Προοίμιο

Για σκοπούς-

(α) Εναρμόνισης  με  την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Οδηγία  2013/33/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 26ης Ιουνίου 2013 σχετικά με τις απαιτήσεις για την υποδοχή των αιτούντων διεθνή προστασία», όπως διορθώθηκε, με εξαίρεση τα Άρθρα 9(6)-(10) και 26 αυτής, και

(α) Εναρμόνισης με την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο  «Οδηγία 2013/32/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 26ης Ιουνίου 2013 σχετικά με κοινές διαδικασίες για τη χορήγηση και ανάκληση του καθεστώτος διεθνούς προστασίας», όπως διορθώθηκε, και [Σ.Σ.: 106(Ι)/2016]

(β) εναρμόνισης με τα Άρθρα  2(δ), (ε), (ιδ) και (ιζ), 9(1), 12(2), 13(2)(γ), 24(1) και (2), 29(1), 33(1) και (2), 38(2), 45(3) και 52 της πράξης της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο  «Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 26ης Ιουνίου 2013 σχετικά με κοινές διαδικασίες για τη χορήγηση και ανάκληση του καθεστώτος διεθνούς προστασίας, όπως διορθώθηκε», και

(γ) ορθότερης εναρμόνισης με τα Άρθρα 14(1) και (4), 17(1) και 19(1) της πράξης της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Οδηγία  2011/95/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 13ης Δεκεμβρίου 2011 σχετικά με τις απαιτήσεις για την αναγνώριση των υπηκόων τρίτων χωρών ή των απατρίδων ως δικαιούχων διεθνούς προστασίας, για ένα ενιαίο καθεστώς για τους πρόσφυγες ή για τα άτομα που δικαιούνται επικουρική προστασία και για το περιεχόμενο της παρεχόμενης προστασίας», και

(δ) εκ νέου εναρμόνισης με τα Άρθρα 4(1), 10(1), 7(3) και 22 της προαναφερόμενης Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, και

(ε)  εκ νέου εναρμόνισης με το Άρθρο 18 της πράξης της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Οδηγία 2001/55/ΕΚ του Συμβουλίου της 20ής Ιουλίου 2001 σχετικά με τις ελάχιστες προδιαγραφές παροχής προσωρινής προστασίας σε περίπτωση μαζικής εισροής εκτοπισθέντων και μέτρα για τη δίκαιη κατανομή των βαρών μεταξύ κρατών μελών όσον αφορά την υποδοχή και την αντιμετώπιση των συνεπειών της υποδοχής αυτών των ατόμων», και

(στ)  εκ νέου εναρμόνισης με το Άρθρο 11 της πράξης της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Οδηγία 2003/86/ΕΚ του Συμβουλίου της 22ας Σεπτεμβρίου 2003, σχετικά με το δικαίωμα οικογενειακής επανένωσης», και

(ζ) αποτελεσματικής εφαρμογής του Άρθρου 27, παράγραφος 3, στοιχείο α), της πράξης της Επίσημη Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 604/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 26ης Ιουνίου 2013 για τη θέσπιση των κριτηρίων και μηχανισμών για τον προσδιορισμό του κράτους μέλους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση αίτησης διεθνούς προστασίας που υποβάλλεται σε κράτος μέλος από υπήκοο τρίτης χώρας ή από απάτριδα», και

(η)  καλύτερης εφαρμογής του βασικού νόμου,

(α)  Oρθότερης εναρμόνισης με τα Άρθρα 9.1, 31.8.α) και 33.2.ε) της πράξης της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο  «Οδηγία 2013/32/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 26ης Ιουνίου 2013 σχετικά με κοινές διαδικασίες για τη χορήγηση και ανάκληση του καθεστώτος διεθνούς προστασίας», όπως διορθώθηκε,

(β) αποτελεσματικής εφαρμογής του Άρθρου 2.ιδ) της πράξης της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 604/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 26ης Ιουνίου 2013 για τη θέσπιση των κριτηρίων και μηχανισμών για τον προσδιορισμό του κράτους μέλους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση αίτησης διεθνούς προστασίας που υποβάλλεται σε κράτος μέλος από υπήκοο τρίτης χώρας ή από απάτριδα», και

Η Βουλή των Αντιπροσώπων ψηφίζει ως ακολούθως:

ΜΕΡΟΣ Ι ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Συνοπτικός τίτλος

1. Ο παρών Νόμος θα αναφέρεται ως ο περί Προσφύγων Νόμος του 2000.

Ερμηνεία

2.-(1) Στο Νόμο αυτό, εκτός αν από το κείμενο προκύπτει διαφορετική έννοια-

"αίτηση" σημαίνει αίτηση για παραχώρηση διεθνούς προστασίας υποβληθείσα από αιτητή ο οποίος δεν αιτείται ρητά να του παρασχεθεί άλλη μορφή προστασίας δυνάμενη να ζητηθεί αυτοτελώς·

"αιτητής" σημαίνει υπήκοο τρίτης χώρας ή ανιθαγενή, ο οποίος έχει υποβάλει αίτηση διεθνούς προστασίας και η ιδιότητα αυτή ισχύει για την περίοδο από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης μέχρι τη λήψη τελικής απόφασης σε σχέση με την αίτηση αυτή· η έννοια του αιτητή περιλαμβάνει και ανήλικο·

“αιτητής με ειδικές ανάγκες υποδοχής” σημαίνει ευάλωτο πρόσωπο, σύμφωνα με το άρθρο 9ΚΓ, το οποίο χρειάζεται ειδικές εγγυήσεις, ώστε να απολαύει των δικαιωμάτων και να συμμορφώνεται με τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στην παράγραφο (β) του εδαφίου (1) και το εδάφιο (2) του άρθρου 8, στα άρθρα 9Α μέχρι 9ΚΘ και στα εδάφια (1Β), (2), (2Α), (2Β), (2Γ), (2Δ) και (2Ε) του άρθρου 10·

“αιτητής που χρήζει ειδικών διαδικαστικών εγγυήσεων” σημαίνει κάθε αιτητή του οποίου η ικανότητα να απολαύει των δικαιωμάτων και να συμμορφώνεται με τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στον παρόντα Νόμο περιορίζεται λόγω ιδιαίτερων περιστάσεων όπως ηλικία, φύλο, γενετήσιος προσανατολισμός, ταυτότητα φύλου, αναπηρία, σοβαρή ασθένεια, ψυχική διαταραχή ή ως συνέπεια βασανισμού, βιασμού ή άλλων σοβαρών μορφών ψυχολογικής, σωματικής ή σεξουαλικής βίας·

"αλλοδαπός" σημαίνει πρόσωπο, όπως αυτό ορίζεται στον περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμο·

"Αναθεωρητική Αρχή" [Διαγράφηκε, βλ. Υποσημείωση αρ. 37(2) του Ν. 105(I)/2016]·

“ανάκληση διεθνούς προστασίας” σημαίνει οποιαδήποτε από τις ακόλουθες αποφάσεις του Προϊσταμένου:

(α) απόφαση ανάκλησης του καθεστώτος πρόσφυγα ή συμπληρωματικής προστασίας, σύμφωνα με το εδάφιο (4) του άρθρου 5∙

(β) απόφαση παύσης της ιδιότητας πρόσφυγα σύμφωνα με το άρθρο 6∙

(γ) απόφαση ανάκλησης της ιδιότητας πρόσφυγα σύμφωνα με το άρθρο 6Α∙

(δ) απόφαση ανάκλησης του καθεστώτος διεθνούς προστασίας σύμφωνα με το άρθρο 6Β∙

(ε) απόφαση παύσης του καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας σύμφωνα με το εδάφιο (3) του άρθρου 19∙

(στ) απόφαση ανάκλησης του καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας σύμφωνα με το άρθρο (3Α) του άρθρου 19∙

"ανήλικος" σημαίνει υπήκοο τρίτης χώρας ή ανιθαγενή ηλικίας κάτω των δεκαοχτώ (18) ετών·

“αρμόδιος λειτουργός” σημαίνει λειτουργό ο οποίος υπηρετεί στην Υπηρεσία Ασύλου και έχει τύχει ειδικής εκπαίδευσης σε θέματα ασύλου και συμπληρωματικής προστασίας·

"Αρχή" [Διαγράφηκε]·

"άσυλο" σημαίνει τη με βάση τον παρόντα Νόμο προστασία και δικαιώματα, που παρέχονται σε αλλοδαπό, ο οποίος αναγνωρίζεται ως πρόσφυγας σύμφωνα με τις διατάξεις του Νόμου αυτού·

"ασυνόδευτος ανήλικος" σημαίνει ανήλικο που -

(α) φθάνει στις ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές χωρίς να συνοδεύεται από ενήλικο πρόσωπο υπεύθυνο για αυτόν βάσει νόμου ή πρακτικής και για όσο χρόνο κανένα τέτοιο ενήλικο πρόσωπο δεν ασκεί στην πράξη την επιμέλειά του ή

(β) παύει να συνοδεύεται μετά την είσοδό του στις ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές∙

"ασφαλής τρίτη χώρα" έχει την έννοια που αποδίδεται σ’ αυτή από το άρθρο 12Β του παρόντος Νόμου·

“βεβαίωση υποβολής αίτησης” σημαίνει βεβαίωση υποβολής αίτησης που χορηγείται σε αιτητή δυνάμει της παραγράφου (β) του εδαφίου (1) του  άρθρου 8·

"Γραμματέας της Αρχής Προσφύγων" [Διαγράφηκε]·

"Δημοκρατία" σημαίνει την Κυπριακή Δημοκρατία·

“Διοικητικό Δικαστήριο” σημαίνει το δικαστήριο που ασκεί την εκ του Άρθρου 146 του Συντάγματος χορηγούμενη δικαιοδοσία και περιλαμβάνει οποιονδήποτε δικαστή αυτού∙

"διατάξεις του Δουβλίνου" σημαίνει τις διατάξεις που περιλαμβάνονται στον Κανονισμό (ΕΚ) αρ. 343/2003 του Συμβουλίου της 18ης Φεβρουαρίου 2003 για τη θέσπιση των κριτηρίων και μηχανισμών για τον προσδιορισμό του κράτους μέλους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση αίτησης ασύλου που υποβάλλεται σε κράτος μέλος από υπήκοο τρίτης χώρας και στον Κανονισμό (ΕΚ) αρ. 1560/2003 της Επιτροπής της 2ας Σεπτεμβρίου 2003 για τα μέτρα εφαρμογής του Κανονισμού (ΕΚ) αρ. 343/2003 του Συμβουλίου για τη θέσπιση των κριτηρίων και μηχανισμών για τον προσδιορισμό του κράτους μέλους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση αίτησης ασύλου που υποβάλλεται σε κράτος μέλος από υπήκοο τρίτης χώρας και, ειδικότερα σε σχέση με το Βασίλειο της Δανίας, τις διατάξεις που περιλαμβάνονται στον περί της Σύμβασης περί καθορισμού του κράτους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση αίτησης παροχής ασύλου η οποία υποβάλλεται σε ένα από τα κράτη μέλη των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, Σύμβαση του Δουβλίνου, (Κυρωτικό) Νόμο του 2004 και, σε σχέση με τη Δημοκρατία της Ισλανδίας και το Βασίλειο της Νορβηγίας, τις διατάξεις που περιλαμβάνονται στην Απόφαση του Συμβουλίου της 15ης Μαρτίου 2001 για τη σύναψη συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, της Δημοκρατίας της Ισλανδίας και του Βασιλείου της Νορβηγίας για τα κριτήρια και τους μηχανισμούς καθορισμού του κράτους που είναι αρμόδιο για την εξέταση αίτησης παροχής ασύλου που υποβάλλεται σε κράτος μέλος ή στην Ισλανδία ή τη Νορβηγία·

"διεθνής προστασία" σημαίνει το καθεστώς πρόσφυγα ή/και το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας∙

"Διευθυντής" σημαίνει το Διευθυντή του Τμήματος·

"δικαιούχος διεθνούς προστασίας" σημαίνει πρόσωπο στο οποίο έχει χορηγηθεί το καθεστώς  πρόσφυγα ή το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας·

"εκπρόσωπος", αναφορικά με ασυνόδευτο ανήλικο, σημαίνει το Διευθυντή των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας, σύμφωνα με το εδάφιο (1Β) του άρθρου 10·

"ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές" σημαίνει τις περιοχές της Δημοκρατίας στις οποίες η Κυβέρνηση της Δημοκρατίας ασκεί αποτελεσματικό έλεγχο·

“Επιτροπή” σημαίνει την Επιτροπή της Ευρωπαϊκής Ένωσης·

"ευρωπαϊκή ασφαλής τρίτη χώρα" έχει την έννοια που αποδίδει σε αυτόν τον όρο το άρθρο 12Βδις·

“Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Υποστήριξης για το Άσυλο” σημαίνει την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Υποστήριξης για το Άσυλο, η οποία ιδρύθηκε διά του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 439/2010·

"καθεστώς πρόσφυγα" σημαίνει τη δυνάμει του παρόντος Νόμου αναγνώριση υπηκόου τρίτης χώρας ή ανιθαγενούς ως πρόσφυγα·

“καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας” σημαίνει τη δυνάμει του παρόντος Νόμου αναγνώριση υπηκόου τρίτης χώρας ή ανιθαγενούς ως προσώπου το οποίο δικαιούται συμπληρωματικής προστασίας∙

“Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 604/2013” σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 604/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 26ης Ιουνίου 2013 για τη θέσπιση των κριτηρίων και μηχανισμών για τον προσδιορισμό του κράτους μέλους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση αίτησης διεθνούς προστασίας που υποβάλλεται σε κράτος μέλος από υπήκοο τρίτης χώρας ή από απάτριδα·

“Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 603/2013” σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο “Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 603/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με τη θέσπιση του «Eurodac» για την αντιπαραβολή δακτυλικών αποτυπωμάτων για την αποτελεσματική εφαρμογή του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 604/2013 για τη θέσπιση των κριτηρίων και μηχανισμών για τον προσδιορισμό του κράτους μέλους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση αίτησης διεθνούς προστασίας που υποβάλλεται σε κράτος μέλος από υπήκοο τρίτης χώρας ή από απάτριδα και σχετικά με αιτήσεις της αντιπαραβολής με τα δεδομένα Eurodac που υποβάλλουν οι αρχές επιβολής του νόμου των κρατών μελών και η Ευρωπόλ για σκοπούς επιβολής του νόμου και για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1077/2011 σχετικά με την ίδρυση Ευρωπαϊκού Οργανισμού για τη Λειτουργική Διαχείριση Συστημάτων ΤΠ Μεγάλης Κλίμακας στον Χώρο Ελευθερίας, Ασφάλειας και Δικαιοσύνης”·

“Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 439/2010” σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο “Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 439/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 19ης Μαΐου 2010 για την ίδρυση Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Υποστήριξης για το Άσυλο”·

“κατάθεση”, αναφορικά με αίτηση, σημαίνει την κατάθεση γραπτής αίτησης· ο όρος «καταθέτω» τυγχάνει ανάλογης ερμηνείας·

“κέντρο φιλοξενίας” σημαίνει χώρο που χρησιμοποιείται για την ομαδική φιλοξενία αιτητών·

“Κλιμάκιο” σημαίνει το κατά τόπο αρμόδιο Κλιμάκιο Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως της Αστυνομίας·

“κράτηση” σημαίνει περιορισμό σε ειδικό χώρο που επιβάλλεται σε αιτητή με αποτέλεσμα τη στέρηση της ελεύθερης κυκλοφορίας του·

"κράτος μέλος" σημαίνει κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και περιλαμβάνει τα κράτη που αποτελούν συμβαλλόμενα μέρη στη Συμφωνία για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο και την Ελβετία·

“μέλος της οικογένειας” σημαίνει, εφόσον η οικογένεια υπήρχε ήδη στη χώρα καταγωγής, οποιοδήποτε από τα ακόλουθα μέλη της οικογένειας του αιτητή ή του δικαιούχου διεθνούς προστασίας, το οποίο βρίσκεται στις ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές σε σχέση με την αίτηση:

(α) Τη σύζυγο του αιτητή ή του δικαιούχου διεθνούς προστασίας,

(β) τη σύντροφο με την οποία ο αιτητής ή ο δικαιούχος διεθνούς προστασίας συνάπτει σύμφωνο συμβίωσης, εφόσον το κυπριακό δίκαιο αναγνωρίζει τέτοιο σύμφωνο και του αποδίδει ισχύ και έννομα αποτελέσματα και τηρουμένων των προϋποθέσεων στις οποίες το κυπριακό δίκαιο υπαγάγει αυτή την αναγνώριση, την ισχύ και τα έννομα αποτελέσματα,

(γ) τα ανήλικα και άγαμα τέκνα είτε του αιτητή είτε του αιτητή και της συζύγου   του ή της κατά την παράγραφο (β) συντρόφου του είτε του δικαιούχου   διεθνούς προστασίας είτε του δικαιούχου διεθνούς προστασίας και της   συζύγου του ή της κατά την παράγραφο (β) συντρόφου του, ανεξαρτήτως   αν τα εν λόγω τέκνα γεννήθηκαν εντός ή εκτός γάμου ή αν είναι υιοθετημένα, όπως ορίζεται στον περί Υιοθεσίας Νόμο,

(δ) σε περίπτωση που ο αιτητής ή ο δικαιούχος διεθνούς προστασίας είναι ανήλικος και άγαμος, τον πατέρα, τη μητέρα ή άλλον υπεύθυνο για αυτούς βάσει νόμου ή πρακτικής της Δημοκρατίας∙

“μεταγενέστερη αίτηση” σημαίνει την περαιτέρω αίτηση διεθνούς προστασίας που υποβάλλεται δυνάμει του άρθρου 16Δ μετά τη λήψη τελικής απόφασης επί προηγούμενης αίτησης, περιλαμβανομένων περιπτώσεων όπου ο Προϊστάμενος έλαβε απόφαση σύμφωνα με το άρθρο 16Β ή 16Γ·

"νομικός σύμβουλος" σημαίνει πρόσωπο που κατέχει τίτλο τριτοβάθμιων σπουδών στη Νομική, ο οποίος είναι αναγνωρισμένος από τις αρμόδιες αρχές της Δημοκρατίας, και είναι εγγεγραμμένο στο Μητρώο των Δικηγόρων που Ασκούν το Επάγγελμα·

“νοσηλευτικό ίδρυμα” σημαίνει το κατά τόπο κρατικό νοσηλευτικό ίδρυμα·

"Οδηγία 2005/85/ΕΚ" σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Κοινότητας με τίτλο "Οδηγία 2005/85/ΕΚ του Συμβουλίου της 1ης Δεκεμβρίου 2005 σχετικά με τις ελάχιστες προδιαγραφές για τις διαδικασίες με τις οποίες τα κράτη μέλη χορηγούν και ανακαλούν το καθεστώς του πρόσφυγα"·

"Οδηγία 2013/32/ΕΕ" σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο "Οδηγία 2013/32/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 26ης Ιουνίου 2013 σχετικά με τις κοινές διαδικασίες για τη χορήγηση και ανάκληση του καθεστώτος διεθνούς προστασίας”, όπως διορθώθηκε·

“Οδηγία 2013/33/ΕΕ” σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο “Οδηγία  2013/33/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 26ης Ιουνίου 2013 σχετικά με τις απαιτήσεις για την υποδοχή των αιτούντων διεθνή προστασία”, όπως διορθώθηκε·

"οικογενειακή επανένωση" σημαίνει την είσοδο και τη διαμονή στις ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές των μελών της οικογένειας πρόσφυγα, με τα οποία ο πρόσφυγας δημιούργησε οικογενειακό δεσμό πριν την είσοδό του στη Δημοκρατία∙

"πρόδηλα αβάσιμη αίτηση" [Διαγράφηκε]·

"Προϊστάμενος" σημαίνει αρμόδιο λειτουργό ο οποίος προΐσταται της Υπηρεσίας Ασύλου και περιλαμβάνει οποιοδήποτε άλλο αρμόδιο λειτουργό της εν λόγω Υπηρεσίας που εξουσιοδοτείται από τον Υπουργό, για να ασκεί όλες ή οποιεσδήποτε από τις εξουσίες ή να εκτελεί όλα ή οποιαδήποτε από τα καθήκοντα του Προϊσταμένου·

"προστατευόμενο πρόσωπο" [Διαγράφηκε]·

“πρόσφυγας” σημαίνει υπήκοο τρίτης χώρας ή ανιθαγενή, που έχει αναγνωριστεί ως πρόσφυγας σύμφωνα με το άρθρο 3∙

"πρόσωπο το οποίο δικαιούται συμπληρωματικής προστασίας" ή "δικαιούχος συμπληρωματικής προστασίας" ή "πρόσωπο στο οποίο αναγνωρίζεται καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας" σημαίνει πρόσωπο που-

(α) δεν πληροί τις προϋποθέσεις για να αναγνωριστεί ως πρόσφυγας, αλλά πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 19 για την παραχώρηση συμπληρωματικής προστασίας, και

(β) που δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του εδαφίου (3) του άρθρου 5∙

"προσωρινή προστασία" έχει την έννοια που αποδίδεται σ’ αυτήν από το άρθρο 20·

"πρώτη χώρα ασύλου" έχει την έννοια που αποδίδει σε αυτόν τον όρο το άρθρο 12Βπεντάκις·

“Πρωτόκολλο της Κωνσταντινούπολης” σημαίνει το πρωτόκολλο των Ηνωμένων Εθνών (Istanbul Protocol) για την αποτελεσματική διερεύνηση και τεκμηρίωση των βασανιστηρίων και άλλης σκληρής, απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας·

"σοβαρή βλάβη" ή "σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη" έχει την έννοια που αποδίδει σε αυτόν  τον όρο το εδάφιο (2) του άρθρου 19∙

“Σύμβαση” σημαίνει -

(α) τη Σύμβαση η οποία αφορά τη Νομική Κατάσταση των Προσφύγων, που έγινε στη Γενεύη στις 28 Ιουλίου 1951, η οποία δεσμεύει την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας σύμφωνα με το Άρθρο 8 της Συνθήκης Εγκαθίδρυσης, και

(β) το Πρωτόκολλο το οποίο κυρώθηκε με τον περί Πρωτοκόλλου επί της Νομικής Κατάστασης των Προσφύγων (Κυρωτικό) Νόμο του 1968∙

"Συμβούλιο" σημαίνει το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης·

"Συμφωνία για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο" σημαίνει τη Συμφωνία για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο που υπογράφηκε στις 2 Μαίου 1992 στο Οπόρτο (ΕΕ L I της 03.01.1994, σ.3), όπως αυτή εκάστοτε τροποποιείται·

“συνθήκες υποδοχής” σημαίνει όλα τα δικαιώματα τα οποία υπέχει αιτητής σύμφωνα με την παράγραφο (β) του εδαφίου (1) και το εδάφιο (2) του άρθρου 8, τα άρθρα 9Α μέχρι 9ΚΘ και τα εδάφια (1Β), (2), (2Α), (2Β), (2Γ), (2Δ) και (2Ε) του άρθρου 10·

"τελική απόφαση" σημαίνει απόφαση η οποία ορίζει κατά πόσον ο υπήκοος τρίτης χώρας ή ο ανιθαγενής αναγνωρίζεται ως πρόσφυγας ή ως πρόσωπο στο οποίο παραχωρείται καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του παρόντος Νόμου και -

(α) έχει παρέλθει άπρακτη η προθεσμία για άσκηση προσφυγής δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος κατά της εν λόγω απόφασης, ή

(β) ασκήθηκε η προαναφερόμενη προσφυγή και εκδόθηκε πρωτόδικη απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου επ' αυτής, ανεξάρτητα από το αν μέσω της άσκησης τέτοιας προσφυγής ο αιτητής αποκτά τη δυνατότητα να παραμένει στις ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές μέχρις ότου εκδοθεί η σχετική δικαστική απόφαση·

"Τμήμα" σημαίνει το Τμήμα Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης, η δημιουργία του οποίου προνοείται από τον περί Αρχείου Πληθυσμού Νόμο·

“υλικές συνθήκες υποδοχής” σημαίνει τις συνθήκες υποδοχής που περιλαμβάνουν -

(α) οικονομικό βοήθημα για τα καθημερινά έξοδα, και

(β) την παροχή στέγης, τροφής και ρουχισμού κατά τον τρόπο που προβλέπεται στο εδάφιο (1) του άρθρου 9ΙΒ·

"υπήκοος τρίτης χώρας" έχει την έννοια που αποδίδει σε αυτόν τον όρο το άρθρο 2 του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται·

"Υπηρεσία Ασύλου" σημαίνει την ιδρυόμενη δυνάμει του Μέρους V του παρόντος Νόμου Υπηρεσία, του Υπουργείου Εσωτερικών·

“υποβολή”, αναφορικά με αίτηση, σημαίνει την έκφραση, προς αρμόδια αρχή, της επιθυμίας υπηκόου τρίτης χώρας ή ανιθαγενούς να αιτηθεί διεθνή προστασία· ο όρος «υποβάλλω» τυγχάνει ανάλογης ερμηνείας·

"Υπουργός" σημαίνει τον Υπουργό Εσωτερικών·

"χώρα ιθαγένειας" ή "χώρα καταγωγής" σημαίνει τη χώρα ιθαγένειας του αιτητή ή, αν ο αιτητής είναι ανιθαγενής, τη χώρα συνήθους διαμονής του·

"χώρα όπου γενικά δεν υπάρχει σοβαρός κίνδυνος καταδίωξης" έχει την έννοια που αποδίδεται σ’ αυτή από το άρθρο 12Α του παρόντος Νόμου·

(2) Αναφορά στον παρόντα Νόμο σε Οδηγία, Κανονισμό ή άλλη πράξη της Ευρωπαϊκής Κοινότητας ή της Ευρωπαϊκής Ένωσης σημαίνει αναφορά σε τέτοια πράξη, όπως εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται.

Πρόσφυγας

3.-(1) Ως πρόσφυγας αναγνωρίζεται το πρόσωπο που, λόγω βάσιμου φόβου καταδίωξης του για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων, είναι εκτός της χώρας της ιθαγενείας του και δεν είναι σε θέση, ή, λόγω του φόβου αυτού, δεν είναι πρόθυμο, να χρησιμοποιήσει την προστασία της χώρας αυτής, ή πρόσωπο, που δεν έχει ιθαγένεια, το οποίο, ενώ είναι εκτός της χώρας της προηγούμενης συνήθους διαμονής του ως αποτέλεσμα αυτών των καταστάσεων, δεν είναι σε θέση ή, λόγω του φόβου αυτού, δεν είναι πρόθυμο να επιστρέψει σ’ αυτή και στο οποίο δεν έχει εφαρμογή το άρθρο 5.

(2) Στην περίπτωση προσώπου, το οποίο έχει περισσότερες από μία ιθαγένειες, ο όρος “χώρα ιθαγένειας”, που αναφέρεται στο εδάφιο (1), σημαίνει κάθε μια από τις χώρες των οποίων έχει την ιθαγένεια, και πρόσωπο δε θεωρείται ότι δεν έχει την προστασία της χώρας της ιθαγένειας του, αν, χωρίς οποιοδήποτε βάσιμο φόβο για καταδίωξη του, δεν έχει χρησιμοποιήσει την προστασία μιας από τις χώρες, της οποίας είναι πολίτης.

Φορείς δίωξης ή σοβαρής βλάβης

3Α. Στους φορείς δίωξης ή σοβαρής βλάβης συμπεριλαμβάνονται:

(α) το κράτος,

(β) ομάδες ή οργανώσεις που ελέγχουν το κράτος ή ουσιώδες μέρος του εδάφους του κράτους,

(γ) μη κρατικοί φορείς, εάν μπορεί να καταδειχθεί ότι οι φορείς που αναφέρονται στις παραγράφους (α) και (β), περιλαμβανομένων των διεθνών οργανισμών, δεν είναι σε θέση ή δεν επιθυμούν να παράσχουν προστασία κατά της δίωξης ή της σοβαρής βλάβης, όπως ορίζεται στο άρθρο 3Β.

Φορείς προστασίας

3Β.-(1)  Προστασία μπορεί να παρέχεται από-

(α) το κράτος, ή

(β) ομάδες ή οργανώσεις, συμπεριλαμβανομένων διεθνών οργανισμών, που ελέγχουν το κράτος ή ουσιώδες μέρος του εδάφους του κράτους,

υπό την προϋπόθεση ότι επιθυμούν να προσφέρουν προστασία σύμφωνα με το εδάφιο (2) και είναι σε θέση να το πράξουν.

(2) Η προστασία κατά της δίωξης ή της σοβαρής βλάβης πρέπει να είναι αποτελεσματική και μη προσωρινή. Προστασία παρέχεται κατά κανόνα όταν οι φορείς που αναφέρονται στο εδάφιο (1) λαμβάνουν εύλογα μέτρα για να αποτρέψουν τη δίωξη ή την πρόκληση σοβαρής βλάβης, μεταξύ άλλων, με τη λειτουργία αποτελεσματικού νομικού συστήματος για τον εντοπισμό, την ποινική δίωξη και τον κολασμό πράξεων που συνιστούν δίωξη ή σοβαρή βλάβη, και όταν ο αιτητής έχει πρόσβαση στην προστασία αυτή.

(3) Όταν ο Προϊστάμενος αξιολογεί εάν διεθνής οργάνωση ελέγχει ένα κράτος ή ουσιώδες μέρος του εδάφους του και παρέχει προστασία όπως περιγράφεται στο εδάφιο (2), λαμβάνει υπόψη τυχόν κατευθυντήριες γραμμές που παρέχονται σε οικείες πράξεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης. [Σ.Σ.: βλ. Υποσημείωση αρ. 37(2) του Ν. 105(Ι)/2016].

Πράξεις δίωξης

3Γ.-(1) Οι πράξεις δίωξης κατά την έννοια του άρθρου 1Α της Σύμβασης πρέπει:

(α) να είναι αρκούντως σοβαρές λόγω της φύσης ή της επανάληψης τους ώστε να συνιστούν σοβαρή παραβίαση βασικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ειδικά των δικαιωμάτων από τα οποία δεν χωρεί παρέκκλιση, βάσει του άρθρου 15 παράγραφος 2, της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, ή

(β) να αποτελούν σώρευση διαφόρων μέτρων συμπεριλαμβανομένων παραβιάσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων, η οποία να είναι αρκούντως σοβαρή, ούτως ώστε να θίγεται ένα άτομο κατά τρόπο αντίστοιχο με το αναφερόμενο στην παράγραφο (α).

(2) Οι ακόλουθες πράξεις συνιστούν μη εξαντλητικό κατάλογο πράξεων δίωξης, κατά την έννοια του εδαφίου (1):

(α) πράξεις σωματικής ή ψυχικής βίας, συμπεριλαμβανομένων πράξεων σεξουαλικής βίας,

(β) νομικά, διοικητικά, αστυνομικά ή/και δικαστικά μέτρα, τα οποία εισάγουν διακρίσεις αφ’ ευατού ή εφαρμόζονται κατά τρόπο εισάγοντα διακρίσεις,

(γ) ποινική δίωξη ή επιβολή ποινής η οποία είναι δυσανάλογη ή μεροληπτική,

(δ) άρνηση ένδικων μέσων με αποτέλεσμα την επιβολή δυσανάλογης ή μεροληπτικής ποινής,

(ε) ποινική δίωξη ή επιβολή ποινής, για την άρνηση εκπλήρωσης στρατιωτικής θητείας σε σύρραξη, εάν η εκπλήρωση της στρατιωτικής θητείας θα περιλάμβανε έγκλημα, αδίκημα ή πράξη που αναφέρεται στην παράγραφο (γ) του εδαφίου (1) του άρθρου 5,

(στ) πράξεις που στοχεύουν το φύλο ή τα παιδιά.

(3) Σύμφωνα με το εδάφιο (1) του άρθρου 3, απαιτείται να υπάρχει συσχετισμός μεταξύ των λόγων που αναφέρονται στο άρθρο 3 Δ και της πράξης δίωξης κατά την έννοια του εδαφίου (1) του παρόντος άρθρου ή της έλλειψης προστασίας κατά των πράξεων αυτών.

Λόγοι δίωξης

3Δ.-(1) Κατά την αξιολόγηση των λόγων της δίωξης, η Υπηρεσία Ασύλου λαμβάνει υπόψη τα ακόλουθα [Σ.Σ.: βλ. Υποσημείωση αρ. 37(2) του Ν. 105(Ι)/2016]:

(α) Η έννοια της φυλής περιλαμβάνει το στοιχείο του χρώματος, της καταγωγής ή το γεγονός ότι το άτομο ανήκει σε συγκεκριμένη εθνοτική ομάδα.

(β) Η έννοια της θρησκείας περιλαμβάνει ιδίως την υιοθέτηση θεϊστικών, αγνωστικιστικών ή αθεϊστικών πεποιθήσεων, τη συμμετοχή σε τυπική λατρεία, σε ιδιωτικό ή δημόσιο χώρο, είτε κατά μόνας είτε σε κοινωνία με άλλους, την αποχή από τη λατρεία αυτή, άλλες θρησκευτικές πράξεις ή εκδηλώσεις απόψεων ή μορφές ατομικής ή συλλογικής συμπεριφοράς που στηρίζονται ή υπαγορεύονται από θρησκευτικές πεποιθήσεις.

(γ) Η έννοια της ιθαγένειας δεν περιορίζεται μόνο στην ιδιότητα του πολίτη ή της έλλειψής της, αλλά περιλαμβάνει ιδίως την ιδιότητα του μέλους μιας ομάδας η οποία προσδιορίζεται από την πολιτιστική, εθνοτική ή γλωσσική της ταυτότητα, τις κοινές γεωγραφικές ή πολιτικές καταβολές ή τη σχέση της με τον πληθυσμό  άλλης χώρας.

(δ) Η ομάδα θεωρείται ως ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα όταν, μεταξύ άλλων:

(i) τα μέλη της ομάδας αυτής έχουν κοινά εγγενή χαρακτηριστικά ή κοινό ιστορικό παρελθόν το οποίο δεν μπορεί να μεταβληθεί ή έχουν από κοινού χαρακτηριστικά ή πεποιθήσεις τόσο θεμελιώδους σημασίας για την ταυτότητα ή τη συνείδηση, ώστε ένα πρόσωπο να μην πρέπει να αναγκάζεται να τις αποκηρύξει και

(ii) η ομάδα έχει ιδιαίτερη ταυτότητα στην οικεία χώρα, διότι γίνεται αντιληπτή ως διαφορετική ομάδα από τον περιβάλλοντα κοινωνικό χώρο.

Ανάλογα με τις συνθήκες που επικρατούν στη χώρα καταγωγής μια ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα μπορεί να περιλαμβάνει ομάδα που βασίζεται στο κοινό χαρακτηριστικό του γενετήσιου προσανατολισμού. Ο γενετήσιος προσανατολισμός δεν μπορεί να νοηθεί ότι περιλαμβάνει πράξεις που θεωρούνται αξιόποινες κατά το κυπριακό δίκαιο. Λαμβάνονται δεόντως υπόψη πτυχές συνδεόμενες με το φύλο, συμπεριλαμβανομένης της ταυτότητας του φύλου, κατά τον καθορισμό της ιδιότητας μέλους ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας ή τον προσδιορισμό χαρακτηριστικού αυτής της ομάδας.

(ε) Η έννοια των πολιτικών πεποιθήσεων περιλαμβάνει ιδίως την υποστήριξη άποψης, ιδέας ή πεποιθήσεως επί ζητήματος που σχετίζεται με τους, ενδεχόμενους φορείς δίωξης που καθορίζονται στο άρθρο 3Α και με τις πολιτικές ή τις μεθόδους τους, ανεξαρτήτως του εάν ο αιτητής έχει εκδηλώσει εμπράκτως την εν λόγω άποψη, ιδέα ή πεποίθηση.

(2) Κατά την αξιολόγηση του βάσιμου του φόβου του αιτητή ότι θα υποστεί δίωξη, δεν ασκεί επιρροή το εάν ο αιτητής χαρακτηρίζεται πράγματι από το φυλετικό, θρησκευτικό, εθνικό, κοινωνικό ή πολιτικό στοιχείο, το οποίο προκαλεί τη δίωξη, υπό την προϋπόθεση ότι το χαρακτηριστικό αυτό του αποδίδεται από το δράστη της δίωξης.

Βασικές αρχές για μεταχείριση προσφύγων

4. Η εφαρμογή του Νόμου αυτού διέπεται από τις πιο κάτω αρχές:

(α) Πρόσφυγας ή αιτητής δεν απελαύνεται σε χώρα ή δεν αποστέλλεται στα σύνορα χώρας όπου, λόγω φύλου, φυλής, θρησκείας, ιθαγένειας, ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων, η ζωή ή η ελευθερία του θα τεθεί σε κίνδυνο ή θα υποβληθεί σε βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή καταδίωξη,

(β) δε γίνεται διάκριση σε βάρος πρόσφυγα για λόγους φύλου, φύλης, θρησκείας, ιθαγένειας, ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων,

(γ) πρόσφυγας τυγχάνει δίκαιης μεταχείρισης από λειτουργούς της Κυβέρνησης της Κυπριακής Δημοκρατίας, οι οποίοι είναι υπεύθυνοι για την παροχή βοήθειας στους πρόσφυγες,

(δ) διαφυλάσσεται η οικογενειακή ενότητα, σύμφωνα με το άρθρο 25,

(ε)  Η Υπηρεσία Ασύλου παρέχει το συντομότερο δυνατό σε κάθε πρόσωπο στο οποίο χορηγεί διεθνή προστασία πρόσβαση σε πληροφορίες, σε γλώσσα την οποία κατανοεί ή ευλόγως εικάζεται ότι κατανοεί αναφορικά με τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που υπέχει αυτή η προστασία. [Σ.Σ.: βλ. Υποσημείωση αρ. 37(2) του Ν. 105(Ι)/2016].

Αποκλεισμός αιτητή

5.-(1) Αιτητής αποκλείεται από το καθεστώς του πρόσφυγα-

(α) σε περίπτωση που τυγχάνει ήδη διεθνούς προστασίας ή συνδρομής από όργανα ή οργανισμούς ή γραφεία των Ηνωμένων Εθνών άλλα από την Υπάτη Αρμοστεία των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες∙ εάν η εν λόγω προστασία ή συνδρομή έχει παύσει για οποιοδήποτε λόγο, χωρίς να έχει διευθετηθεί οριστικά η κατάσταση τέτοιου προσώπου σύμφωνα με τα οικεία ψηφίσματα της Γενικής Συνέλευσης των Ηνωμένων Εθνών, τέτοιο πρόσωπο δικαιούται αυτοδικαίως τα ευεργετήματα του παρόντος Νόμου∙ ή

(β) σε περίπτωση που αναγνωρίζεται από τις αρμόδιες αρχές της χώρας όπου έχει μετοικήσει ως έχων τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την κατοχή της ιθαγένειας της εν λόγω χώρας ή τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις αντίστοιχα προς αυτά∙ ή

(γ) σε περίπτωση που υπάρχουν σοβαροί λόγοι ότι-

(i) έχει διαπράξει έγκλημα κατά της ειρήνης, έγκλημα πολέμου ή έγκλημα κατά της ανθρωπότητας, όπως τα εγκλήματα αυτά ορίζονται στις διεθνείς συμβάσεις που έχουν καταρτιστεί με σκοπό την αντιμετώπισή τους, ή

(ii) έχει διαπράξει σοβαρό μη πολιτικό έγκλημα σε άλλη χώρα πριν από την έκδοση άδειας διαμονής βασισμένης στην αναγνώριση του καθεστώτος πρόσφυγα∙ για τους σκοπούς της παρούσας υποπαραγράφου, η έννοια του σοβαρού μη πολιτικού εγκλήματος περιλαμβάνει ιδιαίτερα σκληρές πράξεις, έστω και εάν διαπράττονται με υποτιθέμενο πολιτικό σκοπό, ή

(iii) έχει κριθεί ένοχος για πράξεις που αντιστρατεύονται τους σκοπούς και τις αρχές των Ηνωμένων Εθνών, όπως ορίζονται στο προοίμιο και τα Άρθρα 1 και 2 του Καταστατικού Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών, ή

(iv) είναι ηθικός αυτουργός ή συμμετέχει άλλως πως στη διάπραξη οποιουδήποτε από τα προβλεπόμενα στις υποπαραγράφους (i) μέχρι και (iii) εγκλήματα ή πράξεις.

(2) Αιτητής αποκλείεται από το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, σε περίπτωση που υπάρχουν σοβαροί λόγοι ότι-

(α) έχει διαπράξει έγκλημα κατά της ειρήνης, έγκλημα  πολέμου ή έγκλημα κατά της ανθρωπότητας, όπως τα εγκλήματα αυτά ορίζονται στις διεθνείς συμβάσεις που έχουν καταρτιστεί με σκοπό την αντιμετώπισή τους∙ ή

(β) έχει διαπράξει σοβαρό έγκλημα∙ ή

(γ) έχει κριθεί ένοχος για πράξεις που αντιστρατεύονται τους σκοπούς και τις αρχές των Ηνωμένων Εθνών, όπως ορίζονται στο προοίμιο και τα Άρθρα 1 και 2 του Καταστατικού Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών∙ ή

(δ) συνιστά κίνδυνο για την κυπριακή κοινωνία ή την ασφάλεια της Δημοκρατίας∙ ή

(ε) είναι ηθικός αυτουργός ή συμμετέχει άλλως πως στη διάπραξη οποιουδήποτε από προβλεπόμενα στις παραγράφους (α) μέχρι και (δ) εγκλήματα ή πράξεις∙ ή

(στ) έχει διαπράξει, πριν την είσοδό του στη Δημοκρατία, ένα ή περισσότερα εγκλήματα, άλλα από αυτά που αναφέρονται στις παραγράφους (α) μέχρι και (δ), τα οποία θα επέσυραν την ποινή της φυλάκισης αν είχαν διαπραχθεί στη Δημοκρατία, και εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του αποκλειστικά και μόνο για να αποφύγει κυρώσεις συνεπεία των διαπραχθέντων  εγκλημάτων.

(3) Σε περίπτωση υποβολής αίτησης από πρόσωπο για το οποίο ο Προϊστάμενος, μετά από εξέταση της αίτησής του, διαπιστώσει ότι εμπίπτει σε οποιαδήποτε από τις κατηγορίες που αναφέρονται στα εδάφια (1) ή (2), με απόφασή του απορρίπτει την αίτηση-

(α) σε σχέση με το καθεστώς πρόσφυγα, αν ο Προϊστάμενος διαπιστώσει ότι το εν λόγω πρόσωπο εμπίπτει σε κατηγορία που αναφέρεται στο εδάφιο (1)∙

(β) σε σχέση με το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, αν ο Προϊστάμενος διαπιστώσει ότι το εν λόγω πρόσωπο εμπίπτει σε κατηγορία που αναφέρεται στο εδάφιο (2).

(4)(α) Σε περίπτωση που ο Προϊστάμενος διαπιστώσει εκ των υστέρων, βάσει γεγονότων που αποκαλύπτονται μετά την αναγνώριση σε πρόσωπο του καθεστώτος του πρόσφυγα, ότι το πρόσωπο αυτό ενέπιπτε, κατά την ημερομηνία που του αναγνωρίστηκε το εν λόγω καθεστώς, σε οποιαδήποτε από τις κατηγορίες που αναφέρονται στο εδάφιο (1), με αιτιολογημένη απόφασή του, ανακαλεί την απόφαση βάσει της οποίας αναγνωρίστηκε το εν λόγω καθεστώς.

(β) Σε περίπτωση που ο Προϊστάμενος διαπιστώσει εκ των υστέρων, βάσει γεγονότων που αποκαλύπτονται μετά την αναγνώριση σε πρόσωπο του καθεστώτος της συμπληρωματικής προστασίας, ότι το πρόσωπο αυτό ενέπιπτε, κατά την ημερομηνία που του αναγνωρίστηκε το εν λόγω καθεστώς, σε οποιαδήποτε από τις κατηγορίες που αναφέρονται στο εδάφιο (2), με αιτιολογημένη απόφασή του, ανακαλεί την απόφαση βάσει της οποίας αναγνωρίστηκε το εν λόγω καθεστώς.

(5) Χωρίς επηρεασμό του καθήκοντος του δικαιούχου συμπληρωματικής προστασίας να αποκαλύπτει κάθε σχετικό στοιχείο το οποίο έχει στη διάθεσή του, ο Προϊστάμενος καταδεικνύει στην προβλεπόμενη στην παράγραφο (β) του εδάφιου (4) απόφασή του, σε εξατομικευμένη βάση, ότι το ενδιαφερόμενο πρόσωπο δεν δικαιούται συμπληρωματική προστασία σύμφωνα με το εδάφιο (2).

(6) Αιτήσεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του εδαφίου (3), εξετάζονται με την κανονική διαδικασία εξέτασης αιτήσεων του άρθρου 13 και, αποφάσεις για ανάκληση του καθεστώτος που αναγνωρίστηκε δυνάμει του εδαφίου (4) λαμβάνονται μετά από την κατ’ αναλογία εφαρμογή της κανονικής διαδικασίας εξέτασης αιτήσεων που προβλέπεται στο άρθρο 13.

(7)(α) Τα εδάφια (1Γ), (1Δ) και (2) του άρθρου 6 εφαρμόζονται κατ’ αναλογία στη διαδικασία έκδοσης απόφασης δυνάμει του εδαφίου (4).

(β) Το εδάφιο (3) του άρθρου 6 εφαρμόζεται κατ’ αναλογία όταν εκδίδεται απόφαση δυνάμει του εδαφίου (4).

(γ) Τα εδάφια (1) και (2) του άρθρου 18δις και το εδάφιο (1Α) του άρθρου 31Α εφαρμόζονται κατ’ αναλογία, αναφορικά με απόφαση του Προϊστάμενου δυνάμει του εδαφίου (4).

Παύση ιδιότητας του πρόσφυγα

6.-(1) Η ιδιότητα του πρόσφυγα παύει να υφίσταται, εάν αυτός-

(α) εξασφαλίσει εκ νέου οικειοθελώς την προστασία της χώρας της ιθαγένειας∙ ή

(β) ανακτήσει οικειοθελώς την ιθαγένεια που απώλεσε κατά το παρελθόν∙ ή

(γ) αποκτήσει νέα ιθαγένεια και απολαύει της προστασίας της χώρας που του χορήγησε τη νέα ιθαγένεια∙ ή

(δ) έχει εγκατασταθεί εκ νέου οικειοθελώς στη χώρα που είχε εγκαταλείψει ή εκτός της οποίας είχε παραμείνει εξαιτίας του φόβου ότι θα υποστεί δίωξη∙ ή

(ε) δεν μπορεί πλέον να εξακολουθεί να αρνείται την προστασία που του παρέχει η χώρα της ιθαγένειας, διότι έχουν παύσει να υφίστανται οι συνθήκες που οδήγησαν στην αναγνώρισή του ως πρόσφυγα∙ ή

(στ) στην περίπτωση ανιθαγενούς, εάν αποκτήσει τη δυνατότητα να επιστρέψει στη χώρα της προηγούμενης συνήθους διαμονής του διότι έχουν παύσει να υφίστανται οι συνθήκες που οδήγησαν στην αναγνώρισή του ως πρόσφυγα.

(1Α) Για την εφαρμογή των παραγράφων (ε) και (στ) του εδαφίου (1), εξετάζεται κατά πόσο η μεταβολή των συνθηκών είναι τόσο ουσιαστικής και μη προσωρινής φύσεως, ώστε ο φόβος του πρόσφυγα ότι θα υποστεί διώξεις να μην μπορεί πλέον να θεωρείται βάσιμος.

(1Aδις) Οι παράγραφοι (ε) και (στ) του  εδαφίου (1) δεν εφαρμόζονται στην περίπτωση πρόσφυγα, ο οποίος ικανοποιεί τον Προϊστάμενο, ότι λόγω της προηγούμενης δίωξής του, υπάρχουν επιτακτικοί λόγοι για τους οποίους αρνείται να χρησιμοποιήσει την προστασία που του παρέχει η χώρα της  ιθαγένειας ή, στην περίπτωση ανιθαγενούς, η χώρα της προηγούμενης συνήθους διαμονής του.

(1Β) Η εξέταση για την παύση της ιδιότητας του πρόσφυγα δύναται να αρχίσει εφόσον έρχονται στο φως νέα στοιχεία ή πορίσματα που δείχνουν ότι υπάρχουν λόγοι επανεξέτασης του καθεστώτος πρόσφυγα το οποίο έχει χορηγηθεί σε συγκεκριμένο πρόσωπο.

(1Γ) Στην περίπτωση που ο Προϊστάμενος εξετάζει το ενδεχόμενο παύσης του καθεστώτος πρόσφυγα, μεριμνά ώστε-

(α) να ενημερώνει γραπτώς το ενδιαφερόμενο πρόσωπο ότι επανεξετάζει αν το εν λόγω πρόσωπο ικανοποιεί τις απαραίτητες προϋποθέσεις για να χαρακτηρίζεται ως πρόσφυγας, καθώς και για τους λόγους της επανεξέτασης, και

(β) το ενδιαφερόμενο πρόσωπο να έχει τη δυνατότητα να προβάλει, είτε στο πλαίσιο προσωπικής συνέντευξης επί της οποίας εφαρμόζεται το άρθρο 13Α και τα εδάφια (1), (2), (2Α) και (2Β) του άρθρου 18 είτε με γραπτή δήλωση, τους λόγους για τους οποίους θεωρεί ότι δεν πρέπει να παύσει το καθεστώς πρόσφυγα του οποίου απολαύει.

(1Δ)(α) Στο πλαίσιο της διαδικασίας παύσης του καθεστώτος πρόσφυγα, ο Προϊστάμενος λαμβάνει ακριβείς και επίκαιρες πληροφορίες από διάφορες πηγές, όπως, ανάλογα με την περίπτωση, πληροφορίες από την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Υποστήριξης για το Άσυλο και την Υπάτη Αρμοστεία των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες, όσον αφορά τη γενική κατάσταση που επικρατεί στη χώρα ιθαγένειας του ενδιαφερόμενου προσώπου.

(β) Όταν συλλέγονται πληροφορίες προκειμένου να επανεξετασθεί το καθεστώς πρόσφυγα, αυτές δεν λαμβάνονται από το φορέα δίωξης του ενδιαφερόμενου προσώπου, κατά τρόπο που θα είχε ως αποτέλεσμα να πληροφορείται απευθείας τέτοιος φορέας ότι το ενδιαφερόμενο πρόσωπο είναι πρόσφυγας του οποίου το καθεστώς είναι υπό επανεξέταση, ή να τίθεται σε κίνδυνο η σωματική ακεραιότητα του ενδιαφερόμενου προσώπου και των προσώπων που εξαρτώνται από αυτό ή η ελευθερία και η ασφάλεια των μελών της οικογένειάς του που εξακολουθούν να διαμένουν στη χώρα ιθαγένειας.

