες εγκαταστάσεις καύσης∙

(γ) εγκαταστάσεις αναγέννησης των καταλυτών που χρησιμοποιούνται στην καταλυτική πυρόλυση∙

(δ) εγκαταστάσεις μετατροπής του υδροθείου σε θείο∙

(ε) αντιδραστήρες που χρησιμοποιούνται στη χημική βιομηχανία∙

(στ) συστοιχίες καμίνων άνθρακα (coke)∙

(ζ) προθερμαντήρες αέρος υψικαμίνων∙

(η) οποιαδήποτε τεχνική συσκευή που χρησιμοποιείται για την προώθηση οχήματος, πλοίου ή αεροσκάφους∙

(θ) αεριοστροβίλους και αεριοκινητήρες που χρησιμοποιούνται σε εξέδρες ανοικτής θάλασσας∙

(ι) εγκαταστάσεις που χρησιμοποιούν ως καύσιμο οποιοδήποτε στερεό ή υγρό απόβλητο, εξαιρουμένων-

(i) φυτικών αποβλήτων της γεωργίας ή της δασοκομίας,

(ii) φυτικών αποβλήτων της βιομηχανίας τροφίμων, εφόσον ανακτάται η εκλυόμενη θερμότητα,

(iii) ινωδών φυτικών αποβλήτων από την παραγωγή παρθένου χαρτοπολτού και την παραγωγή χαρτιού από χαρτοπολτό, εφόσον για τα εν λόγω απόβλητα εφαρμόζεται διαδικασία συναποτέφρωσης στον τόπο παραγωγής και ανακτάται η εκλυόμενη θερμότητα,

(iv) αποβλήτων φελλού, και

(v) αποβλήτων ξύλου:

Νοείται ότι, τα απόβλητα ξύλου, τα οποία ενδέχεται να περιέχουν αλογονούχες οργανικές ενώσεις ή βαρέα μέταλλα, ως αποτέλεσμα επεξεργασίας με συντηρητικά ξύλου ή ως αποτέλεσμα επίστρωσης, και τα οποία περιλαμβάνουν ειδικότερα απόβλητα ξύλου προερχόμενα από κατασκευές και κατεδαφίσεις, θεωρούνται ως στερεό ή υγρό απόβλητο.

Κανόνες συνυπολογισμού

46.-(1)Στις περιπτώσεις που τα καυσαέρια δύο ή περισσότερων ξεχωριστών εγκαταστάσεων καύσης απορρίπτονται μέσω κοινής καπνοδόχου, ο συνδυασμός των εν λόγω εγκαταστάσεων θεωρείται ως μία ενιαία εγκατάσταση καύσης και οι δυναμικότητές τους αθροίζονται κατά τον υπολογισμό της συνολικής ονομαστικής θερμικής ισχύος.

(2) Στην περίπτωση που δύο ή περισσότερες ξεχωριστές εγκαταστάσεις καύσης που έχουν λάβει άδεια εκπομπής αερίων αποβλήτων για πρώτη φορά ή των οποίων οι φορείς εκμετάλλευσης έχουν υποβάλει πλήρη αίτηση για άδεια εκπομπής αερίων αποβλήτων μετά την 1η Ιουλίου 1987, είναι εγκατεστημένες κατά τρόπον ώστε, λαμβανομένων υπόψη των τεχνικών και οικονομικών παραγόντων, είναι δυνατό, κατά την κρίση της Αρμόδιας Αρχής, τα καυσαέριά τους να απορρίπτονται από κοινή καπνοδόχο, το σύνολο των εγκαταστάσεων καύσης αυτών θεωρείται ως μια ενιαία εγκατάσταση καύσης και οι δυναμικότητές τους αθροίζονται κατά τον υπολογισμό της συνολικής ονομαστικής θερμικής ισχύος.

(3) Κατά τον υπολογισμό της συνολικής ονομαστικής θερμικής ισχύος συνδυασμού εγκαταστάσεων καύσης που αναφέρονται στα εδάφια (1) και (2), δεν λαμβάνονται υπόψη μεμονωμένες εγκαταστάσεις καύσης με ονομαστική θερμική ισχύ κάτω των 15 MW.

Οριακές τιμές εκπομπής

47.-(1) Η απόρριψη των καυσαερίων από εγκαταστάσεις καύσης πραγματοποιείται κατά ελεγχόμενο τρόπο, μέσω καπνοδόχου, που περιλαμβάνει ένα ή περισσότερους καπναγωγούς, της οποίας το ύψος υπολογίζεται, κατά τρόπο ώστε να προστατεύεται αποτελεσματικά η ανθρώπινη υγεία και το περιβάλλον.

(2) Στις Άδειες εγκαταστάσεων καύσης, οι οποίες έχουν τεθεί σε λειτουργία το αργότερο στις 7 Ιανουαρίου 2014 -

(α) στις οποίες έχει χορηγηθεί άδεια εκπομπής αερίων αποβλήτων πριν από τις 7 Ιανουαρίου 2013, ή

(β) των οποίων οι φορείς εκμετάλλευσης έχουν υποβάλει πλήρη αίτηση χορήγησης άδειας εκπομπής αερίων αποβλήτων πριν από την ημερομηνία που αναφέρεται στην παράγραφο (α),

επισυνάπτονται όροι λειτουργίας που εξασφαλίζουν ότι οι εκπομπές στην ατμόσφαιρα από τις εν λόγω εγκαταστάσεις καύσης δεν υπερβαίνουν τις οριακές τιμές εκπομπής που καθορίζονται στο Μέρος 1 του Παραρτήματος VI.

(3) Σε όλες τις άδειες εκπομπής αερίων αποβλήτων για εγκαταστάσεις καύσης-

(α) των οποίων ο φορέας εκμετάλλευσης, με έγγραφη δήλωσή του, που υπέβαλε στον Υπουργό Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, το αργότερο μέχρι την 30η Ιουνίου 2004, ανέλαβε την υποχρέωση να μην λειτουργήσει την εγκατάσταση καύσης αυτή για περισσότερο από είκοσι χιλιάδες (20 000) ώρες λειτουργίας, από την 1η Ιανουαρίου 2008 μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2015 το αργότερο, και

(β) οι οποίες λειτουργούν μετά την 1η Ιανουαρίου 2016,

επισυνάπτονται όροι λειτουργίας, με τους οποίους εξασφαλίζεται ότι οι εκπομπές στην ατμόσφαιρα από τις εν λόγω εγκαταστάσεις καύσης δεν υπερβαίνουν τις οριακές τιμές εκπομπής που καθορίζονται στο Μέρος 2 του Παραρτήματος VI.

(4) Σε όλες τις Άδειες για εγκαταστάσεις καύσης οι οποίες δεν εμπίπτουν στις διατάξεις των εδαφίων (2) και (3), επισυνάπτονται όροι λειτουργίας, με τους οποίους εξασφαλίζεται ότι οι εκπομπές στην ατμόσφαιρα από τις εν λόγω εγκαταστάσεις καύσης δεν υπερβαίνουν τις οριακές τιμές εκπομπής που καθορίζονται στο Μέρος 2 Παραρτήματος VI.

(5)(α) Οι οριακές τιμές εκπομπής που καθορίζονται στα Μέρη 1 και 2 του Παραρτήματος VI, καθώς και τα ελάχιστα ποσοστά αποθείωσης που καθορίζονται στο Μέρος 5 του ίδιου Παραρτήματος ισχύουν για τις εκπομπές μέσω κάθε κοινής καπνοδόχου και καθορίζονται σε σχέση με τη συνολική ονομαστική θερμική ισχύ του συνόλου της εγκατάστασης καύσης.

(β) Στις περιπτώσεις που το Παράρτημα VI προβλέπει ότι οι οριακές τιμές εκπομπής μπορούν να ισχύουν για τμήμα της εγκατάστασης καύσης με περιορισμένο αριθμό ωρών λειτουργίας, οι εν λόγω οριακές τιμές εκπομπής ισχύουν για τις εκπομπές του συγκεκριμένου τμήματος της εγκατάστασης καύσης, αλλά καθορίζονται με βάση τη συνολική ονομαστική θερμική ισχύ του συνόλου της εγκατάστασης καύσης.

(6)(α) Η Αρμόδια Αρχή δύναται να επιτρέψει παρέκκλιση, για διάστημα που δεν υπερβαίνει τους έξι (6) μήνες, από την υποχρέωση συμμόρφωσης προς τις οριακές τιμές εκπομπής που καθορίζονται στα εδάφια (2), (3) και (4) για το διοξείδιο του θείου, όσον αφορά τις εγκαταστάσεις καύσης, οι οποίες, για το σκοπό της τήρησης των οριακών τιμών εκπομπής αυτών, χρησιμοποιούν κανονικά καύσιμο χαμηλής περιεκτικότητας σε θείο, σε περίπτωση κατά την οποία ο φορέας εκμετάλλευσης δεν είναι σε θέση να τηρήσει τις εν λόγω οριακές τιμές εκπομπής, λόγω διακοπής του εφοδιασμού με καύσιμα χαμηλής περιεκτικότητας σε θείο, η οποία οφείλεται σε σοβαρή έλλειψή τους.

(β) Η Αρμόδια Αρχή ενημερώνει αμέσως την Επιτροπή για κάθε παρέκκλιση που επιτρέπει δυνάμει της παραγράφου (α).

7(α) Η Αρμόδια Αρχή δύναται να επιτρέψει παρέκκλιση από την υποχρέωση συμμόρφωσης προς τις οριακές τιμές εκπομπής, οι οποίες καθορίζονται στα εδάφια (2), (3) και (4), για χρονική περίοδο που δεν υπερβαίνει τις δέκα (10) ημέρες, εκτός εάν είναι απόλυτα απαραίτητο για τη διατήρηση της παροχής ενέργειας, σε περιπτώσεις που εγκατάσταση καύσης, η οποία χρησιμοποιεί κανονικά μόνο αέριο καύσιμο και η οποία θα έπρεπε άλλως να είναι εξοπλισμένη με σύστημα καθαρισμού καυσαερίων, αναγκάζεται, κατ’ εξαίρεση, να χρησιμοποιεί άλλα καύσιμα, λόγω αιφνίδιας διακοπής του εφοδιασμού της με αέριο.

(β) Ο φορέας εκμετάλλευσης ενημερώνει αμέσως την Αρμόδια Αρχή για κάθε συγκεκριμένη περίπτωση της παραγράφου (α) που προκύπτει.

(γ) Η Αρμόδια Αρχή ενημερώνει αμέσως την Επιτροπή σχετικά με τις περιπτώσεις της παραγράφου (α) για τις οποίες επιτρέπει παρέκκλιση.

(8) Όταν μια εγκατάσταση καύσης επεκτείνεται, οι οριακές τιμές εκπομπής, που καθορίζονται στο Μέρος 2 του Παραρτήματος VI, ισχύουν για την επέκταση της εγκατάστασης καύσης και καθορίζονται σε σχέση με τη συνολική ονομαστική θερμική ισχύ του συνόλου της εγκατάστασης καύσης.

(9) Σε περίπτωση αλλαγής σε εγκατάσταση καύσης, η οποία ενδέχεται να έχει επιπτώσεις στο περιβάλλον και επηρεάζει τμήμα της εγκατάστασης καύσης με ονομαστική θερμική ισχύ ίση ή μεγαλύτερη των 50 ΜW, οι οριακές τιμές εκπομπής που καθορίζονται στο Μέρος 2 του Παραρτήματος VI, ισχύουν για το τμήμα της εγκατάστασης το οποίο υπέστη την αλλαγή, όσον αφορά τη συνολική ονομαστική θερμική ισχύ ολόκληρης της εγκατάστασης καύσης.

(10) Οι οριακές τιμές εκπομπής που καθορίζονται στα Μέρη 1 και 2 του Παραρτήματος VI, δεν ισχύουν για τις ακόλουθες εγκαταστάσεις καύσης-

(α) ντιζελοκίνητες μηχανές∙

(β) λέβητες ανάκτησης εντός εγκαταστάσεων καύσης για την παραγωγή χαρτοπολτού.

Ποσοστό αποθείωσης

48.-(1)Αναφορικά με εγκαταστάσεις καύσης που χρησιμοποιούν εγχώριο στερεό καύσιμο και δεν μπορούν να συμμορφωθούν προς τις οριακές τιμές εκπομπής για το διοξείδιο του θείου, που καθορίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις των εδαφίων (2), (3) και (4) του άρθρου 47, λόγω των χαρακτηριστικών του συγκεκριμένου καυσίμου, η Αρμόδια Αρχή δύναται να επιτρέπει, αντί της εφαρμογής των εν λόγω οριακών τιμών εκπομπής, την εφαρμογή των ελάχιστων ποσοστών αποθείωσης που προβλέπονται στο Μέρος 5 του Παραρτήματος VI, βάσει των κανόνων συμμόρφωσης του Μέρους 6 του ίδιου Παραρτήματος και αφού προηγουμένως εγκρίνει την τεχνική έκθεση που προβλέπεται στην παράγραφο (α) του εδαφίου (3) του άρθρου 97.

(2)(α) Αναφορικά με εγκαταστάσεις καύσης, οι οποίες χρησιμοποιούν εγχώριο στερεό καύσιμο, συναποτεφρώνουν απόβλητα και δεν μπορούν να συμμορφωθούν προς τις τιμές Cδιεργασία για το διοξείδιο του θείου, όπως αυτές καθορίζονται στα σημεία 3.1 ή 3.2 του Μέρους 4 του Παραρτήματος ΙΙ, λόγω των χαρακτηριστικών του εγχώριου στερεού καυσίμου, η Αρμόδια δύναται να επιτρέψει, αντί της εφαρμογής αυτών, την εφαρμογή των ελάχιστων ποσοστών αποθείωσης που προβλέπονται στο Μέρος 5 του Παραρτήματος VI, βάσει των κανόνων συμμόρφωσης του Μέρους 6 του ιδίου Παραρτήματος.

(β) Στην περίπτωση της παραγράφου (α), τα Cαπόβλητο που αναφέρονται στο σημείο 1 του Μέρους 4 του Παραρτήματος ΙΙ ισούνται με 0 mg/Nm3.

Μεταβατικό Εθνικό Σχέδιο

49.-(1)(α) Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου (2), κατά την περίοδο από την 1η Ιανουαρίου 2016 και μέχρι και την 30η Ιουνίου 2020, η Αρμόδια Αρχή δύναται να καθορίσει και να εφαρμόσει μεταβατικό εθνικό σχέδιο, αναφορικά με εγκαταστάσεις καύσης, οι οποίες τέθηκαν σε λειτουργία μέχρι και την 27η Νοεμβρίου 2003-

(i) οι οποίες έλαβαν άδεια εκπομπής αερίων αποβλήτων για πρώτη φορά πριν την 27η Νοεμβρίου 2002, ή

(ii) των οποίων οι φορείς εκμετάλλευσης είχαν υποβάλει πλήρη αίτηση χορήγησης άδειας εκπομπής αερίων αποβλήτων πριν από την ημερομηνία που αναφέρεται στην υποπαράγραφο (i).

(β) Για κάθε μια από τις εγκαταστάσεις καύσης που αναφέρονται στην παράγραφο (α), το μεταβατικό εθνικό σχέδιο περιλαμβάνει τις εκπομπές ενός ή περισσότερων εκ των ακολούθων ρύπων:

(i) οξειδίων του αζώτου,

(ii) διοξειδίου του θείου, και

(iii) σκόνης.

(γ) Όσον αφορά τους αεριοστρόβιλους, μόνο οι εκπομπές οξειδίων του αζώτου καλύπτονται από το μεταβατικό εθνικό σχέδιο.

(2) Το μεταβατικό εθνικό σχέδιο δεν καλύπτει καμία από τις ακόλουθες εγκαταστάσεις καύσης:

(α) εγκαταστάσεις καύσης, για τις οποίες εφαρμόζονται οι διατάξεις του εδαφίου (1) του άρθρου 50,

(β) εγκαταστάσεις καύσης εντός διυλιστηρίων που χρησιμοποιούν αποκλειστικά ή σε συνδυασμό με άλλα καύσιμα-

(i) αέρια χαμηλής θερμογόνου δύναμης, προερχόμενα από την αεριοποίηση υπολειμμάτων διυλιστηρίων, ή

(ii) υπολείμματα απόσταξης και μετατροπής από τη διύλιση του αργού πετρελαίου για ίδια κατανάλωση,

(γ) εγκαταστάσεις καύσης για τις οποίες εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 52,

(δ) εγκαταστάσεις καύσης που αναφέρονται στο εδάφιο (3) του άρθρου 47.

(3)(α) Τηρουμένων των διατάξεων των παραγράφων (β) και (γ), αναφορικά με εγκαταστάσεις καύσης που καλύπτονται από το μεταβατικό εθνικό σχέδιο, η Αρμόδια Αρχή δύναται να επιτρέψει παρέκκλιση από την υποχρέωση συμμόρφωσης προς τις οριακές τιμές εκπομπής που καθορίζονται στα εδάφια (2) και (3) του άρθρου 47, όσον αφορά τους ρύπους που υπόκεινται στο μεταβατικό εθνικό σχέδιο ή κατά περίπτωση, προς τα ποσοστά αποθείωσης που καθορίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 48.

(β) Οι οριακές τιμές εκπομπής διοξειδίου του θείου, οξειδίων του αζώτου και σκόνης που περιλαμβάνονται στην άδεια εκπομπής αερίων αποβλήτων της εγκατάστασης καύσης και είναι σε ισχύ στις 31 Δεκεμβρίου 2015, σύμφωνα με τις διατάξεις-

(i) του περί της Ολοκληρωμένης Πρόληψης και Ελέγχου της Ρύπανσης Νόμου, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται,

(ii) των περί Ελέγχου της Ρύπανσης της Ατμόσφαιρας (Περιορισμός Εκπομπών Ορισμένων Ρύπων από Μεγάλες Εγκαταστάσεις Καύσης) Κανονισμών, όπως αυτοί εκάστοτε τροποποιούνται ή αντικαθίστανται, πρέπει να τηρούνται.

(γ) Εγκαταστάσεις καύσης με συνολική ονομαστική θερμική ισχύ άνω των 500 MW που χρησιμοποιούν στερεά καύσιμα, οι οποίες έλαβαν άδεια εκπομπής αερίων αποβλήτων για πρώτη φορά μετά την 1η Ιουλίου 1987, συμμορφώνονται προς τις οριακές τιμές εκπομπής οξειδίων του αζώτου του Μέρους 1 του Παραρτήματος VI.

(4)(α) Για κάθε ρύπο που εμπίπτει στο μεταβατικό εθνικό σχέδιο, αυτό καθορίζει ανώτατο όριο για τις μέγιστες συνολικές ετήσιες εκπομπές όλων των εγκαταστάσεων καύσης που εμπίπτουν στο μεταβατικό εθνικό σχέδιο, με βάση τον, κατά την τελευταία δεκαετία λειτουργίας μέχρι και του έτους 2010 περιλαμβανομένου, μέσο όρο-

(i) της συνολικής ονομαστικής θερμικής ισχύος, στις 31 Δεκεμβρίου 2010,

(ii) των πραγματικών ετήσιων ωρών λειτουργίας, και

(iii) της χρήσης καυσίμου,

κάθε εγκατάστασης καύσης.

(β) ο ανώτατο όριο για το έτος 2016 υπολογίζεται, βάσει των σχετικών οριακών τιμών εκπομπής που καθορίζονται στα Παραρτήματα I έως V των περί Ελέγχου της Ρύπανσης της Ατμόσφαιρας (Περιορισμός Εκπομπών Ορισμένων Ρύπων από Μεγάλες Εγκαταστάσεις Καύσης) Κανονισμών του 2004 ή, κατά περίπτωση, βάσει των ποσοστών αποθείωσης του Παραρτήματος I των εν λόγω Κανονισμών.

(γ) Όσον αφορά τους αεριοστρόβιλους, ισχύουν οι οριακές τιμές εκπομπής οξειδίων του αζώτου που ορίζονται για αυτές τις εγκαταστάσεις καύσης στο Μέρος Β του Παραρτήματος ΙΙI των περί Ελέγχου της Ρύπανσης της Ατμόσφαιρας (Περιορισμός Εκπομπών Ορισμένων Ρύπων από Μεγάλες Εγκαταστάσεις Καύσης) Κανονισμών, όπως αυτοί εκάστοτε τροποποιούνται ή αντικαθίστανται.

(δ) Το ανώτατο όριο για τα έτη 2019 και 2020 υπολογίζεται βάσει των σχετικών οριακών τιμών εκπομπής που ορίζονται στο Μέρος 1 του Παραρτήματος VI ή κατά περίπτωση, βάσει των σχετικών ποσοστών αποθείωσης που ορίζονται στο Μέρος 5 του Παραρτήματος VI.

(ε) Τα ανώτατα όρια για τα έτη 2017 και 2018 υπολογίζονται με γραμμική μείωση των ανώτατων ορίων μεταξύ των ετών 2016 και 2019.

(στ) Σε περίπτωση που εγκατάσταση καύσης που εμπίπτει στο μεταβατικό εθνικό σχέδιο κλείνει ή δεν εμπίπτει πλέον στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος Μέρους, το γεγονός αυτό δεν συνεπάγεται αύξηση των συνολικών ετήσιων εκπομπών από τις υπόλοιπες εγκαταστάσεις καύσης που εμπίπτουν στο μεταβατικό εθνικό σχέδιο.

(5) Το μεταβατικό εθνικό σχέδιο περιέχει επίσης διατάξεις για την παρακολούθηση και την υποβολή εκθέσεων, σύμφωνα με τους εκτελεστικούς κανόνες που θεσπίζονται δυνάμει του Άρθρου 41 της Οδηγίας 2010/75/ΕΕ, καθώς και τα μέτρα που προβλέπονται για κάθε εγκατάσταση καύσης, ώστε να εξασφαλισθεί η έγκαιρη συμμόρφωση προς τις οριακές τιμές εκπομπής, οι οποίες ισχύουν από την 1η Ιουλίου 2020.

(6)(α) Η Αρμόδια Αρχή ενημερώνει την Επιτροπή για την κατάρτιση του μεταβατικού εθνικού σχεδίου και για τις τυχόν αλλαγές αυτού.

(β) Το μεταβατικό εθνικό σχέδιο θεωρείται ότι έχει γίνει δεκτό από την Επιτροπή, αν αυτή δεν εγείρει αντιρρήσεις εντός δώδεκα (12) μηνών από την παραλαβή του.

(γ) Σε περίπτωση που η Αρμόδια Αρχή κοινοποιεί αναθεωρημένο μεταβατικό εθνικό σχέδιο, μετά από την απόρριψη του αρχικού από την Επιτροπή, για λόγους που αφορούν την έλλειψη συμφωνίας του με τους εκτελεστικούς κανόνες που θεσπίζονται δυνάμει του Άρθρου 41 της οδηγίας 2010/75/ΕΕ, το αναθεωρημένο μεταβατικό εθνικό σχέδιο θεωρείται ότι έχει γίνει δεκτό από την Επιτροπή, αν αυτή δεν εγείρει αντιρρήσεις εντός έξι (6) μηνών από την παραλαβή του.

