Προοίμιο

Για σκοπούς εναρμόνισης με την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Οδηγία 2009/138/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 25ης Νοεμβρίου 2009, σχετικά με την ανάληψη και την άσκηση ασφαλιστικών δραστηριοτήτων ασφάλισης και αντασφάλισης (Φερεγγυότητα ΙΙ)˙ και

Για σκοπούς ρύθμισης θεμάτων που αφορούν την ανάληψη, άσκηση και εποπτεία ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών εργασιών που δεν εμπίπτουν στο ρυθμιστικό πεδίο της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 25ης Νοεμβρίου 2009, σχετικά με την ανάληψη και την άσκηση ασφαλιστικών δραστηριοτήτων ασφάλισης και αντασφάλισης (Φερεγγυότητα ΙΙ)˙ και

Για σκοπούς μερικής εναρμόνισης με την Οδηγία 2002/87/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2002, σχετικά με τη συμπληρωματική εποπτεία πιστωτικών ιδρυμάτων, ασφαλιστικών επιχειρήσεων και επιχειρήσεων επενδύσεων χρηματοπιστωτικού ομίλου ετερογενών δραστηριοτήτων˙ και

Για σκοπούς μερικής εναρμόνισης με την Οδηγία 2011/89/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 16ης Νοεμβρίου 2011 για τροποποίηση των οδηγιών 98/78/ΕΚ, 2002/87/ΕΚ, 2006/48/ΕΚ και 2009/138/ΕΚ όσον αφορά τη συμπληρωματική εποπτεία των χρηματοπιστωτικών οντοτήτων που ανήκουν σε χρηματοπιστωτικούς ομίλους ετερογενών δραστηριοτήτων˙ και

Για σκοπούς εναρμόνισης με την Οδηγία 2014/51/EE του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 16ης Απριλίου 2014 σχετικά με την τροποποίηση των οδηγιών 2003/71/ΕΚ και 2009/138/ΕΚ, και των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 1060/2009, (ΕΕ) αριθ. 1094/2010 και (ΕΕ) αριθ. 1095/2010, όσον αφορά τις εξουσίες της Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων) και της Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών)∙ και

Για σκοπούς εναρμόνισης με την Οδηγία 91/674/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 19ης Δεκεμβρίου 1991 για τους ετήσιους και τους ενοποιημένους λογαριασμούς των ασφαλιστικών επιχειρήσεων, όπως αυτή εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται· και

Για σκοπούς εναρμόνισης με την Οδηγία 2013/23/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 13ης Μαΐου 2013 για την προσαρμογή ορισμένων οδηγιών στον τομέα των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών, λόγω της προσχώρησης της Δημοκρατίας της Κροατίας· και

Για σκοπούς εναρμόνισης με την Οδηγία 2002/92/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 9ης Δεκεμβρίου 2002 σχετικά με την ασφαλιστική διαμεσολάβηση∙ και

Για σκοπούς μερικής εναρμόνισης με την Οδηγία 2014/65/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 15ης Μαΐου 2014 για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων και την τροποποίηση της οδηγίας 2002/92/ΕΚ και της οδηγίας 2011/61/ΕΕ (αναδιατύπωση)˙ και

Για σκοπούς μερικής εναρμόνισης με την Οδηγία 2013/58/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 11ης Δεκεμβρίου 2013 για την τροποποίηση της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ (Φερεγγυότητα ΙΙ) όσονα φορά την ημερομηνία μεταφοράς της στο εθνικό δίκαιο και την ημερομηνία εφαρμογής της, καθώς και την ημερομηνία κατάργησης ορισμένων οδηγιών (Φερεγγυότητα Ι).

Για σκοπούς εφαρμογής οποιωνδήποτε κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων ή ρυθμιστικών ή εκτελεστικών τεχνικών προτύπων που εκδίδονται δυνάμει της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ, όπως αυτή εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται,

Η Βουλή των Αντιπροσώπων ψηφίζει ως ακολούθως:

ΜΕΡΟΣ Ι ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΚΑΙ ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Συνοπτικός τίτλος.

1. Ο παρών Νόμος θα αναφέρεται ως ο περί Ασφαλιστικών και Αντασφαλιστικών Εργασιών και Άλλων Συναφών Θεμάτων Νόμος του 2016.

Ερμηνεία.

2. Στον παρόντα Νόμο, εκτός εάν από το κείμενο προκύπτει διαφορετική έννοια-

«αλληλοασφαλιστική επιχείρηση» σημαίνει επιχείρηση που έχει ως αποκλειστικό σκοπό την αλληλοασφάλιση των μελών της·

«αντασφάλιση» σημαίνει μία από τις ακόλουθες δραστηριότητες-

(α) Τη δραστηριότητα που συνίσταται στην αποδοχή κινδύνων που εκχωρούνται από ασφαλιστική επιχείρηση ή ασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας ή από μια άλλη αντασφαλιστική επιχείρηση ή αντασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας·

(β) στην περίπτωση της ένωσης ασφαλιστών (εφεξής «Lloyd’s»), τη δραστηριότητα που συνίσταται στην αποδοχή κινδύνων τους οποίους εκχωρεί οποιοδήποτε μέλος της Lloyd’s, από πλευράς ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης άλλης από τη Lloyd’s·

(γ) την παροχή κάλυψης από αντασφαλιστική επιχείρηση σε Ταμείο Επαγγελματικών Συνταξιοδοτικών Παροχών που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του περί της Ίδρυσης, των Δραστηριοτήτων και της Εποπτείας των Ταμείων Επαγγελματικών Συνταξιοδοτικών Παροχών Νόμου·

«αντασφαλιστική επιχείρηση» σημαίνει επιχείρηση η οποία έχει λάβει άδεια για την άσκηση δραστηριοτήτων αντασφάλισης από την αρμόδια προς τούτο εποπτική αρχή κράτους μέλους και περιλαμβάνει κυπριακή αντασφαλιστική επιχείρηση·

«αντασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας» σημαίνει αντασφαλιστική επιχείρηση η οποία έχει λάβει άδεια λειτουργίας και εποπτεύεται από αρμόδια αρχή τρίτης χώρας και η οποία, εάν είχε την εταιρική της έδρα εντός τη Ένωσης θα χρειαζόταν άδεια από την εποπτική αρχή του κράτους μέλους καταγωγής·

«αντασφαλιστική επιχείρηση κράτους μέλους» σημαίνει επιχείρηση που έχει την εταιρική και την καταστατική της έδρα σε κράτος μέλος άλλο από τη Δημοκρατία και περιβάλλεται μία νομική μορφή από αυτές που καθορίζονται στο Τρίτο Παράρτημα του παρόντος Νόμου·

«αντιπρόσωπος» σημαίνει αντιπρόσωπο ασφαλιστικής επιχείρησης κράτους μέλους κατά την έννοια του άρθρου 158 του παρόντος Νόμου ή αντιπρόσωπο ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης τρίτης χώρας κατά την έννοια του άρθρου 177 του παρόντος Νόμου, αναλόγως της περίπτωσης·

«αποτελέσματα διαφοροποίησης» σημαίνει τη μείωση της έκθεσης στον κίνδυνο ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων και ομίλων, η οποία συνδέεται με τη διαφοροποίηση των δραστηριοτήτων τους και απορρέει από το γεγονός ότι το δυσμενές αποτέλεσμα από κάποιο κίνδυνο μπορεί να αντισταθμιστεί από το ευνοϊκότερο αποτέλεσμα ενός άλλου κινδύνου, όταν οι κίνδυνοι αυτοί δεν είναι πλήρως συσχετισμένοι·

«ασφάλιση Γενικής Φύσεως» ή, κατά ταυτόσημη έννοια, «ασφάλιση ζημιών» σημαίνει την άσκηση ασφαλιστικών εργασιών στους κλάδους που διαλαμβάνονται στο Πρώτο Παράρτημα του παρόντος Νόμου·

«ασφάλιση Ζωής» σημαίνει την άσκηση ασφαλιστικών εργασιών στους κλάδους Ζωής που διαλαμβάνονται στο Δεύτερο Παράρτημα του παρόντος Νόμου·

«ασφαλιστήριο» σημαίνει το έγγραφο που αποδεικνύει τη σύναψη ασφαλιστικής συμβάσεως και εκδίδεται από ασφαλιστική επιχείρηση ή από ασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας∙

«ασφαλιστική επιχείρηση» σημαίνει επιχείρηση πρωτασφάλισης Ζωής ή Γενικής Φύσεως, η οποία έχει λάβει άδεια για την άσκηση δραστηριοτήτων ασφάλισης από την αρμόδια προς τούτο εποπτική αρχή κράτους μέλους και περιλαμβάνει κυπριακή ασφαλιστική επιχείρηση, και όπου στον παρόντα Νόμο γίνεται μνεία του όρου αυτού, εκτός εάν από το κείμενο προκύπτει διαφορετικά, ο όρος αυτός θα διαλαμβάνει και αλληλοασφαλιστική επιχείρηση·

«ασφαλιστική επιχείρηση κράτους μέλους» σημαίνει ασφαλιστική επιχείρηση που έχει την καταστατική και εταιρική της έδρα σε κράτος μέλος άλλο από τη Δημοκρατία, και περιβάλλεται μια νομική μορφή από αυτές που καθορίζονται στο Τρίτο Παράρτημα του παρόντος Νόμου·

«ασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας» σημαίνει επιχείρηση πρωτασφάλισης Ζωής ή Γενικής Φύσεως , η οποία έχει λάβει άδεια λειτουργίας και εποπτεύεται από αρμόδια αρχή τρίτης χώρας και η οποία εάν είχε την έδρα της στην Ένωση θα χρειαζόταν άδεια άσκησης ασφαλιστικών εργασιών από το κράτος μέλος καταγωγής·

«ασφαλιστική σύμβαση» σημαίνει σύμβαση διεπόμενη από τον περί Συμβάσεων Νόμο, που συνάπτεται μεταξύ της ασφαλιστικής επιχείρησης και ενός ή περισσότερων προσώπων, ανεξάρτητα εάν εκδίδεται ασφαλιστήριο συμβόλαιο ή όχι, αναφορικά με την παροχή ασφαλιστικής κάλυψης σ’ ένα ή περισσότερους κλάδους, από αυτούς που διαλαμβάνονται στο Πρώτο και Δεύτερο Παράρτημα του παρόντος Νόμου·

«ασφαλιστικός κίνδυνος» σημαίνει τον κίνδυνο ζημίας ή δυσμενούς μεταβολής στην αξία των ασφαλιστικών υποχρεώσεων λόγω ακατάλληλων παραδοχών κατά την τιμολόγηση και τον σχηματισμό προβλέψεων·

«Βοηθός Έφορος Ασφαλίσεων» ή συνοπτικά, κατά ταυτόσημη έννοια, “Βοηθός Έφορος”, σημαίνει το διοριζόμενο κατά τις διατάξεις του εδαφίου (4) του άρθρου 30 του παρόντος Νόμου δημόσιο λειτουργό που ασκεί καθήκοντα Βοηθού Εφόρου Ασφαλίσεων·

«Γενικός Διευθυντής» σημαίνει τον Γενικό Διευθυντή του Υπουργείου Οικονομικών˙

«γνωστοποίηση του Υπουργού» σημαίνει γνωστοποίηση την οποία εκδίδει ο Υπουργός δυνάμει του άρθρου 432Α και η οποία δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας∙

«δέσμια αντασφαλιστική επιχείρηση» σημαίνει την αντασφαλιστική επιχείρηση, η οποία ανήκει είτε σε χρηματοπιστωτική επιχείρηση εκτός των ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων ή του ομίλου ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων υπό την έννοια του εδαφίου (1) του άρθρου 250 του παρόντος Νόμου, ή σε μη χρηματοπιστωτική επιχείρηση, σκοπός της οποίας είναι η παροχή αντασφαλιστικής κάλυψης αποκλειστικά για τους κινδύνους της επιχείρησης ή των επιχειρήσεων στις οποίες ανήκει ή των επιχειρήσεων του ομίλου, του οποίου είναι μέλος η δέσμια ασφαλιστική επιχείρηση·

«δέσμια ασφαλιστική επιχείρηση" σημαίνει την ασφαλιστική επιχείρηση, η οποία ανήκει είτε σε χρηματοπιστωτική επιχείρηση εκτός των ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων ή του ομίλου ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων υπό την έννοια του εδαφίου (1) του άρθρου 250 του παρόντος Νόμου, ή σε μη χρηματοπιστωτική επιχείρηση, σκοπός της οποίας είναι η παροχή ασφαλιστικής κάλυψης αποκλειστικά για τους κινδύνους της επιχείρησης ή των επιχειρήσεων στις οποίες ανήκει ή των επιχειρήσεων του ομίλου, του οποίου είναι μέλος η δέσμια ασφαλιστική επιχείρηση·

«Δημοκρατία» σημαίνει την Κυπριακή Δημοκρατία·

«δικαιούχος» σημαίνει κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που έχει κάποιο δικαίωμα στο πλαίσιο ασφαλιστικής σύμβασης.

«Δικαστήριο» σημαίνει το κατά νόμο αρμόδιο Δικαστήριο της Δημοκρατίας·

«εγκατάσταση» σημαίνει τα κεντρικά γραφεία ή οποιοδήποτε από τα υποκαταστήματα της επιχείρησης·

«εγκεκριμένες επενδύσεις» έχει την έννοια που αποδίδει στον όρο αυτό το άρθρο 353 του παρόντος Νόμου·

«εθνικό γραφείο ασφαλίσεως» σημαίνει το εθνικό γραφείο ασφαλίσεως κατά την έννοια του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης έναντι Τρίτων) Νόμου του 2000, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται·

«εθνικό γραφείο εγγυήσεως» σημαίνει το Εγγυητικό Ταμείο κατά την έννοια του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης έναντι Τρίτων) Νόμου του 2000, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται·

«ειδική συμμετοχή» σημαίνει την άμεση ή έμμεση κατοχή τουλάχιστον του 10 % του κεφαλαίου ή των δικαιωμάτων ψήφου μιας επιχείρησης ή την άσκηση ουσιώδους επιρροής στη διαχείριση της επιχείρησης αυτής·

«εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα» σημαίνει πρότυπα που καταρτίζονται από την EIOPA, σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 15 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010 και του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010, κατά περίπτωση, και τα οποία εγκρίνονται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή∙

«εκτίμηση κατανομής πιθανότητας» σημαίνει μια μαθηματική συνάρτηση η οποία αποδίδει μια πιθανότητα επέλευσης σε ένα διεξοδικό σύνολο αμοιβαία αποκλειόμενων μελλοντικών γεγονότων·

«έλεγχος» λογίζεται η σχέση που υφίσταται μεταξύ μητρικής και θυγατρικής εταιρείας, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 148 του περί Εταιρειών Νόμου, ή οποιαδήποτε παρεμφερής σχέση μεταξύ οποιουδήποτε φυσικού ή νομικού προσώπου και μιας επιχείρησης·

«Ένωση» σημαίνει την Ευρωπαϊκή Ένωση˙

«Ένωση Ασφαλιστών Λλόϋδς Λονδίνου» ή συνοπτικά, κατά ταυτόσημη έννοια, «Λλόϋδς» σημαίνει την Ένωση Ασφαλιστών που λειτουργεί στο Ηνωμένο Βασίλειο·

«εξωτερική ανάθεση» ή «εξωπορισμός» σημαίνει συμφωνία, οποιασδήποτε μορφής, μεταξύ μιας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης και ενός παρόχου υπηρεσιών, είτε πρόκειται για εποπτευόμενη οντότητα είτε όχι, με την οποία ο εν λόγω πάροχος υπηρεσιών αναλαμβάνει μια διαδικασία, παρέχει μια υπηρεσία ή εκτελεί μια δραστηριότητα, είτε άμεσα είτε με υπεργολαβική ανάθεση, που διαφορετικά θα είχε αναληφθεί από την ίδια την ασφαλιστική ή την αντασφαλιστική επιχείρηση·

«εξωτερικός οργανισμός πιστοληπτικών αξιολογήσεων» ή «ECAI» σημαίνει οργανισμό αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας ο οποίος είναι εγγεγραμμένος ή πιστοποιημένος σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1060/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, ή κεντρική τράπεζα η οποία εκδίδει πιστωτικές διαβαθμίσεις που εξαιρούνται από την εφαρμογή του εν λόγω κανονισμού·

«επιλέξιμος κεντρικός αντισυμβαλλόμενος» σημαίνει τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο που είτε έχει εξουσιοδοτηθεί σύμφωνα με το άρθρο 14 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, είτε έχει αναγνωριστεί σύμφωνα με το άρθρο 25 του εν λόγω Κανονισμού·

«Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών» ή «Ε.Π.Ε.Υ.» σημαίνει επιχείρηση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών κατά την έννοια του περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμου του 2007, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται·

«Επίσημος Παραλήπτης» σημαίνει τον Έφορο Εταιρειών και Επίσημο Παραλήπτη, κατά τα οριζόμενα στον περί Εταιρειών Νόμο·

«εποπτικές αρχές» σημαίνει τις εθνικές αρχές κρατών μελών οι οποίες είναι αρμόδιες, δυνάμει νόμου ή άλλων κανονιστικών ρυθμίσεων, να εποπτεύουν τις ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις στο κάθε κράτος μέλος·

«περί Εταιρειών Νόμος» σημαίνει τον περί Εταιρειών Νόμο, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται∙

«εταιρική έδρα» σημαίνει τα κεντρικά γραφεία της επιχείρησης·

«Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων» ή «EIOPA», σημαίνει την Ευρωπαϊκή Εποπτική Αρχή που συγκροτείται σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1094/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων), την τροποποίηση της απόφασης αριθ. 716/2009/ΕΚ και την κατάργηση της απόφασης 2009/79/ΕΚ της Επιτροπής·

«Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών» ή «ΕΑΤ» σημαίνει την Ευρωπαϊκή Εποπτική Αρχή που συγκροτείται σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου·

«Ευρωπαϊκή Επιτροπή» σημαίνει την Επιτροπή της Ευρωπαϊκής Ένωσης·

«Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Συστημικού Κινδύνου» ή «ΕΣΣΚ» σημαίνει το όργανο που συστάθηκε δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1092/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 24ης Νοεμβρίου 2010, σχετικά με τη μακροπροληπτική επίβλεψη του χρηματοοικονομικού συστήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τη σύσταση Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Συστημικού Κινδύνου·

«Έφορος Ασφαλίσεων» ή συνοπτικά, κατά ταυτόσημη έννοια, “Έφορος” σημαίνει τον κατά τις διατάξεις του άρθρου 30 του παρόντος Νόμου ασκούντα καθήκοντα Εφόρου Ασφαλίσεων δημόσιο λειτουργό·

«Έφορος Εταιρειών» σημαίνει τον Έφορο Εταιρειών και Επίσημο Παραλήπτη, όπως αυτός καθορίζεται στο άρθρο 2 του περί Εταιρειών Νόμου·

«θυγατρική επιχείρηση» σημαίνει τη θυγατρική επιχείρηση κατά την έννοια του άρθρου 148 του περί Εταιρειών Νόμου, περιλαμβανομένων των θυγατρικών της.

«καθορισμένο τέλος» σημαίνει τέλος καθορισμένο με Κανονισμούς που εκδίδονται δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου και κατατίθενται στη Βουλή των Αντιπροσώπων για έγκριση·

«καθορισμένος τύπος» σημαίνει τύπο καθορισμένο με απόφαση του Εφόρου που δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας και ισχύει από της δημοσιεύσεώς του·

«Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1094/2010» σημαίνει τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1094/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων), την τροποποίηση της απόφασης αριθ. 716/2009/ΕΚ και την κατάργηση της απόφασης 2009/79/ΕΚ της Επιτροπής·

«Κανονισμός (ΕΕ) 2015/2365» σημαίνει την πράξη της Ένωσης με τίτλο «Κανονισμός (ΕΕ) 2015/2365 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 25ης Νοεμβρίου 2015 περί της διαφάνειας των συναλλαγών χρηματοδότησης τίτλων και επαναχρησιμοποίησης, και περί τροποποιήσεως του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012», όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται∙

«καταστατική έδρα» σημαίνει το εγγεγραμμένο γραφείο της επιχείρησης·

«κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις» σημαίνει πράξεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής που εκδίδονται δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 301α, της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ, όπως αυτή εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται∙

«κατευθυντήριες γραμμές και συστάσεις» σημαίνει κατευθυντήριες γραμμές και συστάσεις που εκδίδονται από την EIOPA δυνάμει του άρθρου 16 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010 ή από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Συστημικού Κινδύνου (ΕΣΣΚ), ανάλογα με την περίπτωση∙

«κίνδυνος αγοράς» σημαίνει τον κίνδυνο ζημίας ή δυσμενούς μεταβολής στη χρηματοοικονομική κατάσταση, που απορρέει, άμεσα ή έμμεσα, από τις διακυμάνσεις στο επίπεδο και στη μεταβλητότητα των αγοραίων τιμών των περιουσιακών στοιχείων, των υποχρεώσεων και των χρηματοπιστωτικών μέσων·

«κίνδυνος ρευστότητας» σημαίνει τον κίνδυνο αδυναμίας των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων να εκποιήσουν επενδύσεις και άλλα περιουσιακά στοιχεία προκειμένου να προβούν στο διακανονισμό των οικονομικών τους υποχρεώσεων, όταν αυτές καταστούν απαιτητές·

«κίνδυνος συγκέντρωσης» σημαίνει όλες τις εκθέσεις στον κίνδυνο με αρκετά σημαντική πιθανότητα ζημίας, σε βαθμό που να απειλούν τη φερεγγυότητα ή τη χρηματοοικονομική κατάσταση ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων·

«κλάδος εξαγοράς κεφαλαίου» σημαίνει τον κλάδο που αφορά στη σύναψη και εκτέλεση ασφαλιστικών συμβάσεων που βασίζονται σε αναλογιστικούς υπολογισμούς με βάση τους οποίους αναλαμβάνονται υποχρεώσεις για ορισμένο χρονικό διάστημα και για ορισμένο ποσό, έναντι εφάπαξ ή περιοδικών προκαθορισμένων καταβολών·

«κράτος μέλος» σημαίνει κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή άλλο κράτος που είναι συμβαλλόμενο μέρος στη Συμφωνία για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο, η οποία υπογράφηκε στο Οπόρτο την 2α Μαΐου 1992 και προσαρμόστηκε από το Πρωτόκολλο το οποίο υπογράφηκε στις Βρυξέλλες την 17η Μαΐου 1993, ως η Συμφωνία αυτή περαιτέρω εκάστοτε τροποποιείται·

«κράτος μέλος ασφαλιστικής υποχρέωσης» σημαίνει το κράτος μέλος, στο οποίο βρίσκεται μία εκ των ακόλουθων-

(α) η συνήθης διαμονή του αντισυμβαλλομένου·

(β) εάν ο αντισυμβαλλόμενος είναι νομικό πρόσωπο, η εγκατάσταση του εν λόγω αντισυμβαλλομένου στην οποία αναφέρεται η σύμβαση·

«κράτος μέλος καταγωγής» σημαίνει ένα εκ των ακόλουθων:

(α) όσον αφορά την ασφάλιση Γενικής Φύσεως, το κράτος μέλος, στο οποίο βρίσκεται η εταιρική έδρα της ασφαλιστικής επιχείρησης που καλύπτει τον κίνδυνο·

(β) όσον αφορά την ασφάλιση Ζωής, το κράτος μέλος, στο οποίο βρίσκεται η εταιρική έδρα της ασφαλιστικής επιχείρησης που αναλαμβάνει την υποχρέωση·

(γ) όσον αφορά την αντασφάλιση, το κράτος μέλος, στο οποίο βρίσκεται η εταιρική έδρα της αντασφαλιστικής επιχείρησης·

«κράτος μέλος όπου βρίσκεται ο κίνδυνος» σημαίνει:

(α) το κράτος μέλος, όπου βρίσκονται τα περιουσιακά στοιχεία, όταν η ασφάλιση αφορά ακίνητα ή ακίνητα και το περιεχόμενό τους, στο μέτρο που το περιεχόμενο καλύπτεται από το ίδιο ασφαλιστήριο· ή

(β) το κράτος μέλος εγγραφής, όταν η ασφάλιση αφορά κάθε είδους μεταφορικά μέσα· ή

(γ) το κράτος μέλος, όπου ο ασφαλισμένος συνήψε την ασφαλιστική σύμβαση, προκειμένου περί ασφαλιστικής σύμβασης διαρκείας κατώτερης από ή ίσης με τέσσερις μήνες, η οποία αφορά κινδύνους που ανακύπτουν κατά τη διάρκεια ταξιδίου ή διακοπών ανεξαρτήτως κλάδου· ή

(δ) σε όλες τις περιπτώσεις που δεν αναφέρονται ρητά στις παραγράφους (α), (β) ή (γ), το κράτος μέλος στο οποίο βρίσκεται μια εκ των ακόλουθων:

(i) η συνήθης διαμονή του αντισυμβαλλόμενου· ή

(ii) εάν ο αντισυμβαλλόμενος είναι νομικό πρόσωπο, η εγκατάσταση του εν λόγω αντισυμβαλλόμενου στην οποία αναφέρεται το ασφαλιστήριο·

«κράτος μέλος παροχής υπηρεσιών» αναφορικά με τις ασφαλίσεις Ζωής και Γενικής Φύσεως σημαίνει το κράτος μέλος της ασφαλιστικής υποχρέωσης ή το κράτος μέλος στο οποίο βρίσκεται ο κίνδυνος, αν η υποχρέωση ή ο κίνδυνος καλύπτεται από ασφαλιστική επιχείρηση ή υποκατάστημα που ευρίσκεται σε άλλο κράτος μέλος·

«κράτος μέλος υποδοχής» σημαίνει το κράτος μέλος, εκτός του κράτους μέλους καταγωγής, στο οποίο μια ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση έχει υποκατάστημα ή παρέχει υπηρεσίες·

«κυπριακή αντασφαλιστική επιχείρηση» σημαίνει την αντασφαλιστική επιχείρηση, στην οποία έχει παραχωρηθεί άδεια άσκησης αντασφαλιστικών εργασιών από τον Έφορο δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 14 του παρόντος Νόμου·

«κυπριακή ασφαλιστική επιχείρηση» σημαίνει την ασφαλιστική επιχείρηση, στην οποία έχει παραχωρηθεί άδεια άσκησης ασφαλιστικών εργασιών από τον Έφορο δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 14 του παρόντος Νόμου·

«λειτουργία» στο πλαίσιο του συστήματος διακυβέρνησης σημαίνει την εσωτερική ικανότητα ανάληψης πρακτικών καθηκόντων, περιλαμβανομένης της λειτουργίας διαχείρισης κινδύνου, της λειτουργίας συμμόρφωσης, της λειτουργίας εσωτερικού λογιστικού ελέγχου και της αναλογιστικής λειτουργίας·

«λειτουργικός κίνδυνος» σημαίνει τον κίνδυνο ζημιάς, είτε λόγω ανεπαρκειών ή ελλείψεων στις εσωτερικές διαδικασίες, στα λειτουργικά συστήματα ή στο ανθρώπινο δυναμικό, είτε λόγω εξωτερικών παραγόντων∙

«μεγάλοι κίνδυνοι» σημαίνει-

(α) τους κινδύνους που εμπίπτουν στον κλάδο σιδηροδρομικών οχημάτων, στον κλάδο αεροσκαφών, στον κλάδο πλοίων, στον κλάδο μεταφερόμενων εμπορευμάτων, στον κλάδο ευθύνης από αεροσκάφη και στον κλάδο ευθύνης σκαφών· ή

(β) τους κινδύνους που εμπίπτουν στον κλάδο πιστώσεων και στον κλάδο εγγυήσεων, όταν ο ασφαλισμένος ασκεί κατ’ επάγγελμα βιομηχανική ή εμπορική δραστηριότητα ή ελεύθερο επάγγελμα και ο κίνδυνος σχετίζεται με τη δραστηριότητα αυτή· ή

(γ) τους κινδύνους που εμπίπτουν στον κλάδο χερσαίων οχημάτων, στον κλάδο πυρκαγιάς και στοιχείων της φύσεως, στον κλάδο άλλης ζημιάς σε περιουσιακά στοιχεία, στον κλάδο γενικής ευθύνης και στον κλάδο οικονομικής απώλειας γενικής φύσεως, εφ’ όσον ο ασφαλισμένος υπερβαίνει αριθμητικά τα όρια δύο τουλάχιστον από τα πιο κάτω κριτήρια-

(i) σύνολο ισολογισμού: 6,2 εκατομμύρια Ευρώ·

(ii) καθαρό ποσό κύκλου εργασιών κατά την έννοια του περί Ελεγκτών και Υποχρεωτικών Ελέγχων των Ετήσιων και των Ενοποιημένων Λογαριασμών Νόμου του 2009, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται: 12,8 εκατομμύρια Ευρώ·

(iii) μέσο αριθμό απασχολούμενων προσώπων κατά τη διάρκεια του οικονομικού έτους: 250:

Νοείται ότι, σε περίπτωση που ο ασφαλισμένος μετέχει σε σύνολο επιχειρήσεων που καταρτίζουν ενοποιημένους λογαριασμούς σύμφωνα με τον περί Ελεγκτών και Υποχρεωτικών Ελέγχων των Ετήσιων και των Ενοποιημένων Λογαριασμών Νόμο του 2009, όπως αυτός εκάστοτε τροποιείται ή αντικαθίσταται, η συνδρομή των πιο πάνω κριτηρίων, ελέγχεται βάσει των ενοποιημένων αυτών λογαριασμών·

«μέτρηση κινδύνου» σημαίνει μια μαθηματική συνάρτηση η οποία αποδίδει ένα νομισματικό ποσό σε μια δεδομένη εκτίμηση κατανομής πιθανότητας και αυξάνεται μονοτονικά με το επίπεδο έκθεσης στον κίνδυνο, στον οποίο στηρίζεται η εν λόγω εκτίμηση κατανομής πιθανότητας·

«μητρική επιχείρηση» σημαίνει τη μητρική επιχείρηση κατά την έννοια του άρθρου 148 του περί Εταιρειών Νόμου·ֹ

«νόμιμος ελεγκτής» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από τον περί Ελεγκτών και Υποχρεωτικών Ελέγχων των Ετήσιων και των Ενοποιημένων Λογαριασμών Νόμο του 2009, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται, και περιλαμβάνει και νόμιμο ελεγκτικό γραφείο·

«νομισματική αντιστοιχία» σημαίνει ότι οι υποχρεώσεις που απορρέουν από ασφαλιστικές συμβάσεις (underwriting liabilities) αντιπροσωπεύονται από περιουσιακά στοιχεία εκφρασμένα ή ρευστοποιήσιμα στο ίδιο νόμισμα, στο οποίο είναι εκφρασμένες οι υποχρεώσεις αυτές, κατά τα οριζόμενα στο Μέρος ΙΙ του Τέταρτου Παραρτήματος του παρόντος Νόμου·

«Οδηγία» σημαίνει οδηγία του Εφόρου που εκδίδεται δυνάμει του παρόντος Νόμου∙

«Οδηγία 2009/138/ΕΚ» σημαίνει την Οδηγία 2009/138/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 25ης Νοεμβρίου 2009, σχετικά με την ανάληψη και την άσκηση ασφαλιστικών δραστηριοτήτων ασφάλισης και αντασφάλισης (Φερεγγυότητα ΙΙ), όπως αυτή εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται·

«Οδηγία2015/849/ΕΕ» σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο Επίσημη “Οδηγία (ΕΕ) 2015/849 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της Εφημερίδα της 20ής Μαΐου 2015 σχετικά µε την πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες, δραστηριότητες ή για τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, και την κατάργηση της οδηγίας 2005/60/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και της οδηγίας 2006/70/ΕΚ της Επιτροπής”·

«Οδηγίες χρηματοπιστωτικού ομίλου ετερογενών δραστηριοτήτων» σημαίνει τις Oδηγίες που εκδίδονται από τον Έφορο δυνάμει του άρθρου 306 του παρόντος Νόμου, για σκοπούς ρύθμισης της συμπληρωματικής εποπτείας πιστωτικών ιδρυμάτων, ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων και Ε.Π.Ε.Υ. που ανήκουν σε χρηματοπιστωτικό όμιλο ετερογενών δραστηριοτήτων·

«oργανωμένη αγορά» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτόν από τον περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμο του 2007, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται˙

«πιστωτικό ίδρυμα» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από τον περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμο του 1997, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται, και συνεργατικό πιστωτικό ίδρυμα κατά τα οριζόμενα στον περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο του 1985, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται, και περιλαμβάνει πιστωτικό ίδρυμα που λειτουργεί δυνάμει αντίστοιχου νόμου κράτους μέλους˙

«πιστωτικός κίνδυνος» λογίζεται ο κίνδυνος ζημίας ή δυσμενούς μεταβολής στη χρηματοοικονομική κατάσταση, λόγω διακυμάνσεων στην πιστοληπτική κατάσταση των εκδοτών τίτλων, των αντισυμβαλλομένων και οποιωνδήποτε άλλων χρεωστών, στον οποίο οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις είναι εκτεθειμένες, με τη μορφή κινδύνου αθέτησης αντισυμβαλλομένου, κινδύνου πιστωτικών περιθωρίων, ή συγκεντρώσεων κινδύνου αγοράς·

«πράξη της Ένωσης» σημαίνει Οδηγία, Κανονισμό ή Απόφαση της Ένωσης, όπως αυτή εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται∙

«ρυθμιζόμενη αγορά» σημαίνει μια από τις πιο κάτω αγορές:

(α) στην περίπτωση αγοράς που βρίσκεται σε κράτος μέλος, μια ρυθμιζόμενη αγορά, όπως ορίζεται στον περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμου του 2007, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται·

(β) στην περίπτωση αγοράς που ευρίσκεται σε τρίτη χώρα, η χρηματοπιστωτική αγορά, η οποία πληροί τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

(i) είναι αναγνωρισμένη από το κράτος μέλος καταγωγής της ασφαλιστικής επιχείρησης και πληροί προϋποθέσεις ανάλογες με εκείνες που ορίζονται στον περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμου του 2007, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται· και

(ii) οι διαπραγματεύσιμοι χρηματοπιστωτικοί τίτλοι είναι ανάλογης ποιότητας προς τους διαπραγματεύσιμους τίτλους στην ή στις ρυθμιζόμενες αγορές του κράτους μέλους καταγωγής·

«ρυθμιζόμενη οντότητα» σημαίνει πιστωτικό ίδρυμα, ασφαλιστική επιχείρηση, αντασφαλιστική επιχείρηση, επιχείρηση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, εταιρεία διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων ή διαχειριστή οργανισμών εναλλακτικών επενδύσεων·

«ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα» σημαίνει πρότυπα που καταρτίζονται από την EIOPA σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010 και του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010, κατά περίπτωση, και τα οποία εγκρίνονται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή∙

«στενοί δεσμοί» σημαίνει την κατάσταση κατά την οποία δύο ή περισσότερα φυσικά ή νομικά πρόσωπα συνδέονται μέσω ελέγχου ή συμμετοχής ή μια κατάσταση κατά την οποία δύο ή περισσότερα φυσικά ή νομικά πρόσωπα συνδέονται σταθερά με το αυτό πρόσωπο διά δεσμού ελέγχου·

«Συμβουλευτική Επιτροπή» σημαίνει την προβλεπόμενη στο άρθρο 412 του παρόντος Νόμου Συμβουλευτική Επιτροπή Ασφαλίσεων·

«συμμετοχή» σημαίνει την άμεση ή μέσω δεσμού ελέγχου κατοχή του 20% τουλάχιστον των δικαιωμάτων ψήφου ή του κεφαλαίου μιας επιχείρησης·

«συναλλαγή στο πλαίσιο ομίλου» σημαίνει οποιαδήποτε συναλλαγή διά της οποίας μια ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση εξαρτάται άμεσα ή έμμεσα από άλλες επιχειρήσεις του ιδίου ομίλου ή από οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που συνδέεται με τις επιχειρήσεις εντός του ομίλου αυτού με στενούς δεσμούς, για την εκπλήρωση μιας υποχρέωσης, συμβατικής ή μη, και έναντι πληρωμής ή μη·

«συνδεδεμένη επιχείρηση» σημαίνει τη θυγατρική ή άλλη επιχείρηση, στην οποία υπάρχει συμμετοχή ή επιχείρηση που, χωρίς να συνδέεται με άλλη επιχείρηση κατά την έννοια του άρθρου 148 του περί Εταιρειών Νόμου, έχει τεθεί με την επιχείρηση αυτή υπό ενιαία διεύθυνση κατόπιν συμβάσεως ή σύμφωνα με όρους των καταστατικών τους ή τα διοικητικά τους όργανα να αποτελούνται κατά πλειοψηφία κατά τη διάρκεια της χρήσης και μέχρι την κατάρτιση των ενοποιημένων λογαριασμών από τα ίδια πρόσωπαֹ

«τεχνικές μείωσης του κινδύνου» σημαίνει όλες τις τεχνικές οι οποίες παρέχουν τη δυνατότητα σε ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις να μεταβιβάζουν τμήμα ή όλους τους κινδύνους τους σε άλλο μέρος·

«τρίτη χώρα» σημαίνει κράτος άλλο από τη Δημοκρατία ή από κράτος μέλος·

«Υπηρεσία» σημαίνει την Υπηρεσία Ελέγχου Ασφαλιστικών Εταιρειών του Υπουργείου Οικονομικών·

«υποκατάστημα» σημαίνει κάθε πρακτορείο ή υποκατάστημα ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, το οποίο βρίσκεται στο έδαφος άλλου κράτους μέλους εκτός του κράτους μέλους καταγωγής.