(2) Σε περίπτωση που ο Προϊστάμενος, μετά από διερεύνηση της υπόθεσης σύμφωνα με την κανονική διαδικασία εξέτασης αιτήσεων του άρθρου 13 κατ’ αναλογία, διαπιστώσει ότι συντρέχει μια από τις προϋποθέσεις, που αναφέρονται στο εδάφιο (1), αποφασίζει γραπτώς και αιτιολογημένα την παύση της ιδιότητας του πρόσφυγα για το ενδιαφερόμενο πρόσωπο, αναφέροντας στην απόφαση τους πραγματικούς και νομικούς λόγους στους οποίους αυτή βασίζεται και ενημερώνοντας με αυτήν το εν λόγω πρόσωπο περί του δικαιώματός του να προσφύγει κατά της απόφασης στο Διοικητικό Δικαστήριο δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος, καθώς και για τη φύση και μορφή αυτής της προσφυγής και για την προθεσμία άσκησής της σύμφωνα με τις ίδιες διατάξεις∙ η εν λόγω απόφαση κοινοποιείται στο ενδιαφερόμενο πρόσωπο:

Νοείται ότι, το παρόν εδάφιο εφαρμόζεται μόνο σε σχέση με καθεστώς πρόσφυγα που χορηγήθηκε κατόπιν αίτησης η οποία κατατέθηκε μετά την 20ή Οκτωβρίου 2004. [Σ.Σ.: βλ. Υποσημείωση αρ. 37(2) του Ν. 105(Ι)/2016].

(2Α) Χωρίς επηρεασμό του καθήκοντος του πρόσφυγα, βάσει της παραγράφου (α) του εδαφίου (2) του άρθρου 16, να αποκαλύπτει κάθε σχετικό στοιχείο και να προσκομίζει κάθε σχετικό έγγραφο το οποίο έχει στη διάθεσή του, ο Προϊστάμενος καταδεικνύει στην προβλεπόμενη στο εδάφιο (2) απόφασή του, σε εξατομικευμένη βάση, ότι το ενδιαφερόμενο πρόσωπο έχει παύσει να είναι πρόσφυγας ή δεν υπήρξε ποτέ πρόσφυγας σύμφωνα με τα εδάφια (1), (1Α) και (1Αδις).

(3) Με την παύση τερματίζεται οποιαδήποτε άδεια διαμονής, που είχε χορηγηθεί στο εν λόγω πρόσωπο λόγω της ιδιότητας του ως πρόσφυγα και το πρόσωπο αυτό οφείλει να παραδώσει το δελτίο ταυτότητας πρόσφυγα και τα ταξιδιωτικά έγγραφα πρόσφυγα, που εκδόθηκαν δυνάμει του άρθρου 22.

(4) Το εδάφιο (9) του άρθρου 11, τα εδάφια (1) και (2) του άρθρου 18δις, το εδάφιο (1Α) του άρθρου 31Α και η παράγραφος (α) του εδάφιου (2Α) του άρθρου 31Γ εφαρμόζονται κατ’ αναλογία αναφορικά με απόφαση του Προϊσταμένου δυνάμει του παρόντος άρθρου.

Ανάκληση ιδιότητας του πρόσφυγα

6Α.-(1) Η ιδιότητα του πρόσφυγα ανακαλείται, όταν ο Προϊστάμενος-

(α) διαπιστώνει ότι η εκ μέρους του ενδιαφερόμενου προσώπου διαστρέβλωση ή παράλειψη γεγονότων, συμπεριλαμβανομένης της χρήσης πλαστών εγγράφων, υπήρξε αποφασιστική για τη χορήγηση του καθεστώτος πρόσφυγα∙ ή

(β) διαπιστώνει ότι ο αιτητής θα έπρεπε να είχε αποκλεισθεί ή αποκλείεται από το καθεστώς πρόσφυγα, σύμφωνα με το άρθρο 5. ή

(γ) θεωρεί ότι, για εύλογους λόγους, το ενδιαφερόμενο πρόσωπο συνιστά κίνδυνο για την ασφάλεια της Δημοκρατίας∙ ή

(δ) θεωρεί ότι το ενδιαφερόμενο πρόσωπο συνιστά κίνδυνο για την κυπριακή κοινωνία, επειδή καταδικάστηκε τελεσίδικα για τη διάπραξη ιδιαίτερα σοβαρού εγκλήματος.

(1Α) Σε περίπτωση υποβολής αίτησης από πρόσωπο το οποίο εμπίπτει σε οποιαδήποτε από τις κατηγορίες που αναφέρονται στις παραγράφους (γ) και (δ) του εδαφίου (1), ο Προϊστάμενος απορρίπτει με απόφασή του την αίτηση, σε σχέση με το καθεστώς πρόσφυγα.

(2) Σε περίπτωση που ο Προϊστάμενος, μετά από διερεύνηση της υπόθεσης εφαρμόζοντας κατ’ αναλογία την κανονική διαδικασία εξέτασης αιτήσεων του άρθρου 13, διαπιστώσει ότι συντρέχει μια από τις προϋποθέσεις, που αναφέρονται στο εδάφιο (1), ανακαλεί την ιδιότητα του πρόσφυγα από το ενδιαφερόμενο πρόσωπο με γραπτή και αιτιολογημένη απόφασή του στην οποία αναφέρει τους πραγματικούς και νομικούς λόγους στους οποίους αυτή βασίζεται και με την οποία ενημερώνει το ενδιαφερόμενο πρόσωπο περί του δικαιώματός του να προσφύγει κατά της απόφασης στο Διοικητικό Δικαστήριο δυνάμει του Άρθρου 146 του Συνάγματος, καθώς και για τη φύση και μορφή αυτής της προσφυγής και για την προθεσμία άσκησής της σύμφωνα με τις ίδιες διατάξεις∙ η εν λόγω απόφαση κοινοποιείται στο ενδιαφερόμενο πρόσωπο. [Σ.Σ.: βλ. Υποσημείωση αρ. 37(2) του Ν. 105(Ι)/2016].

(3) Τα εδάφια (1Β), (1Γ) και (1Δ) του άρθρου 6 εφαρμόζονται, τηρουμένων των αναλογιών, στη διαδικασία και την απόφαση ανάκλησης του καθεστώτος πρόσφυγα σύμφωνα με το παρόν άρθρο.

(4) Το εδάφιο (9) του άρθρου 11, τα εδάφια (1) και (2) του άρθρου 18δις, το εδάφιο (1Α) του άρθρου 31Α και η παράγραφος (α) του εδάφιου (2Α) του άρθρου 31Γ εφαρμόζονται κατ’ αναλογία  αναφορικά με απόφαση του Προϊσταμένου δυνάμει του παρόντος άρθρου.

(5) Πρόσωπα στα οποία τυγχάνουν εφαρμογής οι διατάξεις της παραγράφου (β) του εδαφίου (1) ή του εδαφίου (1Α) απολαύουν, για όσο χρόνο είναι παρόντα στις ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές, των δικαιωμάτων που προβλέπονται στα Άρθρα 3, 4, 16, 22, 31, 32 και 33 της Σύμβασης.

Παραίτηση από το καθεστώς διεθνούς προστασίας

6Β. Ανεξάρτητα από τα άρθρα 6, 6Α και 19, εάν δικαιούχος διεθνούς προστασίας έχει παραιτηθεί κατά τρόπο κατηγορηματικό από την αναγνώρισή του ως δικαιούχου διεθνούς προστασίας, ο Προϊστάμενος με απόφασή του ανακαλεί το καθεστώς διεθνούς προστασίας.

ΜΕΡΟΣ ΙΙ ΑΙΤΗΤΕΣ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Είσοδος αιτητών στη Δημοκρατία

7.-(1)Αιτητής, ο οποίος εισέρχεται ή εισήλθε στη Δημοκρατία παράνομα, δεν υπόκειται σε τιμωρία λόγω μόνο της παράνομης εισόδου ή διαμονής του, νοουμένου ότι παρουσιάζεται, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, στις αρχές και εκθέτει τους λόγους της παράνομης εισόδου ή διαμονής του.

(2) [Καταργήθηκε]

(3) Αιτητής δύναται να επικοινωνεί με τον Εκπρόσωπο της Υπάτης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες στη Δημοκρατία ή κάθε άλλη οργάνωση που παρέχει νομικές ή άλλες συμβουλές σε αιτητές σύμφωνα με το κυπριακό δίκαιο.

(4) [Διαγράφηκε].

(5)[Διαγράφηκε].

(6)[Διαγράφηκε].

Δικαίωμα παραμονής και βεβαίωση υποβολής αίτησης

8.-(1)(α) Με την επιφύλαξη του εδαφίου (1Α) του παρόντος άρθρου και με την επιφύλαξη της παραγράφου (β) του εδαφίου (4) του άρθρου 16Δ, ο αιτητής έχει, αποκλειστικά για το σκοπό της διαδικασίας, δικαίωμα παραμονής στις ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές, το οποίο δικαίωμα ισχύει από την ημερομηνία υποβολής της αίτησής του μέχρι-

(i) Την ημερομηνία κατά την οποία λήγει άπρακτη η προθεσμία των εβδομήντα πέντε (75) ημερών για άσκηση προσφυγής δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος κατά απόφασης του Προϊσταμένου επί της εν λόγω αίτησης ή κατά απόφασης της Αναθεωρητικής Αρχής επί διοικητικής προσφυγής την οποία ο αιτητής τυχόν καταχώρισε ενώπιόν της, ή

(ii) σε περίπτωση που ασκήθηκε η προαναφερόμενη προσφυγή εμπρόθεσμα, την ημερομηνία έκδοσης πρωτόδικης απόφασης του Διοικητικού Δικαστηρίου επ’ αυτής.

(β) Εντός τριών (3) ημερών από την κατάθεση της αίτησης, ο υπεύθυνος στο χώρο κατάθεσης της αίτησης χορηγεί στον αιτητή βεβαίωση υποβολής αίτησης η οποία -

(i) Eκδίδεται επ’ ονόματι του αιτητή και κατά τον τύπο που αποφασίζεται από τον Προϊστάμενο· και

(ii) πιστοποιεί ότι ο αιτητής δικαιούται να παραμείνει στις ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές, για όσο διάστημα εξετάζεται η αίτησή του· και

(iii) εάν ο αιτητής δεν δικαιούται να διακινείται ελεύθερα στο σύνολο ή σε τμήμα των ελεγχόμενων από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχών, πιστοποιεί το γεγονός αυτό· και

(iv) δεν είναι απαιτητέο να πιστοποιεί την ταυτότητα του αιτητή· και

(v) ισχύει καθόσον χρόνο ο αιτητής έχει δικαίωμα παραμονής στις ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές.

(γ) Το προβλεπόμενο στην παράγραφο (α) δικαίωμα παραμονής δεν θεμελιώνει δικαίωμα για χορήγηση άδειας διαμονής.

(δ) Ανεξάρτητα από τις διατάξεις της παραγράφου (α), το προβλεπόμενο στην εν λόγω παράγραφο δικαίωμα παραμονής παύει να ισχύει σε περίπτωση που οι αρμόδιες αρχές της Δημοκρατίας προτίθενται να παραδώσουν ή εκδώσουν τον αιτητή -

(i) σε άλλο κράτος μέλος είτε δυνάμει των περί Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης και των Διαδικασιών Παράδοσης Εκζητουμένων Μεταξύ των Κρατών Μελών της Ευρωπαϊκή Ένωσης Νόμων του 2004 και 2006 είτε άλλως πως, ή

(ii) σε τρίτη χώρα, ή

(iii) σε διεθνές ποινικό δικαστήριο.

(ε) Η αναφερόμενη στην παράγραφο (δ) έκδοση αιτητή σε τρίτη χώρα επιτρέπεται μόνο εφόσον η αποφασίζουσα την έκδοση αρχή ικανοποιείται ότι η απόφαση περί της έκδοσης δεν οδηγεί σε άμεση ή έμμεση επαναπροώθηση η οποία να παραβαίνει την παράγραφο (α) του άρθρου 4 ή τις υποχρεώσεις της Δημοκρατίας βάσει του διεθνούς δικαίου ή του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

(1Α) Με την επιφύλαξη της παραγράφου (β) του  εδαφίου (3) του άρθρου 10Α, σε περίπτωση απόφασης του Προϊσταμένου-

(α) Mε την οποία κρίνεται μια αίτηση αβάσιμη μετά την εξέτασή της σύμφωνα με το εδάφιο (4) του άρθρου 12Δ, εξαιρουμένων των περιπτώσεων κατά τις οποίες οι αποφάσεις βασίζονται στις περιστάσεις της παραγράφου (η) του εδαφίου (4) του άρθρου 12Δ, ή

(β) με την οποία κρίνεται μια αίτηση απαράδεκτη, σύμφωνα με τις παραγράφους (α), (β) ή (δ) του εδαφίου (2) του άρθρου 12Βτετράκις, ή

(γ) με την οποία απορρίπτεται η επανεξέταση της υπόθεσης του αιτητή αφού είχε διακοπεί σύμφωνα με το άρθρο 16Β, ή

(δ)  μη εξέτασης ή μη πλήρους εξέτασης της αίτησης, σύμφωνα με το άρθρο 12Βδις,

η δυνατότητα παραμονής του αιτητή στις ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές αποφασίζεται από το Διοικητικό Δικαστήριο, κατόπιν καταχώρισης σχετικής αίτησης του αιτητή.

(1Β) Με την επιφύλαξη της παραγράφου (γ) του εδαφίου (4) του άρθρου 16Δ, ο αιτητής του οποίου το δικαίωμα παραμονής εξετάζεται από το Διοικητικό Δικαστήριο δυνάμει του εδαφίου (1Α), έχει το δικαίωμα παραμονής στις ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές μέχρι την απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου επί της προβλεπόμενης στο εδάφιο (1Α) αίτησής του.  Χωρίς επηρεασμό του εδαφίου (4) του άρθρου 16Δ, εάν ο εν λόγω αιτητής είναι ασυνόδευτος ανήλικος αιτητής –

(α) Ο Διευθυντής Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας μεριμνά ώστε, προ της καταχώρισης της προτιθέμενης αίτησης, ο ασυνόδευτος ανήλικος να έχει την απαραίτητη συνδρομή διερμηνέα και νομική συνδρομή και προθεσμία τουλάχιστον μιας εβδομάδας, ώστε ο ασυνόδευτος ανήλικος να προετοιμάσει την αίτησή του προς το Διοικητικό Δικαστήριο και να υποβάλει στο Διοικητικό Δικαστήριο τα επιχειρήματα υπέρ της αναγνώρισης του δικαιώματος παραμονής του στο έδαφος της Δημοκρατίας, εν αναμονή της πρωτοβάθμιας εκδίκασης της προσφυγής, και

(β) στο πλαίσιο εξέτασης της ενώπιόν του αίτησης, το Διοικητικό Δικαστήριο εξετάζει τα πραγματικά και νομικά ζητήματα της σχετικής με τον αιτητή απόφασης του Προϊσταμένου η οποία αναφέρεται στο εδάφιο (1Α).

(1Γ) Τα εδάφια (1Α) και (1Β) του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται με την επιφύλαξη του Άρθρου 26 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 604/2013.

(2)(α) Ο τόπος διαμονής αιτητή καθορίζεται στη βεβαίωση υποβολής αίτησης.  Ο αιτητής, σε περίπτωση αλλαγής του τόπου διαμονής του, υποχρεούται να ενημερώσει το συντομότερο δυνατό το Κλιμάκιο, συμπληρώνοντας έντυπο κατά τον τύπο που αποφασίζεται από τον Προϊστάμενο. Ο υπεύθυνος του Κλιμακίου, κατά την παραλαβή του εν λόγω εντύπου, το σφραγίζει κατά τρόπο που να φαίνεται η ημερομηνία υποβολής του και παραδίδει στον αιτητή σχετική βεβαίωση λήψης του εντύπου, στην οποία εμφαίνεται η ημερομηνία υποβολής του.  Ο αιτητής προβαίνει στην προαναφερόμενη ενημέρωση του Κλιμακίου είτε εντός πέντε (5) εργάσιμων ημερών από την επέλευση της αλλαγής του τόπου διαμονής του είτε σε μεταγενέστερο χρόνο, ο οποίος είναι ο συντομότερος δυνατός από την επέλευση της αλλαγής του τόπου διαμονής του και εφόσον ο αιτητής υποβάλλει ικανοποιητική για τον υπεύθυνο του Κλιμακίου εξήγηση ως προς το ανέφικτο της τήρησης της αρχικής πενθήμερης προθεσμίας, αν ο υπεύθυνος του Κλιμακίου κρίνει ότι η προαναφερόμενη εξήγηση του αιτητή δεν είναι ικανοποιητική, θεωρεί την ενημέρωση ως εκπρόθεσμη.  Ο υπεύθυνος του Κλιμακίου δεν αρνείται την παραλαβή του εντύπου λόγω εκπρόθεσμης υποβολής του, αλλά πρέπει σε τέτοια περίπτωση να αναφέρει ότι το έντυπο υποβάλλεται εκπρόθεσμα.

(β) Ο υπεύθυνος του Κλιμακίου αποστέλλει το έντυπο αλλαγής τόπου διαμονής αυθημερόν στην Υπηρεσία Ασύλου, στο Τμήμα, στα κατά τόπο αρμόδια Επαρχιακά Γραφεία Ευημερίας και στα κατά τόπο αρμόδια Επαρχιακά Γραφεία Εργασίας.

(3) [Διαγράφηκε].

(4) [Διαγράφηκε].

Πεδίο εφαρμογής των άρθρων 8(1)(β) και (2), 9ΚΘ και 10(1Β) και (2) μέχρι (2Ε)

9.-(1) Η παράγραφος (β) του εδαφίου (1) και το εδάφιο (2) του άρθρου 8, τα άρθρα 9Α μέχρι 9ΚΘ και τα εδάφια (1Β), (2), (2Α), (2Β), (2Γ), (2Δ) και (2Ε) του άρθρου 10 εφαρμόζονται -

(α) Σε υπήκοο τρίτης χώρας ή ανιθαγενή, ο οποίος υποβάλλει αίτηση τις ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση τις Δημοκρατίας περιοχές, περιλαμβανομένου του εδάφους, των ορίων, των χωρικών υδάτων και των ζωνών διέλευσης αυτών των περιοχών∙

(β) σε υπήκοο τρίτης χώρας ή ανιθαγενή, για τον οποίο εκκρεμεί ο καθορισμός του κράτους μέλους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση αίτησής του σύμφωνα με τις διατάξεις του Δουβλίνου·

(γ) σε μέλος της οικογένειας προσώπου που αναφέρεται στην παράγραφο (α) ή (β), το οποίο μέλος καλύπτεται από την αίτηση σε αυτή την περίπτωση, η αναφορά των προαναφερομένων άρθρων σε αιτητή θεωρείται ότι εννοεί το εν λόγω μέλος.

(2) Η παράγραφος (β) του εδαφίου (1) και το εδάφιο (2) του  άρθρου 8, τα άρθρα 9Α μέχρι 9ΚΘ και τα εδάφια (1Β), (2), (2Α), (2Β), (2Γ), (2Δ) και (2Ε) του άρθρου 10 δεν εφαρμόζονται -

(α) Στην περίπτωση αιτήσεων χορήγησης διπλωματικού ή εδαφικού ασύλου, οι οποίες υποβάλλονται σε αντιπροσωπεία κράτους μέλους·

(β) σε σχέση με πρόσωπα που απολαύουν προσωρινής προστασίας δυνάμει του παρόντος Νόμου.

Ενημέρωση

9Α.-(1) Η Υπηρεσία Ασύλου εκδίδει ενημερωτικό φυλλάδιο, σε γλώσσα που κατανοεί ή ευλόγως εικάζεται ότι κατανοεί ο αιτητής, για την ενημέρωσή του αναφορικά με –

(α) Τις παροχές που δικαιούται αναφορικά με τις συνθήκες υποδοχής του και τις ακολουθούμενες διαδικασίες για την πρόσβασή του στις παροχές αυτές δυνάμει του παρόντος Νόμου·

(β) τις υποχρεώσεις προς τις οποίες οφείλει να συμμορφώνεται σε σχέση με τις συνθήκες υποδοχής του·

(γ) τις οργανώσεις ή ομάδες προσώπων που παρέχουν ειδική νομική υποστήριξη και τις οργανώσεις οι οποίες δύνανται να συνδράμουν ή να ενημερώσουν τον αιτητή για τις υπάρχουσες συνθήκες υποδοχής του, συμπεριλαμβανομένης της ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης.

(2) Κατά την προσέλευση του αιτητή σε αρμόδια αρχή για κατάθεση αίτησης, ο υπεύθυνος στο χώρο υποβολής της αίτησης παρέχει στον αιτητή το ενημερωτικό φυλλάδιο που αναφέρεται στο εδάφιο (1), καθώς και οποιεσδήποτε άλλες απαραίτητες πληροφορίες αναφορικά με τις συνθήκες υποδοχής, οι οποίες δυνατό να παρέχονται προφορικώς ή γραπτώς σε γλώσσα που κατανοεί ή ευλόγως εικάζεται ότι κατανοεί ο αιτητής.

(3) Η Υπηρεσία Ασύλου διασφαλίζει ότι η ενημέρωση του αιτητή λαμβάνει χώρα κατά τα προβλεπόμενα στα εδάφια (1) και (2), μέσα σε εύλογη προθεσμία η οποία δεν υπερβαίνει τις δεκαπέντε (15) ημέρες από την κατάθεση της αίτησης και για το σκοπό αυτό εκδίδει τις απαραίτητες κατευθυντήριες γραμμές προς όλες τις υπεύθυνες για την παραλαβή αιτήσεων αρμόδιες αρχές και παρακολουθεί και συντονίζει την ορθή εφαρμογή της παραγράφου (β) του εδαφίου (1) και του εδάφιου (2) του άρθρου 8, των άρθρων 9 μέχρι 9ΚΘ και των εδαφίων (1Β), (2), (2Α), (2Β), (2Γ) (2Δ) και (2Ε) του άρθρου 10.

Έκδοση ταξιδιωτικών εγγράφων

9Β. Ο Διευθυντής, μετά από σύσταση του Προϊσταμένου, δύναται να χορηγεί σε αιτητή τα αναγκαία ταξιδιωτικά έγγραφα, οσάκις ανακύπτουν σοβαροί ανθρωπιστικοί λόγοι οι οποίοι υπαγορεύουν την παρουσία του αιτητή σε άλλο κράτος.

Διοικητικές διατυπώσεις

9Γ. Δεν επιτρέπεται η επιβολή περιττής ή δυσανάλογης υποχρέωσης υποβολής επίσημων εγγράφων ή άλλες διοικητικές διατυπώσεις στους αιτητές, για τη χορήγηση των δικαιωμάτων που αυτοί υπέχουν δυνάμει της παραγράφου (β) του εδαφίου (1) και του εδαφίου (2) του άρθρου 8, των άρθρων 9 μέχρι 9ΚΘ και των εδαφίων (1Β), (2), (2Α), (2Β), (2Γ), (2Δ) και (2Ε) του άρθρου 10, απλώς και μόνο επειδή οι αιτητές ζητούν να τους παρασχεθεί διεθνής προστασία.

Διαμονή και ελευθερία διακίνησης

9Δ.-(1) Ο αιτητής έχει δικαίωμα ελεύθερης διακίνησης και διαμονής στις ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές.

(2) Ο αιτητής έχει δικαίωμα επιλογής του τόπου διαμονής του και υποχρέωση ενημέρωσης των αρμόδιων αρχών για οποιαδήποτε αλλαγή του τόπου διαμονής του σύμφωνα με το άρθρο 8.

Περιορισμοί στην ελεύθερη διακίνηση και διαμονή

9Ε.-(1) Ανεξάρτητα από τα εδάφια (1) και (2) του άρθρου 8 και από το άρθρο 9Δ, ο Υπουργός δύναται με απόφασή του-

(α)  Η οποία συνιστά κανονιστική διοικητική πράξη και δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας-

(i) να περιορίζει το δικαίωμα ελεύθερης διακίνησης των αιτητών σε ορισμένες από τις ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές, ή/και

(ii) να αποφασίζει τον τόπο διαμονής των αιτητών, για λόγους δημοσίου συμφέροντος ή δημόσιας τάξης∙

(β)  η οποία συνιστά ατομική διοικητική πράξη και κοινοποιείται στον επηρεαζόμενο αιτητή -

(i) να περιορίζει το δικαίωμα ελεύθερης διακίνησης του συγκεκριμένου αιτητή σε ορισμένες από τις ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές, ή/και

(ii) να καθορίζει τον τόπο διαμονής του συγκεκριμένου αιτητή, για λόγους δημοσίου συμφέροντος ή δημόσιας τάξης ή, όταν είναι αναγκαίο, για την ταχεία επεξεργασία και την αποτελεσματική παρακολούθηση της αίτησής του.

(2) Σε περίπτωση περιορισμού των δικαιωμάτων ελεύθερης διακίνησης ή διαμονής σύμφωνα με το εδάφιο (1) -

(α) Ο περιορισμός του δικαιώματος ελεύθερης διακίνησης σε ορισμένη περιοχή  δεν πρέπει να θίγει την αναπαλλοτρίωτη σφαίρα της ιδιωτικής ζωής και ούτε να παρεμποδίζει με οποιοδήποτε τρόπο την πρόσβαση των αιτητών σε όλα τα πλεονεκτήματα που παραχωρούνται δυνάμει της παραγράφου (β) του εδαφίου (1) και του εδαφίου (2) του άρθρου 8, των άρθρων 9 μέχρι 9ΚΘ και των εδαφίων (1Β), (2), (2Α), (2Β), (2Γ), (2Δ) και (2Ε) του άρθρου 10∙

(β) ο Προϊστάμενος δύναται να αποφασίζει για τη χορήγηση άδειας προσωρινής απομάκρυνσης από τον καθοριζόμενο τόπο διαμονής ή διακίνησης, μετά από αίτηση του ενδιαφερόμενου προσώπου κατά τον τύπο που αποφασίζεται από τον Προϊστάμενο, σε ατομική, αμερόληπτη και αντικειμενική βάση και, σε περίπτωση απορριπτικής εν όλω ή εν μέρει απόφασης, αυτή πρέπει να είναι αιτιολογημένη:

Νοείται ότι, αιτητής δικαιούται να παρουσιάζεται σε οποιαδήποτε διοικητική αρχή ή δικαστήριο της Δημοκρατίας, εφόσον η παρουσία του είναι αναγκαία, χωρίς την έκδοση της προαναφερόμενης απόφασης και ανεξάρτητα από το περιορισμό των δικαιωμάτων ελεύθερης διακίνησης ή διαμονής σύμφωνα με το εδάφιο (1).

Κράτηση αιτητών

9ΣΤ.-(1) Απαγορεύεται η κράτηση αιτητή λόγω μόνο της ιδιότητάς του ως αιτητή, καθώς και η κράτηση ανήλικου αιτητή.

(2) Εκτός εάν στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι εφικτό να εφαρμοστούν αποτελεσματικά άλλα λιγότερο περιοριστικά εναλλακτικά μέτρα, όπως τα προβλεπόμενα στο εδάφιο (3), και εφόσον κρίνεται αναγκαίο και κατόπιν ατομικής αξιολόγησης κάθε περίπτωσης, ο Υπουργός δύναται να εκδίδει γραπτό διάταγμα με το οποίο να θέτει υπό κράτηση αιτητή, μόνο για οποιοδήποτε από τους ακόλουθους λόγους:

(α) Για τη διαπίστωση της ταυτότητας ή της ιθαγένειας·

(β) για να προσδιοριστούν τα στοιχεία εκείνα στα οποία βασίζεται η αίτηση, η απόκτηση των οποίων θα ήταν σε άλλη περίπτωση αδύνατη, ιδίως όταν υπάρχει κίνδυνος διαφυγής του αιτητή·

(γ) για να αποφασιστεί, στο πλαίσιο διαδικασίας, το δικαίωμα του αιτητή για είσοδο στο έδαφος·

(δ) όταν κρατείται στο πλαίσιο της διαδικασίας επιστροφής δυνάμει των άρθρων 18ΟΓ μέχρι 18ΠΘ του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, προκειμένου να προετοιμάζεται η επιστροφή ή/και να διεξάγεται η διαδικασία απομάκρυνσης, και ο Υπουργός τεκμηριώνει βάσει αντικειμενικών κριτηρίων, συμπεριλαμβανομένου του γεγονότος ότι το πρόσωπο είχε ήδη την ευκαιρία πρόσβασης στη διαδικασία χορήγησης ασύλου, ότι υπάρχουν βάσιμοι λόγοι να θεωρείται ότι το πρόσωπο υποβάλλει αίτηση διεθνούς προστασίας, προκειμένου να καθυστερεί απλώς ή να εμποδίζει την εκτέλεση απόφασης επιστροφής·

(ε) όταν απαιτείται για την προστασία της εθνικής ασφάλειας ή της δημόσιας τάξης·

(στ) σύμφωνα με το Άρθρο 28 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 604/2013.

(3)  Ο Υπουργός δύναται, αντί να θέσει τον αιτητή υπό κράτηση, να του επιβάλει εναλλακτικά, για όσο χρονικό διάστημα κρίνει σκόπιμο υπό τις περιστάσεις, ορισμένες υποχρεώσεις που στοχεύουν στην αποφυγή του κινδύνου διαφυγής, όπως -

(α) Τακτική εμφάνιση ενώπιον των αρχών της Δημοκρατίας,

(β) κατάθεση χρηματικής εγγύησης,

(γ) υποχρέωση διαμονής σε υποδεικνυόμενο μέρος, περιλαμβανομένου κέντρου φιλοξενίας,

(δ) επιτήρηση από επόπτη.

(4)(α) Η κράτηση αιτητή έχει τη μικρότερη δυνατή διάρκεια και διαρκεί μόνο για όσο διάστημα ισχύει λόγος κράτησης που προβλέπεται στο εδάφιο (2).

(β) Οι διοικητικές διαδικασίες που συνδέονται με λόγο κράτησης που προβλέπεται στο εδάφιο (2) εκτελούνται χωρίς περιττές καθυστερήσεις. Καθυστερήσεις των διοικητικών διαδικασιών που δεν μπορούν να αποδοθούν στο αιτητή δεν δικαιολογούν την συνέχιση της κράτησης.

(5) Το προβλεπόμενο στο παρόν άρθρο διάταγμα παραθέτει τους πραγματικούς και νομικούς λόγους βάσει των οποίων εκδίδεται και αντίγραφό του επιδίδεται στον επηρεαζόμενο αιτητή.

(6)(α) Το διάταγμα κράτησης υπόκειται σε προσφυγή βάσει του Άρθρου 146 του Συντάγματος, σύμφωνα με τις διατάξεις του εν λόγω Άρθρου και υπό τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες το εν λόγω Άρθρο επιτρέπει τέτοια προσφυγή.

(β)(i) Η πρωτοβάθμια εκδίκαση προσφυγής, η οποία αναφέρεται στην παράγραφο (α), ολοκληρώνεται το συντομότερο δυνατό και η δικαστική απόφαση εκδίδεται, εκτός αν συντρέχουν λόγοι ανωτέρας βίας, εντός τεσσάρων (4) εβδομάδων από την καταχώριση της προσφυγής.  Προς επίτευξη της πιο πάνω προθεσμίας και ανεξαρτήτως οποιουδήποτε Διαδικαστικού Κανονισμού, το εκδικάζον δικαστήριο δύναται να δίνει ανάλογες οδηγίες για ταχεία ανταλλαγή των δικογράφων και των συνακόλουθων αγορεύσεων, ή/και δύναται να ακούει προφορικά τους διαδίκους αντί γραπτών αγορεύσεων.

(ii) Η υποπαράγραφος (i) παύει να εφαρμόζεται σε περίπτωση έκδοσης Διαδικαστικών Κανονισμών από το Ανώτατο Δικαστήριο οι οποίοι διασφαλίζουν την εκδίκαση της προσφυγής όχι αργότερα από την προθεσμία που αναφέρεται στην υποπαράγραφο (i).

(γ) Ο Υπουργός απολύει αμέσως τον επηρεαζόμενο υπό κράτηση αιτητή, εάν το διάταγμα κράτησής του ακυρωθεί από το Διοικητικό Δικαστήριο βάσει του Άρθρου 146 του Συντάγματος ή ανακληθεί από τον Υπουργό.

(7)(α)(i) Η διάρκεια κράτησης βάσει του παρόντος άρθρου υπόκειται σε αίτηση για την έκδοση εντάλματος habeas corpus δυνάμει του Άρθρου 155.4 του Συντάγματος, σύμφωνα με τις διατάξεις του εν λόγω Άρθρου.

(ii) Ο υπό κράτηση αιτητής δικαιούται να καταχωρίσει πέραν της μίας αίτησης η οποία αναφέρεται στην υποπαράγραφο (i), ιδίως όταν η κράτηση είναι παρατεταμένης διάρκειας ή όταν προκύπτουν σχετικές περιστάσεις ή όταν νέα στοιχεία καθίστανται διαθέσιμα τα οποία ενδέχεται να επηρεάζουν τη νομιμότητα της διάρκειας της κράτησης.

(β)(i) Η πρωτοβάθμια εκδίκαση της αίτησης, η οποία αναφέρεται την παράγραφο (α), ολοκληρώνεται το συντομότερο δυνατό και η δικαστική απόφαση εκδίδεται, εκτός αν συντρέχουν λόγοι ανωτέρας βίας, εντός τριών (3) εβδομάδων από την καταχώριση της αίτησης. Το εκδικάζον δικαστήριο δίνει τις αναγκαίες εκείνες οδηγίες προς επιτάχυνση της όλης διαδικασίας.

(ii) Η υποπαράγραφος (i) παύει να εφαρμόζεται σε περίπτωση έκδοσης Διαδικαστικών Κανονισμών από το Ανώτατο Δικαστήριο οι οποίοι διασφαλίζουν την εκδίκαση της προσφυγής όχι αργότερα από την προθεσμία που αναφέρεται στην υποπαράγραφο (i).

(γ) Ο Υπουργός απολύει αμέσως τον επηρεαζόμενο υπό κράτηση αιτητή, εάν η αίτησή του, η οποία αναφέρεται στην παράγραφο (α), γίνει δεκτή από το Ανώτατο Δικαστήριο.

(8) Ο Υπουργός ενημερώνει αμέσως και γραπτώς κάθε υπό κράτηση αιτητή, σε  γλώσσα που ο τελευταίος είτε κατανοεί είτε εύλογα θεωρείται ότι κατανοεί, για τους  λόγους κράτησης, για τις δικαστικές διαδικασίες που αναφέρονται στα εδάφια (6) και  (7) και για τη δυνατότητα αίτησης περί δωρεάν νομικής αρωγής και εκπροσώπησης στα πλαίσια αυτών των διαδικασιών σύμφωνα με τον περί Νομικής Αρωγής Νόμο.

(9)(α) Η κράτηση αιτητών λαμβάνει χώρα κατά κανόνα σε ειδικές εγκαταστάσεις κράτησης. Όταν δεν μπορεί να εξασφαλιστεί διαμονή σε ειδικές εγκαταστάσεις κράτησης και υποχρεωτικά χρησιμοποιείται σωφρονιστικό ίδρυμα, οι υπό κράτηση αιτητές κρατούνται χωριστά από τους κρατουμένους του κοινού δικαίου και ισχύουν οι συνθήκες κράτησης που προβλέπονται στον παρόν άρθρο.

(β) Στο μέτρο του δυνατού, οι υπό κράτηση αιτητές κρατούνται χωριστά από άλλους υπηκόους τρίτων χωρών οι οποίοι δεν έχουν υποβάλει αίτηση. Όταν αυτό δεν είναι δυνατό, εφαρμόζονται στους υπό κράτηση αιτητές οι συνθήκες κράτησης που προβλέπονται στο παρόν άρθρο.

(10) Οι υπό κράτηση αιτητές έχουν πρόσβαση σε υπαίθριους χώρους.

(11)(α) Πρόσωπα που εκπροσωπούν την Υπάτη Αρμοστεία των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες  δικαιούνται να επικοινωνούν και να επισκέπτονται υπό κράτηση αιτητή σε συνθήκες που σέβονται τα δικαιώματα ιδιωτικού βίου.

(β) Η παράγραφος (α) εφαρμόζεται κατ’ αναλογία σε κάθε οργάνωση που εργάζεται στη Δημοκρατία εξ’ ονόματος της Υπάτης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες βάσει συμφωνίας με τις αρχές της Δημοκρατίας.

(12)(α) Μέλη της οικογένειας, νομικοί σύμβουλοι ή συνήγοροι και πρόσωπα που εκπροσωπούν συναφείς μη κυβερνητικές οργανώσεις που αναγνωρίζονται διά νόμου ή από τις αρχές της Δημοκρατίας, δικαιούνται να επικοινωνούν και να επισκέπτονται τους υπό κράτηση αιτητές σε συνθήκες που σέβονται τα δικαιώματα ιδιωτικού βίου.

(β) Η Αστυνομία ή άλλη αρμόδια αρχή της Δημοκρατίας, υπό τον έλεγχο της οποίας υπάγεται η εγκατάσταση κράτησης στην οποία βρίσκεται ο υπό κράτηση αιτητής, με γραπτή απόφασή της δύναται να περιορίσει το δικαίωμα πρόσβασης στην εγκατάσταση κράτησης το οποίο προβλέπεται στην παράγραφο (α), όταν κρίνει αυτόν τον περιορισμό αντικειμενικά απαραίτητο για την ασφάλεια, τη δημόσια τάξη ή τη διοικητική διαχείριση της εγκατάστασης κράτησης, εφόσον η εν λόγω πρόσβαση δεν περιορίζεται υπερβολικά ούτε καθίσταται αδύνατη.

(13) Η Αστυνομία ή άλλη αρμόδια αρχή της Δημοκρατίας, υπό τον έλεγχο της οποίας υπάγεται η εγκατάσταση κράτησης στην οποία βρίσκεται ο υπό κράτηση αιτητής, παρέχει συστηματικά πληροφορίες στον υπό κράτηση αιτητή οι οποίες επεξηγούν τους κανονισμούς που εφαρμόζονται στην εγκατάσταση και παραθέτουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του σε γλώσσα την οποία είτε κατανοεί είτε ευλόγα θεωρείται ότι κατανοεί. Σε δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις, η Αστυνομία ή άλλη αρμόδια αρχή της Δημοκρατίας, υπό τον έλεγχο της οποίας υπάγεται η κλειστή περιοχή στην οποία βρίσκεται ο υπό κράτηση αιτητής, δύναται να παρεκκλίνει από την υποχρέωση αυτή για εύλογη περίοδο, η οποία είναι όσο το δυνατόν συντομότερη, σε περίπτωση που ο αιτητής κρατείται σε ζώνη διέλευσης.

(14) Σε περίπτωση κράτησης ευάλωτων αιτητών και αιτητών με ειδικές ανάγκες υποδοχής -

(α) Η υγεία, συμπεριλαμβανομένης της ψυχικής υγείας των προαναφερόμενων προσώπων, αποτελεί πρωταρχικό μέλημα των αρχών της Δημοκρατίας∙

(β) η Αστυνομία ή άλλη αρμόδια αρχή της Δημοκρατίας, υπό τον έλεγχο της οποίας υπάγεται η εγκατάσταση κράτησης στην οποία βρίσκεται το προαναφερόμενο πρόσωπο, διασφαλίζει την τακτική παρακολούθηση και επαρκή υποστήριξή του, λαμβάνοντας υπόψη την ιδιαίτερη κατάστασή του, συμπεριλαμβανόμενης της υγείας του.

(15) Στις οικογένειες υπό κράτηση παρέχεται χωριστό κατάλυμα το οποίο εξασφαλίζει επαρκή σεβασμό της ιδιωτικής ζωής.

(16)  Οι υπό κράτηση γυναίκες αιτήτριες στεγάζονται χωριστά από τους άντρες αιτητές, εκτός εάν αυτοί αποτελούν μέλη της οικογένειάς τους και εάν όλοι οι ενδιαφερόμενοι έχουν δώσει τη συγκατάθεσή τους:  Νοείται ότι, το παρόν εδάφιο δεν εφαρμόζεται όσον αφορά τη χρήση κοινόχρηστων χώρων που έχουν σχεδιαστεί για ψυχαγωγικές ή κοινωνικές δραστηριότητες, συμπεριλαμβανομένης και της χορήγησης γευμάτων.

(17) Σε δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις και για εύλογη χρονική περίοδο, η οποία είναι όσο το δυνατό συντομότερη, η Αστυνομία ή άλλη αρμόδια αρχή της Δημοκρατίας, υπό τον έλεγχο της οποίας υπάγεται η κλειστή περιοχή στην οποία βρίσκεται ο υπό κράτηση αιτητής, δύναται να παρεκκλίνει από το εδάφιο (15) και από το εδάφιο (16), σε περίπτωση που ο υπό κράτηση αιτητής κρατείται σε ζώνη διέλευσης.

(18) Σε περίπτωση που ο Υπουργός ενεργεί σύμφωνα με τα εδάφια (1) και (2), αναφορικά με συγκεκριμένο αιτητή, ταυτόχρονα ανακαλεί τυχόν ισχύον διάταγμα το οποίο είχε εκδώσει δυνάμει του άρθρου 14 ή/και 18Π του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου αναφορικά με τον ίδιο αιτητή.

(19) Υπό κράτηση αιτητής δικαιούται να προσέρχεται με τη συνοδεία της Αστυνομίας -

(α) Στο Διοικητικό Δικαστήριο, σε περίπτωση που -

(i)Ο αιτητής χειρίζεται προσωπικά και άνευ δικηγόρου την προσφυγή του η οποία αναφέρεται στο εδάφιο (6), ή  (ii)το Διοικητικό Δικαστήριο επιτρέψει στον αιτητή ή τον διατάξει να καταθέσει ενώπιόν του ως μάρτυρας∙ και

(β) στο Ανώτατο Δικαστήριο, για τους σκοπούς αίτησής του για την έκδοση εντάλματος habeas corpus αναφορικά με την κράτησή του, κατά τα προβλεπόμενα στο εδάφιο (7).

Κίνδυνος διαφυγής για τους σκοπούς του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 604/2013

9ΣΤδις. Για τους σκοπούς του Άρθρου 2, στοιχείο ιδ), του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 604/2013, τηρουμένων των αρχών της αναλογικότητας και της αναγκαιότητας, οι λόγοι επί τη βάσει των οποίων εικάζεται ότι ο αιτητής ή ο υπήκοος τρίτης χώρας ή ο άπατρις που υπόκειται σε διαδικασία μεταφοράς μπορεί να διαφύγει είναι οποιοιδήποτε από τους ακόλουθους:

(α) Μη συμμόρφωση με προηγούμενη απόφαση επιστροφής δυνάμει του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου,

(β) μη συμμόρφωση με την απόφαση μεταφοράς ή/και παρεμβολή εμποδίων στην εκτέλεση της μεταφοράς δυνάμει των διατάξεων του Δουβλίνου,

(γ) ευλόγως διαπιστωθείσα πρόθεση μη συμμόρφωσης με την απόφαση μεταφοράς δυνάμει των διατάξεων του Δουβλίνου,

(δ) παροχή ψευδών ή/και παραπλανητικών πληροφοριών,

(ε) καταδίκη που καταγράφεται σε μητρώο της Δημοκρατίας ή άλλου κράτους και η οποία είναι τέτοια που δημιουργεί εικασία ότι το εν λόγω πρόσωπο μπορεί να διαφύγει,

(στ) προηγούμενη απέλαση ή επιστροφή ή απομάκρυνση,

(ζ) ψευδής δήλωση περί της διεύθυνσης συνήθους διαμονής,

(η) προηγούμενη εξαφάνιση ή/και διαφυγή,

(θ) εγκατάλειψη των κέντρων ή χώρων υποδοχής ή φιλοξενίας αιτητών,

(ι) μη εντοπισμός στη δηλωθείσα διεύθυνση διαμονής και στον δηλωθέντα αριθμό τηλεφώνου και μη συμμόρφωση με το εδάφιο (2) του άρθρου 8 του παρόντος Νόμου, αφού προηγηθεί η δέουσα έρευνα,

(ια) αβάσιμοι ισχυρισμοί στη διάρκεια συνέντευξης στο πλαίσιο των διατάξεων του Δουβλίνου,

(ιβ) εσκεμμένη καταστροφή εγγράφων ταυτότητας ή ταξιδιωτικού εγγράφου κατά ή μετά την άφιξή του στη Δημοκρατία και μη συνεργασία με τις αρχές της Δημοκρατίας, ώστε να αποδειχθεί σε εύλογο βαθμό βεβαιότητας η ταυτότητα ή η εθνικότητα.

Ιατρικές εξετάσεις

9Ζ.-(1) Με την παραλαβή της βεβαίωσης υποβολής αίτησης, ο αιτητής παραπέμπεται από τον υπεύθυνο του χώρου υποβολής της αίτησης σε νοσηλευτικό ίδρυμα, για την υποβολή του στις ιατρικές εξετάσεις που καθορίζονται στον Πίνακα IIΙ.

(2) Ο αιτητής υποχρεούται να παρουσιάζεται για υποβολή στις πιο πάνω αναφερόμενες ιατρικές εξετάσεις εντός τριών (3) ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της βεβαίωσης υποβολής αίτησης και να επιδεικνύει τη βεβαίωση αυτή καθώς και οποιοδήποτε άλλο έγγραφο αποδεικτικό της ταυτότητάς του, εάν υπάρχει.

(3) Οι ιατρικές εξετάσεις πραγματοποιούνται ατελώς.

(4) Με την παραλαβή των αποτελεσμάτων των ιατρικών εξετάσεων, ο αιτητής παρουσιάζεται εκ νέου στο νοσηλευτικό ίδρυμα για τελική αξιολόγηση της υγείας του και ετοιμάζεται σχετική έκθεση από τον εξετάζοντα ιατρό.

(5) Τα συνολικά αποτελέσματα των ιατρικών εξετάσεων και η έκθεση του ιατρού  παραδίδονται στον αιτητή. Ο αιτητής οφείλει να παραδώσει τα εν λόγω αποτελέσματα και έκθεση στο Κλιμάκιο. Με την επιφύλαξη του περί Επεξεργασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (Προστασία του Ατόμου) Νόμου και αφού εξασφαλιστεί εκ των προτέρων η ρητή συγκατάθεση του αιτητή, το Κλιμάκιο κοινοποιεί τα αποτελέσματα των αιματολογικών εξετάσεων σε σφραγισμένο φάκελο στην Υπηρεσία Ασύλου.

(6) Το Υπουργείο Υγείας είναι η αρμόδια αρχή για την εφαρμογή των εδαφίων (1) έως (4) και της πρώτης πρότασης του εδαφίου (5).

Πρόσβαση σε μαθητεία και εκπαίδευση ανηλίκων

9Η.-(1) Ανήλικοι αιτητές και ανήλικα τέκνα αιτητών έχουν πρόσβαση στη πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια δημόσια εκπαίδευση, υπό τις ίδιες προϋποθέσεις με αυτές που ισχύουν για τους πολίτες της Δημοκρατίας, ενόσω δεν είναι εκτελεστό οποιοδήποτε μέτρο απομάκρυνσης κατ’ αυτών των ιδίων ή των γονέων τους. Η προαναφερόμενη εκπαίδευση δυνατό να παρέχεται σε κέντρο φιλοξενίας.

(2) Το δικαίωμα ανήλικων αιτητών ή ανήλικων τέκνων αιτητών για παρακολούθηση δευτεροβάθμιων σπουδών δεν επηρεάζεται από την ενηλικίωσή τους.

(3)(α) Η προβλεπόμενη στο εδάφιο (1) πρόσβαση στη δημόσια εκπαίδευση παρέχεται άμεσα και, σε κάθε περίπτωση, εντός τριών (3) μηνών από την ημερομηνία κατάθεσης της αίτησης από τον ανήλικο ή εξ’ ονόματος αυτού.

(β) Σε περίπτωση που η πρόσβαση στο δημόσιο εκπαιδευτικό σύστημα, όπως προβλέπεται στο εδάφιο (1), είναι αδύνατη λόγω της ειδικής κατάστασης του ανηλίκου, οι αρμόδιες υπηρεσίες του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού διευθετούν την εφαρμογή άλλων κατάλληλων εκπαιδευτικών ρυθμίσεων σύμφωνα με τον περί Αγωγής και Εκπαίδευσης Παιδιών με Ειδικές Ανάγκες Νόμο και με τους περί Αγωγής και Εκπαίδευσης Παιδιών με Ειδικές Ανάγκες Κανονισμούς του 2001 και του 2013, όπως αυτοί εκάστοτε τροποποιούνται ή αντικαθίστανται.

(4) Εφόσον κρίνεται αναγκαίο, παρέχονται στους ανηλίκους προπαρασκευαστικά μαθήματα, συμπεριλαμβανομένων γλωσσικών μαθημάτων, για τη διευκόλυνση της πρόσβασης και συμμετοχής τους στο δημόσιο εκπαιδευτικό σύστημα, όπως προβλέπεται στο παρόν άρθρο.

(5) Αρμόδια αρχή για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου είναι το Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού, σε συνεργασία με τις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους.

Πρόσβαση των αιτητών στην αγορά εργαασίας

9Θ.-(1)(α) Με την παρέλευση της χρονικής περιόδου η οποία προβλέπονται στην παράγραφο (β), εάν δεν έχει εκδοθεί απόφαση επί της αίτησης και η καθυστέρηση αυτή δεν μπορεί να αποδοθεί στο αιτητή, ο αιτητής έχει δικαίωμα πρόσβασης στην αγορά εργασίας.

(β) Η χρονική περίοδος που αναφέρεται στην παράγραφο (α) αρχίζει από την ημερομηνία κατάθεσης της αίτησης και λήγει εννέα (9) μήνες από την εν λόγω ημερομηνία:

Νοείται ότι, ο Υπουργός, με απόφασή του την οποία λαμβάνει μετά από διαβούλευσή του με τον Υπουργό Εργασίας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και η οποία συνιστά κανονιστική διοικητική πράξη και η οποία δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, δύναται να ορίσει ότι η εν λόγω χρονική περίοδος λήγει σε διάστημα συντομότερο των εννέα (9) μηνών από την ημερομηνία κατάθεσης της αίτησης.

(2)(α) Ο Υπουργός Εργασίας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, με διάταγμά του το οποίο –

(i) εκδίδει μετά από διαβούλευση με τον Υπουργό,

(ii) συνιστά κανονιστική διοικητική πράξη, και

(iii) δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας,

δύναται να θέτει το προβλεπόμενο στο εδάφιο (1) δικαίωμα σε όρους και προϋποθέσεις που δεν θίγουν την ουσιαστική πρόσβαση των αιτητών στην αγορά εργασίας.

(β) Το  προβλεπόμενο  στην παράγραφο (α) διάταγμα δύναται να προβλέπει όρους και προϋποθέσεις που να διασφαλίζουν την προτεραιότητα πρόσβασης των ακόλουθων προσώπων στην αγορά εργασίας, έναντι των αιτητών:

(i) Των πολιτών της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

(ii) των υπηκόων των κρατών που είναι μέρη της Συμφωνίας για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο,

(iii) των υπηκόων τρίτων χωρών που διαμένουν νόμιμα στις ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές.