Παρέκκλιση περιορισμένης διάρκειας

50.-(1)Κατά τη χρονική περίοδο μεταξύ της 1ης Ιανουαρίου 2016 έως την 31ης Δεκεμβρίου 2023, η Αρμόδια Αρχή δύναται να επιτρέψει σε εγκαταστάσεις καύσης παρέκκλιση από την υποχρέωση συμμόρφωσης προς τις οριακές τιμές εκπομπής των εδαφίων (2) και (3) του άρθρου 47 και από τα ποσοστά αποθείωσης του άρθρου 48, κατά περίπτωση, καθώς και από την υπαγωγή τους στο μεταβατικό εθνικό σχέδιο που προβλέπεται στο άρθρο 49, υπό τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

(α) χωρίς επηρεασμό των διατάξεων των εδαφίων (3) και (4), ο φορέας εκμετάλλευσης δεσμεύεται, με γραπτή δήλωση, η οποία υποβάλλεται το αργότερο έως την 1η Ιανουαρίου 2014 στην Αρμόδια Αρχή, να μην λειτουργήσει την εγκατάσταση καύσης για περισσότερο από δεκαεπτά χιλιάδες πεντακόσιες (17500) ώρες λειτουργίας από την 1η Ιανουαρίου 2016 έως την 31η Δεκεμβρίου 2023, το αργότερο,

(β) χωρίς επηρεασμό των διατάξεων του εδαφίου (3), ο φορέας εκμετάλλευσης υποβάλλει ετησίως στην Αρμόδια Αρχή στοιχεία που αφορούν τον αριθμό των ωρών λειτουργίας της εγκατάστασης καύσης από την 1η Ιανουαρίου 2016,

(γ) εξαιρουμένων των εγκαταστάσεων καύσης, στις οποίες εφαρμόζονται οι διατάξεις της παραγράφου (δ), οι οριακές τιμές εκπομπής διοξειδίου του θείου, οξειδίων του αζώτου και σκόνης που καθορίζονται στην Άδεια και είναι σε ισχύ στις 31 Δεκεμβρίου 2015, σύμφωνα με τις διατάξεις-

(i) του περί της Ολοκληρωμένης Πρόληψης και Ελέγχου της Ρύπανσης Νόμου, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται, και

(ii) των περί Ελέγχου της Ρύπανσης της Ατμόσφαιρας (Περιορισμός Εκπομπών Ορισμένων Ρύπων από Μεγάλες Εγκαταστάσεις Καύσης) Κανονισμών, όπως αυτοί εκάστοτε τροποποιούνται ή αντικαθίστανται,

είναι σε ισχύ τουλάχιστον για την υπόλοιπη διάρκεια της λειτουργίας της εγκατάστασης καύσης,

(δ) οι εγκαταστάσεις καύσης με συνολική ονομαστική θερμική ισχύ άνω των 500 MW που χρησιμοποιούν στερεά καύσιμα, οι οποίες έλαβαν άδεια εκπομπής αερίων αποβλήτων για πρώτη φορά μετά την 1η Ιουλίου 1987, συμμορφώνονται προς τις οριακές τιμές εκπομπής οξειδίων του αζώτου του Μέρους 1 του Παραρτήματος VI, και

(ε) η εγκατάσταση καύσης δεν εξαιρείται δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου (3) του άρθρου 47.

(2)(α) Η Αρμόδια Αρχή διαβιβάζει, το αργότερο έως την 1η Ιανουαρίου 2016, στην Επιτροπή κατάλογο των εγκαταστάσεων καύσης, στις οποίες εφαρμόζονται οι διατάξεις του εδαφίου (1), περιλαμβανομένων των ακολούθων στοιχείων:

(i) της συνολικής ονομαστικής θερμικής ισχύος αυτών,

(ii) των χρησιμοποιούμενων τύπων καυσίμων, και

(iii) των εν ισχύ οριακών τιμών εκπομπής διοξειδίου του θείου, οξειδίων του αζώτου και σκόνης.

(β) Για τις εγκαταστάσεις καύσης, στις οποίες εφαρμόζονται οι διατάξεις του εδαφίου (1), η Αρμόδια Αρχή ενημερώνει ετησίως την Επιτροπή για τον αριθμό των ωρών λειτουργίας, αρχής γενομένης την 1η Ιανουαρίου 2016.

(3) Σε περίπτωση που-

(α) στις 6 Ιανουαρίου 2011 μια εγκατάσταση καύσης αποτελούσε μέρος μικρού απομονωμένου συστήματος,

(β) κατά την ημερομηνία που αναφέρεται στην παράγραφο (α) αντιπροσώπευε τουλάχιστον το τριάντα πέντε τοις εκατό (35%) του εφοδιασμού με ηλεκτρική ενέργεια εντός του συστήματος αυτού, και

(γ) εξαιτίας των τεχνικών της χαρακτηριστικών αδυνατεί να συμμορφωθεί με τις οριακές τιμές εκπομπής των εδαφίων (2) και (3) του άρθρου 47,

ο αριθμός των ωρών λειτουργίας που καθορίζεται στην παράγραφο (α) του εδαφίου (1) καθορίζεται στις δεκαοκτώ χιλιάδες (18000), αρχίζοντας από την 1η Ιανουαρίου 2020 και τελειώνοντας την 31η Δεκεμβρίου 2023 και η ημερομηνία που καθορίζεται στην παράγραφο (β) του εδαφίου (1) και στο εδάφιο (2) είναι η 1η Ιανουαρίου 2020.

(4) Στην περίπτωση εγκατάστασης καύσης συνολικής ονομαστικής θερμικής ισχύος άνω των 1500 MW, η οποία έχει αρχίσει να λειτουργεί πριν από τις 31 Δεκεμβρίου 1986 και χρησιμοποιεί εγχώρια στερεά καύσιμα με-

(α) καθαρή θερμογόνο ισχύ μικρότερη των 5800 kJ/kg,

(β) περιεκτικότητα σε υγρασία άνω του σαράντα πέντε τοις εκατό (45%) κατά βάρος,

(γ) συνδυασμένη περιεκτικότητα υγρασίας και τέφρας άνω του εξήντα τοις εκατό (60%) κατά βάρος, και

(δ) περιεκτικότητα οξειδίου του ασβεστίου στη στάχτη άνω του δέκα τοις εκατό (10%),

ο αριθμός των ωρών λειτουργίας που προβλέπεται στην παράγραφο (α) του εδαφίου καθορίζεται στις τριάντα δύο χιλιάδες (32000).

Μικρά απομονωμένα συστήματα.

51.-(1)(α) Τηρουμένων των διατάξεων της παραγράφου (β), η Αρμόδια Αρχή δύναται να επιτρέψει παρέκκλιση από την υποχρέωση συμμόρφωσης με τις οριακές τιμές εκπομπής των εδαφίων (2) και (3) του άρθρου 47 και από τα ποσοστά αποθείωσης που προβλέπονται στο άρθρο 48, κατά περίπτωση, μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2019, αναφορικά με εγκαταστάσεις καύσης, οι οποίες στις 6 Ιανουαρίου 2011 αποτελούσαν τμήμα μικρού απομονωμένου συστήματος.

(β) Για τα συστήματα αυτά ισχύουν, μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2019, οι οριακές τιμές εκπομπής που προβλέπονται στις άδειες εκπομπής αερίων αποβλήτων των εγκαταστάσεων καύσης, σύμφωνα με τις διατάξεις-

(i) του περί της Ολοκληρωμένης Πρόληψης και Ελέγχου της Ρύπανσης Νόμου, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται. και

(ii) των περί Ελέγχου της Ρύπανσης της Ατμόσφαιρας (Περιορισμός Εκπομπών Ορισμένων Ρύπων από Μεγάλες Εγκαταστάσεις Καύσης) Κανονισμών, όπως αυτοί εκάστοτε τροποποιούνται ή αντικαθίστανται.

(2) Εγκαταστάσεις καύσης, με συνολική ονομαστική θερμική ισχύ άνω των 500 MW, που χρησιμοποιούν στερεά καύσιμα, οι οποίες έλαβαν άδεια εκπομπής αερίων αποβλήτων για πρώτη φορά μετά την 1η Ιουλίου 1987, συμμορφώνονται προς τις οριακές τιμές εκπομπής οξειδίων του αζώτου του Μέρους 1 του Παραρτήματος VI.

(3) Η Αρμόδια Αρχή ενημερώνει την Επιτροπή για τις εγκαταστάσεις καύσης που εμπίπτουν στις διατάξεις του παρόντος Μέρους και αποτελούν τμήμα μικρού απομονωμένου συστήματος, για τη συνολική ετήσια κατανάλωση ενέργειας του μικρού απομονωμένου συστήματος και για την ποσότητα της ενέργειας που λαμβάνεται μέσω διασύνδεσης με άλλα συστήματα.

Εγκαταστάσεις τηλεθέρμανσης

52.-(1)Η Αρμόδια Αρχή δύναται να επιτρέψει παρέκκλιση από την υποχρέωση συμμόρφωσης εγκατάστασης καύσης με τις οριακές τιμές εκπομπής που προβλέπονται στα εδάφια (2) και (3) του άρθρου 47 και από τα ποσοστά αποθείωσης που προβλέπονται από το άρθρο 48, μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2022, υπό τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

(α) η συνολική ονομαστική θερμική ισχύς της εγκατάστασης καύσης δεν υπερβαίνει τα 200 MW∙

(β) η εγκατάσταση καύσης έλαβε άδεια εκπομπής αερίων αποβλήτων για πρώτη φορά πριν από τις 27 Νοεμβρίου 2002 ή ο φορέας εκμετάλλευσής της υπέβαλε πλήρη αίτηση πριν από την ημερομηνία αυτή, εφόσον η εν λόγω εγκατάσταση καύσης τέθηκε σε λειτουργία το αργότερο στις 27 Νοεμβρίου 2003∙

(γ) τουλάχιστον πενήντα τοις εκατόν (50%) της παραγωγής χρήσιμης θερμότητας της εγκατάστασης καύσης, ως κυλιόμενος μέσος όρος πενταετίας, διοχετεύεται ως ατμός ή θερμό ύδωρ σε δημόσιο δίκτυο, με σκοπό την τηλεθέρμανση∙ και

(δ) οι εν ισχύ την 31η Δεκεμβρίου 2015 οριακές τιμές εκπομπής οξειδίων του αζώτου, διοξειδίου του θείου και σκόνης, που προβλέπονται στην άδεια εκπομπής αερίων αποβλήτων της εγκατάστασης καύσης, σύμφωνα με τις διατάξεις-

(i) του περί της Ολοκληρωμένης Πρόληψης και Ελέγχου της Ρύπανσης Νόμου, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται, και

(ii) των περί Ελέγχου της Ρύπανσης της Ατμόσφαιρας (Περιορισμός Εκπομπών Ορισμένων Ρύπων από Μεγάλες Εγκαταστάσεις Καύσης) Κανονισμών, όπως αυτοί τροποποιούνται ή αντικαθίστανται,

εξακολουθούν να ισχύουν τουλάχιστον μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2022.

(2)(α) Το αργότερο έως την 1η Ιανουαρίου 2016, η Αρμόδια Αρχή διαβιβάζει στην Επιτροπή κατάλογο των εγκαταστάσεων καύσης στις οποίες εφαρμόζονται οι διατάξεις του εδαφίου (1), περιλαμβανομένων των ακόλουθων στοιχείων:

(i) της ονομαστικής θερμικής ισχύος,

(ii) των χρησιμοποιούμενων τύπων καυσίμων, και

(iii) των εν ισχύ οριακών τιμών εκπομπής διοξειδίου του θείου, οξειδίων του αζώτου και σκόνης.

(β) Επιπλέον, όσον αφορά τις εγκαταστάσεις καύσης στις οποίες εφαρμόζονται οι διατάξεις του εδαφίου (1) και καθόλη τη διάρκεια της περιόδου που προβλέπεται στο ίδιο εδάφιο, η Αρμόδια Αρχή ενημερώνει την Επιτροπή ετησίως για την αναλογία της παραγωγής χρήσιμης θερμότητας κάθε εγκατάστασης καύσης που διοχετεύεται ως ατμός ή θερμό ύδωρ σε δημόσιο δίκτυο, με σκοπό την τηλεθέρμανση, ως κυλιόμενο μέσο όρο της παρελθούσας πενταετίας.

Γεωλογικοί σχηματισμοί διοξειδίου του άνθρακα

53.-(1)Η Αρμόδια Αρχή μεριμνά ώστε οι φορείς εκμετάλλευσης όλων των εγκαταστάσεων καύσης ονομαστικής ηλεκτρικής ισχύος ίσης ή μεγαλύτερης των 300 MW, των οποίων η άδεια οικοδομής χορηγήθηκε μετά τις 25 Ιουνίου 2011, να έχουν αξιολογήσει κατά πόσον πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

(α) διατίθενται κατάλληλοι τόποι αποθήκευσης διοξειδίου του άνθρακα,

(β) οι δυνατότητες μεταφοράς του είναι τεχνικώς και οικονομικώς εφικτές, και

(γ) η μετασκευή για τη δέσμευση διοξειδίου του άνθρακα είναι τεχνικώς και οικονομικώς εφικτή.

(2)(α)Σε περίπτωση που η Αρμόδια Αρχή κρίνει ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις που καθορίζονται στο εδάφιο (1), μεριμνά ώστε να εξασφαλίζει, στον τόπο της εγκατάστασης καύσης κατάλληλος χώρος για τον εξοπλισμό που είναι αναγκαίος για τη δέσμευση και τη συμπίεση διοξειδίου του άνθρακα.

(β) Η Αρμόδια Αρχή αξιολογεί κατά πόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις του εδαφίου (1), βάσει των στοιχείων που συλλέγονται και άλλων διαθέσιμων στοιχείων, ιδίως αυτών που αφορούν την προστασία του περιβάλλοντος και της ανθρώπινης υγείας.

Ελαττωματική λειτουργία ή βλάβη του εξοπλισμού μείωσης των εκπομπών

54.-(1)Η Αρμόδια Αρχή διασφαλίζει ότι οι Άδειες που χορηγούνται δυνάμει του παρόντος Μέρους περιλαμβάνουν διαδικασίες σχετικά με την ελαττωματική λειτουργία ή βλάβη του αντιρρυπαντικού εξοπλισμού.

(2)(α) Σε περίπτωση ελαττωματικής λειτουργίας ή βλάβης του αντιρρυπαντικού εξοπλισμού, ο φορέας εκμετάλλευσης ενημερώνει την Αρμόδια Αρχή εντός σαράντα οκτώ (48) ωρών από τη χρονική στιγμή που αυτή έλαβε χώρα.

(β) Χωρίς επηρεασμό των διατάξεων του εδαφίου (3) και τηρουμένων των διατάξεων της παραγράφου (γ), στις περιπτώσεις της παραγράφου (α), η Αρμόδια Αρχή απαιτεί από το φορέα εκμετάλλευσης όπως-

(i) περιορίσει ή διακόψει εντελώς τη λειτουργία της εν λόγω εγκατάστασης καύσης, εφόσον η κανονική λειτουργία δεν αποκατασταθεί εντός είκοσι τεσσάρων (24) ωρών από τη χρονική στιγμή που η Αρμόδια Αρχή ενημερώθηκε σχετικά ή

(ii) χρησιμοποιήσει λιγότερο ρυπογόνα καύσιμα για τη λειτουργία της εν λόγω εγκατάστασης καύσης.

(γ) Η συνολική διάρκεια της λειτουργίας εγκατάστασης καύσης χωρίς αντιρρυπαντικό εξοπλισμό δεν υπερβαίνει τις εκατόν είκοσι (120) ώρες σε κάθε περίοδο δώδεκα (12) μηνών.

(3) Κατά παρέκκλιση των διατάξεων των παραγράφων (β) και (γ) του εδαφίου (2), η Αρμόδια Αρχή δύναται να καθορίσει χρονικά διαστήματα μεγαλύτερα των είκοσι τεσσάρων (24) και εκατόν είκοσι (120) ωρών, αντίστοιχα, σε περιπτώσεις που, κατά την κρίση της-

(i) αυτό είναι απόλυτα απαραίτητο για να διατηρηθεί η παροχή ενέργειας, ή

(ii) η εν λόγω εγκατάσταση καύσης, επρόκειτο να αντικατασταθεί για περιορισμένο χρονικό διάστημα από άλλη εγκατάσταση καύσης και η τελευταία θα προκαλούσε συνολική αύξηση των εκπομπών.

Παρακολούθηση των εκπομπών στην ατμόσφαιρα

55.-(1)Η Αρμόδια Αρχή λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα για διασφάλιση της παρακολούθησης των εκπομπών ρυπαντικών ουσιών στην ατμόσφαιρα σύμφωνα με τις διατάξεις του Μέρους 3 του Παραρτήματος VI.

(2) Η εγκατάσταση και η λειτουργία του εξοπλισμού αυτόματης παρακολούθησης υπόκεινται σε έλεγχο και σε ετήσιες δοκιμές επιτήρησης σύμφωνα με τις διατάξεις του Μέρους 3 του Παραρτήματος VI.

(3) Η Αρμόδια Αρχή καθορίζει τη θέση των σημείων δειγματοληψίας ή μετρήσεων που χρησιμοποιούνται για την παρακολούθηση των εκπομπών, καθώς επίσης και τις απαιτούμενες κατασκευές για πρόσβαση στα σημεία δειγματοληψίας.

(4) Όλα τα αποτελέσματα της παρακολούθησης καταγράφονται, τυγχάνουν επεξεργασίας και παρουσιάζονται από το φορέα εκμετάλλευσης, κατά τρόπο που επιτρέπει στην Αρμόδια Αρχή να εξακριβώσει τη συμμόρφωση με τους όρους λειτουργίας και τις οριακές τιμές εκπομπής που καθορίζονται στην Άδεια.

Τήρηση των οριακών τιμών εκπομπής

56. Οι οριακές τιμές εκπομπής στον ατμοσφαιρικό αέρα τεκμαίρεται ότι τηρούνται, εάν τηρούνται οι διατάξεις του Μέρους 4 του Παραρτήματος VI.

Εγκαταστάσεις καύσης μεικτής εστίας

57.-(1)Για τη χορήγηση Άδειας σε εγκατάσταση καύσης μεικτής εστίας, η οποία συνεπάγεται την ταυτόχρονη χρησιμοποίηση δύο ή περισσοτέρων καυσίμων, οι οριακές τιμές εκπομπής καθορίζονται ως ακολούθως:

(α) πρώτο, λαμβάνεται η οριακή τιμή εκπομπής για κάθε επιμέρους καύσιμο και ρύπο που αντιστοιχεί στη συνολική ονομαστική θερμική ισχύ ολόκληρης της εγκατάστασης καύσης, σύμφωνα με τις διατάξεις των Μερών 1 και 2 του Παραρτήματος VI,

(β) δεύτερο, καθορίζονται οι σταθμισμένες οριακές τιμές εκπομπής, ανά καύσιμο, οι οποίες υπολογίζονται με τον πολλαπλασιασμό κάθε μίας από τις επιμέρους οριακές τιμές εκπομπής, που αναφέρονται στην παράγραφο (α) με τη θερμική ισχύ εισόδου κάθε καυσίμου και την εν συνεχεία διαίρεση του γινομένου με το άθροισμα των θερμικών ισχύων εισόδου όλων των καυσίμων, και

(γ) τρίτο, προστίθενται οι αναφερόμενες στην παράγραφο (β) σταθμισμένες ως προς το καύσιμο οριακές τιμές εκπομπής.

(2) Σε εγκαταστάσεις καύσης μεικτής εστίας, στις οποίες εφαρμόζονται οι διατάξεις των εδαφίων (2) και (3) του άρθρου 47, οι οποίες χρησιμοποιούν, αποκλειστικά ή σε συνδυασμό με άλλα καύσιμα, τα κατάλοιπα απόσταξης ή μετατροπής της διύλισης του αργού πετρελαίου για ίδια κατανάλωση, η Αρμόδια Αρχή δύναται να επιτρέψει την εφαρμογή των ακόλουθων οριακών τιμών εκπομπής για το καθοριστικό καύσιμο, ως εξής:

(α) εάν κατά τη διάρκεια της λειτουργίας της εγκατάστασης καύσης η θερμότητα που παράγει το καθοριστικό καύσιμο είναι ίση ή μεγαλύτερη του πενήντα τοις εκατόν (50%) του αθροίσματος των θερμικών ισχύων εισόδου που παράγουν όλα τα καύσιμα, η οριακή τιμή εκπομπής για το καθοριστικό καύσιμο προβλέπεται στο Μέρος 1 του Παραρτήματος VI∙

(β) εάν η θερμότητα που παράγει το καθοριστικό καύσιμο είναι κατώτερη του πενήντα τοις εκατόν (50%) του αθροίσματος των θερμικών ισχύων εισόδου που παράγουν όλα τα καύσιμα, η οριακή τιμή εκπομπής για το καθοριστικό καύσιμο, καθορίζεται ανάλογα με τη θερμότητα που παράγει καθένα από τα καύσιμα, σε σχέση με το άθροισμα των θερμικών ισχύων όλων των καυσίμων, ως ακολούθως:

(i) πρώτο, λαμβάνεται η οριακή τιμή εκπομπής για κάθε επιμέρους καύσιμο, που αντιστοιχεί στη συνολική ονομαστική θερμική ισχύ της εγκατάστασης καύσης, σύμφωνα με τις διατάξεις του Μέρους 1 του Παραρτήματος VI∙

(ii) δεύτερο, υπολογίζεται η οριακή τιμή εκπομπής για το καθοριστικό καύσιμο· η τιμή αυτή υπολογίζεται με τον διπλασιασμό της οριακής τιμής εκπομπής που καθορίζεται για το εν λόγω καύσιμο σύμφωνα με την υποπαράγραφο (i) και την αφαίρεση από το γινόμενο που προκύπτει, της οριακής τιμής εκπομπής του καυσίμου με τη χαμηλότερη οριακή τιμή εκπομπής, όπως καθορίζεται στο Μέρος 1 του Παραρτήματος VI που αντιστοιχεί στη συνολική ονομαστική θερμική ισχύ της εγκατάστασης καύσης·

(iii) τρίτο, καθορίζεται η σταθμισμένη ως προς το καύσιμο, οριακή τιμή εκπομπής· η τιμή αυτή υπολογίζεται με τον πολλαπλασιασμό της οριακής τιμής εκπομπής που καθορίζεται σύμφωνα με τις υποπαραγράφους (i) και (ii) με τη θερμική ισχύ του συγκεκριμένου καυσίμου και την εν συνεχεία διαίρεση του γινομένου του πολλαπλασιασμού με το άθροισμα της θερμικής ισχύος όλων των καυσίμων·

(iv) τέταρτο, προστίθενται οι σταθμισμένες, ως προς το καύσιμο, οριακές τιμές εκπομπής που καθορίζονται σύμφωνα με την υποπαράγραφο (iii).