«Υπουργός» σημαίνει τον Υπουργό Οικονομικών της Δημοκρατίας.

«φορέας ειδικού σκοπού» σημαίνει οποιαδήποτε επιχείρηση, η οποία δεν είναι ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, αναλαμβάνει κινδύνους από ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις και χρηματοδοτεί πλήρως την έκθεσή της στους ως άνω κινδύνους με τις εισπράξεις από έκδοση χρέους ή με κάθε άλλο χρηματοδοτικό μηχανισμό, όπου τα δικαιώματα επιστροφής των παροχών αυτού του χρέους ή του χρηματοδοτικού μηχανισμού υπόκεινται στις υποχρεώσεις αντασφάλισης αυτής της επιχείρησης·

«χρηματοοικονομική επιχείρηση» σημαίνει έναν από τους πιο κάτω οργανισμούς :

(α) πιστωτικό ίδρυμα, χρηματοπιστωτικό ίδρυμα ή επιχείρηση επικουρικής τραπεζικής υπηρεσίας κατά την έννοια του περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου του 1997 και του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου του 1985, όπως οι Νόμοι αυτοί εκάστοτε τροποποιούνται ή αντικαθίστανται∙

(β) ασφαλιστική επιχείρηση, αντασφαλιστική επιχείρηση ή ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου κατά την έννοια του παρόντος Νόμου∙

(γ) εταιρεία επενδύσεων ή χρηματοπιστωτικό ίδρυμα κατά την έννοια του περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζομένων Αγορών Νόμου του 2007, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται∙

(δ) ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου μεικτής δραστηριότητας κατά την έννοια του παρόντος Νόμου∙

«χρηματοοικονομικός όμιλος ετερογενών δραστηριοτήτων» σημαίνει όμιλο ή υπο-όμιλο, εφόσον επικεφαλής του ομίλου ή του υπο-ομίλου είναι ρυθμιζόμενη οντότητα κατά την έννοια του παρόντος Νόμου, ή εφόσον τουλάχιστον μια από τις θυγατρικές του ομίλου ή του υπο-ομίλου αποτελεί ρυθμιζόμενη οντότητα και πληροί τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

(α)εφόσον επικεφαλής του ομίλου ή υπο-ομίλου είναι ρυθμιζόμενη οντότητα:

(i) πρόκειται για μητρική επιχείρηση οντότητας του χρηματοπιστωτικού τομέα, για επιχείρηση που κατέχει συμμετοχή σε επιχείρηση του χρηματοπιστωτικού τομέα ή για επιχείρηση συνδεόμενη με επιχείρηση του χρηματοπιστωτικού τομέα με σχέση κατά την έννοια του άρθρου 12, παράγραφος 1, της Έβδομης Οδηγίας 83/349/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 13ης Ιουνίου 1983 βασιζόμενη στο άρθρο 54 παράγραφος 3 περίπτωση ζ) της συνθήκης για τους ενοποιημένους λογαριασμούς, όπως αυτή εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται·

(ii) μία τουλάχιστον από τις οντότητες του ομίλου ή του υπο-ομίλου υπάγεται στον ασφαλιστικό τομέα και μία τουλάχιστον στον τραπεζικό τομέα ή στον τομέα των επενδυτικών υπηρεσιών˙ και

(iii) οι ενοποιημένες ή αθροιστικές δραστηριότητες των οντοτήτων του ομίλου στον ασφαλιστικό τομέα και των οντοτήτων του ομίλου ή του υπο-ομίλου στον τραπεζικό τομέα και στον τομέα των επενδυτικών υπηρεσιών είναι αμφότερες ουσιώδεις κατά την έννοια οδηγίας χρηματοπιστωτικού ομίλου ετερογενών δραστηριοτήτων του Εφόρου, σχετικά με τη συμπληρωματική εποπτεία πιστωτικών ιδρυμάτων, ασφαλιστικών επιχειρήσεων και επιχειρήσεων επενδύσεων χρηματοπιστωτικού ομίλου ετερογενών δραστηριοτήτων όπως αυτή εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται· ή

(β) εφόσον δεν είναι επικεφαλής του ομίλου ή του υπο-ομίλου ρυθμιζόμενη οντότητα:

(i) οι δραστηριότητες του ομίλου ή του υπο-ομίλου ασκούνται κυρίως στο χρηματοπιστωτικό τομέα κατά την έννοια οδηγίας χρηματοπιστωτικού ομίλου ετερογενών δραστηριοτήτων του Εφόρου σχετικά με τη συμπληρωματική εποπτεία πιστωτικών ιδρυμάτων, ασφαλιστικών επιχειρήσεων και επιχειρήσεων επενδύσεων χρηματοπιστωτικού ομίλου ετερογενών δραστηριοτήτων, όπως αυτή εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται·

(ii) μία τουλάχιστον από τις οντότητες του ομίλου ή του υπο-ομίλου υπάγεται στον ασφαλιστικό τομέα και μία τουλάχιστον στον τραπεζικό τομέα ή στον τομέα των επενδυτικών υπηρεσιών˙ και

(iii) οι ενοποιημένες ή αθροιστικές δραστηριότητες των οντοτήτων του ομίλου ή του υπο-ομίλου στον ασφαλιστικό τομέα και των οντοτήτων του ομίλου στον τραπεζικό τομέα και στον τομέα των επενδυτικών υπηρεσιών είναι αμφότερες ουσιώδεις κατά την έννοια οδηγίας χρηματοπιστωτικού ομίλου ετερογενών δραστηριοτήτων του Εφόρου, σχετικά με τη συμπληρωματική εποπτεία πιστωτικών ιδρυμάτων, ασφαλιστικών επιχειρήσεων και επιχειρήσεων επενδύσεων χρηματοπιστωτικού ομίλου ετερογενών δραστηριοτήτων, όπως αυτή εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται.

Σκοπός

3. Σκοπός του παρόντος Νόμου είναι η θέσπιση κανόνων αναφορικά με-

(α) Την ανάληψη και την άσκηση στη Δημοκρατία των ιδιωτικών δραστηριοτήτων ασφαλίσεως και αντασφαλίσεως∙

(β) την εποπτεία ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων και ομίλων∙

(γ) την εξυγίανση και την εκκαθάριση των επιχειρήσεων πρωτασφάλισης∙

(δ) την ανάληψη και την άσκηση στη Δημοκρατία εργασιών διανομής ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών προϊόντων καθώς και την εποπτεία φυσικών ή νομικών προσώπων που ασκούν εργασίες διανομής ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών προϊόντων.

ΜΕΡΟΣ ΙΙ ΓΕΝΙΚΟΙ ΚΑΝΟΝΕΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΝΑΛΗΨΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΣΚΗΣΗ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΩΝ ΠΡΩΤΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΚΑΙ ΑΝΤΑΣΦΑΛΙΣΗΣ
ΠΡΩΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΚΑΙ ΕΞΑΙΡΕΣΕΙΣ
ΤΜΗΜΑ 1 - ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ
4. (1) Υπό την επιφύλαξη των διατάξεων του παρόντος άρθρου και των άρθρων 5 έως και 13, ο παρών Νόμος εφαρμόζεται αναφορικά με-

4.-(1) Υπό την επιφύλαξη των διατάξεων του παρόντος άρθρου και των άρθρων 5 έως και 13, ο παρών Νόμος εφαρμόζεται αναφορικά με-

(α) την άσκηση ασφαλιστικών εργασιών από επιχειρήσεις πρωτασφάλισης Ζωής και Γενικής Φύσεως, που είναι εγκατεστημένες στο έδαφος της Δημοκρατίας ή που επιθυμούν να εγκατασταθούν σε αυτό·

(β) την άσκηση αφαλιστικών ή αντασφαλιστικών εργασιών από επιχειρήσεις που βρίσκονται εγκατεστημένες σε κράτος μέλος άλλο από τη Δημοκρατία και ασκούν ασφαλιστικές εργασίες στη Δημοκρατία υπό καθεστώς ελεύθερης εγκατάστασης ή ελεύθερης παροχής υπηρεσιών·

(γ) την άσκηση ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών εργασιών από ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις τρίτων χωρών οι οποίες εγγράφονται στη Δημοκρατία, δυνάμει του περί Εταιρειών Νόμου, ως αλλοδαπές εταιρείες και λειτουργούν ως υποκαταστήματα ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων τρίτων χωρών και ασκούν ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές εργασίες εντός ή/και εκτός της Δημοκρατίας˙

(δ) την άσκηση αντασφαλιστικών εργασιών, είτε εντός είτε εκτός της Δημοκρατίας, από αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που ασκούν μόνο αντασφαλιστικές δραστηριότητες και που είναι εγκατεστημένες στη Δημοκρατία ή που επιθυμούν να εγκατασταθούν σε αυτή, με την εξαίρεση των διατάξεων του Μέρους V του παρόντος Νόμου.

(2) Όπου στον παρόντα Νόμο γίνεται αναφορά σε ασφαλιστική επιχείρηση ή αντασφαλιστική επιχείρηση νοείται ως αναφορά σε κυπριακή ασφαλιστική επιχείρηση ή κυπριακή αντασφαλιστική επιχείρηση ή σε ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας, ανάλογα με την περίπτωση, εκτός εάν ο Νόμος κάνει διαφορετική αναφορά.

(3) Όσον αφορά ειδικότερα την ασφάλιση Γενικής Φύσεως, ο παρών Νόμος εφαρμόζεται σε δραστηριότητες ασφάλισης Γενικής Φύσεως των κατηγοριών που καθορίζονται στο Μέρος Α του Πρώτου Παραρτήματος του παρόντος Νόμου.

(4) Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, η ασφάλιση Γενικής Φύσεως περιλαμβάνει τη δραστηριότητα που συνίσταται στην παροχή βοήθειας στα πρόσωπα τα οποία περιέρχονται σε δυσχερή θέση κατά τη διάρκεια μετακινήσεων ή απουσίας από την κατοικία ή από τη συνήθη διαμονή τους και στην ανάληψη, έναντι προηγούμενης καταβολής ασφαλίστρου, της υποχρέωσης άμεσης παροχής βοήθειας στο δικαιούχο σύμβασης βοήθειας, όταν αυτός περιέρχεται σε δυσχερή θέση λόγω τυχαίου γεγονότος, στις περιπτώσεις και με τους όρους που προβλέπει η σύμβαση· η βοήθεια δυνατόν να συνίσταται σε παροχές σε χρήμα ή σε είδος, η δεύτερη εκ των οποίων δυνατό να συνίσταται και στη χρησιμοποίηση του προσωπικού και του εξοπλισμού που ανήκουν σε αυτόν που παρέχει τη βοήθεια αλλά δεν καλύπτει τις υπηρεσίες συντήρησης ή διατήρησης, την εξυπηρέτηση μετά την πώληση, ούτε την απλή ένδειξη ή παροχή βοήθειας ως μεσολάβηση.

(5) Όσον αφορά ειδικότερα την ασφάλιση ζωής, ο παρών Νόμος εφαρμόζεται-

(α) Στις ακόλουθες δραστηριότητες ασφάλισης ζωής, εφόσον απορρέουν από μια σύμβαση:

(i) του κλάδου ζωής, που περιλαμβάνει την ασφάλιση επιβιώσεως, την ασφάλιση θανάτου, τη μεικτή ασφάλιση, την ασφάλιση Ζωής με επιστροφή ασφαλίστρων, την ασφάλιση γάμου, την ασφάλιση γεννήσεως·

(ii) της ασφάλισης προσόδου∙

(iii) των πρόσθετων ασφαλίσεων που συνάπτονται συμπληρωματικώς προς ασφαλίσεις ζωής, ιδίως των ασφαλίσεων σωματικών βλαβών, περιλαμβανομένης και της ανικανότητας για επαγγελματική εργασία, των ασφαλίσεων θανάτου συνεπεία ατυχήματος, των ασφαλίσεων αναπηρίας συνεπεία ατυχήματος ή ασθενείας.

(iv) των τύπων της διαρκούς ασφάλισης ασθενείας (“permanent health insurance”), μη ακυρώσιμης, που ασκούνται σήμερα στην Ιρλανδία και το Ηνωμένο Βασίλειο·

(β) στις ακόλουθες εργασίες, εφόσον απορρέουν από μια σύμβαση και υπόκεινται στον έλεγχο του Εφόρου:

(i) τις εργασίες οι οποίες συνεπάγονται τη δημιουργία ενώσεων, στις οποίες συμμετέχουν τα μέλη με σκοπό την από κοινού κεφαλαιοποίηση των εισφορών τους και τη διανομή του δημιουργούμενου κεφαλαίου, είτε μεταξύ των επιζώντων είτε μεταξύ των ελκόντων δικαίωμα από τους αποθανόντες (τοντίνες)∙

(ii) τις εργασίες κεφαλαιοποιήσεως που βασίζονται στην τεχνική των αναλογιστικών υπολογισμών και περικλείουν, έναντι εφάπαξ ή περιοδικών εισφορών καθορισμένων εκ των προτέρων, την ανάληψη υποχρεώσεων για ορισμένο χρονικό διάστημα και για ορισμένο ποσό∙

(iii) τις εργασίες διαχειρίσεως συλλογικών κεφαλαίων συνταξιοδοτήσεως, που περιλαμβάνουν τη διαχείριση των τοποθετημένων κεφαλαίων, και ιδίως των στοιχείων του ενεργητικού που αντιπροσωπεύουν τα αποθεματικά οργανισμών, οι οποίοι καταβάλλουν παροχές σε περίπτωση θανάτου, σε περίπτωση επιβιώσεως ή σε περίπτωση διακοπής ή μειώσεως δραστηριοτήτων∙

(iv) τις εργασίες που προβλέπονται στην υποπαράγραφο (iii), όταν αυτές συνοδεύονται από εγγύηση ασφαλίσεως που καλύπτει είτε τη διατήρηση του κεφαλαίου είτε την εξυπηρέτησή του με έναν ελάχιστο τόκο∙

(v) τις εργασίες που διενεργούνται από επιχειρήσεις ασφάλισης Ζωής, όπως αυτές που προβλέπονται στο κεφάλαιο 1, τίτλος 4 του βιβλίου IV του γαλλικού ασφαλιστικού κώδικα∙

(γ) στις εργασίες που εξαρτώνται από τη διάρκεια της ανθρώπινης ζωής και καθορίζονται ή προβλέπονται στον περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νόμο του 2010 όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται, εφόσον ο εν λόγω Νόμος προβλέπει ότι αυτές μπορούν να ασκούνται ή διευθύνονται από επιχειρήσεις ασφάλισης Ζωής με δικό τους κίνδυνο.

ΤΜΗΜΑ 2 - ΕΞΑΙΡΕΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΟ ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ
Ενότητα 1 Γενικές διατάξεις
Εξαιρέσεις για συστήματα υποχρεωτικής κοινωνικής ασφάλισης

5. Υπό την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου (γ) του εδαφίου (5) του άρθρου 4, ο παρών Νόμος δεν εφαρμόζεται στις ασφαλίσεις που περιλαμβάνονται σε συστήματα υποχρεωτικής κοινωνικής ασφάλισης.

Εξαιρέσεις και ειδικές διατάξεις λόγω μεγέθους των επιχειρήσεων

6. (1) Υπό την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 5 και των διατάξεων των άρθρων 7 μέχρι 11 του παρόντος Νόμου και τηρουμένων των διατάξεων του Μέρους VII, εξαιρούνται από την υποχρέωση κατοχής άδειας ασκήσεως ασφαλιστικών εργασιών δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 14 του παρόντος Νόμου ασφαλιστικές επιχειρήσεις που πληρούν σωρευτικά τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

(α) Τα ακαθάριστα ετήσια έσοδα από ασφάλιστρα της επιχείρησης δεν υπερβαίνουν τα πέντε εκατομμύρια ευρώ·

(β) οι συνολικές τεχνικές προβλέψεις της επιχείρησης, συμπεριλαμβανομένων των ανακτήσιμων ποσών από αντασφαλιστικές συμβάσεις και φορείς ειδικού σκοπού, όπως αναφέρεται στο άρθρο 78 του παρόντος Νόμου, δεν υπερβαίνουν τα είκοσι πέντε εκατομμύρια Ευρώ·

(γ) αν οι επιχειρήσεις ανήκουν σε όμιλο, οι συνολικές τεχνικές προβλέψεις του ομίλου, συμπεριλαμβανομένων των ανακτήσιμων ποσών από αντασφαλιστικές συμβάσεις και φορείς ειδικού σκοπού, όπως αυτές αναφέρονται στο άρθρο 78 του παρόντος Νόμου, δεν υπερβαίνουν τα είκοσι πέντε εκατομμύρια Ευρώ∙

(δ) οι δραστηριότητες της επιχείρησης δεν περιλαμβάνουν ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές δραστηριότητες που να καλύπτουν κινδύνους ασφάλισης ευθύνης, πιστώσεων και εγγυήσεων, εκτός εάν συνιστούν συμπληρωματικούς κινδύνους κατά την έννοια του εδαφίου (1) του άρθρου 16 του παρόντος Νόμου∙ και

(ε) στην επιχειρηματική δραστηριότητα της επιχείρησης δεν περιλαμβάνονται οι αντασφαλιστικές εργασίες για ποσά πάνω από πεντακόσιες χιλιάδες Ευρώ των ακαθάριστων ετήσιων εσόδων από ασφάλιστρα ή δυόμισυ εκατομμύρια Ευρώ των τεχνικών τους προβλέψεων, συμπεριλαμβανομένων των ανακτήσιμων ποσών από αντασφαλιστικές συμβάσεις και φορείς ειδικού σκοπού, ή πάνω από 10 % των ακαθάριστων εσόδων τους από ασφάλιστρα ή πάνω από το 10% των τεχνικών προβλέψεών τους, συμπεριλαμβανομένων των ανακτήσιμων ποσών από αντασφαλιστικές συμβάσεις και φορείς ειδικού σκοπού.

(2) Σε περίπτωση που οποιοδήποτε από τα ποσά που καθορίζονται στο εδάφιο (1) υπερκαλυφθεί επί τρία συνεχή έτη, οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις του εδαφίου (1) υπόκεινται στην υποχρέωση εξασφάλισης άδειας δυνάμει του άρθρου 14 του παρόντος Νόμου από το τέταρτο έτος.

(3) Κατά παρέκκλιση από τις διατάξεις του εδαφίου (1), η υποχρέωση εξασφάλισης άδειας δυνάμει του άρθρου 14 του παρόντος Νόμου ισχύει σε σχέση με όλες τις ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που αιτούνται τη χορήγηση άδειας ασκήσεως ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών εργασιών, των οποίων τα ετήσια ακαθάριστα έσοδα από ασφάλιστρα ή οι ακαθάριστες τεχνικές προβλέψεις, συμπεριλαμβανομένων των ανακτήσιμων ποσών από αντασφαλιστικές συμβάσεις και φορείς ειδικού σκοπού, αναμένεται να υπερβούν τα ποσά που ορίζονται στο εδάφιο (1) εντός των επόμενων πέντε ετών από την ημερομηνία υποβολής της σχετικής αίτησης.

(4) Η υποχρέωση εξασφάλισης άδειας δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 14 παύει να έχει εφαρμογή στις ασφαλιστικές επιχειρήσεις για τις οποίες ο Έφορος έχει επαληθεύσει ότι πληρούνται όλες οι πιο κάτω προϋποθέσεις, και σε τέτοια περίπτωση οι εν λόγω επιχειρήσεις υποχρεούνται να εξασφαλίσουν άδεια δυνάμει των διατάξεων του Μέρους VII του παρόντος Νόμου:

(α) οποιοδήποτε από τα ποσά που ορίζονται στο εδάφιο (1) δεν υπερκαλύπτονται επί τα τρία τουλάχιστον τελευταία συνεχή έτη∙ και

(β) οποιοδήποτε από τα ποσά που ορίζονται στο εδάφιο (1) δεν αναμένεται να υπερκαλυφθεί εντός των επόμενων πέντε ετών:

Νοείται ότι, ενόσω η ενδιαφερόμενη ασφαλιστική επιχείρηση ασκεί δραστηριότητες σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 158 έως 162 του παρόντος Νόμου, το εδάφιο (1) του παρόντος άρθρου δεν εφαρμόζεται.

(5) Τα εδάφια (1) μέχρι (4) δεν εμποδίζουν μια επιχείρηση να υποβάλει αίτηση για την παραχώρηση άδειας δυνάμει του άρθρου 14 ή να συνεχίσει να έχει άδεια σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 425 του παρόντος Νόμου, νοουμένου ότι πληροί όλες τις προϋποθέσεις δυνάμει του παρόντος Νόμου, για παραχώρηση άδειας σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 14. Σε αντίθετη περίπτωση με την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου, η ενδιαφερόμενη επιχείρηση θα πρέπει να υποβάλει αίτηση για την παραχώρηση άδειας ασκήσεως ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών εργασιών. σύμφωνα με τις διατάξεις του Μέρους VII του παρόντος Νόμου και υπόκειται κατά πάντα στις διατάξεις του εν λόγω Μέρους.

Ενότητα 2 Ασφάλιση Γενικής Φύσεως
Εξαιρέσεις από το πεδίο εφαρμογής αναφορικά με δραστηριότητες ασφάλισης Γενικής Φύσεως

7. Όσον αφορά την ασφάλιση Γενικής Φύσεως, ο παρών Νόμος δεν εφαρμόζεται στις ακόλουθες δραστηριότητες:

(α) τις εργασίες του κλάδου εξαγοράς κεφαλαίου κατά την έννοια του παρόντος Νόμου.

(β) τις εργασίες των ιδρυμάτων πρόνοιας και αλληλοβοήθειας, οι παροχές των οποίων ποικίλουν ανάλογα με τους διαθέσιμους πόρους και στους οποίους η εισφορά των μελών καθορίζεται με βάση σταθερό ποσοστό∙

(γ) τις εργασίες που πραγματοποιούνται από οργανισμό ο οποίος δεν έχει νομική προσωπικότητα και που έχουν ως αντικείμενο την αλληλασφάλιση των μελών του, άνευ πληρωμής ασφαλίστρων και άνευ δημιουργίας τεχνικών αποθεμάτων∙ ή

(δ) τις εργασίες ασφαλίσεως εξαγωγικών πιστώσεων για λογαριασμό ή με την εγγύηση της Δημοκρατίας ή όταν η Δημοκρατία είναι ο ασφαλιστής.

Εξαιρέσεις από το πεδίο εφαρμογής αναφορικά με τη δραστηριότητα της βοήθειας

8. (1) Ο παρών Νόμος δεν εφαρμόζεται για τη δραστηριότητα βοήθειας, η οποία πληροί σωρευτικά τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

(α) η βοήθεια παρέχεται σε περίπτωση ατυχήματος ή βλάβης οδικού οχήματος, όταν το ατύχημα ή η βλάβη συμβαίνει στο έδαφος της Δημοκρατίας∙

(β) η υποχρέωση για βοήθεια περιορίζεται στις εξής εργασίες:

(i) την επιτόπου επισκευή, για την οποία ο παρέχων την κάλυψη χρησιμοποιεί, στις περισσότερες περιπτώσεις, δικό του προσωπικό και υλικό∙

(ii) τη μεταφορά του οχήματος μέχρι τον πλησιέστερο ή καταλληλότερο τόπο διενέργειας της επισκευής, ενδεχομένως δε και τη μεταφορά, κατά κανόνα με το ίδιο μέσο βοήθειας, του οδηγού και των επιβατών, μέχρι τον πλησιέστερο τόπο απ’ όπου θα μπορέσουν να συνεχίσουν το ταξίδι τους με άλλα μέσα∙ και

(iii) εφόσον προβλέπεται από το κράτος μέλος καταγωγής του παρέχοντος την κάλυψη, μεταφορά του οχήματος, ενδεχομένως μαζί με τον οδηγό και τους επιβάτες, μέχρι την κατοικία τους, το σημείο εκκίνησης ή τον αρχικό τους προορισμό, στο εσωτερικό του ίδιου κράτους μέλους∙ και

(γ) η βοήθεια δεν παρέχεται από επιχείρηση που υπάγεται στον παρόντα Νόμο.

(2) Όσον αφορά τις περιπτώσεις των υποπαραγράφων (i) και (ii) της παραγράφου (β) του εδαφίου (1), η προϋπόθεση ότι το ατύχημα ή η βλάβη συνέβη στο έδαφος της Δημοκρατίας δεν ισχύει, εφόσον ο δικαιούχος είναι μέλος του οργανισμού που παρέχει την κάλυψη και η επισκευή ή η μεταφορά του οχήματος πραγματοποιείται με απλή επίδειξη της ταυτότητας μέλους, χωρίς πρόσθετη επιβάρυνση, από ανάλογο οργανισμό στη Δημοκρατία βάσει συμφωνίας αμοιβαιότητας.

Εξαιρέσεις σε σχέση με επιχειρήσεις αλληλασφάλισης

9. Ο παρών Νόμος δεν εφαρμόζεται για τις επιχειρήσεις αλληλασφαλίσεως που ασκούν δραστηριότητες ασφάλισης Γενικής Φύσεως και που έχουν συνάψει με άλλες επιχειρήσεις αλληλασφαλίσεως συμφωνία για συνολική αντασφάλιση των ασφαλιστικών συμβάσεων που συνάπτουν, ή την υποκατάσταση της εκδοχέως επιχειρήσεως στην εκχωρούσα επιχείρηση για την εκτέλεση των υποχρεώσεων που προκύπτουν από τις εν λόγω συμβάσεις:

Νοείται ότι στην περίπτωση αυτή, αντασφαλιστής που υπόκειται στην εποπτεία του Εφόρου υπόκειται στις διατάξεις του παρόντος Νόμου και αντασφαλιστής, ο οποίος δεν υπόκειται στην εποπτεία του Εφόρου, υπόκειται στις διατάξεις της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ.

Ενότητα 3 Ασφάλιση Ζωής
Εξαιρέσεις αναφορικά με δραστηριότητες ασφάλισης Ζωής

10. Όσον αφορά την Ασφάλισης Ζωής, ο παρών Νόμος δεν εφαρμόζεται στις ακόλουθες εργασίες και δραστηριότητες:

(α) στις εργασίες των ιδρυμάτων πρόνοιας και αλληλοβοήθειας, οι παροχές των οποίων ποικίλουν ανάλογα με τους διαθέσιμους πόρους, και στους οποίους η εισφορά των μελών καθορίζεται με σταθερό ποσοστό·

(β) στις εργασίες που διενεργούνται από άλλους οργανισμούς, εκτός των επιχειρήσεων που προβλέπονται στο άρθρο 4 του παρόντος Νόμου, σκοπός των οποίων είναι η καταβολή παροχών σε εργαζομένους, μισθωτούς ή μη, που ανήκουν σε μια επιχείρηση ή σε ένα όμιλο επιχειρήσεων ή σε ένα επάγγελμα ή σε ομάδα επαγγελμάτων, σε περίπτωση θανάτου, σε περίπτωση επιβιώσεως ή σε περίπτωση διακοπής ή μειώσεως των δραστηριοτήτων, είτε οι υποχρεώσεις που απορρέουν από τις εργασίες αυτές καλύπτονται εξ ολοκλήρου και ανά πάσα στιγμή από τις μαθηματικές προβλέψεις είτε όχι.

Εξαιρέσεις αναφορικά με οργανισμούς

11. Όσον αφορά την ασφάλιση Ζωής, ο παρών Νόμος δεν εφαρμόζεται στους οργανισμούς που εγγυώνται αποκλειστικά την καταβολή παροχών σε περίπτωση θανάτου, εφόσον το ύψος αυτών των παροχών δεν υπερβαίνει τη μέση αξία των εξόδων κηδείας για κάθε θάνατο ή εφόσον αυτές οι παροχές καταβάλλονται σε είδος.

Ενότητα 4 Αντασφάλιση
Εξαιρέσεις αναφορικά με την αντασφάλιση

12. Όσον αφορά την αντασφάλιση, ο παρών Νόμος δεν εφαρμόζεται στις δραστηριότητες αντασφάλισης που ασκούνται από, ή τις οποίες εγγυάται πλήρως, η Δημοκρατία όταν αυτή ενεργεί, για λόγους ουσιώδους δημοσίου συμφέροντος, με την ιδιότητα του αντασφαλιστή τελευταίου βαθμού, συμπεριλαμβανομένων των περιπτώσεων όπου ο ρόλος αυτός απαιτείται από τις συνθήκες της αγοράς, εξαιτίας των οποίων καθίσταται ανέφικτη η απόκτηση επαρκούς κάλυψης από επιχειρήσεις της αγοράς.

Αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που παύουν να λειτουργούν

13. (1) Ο παρών Νόμος δεν εφαρμόζεται αναφορικά με αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, οι οποίες έχουν παύσει να συνάπτουν νέες συμβάσεις αντασφάλισης και ασχολούνται αποκλειστικά με τη διαχείριση του υφιστάμενου χαρτοφυλακίου τους, με σκοπό την παύση των δραστηριοτήτων τους από τις 10 Δεκεμβρίου 2007.

(2) Ο Έφορος καταρτίζει κατάλογο των αναφερόμενων στο εδάφιο (1) επιχειρήσεων, τον οποίο γνωστοποιεί στις εποπτικές αρχές των άλλων κρατών μελών.

ΔΕΥΤΕΡΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΝΑΛΗΨΗ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΩΝ ΑΣΚΗΣΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΑΝΤΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΕΡΓΑΣΙΩΝ
Άδεια άσκησης ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών εργασιών

14. (1) Η ανάληψη δραστηριότητας πρωτασφάλισης ή αντασφάλισης καλυπτόμενης από τον παρόντα Νόμο, υπόκειται σε προηγούμενη χορήγηση άδειας.

(2) Η αναφερόμενη στο εδάφιο (1) άδεια ζητείται από τον Έφορο, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου-

(α) από ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση που εγκαθιστά τόσο την καταστατική όσο και την εταιρική της έδρα στη Δημοκρατία και συνιστάται δυνάμει των διατάξεων του παρόντος και του περί Εταιρειών Νόμου·

(β) από ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας που εγγράφεται δυνάμει των διατάξεων του περί Εταιρειών Νόμου στη Δημοκρατία και προτίθεται να ασκεί ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές εργασίες μέσω υποκαταστήματος ή αντιπροσωπείας δυνάμει του παρόντος Νόμου∙

(γ) από ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση ή ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας, η οποία, αφού λάβει άδεια σύμφωνα με τις παραγράφους (α) και (β), ανάλογα με την περίπτωση, επιθυμεί να επεκτείνει τις δραστηριότητες της στο σύνολο ενός ασφαλιστικού Κλάδου ή σε ασφαλιστικούς Κλάδους άλλους από εκείνους για τους οποίους διαθέτει ήδη άδεια.

Πεδίο εφαρμογής της άδειας

15. (1) Η άδεια που παραχωρείται δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου ισχύει για το σύνολο της Ένωσης, καλύπτει δε το δικαίωμα ελεύθερης εγκατάστασης και ελεύθερης παροχής υπηρεσιών σε άλλα κράτη μέλη.

(2) Υπό την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου (γ) του εδαφίου (2) του άρθρου 14 του παρόντος Νόμου, η άδεια χορηγείται ανά κλάδο πρωτασφάλισης, όπως ορίζεται στο Μέρος Α του Πρώτου Παραρτήματος ή στο Δεύτερο Παράρτημα του παρόντος Νόμου και καλύπτει ολόκληρο τον κλάδο, εκτός αν η αιτούσα επιχείρηση επιθυμεί να καλύπτει μόνον ένα Μέρος των κινδύνων που περιλαμβάνει ο κλάδος αυτός.

(3) Οι περιλαμβανόμενοι σ’ έναν κλάδο κίνδυνοι δεν μπορούν να ταξινομούνται σε άλλο κλάδο, εκτός των περιπτώσεων που καθορίζονται στο εδάφιο (1) του άρθρου 16 του παρόντος Νόμου.

(4) Η άδεια μπορεί να χορηγείται για πολλούς κλάδους και να επιτρέπει την ταυτόχρονη άσκηση δραστηριότητας στους εν λόγω κλάδους.

(5) Όσον αφορά την ασφάλιση Γενικής Φύσεως, ο Έφορος δύναται να χορηγεί άδεια για τις ομάδες κλάδων που αναφέρονται στο Μέρος Β του Πρώτου Παραρτήματος του παρόντος Νόμου και να περιορίζει το πεδίο ισχύος της άδειας, που έχει ζητηθεί για ένα κλάδο, στις δραστηριότητες που περιλαμβάνονται στο πρόγραμμα δραστηριοτήτων που αναφέρεται στο άρθρο 24 του παρόντος Νόμου.

(6) Υπό την επιφύλαξη των διατάξεων του εδαφίου (1) του άρθρου 16, οι επιχειρήσεις που υπόκεινται στον παρόντα Νόμο μπορούν να ασκούν δραστηριότητα στον κλάδο βοήθειας, μόνον όταν έχουν πάρει άδεια για τον εν λόγω κλάδο, και σε τέτοια περίπτωση, ο παρών Νόμος εφαρμόζεται στις εν λόγω εργασίες.

(7) Όσον αφορά την αντασφάλιση, η άδεια χορηγείται για δραστηριότητες αντασφάλισης Γενικής Φύσεως, δραστηριότητες αντασφάλισης Ζωής και για όλα τα είδη αντασφαλιστικών δραστηριοτήτων.

Συμπληρωματικοί κίνδυνοι

16. (1) Ασφαλιστική επιχείρηση που έχει λάβει άδεια για έναν κύριο κίνδυνο, ο οποίος υπάγεται σε έναν κλάδο ή σε ομάδα κλάδων, όπως ορίζεται στο Πρώτο Παράρτημα του παρόντος Νόμου, δύναται να καλύπτει επίσης κινδύνους συμπεριλαμβανομένους σε άλλο κλάδο, χωρίς να απαιτείται άδεια για τους κινδύνους αυτούς, εφόσον οι εν λόγω κίνδυνοι πληρούν όλες τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

(α) Συνδέονται με τον κυρίως κίνδυνο·

(β) αφορούν το αντικείμενο που καλύπτεται κατά του κυρίως κινδύνου·

(γ) καλύπτονται με ασφαλιστική σύμβαση, η οποία καλύπτει τον κυρίως κίνδυνο.

(2) Κατά παρέκκλιση από τις διατάξεις του εδαφίου (1), οι κίνδυνοι που περιλαμβάνονται στους κλάδους πιστώσεων, εγγυήσεων και νομικής προστασίας (κλάδοι 14, 15 και 17 στο Μέρος Α του Πρώτου Παραρτήματος) δεν θεωρούνται ως συμπληρωματικοί κίνδυνοι άλλων κλάδων:

Νοείται ότι η ασφάλιση νομικής προστασίας, όπως ορίζεται στον κλάδο 17 στο Μέρος Α του Πρώτου Παραρτήματος, μπορεί να θεωρηθεί ως συμπληρωματικός κίνδυνος του κλάδου βοήθειας (κλάδος 18 στο Μέρος Α του Πρώτου Παραρτήματος), εφόσον πληρούνται οι όροι της παραγράφου 1 και οποιοσδήποτε από τους ακόλουθους όρους:

(α) ο κύριος κίνδυνος αφορά μόνον τη βοήθεια που παρέχεται στα πρόσωπα που αντιμετωπίζουν δυσκολίες κατά τη διάρκεια μετακινήσεων ή απουσιών από την κατοικία ή τη συνήθη διαμονή τους· ή

(β) η ασφάλιση αφορά διαφορές ή κινδύνους που προκύπτουν από τη χρήση θαλασσίων πλοίων ή σχετίζονται με τη χρήση αυτή.

Νομική μορφή ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης

17. (1) Η κυπριακή ασφαλιστική επιχείρηση είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, με ή χωρίς μετοχές, που συνιστάται δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου και του περί Εταιρειών Νόμου, με αποκλειστικό σκοπό την άσκηση ασφαλιστικών εργασιών ή/και εργασιών αντασφάλισης.