(3)  Το προβλεπόμενο στο εδάφιο (1) δικαίωμα εργασίας -

(α) Δεν επηρεάζεται από την καταχώριση, δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος, προσφυγής κατά αρνητικής απόφασης του Προϊσταμένου, η οποία προσφυγή τυχόν έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα·

(β) τερματίζεται -

(i) με την άπρακτη παρέλευση της προθεσμίας για άσκηση προσφυγής δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος, κατά αρνητικής απόφασης του Προϊσταμένου, ή

(ii) με την κοινοποίηση στον αιτητή απόφασης του Διοικητικού Δικαστηρίου η οποία απορρίπτει τυχόν προσφυγή του δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος κατά αρνητικής απόφασης του Προϊσταμένου.

(4)(α) Διαπράττει ποινικό αδίκημα αιτητής που απασχολείται κατά παράβαση του παρόντος άρθρου ή/και διατάγματος που εκδίδεται δυνάμει του παρόντος άρθρου και υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τους τρεις (3) μήνες ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δύο χιλιάδες (€2.000) ευρώ ή σε αμφότερες τις ποινές.

(β) Διαπράττει ποινικό αδίκημα εργοδότης που απασχολεί αιτητή κατά παράβαση του παρόντος άρθρου ή/και διατάγματος που εκδίδεται δυνάμει του παρόντος άρθρου και υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία (3) έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις οχτώ χιλιάδες ευρώ (€8.000) ή σε αμφότερες τις ποινές.

Επαγγελματική κατάρτιση

9Ι.-(1) Η πρόσβαση σε επαγγελματική κατάρτιση του αιτητή που συνδέεται με σύμβαση απασχόλησης επιτρέπεται, εφόσον ο αιτητής έχει πρόσβαση στην αγορά εργασίας σύμφωνα με το άρθρο 9Θ.

(2) Ανεξάρτητα από το εδάφιο (1), ο Υπουργός Εργασίας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων δύναται, με απόφασή του η οποία συνιστά κανονιστική διοικητική πράξη και η οποία δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, να επιτρέπει σε αιτητές πρόσβαση σε επαγγελματική κατάρτιση, ανεξαρτήτως του αν έχουν πρόσβαση στην αγορά εργασίας.

Γενικοί κανόνες για την κάλυψη των υλικών συνθηκών υποδοχής των αιτητών

9ΙΑ.-(1) Οι Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας παρέχουν υλικές συνθήκες υποδοχής σε αιτητές οι οποίοι διαμένουν στις ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές, ώστε να εξασφαλίζουν σε αυτούς επαρκές βιοτικό επίπεδο, ικανό να διασφαλίζει τη συντήρησή τους και να προστατεύει τη σωματική και ψυχική τους υγεία.

(2) Κατά την υποβολή της αίτησης, ο υπεύθυνος του χώρου υποβολής της αίτησης παραπέμπει τον αιτητή στο κατά τόπο αρμόδιο Επαρχιακό Γραφείο Ευημερίας.

(3) Με την επίδειξη της βεβαίωσης υποβολής αίτησης, ο αιτητής δικαιούται να υποβάλει αίτημα για παροχή υλικών συνθηκών υποδοχής στον τύπο που αποφασίζεται από το Διευθυντή των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας.

(4) Οι Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας αποφασίζουν, σε ατομική βάση, την απόρριψη εν όλω ή εν μέρει αιτήματος παροχής υλικών συνθηκών υποδοχής και τη διακοπή εν όλω ή εν μέρει της παροχής υλικών συνθηκών υποδοχής, εφόσον τεκμηριώνουν ότι αιτητής-

(α)  Διαθέτει, παραδείγματος χάριν επειδή έχει εργαστεί επί εύλογο χρονικό διάστημα, επαρκείς πόρους που καθιστούν δυνατή τη συντήρησή του και του διασφαλίζουν κατάλληλο βιοτικό επίπεδο από άποψη υγείας∙ ή

(β)  παραβαίνει απόφαση του Υπουργού η οποία προβλέπεται στο άρθρο 9Ε και αφορά τον τόπο διαμονής του αιτητή, με την επιφύλαξη της παραγράφου (β) του εδαφίου (2) του ίδιου άρθρου.

(5) Οι αρμόδιες αρχές της Δημοκρατίας μεριμνούν ώστε να επιτυγχάνεται το  βιοτικό επίπεδο που αναφέρεται στο εδάφιο (1) και στην ειδική περίπτωση των  ευάλωτων προσώπων σύμφωνα με το άρθρο 9ΚΓ, καθώς και στην περίπτωση των προσώπων που τελούν υπό κράτηση.

Τρόπος παροχής υλικών συνθηκών υποδοχής

9ΙΒ.-(1) Ανεξάρτητα από το άρθρο 9ΙΑ, οι υλικές συνθήκες υποδοχής οι οποίες αναφέρονται στην παράγραφο (β) του ορισμού του όρου «υλικές συνθήκες υποδοχής» στο εδάφιο (1) του άρθρου 2, προσφέρονται σε είδος ή/και υπό τη μορφή δελτίων:

Νοείται ότι, όταν η προσφορά σε είδος ή/και υπό  τη μορφή δελτίων δεν είναι εφικτή, οι υλικές συνθήκες υποδοχής δύναται να προσφέρονται υπό τη μορφή οικονομικού βοηθήματος.

(2) Όταν υλικές συνθήκες υποδοχής προσφέρονται υπό τη μορφή οικονομικού βοηθήματος ή/και υπό τη μορφή δελτίων-

(α)  Το ποσό τους προσδιορίζεται σύμφωνα με το επίπεδο ή τα επίπεδα που έχουν καθοριστεί για να εξασφαλίζουν επαρκές βιοτικό επίπεδο στους Κύπριους πολίτες δυνάμει της σχετικής νομοθεσίας· και

(β)  επιτρέπεται να παρέχεται λιγότερο ευνοϊκή μεταχείριση από ότι στους Κύπριους πολίτες, ειδικότερα όταν οι υλικές συνθήκες υποδοχής παρέχονται εν μέρει σε είδος ή στην περίπτωση που τα εν λόγω επίπεδα, που παρέχονται στους Κύπριους πολίτες, αποσκοπούν στο να τους εξασφαλίσουν βιοτικό επίπεδο υψηλότερο από αυτό που προβλέπεται για τους αιτητές διά του παρόντος Νόμου.

Ιατροφαρμακευτική περίθαλψη

9ΙΓ.-(1) Με την επίδειξη βεβαίωσης υποβολής αίτησης, ο αιτητής, ο οποίος διαμένει στις ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές και ο οποίος δεν διαθέτει επαρκείς πόρους,  δικαιούται-

(α) Δωρεάν ιατροφαρμακευτική περίθαλψη σε όλα τα δημόσια ιατρικά ιδρύματα, η οποία περιλαμβάνει τουλάχιστον τις πρώτες βοήθειες και την αναγκαία θεραπεία ασθενειών και σοβαρών ψυχικών διαταραχών∙ και

(β) δωρεάν παροχή της απαραίτητης ιατρικής ή άλλης συνδρομής, συμπεριλαμβανομένης, κατά περίπτωση, της κατάλληλης ψυχιατρικής περίθαλψης, προκειμένου για αιτητή με ειδικές ανάγκες υποδοχής.

(2) Το Υπουργείο Υγείας αποφασίζει σε ατομική βάση την απόρριψη εν όλω ή εν μέρει αιτήματος για την παροχή της προβλεπόμενης στο εδάφιο (1) περίθαλψης ή/και συνδρομής και τη διακοπή εν όλω ή εν μέρει της παροχής της προβλεπόμενης στο εδάφιο (1)  περίθαλψης ή/και συνδρομής, εφόσον τεκμηριώσει ότι ο αιτητής διαθέτει, παραδείγματος χάριν επειδή έχει εργαστεί επί εύλογο χρονικό διάστημα, επαρκείς πόρους που να καθιστούν δυνατή τη συντήρησή του και να του διασφαλίζουν κατάλληλο βιοτικό επίπεδο από απόψεως υγείας.

(3) Τεκμαίρεται μαχητώς ότι δεν έχει επαρκείς πόρους αιτητής που διαμένει σε κέντρο φιλοξενίας ή είναι λήπτης υλικών συνθηκών υποδοχής από τις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας.

Στέγαση

9ΙΔ.-(1) Σε περίπτωση που η στέγαση παρέχεται σε είδος, αυτή λαμβάνει μία από τις ακόλουθες μορφές ή αποτελεί συνδυασμό αυτών:

(α) Χώρο που χρησιμοποιείται προς το σκοπό της στέγασης των αιτητών κατά τη διάρκεια της εξέτασης αίτησης που υποβάλλεται στα σύνορα ή σε ζώνες διέλευσης∙

(β) κέντρα φιλοξενίας που εξασφαλίζουν κατάλληλο βιοτικό επίπεδο∙

(γ) ιδιωτικές κατοικίες, διαμερίσματα, ξενοδοχεία ή άλλους χώρους προσαρμοσμένους για τη στέγαση των αιτητών.

(2) Σε περίπτωση που αιτητής ή μέλος της οικογένειάς του, κατά την υποβολή της αίτησης, ενημερώνει τον υπεύθυνο στο χώρο υποβολής της αίτησης ότι δεν διαθέτουν ή/και δεν είναι σε θέση να εξασφαλίσουν κατάλληλη στέγη άμεσα, ο εν λόγω υπεύθυνος ενημερώνει πάραυτα την Υπηρεσία Ασύλου για τις δέουσες ενέργειες.

(3) Σε περίπτωση παροχής στέγασης σε αιτητή, οι αρμόδιες αρχές λαμβάνουν, στο μέτρο του δυνατού και με τη σύμφωνη γνώμη του αιτητή, τα κατάλληλα μέτρα για τη διατήρηση της ενότητας της οικογένειάς του η οποία βρίσκεται στις ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές.

(4) Η Υπηρεσία Ασύλου αποφασίζει για τη μορφή της στέγασης η οποία παρέχεται σε είδος. Σε περίπτωση που αποφασίζεται η παροχή στέγασης σε είδος, μερικώς ή ολικώς, υπό τη μορφή που προβλέπεται στην παράγραφο (α) ή/και (γ) του εδαφίου (1) -

(α)  Η Υπηρεσία Ασύλου κοινοποιεί την εν λόγω απόφαση στις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας, και

(β)  οι Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας υλοποιούν την εν λόγω απόφαση στην έκταση που αφορά στέγαση σε είδος υπό την προαναφερόμενη μορφή.

(5) Η Υπηρεσία Ασύλου δύναται να εκχωρεί την αρμοδιότητα λήψης απόφασης δυνάμει του εδαφίου (4) σε λειτουργό άλλης αρχής, υπό την προϋπόθεση ότι η εν λόγω αρχή συναινεί.

(6) Χωρίς επηρεασμό του άρθρου 9ΣΤ ως προς τις συνθήκες κράτησης, σε περίπτωση που αποφασίζεται η παροχή στέγασης υπό τη μορφή που προβλέπεται στην παράγραφο (α), (β) ή/και (γ) του εδαφίου (1), οι αρμόδιες αρχές  μεριμνούν ώστε -

(α) Να εξασφαλίζεται στους αιτητές η προστασία της οικογενειακής τους ζωής∙

(β) οι αιτητές να έχουν τη δυνατότητα επικοινωνίας με συγγενείς, νομικούς συμβούλους ή συνηγόρους, εκπροσώπους της Υπάτης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες και άλλες σχετικές εθνικές, διεθνείς και μη κυβερνητικές οργανώσεις και φορείς∙

(γ) για σκοπούς παροχής συνδρομής στους αιτητές, να παρέχεται πρόσβαση στα μέλη της οικογένειας, στους συνηγόρους ή νομικούς συμβούλους, στους εκπροσώπους της Υπάτης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες και στις σχετικές μη κυβερνητικές οργανώσεις οι οποίες αναγνωρίζονται διά νόμου ή από τις αρχές της Δημοκρατίας· περιορισμοί στην πρόσβαση αυτή επιτρέπεται να επιβάλλονται μόνο για λόγους που σχετίζονται με την ασφάλεια του χώρου και των αιτητών.

(7) Σε περίπτωση παροχής στέγασης σε αιτητή, υπό τη μορφή που προβλέπεται στην  παράγραφο (α) ή/και (β)  του εδαφίου (1), οι αρμόδιες αρχές -

(α) Λαμβάνουν υπόψη  ιδιαίτερα ζητήματα σχετικά με το φύλο και την ηλικία, καθώς και την κατάσταση ευάλωτων προσώπων∙

(β) λαμβάνουν κατάλληλα μέτρα για την αποτροπή βιαιοπραγιών και της βίας που έχει σχέση με το φύλο, συμπεριλαμβανομένης και της σεξουαλικής κακοποίησης και παρενόχλησης στους χώρους  και στα κέντρα φιλοξενίας που αναφέρονται στην παράγραφο (α) και (β) του εδαφίου (1)∙

(γ) μεριμνούν ώστε οι ανήλικοι να έχουν πρόσβαση σε δραστηριότητες ελεύθερου χρόνου, συμπεριλαμβανομένων των παιχνιδιών και των ψυχαγωγικών δραστηριοτήτων που αρμόζουν στην ηλικία τους, εντός των χώρων και των κέντρων φιλοξενίας που αναφέρονται στις παραγράφους (α) και (β) του εδαφίου (1), καθώς και σε δραστηριότητες ανοικτού χώρου.

(8) Οι αρμόδιες αρχές διασφαλίζουν όσο το δυνατό περισσότερο ότι οι εξαρτώμενοι ενήλικοι αιτητές με ειδικές ανάγκες υποδοχής στεγάζονται μαζί με τους στενούς ενήλικες συγγενείς οι οποίοι ευρίσκονται ήδη στις ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές και οι οποίοι έχουν την ευθύνη τους σύμφωνα με το νόμο ή την πρακτική.

(9) Οι αρμόδιες αρχές διασφαλίζουν ότι η μεταφορά των αιτητών, από ένα χώρο στέγασης σε άλλο, πραγματοποιείται μόνο όταν είναι αναγκαία. Σε τέτοια περίπτωση, παρέχεται στους αιτητές η δυνατότητα να ενημερώνουν τους νομικούς τους συμβούλους ή συνηγόρους για τη μεταφορά και τη νέα τους διεύθυνση.

Αρμόδια αρχή για τα κέντρα φιλοξενίας

9ΙΕ.-(1) Με την επιφύλαξη της παραγράφου (γ) του εδαφίου (2Β) του άρθρου 10, η Υπηρεσία Ασύλου έχει αποκλειστική αρμοδιότητα για τη παραπομπή και τη λήξη της φιλοξενίας αιτητών σε κέντρο φιλοξενίας, την οποία αρμοδιότητα δύναται να εκχωρεί σε λειτουργό άλλης αρμόδιας αρχής υπό την προϋπόθεση ότι η εν λόγω αρχή συναινεί.

(2) Η Υπηρεσία Ασύλου είναι η αρμόδια αρχή για τη δημιουργία και λειτουργία κέντρων φιλοξενίας και δύναται-

(α) Να εκμισθώνει υπηρεσίες άλλων οργανισμών για τη διαχείριση της λειτουργίας των κέντρων φιλοξενίας σύμφωνα με τις διατάξεις του περί της Ρύθμισης των Διαδικασιών Σύναψης Δημοσίων Συμβάσεων και για Συναφή Θέματα Νόμου και των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων Κανονισμών, ή

(β) να εκχωρεί την αρμοδιότητα της, όπως αυτή προβλέπεται στην παράγραφο (α), στη Μονάδα Ευρωπαϊκών Ταμείων του Υπουργείου Εσωτερικών.

(3) Ανεξάρτητα από την εκμίσθωση ή την εκχώρηση υπηρεσιών δυνάμει του εδαφίου (2), η Υπηρεσία Ασύλου οφείλει να επιβλέπει την ομαλή λειτουργία των κέντρων φιλοξενίας και την ορθή εφαρμογή της παραγράφου (β) του εδαφίου (1) και του εδάφιου (2) των άρθρων 8, των άρθρων 9 μέχρι 9ΚΘ και των εδαφίων (1Β), (2), (2Α), (2Β), (2Γ), (2Δ) και (2Ε) του άρθρου 10 και για το σκοπό αυτό δύναται να εκδίδει συστάσεις και οδηγίες προς τους υπεύθυνους οργανισμούς για τη διαχείριση της λειτουργίας των κέντρων φιλοξενίας, ως προς την καλύτερη λειτουργία αυτών των κέντρων.

Γενικές αρχές που διέπουν τη λειτουργία κέντρου φιλοξενίας

9ΙΣΤ.-(1) Η λειτουργία κέντρου φιλοξενίας διέπεται από τις ακόλουθες αρχές:

(α) Την εξασφάλιση στους αιτητές επαρκούς βιοτικού επιπέδου, το οποίο να διασφαλίζει τη συντήρησή τους και να προστατεύει τη σωματική και ψυχική τους υγεία∙

(β) τη στέγαση ανύπανδρων γυναικών και ανδρών σε ξεχωριστά καταλύματα∙

(γ) την απαγόρευση παραπομπής ασυνόδευτων ανήλικων αιτητών∙

(δ) την προσωρινότητα της διαμονής των αιτητών μέχρι τη δημιουργία των απαραίτητων συνθηκών για τη διαμονή τους εκτός του κέντρου φιλοξενίας·

(ε) την ελεύθερη διακίνηση των αιτητών από και προς το κέντρο φιλοξενίας.

(2) Ανεξάρτητα από την παράγραφο (γ) του εδαφίου (1), ο Προϊστάμενος δύναται να παραπέμπει για φιλοξενία σε κέντρο φιλοξενίας ασυνόδευτο ανήλικο αιτητή ηλικίας δεκαέξι (16) ετών ή άνω, εφόσον –

(α) Διασφαλίζεται η διαμονή του σε ξεχωριστό κατάλυμα από αυτά των ενήλικων αιτητών∙ και

(β) διασφαλίζεται η εφαρμογή του άρθρου 9ΚΓ∙ και

(γ) οι Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας εξετάζουν τις συνθήκες υποδοχής στο κέντρο φιλοξενίας και εγκρίνουν τη φιλοξενία του ασυνόδευτου ανήλικου αιτητή∙ και

(δ) είναι προς το βέλτιστο συμφέρον του ασυνόδευτου ανήλικου αιτητή, όπως προβλέπεται στο εδάφιο (3) του άρθρου 9ΚΕ.

Κανόνες λειτουργίας κέντρων φιλοξενίας

9ΙΖ.-(1) Τα κέντρα φιλοξενίας διέπονται τους ακόλουθους κανόνες λειτουργίας:

(α) Η Υπηρεσία Ασύλου παραχωρεί στους αιτητές σε μηνιαία βάση επίδομα, το ύψος του οποίου καθορίζεται με διάταγμα του Υπουργικού Συμβουλίου, το οποίο δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, για την αντιμετώπιση άμεσων προσωπικών τους αναγκών:

Νοείται ότι, έως ότου τέτοιο διάταγμα εκδοθεί, ισχύει το διάταγμα που εκδόθηκε δυνάμει της υποπαραγράφου (β) της παραγράφου (1) του Κανονισμού 20 των περί Προσφύγων (Συνθήκες Υποδοχής Αιτητών) Κανονισμών του 2005 έως 2013, παρά την κατάργηση των εν λόγω Κανονισμών·

(β)  παραχωρούνται υλικά για πρόγευμα και δύο έτοιμα γεύματα την ημέρα, σύμφωνα με τις διατροφικές ιδιαιτερότητες των αιτητών·

(γ)  παρέχεται δωρεάν μεταφορά προς τα αστικά κέντρα το πρωί και από τα αστικά κέντρα προς τα κέντρα φιλοξενίας το απόγευμα, καθώς και οποιαδήποτε άλλη αναγκαία ή επείγουσα υπό τις περιστάσεις διακίνηση·

(δ)  παρέχεται ιατροφαρμακευτική περίθαλψη από νοσηλευτικό ίδρυμα, καθώς και από κάθε άλλη κρατική νοσηλευτική μονάδα, η οποία περίθαλψη καθίσταται αναγκαία υπό τις περιστάσεις·

(ε)  οι αιτητές οφείλουν να -

(i)διατηρούν τα δωμάτιά τους και τους κοινόχρηστους χώρους των κέντρων φιλοξενίας καθαρούς· και

(ii)μη φιλοξενούν πρόσωπα τα οποία δεν δικαιούνται να διαμένουν στο κέντρο φιλοξενίας· και

(iii)συμμορφώνονται με τους εσωτε-ρικούς κανονισμούς λειτουργίας του κέντρου φιλοξενίας που αφορούν την ομαλή λειτουργία και την τήρηση της τάξης σε αυτό.

(2) Οι αιτητές δικαιούνται να συμμετέχουν στη διαχείριση των υλικών μέσων και των άυλων παραμέτρων της ζωής στο κέντρο φιλοξενίας, μέσω συμβουλευτικής επιτροπής ή αντιπροσωπευτικού συμβουλευτικού οργάνου των διαμενόντων, το οποίο συνεργάζεται με τις αρμόδιες αρχές διαχείρισης του κέντρου φιλοξενίας.

Συνδρομή άλλων υπηρεσιών

9ΙΗ. Με στόχο τη συντομότερη απεξάρτηση των αιτητών από το κέντρο φιλοξενίας, η Υπηρεσία Ασύλου μεριμνά ώστε οι Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας, καθώς και άλλες κυβερνητικές υπηρεσίες και μη κυβερνητικές οργανώσεις, να παρέχουν στους αιτητές -

(α) Ενημέρωση και στήριξη αναφορικά με την εξεύρεση κατάλληλης στέγης και εργασίας, όπου αυτό είναι απαραίτητο·

(β) στήριξη αναφορικά με ψυχοκοινωνικά προβλήματα που αντιμετωπίζουν·

(γ) στήριξη για την οργάνωση της κοινωνικής τους ζωής, τη συμβουλευτική καθοδήγησή τους και τον προγραμματισμό των μελλοντικών τους ενεργειών.

Λήξη φιλοξενίας στο κέντρο φιλοξενίας

9ΙΘ.-(1) Η λήξη της φιλοξενίας σε κέντρο υποδοχής ή/και φιλοξενίας αποφασίζεται από τον Προϊστάμενο σε οποιαδήποτε από τις ακόλουθες περιπτώσεις:

(α) Με την οικειοθελή αποχώρηση του αιτητή, εφόσον έχει εξασφαλίσει άλλες κατάλληλες συνθήκες στέγασης με δικούς του πόρους·

(β) με τη πάροδο τουλάχιστον έξι (6) μηνών από την παραπομπή του αιτητή σε κέντρο φιλοξενίας, σε περίπτωση που το κέντρο φιλοξενίας είναι υπερπλήρες και είναι απαραίτητη η παραπομπή νέων αιτητών·

(γ) λόγω επανειλημμένων σοβαρών παραβάσεων από τον αιτητή των κανόνων λειτουργίας κέντρου φιλοξενίας, σε περίπτωση που δεν συμμορφώνεται με τις υποδείξεις του προσωπικού κέντρου φιλοξενίας·

(δ) λόγω ιδιαίτερα βίαιης συμπεριφοράς του αιτητή είτε προς το προσωπικό κέντρου φιλοξενίας είτε προς άλλους αιτητές:

Νοείται ότι, στις περιπτώσεις που προβλέπονται στις παραγράφους (β), (γ) και (δ), οι Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας παρέχουν στον αιτητή υλικές συνθήκες υποδοχής δυνάμει του άρθρου 9ΙΕ.

(2) Αιτητής, ο οποίος αποχωρεί από κέντρο φιλοξενίας, ενημερώνει γραπτώς την Υπηρεσία Ασύλου, αναφέροντας συγχρόνως και τη νέα διεύθυνσή του.

Προσωπικό των κέντρων φιλοξενίας

9Κ. Το προσωπικό των κέντρων φιλοξενίας διαθέτει κατάλληλη κατάρτιση αναφορικά με τις ανάγκες των αιτητών, τόσο των ανδρών όσο και των γυναικών, αλλά και των προσώπων που εμπίπτουν στις διατάξεις του άρθρου 9ΚΓ, και δεσμεύεται από την αρχή της εμπιστευτικότητας αναφορικά με οποιεσδήποτε πληροφορίες τις οποίες γνωρίζει ως εκ της άσκησης των καθηκόντων του σύμφωνα με το άρθρο 31Β.

Διαφοροποιημένες συνθήκες υποδοχής

9ΚΑ.-(1) Σε δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις, ο Προϊστάμενος με απόφασή του δύναται κατ’ εξαίρεση να καθιστά εφαρμοστέες υλικές συνθήκες υποδοχής οι οποίες είναι διαφορετικές από τις προβλεπόμενες στα εδάφια (1), (6), (8) και (9) του άρθρου 9ΙΔ, στις παραγράφους (α) και (β) του εδαφίου (7) του άρθρου 9ΙΔ, στις παραγράφους (β) και (γ) του εδαφίου (1) του άρθρου 9ΙΣΤ, στο εδάφιο (2) του άρθρου 9ΙΖ και στο άρθρο 9Κ, για εύλογη χρονική περίοδο η οποία είναι όσο το δυνατό συντομότερη, σε περίπτωση που -

(α) Απαιτείται εκτίμηση των ειδικών αναγκών του αιτητή, σύμφωνα με το άρθρο 9ΚΔ∙ ή

(β) έχουν εξαντληθεί προσωρινά οι συνήθεις διαθέσιμες δυνατότητες στέγασης.

(2) Οι διαφοροποιημένες συνθήκες υποδοχής καλύπτουν σε κάθε περίπτωση τις βασικές ανάγκες και, σε περίπτωση που αποφασίζονται διαφοροποιημένες συνθήκες υποδοχής για το λόγο που αναφέρεται-

(α) Στην παράγραφο (α) του εδαφίου (1), οι συνθήκες αυτές κοινοποιούνται γραπτώς στον επηρεαζόμενο αιτητή, εξηγώντας τους λόγους για τις διαφοροποιημένες αυτές συνθήκες υποδοχής, καθώς και το χρονικό διάστημα για το οποίο αυτές ισχύουν·

(β) στην παράγραφο (β) του εδαφίου (1), οι συνθήκες αυτές δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας με γνωστοποίηση του Προϊστάμενου, η οποία καθορίζει επίσης το χρονικό διάστημα για το οποίο αυτές ισχύουν.

Περιορισμός ή ανάκληση των υλικών συνθηκών υποδοχής

9ΚΒ.-(1) Με την επιφύλαξη του περί της Σύμβασης περί των Δικαιωμάτων του Παιδιού (Κυρωτικού) Νόμου, ο Προϊστάμενος δύναται με απόφασή του, η οποία των υλικών κοινοποιείται τόσο στον επηρεαζόμενο αιτητή όσο και στις αρμόδιες αρχές για την εκτέλεσή της -

(α) Να περιορίζει ή, σε εξαιρετικές και δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις, να ανακαλεί τις υλικές συνθήκες υποδοχής, όταν ο αιτητής -

(i) Δεν συμμορφώνεται είτε με την υποχρέωση ενημέρωσης για αλλαγή του τόπου διαμονής του βάσει του άρθρου 8 είτε με απόφαση ή άδεια που εκδίδεται δυνάμει του άρθρου 9Ε και τον δεσμεύει, ή

(ii) δεν προσέρχεται στην προσωπική συνέντευξη που καθορίζεται από την Υπηρεσία Ασύλου εντός δύο (2) εβδομάδων από την ημερομηνία της καθορισμένης συνέντευξης ή δεν ανταποκρίνεται σε απαίτηση της Υπηρεσίας Ασύλου για παροχή πληροφοριών στο πλαίσιο της διαδικασίας εξέτασης της αίτησης εντός δύο (2) εβδομάδων από την ημερομηνία που όφειλε να ανταποκριθεί στην απαίτηση για παροχή πληροφοριών, και δεν παραχωρεί ικανοποιητικές εξηγήσεις για τις ενέργειές του αυτές, ή

(iii) έχει υποβάλει μεταγενέστερη αίτηση δυνάμει του άρθρου 16Δ:

Νοείται ότι, στις περιπτώσεις που προβλέπονται στις υποπαραγράφους (i) και (ii), όταν ο αιτητής εντοπισθεί ή προσέλθει αυτοβούλως στην Υπηρεσία Ασύλου, ο Προϊστάμενος λαμβάνει δεόντως  αιτιολογημένη απόφαση, βασιζόμενη στους λόγους που οδήγησαν στην εξαφάνιση του αιτητή, σχετικά με την ανανέωση της παροχής μερικών ή όλων των υλικών συνθηκών υποδοχής που είχαν περιοριστεί ή ανακληθεί·

(β) να περιορίζει ή να ανακαλεί τις υλικές συνθήκες υποδοχής, όταν ο αιτητής έχει αποκρύψει τους οικονομικούς του πόρους και έχει, κατά συνέπεια, επωφεληθεί με αθέμιτο τρόπο από τις υλικές συνθήκες υποδοχής·

(γ) να περιορίζει τις υλικές συνθήκες υποδοχής, όταν ο αιτητής, χωρίς δικαιολογημένη αιτία, δεν έχει καταθέσει αίτηση το συντομότερο ευλόγως δυνατό μετά την άφιξη στις ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές:

Νοείται ότι, για τον προσδιορισμό του προαναφερόμενου συντομότερου ευλόγως δυνατού χρονικού διαστήματος, αναφορικά με αιτητή που διαμένει ήδη στις ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές υπό άλλο νομικό καθεστώς, η Υπηρεσία Ασύλου λαμβάνει υπόψη το χρόνο κατά τον οποίο ο αιτητής ισχυρίζεται ότι γεννήθηκε ο βάσιμος φόβος δίωξης.

(2) Οποιαδήποτε απόφαση του Προϊσταμένου για περιορισμό ή ανάκληση των υλικών συνθηκών υποδοχής δυνάμει του εδαφίου (1) του παρόντος άρθρου ή για λήξη της φιλοξενίας αιτητή σε κέντρο φιλοξενίας δυνάμει των παραγράφων (γ) και (δ) του εδαφίου (1) του άρθρου 9ΙΘ λαμβάνεται σε ατομική, αντικειμενική και αμερόληπτη βάση, αιτιολογείται δεόντως και κοινοποιείται στον επηρεαζόμενο αιτητή. Τέτοια απόφαση βασίζεται στην ειδική κατάσταση του επηρεαζόμενου προσώπου, ιδίως όσον αφορά πρόσωπο που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 9ΚΓ, λαμβανομένης υπόψη της αρχής της αναλογικότητας. Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του παρόντος άρθρου και των παραγράφων (γ) και (δ) του εδαφίου (1) του άρθρου 9ΙΘ, υπό οποιεσδήποτε συνθήκες διασφαλίζεται αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης για όλους τους αιτητές και πρόσβαση αυτών σε περίθαλψη και συνδρομή σύμφωνα με το άρθρο 9ΙΓ.

(3) Ο Προϊστάμενος με δεόντως αιτιολογημένη απόφασή του, την οποία κοινοποιεί στις αρμόδιες αρχές προς εκτέλεση και λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαίτερες συνθήκες της κάθε περίπτωσης, δύναται να ανανεώνει την παροχή μερικών ή όλων των υλικών συνθηκών υποδοχής δυνάμει του παρόντος Νόμου.

(4) Οι υλικές συνθήκες υποδοχής δεν ανακαλούνται ή περιορίζονται χωρίς τη λήψη απόφασης η οποία να  πληροί τις απαιτήσεις του εδαφίου (2).

Πρόσωπα που χρήζουν ειδικής μεταχείρισης

9ΚΓ. Κατά την εφαρμογή των διατάξεων της παραγράφου (β) του εδαφίου (1) και του εδάφιου (2) του άρθρου 8, των άρθρων 9Α μέχρι 9ΚΘ και των εδαφίων (1Β), (2), (2Α), (2Β), (2Γ), (2Δ) και (2Ε) του άρθρου 10, οι αρμόδιες αρχές λαμβάνουν υπόψη τους την ειδική κατάσταση των ευάλωτων προσώπων, όπως οι ανήλικοι, οι ασυνόδευτοι ανήλικοι, τα πρόσωπα με ειδικές ανάγκες, οι ηλικιωμένοι, οι εγκυμονούσες, οι μονογονεϊκές οικογένειες με ανήλικα παιδιά, τα θύματα εμπορίας προσώπων, τα πρόσωπα με σοβαρές ασθένειες, τα πρόσωπα με πνευματικές διαταραχές και τα άτομα που έχουν υποστεί βασανιστήρια, βιασμό ή άλλες σοβαρές μορφές ψυχολογικής, φυσικής ή σεξουαλικής βίας, όπως γυναίκες θύματα ακρωτηριασμού των γεννητικών οργάνων.

Αξιολόγηση των ειδικών αναγκών υποδοχής και διαδικαστικών αναγκών των ευάλωτων προσώπων

9ΚΔ.-(1) Για την αποτελεσματική εφαρμογή του άρθρου 9ΚΓ, απαιτείται ατομική εκτίμηση  για να  διαπιστωθεί κατά πόσο συγκεκριμένο πρόσωπο είναι αιτητής με ειδικές ανάγκες υποδοχής και, εάν είναι, για να προσδιοριστούν αυτές οι ειδικές ανάγκες υποδοχής.  Κατά τη διενέργεια της προαναφερόμενης εκτίμησης, απαιτείται ατομική συνεκτίμηση για να διαπιστωθεί κατά πόσο το ίδιο πρόσωπο είναι αιτητής που χρήζει ειδικών διαδικαστικών εγγυήσεων και, εάν είναι, για να προσδιοριστούν οι διαδικαστικές του ανάγκες και να τύχει της αναγκαίας υποστήριξης και των ειδικών διαδικαστικών εγγυήσεων.  Οι εν λόγω εκτιμήσεις διενεργούνται χωρίς επηρεασμό της εκτίμησης των αναγκών διεθνούς προστασίας σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου.

(2) Οι ατομικές εκτιμήσεις που αναφέρονται στο εδάφιο (1) διενεργούνται εντός εύλογου χρονικού διαστήματος κατά τα αρχικά στάδια υποβολής της αίτησης, χωρίς η εμβέλεια αυτής της εκτίμησης να περιορίζεται κατ’ ανάγκην στα αναφερόμενα στο ειδικό έντυπο που προβλέπεται στην παράγραφο (α) του εδαφίου (3).

(3) Για την αποτελεσματική εφαρμογή του παρόντος άρθρου -

(α) Ο υπεύθυνος στο χώρο υποβολής της αίτησης συμπληρώνει ειδικό έντυπο, ο τύπος του οποίου αποφασίζεται από τον Προϊστάμενο, στο οποίο αναφέρει τυχόν ειδικές ανάγκες υποδοχής ή/και διαδικαστικές ανάγκες του αιτητή καθώς και τη φύση των αναγκών αυτών, όπου αυτό είναι εφικτό∙

(β) στο πλαίσιο των αρχικών ιατρικών εξετάσεων στις οποίες υποβάλλεται ο αιτητής δυνάμει του άρθρου 9Ζ, ο εξετάζων ιατρός, ψυχολόγος ή άλλος ειδικός ετοιμάζει έκθεση για την ύπαρξη τυχόν ειδικών αναγκών υποδοχής ή/ και διαδικαστικών αναγκών του αιτητή καθώς και τη φύση των αναγκών αυτών∙

(γ) σε περίπτωση που ο αιτητής φιλοξενείται σε κέντρο φιλοξενίας, οι κοινωνικοί λειτουργοί και ψυχολόγοι που εργάζονται σε αυτό διαπιστώνουν, μετά από διεξαγωγή προσωπικών συνεντεύξεων με τον κάθε διαμένοντα, εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος από την εισδοχή του αιτητή στο κέντρο φιλοξενίας, κατά πόσο οι διαμένοντες στο κέντρο φιλοξενίας αντιμετωπίζουν οποιεσδήποτε ειδικές ανάγκες υποδοχής ή/και διαδικαστικές ανάγκες και ετοιμάζουν σχετική έκθεση στην οποία αναφέρουν και τη φύση τέτοιων ενδεχόμενων αναγκών∙

(δ) οι λειτουργοί των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας, σε περίπτωση που ο αιτητής παρουσιαστεί ενώπιόν τους,  εντοπίζουν όπου είναι δυνατό τυχόν ειδικές ανάγκες υποδοχής ή/και διαδικαστικές ανάγκες του αιτητή και ενημερώνουν γραπτώς την Υπηρεσία Ασύλου για την ύπαρξη καθώς και τη φύση τέτοιων ενδεχόμενων αναγκών∙

(ε) σε περίπτωση που οποιαδήποτε αρμόδια αρχή της Δημοκρατίας, κατά την εκπλήρωση των αρμοδιοτήτων της δυνάμει του παρόντος Νόμου, διαπιστώσει την ύπαρξη τυχόν ειδικών αναγκών υποδοχής ή/ και διαδικαστικών αναγκών του αιτητή, υποχρεούται να ενημερώσει άμεσα την Υπηρεσία Ασύλου.

(4)(α) Τα έντυπα και οι εκθέσεις που αναφέρονται στο εδάφιο (3)  κοινοποιούνται άμεσα στην Υπηρεσία Ασύλου σε σφραγισμένο φάκελο.

(β) Η Υπηρεσία Ασύλου-

(i) Αποφασίζει, εντός εύλογου χρονικού διαστήματος, για την ανάγκη παροχής ειδικών αναγκών υποδοχής ή/ και διαδικαστικών αναγκών, αναφέροντας στην εν λόγω απόφαση τη φύση τέτοιων ενδεχόμενων αναγκών, αφού λάβει υπόψη της τις πληροφορίες και τα στοιχεία που περιέχονται  στα έντυπα και στις εκθέσεις που αναφέρονται στο εδάφιο (3), και

(ii) παραπέμπει τον αιτητή με ειδικές ανάγκες υποδοχής ή/και διαδικαστικές ανάγκες στις αρμόδιες αρχές για σκοπούς εφαρμογής του εδαφίου (6).

(γ) Η Υπηρεσία Ασύλου αν το κρίνει αναγκαίο, διεξάγει προσωπική συνέντευξη με τον αιτητή αναφορικά με τις ειδικές ανάγκες υποδοχής του ή/και διαδικαστικές ανάγκες του ή/και ζητεί συμβουλές από εμπειρογνώμονες επί ειδικών ζητημάτων.

(5) Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται και σε περίπτωση που οι ειδικές ανάγκες υποδοχής ή/και διαδικαστικές ανάγκες εμφανιστούν σε μεταγενέστερο στάδιο της διαδικασίας διεθνούς προστασίας. Σε περίπτωση που αρμόδια αρχή της Δημοκρατίας, κατά την εκπλήρωση των αρμοδιοτήτων της δυνάμει του παρόντος Νόμου, διαπιστώσει σε μεταγενέστερο στάδιο της διαδικασίας διεθνούς προστασίας την ύπαρξη ειδικών αναγκών του αιτητή, υποχρεούται να ενημερώσει άμεσα την Υπηρεσία Ασύλου, η οποία και αποφασίζει για την ανάγκη παροχής ειδικών αναγκών υποδοχής ή/και διαδικαστικών αναγκών σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου (4).

(6) Σε αιτητή που διαπιστώνεται ότι είναι αιτητής με  ειδικές ανάγκες υποδοχής ή/και διαδικαστικές ανάγκες σύμφωνα με το παρόν άρθρο, οι αρμόδιες αρχές -

(α) Παρέχουν υποστήριξη, η οποία λαμβάνει υπόψη τις ειδικές ανάγκες υποδοχής ή/και διαδικαστικές ανάγκες του αιτητή καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας διεθνούς προστασίας∙ και

(β) μεριμνούν για την κατάλληλη παρακολούθηση της κατάστασής του.

(7) Μόνο ευάλωτα πρόσωπα σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 9ΚΓ θεωρούνται ότι έχουν ειδικές ανάγκες υποδοχής και επωφελούνται της ειδικής στήριξης που παρέχεται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου.

Ανήλικοι

9ΚΕ.-(1) Οι Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας έχουν αρμοδιότητα και ευθύνη αναφορικά με ανήλικους αιτητές.

(2) Το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού αποτελεί πρωταρχικό μέλημα των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας κατά την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος Νόμου σχετικά με τους ανηλίκους. Οι Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας εξασφαλίζουν στον ανήλικο επίπεδο διαβίωσης κατάλληλο για τη σωματική, διανοητική, ηθική και κοινωνική ανάπτυξή του.

(3) Κατά την εκτίμηση του βέλτιστου συμφέροντος του παιδιού, οι αρμόδιες αρχές λαμβάνουν δεόντως υπόψη ιδίως τους ακόλουθους παράγοντες:

(α) Τις δυνατότητες επανένωσης της οικογένειας∙

(β) την ποιότητα ζωής και την κοινωνική ανάπτυξη του ανηλίκου, λαμβάνοντας ιδιαίτερα υπόψη το υπόβαθρο του ανηλίκου∙

(γ) ζητήματα ασφάλειας και προστασίας, ιδίως εάν υπάρχει κίνδυνος να καταστεί ο ανήλικος θύμα εμπορίας προσώπων∙

(δ) τις απόψεις του ανηλίκου, ανάλογα με την ηλικία και την ωριμότητά του.

(4) Οι Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας διασφαλίζουν την πρόσβαση σε υπηρεσίες αποκατάστασης σε ανηλίκους που είναι θύματα κάθε μορφής κατάχρησης, αμέλειας, εκμετάλλευσης, βασανιστηρίων ή σκληρής, απάνθρωπης ή ταπεινωτικής μεταχείρισης ή που έχουν υποφέρει από ένοπλες συγκρούσεις, και την παροχή σε αυτούς κατάλληλης ψυχολογικής φροντίδας, καθώς και εξειδικευμένη θεραπεία, εφόσον αυτό απαιτείται.

(5) Οι αρμόδιες αρχές διασφαλίζουν ότι τα ανήλικα τέκνα των αιτητών ή οι ανήλικοι αιτητές διαμένουν με τους γονείς τους, τα ανήλικα άγαμα αδέλφια τους ή με τον ενήλικο που έχει την ευθύνη τους βάσει νόμου ή πρακτικής, εφόσον αυτό είναι προς το βέλτιστο συμφέρον των εν λόγω ανηλίκων.

Θύματα βασανιστηρίων και βίας

9ΚΣΤ.-(1) Ο Διευθυντής των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας διασφαλίζει ότι τα πρόσωπα που έχουν υποστεί βασανιστήρια, βιασμό ή άλλες πράξεις βίας λαμβάνουν την αναγκαία περίθαλψη για τη ζημιά που προκλήθηκε από τέτοια πράξη και ιδίως πρόσβαση σε κατάλληλη ιατρική και ψυχολογική θεραπεία ή περίθαλψη.

(2) Οι απασχολούμενοι με θύματα βασανιστηρίων, βιασμού ή άλλων σοβαρών πράξεων βίας διαθέτουν και συνεχίζουν να λαμβάνουν κατάλληλη κατάρτιση σχετικά με τις ανάγκες των ανήλικων και δεσμεύονται από την αρχή της εμπιστευτικότητας σύμφωνα με το άρθρο 31Β, αναφορικά με τις πληροφορίες τις οποίες γνωρίζουν ως εκ της άσκησης της εργασίας τους.

Δυσμενείς αποφάσεις

9ΚΖ. Οποιαδήποτε δυσμενής απόφαση αρμόδιας αρχής, η οποία συνιστά ατομική διοικητική πράξη και αφορά την παροχή, απόσυρση ή τον περιορισμό πλεονεκτημάτων κατ' εφαρμογή οποιασδήποτε διάταξης εκ της παραγράφου (β) του εδαφίου (1) και του εδάφιου (2) του άρθρου 8, των άρθρων 9 μέχρι 9ΚΣΤ και των εδαφίων (1Β), (2), (2Α), (2Β), (2Γ), (2Δ) και (2Ε) του άρθρου 10, λαμβάνεται σε αντικειμενική και αμερόληπτη βάση και είναι δεόντως αιτιολογημένη.

Σύστημα προσανατολισμού, παρακολούθησης και ελέγχου του συστήματος υποδοχής

9ΚΗ. Ο Υπουργός παρακολουθεί και συντονίζει την ορθή εφαρμογή της παραγράφου (β) του εδαφίου (1) και του εδάφιου (2) του άρθρου 8, των άρθρων 9 μέχρι 9ΚΘ και των εδαφίων (1Β), (2), (2Α), (2Β), (2Γ), (2Δ) και (2Ε) του άρθρου 10, και για το σκοπό αυτό δύναται να εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές προς όλες τις αρμόδιες αρχές για την καλύτερη εφαρμογή των εν λόγω άρθρων.

Υποχρεώσεις έναντι της Ευρωπαϊκής Ένωσης

9ΚΘ. Ο Προϊστάμενος, ως αρμόδια αρχή της Δημοκρατίας, εκπληρώνει τις υποχρεώσεις τις οποίες επιβάλλουν στη Δημοκρατία, ως κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τα ακόλουθα Άρθρα της Οδηγίας 2013/33/ΕΕ:

(α) Άρθρο 27·

(β) Άρθρο 28, παράγραφος 2·

(γ) Άρθρο 29, παράγραφος 1∙

(δ) Άρθρο 30, δεύτερο εδάφιο.

Ασυνόδευτοι ανήλικοι αιτητές

10. (1) Σε περίπτωση που ο αιτητής είναι ασυνόδευτος ανήλικος, οι αρχές ενώπιον των οποίων υποβάλλεται η αίτηση ή/και ο αρμόδιος λειτουργός γνωστοποιούν αμέσως την περίπτωση στον Προϊστάμενο που γνωστοποιεί αμέσως την περίπτωση στο Διευθυντή του Τμήματος  Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας, ο οποίος ενεργεί ως κηδεμόνας του εν λόγω ανηλίκου και λαμβάνει όλα τα αναγκαία μέτρα, δυνάμει του παρόντος Νόμου και των εκδιδόμενων δυνάμει αυτού Κανονισμών, για λογαριασμό και προς το συμφέρον του ανηλίκου.

(1Α) Το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού αποτελεί πρωταρχικό   μέλημα κατά την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος Νόμου οι οποίες αφορούν τη διεθνή προστασία και τους ανηλίκους.

(1Β) Ο Διευθυντής των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας ενεργεί το  συντομότερο δυνατό, αυτοπροσώπως ή μέσω λειτουργού των εν λόγω  Υπηρεσιών, ως εκπρόσωπος και συνδρομητής του ασυνόδευτου ανηλίκου  στις διαδικασίες που προβλέπονται στον παρόντα Νόμο, ώστε να διασφαλίζει  το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού, και, οσάκις είναι αναγκαίο, να ασκεί νομική  ικανότητα για λογαριασμό του ασυνόδευτου ανηλίκου ή να διασφαλίζει την Παράρτημα  εκπροσώπηση του ασυνόδευτου ανηλίκου σε δικαστική διαδικασία σύμφωνα με τον περί Επιτρόπου Προστασίας Δικαιωμάτων του Παιδιού (Διορισμός Επιτρόπου από το Δικαστήριο ως Αντιπρόσωπος Παιδιού) Διαδικαστικό Κανονισμό του 2014.

(1Γ) Η Υπηρεσία Ασύλου μεριμνά ώστε να παρέχεται η ευκαιρία στον εκπρόσωπο να ενημερώνει τον ασυνόδευτο ανήλικο σχετικά με το νόημα και τις πιθανές συνέπειες της προσωπικής συνέντευξης και, εφόσον ενδείκνυται, σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο ο ασυνόδευτος ανήλικος πρέπει να προετοιμαστεί για την προσωπική συνέντευξη.

(1Δ) Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου (1) του άρθρου 18, η Υπηρεσία Ασύλου επιτρέπει στον εκπρόσωπο ή/και νομικό σύμβουλο να παρίσταται στην προσωπική συνέντευξη του ασυνόδευτου ανήλικου και να υποβάλλει ερωτήσεις ή παρατηρήσεις, εντός του πλαισίου που ορίζει ο αρμόδιος λειτουργός που διεξάγει τη συνέντευξη.

(1Ε) Η Υπηρεσία Ασύλου δύναται να απαιτήσει την παρουσία του ασυνόδευτου ανήλικου στην προσωπική συνέντευξη ακόμη και αν ο εκπρόσωπός του είναι παρών.

(1ΣΤ) Η Υπηρεσία Ασύλου μεριμνά ώστε -

(α) η συνέντευξη του ασυνόδευτου ανήλικου να διεξάγεται από αρμόδιο λειτουργό που έχει τις απαραίτητες γνώσεις για τις ειδικές ανάγκες των ανηλίκων∙ και

(β) τέτοιος αρμόδιος λειτουργός να προπαρασκευάζει την απόφαση επί της αίτησης.

(1ΣΤδις) Στον ασυνόδευτο ανήλικο και στον εκπρόσωπό του παρέχονται δωρεάν οι νομικές και διαδικαστικές πληροφορίες που αναφέρονται στο εδάφιο (7Γ) του άρθρου 18, καθώς και οι πληροφορίες για τις διαδικασίες ανάκλησης και εκπνοής της διεθνούς προστασίας που προβλέπονται στα άρθρα 6, 6Α, 6Β και 19, αντίστοιχα.

(1Ζ)(α) Η Υπηρεσία Ασύλου δύναται να χρησιμοποιεί ιατρικές εξετάσεις για τον προσδιορισμό της ηλικίας ασυνόδευτου ανήλικου, στο πλαίσιο της εξέτασης της αίτησής του, όταν, μετά τις γενικές δηλώσεις ή άλλες συναφείς ενδείξεις, υπάρχουν αμφιβολίες σχετικά με την ηλικία του αιτητή.  Σε περίπτωση που, μετά την διεξαγωγή της ιατρικής εξέτασης, εξακολουθούν να υπάρχουν αμφιβολίες για την ηλικία του αιτητή, τότε ο αιτητής θεωρείται ότι είναι ανήλικος.

(β) Οποιαδήποτε ιατρική εξέταση πραγματοποιείται με πλήρη σεβασμό της αξιοπρέπειας του ασυνόδευτου ανήλικου, διενεργείται με την επιλογή των λιγότερο παρεμβατικών εξετάσεων και διενεργείται από κατάλληλα εκπαιδευμένους επαγγελματίες του τομέα της υγείας, ώστε να επιτυγχάνεται όσο το δυνατόν πιο αξιόπιστο αποτέλεσμα.

(1Η) Σε περίπτωση χρήσης ιατρικών εξετάσεων σύμφωνα με το εδάφιο (1Ζ), η Υπηρεσία Ασύλου μεριμνά ώστε-

(α) ο ασυνόδευτος ανήλικος να ενημερώνεται, πριν από την εξέταση της αίτησής του και σε γλώσσα την οποία κατανοεί ή εύλογα θεωρείται ότι κατανοεί, σχετικά με το ενδεχόμενο προσδιορισμού της ηλικίας με ιατρικές εξετάσεις∙ η ενημέρωση περιλαμβάνει πληροφορίες σχετικά με τη μέθοδο εξετάσεων, τον ενδεχόμενο αντίκτυπο των αποτελεσμάτων των ιατρικών εξετάσεων στην εξέταση της αίτησης και τον αντίκτυπο της τυχόν άρνησης του ασυνόδευτου ανήλικου να υποβληθεί σε ιατρικές εξετάσεις∙

(β) ο ασυνόδευτος ανήλικος ή/και ο εκπρόσωπός του να συναινούν στη διενέργεια εξέτασης για τον προσδιορισμό της ηλικίας του ασυνόδευτου ανήλικου∙ και

(γ )η απόφαση απόρριψης αίτησης ασυνόδευτου ανήλικου, ο οποίος αρνήθηκε να υποβληθεί σε τέτοιες ιατρικές εξετάσεις, να μη βασίζεται μόνο στην άρνηση αυτή.