(3) Σε εγκαταστάσεις καύσης μεικτής εστίας, για τις οποίες εφαρμόζονται οι διατάξεις των εδαφίων (2) και (3) του άρθρου 47, οι οποίες χρησιμοποιούν αποκλειστικά ή σε συνδυασμό με άλλα καύσιμα τα κατάλοιπα απόσταξης ή μετατροπής της διύλισης του αργού πετρελαίου για ίδια κατανάλωση, η Αρμόδια Αρχή δύναται να επιτρέψει, αντί της εφαρμογής των οριακών τιμών εκπομπής που προβλέπονται στα εδάφια (1) και (2) την εφαρμογή των μέσων οριακών τιμών εκπομπής διοξειδίου του θείου που καθορίζονται στο Μέρος 7 του Παραρτήματος VI.

ΜΕΡΟΣ V ΕΙΔΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΓΙΑ ΤΙΣ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ ΑΠΟΤΕΦΡΩΣΗΣ ΑΠΟΒΛΗΤΩΝ ΚΑΙ ΤΙΣ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ ΣΥΝΑΠΟΤΕΦΡΩΣΗΣ ΑΠΟΒΛΗΤΩΝ
Ερμηνεία όρων για τους σκοπούς του Μέρους V

58.-(1)Για τους σκοπούς του παρόντος Μέρους-

(α) οι όροι «εγκατάσταση αποτέφρωσης αποβλήτων» και «εγκατάσταση συναποτέφρωσης αποβλήτων» περιλαμβάνουν, τηρουμένων των διατάξεων των εδαφίων (2) και (3)-

(i) όλες τις γραμμές αποτέφρωσης ή συναποτέφρωσης,

(ii) τις εγκαταστάσεις παραλαβής, αποθήκευσης και επιτόπιας προεπεξεργασίας των αποβλήτων,

(iii) τα συστήματα τροφοδότησης της εγκατάστασης αποτέφρωσης αποβλήτων ή της εγκατάστασης συναποτέφρωσης αποβλήτων με απόβλητα, καύσιμο και αέρα,

(iv) τους λέβητες,

(v) τις εγκαταστάσεις επεξεργασίας των καυσαερίων,

(vi) τις επιτόπιες εγκαταστάσεις επεξεργασίας ή αποθήκευσης των υπολειμμάτων και υγρών αποβλήτων,

(vii) την καπνοδόχο,

(viii) τα όργανα και τα συστήματα για τον έλεγχο των διεργασιών αποτέφρωσης ή συναποτέφρωσης, και

(ix) την καταγραφή και διαρκή παρακολούθηση των συνθηκών αποτέφρωσης ή συναποτέφρωσης·

(β) «υπολείμματα» σημαίνει τα υγρά ή στερεά απόβλητα που παράγονται από εγκατάσταση αποτέφρωσης αποβλήτων ή εγκατάσταση συναποτέφρωσης αποβλήτων.

(2) Σε περίπτωση που για τη θερμική επεξεργασία αποβλήτων χρησιμοποιούνται άλλες διεργασίες, εξαιρουμένης της οξείδωσης, όπως η πυρόλυση, η αεριοποίηση ή η τεχνολογία πλάσματος, η εγκατάσταση αποτέφρωσης αποβλήτων ή η εγκατάσταση συναποτέφρωσης αποβλήτων περιλαμβάνει τόσο τη διεργασία θερμικής επεξεργασίας όσο και τη διεργασία αποτέφρωσης.

(3) Σε περίπτωση που η συναποτέφρωση αποβλήτων πραγματοποιείται κατά τρόπο ώστε η κύρια δραστηριότητα της εγκατάστασης να μην είναι η παραγωγή ενέργειας ή υλικών προϊόντων αλλά η θερμική επεξεργασία αποβλήτων, τότε η εγκατάσταση θεωρείται εγκατάσταση αποτέφρωσης αποβλήτων.

Πεδίο εφαρμογής του Μέρους V του παρόντος Νόμου

59.-(1)Οι διατάξεις του παρόντος Μέρους εφαρμόζονται στις εγκαταστάσεις αποτέφρωσης αποβλήτων και στις εγκαταστάσεις συναποτέφρωσης αποβλήτων, στις οποίες αποτεφρώνονται ή συναποτεφρώνονται στερεά ή υγρά απόβλητα.

(2) Οι διατάξεις του παρόντος Μέρους δεν εφαρμόζονται σε-

(α) εγκαταστάσεις αεριοποίησης ή πυρόλυσης, εάν τα αέρια που προκύπτουν από τη θερμική επεξεργασία αποβλήτων καθαρίζονται σε τέτοιο βαθμό που δεν αποτελούν πλέον απόβλητα πριν από την αποτέφρωσή τους και δεν προκαλούν εκπομπές υψηλότερες από εκείνες που προκύπτουν από την καύση φυσικού αερίου·

(β) εγκαταστάσεις επεξεργασίας-

(i) φυτικών αποβλήτων της γεωργίας ή της δασοκομίας·

(ii) φυτικών αποβλήτων της βιομηχανίας τροφίμων, εφόσον ανακτάται η εκλυόμενη θερμότητα·

(iii) ινωδών φυτικών αποβλήτων από την παραγωγή παρθένου χαρτοπολτού και από την παραγωγή χαρτιού από χαρτοπολτό, εφόσον για τα απόβλητα αυτά εφαρμόζεται διεργασία συναποτέφρωσης στον τόπο παραγωγής και η εκλυόμενη θερμότητα ανακτάται·

(iv) αποβλήτων ξύλου:

Νοείται ότι, στις εγκαταστάσεις επεξεργασίας αποβλήτων ξύλου, τα οποία ενδέχεται να περιέχουν αλογονούχες οργανικές ενώσεις ή βαρέα μέταλλα, ως αποτέλεσμα της επεξεργασίας τους με συντηρητικά ξύλου ή ως αποτέλεσμα επίστρωσης και τα οποία περιλαμβάνουν ειδικότερα απόβλητα ξύλου προερχόμενα από κατασκευές και κατεδαφίσεις, εφαρμόζονται οι διατάξεις του παρόντος Μέρους·

(v) αποβλήτων φελλού·

(vi) ραδιενεργών αποβλήτων·

(vii) πτωμάτων ζώων, όπως ρυθμίζονται από τον Κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1774/2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 3ης Οκτωβρίου 2002 για τον καθορισμό υγειονομικών κανόνων σχετικά με τα ζωικά υποπροϊόντα που δεν προορίζονται για κατανάλωση από τον άνθρωπο, όπως τροποποιήθηκε τελευταία από τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 790/2010 της Επιτροπής της 7ης Σεπτεμβρίου 2010 σχετικά με την τροποποίηση των παραρτημάτων VII, X και XI και του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1774/2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 3ης Οκτωβρίου 2002 για τον καθορισμό υγειονομικών κανόνων σχετικά με τα ζωικά υποπροϊόντα που δεν προορίζονται για κατανάλωση από τον άνθρωπο και όπως περαιτέρω εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται·

(viii) αποβλήτων της έρευνας και εκμετάλλευσης κοιτασμάτων πετρελαίου και φυσικού αερίου σε εγκαταστάσεις ανοικτής θάλασσας, τα οποία αποτεφρώνονται επί τόπου· και

(γ) πειραματικές εγκαταστάσεις, που χρησιμοποιούνται για έρευνα, ανάπτυξη και δοκιμές, με στόχο τη βελτίωση της διεργασίας αποτέφρωσης και οι οποίες επεξεργάζονται λιγότερο από πενήντα (50) τόνους αποβλήτων ετησίως.

Αιτήσεις για τη χορήγηση Άδειας για εγκαταστάσεις αποτέφρωσης αποβλήτων και εγκαταστάσεις συναποτέφρωσης αποβλήτων

60. Επιπροσθέτως των διατάξεων των άρθρων 8 και 9, οι αιτήσεις για τη χορήγηση Άδειας που υποβάλλονται στην Αρμόδια Αρχή, για εγκαταστάσεις αποτέφρωσης αποβλήτων ή εγκαταστάσεις συναποτέφρωσης αποβλήτων, περιλαμβάνουν τουλάχιστον περιγραφή των μέτρων που έχουν προβλεφθεί με σκοπό να διασφαλιστούν-

(α) ο σχεδιασμός, ο εξοπλισμός, η συντήρηση και η λειτουργία της εγκατάστασης αποτέφρωσης αποβλήτων ή της εγκατάστασης συναποτέφρωσης αποβλήτων, κατά τρόπο ώστε να πληρούνται οι διατάξεις του παρόντος Μέρους, λαμβάνοντας υπόψη τις κατηγορίες αποβλήτων που αποτεφρώνονται ή συναποτεφρώνονται,

(β) η μέγιστη εφικτή ανάκτηση της θερμότητας που παράγεται κατά τη διεργασία αποτέφρωσης και συναποτέφρωσης μέσω της παραγωγής θερμότητας, ατμού ή ηλεκτρικής ενέργειας,

(γ) η ελαχιστοποίηση της ποσότητας και της νοσηρότητας του βλαβερού χαρακτήρα των υπολειμμάτων και η ανακύκλωσή τους, όπου απαιτείται, και

(δ) η τελική διάθεση των υπολειμμάτων, των οποίων η πρόληψη, η μείωση ή η ανακύκλωση δεν είναι εφικτή, σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Αποβλήτων Νόμου, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται.

Όροι λειτουργίας για εγκαταστάσεις αποτέφρωσης αποβλήτων και εγκαταστάσεις συναποτέφρωσης αποβλήτων

61.-(1)Τηρουμένων των διατάξεων των άρθρων 10, 11, και 13, κατά τη χορήγηση ή ανανέωση Άδειας εγκατάστασης αποτέφρωσης αποβλήτων ή εγκατάστασης συναποτέφρωσης αποβλήτων, η Αρμόδια Αρχή δύναται να επισυνάψει σε αυτήν οποιουσδήποτε επιπρόσθετους όρους λειτουργίας. οι όροι λειτουργίας αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της Άδειας και αναφέρονται τουλάχιστον -

(α) σε κατάλογο με τις κατηγορίες αποβλήτων που επιτρέπεται να υποστούν επεξεργασία στην εν λόγω εγκατάσταση αποτέφρωσης αποβλήτων ή εγκατάσταση συναποτέφρωσης αποβλήτων, περιλαμβανομένων των κατηγοριών που καθορίζονται στο περί Στερεών και Επικίνδυνων Αποβλήτων (Κατάλογος Αποβλήτων) Διάταγμα του 2003, εφόσον είναι δυνατόν και, όπου απαιτείται, περιέχει πληροφορίες για την ποσότητα των αποβλήτων,

(β) στη συνολική δυναμικότητα αποτέφρωσης ή συναποτέφρωσης αποβλήτων της εν λόγω εγκατάστασης αποτέφρωσης αποβλήτων ή εγκατάστασης συναποτέφρωσης αποβλήτων,

(γ) στις οριακές τιμές εκπομπής στην ατμόσφαιρα και στα νερά,

(δ) στις παραμέτρους ελέγχου για το pH, τη θερμοκρασία και τη ροή των απορρίψεων υγρών αποβλήτων,

(ε) στις διαδικασίες και στη συχνότητα δειγματοληψίας και μετρήσεων, με τις οποίες πρόκειται να εκπληρωθούν οι όροι λειτουργίας αναφορικά με την παρακολούθηση των εκπομπών, και

(στ) στη μέγιστη επιτρεπτή χρονική διάρκεια οποιασδήποτε τεχνικώς αναπόφευκτης διακοπής, ανωμαλίας στη λειτουργία ή αστοχίας των συστημάτων καθαρισμού ή των οργάνων μετρήσεων, κατά την οποία οι εκπομπές στην ατμόσφαιρα, στα νερά και/ ή στο έδαφος επιτρέπεται να υπερβαίνουν τις καθορισμένες οριακές τιμές εκπομπής.

(2) Επιπροσθέτως των διατάξεων του εδαφίου (1), οι όροι λειτουργίας που επισυνάπτονται στην Άδεια εγκατάστασης αποτέφρωσης αποβλήτων ή εγκατάστασης συναποτέφρωσης αποβλήτων, που χρησιμοποιεί επικίνδυνα απόβλητα-

(α) αναφέρουν ρητά τις ποσότητες των διαφόρων κατηγοριών επικίνδυνων αποβλήτων που μπορούν να αποτεφρωθούν ή να συναποτεφρωθούν στην εν λόγω εγκατάσταση αποτέφρωσης αποβλήτων ή εγκατάσταση συναποτέφρωσης αποβλήτων, όπως καθορίζονται στην άδεια διαχείρισης αποβλήτων που χορηγείται δυνάμει του περί Αποβλήτων Νόμου, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται, και

(β) καθορίζουν τις ελάχιστες και τις μέγιστες μαζικές ροές των εν λόγω επικίνδυνων αποβλήτων, την κατώτερη και την ανώτερη θερμογόνο αξία τους και τη μέγιστη περιεκτικότητά τους σε ρυπαντικές ουσίες, περιλαμβανομένων των πολυχλωριωμένων διφαινυλίων, πενταχλωροφαινόλης, χλωρίου, φθορίου, θείου και βαρέων μετάλλων.

(3) Η Αρμόδια Αρχή, με διάταγμα που δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, δύναται να καταρτίσει καταλόγους των κατηγοριών αποβλήτων που πρέπει να αναφέρονται στην Άδεια και οι οποίες δύνανται να συναποτεφρωθούν σε ορισμένες κατηγορίες εγκαταστάσεων συναποτέφρωσης αποβλήτων.

(4) Η Αρμόδια Αρχή επανεξετάζει κατά τακτά διαστήματα τους όρους λειτουργίας της Άδειας και, εφόσον απαιτείται, τους τροποποιεί σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 15 και 19.

Έλεγχος των εκπομπών για εγκαταστάσεις αποτέφρωσης αποβλήτων και εγκαταστάσεις συναποτέφρωσης αποβλήτων

62.-(1) Τα καυσαέρια από εγκαταστάσεις αποτέφρωσης αποβλήτων ή εγκαταστάσεις συναποτέφρωσης αποβλήτων διοχετεύονται με ελεγχόμενο τρόπο μέσω καπνοδόχου, το ύψος της οποίας υπολογίζεται με γνώμονα την προστασία της υγείας του ανθρώπου και του περιβάλλοντος και της οικείας νομοθεσίας.

(2)(α) Οι εγκαταστάσεις αποτέφρωσης αποβλήτων και οι εγκαταστάσεις συναποτέφρωσης αποβλήτων σχεδιάζονται, κατασκευάζονται, εξοπλίζονται και λειτουργούν κατά τρόπο ώστε να μη σημειώνεται υπέρβαση των οριακών τιμών εκπομπής που καθορίζονται στα Μέρη 3 και 4 του Παραρτήματος ΙΙ ή που υπολογίζονται σύμφωνα με το Μέρος 4 του ίδιου Παραρτήματος.

(β) Σε περίπτωση που σε εγκατάσταση συναποτέφρωσης αποβλήτων-

(i) ποσοστό μεγαλύτερο του σαράντα τοις εκατό (40%) της προκύπτουσας θερμότητας προέρχεται από επικίνδυνα απόβλητα ή

(ii) συναποτεφρώνονται ανεπεξέργαστα μεικτά αστικά απόβλητα, ισχύουν οι οριακές τιμές εκπομπής που καθορίζονται στο Μέρος 3 του Παραρτήματος ΙΙ.

(3) Η απόρριψη στο υδάτινο περιβάλλον υγρών αποβλήτων που προέρχονται από τον καθαρισμό των καυσαερίων περιορίζεται όσο είναι δυνατό, και οι συγκεντρώσεις ρυπαντικών ουσιών δεν υπερβαίνουν τις οριακές τιμές εκπομπής που καθορίζονται στο Μέρος 5 του Παραρτήματος ΙΙ.

(4)(α) Οι οριακές τιμές εκπομπής έχουν εφαρμογή στο σημείο απόρριψης των υγρών αποβλήτων που προέρχονται από τον καθαρισμό των καυσαερίων, από την εγκατάσταση αποτέφρωσης αποβλήτων ή την εγκατάσταση συναποτέφρωσης αποβλήτων.

(β) Τηρουμένων των διατάξεων της παραγράφου (δ), όταν τα υγρά απόβλητα που προέρχονται από τον καθαρισμό των καυσαερίων υφίστανται επεξεργασία εκτός της εγκατάστασης αποτέφρωσης αποβλήτων ή της εγκατάστασης συναποτέφρωσης αποβλήτων, σε εγκατάσταση επεξεργασίας που προορίζεται μόνο για την επεξεργασία των υγρών αποβλήτων του είδους αυτού, οι οριακές τιμές εκπομπής του Μέρους 5 του Παραρτήματος ΙΙ εφαρμόζονται στο σημείο εξόδου των υγρών αποβλήτων από την εγκατάσταση επεξεργασίας.

(γ) Όταν τα υγρά απόβλητα που προέρχονται από τον καθαρισμό των καυσαερίων υποβάλλονται σε κοινή επεξεργασία μαζί με άλλα υγρά απόβλητα εντός του χώρου της εγκατάστασης αποτέφρωσης αποβλήτων ή της εγκατάστασης συναποτέφρωσης αποβλήτων της εγκατάστασης ή εκτός του χώρου αυτής, ο φορέας εκμετάλλευσης εκτελεί τους υπολογισμούς του ισοζυγίου μάζας χρησιμοποιώντας τα αποτελέσματα των μετρήσεων που καθορίζονται στο σημείο 2 του Μέρους 6 του Παραρτήματος ΙΙ, για να προσδιορίζει τα επίπεδα των εκπομπών στην τελική απόρριψη των υγρών αποβλήτων, τα οποία μπορούν να αποδοθούν στα υγρά απόβλητα που προέρχονται από τον καθαρισμό των καυσαερίων.

(δ) Σε καμία περίπτωση δεν επιτρέπεται αραίωση των υγρών αποβλήτων με σκοπό τη συμμόρφωση προς τις οριακές τιμές εκπομπής που καθορίζονται στο Μέρος 5 του Παραρτήματος ΙΙ.

(5)(α) Οι χώροι των εγκαταστάσεων αποτέφρωσης αποβλήτων και των εγκαταστάσεων συναποτέφρωσης αποβλήτων, περιλαμβανομένων των συναφών χώρων αποθήκευσης αποβλήτων, σχεδιάζονται και λειτουργούν κατά τρόπο που να αποτρέπουν την χωρίς Άδεια ή τυχαία ελευθέρωση ρυπαντικών ουσιών στο έδαφος, τα επιφανειακά χερσαία νερά και τα υπόγεια ύδατα.

(β) Επιπλέον, προβλέπεται αποθηκευτική ικανότητα για τις όμβριες απορροές που έχουν υποστεί ρύπανση από τους χώρους της εγκατάστασης αποτέφρωσης αποβλήτων ή της εγκατάστασης συναποτέφρωσης αποβλήτων ή για νερά προερχόμενα από διαρροές ή πυροσβεστικές επιχειρήσεις που έχουν υποστεί ρύπανση.

(γ) Η αποθηκευτική ικανότητα που αναφέρεται στην παράγραφο (β) πρέπει να είναι επαρκής, ώστε να εξασφαλίζεται η δυνατότητα ανάλυσης και επεξεργασίας των υγρών αποβλήτων, όπου χρειάζεται, πριν από την απόρριψή τους.

(6)(α) Χωρίς επηρεασμό των διατάξεων της παραγράφου (γ) του εδαφίου (4) του άρθρου 66, σε περίπτωση υπέρβασης των οριακών τιμών εκπομπής απαγορεύεται η συνέχιση της αποτέφρωσης αποβλήτων στην εγκατάσταση αποτέφρωσης αποβλήτων ή στην εγκατάσταση συναποτέφρωσης αποβλήτων ή στη γραμμή αποτέφρωσης για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο από τέσσερις (4) συνεχείς ώρες.

(β) Ο συνολικός χρόνος λειτουργίας σε τέτοιες συνθήκες στη διάρκεια ενός (1) έτους δεν υπερβαίνει τις εξήντα (60) ώρες.

(γ) Η διάρκεια των εξήντα (60) ωρών εφαρμόζεται σε όλες τις γραμμές της εγκατάστασης αποτέφρωσης αποβλήτων ή της εγκατάστασης συναποτέφρωσης αποβλήτων, οι οποίες συνδέονται με ένα μόνο σύστημα καθαρισμού των καυσαερίων.

Βλάβες

63. Σε περίπτωση βλάβης, ο φορέας εκμετάλλευσης περιορίζει ή διακόπτει τις εργασίες το ταχύτερο δυνατό, μέχρι να αποκατασταθούν οι κανονικές συνθήκες λειτουργίας.

Παρακολούθηση των εκπομπών

64.-(1) Η Αρμόδια Αρχή, με κατάλληλους όρους λειτουργίας που επισυνάπτει στην Άδεια και αποτελούν αναπόσπαστο μέρος αυτής, διασφαλίζει ότι η παρακολούθηση των εκπομπών ρυπαντικών ουσιών γίνεται δυνάμει των Μερών 6 και 7 του Παραρτήματος ΙΙ.

(2)(α) Η εγκατάσταση αποτέφρωσης αποβλήτων ή η εγκατάσταση συναποτέφρωσης αποβλήτων και η λειτουργία των αυτόματων εξοπλισμών παρακολούθησης των εκπομπών που εγκαθίστανται από το φορέα εκμετάλλευσης, υπόκεινται σε έλεγχο και ετήσιες δοκιμές επιτήρησης, σύμφωνα με το σημείο 1 του Μέρους 6 του Παραρτήματος ΙΙ.

(β) Τα σημεία δειγματοληψίας ή μετρήσεων για την παρακολούθηση των εκπομπών καθορίζονται από την Αρμόδια Αρχή με την επισύναψη σχετικού όρου λειτουργίας στην Άδεια.

(3) Όλα τα αποτελέσματα της παρακολούθησης των εκπομπών καταγράφονται τυγχάνουν επεξεργασίας και παρουσιάζονται με τρόπο που παρέχει στην Αρμόδια Αρχή τη δυνατότητα να εξακριβώνει τη συμμόρφωση προς τους καθορισμένους όρους λειτουργίας και τις οριακές τιμές εκπομπής της Άδειας.

(4) Οι συνεχείς μετρήσεις των εκπομπών στην ατμόσφαιρα από βαρέα μέταλλα, διοξίνες και φουράνια διενεργούνται από την ημερομηνία που καθορίζει η Επιτροπή.

Συμμόρφωση προς τις οριακές τιμές εκπομπής

65. Οι οριακές τιμές εκπομπής στην ατμόσφαιρα και στα νερά τεκμαίρεται ότι τηρούνται, εάν τηρούνται οι διατάξεις του Μέρους 8 του Παραρτήματος ΙΙ.

Συνθήκες λειτουργίας εγκαταστάσεων αποτέφρωσης αποβλήτων και εγκαταστάσεων συναποτέφρωσης αποβλήτων

66.-(1)(α) Οι εγκαταστάσεις αποτέφρωσης αποβλήτων λειτουργούν κατά τρόπο που διασφαλίζουν τέτοιο βαθμό αποτέφρωσης, ώστε η περιεκτικότητα της σκουριάς και της τέφρας πυθμένα σε ολικό οργανικό άνθρακα (TOC) να είναι μικρότερη από τρία τοις εκατό (3%) ή οι απώλειες κατά την ανάφλεξη να είναι μικρότερες από πέντε τοις εκατό (5%) του βάρους του υλικού επί ξηρής βάσεως.