(2) Η κυπριακή αντασφαλιστική επιχείρηση είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με μετοχές, που συνιστάται δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου και του περί Εταιρειών Νόμου, με αποκλειστικό σκοπό την άσκηση αντασφαλιστικών εργασιών.

(3) Η κυπριακή αλληλοασφαλιστική επιχείρηση είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με εγγύηση, χωρίς μετοχικό κεφάλαιο, που συνιστάται δυνάμει των διατάξεων του παρόντος και του περί Εταιρειών Νόμου, με αποκλειστικό σκοπό την άσκηση αλληλασφαλιστικών εργασιών.

(4) Ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας, η οποία ασκεί ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές εργασίες στη Δημοκρατία με τη μορφή υποκαταστήματος ή αντιπροσωπείας, εγγράφεται ως αλλοδαπή εταιρεία δυνάμει των διατέξων του περί Εταιρειών Νόμου, με αποκλειστικό σκοπό την άσκηση εργασιών ασφάλισης ή/και αντασφάλισης.

(5) Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που αναφέρονται στα εδάφια (1) μέχρι (3) διέπονται από τις διατάξεις του παρόντος Νόμου και του περί Εταιρειών Νόμου. Οι διατάξεις του παρόντος Νόμου, που αφορούν στις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις θα διαβάζονται σε συνάρτηση με τις διατάξεις του περί Εταιρειών Νόμου, ως εάν να επρόκειτο περί ενιαίου νομοθετήματος, εφόσον όμως προσκρούουν σε αυτές και κατά την έκταση που προσκρούουν, οι διατάξεις του παρόντος Νόμου σε κάθε περίπτωση υπερισχύουν.

(6) Ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση κράτους μέλους, η οποία ασκεί ασφαλιστικές εργασίες στη Δημοκρατία υπό καθεστώς ελεύθερης εγκατάστασης ή ελεύθερης παροχής υπηρεσιών περιβάλλεται μια νομική μορφή από αυτές που καθορίζονται στο Τρίτο Παράρτημα του παρόντος Νόμου.

(7) Η Δημοκρατία δύναται να επιτρέπει τη δημιουργία επιχειρήσεων δημοσίου δικαίου οποιασδήποτε μορφής για να ασκούν ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές εργασίες, υπό την προϋπόθεση ότι οι οντότητες αυτές διεξάγουν ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές εργασίες υπό όρους ισοδύναμους με εκείνους υπό τους οποίους λειτουργούν οι επιχειρήσεις ιδιωτικού δικαίου, και σε τέτοια περίπτωση κοινοποιεί το γεγονός αυτό στην Επιτροπή για επικαιροποίηση του Παραρτήματος III της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ.

Επωνυμία ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων.

18. (1) Στην επωνυμία των κυπριακών ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων περιλαμβάνονται υποχρεωτικά οι λέξεις “ασφαλιστική εταιρεία” ή “αντασφαλιστική εταιρεία”, ανάλογα με την περίπτωση, ή γραμματικές παραλλαγές των όρων αυτών που υποδηλώνουν το σκοπό συστάσεως της εταιρείας προς άσκηση ασφαλιστικών εργασιών ή αντασφαλιστικών ή αλληλοασφαλιστικών εργασιών, με εξαίρεση εκείνες τις επιχειρήσεις οι οποίες έλαβαν άδεια δυνάμει των διατάξεων των περί της Ασκήσεως Ασφαλιστικών Εργασιών και Άλλων Συναφών Θεμάτων Νόμων του 2002 μέχρι 2013, όπως αυτοί εκάστοτε τροποποιούνται ή αντικαθίστανται, και δεν φέρουν τέτοια αναφορά στο όνομά τους. Οι λέξεις αυτές δύνανται να διατυπωθούν και σε ξένη γλώσσα, εκτός της ελληνικής, εφόσον η εταιρεία εγγράφεται με επωνυμία διατυπωμένη στη γλώσσα αυτή.

(2) Η επωνυμία των κυπριακών ασφααλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων εγκρίνεται από τον Έφορο, υπό την αίρεση της εγκρίσεώς της, επίσης, από τον Έφορο Εταιρειών, δυνάμει των οικείων διατάξεων του περί Εταιρειών Νόμου.

Όροι χορήγησης άδειας ασκήσεως ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών εργασιών και υποβολή αίτησης

19. (1) Δεν χορηγείται άδεια ασκήσεως ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών εργασιών σε επιχείρηση από τον Έφορο, εκτός εάν συντρέχουν σωρευτικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

(α) Όσον αφορά τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις, θα πρέπει να περιορίζουν τον σκοπό τους στην ασφαλιστική δραστηριότητα και στις εργασίες που προκύπτουν άμεσα από αυτήν, εξαιρουμένης κάθε άλλης εμπορικής δραστηριότητας·

(β) όσον αφορά τις αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, θα πρέπει να περιορίζουν τον σκοπό τους στην αντασφαλιστική δραστηριότητα και στις συναφείς εργασίες, συμπεριλαμβανομένων δραστηριοτήτων και της λειτουργίας εταιρείας συμμετοχών στον χρηματοπιστωτικό τομέα, κατά την έννοια των οδηγιών χρηματοπιστωτικών ομίλων ετερογενών δραστηριοτήτων που εκδίδονται από τον Έφορο Ασφαλίσεων∙

(γ) έχει υποβληθεί πρόγραμμα δραστηριοτήτων σύμφωνα με το άρθρο 24 του παρόντος Νόμου·

(δ) η επιχείρηση διαθέτει τα επιλέξιμα βασικά ίδια κεφάλαια ώστε αυτά να καλύπτουν το απόλυτο κατώτατο όριο των ελάχιστων κεφαλαιακών απαιτήσεων, που προβλέπεται στην παράγραφο (δ) του εδαφίου (1) του άρθρου 136 του παρόντος Νόμου∙

(ε) η επιχείρηση αποδεικνύει ότι θα είναι σε θέση να διαθέτει επιλέξιμα ίδια κεφάλαια, ώστε αυτά να καλύπτουν τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας, όπως προβλέπεται στο Τμήμα 4 του Έκτου Κεφαλαίου του παρόντος Μέρους∙

(στ) η επιχείρηση αποδεικνύει ότι θα είναι σε θέση να διαθέτει επιλέξιμα βασικά ίδια κεφάλαια, ώστε αυτά να καλύπτουν τις ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις, όπως προβλέπεται στο Τμήμα 5 του Έκτου Κεφαλαίου του παρόντος Μέρους∙

(ζ) η επιχείρηση αποδεικνύει ότι θα είναι σε θέση να συμμορφωθεί προς το σύστημα διακυβέρνησης που αναφέρεται στοΤμήμα 2 του Τέταρτου Κεφαλαίου του παρόντος Μέρους∙

(η) πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 25 του παρόντος Νόμου περί ειδικής συμμετοχής·

(θ) η επιχείρηση διατηρεί τόσο την εταιρική όσο και την καταστατική της έδρα στη Δημοκρατία·

(ι) όσον αφορά την ασφάλιση Γενικής Φύσεως, η επιχείρηση θα πρέπει να ανακοινώνει το όνομα και τη διεύθυνση όλων των αντιπροσώπων για τον διακανονισμό των ζημιών, οι οποίοι διορίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης έναντι Τρίτου) Νόμου 2000, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται, εκτός της Δημοκρατίας, αν οι καλυπτόμενοι κίνδυνοι κατατάσσονται στον κλάδο αστικής ευθύνης από χερσαία οχήματα (κλάδος 10 στο Μέρος Α του Πρώτου Παραρτήματος του παρόντος Νόμου), πλην της ευθύνης του μεταφορέα∙

(ια) όσον αφορά επιχειρήσεις που αιτούνται άδεια για τον κλάδο βοήθειας (κλάδος 18 του Μέρους Α του Πρώτου Παραρτήματος), η επιχείρηση ικανοποιεί τον Έφορο, κατόπιν σχετικού ελέγχου, ότι το προσωπικό, το υλικό και οι μέθοδοι που έχει άμεσα ή έμμεσα στη διάθεσή της, καθώς και τα προσόντα του ιατρικού προσωπικού και η ποιότητα του εξοπλισμού που διαθέτει για να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις που επιβάλλει ο κλάδος αυτός, είναι κατάλληλα.

(2) Η αίτηση για τη χορήγηση άδειας ασκήσεως ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών εργασιών σε επιχείρηση υποβάλλεται στον Έφορο κατά τον καθορισμένο τύπο και περιέχει τα καθορισμένα στο έντυπο της αιτήσεως στοιχεία, τα οποία περιλαμβάνουν και στοιχεία που αφορούν στην ταυτότητα των προσώπων τα οποία περιγράφονται στο άρθρο 44 του παρόντος Νόμου και υπογράφεται από δύο διοικητικούς συμβούλους.

(3) Με την αίτηση που αναφέρεται στο εδάφιο (2), συνυποβάλλονται το ιδρυτικό έγγραφο και το καταστατικό της επιχείρησης, τα οποία εγκρίνονται από τον Έφορο, καθώς και τα λοιπά έγγραφα που καθορίζονται από Κανονισμούς που εκδίδονται δυνάμει του παρόντος Νόμου και κατατίθενται στη Βουλή των Αντιπροσώπων για έγκριση:

Νοείται ότι οποιαδήποτε αλλαγή ή τροποποίηση στο ιδρυτικό έγγραφο ή στο καταστατικό της επιχείρησης κοινοποιείται στον Έφορο.

(4) Ο Έφορος δύναται οποτεδήποτε μετά την υποβολή της αιτήσεως να απαιτήσει την προσκόμιση πρόσθετων στοιχείων, που κρίνει αναγκαία για την εξέταση της αιτήσεως.

(5) Με την υποβολή της αιτήσεως καταβάλλεται το καθορισμένο τέλος προς εξέτασή της.

(6) Η αίτηση εξετάζεται υπό το πρίσμα του προγράμματος δραστηριοτήτων, που υποβάλλεται σύμφωνα με το άρθρο 24 του παρόντος Νόμου, καθώς και της πλήρωσης όλων των όρων που προβλέπονται στον παρόντα Νόμο για την αδειοδότηση από τον Έφορο.

Όροι για τη χορήγηση άδειας για επέκταση των εργασιών ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης σε άλλο ή άλλους κλάδους και υποβολή αίτησης

20. (1) Δεν επιτρέπεται η επέκταση των εργασιών μιας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης εκτός δυνάμει σχετικής άδειας του Εφόρου, που χορηγείται κατά τα οριζόμενα στο παρόν άρθρο και εφόσον συντρέχουν οι πιο κάτω προϋποθέσεις:

(α) Ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, η οποία ζητεί τη χορήγηση άδειας για την επέκταση των δραστηριοτήτων της σε άλλους κλάδους ή για την επέκταση άδειας που καλύπτει μέρος μόνο των κινδύνων ενός κλάδου, υποβάλλει αίτηση κατά τον καθορισμένο τύπο, μαζί με το νενομισμένο τέλος και το πρόγραμμα δραστηριοτήτων σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 24 του παρόντος Νόμου, και αποδεικνύει επίσης ότι διαθέτει τα επιλέξιμα ίδια κεφάλαια για την κάλυψη των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας και των ελάχιστων κεφαλαιακών απαιτήσεων, που προβλέπονται στα άρθρα 107 και 135 του παρόντος Νόμου∙

(β) υπό την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου (α), η ασφαλιστική επιχείρηση που ασκεί δραστηριότητες ασφάλισης Ζωής και ζητεί τη χορήγηση άδειας για την επέκταση των δραστηριοτήτων της στους κινδύνους που ταξινομούνται στους κλάδους ατυχημάτων ή ασθενειών (κλάδοι 1 ή 2 στο Μέρος Α του Πρώτου Παραρτήματος), όπως αναφέρεται στο άρθρο 75 του παρόντος Νόμου, αποδεικνύει ότι:

(i) διαθέτει τα επιλέξιμα βασικά ίδια κεφάλαια ώστε να καλύπτει το απόλυτο κατώτατο όριο των ελάχιστων κεφαλαιακών απαιτήσεων για επιχειρήσεις ασφάλισης Ζωής και το απόλυτο κατώτατο όριο των ελάχιστων κεφαλαιακών απαιτήσεων για επιχειρήσεις ασφάλισης Γενικής Φύσεως, όπως αναφέρεται στην παράγραφο (δ) του εδαφίου (1) του άρθρου 136 του παρόντος Νόμου·

(ii) αναλαμβάνει τη δέσμευση να ανταποκρίνεται στα ελάχιστα όρια οικονομικών υποχρεώσεων, που καθορίζονται στο άρθρο 76 του παρόντος Νόμου.

(2) Υπό την επιφύλαξη των διατάξεων του εδαφίου (1), η ασφαλιστική επιχείρηση που ασκεί δραστηριότητες ασφάλισης Γενικής Φύσεως αποκλειστικά για τους κινδύνους που ταξινομούνται στους κλάδους ατυχημάτων ή ασθενειών (κλάδοι 1 ή 2 στο Μέρος Α του Πρώτου Παραρτήματος) και ζητεί τη χορήγηση άδειας για την επέκταση των δραστηριοτήτων της σε κινδύνους ασφάλισης Ζωής, όπως αναφέρεται στο άρθρο 75 του παρόντος Νόμου, αποδεικνύει ότι:

(i) διαθέτει τα επιλέξιμα βασικά ίδια κεφάλαια ώστε να καλύπτει το απόλυτο κατώτατο όριο των ελάχιστων κεφαλαιακών απαιτήσεων για επιχειρήσεις ασφάλισης Ζωής και το απόλυτο κατώτατο όριο των ελάχιστων κεφαλαιακών απαιτήσεων για επιχειρήσεις ασφάλισης Γενικής Φύσεως, όπως αναφέρεται στην παράγραφο (δ) του εδαφίου (1) του άρθρου 136 του παρόντος Νόμου. και

(ii) αναλαμβάνει τη δέσμευση να ανταποκρίνεται στα ελάχιστα όρια οικονομικών υποχρεώσεων, που αναφέρονται στο άρθρο 76 του παρόντος Νόμου.

(3) Ο Έφορος χορηγεί την άδεια επεκτάσεως των εργασιών στην ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση μόνο εφόσον ικανοποιηθεί ότι συντρέχουν οι αναγκαίες προϋποθέσεις που αναφέρονται στα εδάφια (2) και (3), ανάλογα με την περίπτωση.

(4) Με τη χορήγηση της άδειας επεκτάσεως εργασιών στην ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, ο Έφορος προβαίνει σε τροποποίηση της άδειας ασκήσεως ασφαλιστικών εργασιών που είχε χορηγηθεί στην αιτήτρια επιχείρηση και εκδίδει νέο έντυπο άδειας, κατά τον καθορισμένο τύπο.

Στενοί δεσμοί

21. (1) Όταν υπάρχουν στενοί δεσμοί μεταξύ της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης και άλλων φυσικών ή νομικών προσώπων, ο Έφορος χορηγεί την άδεια λειτουργίας μόνο εφόσον οι δεσμοί αυτοί δεν παρεμποδίζουν την αποτελεσματική άσκηση των εποπτικών του καθηκόντων.

(2) Ο Έφορος αρνείται την παραχώρηση άδειας εφόσον οι νομοθετικές, κανονιστικές ή διοικητικές διατάξεις τρίτης χώρας, στις οποίες υπάγονται ένα ή περισσότερα φυσικά ή νομικά πρόσωπα, με τα οποία η Κυπριακή ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση έχει στενούς δεσμούς, ή οι δυσχέρειες όσον αφορά την επιβολή της εφαρμογής των μέτρων αυτών παρεμποδίζουν την αποτελεσματική άσκηση των εποπτικών του καθηκόντων.

(3) Ο Έφορος απαιτεί από τις ασφαλιστικές και τις αντασφαλιστικές επιχειρήσεις να του παρέχουν οποιεσδήποτε πληροφορίες ζητά, ώστε να μπορεί να βεβαιώνεται ότι τηρούνται πάντοτε οι όροι που προβλέπονται στο εδάφιο (1).

Όροι ασφαλιστηρίων συμβολαίων και τιμολόγια ασφαλίστρων.

22. (1) Ο Έφορος δεν απαιτεί την προηγούμενη συγκατάθεση ή τη συστηματική κοινοποίηση των γενικών και ειδικών όρων των ασφαλιστηρίων, των τιμολογίων, των τεχνικής φύσεως στοιχείων που χρησιμοποιούνται ως βάση ιδίως για τον υπολογισμό των τιμολογίων, των τεχνικών προβλέψεων και των υποδειγμάτων και άλλων εντύπων που η επιχείρηση προτίθεται να χρησιμοποιήσει στις σχέσεις της με τους αντισυμβαλλομένους ή τις εκχωρούσες ή αντεκχωρούσες επιχειρήσεις.

(2) Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου (1), ειδικά για την ασφάλιση Ζωής, και αποκλειστικά και μόνον για να ελέγχεται η τήρηση της εφαρμογής των αναλογιστικών αρχών, ο Έφορος δύναται να απαιτεί τη συστηματική κοινοποίηση των στοιχείων τεχνικής φύσεως που χρησιμοποιούνται ως βάση για τον υπολογισμό των τιμολογίων και των τεχνικών προβλέψεων:

Νοείται ότι η τήρηση της απαίτησης αυτής δεν συνιστά απαραίτητη προϋπόθεση για τη χορήγηση άδειας στην επιχείρηση ασφάλισης Ζωής.

(3) Ο Έφορος δεν διατηρεί ούτε καθιερώνει την υποχρέωση προηγούμενης κοινοποίησης ή την έγκριση των προτεινόμενων αυξήσεων τιμολογίων παρά μόνον στο πλαίσιο ενός γενικότερου συστήματος ελέγχου των τιμών.

Οικονομικές απαιτήσεις της αγοράς.

23. Ο Έφορος δεν εξετάζει την αίτηση για χορήγηση άδειας υπό το πρίσμα των οικονομικών απαιτήσεων της αγοράς.

Πρόγραμμα δραστηριοτήτων

24. (1) Το πρόγραμμα δραστηριοτήτων που αναφέρεται στην παράγραφο (γ) του εδαφίου (1) του άρθρου 19 του παρόντος Νόμου, περιλαμβάνει τα λεπτομερή ή ενδεικτικά στοιχεία που αφορούν τα εξής:

(α) τη φύση των κινδύνων ή των ασφαλιστικών υποχρεώσεων που προτίθεται να καλύψει η συγκεκριμένη ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση·

(β) το είδος των αντασφαλιστικών ρυθμίσεων τις οποίες προτίθεται να πραγματοποιήσει η αντασφαλιστική επιχείρηση με τις εκχωρούσες επιχειρήσεις·

(γ) τις κατευθυντήριες αρχές όσον αφορά την αντασφάλιση και την αντεκχώρηση·

(δ) τα οικονομικά στοιχεία των βασικών ιδίων κεφαλαίων που συγκροτούν το απόλυτο κατώτατο όριο των ελάχιστων κεφαλαιακών απαιτήσεων·

(ε) τις προβλέψεις για τα έξοδα εγκατάστασης των διοικητικών υπηρεσιών και του δικτύου παραγωγής, τα οικονομικά μέσα που προορίζονται για την αντιμετώπισή τους και, εάν οι κίνδυνοι που πρέπει να καλυφθούν κατατάσσονται στον κλάδο βοήθειας (κλάδος 18 στο Μέρος Α του Πρώτου Παραρτήματος), τα μέσα που διαθέτει η ασφαλιστική επιχείρηση για την παροχή της υποσχεθείσας βοήθειας.

(2) Επιπρόσθετα από τις απαιτήσεις που προβλέπονται στο εδάφιο (1), για τις τρεις πρώτες εταιρικές χρήσεις, το πρόγραμμα περιλαμβάνει τα εξής:

(α) τον προβλεπόμενο ισολογισμό·

(β) τις προβλέψεις για τις μελλοντικές κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας, όπως προβλέπονται στο Έκτο Κεφάλαιο, Τμήμα 4, Ενότητα 1 του παρόντος Μέρους, βάσει του προβλεπόμενου ισολογισμού, που αναφέρεται στην παράγραφο (α), καθώς και τη μέθοδο υπολογισμού που χρησιμοποιείται για να συναχθούν αυτές οι προβλέψεις·

(γ) τις προβλέψεις για τις μελλοντικές ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις, όπως προβλέπονται στα άρθρα 135 και 136 του παρόντος Νόμου, βάσει του προβλεπόμενου ισολογισμού, που αναφέρεται στην παράγραφο (α), καθώς και τη μέθοδο υπολογισμού που χρησιμοποιείται για να παραχθούν αυτές οι προβλέψεις·

(δ) τις προβλέψεις σχετικά με τα χρηματοοικονομικά μέσα που προορίζονται να καλύψουν τις τεχνικές προβλέψεις, τις ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις και τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας·

(ε) όσον αφορά την ασφάλιση και την αντασφάλιση Γενικής Φύσεως, επίσης τα εξής:

(i) τις προβλέψεις σχετικά με τα έξοδα διαχείρισης, εκτός των εξόδων εγκατάστασης, ιδίως τα τρέχοντα γενικά έξοδα και τις προμήθειες·

(ii) τις προβλέψεις σχετικά με τα ασφάλιστρα ή τις εισφορές και τις απαιτήσεις∙

(στ) όσον αφορά την ασφάλιση Ζωής, υποβάλλεται επίσης σχέδιο στο οποίο να εμφανίζονται λεπτομερώς οι προβλέψεις εσόδων και εξόδων, τόσο για τις δραστηριότητες πρωτασφάλισης και τις αποδοχές αντασφάλισης όσο και για τις εκχωρήσεις αντασφάλισης.

Μέτοχοι και μέλη με ειδικές συμμετοχές

25. (1) Ο Έφορος δεν χορηγεί σε επιχείρηση άδεια άσκησης ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής δραστηριότητας, εάν-

(α) δεν του έχει προηγουμένως ανακοινωθεί η ταυτότητα των μετόχων ή μελών, αμέσων ή εμμέσων, είτε φυσικών είτε νομικών προσώπων, που κατέχουν ειδική συμμετοχή στην επιχείρηση αυτή, καθώς και το ύψος αυτής της συμμετοχής· και

(β) λαμβάνοντας υπόψη την ανάγκη εξασφάλισης χρηστής και συνετής διαχείρισης της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, δεν έχει πεισθεί για την καταλληλότητα των εν λόγω μετόχων ή μελών.

(2) Για τους σκοπούς του εδαφίου (1), ο Έφορος λαμβάνει υπόψη τα δικαιώματα ψήφου που καθορίζονται στον περί των Προϋποθέσεων Διαφάνειας (Κινητές Αξίες προς Διαπραγμάτευση σε Ρυθμιζόμενη Αγορά) Νόμο του 2007, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται, καθώς και τους όρους για την άθροισή τους που προβλέπονται στον ίδιο πιο πάνω αναφερόμενο Νόμο.

(3) Ο Έφορος δεν λαμβάνει υπόψη τα δικαιώματα ψήφου ή τις μετοχές τις οποίες τυχόν κατέχουν επιχειρήσεις επενδύσεων ή πιστωτικά ιδρύματα ως αποτέλεσμα αναδοχής και/ή τοποθέτησης χρηματοπιστωτικών μέσων με δέσμευση ανάληψης, σύμφωνα με την παράγραφο 6, του Μέρους Ι, του Τρίτου Παραρτήματος του περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμου. υπό τον όρο ότι τα εν λόγω δικαιώματα, αφενός, δεν ασκούνται ούτε χρησιμοποιούνται κατ’ άλλον τρόπο με σκοπό την παρέμβαση στη διαχείριση του εκδότη και, αφετέρου, μεταβιβάζονται εντός ενός έτους από την απόκτηση.

Διαδικασία χορήγησης άδειας από τον Έφορο

26. (1) Ο Έφορος εφόσον ικανοποιηθεί ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις του παρόντος Νόμου για τη χορήγηση άδειας, χορηγεί την άδεια ασκήσεως ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών εργασιών, υπό την αίρεση της εγγραφής της εταιρείας δυνάμει των διατάξεων του περί Εταιρειών Νόμου, εάν αυτή δεν είναι ήδη εγγεγραμμένη.

(2) Η απόφαση του Εφόρου προς χορήγηση της άδειας, καθίσταται οριστική μετά την εγγραφή της εταιρείας σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Εταιρειών Νόμου και εφόσον κατά τη στιγμή της οριστικής απόφασης, εξακολουθούν να ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις του παρόντος Νόμου για την παραχώρηση άδειας.

(3) Η απόφαση του Εφόρου για παραχώρηση άδειας λειτουργίας δυνάμει του παρόντος Νόμου, δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας και κοινοποιείται συγχρόνως στην επιχείρηση, στον Έφορο Εταιρειών και στην ΕΙΟΡΑ. Η άδεια ασκήσεως ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών εργασιών ισχύει από την καθορισμένη στην άδεια ημερομηνία.

(4) Απαγορεύεται η διαφήμιση ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης ή η άσκηση οποιασδήποτε επαγγελματικής δραστηριότητας από την επιχείρηση αυτή, πριν την παραχώρηση άδειας ασκήσεως ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών εργασιών και την έναρξη ισχύος της κατά τα οριζόμενα στο παρόν άρθρο.

Άρνηση χορήγησης άδειας

27. (1) Ο Έφορος απορρίπτει την αίτηση ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης για χορήγηση άδειας ασκήσεως ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών εργασιών στη Δημοκρατία, ή άδειας για επέκταση των εργασιών σε άλλο ή άλλους κλάδους εάν δεν ικανοποιηθεί ότι συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις για χορήγηση ή επέκταση της άδειας, ανάλογα με την περίπτωση, που τίθενται στον παρόντα Νόμο.

(2) Κάθε απόφαση του Εφόρου προς απόρριψη της αιτήσεως και άρνηση χορηγήσεως άδειας ασκήσεως ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών εργασιών ή επέκτασης της άδειας σε άλλους κλάδους, πρέπει να είναι δεόντως αιτιολογημένη και κοινοποιείται στους αιτητές μέσα σε προθεσμία έξι μηνών από την υποβολή έγκυρης κατά τις διατάξεις του παρόντος Νόμου αιτήσεως, μαζί με τα ένδικα μέσα που έχουν στη διάθεσή τους για προσβολή της εν λόγω απόφασης.

(3) Ως απόρριψη της αιτήσεως και άρνηση χορηγήσεως άδειας ασκήσεως ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών εργασιών ή επέκτασης της άδειας σε άλλους κλάδους, ανάλογα με την περίπτωση, λογίζεται και η παράλειψη του Εφόρου να αποφανθεί επί της αιτήσεως εντός έξι μηνών από την παραλαβή πλήρους συμπληρωμένης αίτησης, και σε τέτοια περίπτωση, η επιχείρηση έχει στη διάθεσή της τα ένδικα μέσα του άρθρου 28 του παρόντος Νόμου για να την προσβάλει.

Δικαίωμα προσφυγής

28.-(1) Οποιαδήποτε απόφαση του Εφόρου για μη παραχώρηση άδειας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης δύναται να προσβληθεί ενώπιον του Γενικού Διευθυντή, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 347 του παρόντος Νόμου:

Νοείται ότι η πιο πάνω απόφαση του Εφόρου δύναται να προσβληθεί και απευθείας με προσφυγή δυνάμει του άρθρου 146 του Συντάγματος.

Η απορριπτική απόφαση του Γενικού Διευθυντή επί προσφυγής που ασκείται σύμφωνα με το εδάφιο (1),

(2) δύναται να προσβληθεί με προσφυγή σύμφωνα με το άρθρο 146 του Συντάγματος:

Νοείται ότι εκκρεμούσης της απόφασης του Γενικού Διευθυντή, ουδεμία προσφυγή σύμφωνα με το άρθρο 146 του Συντάγματος μπορεί να ασκηθεί.

Εκ των προτέρων διαβουλεύσεις με τις αρχές άλλων κρατών μελών

29.-(1) Η χορήγηση άδειας σε ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση αποτελεί το αντικείμενο προηγούμενης διαβούλευσης του Εφόρου με τις εποπτικές αρχές κάθε άλλου αφορώμενου κράτους μέλους, προκειμένου για:

(α) θυγατρική ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης η οποία έχει λάβει άδεια σε αυτό το άλλο κράτος μέλος·

(β) θυγατρική της μητρικής επιχείρησης ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης η οποία έχει λάβει άδεια σε αυτό το άλλο κράτος μέλος· ή

(γ) επιχείρηση που ελέγχεται από το ίδιο πρόσωπο, είτε φυσικό είτε νομικό, το οποίο ελέγχει ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση η οποία έχει λάβει άδεια σε αυτό το κράτος μέλος.

(2) Η χορήγηση άδειας σε ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση αποτελεί το αντικείμενο προηγούμενης διαβούλευσης του Εφόρου με τις αρχές του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους, οι οποίες είναι υπεύθυνες για την εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων ή των εταιρειών επενδύσεων, εφόσον η επιχείρηση αυτή είναι μια από τις πιο κάτω οντότητες:

(α) θυγατρική πιστωτικού ιδρύματος ή εταιρείας επενδύσεων που έχει λάβει άδεια σε άλλο κράτος μέλος·

(β) θυγατρική της μητρικής επιχείρησης πιστωτικού ιδρύματος ή εταιρείας επενδύσεων που έχει λάβει άδεια σε άλλο κράτος μέλος· ή

(γ) επιχείρηση που ελέγχεται από το ίδιο πρόσωπο, είτε φυσικό είτε νομικό, το οποίο ελέγχει πιστωτικό ίδρυμα ή εταιρεία επενδύσεων που έχει λάβει άδεια σε άλλο κράτος μέλος.

(3) Ο Έφορος διαβουλεύεται με τις αρχές που αναφέρονται στα εδάφια (1) και (2), ιδίως όταν αξιολογεί την καταλληλότητα των μετόχων, καθώς και τις απαιτήσεις ικανότητας και ήθους όλων των προσώπων, τα οποία διοικούν ουσιαστικά την επιχείρηση ή ασκούν άλλα βασικά καθήκοντα και τα οποία συμμετέχουν στη διαχείριση άλλης οντότητας του ίδιου ομίλου και για το σκοπό αυτό δύναται να ζητά την παροχή πληροφοριών από τις αρχές των εδαφίων (1) και (2).

(4) Ο Έφορος ανταλλάσσει οποιαδήποτε πληροφορία σχετικά με την καταλληλότητα των μετόχων, καθώς και με τις απαιτήσεις ικανότητας και ήθους όλων των προσώπων, τα οποία διοικούν ουσιαστικά την επιχείρηση ή ασκούν άλλα βασικά καθήκοντα, οι οποίες ενδιαφέρουν τις άλλες ενδιαφερόμενες αρμόδιες αρχές, όταν πρόκειται για τη χορήγηση άδειας, καθώς και για το διαρκή έλεγχο της εφαρμογής των όρων λειτουργίας.

ΤΡΙΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΠΟΠΤΙΚΗ ΑΡΧΗ ΚΑΙ ΓΕΝΙΚΟΙ ΚΑΝΟΝΕΣ
Αρμόδια εποπτική αρχή

30. (1) Ο Έφορος Ασφαλίσεων αποτελεί την αρμόδια εποπτική αρχή των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων στη Δημοκρατία και ασκεί όλες τις αρμοδιότητες και εξουσίες που του παραχωρούνται από τον παρόντα Νόμο με στόχο την προστασία των αντισυμβαλλομένων και των δικαιούχων ασφαλίσματος.

(2) Ο Έφορος Ασφαλίσεων προΐσταται της Υπηρεσίας, η οποία διαθέτει επί συνεχούς βάσης όλα τα μέσα για την εφαρμογή του παρόντος Νόμου, περιλαμβανομένου του αναγκαίου έμπειρου και ικανού προσωπικού σε όλες τις αναγκαίες βαθμίδες και ειδικότητες. Κατά την άσκηση των καθηκόντων της για σκοπούς εφαρμογής του παρόντος Νόμου, η Υπηρεσία ενεργεί σε κάθε περίπτωση εξ’ ονόματος και κατ’ εντολήν του Εφόρου.

(3) Ο Έφορος Ασφαλίσεων επικουρείται στην άσκηση των αρμοδιοτήτων του από Βοηθούς Εφόρους, οι οποίοι υπάγονται διοικητικά στον Έφορο:

Νοείται ότι ο αριθμός των θέσεων Βοηθών Εφόρων καθορίζεται στον εκάστοτε περί Προϋπολογισμού Νόμο, υπό το κεφάλαιο που αφορά την Υπηρεσία.

(4) Μετά την αφυπηρέτηση των υπηρετούντων, κατά την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου, Εφόρου και Βοηθών Εφόρων ή την κένωση των συγκεκριμένων θέσεων με οποιοδήποτε άλλο τρόπο, η πλήρωσή τους θα γίνεται από την Επιτροπή Δημόσιας Υπηρεσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμων του 1990 έως (Αρ.2) του 2014, όπως αυτοί εκάστοτε τροποποιούνται ή αντικαθίστανται, με σύμβαση πενταετούς διάρκειας ή μικρότερης, ώστε οι υπηρετούντες να μην υπερβούν την ηλικία υποχρεωτικής αφυπηρέτησης που ισχύει για τους δημόσιους υπαλλήλους:

Νοείται ότι η σύμβαση Εφόρου και Βοηθού Εφόρου δύναται να ανανεωθεί, από την Επιτροπή Δημόσιας Υπηρεσίας, μετά από εισήγηση της αρμόδιας, για τον Έφορο και Βοηθό Έφορο, αρχής, σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμου, για ακόμη μια μόνο πενταετή περίοδο ή μικρότερη, ώστε οι κάτοχοι των θέσεων αυτών να μην υπερβούν την ηλικία υποχρεωτικής αφυπηρέτησης που ισχύει για τους δημόσιους υπαλλήλους.

(5) Σε περίπτωση διορισμού στη θέση Εφόρου ή στη θέση Βοηθού Εφόρου μόνιμου κρατικού υπαλλήλου, ο υπάλληλος θεωρείται ότι απουσιάζει από τα καθήκοντά του με άδεια χωρίς απολαβές για λόγους δημόσιου συμφέροντος για όλη τη διάρκεια της σύμβασης:

Νοείται ότι καθ΄ όλη τη διάρκεια της σύμβασης ο Έφορος και Βοηθός Έφορος δεν διεκπεραιώνουν τις αρμοδιότητες, τις εξουσίες και τα καθήκοντα της δημοσιοϋπαλληλικής τους θέσης.

(6) Ο διορισμός Εφόρου και Βοηθού Εφόρου δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας.

(7) Σε περίπτωση απουσίας του Εφόρου ή κένωσης της θέσης και μέχρι την κανονική πλήρωσή της, είναι δυνατό να διοριστεί Βοηθός Έφορος ή Ανώτερος Λειτουργός Ελέγχου Ασφαλιστικών Εταιρειών για να ασκεί αναπληρωτικά τα καθήκοντα του Έφόρου, μετά από πρόταση της αρμόδιας για τον Έφορο αρχής, σύμφωνα με τον περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμο. Ο αναπληρωτικός διορισμός Εφόρου δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας.

(8) Ο Έφορος και Βοηθός Έφορος υπηρετούν υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης και υπόκεινται κατά τα λοιπά στους ίδιους όρους και υποχρεώσεις που ισχύουν για τους δημόσιους υπαλλήλους, σύμφωνα με τον περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμο και τους σχετικούς Κανονισμούς.

(9) Ο Έφορος και Βοηθός Έφορος δεν επιτρέπεται να ασκούν οποιοδήποτε επάγγελμα ή εργασία ή να ασχολούνται ή να κατέχουν αξίωμα σε επιχείρηση οποιασδήποτε φύσης ή να δέχονται με πληρωμή οποιαδήποτε άλλη απασχόληση πέραν των καθηκόντων τους. Η απαγόρευση αυτή συνεχίζει να ισχυεί σε σχέση με ασφαλιστικές/αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος Νόμου και άλλες συνδεδεμένες με αυτές τις επιχειρήσεις οντότητες, μέχρι δυο χρόνια μετά την αφυπηρέτηση ή την αποχώρηση από τη θέση Εφόρου ή Βοηθού Εφόρου.

(10) Ο Έφορος, ο Βοηθός Έφορος και οι λειτουργοί της Υπηρεσίας εφαρμόζουν τον παρόντα Νόμο με πλήρη ανεξαρτησία.