(1Θ) Η άρνηση ασυνόδευτου ανήλικου να υποβληθεί σε ιατρικές εξετάσεις, για τον προσδιορισμό της ηλικίας του, δεν εμποδίζει τον Προϊστάμενο να λάβει απόφαση επί της αίτησης του ασυνόδευτου ανήλικου.

(2) Ο Διευθυντής των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας ενεργεί το συντομότερο δυνατό, αυτοπροσώπως ή μέσω λειτουργού των εν λόγω Υπηρεσιών, ως εκπρόσωπος και συνδρομητής του ασυνόδευτου ανηλίκου, προκειμένου ο τελευταίος να επωφεληθεί των δικαιωμάτων και να συμμορφώνεται με τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στον παρόντα Νόμο. Ο εν λόγω Διευθυντής ενημερώνει αμέσως τον ασυνόδευτο ανήλικο για το συγκεκριμένο πρόσωπο που ορίζεται να ενεργεί ως εκπρόσωπος του ασυνόδευτου ανηλίκου. Ο εκπρόσωπος ασκεί τα καθήκοντά του σύμφωνα με την αρχή του βέλτιστου συμφέροντος του παιδιού, όπως προβλέπεται στο εδάφιο (3) του άρθρου 9ΚΕ, και διαθέτει την αναγκαία εμπειρογνωσία για το σκοπό αυτό. Για να διασφαλιστεί η ευημερία και η κοινωνική ανάπτυξη του ανηλίκου που αναφέρεται στην παράγραφο (β) του εδάφιου (3) του άρθρου 9ΚΕ, η αλλαγή του προσώπου που ενεργεί ως εκπρόσωπος πραγματοποιείται μόνο όταν είναι αναγκαίο. Ο εν λόγω Διευθυντής δεν ορίζει ως εκπρόσωπο ασυνόδευτου ανηλίκου πρόσωπο του οποίου τα συμφέροντα συγκρούονται ή θα μπορούσαν ενδεχομένως να συγκρούονται με εκείνα του ασυνόδευτου ανηλίκου.

(2Α) Ο Προϊστάμενος διενεργεί τακτικά αξιολόγηση, συμπεριλαμβανομένης και της αξιολόγησης για τη διαθεσιμότητα των αναγκαίων μέσων για την εκπροσώπηση του ασυνόδευτου ανηλίκου.  Ο Υπουργός Εργασίας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων λαμβάνει υπόψη την εν λόγω αξιολόγηση, δίνοντας τυχόν σχετικές οδηγίες στο Διευθυντή των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας και λαμβάνοντας κάθε άλλο αναγκαίο μέτρο για την αποτελεσματική εκπροσώπηση των ασυνόδευτων ανήλικων.

(2B) Ο Διευθυντής των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας διασφαλίζει ότι ασυνόδευτοι ανήλικοι αιτητές, από την ημερομηνία υποβολής της αίτησής τους έως τη στιγμή που υποχρεούνται να εγκαταλείψουν τις ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές, φιλοξενούνται-

(α) Μαζί με ενήλικους συγγενείς· ή

(β) από ανάδοχο οικογένεια· ή

(γ) σε κέντρα φιλοξενίας με ειδικές ρυθμίσεις για ανηλίκους, τα οποία δεν φιλοξενούν ενήλικες και τα οποία λειτουργούν υπό την αρμοδιότητα και εποπτεία του εν λόγω Διευθυντή· ή

(δ) σε κέντρα φιλοξενίας για ενήλικους αιτητές, εφόσον οι ασυνόδευτοι είναι δεκαέξι (16) ετών ή άνω και ο Προϊστάμενος συμφωνεί προς τούτο ενεργώντας σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου (2) του άρθρου 9ΙΣΤ∙ ή

(ε) σε άλλου είδους καταλύματα κατάλληλα για ανηλίκους.

(2Γ) Ο Διευθυντής των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας διασφαλίζει ότι -

(α) στο μέτρο του δυνατού, τα αδέλφια παραμένουν μαζί, λαμβανομένου υπόψη του βέλτιστου συμφέροντος του εκάστοτε ανηλίκου και ιδίως της ηλικίας και του βαθμού ωριμότητάς του· και

(β) οι μεταβολές κατοικίας των ασυνόδευτων ανηλίκων περιορίζονται στο ελάχιστο.

(2Δ) Ο Διευθυντής των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας, αρχίζει να αναζητεί, το συντομότερο δυνατό μετά την υποβολή της αίτησης, τα μέλη της οικογένειας του ασυνόδευτου ανηλίκου, εν ανάγκη με τη βοήθεια διεθνών ή άλλων σχετικών οργανώσεων, προστατεύοντας παράλληλα το βέλτιστο συμφέρον του ασυνόδευτου ανηλίκου. Σε περίπτωση που υπάρχει κίνδυνος να απειληθεί η ζωή ή η ακεραιότητα του ασυνόδευτου ανηλίκου ή των στενών συγγενών του, ιδίως αν αυτοί διαμένουν στη χώρα καταγωγής, ο Διευθυντής των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας διασφαλίζει ότι η συλλογή, η επεξεργασία και η διαβίβαση των πληροφοριών που αφορούν τα εν λόγω πρόσωπα γίνεται εμπιστευτικά, ώστε να μη διακυβεύεται η ασφάλειά τους.

(2Ε) Οι απασχολούμενοι με ασυνόδευτους ανηλίκους διαθέτουν και συνεχίζουν να λαμβάνουν κατάλληλη κατάρτιση σχετικά με τις ανάγκες των ανηλίκων και δεσμεύονται από την αρχή της εμπιστευτικότητας σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 31Β, αναφορικά με τις πληροφορίες τις οποίες γνωρίζουν ως εκ της άσκησης της εργασίας τους.

(2ΣΤ) Όταν, κατά τη διάρκεια της διαδικασίας διεθνούς προστασίας, προσδιοριστεί ένα πρόσωπο ως ασυνόδευτος ανήλικος, η Υπηρεσία Ασύλου δύναται-

(α) Να εξετάσει την αίτηση κατά την ταχύρρυθμη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 12Δ μόνο εφόσον-

(i) O αιτητής προέρχεται από χώρα η οποία πληροί τα κριτήρια για το χαρακτηρισμό της ως ασφαλούς χώρας καταγωγής, κατά την έννοια του παρόντος Νόμου, ή

(ii) ο αιτητής έχει υποβάλει μεταγενέστερη αίτηση η οποία δεν είναι απαράδεκτη κατά την παράγραφο (δ) του εδαφίου (3) του άρθρου 16Δ, ή

(iii) ο αιτητής μπορεί, εξαιτίας σοβαρών λόγων, να θεωρείται επικίνδυνος για την εθνική ασφάλεια ή τη δημόσια τάξη της Δημοκρατίας, ή έχει απελαθεί διά της βίας εξαιτίας σοβαρών λόγων εθνικής ασφάλειας ή δημόσιας τάξης, σύμφωνα με το κυπριακό δίκαιο∙

(β) να θεωρήσει την αίτηση απαράδεκτη, σύμφωνα με την παράγραφο (γ) του εδαφίου (2) του άρθρου 12Βτετράκις, εάν μια χώρα άλλη από κράτος μέλος θεωρείται ασφαλής τρίτη χώρα για τον αιτητή σύμφωνα με το άρθρο 12Β, εφόσον αυτό εξυπηρετεί το βέλτιστο συμφέρον του ανηλίκου.

Αιτητές που χρήζουν ειδικών διαδικαστικών εγγυήσεως

10Α.-(1) Η Υπηρεσία Ασύλου, εντός εύλογου χρονικού διαστήματος μετά την υποβολή της αίτησης, διαπιστώνει αν ο αιτητής είναι αιτητής που χρήζει ειδικών διαδικαστικών εγγυήσεων, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 9ΚΔ.

(2) Σε περίπτωση που η Υπηρεσία Ασύλου διαπιστώσει ότι αιτητής είναι αιτητής που χρήζει ειδικών διαδικαστικών εγγυήσεων, του παρέχεται επαρκής υποστήριξη σύμφωνα με το εδάφιο (6) του άρθρου 9ΚΔ, περιλαμβανομένου επαρκούς χρόνου, ώστε ο αιτητής να μπορεί να απολαύει των δικαιωμάτων και να συμμορφώνεται με τις υποχρεώσεις του παρόντος Νόμου καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας διεθνούς προστασίας και για να καταστεί δυνατό να προβάλει τα στοιχεία που απαιτούνται για την τεκμηρίωση της αίτησης.

(3)(α) Όταν η κατάλληλη υποστήριξη δεν μπορεί να παρέχεται εντός του πλαισίου των διαδικασιών του εδαφίου (4) του άρθρου 12Δ, ιδίως όταν διαπιστωθεί ότι ο αιτητής είναι αιτητής που χρήζει ειδικών διαδικαστικών εγγυήσεων συνεπεία βασανισμού, βιασμού ή άλλων σοβαρών μορφών ψυχολογικής, σωματικής ή σεξουαλικής βίας, ο Προϊστάμενος αποφασίζει τη μη εφαρμογή ή την παύση της εφαρμογής του εδαφίου (4) του άρθρου 12Δ αναφορικά με τον εν λόγω αιτητή.

(β) Εάν ο Προϊστάμενος αποφασίσει, σύμφωνα με την παράγραφο (α) του παρόντος εδαφίου, τη μη εφαρμογή ή την παύση της εφαρμογής του εδαφίου (4)του άρθρου 12Δ αναφορικά με συγκεκριμένο αιτητή, και ο εν λόγω αιτητής -

(i) Προτίθεται να καταχωρίσει αίτηση στο Διοικητικό Δικαστήριο κατά τα προβλεπόμενα στο εδάφιο (1Α) του άρθρου 8, ο Προϊστάμενος μεριμνά ώστε ο αιτητής να έχει την απαραίτητη συνδρομή διερμηνέα και νομική συνδρομή και προθεσμία τουλάχιστον μιας (1) εβδομάδας, ώστε ο αιτητής να προετοιμάσει την αίτησή του προς το Διοικητικό Δικαστήριο και να υποβάλει στο Διοικητικό Δικαστήριο τα επιχειρήματα υπέρ της αναγνώρισης του δικαιώματος παραμονής του στο έδαφος της Δημοκρατίας, εν αναμονή της πρωτοβάθμιας εκδίκασης της προσφυγής∙

(ii) καταχωρίζει αίτηση στο Διοικητικό Δικαστήριο κατά τα προβλεπόμενα στο εδάφιο (1Α) του άρθρου 8, στο πλαίσιο εξέτασης της ενώπιόν του αίτησης, το Διοικητικό Δικαστήριο εξετάζει τα πραγματικά και νομικά ζητήματα της σχετικής με τον αιτητή απόφασης του Προϊσταμένου η οποία αναφέρεται στο εδάφιο (1Α) του άρθρου 8.

(4) Το παρόν άρθρο εφαρμόζεται και σε περίπτωση που η ανάγκη για ειδικές διαδικαστικές εγγυήσεις ανακύψει σε μεταγενέστερο στάδιο της διαδικασίας διεθνούς προστασίας, χωρίς να απαιτείται η εκ νέου επανάληψη των προηγειθεισών σταδίων αυτής της διαδικασίας.  Σε κάθε περίπτωση, η προσπάθεια για προσδιορισμό των αιτητών που χρήζουν ειδικών διαδικαστικών εγγυήσεων, λαμβάνει χώρα πριν από τη λήψη απόφασης του Προϊσταμένου επί της αίτησης.

ΜΕΡΟΣ ΙΙΙ ΠΑΡΑΧΩΡΗΣΗ ΚΑΘΕΣΤΩΤΟΣ ΠΡΟΣΦΥΓΑ, ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΚΑΙ ΔΙΑΜΟΝΗΣ ΠΡΟΣΩΡΙΝΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υποβολή, καταχώριση και κατάθεση αίτησης

11.- (1) Η αίτηση απευθύνεται στην Υπηρεσία Ασύλου.

(2)(α) Η αίτηση υποβάλλεται εντός της Δημοκρατίας στο οικείο Κλιμάκιο, και σε περίπτωση κράτησης ή φυλάκισής του αιτητή, στα κρατητήρια ή στις φυλακές ή στο χώρο κράτησης απαγορευμένων μεταναστών όπου κρατείται.  Σε περίπτωση που ο αιτητής δεν είναι σε θέση να υποβάλει γραπτώς την αίτησή του, δικαιούται να την υποβάλει προφορικά στον υπεύθυνο του χώρου υποβολής της αίτησης, ο δε υπεύθυνος μεριμνά για την καταγραφή της αίτησης στον τύπο ο οποίος αποφασίζεται από τον Προϊστάμενο.  Ο υπεύθυνος στο χώρο υποβολής της αίτησης καταχωρίζει την αίτηση το αργότερο σε τρεις (3) εργάσιμες ημέρες μετά την υποβολή της αίτησης και παραπέμπει αμέσως στην Υπηρεσία Ασύλου την αίτηση για εξέταση.

(β) Εάν η αίτηση υποβάλλεται σε αρχές οι οποίες ενδέχεται να λαμβάνουν τέτοιες αιτήσεις χωρίς όμως να είναι αρμόδιες για το χώρο υποβολής κατά την παράγραφο (α) και για την καταχώριση της αίτησης κατά την παράγραφο (α), οι εν λόγω αρχές μεριμνούν για την καταχώριση της αίτησης το αργότερο σε έξι (6) εργάσιμες ημέρες μετά την υποβολή της αίτησης.

(γ) Ανεξάρτητα από τις παραγράφους (α) και (β), όταν μεγάλος αριθμός ταυτόχρονων αιτήσεων από υπηκόους τρίτων χωρών ή ανιθαγενείς καθιστά πολύ δύσκολη στην πράξη την τήρηση της προθεσμίας για την καταχώριση αίτησης η οποία προβλέπεται σε οποιαδήποτε από τις εν λόγω παραγράφους, αυτές οι αιτήσεις καταχωρίζονται το αργότερο σε δέκα (10) ημέρες μετά την υποβολή τους.

(3) Ο Υπουργός μεριμνά ώστε οι αρχές οι οποίες αναφέρονται στην παράγραφο (β) του εδαφίου (2), όπως το προσωπικό του Τμήματος, να διαθέτουν τις σχετικές πληροφορίες και το προσωπικό τους να λαμβάνει το επίπεδο κατάρτισης που απαιτείται για την εκτέλεση των καθηκόντων και των αρμοδιοτήτων τους και τις οδηγίες ώστε να ενημερώνονται οι αιτητές σχετικά με τον τόπο και τρόπο κατάθεσης αιτήσεων.

(4)(α) Ο αιτητής καταθέτει την αίτησή του εντός έξι (6) εργάσιμων ημερών από την ημερομηνία υποβολής της, σε χώρο που αναφέρεται στην παράγραφο (α) του εδαφίου (2), υπό τον όρο ότι του παρέχεται η δυνατότητα να το πράξει εντός της εν λόγω προθεσμίας.

(β) Η κατάθεση της αίτησης γίνεται με την εκ του αιτητή παράδοση σχετικού εντύπου στον υπεύθυνο χώρου ο οποίος αναφέρεται στην παράγραφο (α) του εδαφίου (2).

(γ) Όταν ο αιτητής δεν καταθέτει την αίτησή του σύμφωνα με την παράγραφο (α) και (β) του παρόντος εδαφίου, ο Προϊστάμενος λαμβάνει απόφαση σύμφωνα με το άρθρο 16Β, το οποίο καθίσταται εφαρμοστέο κατ΄ αναλογία.

(5) Κάθε ενήλικας δικαιούται να υποβάλει αίτηση αυτοπροσώπως:

Νοείται ότι, εάν ο Διευθυντής Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας κρίνει ότι οποιοσδήποτε ενήλικας, ο οποίος προτίθεται να υποβάλει αίτηση ή είναι αιτητής, δεν διαθέτει νομική ικανότητα, ο εν λόγω Διευθυντής ενεργεί το συντομότερο δυνατό, αυτοπροσώπως ή μέσω λειτουργού των Υπηρεσιών του, ως εκπρόσωπος και συνδρομητής του εν λόγω ενήλικα.

(6)(α) Ο αιτητής δικαιούται να υποβάλει αίτηση εξ ονόματος των εξαρτώμενων από αυτόν προσώπων, νοουμένου ότι οι εξαρτώμενοι ενήλικες συναινούν στην κατάθεση της αίτησης εξ ονόματός τους. Η προαναφερόμενη συναίνεση ζητείται κατά το χρόνο κατάθεσης της αίτησης ή, το αργότερο, κατά την προσωπική συνέντευξη με τον εξαρτώμενο ενήλικα. Πριν ζητηθεί η συναίνεση, ο υπεύθυνος στο χώρο υποβολής της αίτησης ενημερώνει κατ΄ ιδίαν κάθε εξαρτώμενο ενήλικα σχετικά με τις συναφείς διαδικαστικές συνέπειες της αυτοπρόσωπης κατάθεσης αίτησης και σχετικά με το δικαίωμά του να υποβάλει αυτοτελή αίτηση.

(β) Εάν δεν υπάρχει συναίνεση των ενηλίκων που είναι εξαρτώμενοι από τον αιτητή για την κατάθεση αίτησης εξ’ ονόματός τους από τον αιτητή, οι εν λόγω εξαρτώμενοι ενήλικες δικαιούνται να υποβάλουν αίτηση αυτοπροσώπως.

(γ) Ανεξάρτητα από το άρθρο 10, ο ανήλικος δικαιούται να υποβάλει αίτηση είτε αυτοπροσώπως, εάν είναι νομικά ικανός να συμμετέχει στις διαδικασίες σύμφωνα με το κυπριακό δίκαιο, είτε μέσω των γονέων του ή άλλου ενήλικου μέλους της οικογένειάς του, ή μέσω ενηλίκου ο οποίος είναι υπεύθυνος για αυτόν βάσει νόμου ή πρακτικής της Δημοκρατίας ή μέσω εκπροσώπου.

(δ) Ο Διευθυντής των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας, δύναται να καταθέσει αίτηση εξ ονόματος ασυνόδευτου ανηλίκου εφόσον, με βάση εξατομικευμένη εκτίμηση της προσωπικής κατάστασης του τελευταίου, κρίνει ότι ο ανήλικος ενδέχεται να έχει ανάγκη διεθνούς προστασίας κατά τον παρόντα Νόμο.

(7) Ο αιτητής υποχρεούται καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας εξέτασης της αίτησής του,  να ενημερώνει το Κλιμάκιο για τη γέννηση νέων μελών της οικογένειάς του ή/και για τα νέα εξαρτώμενα από αυτόν πρόσωπα και να επισυνάπτει σχετικό πιστοποιητικό γέννησης. Το Κλιμάκιο οφείλει να ενημερώνει σχετικά την Υπηρεσία Ασύλου και το Διευθυντή.

(8) Κατά την υποβολή της αίτησης, ο αιτητής πληροφορείται, σε γλώσσα την οποία κατανοεί ή ευλόγως θεωρείται ότι κατανοεί, για τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του ως αιτητής που προβλέπονται στον παρόντα Νόμο, για τη διαδικασία εξέτασης της αίτησης διεθνούς προστασίας και για τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που έχει σε σχέση με τη διαδικασία αυτή, και ειδικότερα προς το σκοπό αυτό, πληροφορείται για-

(α) Tο δικαίωμά του σε δωρεάν βοήθεια διερμηνέα, στη γλώσσα του ή σε γλώσσα που είναι κατανοητή από αυτόν σε περίπτωση που δεν υπάρχει διερμηνέας  στη μητρική γλώσσα,

(β) το δικαίωμά του να καλέσει δικηγόρο ή νομικό σύμβουλο για να τον βοηθήσει κατά τη διάρκεια της όλης διαδικασίας,

(γ) το δικαίωμά του, σε όλα τα στάδια της διαδικασίας εξέτασης της αίτησης, να επικοινωνεί με τον εκπρόσωπο της Υπάτης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες ή με άλλες οργανώσεις σύμφωνα με το εδάφιο (3) του άρθρου 7,

(δ) το δικαίωμά του να επικοινωνεί με άλλες οργανώσεις που ασχολούνται με τους πρόσφυγες,

(ε) τις συνέπειες της μη συμμόρφωσης προς τις υποχρεώσεις του και της μη συνεργασίας του με τις αρχές της Δημοκρατίας,

(στ) τις προθεσμίες, καθώς και τα μέσα που έχει στη διάθεσή του ώστε να συμμορφωθεί με την υποχρέωσή του για υποβολή στοιχείων σύμφωνα με το άρθρο 16,

(ζ) τις συνέπειες της σιωπηρής απόσυρσης ή υπαναχώρησης από την αίτηση σύμφωνα με το άρθρο 16Β ή της ρητής απόσυρσης της αίτησης σύμφωνα με το άρθρο 16Γ.

(9) Ο αιτητής δικαιούται να συμβουλεύεται, ιδία δαπάνη και κατά τρόπο ουσιαστικό, δικηγόρο ή νομικό σύμβουλο, σε θέματα σχετικά με την αίτησή του, σε όλα τα στάδια της διαδικασίας εξέτασης της αίτησης, ακόμα και μετά από αρνητική απόφαση του Προϊσταμένου.

Λήψη δακτυλικών αποτυπωμάτων αιτητών

11Α. (1) Κατά την υποβολή της αίτησης λαμβάνονται τα δακτυλικά αποτυπώματα κάθε αιτητή, ηλικίας τουλάχιστον 14 ετών καθώς και των τυχόν εξαρτωμένων αυτού προσώπων, ηλικίας τουλάχιστον 14 ετών.

(2) Ο αιτητής, σε σχέση με τη λήψη των δακτυλικών του αποτυπωμάτων έχει όλα τα δικαιώματα που απορρέουν για το υποκείμενο των δεδομένων από τους περί Επεξεργασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (Προστασία του Ατόμου) Νόμους του 2001 και 2003.

Διαδικασίες σε σχέση με τις διατάξεις του Δουβλίνου

11Β. (1) [Διαγράφηκε].

(2) [Διαγράφηκε].

(3) Η άσκηση διοικητικής προσφυγής ενώπιον της Αναθεωρητικής Αρχής, που ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 28Ε,  δεν έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα σε σχέση με την εκτέλεση της δυνάμει των διατάξεων του Δουβλίνου μεταφοράς του αιτητή, στο κράτος μέλος το οποίο είναι αρμόδιο για την εξέταση της αίτησης, εκτός εάν η Αναθεωρητική Αρχή αποφασίσει διαφορετικά.

[Σ.Σ.: Η διαγραφή του εδαφίου (3) τίθεται σε ισχύ κατά την ημερομηνία που θα καθορστεί με γνωστοποίηση του Υπουργικού Συμβουλίου, η οποία δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας. Βλ. Υποσημείωση αρ. 37(2) του Ν. 105(Ι)/2016].

Ενημέρωση, διερμηνεία και παροχή συμβούλων σε κέντρα κράτησης και στα σημεία διέλευσης των συνόρων

11Γ.-(1) Όταν υπάρχουν ενδείξεις ότι υπήκοος τρίτης χώρας ή ανιθαγενής, ο οποίος βρίσκεται σε κέντρο κράτησης ή σε σημείο διέλευσης συνόρων, περιλαμβανομένων των ζωνών διέλευσης στα εξωτερικά σύνορα, επιθυμεί να υποβάλει αίτηση, η Αστυνομία ή άλλη αρμόδια αρχή της Δημοκρατίας, υπό τον έλεγχο της οποίας υπάγεται η εγκατάσταση κράτησης ή το σημείο διέλευσης συνόρων, στο οποίο βρίσκεται ο υπήκοος τρίτης χώρας ή ανιθαγενής, παρέχει πληροφορίες σχετικά με τη δυνατότητα να το πράξει. Στο εν λόγω κέντρο κράτησης και σημείο διέλευσης, η Αστυνομία ή άλλη αρμόδια αρχή της Δημοκρατίας, υπό τον έλεγχο της οποίας υπάγεται η εγκατάσταση κράτησης ή το σημείο διέλευσης, παρέχει τη δυνατότητα διερμηνείας στο μέτρο που είναι αναγκαίο για τη διευκόλυνση της πρόσβασης στη διαδικασία διεθνούς προστασίας.

(2)(α) Η Αστυνομία ή άλλη αρμόδια αρχή της Δημοκρατίας, υπό τον έλεγχο της οποίας υπάγεται το σημείο διέλευσης συνόρων, περιλαμβανομένων των ζωνών διέλευσης στα εξωτερικά σύνορα,  στο οποίο βρίσκονται αιτητές, παρέχει σε οργανώσεις και πρόσωπα, που ενημερώνουν και συμβουλεύουν τους αιτητές, πραγματική πρόσβαση στους αιτητές.

(β) Η παράγραφος (α) εφαρμόζεται αναφορικά με οργανώσεις και πρόσωπα, με τα οποία οι αρχές της Δημοκρατίας συνομολογούν συμφωνία προς αυτό τον σκοπό.

(3) Η Αστυνομία ή άλλη αρμόδια αρχή της Δημοκρατίας, υπό τον έλεγχο της οποίας υπάγονται τα σημεία διέλευσης συνόρων, περιλαμβανομένων των ζωνών διέλευσης στα εξωτερικά σύνορα,  στα οποία βρίσκονται  αιτητές,  με γραπτή απόφασή της δύναται να περιορίσει το δικαίωμα πρόσβασης το οποίο προβλέπεται στο εδάφιο (2), όταν κρίνει αυτόν τον περιορισμό αντικειμενικά απαραίτητο για την ασφάλεια, τη δημόσια τάξη ή τη διοικητική διαχείριση του συγκεκριμένου σημείου διέλευσης των συνόρων, εφόσον η εν λόγω πρόσβαση δεν περιορίζεται υπερβολικά ούτε καθίσταται αδύνατη.

Πρόδηλα αβάσιμες αιτήσεις

12. [Διαγράφηκε]
Χώρες στις οποίες γενικά δεν υπάρχει σοβαρός κίνδυνος καταδίωξης

12Α.-(1) Χώρες στις οποίες γενικά δεν υπάρχει σοβαρός κίνδυνος καταδίωξης, σημαίνει χώρες οι οποίες διαφαίνεται σαφώς, με αντικειμενικό και επαληθεύσιμο τρόπο, ότι δεν παράγουν πρόσφυγες ή ότι περιστάσεις οι οποίες μπορεί στο παρελθόν να δικαιολογούσαν την επίκληση του παρόντος Νόμου και της Σύμβασης, έπαψαν να ισχύουν.

(2) Τα πιο κάτω στοιχεία πρέπει να λαμβάνονται υπόψη σωρευτικά για τον καθορισμό οποιασδήποτε χώρας, ως χώρας στην οποία γενικά δεν υπάρχει σοβαρός κίνδυνος καταδίωξης:

(α) Ο αριθμός των αιτητών ασύλου και των αναγνωρισμένων προσφύγων που κατέχουν την ιθαγένεια της χώρας αυτής·

(β) οι επίσημες υποχρεώσεις της χώρας που προκύπτουν από την προσχώρησή της σε διεθνείς συμβάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων και η έμπρακτη τήρηση των υποχρεώσεων αυτών·

(γ) η ύπαρξη και λειτουργία θεσμοθετημένων δημοκρατικών οργάνων, η διεξαγωγή εκλογών για ανάδειξη αξιωματούχων, ο σεβασμός της ελευθερίας έκφρασης και σκέψης καθώς και η δυνατότητα προσφυγής σε ένδικα μέσα για την προστασία και αποτελεσματική άσκηση των βασικών δικαιωμάτων και ελευθεριών·

(δ) η σταθερότητα στην κοινωνική και πολιτική ζωή της χώρας, λαμβάνοντας υπόψη τυχόν αναμενόμενες σημαντικές αλλαγές στο άμεσο μέλλον.

(3) Αιτήσεις από πρόσωπα που κατέχουν την ιθαγένεια χώρας που θεωρείται χώρα στην οποία γενικά δεν υπάρχει σοβαρός κίνδυνος καταδίωξης μπορούν να εξετάζονται κατά τη κρίση του αρμόδιου λειτουργού, με την ταχύρυθμη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 12Δ, εκτός εάν τα στοιχεία που υποβάλλει ο αιτητής σύμφωνα με τις διατάξεις του πιο κάτω εδαφίου, αναιρούν τη γενική εκτίμηση για τη χώρα αυτή, οπότε η αίτηση εξετάζεται σύμφωνα με την κανονική διαδικασία του άρθρου 13.

(4) Ανεξάρτητα από τον προσδιορισμό μιας χώρας ως χώρας στην οποία γενικά δεν υπάρχει σοβαρός κίνδυνος καταδίωξης, κάθε αίτηση για αναγνώριση προσώπου ως πρόσφυγα το οποίο κατέχει την ιθαγένεια τέτοιας χώρας ή σε περίπτωση που δεν έχει ιθαγένεια, έχει τη συνήθη διαμονή του στη χώρα αυτή, θα εξετάζεται ατομικά με βάση τα στοιχεία που έχουν υποβληθεί από τον αιτητή.

Ασφαλής τρίτη χώρα

12Β.-(1) Για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου, μια χώρα θεωρείται ως ασφαλής τρίτη χώρα για συγκεκριμένο αιτητή όταν η μεταχείρισή του σε αυτήν θα πληροί σωρευτικά τις πιο κάτω προϋποθέσεις:

(α) Δεν απειλείται η ζωή και η ελευθερία λόγω φυλής, θρησκείας, ιθαγένειας, συμμετοχής σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα ή πολιτικών πεποιθήσεων∙

(β) δεν υπάρχει κίνδυνος σοβαρής βλάβης κατά την έννοια του εδαφίου (2) του άρθρου 19∙

(γ) τηρείται η αρχή της μη επαναπροώθησης σύμφωνα με τη Σύμβαση∙

(δ) τηρείται η απαγόρευση της απομάκρυνσης, η οποία απομάκρυνση είναι σε παράβαση του δικαιώματος αποφυγής των βασανιστηρίων και της σκληρής, απάνθρωπης ή ταπεινωτικής μεταχείρισης όπως ορίζεται στο διεθνές δίκαιο∙

(ε) υπάρχει η δυνατότητα να ζητηθεί το καθεστώς πρόσφυγα και, στην περίπτωση που ο αιτητής αναγνωριστεί ως πρόσφυγας, να του χορηγηθεί προστασία σύμφωνα με τη Σύμβαση.

(2) Αίτηση στην οποία δυνατό να εφαρμοστεί η έννοια της ασφαλούς τρίτης χώρας, δύναται να εξεταστεί κατά την κρίση του αρμόδιου λειτουργού σύμφωνα με την ταχύρυθμη διαδικασία του άρθρου 12Δ.

(3) Η εφαρμογή της έννοιας της ασφαλούς τρίτης χώρας υπόκειται στους ακόλουθους κανόνες:

(α) απαιτείται σύνδεσμος μεταξύ του αιτητή και της τρίτης χώρας, βάσει του οποίου συνδέσμου θα ήταν εύλογο για τον αιτητή να μεταβεί στην τρίτη χώρα∙

(β) ο Προϊστάμενος εξετάζει σε εξατομικευμένη βάση τον ασφαλή χαρακτήρα της τρίτης χώρας για τον συγκεκριμένο αιτητή ή/και με γνωστοποίησή του, η οποία δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, καθορίζει τις χώρες τις οποίες θεωρεί γενικά ασφαλείς∙

(γ) ο Προϊστάμενος εξετάζει εξατομικευμένα, σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο, κατά πόσο η τρίτη χώρα είναι ασφαλής για τον συγκεκριμένο αιτητή, ο οποίος δύναται να προσβάλει στο Διοικητικό Δικαστήριο δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος την εφαρμογή της έννοιας της ασφαλούς τρίτης χώρας στην περίπτωσή του -

(i) επικαλούμενος ως λόγο το γεγονός ότι η τρίτη χώρα δεν είναι ασφαλής υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες στις οποίες βρίσκεται, ή

(ii) αμφισβητώντας την ύπαρξη συνδέσμου μεταξύ του ιδίου και της τρίτης χώρας σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου (α).

(4) Σε περίπτωση απόφασης του Προϊσταμένου η οποία βασίζεται αποκλειστικά στην έννοια της ασφαλούς τρίτης χώρας, η Υπηρεσία Ασύλου ενημερώνει σχετικά τον αιτητή και του χορηγεί έγγραφο με το οποίο ενημερώνονται οι αρχές της ασφαλούς τρίτης χώρας, σε επίσημη γλώσσα της χώρας αυτής, περί του ότι η αίτηση του αιτητή δεν έχει εξεταστεί επί της ουσίας.

(5) Όταν η ασφαλής τρίτη χώρα δεν επιτρέπει στον αιτητή να εισέλθει στο έδαφός της, ο αιτητής δικαιούται να απευθύνει εκ νέου αίτηση στην Υπηρεσία Ασύλου, η οποία εξετάζεται σύμφωνα με τις διαδικασίες και εγγυήσεις του παρόντος Νόμου.

(6) Ο Προϊστάμενος ενημερώνει περιοδικά την Επιτροπή σχετικά με τις χώρες οι οποίες θεωρούνται ως ασφαλείς τρίτες χώρες, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου.

Ευρωπαϊκή ασφαλής τρίτη χώρα

12Βδις.-(1) Για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου, ευρωπαϊκή ασφαλής τρίτη χώρα σημαίνει χώρα η οποία πληροί σωρευτικά όλες τις πιο κάτω προϋποθέσεις:

(α)έχει επικυρώσει και τηρεί τις διατάξεις της Σύμβασης χωρίς γεωγραφικούς περιορισμούς.

(β)εφαρμόζει διαδικασία ασύλου προβλεπόμενη από νομοθεσία∙

(γ) έχει επικυρώσει την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και των Θεμελιωδών Ελευθεριών και τηρεί τις διατάξεις της, περιλαμβανομένων των κανόνων περί πραγματικής προσφυγής.

(δ) [Διαγράφηκε].

(2) Αίτηση δύναται να εξεταστεί κατά την κρίση του αρμόδιου λειτουργού με την ταχύρρυθμη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 12Δ, εάν ο αρμόδιος λειτουργός διαπιστώσει βάσει των γεγονότων ότι ο αιτητής επιδιώκει να εισέλθει παράνομα ή μόλις έχει εισέλθει παράνομα στη Δημοκρατία από ευρωπαϊκή ασφαλή τρίτη χώρα.

(3) Ο Προϊστάμενος δύναται να αποφασίσει τη μη εφαρμογή της έννοιας της ευρωπαϊκής ασφαλούς τρίτης χώρας επί συγκεκριμένης αίτησης για ανθρωπιστικούς λόγους ή λόγους πολιτικής ή λόγους συμμόρφωσης με το δημόσιο διεθνές δίκαιο.

(4) Σε περίπτωση απόφασης του Προϊσταμένου η οποία βασίζεται αποκλειστικά στην έννοια της ευρωπαϊκής ασφαλούς τρίτης χώρας, η Υπηρεσία Ασύλου ενημερώνει σχετικά τον αιτητή και του χορηγεί έγγραφο με το οποίο ενημερώνονται οι αρχές της ευρωπαϊκής ασφαλούς τρίτης χώρας, σε επίσημη γλώσσα της χώρας αυτής, περί του ότι η αίτηση του αιτητή δεν έχει εξεταστεί επί της ουσίας.

(5) Όταν η ευρωπαϊκή ασφαλής τρίτη χώρα δεν δέχεται εκ νέου τον αιτητή, ο αιτητής δικαιούται να απευθύνει εκ νέου αίτηση στην Υπηρεσία Ασύλου, η οποία εξετάζεται σύμφωνα με τις διαδικασίες και εγγυήσεις του παρόντος Νόμου.

(6) Σε περίπτωση απόφασης του Προϊσταμένου η οποία βασίζεται στην έννοια της ευρωπαϊκής ασφαλούς τρίτης χώρας, ο αιτητής δικαιούται να προσβάλει την εν λόγω απόφαση με προσφυγή στο Διοικητικό Δικαστήριο δυνάμει του ΄Αρθρου 146 του Συντάγματος, για το λόγο ότι οι συνθήκες στη συγκεκριμένη τρίτη χώρα δεν είναι ασφαλείς όσον αφορά την ιδιαίτερη περίπτωσή του.  Η Υπηρεσία Ασύλου ενημερώνει τον αιτητή για το προαναφερόμενο δικαίωμά του και για την προθεσμία άσκησης τέτοιας προσφυγής.

(7) Ο Προϊστάμενος ενημερώνει περιοδικά την Επιτροπή σχετικά με τις χώρες οι οποίες θεωρούνται ως ευρωπαϊκές ασφαλείς τρίτες χώρες, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου.

Ασφαλής χώρα ιθαγένειας

12Βτρις.-(1) Για σκοπούς εξέτασης αιτήσεων, ο Υπουργός δύναται με διάταγμα να ορίσει χώρα ως ασφαλή χώρα ιθαγένειας, εφόσον ικανοποιείται βάσει της νομικής κατάστασης, της εφαρμογής του δικαίου στο πλαίσιο δημοκρατικού συστήματος και των γενικών πολιτικών συνθηκών, ότι στην οριζόμενη χώρα γενικά και μόνιμα δεν υφίστανται πράξεις δίωξης σύμφωνα με το άρθρο 3Γ ούτε βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή ταπεινωτική μεταχείριση ή τιμωρία ούτε απειλή η οποία προκύπτει από τη χρήση αδιάκριτης βίας σε κατάσταση διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύγκρουσης.

(2) Κατά την εκτίμηση μιας χώρας ως ασφαλούς χώρας ιθαγένειας, με σκοπό τον ενδεχόμενο χαρακτηρισμό ή αποχαρακτηρισμό ως τέτοιας σύμφωνα με το παρόν άρθρο, λαμβάνεται μεταξύ άλλων υπόψη ο βαθμός στον οποίο παρέχεται προστασία κατά της δίωξης ή κακομεταχείρισης μέσω:

(α) Tης σχετικής πρωτογενούς και δευτερογενούς νομοθεσίας και του τρόπου εφαρμογής της∙

(β) της τήρησης των δικαιωμάτων και ελευθερίων που ορίζονται –

(i) στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, ιδίως δε των δικαιωμάτων από τα οποία δεν χωρεί παρέκκλιση δυνάμει του Άρθρου 15, παράγραφος 2, αυτής, και

(ii) στο Διεθνές Σύμφωνο για τα Αστικά και Πολιτικά Δικαιώματα, και

(iii) στη Σύμβαση κατά των Βασανιστηρίων και Άλλων Μορφών Σκληρής, Απάνθρωπης ή Εξευτελιστικής Μεταχείρισης ή Τιμωρίας∙

(γ) της τήρησης της αρχής της μη επαναπροώθησης σύμφωνα με τη Σύμβαση∙

(δ) της πρόβλεψης μηχανισμού πραγματικής προσφυγής κατά των παραβάσεων των προαναφερόμενων δικαιωμάτων και ελευθεριών.

(3) Η αξιολόγηση του κατά πόσο μια τρίτη χώρα είναι ασφαλής χώρα ιθαγένειας σύμφωνα με το παρόν άρθρο βασίζεται σε σειρά πηγών πληροφοριών, περιλαμβανομένων ειδικότερα πληροφοριών από άλλα κράτη μέλη, την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Υποστήριξης για το Άσυλο, την Υπάτη Αρμοστεία των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες, το Συμβούλιο της Ευρώπης και άλλους σχετικούς διεθνείς οργανισμούς.

(4) Η έρευνα, συλλογή πληροφοριών και προκαταρκτική εκτίμηση ως προς τον χαρακτηρισμό ή αποχαρακτηρισμό μιας χώρας ως ασφαλούς χώρας ιθαγένειας σύμφωνα με το παρόν άρθρο, διεξάγεται από την Υπηρεσία Ασύλου η οποία υποβάλλει συγκεκριμένη εισήγηση στον Υπουργό.

(5) Ο Προϊστάμενος κοινοποιεί στην Επιτροπή κάθε διάταγμα το οποίο ο Υπουργός εκδίδει δυνάμει του παρόντος άρθρου.

(6) Τρίτη χώρα που έχει οριστεί ως ασφαλής χώρα ιθαγένειας σύμφωνα με το παρόν άρθρο δύναται, μετά από εξατομικευμένη εξέταση της αίτησης, να θεωρηθεί ως ασφαλής χώρα ιθαγένειας για το συγκεκριμένο αιτητή, μόνον εφόσον ο αιτητής –

(α) Έχει την ιθαγένεια της χώρας αυτής, ή

(β) είναι ανιθαγενής και είχε προηγουμένως τη συνήθη διαμονή του στην εν λόγω χώρα,

και δεν έχει προβάλει σοβαρούς λόγους για να θεωρηθεί ότι η χώρα αυτή δεν είναι ασφαλής χώρα ιθαγένειας στη συγκεκριμένη περίπτωσή του και όσον αφορά τον χαρακτηρισμό του ως δικαιούχου διεθνούς προστασίας.

(7) Αίτηση η οποία υποβλήθηκε από πρόσωπο που κατέχει την ιθαγένεια χώρας που έχει οριστεί ως ασφαλής χώρα ιθαγένειας, σύμφωνα με το παρόν άρθρο, και αίτηση από ανιθαγενή του οποίου η χώρα προηγούμενης συνήθους διαμονής έχει χαρακτηρισθεί ως ασφαλής χώρα ιθαγένειας, σύμφωνα με το παρόν άρθρο, δύναται να εξεταστεί κατά την κρίση του αρμόδιου λειτουργού με την ταχύρρυθμη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 12Δ, εκτός εάν ο αιτητής προβάλει βάσιμους λόγους για τους οποίους θεωρεί ότι η ασφαλής χώρα ιθαγένειας δεν είναι ασφαλής χώρα ιθαγένειας στη συγκεκριμένη περίπτωσή του, οπότε η αίτηση εξετάζεται σύμφωνα με την κανονική διαδικασία του άρθρου 13.

(8) Για σκοπούς εφαρμογής του παρόντος άρθρου, η Υπηρεσία Ασύλου παρέχει την ευκαιρία στον αιτητή να προβάλει λόγους για τους οποίους θεωρεί ότι η ασφαλής χώρα ιθαγένειας δεν είναι ασφαλής χώρα ιθαγένειας στη συγκεκριμένη περίπτωσή του.

(9) Σε περίπτωση που ο Προϊστάμενος θεωρήσει τρίτη χώρα ως ασφαλή χώρα ιθαγένειας για το συγκεκριμένο αιτητή δυνάμει του εδαφίου (6), η Υπηρεσία Ασύλου ενημερώνει τον αιτητή περί της απόφασης του Προϊσταμένου καθώς και για το δικαίωμα του αιτητή να αμφισβητήσει την εφαρμογή της έννοιας της ασφαλούς χώρας ιθαγένειας στη συγκεκριμένη περίπτωσή του και να προσβάλει στο Διοικητικό Δικαστήριο την απόφαση του Προϊσταμένου δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος, καθώς και για την προθεσμία άσκησης τέτοιας προσφυγής.

(10)(α) Το διάταγμα του Υπουργού, το οποίο εκδίδεται δυνάμει του εδαφίου (1), αναθεωρείται τουλάχιστον μια φορά κάθε έτος.  Η σχετική έρευνα, συλλογή πληροφοριών και προκαταρκτική εκτίμηση διεξάγεται από την Υπηρεσία Ασύλου, η οποία και υποβάλλει συγκεκριμένη εισήγηση στον Υπουργό για την αναθεώρηση του διατάγματος.

(β) Όταν ο Υπουργός διαπιστώσει σημαντική αλλαγή της κατάστασης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων σε χώρα την οποία έχει χαρακτηρίσει ασφαλή, επανεξετάζει το συντομότερο δυνατό και, εφόσον απαιτείται, αναθεωρεί σύμφωνα με την παράγραφο (α) το χαρακτηρισμό της χώρας ως ασφαλούς.

(11) Κατά την εφαρμογή των εδαφίων (1), (2), (4), (6) και (10), λαμβάνονται υπόψη, μεταξύ άλλων, οι κατευθυντήριες γραμμές και τα επιχειρησιακά εγχειρίδια καθώς και οι πληροφορίες για τις χώρες ιθαγένειας και για τις δραστηριότητες, συμπεριλαμβανομένης της μεθοδολογίας υποβολής εκθέσεων για πληροφορίες σχετικά με τη χώρα καταγωγής της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Υποστήριξης για το Άσυλο, που αναφέρονται στον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 439/2010, καθώς και οι σχετικές κατευθυντήριες γραμμές της Υπάτης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες.

(12) Κάθε διάταγμα, το οποίο ο Υπουργός εκδίδει δυνάμει του παρόντος άρθρου, δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας.

Απαράδεκτες αιτήσεις

12Βτετράκις.-(1) Χωρίς επηρεασμό των περιπτώσεων κατά τις οποίες μια αίτηση δεν εξετάζεται σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 604/2013, σε περίπτωση που αίτηση θεωρείται απαράδεκτη δυνάμει του εδαφίου (2), ο Προϊστάμενος κλείνει το φάκελο και διακόπτει τη διαδικασία εξέτασης της αίτησης με απόφασή του την οποία λαμβάνει και καταχωρίζει στον φάκελο χωρίς να εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 12Δ και 13 και επί της οποίας απόφασης εφαρμόζονται οι διατάξεις των εδαφίων (7) μέχρι (7Ε) του άρθρου 18.

(2) Με την επιφύλαξη της Σύμβασης, η Υπηρεσία Ασύλου δύναται να θεωρήσει αίτηση ως απαράδεκτη μόνον εάν-

(α) Καθεστώς διεθνούς προστασίας έχει χορηγηθεί από άλλο κράτος μέλος∙ ή

(β) μια χώρα που δεν είναι κράτος μέλος θεωρείται ως πρώτη χώρα ασύλου για τον αιτητή σύμφωνα με το άρθρο 12Βπεντάκις∙ ή

(γ) μια χώρα που δεν είναι κράτος μέλος θεωρείται ως ασφαλής χώρα ασύλου για τον αιτητή σύμφωνα με το άρθρο 12Β∙ ή

(δ) η αίτηση είναι μεταγενέστερη αίτηση στο πλαίσιο της οποίας δεν υποβλήθηκαν από τον αιτητή ή δεν προέκυψαν νέα στοιχεία ή πορίσματα σχετικά με την εξέταση του κατά πόσο ο αιτητής πληροί τις προϋποθέσεις για να χαρακτηριστεί ως δικαιούχος διεθνούς προστασίας∙ ή

(ε) εξαρτώμενο από τον αιτητή πρόσωπο, ενώ συναίνεσε στην κατάθεση αίτησης εξ’ ονόματός του από τον αιτητή σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου (α) του εδαφίου (6) του άρθρου 11, στη συνέχεια κατέθεσε ξεχωριστά αίτηση αυτοπροσώπως, και δεν υπάρχουν γεγονότα σχετικά με την κατάσταση του εξαρτώμενου αυτού προσώπου τα οποία να δικαιολογούν την υποβολή τέτοιας ξεχωριστής αίτησης.

(3) Με την επιφύλαξη του Άρθρου 5 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 604/2013, πριν από τη λήψη απόφασης του Προϊσταμένου για το παραδεκτό αίτησης σύμφωνα με το παρόν άρθρο, η Υπηρεσία Ασύλου επιτρέπει στον αιτητή να εκθέσει τις απόψεις του σχετικά με την εφαρμογή των λόγων που προβλέπει το εδάφιο (2) στην περίπτωσή του. Για το σκοπό αυτό, η Υπηρεσία Ασύλου, προβαίνει σε προσωπική συνέντευξη σχετικά με το παραδεκτό της αίτησης.

Πρώτη χώρα ασύλου

12Βπεντάκις.-(1) Για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου, πρώτη χώρα ασύλου για συγκεκριμένο αιτητή, σημαίνει χώρα η οποία -

(α) αναγνώρισε τον αιτητή ως πρόσφυγα και του παρέχει ακόμη τη σχετική προστασία, ή

(β) παρέχει στον αιτητή άλλη επαρκή προστασία, περιλαμβανομένης της εφαρμογής της αρχής της μη επαναπροώθησης,

υπό την προϋπόθεση ότι ο αιτητής γίνει εκ νέου δεκτός στη χώρα αυτή.

(2) Αίτηση η οποία δυνατό να σχετίζεται με πρώτη χώρα ασύλου δύναται να εξεταστεί κατά την κρίση του αρμοδίου λειτουργού με την ταχύρρυθμη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 12Δ.

(3) Η Υπηρεσία Ασύλου ενημερώνει τον ενδιαφερόμενο αιτητή για το δικαίωμα που έχει να αμφισβητήσει την εφαρμογή της πρώτης χώρας ασύλου στη συγκεκριμένη περίπτωσή του, προσβάλλοντας στο Διοικητικό Δικαστήριο τη σχετική απόφαση του Προϊσταμένου δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος, καθώς και για την προθεσμία άσκησης τέτοιας προσφυγής.

Εσωτερική μετεγκατάσταση

12Γ.-(1) Κατά τη λήψη απόφασης επί της αίτησης, ο Προϊστάμενος δύναται να αποφασίσει ότι ο αιτητής δεν χρήζει διεθνούς προστασίας, εάν σε τμήμα της χώρας ιθαγένειάς του-

(i) δεν υπάρχει βάσιμος φόβος ότι θα υποστεί δίωξη  ή ότι διατρέχει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης, ή

(ii) έχει πρόσβαση σε προστασία κατά της δίωξης ή της σοβαρής βλάβης, όπως η εν λόγω προστασία ορίζεται στο άρθρο 3Β,

και ο αιτητής μπορεί νόμιμα και με ασφάλεια να ταξιδέψει και να γίνει δεκτός σε εκείνο το τμήμα της χώρας και μπορεί εύλογα να αναμένεται να εγκατασταθεί εκεί.

(2) [Καταργήθηκε].

(3) Εξετάζοντας εάν ο αιτητής έχει βάσιμο φόβο ότι θα υποστεί δίωξη ή ότι διατρέχει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης, ή έχει πρόσβαση σε προστασία κατά της δίωξης ή της σοβαρής βλάβης σε τμήμα της χώρας καταγωγής σύμφωνα με το εδάφιο (1), ο Προϊστάμενος, κατά τη λήψη απόφασης επί της αίτησης, λαμβάνει υπόψη τις γενικές περιστάσεις που επικρατούν στο εν λόγω τμήμα της χώρας και τις προσωπικές περιστάσεις, σύμφωνα με την παράγραφο (α) του εδαφίου (2) και το εδάφιο (3) του άρθρου 16, καθώς και τα εδάφια (3), (4) και (5) του άρθρου 18.  Για το σκοπό αυτό, λαμβάνονται υπόψη ακριβείς και επίκαιρες πληροφορίες από σχετικές πηγές, όπως την Υπάτη Αρμοστεία των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες και την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Υποστήριξης για το Άσυλο.