(β) Εάν είναι απαραίτητο, χρησιμοποιούνται κατάλληλες τεχνικές προεπεξεργασίας των αποβλήτων.

(2)(α) Τηρουμένων των διατάξεων της παραγράφου (γ), οι εγκαταστάσεις αποτέφρωσης αποβλήτων σχεδιάζονται, κατασκευάζονται, εξοπλίζονται και λειτουργούν κατά τρόπο ώστε, μετά την τελευταία διοχέτευση αέρα καύσης, η θερμοκρασία των αερίων που εκλύονται κατά τη διεργασία να αυξάνεται, με ελεγχόμενο και ομοιογενή τρόπο, ακόμη και υπό τις δυσμενέστερες συνθήκες, τουλάχιστον στους 850°C, μετρούμενη στο εσωτερικό τοίχωμα ή σε άλλο αντιπροσωπευτικό σημείο του θαλάμου καύσης, όπως καθορίζεται στους όρους λειτουργίας της Άδειας για τουλάχιστον δύο (2) δευτερόλεπτα.

(β) Τηρουμένων των διατάξεων της παραγράφου (γ), οι εγκαταστάσεις συναποτέφρωσης αποβλήτων σχεδιάζονται, κατασκευάζονται, εξοπλίζονται και λειτουργούν κατά τρόπο ώστε, η θερμοκρασία των αερίων που εκλύονται κατά τη συναποτέφρωση αποβλήτων να αυξάνεται με ελεγχόμενο και ομοιογενή τρόπο, ακόμη και υπό τις δυσμενέστερες συνθήκες, τουλάχιστον στους 850°C, μετρούμενη στο εσωτερικό τοίχωμα ή σε άλλο αντιπροσωπευτικό σημείο του θαλάμου καύσης, όπως καθορίζεται στους όρους λειτουργίας της Άδειας για τουλάχιστον δύο (2) δευτερόλεπτα.

(γ) Εάν αποτεφρώνονται ή συναποτεφρώνονται επικίνδυνα απόβλητα, που περιέχουν περισσότερο του ενός τοις εκατόν (1%) αλογονούχων οργανικών ουσιών, εκφρασμένων σε χλώριο, η θερμοκρασία που απαιτείται για τη συμμόρφωση με τις παραγράφους (α) και (β) είναι τουλάχιστον χίλιοι εκατό βαθμοί Κελσίου (1100◦ C) η οποία μετριέται στο εσωτερικό τοίχωμα ή σε άλλο αντιπροσωπευτικό σημείο του θαλάμου καύσης, όπως καθορίζεται στους όρους λειτουργίας της Άδειας.

(3)(α) Κάθε γραμμή αποτέφρωσης εγκατάστασης αποτέφρωσης αποβλήτων είναι εφοδιασμένη με ένα τουλάχιστον εφεδρικό καυστήρα, που πρέπει να τίθεται αυτόματα σε λειτουργία, μόλις η θερμοκρασία των καυσαερίων, μετά την τελευταία διοχέτευση αέρα καύσης, κατέλθει κάτω από τους 850°C ή τους 1100°C, κατά περίπτωση.

(β) Οι εφεδρικοί καυστήρες χρησιμοποιούνται επίσης στις φάσεις εκκίνησης και διακοπής της λειτουργίας των μηχανών για να εξασφαλίζεται η διατήρηση της ελάχιστης θερμοκρασίας των 850°C ή των 1100°C, κατά περίπτωση, σε όλη τη διάρκεια των ανωτέρω φάσεων και για όσο χρόνο υπάρχουν ακόμη στο θάλαμο καύσης άκαυστα απόβλητα.

(γ) Ο εφεδρικός καυστήρας δεν τροφοδοτείται με καύσιμο το οποίο μπορεί να προκαλέσει υψηλότερα επίπεδα εκπομπών από εκείνα που συνεπάγεται η καύση υγραερίου ή φυσικού αερίου ή ακάθαρτου πετρελαίου εσωτερικής καύσης (diesel oil), όπως καθορίζεται δυνάμει του περί Προδιαγραφών Πετρελαιοειδών και Καυσίμων Νόμου, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται.

(4) Οι εγκαταστάσεις αποτέφρωσης αποβλήτων και οι εγκαταστάσεις συναποτέφρωσης αποβλήτων διαθέτουν και χρησιμοποιούν αυτόματο σύστημα που εμποδίζει την τροφοδότηση με απόβλητα -

(α) κατά τη φάση εκκίνησης, μέχρι να επιτευχθεί η απαιτούμενη θερμοκρασία των 850°C ή των 1100°C, κατά περίπτωση, ή η θερμοκρασία που ορίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου (1) του άρθρου 67,

(β) οποτεδήποτε δεν διατηρείται η απαιτούμενη θερμοκρασία των 850°C ή των 1100°C, κατά περίπτωση, ή η θερμοκρασία που ορίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου (1) του άρθρου 67,

(γ) οποτεδήποτε διαπιστώνεται από τις συνεχείς μετρήσεις, υπέρβαση οποιασδήποτε οριακής τιμής εκπομπής, οφειλόμενης σε ελαττωματική λειτουργία ή βλάβη των συστημάτων καθαρισμού των καυσαερίων.

(5) Η θερμότητα που παράγεται κατά τη διεργασία αποτέφρωσης ή συναποτέφρωσης αποβλήτων ανακτάται στο μέγιστο δυνατό βαθμό.

(6) Τα μολυσματικά κλινικά απόβλητα εισάγονται κατευθείαν στον κλίβανο χωρίς να αναμιγνύονται πρώτα με άλλες κατηγορίες αποβλήτων και χωρίς να υποβάλλονται σε άμεσους χειρισμούς.

(7) Η Αρμόδια Αρχή διασφαλίζει ότι η λειτουργία και ο έλεγχος των εγκαταστάσεων αποτέφρωσης αποβλήτων και των εγκαταστάσεων συναποτέφρωσης αποβλήτων ανατίθενται σε φυσικό πρόσωπο που διαθέτει τα απαιτούμενα προσόντα για τη διαχείριση τέτοιων εγκαταστάσεων.

Έγκριση της αλλαγής των συνθηκών λειτουργίας εγκαταστάσεων αποτέφρωσης αποβλήτων και εγκαταστάσεων συναποτέφρωσης αποβλήτων

67.-(1)(α) Με τους όρους λειτουργίας που επισυνάπτονται στην Άδεια, η Αρμόδια Αρχή δύναται, για ορισμένες κατηγορίες αποβλήτων ή θερμικές διεργασίες, να εγκρίνει συνθήκες λειτουργίας διαφορετικές από εκείνες που καθορίζονται στα εδάφια (1), (2) και (3) του άρθρου 66 και, όσον αφορά τη θερμοκρασία, στo εδάφιο (4) του άρθρου 66 εφόσον πληρούνται οι λοιπές διατάξεις του παρόντος Μέρους.

(β) Η Αρμόδια Αρχή, με διάταγμα που δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, θεσπίζει κανόνες που διέπουν τις εγκρίσεις που αναφέρονται στην παράγραφο (α).

(2) Η μεταβολή των συνθηκών λειτουργίας σε εγκαταστάσεις αποτέφρωσης αποβλήτων δεν οδηγεί σε αύξηση της ποσότητας των υπολειμμάτων ούτε της περιεκτικότητάς τους σε οργανικούς ρύπους, έναντι των υπολειμμάτων που θα αναμένονταν υπό τις συνθήκες λειτουργίας που καθορίζονται στα εδάφια (1), (2) και (3) του άρθρου 66.

(3)(α)Αναφορικά με εγκαταστάσεις συναποτέφρωσης αποβλήτων, οι εγκρίσεις που αναφέρονται στο εδάφιο (1) συναρτώνται τουλάχιστον με την τήρηση των διατάξεων του Μέρους 3 του Παραρτήματος ΙΙ για τις οριακές τιμές εκπομπής ολικού οργανικού άνθρακα και μονοξειδίου του άνθρακα.

(β) Οι εκπομπές ολικού οργανικού άνθρακα από υφιστάμενους κλιβάνους στη βιομηχανία χαρτοπολτού και χαρτιού-

(i) στους οποίους συναποτεφρώνονται απόβλητα στο χώρο όπου παράγονται,

(ii) οι οποίοι λειτουργούσαν και κατείχαν άδεια εκπομπής αερίων αποβλήτων πριν τις 28 Δεκεμβρίου 2002, και

(iii) αναφορικά με τους οποίους η Αρμόδια Αρχή εγκρίνει τροποποίηση των όρων λειτουργίας της Άδειας, σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου (1),

συμμορφώνονται επίσης με τις οριακές τιμές εκπομπής που καθορίζονται στο Μέρος 3 του Παραρτήματος ΙΙ.

(4) Η Αρμόδια Αρχή ενημερώνει την Επιτροπή για όλους τους όρους λειτουργίας που εγκρίνονται δυνάμει των εδαφίων (1), (2) και (3) και για τα αποτελέσματα των διενεργούμενων εξακριβώσεων, ως μέρος της έκθεσης που υποβάλλεται δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου (4) του άρθρου 67.

Παράδοση και παραλαβή αποβλήτων

68.-(1)Ο φορέας εκμετάλλευσης εγκατάστασης αποτέφρωσης αποβλήτων ή εγκατάστασης συναποτέφρωσης αποβλήτων λαμβάνει όλες τις απαραίτητες προφυλάξεις σε σχέση με την παράδοση και την παραλαβή αποβλήτων, για την πρόληψη ή τον περιορισμό, όσο είναι εφικτό, της ρύπανσης της ατμόσφαιρας, του εδάφους, των επιφανειακών χερσαίων νερών και των υπογείων υδάτων, καθώς και άλλων αρνητικών επιπτώσεων στο περιβάλλον, των οσμών και του θορύβου και των άμεσων κινδύνων για τη δημόσια υγεία.

(2) Ο φορέας εκμετάλλευσης πριν αποδεχθεί απόβλητα στην εγκατάσταση αποτέφρωσης αποβλήτων ή στην εγκατάσταση συναποτέφρωσης αποβλήτων καθορίζει τη μάζα κάθε κατηγορίας αποβλήτων, όπου αυτό είναι δυνατό, σύμφωνα με το περί Στερεών και Επικινδύνων Αποβλήτων (Κατάλογος Αποβλήτων) Διάταγμα του 2003.

(3)(α) Ο φορέας εγκατάστασης, πριν αποδεχθεί επικίνδυνα απόβλητα στην εγκατάσταση αποτέφρωσης αποβλήτων ή στην εγκατάσταση συναποτέφρωσης αποβλήτων, εξασφαλίζει όλες τις διαθέσιμες πληροφορίες για τα εν λόγω απόβλητα που είναι απαραίτητες, ώστε να εξακριβώσει τη συμμόρφωση με τους όρους λειτουργίας της Άδειας που καθορίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου (2) του άρθρου 61.

(β) Οι πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο (α) περιλαμβάνουν τουλάχιστον τα ακόλουθα:

(i) όλες τις διοικητικές πληροφορίες για τη διαδικασία παραγωγής, που περιέχονται στα έγγραφα που αναφέρονται στην παράγραφο (α) του εδαφίου (4),

(ii) τη φυσική και, στο μέτρο του εφικτού, τη χημική σύνθεση των επικίνδυνων αποβλήτων και όλες τις άλλες αναγκαίες πληροφορίες, προκειμένου να εκτιμηθεί η καταλληλότητά τους για την προβλεπόμενη μέθοδο αποτέφρωσης, και

(iii) τα επικίνδυνα χαρακτηριστικά των επικίνδυνων αποβλήτων, τις ουσίες με τις οποίες δεν μπορούν να αναμιχθούν και τις προφυλάξεις που πρέπει να λαμβάνονται κατά το χειρισμό των εν λόγω αποβλήτων.

(4) Ο φορέας εκμετάλλευσης, πριν αποδεχθεί επικίνδυνα απόβλητα στην εγκατάσταση αποτέφρωσης αποβλήτων ή στην εγκατάσταση συναποτέφρωσης αποβλήτων, τηρεί τουλάχιστον τις ακόλουθες διαδικασίες παραλαβής:

(α) έλεγχος των εγγράφων που απαιτούνται σύμφωνα με τις διατάξεις-

(i) του περί Αποβλήτων Νόμου, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται,

(ii) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1013/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 14ης Ιουνίου 2006 για τις μεταφορές αποβλήτων, όπως τροποποιήθηκε τελευταία από τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 255/2013 της Επιτροπής της 20ης Μαρτίου 2013 για την τροποποίηση, με σκοπό την προσαρμογή στην επιστημονική και τεχνική πρόοδο, των παραρτημάτων ΙΓ, VII και VIII του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1013/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τις μεταφορές αποβλήτων και όπως περαιτέρω εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται, και

(iii) της εκάστοτε ισχύουσας νομοθεσίας σχετικά με τη μεταφορά επικίνδυνων ουσιών·

(β) λήψη αντιπροσωπευτικών δειγμάτων, εκτός εάν δεν ενδείκνυται, όσο το δυνατό πριν από την εκφόρτωση, προκειμένου να εξακριβωθεί, με τη διεξαγωγή ελέγχων, ότι είναι σύμφωνα με τις πληροφορίες που προβλέπονται στο εδάφιο (3) και να διευκολυνθεί η Αρμόδια Αρχή στον προσδιορισμό του είδους των επικίνδυνων αποβλήτων που υποβάλλονται σε επεξεργασία· τα δείγματα αυτά διατηρούνται τουλάχιστον για ένα (1) μήνα μετά την αποτέφρωση ή τη συναποτέφρωση των εν λόγω επικίνδυνων αποβλήτων.

(5) Η Αρμόδια Αρχή δύναται να επιτρέψει παρέκκλιση από τις διατάξεις των εδαφίων (2), (3) και (4), προκειμένου για εγκαταστάσεις αποτέφρωσης αποβλήτων ή εγκαταστάσεις συναποτέφρωσης αποβλήτων, οι οποίες αποτελούν τμήματα εγκαταστάσεων που εμπίπτουν στο Μέρος ΙΙI και αποτεφρώνουν ή συναποτεφρώνουν αποκλειστικά και μόνο τα απόβλητα που παράγονται εντός της εν λόγω εγκατάστασης αποτέφρωσης αποβλήτων ή εγκατάστασης συναποτέφρωσης αποβλήτων.

Υπολείμματα

69. Οι φορείς εκμετάλλευσης λαμβάνουν κατάλληλα μέτρα ώστε -

(α) τα υπολείμματα να περιορίζονται στο ελάχιστο, όσον αφορά την ποσότητα και τις επιβλαβείς ιδιότητές τους, και να ανακυκλώνονται, όπου απαιτείται, κατευθείαν στην εγκατάσταση αποτέφρωσης αποβλήτων ή στην εγκατάσταση συναποτέφρωσης αποβλήτων ή εκτός αυτής·

(β) τα ξηρά υπολείμματα σε μορφή σκόνης, να μεταφέρονται και να υπόκεινται σε ενδιάμεση αποθήκευση με τέτοιο τρόπο ώστε να μην είναι δυνατός ο διασκορπισμός τους στο περιβάλλον·

(γ) πριν επιλεγεί η οδός τελικής διάθεσης ή ανακύκλωσης των υπολειμμάτων, να διεξάγονται κατάλληλες δοκιμές για τον προσδιορισμό των φυσικών και χημικών ιδιοτήτων καθώς και του ρυπογόνου δυναμικού των υπολειμμάτων, οι οποίες καλύπτουν το συνολικό διαλυτό κλάσμα και το διαλυτό κλάσμα βαρέων μετάλλων.

Ουσιαστική μεταβολή

70. Χωρίς επηρεασμό των διατάξεων του άρθρου 32, εάν ο φορέας εκμετάλλευσης εγκατάστασης αποτέφρωσης αποβλήτων ή εγκατάστασης συναποτέφρωσης αποβλήτων, η οποία επεξεργάζεται αποκλειστικά μη επικίνδυνα απόβλητα, σκοπεύει να προβεί σε μεταβολή της λειτουργίας της σε εγκατάσταση που εμπίπτει στις διατάξεις του Μέρους IΙΙ, η οποία θα περιλαμβάνει την αποτέφρωση ή συναποτέφρωση επικίνδυνων αποβλήτων, η μεταβολή αυτή θεωρείται ως ουσιαστική.

Υποβολή εκθέσεων και ενημέρωση του κοινού σχετικά με εγκαταστάσεις αποτέφρωσης αποβλήτων και εγκαταστάσεις συναποτέφρωσης αποβλήτων

71.-(1)Στις αιτήσεις για τη χορήγηση Αδειών που υποβάλλονται για πρώτη φορά δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου, για εγκαταστάσεις αποτέφρωσης αποβλήτων και εγκαταστάσεις συναποτέφρωσης αποβλήτων εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 36, 37, 38, 39, 40, 41 και του Παραρτήματος VIII.

(2) Προκειμένου για εγκαταστάσεις αποτέφρωσης αποβλήτων ή εγκαταστάσεις συναποτέφρωσης αποβλήτων με ονομαστική ωριαία δυναμικότητα ίση ή μεγαλύτερη των δύο (2) τόνων, η έκθεση που αναφέρεται στο άρθρο 97 περιλαμβάνει πληροφορίες σχετικά με τη λειτουργία και την παρακολούθηση της εν λόγω εγκατάστασης αποτέφρωσης αποβλήτων ή της εγκατάστασης συναποτέφρωσης αποβλήτων και τίθεται στη διάθεση του κοινού, σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου (3) του άρθρου 36. η έκθεση αυτή περιλαμβάνει απολογισμό της όλης διαδικασίας αποτέφρωσης ή συναποτέφρωσης καθώς και των εκπομπών στον ατμοσφαιρικό αέρα και στα νερά, σε σύγκριση με τις καθορισμένες οριακές τιμές εκπομπής που καθορίζονται δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Μέρους.

(3) Η Αρμόδια Αρχή καταρτίζει και θέτει στη διάθεση του κοινού, σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου (3) του άρθρου 36, κατάλογο των εγκαταστάσεων αποτέφρωσης αποβλήτων και των εγκαταστάσεων συναποτέφρωσης αποβλήτων με ονομαστική ωριαία δυναμικότητα κάτω των δύο (2) τόνων.

ΜΕΡΟΣ VΙ ΕΙΔΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΓΙΑ ΤΙΣ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ ΚΑΙ ΤΙΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ ΠΟΥ ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΟΥΝ ΟΡΓΑΝΙΚΟΥΣ ΔΙΑΛΥΤΕΣ
Πεδίο εφαρμογής του Μέρους VI του παρόντος Νόμου

72. Οι διατάξεις του παρόντος Μέρους εφαρμόζονται στις δραστηριότητες, οι οποίες καθορίζονται στο Μέρος 1 του Παραρτήματος V στο μέτρο που αυτές εκτελούνται άνω των κατώτατων ορίων κατανάλωσης διαλυτών που παρατίθενται στο Μέρος 2 του ίδιου Παραρτήματος.

Ερμηνεία

73. Στο παρόν Μέρος, εκτός αν από το κείμενο προκύπτει διαφορετική έννοια-

«αέρια απόβλητα» σημαίνει τα τελικά αέρια απόβλητα που περιέχουν πτητικές οργανικές ενώσεις ή άλλους ρύπους και εκπέμπονται στον αέρα μέσω καπνοδόχου ή εξοπλισμού μείωσης·

«βερνίκι» σημαίνει διαφανές επίστρωμα·

«διάχυτη εκπομπή» σημαίνει κάθε εκπομπή πτητικών οργανικών ενώσεων, εξαιρουμένων των περιεχόμενων στα αέρια απόβλητα, στον ατμοσφαιρικό αέρα, στο έδαφος και στα ύδατα, καθώς και οι διαλύτες που περιέχονται σε προϊόντα, εκτός εάν προβλέπεται διαφορετικά στο Μέρος 2 του Παραρτήματος V·

«εισροή» σημαίνει την ποσότητα οργανικών διαλυτών και την ποσότητά τους σε μείγματα που χρησιμοποιούνται για τη διεξαγωγή μιας δραστηριότητας, περιλαμβανομένων των ανακυκλωμένων διαλυτών, εντός και εκτός της εγκατάστασης, οι οποίοι υπολογίζονται κάθε φορά που χρησιμοποιούνται για τη διεξαγωγή της δραστηριότητας·

«επαναχρησιμοποίηση» σημαίνει τη χρήση οργανικών διαλυτών που έχουν ανακτηθεί από μία εγκατάσταση για οποιοδήποτε τεχνικό ή εμπορικό σκοπό, περιλαμβανομένης της χρήσης τους ως καυσίμων, αλλά εξαιρουμένης της τελικής διάθεσης αυτών των ανακτηθέντων οργανικών διαλυτών ως αποβλήτων·

«κατανάλωση» σημαίνει τις συνολικές εισροές οργανικών διαλυτών σε μία εγκατάσταση ανά ημερολογιακό έτος ή οποιαδήποτε άλλη περίοδο δώδεκα (12) μηνών, αφαιρουμένων των πτητικών οργανικών ενώσεων που ενδεχομένως ανακτώνται για να επαναχρησιμοποιηθούν·

«μείγμα» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το Άρθρο 3, παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1907/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 18ης Δεκεμβρίου 2006 για την καταχώριση, την αξιολόγηση, την αδειοδότηση και τους περιορισμούς των χημικών προϊόντων (REACH) και για την ίδρυση του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Χημικών Προϊόντων καθώς και για την τροποποίηση της οδηγίας 1999/45 /ΕΚ και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 793/93 του Συμβουλίου και του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1488/94 της Επιτροπής καθώς και των οδηγιών της Επιτροπής 91/155/ΕΟΚ, 93/67/ΕΟΚ, 93/105/ΕΚ και 2000/21/ΕΚ, όπως τροποποιήθηκε τελευταία από τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 348/2013 της Επιτροπής της 17ης Απριλίου 2013 για την τροποποίηση του παραρτήματος XIV του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1907/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την καταχώριση, την αξιολόγηση, την αδειοδότηση και τους περιορισμούς των χημικών προϊόντων (REACH) και όπως περαιτέρω εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται·

«μελάνη» σημαίνει μείγμα, περιλαμβανομένων όλων των απαραίτητων για την ορθή εφαρμογή του οργανικών διαλυτών ή μειγμάτων που περιέχουν οργανικούς διαλύτες, το οποίο χρησιμοποιείται σε διεργασίες εκτύπωσης για την αποτύπωση κειμένου ή εικόνων σε μία επιφάνεια·

«συγκολλητική ουσία» σημαίνει κάθε μείγμα, περιλαμβανομένου κάθε οργανικού διαλύτη ή μείγματος που περιέχει τους απαραίτητους οργανικούς διαλύτες για την ορθή εφαρμογή του μείγματος, το οποίο χρησιμοποιείται για τη συγκόλληση χωριστών μερών ενός προϊόντος·

«συνθήκες κλειστού περιβάλλοντος» σημαίνει τις συνθήκες υπό τις οποίες η εγκατάσταση λειτουργεί ώστε οι πτητικές οργανικές ενώσεις που εκπέμπονται από τη δραστηριότητα αυτή, να συλλέγονται και να εκπέμπονται με ελεγχόμενο τρόπο, είτε μέσω καπνοδόχου είτε μέσω εξοπλισμού μείωσης των εκπομπών, με αποτέλεσμα να μην είναι τελείως διάχυτες·

«συνολικές εκπομπές» σημαίνει το άθροισμα των διάχυτων εκπομπών και των εκπομπών που περιέχονται στα αέρια απόβλητα·

«υφιστάμενη εγκατάσταση» σημαίνει-

(α) εγκατάσταση που ήδη λειτουργούσε στις 29 Μαρτίου 1999, ή

(β) εγκατάσταση που άρχισε να λειτουργεί το αργότερο την 1η Απριλίου 2002-

(i) η οποία έλαβε άδεια εκπομπής αερίων αποβλήτων ή καταχωρήθηκε σε μητρώο πριν την 1η Απριλίου 2001, ή

(ii) της οποίας ο φορέας εκμετάλλευσης υπέβαλε πλήρη αίτηση χορήγησης άδειας εκπομπής αερίων αποβλήτων πριν την 1η Απριλίου 2001·

«φάσεις έναρξης και παύσης της λειτουργίας» σημαίνει τις εργασίες που εκτελούνται για να τεθεί μια δραστηριότητα, ένα στοιχείο εξοπλισμού ή μια δεξαμενή σε λειτουργία ή εκτός λειτουργίας ή σε άφορτη λειτουργία (ρελαντί) ή εκτός άφορτης λειτουργίας, αλλά δεν περιλαμβάνει τις τακτικές διακυμάνσεις των δραστηριοτήτων.