Γενικές αρμοδιότητες Εφόρου και εποπτικές εξουσίες

31. (1) Ο Έφορος έχει τις ακόλουθες γενικές αρμοδιότητες και εξουσίες, τις οποίες ασκεί σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου ή των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων Κανονισμών που κατατίθενται στη Βουλή των Αντιπροσώπων για έγκριση ή Οδηγιών ή των κατ’ εξουσιοδότηση εκδιδόμενων πράξεων ή των ρυθμιστικών ή εκτελεστικών τεχνικών προτύπων:

(α) Χορηγεί, αναστέλλει ή ανακαλεί άδεια ασκήσεως ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών εργασιών σε ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που εμπίπτουν στη δικαιοδοσία του σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου˙

(β) εποπτεύει τη λειτουργία των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων, στις οποίες παραχωρεί άδεια άσκησης ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών εργασιών, μεριμνά για την τήρηση των υποχρεώσεών τους και γενικά για την τήρηση των διατάξεων του παρόντος Νόμου και οποιωνδήποτε κατ΄εξουσιοδότηση πράξεων ή ρυθμιστικών ή εκτελεστικών τεχνικών προτύπων εκδίδονται δυνάμει της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ, ή αποφάσεων Δικαστηρίων σε ό,τι αφορά στις δραστηριότητές τους, προς το συμφέρον των ασφαλισμένων και των δικαιούχων˙

(γ) συνεργάζεται με τις εποπτικές αρχές άλλων κρατών μελών ή τις ανάλογες εποπτικές αρχές τρίτων χωρών για σκοπούς εφαρμογής του παρόντος Νόμου, της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ και οποιωνδήποτε κατ΄εξουσιοδότηση πράξεων ή ρυθμιστικών ή εκτελεστικών τεχνικών προτύπων εκδίδονται δυνάμει της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ·

(δ) συμμετέχει στις εργασίες της «Ευρωπαϊκής Αρχής Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων» (EIOPA) καθώς και σε οποιαδήποτε άλλα σώματα ή οργανισμούς που συστήνονται στην Ευρωπαϊκή Ένωση αναφορικά με τα θέματα της ασφάλισης ή της αντασφάλισης ή της διαμεσολάβησης καθώς και σε οποιουσδήποτε άλλους διεθνείς οργανισμούς που ασχολούνται με τα εν λόγω ή άλλα συναφή θέματα·

(ε) ασκεί οποιαδήποτε άλλη εξουσία ή αρμοδιότητα του παραχωρείται από τον παρόντα ή οποιοδήποτε άλλο νόμο ή Κανονισμούς που εκδίδονται δυνάμει αυτών και επιβάλλει τις προβλεπόμενες στον παρόντα Νόμο διοικητικές κυρώσεις·

(στ) προβαίνει στη λήψη κάθε άλλου μέτρου αναγκαίου προκειμένου -

(i) να διασφαλισθεί η συμμόρφωση προς τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που ισχύουν στη Δημοκρατία και στα άλλα κράτη μέλη, όπου αυτό εφαρμόζεται∙ και

(ii) να αποφευχθεί ή εξαλειφθεί κάθε ανωμαλία που τυχόν θα έθιγε τα συμφέροντα των ασφαλισμένων∙

(ζ) εκδίδει οδηγίες αναφορικά με γενικά, ειδικά ή συγκεκριμένα θέματα που αφορούν στην εφαρμογή του παρόντος Νόμου, άλλα από αυτά που ρυθμίζονται με κατ΄εξουσιοδότηση πράξεις ή με ρυθμιστικά ή εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα καθώς επίσης και οδηγίες σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές και συστάσεις κατά την έννοια του παρόντος Νόμου.

(2) Η δυνάμει της παραγράφου (β) του εδαφίου (1) εποπτική αρμοδιότητα του Εφόρου περιλαμβάνει ειδικότερα, τις πιο κάτω εξουσίες:

(α) Την εξουσία λήψης οποιωνδήποτε προληπτικών και επανορθωτικών μέτρων προβλέπονται στον παρόντα Νόμο, προκειμένου να διασφαλίζει τη συμμόρφωση των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων προς τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που ισχύουν στη Δημοκρατία και στην Ένωση·

(β) την εξουσία να λαμβάνει κάθε αναγκαίο μέτρο που προβλέπεται στον παρόντα Νόμο, συμπεριλαμβανομένων μέτρων διοικητικής ή οικονομικής φύσεως, έναντι των ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων, καθώς και των μελών τους διοικητικού τους συμβουλίου˙

(γ) την εξουσία να απαιτεί όλες τις αναγκαίες πληροφορίες σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου και ειδικότερα τις διατάξεις του άρθρου 38·

(δ) την εξουσία να διαμορφώνει, επιπλέον του υπολογισμού των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας και όταν αυτό ενδείκνυται, και τα απαιτούμενα ποσοτικά εργαλεία, στο πλαίσιο της διαδικασίας εποπτικής εξέτασης, προκειμένου να αξιολογεί την ικανότητα των ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων να αντιμετωπίζουν πιθανά γεγονότα ή μελλοντικές μεταβολές στις οικονομικές συνθήκες που θα μπορούσαν να έχουν δυσμενείς επιπτώσεις στη συνολική χρηματοοικονομική της κατάσταση καθώς και την εξουσία να απαιτεί να πραγματοποιούνται οι σχετικές δοκιμές από τις επιχειρήσεις·

(ε) την εξουσία να διενεργεί επιτόπιες έρευνες στους χώρους των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 37 και 395 του παρόντος Νόμου·

(στ) την εξουσία να εξετάζει τις πληροφορίες που υποβλήθηκαν σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 38 και, εφόσον κρίνει ότι οι πληροφορίες αυτές περιέχουν ανακριβή ή ελλειπή στοιχεία, να καλεί την ενδιαφερόμενη ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση να παράσχει τις απαιτούμενες εξηγήσεις και να προβεί σε διόρθωση ή συμπλήρωση των στοιχείων αυτών μέσα στην προθεσμία που τάσσεται προς τούτου από τον Έφορο·

την εξουσία επιβολής κυρώσεων κατά τα οριζόμενα στα άρθρα 395 και 399 του παρόντος Νόμου, σε περίπτωση

(ζ) που η ενδιαφερόμενη ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση παραλείψει να συμμορφωθεί μέσα στην τακτή προθεσμία που καθορίζεται στην παράγραφο (στ) του εδαφίου (2).

(3) Οι εποπτικές εξουσίες του Εφόρου ασκούνται σε εύθετο χρόνο και σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας.

(4) Οι εξουσίες έναντι των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων, που αναφέρονται στο εδάφιο (2) ισχύουν επίσης και για τις δραστηριότητες ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων τις οποίες έχουν αναθέσει εξωτερικά.

Διατήρηση της χρηματοοικονομικής σταθερότητας και της προκυκλικότητας

32. (1) Με την επιφύλαξη των γενικών αρμοδιοτήτων του, όπως αυτές καθορίζονται στο άρθρο 31 του παρόντος Νόμου, ο Έφορος κατά την άσκηση των εποπτικών του εξουσιών εξετάζει προσεκτικά τον ενδεχόμενο αντίκτυπο των αποφάσεών του στη σταθερότητα των αντίστοιχων χρηματοοικονομικών συστημάτων στη Δημοκρατία και στην Ένωση, ιδίως σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης, λαμβάνοντας υπόψη τις πληροφορίες που διαθέτει τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή.

(2) Σε περιόδους ασυνήθιστων κινήσεων στις χρηματοοικονομικές αγορές, ο Έφορος λαμβάνει υπόψη τα ενδεχόμενα προκυκλικά αποτελέσματα των ενεργειών τους.

Γενικές αρχές της εποπτείας

33. (1) Η ασκούμενη από τον Έφορο εποπτεία βασίζεται σε προβλεπτική προσέγγιση, επικεντρωμένη στους κινδύνους και περιλαμβάνει την εξακρίβωση, επί συνεχούς βάσεως, της ορθής λειτουργίας των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών δραστηριοτήτων και τη συμμόρφωση των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων προς τις διατάξεις περί εποπτείας.

(2) Η εποπτεία των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων περιλαμβάνει κατάλληλο συνδυασμό δραστηριοτήτων εκτός των χώρων της επιχείρησης και επιτόπιων ελέγχων.

(3) Ο Έφορος εξασφαλίζει την εφαρμογή των απαιτήσεων που προβλέπονται στον παρόντα Νόμο κατά τρόπο ανάλογο προς τη φύση, την πολυπλοκότητα και την κλίμακα των ενυπαρχόντων κινδύνων στις δραστηριότητες των ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων.

(4) Ο Έφορος ασκεί την εποπτική του αρμοδιότητα σύμφωνα με τις κατ΄εξουσιοδότηση πράξεις, τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα και τα εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα.

Πεδίο εφαρμογής της εποπτείας από τον Έφορο

34. (1) Η χρηματοοικονομική εποπτεία των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων, συμπεριλαμβανομένης της εποπτείας των δραστηριοτήτων που αυτές ασκούν μέσω υποκαταστημάτων ή υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, υπόκειται στην αποκλειστική αρμοδιότητα του Εφόρου.

(2) Η χρηματοοικονομική εποπτεία δυνάμει του εδαφίου (1) περιλαμβάνει την εξακρίβωση, για το σύνολο των δραστηριοτήτων της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, της κατάστασης της φερεγγυότητάς της, της σύστασης τεχνικών προβλέψεων, των στοιχείων του ενεργητικού της, των επιλέξιμων ιδίων κεφαλαίων και της άσκησης των εργασιών της σύμφωνα με τις υγιείς ασφαλιστικές αρχές, ως αυτές καθορίζονται στο εδάφιο (3), και σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου και σύμφωνα με τις διατάξεις που θεσπίζονται σε ενωσιακό επίπεδο δυνάμει της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ.

(3) Για τους σκοπούς του εδαφίου (2), «υγιείς ασφαλιστικές αρχές» σημαίνει τις αρχές εκείνες που έχουν κατ’ έθιμο ή άλλως πως καθιερωθεί σε σχέση με την ασφάλιση ή αντασφάλιση και αφορούν στη συνέπεια και τον επαγγελματισμό που πρέπει να επιδεικνύεται από μία ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση στις συναλλαγές της με τους δικαιούχους, τους συνεργάτες της και εν γένει το κοινό, ιδιαίτερα δε κατά την εκπλήρωση των υποχρεώσεών της και την ικανοποίηση των απαιτήσεων των δικαιούχων.

(4) Σε περίπτωση που οι σχετικές ασφαλιστικές επιχειρήσεις έχουν λάβει την άδεια να καλύπτουν τους κινδύνους που κατατάσσονται στον Κλάδο βοήθειας (κλάδος 18 στο Μέρος Μέρος Α του Πρώτου Παραρτήματος), η εποπτεία επεκτείνεται επίσης στον έλεγχο των τεχνικών μέσων που διαθέτουν οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις αυτές για την καλή εκτέλεση των εργασιών βοήθειας που έχουν δεσμευθεί να πραγματοποιήσουν, στον βαθμό που το δίκαιο του κράτους μέλους καταγωγής προβλέπει τον έλεγχο των εν λόγω μέσων.

(5) Σε περίπτωση κατά την οποία ο κίνδυνος ή η ασφαλιστική υποχρέωση βρίσκεται στη Δημοκρατία ή, στην περίπτωση αντασφαλιστικής επιχείρησης που η Δημοκρατία είναι το κράτος μέλος υποδοχής, εφόσον ο Έφορος έχει λόγους να θεωρεί ότι οι δραστηριότητες μιας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης θα μπορούσαν να αποβούν επιβλαβείς για την οικονομική ευρωστία της επιχείρησης, ενημερώνει τις εποπτικές αρχές του κράτους μέλους καταγωγής της εν λόγω επιχείρησης.

(6) Σε περίπτωση κατά την οποία ο Έφορος ενημερωθεί από τις εποπτικές αρχές άλλου κράτους μέλους ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο, ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του εδαφίου (3) αναφορικά με ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που υπάγονται στην εποπτεία του, ο Έφορος εξακριβώνει εάν η επιχείρηση τηρεί τις αρχές της συνετής διαχείρισης όπως καθορίζονται στον παρόντα Νόμο.

Διαφάνεια και υπευθυνότητα

35. (1) Ο Έφορος εκτελεί τα καθήκοντά του με διαφάνεια και υπευθυνότητα, με δέουσα μέριμνα για την προστασία των εμπιστευτικών πληροφοριών.

(2) Ο Έφορος διασφαλίζει τη δημοσιοποίηση των ακόλουθων πληροφοριών:

(α) των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων, καθώς και των γενικών οδηγιών, στον τομέα των ασφαλιστικών κανονιστικών ρυθμίσεων·

(β) των γενικών κριτηρίων και μεθόδων που χρησιμοποιούνται κατά τη διαδικασία εποπτικής εξέτασης, που προβλέπεται στο άρθρο 39 του παρόντος Νόμου, συμπεριλαμβανομένων των μέσων που αναπτύσσονται σύμφωνα με την παράγραφο (β) του εδαφίου (2) του άρθρου 31 του παρόντος Νόμου˙

(γ) συγκεντρωτικών στατιστικών δεδομένων που αφορούν βασικές πτυχές της εφαρμογής του προληπτικού πλαισίου·

(δ) του τρόπου εφαρμογής των εναλλακτικών λύσεων που προβλέπονται στον παρόντα Νόμο·

(ε) των στόχων της εποπτείας, καθώς και των βασικών λειτουργιών και δραστηριοτήτων της.

(3) Η δημοσιοποίηση που προβλέπεται στο εδάφιο (1) πρέπει να επαρκεί για την πραγματοποίηση σύγκρισης μεταξύ των εποπτικών προσεγγίσεων που ακολουθούν οι εποπτικές αρχές των άλλων κρατών μελών.

(4) Οι πληροφορίες του εδαφίου (1) πρέπει να επικαιροποιούνται τακτικά, να δημοσιοποιούνται και να διατίθενται συγκεντρωμένες στην ηλεκτρονική διεύθυνση του Εφόρου σύμφωνα με τις βασικές παραμέτρους για τη δημοσιοποίηση συγκεντρωτικών δεδομένων που καθορίζονται με κατ΄εξουσιοδότηση πράξεις και σχετικά εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα για τον καθορισμό των υποδειγμάτων και της δομής των δημοσιοποιήσεων.

Απαγόρευση απόρριψης συμβάσεων αντασφάλισης ή αντεκχώρησης

36. (1) Ο Έφορος δεν απορρίπτει μια αντασφαλιστική σύμβαση που συνάπτεται μεταξύ αντασφαλιστικής επιχείρησης ή άλλης ασφαλιστικής επιχείρησης που υπάγεται στην εποπτεία του και άλλης αντασφαλιστικής ή ασφαλιστικής επιχείρησης η οποία έχει λάβει άδεια σε άλλο κράτος μέλος, για λόγους που συνδέονται άμεσα με την οικονομική ευρωστία της αντισυμβαλλόμενης αντασφαλιστικής ή ασφαλιστικής επιχείρησης.

(2) Ο Έφορος δεν απορρίπτει σύμβαση αντεκχώρησης η οποία συνάπτεται μεταξύ αντασφαλιστικής επιχείρησης που υπάγεται στην εποπτεία του και αντασφαλιστικής επιχείρησης ή ασφαλιστικής επιχείρησης η οποία έχει λάβει άδεια σε άλλο κράτος μέλος, για λόγους συνδεόμενους άμεσα με την οικονομική ευρωστία της αντισυμβαλλόμενης ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης.

Εποπτεία των υποκαταστημάτων με έδρα σε άλλο κράτος μέλος

37. (1) Σε περίπτωση ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης που έχει λάβει άδεια σε άλλο κράτος μέλος και η οποία ασκεί τις δραστηριότητές της μέσω υποκαταστήματος στη Δημοκρατία, οι εποπτικές αρχές του κράτους μέλους καταγωγής μπορούν, αφού ενημερώσουν τον Έφορο, να προβαίνουν οι ίδιες ή μέσω εντεταλμένων γι’ αυτό το σκοπό προσώπων, σε επιτόπιες εξακριβώσεις των πληροφοριών που είναι αναγκαίες για να εξασφαλίζεται η χρηματοπιστωτική εποπτεία της επιχείρησης και ο Έφορος μπορεί να συμμετέχει στις εξακριβώσεις αυτές:

Νοείται ότι σε τέτοιες από κοινού εξακριβώσεις δύναται να συμμετέχει και η ΕΙΟΡΑ.

(2) Ο Έφορος, αφού ενημερώσει τις εποπτικές αρχές του κράτους μέλους υποδοχής, δύναται να προβαίνει ο ίδιος ή μέσω εντεταλμένων γι’ αυτόν τον σκοπό προσώπων, σε επιτόπιες εξακριβώσεις των πληροφοριών που είναι αναγκαίες για να εξασφαλίζεται η χρηματοπιστωτική εποπτεία των επιχειρήσεων που υπάγονται στην εποπτεία του δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου και οι οποίες ασκούν δραστηριότητες μέσω υποκαταστήματος σε άλλο κράτος μέλος, και σε τέτοια περίπτωση οι εποπτικές αρχές του κράτους μέλους υποδοχής δύνανται να συμμετέχουν στις εξακριβώσεις αυτές:

Νοείται ότι σε τέτοιες από κοινού εξακριβώσεις δύναται να συμμετέχει και η EIOPA.

(3) Σε περίπτωση που ο Έφορος έχει ενημερώσει τις εποπτικές αρχές τους κράτους μέλους υποδοχής, σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου (2), ότι προτίθεται να διενεργήσει επιτόπιες επαληθεύσεις και του απαγορεύεται να ασκήσει το δικαίωμά του για διενέργεια τέτοιων επιτόπιων επαληθεύσεων, ή σε περίπτωση που οι εποπτικές αρχές του κράτους μέλους υποδοχής αδυνατούν να ασκήσουν στην πράξη το δικαίωμά τους για συμμετοχή σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου (2), ο Έφορος μπορεί να παραπέμψει το θέμα στην EIOPA και να ζητήσει τη βοήθειά της σύμφωνα με το άρθρο 19 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010.

Παρεχόμενες πληροφορίες για σκοπούς εποπτείας

38. (1) Ο Έφορος, λαμβάνοντας υπόψη τους στόχους της εποπτείας, όπως αυτοί καθορίζονται στα άρθρα 30 και 32 του παρόντος Νόμου, απαιτεί από τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις όπως του υποβάλλουν τις πληροφορίες που είναι αναγκαίες για τους σκοπούς της εποπτείας, κατά την εφαρμογή της διαδικασίας που καθορίζεται στο άρθρο 39 του παρόντος Νόμου, οι οποίες περιλαμβάνουν τουλάχιστον τα στοιχεία που είναι απαραίτητα για τα πιο κάτω:

(α) Την αξιολόγηση του συστήματος διακυβέρνησης που εφαρμόζουν οι επιχειρήσεις, των δραστηριοτήτων που ασκούν, των αρχών αποτίμησης που εφαρμόζουν για σκοπούς φερεγγυότητας, των κινδύνων που αντιμετωπίζουν και των συστημάτων διαχείρισης κινδύνων, καθώς και της κεφαλαιακής τους δομής, των αναγκών τους σε κεφάλαια και της διαχείρισης του κεφαλαίου τους·

(β) τη λήψη των όποιων ενδεδειγμένων αποφάσεων επιβάλλονται από την άσκηση των εποπτικών δικαιωμάτων και καθηκόντων τους.

(2) Ο Έφορος έχει εξουσία να -

(α) Καθορίζει με οδηγίες του τη φύση, την έκταση και τον μορφότυπο των πληροφοριών που αναφέρονται στο εδάφιο (1), τις οποίες απαιτεί όπως υποβάλλουν οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις κατά τις ακόλουθες χρονικές στιγμές:

(i) κατά προκαθορισμένες περιόδους·

(ii) σε περίπτωση προκαθορισμένων γεγονότων·

(iii) κατά τη διάρκεια ερευνών σχετικά με την κατάσταση μιας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης·

(β) να λαμβάνει κάθε πληροφορία σχετικά με τις συμβάσεις που ευρίσκονται στην κατοχή διαμεσολαβητών ή σχετικά με τις συμβάσεις που έχουν συναφθεί με τρίτους· και

(γ) να ζητεί πληροφορίες από εξωτερικούς εμπειρογνώμονες, όπως ελεγκτές και αναλογιστές.

(3) Οι πληροφορίες που αναφέρονται στα εδάφια (1) και (2) περιλαμβάνουν τα εξής:

(α) ποιοτικά ή ποσοτικά στοιχεία, ή κάθε κατάλληλο συνδυασμό τους·

(β) στοιχεία που αφορούν το ιστορικό, τη σημερινή κατάσταση ή την προβλεπόμενη κατάσταση, ή κάθε κατάλληλο συνδυασμό τους· και

(γ) δεδομένα από εσωτερικές ή εξωτερικές πηγές, ή κάθε κατάλληλο συνδυασμό τους.

(4) Οι πληροφορίες που αναφέρονται στα εδάφια (1) και (2) πληρούν τις ακόλουθες αρχές:

(α) αντικατοπτρίζουν τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων της συγκεκριμένης επιχείρησης και ιδίως τους κινδύνους που ενυπάρχουν σε αυτές·

(β) είναι προσβάσιμες, πλήρεις από κάθε σημαντική άποψη, συγκρίσιμες και να έχουν χρονική συνέπεια· και

(γ) είναι σχετικές με το θέμα, αξιόπιστες και κατανοητές.

(5) Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις οφείλουν να διαθέτουν κατάλληλα συστήματα και δομές, προκειμένου να ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις των εδαφίων (1) μέχρι (4), καθώς και τεκμηριωμένη πολιτική, εγκεκριμένη από το διοικητικό συμβούλιό τους, ώστε να εξασφαλίζεται συνεχώς η καταλληλότητα των πληροφοριών που υποβάλλονται.

(6) O Έφορος απαιτεί από τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις την υποβολή βεβαίωσης ότι έχουν συμμορφωθεί πλήρως με τις διατάξεις του περί Συγκάλυψης, Έρευνας και Δήμευσης Εσόδων από Ορισμένες Εγκληματικές Πράξεις Νόμου του 1996, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται, αναφορικά με τον διορισμό λειτουργού συμμόρφωσης και κάθε άλλο μέτρο το οποίο οφείλουν να λαμβάνουν για την εφαρμογή του εν λόγω Νόμου.

(7) Με την επιφύλαξη των διατάξεων του εδαφίου (5) του άρθρου 136 του παρόντος Νόμου, όταν οι προκαθορισμένες περίοδοι της υποπαραγράφου (i) της παραγράφου (α) του εδαφίου (2) είναι μικρότερες του ενός έτους, ο Έφορος δύναται να περιορίζει την εποπτική αναφορά, στις ακόλουθες περιπτώσεις:

(α) όταν η υποβολή των πληροφοριών αυτών θα ήταν επαχθής σε σχέση με τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των εγγενών κινδύνων της δραστηριότητας της επιχείρησης∙

(β) όταν οι πληροφορίες υποβάλλονται τουλάχιστον σε ετήσια βάση.

(8) Ο Έφορος δεν περιορίζει τη συχνότητα της εποπτικής αναφοράς που γίνεται συχνότερα από μία φορά το έτος για ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που ανήκουν σε ομίλους υπό την έννοια του εδαφίου (1) του άρθρου 250 του παρόντος Νόμου, εκτός αν η επιχείρηση μπορεί να πείσει τον Έφορο ότι η συχνότερη από μία φορά το έτος εποπτική αναφορά αντενδείκνυται δεδομένων της φύσης, της κλίμακας και της πολυπλοκότητας των εγγενών κινδύνων της δραστηριότητας του ομίλου.

(9) Ο περιορισμός της συχνότητας της εποπτικής αναφοράς προβλέπεται μόνο για επιχειρήσεις που δεν αντιπροσωπεύουν πάνω από το 20% της αγοράς ασφαλίσεων και αντασφαλίσεων Ζωής και Γενικής Φύσεως στη Δημοκρατία, αντίστοιχα, όπου το μερίδιο αγοράς του κλάδου Γενικής Φύσεως βασίζεται σε εγγεγραμμένα μεικτά ασφάλιστρα και το μερίδιο του κλάδου Ζωής βασίζεται σε ακαθάριστες τεχνικές προβλέψεις.

(10) Ο Έφορος δίνει προτεραιότητα στις μικρότερες επιχειρήσεις κατά τον καθορισμό της επιλεξιμότητας των επιχειρήσεων για τους πιο πάνω αναφερόμενους περιορισμούς.

(11) Ο Έφορος δύναται να περιορίζει τη συχνότητα της εποπτικής αναφοράς ή να εξαιρεί ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις από την υποβολή πληροφοριών ανά στοιχείο, στις ακόλουθες περιπτώσεις:

(α) η υποβολή των πληροφοριών αυτών θα ήταν επαχθής σε σχέση με τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των εγγενών κινδύνων της δραστηριότητας της επιχείρησης∙

(β) η υποβολή των πληροφοριών αυτών δεν είναι αναγκαία για την αποτελεσματική εποπτεία της επιχείρησης∙

(γ) η εξαίρεση δεν υπονομεύει τη σταθερότητα των αντίστοιχων χρηματοπιστωτικών συστημάτων στην Ένωση∙ και

(δ) η επιχείρηση είναι σε θέση να παρέχει τις πληροφορίες όποτε της ζητείται.

(12) Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου (11), ο Έφορος δεν εξαιρεί από την υποβολή αναλυτικών πληροφοριών ανά στοιχείο ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που ανήκουν σε όμιλο υπό την έννοια του εδαφίου (1) του άρθρου 250 του παρόντος Νόμου, εκτός αν η επιχείρηση μπορεί να πείσει την εποπτική αρχή ότι η υποβολή πληροφοριών ανά στοιχείο αντενδείκνυται δεδομένων της φύσης, της κλίμακας και της πολυπλοκότητας των εγγενών κινδύνων της δραστηριότητας του ομίλου, και λαμβανομένου υπόψη του στόχου της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας.

(13) Η δυνάμει του εδαφίου (11) εξαίρεση από την υποβολή αναλυτικών πληροφοριών ανά στοιχείο προβλέπεται μόνο για επιχειρήσεις που δεν αντιπροσωπεύουν πάνω από το 20 % της αγοράς ασφαλίσεων ή αντασφαλίσεων Ζωής και Γενικής Φύσεως της Δημοκρατίας, αντίστοιχα, όπου το μερίδιο αγοράς της ασφάλισης Γενικής Φύσεως βασίζεται σε εγγεγραμμένα μεικτά ασφάλιστρα και το μερίδιο της ασφάλισης Ζωής βασίζεται σε ακαθάριστες τεχνικές προβλέψεις.

(14) Ο Έφορος δίνει προτεραιότητα στις μικρότερες επιχειρήσεις κατά τον καθορισμό της επιλεξιμότητας των επιχειρήσεων για τις εξαιρέσεις αυτές.

(15) Για τους σκοπούς των εδαφίων (7) μέχρι (14), στο πλαίσιο της διαδικασίας εποπτικής εξέτασης, ο Έφορος εξετάζει αν η υποβολή πληροφοριών θα ήταν επαχθής σε σχέση με τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των κινδύνων της επιχείρησης, λαμβάνοντας υπόψη τουλάχιστον τα εξής:

(α) τον όγκο των ασφαλίστρων, των τεχνικών προβλέψεων και των περιουσιακών στοιχείων της επιχείρησης∙

(β) τη διακύμανση των απαιτήσεων και των παροχών που καλύπτει η επιχείρηση∙

(γ) τους κινδύνους που συνεπάγονται οι επενδύσεις της επιχείρησης∙

(δ) το επίπεδο των συγκεντρώσεων κινδύνου∙

(ε) το συνολικό αριθμό των κατηγοριών ασφαλίσεων Ζωής και Γενικής Φύσεως για τις οποίες έχει δοθεί άδεια λειτουργίας∙

(στ) τις πιθανές επιπτώσεις της διαχείρισης των περιουσιακών στοιχείων της επιχείρησης στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα∙

(ζ) τα συστήματα και τις δομές της επιχείρησης για την παροχή πληροφοριών για σκοπούς εποπτείας και την τεκμηριωμένη πολιτική που αναφέρεται στο εδάφιο (5)∙

(η) την καταλληλότητα του συστήματος διακυβέρνησης της επιχείρησης∙

(θ) το επίπεδο ιδίων κεφαλαίων που καλύπτουν την κεφαλαιακή απαίτηση φερεγγυότητας και την ελάχιστη κεφαλαιακή απαίτηση∙

(ι) το αν η επιχείρηση είναι εξαρτημένη ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση που καλύπτει μόνο κινδύνους οι οποίοι συνδέονται με τον βιομηχανικό ή εμπορικό όμιλο στον οποίο ανήκει.

(16) Ο Έφορος ασκεί την εποπτική του αρμοδιότητα δυνάμει του παρόντος άρθρου, σύμφωνα με τις κατ΄εξουσιοδότηση πράξεις, τα εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα εποπτικής αναφοράς σε σχέση με τα υποδείγματα για την υποβολή πληροφοριών στις εποπτικές αρχές και τις κατευθυντήριες γραμμές και συστάσεις για την περαιτέρω διευκρίνιση των μεθόδων που χρησιμοποιούνται στον καθορισμό των μεριδίων αγοράς που αναφέρονται στα εδάφια (9) και (13) του παρόντος άρθρου.

(17) Κάθε ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση οφείλει να διατηρεί πλήρη λογιστικά βιβλία και δικαιολογητικά στοιχεία καθώς και μητρώα και άλλες πληροφορίες βάσει των οποίων ετοιμάζονται οι πληροφορίες που προβλέπονται στο παρόν άρθρο για περίοδο τουλάχιστον επτά ετών, τα οποία θα τίθενται στη διάθεση του Εφόρου προς επιθεώρηση και έλεγχο οποτεδήποτε αυτός το απαιτήσει.

(18) Κανονισμοί, οι οποίοι κατατίθενται στη Βουλή των Αντιπροσώπων για έγκριση, καθορίζουν κατά περίπτωση τέλη που καταβάλλονται από τις επιχειρήσεις κατά την υποβολή των στοιχείων του παρόντος άρθρου, για σκοπούς εποπτείας του Εφόρου.

Διαδικασία εποπτικής εξέτασης

39. (1) Ο Έφορος ελέγχει και αξιολογεί τις στρατηγικές, διεργασίες και διαδικασίες πληροφόρησης, που έχουν καθιερωθεί από τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, προκειμένου να συμμορφωθούν προς τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που θεσπίζονται δυνάμει του παρόντος Νόμου.

(2) Ο έλεγχος και η αξιολόγηση του εδαφίου (1) περιλαμβάνουν την αξιολόγηση των ποιοτικών απαιτήσεων σχετικά με το σύστημα διακυβέρνησης, την αξιολόγηση των κινδύνων που αντιμετωπίζουν ή ενδέχεται να αντιμετωπίσουν οι σχετικές επιχειρήσεις και την αξιολόγηση της ικανότητας των εν λόγω επιχειρήσεων να προβαίνουν σε εκτίμηση αυτών των κινδύνων, λαμβανομένου υπόψη του περιβάλλοντος στο οποίο λειτουργούν οι επιχειρήσεις.

(3) Ο Έφορος ελέγχει και αξιολογεί ιδίως τη συμμόρφωση προς τις απαιτήσεις που αφορούν τα εξής:

(α) το σύστημα διακυβέρνησης, συμπεριλαμβανομένης της αποτίμησης του ιδίου κινδύνου και της φερεγγυότητας, που προβλέπεται στο Τέταρτο Κεφάλαιο, Τμήμα 2 του παρόντος Μέρους·

(β) τις τεχνικές προβλέψεις, που προβλέπονται στο Έκτο Κεφάλαιο, Τμήμα 2 του παρόντος Μέρους·

(γ) τις κεφαλαιακές απαιτήσεις, που προβλέπονται στο Έκτο Κεφάλαιο, Τμήματα 4 και 5 του παρόντος Μέρους·

(δ) τους επενδυτικούς κανόνες που προβλέπονται στο Έκτο Κεφάλαιο, Τμήμα 6 του παρόντος Μέρους·

(ε) την ποιότητα και την ποσότητα των ιδίων κεφαλαίων, που προβλέπονται στο Έκτο Κεφάλαιο, Τμήμα 3 του παρόντος Μέρους·

(στ) σε περίπτωση που η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση χρησιμοποιεί πλήρες ή μερικό εσωτερικό υπόδειγμα, τη συνεχή συμμόρφωση προς τις απαιτήσεις για πλήρη και μερικά εσωτερικά υποδείγματα, που προβλέπονται στο Έκτο Κεφάλαιο, Τμήμα 4, Ενότητα 3 του παρόντος Μέρους.

(4) Ο Έφορος διαθέτει κατάλληλα εργαλεία παρακολούθησης, τα οποία του παρέχουν τη δυνατότητα να επισημαίνει την όποια επιδείνωση της χρηματοοικονομικής κατάστασης ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης και να παρακολουθεί τον τρόπο επανόρθωσης αυτής της κατάστασης.

(5) Ο Έφορος ελέγχει και αξιολογεί την επάρκεια των μεθόδων και πρακτικών τις οποίες εφαρμόζουν οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, προκειμένου να επισημαίνουν τα πιθανά γεγονότα ή μελλοντικές μεταβολές στις οικονομικές συνθήκες που θα μπορούσαν να έχουν δυσμενείς επιπτώσεις στη συνολική χρηματοοικονομική κατάσταση των σχετικών επιχειρήσεων καθώς και την ικανότητα των ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων να ανταπεξέρχονται στην περίπτωση τέτοιων πιθανών γεγονότων ή μελλοντικών μεταβολών στις οικονομικές συνθήκες.

(6) Ο Έφορος δύναται να απαιτεί από τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις να αποκαθιστούν τις αδυναμίες ή τις ελλείψεις που επισημάνθηκαν κατά τη διαδικασία εποπτικής εξέτασης.

(7) Οι έλεγχοι και αξιολογήσεις που διενεργούνται από τον Έφορο δυνάμει των εδαφίων (1), (3), και (4) διεξάγονται σε τακτική βάση και σε συχνότητα που καθορίζεται από τον Έφορο, ανάλογα με την περίπτωση, ο οποίος καθορίζει επίσης το αντικείμενο των εν λόγω εξετάσεων και αξιολογήσεων, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων της συγκεκριμένης ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης.

Πρόσθετη κεφαλαιακή απαίτηση

40. (1) Μετά από τη διαδικασία εποπτικού ελέγχου, ο Έφορος δύναται, σε εξαιρετικές περιστάσεις και με αιτιολογημένη απόφασή του, να επιβάλλει πρόσθετη κεφαλαιακή απαίτηση σε ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση και μόνο στις ακόλουθες περιπτώσεις:

(α) Όταν καταλήγει στο συμπέρασμα ότι το προφίλ κινδύνου της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης , αποκλίνει σημαντικά από τις παραδοχές στις οποίες βασίζεται η κεφαλαιακή απαίτηση φερεγγυότητας, όπως υπολογίζεται με τον κανονικό τύπο, σύμφωνα με το ‘Εκτο Κεφάλαιο, Τμήμα 4, Ενότητα 2 του παρόντος Μέρους και:

(i) η απαίτηση για χρήση εσωτερικού υποδείγματος σύμφωνα με το άρθρο 126 του παρόντος Νόμου είναι ακατάλληλη ή έχει αποδειχτεί αναποτελεσματική· ή

(ii) ενώ καταρτίζεται μερικό ή πλήρες εσωτερικό υπόδειγμα, σύμφωνα με το άρθρο 126·

(β) όταν συμπεραίνει ότι το προφίλ κινδύνου της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης αποκλίνει σημαντικά από τις παραδοχές στις οποίες βασίζεται η κεφαλαιακή απαίτηση φερεγγυότητας, όπως υπολογίζεται με εσωτερικό υπόδειγμα ή μερικό εσωτερικό υπόδειγμα σύμφωνα με το Έκτο Κεφάλαιο, Τμήμα 4, Ενότητα 3 του παρόντος Μέρους, διότι ορισμένοι ποσοτικοποιήσιμοι κίνδυνοι δεν λαμβάνονται επαρκώς υπόψη και η προσαρμογή του υποδείγματος ώστε να αντικατοπτρίζει καλύτερα το δεδομένο προφίλ κινδύνου δεν πραγματοποιήθηκε μέσα σε κατάλληλο χρονικό διάστημα·

(γ) όταν καταλήγει στο συμπέρασμα ότι το σύστημα διακυβέρνησης της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης αποκλίνει σημαντικά από τα πρότυπα που καθορίζονται στο Τέταρτο Κεφάλαιο, Τμήμα 2 του παρόντος Μέρους, ότι οι εν λόγω αποκλίσεις την εμποδίζουν να είναι σε θέση να εντοπίσει, να αποτιμήσει, να παρακολουθήσει, να διαχειρισθεί και να αναφέρει ορθά τους κινδύνους, στους οποίους εκτίθεται ή θα μπορούσε να εκτεθεί, και η εφαρμογή, καθ’ αυτήν, άλλων μέτρων δεν φαίνεται πιθανό ότι θα αποκαταστήσει επαρκώς τις ελλείψεις μέσα σε κατάλληλο χρονικό διάστημα˙

(δ) όταν η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση εφαρμόζει την προσαρμογή επιτοκίου λόγω αντιστοίχισης περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων που αναφέρεται στο άρθρο 81, την προσαρμογή λόγω μεταβλητότητας που αναφέρεται στο άρθρο 83 ή τα μεταβατικά μέτρα που αναφέρονται στα άρθρα 422 και 423 του παρόντος Νόμου, και ο Έφορος συμπεραίνει ότι το προφίλ κινδύνου της συγκεκριμένης επιχείρησης αποκλίνει σημαντικά από τις παραδοχές στις οποίες βασίζονται οι ανωτέρω προσαρμογές και μεταβατικά μέτρα.