(4) [Καταργήθηκε].

Ταχύρυθμη διαδικασία εξέτασης αιτήσεων

12Δ.-(1) Κατά προτεραιότητα και όχι αργότερα από τριάντα ημέρες από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης, εξετάζονται από τον Προϊστάμενο, με την ταχύρυθμη διαδικασία που προβλέπεται στο παρόν άρθρο, αιτήσεις που κατά την κρίση του αρμόδιου λειτουργού εμπίπτουν στις διατάξεις των άρθρων 12Α, 12Β, 12Βδις, 12Βτρις, 12Βτετράκις, 12Βπεντάκις ή/και του εδαφίου (4) του παρόντος άρθρου.

(2) Κατά την εξέταση της αίτησης, ο αρμόδιος λειτουργός προβαίνει σε προσωπική συνέντευξη του αιτητή, μετά από την οποία υποβάλλει έκθεση με τα γεγονότα της υπόθεσης και τις διαπιστώσεις του αναφορικά με την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 12Α, 12Β, 12Βδις, 12Βτρις, 12Βτετράκις, 12Βπεντάκις ή/και του εδαφίου (4) του παρόντος άρθρου, στον Προϊστάμενο.

(3) Ο Προϊστάμενος, μετά την εξέταση της έκθεσης του αρμόδιου λειτουργού, δύναται, με απόφασή του, να:

(α) Αναγνωρίσει αιτητή ως πρόσφυγα·

(β) αναπέμψει την αίτηση στον αρμόδιο λειτουργό για να ακολουθήσει την κανονική διαδικασία εξέτασης αιτήσεων, δυνάμει του άρθρου 13· ή

(γ) απορρίψει την αίτηση δυνάμει των άρθρων 12Α, 12Β, 12Βδις, 12Βτρις, 12Βτετράκις, 12Βπεντάκις ή/και του εδαφίου (4) του παρόντος άρθρου.

(4) Αίτηση δύναται να εξεταστεί κατά την κρίση του αρμόδιου λειτουργού σύμφωνα με την ταχύρρυθμη διαδικασία που προβλέπεται στο παρόν άρθρο, εφόσον τηρούνται οι αρχές και εγγυήσεις του παρόντος Νόμου αναφορικά με την εξέταση αιτήσεων, σε οποιαδήποτε από τις ακόλουθες περιπτώσεις:

(α) Ο αιτητής, κατά την υποβολή της αίτησης και την παρουσίαση των γεγονότων, απλώς έθεσε θέματα τα οποία είναι άνευ σημασίας για την εξέταση του εάν πληροί τις προϋποθέσεις για να του χορηγηθεί καθεστώς διεθνούς προστασίας∙

(β) ο αιτητής προέρχεται από ασφαλή χώρα ιθαγένειας σύμφωνα με το άρθρο 12Βτρις∙

(γ) ο αιτητής παραπλάνησε τις αρχές της Δημοκρατίας με την παρουσίαση ψευδών πληροφοριών ή εγγράφων ή με την απόκρυψη σχετικών πληροφοριών ή εγγράφων, όσον αφορά την ταυτότητα ή/και την ιθαγένειά του, που μπορούσαν να επηρεάσουν αρνητικά την απόφαση επί της αίτησης∙

(δ) ο αιτητής είναι πιθανόν, κακόπιστα, να έχει καταστρέψει ή πετάξει έγγραφο ταυτότητας ή ταξιδιωτικό έγγραφο, που θα βοηθούσε στον προσδιορισμό της ταυτότητας ή της ιθαγένειάς του∙

(ε) ο αιτητής έχει παρουσιάσει σαφώς ασυνεπείς και αντιφατικές ή σαφώς ψευδείς ή προφανώς απίθανες πληροφορίες, οι οποίες έρχονται σε αντίθεση με επαρκώς τεκμηριωμένες πληροφορίες για τη χώρα ιθαγένειας, καθιστώντας έτσι σαφώς μη πειστική τη δήλωσή του ως προς το εάν πληροί τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για τον χαρακτηρισμό του ως δικαιούχου διεθνούς προστασίας δυνάμει του παρόντος Νόμου∙

(στ) ο αιτητής έχει υποβάλει μεταγενέστερη αίτηση, η οποία δεν θεωρείται ως απαράδεκτη σύμφωνα με την παράγραφο (δ) του εδαφίου (3) του άρθρου 16Δ∙

(ζ) ο αιτητής υποβάλλει την αίτηση μόνο για να καθυστερήσει ή να εμποδίσει την εκτέλεση προγενέστερης ή επικείμενης απόφασης που θα οδηγούσε στην απέλαση / απομάκρυνσή του∙

(η) ο αιτητής εισήλθε παράνομα στο έδαφος της Δημοκρατίας ή παρέτεινε παράνομα τη διαμονή του σε αυτό και, χωρίς εύλογη αιτία, δεν παρουσιάστηκε στις αρχές ούτε υπέβαλε αίτηση το συντομότερο δυνατόν, λαμβανομένων υπόψη των συνθηκών της εισόδου του∙

(θ) ο αιτητής ενδέχεται για σοβαρούς λόγους να συνιστά κίνδυνο για τη εθνική ασφάλεια ή τη δημόσια τάξη ή έχει απελαθεί διά της βίας για σοβαρούς λόγους δημόσιας ασφάλειας ή δημόσιας τάξης∙

(ι) ο αιτητής αρνείται να συμμορφωθεί με την υποχρέωσή του να υποβληθεί σε λήψη των δακτυλικών αποτυπωμάτων του σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 603/2013.

(5)(α) Η εξέταση της αίτησης βάσει του παρόντος άρθρου ολοκληρώνεται το ταχύτερο δυνατό, με την επιφύλαξη της διασφάλισης της κατάλληλης και πλήρους εξέτασης.

(β) Η προβλεπόμενη στο εδάφιο (1) προθεσμία των τριάντα (30) ημερών δύναται να παραταθεί από τον Προϊστάμενο, μετά από εισήγηση του αρμόδιου λειτουργού, για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τους δύο (2) μήνες, εφόσον ο Προϊστάμενος κρίνει ότι αυτό είναι απαραίτητο για την κατάλληλη και πλήρη εξέταση της αίτησης.

(γ) Σε περίπτωση που, κατά την κρίση του Προϊσταμένου, η ταχύρρυθμη διαδικασία εξέτασης που προβλέπεται στο παρόν άρθρο δε διασφαλίζει την κατάλληλη και πλήρη εξέταση της αίτησης, ο Προϊστάμενος ενεργεί σύμφωνα με την παράγραφο (β) του εδαφίου (3).

Προτεραιότητα στην εξέταση αιτήσεων

12Ε.-(1) Με την επιφύλαξη των βασικών αρχών και εγγυήσεων που προβλέπονται στον παρόντα Νόμο αναφορικά με την εξέταση αιτήσεων, ο αρμόδιος λειτουργός δίνει προτεραιότητα στην εξέταση αίτησης, έναντι άλλης προηγουμένως υποβληθείσας,  ιδίως-

(α) Όταν η αίτηση είναι πιθανόν να θεωρηθεί ως βάσιμη∙ ή

(β) όταν ο αιτητής είναι αιτητής με ειδικές ανάγκες υποδοχής σύμφωνα με το άρθρο 9ΚΔ ή είναι αιτητής που χρήζει ειδικών διαδικαστικών εγγυήσεων, ιδίως αν είναι ασυνόδευτος ανήλικος.

(2) Η αίτηση εξετάζεται σύμφωνα με το άρθρο 13.

Κλείσιμο φακέλου

12Ε. [Διαγράφηκε]
  • Ιστορικό Τροποποιήσεων
  • 9(I)/2004
Κανονική διαδικασία εξέτασης αιτήσεων

13.-(1) Κατά την κανονική διαδικασία εξέτασης αιτήσεων, ο αρμόδιος λειτουργός εξετάζει την αίτηση και προβαίνει σε προσωπική συνέντευξη του αιτητή, εκτός στις περιπτώσεις όπου τέτοια συνέντευξη δυνατό να έχει ήδη πραγματοποιηθεί δυνάμει του εδαφίου (2) του άρθρου 12Δ.

(2) Ο Προϊστάμενος, μετά την εξέταση της έκθεσης του αρμόδιου λειτουργού, δύναται, με απόφασή του:

(α)  Να αναγνωρίσει τον αιτητή ως πρόσφυγα·

(β) να αναγνωρίσει στον αιτητή το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας·

(γ) [Διαγράφηκε]·

(δ) να απορρίψει την αίτηση.

(3) Ο Προϊστάμενος, δύναται σε περίπτωση που κρίνει την συνέντευξη του αρμόδιου λειτουργού ανεπαρκή, να ζητήσει επανάληψη της συνέντευξης.

(4) Ο Προϊστάμενος κατά τη λήψη της απόφασης που αναφέρεται στο εδάφιο (3), δίδει στον αιτητή το ευεργέτημα της αμφιβολίας, νοουμένου ότι ο αιτητής έχει υποβάλει όλα τα διαθέσιμα απ΄αυτόν στοιχεία σε σχέση με την αίτησή του, τα οποία έχουν ελεγχθεί και, ο αρμόδιος λειτουργός ή/και ο Προϊστάμενος ικανοποιούνται ότι ο αιτητής είναι γενικά αξιόπιστος.

(5) Η Υπηρεσία Ασύλου μεριμνά για την ταχύτερη δυνατή ολοκλήρωση της κανονικής διαδικασίας εξέτασης αιτήσεων, με την επιφύλαξη της διασφάλισης της κατάλληλης και πλήρους εξέτασης.

(6)(α) Με την επιφύλαξη των παραγράφων (β) και (γ) του παρόντος εδαφίου, η Υπηρεσία Ασύλου εξασφαλίζει ότι η διαδικασία εξέτασης της αίτησης ολοκληρώνεται εντός έξι (6) μηνών από την κατάθεση της αίτησης, είτε ακολουθείται η διαδικασία που προβλέπεται στο παρόν άρθρο είτε ακολουθείται η διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 12Δ. [Σ.Σ: Το παρόν εδάφιο τίθεται σε ισχύ κατά την 20ή Ιουλίου 2018. Βλ. Υποσημείωση αρ. 36(3) του Ν. 106(Ι)/2016].

(β) Σε περίπτωση που ο Προϊστάμενος δεν μπορεί να λάβει απόφαση εντός εξαμήνου από την κατάθεση της αίτησης, η Υπηρεσία Ασύλου έχει υποχρέωση-

(i) Να ενημερώνει τον αιτητή σχετικά με την καθυστέρηση∙ και

(ii) να του παρέχει, κατόπιν αιτήματός του,  πληροφορίες σχετικά με τους λόγους της καθυστέρησης και το χρονικό πλαίσιο κατά το οποίο αναμένεται η απόφαση επί της αίτησής του.

(γ) Όταν αίτηση υπόκειται στη διαδικασία του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 604/2013 και η Δημοκρατία έχει οριστεί ως υπεύθυνο κράτος μέλος σύμφωνα με τον εν λόγω Κανονισμό για την εξέταση της αίτησης του αιτητή, η προθεσμία των έξι (6) μηνών αρχίζει από τη στιγμή κατά την οποία ο αιτητής βρίσκεται στις ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές και τον έχει αναλάβει η Υπηρεσία Ασύλου. [Σ.Σ: Το παρόν εδάφιο τίθεται σε ισχύ κατά την 20ή Ιουλίου 2018. Βλ. Υποσημείωση αρ. 36(3) του Ν. 106(Ι)/2016].

(7) Ανεξάρτητα από το εδάφιο (6), ο Προϊστάμενος δύναται να παρατείνει την προθεσμία των έξι (6) μηνών που ορίζεται στο εν λόγω εδάφιο, για χρονικό διάστημα όχι μεγαλύτερο από εννέα (9) επιπλέον μήνες, σε οποιαδήποτε από τις ακόλουθες περιπτώσεις:

(α) Όταν ανακύπτουν περίπλοκα ουσιαστικά ή/και νομικά ζητήματα·

(β) μεγάλος αριθμός υπηκόων τρίτων χωρών ή ανιθαγενών αιτούνται ταυτόχρονα διεθνή προστασία, γεγονός που καθιστά στην πράξη πολύ δύσκολη την ολοκλήρωση της διαδικασίας εντός της προθεσμίας των έξι (6) μηνών·

(γ) η καθυστέρηση μπορεί να αποδοθεί σαφώς στη μη συμμόρφωση του αιτητή με τις υποχρεώσεις του βάσει του άρθρου 16.

[Σ.Σ: Το παρόν εδάφιο (7) τίθεται σε ισχύ κατά την 20ή Ιουλίου 2018. Βλ. Υποσημείωση αρ. 36(3) του Ν. 106(Ι)/2016].

(8) Κατ’ εξαίρεση, η Υπηρεσία Ασύλου, σε δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις, δύναται να υπερβαίνει την προθεσμία που ορίζεται στο εδάφιο (7) κατά  τρεις (3) μήνες το πολύ, όταν αυτό κρίνεται απαραίτητο από τον Προϊστάμενο για την κατάλληλη και πλήρη εξέταση της αίτησης. [Σ.Σ: Το παρόν εδάφιο τίθεται σε ισχύ κατά την 20ή Ιουλίου 2018. Βλ. Υποσημείωση αρ. 36(3) του Ν. 106(Ι)/2016].

(9) Με την επιφύλαξη του εδαφίου (1) του άρθρου 18Α και με την επιφύλαξη του εδαφίου (1) του άρθρου 19, ο Προϊστάμενος δύναται να αποφασίσει την αναβολή της ολοκλήρωσης της διαδικασίας εξέτασης αίτησης, στην περίπτωση που δεν μπορεί εύλογα να  αναμένεται από την Υπηρεσία Ασύλου να λάβει απόφαση επί αίτησης εντός των χρονικών πλαισίων που αναφέρονται στα εδάφια (6), (7) και (8), λόγω της αβέβαιης κατάστασης στη χώρα ιθαγένειας η οποία αναμένεται να είναι προσωρινή. Στην περίπτωση αυτή, η Υπηρεσία Ασύλου-

(α) Επανεξετάζει την κατάσταση στη χώρα ιθαγένειας τουλάχιστον ανά έξι (6) μήνες· και

(β) ενημερώνει τον ενδιαφερόμενο αιτητή εντός εύλογου χρονικού διαστήματος σχετικά με τους λόγους της αναβολής της ολοκλήρωσης της διαδικασίας εξέτασης· και

(γ) ενημερώνει την Επιτροπή εντός εύλογου χρονικού διαστήματος σχετικά με την απόφαση του Προϊσταμένου για την αναβολή της ολοκλήρωσης της διαδικασίας εξέτασης για τη συγκεκριμένη χώρα ιθαγένειας.

[Σ.Σ: Το παρόν εδάφιο (9) τίθεται σε ισχύ κατά την 20ή Ιουλίου 2018. Βλ. Υποσημείωση αρ. 36(3) του Ν. 106(Ι)/2016].

(10) Σε κάθε περίπτωση, η Υπηρεσία Ασύλου ολοκληρώνει τη διαδικασία εξέτασης αίτησης το αργότερο εντός εικοσιένα (21) μηνών από την κατάθεση της αίτησης. [Σ.Σ: Το παρόν εδάφιο τίθεται σε ισχύ κατά την 20ή Ιουλίου 2018. Βλ. Υποσημείωση αρ. 36(3) του Ν. 106(Ι)/2016].

Προσωπικές συνεντεύξεις αιτητών και εξαρτώμενων προσώπων

13Α.-(1) Πριν από τη λήψη απόφασης του Προϊσταμένου επί αίτησης, η Υπηρεσία Ασύλου παρέχει στον αιτητή την ευκαιρία προσωπικής συνέντευξης επί της ουσίας της αίτησης, η οποία διεξάγεται από αρμόδιο λειτουργό.  Η Υπηρεσία Ασύλου παρέχει την ευκαιρία τέτοιας προσωπικής συνέντευξης σε κάθε ενήλικα που είναι εξαρτώμενο πρόσωπο από τον αιτητή, σε περίπτωση που ο αιτητής έχει καταθέσει αίτηση εξ ονόματος τέτοιου εξαρτώμενου προσώπου.

(1A) Όταν ταυτόχρονες αιτήσεις από μεγάλο αριθμό υπηκόων τρίτων χωρών ή ανιθαγενών καθιστούν αδύνατη στην πράξη την έγκαιρη διεξαγωγή συνεντεύξεων επί της ουσίας κάθε αίτησης από την Υπηρεσία Ασύλου, το Υπουργικό Συμβούλιο δύναται με διάταγμα, το οποίο δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, να προβλέπει ότι εμπειρογνώμονες από άλλα κράτη μέλη, οι οποίοι επιστρατεύονται από την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Υποστήριξης για το Άσυλο ή από άλλο συναφή οργανισμό, μπορούν προσωρινά να συμμετέχουν στη διενέργεια των συνεντεύξεων αυτών:

Νοείται ότι, προσωπικό άλλο από αυτό της Υπηρεσίας Ασύλου επιτρέπεται-

(α) Να συμμετέχει στη διενέργεια των προαναφερόμενων συνεντεύξεων εφόσον λάβει εκ των προτέρων σχετική κατάρτιση η οποία περιλαμβάνει ό,τι αναφέρεται στο Άρθρο 6, παράγραφος 4, στοιχεία α) έως ε), του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 439/2010∙ και

(β) να διενεργεί προσωπικές συνεντεύξεις αιτητών εφόσον διαθέτει ή έχει καταρτιστεί για να διαθέτει γενική γνώση των προβλημάτων που θα μπορούσαν να επηρεάσουν αρνητικά την ικανότητα του αιτητή για συνέντευξη, όπως ενδείξεις ότι ο αιτητής μπορεί να έχει υποστεί βασανισμό κατά το παρελθόν.

(2) Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου (1), η προσωπική συνέντευξη επί της ουσίας της αίτησης δύναται να παραλείπεται όταν –

(α) Ο Προϊστάμενος δύναται να λάβει θετική απόφαση όσον αφορά το καθεστώς του πρόσφυγα βάσει διαθέσιμων αποδεικτικών στοιχείων∙ ή

(β) η Υπηρεσία Ασύλου θεωρεί ότι ο αιτητής είναι ανίκανος ή δεν μπορεί να συμμετάσχει σε συνέντευξη, για λόγους που οφείλονται σε μόνιμες καταστάσεις ανεξάρτητες από τη θέλησή του. Σε περίπτωση που υπάρχουν αμφιβολίες, η Υπηρεσία Ασύλου δύναται να συμβουλεύεται επαγγελματία του τομέα της υγείας για να εξακριβώσει κατά πόσο η κατάσταση, λόγω της οποίας ο αιτητής είναι ανίκανος ή δεν δύναται να συμμετάσχει σε συνέντευξη, είναι προσωρινή ή μόνιμη.

(3) Όταν η Υπηρεσία Ασύλου δεν παρέχει την ευκαιρία προσωπικής συνέντευξης στον αιτητή, σύμφωνα με την παράγραφο (β) του εδαφίου (2), ή σε εξαρτώμενο από αυτόν πρόσωπο, καταβάλλει εύλογη προσπάθεια ώστε να δίνεται η δυνατότητα στον αιτητή ή, κατά περίπτωση, στον εξαρτώμενο να υποβάλουν συμπληρωματικά στοιχεία.

(4) Η μη διεξαγωγή προσωπικής συνέντευξης, σύμφωνα με το παρόν άρθρο, δεν εμποδίζει τον Προϊστάμενο να λάβει απόφαση επί της αίτησης.

(5) Η μη διεξαγωγή προσωπικής συνέντευξης, σύμφωνα με την παράγραφο (β) του εδαφίου (2), δεν επιδρά δυσμενώς στην απόφαση του Προϊστάμενου.

(6) Ανεξάρτητα από τις διατάξεις των εδαφίων (1) και (2) του άρθρου 16Β, όταν ο Προϊστάμενος αποφασίζει επί αίτησης, δύναται να λάβει υπόψη το γεγονός ότι ο αιτητής δεν παρουσιάσθηκε για την προσωπική συνέντευξη, εκτός εάν είχε σοβαρούς λόγους να απουσιάσει.

(7) Ανεξάρτητα από το εδάφιο (1) του άρθρου 18, η προσωπική συνέντευξη κατά κανόνα διεξάγεται χωρίς την παρουσία μελών της οικογένειας, εκτός εάν η Υπηρεσία Ασύλου κρίνει ότι η παρουσία τους είναι απαραίτητη προκειμένου να διενεργηθεί η δέουσα εξέταση.

(8) Η προσωπική συνέντευξη διεξάγεται υπό συνθήκες που να εξασφαλίζουν τη δέουσα εμπιστευτικότητα.

(9) Η Υπηρεσία Ασύλου λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα για να εξασφαλίσει ότι οι προσωπικές συνεντεύξεις διεξάγονται σε συνθήκες που επιτρέπουν στον αιτητή να εκθέσει διεξοδικά τους λόγους της αίτησής του. Για το σκοπό αυτό, η Υπηρεσία Ασύλου μεριμνά ώστε-

(α) Ο αρμόδιος λειτουργός που διεξάγει τη συνέντευξη να διαθέτει τα κατάλληλα προσόντα για να συνεκτιμήσει τις προσωπικές και γενικές συνθήκες που περιβάλλουν την αίτηση, συμπεριλαμβανομένης της πολιτιστικής καταγωγής, του φύλου, του γενετήσιου προσανατολισμού, της ταυτότητας φύλου ή της ευαισθησίας του αιτητή·

(β) οσάκις είναι εφικτό, η συνέντευξη με τον αιτητή να διεξάγεται από πρόσωπο του ιδίου με αυτόν φύλου, εφόσον το ζητήσει ο αιτητής, εκτός εάν η Υπηρεσία Ασύλου θεωρεί εύλογα ότι το εν λόγω αίτημα βασίζεται σε λόγους που δεν συνδέονται με τη δυσκολία του αιτητή να παρουσιάσει τους λόγους της αίτησής του κατά τρόπο περιεκτικό·

(γ) να επιλέγει διερμηνέα ικανό να διασφαλίζει τη δέουσα επικοινωνία μεταξύ του αιτητή και του αρμόδιου λειτουργού που διεξάγει τη συνέντευξη∙ η επικοινωνία διενεργείται στη γλώσσα που προτιμά ο αιτητής, εκτός εάν υπάρχει άλλη γλώσσα την οποία κατανοεί και στην οποία είναι σε θέση να επικοινωνήσει με σαφήνεια∙ οσάκις είναι εφικτό, παρέχεται διερμηνέας του ιδίου φύλου εφόσον το ζητήσει ο αιτητής, εκτός εάν η Υπηρεσία Ασύλου θεωρεί εύλογα ότι το εν λόγω αίτημα βασίζεται σε λόγους που δεν συνδέονται με τη δυσκολία του αιτητή να παρουσιάσει τους λόγους της αίτησής του κατά τρόπο περιεκτικό·

(δ) το πρόσωπο που διεξάγει τη συνέντευξη επί της ουσίας της αίτησης να μη φοράει στρατιωτική στολή ή στολή των δυνάμεων επιβολής του νόμου·

(ε) οι συνεντεύξεις με ανηλίκους να διεξάγονται με τρόπο κατάλληλο για παιδιά.

(10) Κατά τη διεξαγωγή προσωπικής συνέντευξης επί της ουσίας της αίτησης, η Υπηρεσία Ασύλου παρέχει στον αιτητή κατάλληλη ευκαιρία-

(α) Να παρουσιάσει τα στοιχεία που απαιτούνται για την, κατά το δυνατόν, πλήρη τεκμηρίωση της αίτησης σύμφωνα με την παράγραφο (α) του εδαφίου (2) του άρθρου 16 και τα εδάφια (3) έως (5) του άρθρου 18∙ και

(β) να παράσχει εξηγήσεις σχετικά με στοιχεία τα οποία ενδεχομένως λείπουν ή/και σχετικά με τυχόν ασυνέπειες ή αντιφάσεις στο πλαίσιο των δηλώσεων του αιτητή.

Ανάγκες παροχής διεθνούς προστασίας οι οποίες ανακύπτουν επιτόπου

14.-(1) Κατά την αξιολόγηση αίτησης ή διοικητικής προσφυγής, γίνεται αποδεκτό ότι-

(α) ο βάσιμος φόβος δίωξης ή ο πραγματικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης δυνατό να στηρίζεται σε γεγονότα τα οποία επήλθαν μετά την αναχώρηση του αιτητή από τη χώρα καταγωγής του∙

(β) ο βάσιμος φόβος δίωξης ή ο πραγματικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης δυνατό να στηρίζεται σε δραστηριότητες στις οποίες ο αιτητής επιδόθηκε μετά την αναχώρησή του από τη χώρα καταγωγής του, ιδίως εάν αποδεικνύεται ότι οι δραστηριότητες τις οποίες επικαλείται αποτελούν εκδήλωση και προέκταση πεποιθήσεων ή προσανατολισμών τις οποίες ο αιτητής είχε ήδη στη χώρα καταγωγής του.

(2) Με την επιφύλαξη των διατάξεων της Σύμβασης, ο Προϊστάμενος κατά κανόνα δύναται να μην αναγνωρίσει καθεστώς πρόσφυγα στον αιτητή που υποβάλλει μεταγενέστερη αίτηση, εάν ο κίνδυνος δίωξης βασίζεται σε περιστάσεις που ο αιτητής προκάλεσε εσκεμμένως μετά την αναχώρηση του από τη χώρα καταγωγής.

Συνέντευξη αιτητή

14. [Διαγράφηκε]
Ιατρική και ψυχολογική εξέταση αιτητή

15.-(1) Όταν ο αρμόδιος λειτουργός κρίνει σκόπιμο για την αξιολόγηση της αίτησης σύμφωνα με την παράγραφο (α) του εδαφίου (2) και το εδάφιο (3) του άρθρου 16 και τα εδάφια (3) έως (5) του άρθρου 18, και με την επιφύλαξη της συγκατάθεσης του αιτητή, παραπέμπει τον αιτητή για εξέταση σε ιατρό ή/και ψυχολόγο, όσον αφορά-

(α) Ενδείξεις που ενδεχομένως υποδηλώνουν διώξεις ή σοβαρή βλάβη που υπέστη κατά το παρελθόν∙ και

(β) συμπτώματα και ενδείξεις βασανιστηρίων ή άλλων σοβαρών πράξεων σωματικής ή ψυχολογικής βίας, περιλαμβανομένων των πράξεων σεξουαλικής βίας.

(2) Η ιατρική ή/και ψυχολογική εξέταση που αναφέρεται στο εδάφιο (1), διενεργείται δημοσία δαπάνη από κατάλληλα εκπαιδευμένους επαγγελματίες του τομέα της υγείας και τα αποτελέσματά της υποβάλλονται στην Υπηρεσία Ασύλου το ταχύτερο δυνατό.

(3) Η άρνηση του αιτητή να υποβληθεί σε ιατρική ή/και ψυχολογική εξέταση δεν εμποδίζει τον Προϊστάμενο να λάβει απόφαση επί της αίτησης.

(4) Τα αποτελέσματα των ιατρικών ή/και ψυχολογικών εξετάσεων που διενεργούνται δυνάμει του εδαφίου (1) ή (8) εκτιμώνται από τον Προϊστάμενο μαζί με τα υπόλοιπα στοιχεία της αίτησης.

(5) Σε περίπτωση ύπαρξης ενδείξεων σοβαρής βλάβης, ο αρμόδιος λειτουργός πραγματοποιεί τη συνέντευξη του αιτητή ύστερα από συνεννόηση και σε συνεργασία με αρμόδιο ιατρό.

(6) Η ιατρική ή/και ψυχολογική εξέταση που διενεργείται δυνάμει του παρόντος άρθρου δύναται, μεταξύ άλλων, να βασίζεται στο Πρωτόκολλο της Κωνσταντινούπολης.

(7) Για σκοπούς εφαρμογής του παρόντος άρθρου, ο Υπουργός Υγείας δύναται να ορίζει με απόφασή του τους επαγγελματίες του τομέα της υγείας που διενεργούν τις ιατρικές ή/και ψυχολογικές εξετάσεις των αιτητών.

(8) Όταν δεν διενεργείται ιατρική ή/και ψυχολογική εξέταση σύμφωνα με το εδάφιο (1), η Υπηρεσία Ασύλου ενημερώνει τους αιτητές ότι δικαιούνται με δική τους πρωτοβουλία και δικά τους έξοδα να μεριμνήσουν για την ιατρική ή/και ψυχολογική τους εξέταση όσον αφορά ενδείξεις που ενδεχομένως υποδηλώνουν διώξεις ή σοβαρές βλάβες, που υπέστησαν κατά το παρελθόν.

Υποχρεώσεις αιτητή κατά την εξέταση της αίτησης και συναφής υποχρέωση αρμόδιων αρχών

16.-(1) Κατά την εξέταση της αίτησής του, ο αιτητής οφείλει να συνεργάζεται με την Υπηρεσία Ασύλου με σκοπό την εξακρίβωση της ταυτότητάς του και των υπόλοιπων στοιχείων που αναφέρονται στην παράγραφο (α) του εδαφίου (2).

(2)  Ιδίως, ο αιτητής οφείλει-

(α) να υποβάλει το συντομότερο δυνατό όλα τα στοιχεία που απαιτούνται για την τεκμηρίωση της αίτησης, τα οποία στοιχεία συνίστανται σε δηλώσεις του αιτητή και σε όλα τα έγγραφα που έχει ο αιτητής στη διάθεσή του σχετικά με την ηλικία του, το προσωπικό του ιστορικό, καθώς και το ιστορικό των οικείων συγγενών του, την ταυτότητα, την ιθαγένεια, τη χώρα και το μέρος προηγούμενης διαμονής του, τις προηγούμενες αιτήσεις ασύλου, το δρομολόγιο που ακολούθησε, το δελτίο ταυτότητας και τα ταξιδιωτικά του έγγραφα και τους λόγους για τους οποίους ζητεί διεθνή προστασία∙

(β) να παραδώσει το διαβατήριό του ή τα ταξιδιωτικά έγγραφα είτε στην Υπηρεσία Ασύλου είτε στην Αστυνομία∙ η Αστυνομία υποχρεούται όπως παραδώσει άμεσα στην Υπηρεσία Ασύλου το διαβατήριο ή τα ταξιδιωτικά έγγραφα μαζί με την αίτηση για παραχώρηση διεθνούς προστασίας∙ ο αιτητής λαμβάνει έγγραφο το οποίο πιστοποιεί ότι το διαβατήριό του κρατείται κατά την υποβολή της αίτησής του από την Υπηρεσία Ασύλου ή από την Αστυνομία και δίδεται αντίγραφο του διαβατηρίου στον αιτητή∙

(γ) σε περίπτωση που δεν έχει στοιχεία και έγγραφα στην κατοχή του, να εξηγήσει τους λόγους για τη μη ύπαρξη των εν λόγω εγγράφων και στοιχείων, να αναφέρει τις προσπάθειες, που έκανε για την εξασφάλισή τους και να παρουσιάσει οτιδήποτε άλλο πρόσθετο στοιχείο το οποίο η Υπηρεσία Ασύλου ήθελε ζητήσει ή είναι χρήσιμο και να προβεί σε εύλογες προσπάθειες για να προμηθεύσει την Υπηρεσία Ασύλου με τα αναγκαία στοιχεία∙

(δ) να αναφέρεται ή να παρουσιάζεται αυτοπροσώπως, χωρίς καθυστέρηση ή σε οριζόμενο χρόνο στην Υπηρεσία Ασύλου ή/και στο Κλιμάκιο∙

(ε) να επιτρέψει την υποβολή του σε σωματική έρευνα και την υποβολή των αντικειμένων που φέρει σε έρευνα∙ χωρίς επηρεασμό οποιασδήποτε έρευνας που πραγματοποιείται για λόγους ασφαλείας, η σωματική έρευνα του αιτητή σύμφωνα με τον παρόντα Νόμο διεξάγεται από πρόσωπο του ιδίου φύλου τηρουμένων πλήρως των αρχών της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και της σωματικής και ψυχολογικής ακεραιότητας·

(στ) να επιτρέψει τη φωτογράφισή του∙

(ζ) να επιτρέψει την καταγραφή των προφορικών του δηλώσεων, εφόσον έχει ενημερωθεί σχετικά εκ των προτέρων∙

(η) γενικά να βοηθήσει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο την Υπηρεσία Ασύλου για τη διαπίστωση των γεγονότων της υπόθεσής του. [Σ.Σ.: βλ. Υποσημείωση αρ. 37(2) του Ν. 105(Ι)/2016].

(3) Η Υπηρεσία Ασύλου αξιολογεί, σε συνεργασία με τον αιτητή, τα προβλεπόμενα στην παράγραφο (α) του εδαφίου (2) στοιχεία. [Σ.Σ.: βλ. Υποσημείωση αρ. 37(2) του Ν. 105(Ι)/2016].

Κλείσιμο φακέλου

16Α. [Διαγράφηκε]
Σιωπηρή απόσυρση αίτησης ή υπαναχώρηση από αυτήν

16Β.-(1) Όταν υπάρχει εύλογη αιτία να θεωρείται ότι ο αιτητής, σιωπηρά, έχει αποσύρει την αίτησή του ή υπαναχωρήσει από αυτήν, ο Προϊστάμενος κατά την κρίση του-

(i) Κλείνει το φάκελο του αιτητή και διακόπτει τη διαδικασία εξέτασης της αίτησης, με απόφασή του την οποία λαμβάνει και καταχωρίζει στο φάκελο χωρίς να εφαρμόζονται τα άρθρα 12Δ και 13 και επί της οποίας απόφασης εφαρμόζονται τα εδάφια (7) μέχρι (7Ε) του άρθρου 18∙ ή

(ii) λαμβάνει απόφαση με την οποία απορρίπτει την αίτηση, σε περίπτωση που την θεωρεί αβάσιμη, αφού την εξετάσει επαρκώς επί της ουσίας της σύμφωνα με το εδάφιο (3) του άρθρου 16 και με τα εδάφια (3), (4) και (5) του άρθρου 18.

(2) Ο Προϊστάμενος δύναται να θεωρεί ότι ο αιτητής, σιωπηρά, έχει αποσύρει αίτησή του ή υπαναχωρήσει από αυτήν, ιδίως όταν διαπιστώνει ότι ο αιτητής-

(α) Δεν ανταποκρίθηκε σε απαίτηση της Υπηρεσίας Ασύλου για παροχή πληροφοριών με ουσιώδη σημασία για την αίτησή του σύμφωνα με το άρθρο 16 ή δεν παρέστη στην προσωπική συνέντευξη η οποία προβλέπεται στα άρθρα 13Α και 18, εκτός εάν ο αιτητής αποδείξει εντός εύλογου χρονικού διαστήματος ότι αυτό οφείλεται σε συνθήκες ανεξάρτητες από τη θέλησή του∙ ή

(β) διέφυγε ή αναχώρησε χωρίς άδεια από το μέρος όπου ζούσε ή βρισκόταν υπό κράτηση, χωρίς να έρθει σε επαφή με την Υπηρεσία Ασύλου εντός εύλογου χρονικού διαστήματος, ή δεν εκπλήρωσε εντός εύλογου χρονικού διαστήματος την υποχρέωση αναφοράς ή άλλες υποχρεώσεις επικοινωνίας, όπως την προβλεπόμενη στην παράγραφο (α) του εδαφίου (2) του άρθρου 8, εκτός εάν ο αιτητής αποδείξει ότι αυτό οφειλόταν σε συνθήκες ανεξάρτητες από τη θέλησή του.

(3) Το παρόν άρθρο εφαρμόζεται με την επιφύλαξη του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 604/2013.

Ρητή απόσυρση αίτησης

16Γ.-(1) Ο αιτητής δικαιούται να αποσύρει την αίτησή του σε οποιοδήποτε στάδιο πριν από τη λήψη απόφασης από τον Προϊστάμενο.

(2) Σε περίπτωση που ο αιτητής αποσύρει ρητά την αίτησή του κατά το εδάφιο (1), ο Προϊστάμενος αποφασίζει, χωρίς να εφαρμόζονται τα άρθρα 12Δ και 13, να απορρίψει την αίτηση για το λόγο ότι ο αιτητής την απέσυρε∙ επί της απόφασης εφαρμόζονται τα εδάφια (7) μέχρι και (7Ε) του άρθρου 18.

Υποβολή νέων στοιχείων ή πορισμάτων ή μεταγενέστερης αίτησης

6Δ.-(1)(α) Σε περίπτωση που αιτητής υποβάλει στον Προϊστάμενο –

(i) Μεταγενέστερη αίτηση, ή

(ii) νέα στοιχεία ή πορίσματα κατά ή μετά την ημερομηνία στην  οποία καθίσταται εκτελεστή απόφαση του Προϊσταμένου επί πρότερης αίτησης του αιτητή,

ο Προϊστάμενος εξετάζει το συντομότερο δυνατό οτιδήποτε ούτως υποβληθέν σύμφωνα με το παρόν άρθρο.

(β) Στην παράγραφο (α), ο όρος «απόφαση» περιλαμβάνει απόφαση που λαμβάνεται από τον Προϊστάμενο δυνάμει του άρθρου 16Β ή 16Γ.

(2) Σε περίπτωση που αιτητής υποβάλει στον Προϊστάμενο είτε μεταγενέστερη αίτηση είτε νέα στοιχεία ή πορίσματα, σύμφωνα με το εδάφιο (1), ο Προϊστάμενος δεν μεταχειρίζεται οτιδήποτε υποβληθέν ως νέα αίτηση αλλά ως περαιτέρω διαβήματα στα πλαίσια της αποφασισθείσας αίτησης.  Ο Προϊστάμενος λαμβάνει υπόψη όλα τα στοιχεία των προαναφερόμενων περαιτέρω διαβημάτων.

(3)(α) Κατά τη λήψη απόφασης σχετικά με το παραδεκτό της αίτησης σύμφωνα με την παράγραφο (δ) του εδαφίου (2) του άρθρου 12Βτετράκις, ο Προϊστάμενος προβαίνει σε προκαταρτική εξέταση προκειμένου να διαπιστώσει κατά πόσο προέκυψαν ή υποβλήθηκαν από τον αιτητή νέα στοιχεία ή πορίσματα τα οποία ο Προϊστάμενος δεν έλαβε υπόψη κατά την έκδοση της εκδοθείσας απόφασής του, σχετικά με την εξέταση του κατά πόσο ο αιτητής πληροί τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για τον χαρακτηρισμό του ως δικαιούχου διεθνούς προστασίας.

(β) Σε περίπτωση που ο Προϊστάμενος διαπιστώνει ότι προέκυψαν ή υποβλήθηκαν τα προαναφερόμενα στην παράγραφο (α) νέα στοιχεία ή πορίσματα, προβαίνει σε ουσιαστική εξέτασή τους, αφού προηγουμένως ενημερώσει σχετικά τον αιτητή, και εκδίδει νέα εκτελεστή απόφαση, μόνο εφόσον –

(i) Τα εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης στον αιτητή διεθνούς προστασίας∙ και

(ii) ικανοποιείται πως ο αιτητής, άνευ δικής του υπαιτιότητας, αδυνατούσε να υποβάλει τα εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα κατά την προηγούμενη διαδικασία και ιδίως μέσω της προσφυγής στο Διοικητικό Δικαστήριο δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος.

(γ) Επί της νέας εκτελεστής απόφασης που αναφέρεται στην παράγραφο (β) εφαρμόζονται τα εδάφια (7) μέχρι (7Ε) του άρθρου 18.

(δ) Σε περίπτωση που μεταγενέστερη αίτηση δεν εξετάζεται περαιτέρω δυνάμει του παρόντος άρθρου, αυτή θεωρείται απαράδεκτη σύμφωνα με την παράγραφο (δ) του εδαφίου (2) του  άρθρου 12Βτετράκις και σε τέτοια περίπτωση ο Προϊστάμενος εκδίδει σχετική απόφαση επί της οποίας εφαρμόζονται κατ’ αναλογία τα εδάφια (7) και (7Ε) του άρθρου 18. Η εν λόγω απόφαση παραθέτει την αιτιολογία της και ενημερώνει τον αιτητή για το δικαίωμα που έχει να την προσβάλει στο Διοικητικό Δικαστήριο δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος, καθώς και για την προθεσμία άσκησης τέτοιας προσφυγής.

(4)(α) Με την επιφύλαξη  της παραγράφου (β) του παρόντος εδαφίου, το εδάφιο (1) του άρθρου 8  εφαρμόζεται επί αιτητή που ενεργεί κατά τα προβλεπόμενα στο εδάφιο (1).

(β) Ο Προϊστάμενος δύναται με απόφασή του να τερματίζει το δικαίωμα παραμονής, στις ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές, προσώπου που ενήργησε κατά τα προβλεπόμενα στο εδάφιο (1), όταν το εν λόγω πρόσωπο –

(i) Καταθέτει πρώτη μεταγενέστερη αίτηση, η οποία δεν εξετάζεται περαιτέρω βάσει της παραγράφου (δ) του εδαφίου (3), απλώς για να καθυστερήσει ή να παρεμποδίσει την εκτέλεση απόφασης, η οποία θα οδηγούσε στην άμεση απομάκρυνσή του από τη Δημοκρατία, ή

(ii) υποβάλλει δεύτερη ή επόμενη μεταγενέστερη αίτηση στην Υπηρεσία Ασύλου, μετά την έκδοση τελικής απόφασης με την οποία η πρώτη μεταγενέστερη αίτηση κρίνεται απαράδεκτη σύμφωνα με την παράγραφο (δ) του εδαφίου (3), ή μετά την έκδοση τελικής απόφασης με την οποία απορρίπτεται η πρώτη μεταγενέστερη αίτηση ως αβάσιμη,  υπό την προϋπόθεση ότι ο Προϊστάμενος ικανοποιείται ότι τυχόν απόφαση επιστροφής ή απομάκρυνσης του εν λόγω προσώπου δεν συνεπάγεται άμεση ή έμμεση επαναπροώθηση κατά παράβαση των υποχρεώσεων της Δημοκρατίας βάσει του διεθνούς δικαίου και του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

(γ) Το εδάφιο (1Β) του άρθρου 8 δεν εφαρμόζεται αναφορικά με πρόσωπο επί του οποίου εφαρμόζεται η παράγραφος (β) του παρόντος εδαφίου.

(5) Το παρόν άρθρο εφαρμόζεται κατ’ αναλογία και επί εξαρτώμενου προσώπου το οποίο καταθέτει αίτηση αφού έχει συναινέσει, σύμφωνα με το εδάφιο (6) του άρθρου 11, να αποτελέσει η περίπτωσή του τμήμα αίτησης η οποία κατατέθηκε εξ’ ονόματός του.  Σε τέτοια περίπτωση, η προκαταρκτική εξέταση που προβλέπεται στην παράγραφο (α) του εδαφίου (3) του παρόντος άρθρου αφορά την ενδεχόμενη ύπαρξη γεγονότων που να δικαιολογούν την κατάθεση χωριστής  αίτησης από το εξαρτώμενο πρόσωπο.

(6) Όταν άλλο κράτος μέλος πρέπει να εκτελέσει απόφαση μεταφοράς προς τη Δημοκρατία έναντι συγκεκριμένου προσώπου σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 604/2013 και το εν λόγω πρόσωπο υποβάλλει μεταγενέστερη αίτηση ή νέα στοιχεία ή πορίσματα στο άλλο κράτος μέλος, η μεταγενέστερη αίτηση ή τα νέα στοιχεία ή πορίσματα εξετάζονται σύμφωνα με τον παρόντα Νόμο από την Υπηρεσία Ασύλου ως την αρμόδια αρχή του υπεύθυνου κράτους μέλους βάσει του εν λόγω Κανονισμού.

(7) Κατά την εφαρμογή του παρόντος άρθρου, εφαρμόζονται κατ’ αναλογία οι ακόλουθες διατάξεις του παρόντος Νόμου:

(α) Tο εδάφιο (3) του άρθρου 7,

(β) οι παράγραφοι (α), (γ), (δ) και (ε) του εδαφίου (1) του άρθρου 8,

(γ) τα εδάφια (2) και (3) του άρθρου 8,

(δ) το άρθρο 9ΣΤ,

(ε) τα εδάφια (1), (1Α), (1Β), (1Γ), (1Δ), (1Ε), (1ΣΤ), (1ΣΤδις), (1Ζ), (1Η) και (1Θ) του άρθρου 10,

(στ) το άρθρο 10Α,

(ζ) τα εδάφια (2), (3), (4) και (5) του άρθρου 11,

(η) το εδάφιο (8) του άρθρου 11,

(θ) το άρθρο 11Γ,

(ι) το εδάφιο (2) του άρθρου 12Δ,

(ια) το εδάφιο (1) του άρθρου 13,

(ιβ) το άρθρο 13Α,

(ιγ) το εδάφιο (1) του άρθρου 16,

(ιδ) οι παράγραφοι (α), (β), (δ), (ε), (στ), (ζ) και (η) του εδαφίου (2) του άρθρου 16,

(ιε) το άρθρο 16Β,

(ιστ) το άρθρο 16Γ,

(ιζ) τα εδάφια (1), (1Α), (1Β), (2), (2Α), (2Β), (3) και (7) του άρθρου 18,

(ιη) οι παράγραφοι (α), (β), (γ), (δ), (στ) και (ζ) του εδαφίου (7Α) του άρθρου 18,

(ιθ) η παράγραφος (α) του εδαφίου (7Β) του άρθρου 18,

(κ) τα εδάφια (7Γ), (7Δ), (7Ε) και (9) του άρθρου 18,

(κα) το άρθρο 18δις,

(κβ) το εδάφιο (1Α) του άρθρου 31Α.

Επανάνοιγμα φακέλου και επανεξέταση αίτησης

16Ε.-(1) Σε περίπτωση που ο Προϊστάμενος αποφάσισε να κλείσει το φάκελο και διακόψει τη διαδικασία εξέτασης της αίτησης αιτητή, σύμφωνα με το άρθρο 16Β, ο εν λόγω  αιτητής δικαιούται, εντός εννέα (9) μηνών από την ημερομηνία κοινοποίησης της σχετικής απόφασης του Προϊσταμένου στον αιτητή, ή στον δικηγόρο ή νομικό σύμβουλο που τον εκπροσωπεί νόμιμα, να ζητήσει από την Υπηρεσία Ασύλου επανάνοιγμα του φακέλου του και επανεξέταση της υπόθεσής του, ή να υποβάλει νέα αίτηση επί της οποίας δεν εφαρμόζεται το άρθρο 16Δ.

(2) Με την επιφύλαξη του εδαφίου (3), σε περίπτωση που αιτητής ασκήσει το προβλεπόμενο στο εδάφιο (1) δικαίωμα του εμπρόθεσμα, ο Προϊστάμενος επανανοίγει το φάκελο του αιτητή και συνεχίζει την εξέταση της αίτησής του επί της ουσίας και από το στάδιο στο οποίο η εξέταση είχε σταματήσει, έστω αν ο αιτητής υπέβαλε δυνάμει του εδαφίου (1) νέα αίτηση.

(3) Εάν αιτητής ασκήσει το προβλεπόμενο στο εδάφιο (1) δικαίωμά του εκπρόθεσμα, ή πέραν της μίας φοράς, ο Προϊστάμενος εκδίδει απορριπτική απόφαση επί της οποίας εφαρμόζονται τα εδάφια (7) μέχρι (7Ε) του άρθρου 18.

(4) Το παρόν άρθρο εφαρμόζεται με την επιφύλαξη του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 604/2013.

Κριτήρια για τον καθορισμό της ιδιότητας του πρόσφυγα

17.-(1) Για τον καθορισμό της ιδιότητας του πρόσφυγα, ο Προϊστάμενος-

(α) Λαμβάνει υπόψη-

(i) Τις κατευθυντήριες γραμμές που περιλαμβάνονται στη Κοινή θέση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, ημερομηνίας 4 Μαρτίου 1996, σχετικά με την εναρμονισμένη εφαρμογή του ορισμού του «πρόσφυγα»· και

(ii) τις κοινές εκθέσεις σε σχέση με τρίτες χώρες, οι οποίες συντάσσονται σύμφωνα με τη διαδικασία για την ετοιμασία εκθέσεων σχετικά με τις κοινές αξιολογήσεις της κατάστασης σε τρίτες χώρες, που υιοθετήθηκε με απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου και σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές για τις κοινές εκθέσεις σε σχέση με τρίτες χώρες, που υιοθετήθηκαν από το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις 20.6.1994.

(β) Καθοδηγείται από το Εγχειρίδιο για τις Διαδικασίες και Κριτήρια για τον Προσδιορισμό της Ιδιότητας του Πρόσφυγα που εκδίδεται από το Γραφείο του Υπάτου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες.

(2) Ο Προϊστάμενος ενημερώνει οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο για τον τρόπο πρόσβασης στις αναφερόμενες στο εδάφιο (1) πράξεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης και στο Εγχειρίδιο της Υπάτης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες.

Αρχές που διέπουν τις διαδικασίες ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου και άλλων αρχών της Δημοκρατίας

18.(1) Κατά τη διάρκεια οποιασδήποτε προσωπικής συνέντευξης πραγματοποιείται με τον αιτητή, στα πλαίσια είτε της ταχύρυθμης είτε της κανονικής διαδικασίας εξέτασης αιτήσεων, κανένα πρόσωπο πλην του αιτητή, του δικηγόρου ή του νομικού του συμβούλου, του αρμόδιου λειτουργού, του κηδεμόνα ανηλίκου και του αναγκαίου διερμηνέα δύναται να παρευρίσκεται, εκτός εάν άλλως ζητήσει ο ίδιος ο αιτητής.

(1Α) Ο δικηγόρος ή ο νομικός σύμβουλος του αιτητή, ο οποίος παρευρίσκεται δυνάμει του εδαφίου (1) σε οποιαδήποτε προσωπική συνέντευξη η οποία πραγματοποιείται με τον αιτητή, επιτρέπεται να παρεμβαίνει μόνο στο τέλος της προσωπικής συνέντευξης.

(1Β) Ο αρμόδιος λειτουργός προβαίνει σε προσωπική συνέντευξη του αιτητή, η οποία προϋποθέτει την παρουσία του αιτητή σε αυτή την συνέντευξη, ανεξαρτήτως αν ο αιτητής εκπροσωπείται από δικηγόρο ή νομικό σύμβουλο.  Ο αρμόδιος λειτουργός δύναται να ζητεί από τον αιτητή να απαντά αυτοπροσώπως στις υποβαλλόμενες ερωτήσεις.

(1Γ) Με την επιφύλαξη των εδαφίων (1Γ) και (1Δ) του άρθρου 10, η απουσία του δικηγόρου ή νομικού συμβούλου του αιτητή δεν εμποδίζει την Υπηρεσία Ασύλου να διεξάγει προσωπική συνέντευξη με τον αιτητή.