Αντικατάσταση επικίνδυνων ουσιών

74. Οι ουσίες και τα μείγματα, στα οποία, κατ΄ εφαρμογή των διατάξεων του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1272/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 16ης Δεκεμβρίου 2008 για την ταξινόμηση, την επισήμανση και τη συσκευασία των ουσιών και των μειγμάτων, την τροποποίηση και την κατάργηση των οδηγιών 67/548/ΕΟΚ και 1999/45/ΕΚ και την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1907/2006, όπως τροποποιήθηκε τελευταία από τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 487/2013 της Επιτροπής της 8ης Μαΐου 2013 για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1272/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 16ης Δεκεμβρίου 2008 για την ταξινόμηση, την επισήμανση και τη συσκευασία των ουσιών και των μειγμάτων με σκοπό την προσαρμογή του στην τεχνική και επιστημονική πρόοδο και όπως περαιτέρω εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται, αποδίδονται ή τα οποία οφείλουν να φέρουν τις δηλώσεις επικινδυνότητας Η340, H350, H350i, H360D ή Η360F, λόγω της περιεκτικότητάς τους σε πτητικές οργανικές ενώσεις, που έχουν ταξινομηθεί ως καρκινογόνες, μεταλλαξιογόνες ή τοξικές για την αναπαραγωγή, αντικαθίστανται, στο μέτρο του δυνατού, από λιγότερο επιβλαβείς ουσίες ή μείγματα, το ταχύτερο δυνατό.

Έλεγχος των εκπομπών για εγκαταστάσεις του Μέρους VI

75.-(1)Χωρίς επηρεασμό των διατάξεων των εδαφίων (3) και (4), κάθε εγκατάσταση που εμπίπτει στις διατάξεις του παρόντος Μέρους οφείλει-

(α) να τηρεί-

(i) τις οριακές τιμές εκπομπής πτητικών οργανικών ενώσεων στα αέρια απόβλητα και τις οριακές τιμές διάχυτων εκπομπών, ή

(ii) τις οριακές τιμές συνολικών εκπομπών, και

(iii) τις λοιπές διατάξεις των Μερών 2 και 3 του Παραρτήματος V,

(β) να συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις του προγράμματος μείωσης που καταρτίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του Μέρους 5 του Παραρτήματος V, υπό την προϋπόθεση ότι επιτυγχάνεται ίση μείωση των εκπομπών, σε σύγκριση με εκείνη που επιτυγχάνεται μέσω της εφαρμογής των οριακών τιμών εκπομπής που αναφέρονται στην παράγραφο (α).

(2) Η Αρμόδια Αρχή υποβάλλει έκθεση στην Επιτροπή, σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου (1) του άρθρου 97, σχετικά με την πρόοδο που σημειώνεται προς την επίτευξη της ίσης μείωσης των εκπομπών που αναφέρεται στην παράγραφο (β) του εδαφίου (1).

(3) Κατά παρέκκλιση των διατάξεων της παραγράφου (α) του εδαφίου (1), σε περίπτωση που ο φορέας εκμετάλλευσης αποδείξει στην Αρμόδια Αρχή ότι σε μια συγκεκριμένη εγκατάσταση, η συμμόρφωση προς τις οριακές τιμές διάχυτων εκπομπών δεν είναι εφικτή από τεχνική και οικονομική άποψη, η Αρμόδια Αρχή δύναται να επιτρέψει την υπέρβαση των εν λόγω οριακών τιμών εκπομπής, εφόσον ικανοποιείται ότι στην εν λόγω εγκατάσταση χρησιμοποιείται η βέλτιστη διαθέσιμη τεχνική και ο φορέας εκμετάλλευσης αποδείξει ότι δεν αναμένεται να προκύψει σημαντικός κίνδυνος για την υγεία του ανθρώπου ή του περιβάλλοντος.

(4) Κατά παρέκκλιση των διατάξεων του εδαφίου (1), η Αρμόδια Αρχή δύναται να εξαιρέσει δραστηριότητες επίστρωσης που εμπίπτουν στο σημείο 8 του Πίνακα του Μέρους 2 του Παραρτήματος V, οι οποίες δεν μπορούν να επιτελεστούν υπό συνθήκες κλειστού περιβάλλοντος, που εκτελούνται σε εγκατάσταση, από την υποχρέωση συμμόρφωσης των εκπομπών με τις απαιτήσεις του εδαφίου (1), εφόσον ο φορέας εκμετάλλευσης αποδείξει ότι η εν λόγω συμμόρφωση δεν είναι εφικτή από τεχνική και οικονομική άποψη και ότι στην εν λόγω εγκατάσταση χρησιμοποιούνται οι βέλτιστες διαθέσιμες τεχνικές.

(5) Η Αρμόδια Αρχή υποβάλλει έκθεση στην Επιτροπή σχετικά με τις παρεκκλίσεις που αναφέρονται στα εδάφια (3) και (4), σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 2 του Άρθρου 72 της οδηγίας 2010/75/ΕΕ.

(6) Οι εκπομπές-

(α) πτητικών οργανικών ενώσεων, στις οποίες αντιστοιχούν ή οφείλουν να φέρουν τις δηλώσεις επικινδυνότητας H340, H350, H350i, H360D ή Η360F,ή

(β) αλογονούχων πτητικών οργανικών ενώσεων, στις οποίες αντιστοιχούν ή οφείλουν να φέρουν τις δηλώσεις επικινδυνότητας H341 ή H351,

ελέγχονται, στο μέτρο που αυτό είναι εφικτό από τεχνική και οικονομική άποψη, προκειμένου να διασφαλίζεται –

(αα) ότι αυτές δεν υπερβαίνουν τις σχετικές οριακές τιμές εκπομπής που καθορίζονται στο Μέρος 4 του Παραρτήματος V, και

(ββ) η δημόσια υγεία και το περιβάλλον.

(7) Εγκατάσταση, στην οποία διεξάγονται δύο ή περισσότερες δραστηριότητες, η καθεμιά από τις οποίες χωριστά υπερβαίνει τα όρια του Μέρους 2 του Παραρτήματος V πρέπει -

(α) όσον αφορά τις ουσίες που προσδιορίζονται στο εδάφιο (6), να πληροί τις διατάξεις του εν λόγω εδαφίου για κάθε επιμέρους δραστηριότητα, και

(β) όσον αφορά οποιαδήποτε άλλη ουσία -

(i) να πληροί τις διατάξεις του εδαφίου (1) για κάθε επιμέρους δραστηριότητα, ή

(ii) οι συνολικές εκπομπές πτητικών οργανικών ενώσεων από την εν λόγω εγκατάσταση να μην υπερβαίνουν εκείνες που θα προέκυπταν αν εφαρμοζόταν η υποπαράγραφος (i).

(8) Κατά τη χορήγηση ή την ανανέωση Άδειας, η Αρμόδια Αρχή επισυνάπτει σε αυτήν κάθε απαραίτητο όρο λειτουργίας, ο οποίος αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της Άδειας, ώστε να λαμβάνεται κάθε ενδεικνυόμενη προφύλαξη για την ελαχιστοποίηση των εκπομπών πτητικών οργανικών ενώσεων κατά τις φάσεις έναρξης και παύσης της λειτουργίας.

Παρακολούθηση των εκπομπών

76. Όσον αφορά εγκαταστάσεις και δραστηριότητες που χρησιμοποιούν οργανικούς διαλύτες, η Αρμόδια Αρχή, κατά τη χορήγηση ή τροποποίηση Άδειας δυνάμει των διατάξεων των άρθρων 11 και 13 ή με την τροποποίηση της Άδειας δυνάμει του άρθρου 19, εξασφαλίζει ότι αυτή περιλαμβάνει κάθε απαραίτητο όρο λειτουργίας, ώστε να διενεργούνται οι μετρήσεις των εκπομπών, σύμφωνα με το Μέρος 6 του Παραρτήματος V.

Συμμόρφωση προς τις οριακές τιμές εκπομπής

77. Οι οριακές τιμές εκπομπής των αερίων αποβλήτων τεκμαίρεται ότι τηρούνται, εάν τηρούνται οι διατάξεις του Μέρους 8 του Παραρτήματος V.

Υποβολή εκθέσεων σχετικά με τη συμμόρφωση

78.-(1) Ο φορέας εκμετάλλευσης υποβάλλει στην Αρμόδια Αρχή, όποτε αυτή το ζητήσει, κάθε απαραίτητη πληροφορία που αποδεικνύει κατά τρόπο ικανοποιητικό τη συμμόρφωση με-

(α) τις οριακές τιμές εκπομπής στα αέρια απόβλητα, τις οριακές τιμές διάχυτων εκπομπών και τις συνολικές οριακές τιμές εκπομπής, ή

(β) τις απαιτήσεις του προγράμματος μείωσης σύμφωνα με τις διατάξεις του Μέρους 5 του Παραρτήματος V, ή

(γ) τις παρεκκλίσεις που εγκρίθηκαν δυνάμει των εδαφίων (3) και (4) του άρθρου 75.

(2) Οι πληροφορίες που αναφέρονται στο εδάφιο (1) μπορεί να περιλαμβάνουν σχέδιο διαχείρισης διαλυτών που καταρτίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του Μέρους 7 του Παραρτήματος V.

Ουσιαστική μεταβολή υφιστάμενων εγκαταστάσεων

79.-(1)Η μεταβολή του ημερήσιου μέσου όρου της μέγιστης κατά μάζα εισροής οργανικών διαλυτών σε υφιστάμενη εγκατάσταση, σε περίπτωση που αυτή-

(α) λειτουργεί με την απόδοση για την οποία έχει σχεδιαστεί και

(β) υπό συνθήκες που δεν περιλαμβάνουν τις φάσεις έναρξης και παύσης της λειτουργίας και τις περιόδους συντήρησης του εξοπλισμού,

θεωρείται ουσιαστική, εάν έχει ως αποτέλεσμα την αύξηση των εκπομπών πτητικών οργανικών ενώσεων κατά ποσοστό που υπερβαίνει -

(αα) το είκοσι πέντε τοις εκατόν (25%), για εγκατάσταση με δραστηριότητες που εμπίπτουν-

(i) στα κατώτατα όρια των σημείων 1, 3, 4, 5, 8, 10, 13, 16 ή 17 του Πίνακα του Μέρους 2 του Παραρτήματος V, ή

(ii) σε ένα από τα λοιπά σημεία του Mέρους 2 του Παραρτήματος V και με κατανάλωση διαλυτών μικρότερη των δέκα (10) τόνων ετησίως·

(ββ) το δέκα τοις εκατόν (10%) για όλες τις άλλες εγκαταστάσεις.

(2) Σε περίπτωση κατά την οποία υφιστάμενη εγκατάσταση υφίσταται ουσιαστική μεταβολή ή εμπίπτει για πρώτη φορά στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος Νόμου ύστερα από ουσιαστική μεταβολή της, το τμήμα της εγκατάστασης το οποίο υφίσταται την ουσιαστική μεταβολή αντιμετωπίζεται -

(α) ως νέα εγκατάσταση ή

(β) ως υφιστάμενη εγκατάσταση, υπό την προϋπόθεση ότι οι συνολικές εκπομπές όλης της εγκατάστασης δεν υπερβαίνουν τις εκπομπές που θα προέκυπταν αν το τμήμα της εγκατάστασης που υφίσταται την ουσιαστική μεταβολή αντιμετωπιζόταν ως νέα εγκατάσταση.

(3) Μετά από κάθε ουσιαστική μεταβολή, η Αρμόδια Αρχή εξακριβώνει εκ νέου τη συμμόρφωση με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου.

Πρόσβαση του κοινού σε πληροφορίες

80. Οι διατάξεις των εδαφίων (3) και (5) του άρθρου 36 εφαρμόζονται, όσον αφορά-

(α) κατάλογο των εγκαταστάσεων και δραστηριοτήτων που εμπίπτουν στις διατάξεις του παρόντος Μέρους και υπόκεινται σε αδειοδότηση και καταχώρηση σε μητρώο,

(β) αντίγραφο της Άδειας που χορηγείται ή ανανεώνεται δυνάμει των διατάξεων των άρθρων 11 και 13 ή τροποποιείται δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 19, για εγκατάσταση ή δραστηριότητα που εμπίπτει στις διατάξεις του παρόντος Μέρους και

(γ) τα αποτελέσματα της παρακολούθησης των εκπομπών που προβλέπεται στο άρθρο 76, τα οποία διαθέτει η Αρμόδια Αρχή.

ΜΕΡΟΣ VIΙ ΕΙΔΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΓΙΑ ΤΙΣ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ ΔΙΟΞΕΙΔΙΟΥ ΤΟΥ ΤΙΤΑΝΙΟΥ
Πεδίο εφαρμογής του Μέρους VII του παρόντος Νόμου

81. Το παρόν Μέρος εφαρμόζεται στις εγκαταστάσεις παραγωγής διοξειδίου του τιτανίου.

Απαγόρευση διάθεσης αποβλήτων

82. Απαγορεύεται η διάθεση των ακόλουθων αποβλήτων σε οποιοδήποτε υδατικό σύστημα, θάλασσα ή ωκεανό:

(α) στερεών αποβλήτων,

(β) μητρικών υγρών που προέρχονται από τη φάση διήθησης μετά από την υδρόλυση του διαλύματος θειικού τιτανυλίου από εγκαταστάσεις που χρησιμοποιούν τη διεργασία θειικών ενώσεων, περιλαμβανομένων-

(i) των όξινων αποβλήτων που συνδέονται με τα εν λόγω υγρά, τα οποία περιέχουν συνολικά ελεύθερο θειικό οξύ άνω του 0,5% και διάφορα βαρέα μέταλλα, και

(ii) των μητρικών υγρών τα οποία έχουν αραιωθεί μέχρι να περιέχουν κατά ανώτατο όριο 0,5% ελεύθερο θειικό οξύ,

(γ) αποβλήτων από εγκαταστάσεις που χρησιμοποιούν τη διεργασία χλωριδίου, τα οποία περιέχουν πάνω από 0,5% ελεύθερο υδροχλωρικό οξύ και διάφορα βαρέα μέταλλα, περιλαμβανομένων των αποβλήτων τα οποία έχουν αραιωθεί μέχρι να περιέχουν, κατά ανώτατο όριο 0,5% ελεύθερο υδροχλωρικό οξύ, και

(δ) αλάτων διήθησης, ιλύων και υγρών αποβλήτων, τα οποία-

(i) προέρχονται από τη συμπύκνωση ή εξουδετέρωση των αποβλήτων που αναφέρονται στις παραγράφους (β) και (γ), και

(ii) περιέχουν διάφορα βαρέα μέταλλα, εξαιρουμένων των αποβλήτων που έχουν υποστεί εξουδετέρωση και διήθηση ή καθίζηση και περιέχουν μόνο ίχνη βαρέων μετάλλων, τα οποία, πριν να υποστούν αραίωση, είχαν τιμή pH ανώτερη του 5,5.

Χορήγηση ή ανανέωση Άδειας για εγκαταστάσεις του Μέρους VII

83.-(1) Κάθε εγκατάσταση που εμπίπτει στο παρόν Μέρος και υποβάλλει αίτηση για τη χορήγηση ή ανανέωση Άδειας με βάση τις διατάξεις του άρθρου 9, υποβάλλει, πέραν των στοιχείων που απαιτούνται δυνάμει των εδαφίων (2) και (3) του άρθρου 9, και τη Μελέτη Εκτίμησης των Επιπτώσεων στο Περιβάλλον, που καταρτίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του περί της Εκτίμησης των Επιπτώσεων στο Περιβάλλον Νόμου, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται.

(2) Κατά τη χορήγηση ή την ανανέωση Άδειας, η Αρμόδια Αρχή επισυνάπτει σε αυτήν κάθε απαραίτητο όρο λειτουργίας, που αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της Άδειας, ώστε, επιπροσθέτως των διατάξεων του άρθρου 13, να διασφαλίζεται ότι-

(α) οι εκπομπές στα νερά δεν υπερβαίνουν τις οριακές τιμές εκπομπής που καθορίζονται στο Μέρος 1 του Παραρτήματος ΙΧ,

(β) οι εκπομπές στην ατμόσφαιρα δεν υπερβαίνουν τις οριακές τιμές εκπομπής που καθορίζονται στο Μέρος 2 του Παραρτήματος ΙΧ,

(γ) παρεμποδίζονται οι εκπομπές όξινων σταγονιδίων στην ατμόσφαιρα.

3) Με τους όρους λειτουργίας που η Αρμόδια Αρχή επισυνάπτει στην Άδεια, εξασφαλίζει ότι -

(α) διενεργείται συστηματικός έλεγχος και παρακολούθηση των εκπομπών στην ατμόσφαιρα, τουλάχιστον σύμφωνα με τις διατάξεις του Μέρους 3 του Παραρτήματος ΙΧ, ώστε να εξακριβώνεται η συμμόρφωση με τους όρους λειτουργίας της Άδειας και τις διατάξεις των παραγράφων (β) και (γ) του εδαφίου (2) του άρθρου 83·

(β) διενεργείται παρακολούθηση του εδάφους, των επιφανειακών χερσαίων νερών και των υπόγειων υδάτων, ώστε να εξακριβώνεται η συμμόρφωση με τους όρους λειτουργίας της Άδειας και τις διατάξεις της παραγράφου (α) του εδαφίου (2) του άρθρου 83·

(γ) υποβάλλονται σε αυτήν, τακτικώς και τουλάχιστον ετησίως, τα αποτελέσματα που προκύπτουν από τον έλεγχο και την παρακολούθηση των εκπομπών, που προβλέπεται στις παραγράφους (α) και (β), καθώς και άλλων απαιτούμενων στοιχείων που κρίνονται απαραίτητα για τον αποτελεσματικό έλεγχο της συμμόρφωσης της εγκατάστασης με τους όρους λειτουργίας της Άδειας της.

(4) Για τους σκοπούς των παραγράφων (α) και (β) του εδαφίου (3), οι όροι λειτουργίας μπορούν να περιέχουν πληροφορίες αναφορικά με τα εξής:

(α) τις ακριβείς θέσεις και τις αποδεκτές μεθόδους δειγματοληψίας,

(β) τις αποδεκτές μεθόδους μέτρησης και ανάλυσης για κάθε παράμετρο που αναφέρεται στα Μέρη 1 και 2 του Παραρτήματος ΙΧ, βάσει προτύπων CEN ή εάν δεν υπάρχουν πρότυπα CEN βάσει προτύπων ISO, εθνικών ή άλλων διεθνών προτύπων, τα οποία εξασφαλίζουν την παροχή δεδομένων ισοδύναμης επιστημονικής ποιότητας,

(γ) τη συχνότητα με την οποία διενεργούνται δειγματοληψίες, μετρήσεις και αναλύσεις, για κάθε παράμετρο που αναφέρεται στα Μέρη 1 και 2 του Παραρτήματος ΙΧ.

ΜΕΡΟΣ VIΙΙ ΠΟΙΚΙΛΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Αρχιεπιθεωρητής και επιθεωρητές

84.-(1)Χωρίς επηρεασμό των διατάξεων του εδαφίου (3), για σκοπούς εποπτείας, επιθεώρησης, ελέγχου και αποτελεσματικής εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 35 και των λοιπών διατάξεων του παρόντος Νόμου και των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων κανονισμών και/ ή διαταγμάτων και τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου (2), η Αρμόδια Αρχή, με γνωστοποίηση που δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, ορίζει λειτουργούς του Υπουργείου της ως εντεταλμένους επιθεωρητές.

(2)(α) Η Αρμόδια Αρχή, με γνωστοποίηση που δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, ορίζει ένα εκ των εντεταλμένων επιθεωρητών ως Αρχιεπιθεωρητή.

(β) Ο Αρχιεπιθεωρητής ρυθμίζει τις περιπτώσεις και τον τρόπο κατά τον οποίο οι επιθεωρητές ασκούν τις εξουσίες τους και εκτελούν τα καθήκοντά τους.

(γ) Η Αρμόδια Αρχή δύναται να ορίσει αναπληρωτή Αρχιεπιθεωρητή, ο οποίος αντικαθιστά τον Αρχιεπιθεωρητή σε περίπτωση απουσίας, ασθένειας ή ανικανότητας αυτού.

(3) Η Αρμόδια Αρχή δύναται, με γνωστοποίηση που δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, να εξουσιοδοτεί γραπτώς, δεόντως προσοντούχα πρόσωπα που δεν υπηρετούν στη δημόσια υπηρεσία, για να εκτελούν οποιαδήποτε από τις εξουσίες και τα καθήκοντα επιθεωρητή που ορίζονται στην εξουσιοδότηση.

(4) Πρόσωπο που εξουσιοδοτείται δυνάμει του εδαφίου (3) τελεί υπό την επίβλεψη και υπόκειται στις οδηγίες του Αρχιεπιθεωρητή.

(5) Πρόσωπο που εξουσιοδοτείται δυνάμει του εδαφίου (3) λαμβάνει ως αμοιβή χρηματικό ποσό που καθορίζεται με κανονισμούς που εκδίδονται δυνάμει του παρόντος Νόμου.