(2)(α) Στις περιπτώσεις που προβλέπονται στις παραγράφους (α) και (β) του εδαφίου (1), η πρόσθετη κεφαλαιακή απαίτηση υπολογίζεται κατά τρόπο ώστε να εξασφαλίζεται η συμμόρφωση της επιχείρησης προς τις διατάξεις των παραγράφων (β) και (γ) του εδαφίου (1) του άρθρου 107 του παρόντος Νόμου.

(β) Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο εδάφιο (1), η πρόσθετη κεφαλαιακή απαίτηση πρέπει να είναι ανάλογη προς τους σημαντικούς κινδύνους που απορρέουν από τις ελλείψεις οι οποίες προκαλούν τη λήψη απόφασης της αρχής εποπτείας για τον καθορισμό της προσαύξησης.

(γ) Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο (δ) του εδαφίου (1), η πρόσθετη κεφαλαιακή απαίτηση είναι ανάλογη προς τους σημαντικούς κινδύνους που απορρέουν από την παρέκκλιση η οποία αναφέρεται στην εν λόγω παράγραφο.

(3) Στις περιπτώσεις που προβλέπονται στις παραγράφους (β) και (γ) του εδαφίου (1), ο Έφορος μεριμνά ώστε η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση να καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια για να αποκαταστήσει τις ελλείψεις που οδήγησαν στην επιβολή της πρόσθετης κεφαλαιακής απαίτησης.

(4) O Έφορος επανεξετάζει τουλάχιστον μία φορά το χρόνο την πρόσθετη κεφαλαιακή απαίτηση, που αναφέρεται στο εδάφιο (1), και αποφασίζει την άρση της όταν η επιχείρηση έχει αποκαταστήσει τις ελλείψεις που οδήγησαν στην επιβολή της.

(5) H κεφαλαιακή απαίτηση φερεγγυότητας, συμπεριλαμβανομένης της πρόσθετης κεφαλαιακής απαίτησης που επιβλήθηκε, αντικαθιστά την κεφαλαιακή απαίτηση φερεγγυότητας που κρίθηκε ανεπαρκής:

Νοείται ότι, ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου (1), η κεφαλαιακή απαίτηση φερεγγυότητας δεν περιλαμβάνει τις πρόσθετες κεφαλαιακές απαιτήσεις που επιβάλλονται σύμφωνα με την παράγραφο (γ), του εδαφίου (1) για τον υπολογισμό του περιθωρίου κινδύνου που αναφέρεται στο εδάφιο (9) του άρθρου 79 του παρόντος Νόμου.

(6) Ο Έφορος ασκεί την εποπτική του αρμοδιότητα δυνάμει του παρόντος άρθρου σύμφωνα με τις κατ΄εξουσιοδότηση πράξεις αναφορικά με τις λεπτομέρειες σχετικά με τις περιστάσεις υπό τις οποίες μπορεί να επιβληθεί πρόσθετη κεφαλαιακή απαίτηση και μεθοδολογίες υπολογισμού των πρόσθετων κεφαλαιακών απαιτήσεων και τα εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα που καθορίζουν τις διαδικασίες για τη λήψη αποφάσεων σχετικά με τον καθορισμό, τον υπολογισμό και την κατάργηση πρόσθετων κεφαλαιακών απαιτήσεων.

Εποπτεία των αρμοδιοτήτων και των δραστηριοτήτων με εξωτερική ανάθεση

41. (1) Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 50 του παρόντος Νόμου, ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που αναθέτουν εξωτερικά μια αρμοδιότητα ή μια δραστηριότητα ασφάλισης ή αντασφάλισης, οφείλουν να εξασφαλίζουν ότι πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:-

(α) ο πάροχος υπηρεσιών συνεργάζεται με τον Έφορο όσον αφορά την αρμοδιότητα ή τη δραστηριότητα που έχει ανατεθεί εξωτερικά·

(β) οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις και οι ελεγκτές τους αποδεικνύουν στον Έφορο ότι έχουν ουσιαστική πρόσβαση στα δεδομένα που αφορούν τις αρμοδιότητες και τις δραστηριότητες που έχουν ανατεθεί εξωτερικά στα οποία και ο Έφορος έχει ουσιαστική επίσης πρόσβαση·

(γ) Ο Έφορος έχει ουσιαστική πρόσβαση στις εγκαταστάσεις του παρόχου των υπηρεσιών με τον ίδιο τρόπο που έχει πρόσβαση στις εγκαταστάσεις της ασφαλιστικής και αντασφαλιστικής επιχείρησης σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου.

(2) Σε περίπτωση που ο πάροχος υπηρεσιών βρίσκεται σε άλλο κράτος μέλος, ο Έφορος διενεργεί ο ίδιος, ή μέσω προσώπων τα οποία διορίζει για το σκοπό αυτό, επιτόπιους ελέγχους στις εγκαταστάσεις του παρόχου των υπηρεσιών, αφού πρώτα ενημερώσει την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους του παρόχου υπηρεσιών πριν από τη διεξαγωγή του επιτόπιου ελέγχου:

Νοείται ότι, σε περίπτωση οντότητας που δεν υπόκειται σε εποπτεία, αρμόδια αρχή θεωρείται η εποπτική αρχή του κράτους μέλους του παρόχου των υπηρεσιών:

Νοείται περαιτέρω ότι, ο Έφορος δύναται να αναθέτει την αρμοδιότητα για τη διενέργεια των εν λόγω επιτόπιων ελέγχων στις εποπτικές αρχές του κράτους μέλους στο οποίο βρίσκεται ο πάροχος υπηρεσιών.

(3) Στις περιπτώσεις επιτόπιων ελέγχων δυνάμει του εδαφίου (2), εάν ο Έφορος παρά το γεγονός ότι έχει ενημερώσει την κατάλληλη αρχή του κράτους μέλους του παρόχου υπηρεσιών ότι προτίθεται να διενεργήσει επιτόπια επιθεώρηση ή διενεργεί επιτόπια επιθεώρηση και αδυνατεί στην πράξη να ασκήσει το δικαίωμά του για τη διενέργεια αυτής της επιτόπιας επιθεώρησης, δύναται να παραπέμπει το θέμα στην EIOPA και να ζητήσει τη βοήθειά της σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου άρθρο 19 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010.

(4) Σε περίπτωση ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων που υπόκεινται σε εποπτική αρχή άλλου κράτους μέλους και οι οποίες αναθέτουν εξωτερικά μια αρμοδιότητα ή μια δραστηριότητα ασφάλισης ή αντασφάλισης σε πάροχο υπηρεσιών που βρίσκεται στη Δημοκρατία, ο Έφορος δύναται να ασκεί τη διενέργεια των επιτόπιων ελέγχων του παρόχου των υπηρεσιών εφόσον κάτι τέτοιο του ανατεθεί από την εποπτική αρχή του κράτους μέλους καταγωγής της ασφαλιστικής και αντασφαλιστικής επιχείρησης:

Νοείται ότι, σε περίπτωση οντότητας που δεν υπόκειται σε εποπτεία, αρμόδια αρχή θεωρείται ο Έφορος.

(5) Στις περιπτώσεις επιτόπιων ελέγχων που γίνονται από κοινού μεταξύ του Εφόρου και εποπτικής αρχής άλλου κράτους μέλους δυνάμει των διατάξεων του παρόντος άρθρου, δικαιούται να συμμετέχει και η EIOPA.

ΤΕΤΑΡΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΟΡΟΙ ΑΣΚΗΣΗΣ ΤΩΝ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΩΝ
ΤΜΗΜΑ 1 - ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΕΥΘΥΝΗ ΤΟΥ
Ευθύνη διοικητικού συμβουλίου

42. Το διοικητικό συμβούλιο της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης υπέχει την τελική ευθύνη για τη συμμόρφωση της σχετικής επιχείρησης με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου και των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων Κανονισμών που κατατίθενται στη Βουλή των Αντιπροσώπων για έγκριση, καθώς και με οποιεσδήποτε άλλες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις εκδίδονται είτε σε εθνικό είτε σε ευρωπαϊκό επίπεδο σε σχέση με την άσκηση ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών εργασιών.

ΤΜΗΜΑ 2 - ΣΥΣΤΗΜΑ ΔΙΑΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ
Γενικές απαιτήσεις διακυβέρνησης

43. (1) Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις οφείλουν να διαθέτουν αποτελεσματικό σύστημα διακυβέρνησης, το οποίο να εγγυάται την ορθή και συνετή διαχείριση των δραστηριοτήτων, να περιλαμβάνει τουλάχιστον μια κατάλληλη διαφανή οργανωτική δομή, με σαφή κατανομή και ορθό διαχωρισμό καθηκόντων, καθώς και έναν αποτελεσματικό μηχανισμό διασφάλισης της μετάδοσης των πληροφοριών, συμπεριλαμβανομένης της συμμόρφωσης με τις απαιτήσεις που ορίζουν τα άρθρα 44 μέχρι 49 του παρόντος Νόμου, καθώς και τις διαδικασίες που ακολουθούν έτσι ώστε το σύστημα διακυβέρνησης να υπόκειται σε τακτική εσωτερική εξέταση από την επιχείρηση.

(2) Το σύστημα διακυβέρνησης του εδαφίου (1) θα πρέπει να είναι ανάλογο προς τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των εργασιών της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης.

(3) Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις διαθέτουν γραπτώς τεκμηριωμένες πολιτικές, σε σχέση τουλάχιστον με τη διαχείριση του κινδύνου, τον εσωτερικό έλεγχο, τους εσωτερικούς λογιστικούς ελέγχους και, κατά περίπτωση, την εξωτερική ανάθεση και λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα για εφαρμογή των πολιτικών αυτών.

(4) Οι γραπτώς τεκμηριωμένες πολιτικές του εδαφίου (3) επανεξετάζονται σε ετήσια, τουλάχιστον, βάση ενώ υπόκεινται στην προηγούμενη έγκριση του διοικητικού συμβουλίου και προσαρμόζονται σε κάθε σημαντική αλλαγή του εκάστοτε συστήματος ή τομέα.

(5) Οι ασφαλιστικές και οι αντασφαλιστικές επιχειρήσεις λαμβάνουν εύλογα μέτρα προκειμένου να διασφαλίζουν τη συνέχεια και την κανονικότητα των δραστηριοτήτων τους, συμπεριλαμβανομένης της ανάπτυξης σχεδίων έκτακτης ανάγκης και για τον σκοπό αυτό, οι επιχειρήσεις εφαρμόζουν και χρησιμοποιούν κατάλληλα και αναλογικά συστήματα, μέσα και διαδικασίες.

(6) Ο Έφορος επαληθεύει το σύστημα διακυβέρνησης των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων και αξιολογεί τους αναδυόμενους κινδύνους που επισημαίνονται από τις επιχειρήσεις, οι οποίοι ενδέχεται να επηρεάσουν τη χρηματοοικονομική τους ευρωστία και δύναται να ζητήσει από τις επιχειρήσεις, και αυτές οφείλουν να συμμορφώνονται, την αναθεώρηση ή τροποποίηση του συστήματος διακυβέρνησης έτσι ώστε αυτό να βελτιωθεί και ενδυναμωθεί προκειμένου να εξασφαλισθεί η συμμόρφωση με τις απαιτήσεις που ορίζονται στα άρθρα 51 μέχρι 57 του παρόντος Νόμου.

(7) Ο Έφορος δύναται, όποτε κρίνει αυτό αναγκαίο, να ζητά από τις ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις την υποβολή οποιωνδήποτε στοιχείων που αναφέρονται στα εδάφια (1) μέχρι (5) για σκοπούς άσκησης των εξουσιών του δυνάμει του εδαφίου (6).

(8) Δεν επιτρέπεται οποιαδήποτε παραχώρηση από ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση δανείων ή προσωρινών παροχών, εξαιρουμένων των δανείων που χορηγούνται από ασφαλιστική επιχείρηση σε σχέση με ασφαλιστήρια ζωής μέσα στα πλαίσια της αξίας εξαγοράς τους, έστω και αν αυτά εξασφαλίζονται με υποθήκη, προσωπική εγγύηση ή άλλο τρόπο, σε οποιοδήποτε μέλος του διοικητικού συμβουλίου της επιχείρησης, διευθυντή, αντιπρόσωπο, αναλογιστή, ελεγκτή, ή υπάλληλο της επιχείρησης ή σε οποιοδήποτε πρόσωπο ασκεί ουσιαστικά έλεγχο της επιχείρησης, ή σε οποιοδήποτε γονέα, σύζυγο, παιδί, αδελφό ή αδελφή των πιο πάνω ή σε οποιαδήποτε άλλη εταιρεία ή οργανισμό στον οποίο οποιοδήποτε από τα πιο πάνω πρόσωπα κατέχει θέση διοικητικού συμβούλου, διευθυντή, αντιπροσώπου, αναλογιστή, ελεγκτή, υπαλλήλου ή συνεταίρου ή άλλως πως ασκεί ουσιαστικό έλεγχο:

Νοείται ότι, για τους σκοπούς του εδαφίου αυτού “παιδί” περιλαμβάνει προγονό ή πρόγονη και υιοθετημένο παιδί:

Νοείται περαιτέρω ότι, οτιδήποτε προβλέπεται στο εδάφιο αυτό δεν εφαρμόζεται-

(i) σε σχέση με δάνεια που παραχωρούνται από ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση σε οποιοδήποτε υπάλληλο της επιχείρησης, για τους σκοπούς και σύμφωνα με τους όρους που καθορίζονται σε Κανονισμούς που εκδίδονται δυνάμει του παρόντος Νόμου και κατατίθενται στη Βουλή των Αντιπροσώπων για έγκριση, ή

(ii) σε σχέση με δάνεια που παραχωρούνται από ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση σε θυγατρική της εταιρεία ή σε άλλη εταιρεία που ανήκει στον ίδιο όμιλο, νοουμένου ότι τα εν λόγω δάνεια δεν θα παραχωρηθούν, άμεσα ή έμμεσα σε οποιαδήποτε από τα φυσικά πρόσωπα που αναφέρονται στο παρόν εδάφιο και σε σχέση με τα οποία δυνάμει του παρόντος εδαφίου απαγορεύεται η χορήγηση δανείων από ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση.

Απαιτήσεις ικανότητας και καταλληλότητας για πρόσωπα τα οποία διοικούν την επιχείρηση ή ασκούν άλλα βασικά καθήκοντα

44. (1) Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις μεριμνούν ώστε όλα τα πρόσωπα, του διοικητικού συμβουλίου και οποιαδήποτε άλλα πρόσωπα διοικούν ουσιαστικά την επιχείρηση ή ασκούν άλλου είδους βασικά καθήκοντα, να πληρούν ανά πάσα στιγμή τις ακόλουθες απαιτήσεις:

(α) Τα επαγγελματικά τους προσόντα, οι γνώσεις και η πείρα τους, τους επιτρέπουν να ασκούν υγιή και συνεπή διαχείριση (ικανότητα)∙ και

(β) είναι επαρκή από πλευράς υπόληψης και ακεραιότητας (ήθος).

(2) Ο Έφορος κρίνει σε κάθε περίπτωση εάν και κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις του εδαφίου (1), λαμβάνοντας ιδίως υπόψη κατά πόσο τα εν λόγω πρόσωπα διαθέτουν εντιμότητα, καλή φήμη, ειδική γνώση και πείρα στον τομέα τους και είναι καλής οικονομικής κατάστασης:

Νοείται ότι, σε κάθε περίπτωση, πρόσωπο του εδαφίου (1)-

(α) δεν λογίζεται ότι διαθέτει ήθος σε περίπτωση που καταδικάστηκε για πλαστογραφία, κλοπή, απάτη, υπεξαίρεση, τοκογλυφία, αισχροκέρδεια, εκβίαση, δωροδοκία, λαθρεμπορία, απόσπαση χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις, φόνο εκ προμελέτης, ανθρωποκτονία, βιασμό, αδικήματα ηθικής αισχρότητας ή άλλα συναφή προς τα ανωτέρω ποινικά αδικήματα∙

(β) δεν λογίζεται ότι είναι καλής οικονομικής κατάστασης εάν κηρύχθηκε σε πτώχευση:

Νοείται περαιτέρω ότι, πρόσωπο του εδαφίου (1) δεν λογίζεται ότι πληροί τις προϋποθέσεις του εν λόγω εδαφίου εάν κατείχε προηγουμένως ειδική συμμετοχή ή θέση διευθύνοντος προσώπου, σε ασφαλιστική επιχείρηση ή άλλη συναφή επιχείρηση του χρηματοπιστωτικού τομέα, της οποίας επιχείρησης η άδεια ανακλήθηκε από οποιοδήποτε νόμο για σοβαρή παραβίαση των υποχρεώσεών της, εκτός εάν αποδείξει ότι δεν συναίνεσε ή συνέπραξε στην παραβίαση.

(3) Κανονισμοί που κατατίθενται στη Βουλή των Αντιπροσώπων για έγκριση, καθορίζουν τα αποδεικτικά που πρέπει να προσκομίζουν οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις προς απόδειξη της ικανότητας και καταλληλότητας των προσώπων του εδαφίου (1).

(4) Εκτός από τους διοικητικούς συμβούλους της ασφαλιστικής επιχείρησης που δεν ασκούν εκτελεστικά καθήκοντα, τα λοιπά μέλη του διοικητικού συμβουλίου της επιχείρησης οφείλουν να έχουν το συνήθη τόπο διαμονής τους στη Δημοκρατία:

Νοείται ότι, ο Έφορος δύναται να επιτρέψει όπως ορισμένα από τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου έχουν τη συνήθη διαμονή τους εκτός της Δημοκρατίας, εφ’ όσον κρίνει ότι αυτό δεν επηρεάζει δυσμενώς την εύρυθμη λειτουργία της επιχείρησης.

(5) Στον Έφορο ανακοινώνεται η ταυτότητα των προσώπων του εδαφίου (1) της επιχείρησης κατά τον καθορισμένο τύπο, προς έγκριση, κατά την υποβολή της αιτήσεως προς χορήγηση της άδειας ασκήσεως ασφαλιστικών εργασιών.

(6)(α) Στον Έφορο επίσης ανακοινώνεται, προς έγκριση, κατά τον καθορισμένο τύπο, κάθε μεταγενέστερος διορισμός επιπρόσθετος ή εις αντικατάσταση άλλου, κάθε εκούσια αποχώρηση ή τερματισμός των υπηρεσιών ή αντικατάσταση και γενικά κάθε άλλη μεταβολή των προσώπων του εδαφίου (1), μέσα σε προθεσμία ενός μηνός αφότου επεσυνέβη ο διορισμός, αποχώρηση, τερματισμός υπηρεσιών ή άλλη μεταβολή. Σε περίπτωση κατά την οποία ο Έφορος ενίσταται στο διορισμό οποιουδήποτε προσώπου λόγω του ότι αυτό δεν πληροί τα απαραίτητα προσόντα, οφείλει να κοινοποιήσει δεόντως αιτιολογημένη απόφαση του στην ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, μέσα σε προθεσμία ενός μηνός από την ημέρα της ανακοινώσεως του διορισμού:

Νοείται ότι η απόφαση του Εφόρου δύναται να προσβληθεί ενώπιον του Γενικού Διευθυντή, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 347 του παρόντος Νόμου:

Νοείται περαιτέρω ότι η πιο πάνω απόφαση του Εφόρου δύναται να προσβληθεί απευθείας με προσφυγή σύμφωνα με το άρθρο 146 του Συντάγματος.

(β) Η απορριπτική απόφαση του Γενικού Διευθυντή επί προσφυγής που ασκείται σύμφωνα με την παράγραφο (α), δύναται να προσβληθεί με προσφυγή δυνάμει του άρθρου 146 του Συντάγματος:

Νοείται ότι, εκκρεμούσης της απόφασης του Γενικού Διευθυντή, ουδεμία προσφυγή σύμφωνα με το άρθρο 146 του Συντάγματος μπορεί να ασκηθεί.

(7) Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις οφείλουν να ενημερώνουν τον Έφορο εάν οποιοδήποτε πρόσωπο του εδαφίου (1) έχει αποχωρήσει, παραιτηθεί, παυθεί ή αντικατασταθεί, και να κοινοποιούν παράλληλα οποιεσδήποτε άλλες πληροφορίες που είναι αναγκαίες για την αξιολόγηση από τον Έφορο του κατά πόσον νέα πρόσωπα που έχουν ορισθεί για να αναλάβουν τη διοίκηση της επιχείρησης πληρούν τις απαιτήσεις ικανότητας και ήθους του παρόντος άρθρου.

(8) Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, ως πρόσωπα που αναφέρονται στο εδάφιο (1), θεωρούνται-

(α) οι διοικητικοί σύμβουλοι της επιχείρησης, περιλαμβανομένου και του εκτελεστικού προέδρου και του διευθύνοντος συμβούλου·

(β) ο ανώτερος εκτελεστικός λειτουργός της επιχείρησης, που είναι υπεύθυνος για τη διεύθυνση όλων των ασφαλιστικών εργασιών της, μέσα στα πλαίσια των αποφάσεων του διοικητικού της συμβουλίου·

(γ) ο γενικός διευθυντής της επιχείρησης, εφ’ όσον τα καθήκοντά του δεν ασκούνται από ένα από τα αναφερόμενα στις πιο πάνω παραγράφους (α) και (β) πρόσωπα· και

(δ) οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο, που κατά την κρίση του Εφόρου, λόγω της φύσεως των καθηκόντων που ασκεί στην επιχείρηση, είναι σε θέση να επηρεάσει τη λήψη αποφάσεων ή την όλη πολιτική της επιχείρησης.

Διαχείριση κινδύνων

45. (1)Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις διαθέτουν αποτελεσματικό σύστημα διαχείρισης κινδύνων, το οποίο περιλαμβάνει στρατηγικές, διεργασίες και διαδικασίες αναφοράς που απαιτούνται για τον προσδιορισμό, τη μέτρηση, την παρακολούθηση, διαχείριση και αναφορά, σε συνεχή βάση, των κινδύνων, σε ατομικό και σε συνολικό επίπεδο, στους οποίους είναι ή θα μπορούσε να είναι εκτεθειμένες και τις αλληλεξαρτήσεις τους.

(2) Το σύστημα διαχείρισης των κινδύνων είναι αποτελεσματικό και ενσωματώνεται κατάλληλα στην οργανωτική δομή και στη διαδικασία λήψης αποφάσεων της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, λαμβανομένων δεόντως υπόψη των προσώπων που διοικούν ουσιαστικά την επιχείρηση ή έχουν άλλες βασικές αρμοδιότητες.

(3) Το σύστημα διαχείρισης κινδύνων καλύπτει τους κινδύνους που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη στον υπολογισμό της κεφαλαιακής απαίτησης φερεγγυότητας, όπως ορίζεται στην παράγραφο (δ) του εδαφίου (1) του άρθρου 107 του παρόντος Νόμου, καθώς και τους κινδύνους, οι οποίοι δεν περιλαμβάνονται καθόλου ή δεν περιλαμβάνονται εξ ολοκλήρου στον υπολογισμό της απαίτησης αυτής και καλύπτει τουλάχιστον τα ακόλουθα πεδία:

(α) ανάληψη ασφαλιστικού κινδύνου και σύσταση προβλέψεων·

(β) διαχείριση ενεργητικού – παθητικού·

(γ) επενδύσεις, ιδίως θέσεις σε παράγωγα και παρόμοιες υποχρεώσεις·

(δ) διαχείριση κινδύνων ρευστότητας και συγκέντρωσης·

(ε) διαχείριση λειτουργικού κινδύνου·

(στ) αντασφάλιση και άλλες τεχνικές μείωσης του κινδύνου.

(4) Οι γραπτώς τεκμηριωμένες πολιτικές για τη διαχείριση του κινδύνου που αναφέρονται στο εδάφιο (3) του άρθρου 43 του παρόντος Νόμου, περιλαμβάνουν πολιτικές που συνδέονται με τις παραγράφους (α) έως (στ) του εν λόγω εδαφίου.

(5) Όταν ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις εφαρμόζουν την προσαρμογή επιτοκίου λόγω αντιστοίχισης περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων που αναφέρεται στο άρθρο 81 ή την προσαρμογή λόγω μεταβλητότητας που αναφέρεται στο άρθρο 83 του παρόντος Νόμου, καταρτίζουν σχέδιο ρευστότητας με προβολές των εισερχόμενων και των εξερχόμενων ταμειακών ροών σε σχέση με τα περιουσιακά στοιχεία και τις υποχρεώσεις που υπόκεινται στις προσαρμογές αυτές.

(6) Όσον αφορά τη διαχείριση ενεργητικού-παθητικού, οι ασφαλιστικές και οι αντασφαλιστικές επιχειρήσεις αξιολογούν τακτικά-

(α) την ευαισθησία των τεχνικών προβλέψεων και των επιλέξιμων ιδίων κεφαλαίων τους στις παραδοχές στις οποίες βασίζεται η παρέκταση της σχετικής διαχρονικής διάρθρωσης επιτοκίων άνευ κινδύνου που αναφέρεται στο άρθρο 80 του παρόντος Νόμου∙

(β) όταν εφαρμόζεται η προσαρμογή επιτοκίου λόγω αντιστοίχισης περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων που αναφέρεται στο άρθρο 81 του παρόντος Νόμου-

(i) την ευαισθησία των τεχνικών προβλέψεων και των επιλέξιμων ιδίων κεφαλαίων τους στις παραδοχές στις οποίες βασίζεται ο υπολογισμός της προσαρμογής επιτοκίου λόγω αντιστοίχισης περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων, συμπεριλαμβανομένου του υπολογισμού του βασικού πιστωτικού περιθωρίου που αναφέρεται στην παράγραφο (β) του εδαφίου (1) του άρθρου 82 και την πιθανή επίπτωση που θα είχε στα επιλέξιμα ίδια κεφάλαιά τους μια αναγκαστική πώληση περιουσιακών στοιχείων∙

(ii) την ευαισθησία των τεχνικών προβλέψεων και των επιλέξιμων ιδίων κεφαλαίων τους σε αλλαγές στη σύνθεση του δεσμευμένου χαρτοφυλακίου στοιχείων ενεργητικού∙

(iii) τον αντίκτυπο μιας μείωσης της προσαρμογής επιτοκίου λόγω αντιστοίχισης περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων στο μηδέν∙

(γ) όταν εφαρμόζεται η προσαρμογή λόγω μεταβλητότητας που αναφέρεται στο άρθρο 83 του παρόντος Νόμου-

(i) την ευαισθησία των τεχνικών προβλέψεων και των επιλέξιμων ιδίων κεφαλαίων τους στις παραδοχές στις οποίες βασίζεται ο υπολογισμός της προσαρμογής λόγω μεταβλητότητας, και την πιθανή επίπτωση που θα είχε στα επιλέξιμα ίδια κεφάλαιά τους μια αναγκαστική πώληση περιουσιακών στοιχείων∙

(ii) τον αντίκτυπο μιας μείωσης της προσαρμογής λόγω μεταβλητότητας στο μηδέν.

(7) Οι ασφαλιστικές και οι αντασφαλιστικές επιχειρήσεις υποβάλλουν τις αξιολογήσεις των παραγράφων (α),(β) και (γ) του εδαφίου (6) σε ετήσια βάση στον Έφορο, ως Μέρος των πληροφοριών που υποβάλλουν δυνάμει του άρθρου 38 του παρόντος Νόμου.

(8) Στις περιπτώσεις όπου η μείωση της προσαρμογής επιτοκίου, λόγω αντιστοίχισης περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων ή της προσαρμογής λόγω μεταβλητότητας στο μηδέν, θα είχε ως αποτέλεσμα τη μη συμμόρφωση προς την κεφαλαιακή απαίτηση φερεγγυότητας, η επιχείρηση υποβάλλει επίσης ανάλυση των μέτρων που θα μπορούσε να εφαρμόσει σε τέτοια περίπτωση για να αποκαταστήσει το επίπεδο των επιλέξιμων ιδίων κεφαλαίων που καλύπτει η κεφαλαιακή απαίτηση φερεγγυότητας ή να μειώσει το προφίλ κινδύνου της για να αποκατασταθεί η συμμόρφωση προς την κεφαλαιακή απαίτηση φερεγγυότητας.

(9) Όταν εφαρμόζεται η προσαρμογή λόγω μεταβλητότητας που αναφέρεται στο άρθρο 83 του παρόντος Νόμου, η τεκμηριωμένη πολιτική διαχείρισης κινδύνου που αναφέρεται στο εδάφιο (3) του άρθρου 43 του παρόντος Νόμου, περιλαμβάνει πολιτική σχετικά με τα κριτήρια για την εφαρμογή της προσαρμογής λόγω μεταβλητότητας.

(10) Όσον αφορά τον επενδυτικό κίνδυνο, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις αποδεικνύουν ότι συμμορφώνονται με τις διατάξεις του Έκτου Κεφαλαίου, Τμήμα 6 του παρόντος Μέρους.

(11) Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις προβλέπουν λειτουργική θέση για τη διαχείριση του κινδύνου που θα είναι δομημένη με τέτοιο τρόπο ώστε να διευκολύνει την εφαρμογή του συστήματος διαχείρισης του κινδύνου.

(12) Οι επιχειρήσεις ασφάλισης και αντασφάλισης, όταν χρησιμοποιούν εξωτερικές αξιολογήσεις πιστοληπτικής ικανότητας στον υπολογισμό των τεχνικών προβλέψεων και της κεφαλαιακής απαίτησης φερεγγυότητας, για να αποφεύγουν την υπερβολική εξάρτηση από εξωτερικούς οργανισμούς αξιολόγησης της πιστοληπτικής ικανότητας, αξιολογούν την καταλληλότητα αυτών των εξωτερικών αξιολογήσεων στο πλαίσιο της διαχείρισης κινδύνου τους, με τη χρήση πρόσθετων αξιολογήσεων όπου είναι πρακτικά δυνατόν, για να αποφεύγεται οποιαδήποτε αυτόματη εξάρτηση από εξωτερικές αξιολογήσεις. Η αναφερόμενη αξιολόγηση γίνεται σύμφωνα με εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα που εκδίδει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

(13) Για τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που χρησιμοποιούν μερικό ή πλήρες εσωτερικό υπόδειγμα εγκεκριμένο σύμφωνα με τα άρθρα 119 και 120 του παρόντος Νόμου, η λειτουργία διαχείρισης του κινδύνου καλύπτει τα ακόλουθα καθήκοντα:

(α) το σχεδιασμό και την εφαρμογή του εσωτερικού υποδείγματος·

(β) τη δοκιμή και την επικύρωση του εσωτερικού υποδείγματος·

(γ) την τεκμηρίωση του εσωτερικού υποδείγματος και τυχόν μεταγενέστερων τροποποιήσεών του·

(δ) την ανάλυση των επιδόσεων του εσωτερικού υποδείγματος και τη σύνταξη συνοπτικών εκθέσεων·

(ε) την ενημέρωση του διοικητικού συμβουλίου σχετικά με την επίδοση του εσωτερικού υποδείγματος, υποδεικνύοντας πεδία που χρειάζονται βελτίωση, και επίκαιρη ενημέρωση του οργάνου αυτού σχετικά με την πορεία των προσπαθειών βελτίωσης προηγουμένως επισημανθεισών αδυναμιών.

Εκτίμηση ιδίου κινδύνου και φερεγγυότητας

46. Στο πλαίσιο του συστήματος διαχείρισης του κινδύνου, κάθε ασφαλιστική και αντασφαλιστική επιχείρηση διεξάγει τη δική της εσωτερική εκτίμηση κινδύνου και φερεγγυότητας η οποία περιλαμβάνει τουλάχιστον τα ακόλουθα:

(α) τις συνολικές ανάγκες φερεγγυότητας, λαμβάνοντας υπόψη το προφίλ κινδύνου της επιχείρησης τα εγκεκριμένα περιθώρια ανοχής του κινδύνου και την επιχειρηματική στρατηγική της επιχείρησης·

(β) τη συμμόρφωση, σε συνεχή βάση, με τις κεφαλαιακές απαιτήσεις, όπως προβλέπεται στο ‘Εκτο Κεφάλαιο, Τμήματα 4 και 5, του παρόντος Μέρους και με τις απαιτήσεις σχετικά με τις τεχνικές προβλέψεις, όπως προβλέπεται στο Έκτο Κεφάλαιο, Τμήμα 2 του παρόντος Μέρους·

(γ) το μέγεθος απόκλισης του προφίλ κινδύνου της επιχείρησης από τις παραδοχές στις οποίες βασίζεται η κεφαλαιακή απαίτηση φερεγγυότητας, όπως ορίζεται στις παραγράφους (β) και (γ) του εδαφίου (1) του άρθρου 107 του παρόντος Νόμου που υπολογίζεται με την τυποποιημένη μέθοδο σύμφωνα με το ‘Εκτο Κεφάλαιο, Τμήμα 4, Ενότητα 2 του παρόντος Μέρους ή με το μερικό ή το πλήρες εσωτερικό της υπόδειγμα σύμφωνα με το ‘Εκτο Κεφάλαιο, Τμήμα 4, Ενότητα 3 του παρόντος Μέρους.

(2) Για τους σκοπούς της παραγράφου (α) του εδαφίου (1), η οικεία επιχείρηση διαθέτει διαδικασίες ανάλογες προς τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των κινδύνων που ενυπάρχουν στην επιχειρηματική της δραστηριότητα και οι οποίες της επιτρέπουν να εντοπίζει και να αποτιμά καταλλήλως τους κινδύνους που αντιμετωπίζει βραχυπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα και στους οποίους θα μπορούσε να εκτεθεί και παρουσιάζει τις μεθόδους που χρησιμοποιούνται στην υπό αναφορά αξιολόγηση.

(3) Όταν η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση εφαρμόζει την προσαρμογή επιτοκίου λόγω αντιστοίχισης περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων που αναφέρεται στο άρθρο 81, την προσαρμογή λόγω μεταβλητότητας που αναφέρεται στο άρθρο 83 ή τα μεταβατικά μέτρα που αναφέρονται στα άρθρα 422 και 423 του παρόντος Νόμου, διεξάγει την αξιολόγηση συμμόρφωσης προς τις κεφαλαιακές απαιτήσεις που αναφέρεται στην παράγραφο (β) του εδαφίου (1), λαμβάνοντας και μη λαμβάνοντας υπόψη αυτές τις προσαρμογές και τα μεταβατικά μέτρα.

(4) Στην περίπτωση που αναφέρεται η παράγραφος (γ) του εδαφίου (1), όταν χρησιμοποιείται εσωτερικό υπόδειγμα, η αξιολόγηση πραγματοποιείται μαζί με την αναπροσαρμογή, η οποία μετατρέπει τα αριθμητικά στοιχεία σχετικά με τον κίνδυνο σε μέτρηση κινδύνου και σε διαμόρφωση των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας.

(5) Η εκτίμηση ιδίου κινδύνου και φερεγγυότητας αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της επιχειρηματικής στρατηγικής και λαμβάνεται υπόψη σε συνεχή βάση στις στρατηγικές αποφάσεις της επιχείρησης.

(6) Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις διενεργούν την αξιολόγηση που αναφέρεται στο εδάφιο (1) τακτικά και χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση μετά από οποιαδήποτε σημαντική αλλαγή στο προφίλ κινδύνου τους.

(7) Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις ενημερώνουν τον Έφορο για τα αποτελέσματα της εσωτερικής εκτίμησης κινδύνου και φερεγγυότητας, στο πλαίσιο των πληροφοριών που διαβιβάζονται δυνάμει του άρθρου 38 του παρόντος Νόμου.

(8) Η αποτίμηση ιδίου κινδύνου και φερεγγυότητας δεν εξυπηρετεί στον υπολογισμό κεφαλαιακών απαιτήσεων:

Νοείται ότι οι κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας θα αναπροσαρμόζονται μόνο σύμφωνα με τα άρθρα 40, 270 έως 272 και 277 του παρόντος Νόμου.