(2) Κατά την υποβολή της αίτησης, κατά την εξέταση της αίτησης και όποτε άλλοτε οι αρχές της Δημοκρατίας καλούν τον αιτητή, παρέχονται στον αιτητή δωρεάν υπηρεσίες διερμηνέα, όπου αυτό είναι αναγκαίο, για δε τους σκοπούς του παρόντος άρθρου θεωρείται ότι αυτό είναι πάντοτε αναγκαίο στην περίπτωση κατά την οποία η Υπηρεσία Ασύλου καλεί τον αιτητή σε προσωπική συνέντευξη και δεν είναι δυνατή η απαραίτητη επικοινωνία χωρίς τις υπηρεσίες αυτές.

(2Α) (α) Ο αρμόδιος λειτουργός που διεξάγει προσωπική συνέντευξη με τον αιτητή σύμφωνα με τον παρόντα Νόμο-

(i) δύναται να μεριμνά για την ακουστική ή/και οπτικοακουστική καταγραφή της προσωπικής συνέντευξης και, σε τέτοια περίπτωση, λαμβάνει τα δέοντα μέτρα ώστε η καταγραφή ή/και το κείμενο της απομαγνητοφώνησης να διατίθεται σε σχέση με το φάκελο του αιτητή∙

(ii) είτε συντάσσει διεξοδική και εμπεριστατωμένη γραπτή έκθεση η οποία περιλαμβάνει όλα τα ουσιώδη στοιχεία επί των γεγονότων, είτε απομαγνητοφωνεί την τυχόν ακουστική ή/και οπτικοακουστική καταγραφή της προσωπικής συνέντευξης∙

(iii) παρέχει την ευκαιρία στον αιτητή να διατυπώσει τυχόν παρατηρήσεις ή/και να παράσχει διευκρινίσεις προφορικά ή/και γραπτώς σε σχέση με τυχόν εσφαλμένες μεταφράσεις ή παρερμηνείες που περιλαμβάνονται στην γραπτή έκθεση ή στο κείμενο της απομαγνητοφώνησης, στο τέλος της προσωπικής συνέντευξης ή εντός καθορισμένου χρονικού ορίου πριν λάβει απόφαση ο Προϊστάμενος επί της αίτησης∙

(iv) για τους σκοπούς της υποπαραγράφου (iii), ενημερώνει πλήρως τον αιτητή για το περιεχόμενο της γραπτής έκθεσης ή για ουσιώδη στοιχεία του κειμένου της απομαγνητοφώνησης, με τη συνδρομή διερμηνέα εάν είναι απαραίτητο, και κατόπιν ζητά από τον αιτητή να επιβεβαιώσει ότι το περιεχόμενο της γραπτής έκθεσης ή του κειμένου της απομαγνητοφώνησης αντικατοπτρίζει σωστά την συνέντευξη· σε περίπτωση που ο αιτητής αρνείται να επιβεβαιώσει ότι το περιεχόμενο της  γραπτής έκθεσης ή του κειμένου της απομαγνητοφώνησης αντικατοπτρίζει σωστά την προσωπική συνέντευξη, οι λόγοι άρνησής του καταχωρίζονται στον προσωπικό του φάκελο και η άρνηση αυτή δεν εμποδίζει τον Προϊστάμενο να λάβει απόφαση επί της αίτησης.

(β) Όταν πραγματοποιείται ακουστική ή/και οπτικοακουστική καταγραφή της προσωπικής συνέντευξης σύμφωνα με την υποπαράγραφο (i) της παραγράφου (α) και η καταγραφή είναι παραδεκτή ως αποδεικτικό στοιχείο στις διαδικασίες άσκησης προσφυγής δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος, ο αρμόδιος λειτουργός δεν υποχρεούται να ζητήσει από τον αιτητή να επιβεβαιώσει ότι το περιεχόμενο της γραπτής έκθεσης ή του κειμένου της απομαγνητοφώνησης αντικατοπτρίζει σωστά τη συνέντευξη.

(2Β)(α) Πριν την έκδοση απόφασης του Προϊσταμένου επί της αίτησης, η Υπηρεσία Ασύλου παρέχει στον αιτητή, και στον αναφερόμενο στο εδάφιο (1) του άρθρου 18δις δικηγόρο ή νομικό σύμβουλό του, πρόσβαση στην έκθεση για την προσωπική συνέντευξη ή στο κείμενο της απομαγνητοφώνησης και, με την επιφύλαξη της παραγράφου (β) του παρόντος εδαφίου, στην τυχόν ακουστική ή/και οπτικοακουστική καταγραφή της προσωπικής συνέντευξης.

(β) Με την επιφύλαξη της παραγράφου (γ) του παρόντος εδαφίου, όταν πραγματοποιείται ακουστική ή/και οπτικοακουστική καταγραφή της προσωπικής συνέντευξης, παρέχεται πρόσβαση στην καταγραφή μόνο σε περίπτωση που πρόσωπο προσφεύγει στο Διοικητικό Δικαστήριο δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος κατά απόφασης που λαμβάνεται από τον Προϊστάμενο δυνάμει του παρόντος Νόμου.

(γ) Χωρίς επηρεασμό των υποπαραγράφων (iii) και (iv) της παραγράφου (α), και της παραγράφου (β), του εδαφίου (2Α) του παρόντος άρθρου, όταν η αίτηση εξετάζεται σύμφωνα με το εδάφιο (4) του άρθρου 12Δ, η πρόσβαση στην έκθεση ή στο κείμενο της απομαγνητοφώνησης και, κατά περίπτωση, της καταγραφής παρέχεται ταυτόχρονα με τη λήψη της απόφασης επί της αίτησης.

(δ) Η Υπηρεσία Ασύλου μεριμνά ώστε ο αιτητής και, εάν απαιτείται, ο αναφερόμενος στο εδάφιο (1) του άρθρου 18δις δικηγόρος ή ο νομικός σύμβουλός του, να έχουν πρόσβαση στις πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο (α) του εδαφίου (7Α) του παρόντος άρθρου και στις συμβουλές που αναφέρονται στην υποπαράγραφο (ii) της παραγράφου (β) του εν λόγω εδαφίου (7Α), όταν αυτές οι πληροφορίες ή/και συμβουλές λαμβάνονται υπόψη από την Υπηρεσία Ασύλου κατά τη λήψη απόφασης επί της αίτησης.

(2Γ) [Διαγράφηκε].

(3) Η αξιολόγηση της αίτησης διεθνούς προστασίας γίνεται σε εξατομικευμένη, βάση αντικειμενικά και αμερόληπτα, και περιλαμβάνει τη συνεκτίμηση:

(α) όλων των σχετικών  με την αίτηση στοιχείων που σχετίζονται με τη χώρα καταγωγής κατά το χρόνο λήψης απόφασης, συμπεριλαμβανομένων των νόμων και των κανονισμών στη χώρα καταγωγής και του τρόπου εφαρμογής τους,

(β) των συναφών δηλώσεων και εγγράφων που υπέβαλε ο αιτητής, συμπεριλαμβανομένων στοιχείων σχετικά με το εάν ο αιτητής έχει ήδη ή ενδέχεται να υποστεί δίωξη ή σοβαρή βλάβη,

(γ) την ατομική κατάσταση και τις προσωπικές περιστάσεις του αιτητή, συμπεριλαμβανομένων παραγόντων όπως το προσωπικό ιστορικό, το φύλο και η ηλικία, ούτως ώστε να εκτιμηθεί εάν, βάσει των προσωπικών περιστάσεων του αιτητή, οι συνθήκες στις οποίες έχει ήδη ή θα μπορούσε να εκτεθεί ισοδυναμούν με δίωξη ή σοβαρή βλάβη,

(δ) εάν οι δραστηριότητες του αιτητή από τότε που εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του ανελήφθησαν με αποκλειστικό ή κύριο σκοπό τη δημιουργία των απαραίτητων συνθηκών για την υποβολή αίτησης διεθνούς προστασίας, ούτως ώστε να εκτιμηθεί εάν ο ενδιαφερόμενος θα εκτεθεί, συνεπεία των δραστηριοτήτων αυτών, σε δίωξη ή σοβαρή βλάβη σε περίπτωση επιστροφής του στην εν λόγω χώρα,

(ε) εάν θα ήταν εύλογο να αναμένεται ότι ο αιτητής θα θέσει εαυτόν υπό την προστασία άλλης χώρας, την ιθαγένεια της οποίας θα μπορούσε να διεκδικήσει.

(4) Το γεγονός ότι ο αιτητής έχει ήδη υποστεί δίωξη ή σοβαρή βλάβη ή άμεσες απειλές τέτοιας δίωξης ή βλάβης αποτελεί σοβαρή ένδειξη ότι είναι βάσιμος ο φόβος του αιτητή ότι θα υποστεί δίωξη ή ότι διατρέχει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης, εκτός εάν υπάρχουν βάσιμοι λόγοι για να πιστεύει κάποιος ότι η εν λόγω δίωξη ή η σοβαρή βλάβη δεν θα επαναληφθεί.

(5) Εναπόκειται στον αιτητή να τεκμηριώσει την αίτηση διεθνούς προστασίας. Οσάκις ορισμένες πτυχές των δηλώσεων του αιτητή δεν τεκμηριώνονται με έγγραφα ή άλλες αποδείξεις, οι πτυχές αυτές δεν χρειάζονται επιβεβαίωση, όταν πληρούνται οι ακόλουθοι όροι

(α) ο αιτητής έχει καταβάλει πραγματική προσπάθεια να τεκμηριώσει την αίτησή του,

(β) έχουν υποβληθεί όλα τα συναφή στοιχεία, τα οποία έχει ο αιτητής στη διάθεσή του και έχει δοθεί ικανοποιητική εξήγηση για τη τυχόν έλλειψη άλλων λυσιτελών στοιχείων,

(γ) οι δηλώσεις του αιτούντος  θεωρούνται συνεπείς και ευλογοφανείς και δεν έρχονται σε αντίθεση με διαθέσιμα ειδικά και γενικά στοιχεία που αφορούν την περίπτωση του,

(δ)ο αιτητής αιτήθηκε την παροχή διεθνούς προστασίας το συντομότερο δυνατό, εκτός εάν αποδείξει ότι υπήρχε σοβαρός λόγος που τον εμπόδισε να το πράξει,

(ε) η γενική αξιοπιστία του αιτητή είναι αποδεδειγμένη.

(6) Η Υπηρεσία Ασύλου καθώς και όλες οι εμπλεκόμενες στην εφαρμογή του παρόντος Νόμου αρχές της Δημοκρατίας λαμβάνουν υπόψη την ειδική κατάσταση των ευάλωτων προσώπων, όπως οι ανήλικοι, οι ασυνόδευτοι ανήλικοι, τα πρόσωπα με ειδικές ανάγκες, οι ηλικιωμένοι, οι έγκυοι, οι άγαμοι γονείς που έχουν ανήλικα τέκνα , τα θύματα εμπορίας προσώπων, πρόσωπα με πνευματικές διαταραχές και πρόσωπα που υπήρξαν θύματα βασανιστηρίων, βιασμού ή άλλων σοβαρών μορφών ψυχολογικής, σωματικής και σεξουαλικής βίας. Το παρόν εδάφιο τυγχάνει εφαρμογής μόνο στα πρόσωπα για τα οποία διαπιστώνεται ότι έχουν ειδικές ανάγκες μετά από εξατομικευμένη αξιολόγηση της περίπτωσής τους.

(7) Κάθε απόφαση του Προϊσταμένου είναι γραπτή και κοινοποιείται, σε εύλογο χρόνο, στον αιτητή ή στο δικηγόρο ή νομικό σύμβουλο που τον εκπροσωπεί νόμιμα.

(7Α)(α) Οι αποφάσεις επί των αιτήσεων λαμβάνονται μετά τη δέουσα εξέταση των αιτήσεων, σε εξατομικευμένη βάση, αντικειμενικά και αμερόληπτα, μετά από τη λήψη συγκεκριμένων και ακριβών πληροφοριών από διάφορες πηγές, όπως την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Υποστήριξης για το Άσυλο, την Υπάτη Αρμοστεία των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες και τις σχετικές διεθνείς οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων ως προς τη γενική κατάσταση στις χώρες ιθαγένειας των αιτητών και, όπου χρειάζεται, στις χώρες μέσω των οποίων διήλθαν∙  ο Προϊστάμενος μεριμνά ώστε ο ίδιος και το προσωπικό της Υπηρεσίας Ασύλου το οποίο είναι υπεύθυνο για την εξέταση αιτήσεων και την υποβολή εισηγήσεων για απόφαση να έχουν πρόσβαση στις προαναφερόμενες πληροφορίες.

(β) Ο Προϊστάμενος και το προσωπικό το οποίο είναι υπεύθυνο για την εξέταση των αιτήσεων και την υποβολή εισηγήσεων για απόφαση-

(i) Oφείλουν να γνωρίζουν τις συναφείς προδιαγραφές που εφαρμόζονται στον τομέα της νομοθεσίας περί ασύλου και προσφύγων, και

(ii) δύνανται να ζητούν συμβουλές, εφόσον είναι αναγκάιο, από εμπειρογνώμονες επί ειδικών ζητημάτων, όπως ιατρικά, πολιτιστικά ή θρησκευτικά ζητήματα ή ζητήματα που άπτονται των παιδιών ή του φύλου.

(γ)  Δεν απορρίπτεται η αίτηση και δεν αποκλείεται  η εξέτασή της εκ μόνου του γεγονότος ότι δεν υποβλήθηκε το ταχύτερο δυνατό.

(δ) Ανεξάρτητα από την παράγραφο (α), ο Προϊστάμενος δύναται, για σκοπούς της παραγράφου (α) ή/και (β) του εδαφίου (6) του άρθρου 11 και εφόσον η αίτηση βασίζεται στους ίδιους λόγους, να λαμβάνει μία μόνο απόφαση που να καλύπτει την αίτηση του αιτητή και των εξαρτωμένων του προσώπων, εκτός εάν αυτό θα οδηγούσε σε κοινολόγηση της ιδιαίτερης κατάστασης του αιτητή που θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο τα συμφέροντά του, ιδίως σε περιπτώσεις διώξεων με βάση το φύλο, τον γενετήσιο προσανατολισμό, την ταυτότητα φύλου ή/και την ηλικία. Σε τέτοιες περιπτώσεις, ο Προϊστάμενος εκδίδει ξεχωριστή απόφαση για το συγκεκριμένο πρόσωπο.

(ε) Με την επιφύλαξη του άρθρου 16Γ, ο Προϊστάμενος απορρίπτει την αίτηση ως αβάσιμη μόνο αν διαπιστώσει ότι ο αιτητής δεν πληροί τις προϋποθέσεις για χορήγηση διεθνούς προστασίας.

(στ) Κατά την εξέταση της αίτησης, η Υπηρεσία Ασύλου εξακριβώνει καταρχάς κατά πόσο ο αιτητής μπορεί να αναγνωριστεί ως πρόσφυγας και, σε αντίθετη περίπτωση, εξακριβώνει κατά πόσο ο αιτητής δικαιούται καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας.

(ζ) Η Υπηρεσία Ασύλου παρέχει δωρεάν υπηρεσίες μετάφρασης εγγράφων σχετικών με την εξέταση των αιτήσεων. Ο αρμόδιος λειτουργός δεν είναι υποχρεωμένος να εξασφαλίσει τη μετάφραση οποιουδήποτε εγγράφου που προσκομίζεται από τον αιτητή, εάν κρίνει ότι αυτό δεν είναι σχετικό με την αίτηση. Οι μεταφραστές δεσμεύονται από την αρχή της εμπιστευτικότητας βάσει του άρθρου 31Β.

(7Β) Σε περίπτωση που ο Προϊστάμενος απορρίπτει αίτηση, αναφορικά με το καθεστώς πρόσφυγα ή/και το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας -

(α) Αναφέρει στην απόφασή του τους πραγματικούς και νομικούς λόγους της απόρριψης, και

(β) ενημερώνει διά της απόφασής του τον αιτητή περί του δικαιώματός του να προσφύγει κατά της απόφασης στο Διοικητικό Δικαστήριο δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος, καθώς και για τη φύση και μορφή αυτής της προσφυγής και για την προθεσμία άσκησής της σύμφωνα με το εν λόγω Άρθρο.

(7Γ)(α) Ο Προϊστάμενος μεριμνά για την παροχή δωρεάν νομικών και διαδικαστικών πληροφοριών στους αιτητές,  μετά από αίτημα του ενδιαφερόμενου προσώπου, κατά τον τύπο που αποφασίζεται από τον Προϊστάμενο.

(β) Οι νομικές και διαδικαστικές πληροφορίες που παρέχονται δυνάμει της παραγράφου (α) περιλαμβάνουν τουλάχιστον -

(i) Πληροφορίες σχετικά με τη διαδικασία για την εξέταση της αίτησης του αιτητή, με γνώμονα τις ιδιαιτερότητες της περίπτωσης του αιτητή∙ και

(ii) σε περίπτωση απόρριψης της αίτησης από τον Προϊστάμενο, πέραν όσων προβλέπονται στα εδάφια (7Β) και (7Ε) του παρόντος άρθρου,  πληροφορίες με τις οποίες εξηγούνται οι λόγοι της απόφασης και οι δυνατότητες άσκησης προσφυγής δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος καθώς και η προθεσμία άσκησης τέτοιας προσφυγής.

(γ) Για την αποτελεσματική εφαρμογή του παρόντος εδαφίου, ο Προϊστάμενος δύναται να αποφασίζει ότι οι δωρεάν νομικές και διαδικαστικές πληροφορίες  παρέχονται δημοσία δαπάνη από -

(i) Μη κυβερνητικές οργανώσεις∙ ή

(ii) επαγγελματίες κρατικών αρχών, νοουμένου ότι εξασφάλισε τη συναίνεση των εν λόγω κρατικών αρχών∙ ή

(iii) ειδικευμένες κρατικές υπηρεσίες, νοουμένου ότι εξασφάλισε τη συναίνεση των εν λόγω ειδικευμένων κρατικών υπηρεσιών∙ ή

(iv) ιδιώτες δικηγόρους ή νομικούς συμβούλους∙ ή

(v) λειτουργούς της Υπηρεσίας Ασύλου οι οποίοι δεν ασχολούνται με εξέταση αιτήσεων.

(δ) Ο Προϊστάμενος απορρίπτει αίτημα για παροχή δωρεάν νομικών και διαδικαστικών πληροφοριών, εφόσον τεκμηριώσει ότι ο αιτητής διαθέτει επαρκείς πόρους.

(ε) Ο Προϊστάμενος δύναται να απαιτεί, από αιτητή στον οποίο παραχωρήθηκαν δωρεάν νομικές και διαδικαστικές πληροφορίες δυνάμει του παρόντος εδαφίου, να επιστρέψει ολόκληρο ή μέρος του ποσού που  καταβλήθηκε για σκοπούς παροχής νομικών και διαδικαστικών πληροφοριών, εάν και από τη στιγμή που έχει βελτιωθεί σημαντικά η οικονομική του κατάσταση ή εάν η απόφαση χορήγησης δωρεάν νομικών και διαδικαστικών πληροφοριών είχε ληφθεί με ψευδείς πληροφορίες που είχε δώσει ο αιτητής.  Σε περίπτωση άρνησης ή παράλειψης του αιτητή να ικανοποιήσει την απαίτηση του Προϊσταμένου, ο Προϊστάμενος δύναται να λάβει δικαστικά μέτρα με σκοπό την είσπραξη του σχετικού ποσού ως αστικού χρέους οφειλόμενου στη Δημοκρατία.

(7Δ) Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου (7Β), ο Προϊστάμενος δεν υποχρεούται να παρέχει γραπτώς πληροφορίες για τις θεραπείες που έχει ο αιτητής για να προσφύγει κατά της απόφασης με την οποία απορρίπτεται η αίτησή του, όταν ο αιτητής ενημερώθηκε για αυτές τις θεραπείες σε προηγούμενο στάδιο, είτε γραπτώς ή με ηλεκτρονικό μέσο στο οποίο ο αιτητής έχει πρόσβαση.

(7Ε) Ο Προϊστάμενος ενημερώνει τον αιτητή, σε γλώσσα την οποία ο αιτητής κατανοεί ή ευλόγως θεωρείται ότι κατανοεί, για το αποτέλεσμα της απόφασής του και για το δικαίωμα του αιτητή το οποίο αναφέρεται στην παράγραφο (β) του εδαφίου (7Β), καθώς και για τις προθεσμίες άσκησης αυτού του δικαιώματος.

(8) Ο αιτητής, σε όλα τα στάδια της διαδικασίας εξέτασης της αίτησης ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου, έχει δικαίωμα εκπροσώπησης από δικηγόρο ή από νομικό σύμβουλο.

(9) Τόσο το γεγονός της υποβολής της αίτησης, όσο και οποιαδήποτε πληροφορία, η οποία σχετίζεται με την αίτηση, παραμένουν εμπιστευτικά και σε καμία περίπτωση δεν αποκαλύπτονται στις αρχές της χώρας ιθαγένειας του αιτητή, ή σε φορέα δίωξής του ή πρόκλησης σοβαρής βλάβης του, ούτε και ζητείται οποιαδήποτε πληροφορία αναφορικά με τον αιτητή από τη χώρα ιθαγένειας ή φορέα δίωξής του ή πρόκλησης σοβαρής βλάβης του, κατά τρόπο που θα είχε ως αποτέλεσμα να αποκαλυφθεί στη χώρα ιθαγένειας ή στο φορέα δίωξης ή πρόκλησης σοβαρής βλάβης άμεσα το γεγονός ότι ο αιτητής έχει υποβάλει αίτηση και να θέσει σε κίνδυνο τη σωματική ακεραιότητα του αιτητή ή των εξαρτώμενων από αυτόν προσώπων ή την ελευθερία και ασφάλεια των μελών της οικογένειάς του που εξακολουθούν να ζουν στη χώρα ιθαγένειας.

(9Α) Η Υπηρεσία Ασύλου διεκπεραιώνει αιτήσεις που υποβάλλονται στις ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές, ακόμα και αν έχουν υποβληθεί προς τις αρχές άλλου κράτους μέλους οι οποίες διενεργούν στις εν λόγω περιοχές συνοριακό έλεγχο ή έλεγχο μετανάστευσης.

(11) Οι αποφάσεις της Υπηρεσίας Ασύλου καθίστανται εκτελεστές με την κοινοποίησή τους στον αιτητή. Η απόφαση του Προϊσταμένου με την οποία χορηγείται σε αιτητή καθεστώς πρόσφυγα συνιστά θετική απόφαση. Η απόφαση του Προϊσταμένου με την οποία χορηγείται σε αιτητή καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας συνιστά αρνητική απόφαση και μπορεί να προσβληθεί δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος.

Δικηγόροι και νομικοί σύμβουλοι των αιτητών

18δις.-(1) Με την επιφύλαξη του εδαφίου (2), ο δικηγόρος ή νομικός σύμβουλος του αιτητή, ο οποίος παρέχει συνδρομή ή εκπροσώπηση στον αιτητή, δικαιούται μετά από σχετικό αίτημα πρόσβαση στις πληροφορίες του φακέλου του αιτητή, βάσει των οποίων λαμβάνεται ή θα ληφθεί απόφαση από τον Προϊστάμενο.

(2) Ο Προϊστάμενος δύναται να απορρίψει αίτημα που υποβάλλεται δυνάμει του εδαφίου (1), σε περίπτωση που-

(α) Η αποκάλυψη των πληροφοριών ή των πηγών  ενδέχεται να θέσει σε κίνδυνο τη δημόσια ασφάλεια, την ασφάλεια των οργανισμών ή προσώπων που παρέχουν τις πληροφορίες ή την ασφάλεια των προσώπων τα οποία αφορούν οι πληροφορίες∙ ή

(β) θίγονται είτε οι έρευνες σχετικά με την εξέταση της αίτησης είτε οι διεθνείς σχέσεις της Δημοκρατίας.

Σε τέτοια περίπτωση, ο Προϊστάμενος παρέχει στο δικηγόρο ή νομικό σύμβουλο του αιτητή, ο οποίος έχει υποβληθεί σε έλεγχο ασφαλείας, πρόσβαση στις συγκεκριμένες πληροφορίες ή πηγές, εφόσον οι πληροφορίες έχουν σημασία για την εξέταση της αίτησης ή για τη λήψη απόφασης περί ανάκλησης διεθνούς προστασίας.

(3) Ο δικηγόρος ή νομικός σύμβουλος, που παρέχει συνδρομή ή εκπροσώπηση στον αιτητή, δικαιούται να έχει πρόσβαση σε κλειστές περιοχές, όπως χώρους κράτησης και ζώνες διέλευσης, για να συνεννοείται με τον αιτητή, σύμφωνα με το εδάφιο (12) του άρθρου 9ΣΤ και τις παραγράφους (β) και (γ) του εδαφίου (6) του άρθρου 9ΙΔ.

Αναγνώριση καθεστώτος του πρόσφυγα

18Α.-(1) Ο Προϊστάμενος με απόφασή του αναγνωρίζει αιτητή ως πρόσφυγα αν αυτός, κατά τη σχετική διαδικασία εξέτασης της αίτησής του, έχει αποδείξει ότι εμπίπτει στην κατά το άρθρο 3 έννοια του πρόσφυγα.

(2)(α) Με την επιφύλαξη των παραγράφων (β) και (γ), σε αναγνωρισμένο πρόσφυγα χορηγείται το συντομότερο άδεια διαμονής τριετούς ισχύος, η οποία χορηγεί στον πρόσφυγα δικαίωμα διαμονής στις ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές και η οποία ανανεώνεται για περαιτέρω τριετείς περιόδους.

(β) Ο Διευθυντής δεν εφαρμόζει την παράγραφο (α), όταν επιτακτικοί λόγοι ασφάλειας της Δημοκρατίας ή επιτακτικοί λόγοι δημόσιας τάξης υπαγορεύουν τη μη χορήγηση άδειας διαμονής.

(γ) Ο Διευθυντής, κατά περίπτωση, ανακαλεί ή αρνείται να χορηγήσει ή ανανεώσει άδεια σε πρόσωπο που είτε αποστερείται την ιδιότητα του πρόσφυγα σύμφωνα με το άρθρο 5, 6 ή 6Α είτε απελαύνεται δυνάμει του άρθρου 29.

(3) Με την επιφύλαξη της παραγράφου (δ) του άρθρου 4, η άδεια διαμονής που χορηγείται στα μέλη της οικογένειας των δικαιούχων του καθεστώτος πρόσφυγα τα οποία δεν πληρούν ατομικώς τις προϋποθέσεις για την αναγνώριση του καθεστώτος του πρόσφυγα μπορεί να ισχύει για διάστημα μικρότερο των τριών ετών και να είναι ανανεώσιμη.

Αναγνώριση καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας

19.-(1) Ο Προϊστάμενος, με απόφασή του αναγνωρίζει καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, σε οποιοδήποτε αιτητή, ο οποίος δεν αναγνωρίζεται ως πρόσφυγας ή σε οποιοδήποτε αιτητή του οποίου η αίτηση σαφώς δεν βασίζεται σε οποιουσδήποτε από τους λόγους του εδαφίου (1) του άρθρου 3, αλλά σε σχέση με τον οποίο υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη και δεν είναι σε θέση ή, λόγω του κινδύνου αυτού, δεν είναι πρόθυμος, να θέσει τον εαυτό του υπό την προστασία της χώρας αυτής.

(2) Για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου, “σοβαρή βλάβη” ή “σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη” σημαίνει-

(α) θανατική ποινή ή εκτέλεση, ή

(β) βασανιστήρια ή απάνθρωπη  ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία του αιτητή στη χώρα καταγωγής του, ή

(γ) σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης.

(3)(α) Ο Προϊστάμενος με απόφασή του, παυεί το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, όταν οι περιστάσεις οι οποίες οδήγησαν στην αναγνώριση του εν λόγω καθεστώτος έχουν εκλείψει ή έχουν μεταβληθεί σε τέτοιο βαθμό ώστε να μην απαιτείται πλέον προστασία.  Κατά τη λήψη της απόφασής του, ο Προϊστάμενος εξετάζει κατά πόσον η μεταβολή των συνθηκών είναι  τόσο ουσιαστικής  και μη προσωρινής φύσης ώστε ο δικαιούχος συμπληρωματικής προστασίας να μην αντιμετωπίζει πλέον πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης.  Σε περίπτωση λήψης απόφασης σύμφωνα με το παρόν εδάφιο, εφαρμόζονται κατ’ αναλογία τα εδάφια (2) και (3) του άρθρου 6 και το εδάφιο (5) του άρθρου 5.

(β) Η παράγραφος (α) δεν εφαρμόζεται σε δικαιούχο καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας, ο οποίος ικανοποιεί τον Προϊστάμενο, ότι λόγω της προηγούμενης σοβαρής βλάβης, υπάρχουν επιτακτικοί λόγοι για τους οποίους αρνείται να χρησιμοποιήσει την προστασία που του παρέχει η χώρα της ιθαγένειας ή, στην περίπτωση ανιθαγενούς, η χώρα της προηγούμενης συνήθους διαμονής του.

(γ) Το παρόν εδάφιο εφαρμόζεται μόνο σε σχέση με καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας που χορηγήθηκε κατόπιν αίτησης η οποία κατατέθηκε μετά την 20ή Οκτωβρίου 2004.

(3Α) Σε περίπτωση που ο Προϊστάμενος διαπιστώσει εκ των υστέρων, βάσει γεγονότων που αποκαλύπτονται μετά την παραχώρηση σε πρόσωπο του καθεστώτος της συμπληρωματικής προστασίας, ότι το πρόσωπο αυτό έχει διαστρεβλώσει ή παραλείψει γεγονότα, περιλαμβανομένης της χρήσης πλαστών εγγράφων, η οποία διαστρέβλωση ή παράλειψη υπήρξε αποφασιστική για την αναγνώριση σε αυτό το πρόσωπο του καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας, με αιτιολογημένη απόφασή του ανακαλεί την απόφαση βάσει της οποίας παραχωρήθηκε το εν λόγω καθεστώς, το δε εδάφιο (5) του άρθρου 5 και τα εδάφια (2) και (3) του άρθρου 6 εφαρμόζονται κατ’ αναλογία.

(3Β) Τα εδάφια (1Β), (1Γ) και (1Δ) του άρθρου 6 εφαρμόζονται κατ’ αναλογία στην απόφαση δυνάμει του εδαφίου (3) ή του εδαφίου (3Α) του παρόντος άρθρου.

(3Γ) Το εδάφιο (9) του άρθρου 11, τα εδάφια (1) και (2) του άρθρου 18δις, το εδάφιο (1Α) του άρθρου 31Α και η παράγραφος (α) του εδαφίου (2Α) του άρθρου 31Γ εφαρμόζονται κατ’ αναλογία αναφορικά με απόφαση του Προϊσταμένου δυνάμει του παρόντος άρθρου.

(4)(α) Σε πρόσωπο στο οποίο αναγνωρίζεται καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας και στα μέλη της οικογένειάς του παραχωρούνται, το συντομότερο μετά τη χορήγηση του εν λόγω καθεστώτος, άδειες διαμονής ετήσιας ισχύος, οι οποίες χορηγούν στα εν λόγω πρόσωπα δικαίωμα διαμονής στις ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές και οι οποίες ανανεώνονται για όσο χρόνο διαρκεί το εν λόγω καθεστώς για περαιτέρω διετείς περιόδους.

(β) Ο Διευθυντής δεν εφαρμόζει την παράγραφο (α) όταν επιτακτικοί λόγοι ασφάλειας της Δημοκρατίας ή επιτακτικοί λόγοι δημόσιας τάξης επιβάλλουν τη μη χορήγηση άδειας διαμονής.

(5) [Καταργήθηκε].

(6) Από την αναγνώριση του καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας, πρόσωπο το οποίο δικαιούται συμπληρωματικής προστασίας, έχει τα ίδια δικαιώματα με τους αναγνωρισμένους πρόσφυγες δυνάμει των άρθρων 21, 21Α και 21Γ.

(6Α) Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου (6), η   κοινωνική αρωγή που χορηγείται σε πρόσωπο το οποίο δικαιούται συμπληρωματικής προστασίας περιορίζεται στα βασικά ευεργετήματα τα οποία-

(α) καλύπτουν, τουλάχιστον, την ελάχιστη στήριξη του εισοδήματος, την αρωγή σε περίπτωση ασθένειας ή κύησης και τη γονική μέριμνα, υπό την προϋπόθεση ότι χορηγούνται και στους πολίτες της Δημοκρατίας δυνάμει των σχετικών νόμων και κανονισμών, και

(β) χορηγούνται στα ίδια επίπεδα και υπό τους ίδιους όρους επιλεξιμότητας που ισχύουν για τους πολίτες της Δημοκρατίας δυνάμει των σχετικών νόμων και κανονισμών.

(7) Οι διατάξεις του άρθρου 23 του παρόντος Νόμου εφαρμόζονται κατ΄αναλογία και στην περίπτωση των προσώπων με καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας.

(8) [Καταργήθηκε].

(9) Σε πρόσωπο το οποίο δικαιούται συμπληρωματικής προστασίας εκδίδεται και παραδίδεται επί αποδείξει ταξιδιωτικό έγγραφο το οποίο του επιτρέπει να ταξιδέψει εκτός της Δημοκρατίας, νοουμένου ότι αδυνατεί να εξασφαλίζει εθνικό διαβατήριο και νοουμένου ότι αυτό δεν προσκρούει σε επιτακτικούς λόγους ασφάλειας της Δημοκρατίας ή επιτακτικούς λόγους δημόσιας τάξης.

(10) Το Υπουργικό Συμβούλιο εκδίδει Κανονισμούς για την καλύτερη εφαρμογή του παρόντος άρθρου.

Καθεστώς διαμονής για ανθρωπιστικούς λόγους

19Α. [Διαγράφηκε]
Προσωρινή προστασία

20.-(1) Για τους σκοπούς των άρθρων 20 μέχρι και 20ΙΒ:

<διαμένων> σημαίνει πρόσωπο το οποίο απολαύει προσωρινής προστασίας με απόφαση που λαμβάνεται δυνάμει της Οδηγίας ή δυνάμει του παρόντος Νόμου και το οποίο επιθυμεί να επανενωθεί με τα μέλη της οικογένειάς του·

<εκτοπισθέντες αλλοδαποί> σημαίνει υπήκοοι άλλων κρατών ή πρόσωπα χωρίς ιθαγένεια, οι οποίοι υποχρεώθηκαν να εγκαταλείψουν τη χώρα ιθαγένειάς τους ή εκκενώθηκαν, ιδίως μετά από έκκληση διεθνών οργανισμών, και των οποίων ο επαναπατρισμός υπό ασφαλείς και σταθερές συνθήκες είναι αδύνατος λόγω της επικρατούσας σε αυτή τη χώρα κατάστασης, και οι οποίοι ενδεχομένως να εμπίπτουν και στο πεδίο εφαρμογής του εδαφίου (1) του άρθρου 3 και του άρθρου 19, και ιδιαίτερα:

(α) Άτομα που εγκατέλειψαν περιοχές ένοπλων συγκρούσεων ή ενδημικής βίας· ή

(β) άτομα που αντιμετωπίζουν σοβαρό κίνδυνο ή υπήρξαν θύματα συστηματικών ή γενικευμένων παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων τους·

<μαζική εισροή> σημαίνει άφιξη στη Δημοκρατία σημαντικού αριθμού εκτοπισμέ-νων αλλοδαπών οι οποίοι προέρχονται από συγκεκριμένη χώρα ή γεωγραφική περιοχή, ανεξαρτήτως του κατά πόσο η άφιξη τους υπήρξε αυθόρμητη ή υποβοηθούμενη, ιδίως μέσω προγραμμάτων εκκένωσης·

<Οδηγία 2001/55/ΕΚ> σημαίνει την Οδηγία 2001/55/ΕΚ του Συμβουλίου, της 20ής Ιουλίου 2001, σχετικά με τις ελάχιστες προδιαγραφές παροχής προσωρινής προστασίας σε περίπτωση μαζικής εισροής εκτοπισθέντων και μέτρα για τη δίκαιη κατανομή των βαρών μεταξύ κρατών μελών όσον αφορά την υποδοχή και την αντιμετώπιση των συνεπειών της υποδοχής αυτών των ατόμων·

<προσωρινή προστασία> σημαίνει μια διαδικασία με έκτακτο χαρακτήρα που εξασφαλίζει, σε περίπτωση μαζικής εισροής ή σε περίπτωση που επίκειται μαζική εισροή εκτοπισθέντων αλλοδαπών, οι οποίοι δεν μπορούν να επιστρέψουν στη χώρα ιθαγένειάς τους, άμεση και προσωρινή προστασία σε αυτά τα πρόσωπα, ιδίως εάν υπάρχει επίσης ο κίνδυνος η διαδικασία παραχώρησης ασύλου να μην μπορεί να αντιμετωπίσει αυτή την εισροή χωρίς αρνητικές συνέπειες στην αποτελεσματική λειτουργία της προς το συμφέρον των ενδιαφερόμενων προσώπων, αλλά και άλλων αιτητών ασύλου·

(2) Η Δημοκρατία εφαρμόζει την προσωρινή προστασία τηρώντας τα ανθρώπινα δικαιώματα και τις θεμελιώδεις ελευθερίες και τις υποχρεώσεις της όσον αφορά τη μη επαναπροώθηση που απορρέουν από τις  διατάξεις του άρθρου 4  του παρόντος Νόμου.

(3)(α) Πρόσωπα που απολαύουν προσωρινής προστασίας έχουν δικαίωμα να υποβάλουν οποιαδήποτε στιγμή αίτηση. Για τον καθορισμό του κράτους μέλους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση της αίτησης εφαρμόζονται οι διατάξεις του Δουβλίνου. Ειδικότερα, υπεύθυνο για την εξέταση της αίτησης διεθνούς προστασίας προσώπου που απολαύει προσωρινής προστασίας είναι το κράτος μέλος το οποίο αποδέχθηκε τη μεταφορά του προσώπου αυτού στο έδαφός του.

(β) Σε περίπτωση απόρριψης της ατομικής αίτησης για την αναγνώριση της ιδιότητας του πρόσφυγα και μη παραχώρησης οποιουδήποτε άλλου είδους προστασίας σε πρόσωπο το οποίο βρίσκεται στη Δημοκρατία υπό καθεστώς προσωρινής προστασίας, με την επιφύλαξη των διατάξεων του εδαφίου (5) του παρόντος άρθρου, το πρόσωπο αυτό θα εξακολουθεί να βρίσκεται υπό καθεστώς προσωρινής προστασίας για το υπόλοιπο χρονικό διάστημα για το οποίο παραχωρείται η προστασία αυτή, δυνάμει των διατάξεων του παρόντος άρθρου.

(γ) Σε περίπτωση υποβολής αίτησης η εξέταση της οποίας διεκπεραιώνεται πριν το τέλος της περιόδου προσωρινής προστασίας, ο αιτητής εξακολουθεί να απολαύει των δικαιωμάτων που απορρέουν από τον παρόντα Νόμο για πρόσωπα που απολαύουν προσωρινής προστασίας μέχρι τη λήξη της εν λόγω περιόδου δυνάμει των  διατάξεων της Οδηγίας 2001/55/ΕΚ ή του άρθρου 20Γ του παρόντος Νόμου, ανάλογα με την περίπτωση.

(δ) Σε περίπτωση υποβολής αίτησης, η εξέταση της οποίας δεν διεκπεραιώνεται πριν το τέλος της περιόδου προσωρινής προστασίας, η εξέταση ολοκληρώνεται μετά το τέλος της εν λόγω περιόδου, και για την περίοδο αυτή, ο αιτητής έχει τα δικαιώματα του αιτητή ασύλου.

(ε) Η προσωρινή προστασία δεν προδικάζει τη αναγνώριση του καθεστώτος του πρόσφυγα.

(4) Ο Προϊστάμενος, με απόφασή του, παραχωρεί το καθεστώς προσωρινής προστασίας σε όσα πρόσωπα εμπίπτουν στην κατηγορία προσώπων στην οποία αναφέρεται η απόφαση του Συμβουλίου που λαμβάνεται σύμφωνα με τις διατάξεις της Οδηγίας 2001/55/ΕΚ ή του Υπουργικού Συμβουλίου που λαμβάνεται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου  20Β, τα οποία έχουν γίνει δεκτά για είσοδο στη Δημοκρατία ή βρίσκονται ήδη στη Δημοκρατία για σκοπούς προσωρινής προστασίας.

(5) Ο Προϊστάμενος δύναται να αποκλείει από την προσωρινή προστασία οποιοδήποτε πρόσωπο εμπίπτει στις πιο πάνω κατηγορίες προσώπων εφόσον μετά από δέουσα διερεύνηση:

(α) Υπάρχουν σοβαροί λόγοι να πιστεύεται ότι:

(i) διέπραξε έγκλημα κατά της ειρήνης, έγκλημα πολέμου ή έγκλημα κατά της ανθρωπότητας, όπως αυτά ορίζονται από το διεθνές δίκαιο·

(ii) διέπραξε εκτός της Δημοκρατίας, σοβαρό έγκλημα που δεν είναι πολιτικό, πριν γίνει δεκτό στη Δημοκρατία ως πρόσωπο που απολαύει προσωρινής προστασίας. Η αυστηρότητα της αναμενόμενης δίωξης πρέπει να σταθμίζεται ανάλογα με τη φύση του εγκλήματος για το οποίο είναι ύποπτο το συγκεκριμένο άτομο. Ιδιαίτερα σκληρές πράξεις, ακόμα και αν διαπράττονται με υποτιθέμενο πολιτικό στόχο, μπορούν να χαρακτηρίζονται ως σοβαρά εγκλήματα που δεν είναι πολιτικά:

Νοείται ότι τα πιο πάνω ισχύουν τόσο για τους συμμετέχοντες στο έγκλημα όσο και για τους ηθικούς αυτουργούς·

(iii) έχει κριθεί ένοχο πράξεων που αντιβαίνουν στους σκοπούς και τις αρχές των Ηνωμένων Εθνών.

(β) Υπάρχουν βάσιμοι λόγοι να θεωρείται επικίνδυνο για την ασφάλεια της Δημοκρατίας ή είναι επικίνδυνο για την κοινωνία, διότι έχει καταδικαστεί με αμετάκλητη απόφαση για ιδιαίτερα σοβαρό έγκλημα:

Νοείται ότι για την  εξαίρεση από το καθεστώς του πρόσφυγα ή της συμπληρωματικής προστασίας εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 5 και οι διατάξεις του παρόντος άρθρου δεν εξαιρούν οποιοδήποτε πρόσωπο από την εξέταση της αίτησης.

(6) Οι αναφερόμενοι στο εδάφιο (5) λόγοι αποκλεισμού πρέπει να θεμελιώνονται αποκλειστικά στην προσωπική συμπεριφορά του συγκεκριμένου προσώπου και οι αποφάσεις ή τα μέτρα αποκλεισμού πρέπει να βασίζονται στην αρχή της αναλογικότητας.

(7) [Καταργήθηκε].

(8) [Καταργήθηκε]

(8Α) [Καταργήθηκε]

(9) [Καταργήθηκε]

(10) [Καταργήθηκε]

(11) [Καταργήθηκε]

Ύπαρξη, διάρκεια και λήξη της προσωρινής προστασίας

20Α.-(1) Η ύπαρξη μαζικής εισροής καθώς και η διάρκεια και η λήξη της προσωρινής προστασίας αποφασίζεται από το Συμβούλιο σύμφωνα με τις διαδικασίες που καθορίζονται στην Οδηγία 2001/55/ΕΚ.

(2) Το Υπουργικό Συμβούλιο δύναται να υποβάλλει αίτηση στην Επιτροπή, για υποβολή πρότασής της προς το Συμβούλιο, για να αποφασίσει για την ύπαρξη μαζικής εισροής προσώπων καθώς και για παράταση της διάρκειας προσωρινής προστασίας που έχει ήδη αποφασιστεί από το Συμβούλιο.

(3) Αίτηση του Υπουργικού Συμβουλίου που υποβάλλεται δυνάμει του εδαφίου (2) πρέπει να περιλαμβάνει τουλάχιστον τα ακόλουθα στοιχεία:

(α) περιγραφή των ειδικών ομάδων προσώπων στα οποία θα παρέχεται προσωρινή προστασία·

(β) την ημερομηνία έναρξης ισχύος της προσωρινής προστασίας·

(γ) εκτίμηση του μεγέθους των μετακινήσεων των εκτοπισθέντων.

Παραχώρηση προσωρινής προστασίας σε επιπρόσθετες κατηγορίες προσώπων

20Β. Το Υπουργικό Συμβούλιο δύναται με απόφασή του που δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας να επεκτείνει την προβλεπόμενη από την απόφαση του Συμβουλίου προσωρινή προστασία, σε συμπληρωματικές κατηγορίες εκτοπισθέντων προσώπων πέραν αυτών που περιλαμβάνονται στην απόφαση του Συμβουλίου, τα οποία έχουν εκτοπισθεί για τους ίδιους λόγους και από την ίδια χώρα ή περιοχή καταγωγής και σε τέτοια περίπτωση κοινοποιεί αμέσως την απόφασή του στο Συμβούλιο και την Επιτροπή.

Λήξη της προσωρινής προστασίας που παραχωρείται δυνάμει του άρθρου 20Β

20Γ.-(1) Προσωρινή προστασία που παραχωρείται δυνάμει του άρθρου 20Β, λήγει με απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου, η οποία δύναται να συμπίπτει με τη λήξη της προσωρινής προστασίας που αποφασίζεται από το Συμβούλιο, νοουμένου ότι βασίζεται στη διαπίστωση ότι η κατάσταση στη χώρα καταγωγής επιτρέπει τον ασφαλή και μόνιμο επαναπατρισμό των ατόμων στα οποία έχει χορηγηθεί προσωρινή προστασία, τηρουμένων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών καθώς και των υποχρεώσεων της Δημοκρατίας για μη επαναπροώθηση.

(2) Τηρουμένων των διατάξεων των άρθρων 20Δ και 20Ε, σε περίπτωση λήξης της προσωρινής προστασίας που αποφασίζεται από το Συμβούλιο ή από το Υπουργικό Συμβούλιο, ανάλογα με την περίπτωση,  εφαρμόζονται οι γενικοί κανόνες του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου (Κεφ. 105) όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται.

Εκούσιος επαναπατρισμός

20Δ.-(1) Η Υπηρεσία Ασύλου λαμβάνει όλα τα απαραίτητα μέτρα, όπως αυτά καθορίζονται με Κανονισμούς, για να καταστήσει εφικτό τον εκούσιο επαναπατρισμό των ατόμων που απολαύουν προσωρινής προστασίας ή των οποίων η προσωρινή προστασία έχει λήξει, τα οποία πρέπει να εξασφαλίζουν τον επαναπατρισμό τους στα πλαίσια σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.

(2) Η Υπηρεσία Ασύλου παραχωρεί στα πρόσωπα τα οποία επιθυμούν τον εκούσιο επαναπατρισμό όλες τις αναγκαίες πληροφορίες αναφορικά με την κατάσταση στη χώρα καταγωγής τους, έτσι ώστε αυτά να έχουν πλήρη επίγνωση των συνεπειών του προτιθέμενου επαναπατρισμού και για το σκοπό αυτό δύναται να εισηγείται στο Διευθυντή παραχώρηση της δυνατότητας διερευνητικών επισκέψεων στη χώρα καταγωγής.

(3) Καθ΄όσο χρόνο η προσωρινή προστασία δεν έχει λήξει, ο Διευθυντής, λαμβάνοντας υπόψη την άποψη της Υπηρεσίας Ασύλου εξετάζει ευνοϊκά, με βάση τις συνθήκες που επικρατούν στη χώρα καταγωγής, τις αιτήσεις επιστροφής στη Δημοκρατία των ατόμων που απολαύουν προσωρινής προστασίας, τα οποία έχουν ασκήσει το δικαίωμά τους για εκούσιο επαναπατρισμό.

(4) Κατά τη λήξη της προσωρινής προστασίας, τα δικαιώματα τα οποία προβλέπονται στα άρθρα 20ΣΤ μέχρι 20Ι, παρατείνονται σε σχέση με πρόσωπα που απολάμβαναν προσωρινής προστασίας και επωφελούνται προγράμματος εκούσιου επαναπατρισμού μέχρι την ημερομηνία του επαναπατρισμού.

Αναγκαστικός επαναπατρισμός

20Ε.-(1) Πρόσωπα, των οποίων το καθεστώς προσωρινής προστασίας έχει λήξει και τα οποία δεν έχουν δικαίωμα παραμονής δυνάμει οποιωνδήποτε άλλων διατάξεων του παρόντος ή οποιουδήποτε άλλου νόμου, επαναπατρίζονται αναγκαστικά, στα πλαίσια σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.

(2) Σε περίπτωση αναγκαστικού επαναπατρισμού,  ο Διευθυντής, λαμβάνοντας υπόψη την άποψη της Υπηρεσίας Ασύλου, εξετάζει επιτακτικούς ανθρωπιστικούς λόγους που ενδέχεται να καθιστούν αδύνατο ή παράλογο τον επαναπατρισμό σε συγκεκριμένες περιπτώσεις και ειδικότερα δεν εκδίδεται διάταγμα απέλασης εναντίον των πιο κάτω προσώπων, τα οποία απολάμβαναν προσωρινής προστασίας –

(α) πρόσωπα τα οποία λόγω της κατάστασης της υγείας τους δεν μπορούν λογικά να ταξιδέψουν ή θα υποστούν σοβαρές αρνητικές συνέπειες εάν διακοπεί η θεραπεία τους και για όσο χρόνο βρίσκονται στην κατάσταση αυτή· και

(β) οικογένειες με ανήλικα τέκνα, τα οποία φοιτούν σε οποιοδήποτε σχολείο στη Δημοκρατία, μέχρι της ολοκλήρωσης της τρέχουσας σχολικής χρονιάς.

Δικαίωμα διαμονής και πληροφόρηση

20ΣΤ.-(1) Τα πρόσωπα που απολαύουν προσωρινής προστασίας έχουν δικαίωμα διαμονής στις ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές και για το σκοπό αυτό τους παραχωρείται από το Διευθυντή άδεια διαμονής δυνάμει του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου (Κεφ. 105)  όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται, η οποία ανανεώνεται για όσο χρονικό διάστημα καθορίζουν οι αποφάσεις του Συμβουλίου ή του Υπουργικού Συμβουλίου, ανάλογα με την περίπτωση.

(2) Σε περίπτωση που το Συμβούλιο ή το Υπουργικό Συμβούλιο, ανάλογα με την περίπτωση, διατάξουν τη λήξη της προσωρινής προστασίας δυνάμει των άρθρων 20Α και 20Γ αντίστοιχα, ο Προϊστάμενος με απόφασή του ανακαλεί το καθεστώς προσωρινής προστασίας και ο Διευθυντής ανακαλεί την άδεια διαμονής, εκτός εάν το εν λόγω πρόσωπο έχει δικαίωμα διαμονής δυνάμει οποιωνδήποτε άλλων διατάξεων του παρόντος ή οποιουδήποτε άλλου νόμου.