(6) Κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, οι επιθεωρητές και τα πρόσωπα που εξουσιοδοτούνται με βάση το εδάφιο (3) οφείλουν:

(α) να επιδεικνύουν κατάλληλες ταυτότητες που εκδίδει η Αρμόδια Αρχή, στις οποίες αναγράφεται η ιδιότητά τους, και

(β) να ενεργούν στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων τους, σύμφωνα με την κατανομή αρμοδιοτήτων που προβλέπεται στο άρθρο 5 και στο Παράρτημα Ι.

Καθήκοντα και εξουσίες επιθεωρητών

85.-(1)Οι επιθεωρητές πραγματοποιούν τακτικούς και έκτακτους ελέγχους των εγκαταστάσεων και των διεργασιών που διεξάγονται από το φορέα εκμετάλλευσης, για να διαπιστώνεται κατά πόσο όλες οι εργασίες παραγωγής προϊόντων και επεξεργασίας και διάθεσης αποβλήτων, περιλαμβανομένων και των εργασιών αποκατάστασης των χώρων μετά τον τερματισμό της λειτουργίας των εγκαταστάσεων, εκτελούνται σύμφωνα με τους όρους λειτουργίας της Άδειας και τις διατάξεις του παρόντος Νόμου.

(2) Ο επιθεωρητής δύναται, για σκοπούς διεκπεραίωσης των καθηκόντων του, να ασκεί οποιαδήποτε ή από όλες τις πιο κάτω εξουσίες-

(α) να εισέρχεται ελεύθερα και χωρίς προηγούμενη ειδοποίηση σε οποιαδήποτε εγκατάσταση στην οποία έχει εύλογη αιτία να πιστεύει ότι διεξάγεται ή θα διεξάγεται δραστηριότητα ή πρόκειται να διεξαχθεί διεργασία, η οποία δυνατό να οδηγήσει σε παράβαση οποιασδήποτε διάταξης του παρόντος Νόμου και/ ή όρου λειτουργίας της Άδειας,

(β) να ασκεί το ανωτέρω δικαίωμα εισόδου και ελέγχου, συνοδευόμενος από αστυνομικό, αν έχει εύλογη αιτία να υποψιάζεται σοβαρή παρεμπόδισή του στην άσκηση των εξουσιών του,

(γ) να φέρει οποιοδήποτε εξοπλισμό ή οποιαδήποτε υλικά απαιτούνται για την άσκηση των εξουσιών του,

(δ) να συνοδεύεται από άλλα πρόσωπα, τα οποία τον βοηθούν στην άσκηση των εξουσιών του,

(ε) να προβαίνει σε οποιαδήποτε εξέταση ή διερεύνηση, όπως ο ίδιος κρίνει αναγκαίο υπό τις περιστάσεις,

(στ) να διενεργεί δοκιμές, μετρήσεις και δειγματοληψίες οι οποίες κρίνονται αναγκαίες για τη σωστή άσκηση των εξουσιών του ή να διευθετεί τη διενέργειά τους από προσοντούχο πρόσωπο,

(ζ) να επιθεωρεί, εξετάζει και ελέγχει τη λειτουργία οποιωνδήποτε μηχανημάτων, συσκευών ή εξοπλισμού που βρίσκονται στην εγκατάσταση και να προβαίνει σε μετρήσεις, κινηματογραφήσεις ή στη λήψη φωτογραφιών, όπως κρίνει αναγκαίο, για τη σωστή άσκηση των εξουσιών του,

(η) να ζητά την παρουσίαση για επιθεώρηση οποιωνδήποτε βιβλίων ή εγγράφων ή οποιωνδήποτε άλλων πληροφοριών σε όποια μορφή και αν βρίσκονται, τα οποία έχει εύλογη αιτία να πιστεύει ότι περιέχουν πληροφορίες σχετιζόμενες με το σκοπό της διερεύνησης,

(θ) να κατάσχει, κατακρατεί και μεταφέρει οποιοδήποτε αντικείμενο ή οποιοδήποτε δείγμα οποιασδήποτε ουσίας που δυνατό να απαιτείται για σκοπούς περαιτέρω διερεύνησης ή για να διασφαλίσει ότι είναι διαθέσιμο ως τεκμήριο σε οποιαδήποτε δικαστική διαδικασία,

(ι) να ζητά από το φορέα εκμετάλλευσης ή οποιονδήποτε από τους αντιπροσώπους του ή τους εργοδοτουμένους του:

(i) να του παράσχει ασφαλή πρόσβαση προς οποιοδήποτε μέρος της εγκατάστασης,

(ii) να θέσει στη διάθεσή του οποιαδήποτε ευλόγως διαθέσιμα μέσα για τη διεξαγωγή οποιωνδήποτε δοκιμών, μετρήσεων, επιθεωρήσεων ή εξετάσεων κρίνονται αναγκαίες για τους σκοπούς της διερεύνησης,

(ια) να δίνει οδηγίες όπως η εγκατάσταση ή οποιοδήποτε μέρος της ή οποιοσδήποτε εξοπλισμός ή μηχάνημα ή ουσία μέσα σε αυτό, παραμένει ως έχει για όσο χρονικό διάστημα θεωρεί εύλογα αναγκαίο, για σκοπούς οποιασδήποτε δοκιμής, μέτρησης, εξέτασης και ελέγχου λειτουργίας, όπως αναφέρεται στην παράγραφο (στ) και/ ή (ζ), νοουμένου ότι η συμμόρφωση προς τις οδηγίες για σταθερές συνθήκες λειτουργίας δεν συνεπάγεται τη διακοπή οποιουδήποτε ουσιώδους μέρους της παραγωγικής διεργασίας ή οποιαδήποτε αρνητική επίπτωση στην παραγωγική διεργασία, και/ ή

(ιβ) να ζητά-

(i) από το φορέα εκμετάλλευσης της εγκατάστασης, ή

(ii) από οποιοδήποτε πρόσωπο, βρίσκεται στην εγκατάσταση, ή

(iii) από οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο έχει εύλογη αιτία να πιστεύει ότι είχε απασχοληθεί στην εγκατάσταση ή είχε σχέση με την εγκατάσταση καθ’ οιονδήποτε χρόνο κατά τη διάρκεια των προηγούμενων τριών (3) μηνών,

οποιεσδήποτε πληροφορίες μπορεί να έχει ή προς τις οποίες έχει πρόσβαση και που είναι σχετικές με το σκοπό της έρευνας ή διερεύνησης.

(3) Ο Αρχιεπιθεωρητής έχει εξουσία να ζητά όπως του παρέχονται σημεία δειγματοληψίας και επιθεώρησης τα οποία είναι ευλόγως απαραίτητα για τη διεξαγωγή οποιωνδήποτε δοκιμών, μετρήσεων, επιθεωρήσεων ή εξετάσεων.

(4) Τα αποτελέσματα των μετρήσεων και αναλύσεων των δειγμάτων που λαμβάνονται από την Αρμόδια Αρχή, στο πλαίσιο εφαρμογής του παρόντος Νόμου, τεκμαίρονται ως ορθά.

Ειδοποίηση βελτίωσης και απαγορευτική ειδοποίηση

86.-(1)Σε περίπτωση που επιθεωρητής διαπιστώσει παράβαση οποιουδήποτε όρου λειτουργίας της Άδειας μπορεί να επιδώσει στον φορέα εκμετάλλευσης ειδοποίηση βελτίωσης, στην οποία αναφέρεται-

(α) ότι ο επιθεωρητής διαπίστωσε παράβαση όρου λειτουργίας της Άδειας,

(β) ο όρος λειτουργίας της Άδειας αναφορικά με τον οποίο διαπιστώθηκε η παράβαση, και

(γ) η χρονική περίοδος, εντός της οποίας πρέπει να τερματιστεί η παράβαση.

(2) Χωρίς επηρεασμό των διατάξεων του εδαφίου (4), σε περίπτωση που επιθεωρητής διαπιστώσει ότι ο φορέας εκμετάλλευσης δεν συμμορφώνεται με την ειδοποίηση βελτίωσης εντός της καθορισμένης χρονικής περιόδου σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου (γ) του εδαφίου (1), μπορεί να επιδώσει στο φορέα εκμετάλλευσης ή σε περίπτωση αδυναμίας επίδοσης σε αυτόν, σε οποιοδήποτε πρόσωπο έχει την εποπτεία της λειτουργίας της εγκατάστασης, απαγορευτική ειδοποίηση.

(3) Η απαγορευτική ειδοποίηση που αναφέρεται στο εδάφιο (2) αναφέρει -

(α) τα συγκεκριμένα μέτρα που καθορίζονται στην ειδοποίηση βελτίωσης τα οποία κατά τη γνώμη του επιθεωρητή, παρέλειψε να εφαρμόσει ο φορέας εκμετάλλευσης,

(β) τα μέτρα, τα οποία πρέπει να ληφθούν αμέσως για να τερματιστεί το συντομότερο δυνατό η λειτουργία της εγκατάστασης ή σχετικού τμήματός της και

(γ) ότι η εγκατάσταση δεν πρέπει να επαναρχίσει τη λειτουργία της μέχρις ότου ο φορέας εκμετάλλευσης συμμορφωθεί πλήρως με τα μέτρα που καθορίζονται στην ειδοποίηση βελτίωσης.

(4) Σε περίπτωση που επιθεωρητής διαπιστώσει ότι εγκατάσταση λειτουργεί ή πρόκειται να λειτουργήσει κατά τρόπο που ενδέχεται, λόγω πυρκαγιάς, έκρηξης ή εκπομπής οποιασδήποτε τοξικής ουσίας ή λόγω παράβασης των όρων λειτουργίας της Άδειάς της, να δημιουργήσει κίνδυνο σοβαρής βλάβης οποιουδήποτε προσώπου ή του περιβάλλοντος, μπορεί να επιδώσει στο φορέα εκμετάλλευσης ή, σε περίπτωση αδυναμίας επίδοσης σε αυτόν, σε οποιοδήποτε πρόσωπο έχει την εποπτεία της λειτουργίας της εγκατάστασης, απαγορευτική ειδοποίηση.

(5)(α) Η απαγορευτική ειδοποίηση, που αναφέρεται στο εδάφιο (4) αναφέρει-

(i) τους λόγους για τους οποίους, κατά την άποψη του επιθεωρητή, δημιουργείται ή πρόκειται να δημιουργηθεί ο προαναφερθέντας κίνδυνος,

(ii) οδηγίες για συγκεκριμένα μέτρα που πρέπει να ληφθούν για εξάλειψη ή μείωση του κινδύνου και

(iii) τη χρονική περίοδο, μετά την παρέλευση της οποίας η εγκατάσταση οφείλει να αναστείλει τη λειτουργία της, αν δεν εκλείψουν οι λόγοι που δημιουργούν ή πρόκειται να δημιουργήσουν τον προαναφερθέντα κίνδυνο και δεν ληφθούν τα μέτρα για τα οποία έδωσε οδηγίες, σύμφωνα με την υποπαράγραφο (ii).

(β) Σε περίπτωση που επιθεωρητής έχει τη γνώμη ότι ο κίνδυνος είναι άμεσος, η απαγορευτική ειδοποίηση αναφέρει τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν αμέσως από το φορέα εκμετάλλευσης για να τερματιστεί το συντομότερο δυνατό η λειτουργία της εγκατάστασης και επιβάλλει όπως η εγκατάσταση δεν επαναρχίσει τη λειτουργία της μέχρις ότου εκλείψουν οι λόγοι που δημιουργούν ή πρόκειται να δημιουργήσουν τον προαναφερθέντα κίνδυνο και ληφθούν τα μέτρα που αναφέρονται στην απαγορευτική ειδοποίηση.

(7) Κανένας δημόσιος λειτουργός δεν φέρει ευθύνη αποκλειστικά και μόνο λόγω οποιωνδήποτε δυσμενών επιπτώσεων που προκύπτουν από συμμόρφωση προσώπου προς ειδοποίηση βελτίωσης και/ ή απαγορευτική ειδοποίηση, εκτός αν αποδειχθεί ότι δεν ενεργούσε καλόπιστα.

Αδικήματα και ποινές

87.-(1) Πρόσωπο, το οποίο προβαίνει σε οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη κατά παράβαση των διατάξεων του παρόντος Νόμου και/ ή οποιωνδήποτε κανονισμών και/ ή διαταγμάτων που εκδίδονται δυνάμει αυτού και ειδικότερα των άρθρων 8, 12, 13, 16, 17, 20, 21, 26, 32, 34, 47, 48, 40, 51, 52, 54, 62, 63, 66, 67, 68, 69, 70, 74, 75, 78, 82 και 86, είναι ένοχο αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης του υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία (3) χρόνια ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις πεντακόσιες χιλιάδες ευρώ (500.000) ή και στις δύο αυτές ποινές.

(2) Πρόσωπο, το οποίο -

(α) παρεμποδίζει επιθεωρητή στην εκτέλεση των καθηκόντων και εξουσιών που του ανατίθενται με βάση τον παρόντα Νόμο,

(β) παρεμποδίζει οποιοδήποτε αστυνομικό ή πρόσωπο που, σύμφωνα με το εδάφιο (2) του άρθρου 85 συνοδεύει επιθεωρητή, να εισέλθει στα υποστατικά της εγκατάστασης ή να παράσχει βοήθεια στον επιθεωρητή,

(γ) αρνείται να παράσχει στον επιθεωρητή ή σε πρόσωπο που τον συνοδεύει, σύμφωνα με το εδάφιο (2) του άρθρου 85, ασφαλή πρόσβαση σε οποιοδήποτε μέρος των υποστατικών της εγκατάστασης, και/ ή

(δ) αρνείται ή παραλείπει να συμμορφωθεί με αξίωση επιθεωρητή που υποβάλλεται με βάση τις παραγράφους (η), (ι), (ια) και (ιβ) του εδαφίου (2) του άρθρου 85,

είναι ένοχο αδικήματος, και σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τους έξι (6) μήνες ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (10.000) ή και στις δύο αυτές ποινές.

Προσωρινά διατάγματα

88.-(1)Για οποιοδήποτε από τα αδικήματα που αναφέρονται στο εδάφιο (4) του άρθρου 18, στο άρθρο 20 και στα εδάφια (1) και (2) του άρθρου 87, για τα οποία έχει προσαφθεί κατηγορία εναντίον προσώπου, μπορεί να ζητηθεί η έκδοση προσωρινού διατάγματος, απαγορεύοντας τη συνέχιση ή την επανάληψη της ισχυριζόμενης παράνομης πράξης ή παράλειψης, η οποία προκαλεί τη ρύπανση μέχρι την τελική εκδίκαση της υπόθεσης, αναφορικά με την οποία έχει προσαφθεί η κατηγορία.

(2) Το εν λόγω διάταγμα εκδίδεται από τον Πρόεδρο Επαρχιακού Δικαστηρίου, κατόπιν αίτησης είτε του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας είτε από μέρους και εξ ονόματος της ενδιαφερόμενης αρχής τοπικής αυτοδιοίκησης.

(3) Οι προϋποθέσεις έκδοσης προσωρινού διατάγματος διέπονται, τηρουμένων των αναλογιών, από το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται, το άρθρο 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται, και τους σχετικούς περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς, όπως αυτοί εκάστοτε τροποποιούνται ή αντικαθίστανται.

(4) Το προσωρινό διάταγμα που αναφέρεται στο εδάφιο (3) μπορεί να εκδοθεί και μετά από μονομερή (ex parte) αίτηση, κατ’ εφαρμογή και τηρουμένων των αναλογιών, του άρθρου 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου και του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται και των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, όπως αυτοί εκάστοτε τροποποιούνται ή αντικαθίστανται στην περίπτωση αυτή, για σκοπούς καταχώρησης ένστασης ή για να καταδειχθεί εκ μέρους του αντιδίκου λόγος ώστε να παύσει το εκδοθέν διάταγμα να παραμένει σε ισχύ, η σχετική προθεσμία που δύναται να τεθεί από το Δικαστήριο δεν υπερβαίνει τις δεκατέσσερις (14) μέρες.

(5) Πρόσωπο, το οποίο παραβαίνει ή παραλείπει να συμμορφωθεί με διάταγμα που εκδόθηκε δυνάμει του εδαφίου (1), είναι ένοχο αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα δύο (2) χρόνια ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις πεντακόσιες χιλιάδες ευρώ (€500.000) ή και στις δύο αυτές ποινές.

Ποινική ευθύνη νομικών προσώπων και αξιωματούχων τους

89.-(1)Σε περίπτωση που διαπράττεται οποιοδήποτε αδίκημα από αυτά που αναφέρονται στο εδάφιο (4) του άρθρου 18, στο άρθρο 20 και στα εδάφια (1) και (2) του άρθρου 87 ή κατά παράβαση κανονισμών και/ ή διαταγμάτων που εκδίδονται δυνάμει του παρόντος Νόμου, από νομικό πρόσωπο επ’ ωφελεία του και αποδεικνύεται ότι το αδίκημα αυτό έχει διαπραχθεί με τη συναίνεση ή τη συμπαιγνία ή αποδίδεται σε έλλειψη εποπτείας ή ελέγχου ή άλλη παράλειψη προσώπου, το οποίο κατέχει ιθύνουσα θέση εντός του νομικού προσώπου και ενεργεί ατομικά ή ως μέλος οργάνου του νομικού προσώπου, με βάση-

(α) εξουσία αντιπροσώπευσης του νομικού προσώπου,

(β) εξουσία λήψης αποφάσεων εξ ονόματος του νομικού προσώπου, ή

(γ) εξουσία άσκησης ελέγχου εντός του νομικού προσώπου,

τότε το πρόσωπο αυτό, καθώς επίσης και το νομικό πρόσωπο, είναι ένοχοι αδικήματος και υπόκεινται σε ποινική δίωξη σε σχέση με το εν λόγω αδίκημα.

(2) Όταν μέλος νομικού προσώπου, που δεν είναι διευθύνων σύμβουλος ή διευθυντής νομικού προσώπου, ασκεί αρμοδιότητες διευθύνοντος συμβούλου ή διευθυντή, τότε εφαρμόζονται, σε σχέση με τις πράξεις ή παραλείψεις του, οι διατάξεις του εδαφίου (1), ως εάν το πρόσωπο αυτό να ήταν διευθύνων σύμβουλος ή διευθυντής του νομικού προσώπου.

Εξώδικη ρύθμιση αδικημάτων

90.-(1)(α) Σε περίπτωση που ο Αρχιεπιθεωρητής ή επιθεωρητής έχει εύλογη αιτία να πιστεύει ότι οποιοδήποτε πρόσωπο διαπράττει ή έχει διαπράξει οποιοδήποτε αδίκημα εκ των αναφερομένων στο εδάφιο (4) του άρθρου 18, στο άρθρο 20 και στα εδάφια (1) και (2) του άρθρου 87, έχει εξουσία να προβεί σε εξώδικη ρύθμιση του αδικήματος.

(β) Το ποσό της εξώδικης ρύθμισης που καθορίζεται είναι ανάλογο με τη σοβαρότητα του αδικήματος, αλλά δεν υπερβαίνει τα τέσσερις χιλιάδες ευρώ (€4.000).

(2) Για τους σκοπούς της εξώδικης ρύθμισης που αναφέρεται στο εδάφιο (1), ο επιθεωρητής επιδίδει στο πρόσωπο που πιστεύει ότι διέπραξε το αδίκημα σχετική ειδοποίηση, στην οποία καθορίζεται το αδίκημα, ο χρόνος της διάπραξής του και το χρηματικό ποσό που το πρόσωπο καλείται να καταβάλει.

(3) Σε περίπτωση που η πράξη ή η παράλειψη, την οποία ο επιθεωρητής θεωρεί, σύμφωνα με το εδάφιο (1), ότι συνιστά αδίκημα δεν τερματιστεί εντός σαράντα οκτώ (48) ωρών από την ημερομηνία επίδοσης της ειδοποίησης που αναφέρεται στο εδάφιο (2), τότε ο επιθεωρητής καθορίζει ποσό εξωδίκου προστίμου διπλάσιο του αρχικού ποσού και σε περίπτωση που η πράξη ή η παράλειψη επαναληφθεί, ο Αρχιεπιθεωρητής προβαίνει στις αναγκαίες ενέργειες για ποινική δίωξη του παραβάτη ενώπιον δικαστηρίου.

(4) Τηρουμένων των διατάξεων του εδάφιου (3), αν η πράξη ή η παράλειψη, την οποία ο επιθεωρητής θεωρεί, σύμφωνα με το εδάφιο (1), ότι συνιστά αδίκημα δεν τερματιστεί σύμφωνα με τις οδηγίες του εντός σαράντα οκτώ (48) ωρών από την ημερομηνία επίδοσης της ειδοποίησης που αναφέρεται στο εδάφιο (2), τότε για κάθε μέρα που η πράξη ή η παράληψη συνεχίζεται ή επαναλαμβάνεται θεωρείται ότι διαπράττεται νέο αδίκημα, για το οποίο ο Αρχιεπιθεωρητής προβαίνει στις αναγκαίες ενέργειες για ποινική δίωξη του παραβάτη ενώπιον δικαστηρίου.

(5) Κάθε ποσό που καταβάλλεται με βάση τα εδάφια (1) ή (2) θεωρείται χρηματική ποινή που επιβλήθηκε λόγω καταδίκης για το σχετικό αδίκημα.

(6) Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου (3), αν το χρηματικό ποσό που αναφέρεται στα εδάφια (1) ή (3) καταβληθεί πριν από τη χρονική περίοδο δεκατεσσάρων (14) ημερών από την ημερομηνία έκδοσης της ειδοποίησης, εκδίδεται απόδειξη και ουδεμία ποινική δίωξη ασκείται αναφορικά με τη διάπραξη του σχετικού αδικήματος.

(7) Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου (3), μετά την εξώδικη ρύθμιση του αδικήματος, την καταβολή του ποσού και την έκδοση της απόδειξης όπως αναφέρεται στο εδάφιο (6), δεν χωρεί οποιαδήποτε περαιτέρω ποινική διαδικασία σχετικά με το αδίκημα και η προσαγωγή στο δικαστήριο της απόδειξης που αναφέρεται στο εδάφιο (6) αποτελεί πλήρη απόδειξη των γεγονότων που αναφέρονται σε αυτήν και συνεπάγεται την απαλλαγή του κατηγορούμενου.

(8) Η εξώδικη ρύθμιση αδικήματος και η καταβολή του σχετικού ποσού σύμφωνα με τις πιο πάνω διατάξεις δεν θεωρείται ως καταδίκη. σε περίπτωση όμως καταδικαστικής απόφασης για διάπραξη άλλου παρόμοιας φύσης αδικήματος, το δικαστήριο μπορεί να λάβει υπόψη τα πιο πάνω γεγονότα για σκοπούς επιμέτρησης της ποινής.

Αποκατάσταση περιβαλλοντικής ζημιάς

91.-(1)Σε περίπτωση που, ως αποτέλεσμα διάπραξης οποιουδήποτε αδικήματος εκ των αναφερομένων στο εδάφιο (4) του άρθρου 18, στο άρθρο 20 και στα εδάφια (1) και (2) του άρθρου 87, έχει προκληθεί ρύπανση στα νερά ή στο έδαφος, η Αρμόδια Αρχή μπορεί να αξιώσει γραπτώς από πρόσωπο να προβεί σε εξάλειψη ή περιορισμό της ρύπανσης, λαμβάνοντας μέσα σε εύλογο χρόνο και σύμφωνα με τις οδηγίες της Αρμόδιας Αρχής τα κατάλληλα μέτρα που αυτή καθορίζει.