Σύστημα εσωτερικού ελέγχου

47. (1) Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις διαθέτουν αποτελεσματικό σύστημα εσωτερικού ελέγχου (“internal control”), το οποίο περιλαμβάνει, τουλάχιστον, διοικητικές και λογιστικές διαδικασίες, πλαίσιο εσωτερικού ελέγχου, κατάλληλες ρυθμίσεις πληροφόρησης σε όλα τα επίπεδα της επιχείρησης και λειτουργία συμμόρφωσης.

(2) Η λειτουργία συμμόρφωσης περιλαμβάνει την παροχή συμβουλών στο διοικητικό συμβούλιο της επιχείρησης για τη συμμόρφωση με τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που εκδίδονται δυνάμει του παρόντος Νόμου, καθώς επίσης και εκτίμηση του πιθανού αντικτύπου, τυχόν αλλαγών στο νομικό περιβάλλον στις πράξεις της οικείας επιχείρησης και τον προσδιορισμό και την εκτίμηση του κινδύνου συμμόρφωσης.

Εσωτερικός έλεγχος

48. (1) Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις διαθέτουν ουσιαστική λειτουργία εσωτερικού ελέγχου (“internal audit”), η οποία περιλαμβάνει αξιολόγηση της επάρκειας και της αποτελεσματικότητας του συστήματος εσωτερικού ελέγχου καθώς και άλλων στοιχείων του συστήματος διακυβέρνησης.

(2) Η λειτουργία εσωτερικού ελέγχου είναι αντικειμενική και ανεξάρτητη από τις επιχειρησιακές λειτουργίες.

(3) Τυχόν διαπιστώσεις και συστάσεις του εσωτερικού ελέγχου αναφέρονται στο διοικητικό συμβούλιο της επιχείρησης, το οποίο καθορίζει ποιες ενέργειες αναλαμβάνονται σε σχέση με κάθε ένα από τα συμπεράσματα και τις συστάσεις του εσωτερικού λογιστικού ελέγχου και διασφαλίζει την εκτέλεση των ενεργειών αυτών.

Αναλογιστική λειτουργία.

49. (1) Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις προβλέπουν αποτελεσματική αναλογιστική λειτουργία, η οποία-

(α) συντονίζει τον υπολογισμό των τεχνικών προβλέψεων·

(β) εξασφαλίζει την καταλληλότητα των μεθόδων και των υποκείμενων υποδειγμάτων που χρησιμοποιούνται, καθώς και των παραδοχών που γίνονται στον υπολογισμό των τεχνικών προβλέψεων·

(γ) αξιολογεί την επάρκεια και ποιότητα των στοιχείων που χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό των τεχνικών προβλέψεων·

(δ) συγκρίνει τις βέλτιστες εκτιμήσεις σε σχέση με τις εμπειρικές παρατηρήσεις·

(ε) πληροφορεί το διοικητικό συμβούλιο σχετικά με την αξιοπιστία και καταλληλότητα του υπολογισμού των τεχνικών προβλέψεων·

(στ) επιβλέπει τον υπολογισμό των τεχνικών προβλέψεων στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 88 του παρόντος Νόμου·

(ζ) εκφράζει γνώμη για τη γενική πολιτική ανάληψης ασφαλιστικών κινδύνων∙

(η) εκφράζει γνώμη σχετικά με την καταλληλότητα των αντασφαλιστικών συμφωνιών· και

(θ) συμβάλλει στην αποτελεσματική εφαρμογή του συστήματος διαχείρισης κινδύνου που αναφέρεται στο άρθρο 45, ιδίως σε σχέση με την υποδειγματοποίηση του κινδύνου στην οποία στηρίζεται ο υπολογισμός των κεφαλαιακών απαιτήσεων που αναφέρονται στο Έκτο Κεφάλαιο, τμήματα 4 και 5 του παρόντος Μέρους και της αξιολόγησης που προβλέπεται στο άρθρο 46 του παρόντος Νόμου.

(2) Η αναλογιστική λειτουργία εκτελείται από πρόσωπα που διαθέτουν γνώση αναλογιστικών και οικονομικών μαθηματικών ανάλογη προς τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των κινδύνων που είναι εγγενείς της επιχειρηματικής δραστηριότητας της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, και τα οποία είναι σε θέση να αποδείξουν τη σχετική πείρα τους, σε σχέση με τα ισχύοντα επαγγελματικά και άλλου είδους πρότυπα, τα οποία καθορίζονται με Κανονισμούς που κατατίθενται στη Βουλή των Αντιπροσώπων για έγκριση.

(3) Ο διορισμός του προσώπου που εκτελεί την αναλογιστική λειτουργία σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου ανακοινώνεται εγγράφως στον Έφορο μέσα σε προθεσμία δεκαπέντε ημερών από το διορισμό. Στο έγγραφο της ανακοίνωσης αναφέρονται η ημέρα του διορισμού, το όνομα και τα προσόντα του προσώπου που διορίζεται και το γεγονός ότι πληροί τις προϋποθέσεις του εδαφίου (2).

(4) Σε περίπτωση κατά την οποία τερματίζεται ο διορισμός του προσώπου που εκτελεί την αναλογιστική λειτουργία για οποιαδήποτε αιτία, η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση έχει υποχρέωση μέσα σε προθεσμία εξήντα ημερών να προβεί στο διορισμό άλλου, εις αντικατάστασή του.

(5) Ο τερματισμός του διορισμού του προσώπου που εκτελεί την αναλογιστική λειτουργία ανακοινώνεται εγγράφως στον Έφορο, από την ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση και το ίδιο το πρόσωπο μέσα σε προθεσμία δεκαπέντε ημερών, αφότου επεσυνέβη ο τερματισμός. Στο έγγραφο της ανακοίνωσης καθορίζονται οι λόγοι για τους οποίους τερματίστηκε ο διορισμός και ο Έφορος δύναται να ζητήσει περαιτέρω διευκρινήσεις για τους λόγους αυτούς, είτε από το ίδιο το πρόσωπο είτε από την ενδιαφερόμενη ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση.

(6) Σε περίπτωση κατά την οποία ο Έφορος ενίσταται στο διορισμό του προσώπου που εκτελεί την αναλογιστική λειτουργία οφείλει να κοινοποιήσει εγγράφως την απόφασή του στην ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση , και σε τέτοια περίπτωση η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση έχει υποχρέωση εντός τριάντα ημερών να διορίσει νέο πρόσωπο.

(7) Ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση η οποία παραλείπει, χωρίς εύλογη αιτία, να διορίσει πρόσωπο που εκτελεί αναλογιστική λειτουργία εντός των προθεσμιών που καθορίζονται στο παρόν άρθρο, δεν επιτρέπεται να ασκεί νέες ασφαλιστικές εργασίες, μέχρις ότου προβεί σε τέτοιο διορισμό και οποιαδήποτε παράβαση των διατάξεων του παρόντος εδαφίου επισύρει την επιβολή διοικητικού προστίμου από τον Έφορο.

(8)(α) Η απόφαση του Εφόρου να μην εγκρίνει το πρόσωπο που θα εκτελεί αναλογιστική λειτουργία δύναται να προσβληθεί ενώπιον του Γενικού Διευθυντή σύμφωνα με τις διατάξει του άρθρου 347 του παρόντος Νόμου:

Νοείται ότι η πιο πάνω απόφαση δύναται να προσβληθεί απευθείας με προσφυγή σύμφωνα με το άρθρο 146 του Συντάγματος.

(β) Η απορριπτική απόφαση του Γενικού Διευθυντή επί προσφυγής που ασκείται σύμφωνα με την παράγραφο (α), δύναται να προσβληθεί με προσφυγή δυνάμει του άρθρου 146 του Συντάγματος:

Νοείται ότι εκκρεμούσης της απόφασης του Γενικού Διευθυντή, ουδεμία προσφυγή σύμφωνα με το άρθρο 146 του Συντάγματος μπορεί να ασκηθεί.

Εξωτερική ανάθεση (Εξωπορισμός).

50. (1) Ανεξάρτητα από το κατά πόσο οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις αναθέτουν εξωτερικά επιχειρησιακές λειτουργίες ή άλλου είδους ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές δραστηριότητες, αυτές εξακολουθούν να έχουν την πλήρη ευθύνη εκπλήρωσης όλων των υποχρεώσεών τους δυνάμει του παρόντος Νόμου και των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων Κανονισμών που κατατίθενται στη Βουλή των Αντιπροσώπων για έγκριση ή οποιωνδήποτε άλλων εκτελεστικών μέτρων εκδίδονται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

(2) Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, έχουν υποχρέωση να διασφαλίζουν ότι τυχόν εξωτερική ανάθεση κρίσιμων ή σημαντικών επιχειρησιακών λειτουργιών ή δραστηριοτήτων τους δεν αναλαμβάνεται με τρόπο που να οδηγεί σε κάποια από τις κατωτέρω καταστάσεις:

(α) ουσιώδη μείωση της ποιότητας του συστήματος διακυβέρνησης της σχετικής επιχείρησης·

(β) αδικαιολόγητη αύξηση του λειτουργικού κινδύνου·

(γ) μείωση της ικανότητας του Εφόρου να παρακολουθεί την εκπλήρωση των υποχρεώσεων από την επιχείρηση·

(δ) υπονόμευση της συνεχούς και ικανοποιητικής παροχής υπηρεσιών προς τους αντισυμβαλλομένους.

(3) Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις έχουν υποχρέωση να ενημερώνουν εγκαίρως τον Έφορο πριν από την εξωτερική ανάθεση κρίσιμων ή σημαντικών λειτουργιών ή δραστηριοτήτων, καθώς και για τυχόν μεταγενέστερες σημαντικές αλλαγές σε σχέση με τις λειτουργίες ή δραστηριότητες αυτές.

(4) Ο Έφορος δύναται, σε περίπτωση που κρίνει ότι η εξωτερική ανάθεση κρίσιμων ή σημαντικών λειτουργιών ή δραστηριοτήτων της επιχείρησης οδηγεί στις καταστάσεις που αναφέρονται στο εδάφιο (2), να μην επιτρέψει την εξωτερική ανάθεση και να καλέσει την επιχείρηση όπως ακυρώσει οποιαδήποτε συμφωνία εξωτερικής ανάθεσης. Παράλειψη συμμόρφωσης με την απόφαση του Εφόρου που λαμβάνεται δυνάμει του παρόντος εδαφίου, επισύρει την επιβολή διοικητικού προστίμου από τον Έφορο.

Κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις της Επιτροπής και ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα.

51. (1) Ο Έφορος, κατά την άσκηση του εποπτικού ελέγχου δυνάμει του παρόντος Τμήματος, εφαρμόζει τις κατ΄εξουσιοδότηση πράξεις αναφορικά με-

(α) τα στοιχεία των συστημάτων που αναφέρονται στα άρθρα 43, 45, 47 και 49 του παρόντος Νόμου και ιδίως των τομέων που καλύπτονται από τη διαχείριση στοιχείων ενεργητικού-παθητικού και την επενδυτική πολιτική, όπως αναφέρεται στο εδάφιο (2) του άρθρου 45, των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων∙

(β) τις λειτουργίες που αναφέρονται στα άρθρα 45, 47, 48 και 49 του παρόντος Νόμου.

(2) Ο Έφορος κατά την άσκηση του εποπτικού ελέγχου δυνάμει του παρόντος Τμήματος, εφαρμόζει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα, αναφορικά με-

(α) τις απαιτήσεις που ορίζονται στο άρθρο 44 του παρόντος Νόμου και τις σχετικές λειτουργίες∙

(β) τους όρους για εξωτερική ανάθεση, ειδικότερα σε παρόχους υπηρεσιών εγκαταστημένους σε τρίτες χώρες.

(3) Ο Έφορος, κατά την άσκηση εποπτείας αναφορικά με την εσωτερική εκτίμηση κινδύνου και φερεγγυότητας που πρέπει να διεξάγουν οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου (α) του εδαφίου (1) του άρθρου 46, εφαρμόζει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα.

ΤΜΗΜΑ 3 - ΔΗΜΟΣΙΟΠΟΙΗΣΗ
Έκθεση σχετικά με τη φερεγγυότητα και τη χρηματοοικονομική κατάσταση: περιεχόμενα

52. (1) Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις έχουν υποχρέωση να δημοσιοποιούν, σε ετήσια βάση, έκθεση σχετικά με τη φερεγγυότητα και τη χρηματοοικονομική τους κατάσταση, λαμβάνοντας υπόψη τις πληροφορίες που απαιτούνται στο εδάφιο (3) και τις αρχές που παρατίθενται στο εδάφιο (4) του άρθρου 38 του παρόντος Νόμου.

(2) Η αναφερόμενη στο εδάφιο (1) έκθεση περιλαμβάνει τις ακόλουθες πληροφορίες, είτε αυτούσιες είτε με παραπομπές σε πληροφορίες αντίστοιχες, ως προς τη φύση και την έκταση, που δημοσιοποιούνται δυνάμει άλλων διατάξεων του παρόντος Νόμου:

(α) την περιγραφή της δραστηριότητας και των επιδόσεων της επιχείρησης·

(β) την περιγραφή του συστήματος διακυβέρνησης και εκτίμηση της καταλληλότητάς του για το προφίλ κινδύνου της επιχείρησης·

(γ) την περιγραφή, χωριστά για κάθε κατηγορία κινδύνου, της έκθεσης στον κίνδυνο, της συγκέντρωσης κινδύνων, της μείωσης του κινδύνου και της ευαισθησίας στον κίνδυνο·

(δ) την περιγραφή, χωριστά για τα στοιχεία του ενεργητικού, τις τεχνικές προβλέψεις, και τις λοιπές υποχρεώσεις, των βάσεων και μεθόδων που χρησιμοποιούνται για την αποτίμησή τους, με επεξήγηση τυχόν σημαντικών διαφορών στις βάσεις και τις μεθόδους που χρησιμοποιούνται για την αποτίμησή τους σε οικονομικές καταστάσεις·

(ε) την περιγραφή της διαχείρισης των κεφαλαίων, συμπεριλαμβανομένων τουλάχιστον των ακολούθων:

(i) της διάρθρωσης και του ύψους των ιδίων κεφαλαίων, καθώς και της ποιότητάς τους·

(ii) των ποσών των ελάχιστων κεφαλαιακών απαιτήσεων και των απαιτήσεων κεφαλαιακής επάρκειας·

(iii) της επιλογής που προβλέπεται στο άρθρο 417 του παρόντος Νόμου για τον υπολογισμό των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας·

(iv) πληροφοριών που επιτρέπουν την ορθή κατανόηση των κυριότερων διαφορών μεταξύ των παραδοχών στις οποίες βασίζεται η τυποποιημένη μέθοδος και εκείνων του εσωτερικού υποδείγματος που χρησιμοποιεί από την επιχείρηση για τον υπολογισμό των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας·

(v) του ποσού τυχόν μη συμμόρφωσης με τις ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις ή τυχόν σημαντικής μη συμμόρφωσης με τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας κατά τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς, ακόμα και εάν στη συνέχεια επιλύθηκαν τα προβλήματα, με επεξήγηση της προέλευσης και των επιπτώσεων, καθώς και των ενδεχόμενων μέτρων αποκατάστασης που έχουν ληφθεί.

(3) Όταν εφαρμόζεται η προσαρμογή επιτοκίου λόγω αντιστοίχισης περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων που αναφέρεται στο άρθρο 81 του παρόντος Νόμου, η περιγραφή που αναφέρεται στην παράγραφο (δ) του εδαφίου (2) περιλαμβάνει περιγραφή της προσαρμογής λόγω αντιστοίχισης και του χαρτοφυλακίου των υποχρεώσεων και των δεσμευμένων περιουσιακών στοιχείων στα οποία εφαρμόζεται η προσαρμογή λόγω αντιστοίχισης, καθώς και ποσοτική έκφραση του αντικτύπου που θα είχε στην οικονομική θέση της επιχείρησης η μεταβολή της προσαρμογής λόγω αντιστοίχισης στο μηδέν καθώς επίσης και δήλωση για το αν χρησιμοποιείται από την επιχείρηση η προσαρμογή λόγω μεταβλητότητας που αναφέρεται στο άρθρο 83 και ποσοτική έκφραση του αντικτύπου που θα είχε στην οικονομική θέση της επιχείρησης η μεταβολή της προσαρμογής λόγω μεταβλητότητας στο μηδέν.

(4) Η περιγραφή που αναφέρεται στην υποπαράγραφο (i), της παραγράφου (ε) του εδαφίου (2) περιλαμβάνει ανάλυση οποιωνδήποτε σημαντικών αλλαγών σε σύγκριση με την προηγούμενη περίοδο αναφοράς και επεξήγηση ενδεχόμενων σοβαρών διαφορών, σε σχέση με την αξία των στοιχείων αυτών στις οικονομικές καταστάσεις, και σύντομη περιγραφή της δυνατότητας μεταφοράς κεφαλαίων.

(5) Η δημοσιοποίηση των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας που αναφέρεται στην υποπαράγραφο (ii) της παραγράφου (ε) του εδαφίου (2) εμφανίζει χωριστά το ποσό που υπολογίζεται σύμφωνα με το Έκτο Κεφάλαιο, Τμήμα 4, Ενότητες 2 και 3 του παρόντος Μέρους και οποιεσδήποτε πρόσθετες κεφαλαιακές απαιτήσεις που επιβάλλονται σύμφωνα με το άρθρο 40 ή τον αντίκτυπο των ειδικών παραμέτρων που η ασφαλιστική ή η αντασφαλιστική επιχείρηση καλείται να χρησιμοποιεί σύμφωνα με το άρθρο 117 του παρόντος Νόμου, παράλληλα με συνοπτικές πληροφορίες σχετικά με την αιτιολόγησή τους από τον Έφορο:

Νοείται ότι, με την επιφύλαξη οποιασδήποτε διάταξης του παρόντος Νόμου ή των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων Κανονισμών που κατατίθενται στη Βουλή των Αντιπροσώπων για έγκριση ή οποιωνδήποτε άλλων κατ΄εξουσιοδότηση πράξεων ή ρυθμιστικών ή εκτελεστικών τεχνικών προτύπων λαμβάνονται σε εθνικό ή ευρωπαϊκό επίπεδο αναφορικά με υποχρεωτική δημοσιοποίηση απαιτήσεων και ανεξάρτητα από τις διατάξεις της υποπαραγράφου (ii) της παραγράφου (ε) του εδαφίου (2), η πρόσθετη κεφαλαιακή απαίτηση ή ο αντίκτυπος των ειδικών παραμέτρων που απαιτείται να χρησιμοποιεί η ασφαλιστική ή η αντασφαλιστική επιχείρηση σύμφωνα με το άρθρο 117 δεν χρειάζεται να δημοσιοποιούνται χωριστά κατά τη διάρκεια μεταβατικής περιόδου η οποία δεν υπερβαίνει την 31η Δεκεμβρίου 2020.

(6) Η δημοσιοποίηση των απαιτήσεων κεφαλαιακής επάρκειας συνοδεύεται, κατά περίπτωση, από ένδειξη ότι το τελικό τους ύψος εξακολουθεί να υπόκειται σε εποπτική αξιολόγηση από τον Έφορο.

Πληροφορίες προς την EIOPA.

53. Με την επιφύλαξη του άρθρου 35 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010, ο Έφορος παρέχει σε ετήσια βάση τις ακόλουθες πληροφορίες στην EIOPA:

(α) Τη μέση πρόσθετη κεφαλαιακή απαίτηση ανά επιχείρηση και την κατανομή των πρόσθετων κεφαλαιακών απαιτήσεων που επιβλήθηκαν από την εποπτική αρχή κατά τη διάρκεια του προηγούμενου έτους, ως ποσοστό της κεφαλαιακής απαίτησης φερεγγυότητας. Τα στοιχεία αυτά εμφανίζονται χωριστά για τα εξής:

(i) τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις∙

(ii) τις επιχειρήσεις ασφάλισης Ζωής∙

(iii) τις επιχειρήσεις ασφάλισης Γενικής Φύσεως∙

(iv) τις επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στις ασφαλίσεις Ζωής και Γενικής Φύσεως∙

(v) για τις αντασφαλιστικές επιχειρήσεις˙

(β) για καθεμιά από τις δημοσιοποιήσεις που αναφέρονται στην παράγραφο (α) του παρόντος άρθρου, το ποσοστό των πρόσθετων κεφαλαιακών απαιτήσεων που επιβάλλονται βάσει των παραγράφων (α), (β) και (γ) αντίστοιχα του εδαφίου (1) του άρθρου 40 του παρόντος Νόμου˙

(γ) τον αριθμό των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων που επωφελούνται από περιορισμό στη συχνότητα της εποπτικής αναφοράς και τον αριθμό των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων που εξαιρούνται από την αναλυτική υποβολή πληροφοριών ανά στοιχείο που αναφέρεται στα εδάφια (6) και (7) του άρθρου 38 του παρόντος Νόμου, μαζί με τον όγκο των κεφαλαιακών απαιτήσεών τους, των ασφαλίστρων τους, των τεχνικών προβλέψεων και των στοιχείων ενεργητικού τους, υπολογισμένων αντίστοιχα ως ποσοστών του συνολικού όγκου των κεφαλαιακών απαιτήσεων, των ασφαλίστρων, των τεχνικών προβλέψεων και των στοιχείων ενεργητικού των ασφαλιστικών και των αντασφαλιστικών επιχειρήσεων του κράτους μέλους˙

(δ) τον αριθμό των ομίλων που επωφελούνται από περιορισμό στη συχνότητα της εποπτικής αναφοράς και τον αριθμό των ομίλων που εξαιρούνται από την αναλυτική υποβολή πληροφοριών ανά στοιχείο που αναφέρεται στο εδάφιο (2) του άρθρου 293 του παρόντος Νόμου, μαζί με τον όγκο των κεφαλαιακών απαιτήσεών τους, των ασφαλίστρων τους, των τεχνικών προβλέψεων και των στοιχείων ενεργητικού τους, υπολογισμένων αντίστοιχα ως ποσοστών του συνολικού όγκου των κεφαλαιακών απαιτήσεων, των ασφαλίστρων, των τεχνικών προβλέψεων και των στοιχείων ενεργητικού όλων των ομίλων.

Έκθεση σχετικά με τη φερεγγυότητα και τη χρηματοοικονομική κατάσταση: εφαρμοζόμενες αρχές

54. (1) Ο Έφορος επιτρέπει στις ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις να μην δημοσιεύουν πληροφορίες στις ακόλουθες περιπτώσεις:

(α) εάν με τη δημοσιοποίηση των πληροφοριών αυτών οι ανταγωνιστές της επιχείρησης αποκτούν σημαντικό αδικαιολόγητο πλεονέκτημα·

(β) εάν προβλέπονται υποχρεώσεις προς τους αντισυμβαλλόμενους ή άλλου είδους συμβατικές σχέσεις ο οποίες δεσμεύουν την επιχείρηση για την τήρηση του απορρήτου ή της εμπιστευτικότητας.

(2) Σε περίπτωση που ο Έφορος επιτρέψει τη μη δημοσιοποίηση πληροφοριών, οι επιχειρήσεις αναφέρουν το γεγονός αυτό στην έκθεση για τη φερεγγυότητα και τη χρηματοοικονομική κατάσταση, εξηγώντας τους λόγους.

(3) Ο Έφορος επιτρέπει στις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις να χρησιμοποιούν δημοσιοποιήσεις –ή να αναφέρονται σε αυτές– που πραγματοποιήθηκαν σύμφωνα με άλλες διατάξεις του παρόντος Νόμου ή των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων Κανονισμών που κατατίθενται στη Βουλή των Αντιπροσώπων για έγκριση ή άλλες κανονιστικές διατάξεις ευρωπαϊκού δικαίου, στο βαθμό που οι δημοσιοποιήσεις αυτές ισοδυναμούν με τις πληροφορίες που απαιτούνται δυνάμει του άρθρου 52 του παρόντος Νόμου, τόσο ως προς τη φύση τους όσο και ως προς το πεδίο τους.

(4) Οι διατάξεις των εδαφίων (1) και (2), δεν εφαρμόζονται στις πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο (ε) του εδαφίου (2) του άρθρου 52 του παρόντος Νόμου.

Έκθεση σχετικά με τη φερεγγυότητα και τη χρηματοοικονομική κατάσταση: επικαιροποιήσεις και εκούσια παροχή πρόσθετων πληροφοριών

55. (1) Σε περίπτωση σοβαρών εξελίξεων που επηρεάζουν σημαντικά τη συνάφεια των πληροφοριών που δημοσιοποιούνται σύμφωνα με τα άρθρα 51 και 54 του παρόντος Νόμου, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις δημοσιεύουν τις κατάλληλες πληροφορίες σχετικά με τη φύση και τα αποτελέσματα των εξελίξεων αυτών.

(2) Για τους σκοπούς του εδαφίου (1), ως σοβαρές εξελίξεις θεωρούνται τουλάχιστον τα πιο κάτω:

(α) Όταν παρατηρείται μη συμμόρφωση με τις ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις και ο Έφορος είτε θεωρεί ότι η επιχείρηση δεν θα είναι σε θέση να υποβάλει εφαρμόσιμο βραχυπρόθεσμο οικονομικό σχέδιο είτε δεν λαμβάνει τέτοιου είδους σχέδιο εντός ενός μηνός από την ημερομηνία που παρατηρήθηκε η μη συμμόρφωση, και σε τέτοια περίπτωση ο Έφορος απαιτεί από την οικεία επιχείρηση να δημοσιοποιήσει άμεσα το μέγεθος της μη συμμόρφωσης, μαζί με επεξήγηση της προέλευσης και των συνεπειών, συμπεριλαμβανομένων τυχόν διορθωτικών μέτρων που έχουν ληφθεί. Εάν, παρά το βραχυπρόθεσμο οικονομικό σχέδιο που είχε αρχικά θεωρηθεί εφαρμόσιμο, δεν έχει επιλυθεί το πρόβλημα της μη συμμόρφωσης με τις ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις εντός τριών μηνών από τη στιγμή που παρατηρήθηκαν, το γεγονός αυτό δημοσιοποιείται στο τέλος της περιόδου αυτής, μαζί με επεξήγηση της προέλευσης και των επιπτώσεων, συμπεριλαμβανομένων τυχόν διορθωτικών μέτρων που έχουν ληφθεί καθώς και περαιτέρω μέτρων που έχουν προγραμματισθεί.

(β) όταν παρατηρείται σημαντική μη συμμόρφωση με τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας και ο Έφορος δεν λαμβάνει εφαρμόσιμο σχέδιο ανάκαμψης εντός δύο μηνών από την ημερομηνία που παρατηρήθηκε η μη συμμόρφωση, και σε τέτοια περίπτωση ο Έφορος απαιτεί από την οικεία επιχείρηση να δημοσιοποιήσει άμεσα το ποσό της μη συμμόρφωσης, μαζί με επεξήγηση της προέλευσης και των συνεπειών, συμπεριλαμβανομένων τυχόν διορθωτικών μέτρων που έχουν ληφθεί. Εάν, παρά το σχέδιο ανάκαμψης που είχε αρχικά θεωρηθεί εφαρμόσιμο, δεν έχει επιλυθεί το πρόβλημα της μη συμμόρφωσης με τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας εντός έξι μηνών από τη στιγμή που παρατηρήθηκαν, το γεγονός αυτό δημοσιοποιείται στο τέλος της περιόδου αυτής, μαζί με επεξήγηση της προέλευσης και των επιπτώσεων, συμπεριλαμβανομένων των τυχόν διορθωτικών μέτρων που έχουν ληφθεί καθώς και περαιτέρω διορθωτικών μέτρων που έχουν προγραμματισθεί.

(3) Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις δημοσιοποιούν, σε εκούσια βάση, οιαδήποτε πληροφορία ή επεξήγηση συνδεόμενη με τη φερεγγυότητα και τη χρηματοοικονομική τους κατάσταση, η δημοσιοποίηση της οποίας δεν απαιτείται ήδη σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου (1) και των άρθρων 52 και 54 του παρόντος Νόμου.

Έκθεση σχετικά με τη φερεγγυότητα και τη χρηματοοικονομική κατάσταση: πολιτική και έγκριση

56. (1) Κάθε ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση διαθέτει τα ενδεδειγμένα συστήματα και δομές προκειμένου να συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις που καθορίζονται στα άρθρα 59 και 61, καθώς και στο εδάφιο (1) του άρθρου 62 του παρόντος Νόμου, και να διαθέτουν γραπτώς τεκμηριωμένη πολιτική που να εξασφαλίζει τη διαρκή καταλληλότητα πληροφοριών που δημοσιοποιούνται σύμφωνα με τα άρθρα 59, 61 και 62.

(2) Η έκθεση για τη φερεγγυότητα και τη χρηματοοικονομική κατάσταση αποτελεί αντικείμενο έγκρισης από το διοικητικό συμβούλιο της ασφαλιστικής ή της αντασφαλιστικής επιχείρησης και δημοσιεύεται μόνο μετά την έγκριση αυτή.

Έκθεση για τη φερεγγυότητα και τη χρηματοοικονομική κατάσταση

57. Κατά την άσκηση της εποπτικής του αρμοδιότητας δυνάμει του παρόντος Τμήματος, ο Έφορος εφαρμόζει τις σχετικές κατ΄εξουσιοδότηση πράξεις και τα σχετικά εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα.

ΤΜΗΜΑ 4 - ΕΙΔΙΚΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ
Απόκτηση ή παύση ή μείωση συμμετοχών

58. (1) Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο (στο εξής, "υποψήφιος αγοραστής"), το οποίο, μεμονωμένα ή σε συνεννόηση με άλλα πρόσωπα, έχει αποφασίσει είτε να αποκτήσει, άμεσα ή έμμεσα, ειδική συμμετοχή, κατά την έννοια του παρόντος Νόμου, στο κεφάλαιο ή στα δικαιώματα ψήφου μιας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, είτε να αυξήσει περαιτέρω, άμεσα ή έμμεσα, την ειδική συμμετοχή σε ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, ούτως ώστε η αναλογία των δικαιωμάτων ψήφου ή των μεριδίων κεφαλαίου που κατέχει να φθάνει ή να υπερβαίνει τα κατώτατα όρια του 20%, του 30% ή του 50%, ή ώστε η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση να καταστεί θυγατρική του επιχείρηση (προτεινόμενη απόκτηση συμμετοχής), απευθύνει, καταρχάς, κοινοποίηση εγγράφως στον Έφορο για έγκριση, προσδιορίζοντας το ύψος της σκοπούμενης συμμετοχής, καθώς και τις προβλεπόμενες στο εδάφιο (4) του άρθρου 60 του παρόντος Νόμου σχετικές πληροφορίες.

(2) Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο αποφασίζει να παύσει να κατέχει, άμεσα ή έμμεσα, ειδική συμμετοχή σε ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, υποχρεούται να απευθύνει, καταρχάς, γραπτή κοινοποίηση στον Έφορο, προσδιορίζοντας το ύψος της συμμετοχής μετά την προτιθέμενη διάθεση από το εν λόγω πρόσωπο.

(3) Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που αναφέρεται στο εδάφιο (2) και το οποίο αποφασίζει να μειώσει την ειδική συμμετοχή του, προκειμένου η αναλογία των δικαιωμάτων ψήφου ή των μεριδίων κεφαλαίου που κατέχει να μειωθεί σε λιγότερο από το κατώτατα όρια του 20%, 30% ή 50 % ή προκειμένου η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση να παύσει να είναι θυγατρική, υποχρεούται, ομοίως, να απευθύνει γραπτή κοινοποίηση στον Έφορο για την απόφασή του προσδιορίζοντας το ύψος της προτιθέμενης διάθεσης από το εν λόγω πρόσωπο.

Περίοδος αξιολόγησης

59. (1) Ο Έφορος, αμέσως και εν πάση περιπτώσει εντός δύο εργασίμων ημερών από την παραλαβή της κοινοποίησης που απαιτείται δυνάμει του εδαφίου (1) του άρθρου 58 του παρόντος Νόμου, καθώς και σε περίπτωση ενδεχόμενης μεταγενέστερης παραλαβής των πληροφοριών που αναφέρονται στο εν λόγω άρθρο, ενημερώνει εγγράφως τον υποψήφιο αγοραστή για την παραλαβή τους καθώς και αναφορικά με την ημερομηνία της λήξης της περιόδου αξιολόγησης που προβλέπεται στο εδάφιο (2).

(2) Ο Έφορος αποφασίζει εντός μέγιστης περιόδου εξήντα εργασίμων ημερών ("περίοδος αξιολόγησης") από την ημερομηνία της γραπτής επιβεβαίωσης της παραλαβής της κοινοποίησης και όλων των εγγράφων τα οποία απαιτείται να επισυνάπτονται στην κοινοποίηση, βάσει του καθορισμένου τύπου που προβλέπεται στο εδάφιο (4) του άρθρου 60 του παρόντος Νόμου, προκειμένου να διενεργήσει την αξιολόγηση που προβλέπεται στο εδάφιο (1) του ιδίου άρθρου 60 ("η αξιολόγηση"):

Νοείται ότι, σε περίπτωση κατά την οποία ο κάτοχος της ειδικής συμμετοχής είναι νομικό πρόσωπο, ο Έφορος έχει τις ακόλουθες εξουσίες:

(α) Να ζητά πληροφορίες για την ταυτότητα των φυσικών προσώπων, τα οποία άμεσα ή έμμεσα ελέγχουν, κατά την έννοια του άρθρου 2 του παρόντος Νόμου, το νομικό αυτό πρόσωπο∙ και

(β) να ζητά τη γνωστοποίηση των οικονομικών του καταστάσεων, τόσον κατά το χρόνο κτήσεως της ειδικής συμμετοχής όσον και μετέπειτα, εφόσον κρίνεται αναγκαίο από τον Έφορο, καθώς και όταν καθιστά την ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση θυγατρική του, προς το σκοπό ελέγχου της χρηματοοικονομικής του κατάστασης:

Νοείται περαιτέρω ότι, για τον αποτελεσματικότερο έλεγχο της ταυτότητας των φυσικών προσώπων, τα οποία κατέχουν ειδική συμμετοχή σε ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, ο Έφορος δύναται να απαιτεί όπως συγκεκριμένα ποσοστά του συνόλου των μετοχών με δικαίωμα ψήφου ανήκουν σε ένα ή περισσότερα φυσικά πρόσωπα, που τυγχάνουν της προηγούμενης εγκρίσεως του Εφόρου:

Νοείται έτι περαιτέρω ότι, εντός της προθεσμίας των εξήντα ημερών, ο Έφορος δικαιούται να διεξάγει έρευνες για την καταλληλότητα ή την επαλήθευση της καταλληλότητας των προσώπων, τα οποία προτίθενται να αποκτήσουν συμμετοχή, συμπεριλαμβανομένων και των φυσικών προσώπων, τα οποία ελέγχουν τα συμμετέχοντα νομικά πρόσωπα, προς διασφάλιση της χρηστής διαχείρισης της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης και για το σκοπό αυτό ο Έφορος δύναται να συνεργάζεται με άλλες αρμόδιες αρχές εντός και εκτός Δημοκρατίας.

(3) Ο Έφορος δύναται, εάν κρίνει αυτό απαραίτητο, κατά την περίοδο αξιολόγησης, και εν πάση περιπτώσει όχι μετά την πεντηκοστή εργάσιμη ημέρα της περιόδου αυτής, να απαιτεί εγγράφως περαιτέρω πληροφορίες, οι οποίες καθορίζονται συγκεκριμένα, και οι οποίες είναι αναγκαίες για την ολοκλήρωση της αξιολόγησης:

Νοείται ότι, κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ της ημερομηνίας κατά την οποία ζητήθηκαν οι πληροφορίες από τον Έφορο και της ημερομηνίας παραλαβής της απάντησης του υποψήφιου αγοραστή, διακόπτεται η περίοδος αξιολόγησης, σε κάθε περίπτωση όχι για περίοδο πέραν των είκοσι εργάσιμων ημερών:

Νοείται περαιτέρω ότι ο Έφορος έχει διακριτική ευχέρεια να απαιτεί περαιτέρω πληροφορίες ή διευκρινίσεις χωρίς όμως αυτό να καταλήγει σε οποιαδήποτε περαιτέρω διακοπή της περιόδου αξιολόγησης.

(4) Ο Έφορος δύναται να παρατείνει τη διακοπή της περιόδου αξιολόγησης που αναφέρεται στην πρώτη επιφύλαξη του εδαφίου (3) έως τριάντα εργάσιμες ημέρες, εάν ο υποψήφιος αγοραστής:

(α) είναι εγκατεστημένος ή υπόκειται σε ρυθμιστικό πλαίσιο τρίτης χώρας∙ ή

(β) είναι φυσικό ή νομικό πρόσωπο που δεν υπόκειται σε εποπτεία δυνάμει του παρόντος Νόμου ή δυνάμει του περί των Ανοικτού Τύπου Οργανισμών Συλλογικών Επενδύσεων Νόμου του 2012 ή τον περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμο του 2007 ή του περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου του 2007, όπως οι Νόμοι αυτοί εκάστοτε τροποποιούνται ή αντικαθίστανται.