(3) Ο Διευθυντής παρέχει στα πρόσωπα που γίνονται δεκτά να εισέλθουν στη Δημοκρατία με σκοπό την παροχή προσωρινής προστασίας, όλες τις απαραίτητες διευκολύνσεις για να αποκτήσουν τις τυχόν απαιτούμενες θεωρήσεις, συμπεριλαμβανομένων των θεωρήσεων διέλευσης, οι οποίες παρέχονται ατελώς.

(4) Η Υπηρεσία Ασύλου παρέχει στα πρόσωπα που απολαύουν προσωρινής προστασίας έγγραφο, σε γλώσσα κατανοητή από αυτά, στο οποίο εκτίθενται με σαφήνεια οι διατάξεις του παρόντος Νόμου ή οποιουδήποτε άλλου νόμου σχετικά με την προσωρινή προστασία.

Προσωπικά δεδομένα προσώπων υπό καθεστώς προσωρινής προστασίας και υποχρέωση επανεισδοχής

20Ζ.-(1) Για σκοπούς αποτελεσματικής εφαρμογής της απόφασης του Συμβουλίου που λαμβάνεται δυνάμει της Οδηγίας 2001/55/ΕΚ, η Υπηρεσία Ασύλου καταχωρεί τα  δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα των προσώπων που απολαύουν προσωρινής προστασίας στη Δημοκρατία, τα οποία αναφέρονται στο σημείο (α) του Πίνακα Ι.

(2) Η Δημοκρατία δέχεται εκ νέου στο έδαφός της πρόσωπο το οποίο απολαύει προσωρινής προστασίας, σε περίπτωση που το πρόσωπο αυτό παραμένει ή επιχειρεί να εισέλθει παράνομα στο έδαφος άλλου κράτους μέλους κατά τη χρονική περίοδο που καλύπτεται από την απόφαση του Συμβουλίου ή του Υπουργικού Συμβουλίου, ανάλογα με την περίπτωση, εκτός εάν έχει συναφθεί με οποιοδήποτε άλλο κράτος μέλος διμερής συμφωνία περί του αντιθέτου.

Δικαιώματα προσώπων υπό καθεστώς προσωρινής προστασίας

20Η.-(1) Πρόσωπα που απολαύουν προσωρινής προστασίας έχουν δικαίωμα, για περίοδο που δεν υπερβαίνει την περίοδο παραχώρησης προσωρινής προστασίας –

(α) Να ασκούν μισθωτή ή ανεξάρτητη δραστηριότητα, τηρουμένης οποιασδήποτε  νομοθεσίας της Δημοκρατίας που εφαρμόζεται σε σχέση με το σχετικό επάγγελμα και τηρουμένου του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου (Κεφ. 105) όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται:

Νοείται ότι πολίτες κράτους μέλους και αιτητές που λαμβάνουν επίδομα ανεργίας έχουν προτεραιότητα:

Νοείται περαιτέρω ότι σε σχέση με τη μισθωτή ή ανεξάρτητη δραστηριότητα εφαρμόζονται οι σχετικές νομοθεσίες της Δημοκρατίας αναφορικά με την αμοιβή και το σύστημα κοινωνικών ασφαλίσεων·

(β) να παρακολουθούν εκπαιδευτικά προγράμματα για ενήλικες και προγράμματα επαγγελματικής κατάρτισης και πρακτικής εξάσκησης·

(γ) να έχουν πρόσβαση σε κατάλληλο κατάλυμα για τη διαμονή τους:

Νοείται ότι, σε περίπτωση που δεν υπάρχει δυνατότητα πρόσβασης σε κατάλληλο κατάλυμα σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην παρούσα παράγραφο,  στα εν λόγω πρόσωπα παραχωρείται οικονομική βοήθεια ικανή για την εξασφάλιση τέτοιου καταλύματος∙

(δ) να λαμβάνουν την απαραίτητη υποστήριξη σε θέματα κοινωνικής βοήθειας και διαβίωσης, όταν δεν διαθέτουν επαρκείς πόρους∙

(ε) με την επιφύλαξη της παραγράφου (στ), να έχουν πρόσβαση σε ιατρική περίθαλψη, σε περίπτωση που δεν διαθέτουν επαρκείς πόρους, η οποία περιλαμβάνει τουλάχιστον περίθαλψη πρώτων βοηθειών και την αναγκαία θεραπεία ασθενειών∙

(στ) σε αναγκαία ιατρική ή άλλη βοήθεια, εφόσον έχουν ιδιαίτερες ανάγκες και ειδικότερα οι ασυνόδευτοι ανήλικοι ή τα άτομα που έχουν υποστεί βασανιστήρια, βιασμούς ή άλλες σοβαρές μορφές ψυχικής, σωματικής ή σεξουαλικής βίας.

(1Α) Όταν τα πρόσωπα που απολαύουν προσωρινής προστασίας ασκούν μισθωτή ή ανεξάρτητη δραστηριότητα, λαμβάνεται υπόψη η ικανότητά τους να συμβάλλουν στις ανάγκες τους, κατά τον καθορισμό του επιπέδου της προβλεπόμενης βοήθειας.

(1Β) Το Υπουργικό Συμβούλιο δύναται, με διάταγμά του το οποίο δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, να καθορίζει τους όρους, τις προϋποθέσεις και τον τρόπο υπολογισμού της χορηγητέας υποστήριξης βάσει της παραγράφου (δ) του εδαφίου (1).

(2) Πρόσωπα υπό καθεστώς προσωρινής προστασίας τα οποία δεν υπερβαίνουν το 18ο έτος της ηλικίας τους έχουν πρόσβαση στο δημόσιο εκπαιδευτικό σύστημα, υπό τους ίδιους όρους που ισχύουν για τους πολίτες της Δημοκρατίας.

(3) Ενήλικα πρόσωπα υπό καθεστώς προσωρινής προστασίας έχουν πρόσβαση στο γενικό εκπαιδευτικό σύστημα που ισχύει για ενήλικες στη Δημοκρατία.

Οικογενειακή επανένωση

20Θ.-(1) Για τους σκοπούς τους παρόντος άρθρου, στις περιπτώσεις οικογενειών που υφίσταντο ήδη στη χώρα καταγωγής και χωρίστηκαν λόγω των συνθηκών μαζικής εισροής, τα ακόλουθα πρόσωπα θεωρούνται ως μέλη της οικογένειας:

(α) Ο/η σύζυγος του διαμένοντος, τα ανήλικα τέκνα του διαμένοντος ή του συζύγου του, χωρίς διάκριση ως προς τα γεννηθέντα από ή χωρίς γάμο ή τα εξ υιοθεσίας·

(β) άλλοι στενοί συγγενείς που ζουν μαζί ως τμήμα της οικογενειακής μονάδας κατά τη χρονική στιγμή των γεγονότων που οδήγησαν στη μαζική εισροή και που συντηρούνταν πλήρως ή κυρίως από το διαμένοντα κατά τη στιγμή εκείνη.

(2) Σε περίπτωση, κατά την οποία τα χωρισμένα μέλη της οικογενείας απολαύουν προσωρινής προστασίας σε διαφορετικά κράτη μέλη μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται και η Δημοκρατία, ο Προϊστάμενος, σε συνεργασία με τις αρμόδιες αρχές των άλλων εμπλεκόμενων κρατών μελών και λαμβάνοντας υπόψη τα άρθρα 25 και 26 της Οδηγίας 2001/55/ΕΚ, επανενώνει τα μέλη της οικογένειας εφόσον διαπιστωθεί ότι αυτά εμπίπτουν στην περιγραφή της παραγράφου (α) του εδαφίου (1), λαμβάνοντας υπόψη την επιθυμία των εν λόγω προσώπων και δύναται να επανενώνει τα μέλη της οικογένειας, εφόσον διαπιστωθεί ότι αυτά εμπίπτουν στην περιγραφή της παραγράφου (β) του εδαφίου (1), λαμβάνοντας υπόψη, βάσει κατά περίπτωση εξέτασης, τις δυσκολίες που θα αντιμετώπιζαν εάν δεν πραγματοποιείτο η επανένωση.

(3) Όταν ο διαμένων απολαύει προσωρινής προστασίας στη Δημοκρατία και ένα ή ορισμένα από τα μέλη της οικογένειάς του δεν βρίσκονται ακόμα σε οποιοδήποτε άλλο κράτος μέλος, ο Προϊστάμενος επανενώνει τα μέλη της οικογένειας, τα οποία χρήζουν προστασίας, με το διαμένοντα, στην περίπτωση που διαπιστωθεί ότι αυτά εμπίπτουν στην περιγραφή της παραγράφου (α) του εδαφίου (1), και δύναται να  επανενώνει τα μέλη της οικογένειας που χρήζουν προστασίας, με το διαμένοντα, εφόσον διαπιστωθεί ότι αυτά εμπίπτουν στην περιγραφή της παραγράφου (β) του εδαφίου (1), λαμβάνοντας υπόψη, βάσει κατά περίπτωση εξέτασης, τις δυσκολίες που θα αντιμετώπιζαν εάν δεν πραγματοποιείτο η επανένωση.

(4) Κατά την εφαρμογή του παρόντος άρθρου, ο Προϊστάμενος λαμβάνει υπόψη το ύψιστο συμφέρον των παιδιών.

(5) Εφόσον ο Προϊστάμενος αποφασίσει την επανένωση της οικογένειας του διαμένοντα στη Δημοκρατία, ενημερώνει το Διευθυντή για την παραχώρηση όλων των απαραίτητων διευκολύνσεων στα μέλη της οικογένειας για να αποκτήσουν τυχόν απαιτούμενες θεωρήσεις, συμπεριλαμβανομένων θεωρήσεων διέλευσης.

(6)(α) Στα επανενωθέντα μέλη της οικογένειας, χορηγούνται άδειες διαμονής δυνάμει του άρθρου 20ΣΤ του παρόντος Νόμου.

(β) Σε περίπτωση που ο Προϊστάμενος  συγκατατεθεί στη μεταγωγή μελών της οικογένειας σε άλλο κράτος μέλος για σκοπούς οικογενειακής επανένωσης, με τη μεταγωγή των προσώπων αυτών στο άλλο κράτος μέλος η άδεια διαμονής ανακαλείται από το Διευθυντή και τερματίζονται οποιεσδήποτε υποχρεώσεις της Δημοκρατίας απορρέουν από τον παρόντα Νόμο σε σχέση με τα εν λόγω πρόσωπα.

(7) Η Υπηρεσία Ασύλου, μετά από αίτημα αρμόδιας αρχής άλλου κράτους μέλους, παρέχει τις απαραίτητες πληροφορίες, όπως αυτές παρατίθενται  στον Πίνακα Ι, σχετικά με το πρόσωπο που απολαύει προσωρινής προστασίας για τη διεκπεραίωση ζητήματος που ανακύπτει δυνάμει του παρόντος άρθρου.

(8) Απόφαση του Προϊσταμένου να μην επιτρέψει την επανένωση οικογένειας προσώπου που απολαύει προσωρινής προστασίας υπόκειται σε διοικητική προσφυγή ενώπιον της Αναθεωρητικής Αρχής δυνάμει του άρθρου 28Ε. [Σ.Σ.: Η διαγραφή του παρόντος εδαφίου τίθεται σε ισχύ κατά την ημερομηνία που θα καθοριστεί με γνωστοποίηση του Υπουργικού Συμβουλίου, η οποία δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, βλ. Υποσημείωση αρ. 37(2) του Ν. 105(Ι)/2016].

Ασυνόδευτοι ανήλικοι

20Ι. Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 10 και  ανεξάρτητα από οποιαδήποτε άλλη διάταξη οποιουδήποτε άλλου νόμου, κατά τη διάρκεια της προσωρινής προστασίας, ο Διευθυντής των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας δύναται, εξασφαλίζοντας όπου αυτό είναι αναγκαίο τη συγκατάθεση ενήλικου προσώπου και λαμβάνοντας υπόψη  τη γνώμη του παιδιού ανάλογα με την ηλικία του, να αναθέτει τη φροντίδα του ασυνόδευτου ανηλίκου:

(α) σε ενήλικους συγγενείς·

(β) σε οικογένεια υποδοχής·

(γ) σε κέντρα υποδοχής με ειδική πρόβλεψη για ανηλίκους ή σε άλλα καταλύματα κατάλληλα για ανηλίκους·

(δ) στο άτομο που ανέλαβε τη φροντίδα του τέκνου κατά τη φυγή.

Αλληλεγγύη με άλλα κράτη μέλη

20ΙΑ.-(1) Η Δημοκρατία υποδέχεται με πνεύμα κοινοτικής αλληλεγγύης τα πρόσωπα που είναι επιλέξιμα για προσωρινή προστασία και για το σκοπό αυτό το Υπουργικό Συμβούλιο καθορίζει αριθμητικά τις δυνατότητες της Δημοκρατίας για υποδοχή των εν λόγω προσώπων τις οποίες κοινοποιεί μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου στο Συμβούλιο και την Επιτροπή για συμπερίληψή τους στην απόφαση του Συμβουλίου που εκδίδεται δυνάμει της Οδηγίας 2001/55/ΕΚ.

(2) Η Υπηρεσία Ασύλου, σε συνεργασία με τους αρμόδιους διεθνείς οργανισμούς διασφαλίζει ότι πρόσωπα τα οποία ανήκουν στις κατηγορίες προσώπων που ορίζονται στην απόφαση του Συμβουλίου και τα οποία δεν έχουν ακόμη φθάσει στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα, έχουν εκφράσει την επιθυμία τους να γίνουν δεκτά στο έδαφος της Δημοκρατίας.

(3) Κατά τη διάρκεια ισχύος της προσωρινής προστασίας, η Υπηρεσία Ασύλου συνεργάζεται με τις αρμόδιες αρχές των άλλων κρατών μελών για  τη μεταφορά της διαμονής των προσώπων που απολαύουν προσωρινής προστασίας από το ένα κράτος μέλος στο άλλο, νοουμένου ότι τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα έχουν παραχωρήσει τη γραπτή συγκατάθεσή τους σε αυτή τη μεταγωγή.

(4) Η Υπηρεσία Ασύλου γνωστοποιεί στις αρμόδιες αρχές των άλλων κρατών μελών τις αιτήσεις μεταγωγής και ταυτόχρονα τις κοινοποιεί στην Επιτροπή και την Υπάτη Αρμοστεία των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες.

(5) Σε περίπτωση υποβολής αίτηση μεταγωγής από τις αρμόδιες αρχές άλλου κράτους μέλους προς τη Δημοκρατία, η Υπηρεσία Ασύλου γνωστοποιεί στο οικείο κράτος μέλος τις δυνατότητες υποδοχής των μεταφερόμενων προσώπων.

(6) Σε περίπτωση μεταγωγής προσώπου που απολαύει προσωρινής προστασίας από τη Δημοκρατία σε άλλο κράτος μέλος, η άδεια διαμονής ανακαλείται από το Διευθυντή και τερματίζονται οποιεσδήποτε υποχρεώσεις απορρέουν  από τον παρόντα Νόμο σε σχέση με το εν λόγω πρόσωπο.

(7) Η Υπηρεσία Ασύλου χρησιμοποιεί το υπόδειγμα άδειας διέλευσης που παρατίθεται στον Πίνακα ΙΙ για τη μεταγωγή προσώπων που απολαύουν προσωρινής προστασίας.

Διοικητική συνεργασία

20ΙΒ. Η Υπηρεσία Ασύλου είναι η αρμόδια αρχή για τη διοικητική συνεργασία με την Επιτροπή και τις αρμόδιες αρχές των άλλων κρατών μελών και αρμόδιους διεθνείς οργανισμούς σε σχέση με την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος Νόμου και της Οδηγίας 2001/55/ΕΚ αναφορικά με την προσωρινή προστασία, και για το σκοπό αυτό, διαβιβάζει τακτικά και το ταχύτερο δυνατό δεδομένα σχετικά με τον αριθμό των προσώπων που απολαύουν προσωρινής προστασίας καθώς και κάθε πληροφορία για τις εθνικές, νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που συνδέονται με την εφαρμογή του παρόντος Νόμου και της Οδηγίας 2001/55/ΕΚ.

ΜΕΡΟΣ ΙV ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΚΑΙ ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ ΔΙΚΑΙΟΥΧΩΝ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Δικαιώματα προσφύγων

21.-(1) Πρόσωπο, το οποίο αναγνωρίζεται ως πρόσφυγας δυνάμει του Νόμου αυτού-

(α) Έχει δικαίωμα-

(i) για δίκαιη μεταχείριση, χωρίς διάκριση λόγω φύλου, φυλής, θρησκείας, ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου, πολιτικών αντιλήψεων ή χώρας ιθαγένειας,

(ii) να μεταφέρει περιουσιακά στοιχεία στη Δημοκρατία σύμφωνα με τους εκάστοτε ισχύοντες νόμους και κανονισμούς,

(iii) να εκδηλώνει και να ασκεί ελεύθερα τα θρησκευτικά του καθήκοντα,

(iv) πρόσβασης σε προγράμματα ένταξης στην κοινωνία,

(β) τυγχάνει της ίδιας μεταχείρισης, που παρέχεται στους πολίτες της Δημοκρατίας δυνάμει των σχετικών νόμων και κανονισμών όσον αφορά-

(i) την πρόσβαση στο γενικό εκπαιδευτικό σύστημα και σε προγράμματα περαιτέρω κατάρτισης ή επιμόρφωσης,

(iΑ) [Καταργήθηκε],

(iΒ) την πλήρη πρόσβαση όλων των ανήλικων σε όλες τις βαθμίδες του εκπαιδευτικού συστήματος,

(iΓ) τις υφιστάμενες διαδικασίες αναγνώρισης αλλοδαπών πτυχίων, πιστοποιητικών και λοιπών αποδεικτικών επίσημων τίτλων,

(ii) την ελεύθερη πρόσβαση στα δικαστήρια της Δημοκρατίας και εξαίρεση από την απαίτηση για παροχή εγγυήσεως για τα δικαστικά έξοδα (cautio judicatum solvi).

(iii) το σύστημα τροφοδοσίας, σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης,

(iv) την αναγκαία συνδρομή από άποψη κοινωνικής αρωγής, καθώς και την επαρκή ιατρική περίθαλψη, συμπεριλαμβανομένης της θεραπείας για πνευματικές διαταραχές όπου απαιτείται, σε άτομα με ιδιαίτερες ανάγκες όπως σε εγκύους, σε πρόσωπα που έχουν υποστεί βασανιστήρια, βιασμό ή άλλες σοβαρές μορφές ψυχολογικής, σωματικής ή σεξουαλικής βίας ή σε ανήλικους που υπήρξαν θύματα οποιασδήποτε μορφής κακομεταχείρισης, αμέλειας, εκμετάλλευσης, βασανιστηρίων, βάναυσης, απάνθρωπης και εξευτελιστικής μεταχείρισης ή που έχουν υποφέρει από ένοπλες συγκρούσεις,

(v) [Καταργήθηκε],

(vi) την προστασία της πνευματικής ιδιοκτησίας,

(vii) την ιατρική  περίθαλψη,

(viii) τη συμμετοχή σε εκπαιδευτικά προγράμματα για ενήλικες τα οποία σχετίζονται με την απασχόληση, επαγγελματική κατάρτιση, συμπεριλαμβανομένων μαθημάτων κατάρτισης για την αναβάθμιση δεξιοτήτων, παροχή συμβουλών από υπηρεσίες απασχόλησης και πρακτική εξάσκηση σε χώρους εργασίας.

(γ) τυγχάνει της ίδιας μεταχείρισης που δίνεται σε νομίμως διαμένοντες αλλοδαπούς που βρίσκονται κάτω από τις ίδιες συνθήκες, δυνάμει των σχετικών νόμων και κανονισμών σε ό,τι αφορά -

(i) την πρόσβαση σε καταλύματα,

(ii) το δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι,

(iii) το δικαίωμα επιλογής του τόπου διαμονής του και ελεύθερης διακίνησης, στις ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές,

(iv) το δικαίωμα κτήσης ή κατοχής περιουσίας και άλλα δικαιώματα παρόμοιας φύσης, καθώς επίσης το δικαίωμα εκμίσθωσης, μίσθωσης και σύναψης συμβολαίων που έχουν σχέση με ακίνητη περιουσία.

(δ) [Καταργήθηκε].

(1Α) Οι αρμόδιες αρχές της Δημοκρατίας μεριμνούν για τη διευκόλυνση της πλήρους πρόσβασης των προσφύγων, οι οποίοι δεν μπορούν να παράσχουν τεκμηριωμένα αποδεικτικά στοιχεία των τίτλων τους, σε κατάλληλα προγράμματα για την αξιολόγηση, την επικύρωση και την πιστοποίηση της προηγούμενης μάθησής τους.  Τα μέτρα αυτά πληρούν τις διατάξεις του άρθρου 2 και των εδαφίων (2) και (3) του άρθρου 3 του περί Αναγνώρισης των Επαγγελματικών Προσόντων Νόμου, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται.

(1Β) Οι αρμόδιες αρχές καταβάλλουν προσπάθειες για να διευκολύνουν την πλήρη πρόσβαση των προσφύγων στις δραστηριότητες που αναφέρονται στην υποπαράγραφο (viii) της παραγράφου (β) του εδαφίου (1).

(1Γ) Σε περίπτωση εφαρμογής της πρακτικής της διασποράς προσφύγων, ο Διευθυντής των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας καταβάλλει προσπάθειες για την υλοποίηση πολιτικών που αποβλέπουν στην πρόληψη των διακρίσεων έναντι των προσφύγων και στη διασφάλιση ίσων ευκαιριών όσον αφορά την πρόσβαση σε κατάλυμα.

(2) Για σκοπούς διευκόλυνσης της ένταξης των προσφύγων στην κοινωνία, η αρμόδια αρχή διασφαλίζει την κατάρτιση προγραμμάτων ένταξης τα οποία θεωρεί κατάλληλα για να ληφθούν υπόψη οι ειδικές ανάγκες των δικαιούχων του καθεστώτος του πρόσφυγα ή διασφαλίζει τη δημιουργία προϋποθέσεων που εξασφαλίζουν την πρόσβαση σε παρόμοια προγράμματα. Το Υπουργικό Συμβούλιο με απόφασή του ορίζει την αρμόδια αρχή.

(3) Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου ο όρος <κάτω από τις ίδιες συνθήκες> σημαίνει ότι οποιεσδήποτε προϋποθέσεις ο αναγνωρισμένος πρόσφυγας θα έπρεπε να πληρούσε για την απόλαυση του σχετικού δικαιώματος, σε περίπτωση που αυτός δεν ήταν πρόσφυγας, θα πρέπει να πληρούνται από αυτόν, με εξαίρεση τις προϋποθέσεις που από τη φύση τους ο πρόσφυγας δεν μπορεί να εκπληρώσει.

Πρόσβαση στην απασχόληση

21Α.-(1) Αμέσως μετά τη χορήγηση διεθνούς προστασίας, έκαστος δικαιούχος διεθνούς προστασίας δικαιούται να ασκεί μισθωτή ή ανεξάρτητη επαγγελματική δραστηριότητα σύμφωνα με τους κανόνες που εφαρμόζονται γενικά στο επάγγελμα και στη δημόσια διοίκηση.

(2) Επί των δικαιούχων διεθνούς προστασίας εφαρμόζεται το ισχύον δίκαιο σχετικά με την αμοιβή, την πρόσβαση στα συστήματα κοινωνικής ασφάλισης όσον αφορά τη μισθωτή ή ανεξάρτητη επαγγελματική δραστηριότητα και τους λοιπούς όρους εργασίας.

Εξαίρεση από την αρχή της αμοιβαιότητας

21Α. [Διαγράφηκε]
  • Ιστορικό Τροποποιήσεων
  • 58(Ι)/2014
Δικαίωμα απασχόλησης σε επικερδή εργασία

21Β. [Διαγράφηκε]
  • Ιστορικό Τροποποιήσεων
  • 58(Ι)/2014
Παραχώρηση διοικητικής βοήθειας

21Γ.-(1) Όταν η άσκηση οποιουδήποτε δικαιώματος από αναγνωρισμένο πρόσφυγα κανονικά απαιτεί τη συνδρομή των αρχών άλλου κράτους στις οποίες ο ίδιος δεν έχει πρόσβαση, οι καθ΄ύλην αρμόδιες κατά περίπτωση αρχές της Δημοκρατίας, μεριμνούν είτε για την παροχή αυτής της συνδρομής από τις ίδιες, είτε από οποιαδήποτε διεθνή αρχή.

(2) Οι αρχές που αναφέρονται στο εδάφιο (1)  χορηγούν ή μεριμνούν για τη χορήγηση, κάτω από τον έλεγχό τους, στους αναγνωρισμένους πρόσφυγες, εγγράφων ή πιστοποιητικών τα οποία κανονικά χορηγούνται σε αλλοδαπούς από τις εθνικές τους αρχές ή μέσω τους.

(3) Τα έγγραφα ή πιστοποιητικά που χορηγούνται με τον πιο πάνω τρόπο υποκαθιστούν τα έγγραφα που χορηγούνται στους αλλοδαπούς από τις εθνικές τους αρχές ή μέσω τους και ισχύουν μέχρι απόδειξης του αντιθέτου.

(4) Με την επιφύλαξη ειδικής μεταχείρισης, η οποία ισχύει στις περιπτώσεις απόρων, δύναται να επιβληθούν τέλη για τις υπηρεσίες που αναφέρονται στο παρόν άρθρο, τα οποία  πρέπει  να είναι ανάλογα με τα τέλη που επιβάλλονται σε πολίτες της Δημοκρατίας σε παρόμοιες περιπτώσεις, σύμφωνα με το άρθρο 23.

(5) Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου δε θίγουν τα όσα διαλαμβάνονται στο άρθρο 22.

Περιορισμός ευεργετημάτων πρόσφυγα

21Δ. [Διαγράφηκε]
  • Ιστορικό Τροποποιήσεων
  • 59(Ι)/2014
Δελτίο ταυτότητας και ταξιδιωτικά έγγραφα

22.-(1) Εκδίδεται και παραδίδεται επί αποδείξει σε πρόσφυγα δελτίο ταυτότητας πρόσφυγα.

(2) Εκδίδονται και παραδίδονται επί αποδείξει σε πρόσφυγα ταξιδιωτικά έγγραφα πρόσφυγα, εκτός αν το αντίθετο υπαγορεύεται από επιτακτικούς λόγους ασφάλειας της Δημοκρατίας ή επιτακτικούς λόγους δημόσιας τάξης.

Φορολογικές επιβαρύνσεις σε πρόσφυγες

23. Δεν επιβάλλονται σε πρόσφυγες φόροι, επιβαρύνσεις ή τέλη οποιασδήποτε φύσης ψηλότεροι από αυτά που επιβάλλονται, σε ανάλογες περιπτώσεις, στους πολίτες της Δημοκρατίας.

Υποχρεώσεις αιτητών ή δικαιούχων καθεστώτος βάσει του παρόντος Νόμου και των μελών των οικογενειών τους

24.-(1) Κάθε αιτητής διεθνούς προστασίας ή άλλου καθεστώτος βάσει του παρόντος Νόμου και κάθε δικαιούχος διεθνούς προστασίας ή άλλου καθεστώτος βάσει του παρόντος Νόμου και κάθε μέλος οικογένειας προαναφερόμενου προσώπου οφείλει να υπακούει στο Σύνταγμα, στην πρωτογενή και δευτερογενή νομοθεσία και στο δίκαιο της Δημοκρατίας.

(2) Δεν επιτρέπεται σε πρόσωπο που αναφέρεται στο εδάφιο (1) να συμμετέχει σε δραστηριότητες οι  οποίες  θέτουν σε  κίνδυνο  την ασφάλεια ή τη δημόσια ασφάλεια ή τη συνταγματική τάξη ή τη δημόσια τάξη της Δημοκρατίας ή βλάπτουν ή είναι δυνατό να βλάψουν άλλως πως το δημόσιο συμφέρον.

(3) Πρόσωπο που αναφέρεται στο εδάφιο (1) δεν επιτρέπεται να συμμετέχει σε δραστηριότητες οι οποίες είναι αντίθετες προς τις αρχές του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών ή του διεθνούς δικαίου.

Οικογενειακή ενότητα και οικογενειακή επανένωση

25.-(1) Τα μέλη της οικογένειας δικαιούχου διεθνούς προστασίας, τα οποία δεν πληρούν ατομικά τις προϋποθέσεις για την αναγνώριση διεθνούς προστασίας, δικαιούνται να υποβάλουν, κατά τον τύπο που αποφασίζεται από τον Προϊστάμενο, αίτημα στον Προϊστάμενο για την παροχή των κατά περίπτωση ευεργετημάτων των οποίων απολαύει ο συγκεκριμένος δικαιούχος διεθνούς προστασίας δυνάμει των ακόλουθων άρθρων:

(α) Άρθρο 18Α(2) και (3),

(β) άρθρο 19(4), (6) και (9),

(γ) άρθρο 21(1)(β)(i), (iΒ), (iΓ), (iv), (vii) και (viii), (γ)(i) και (iii), (1Α), (1Β), (1Γ) και (2),

(δ) άρθρο 21Α,

(ε) άρθρο 22(2),

(στ) άρθρο 25Α(1), (2), (3) και (4).

(2) Αναφορικά με αίτημα το οποίο υποβάλλεται δυνάμει του εδαφίου (1) εφαρμόζονται κατ’ αναλογία τα εδάφια (1), (2), (3) και (4) του άρθρου 13.

(3) Η παράγραφος (δ) του άρθρου 4 και τα εδάφια (1) και (2) του παρόντος άρθρου δεν εφαρμόζονται όταν το μέλος της οικογένειας αποκλείεται ή θα αποκλειόταν από τη διεθνή προστασία δυνάμει των άρθρων 3Γ, 3Δ, 5, 6 ή/και 19.

(4) Ο Προϊστάμενος δύναται, για το συμφέρον της ασφάλειας της Δημοκρατίας ή για λόγους δημόσιας τάξης-

(α) να απορρίπτει αίτημα που υποβάλλεται δυνάμει του εδαφίου (1),

(β) να ανακαλεί ή/και περιορίζει ευεργετήματα τα οποία αποφάσισε να χορηγήσει σύμφωνα με το παρόν άρθρο.

(5)(α) Ανεξάρτητα από τον ορισμό του όρου «μέλος της οικογένειας» στο εδάφιο (1) του άρθρου 2 αλλά χωρίς επηρεασμό των εδαφίων (1) μέχρι και (4), τα εδάφια (6) μέχρι και (19) του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται αναφορικά με τα ακόλουθα μέλη της οικογένειας πρόσφυγα με τα οποία ο πρόσφυγας δημιούργησε οικογενειακό δεσμό πριν από την είσοδό του στη Δημοκρατία:

(i) Τη σύζυγο του πρόσφυγα, υπό την προϋπόθεση ότι αμφότεροι έχουν συμπληρώσει την ηλικία των είκοσι ενός ετών:

Νοείται ότι, σε περίπτωση πολυγαμικού γάμου, εξαιρείται από την παρούσα παράγραφο σύζυγος πρόσφυγα, πέραν αυτής η οποία ήδη συζεί μαζί του στη Δημοκρατία∙

(ii) ανήλικο και άγαμο τέκνο του πρόσφυγα και της συζύγου του, συμπεριλαμβανομένου τέκνου που υιοθετήθηκε σύμφωνα είτε με απόφαση που λήφθηκε από αρμόδια αρχή στη Δημοκρατία είτε με αλλοδαπή απόφαση η οποία είναι αυτοδικαίως εκτελεστή δυνάμει των διεθνών υποχρεώσεων της Δημοκρατίας ή δεσμίως αναγνωριστέα σύμφωνα με τις διεθνείς υποχρεώσεις της Δημοκρατίας:

Νοείται ότι, σε περίπτωση πολυγαμικού γάμου, εξαιρείται από την παρούσα παράγραφο τέκνο του πρόσφυγα και συζύγου του, πέραν αυτής που ήδη συζεί μαζί του στη Δημοκρατία∙

(iii) ανήλικο και άγαμο τέκνο του πρόσφυγα, συμπεριλαμβανομένου τέκνου που υιοθετήθηκε κατά τα αναφερόμενα στην υποπαράγραφο (ii), σε περίπτωση που ο πρόσφυγας έχει την αποκλειστική επιμέλεια και ευθύνη συντήρησής του:

Νοείται ότι, σε περίπτωση πολυγαμικού γάμου, εξαιρείται από την παρούσα παράγραφο τέκνο του πρόσφυγα και συζύγου του, πέραν αυτής που ήδη συζεί μαζί του στη Δημοκρατία∙

(iv) ανήλικο και άγαμο τέκνο της συζύγου πρόσφυγα, συμπεριλαμβανομένου τέκνου που υιοθετήθηκε κατά τα αναφερόμενα στην υποπαράγραφο (ii), σε περίπτωση που η σύζυγος έχει την αποκλειστική επιμέλεια και ευθύνη συντήρησής του:

Νοείται ότι, σε περίπτωση πολυγαμικού γάμου, εξαιρείται από την παρούσα παράγραφο τέκνο συζύγου πέραν αυτής που ήδη συζεί μαζί με τον πρόσφυγα στη Δημοκρατία∙

(v) εξ’ αίματος και πρώτου βαθμού ανιόντα, σε περίπτωση που ο πρόσφυγας είναι ασυνόδευτος ανήλικος.

(β) Τα εδάφια (6) μέχρι και (19) δεν εφαρμόζονται αναφορικά με μέλη της οικογένειας πρόσφυγα τα οποία εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του περί του Δικαιώματος των Πολιτών της Ένωσης και των Μελών των Οικογενειών τους να Κυκλοφορούν και να Διαμένουν Ελεύθερα στη Δημοκρατία Νόμου, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται.

(γ) Τα εδάφια (6) μέχρι και (19) εφαρμόζονται με την επιφύλαξη τυχόν ευνοϊκότερων διατάξεων-

(i) διμερών και πολυμερών συμφωνιών μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των κρατών μελών της, αφενός, και τρίτων χωρών αφετέρου∙

(ii) σε οποιαδήποτε από τις ακόλουθες πράξεις:

(αα) τον Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Χάρτη της 18ης Οκτωβρίου 1961, ο οποίος κυρώθηκε από τον Κυρωτικό του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη Νόμο, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται,

(ββ) τον Αναθεωρημένο Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Χάρτη της 3ης Μαΐου 1987, ο οποίος κυρώθηκε από τον περί του Αναθεωρημένου Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη του 1996 (Κυρωτικό) Νόμο, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται,

(γγ) την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για το Νομικό Καθεστώς των Διακινούμενων Εργαζομένων της 24ης Νοεμβρίου 1977.

(6) Για την άσκηση του δικαιώματος οικογενειακής επανένωσης, υποβάλλεται στο Τμήμα από τον πρόσφυγα, κατά τον τύπο που αποφασίζεται από το Διευθυντή και με την υποβολή τέλους που αποφασίζεται από το Διευθυντή, αίτημα οικογενειακής επανένωσης των μελών της οικογενείας πρόσφυγα.

(7) Το αίτημα συνοδεύεται από δικαιολογητικά που αποδεικνύουν την οικογενειακή σχέση και από ακριβή αντίγραφα των ταξιδιωτικών εγγράφων του μέλους ή των μελών της οικογένειας και εφόσον κρίνεται απαραίτητο, προκειμένου να αποδειχθεί η ύπαρξη οικογενειακής σχέσης, το Τμήμα δύναται να πραγματοποιεί προσωπικές συνεντεύξεις με τον πρόσφυγα ή/και τα μέλη της οικογένειάς του και να διενεργεί οποιαδήποτε άλλη έρευνα κρίνει αναγκαία.

(8) Όταν ο πρόσφυγας αδυνατεί να προσκομίσει επίσημα δικαιολογητικά που να αποδεικνύουν τους οικογενειακούς δεσμούς, το Τμήμα εξετάζει άλλα αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία αξιολογεί σύμφωνα με το κυπριακό δίκαιο και αφορούν την ύπαρξη αυτών των δεσμών. Απόφαση απόρριψης του αιτήματος δεν μπορεί να θεμελιώνεται αποκλειστικά στην απουσία των εν λόγω δικαιολογητικών.

(9) Το αίτημα οικογενειακής επανένωσης των μελών της οικογένειας πρόσφυγα υποβάλλεται και εξετάζεται μόνον όταν τα μέλη της οικογένειας του πρόσφυγα διαμένουν εκτός της επικράτειας της Δημοκρατίας.

(10) Μόλις καταστεί δυνατόν και, σε κάθε περίπτωση, το αργότερο εντός εννέα (9) μηνών από την ημερομηνία υποβολής του αιτήματος, ο  Διευθυντής αποφασίζει επί του αιτήματος και κοινοποιεί γραπτώς την απόφασή του στον πρόσφυγα που υπέβαλε το αίτημα και στην Υπηρεσία Ασύλου. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις που έχουν σχέση με το σύνθετο χαρακτήρα της εξέτασης του αιτήματος, η προθεσμία αυτή μπορεί να παρατείνεται με γραπτή απόφαση του Διευθυντή. Η απόφαση απόρριψης του αιτήματος πρέπει να είναι αιτιολογημένη.

(11) Κατά την εφαρμογή των εδαφίων (5) μέχρι και (10), λαμβάνεται δεόντως υπόψη το μείζον συμφέρον των ανήλικων τέκνων.

(12)(α) Με την επιφύλαξη των διεθνών υποχρεώσεων της Δημοκρατίας, όταν η οικογενειακή επανένωση είναι δυνατή σε τρίτη χώρα με την οποία ο πρόσφυγας και  μέλος της οικογένειάς του έχουν ιδιαίτερους δεσμούς ή όταν το αίτημα για οικογενειακή επανένωση υποβάλλεται σε χρόνο πέραν των τριών (3) μηνών από τη χορήγηση του καθεστώτος πρόσφυγα στον υποβάλλοντα το αίτημα, ο Διευθυντής δύναται να απαιτεί την προσκόμιση των ακόλουθων αποδεικτικών στοιχείων αναφορικά με το αίτημα για οικογενειακή επανένωση:

(i) Κατάλυμα το οποίο να θεωρείται κανονικό για αντίστοιχη οικογένεια στην αυτή περιοχή και το οποίο πληροί τις γενικές προδιαγραφές ασφάλειας και υγιεινής που ισχύουν στο κυπριακό δίκαιο,

(ii) ασφάλιση ασθενείας για τον πρόσφυγα και τα μέλη της οικογένειάς του, που να καλύπτει το σύνολο των κινδύνων οι οποίοι συνήθως καλύπτονται για τους ημεδαπούς, και

(iii) σταθερούς και τακτικούς πόρους, επαρκείς για τη συντήρηση του πρόσφυγα και των μελών της οικογένειάς του χωρίς να απαιτείται προσφυγή στο σύστημα κοινωνικής αρωγής της Δημοκρατίας.

(β) Για τους σκοπούς της υποπαραγράφου (iii) της παραγράφου (α), ο Διευθυντής αξιολογεί τους εκεί αναφερόμενους πόρους με βάση τη φύση και τον τακτικό χαρακτήρα τους, και δύναται να λαμβάνει υπόψη το επίπεδο των κατώτατων μισθών και συντάξεων στη Δημοκρατία, καθώς και τον αριθμό των μελών της οικογένειας.

(13) Ο Διευθυντής δύναται να απορρίπτει αίτημα οικογενειακής επανένωσης που αφορά μέλος της οικογένειας πρόσφυγα, για λόγους δημόσιας τάξης, δημόσιας ασφάλειας ή δημόσιας υγείας.

(14)(α) Με την επιφύλαξη του εδαφίου (17), μόλις ο Διευθυντής εγκρίνει αίτημα οικογενειακής επανένωσης, ενημερώνει αμέσως το Διευθυντή, ο οποίος-

(i) επιτρέπει την είσοδο, στις ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές, του μέλους της οικογένειας πρόσφυγα, και

(ii) ενημερώνει τις κατά τόπο αρμόδιες προξενικές αρχές της Δημοκρατίας για την παραχώρηση στο εν λόγω μέλος κάθε διευκόλυνσης για την εξασφάλιση των τυχόν αναγκαίων θεωρήσεων.

(β) Ο Διευθυντής χορηγεί σε μέλος της οικογένειας πρόσφυγα μια πρώτη άδεια διαμονής, η οποία είναι ανανεώσιμη και διάρκειας τουλάχιστον ενός (1) έτους.

(γ) Ανεξάρτητα από τις διατάξεις της παραγράφου (β), η διάρκεια της άδειας διαμονής την οποία ο Διευθυντής χορηγεί σε μέλος της οικογένειας πρόσφυγα δεν υπερβαίνει κατ’ αρχήν την ημερομηνία λήξης της ισχύος της άδειας διαμονής του πρόσφυγα.

(δ) Ο Διευθυντής δύναται να ανακαλεί ή να μην ανανεώνει την άδεια διαμονής μέλους της οικογένειας πρόσφυγα, για λόγους δημόσιας τάξης, δημόσιας ασφάλειας ή δημόσιας υγείας, αφού λάβει δεόντως υπόψη-

(i) τα προβλεπόμενα στο εδάφιο (16), και

(ii) τη σοβαρότητα  ή το είδος του αδικήματος που τυχόν διεπράχθη από το μέλος της οικογένειας του πρόσφυγα σε βάρος της δημόσιας τάξης ή της δημόσιας ασφάλειας ή τους κινδύνους που προέρχονται από το εν λόγω μέλος.

(ε) Ο Διευθυντής δεν αρνείται την ανανέωση της άδειας διαμονής ούτε αποφασίζεται ή διατάσσεται η απομάκρυνση μέλους της οικογένειας πρόσφυγα από τη Δημοκρατία, με μοναδικό λόγο ότι το μέλος της οικογένειας πάσχει από ασθένεια ή αναπηρία μετά την έκδοση της άδειας διαμονής.

(στ) Ο Διευθυντής ανανεώνει άδεια διαμονής μέλους της οικογένειας πρόσφυγα μόνον εφόσον το εν λόγω μέλος του υποβάλει πιστοποιητικό επιτυχίας σε προφορική εξέταση το οποίο εκδίδεται από το Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού ή άλλο ισότιμο προσόν αποδεκτό από το εν λόγω υπουργείο, το οποίο αποδεικνύει ότι το εν λόγω μέλος έχει επαρκή γνώση-

(i) της ελληνικής γλώσσας επιπέδου Α2, όπως καθορίζεται στο Κοινό Ευρωπαϊκό Πλαίσιο Αναφοράς για τις Γλώσσες του Συμβουλίου της Ευρώπης, και

(ii) βασικών στοιχείων της σύγχρονης πολιτικής και κοινωνικής πραγματικότητας της Κύπρου.

Συμμετοχή στην εξέταση επιτρέπεται με την υποβολή αίτησης στην Υπηρεσία Εξετάσεων του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού και την καταβολή τέλους είκοσι πέντε ευρώ (€25).

(15)(α) Τα μέλη της οικογένειας πρόσφυγα έχουν τα ακόλουθα δικαιώματα, υπό τους ίδιους κανόνες, όρους και προϋποθέσεις όπως και ο πρόσφυγας:

(i) Πρόσβαση στην εκπαίδευση,

(ii) πρόσβαση στον επαγγελματικό προσανατολισμό και στη βασική και περαιτέρω κατάρτιση και επανακατάρτιση.

(β) Τα μέλη της οικογένειας πρόσφυγα έχουν δικαίωμα μισθωτής εργασίας και ανεξάρτητης επαγγελματικής δραστηριότητας υπό τους ίδιους τους κανόνες, όρους και προϋποθέσεις όπως και ο πρόσφυγας, με την επιφύλαξη των κανόνων, των όρων και των προϋποθέσεων απασχόλησης υπηκόων τρίτων χωρών στη Δημοκρατία, που προβλέπονται στο κυπριακό δίκαιο και στις εθνικές πολιτικές.

(γ) Ανεξάρτητα από τις διατάξεις της παραγράφου (β), το Υπουργικό Συμβούλιο, με διάταγμά του το οποίο συνιστά κανονιστική διοικητική πράξη και δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, δύναται να περιορίζει το δικαίωμα μελών της οικογένειας πρόσφυγα σε μισθωτή εργασία και ανεξάρτητη επαγγελματική δραστηριότητα, για περίοδο που δεν υπερβαίνει τους δώδεκα (12) μήνες από την ημερομηνία της χορήγησης άδειας διαμονής σε αυτά τα μέλη, λαμβάνοντας υπόψη την κατάσταση στην αγορά εργασίας, όπως την εκθέτει ο Υπουργός Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων μετά από διαβούλευσή του με τους κοινωνικούς εταίρους.

(16)(α) Τα τέκνα που έχουν ενηλικιωθεί και η σύζυγος του πρόσφυγα δικαιούνται να εξασφαλίσουν, κατόπιν αιτήματος στο Διευθυντή, αυτόνομη άδεια διαμονής που είναι ανεξάρτητη από την άδεια διαμονής του πρόσφυγα, υπό τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

(i) Σε κάθε περίπτωση, ο υποβάλλων το αίτημα έχει συμπληρώσει πέντε (5) έτη παραμονής, στις ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές, και δεν έχει εξασφαλίσει άδεια διαμονής για λόγο άλλο από την οικογενειακή επανένωση, και

(ii) σε περίπτωση υποβολής αιτήματος από σύζυγο πρόσφυγα, αυτή έχει διαζευχθεί με τον πρόσφυγα.

(β) Ο Διευθυντής χορηγεί αυτόνομη άδεια διαμονής σε μέλος της οικογένειας πρόσφυγα σε οποιαδήποτε από τις ακόλουθες περιπτώσεις:

(i) Σε περίπτωση θανάτου του πρόσφυγα,

(ii) σε περίπτωση που το μέλος της οικογένειας είναι θύμα βίας στη οικογένεια, όπως προβλέπεται στον περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμο, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται,

(iii) σε περίπτωση που το μέλος της οικογένειας είναι θύμα εμπορίας και εκμετάλλευσης δυνάμει του Πρωτοκόλλου για την Πρόληψη, Καταστολή και Τιμωρία της Εμπορίας Προσώπων, Ιδιαίτερα των Γυναικών και Παιδιών, το οποίο έχει κυρωθεί από τον περί της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών κατά του Διεθνικού Οργανωμένου Εγκλήματος και Πρωτοκόλλων (Κυρωτικό) Νόμο του 2003, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται, ή/και δυνάμει του περί Καταπολέμησης της Εμπορίας και της Εκμετάλλευσης Προσώπων και της Προστασίας των Θυμάτων Νόμου, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται.

(γ) Η αυτόνομη άδεια διαμονής που παραχωρείται σε μέλος της οικογένειας πρόσφυγα δυνάμει του παρόντος εδαφίου είναι μία εκ των κατηγοριών των αδειών διαμονής που προβλέπονται στον περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμο, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται, ή στους δυνάμει αυτού εκδιδόμενους κανονισμούς.

(17)(α) Ο Διευθυντής δύναται να απορρίπτει αίτημα οικογενειακής επανένωσης, να ανακαλεί ή να μην ανανεώνει άδεια διαμονής μέλους της οικογένειας πρόσφυγα, σε οποιαδήποτε από τις ακόλουθες περιπτώσεις:

(i) Όταν δεν πληρούνται ή δεν πληρούνται πλέον οι κατά το παρόν άρθρο προϋποθέσεις για την οικογενειακή επανένωση∙ κατά την ανανέωση άδειας διαμονής, όταν ο πρόσφυγας δεν έχει επαρκείς πόρους χωρίς προσφυγή στο σύστημα κοινωνικής αρωγής της Δημοκρατίας, ο Διευθυντής λαμβάνει υπόψη τις συνεισφορές των μελών της οικογένειας στο εισόδημα του νοικοκυριού∙

(ii) με την επιφύλαξη του εδαφίου (16), όταν ο πρόσφυγας και το σχετικό μέλος της οικογένειάς του δεν διάγουν ή δεν διάγουν πλέον πραγματικό συζυγικό ή οικογενειακό βίο∙

(iii) όταν διαπιστώνεται ότι ο πρόσφυγας έχει συνάψει γάμο ή διατηρεί σταθερή σχέση μακράς διάρκειας με άλλο πρόσωπο∙

(iv) όταν αποδεικνύεται ότι χρησιμοποιήθηκαν ψευδείς ή παραπλανητικές πληροφορίες, πλαστά ή παραποιημένα έγγραφα ή ότι διαπράχθηκε με οποιοδήποτε τρόπο απάτη ή χρησιμοποιήθηκαν άλλα παράνομα μέσα∙

(v) όταν αποδεικνύεται ότι ο κατά περίπτωση σχετικός γάμος ή η υιοθεσία είναι εικονικός κατά την έννοια του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται, ή η υιοθεσία έγινε με αποκλειστικό σκοπό να επιτραπεί στο οικείο πρόσωπο να εισέλθει ή να παραμείνει στη Δημοκρατία∙ κατά την αξιολόγηση του γάμου ή της υιοθεσίας, λαμβάνεται υπόψη κατά πόσο ο γάμος ή η υιοθεσία έγιναν μετά την έκδοση της άδειας διαμονής του πρόσφυγα.

(β) Το Τμήμα δύναται να διενεργεί ειδικούς ελέγχους και επιθεωρήσεις, όταν υπάρχουν βάσιμες υπόνοιες για την ύπαρξη απάτης ή εικονικών γάμων ή υιοθεσιών, περιλαμβανομένων ειδικών ελέγχων που διενεργούνται στο πλαίσιο εξέτασης αίτησης για ανανέωση της άδειας διαμονής μελών της οικογένειας.

(γ) Ο Διευθυντής δύναται να ανακαλεί ή να μην ανανεώνει την άδεια διαμονής μέλους της οικογένειας πρόσφυγα, σε περίπτωση που η άδεια διαμονής του πρόσφυγα τερματισθεί και το μέλος της οικογένειας δεν διαθέτει ακόμη αυτόνομο δικαίωμα παραμονής δυνάμει του εδαφίου (16).

(18) Κατά την εφαρμογή των εδαφίων (5) μέχρι και (17), ο Διευθυντής λαμβάνει δεόντως υπόψη το χαρακτήρα και τη σταθερότητα των οικογενειακών δεσμών του προσώπου και τη διάρκεια διαμονής του στη Δημοκρατία, καθώς και την ύπαρξη οικογενειακών, πολιτιστικών και κοινωνικών δεσμών με τη χώρα καταγωγής του, σε περίπτωση απόρριψης αιτήματος, ανάκλησης ή άρνησης της ανανέωσης της άδειας διαμονής, ή σε περίπτωση λήψης μέτρου απομάκρυνσης σε βάρος του πρόσφυγα ή μελών της οικογένειάς του.

(19) Για τους σκοπούς των εδαφίων (5) μέχρι και (18) του παρόντος άρθρου, «άδεια διαμονής» σημαίνει εξουσιοδότηση που εκδίδεται από το Διευθυντή βάσει της οποίας επιτρέπεται σε υπήκοο τρίτης χώρας να διαμένει νόμιμα στη Δημοκρατία σύμφωνα με το Άρθρο 1, παράγραφος 2, στοιχείο α) της πράξης της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1030/2002 του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 2002, για την καθιέρωση αδειών διαμονής ενιαίου τύπου για τους υπηκόους τρίτων χωρών» όπως τροποποιήθηκε τελευταία από τον Κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 380/2008 του Συμβουλίου, της 18ης Απριλίου 2008.