(2) Σε περίπτωση που το πρόσωπο που αναφέρεται στο εδάφιο (1) αρνηθεί ή παραλείψει να συμμορφωθεί με την ανωτέρω γραπτή αξίωση, τότε τα μέτρα προς εξάλειψη ή περιορισμό της ρύπανσης μπορούν να ληφθούν από την ίδια την Αρμόδια Αρχή και οι σχετικές δαπάνες εισπράττονται από το εν λόγω πρόσωπο ως αστικό χρέος οφειλόμενο στη Δημοκρατία.

Έκδοση Κανονισμών

92.-(1)Το Υπουργικό Συμβούλιο εκδίδει Κανονισμούς που απαιτούνται για τη ρύθμιση οποιουδήποτε θέματος, το οποίο χρήζει καθορισμού και για την καλύτερη εφαρμογή του παρόντος Νόμου, οι οποίοι δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας.

(2) Ειδικότερα, το Υπουργικό Συμβούλιο μπορεί να εκδώσει Κανονισμούς για την καλύτερη εφαρμογή του άρθρου 31 και του εδαφίου (5) του άρθρου 84, δυνάμει των οποίων-

(α) ρυθμίζονται οποιαδήποτε θέματα σχετικά με τον προσδιορισμό, την υιοθέτηση ή την εφαρμογή βέλτιστων διαθέσιμων τεχνικών, αφού ληφθούν υπόψη, είτε γενικά είτε για συγκεκριμένες περιπτώσεις, το κόστος και το όφελος που μπορεί να προκύψει από οποιοδήποτε μέτρο, καθώς και οι αρχές της πρόνοιας και προληπτικής δράσης και αφού συνυπολογιστούν οι παράγοντες και τα στοιχεία που αναφέρονται στο Παράρτημα ΙΙΙ και

(β) επιβάλλεται η λήψη συγκεκριμένων μέτρων για πρόληψη, μείωση ή εξάλειψη της ρύπανσης από τη λειτουργία της εγκατάστασης και για την τήρηση ποιοτικών προτύπων περιβάλλοντος.

Έκδοση διαταγμάτων

93.-(1) Η Αρμόδια Αρχή δύναται να εκδίδει διατάγματα, με τα οποία ρυθμίζονται τεχνικής και διοικητικής φύσεως θέματα.

(2) Ειδικότερα και χωρίς επηρεασμό της γενικότητας του εδαφίου (1), τα πιο πάνω διατάγματα μπορούν να προβλέπουν για όλα ή μερικά από τα ακόλουθα θέματα:

(α) τη διαδικασία εγγραφής σε Μητρώο, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου (β) του εδαφίου (2) του άρθρου 8,

(β) τον καθορισμό του ειδικού εντύπου αίτησης, σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου (2) του άρθρου 9,

(γ) τον καθορισμό γενικών όρων λειτουργίας, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 12 και του άρθρου 29,

(δ) τις κατευθυντήριες γραμμές ως προς το τι θεωρούνται σημαντικές αρνητικές επιπτώσεις στην ατμόσφαιρα, στα νερά και/ ή στο έδαφος, σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου (3) του άρθρου 18,

(ε) τον καθορισμό προδιαγραφών αναφορικά με ρυπαντικές ουσίες που μπορεί να εκπέμπονται από εγκαταστάσεις που ασκούν συγκεκριμένο τύπο δραστηριότητας του Παραρτήματος ΙV, καθώς και με ισοδύναμες παραμέτρους ή τεχνικά μέτρα που εξασφαλίζουν αντίστοιχο επίπεδο περιβαλλοντικής προστασίας, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 27,

(στ) τον καθορισμό απαιτήσεων αναφορικά με τις μεθόδους και τις διαδικασίες που πρέπει να εφαρμόζονται κατά τη διενέργεια δειγματοληψιών, αναλύσεων και μετρήσεων που έχουν ως σκοπό την παρακολούθηση των εκπομπής ρυπαντικών ουσιών στον αέρα, στα νερά ή/και στο έδαφος, είτε αυτές διενεργούνται από τον ίδιο το φορέα εκμετάλλευσης ή το νόμιμο αντιπρόσωπό του, είτε από ανεξάρτητα χημικά ή/και μικροβιολογικά εργαστήρια.

(ζ) τον καθορισμό του περιεχομένου της βασικής έκθεσης που απαιτείται σύμφωνα με το εδάφιο (2) του άρθρου 34, με βάση σχετικές κατευθυντήριες γραμμές που δημοσιεύονται από την Επιτροπή,

(η) τον καθορισμό των κριτηρίων με βάση τα οποία καταρτίζονται τα σχέδια περιβαλλοντικών επιθεωρήσεων, σύμφωνα με το άρθρο 35, καθώς και τα κριτήρια για την εκτίμηση των περιβαλλοντικών κινδύνων, με βάση τις σχετικές κατευθυντήριες γραμμές που δημοσιεύονται από την Επιτροπή,

(θ) τον καταρτισμό καταλόγων κατηγοριών αποβλήτων, σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου (3) του άρθρου 61,

(ι) τη θέσπιση κανόνων που διέπουν τις εγκρίσεις, σύμφωνα με την παράγραφο (β) του εδαφίου (1) του άρθρου 67,

(ια) τον καθορισμό του ύψους των τελών που επιβάλλονται, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 94, και

(ιβ) τις τροποποιήσεις των Παραρτημάτων, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 96.

Τέλη

94.-(1)(α) Κατά την υποβολή της αίτησης για τη χορήγηση Άδειας, ο αιτητής καταβάλλει τέλος, το οποίο η Αρμόδια Αρχή κρίνει επαρκές για την κάλυψη των εξόδων που συνεπάγεται η εξέταση της αίτησης και η έκδοση της Άδειας.

(β) Το ύψος του τέλους καθορίζεται με διάταγμα της Αρμόδιας Αρχής, που δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας.

(2) Η Αρμόδια Αρχή, με διάταγμά της που δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας δύναται να επιβάλει τέλος για την ανάκτηση του κόστους για τη διεξαγωγή μετρήσεων της συγκέντρωσης εκπομπών και για τη διεξαγωγή δειγματοληψιών και αναλύσεων υγρών και/ ή στερεών αποβλήτων.

Τήρηση Αρχείου

95.-(1)Η Αρμόδια Αρχή τηρεί Αρχείο, στο οποίο καταχωρούνται οι ακόλουθες πληροφορίες:

(α) αιτήσεις για τη χορήγηση ή ανανέωση Αδειών και οι αποφάσεις που λαμβάνονται,

(β) τροποποιήσεις Αδειών ή των όρων λειτουργίας τους,

(γ) ανακλήσεις Αδειών,

(δ) οι πληροφορίες που προβλέπονται στο εδάφιο (3) του άρθρου 36,

(ε) οι απόψεις ή παραστάσεις οποιουδήποτε προσώπου που υποβάλλονται σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου (ζ) του εδαφίου (1) του άρθρου 37, και οι έγγραφες θέσεις των μερών που υποβάλλονται δυνάμει του σημείου 4.2 του Παραρτήματος VIII,

(στ) οποιεσδήποτε εκθέσεις παρακολούθησης και αποτελέσματα από μετρήσεις και αναλύσεις που λαμβάνουν χώρα κατ’ εφαρμογή των όρων λειτουργίας της Άδειας,

(ζ) όλα τα αδικήματα που έχουν διαπραχθεί κατά παράβαση των διατάξεων του παρόντος Νόμου και/ ή Κανονισμών και/ ή διαταγμάτων που εκδόθηκαν δυνάμει αυτού και οι ποινές που επιβλήθηκαν.

(2) Το Αρχείο βρίσκεται στη διάθεση του κοινού και μπορεί να τύχει επιθεώρησης στα γραφεία της Αρμόδιας Αρχής κατά τις εργάσιμες ημέρες και ώρες.

(3) Η λήψη πληροφοριών από το Αρχείο διέπεται από τις διατάξεις του περί της Πρόσβασης του Κοινού σε Πληροφορίες που είναι Σχετικές με το Περιβάλλον Νόμου, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται.

(4) Ανεξαρτήτως των διατάξεων των ανωτέρω εδαφίων, των άρθρων 36, 37, 38, 39, 40 και του Παραρτήματος VΙΙΙ, η Αρμόδια Αρχή τηρεί σε ιστοσελίδα στο διαδίκτυο κατάλογο με πληροφορίες και στοιχεία για όλες τις εγκαταστάσεις στις οποίες χορηγεί Άδεια, περιλαμβανομένων των ακολούθων:

(α) η ονομασία της εγκατάστασης,

(β) η φύση και ο τύπος δραστηριότητας που ασκεί η εγκατάσταση,

(γ) η τοποθεσία της εγκατάστασης,

(δ) η ημερομηνία έκδοσης της Άδειας, και

(ε) η ημερομηνία λήξης της Άδειας.

Τροποποιήσεις Παραρτημάτων

96. Οι τροποποιήσεις που κρίνονται αναγκαίες για την προσαρμογή των Παραρτημάτων στην επιστημονική και τεχνική πρόοδο και τη συμμόρφωση με διεθνείς υποχρεώσεις της Δημοκρατίας, θεσπίζονται με διάταγμα της Αρμόδιας Αρχής, που δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας.

Έκθεση προς την Επιτροπή

97.-(1)Η Αρμόδια Αρχή διαβιβάζει στην Επιτροπή, σε ηλεκτρονική μορφή, πληροφορίες σχετικά με -

(α) τα μέτρα που λαμβάνονται για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος Νόμου,

(β) τα αντιπροσωπευτικά στοιχεία σχετικά με τις εκπομπές και άλλες μορφές ρύπανσης,

(γ) τις οριακές τιμές εκπομπής και την εφαρμογή των βέλτιστων διαθέσιμων τεχνικών, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 26 και 27, ιδίως όσον αφορά τη χορήγηση παρεκκλίσεων, σύμφωνα με το εδάφιο (5) του άρθρου 27, και

(δ) την πρόοδο ως προς την ανάπτυξη και την εφαρμογή αναδυόμενων τεχνικών, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 44.

(2)(α)Από 1η Ιανουαρίου 2016, η Αρμόδια Αρχή πραγματοποιεί ετήσιες απογραφές-

(i) των εκπομπών διοξειδίων του αζώτου,

(ii) των εκπομπών οξειδίων του θείου,

(iii) των εκπομπών σκόνης, και

(iv) της θερμικής ισχύος,

κάθε εγκατάστασης που εμπίπτει στις διατάξεις του Μέρους IV.

(β) Έχοντας υπόψη τους κανόνες συνυπολογισμού που προβλέπονται στο άρθρο 46, η Αρμόδια Αρχή λαμβάνει, για κάθε εγκατάσταση καύσης, στοιχεία για-

(i) τη συνολική ονομαστική θερμική ισχύ (MW) της εγκατάστασης καύσης·

(ii) το είδος της εγκατάστασης καύσης: λέβητας, αεριοστρόβιλος, αεριοκίνητη μηχανή, ντιζελοκίνητη μηχανή, άλλο (διευκρίνιση)·

(iii) την ημερομηνία έναρξης λειτουργίας της εγκατάστασης καύσης·

(iv) τις συνολικές ετήσιες εκπομπές (τόνοι ανά έτος) διοξειδίου του αζώτου, οξειδίων του θείου και σκόνης (ως σύνολο ακυρούμενων σωματιδίων)·

(v)(i) τον αριθμό των ωρών λειτουργίας της εγκατάστασης καύσης· και

(vi) τις συνολικές ετήσιες εισροές ενέργειας, σε σχέση με την καθαρή θερμιδική ισχύ (TJ ανά έτος), κατανεμημένες στις ακόλουθες κατηγορίες καυσίμων: άνθρακας, λιγνίτης, βιομάζα, τύρφη, άλλα στερεά καύσιμα (διευκρίνιση του τύπου), υγρά καύσιμα, φυσικό αέριο, άλλα αέρια (διευκρίνιση του τύπου).

(γ) Τα ετήσια στοιχεία ανά εγκατάσταση που περιλαμβάνονται στις απογραφές που αναφέρονται στην παράγραφο (β), τίθενται στη διάθεση της Επιτροπής από την Αρμόδια Αρχή, εφόσον ζητηθούν.

(δ) Ανά τριετία και εντός δώδεκα (12) μηνών από τη λήξη της τριετούς περιόδου αναφοράς, η Αρμόδια Αρχή θέτει στη διάθεση της Επιτροπής σύνοψη των απογραφών, στην οποία αναφέρονται χωριστά τα στοιχεία για τις εγκαταστάσεις καύσης εντός των διυλιστηρίων.

(3) Από την 1η Ιανουαρίου 2016, η Αρμόδια Αρχή αναφέρει ετησίως στην Επιτροπή , στοιχεία για-

(α) τις εγκαταστάσεις καύσης, στις οποίες εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 48, το περιεχόμενο σε θείο του χρησιμοποιούμενου εγχώριου στερεού καυσίμου και το ποσοστό αποθείωσης που έχει επιτευχθεί, υπολογιζόμενα ως μηνιαίοι μέσοι όροι. για το πρώτο έτος που εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 48, αναφέρεται επίσης η τεχνική αιτιολόγηση για τη μη σκοπιμότητα της συμμόρφωσης προς τις οριακές τιμές εκπομπής, σύμφωνα με τα εδάφια (2), (3) και (4) του άρθρου 47· και

(β) τις εγκαταστάσεις καύσης, οι οποίες δεν λειτουργούν περισσότερες από χίλιες πεντακόσιες (1500) ώρες λειτουργίας ετησίως ως κυλιόμενος μέσος όρος πενταετίας, τον αριθμό των ωρών λειτουργίας ανά έτος.

ΜΕΡΟΣ ΙΧ ΤΕΛΙΚΕΣ ΚΑΙ ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Έναρξη της ισχύος του παρόντος Νόμου

98. Χωρίς επηρεασμό των διατάξεων του άρθρου 99, οι διατάξεις του παρόντος Νόμου τίθενται σε ισχύ από την ημερομηνία δημοσίευσής του στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας.

Μεταβατικές διατάξεις

99.-(1)Αναφορικά με εγκαταστάσεις, οι οποίες εμπίπτουν -

(α) στο σημείο 1.1 του Παραρτήματος IV και διενεργούν δραστηριότητες με συνολική ονομαστική θερμική ισχύ μεγαλύτερη των 50 MW,

(β) στα σημεία 1.2, 1.3, 1.4(α), 2.1, 2.2, 2.3, 2.4, 2.5, 2.6, 3.1, 3.2, 3.3, 3.4, 3.5, 4.1, 4.2, 4.3, 4.4, 4.5 και 4.6 του Παραρτήματος IV και διενεργούν δραστηριότητες σχετικές με την παραγωγή με χημική διεργασία,

(γ) στα σημεία 5.1 και 5.2 του Παραρτήματος IV και διενεργούν δραστηριότητες που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του περί της Ολοκληρωμένης Πρόληψης και Ελέγχου της Ρύπανσης Νόμου,όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται,

(δ) στα σημεία 5.3(α)(i) και (ii), 5.4, 6.1(α) και (β), 6.2, 6.3 και 6.4(α) και (β) του Παραρτήματος IV και διενεργούν δραστηριότητες που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του περί της Ολοκληρωμένης Πρόληψης και Ελέγχου της Ρύπανσης Νόμου, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται,

(ε) στα σημεία 6.4(γ), 6.5, 6.6, 6.7, 6.8 και 6.9 του Παραρτήματος IV, οι οποίες λειτουργούν και διαθέτουν άδεια εκπομπής αερίων αποβλήτων πριν την 7η Ιανουαρίου 2013 ή των οποίων ο φορέας εκμετάλλευσης έχει υποβάλει πλήρη αίτηση για τη χορήγηση Άδειας εκπομπής αερίων αποβλήτων πριν από την ημερομηνία αυτή, υπό την προϋπόθεση ότι αυτές αρχίζουν να λειτουργούν το αργότερο την 7η Ιανουαρίου 2014,

οι διατάξεις του παρόντος Νόμου, εξαιρουμένων αυτών του Μέρους IV και του Παραρτήματος VI, ισχύουν από την 7η Ιανουαρίου 2014.

(2) Αναφορικά με εγκαταστάσεις, οι οποίες εμπίπτουν -

(α) στο σημείο 1.1 του Παραρτήματος IV και διενεργούν δραστηριότητες με συνολική ονομαστική θερμική ισχύ ίση των 50 MW,

(β) στα σημεία 1.4(β), 4.1, 4.2, 4.3, 4.4, 4.5 και 4.6 του Παραρτήματος IV και διενεργούν δραστηριότητες σχετικές με την παραγωγή με βιολογική διεργασία,

(γ) στα σημεία 5.1 και 5.2 του Παραρτήματος IV και διενεργούν δραστηριότητες που δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του περί της Ολοκληρωμένης Πρόληψης και Ελέγχου της Ρύπανσης Νόμου, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσται,

(δ) στα σημεία 5.3(α)(iii), (iv) και (v), 5.3(β), 5.5, 5.6, 6.1(γ) και 6.4(β) του Παραρτήματος IV και διενεργούν δραστηριότητες που δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του περί της Ολοκληρωμένης Πρόληψης και Ελέγχου της Ρύπανσης Νόμου, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται,

(ε) στα σημεία 6.10 και 6.11 του Παραρτήματος IV, οι οποίες λειτουργούν πριν την 7η Ιανουαρίου 2013 ,

οι διατάξεις του παρόντος Νόμου, εξαιρουμένων των Μερών IV και V και των Παραρτημάτων ΙΙ και VI, ισχύουν από την 7η Ιουλίου 2015.

(3) Αναφορικά με τις εγκαταστάσεις καύσης που εμπίπτουν στις διατάξεις των εδαφίων (2) και (3) του άρθρου 47 και προκειμένου αυτές να συμμορφωθούν με τις διατάξεις του Μέρους IV και του Παραρτήματος VI, οι διατάξεις του παρόντος Νόμου ισχύουν από την 1η Ιανουαρίου 2016.

(4)(α) Οι διατάξεις της παραγράφου (α) του εδαφίου (1) και της παραγράφου (στ) του εδαφίου (4) του άρθρου 11, όσον αφορά τη χορήγηση ή ανανέωση Άδειας εγκατάστασης που λειτουργούσε πριν από την έναρξη της ισχύος του παρόντος Νόμου, τίθενται σε ισχύ πέντε χρόνια μετά την έναρξη της ισχύος του παρόντος Νόμου.

(β) Εντός του χρονικού διαστήματος των πέντε χρόνων η αρμόδια αρχή δύναται να χορηγήσει ή ανανέωσης άδειας διάρκειας ισχύος μέχρι δύο (2) χρόνων, με δυνατότητα ανανέωσής της, υπό την προϋπόθεση ότι έχει λάβει τη γραπτή συγκατάθεση του Υπουργού Εσωτερικών.

(5)(α) Οι διατάξεις του άρθρου 74 ισχύουν από την 1η Ιουνίου 2015.

(β) Μέχρι τότε, ουσίες και/ ή μείγματα, που λόγω της περιεκτικότητάς τους σε πτητικές οργανικές ενώσεις, έχουν ταξινομηθεί ως καρκινογόνες, μεταλλαξιογόνες ή τοξικές για την αναπαραγωγή, σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1272/2008 και, ως εκ τούτου, φέρουν ή οφείλουν να φέρουν τις δηλώσεις επικινδυνότητας Η340, H350, H350i, H360D ή Η360F ή τις φράσεις κινδύνου R45, R46, R49, R60 ή R61 αντικαθίστανται, στο μέτρο του δυνατού, από λιγότερο επιβλαβείς ουσίες ή μείγματα, το ταχύτερο δυνατό.

(6)(α) Οι διατάξεις του εδαφίου (6) του άρθρου 75 εφαρμόζονται από την 1η Ιουνίου 2015.

(β) Μέχρι τότε, οι εκπομπές-

(α) είτε πτητικών οργανικών ενώσεων, στις οποίες έχουν αποδοθεί ή οφείλουν να φέρουν τις δηλώσεις επικινδυνότητας Η340, H350, H350i, H360D ή Η360F ή τις φράσεις κινδύνου R45, R46, R49, R60 ή R61,

(β) είτε αλογονούχων πτητικών οργανικών ενώσεων στις οποίες έχουν αποδοθεί ή οφείλουν να φέρουν τις δηλώσεις επικινδυνότητας Η341 ή Η351 ή τις φράσεις κινδύνου R40 ή R68,

ελέγχονται υπό συνθήκες κλειστού περιβάλλοντος, στο μέτρο που αυτό είναι εφικτό από τεχνική και οικονομική άποψη, προκειμένου να διασφαλίζονται η δημόσια υγεία και το περιβάλλον και δεν υπερβαίνουν τις σχετικές οριακές τιμές εκπομπής που καθορίζονται στο Μέρος 4 του Παραρτήματος V.

(7)(α) Οι διατάξεις του σημείου 2 του Μέρους 4 του Παραρτήματος V εφαρμόζονται από την 1η Ιουνίου 2015.

(β) Μέχρι τότε, στην περίπτωση εκπομπών αλογονομένων πτητικών οργανικών ενώσεων, στις οποίες έχουν αποδοθεί ή οφείλουν να φέρουν τις δηλώσεις επικινδυνότητας Η341 ή Η351 ή τις φράσεις κινδύνου R40 ή R68 και εφόσον η ροή μάζας του αθροίσματος των ενώσεων στις οποίες οφείλονται οι πιο πάνω δηλώσεις επικινδυνότητας ή φράσεις κινδύνου είναι τουλάχιστον 100g/ ώρα, τηρείται οριακή τιμή εκπομπής 20mg/Nm3. η εν λόγω οριακή τιμή εκπομπής αναφέρεται στο άθροισμα των μαζών των επιμέρους ενώσεων.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑΤΑ
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ I

Πατήστε εδώ για το Παράρτημα I

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ II

Πατήστε εδώ για το Παράρτημα II.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ III

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ III

[Άρθρα 2(1), 26 (5)(α) και (7), 92(2)(α)]

ΚΡΙΤΗΡΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΑΘΟΡΙΣΜΟ ΒΕΛΤΙΣΤΩΝ ΔΙΑΘΕΣΙΜΩΝ ΤΕΧΝΙΚΩΝ


1.Η χρησιμοποίηση τεχνικών που παράγουν λίγα απόβλητα.

2.Η χρησιμοποίηση λιγότερο επικίνδυνων ουσιών.

3.Η εξέλιξη των τεχνικών ανάκτησης και ανακύκλωσης των ουσιών που απορρίπτονται ή εκπέμπονται και χρησιμοποιούνται κατά τη διεργασία και, ενδεχομένως, των αποβλήτων.

4.Οι συγκρίσιμες διεργασίες, εξοπλισμοί ή τρόποι λειτουργίας που έχουν δοκιμαστεί επιτυχώς σε βιομηχανική κλίμακα.