(5)(α) Εάν ο Έφορος, μετά την ολοκλήρωση της αξιολόγησής του, αποφασίσει να μην εγκρίνει την προτεινόμενη απόκτηση συμμετοχής, ενημερώνει εγγράφως τον υποψήφιο αγοραστή, εντός δύο εργασίμων ημερών, και χωρίς να υπερβούν την περίοδο αξιολόγησης που αναφέρεται στο εδάφιο (2), εκθέτοντας τους λόγους της απόφασης αυτής:

Νοείται ότι, η δέουσα αιτιολόγηση της απόφασης μπορεί να δημοσιοποιείται κατόπιν αιτήματος του υποψήφιου αγοραστή, ενώ ο Έφορος δύναται, ανεξάρτητα από αίτημα του υποψήφιου αγοραστή, να προβαίνει στη δημοσιοποίηση της άρνησης παραχώρησης έγκρισης.

(β) Η απόφαση του Εφόρου να μην εγκρίνει την προτεινόμενη απόκτηση συμμετοχής δύναται να προσβληθεί ενώπιον του Γενικού Διευθυντή σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 347 του παρόντος Νόμου:

Νοείται ότι η πιο πάνω απόφαση του Εφόρου δύναται να προσβληθεί απευθείας με προσφυγή σύμφωνα με το άρθρο 146 του Συντάγματος.

(γ) Η απορριπτική απόφαση του Γενικού Διευθυντή επί προσφυγής που ασκείται σύμφωνα με την παράγραφο (β), δύναται να προσβληθεί με προσφυγή σύμφωνα με το άρθρο 146 του Συντάγματος:

Νοείται ότι, εκκρεμούσης της απόφασης του Γενικού Διευθυντή, ουδεμία προσφυγή σύμφωνα με το άρθρο 146 του Συντάγματος μπορεί να ασκηθεί.

(6) Εάν ο Έφορος δεν αντιταχθεί εγγράφως στην προτεινόμενη απόκτηση συμμετοχής, εντός της περιόδου αξιολόγησης, τότε η προτεινόμενη απόκτηση συμμετοχής θεωρείται ότι εγκρίθηκε.

(7) Ο Έφορος, εφόσον εγκρίνει την απόκτηση ειδικής συμμετοχής δύναται να ορίζει μέγιστη προθεσμία για την ολοκλήρωση της προτεινόμενης απόκτησης συμμετοχής και να παρατείνει την προθεσμία αυτή, εφόσον το κρίνει αναγκαίο.

(8) Ο Έφορος δεν δύναται να επιβάλλει απαιτήσεις για την κοινοποίηση και για την έγκριση άμεσης ή έμμεσης απόκτησης δικαιωμάτων ψήφου ή κεφαλαίου αυστηρότερες από τις προβλεπόμενες στον παρόντα Νόμο.

(9) Με την επιφύλαξη των διατάξεων του εδαφίου (3), οι υποψήφιοι αγοραστές οφείλουν να συμπεριλαμβάνουν στην κοινοποίησή τους τις πληροφορίες που καθορίζονται στο εδάφιο (4) του άρθρου 60 του παρόντος Νόμου, σύμφωνα με τα σχετικά ρυθμιστικά πρότυπα.

(10) Κατά την εφαρμογή του παρόντος άρθρου, εφαρμόζονται τα ρυθμιστικά σχετικά πρότυπα αναφορικά με τις προσαρμογές των κριτηρίων που αναφέρονται στο εδάφιο (1) του άρθρου 60 και τα εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα αναφορικά με τις διαδικασίες, μορφότυπους και υποδείγματα για τη διαδικασία διαβούλευσης μεταξύ των σχετικών εποπτικών αρχών όπως καθορίζεται στο άρθρο 61 του παρόντος Νόμου.

Αξιολόγηση

60. (1) Κατά την αξιολόγηση της κοινοποίησης που προβλέπεται στο εδάφιο (1) του άρθρου 58 και των πληροφοριών που αναφέρονται στο εδάφιο (2) του άρθρου 59 του παρόντος Νόμου, ο Έφορος, προκειμένου να εξασφαλίσει την ορθή και συνετή διοίκηση της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης για την οποία προτείνεται η απόκτηση συμμετοχής και λαμβάνοντας υπόψη την ενδεχόμενη επιρροή του υποψήφιου αγοραστή στην ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, αξιολογεί την καταλληλότητα του υποψήφιου αγοραστή και την ορθότητα της προτεινόμενης απόκτησης συμμετοχής από χρηματοοικονομική άποψη, με βάση όλα τα ακόλουθα κριτήρια:

(α) Τη φήμη του υποψήφιου αγοραστή·

(β) τη φήμη και την πείρα οποιουδήποτε προσώπου το οποίο θα διευθύνει τις δραστηριότητες της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, κατόπιν της προτεινόμενης απόκτησης συμμετοχής·

(γ) τη χρηματοοικονομική ευρωστία του υποψήφιου αγοραστή, ιδίως ως προς το είδος των δραστηριοτήτων που ασκούνται ή προβλέπεται ότι θα ασκούνται από την ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση για την οποία προτείνεται η απόκτηση συμμετοχής·

(δ) την ικανότητα της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης να ανταποκρίνεται και να συνεχίσει να ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας δυνάμει του παρόντος Νόμου, και, ανάλογα με την περίπτωση, άλλων νόμων ή οδηγιών που εκδίδονται από τον Έφορο, και ιδίως, οδηγιών που ρυθμίζουν θέματα αναφορικά με τη συμπληρωματική εποπτεία πιστωτικών ιδρυμάτων, ασφαλιστικών επιχειρήσεων και επιχειρήσεων επενδύσεων χρηματοπιστωτικού ομίλου ετερογενών δραστηριοτήτων, ιδίως δε το κατά πόσον ο όμιλος του οποίου θα καταστεί μέλος, διαθέτει δομή που καθιστά δυνατή την άσκηση αποτελεσματικής εποπτείας, την αποτελεσματική ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των εποπτικών αρχών και τον προσδιορισμό της κατανομής των αρμοδιοτήτων μεταξύ τους∙

(ε) Το κατά πόσον υπάρχουν βάσιμες υπόνοιες ότι, σε σχέση με την προτεινόμενη απόκτηση συμμετοχής, διαπράττεται, επιχειρείται να διαπραχθεί, έχει διαπραχθεί ή επιχειρήθηκε να διαπραχθεί, νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, κατά την έννοια των περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμων του 2007 έως 2014, όπως αυτοί εκάστοτε τροποποιούνται ή αντικαθίστανται, ή ότι η προτεινόμενη απόκτηση συμμετοχής είναι δυνατόν να αυξήσει αυτόν τον κίνδυνο.

(2) Ο Έφορος δύναται να αντιταχθεί στην προτεινόμενη απόκτηση συμμετοχής μόνον εφόσον υπάρχουν βάσιμοι λόγοι γι’ αυτό, με βάση τα κριτήρια του εδαφίου (1), ή εάν οι πληροφορίες που διαβιβάσθηκαν από τον υποψήφιο αγοραστή δεν είναι πλήρεις.

(3) Ο Έφορος δεν επιβάλλει εκ των προτέρων όρους όσον αφορά το ύψος της συμμετοχής που πρέπει να αποκτηθεί, ούτε επιτρέπεται να εξετάζει την προτεινόμενη απόκτηση συμμετοχής από πλευράς οικονομικών αναγκών της αγοράς.

(4) Ο Έφορος γνωστοποιεί κατά τον καθορισμένο τύπο τις αναγκαίες πληροφορίες για τη διενέργεια της αξιολόγησης, οι οποίες πρέπει να του υποβάλλονται κατά την κοινοποίηση που προβλέπεται στο εδάφιο (1) του άρθρου 58 του παρόντος Νόμου, ο οποίος δεν μπορεί να περιλαμβάνει πληροφορίες που δεν είναι σχετικές με την προληπτική αξιολόγηση και οι οποίες είναι ανάλογες και προσαρμοσμένες στη φύση του υποψηφίου αγοραστή και της προτεινόμενης απόκτησης συμμετοχής.

(5) Παρά τις διατάξεις των εδαφίων (1) μέχρι (4) του άρθρου 59 του παρόντος Νόμου, εάν κοινοποιηθούν στον Έφορο δύο ή περισσότερες προτάσεις για απόκτηση ή αύξηση ειδικών συμμετοχών στην ίδια ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, ο Έφορος αντιμετωπίζει όλους τους υποψήφιους αγοραστές αμερόληπτα.

Απόκτηση συμμετοχής από χρηματοπιστωτικά ιδρύματα που υπάγονται σε ρυθμιστικό πλαίσιο

61. (1) Ο Έφορος, κατά την αξιολόγηση της απόκτησης συμμετοχής, διαβουλεύεται εκτενώς με τις οικείες εποπτικές αρχές άλλου κράτους μέλους, εφόσον ο υποψήφιος αγοραστής είναι:

(α) Πιστωτικό ίδρυμα, ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, εταιρεία επενδύσεων (ΕΠΕΥ) ή εταιρεία διαχείρισης κατά την έννοια του περί των Ανοικτού Τύπου Οργανισμών Συλλογικών Επενδύσεων Νόμου του 2012, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται, με άδεια λειτουργίας σε άλλο κράτος μέλος ή σε διαφορετικό κλάδο από αυτόν στον οποίο προτείνεται η απόκτηση συμμετοχής∙

(β) η μητρική επιχείρηση πιστωτικού ιδρύματος, ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, ΕΠΕΥ ή εταιρείας διαχείρισης ΟΣΕΚΑ, με άδεια λειτουργίας σε άλλο κράτος μέλος ή σε διαφορετικό κλάδο από αυτόν στον οποίο προτείνεται η απόκτηση συμμετοχής· ή

(γ) φυσικό ή νομικό πρόσωπο που ελέγχει πιστωτικό ίδρυμα, ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, ΕΠΕΥ ή εταιρεία διαχείρισης ΟΣΕΚΑ, με άδεια λειτουργίας σε άλλο κράτος μέλος ή σε διαφορετικό κλάδο από αυτόν στον οποίο προτείνεται η απόκτηση συμμετοχής.

(2) Σε περίπτωση που η εποπτική αρχή άλλου κράτους μέλους ζητά διαβούλευση αναφορικά με κοινοποίηση ειδικής συμμετοχής σε ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση που υπάγεται στην εποπτεία της και ο υποψήφιος αγοραστής υπάγεται στην εποπτεία του Εφόρου ή στην χρηματοπιστωτική εποπτεία άλλης αρχής στη Δημοκρατία, ο Έφορος παρέχει, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, κάθε ουσιαστική ή σχετική πληροφορία για την αξιολόγηση της απόκτησης, διαβιβάζει, κατόπιν αιτήματος της άλλης εποπτικής αρχής κάθε σχετική πληροφορία και γνωστοποιεί, με δική του πρωτοβουλία, όλες τις ουσιαστικής σημασίας πληροφορίες, επισημαίνοντας τυχόν απόψεις ή επιφυλάξεις του.

Ενημέρωση του Εφόρου από τις ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις

62. (1) Οι ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που υπάγονται στην εποπτεία του Εφόρου, γνωστοποιούν στον Έφορο, μόλις ενημερωθούν σχετικά, τις αποκτήσεις ή εκποιήσεις συμμετοχών στο κεφάλαιό τους, οι οποίες αυξάνουν ή μειώνουν τα αντίστοιχα ποσοστά συμμετοχής πέραν των ποσοστών που αναφέρονται στο άρθρο 58 και στα εδάφια (1) έως (7) του άρθρου 59 του παρόντος Νόμου.

(2) Οι ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που υπάγονται στην εποπτεία του Εφόρου, γνωστοποιούν επίσης στον Έφορο, τουλάχιστον μία φορά κατ’ έτος, τα ονόματα των μετόχων ή μελών που κατέχουν ειδικές συμμετοχές, καθώς και το ύψος των συμμετοχών αυτών, όπως προκύπτουν, μεταξύ άλλων, από τα στοιχεία που συγκεντρώνονται κατά την ετήσια γενική συνέλευση των μετόχων ή μελών, ή από τις πληροφορίες που περιέρχονται σε γνώση τους δυνάμει των κανονιστικών διατάξεων που διέπουν τις εταιρείες των οποίων οι μετοχές έχουν εισαχθεί σε χρηματιστήριο.

Ειδικές συμμετοχές και εξουσίες του Εφόρου

63. (1) Εφόσον κατά την κρίση του Εφόρου, η επιρροή των προσώπων που αναφέρονται στο άρθρο 58 του παρόντος Νόμου είναι δυνατόν να αποβεί σε βάρος της συνετής και ορθής διαχείρισης της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, στην οποία επιδιώκεται απόκτηση ειδικής συμμετοχής ή αύξησή της, ο Έφορος λαμβάνει όλα τα κατάλληλα μέτρα για τερματισμό της κατάστασης αυτής, και για το σκοπό αυτό, ο Έφορος γνωστοποιεί στα επηρεαζόμενα πρόσωπα τις ειδικότερες ενέργειες ή παραλείψεις τους ή τις παράλληλες δραστηριότητές τους σε άλλους τομείς που κατά την κρίση του είναι δυνατό να αποβούν σε βάρος της συνετής και χρηστής διαχείρισης της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης και, αφού ακούσει τις απόψεις τους, τους υποδεικνύει τη λήψη κατάλληλων διορθωτικών μέτρων εντός ορισμένης προθεσμίας.

(2) Σε περίπτωση κατά την οποία πραγματοποιείται ειδική συμμετοχή ή αυξάνεται υφιστάμενη ειδική συμμετοχή πάνω από τα όρια που προβλέπονται στο άρθρο 58 του παρόντος Νόμου, είτε χωρίς να ανακοινωθεί εκ των προτέρων στον Έφορο, είτε χωρίς να εγκριθεί η πραγματοποίησή της, πέραν από οποιαδήποτε άλλα μέτρα που δυνατό να λαμβάνονται από τον Έφορο δυνάμει του εδαφίου (5), παύει αυτοδικαίως να έχει αποτέλεσμα η άσκηση των δικαιωμάτων ψήφου που απορρέουν από τη συμμετοχή αυτή.

(3) Ο Έφορος, με απόφασή του, δύναται να επιβάλλει στους κατόχους των ειδικών συμμετοχών που παραβιάζουν τις διατάξεις του παρόντος άρθρου περί ειδικής συμμετοχής, τις ακόλουθες κυρώσεις μεμονωμένα ή σωρευτικά-

(α) διοικητικό πρόστιμο μέχρι ποσοστού 10% της αξίας των μετοχών που μεταβιβάστηκαν, χωρίς να τηρηθούν οι διατάξεις των προηγούμενων άρθρων του παρόντος Τμήματος·

(β) αποκλεισμό των προσώπων αυτών από το Διοικητικό συμβούλιο της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, καθώς και από οποιαδήποτε διευθυντική θέση στην εταιρεία αυτή για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, προκειμένου περί φυσικών προσώπων.

(4) Σε περίπτωση κατά την οποία παραλείπεται η ανακοίνωση στον Έφορο της αλλαγής της ταυτότητας φυσικού προσώπου, που ελέγχει νομικό πρόσωπο με ειδική συμμετοχή σε ασφαλιστική εταιρεία, αυτοδικαίως παύει να έχει αποτέλεσμα η άσκηση των δικαιωμάτων ψήφου που απορρέουν από τη συμμετοχή του νομικού προσώπου, στο δε φυσικό πρόσωπο ο Έφορος δύναται να επιβάλει την κύρωση που προβλέπεται στην παράγραφο (β) του εδαφίου (3).

(5) Σε περίπτωση κατά την οποία παραβιάζεται η υποχρέωση προς ανακοίνωση δυνάμει του παρόντος άρθρου, ο Έφορος δύναται να επιβάλει διοικητικό πρόστιμο ύψους μέχρι ποσοστού 5% της αξίας των μετοχών που μεταβιβάστηκαν χωρίς προηγούμενη ανακοίνωση.

(6) Σε περίπτωση μη συμμόρφωσης φυσικού ή νομικού προσώπου, που κατέχει άμεσα ή έμμεσα ειδική συμμετοχή σε ασφαλιστική επιχείρηση, με τις διατάξεις του εδαφίου (1), ο Έφορος δύναται να λαμβάνει τα απαραίτητα μέτρα για τον τερματισμό της δυσμενούς επιρροής που ασκούν τα πρόσωπα αυτά στη διαχείριση της εταιρείας και ειδικότερα–

(α) να διατάσσει την απομάκρυνσή τους από το διοικητικό συμβούλιο της ασφαλιστικής επιχείρησης και από οποιαδήποτε διευθυντική θέση σε αυτήν·

(β) να αναστέλλει, μέχρι να αρθούν οι συνθήκες που επέβαλαν τη λήψη των συγκεκριμένων μέτρων, την άσκηση των δικαιωμάτων ψήφου που απορρέουν από τις μετοχές που κατέχουν τα πρόσωπα αυτά·

(γ) να απαγορεύει οποιαδήποτε νέα συναλλαγή ασφαλιστικής επιχείρησης με τα πρόσωπα αυτά καθώς και να κηρύσσει ληξιπρόθεσμα και αμέσως απαιτητά τα δάνεια που έχουν λάβει όλα τα πιο πάνω πρόσωπα από την ασφαλιστική εταιρεία.

(7)(α) Οποιαδήποτε απόφαση του Εφόρου που λαμβάνεται δυνάμει του παρόντος άρθρου δύναται να προσβληθεί ενώπιον του Γενικού Διευθυντή σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 347 του παρόντος Νόμου:

Νοείται ότι η πιο πάνω απόφαση του Εφόρου δύναται να προσβληθεί απευθείας με προσφυγή σύμφωνα με το άρθρο 146 του Συντάγματος.

(β) Η απορριπτική απόφαση του Γενικού Διευθυντή επί προσφυγής που ασκείται σύμφωνα με την παράγραφο (α), δύναται να προσβληθεί με προσφυγή σύμφωνα με το άρθρο 146 του Συντάγματος:

Νοείται ότι, εκκρεμούσης της απόφασης του Γενικού Διευθυντή, ουδεμία προσφυγή σύμφωνα με το άρθρο 146 του Συντάγματος μπορεί να ασκηθεί.

Δικαιώματα ψήφου

64. (1) Για τους σκοπούς του παρόντος Τμήματος, λαμβάνονται υπόψη τα δικαιώματα ψήφου που καθορίζονται στα άρθρα 28 και 30 των περί των Προϋποθέσεων Διαφάνειας (Κινητές Αξίες προς Διαπραγμάτευση σε Ρυθμιζόμενη Αγορά) Νόμων του 2007 έως (Αρ. 2) του 2014, όπως αυτοί εκάστοτε τροποποιούνται ή αντικαθίστανται, καθώς και οι όροι για την άθροισή τους που προβλέπονται στο εδάφιο (4) του άρθρου 32 και στο εδάφιο (1) του άρθρου 34 των εν λόγω Νόμων.

(2) Για τους σκοπούς του παρόντος Τμήματος, δεν λαμβάνονται υπόψη τα δικαιώματα ψήφου ή οι μετοχές, τις οποίες τυχόν κατέχουν ΕΠΕΥ ή πιστωτικά ιδρύματα ως αποτέλεσμα αναδοχής ή/και τοποθέτησης χρηματοπιστωτικών μέσων με δέσμευση ανάληψης, σύμφωνα με το σημείο 6 του Μέρους Ι του Τρίτου Παραρτήματος των περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμων του 2007 μέχρι 2014, όπως αυτοί εκάστοτε τροποποιούνται ή αντικαθίστανται, υπό τον όρο ότι τα εν λόγω δικαιώματα, αφενός, δεν ασκούνται ούτε χρησιμοποιούνται κατ’ άλλον τρόπο με σκοπό την παρέμβαση στη διαχείριση του εκδότη και, αφετέρου, εφόσον μεταβιβάζονται εντός ενός έτους από την απόκτηση.

ΤΜΗΜΑ 5 - ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΟ ΑΠΟΡΡΗΤΟ, ΑΝΤΑΛΛΑΓΗ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΚΑΙ ΣΥΓΚΛΙΣΗ ΤΩΝ ΕΠΟΠΤΙΚΩΝ ΠΡΑΚΤΙΚΩΝ
Υποχρέωση τήρησης επαγγελματικού απορρήτου

65. (1) Με την επιφύλαξη των εξεταστικών εξουσιών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου δυνάμει του άρθρου 226 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ), ο Έφορος, οι Βοηθοί Έφοροι καθώς και κάθε πρόσωπο της Υπηρεσίας ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο ασκεί ή έχει ασκήσει οποιαδήποτε δραστηριότητα για λογαριασμό του Εφόρου, καθώς και οι ελεγκτές ή εμπειρογνώμονες που ενεργούν εξ ονόματος του Εφόρου, δεσμεύονται από την υποχρέωση τήρησης του επαγγελματικού απορρήτου.

(2) Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 135 του Ποινικού Κώδικα, οι εμπιστευτικές πληροφορίες τις οποίες λαμβάνουν τα πρόσωπα που αναφέρονται στο εδάφιο (1), κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, δεν γνωστοποιούνται σε άλλο πρόσωπο ή αρχή, παρά μόνον σε συνοπτική ή συγκεντρωτική μορφή και κατά τρόπο ώστε να μην είναι δυνατόν να αναγνωρισθούν συγκεκριμένες ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις.

(3) Ανεξάρτητα από τις διατάξεις των εδαφίων (1) και (2), όταν ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση έχει εκκαθαριστεί ή είναι σε διαδικασία εκκαθάρισης, οι εμπιστευτικές πληροφορίες που δεν αφορούν τους τρίτους που συμμετέχουν στις προσπάθειες διάσωσής της μπορούν να αποκαλύπτονται στα πλαίσια αστικών αγωγών.

Ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ του Εφόρου και των εποπτικών αρχών άλλων κρατών μελών και της EIOPA

66. (1) Οι διατάξεις του άρθρου 65 του παρόντος Νόμου, δεν εμποδίζουν την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ του Εφόρου και των εποπτικών αρχών άλλων κρατών μελών, υπόκεινται όμως στην υποχρέωση τήρησης του επαγγελματικού απορρήτου που αναφέρεται στο άρθρο 65.

(2) Ο Έφορος συνεργάζεται με την EIOPA για τους σκοπούς εφαρμογής του παρόντος Νόμου και παρέχει χωρίς καθυστέρηση στην EIOPA όλες τις πληροφορίες που της είναι απαραίτητες για να επιτελέσει το έργο της σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1094/2010.

Συμφωνίες συνεργασίας με τρίτες χώρες

67. (1) Η Δημοκρατία δύναται να συνάπτει συμφωνίες συνεργασίας με τρίτες χώρες που προβλέπουν την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ του Εφόρου και των εποπτικών αρχών τρίτων χωρών, καθώς και με αρχές ή όργανα τρίτων χωρών, όπως αυτές καθορίζονται στα εδάφια (1) και (2) του άρθρου 69 του παρόντος Νόμου, μόνον αν οι πληροφορίες που πρόκειται να αποκαλυφθούν καλύπτονται στην τρίτη χώρα, όσον αφορά το επαγγελματικό απόρρητο, από εγγυήσεις τουλάχιστον ισοδύναμες με αυτές που προβλέπονται στο παρόν Τμήμα και νοουμένου ότι η ανταλλαγή πληροφοριών εξυπηρετεί την εκτέλεση των εποπτικών καθηκόντων των εν λόγω αρχών ή οργάνων.

(2) Σε περίπτωση κατά την οποία οι πληροφορίες που πρόκειται να αποκαλυφθούν από τον Έφορο σε τρίτη χώρα προέρχονται από άλλο κράτος μέλος, δεν αποκαλύπτονται παρά μόνον μετά από ρητή συμφωνία της εποπτικής αρχής του κράτους μέλους αυτού και ενδεχομένως μόνον για τους σκοπούς για τους οποίους συμφωνεί αυτή η αρχή.

(3) Ο Έφορος ανταλλάζει πληροφορίες με εποπτικές αρχές τρίτων χωρών, με τις οποίες συνάπτει συμφωνίες η ΕIOPA, σύμφωνα με τα όσα διαλαμβάνονται σε τέτοιες συμφωνίες.

Χρησιμοποίηση εμπιστευτικών πληροφοριών

68. (1) Με την επιφύλαξη των εξεταστικών εξουσιών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου δυνάμει του άρθρου 226 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ), ο Έφορος, όταν δέχεται εμπιστευτικές πληροφορίες σύμφωνα με τα άρθρα 65 ή 66 του παρόντος Νόμου, μπορεί να τις χρησιμοποιεί μόνον κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων και εξουσιών του και για τους πιο κάτω σκοπούς:

(α) Για τον έλεγχο της τήρησης των όρων ανάληψης ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής δραστηριότητας και για τη διευκόλυνση της παρακολούθησης της άσκησης της δραστηριότητας αυτής, ιδίως όσον αφορά την παρακολούθηση των τεχνικών προβλέψεων, των ελάχιστων κεφαλαιακών απαιτήσεων, των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας, και του συστήματος διακυβέρνησης·

(β) για την επιβολή κυρώσεων, περιλαμβανομένων καταγγελιών στις οποίες προβαίνει ο Έφορος, σε οποιεσδήποτε άλλες αρμόδιες αρχές, συνδέσμους, οργανισμούς ή σώματα στη Δημοκρατία ή στο εξωτερικό κατά την άσκηση των εποπτικών του αρμοδιοτήτων και της υποχρέωσης συνεργασίας του με άλλες εποπτικές αρχές σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου∙

(γ) για σκοπούς κάθε διοικητικής, αστικής ή ποινικής διαδικασίας, στην οποία εμπλέκεται ο Έφορος, είτε ως διάδικος είτε με οποιοδήποτε άλλο τρόπο∙

(2) Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου (1), επιτρέπεται η ανακοίνωση εμπιστευτικών πληροφοριών από τον Έφορο και οποιοδήποτε πρόσωπο ενεργεί εκ Μέρους και κατ΄εντολήν του, εφόσον ο Έφορος αποφασίσει ότι για λόγους δημοσίου συμφέροντος ή προστασίας των ασφαλισμένων ή διαφάνειας επιβάλλεται να δημοσιοποιεί αυτούσια ή περιληπτικά οποιεσδήποτε αποφάσεις ή πορίσματά του, περιλαμβανομένων αποφάσεων για επιβολή διοικητικών προστίμων, που λαμβάνει ή συντάσσει αντίστοιχα δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου, των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων Κανονισμών που κατατίθενται στη Βουλή των Αντιπροσώπων για έγκριση και οδηγιών και δυνάμει της κειμένης νομοθεσίας∙

Ανταλλαγή πληροφοριών με λοιπές αρχές

69. (1) Ανεξάρτητα από τις διατάξεις των άρθρων 65 και 68 του παρόντος Νόμου, επιτρέπεται-

(α) Η ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ του Εφόρου και των Βοηθών Εφόρων ή οποιουδήποτε άλλου προσώπου ή εμπειρογνώμονα της Υπηρεσίας, για την εκπλήρωση των εποπτικών καθηκόντων τους·

(β) η ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ του Εφόρου και των Βοηθών Εφόρων ή οποιουδήποτε άλλου προσώπου και εμπειρογνώμονα ο οποίος συμβάλλεται με τον Έφορο στα πλαίσια της άσκησης των εποπτικών του καθηκόντων∙

(γ) η ανταλλαγή πληροφοριών, για την εκτέλεση των εποπτικών καθηκόντων τους, μεταξύ του Εφόρου και των πιο κάτω αρχών της Δημοκρατίας:

(i) Της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου, της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου και της Αρχής Εποπτείας των Ταμείων Επαγγελματικών Συνταξιοδοτικών Παροχών·

(ii) των εκκαθαριστών ή οποιωνδήποτε άλλων προσώπων που συμμετέχουν στην εκκαθάριση των ασφαλιστικών επιχειρήσεων ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων, καθώς και σε άλλες παρεμφερείς διαδικασίες·

(iii) των ελεγκτών, στους οποίους έχει ανατεθεί ο κατά νόμον έλεγχος των λογαριασμών των ασφαλιστικών και των αντασφαλιστικών επιχειρήσεων, καθώς και των άλλων χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων·

(iv) αρχών αρμόδιων για την εποπτεία των υπόχρεων οντοτήτων που αναφέρονται στο Άρθρο 2, παράγραφος 1, σημεία 1) και 2) της Οδηγίας (ΕΕ) 2015/849, αναφορικά με τη συμμόρφωση με τον περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμο ή κατά περίπτωση, την Οδηγία (ΕΕ) 2015/849.

(δ) η διαβίβαση, προς τα όργανα στα οποία έχει ανατεθεί η διαχείριση διαδικασιών αναγκαστικής εκκαθάρισης ή προς ταμεία εγγύησης, των απαραίτητων πληροφοριών για την εκτέλεση του έργου τους.

(2) Η ανταλλαγή πληροφοριών που αναφέρεται στις παραγράφους (β) και (γ) του εδαφίου (1) μπορεί επίσης να λαμβάνει χώρα και μεταξύ των εν λόγω αρχών διαφορετικών κρατών μελών και σε κάθε περίπτωση οι πληροφορίες που λαμβάνονται από τις εν λόγω αρχές, όργανα και πρόσωπα υπόκεινται στην υποχρέωση τήρησης του επαγγελματικού απορρήτου που αναφέρεται στο άρθρο 65 του παρόντος Νόμου.

(3) Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου (4) και ανεξάρτητα από τις διατάξεις των άρθρων 65 μέχρι 68 του παρόντος Νόμου, επιτρέπεται η ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ του Εφόρου και των πιο κάτω αρχών ή προσώπων:

(α) Του Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη, ως αρμόδιας αρχής για την εκκαθάριση ασφαλιστικών επιχειρήσεων, αντασφαλιστικών επιχειρήσεων, καθώς και σε σχέση με άλλες παρεμφερείς διαδικασίες·

(β) της Επιτροπής Δημόσιας Εποπτείας κατά την έννοια των περί Ελεγκτών και Υποχρεωτικών Ελέγχων των Ετήσιων και των Ενοποιημένων Λογαριασμών Νόμων του 2009 και 2013, όπως αυτοί εκάστοτε τροποποιούνται ή αντικαθίστανται, υπεύθυνης για την εποπτεία των προσώπων τα οποία είναι επιφορτισμένα με τον κατά νόμον έλεγχο των λογαριασμών των ασφαλιστικών επιχειρήσεων, των αντασφαλιστικών επιχειρήσεων, των πιστωτικών ιδρυμάτων, των εταιρειών επενδύσεων και των λοιπών χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων·

(γ) των ανεξάρτητων αναλογιστών ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων που ασκούν δυνάμει του παρόντος Νόμου εποπτεία επ’ αυτών, καθώς και των οργάνων που είναι υπεύθυνα για την επιτήρηση των αναλογιστών αυτών.

(4) Η ανταλλαγή των πληροφοριών του εδαφίου (3) επιτρέπεται εφόσον κατά την κρίση του Εφόρου συντρέχουν οι ακόλουθες κατ’ ελάχιστο προϋποθέσεις:

(α) Οι πληροφορίες πρέπει να προορίζονται για την εκπλήρωση της αποστολής της εποπτείας ή του κατά νόμο ελέγχου, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στο εδάφιο (3)·

(β) οι διαβιβαζόμενες πληροφορίες υπόκεινται στην υποχρέωση τήρησης του επαγγελματικού απορρήτου του άρθρου 65 του παρόντος Νόμου·

(γ) όταν οι πληροφορίες προέρχονται από άλλο κράτος μέλος, δεν πρέπει να αποκαλύπτονται χωρίς τη ρητή συγκατάθεση των εποπτικών αρχών από τις οποίες προέρχονται και, εφόσον ενδείκνυται, μόνον για τους σκοπούς ως προς τους οποίους οι εν λόγω αρχές έδωσαν τη συγκατάθεσή τους.

(5) Ο Έφορος γνωστοποιεί στην Επιτροπή και στις εποπτικές αρχές των άλλων κρατών μελών την ταυτότητα των αρχών, προσώπων ή οργάνων που μπορούν να δέχονται πληροφορίες δυνάμει των εδαφίων (3) και (4).

(6) Ανεξάρτητα από τις διατάξεις των άρθρων 65 μέχρι 68 του παρόντος Νόμου και με στόχο τη σταθερότητα και την ακεραιότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος, επιτρέπεται η ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ του Εφόρου και του Εφόρου Εταιρειών, εφόσον συντρέχουν οι πιο κάτω προϋποθέσεις:

(α) οι πληροφορίες πρέπει να προορίζονται για τον εντοπισμό και τη διερεύνηση παραβάσεων και του σκοπούς που καθορίζονται στο παρόν εδάφιο·

(β) οι διαβιβαζόμενες πληροφορίες υπόκεινται στην υποχρέωση τήρησης του επαγγελματικού απορρήτου του άρθρου 65 του παρόντος Νόμου·

(γ) όταν οι πληροφορίες προέρχονται από άλλο κράτος μέλος, δεν μπορούν να αποκαλύπτονται χωρίς τη ρητή συγκατάθεση των εποπτικών αρχών από τις οποίες προέρχονται και, εφόσον ενδείκνυται, μόνον για τους σκοπούς ως προς τους οποίους οι εν λόγω αρχές έδωσαν τη συγκατάθεσή τους:

Νοείται ότι σε περίπτωση που ο Έφορος Εταιρειών και Επίσημος Παραλήπτης ή ο Έφορος προβαίνει στον εντοπισμό ή τη διερεύνηση παραβάσεων χρησιμοποιώντας τις υπηρεσίες εντεταλμένων προς τούτο προσώπων, λόγω ειδικών προσόντων, που δεν ανήκουν στην Υπηρεσία τους, η δυνατότητα ανταλλαγής πληροφοριών δυνάμει του παρόντος εδαφίου μπορεί να επεκτείνεται και στα πρόσωπα αυτά, νοουμένου ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις των παραγράφων (α) μέχρι (γ):

Νοείται περαιτέρω ότι, για σκοπούς εφαρμογής του παρόντος εδαφίου ο Έφορος Εταιρειών και Επίσημος Παραλήπτης ανακοινώνει στον Έφορο, και αντιστρόφως, την ταυτότητα και τους συγκεκριμένους τομείς ευθύνης των προσώπων στα οποία διαβιβάζονται οι εν λόγω πληροφορίες.

(7) Ο Έφορος ανακοινώνει στην Επιτροπή και στις εποπτικές αρχές των άλλων κρατών μελών την ταυτότητα των αρχών, προσώπων ή οργάνων που μπορούν να δέχονται πληροφορίες δυνάμει του εδαφίου (6).

Αποκάλυψη πληροφοριών σε δημόσιες αρχές υπεύθυνες για τη χρηματοπιστωτική νομοθεσία

70. (1) Ανεξάρτητα από τις διατάξεις των άρθρων 65 και 68 του παρόντος Νόμου, και με επιφύλαξη των διατάξεων του εδαφίου (2), επιτρέπεται η αποκάλυψη ορισμένων πληροφοριών από τον Έφορο και σε άλλες αρχές της δημόσιας υπηρεσίας, που είναι αρμόδιες για τη νομοθεσία περί εποπτείας των πιστωτικών ιδρυμάτων, των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, των επενδυτικών υπηρεσιών και των ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων, καθώς και σε οποιουσδήποτε λειτουργούς ή πρόσωπα ενεργούν εν ονόματι των υπηρεσιών αυτών.

(2) Η αποκάλυψη που προβλέπεται στο εδάφιο (1) είναι δυνατή μόνο αν απαιτείται για λόγους προληπτικού ελέγχου:

Νοείται ότι, οι πληροφορίες που λαμβάνονται βάσει του άρθρου 66 και του εδαφίου (1) του άρθρου 69, καθώς και οι πληροφορίες που συγκεντρώνονται μέσω των επιτόπιων ελέγχων που αναφέρονται στο άρθρο 37 του παρόντος Νόμου, μπορούν να κοινολογούνται μόνον με τη ρητή συγκατάθεση των εποπτικών αρχών από τις οποίες προέρχονται οι πληροφορίες ή των εποπτικών αρχών του κράτους μέλους στο οποίο διενεργήθηκε ο επιτόπιος έλεγχος.