Ασυνόδευτοι ανήλικοι υπό καθεστώς πρόσφυγα ή συμπληρωματικής προστασίας

25Α.-(1) Σε περίπτωση που ασυνόδευτος ανήλικος αναγνωριστεί ως πρόσφυγας ή του παραχωρηθεί το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, ο Προϊστάμενος ενημερώνει αμέσως το Διευθυντή των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας ο οποίος ενεργεί ως κηδεμόνας του ασυνόδευτου ανήλικου, καλύπτοντας τις ανάγκες του και αξιολογώντας τακτικά την κατάσταση του ασυνόδευτου ανήλικου προς αυτό το σκοπό. Ο Διευθυντής των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας, εξασφαλίζοντας όπου αυτό είναι αναγκαίο τη συγκατάθεση ενήλικου προσώπου και λαμβάνοντας υπόψη τη γνώμη του ασυνόδευτου ανήλικου, ανάλογα με την ηλικία και την ωριμότητα του, αναθέτει τη φροντίδα του είτε -

(α) σε ενήλικους συγγενείς, ή

(β) σε οικογένεια που θα έχει την επιμέλεια του ανηλίκου, ή

(γ) σε ειδικά κέντρα φιλοξενίας ανηλίκων, ή

(δ) σε άλλου είδους καταλύματα κατάλληλα για ανηλίκους.

(2) Τα αδέλφια παραμένουν ενωμένα στο μέτρο του δυνατού, λαμβανομένου υπόψη του μείζονος συμφέροντος του ενδιαφερόμενου ανήλικου και, ειδικότερα, της ηλικίας και του βαθμού ωριμότητάς του/της. Οι μεταβολές κατοικίας των ασυνόδευτων ανηλίκων περιορίζονται στο ελάχιστο.

(3) Σε περίπτωση χορήγησης διεθνούς προστασίας σε ασυνόδευτο ανήλικο ενώ δεν έχει ξεκινήσει η αναζήτηση της οικογένειάς του, ο Διευθυντής των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας, αρχίζει την αναζήτηση για τον εντοπισμό των μελών της οικογένειας του ανήλικου, το συντομότερο δυνατό μετά τη χορήγηση της διεθνούς προστασίας, ενώ προστατεύει το μείζον συμφέρον του ανηλίκου. Αν έχει ήδη ξεκινήσει η αναζήτηση, o Διευθυντής των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας συνεχίζει τη διαδικασία αναζήτησης, όπου χρειάζεται. Σε περιπτώσεις ενδεχόμενης απειλής κατά της ζωής ή της ακεραιότητας του ανηλίκου ή των στενών συγγενών του, ιδίως εάν έχουν παραμείνει στη χώρα καταγωγής, λαμβάνεται μέριμνα ούτως ώστε η συλλογή, επεξεργασία και ανταλλαγή πληροφοριών σχετικών με τα πρόσωπα αυτά να γίνεται σε εμπιστευτική βάση.

(4) Τα πρόσωπα που ασχολούνται με ασυνόδευτους ανηλίκους έχουν ήδη και συνεχίζουν να λαμβάνουν κατάλληλη κατάρτιση όσον αφορά τις ανάγκες των ασυνόδευτων ανηλίκων.

ΜΕΡΟΣ V ΕΓΚΑΘΙΔΡΥΣΗ ΚΑΙ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ
Υπηρεσία Ασύλου

26.(1) Εγκαθιδρύεται Υπηρεσία Ασύλου, στο Υπουργείο Εσωτερικών, η οποία εξετάζει και αποφασίζει επί αιτήσεων σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου και ασκεί οποιαδήποτε άλλη αρμοδιότητα που της χορηγείται δυνάμει του παρόντος Νόμου.

(2) Η Υπηρεσία Ασύλου, προβαίνει στη σύσταση Γραφείου, για σκοπούς τήρησης σχετικού αρχείου και συλλογής πληροφοριών για θέματα δικαιούχων διεθνούς προστασίας ή άλλου καθεστώτος βάσει του παρόντος Νόμου.

(3) Ο Υπουργός μεριμνά ώστε να παρέχονται στην Υπηρεσία Ασύλου τα κατάλληλα μέσα, συμπεριλαμβανομένου επαρκούς και ικανού προσωπικού, για την άσκηση των καθηκόντων της σύμφωνα με τον παρόντα Νόμο.

(4) Ο Προϊστάμενος μεριμνά ώστε-

(α) Το προσωπικό της Υπηρεσίας Ασύλου, το οποίο είναι υπεύθυνο για την εξέταση αιτήσεων, να είναι κατάλληλα καταρτισμένο, δια της παροχής σε αυτό σχετικής κατάρτισης που περιλαμβάνει ό,τι αναφέρεται στο Άρθρο 6, παράγραφος 4, στοιχεία α) έως ε), του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 493/2010, λαμβάνοντας υπόψη τη σχετική κατάρτιση που αποφασίζεται και αναπτύσσεται από την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Υποστήριξης για το Άσυλο∙ και

(β) οι αρμόδιοι λειτουργοί οι οποίοι διενεργούν τη συνέντευξη του αιτητή σύμφωνα με τον παρόντα Νόμο να διαθέτουν επίσης γενική γνώση των προβλημάτων που θα μπορούσαν να επηρεάσουν αρνητικά την ικανότητα του αιτητή για συνέντευξη, όπως ενδείξεις ότι ο αιτητής μπορεί να έχει υποστεί βασανιστήρια κατά το παρελθόν.

Άλλες αρμοδιότητες της Υπηρεσίας Ασύλου

27(1).- Επιπρόσθετα από την εξουσία, που παρέχεται στην Υπηρεσία Ασύλου δυνάμει του άρθρου 26, η Υπηρεσία Ασύλου έχει τις ακόλουθες αρμοδιότητες:

(α) Συντονίζει τις ενέργειες όλων των εμπλεκομένων αρχών της Δημοκρατίας για την καλύτερη εφαρμογή του παρόντος Νόμου·

(β) διοργανώνει σεμινάρια και προγράμματα επιμόρφωσης σε θέματα διεθνούς προστασίας, ασύλου και προσφύγων για τους λειτουργούς που χειρίζονται τέτοια θέματα σε όλες τις εμπλεκόμενες αρχές της Δημοκρατίας·

(γ) εκδίδει οδηγίες, εγκυκλίους και κατευθυντήριες γραμμές για θέματα, τα οποία ρυθμίζονται στον παρόντα Νόμο ή στη Σύμβαση ή σε Κοινοτικούς Κανονισμούς ή Αποφάσεις των Οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή  σε πορίσματα της Εκτελεστικής Επιτροπής της Υπάτης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες ή σε σχετικά ψηφίσματα των Ηνωμένων Εθνών ή άλλων διεθνών οργανισμών·

(δ) [Διαγράφηκε]·

(ε) παρακολουθεί την εξέλιξη του κεκτημένου της Ευρωπαϊκής Ένωσης στον τομέα του ασύλου και υποβάλλει προτάσεις και εισηγήσεις στον Υπουργό για τις τοποθετήσεις του Υπουργείου ενώπιον των οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης·

(στ) διαχειρίζεται, σε σχέση με τη λήψη δακτυλικών αποτυπωμάτων, την εφαρμογή του Κανονισμού (ΕΚ) αρ. 2725/2000 του Συμβουλίου της 11ης Δεκεμβρίου 2000 σχετικά με τη θέσπιση του “Eurodac” για την αντιπαραβολή αποτυπωμάτων για την αποτελεσματική εφαρμογή της Σύμβασης του Δουβλίνου και του Κανονισμού (ΕΚ) αρ. 407/2002 του Συμβουλίου της 28ης Φεβρουαρίου 2002 που θεσπίζει ορισμένους κανόνες εφαρμογής του Κανονισμού (ΕΚ) αρ. 2725/2000 σχετικά με τη θέσπιση του “Eurodac” για την αντιπαραβολή αποτυπωμάτων για την αποτελεσματική εφαρμογή της Σύμβασης του Δουβλίνου·

(ζ) διαχειρίζεται την εφαρμογή των διατάξεων του Δουβλίνου·

(η) [Διαγράφηκε]·

(θ) υποβάλλει στον Υπουργό εισηγήσεις και προτάσεις αναφορικά με θέματα πολιτικής στους τομείς της αρμοδιότητάς της.

(2)(α) Ο Προϊστάμενος ενημερώνει την Επιτροπή, μόλις παύσουν να συντρέχουν οι λόγοι εφαρμογής των εκτάκτων μέτρων που λαμβάνονται δυνάμει της παραγράφου (γ) του εδαφίου (2) του άρθρου 11, του εδαφίου (1Α) του άρθρου 13Α και της παραγράφου (β) του εδαφίου (7) του άρθρου 13, και τουλάχιστον σε ετήσια βάση.

(β) Η ενημέρωση που αναφέρεται στην παράγραφο (α) περιλαμβάνει, ει δυνατόν, δεδομένα σχετικά με το ποσοστό των αιτήσεων για τις οποίες εφαρμόσθηκαν παρεκκλίσεις επί του συνολικού αριθμού αιτήσεων που έγιναν αντικείμενο επεξεργασίας κατά τη συγκεκριμένη περίοδο.

(γ) Ο Προϊστάμενος, ως η αρμόδια προς τούτο αρχή της Δημοκρατίας, εκπληρώνει την υποχρέωση την οποία επιβάλλει το Άρθρο 50 της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ στη Δημοκρατία ως κράτος μέλος.

Ίδρυση και διορισμός της Αναθεωρητικής Αρχής

28. [Διαγράφηκε]
Όροι διορισμού,αμοιβής και σύνταξης Προέδρου και Μελών της Αναθεωρητικής Αρχής

28Α. [Διαγράφηκε]
Κένωση θέσεως

28Β. [Διαγράφηκε]
  • Ιστορικό Τροποποιήσεων
  • 105(I)/2016
Προσωρινή αντικατάσταση

28Γ. [Διαγράφηκε]
  • Ιστορικό Τροποποιήσεων
  • 105(I)/2016
Εξουσίες Προέδρου

28Δ. [Διαγράφηκε]
  • Ιστορικό Τροποποιήσεων
  • 105(I)/2016
Αρμοδιότητες και εξουσίες Αναθεωρητικής Αρχής

28Ε. [Διαγράφηκε]
Προθεσμίες υποβολής διοικητικής προσφυγής

28ΣΤ. [Διαγράφηκε]
Διαδικασίες ενώπιον της Αναθεωρητικής Αρχής

28Ζ. [Διαγράφηκε]
  • Ιστορικό Τροποποιήσεων
  • 105(I)/2016
Έκδοση απόφασης Αναθεωρητικής Αρχής

28Η. [Διαγράφηκε]
  • Ιστορικό Τροποποιήσεων
  • 105(I)/2016
Βασικές αρχές που διέπουν τη λειτουργία και τις διαδικασίες της Αναθεωρητικής Αρχής

28Θ.-(1) Με την υποβολή της διοικητικής προσφυγής ο αιτητής, ενημερώνεται γραπτώς για τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του σε σχέση με τις διαδικασίες ενώπιον της Αναθεωρητικής Αρχής.

(2) Κατά τη διάρκεια των διαδικασιών ενώπιον της Αναθεωρητικής Αρχής, παρέχονται στον αιτητή δωρεάν υπηρεσίες διερμηνέα, όπου αυτό είναι αναγκαίο, και για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου θεωρείται ότι αυτό είναι πάντοτε αναγκαίο στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η Αναθεωρητική Αρχή καλεί τον αιτητή σε προσωπική συνέντευξη ή σε ακροαματική διαδικασία.

(3) Κατά τη διεξαγωγή προσωπικής συνέντευξης, κανένα άλλο πρόσωπο δεν δύναται να παρευρίσκεται εκτός από την Αναθεωρητική Αρχή ή τον αρμόδιο λειτουργό, ανάλογα με την περίπτωση, τον αιτητή, το δικηγόρο ή το νομικό σύμβουλο του αιτητή, τον κηδεμόνα ανηλίκου ή τον εκπρόσωπο ασυνόδευτου ανήλικου, όπου αυτό εφαρμόζεται, και του τυχόν απαραίτητου διερμηνέα, εκτός εάν άλλως ζητήσει ο ίδιος ο αιτητής.

(4) Καθ΄όλη τη διαδικασία ενώπιον της Αναθεωρητικής Αρχής, ο αιτητής έχει δικαίωμα να εκπροσωπείται από το δικηγόρο του ή το νομικό του σύμβουλο.

(5) Τόσο η υποβολή διοικητικής προσφυγής όσο και οποιαδήποτε στοιχεία σε σχέση με τη διοικητική προσφυγή έχει στην κατοχή της η Αναθεωρητική Αρχή παραμένουν εμπιστευτικά και σε καμία περίπτωση δεν αποκαλύπτονται στις αρχές της χώρας ιθαγένειας του αιτητή ούτε και ζητείται από αυτές οποιαδήποτε πληροφορία σε σχέση με τον αιτητή.

(6)(α) Με την επιφύλαξη της παραγράφου (β), η Αναθεωρητική Αρχή εφαρμόζει κατ’ αναλογία τα ακόλουθα άρθρα:

(i) το άρθρο 5∙

(ii) το άρθρο 6(1Αδις), (1Γ), (1Δ), (2), (2Α) και (4)∙

(iii) το άρθρο 6Α(2), (3) και (4)∙

(iv) το άρθρο 10(1Α), (1Γ), (1Δ), (1Ε), (1ΣΤ), (1Η) και (1Θ)∙

(v) το άρθρο 11(5)∙

(vi) το άρθρο 12Β(3) και (4)∙

(vii) το άρθρο 12Βδις(3) και (4)∙

(viii) το άρθρο 12Βτρις(6)∙

(ix) το άρθρο 12Βτετράκις(2)∙

(x) το άρθρο 12Γ∙

(xi) το άρθρο 13(5) και (6)∙

(xii) το άρθρο 13Α(4), (5), (6), (7), (8) και (9)∙

(xiii) το άρθρο 14∙

(xiv) [Διαγράφηκε]∙

(xv) το άρθρο 16Β∙

(xvi) το άρθρο 16Γ∙

(xvii) το άρθρο 18(2Α), (2Β), (3), (7), (7Α), (7Β), (7Γ), (7Δ), (7Ε) και (9)∙

(xviii) το άρθρο 19(3) και (3Α)∙

(xix) οποιοδήποτε άλλο άρθρο του παρόντος Νόμου, το οποίο η Αναθεωρητική Αρχή οφείλει να εφαρμόζει κατ' αναλογία, ώστε να εκπληρώνει τις υποχρεώσεις τις οποίες επιβάλλει στις αποφαινόμενες αρχές η Οδηγία 2013/32/ΕΕ.

(β)  Η παράγραφος (α) δεν εφαρμόζεται σε σχέση με διοικητικές προσφυγές ενώπιον της Αναθεωρητικής Αρχής οι οποίες αφορούν -

(i) αρνητική απόφαση του Προϊσταμένου δυνάμει των άρθρων 20 ή 20Θ, ή

(ii) απόφαση του Διευθυντή δυνάμει του άρθρου 29, η οποία απόφαση αφορά πρόσωπο με καθεστώς διαμονής για ανθρωπιστικούς λόγους.

(7) Όλες οι αποφάσεις της Αναθεωρητικής Αρχής κοινοποιούνται στην Υπηρεσία Ασύλου και στο Διευθυντή, για τη λήψη όλων των κατάλληλων μέτρων για εκτέλεση της απόφασης, ανάλογα με την περίπτωση.

(8) Ο εκπρόσωπος της Υπάτης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες έχει πρόσβαση στις αποφάσεις της Αναθεωρητικής Αρχής μετά από υποβολή σχετικού αιτήματος προς αυτήν.

[Σ.Σ.: Η κατάργηση του παρόντος άρθρου τίθεται σε ισχύ κατά την ημερομηνία που θα καθοριστεί με γνωστοποίηση του Υπουργικού Συμβουλίου, η οποία θα δημοσιευτεί στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας. Βλ. Υποσημείωση αρ. 37(2) του Ν. 105(Ι)/2016]

Γραφείο της Αναθεωρητικής Αρχής

28Ι. [Διαγράφηκε]
  • Ιστορικό Τροποποιήσεων
  • 105(I)/2016
ΜΕΡΟΣ VI ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Απέλαση προσώπων υπό διεθνή προστασία

29.-(1) Ο Διευθυντής δικαιούται να αποφασίζει την απέλαση δικαιούχου διεθνούς προστασίας-

(α) όταν υφίσταται εύλογος λόγος για να θεωρεί ότι το εν λόγω πρόσωπο αποτελεί κίνδυνο για την ασφάλεια της Δημοκρατίας, ή

(β) όταν το εν λόγω πρόσωπο έχει καταδικαστεί τελεσίδικα για τη διάπραξη ιδιαίτερα σοβαρού αδικήματος και, ως εκ τούτου, συνιστά κίνδυνο για την κυπριακή κοινωνία.

(2) Προτού ο Διευθυντής προβεί στην έκδοση διατάγματος απέλασης εναντίον οποιουδήποτε προσώπου δυνάμει του εδαφίου (1), ο Διευθυντής-

(α) Παρέχει στο επηρεαζόμενο πρόσωπο την ευκαιρία να προβεί σε γραπτές ή προφορικές παραστάσεις, και

(β) ενημερώνει τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου:

Νοείται ότι ο εκπρόσωπος της Υπάτης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες ενημερώνεται για τις αποφάσεις του Διευθυντή μετά από υποβολή σχετικού αιτήματος προς αυτόν.

(2Α) Ο Διευθυντής ενημερώνει γραπτώς τον πρόσφυγα ή το πρόσωπο με καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας για την απόφασή του για την έκδοση διατάγματος απέλασης.

(2Β) [Καταργήθηκε].

(3) [Καταργήθηκε].

(4) Απαγορεύεται η έκδοση διατάγματος απέλασης πρόσφυγα ή προσώπου με καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας σε χώρα, στην οποία η ζωή ή η ελευθερία του θα βρισκόταν σε κίνδυνο ή θα κινδύνευε να υποστεί βασανιστήρια ή εξευτελιστική ή απάνθρωπη μεταχείριση ή τιμωρία ή καταδίωξη λόγω φύλου, θρησκείας, ιθαγένειας, ιδιότητας του ως μέλος σε συγκεκριμένο κοινωνικό σύνολο, πολιτικών του αντιλήψεων, ένοπλης σύρραξης ή περιβαλλοντικής καταστροφής.

(5) Απαγορεύεται η έκδοση διατάγματος απέλασης οποιουδήποτε προσώπου σε χώρα όπου θα κινδύνευε να υποστεί βασανιστήρια, απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία.

(6) Πρόσωπα στα οποία τυγχάνουν εφαρμογής οι διατάξεις του εδαφίου (1) απολαμβάνουν καθ’ ον χρόνο είναι παρόντα στις ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές των δικαιωμάτων που προβλέπονται στα άρθρα 3, 4,16, 22, 31, 32 και 33 της Σύμβασης.

Μέτρα που λαμβάνονται εναντίον αλλοδαπών δε λαμβάνονται εναντίον προσφύγων

30. Δεν επιτρέπεται η λήψη μέτρων, τα οποία μπορούν να ληφθούν εναντίον του προσώπου, της περιουσίας ή των συμφερόντων αλλοδαπών πολιτών άλλου Κράτους, εναντίον πρόσφυγα, ο οποίος έχει την ιθαγένεια του εν λόγω άλλου Κράτους.

Έκδοση αδειών διαμονής

30Α.—(1) Κάθε μία από τις άδειες διαμονής που προβλέπονται στα άρθρα 18Α, 19 και 20ΣΤ εκδίδεται από το Διευθυντή ως ειδική άδεια, δυνάμει του Κανονισμού 15 των περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Κανονισμών του 1972 μέχρι 2002, στην οποία καθορίζεται το καθεστώς που διέπει την παραμονή του προσώπου στις ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές, ανάλογα με την περίπτωση, σύμφωνα με τα πιο πάνω αναφερόμενα άρθρα.

(2) Κατά την έκδοση των αδειών που αναφέρονται στο εδάφιο (1) εφαρμόζονται οι διατάξεις του παρόντος Νόμου, οι οποίες υπερισχύουν οποιωνδήποτε τυχόν αντίθετων διατάξεων των περί Αλλοδαπών κα Μεταναστεύσεως Κανονισμών.

Έκτακτα μέτρα

31. Σε περίπτωση πολέμου ή άλλων σοβαρών ή εξαιρετικών συνθηκών, η Κυβέρνηση της Δημοκρατίας δύναται να λάβει οποιαδήποτε μέτρα θεωρεί απαραίτητα για τη δημόσια ασφάλεια, αναφορικά με αιτητή διεθνούς προστασίας ή άλλου καθεστώτος βάσει του παρόντος Νόμου, και τα μέτρα αυτά μπορούν να συνεχιστούν και μετά την παροχή τέτοιου καθεστώτος σε αυτό το πρόσωπο, αν αυτό δικαιολογείται για λόγους δημόσιας ασφάλειας:

Νοείται ότι τα εν λόγω μέτρα δεν επιτρέπεται να αντιβαίνουν το δεσμευτικό για τη Δημοκρατία διεθνές δίκαιο ή/και δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Συμμετοχή εκπροσώπου της Υπάτης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες στις διαδικασίες εξέτασης ασύλου

31Α. (1) Ο εκπρόσωπος της Υπάτης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες έχει δικαίωμα εφόσον ο ίδιος το ζητήσει, να παρευρίσκεται:

(α) Ως παρατηρητής, με συμβουλευτική ιδιότητα κατά τη διάρκεια οποιασδήποτε συνέντευξης του αιτητή σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας εξέτασης αίτησης, [Σ.Σ.: βλ. Υποσημείωση αρ. 37(2) του Ν. 105(Ι)/2016]

(β) με συμβουλευτική ιδιότητα κατά τη διαδικασία λήψης αποφάσεων από την Υπηρεσία Ασύλου. [Σ.Σ.: βλ. Υποσημείωση αρ. 37(2) του Ν. 105(Ι)/2016]

(1Α)(α) Η Ύπατη Αρμοστεία των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες έχει δικαίωμα -

(i) να έχει πρόσβαση στους αιτητές,  συμπεριλαμβανομένων των τελούντων υπό κράτηση, στα σύνορα και στις ζώνες διέλευσης∙

(ii) να έχει πρόσβαση στις πληροφορίες για τις αιτήσεις για την πρόοδο της διαδικασίας και τις αποφάσεις που λαμβάνονται, υπό την προϋπόθεση ότι ο αιτητής συμφωνεί σχετικά∙ και

(iii) να παρουσιάζει τις απόψεις της ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου κατά την άσκηση των εποπτικών της δραστηριοτήτων βάσει του άρθρου 35 της Σύμβασης σχετικά με τις αιτήσεις σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας. [Σ.Σ.: βλ. Υποσημείωση αρ. 37(2) του Ν. 105(Ι)/2016]

(β)  Η παράγραφος (α) εφαρμόζεται κατ’ αναλογία σε οργάνωση που εργάζεται στις ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές εξ’ ονόματος της Υπάτης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες βάσει συμφωνίας με τις αρχές της Δημοκρατίας.

(2) [Καταργήθηκε].

Αρχή της εμπιστευτικότητας

31Β.-(1) Κάθε πρόσωπο το οποίο λαμβάνει οποιαδήποτε πληροφορία κατά την εκπλήρωση των αρμοδιοτήτων του δυνάμει του παρόντος Νόμου ή των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων κανονισμών υποχρεούται να μην την αποκαλύπτει, εκτός -

(α) με την έγγραφη συγκατάθεση του προσώπου από το οποίο λήφθηκε η πληροφορία· ή

(β) για σκοπούς απόδειξης ή τεκμηρίωσης γεγονότων σε υπόθεση που εκκρεμεί ενώπιον δικαστηρίου· ή

(γ) για σκοπούς εφαρμογής του παρόντος Νόμου ή των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων κανονισμών ή του διεθνούς δικαίου ή του κοινοτικού δικαίου· ή

(γ1) για σκοπούς ποινικής έρευνας ή/και ποινικής δίωξης· ή

(δ) για σκοπούς δημοσίου συμφέροντος ή για άλλο υπηρεσιακό σκοπό, ο οποίος εμπίπτει εντός του δημοσίου συμφέροντος.

(2) Διαπράττει ποινικό αδίκημα πρόσωπο το οποίο παραβαίνει ή παραλείπει να συμμορφωθεί με τις διατάξεις του εδαφίου (1) και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τους τρεις μήνες ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις χίλιες λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές.

Δικαιώματα ασκούντος προσφυγή, δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος, αναφορικά με διεθνή προστασία

31Γ.-(1) Σε περίπτωση που πρόσωπο προσφεύγει στο Διοικητικό Δικαστήριο δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος κατά απόφασης που λαμβάνεται από τον Προϊστάμενο ή την Αναθεωρητική Αρχή δυνάμει του παρόντος Νόμου, το Διοικητικό Δικαστήριο παρέχει δωρεάν υπηρεσίες διερμηνέα, όταν το εν λόγω πρόσωπο –

(α)  Χειρίζεται την προσφυγή του αυτοπροσώπως∙ ή

(β)  εμφανίζεται ως μάρτυρας ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου ή άλλως πως καλείται από το Διοικητικό Δικαστήριο.

(2) Σε περίπτωση που πρόσωπο προσφεύγει στο Διοικητικό Δικαστήριο δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος κατά απόφασης που λαμβάνεται από τον Προϊστάμενο ή την Αναθεωρητική Αρχή δυνάμει του παρόντος Νόμου, το εν λόγω πρόσωπο δικαιούται, κατά την εκδίκαση της προσφυγής, να επικοινωνεί με την Υπάτη Αρμοστεία των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες ή κάθε άλλη οργάνωση που παρέχει νομικές ή άλλες συμβουλές σε αιτητές σύμφωνα με το κυπριακό δίκαιο.

(2Α)(α) Ο Προϊστάμενος παρέχει στο Διοικητικό Δικαστήριο πρόσβαση στις πληροφορίες του φακέλου του προσφεύγοντα αιτητή, βάσει των οποίων ο Προϊστάμενος έλαβε απόφαση επί της αίτησης του αιτητή.

(β) Το Διοικητικό Δικαστήριο έχει πρόσβαση στις πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο (α) του εδαφίου (7Α) του άρθρου 18 οι οποίες είναι απαραίτητες για την εκπλήρωση των καθηκόντων του.  Το Διοικητικό Δικαστήριο έχει την εν λόγω πρόσβαση, είτε διατάσσοντας συναφώς τον Προϊστάμενο να του παράσχει τις εν λόγω πληροφορίες είτε μέσω του αιτητή είτε άλλως πως.

(2Β) Σε περίπτωση που πρόσωπο προσφεύγει στο Διοικητικό Δικαστήριο δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος κατά απόφασης που λαμβάνεται από τον Προϊστάμενο δυνάμει του παρόντος Νόμου, το εν λόγω πρόσωπο και, εάν απαιτείται, ο αναφερόμενος στο άρθρο 18δις δικηγόρος ή νομικός σύμβουλός του, έχουν πρόσβαση στις πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο (α) του εδαφίου (7Α) του άρθρου 18 και στις συμβουλές που αναφέρονται στην υποπαράγραφο (ii) της παραγράφου (β) του εν λόγω εδαφίου (7Α), όταν αυτές οι πληροφορίες ή/και συμβουλές έχουν ληφθεί υπόψη από την Υπηρεσία Ασύλου κατά τη λήψη απόφασης επί της αίτησης.

(3) Ανεξάρτητα από την παράγραφο (α) του εδαφίου (1) του άρθρου 8, σε περίπτωση που πρόσωπο προσφεύγει, δυνάμει του Άρθρου 146 του Συνάγματος, στο Διοικητικό Δικαστήριο κατά απόφασης μεταφοράς, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στο Άρθρο 27, παράγραφος 1, του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 604/2013, το εν λόγω πρόσωπο έχει δικαίωμα παραμονής στις ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές, το οποίο δικαίωμα ισχύει από την ημερομηνία καταχώρισης της προσφυγής στο Διοικητικό Δικαστήριο μέχρι και την έκδοση της τελικής απόφασης του Διοικητικού Δικαστηρίου επί της προσφυγής, στα πλαίσια της πρωτοβάθμιας εκδίκασης της εν λόγω προσφυγής.

(4) Το Διοικητικό Δικαστήριο, όταν εκδίδει αποφάσεις ή διατάγματα που αφορούν αιτητή ή δικαιούχο διεθνούς προστασίας υπό αυτή του την ιδιότητα, αναφέρει μόνο τα αρχικά του ονοματεπώνυμού του.

(5) Το Διοικητικό Δικαστήριο οφείλει, σε εύλογο χρόνο, να εκδίδει γραπτώς την απόφασή του και να την κοινοποιεί στον αιτητή ή στον δικηγόρο που τον εκπροσωπεί νόμιμα.

Κανονισμοί

32.-(1)Το Υπουργικό Συμβούλιο δύναται να εκδίδει κανονισμούς για την καλύτερη εφαρμογή του παρόντος Νόμου.

(2) Άνευ επηρεασμού της γενικότητας του εδαφίου (1), το Υπουργικό Συμβούλιο μπορεί να εκδίδει κανονισμούς με τους οποίους-

(α) [Διαγράφηκε]·

(β) [Διαγράφηκε]·

(γ) καθορίζονται κανόνες σε σχέση με την εφαρμογή των άρθρων 11Α και 11Β·

(δ) [Διαγράφηκε]·

(ε) καθορίζεται οτιδήποτε άλλο κρίνεται αναγκαίο για καλύτερη εφαρμογή του Νόμου.

(4) Κανονισμοί που εκδίδονται δυνάμει του παρόντος Νόμου δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας και, εκτός εάν προβλέπουν διαφορετικά, τίθενται σε ισχύ κατά την ημερομηνία της εν λόγω δημοσίευσης.

Μεταβατικές διατάξεις αναφορικά με την κατάργηση, διά του άρθρου 26 του περί Προσφύγων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2016, των περί της Αναθεωρητικής Αρχής διατάξεων του βασικού νόμου

33.-(1) Οι διατάξεις του εδαφίου (10) του άρθρου 18, του εδαφίου (1) του άρθρου 28Ε και του άρθρου 28ΣΤ του βασικού νόμου αναστέλλονται σε ημερομηνία που καθορίζεται με γνωστοποίηση του Υπουργικού Συμβουλίου, η οποία δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας.  Η εν λόγω ημερομηνία προηγείται της ημερομηνίας που καθορίζεται από το Υπουργικό Συμβούλιο σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου (2) του άρθρου 37 του περί Προσφύγων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2016.

(2)(α) Σε περίπτωση που, κατά την ημερομηνία που καθορίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου (2) του άρθρου 37 του περί Προσφύγων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2016, η Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων που εγκαθιδρύθηκε δυνάμει του παρόντος Νόμου δεν έχει αποφασίσει επί διοικητικής προσφυγής που εκκρεμεί ενώπιόν της-

(i) εάν η διοικητική προσφυγή αφορά αρνητική απόφαση του Προϊσταμένου, ο Προϊστάμενος εξετάζει και αποφασίζει επί της διοικητικής προσφυγής ως να του είχε υποβληθεί ως ένσταση κατά της αρχικής αρνητικής του απόφασης·

(ii) εάν η διοικητική προσφυγή αφορά απόφαση του Διευθυντή, ο Διευθυντής εξετάζει και αποφασίζει επί της διοικητικής προσφυγής ως να του είχε υποβληθεί ως ένσταση κατά της αρχικής του απόφασης.

(β) Κατά την εξέταση που προβλέπεται στην παράγραφο (α), οι διατάξεις των εδαφίων (2Α) και (2Β) του άρθρου 28Ε του βασικού νόμου εφαρμόζονται κατ’ αναλογία, ανεξάρτητα από την κατάργησή τους διά του άρθρου 26 του περί Προσφύγων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2016.

(γ) Ο κατά περίπτωση εξετάζων λαμβάνει υπόψη το σχετικό πραγματικό και νομικό καθεστώς που ισχύει κατά την ημερομηνία έκδοσης της απόφασής του επί της διοικητικής προσφυγής.

Αναφορές στην Οδηγία 2005/85/ΕΚ

34. Τυχόν αναφορά νόμου, κανονιστικής διοικητικής πράξης ή στην Οδηγία διοικητικής εγκυκλίου στην πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο 2005/85/ΕΚ του Συμβουλίου της 1ης Δεκεμβρίου 2005 σχετικά με τις ελάχιστες προδιαγραφές για τις διαδικασίες με τις οποίες τα κράτη μέλη χορηγούν και ανακαλούν το καθεστώς του πρόσφυγα», θεωρείται ως κατ’ αναλογία αναφορά στην Οδηγία 2013/32/ΕΕ σύμφωνα με τον πίνακα αντιστοιχίας του Παραρτήματος ΙΙΙ της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑΤΑ
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

 

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

(άρθρο 32)

 

ΠΙΝΑΚΑΣ Ι

(Άρθρα 20Ζ, 20Θ)

Οι πληροφορίες που αναφέρονται στα άρθρα 20Ζ και 20Θ του παρόντος Νόμου περιλαμβάνουν, εν ανάγκη, ένα ή περισσότερα από τα ακόλουθα έγγραφα ή δεδομένα:

(α) δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα (όνομα, ιθαγένεια, ημερομηνία και τόπος γέννησης, οικογενειακή κατάσταση, οικογενειακός δεσμός) του εν λόγω ατόμου,

(β) έγγραφα ταυτότητας και ταξιδιωτικά έγγραφα του εν λόγω ατόμου,

(γ) έγγραφα που αποδεικνύουν την ύπαρξη οικογενειακού δεσμού (πιστοποιητικό γάμου, πιστοποιητικό γέννησης, πιστοποιητικό υιοθεσίας),

(δ) άλλες πληροφορίες που είναι σημαντικές για τον καθορισμό της ταυτότητας του ατόμου ή του οικογενειακού δεσμού,

(ε) άδειες παραμονής, θεωρήσεις ή αποφάσεις απόρριψης της αίτησης άδειας παραμονής του εν λόγω ατόμου, που έχουν εκδοθεί από το κράτος μέλος και έγγραφα στα οποία βασίστηκαν οι αποφάσεις,

(στ) αιτήσεις άδειας παραμονής και θεώρησης που έχει υποβάλει το εν λόγω άτομο στο κράτος μέλος και οι οποίες εκκρεμούν, καθώς και το στάδιο στο οποίο ευρίσκεται η διαδικασία διεκπεραίωσης των αιτήσεων αυτών.

 

ΠΙΝΑΚΑΣ ΙΙ

(Άρθρο 20 ΙΑ)

Υπόδειγμα άδειας διέλευσης για τη μεταγωγή ατόμων που απολαύουν προσωρινής προστασίας

ΑΔΕΙΑ ΔΙΕΥΛΕΥΣΗΣ

Ονομασία του κράτους μέλους που εκδίδει την άδεια διέλευσης:

Αριθμός αναφοράς *:

Εκδίδεται κατ' εφαρμογή του άρθρου 26 της οδηγίας 2001/55/ΕΚ της 20ής Ιουλίου 2001 σχετικά με πς ελάχιστες προδιαγραφές παροχής προσωρινής προστασίας σε περίπτωση μαζικής εισροής εκτοπισθέντων και με μέτρα για τη δίκαιη κατανομή των βαρών μεταξύ κρατών μελών όσον αφορά την υποδοχή και την αντιμετώπιση των συνεπειών της υποδοχής αυτών των ατόμων.

ισχύει αποκλειστικά για τη μεταγωγή από ............................................... προς

..............................................................

Το συγκεκριμένο άτομο οφείλει να παρουσιαστεί............................ .......... πριν από.........................................................

Εκδόθηκε στ:.............................................................................................................................

ΕΠΩΝΥΜΟ:........................................................................

ΟΝΟΜΑ:............................................................................

ΤΟΠΟΣ ΚΑί ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΓΕΝΝΗΣΗΣ:..................................

Σε περίπτωση ανηλίκου, όνομα (ονόματα) του υπεύθυνου ενηλίκου:. ΦΥΛΟ: ................................

IΘΑΓΕΝΕΙΑ: .......................................................................

Ημερομηνία έκδοσης:............................................................

 

ΦΩΤΟΓΡΑΦIΑ

 

 

 

ΣΦΡΑΓΊΔΑ                                                                                           Για πς αρμόδιες αρχές:

Υπογραφή του δικαιούχου: ...............................

...............................................................

 

Ο κάτοχος της παρούσας αδείας διέλευσης προσδιορίστηκε από τις αρχές: ......................................................................

Η ταυτότητα του κατόχου της παρούσας αδείας διέλευσης δεν προσδιορίστηκε:...................................................................

Το παρόν έγγραφο εκδίδεται αποκλειστικά κατ' εφαρμογή του άρθρου 26 της οδηγίας 2001/55/ΕΚ και δεν αποτελεί σε καμία περίπτωση έγγραφο εξομοιούμενο με ταξιδιωτικό έγγραφο που επιτρέπει τη διάβαση εξωτε ρικού συνόρου ή με έγγραφο που επιτρέπει τη διάβαση εξωτερικού συνόρου ή με έγγραφο που αποδεικνύει την ταυτότητα του ατόμου.

 

Πίνακας ΙΙΙ

[άρθρο 9Ζ(1)]



Ιατρικές εξετάσεις στις οποίες υποβάλλονται οι αιτητές διεθνούς προστασίας

(α)  Ηπατίτιδα Β

(β)  Ηπατίτιδα C

(γ)  Σύφιλη

(δ)  HIV

(ε)  Φυματίωση

(στ) οποιαδήποτε άλλη εξέταση, κλινική ή εργαστηριακή, την οποία ο εξετάζων ιατρός θεωρεί  απαραίτητη για λόγους δημόσιας υγείας.

 

 

Πίνακας IV

(άρθρο 8(1)(β))


ΚΑΤΑΡΓΗΘΗΚΕ.

 

Πίνακας V

(άρθρο 8(1)(β))

ΚΑΤΑΡΓΗΘΗΚΕ.

Σημείωση
8 του Ν.6(I)/2002Προσωρινές διατάξεις

8.—(1) Μέχρι την 31.12.2001, αιτήσεις για αναγνώριση προσώπου ως πρόσφυγα υποβάλλονται στην Υπάτη Αρμοστεία των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες και οποιεσδήποτε αποφάσεις της Υπάτης Αρμοστείας λογίζονται ότι είναι αποφάσεις της Αρχής Προσφύγων και της Αναθεωρητικής Αρχής αντίστοιχα.

(2) Το εδάφιο (1) λογίζεται ότι τέθηκε σε ισχύ από την 28η Ιανουαρίου 2000.

Σημείωση
3 του Ν.67(Ι)/2003Σημείωση Συντάκτη

Το εδάφιο (2) του άρθρου 7 του βασικού νόμου τροποποιείται με το άρθρο 3 του Τροποποιητικού Ν.67(I)/2003 με την αντικατάσταση από αυτό των λέξεων “στο Γραφείο του Λειτουργού Μετανάστευσης” με τις λέξεις “στο Τμήμα”. Το εδάφιο (2) έχει προηγουμένως καταργηθεί με το άρθρο 3 του Τροποποιητικού Ν. 53(I)/2003.

Σημείωση
28 του Ν.9(I)/2004Μεταβατικές διατάξεις

28.-(1) Μέχρι την έναρξη λειτουργίας της Υπηρεσίας Ασύλου και μέχρι το διορισμό της Αναθεωρητικής Αρχής από το Υπουργικό Συμβούλιο, τις αρμοδιότητες και εξουσίες των δύο αυτών οργάνων θα εξακολουθούν να ασκούν αντίστοιχα η Αρχή Προσφύγων και η Αναθεωρητική Αρχή όπως αυτές καθορίζονται στο βασικό νόμο.

(2) Η έναρξη λειτουργίας της Υπηρεσίας Ασύλου και ο διορισμός της Αναθεωρητικής Αρχής από το Υπουργικό Συμβούλιο, πραγματοποιείται το συντομότερο δυνατό μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος Νόμου [Σ.Σ.: δηλαδή του Ν.9(I)/2004]

(3) Με την έναρξη λειτουργίας της Υπηρεσίας Ασύλου και της Αναθεωρητικής Αρχής, οποιεσδήποτε αιτήσεις ή διοικητικές προσφυγές εκκρεμούν προς εξέταση ενώπιον της Αρχής Προσφύγων ή της Αναθεωρητικής Αρχής όπως αυτές καθορίζονται στο βασικό νόμο, θεωρούνται ότι εκκρεμούν ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου και της Αναθεωρητικής Αρχής, αντίστοιχα.

Σημείωση
29 του Ν.9(I)/2004Έναρξη της ισχύος του Νόμου 9(I)/2004

(1) Με την επιφύλαξη των διατάξεων του εδαφίου (2), ο παρών Νόμος [Σ.Σ.: δηλαδή ο Ν.9(I)/2004] τίθεται σε ισχύ κατά τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας.

(2) Τo άρθρo 8 και το άρθρο 22 του παρόντος Νόμου [Σ.Σ.: δηλαδή του Ν.9(Ι)/2004] αναφορικά μόνο με τις διατάξεις του που αφορούν το νέο προτεινόμενο άρθρο 27(στ) του Μέρους V του βασικού νόμου τίθενται σε ισχύ με την προσχώρηση της Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Σημείωση
28 του Ν.122(I)/2009Εφαρμογή του Ν.122(I)/2009

Ο παρών Νόμος [Σ.Σ.: δηλαδή ο Ν.122(I)/2009] εφαρμόζεται επί των αιτήσεων που υποβάλλονται μετά την 1η Δεκεμβρίου 2007 και επί της διαδικασίας παύσης ή ανάκλησης καθεστώτος διεθνούς προστασίας, η οποία διαδικασία αρχίζει μετά την 1η Δεκεμβρίου 2007.

Σημείωση
32(γ) του Ν. 58(Ι)/2014Σημείωση Συντάκτη

Το εδάφιο (3) του βασικού νόμου διαγράφηκε με τον τροποποιητικό Νόμο 6(Ι)/2002 και εκ παραδρομής η Βουλή αναφέρει όπως προστεθεί νέο εδάφιο (4) αμέσως μετά το εδάφιο (3).

Σημείωση
22 του Ν. 59(Ι)/2014Κατάργηση Διατάγματος

Το Διάταγμα που εκδόθηκε δυνάμει της παραγράφου (γ) του εδαφίου (5) του άρθρου 19 του βασικού νόμου, καταργείται [Σ.Σ.:δηλαδή το Διάταγμα που δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα, Παράρτημα Τρίτο (Ι): 17.8.2007].

Σημείωση
35 του Ν. 105(Ι)/2016Κατάργηση

35.-(1) Καταργούνται -

(α) Οι περί Προσφύγων (Συνθήκες Υποδοχής Αιτητών) Κανονισμοί του 2005 έως 2013·

(β) η απόφαση που εκδόθηκε δυνάμει της παραγράφου (1) του Κανονισμού 11 των προαναφερόμενων Κανονισμών·

(γ) οι αποφάσεις που εκδόθηκαν δυνάμει της παραγράφου (2) του Κανονισμού 12 των προαναφερόμενων Κανονισμών∙

(δ) η γνωστοποίηση που εκδόθηκε δυνάμει της παραγράφου (3) του Κανονισμού 14 των προαναφερόμενων Κανονισμών.

(2) Τυχόν αναφορά νόμου, κανονιστικής διοικητικής πράξης ή διοικητικής εγκυκλίου -

(α) Στους κανονισμούς ή σε απόφαση, που καταργούνται διά του εδαφίου (1) του παρόντος άρθρου, θεωρείται ως κατ’ αναλογία αναφορά στην παράγραφο (β) του εδαφίου (1) και στο εδάφιο (2) του άρθρου 8, στα άρθρα 9 μέχρι 9ΚΘ και στα εδάφια (1Β), (2), (2Α), (2Β), (2Γ), (2Δ) και (2Ε) του άρθρου 10, του βασικού νόμου, και

(β) στην πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Οδηγία 2003/9/ΕΚ του Συμβουλίου της 27ης Ιανουαρίου 2003 σχετικά με τις ελάχιστες απαιτήσεις για την υποδοχή των αιτητών ασύλου στα κράτη μέλη», θεωρείται ως κατ’ αναλογία αναφορά στην Οδηγία 2013/33/ΕΕ σύμφωνα με τον πίνακα αντιστοιχίας του Παραρτήματος ΙΙΙ της Οδηγίας 2013/33/ΕΕ.

[[Σ.Σ.: Η ισχύς του άρθρου 35 του παρόντος Νόμου [105(Ι)/2016] θεωρείται ότι άρχισε την 20ή Ιουλίου 2015.]]

Σημείωση
36 του Ν. 105(Ι)/2016Εφαρμογή του παρόντος Νόμου [Σ.Σ.: δλδ. του Ν. 105(Ι)/2016]

36.-(1) Οι διατάξεις του παρόντος Νόμου οι οποίες αναφέρονται στο εδάφιο (2) και οι οποίες -

(α) Χορηγούν δικαιώματα σε αιτητή ή δικαιούχο διεθνούς προστασίας ή σε μέλος της οικογένειας προαναφερόμενου προσώπου, ή/και

(β) επιβάλλουν υποχρέωση σε αρχή της Δημοκρατίας,

εφαρμόζονται επί -

(αα) των αιτήσεων που κατατίθενται κατά ή μετά την 20ή Ιουλίου 2015, και

(ββ) των διαδικασιών ανάκλησης που αρχίζουν κατά ή μετά την 20ή Ιουλίου 2015.

(2) Το εδάφιο (1) αφορά τις ακόλουθες διατάξεις:

(α) Τους ορισμούς των όρων «αιτητής που χρήζει ειδικών διαδικαστικών εγγυήσεων», «μεταγενέστερη αίτηση» και «τελική απόφαση» του εδαφίου (1) άρθρου 2 του βασικού νόμου, όπως παρατίθενται ή τροποποιούνται από το άρθρο 2 του παρόντος Νόμου∙

(β) το άρθρο 6Α(2) του βασικού νόμου, όπως παρατίθεται στο άρθρο 7 του παρόντος Νόμου∙

(γ) το άρθρο 8(1)(α) του βασικού νόμου, όπως παρατίθεται στο άρθρο 10 του παρόντος Νόμου∙

(δ) το άρθρο 8(1)(γ) του βασικού νόμου, όπως τροποποιείται από το άρθρο 10 του παρόντος Νόμου∙

(ε) το άρθρο 8(2) του βασικού νόμου, όπως παρατίθεται στο άρθρο 10 του παρόντος Νόμου∙

(στ) το άρθρο 9ΚΔ(1), (2), (3) και (4) του βασικού νόμου, όπως παρατίθεται στο άρθρο 12 του παρόντος Νόμου∙

(ζ) το άρθρο 10(1Β) και (2) του βασικού νόμου, όπως παρατίθεται στο άρθρο 13 του παρόντος Νόμου∙

(η) το άρθρο 12Β(3)(β) και (γ) του βασικού νόμου, όπως παρατίθεται στο άρθρο 15 του παρόντος Νόμου∙

(θ) το άρθρο 12Βτετράκις (1) και (2) του βασικού νόμου, όπως παρατίθεται στο άρθρο 16 του παρόντος Νόμου∙

(ι) το άρθρο 31Α(1Α)(α)(i) του βασικού νόμου, όπως παρατίθεται στο άρθρο 29 του παρόντος Νόμου.

Σημείωση
37 του Ν. 105(Ι)/2016Έναρξη της ισχύος του παρόντος Νόμου

37.-(1) Με την επιφύλαξη των εδαφίων (1) και (2), ο παρών Νόμος τίθεται σε ισχύ κατά την ημερομηνία δημοσίευσής του στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας.

(2) Τα άρθρα 2(η), 3, 4, 5, 6, 7, 10(α) και (β), 14(β), 17(γ) και (δ), 18, 19, 21, 22, 24, 26, 28 και 29(α), (β) και (δ) του παρόντος Νόμου τίθενται σε ισχύ κατά την ημερομηνία που καθορίζεται με γνωστοποίηση του Υπουργικού Συμβουλίου, η οποία δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας.

(3) Η ισχύς του άρθρου 35 του παρόντος Νόμου θεωρείται ότι άρχισε την 20ή Ιουλίου 2015.

Σημείωση
35 του Ν. 106(Ι)/2016Εφαρμογή του παρόντος Νόμου [Σ.Σ.: δηλαδή του Ν. 106(Ι)/2016]

35.  Οι διατάξεις του παρόντος Νόμου οι οποίες –

(α) Χορηγούν δικαιώματα σε αιτητή ή δικαιούχο διεθνούς προστασίας ή σε μέλος της οικογένειας προαναφερόμενου προσώπου, ή/και

(β) επιβάλλουν υποχρέωση σε αρχή της Δημοκρατίας,

εφαρμόζονται επί -

(αα) των αιτήσεων που κατατίθενται κατά ή μετά την 20ή Ιουλίου 2015, και

(ββ)  των διαδικασιών οι οποίες αφορούν την ανάκληση διεθνούς προστασίας και οι οποίες αρχίζουν κατά ή μετά την 20ή Ιουλίου 2015.

Σημείωση
36 του Ν. 106(Ι)/2016Έναρξη της ισχύος του παρόντος Νόμου [Σ.Σ.: δηλαδή του Ν. 106(Ι)/2016]

36.-(1) Με την επιφύλαξη των εδαφίων (2) και (3), ο παρών Νόμος [Σ.Σ.: δηλαδή ο Ν. 106(Ι)/2016]τίθεται σε ισχύ μία ημέρα μετά την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Προσφύγων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2016 [Σ.Σ.: δηλαδή του Ν. 105(Ι)/2016].

(2) Η ισχύς του άρθρου 35 του παρόντος Νόμου [Σ.Σ.: δηλαδή του Ν. 106(Ι)/2016] θεωρείται ότι άρχισε την 20ή Ιουλίου 2015.

(3) Οι παράγραφοι (α) και (γ) του εδαφίου (6) του άρθρου 13 του βασικού νόμου [Σ.Σ.: δηλαδή του Ν. 6(Ι)/2000], όπως παρατίθενται στην παράγραφο (α) του άρθρου 19 του παρόντος Νόμου [Σ.Σ.: δηλαδή του Ν. 106(Ι)/2016] και τα εδάφια (7), (8), (9) και (10) του άρθρου 13 του βασικού νόμου [Σ.Σ.: δηλαδή του Ν. 6(Ι)/2000], όπως παρατίθενται στην παράγραφο (β) του άρθρου 19 του παρόντος Νόμου [Σ.Σ.: δηλαδή του Ν. 106(Ι)/2016], τίθενται σε ισχύ κατά την 20ή Ιουλίου 2018.

Σημείωση
Σημείωση