5.Η τεχνολογική πρόοδος και η εξέλιξη των επιστημονικών γνώσεων.

6.Η φύση, οι επιπτώσεις και ο όγκος των συγκεκριμένων εκπομπών.

7.Οι ημερομηνίες έναρξης λειτουργίας των νέων ή υφιστάμενων εγκαταστάσεων.

8.Ο χρόνος που απαιτεί η εγκαθίδρυση μιας βέλτιστης διαθέσιμης τεχνικής.

9.Η κατανάλωση και η φύση των πρώτων υλών, περιλαμβανομένου του νερού και η αποτελεσματική χρήση της ενέργειας.

10.Η ανάγκη πρόληψης ή μείωσης στο ελάχιστο δυνατό των γενικών επιπτώσεων των εκπομπών και των κινδύνων για το περιβάλλον.

11.Η ανάγκη πρόληψης των ατυχημάτων και ελαχιστοποίησης των επιπτώσεών τους στο περιβάλλον.

12.Οι πληροφορίες που δημοσιεύουν δημόσιοι διεθνείς οργανισμοί.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ IV

Πατήστε εδώ για το Παράρτημα IV.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ V

Πατήστε εδώ για το Παράρτημα V.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ VI

Πατήστε εδώ για το Παράρτημα VI.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ VII

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ VII

[Άρθρα 11(4)(β) και 26(1)(α)]

ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΡΥΠΑΝΤΙΚΩΝ ΟΥΣΙΩΝ

ΑΤΜΟΣΦΑΙΡΑ

1.Διοξείδιο του θείου και άλλες ενώσεις του θείου. 
2.Οξείδια του αζώτου και άλλες ενώσεις του αζώτου.
3.Μονοξείδιο του άνθρακα. 
4.Πτητικές οργανικές ενώσεις. 
5.Μέταλλα και οι ενώσεις τους.
6.Σκόνη, περιλαμβανομένων των λεπτόκοκκων σωματιδίων.
7.Αμίαντος (αιωρούμενα σωματίδια και ίνες). 
8.Χλώριο και οι ενώσεις του. 
9.Φθόριο και οι ενώσεις του. 
10.Αρσενικό και οι ενώσεις του.
12.Κυανιούχες ενώσεις. 
13.Ουσίες και μείγματα που έχουν αποδεδειγμένα ιδιότητες καρκινογόνες, μεταλλαξιογόνες ή ικανές να βλάψουν την αναπαραγωγή μέσω της ατμόσφαιρας. 
14.Πολυχλωροδιβενζοδιοξίνες και πολυχλωροδιβενζοφουράνια.


ΝΕΡΑ

1.Αλογονωμένες οργανικές ενώσεις και ουσίες από τις οποίες δύνανται να προκύψουν αναλόγου είδους ενώσεις μέσα στο υδάτινο περιβάλλον. 
2.Οργανοφωσφορικές ενώσεις. 
3.Οργανοκασσιτερικές ενώσεις. 
4.Ουσίες και μείγματα που έχουν αποδεδειγμένα ιδιότητες καρκινογόνες μεταλλαξιογόνες ή ικανές να βλάψουν την αναπαραγωγή στο υδάτινο περιβάλλον ή μέσω αυτού. 
5.Έμμονοι υδρογονάνθρακες και έμμονες και βιοσυσσωρευόμενες τοξικές ουσίες. 
6.Κυανιούχες ενώσεις. 
7.Μέταλλα και οι ενώσεις τους. 
8.Αρσενικό και οι ενώσεις του. 
9.Βιοκτόνα και φυτοπροστατευτικά προϊόντα. 
10.Αιωρούμενες ύλες. 
11.Ουσίες που συμβάλλουν στον ευτροφισμό (ιδίως νιτρικά και φωσφορικά άλατα). 
12.Ουσίες που έχουν αρνητική επίδραση στο ισοζύγιο οξυγόνου (και που μετρούνται με παραμέτρους όπως το BOD, το COD κ.λπ.) 
13.Ουσίες που περιλαμβάνονται στο Παράρτημα Χ των περί Προστασίας και Διαχείρισης των Υδάτων Νόμων του 2004 μέχρι 2012.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ VIII

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ VIII

[Άρθρα 36(2), (3)(α), 38(3), 39(1), 41(1), 43(1)(α), 71 και 95(1)(ε),(4)]

ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΤΟΥ ΚΟΙΝΟΥ – ΚΩΔΙΚΑΣ ΔΙΕΞΑΓΩΓΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΑΚΡΟΑΣΗΣ


1. Φύση δημόσιας ακρόασης.

1.1 Η δημόσια ακρόαση αποτελεί μορφή δημόσιου διαλόγου και διαβούλευσης με τα ενδιαφερόμενα μέρη, η οποία αποσκοπεί στη διασφάλιση συνθηκών διαφάνειας και δημοκρατικότητας στη διαδικασία λήψης αποφάσεων αναφορικά με τις διαδικασίες, που αναφέρονται στο άρθρο 36(1).

2. Στόχος της δημόσιας ακρόασης.

2.1 Η δημόσια ακρόαση αποσκοπεί κατά κύριο λόγο στην πληρέστερη και πλέον ακριβή ενημέρωση της αρμόδιας αρχής και της Τεχνικής Επιτροπής, έτσι ώστε να μπορούν να καταλήξει σε ολοκληρωμένες, καλά πληροφορημένες και επαρκώς αιτιολογημένες θέσεις και εισηγήσεις αναφορικά με τη διαδικασία που εξετάζεται.

2.2. Προς το αυτό, η Αρμόδια Αρχή, η οποία διοργανώνει τη δημόσια ακρόαση, μπορεί να ζητήσει και να ακούσει τις θέσεις όσων αναφέρονται στο άρθρο 40(1) και να αναζητήσει επιπρόσθετες πληροφορίες, κατά την κρίση της.

3. Χαρακτηριστικά της δημόσιας ακρόασης.

3.1 Η Αρμόδια Αρχή διεξάγει τη δημόσια ακρόαση κατά τρόπο αποτελεσματικό και παραγωγικό και να διασφαλίζει ότι ο χρόνος της ακρόασης και των μετεχόντων σε αυτή δεν αναλώνεται για σκοπούς άλλους από εκείνους που εξυπηρετεί η ακρόαση.

3.2. Η Αρμόδια Αρχή δεν επιτρέπει-

(α) την επανάληψη θέσεων και απόψεων που έχουν ήδη διατυπωθεί προηγουμένως από άλλα συμμετέχοντα μέρη, όταν υπάρχει σύμπτωση απόψεων των μερών αυτών,

(β) τη χρησιμοποίηση χρόνου από την ακρόαση για την παρουσίαση και συζήτηση θεμάτων που δεν σχετίζονται άμεσα με την εξεταζόμενη διαδικασία, και/ ή

(γ) τη συζήτηση σημείων που έχουν ήδη διευκρινισθεί με προηγούμενες παρουσιάσεις ή τεκμήρια.

4. Πρόσκληση σε δημόσια ακρόαση και υποβολή έγγραφων θέσεων των μερών.

4.1 Η Αρμόδια Αρχή γνωστοποιεί και προσκαλεί σχετικά και σύμφωνα με το άρθρο 40(2) και (3), τα πρόσωπα που αναφέρονται στο άρθρο 40(1), προκειμένου να εκθέσουν τις απόψεις τους προσκομίζοντας και κάθε διαθέσιμο αποδεικτικό στοιχείο των ισχυρισμών τους.

4.2 Χωρίς επηρεασμό των διατάξεων του άρθρου 40(4), τα μέρη πρέπει να υποβάλουν εγγράφως τις θέσεις τους, σύμφωνα με την προθεσμία που καθορίζεται στη γνωστοποίηση.

4.3 Οι έγγραφες θέσεις οι οποίες υποβάλλονται πρέπει να είναι αρκούντως αναλυτικές, αναφορικά με τα ζητήματα που εξετάζονται στην εν λόγω δημόσια ακρόαση.

4.4. Οποιοδήποτε από τα πρόσωπα που προσκαλούνται ή δικαιούνται να μετάσχουν στη δημόσια ακρόαση είναι δυνατό να δηλώσει εγγράφως ότι περιορίζεται στην υποβολή έγγραφων θέσεων και δεν θα μετάσχει στην ακροαματική διαδικασία.

4.5. (α) Σε περίπτωση που οποιαδήποτε από τα μέρη έχει ήδη υποβάλει τις απόψεις του στην Αρμόδια Αρχή, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 37(1)(ζ), δεν είναι αναγκαίο να υποβάλει εκ νέου τις θέσεις του, υπό την προϋπόθεση ότι αυτές δεν έχουν διαφοροποιηθεί.

(β) Στην περίπτωση αυτή, το μέρος ενημερώνει εγγράφως την Αρμόδια Αρχή εντός της προθεσμίας που καθορίζεται δυνάμει του άρθρου 40(3)(γ), αναφορικά με την υποβολή των νέων θέσεων.

4.6. Σε περιπτώσεις υποβολής ογκωδών ή ιδιαίτερα εκτεταμένων έγγραφων θέσεων από οποιοδήποτε εκ των συμμετεχόντων μερών, πρέπει να υποβάλλεται και σύνοψη των κύριων σημείων, η οποία δεν πρέπει να ξεπερνά τις 4 δακτυλογραφημένες σελίδες.
4.7. (α) Στις έγγραφες θέσεις που υποβάλλονται, αποφεύγονται οι γενικότητες, οι θεωρητικές τοποθετήσεις και οι αναπόδεικτοι ισχυρισμοί ή χαρακτηρισμοί που δεν έχουν σχέση με την υπό αξιολόγηση πρόταση ή διαδικασία.

(β) Η Αρμόδια Αρχή δεν λαμβάνει υπόψη θέσεις και απόψεις που δεν είναι επαρκώς τεκμηριωμένες ή είναι εμφανώς αυθαίρετες ή εκφράζουν προδήλως θετική η αρνητική προκατάληψη έναντι της υπό αξιολόγηση πρότασης ή διαδικασίας. Η Αρμόδια Αρχή εστιάζει την προσοχή της σε θέσεις που υποστηρίζονται από επιστημονικώς αποδεκτά τεκμήρια, γεγονότα και δεδομένα.

(γ) Τα μέρη είναι δυνατό να περιλαμβάνουν στις έγγραφες θέσεις που υποβάλλουν, όρους λειτουργίας, τους οποίους εισηγούνται όπως επισυναφθούν στην Άδεια που τυχόν χορηγηθεί, ανανεωθεί ή τροποποιηθεί στα πλαίσια της διαδικασίας.

4.8 Ο φάκελος της υπόθεσης όπου καταχωρούνται όλα τα σχετικά έγγραφα παραμένει στη διάθεση των προσώπων που αναφέρονται στο άρθρο 40(1) τα οποία μετέχουν στη δημόσια ακρόαση, για σκοπούς ενημέρωσης και καλύτερης προετοιμασίας των έγγραφων θέσεων που τυχόν υποβάλουν.

5. Πρόσβαση στις έγγραφες θέσεις

5.1. Όλες οι πληροφορίες και τα δεδομένα τα οποία περιέχονται στις έγγραφες θέσεις που υποβάλλουν τα μέρη, αποτελούν δημόσιες πληροφορίες, στις οποίες δικαιούνται να έχουν πρόσβαση όλα τα μέρη που μετέχουν στη δημόσια ακρόαση διαδικασία αμέσως μετά την ολοκλήρωσή της.

5.2. Αν κάποιο μέρος επιθυμεί τη μη δημοσιοποίηση μέρους ή όλων των πληροφοριών που υποβάλλει με τις σχετικές έγγραφες θέσεις, πρέπει, παράλληλα με την υποβολή των έγγραφων θέσεων αυτών, να δηλώσει με σαφήνεια τις πληροφορίες που δεν επιθυμεί να δημοσιοποιηθούν στα υπόλοιπα μέρη, δίδοντας και τη σχετική αιτιολογία.

5.3. Τηρουμένων των διατάξεων-

138(Ι) του 2001
37(Ι) του 2003
105(Ι) του 2012.
(α) του περί Επεξεργασίας  Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (Προστασία του Ατόμου) Νόμου, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται,
216(Ι) του 2002
6(Ι) του 2004
75(Ι) του 2012.
(β) των περί Κανονισμών Ασφαλείας Διαβαθμισμένων Πληροφοριών, Εγγράφων και Υλικού και για Συναφή Θέματα Νόμου, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται, και
(γ) του επιχειρηματικού απορρήτου,
η Αρμόδια Αρχή μπορεί να αποφασίσει ότι οι πληροφορίες αυτές δεν είναι εμπιστευτικές, παρέχοντας την απαιτούμενη αιτιολογία.

6. Ακροαματική διαδικασία

6.1. Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 40, η ακροαματική διαδικασία είναι ανοιχτή για παρακολούθηση από το κοινό.

6.2. Πρόσωπα τα οποία, ενώ εμπίπτουν στις διατάξεις του άρθρου 40(1) έχουν δηλώσει ότι δεν θα μετέχουν στη δημόσια ακρόαση, σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου (4) του άρθρου 40, δεν έχουν δικαίωμα συμμετοχής στην ακροαματική διαδικασία.

6.3. (α) Η ακροαματική διαδικασία καθοδηγείται από την Αρμόδια Αρχή, η οποία έχει την ευθύνη για τον έλεγχο της διαδικασίας, ώστε να παρέχεται η δυνατότητα διατύπωσης όλων των σχετικών τεκμηριωμένων θέσεων και απόψεων, κατά τρόπο δίκαιο, αλλά και να διασφαλίζεται η ολοκλήρωση της ακροαματικής εντός της προθεσμίας που καθορίζεται στο εδάφιο (2) του άρθρου 39.

(β) Η Αρμόδια Αρχή μπορεί να διατάξει την απομάκρυνση από την αίθουσα διεξαγωγής της ακροαματικής διαδικασίας, οποιουδήποτε προσώπου παρεμβαίνει χωρίς την άδεια της εξουσιοδότηση ή παρενοχλεί με οποιοδήποτε τρόπο τη διεξαγωγή της εν λόγω διαδικασίας.

6.4 Η ακροαματική διαδικασία αρχίζει με εναρκτήρια δήλωση της Αρμόδιας Αρχής, στην οποία-

(α) προσδιορίζονται τα στοιχεία και τα κύρια χαρακτηριστικά της υπό αξιολόγηση πρότασης ή διαδικασίας, με ιδιαίτερη έμφαση στην περιγραφή της συγκεκριμένης πρότασης ή διαδικασίας που εξετάζεται,

(β) δηλώνεται ο λόγος για τον οποίο διεξάγεται η δημόσια ακρόαση, και

(γ) καθορίζεται προκαταρκτικά το πρόγραμμα της ακροαματικής διαδικασίας και η σειρά με την οποία τα μέρη θα παρουσιάσουν τις θέσεις τους.

6.5. Στη συνέχεια, τα μέρη παρουσιάζουν τις θέσεις τους, σχολιάζοντας, αν επιθυμούν, και το περιεχόμενο της εναρκτήριας δήλωσης και επεξηγούν με σαφήνεια τους λόγους, για τους οποίους θεωρούν ότι είναι δικαιολογημένες οι θέσεις τους. Οι λόγοι αυτοί δεν πρέπει να είναι γενικοί και ασαφείς, ούτε να εκφράζουν αυθαίρετες και προσωπικές εκτιμήσεις.

6.6.(α) Τα μέλη της Τεχνικής Επιτροπής μπορούν να υποβάλουν διευκρινιστικές ερωτήσεις σε κάθε μέρος που παρουσιάζει τις θέσεις του.

(β) Το οικείο μέρος παρέχει τις διευκρινίσεις που ζητούν τα μέλη της Τεχνικής Επιτροπής.

(γ) Σε περίπτωση που οι ζητούμενες διευκρινίσεις δεν είναι δυνατό να δοθούν άμεσα, αυτές αποστέλλονται στην  Αρμόδια Αρχή εντός 5 ημερολογιακών ημερών από το πέρας της ακροαματικής διαδικασίας.

(δ) Στις περιπτώσεις που το μέρος δεν δώσει τις διευκρινίσεις οι οποίες ζητούνται εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας, η Αρμόδια Αρχή δεν δίνει παράταση για την υποβολή τους, εκτός από εξαιρετικές περιπτώσεις όπου η καθυστέρηση βασίζεται σε αντικειμενικούς και επαληθεύσιμους λόγους.

6.7. Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, δεν  επιτρέπεται ο διάλογος μεταξύ των μερών.  Όλα τα μέρη απευθύνονται αποκλειστικά στην Αρμόδια Αρχή, εκτός αν αυτή ζητήσει ή επιτρέψει, κατά την κρίση της, την ανταλλαγή επιχειρημάτων μεταξύ των μερών, με στόχο το σχηματισμό ακριβούς εικόνας και την πληρέστερη και ακριβέστερη ενημέρωση.

6.8. (α) Η ακροαματική διαδικασία διεξάγεται σε μια ή περισσότερες συνεδριάσεις, ειδικά αν προκύψει ανάγκη υποβολής πρόσθετων αποδεικτικών στοιχείων.

(β) Η Αρμόδια Αρχή μπορεί να διακόπτει τη διαδικασία και να τη συνεχίζει σε καθορισμένη ημερομηνία και ώρα.

6.9. (α) Κατά την ακροαματική διαδικασία τηρούνται πρακτικά, στα οποία περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, τα ονόματα και η ιδιότητα των παρισταμένων, ο τόπος και ο χρόνος της συνεδρίασης, καθώς και τα θέματα που συζητήθηκαν με συνοπτική αλλά περιεκτική αναφορά.

(β) Τηρουμένων των διατάξεων του σημείου 5, τα πρακτικά αποτελούν δημόσια πληροφορία και όλα τα μέρη που μετέχουν στην ακροαματική διαδικασία μπορούν να έχουν πρόσβαση σε αυτά μέσω του αρχείου που τηρείται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρο 95.

6.10. Στο τέλος της ακροαματικής διαδικασίας, η Αρμόδια Αρχή παρέχει, κατά την κρίση της, τη δυνατότητα παρουσίασης των καταληκτικών απόψεων και θέσεων των μερών, στο πλαίσιο των οποίων παρέχεται η δυνατότητα σχολιασμού και των θέσεων άλλων μερών.

6.11. Η Αρμόδια Αρχή ολοκληρώνει την ακροαματική διαδικασία χωρίς να ανακοινώσει οποιαδήποτε συμπεράσματα σε σχέση με τη διαδικασία.

6.12. Μετά το πέρας της ακροαματικής διαδικασίας και εντός προθεσμίας 10 ημερολογιακών ημερών από το πέρας αυτής, τα μέρη μπορούν να υποβάλουν γραπτή συμπληρωματική έκθεση, με την οποία να εκθέτουν περαιτέρω ισχυρισμούς τους ή να σχολιάζουν ζητήματα που τέθηκαν κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ IX

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ IX

[Άρθρο 83(2)(α), (β), (3)(α), (4)(β), (γ)]

ΤΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΓΙΑ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ ΔΙΟΞΕΙΔΙΟΥ ΤΟΥ ΤΙΤΑΝΙΟΥ

Μέρος 1

Οριακές τιμές εκπομπής στα νερά

1. Στις περιπτώσεις εγκαταστάσεων που εφαρμόζουν τη μέθοδο των θειικών ιόντων (ως ετήσιος μέσος όρος): 
550 χιλιόγραμμα θειικών ιόντων ανά τόνο παραγομένου διοξειδίου του τιτανίου,

2. Στις περιπτώσεις εγκαταστάσεων που εφαρμόζουν τη μέθοδο χλωριδίου (ως ετήσιος μέσος όρος):

(α) 130 χιλιόγραμμα χλωριδίου ανά τόνο παραγόμενου διοξειδίου του τιτανίου, όταν χρησιμοποιείται φυσικό ρουτίλιο,

(β) 228 χιλιόγραμμα χλωριδίου ανά τόνο παραγόμενου διοξειδίου του τιτανίου, όταν χρησιμοποιείται συνθετικό ρουτίλιο,

(γ) 330 χιλιόγραμμα χλωριδίου ανά τόνο παραγόμενου διοξειδίου του τιτανίου, όταν χρησιμοποιείται σκωρία. Για τις εγκαταστάσεις με απορρίψεις σε αλμυρό νερό (εκβολές ποταμών, θαλάσσιες ακτές, ανοικτή θάλασσα) μπορεί να ισχύει οριακή τιμή εκπομπής 450 χιλιόγραμμα χλωριδίου ανά τόνο παραγόμενου διοξειδίου του τιτανίου, όταν χρησιμοποιείται σκωρία.

3. Σε εγκαταστάσεις που εφαρμόζουν τη μέθοδο χλωριδίου και χρησιμοποιούν περισσότερους του ενός τύπους μεταλλευμάτων, οι οριακές τιμές εκπομπής του σημείου 2 εφαρμόζονται ανάλογα με τις ποσότητες των χρησιμοποιουμένων μεταλλευμάτων.


Μέρος 2

Οριακές τιμές εκπομπής στην ατμόσφαιρα

1. Οι οριακές τιμές εκπομπής που εκφράζονται ως συγκεντρώσεις κατά μάζα ανά κυβικό μέτρο (Nm3) υπολογίζονται σε θερμοκρασία 273,15 Κ και πίεση 101,3 kPa.

2. Για τη σκόνη, ωριαία μέση τιμή 50 mg/Nm3 από κύριες πηγές και ωριαία μέση τιμή 150 mg/Nm3 από οποιαδήποτε άλλη πηγή.

3. Για διοξείδιο και τριοξείδιο του θείου σε αέρια φάση, που απορρίπτεται από χώνευση και αποτέφρωση, περιλαμβανομένων των οξίνων σταγονιδίων υπολογιζόμενων ως ισοδύναμο SO2:

(α) 6 kg ανά τόνο παραγομένου διοξειδίου του τιτανίου ως ετήσιος μέσος όρος,

(β) 500 mg/Nm3 ως ωριαίος μέσος όρος για εγκαταστάσεις συμπύκνωσης όξινων αποβλήτων.

4. Για χλώριο στην περίπτωση εγκαταστάσεων που εφαρμόζουν τη μέθοδο του χλωριδίου:

(α) 5 mg/Nm3 ως ημερήσιος μέσος όρος,

(β) ανά πάσα στιγμή τα 40 mg/Nm3.

 


Μέρος 3

Παρακολούθηση των εκπομπών

Η παρακολούθηση των εκπομπών στην ατμόσφαιρα περιλαμβάνει τη συνεχή παρακολούθηση τουλάχιστον των ακόλουθων:

(α) διοξειδίου και τριοξειδίου του θείου σε αέρια φάση που απορρίπτεται από χώνευση και ασβεστοποίηση από εγκαταστάσεις για τη συγκέντρωση απόβλητων οξέων σε εγκαταστάσεις που εφαρμόζουν τη μέθοδο θειικών ιόντων,

(β) χλωρίου από τις μεγάλες πηγές εντός εγκαταστάσεων που εφαρμόζουν τη μέθοδο χλωριδίου,

(γ) σκόνη από τις μεγάλες πηγές.