Διαβίβαση πληροφοριών σε κεντρικές τράπεζες και νομισματικές αρχές

71. (1) Με την επιφύλαξη των διατάξεων των άρθρων 65 έως 70 του παρόντος Νόμου, ο Έφορος μπορεί να διαβιβάζει πληροφορίες που προορίζονται για την εκπλήρωση της αποστολής τους στους ακόλουθους φορείς:

(α) τις κεντρικές τράπεζες του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών (ΕΣΚΤ), συμπεριλαμβανομένης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ), και σε άλλους οργανισμούς με παρόμοια αποστολή υπό την ιδιότητά τους ως νομισματικών αρχών, όταν αυτές οι πληροφορίες είναι σημαντικές για την άσκηση των εκ του νόμου καθηκόντων τους, συμπεριλαμβανομένων της άσκησης νομισματικής πολιτικής και της συναφούς παροχής ρευστότητας, της εποπτείας συστημάτων πληρωμών, εκκαθάρισης και διακανονισμού, και της διαφύλαξης της σταθερότητας του χρηματοπιστωτικού συστήματος∙

(β) εφόσον κρίνεται σκόπιμο, σε άλλες δημόσιες αρχές στη Δημοκρατία επιφορτισμένες με την εποπτεία συστημάτων πληρωμών∙ και

(γ) στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Συστημικού Κινδύνου (ΕΣΣΚ), εφόσον οι πληροφορίες αυτές είναι σημαντικές για την επιτέλεση των καθηκόντων του.

(2) Σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης, συμπεριλαμβανομένης της κατάστασης έκτακτης ανάγκης κατά την έννοια του άρθρου 18 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010, ο Έφορος δύναται να διαβιβάζει αμελλητί πληροφορίες στις κεντρικές τράπεζες του ΕΣΣΚ, συμπεριλαμβανομένης της ΕΚΤ, αν οι πληροφορίες αυτές είναι σημαντικές για την άσκηση των εκ του νόμου καθηκόντων τους, συμπεριλαμβανομένων της άσκησης νομισματικής πολιτικής και της συναφούς παροχής ρευστότητας, της εποπτείας συστημάτων πληρωμών, εκκαθάρισης και διακανονισμού και της διαφύλαξης της σταθερότητας του χρηματοοικονομικού συστήματος, και στο ΕΣΣΚ, αν αυτές οι πληροφορίες είναι σημαντικές για την άσκηση των καθηκόντων του.

(3) Ο Έφορος δύναται να ζητά πληροφορίες για σκοπούς εφαρμογής του άρθρου 68 του παρόντος Νόμου, από τις αρχές ή τις οντότητες των εδαφίων (1) και (2):

Νοείται ότι οι πληροφορίες που λαμβάνονται από τον Έφορο δυνάμει του παρόντος εδαφίου, υπόκεινται στις διατάξεις περί επαγγελματικού απορρήτου που καθορίζονται στο παρόν Τμήμα.

Επαγγελματικό απόρρητο

72. (1) Αναφορικά με την υποχρέωση τήρησης του επαγγελματικού απορρήτου σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 345 του παρόντος Νόμου, ο Έφορος, οι Βοηθοί Έφοροι και κάθε μέλος της Υπηρεσίας ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο ασκεί ή έχει ασκήσει οποιαδήποτε δραστηριότητα για λογαριασμό του Εφόρου, θεωρούνται, για τους σκοπούς του Ποινικού Κώδικα, ως δημόσιοι λειτουργοί:

Νοείται ότι το απόρρητο δεν ισχύει έναντι Δικαστηρίου, Ερευνητικής Επιτροπής που διορίσθηκε και ενεργεί δυνάμει του περί Ερευνητικών Επιτροπών Νόμου, ποινικού ανακριτή διεξάγοντος ανάκριση βάσει του άρθρου 4 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, της Μονάδας Καταπολέμησης Αδικημάτων Συγκάλυψης, δυνάμει των περί Συγκάλυψης, Έρευνας και Δήμευσης Εσόδων από Ορισμένες Εγκληματικές Πράξεις Νόμων του 2007 έως 2014, και Κοινοβουλευτικής Επιτροπής δυνάμει του περί της Καταθέσεως Στοιχείων και Πληροφοριών στη Βουλή των Αντιπροσώπων και στις Κοινοβουλευτικές Επιτροπές Νόμου, νοουμένου ότι το παρόν άρθρο δεν ερμηνεύεται ότι παρέχει οποιαδήποτε επιπρόσθετη εξουσία.

Εποπτική σύγκλιση

73. (1) Ο Έφορος, κατά την άσκηση των εποπτικών του αρμοδιοτήτων, λαμβάνει υπόψη του τη διάσταση, σχετική με την Ένωση.

(2) Ο Έφορος, κατά την άσκηση των καθηκόντων του, λαμβάνει υπόψη τη σύγκλιση των μέσων και των μεθόδων εποπτείας που χρησιμοποιεί στην εφαρμογή των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών απαιτήσεων, οι οποίες έχουν θεσπιστεί με βάση την Οδηγία 2009/138/ΕΚ και όπως αυτές έχουν ενσωματωθεί στον παρόντα Νόμο. και για τον σκοπό αυτό-

(α) Συμμετέχει είτε αυτοπροσώπως είτε διά εκπροσώπου του στις δραστηριότητες της EIOPA∙

(β) καταβάλλει κάθε προσπάθεια για να συμμορφώνεται προς τις κατευθυντήριες γραμμές και συστάσεις της EIOPA σύμφωνα με το άρθρο 16 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010 και αναφέρει τους λόγους σε περίπτωση που δεν το πράξει·

(γ) διασφαλίζει ότι η άσκηση των αρμοδιοτήτων του δυνάμει του παρόντος Νόμου, δεν παρεμποδίζει την άσκηση των καθηκόντων του ως μέλος της EIOPA ή βάσει της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ.

ΤΜΗΜΑ 6 - ΕΛΕΓΧΟΣ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΩΝ ΚΑΙ ΚΑΘΗΚΟΝΤΑ ΕΛΕΓΚΤΩΝ
Καθήκοντα ελεγκτών

74.-(1) Οι Ετήσιοι και Ενοποιημένοι Λογαριασμοί των ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων ελέγχονται από ελεγκτές δυνάμει του περί Ελεγκτών και Υποχρεωτικών Ελέγχων των Ετήσιων και των Ενοποιημένων Λογαριασμών Νόμου του 2009, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται, και των διατάξεων του παρόντος Νόμου.

(2) Οι ελεγκτές στο πλαίσιο του ελέγχου τους δυνάμει του εδαφίου (1), ελέγχουν τις πληροφορίες που απαιτούνται δυνάμει του άρθρου 38 του παρόντος Νόμου, οι οποίες καθορίζονται με Οδηγίες του Εφόρου, μετά από διαβούλευση με τους εμπλεκόμενους φορείς, εξαιρουμένων των πληροφοριών, σε σχέση με το σύστημα διακυβέρνησης που εφαρμόζουν οι επιχειρήσεις, των κινδύνων που αντιμετωπίζουν και των συστημάτων διαχείρισης κινδύνων και υποβάλλουν ξεχωριστή έκθεση σε σχέση με αυτές.

(3) Τα περιουσιακά στοιχεία που περιλαμβάνονται στις πληροφορίες που υποβάλλονται από τις ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις σύμφωνα με την υποπαράγραφο (i) της παραγράφου (α) του εδαφίου (2) του άρθρου 38 του παρόντος Νόμου, για τη δεύτερη και την τέταρτη τριμηνία του οικονομικού έτους θα ελέγχονται από τους ελεγκτές, οι οποίοι θα υποβάλλουν σχετική έκθεση.

(4) Οι ελεγκτές, οι οποίοι, δυνάμει του εδαφίου (1), διενεργούν έλεγχο των ετήσιων και ενοποιημένων λογαριασμών των ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων ή κάθε άλλη νόμιμη αποστολή στα πλαίσια των καθηκόντων τους, υποχρεούνται να γνωστοποιούν άμεσα στον Έφορο αναφορικά με την ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση που ελέγχουν κάθε απόφαση ή πραγματικό περιστατικό που αφορά την επιχείρηση αυτή, που περιέρχεται στη γνώση τους κατά την άσκηση των ως άνω καθηκόντων και που είναι δυνατόν να έχει ως αποτέλεσμα-

(α) ουσιώδη παράβαση των νομοθετικών, κανονιστικών ή διοικητικών διατάξεων οι οποίες καθορίζουν τις προϋποθέσεις χορήγησης άδειας λειτουργίας, ή διέπουν ειδικά την άσκηση των δραστηριοτήτων των επιχειρήσεων ασφάλισης και αντασφάλισης·

(β) να θίξει τη συνέχιση της λειτουργίας της εκάστοτε ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης·

(γ) την άρνηση της επικύρωσης των λογαριασμών ή τη διατύπωση επιφυλάξεων·

(δ) τη μη συμμόρφωση προς τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας·

(ε) τη μη συμμόρφωση προς τις ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις.

(5) Οι ελεγκτές έχουν επίσης την ίδια υποχρέωση που προβλέπεται στο εδάφιο (1), σε ό,τι αφορά σε πραγματικά περιστατικά και σε αποφάσεις των οποίων λαμβάνουν γνώση στο πλαίσιο της άσκησης καθηκόντων τους σε επιχείρηση που έχει στενούς δεσμούς απορρέοντες από σχέση ελέγχου με την ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση στην οποία τα πρόσωπα αυτά έχουν αναλάβει τα εν λόγω καθήκοντα.

(6) Η καλή τη πίστει γνωστοποίηση στον Έφορο γεγονότων ή αποφάσεων που αναφέρονται στα εδάφια (1) και (4) από τους ελεγκτές ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων δεν αποτελεί παράβαση τυχόν περιορισμού γνωστοποίησης πληροφοριών που επιβάλλεται από σύμβαση ή νομοθετική ή κανονιστική ή διοικητική διάταξη και δε συνεπάγεται οποιαδήποτε ευθύνη για τα πρόσωπα αυτά.

(7)(α) Σε περίπτωση σοβαρής παραβίασης των καθηκόντων του ελεγκτή, ο Έφορος με δεόντως αιτιολογημένη απόφασή του, δύναται να απαιτήσει από την ασφαλιστική ή την αντασφαλιστική επιχείρηση, τον άμεσο τερματισμό του διορισμού του ελεγκτή, και η επιχείρηση υποχρεούται να συμμορφωθεί:

Νοείται ότι η απόφαση του Εφόρου δύναται να προσβληθεί ενώπιον του Γενικού Διευθυντή σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 347 του παρόντος Νόμου:

Νοείται περαιτέρω ότι η πιο πάνω απόφαση του Εφόρου δύναται να προσβληθεί απευθείας με προσφυγή σύμφωνα με το άρθρο 146 του Συντάγματος.

(β) Η απορριπτική απόφαση του Γενικού Διευθυντή επί προσφυγής που ασκείται σύμφωνα με την παράγραφο (α), δύναται να προσβληθεί με προσφυγή δυνάμει του άρθρου 146 του Συντάγματος:

Νοείται ότι, εκκρεμούσης της απόφασης του Γενικού Διευθυντή, ουδεμία προσφυγή σύμφωνα με το άρθρο 146 του Συντάγματος μπορεί να ασκηθεί.

(8) Παράβαση των διατάξεων του παρόντος άρθρου από οποιοδήποτε πρόσωπο επισύρει την επιβολή διοικητικού προστίμου από τον Έφορο σύμφωνα με τις διατάξεις του Μέρους ΙΧ του παρόντος Νόμου.

ΠΕΜΠΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΚΗΣΗ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΖΩΗΣ ΚΑΙ ΓΕΝΙΚΗΣ ΦΥΣΕΩΣ
Άσκηση των δραστηριοτήτων ασφάλισης Ζωής και Γενικής Φύσεως

75. (1) Υπό την επιφύλαξη των διατάξεων του εδαφίου (5), η άδεια ασκήσεως ασφαλιστικών εργασιών χορηγείται αποκλειστικά για την άσκηση είτε εργασιών στην ασφάλιση Γενικής Φύσεως, είτε εργασιών στην ασφάλιση Ζωής.

(2) Κατά παρέκκλιση από τις διατάξεις του εδαφίου (1)-

(α) οι επιχειρήσεις, οι οποίες λαμβάνουν άδεια προκειμένου να ασκήσουν εργασίες ασφάλισης Ζωής, δικαιούνται επίσης να λαμβάνουν άδεια για εργασίες ασφάλισης Γενικής Φύσεως για τους κινδύνους που καταγράφονται στους Κλάδους ατυχημάτων και ασθενειών (κλάδοι 1 και 2, στο Μέρος Α του Πρώτου Παραρτήματος του παρόντος Νόμου)·

(β) οι επιχειρήσεις, οι οποίες λαμβάνουν άδεια αποκλειστικά για τους κινδύνους που καταγράφονται στους Κλάδους ατυχημάτων και ασθενειών (κλάδοι 1 και 2, στο Μέρος Α του Πρώτου Παραρτήματος), δικαιούνται να λαμβάνουν άδεια προκειμένου να ασκήσουν εργασίες ασφάλισης Ζωής:

Νοείται ότι, κάθε εργασία τελεί υπό χωριστή διαχείριση, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 76 του παρόντος Νόμου.

(3) Ανεξάρτητα από οποιεσδήποτε αντίθετες διατάξεις του παρόντος Νόμου, οι επιχειρήσεις που αναφέρονται στο εδάφιο (2) δύνανται να τηρούν τους λογιστικούς κανόνες οι οποίοι διέπουν τις επιχειρήσεις ασφάλισης Ζωής για το σύνολο των δραστηριοτήτων τους και μέχρι την ύπαρξη συντονισμού μεταξύ των κρατών μελών επί του θέματος, οι εν λόγω επιχειρήσεις εφαρμόζουν σε σχέση με την εκκαθάριση τους ίδιους κανόνες με τις επιχειρήσεις ασφάλισης Ζωής, για τις δραστηριότητές τους που έχουν σχέση με τους κινδύνους ατυχημάτων και ασθενειών (Κλάδοι 1 και 2 στο Μέρος Α του Πρώτου Παραρτήματος).

(4) Σε περίπτωση που επιχείρηση ασφάλισης Γενικής Φύσεως έχει οικονομικούς, εμπορικούς, ή διοικητικούς δεσμούς με επιχείρηση ασφάλισης Ζωής, ο Έφορος διασφαλίζει μέσα από την άσκηση της εποπτείας τους, ότι οι λογαριασμοί των σχετικών επιχειρήσεων δεν νοθεύονται από συμφωνίες μεταξύ τους ούτε από οποιοδήποτε άλλο διακανονισμό ικανό να επηρεάσει την κατανομή των εξόδων και εσόδων.

(5) Επιχειρήσεις οι οποίες κατά την 1η Μαῒου 2004 ασκούσαν ταυτοχρόνως δραστηριότητες ασφάλισης Ζωής και Γενικής Φύσεως που εμπίπτουν στον παρόντα Νόμο και συνεχίζουν να ασκούν τις εν λόγω δραστηριότητες κατά την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου, δικαιούνται να συνεχίσουν να τις ασκούν ταυτοχρόνως, υπό τον όρο ότι κάθε δραστηριότητα τελεί υπό χωριστή διαχείριση σύμφωνα με το άρθρο 76 του παρόντος Νόμου.

Χωριστή διαχείριση των ασφαλίσεων Ζωής και Γενικής Φύσεως

76. (1) Η αναφερόμενη στο άρθρο 75 του παρόντος Νόμου χωριστή διαχείριση οργανώνεται κατά τρόπο ώστε οι εργασίες ασφάλισης Ζωής να τελούν υπό χωριστή διαχείριση από τις εργασίες ασφάλισης Γενικής Φύσεως και τα αντίστοιχα συμφέροντα των αντισυμβαλλομένων ασφαλίσεων Ζωής και Γενικής Φύσεως δεν παραβλάπτονται, και ιδιαίτερα, τα κέρδη από την ασφάλιση Ζωής να τα καρπούνται οι ασφαλισμένοι της ασφάλισης Ζωής, ωσάν η ασφαλιστική επιχείρηση να ασκούσε μόνο εργασίες ασφάλισης Ζωής.

(2) Υπό την επιφύλαξη των διατάξεων των άρθρων 106 και 135 του παρόντος Νόμου, οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις που αναφέρονται στα εδάφια (2) και (5) του άρθρου 3 υπολογίζουν και τα δύο πιο κάτω:

(α) ένα θεωρητικό ποσό για τις ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις Ζωής όσον αφορά τις εργασίες που αφορούν σε ασφάλιση ή αντασφάλιση Ζωής, υπολογιζόμενο ως εάν η σχετική επιχείρηση να ασκούσε μόνον αυτές τις εργασίες, με βάση τους χωριστούς λογαριασμούς που αναφέρονται στο εδάφιο (6)· και

(β) ένα θεωρητικό ποσό για τις ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις Γενικής Φύσεως όσον αφορά τις εργασίες που αφορούν σε ασφάλιση ή αντασφάλιση Γενικής Φύσεως, υπολογιζόμενο ως εάν η σχετική επιχείρηση να ασκούσε μόνον αυτές τις εργασίες, με βάση τους χωριστούς λογαριασμούς που αναφέρονται στο εδάφιο (6).

(3) Κατ’ ελάχιστο όριο, οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις που αναφέρονται στα εδάφια (2) και (5) του άρθρου 75 του παρόντος Νόμου καλύπτουν τα ακόλουθα με αντίστοιχο ποσό στοιχείων των επιλέξιμων βασικών ιδίων κεφαλαίων:

(α) το θεωρητικό ποσό για τις ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις Ζωής όσον αφορά τις εργασίες ασφάλισης Ζωής·

(β) το θεωρητικό ποσό για τις ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις Γενικής Φύσεως όσον αφορά τις εργασίες ασφάλισης Γενικής Φύσεως:

Νοείται ότι, τα ελάχιστα όρια οικονομικών υποχρεώσεων που αναφέρονται στο παρόν εδάφιο σχετικά με τις δραστηριότητες ασφάλισης Ζωής και ασφάλισης Γενικής Φύσεως, δεν βαρύνουν την άλλη δραστηριότητα.

(4) Εφόσον πληρούνται τα ελάχιστα όρια οικονομικών υποχρεώσεων που αναφέρονται στο εδάφιο (3), και υπό την επιφύλαξη της υποχρέωσης για ενημέρωση του Εφόρου, η επιχείρηση δύναται να χρησιμοποιεί, για την κάλυψη των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας που αναφέρονται στο άρθρο 106 του παρόντος Νόμου, τα εμφανή στοιχεία των επιλέξιμων ιδίων κεφαλαίων, που είναι ακόμη διαθέσιμα για τη μία ή την άλλη δραστηριότητα.

(5) Ο Έφορος, αναλύοντας τα αποτελέσματα τόσο των δραστηριοτήτων ασφάλισης Ζωής όσο και ασφάλισης Γενικής Φύσεως, μεριμνά για την τήρηση των απαιτήσεων των εδαφίων (1) μέχρι (4).

(6) Οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις οφείλουν να συντάσσουν τους λογαριασμούς τους κατά τρόπο ώστε να εμφανίζουν τις πηγές των αποτελεσμάτων για τις εργασίες ασφαλίσεων Ζωής και Γενικής Φύσεως χωριστά και όλα τα έσοδα, ιδίως τα ασφάλιστρα, οι καταβολές των αντασφαλιστών και τα έσοδα από επενδύσεις, όπως και τα έξοδα, ιδίως οι ασφαλιστικοί διακανονισμοί, οι προσαυξήσεις στις τεχνικές προβλέψεις, τα αντασφάλιστρα και οι δαπάνες λειτουργίας για τις ασφαλιστικές εργασίες, αναλύονται κατά πηγή προελεύσεως. Τα κοινά για τις δύο δραστηριότητες στοιχεία καταχωρίζονται στους λογαριασμούς σύμφωνα με μέθοδο κατανομής αποδεκτή από τον Έφορο.

(7) Οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις οφείλουν, βάσει των λογαριασμών, να συντάσσουν έγγραφο στο οποίο εμφανίζονται αναλυτικά, σύμφωνα με το εδάφιο (4) του άρθρου 104 του παρόντος Νόμου, τα στοιχεία των επιλέξιμων βασικών ιδίων κεφαλαίων που καλύπτουν κάθε θεωρητικό ποσό ελάχιστων κεφαλαιακών απαιτήσεων, όπως αναφέρεται στο εδάφιο (2).

(8) Σε περίπτωση ανεπάρκειας του ποσού των στοιχείων των επιλέξιμων βασικών ιδίων κεφαλαίων όσον αφορά μία από τις δραστηριότητες, προκειμένου να καλυφθούν τα ελάχιστα όρια οικονομικών υποχρεώσεων που αναφέρονται στις παραγράφους (α) και (β) του εδαφίου (3), ο Έφορος εφαρμόζει, για την ελλειμματική δραστηριότητα, τα μέτρα που προβλέπονται στην παρόντα Νόμο, ανεξάρτητα από τα αποτελέσματα που απέδωσε η άλλη δραστηριότητα. Κατά παρέκκλιση από την επιφύλαξη του εδαφίου (3), τα μέτρα αυτά δύνανται να συνίστανται στη χορήγηση αδείας μεταφοράς εμφανών στοιχείων των επιλέξιμων βασικών ιδίων κεφαλαίων από τη μία δραστηριότητα στην άλλη.

ΕΚΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΚΑΝΟΝΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΠΟΤΙΜΗΣΗ ΤΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΤΟΥ ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΠΑΘΗΤΙΚΟΥ, ΤΩΝ ΤΕΧΝΙΚΩΝ ΠΡΟΒΛΕΨΕΩΝ, ΤΩΝ ΙΔΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΩΝ, ΤΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΑΚΩΝ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΦΕΡΕΓΓΥΟΤΗΤΑΣ, ΤΩΝ ΕΛΑΧΙΣΤΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΑΚΩΝ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΚΑΙ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΟΙ ΚΑΝΟΝΕΣ
ΤΜΗΜΑ 1 - ΑΠΟΤΙΜΗΣΗ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΥ ΚΑΙ ΠΑΘΗΤΙΚΟΥ
Αποτίμηση στοιχείων ενεργητικού και παθητικού

77. (1) Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις αποτιμούν τα στοιχεία του ενεργητικού και του παθητικού ως ακολούθως:

(α) Τα στοιχεία του ενεργητικού αποτιμώνται στο ποσό για το οποίο μπορούν να ανταλλαγούν μεταξύ καλώς πληροφορημένων και πρόθυμων ατόμων στο πλαίσιο μιας συναλλαγής με ίσους όρους·

(β) τα στοιχεία του παθητικού αποτιμώνται στο ποσό για το οποίο μπορούν να μεταβιβάζονται, ή να διακανονίζονται, μεταξύ καλώς πληροφορημένων και προθύμων ατόμων στο πλαίσιο μιας συναλλαγής με ίσους όρους και κατά την αποτίμηση αυτή δεν γίνεται καμία προσαρμογή προκειμένου να ληφθεί υπόψη η ιδία πιστωτική διαβάθμιση της ασφαλιστικής ή της αντασφαλιστικής επιχείρησης.

(2) Κατ΄εξουσιοδότηση πράξεις προσδιορίζουν τις μεθόδους και τις παραδοχές που πρέπει να χρησιμοποιούνται στην αποτίμηση των στοιχείων του ενεργητικού και του παθητικού, όπως προβλέπεται στο εδάφιο (1).

(3) Ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα καθορίζουν-

(α) τον βαθμό στον οποίο οι κατ' εξουσιοδότηση πράξεις του εδαφίου (2) απαιτούν τη χρήση των διεθνών λογιστικών προτύπων όπως εγκρίθηκαν από την Επιτροπή σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1606/2002 για την εφαρμογή διεθνών λογιστικών προτύπων, τη συνέπεια αυτών των λογιστικών προτύπων με την προσέγγιση της αποτίμησης των στοιχείων ενεργητικού και παθητικού όπως καθορίζεται στα εδάφια (1) και (2)∙

(β) τις μεθόδους και τις παραδοχές που πρέπει να χρησιμοποιούνται όταν είτε δεν υπάρχουν διαθέσιμες χρηματιστηριακές τιμές είτε τα διεθνή λογιστικά πρότυπα του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1606/2002 είναι σε προσωρινή ή σε μόνιμη βάση ασύμβατα με την προσέγγιση αποτίμησης των στοιχείων ενεργητικού και παθητικού που καθορίζεται στα εδάφια (1) και (2)·

(γ) τις μεθόδους και τις παραδοχές που πρέπει να χρησιμοποιούνται στην αποτίμηση του ενεργητικού και του παθητικού, όπως προβλέπεται στο εδάφιο (1), όταν οι κατ' εξουσιοδότηση πράξεις του εδαφίου (2) προβλέπουν τη χρήση εναλλακτικών μεθόδων αποτίμησης.

ΤΜΗΜΑ 2 - ΚΑΝΟΝΕΣ ΣΧΕΤΙΚΟΙ ΜΕ ΤΙΣ ΤΕΧΝΙΚΕΣ ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ
Γενικές διατάξεις

78. (1) Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις οφείλουν να προβαίνουν στο σχηματισμό τεχνικών προβλέψεων αναφορικά με όλες τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές τους υποχρεώσεις έναντι των αντισυμβαλλομένων και δικαιούχων των ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών συμβάσεων.

(2) Η αξία των τεχνικών προβλέψεων πρέπει να αντιστοιχεί στο τρέχον ποσό που θα έπρεπε να καταβάλει μια ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση εάν μεταβίβαζε τις συμβατικές της υποχρεώσεις σε άλλη ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση.

(3) Ο υπολογισμός των τεχνικών προβλέψεων που χρησιμοποιεί είναι συνεπής με πληροφορίες που παρέχουν οι χρηματοοικονομικές αγορές και τα γενικά διαθέσιμα δεδομένα για την ανάληψη ασφαλιστικών κινδύνων (συνέπεια με την αγορά).

(4) Οι τεχνικές προβλέψεις υπολογίζονται με συνετό, αξιόπιστο και αντικειμενικό τρόπο.

(5) Σύμφωνα με τις αρχές που καθορίζονται στα εδάφια (2), (3) και (4) και λαμβάνοντας υπόψη τις αρχές που καθορίζονται στο εδάφιο (1) του άρθρου 77 του παρόντος Νόμου, ο υπολογισμός των τεχνικών προβλέψεων πρέπει να πραγματοποιείται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 79 μέχρι 88 και 92 του παρόντος Νόμου.

Υπολογισμός τεχνικών προβλέψεων

79. (1) Η αξία των τεχνικών προβλέψεων ισούται προς το άθροισμα της βέλτιστης εκτίμησης και ενός περιθωρίου κινδύνου, όπως προβλέπεται στις πιο κάτω παραγράφους (α) μέχρι (δ) και στο εδάφιο (2):

(α) Η βέλτιστη εκτίμηση αντιστοιχεί στον μέσο όρο των μελλοντικών ταμειακών ροών, σταθμισμένων βάσει πιθανοτήτων, λαμβανομένης υπόψη της χρονικής αξίας του χρήματος (αναμενόμενη παρούσα αξία μελλοντικών ταμειακών ροών) χρησιμοποιώντας την κατάλληλη καμπύλη επιτοκίου χωρίς κίνδυνο.

(β) Ο υπολογισμός της βέλτιστης εκτίμησης βασίζεται σε επικαιροποιημένες και αξιόπιστες πληροφορίες και σε ρεαλιστικές παραδοχές και πραγματοποιείται με τη χρήση κατάλληλων, εφαρμόσιμων και συναφών αναλογιστικών και στατιστικών μεθόδων.

(γ) Η πρόβλεψη των ταμειακών ροών που χρησιμοποιείται στον υπολογισμό της βέλτιστης εκτίμησης λαμβάνει υπόψη όλες τις ταμειακές εισροές και εκροές που απαιτούνται για τον διακανονισμό των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών υποχρεώσεων για όλη τη διάρκειά τους.

(δ) Η βέλτιστη εκτίμηση υπολογίζεται ακαθάριστη, χωρίς να αφαιρούνται τα ποσά που είναι ανακτήσιμα από αντασφαλιστικές συμβάσεις και φορείς ειδικού σκοπού. Τα ποσά αυτά υπολογίζονται χωριστά, σύμφωνα με το άρθρο 87 του παρόντος Νόμου.

(2) Το περιθώριο κινδύνου είναι τέτοιο που να εξασφαλίζει ότι η αξία των τεχνικών προβλέψεων ισοδυναμεί με το ποσό, το οποίο οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις αναμένεται να χρειασθούν προκειμένου να αναλάβουν και να ικανοποιήσουν τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές υποχρεώσεις.

(3) Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις αποτιμούν τη βέλτιστη εκτίμηση και το περιθώριο κινδύνου χωριστά. Ωστόσο, εάν μελλοντικές ταμειακές ροές που συνδέονται με ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές υποχρεώσεις μπορούν να αναπαραχθούν αξιόπιστα με τη χρήση χρηματοοικονομικών μέσων η αξιόπιστη αγοραία αξία των οποίων είναι παρατηρήσιμη, η αξία των τεχνικών προβλέψεων που συνδέονται με τις συγκεκριμένες μελλοντικές ταμειακές ροές προσδιορίζεται στη βάση της αγοραίας αξίας των εν λόγω χρηματοοικονομικών μέσων και στην περίπτωση αυτή, δεν απαιτούνται χωριστοί υπολογισμοί της βέλτιστης εκτίμησης και του περιθωρίου κινδύνου.

(4) Όταν οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις αποτιμούν χωριστά τη βέλτιστη εκτίμηση και το περιθώριο κινδύνου, το περιθώριο κινδύνου υπολογίζεται με τον καθορισμό του κόστους παροχής ποσού επιλέξιμων ιδίων κεφαλαίων ίσων προς τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας που είναι αναγκαία για τη στήριξη των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών υποχρεώσεων για όλη τη διάρκειά τους.

(5) Το επιτόκιο που χρησιμοποιείται για τον προσδιορισμό του κόστους παροχής αυτού του ποσού επιλέξιμων ιδίων κεφαλαίων (επιτόκιο κόστους κεφαλαίου) είναι το ίδιο για όλες τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις και πρέπει να αναθεωρείται περιοδικά.

(6) Το επιτόκιο του κόστους κεφαλαίου που χρησιμοποιείται ισούται με το πρόσθετο επιτόκιο, επιπλέον του σχετικού επιτοκίου χωρίς κίνδυνο, με το οποίο θα επιβαρυνόταν μια ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, η οποία διαθέτει ποσό επιλέξιμων ιδίων κεφαλαίων, όπως προβλέπεται στο Τμήμα 3 του παρόντος Κεφαλαίου, ίσο με τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας, απαραίτητο για τη στήριξη της ασφαλιστικής και αντασφαλιστικής υποχρέωσης για όλη τη διάρκεια της εν λόγω υποχρέωσης.

(7) Σε περίπτωση που οι τεχνικές πληροφορίες που προσδιορίζονται και δημοσιεύονται από την EIOPA  σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου (1) του άρθρου 77ε  της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ εγκρίνονται από την Επιτροπή σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 77ε της εν λόγω Οδηγίας, οι ασφαλιστικές και οι αντασφαλιστικές επιχειρήσεις τις χρησιμοποιούν στον υπολογισμό της βέλτιστης εκτίμησης σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου, στον υπολογισμό της προσαρμογής λόγω αντιστοίχισης σύμφωνα με το άρθρο 82 και στον υπολογισμό της προσαρμογής λόγω μεταβλητότητας σύμφωνα με το άρθρο 83:

Νοείται ότι, για τα νομίσματα και τις εθνικές αγορές όπου η προσαρμογή που αναφέρεται στις διατάξεις του σημείου (γ) της παραγράφου (1) του άρθρου 77ε της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ δεν καθορίζεται στις εκτελεστικές πράξεις της παραγράφου (2) του άρθρου 77ε της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ, δεν εφαρμόζεται προσαρμογή λόγω μεταβλητότητας στη σχετική διαχρονική διάρθρωση των επιτοκίων άνευ κινδύνου για τον υπολογισμό της βέλτιστης εκτίμησης.

Παρέκταση της σχετικής διαχρονικής διάρθρωσης των επιτοκίων άνευ κινδύνου

80. (1) Ο προσδιορισμός της σχετικής διαχρονικής διάρθρωσης των επιτοκίων άνευ κινδύνου που αναφέρεται στο εδάφιο (2) του άρθρου 79 του παρόντος Νόμου, γίνεται με τη χρήση των πληροφοριών που συνάγονται από τα σχετικά χρηματοπιστωτικά μέσα και είναι συνεπής προς τις πληροφορίες αυτές. Κατά τον προσδιορισμό αυτό, λαμβάνονται υπόψη τα σχετικά χρηματοπιστωτικά μέσα για ληκτότητες για τις οποίες οι αγορές των συγκεκριμένων χρηματοπιστωτικών μέσων καθώς και των ομολόγων μπορεί να θεωρηθεί ότι διαθέτουν βάθος, ρευστότητα και διαφάνεια. Για ληκτότητες για τις οποίες οι αγορές των σχετικών χρηματοπιστωτικών μέσων ή ομολόγων δεν διαθέτουν πλέον βάθος, ρευστότητα και διαφάνεια, η σχετική διαχρονική διάρθρωση των επιτοκίων άνευ κινδύνου προκύπτει με παρέκταση.

(2) Για κάθε νόμισμα, το παρεκτεταμένο τμήμα της σχετικής διαχρονικής διάρθρωσης των επιτοκίων άνευ κινδύνου βασίζεται σε επιτόκια πρόσω που συγκλίνουν ομαλά από ένα αρχικό επιτόκιο πρόσω ή σύνολο επιτοκίων πρόσω σε σχέση με τις μεγαλύτερες ληκτότητες για τις οποίες μπορούν να παρατηρούνται τα σχετικά χρηματοπιστωτικά μέσα και τα ομόλογα σε μια αγορά με βάθος και ρευστότητα, μέχρι ένα οριστικό επιτόκιο πρόσω.

Προσαρμογή επιτοκίου λόγω αντιστοίχισης περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων στη σχετική διαχρονική διάρθρωση των επιτοκίων άνευ κινδύνου

81. (1) Οι ασφαλιστικές και οι αντασφαλιστικές επιχειρήσεις μπορούν να εφαρμόζουν προσαρμογή λόγω αντιστοίχισης στη σχετική διαχρονική διάρθρωση των επιτοκίων άνευ κινδύνου για τον υπολογισμό της βέλτιστης εκτίμησης ενός χαρτοφυλακίου υποχρεώσεων ασφάλισης ή αντασφάλισης Ζωής, συμπεριλαμβανομένων προσόδων από συμβάσεις ασφάλισης ή αντασφάλισης Γενικής Φύσεως, υπό τον όρο ότι υπάρχει προηγούμενη έγκριση του Εφόρου, όταν πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

(α) η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση έχει δεσμεύσει ένα χαρτοφυλάκιο στοιχείων ενεργητικού, αποτελούμενο από ομόλογα κι άλλα στοιχεία ενεργητικού με παρόμοια χαρακτηριστικά ταμειακής ροής, για την κάλυψη τη βέλτιστης εκτίμησης του χαρτοφυλακίου υποχρεώσεων ασφάλισης ή αντασφάλισης και διατηρεί τη δέσμευση αυτή για όλη τη διάρκεια ισχύος των υποχρεώσεων, εκτός αν πρόκειται για διατήρηση της αντιστοιχίας των αναμενόμενων ταμειακών ροών μεταξύ των στοιχείων ενεργητικού και των στοιχείων παθητικού σε περιπτώσεις ουσιαστικής μεταβολής των ταμειακών ροών·

(β) ο προσδιορισμός, η οργάνωση και η διαχείριση του χαρτοφυλακίου υποχρεώσεων ασφάλισης και αντασφάλισης στο οποίο εφαρμόζεται η προσαρμογή λόγω αντιστοίχισης και του δεσμευμένου χαρτοφυλακίου γίνονται χωριστά απ' ό,τι για τις άλλες δραστηριότητες της επιχείρησης, το δε δεσμευμένο χαρτοφυλάκιο στοιχείων ενεργητικού δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την κάλυψη ζημιών από άλλες δραστηριότητες της επιχείρησης·

(γ) οι αναμενόμενες ταμειακές ροές του δεσμευμένου χαρτοφυλακίου στοιχείων ενεργητικού καλύπτουν καθεμιά από τις αναμενόμενες ταμειακές ροές του χαρτοφυλακίου υποχρεώσεων ασφάλισης ή αντασφάλισης στο ίδιο νόμισμα, και οποιαδήποτε αναντιστοιχία δεν προκαλεί κινδύνους σημαντικούς όσον αφορά τους εγγενείς κινδύνους του ασφαλιστικού ή αντασφαλιστικού κλάδου στον οποίο εφαρμόζεται προσαρμογή λόγω αντιστοίχισης·

(δ) οι συμβάσεις που καλύπτουν το χαρτοφυλάκιο υποχρεώσεων ασφάλισης ή αντασφάλισης δεν συνεπάγονται μελλοντικές πληρωμές ασφαλίστρου·

(ε) οι μόνοι καλυπτόμενοι ασφαλιστικοί κίνδυνοι που συνδέονται με το χαρτοφυλάκιο υποχρεώσεων ασφάλισης ή αντασφάλισης είναι ο κίνδυνος μακροβιότητας, ο κίνδυνος εξόδων, ο κίνδυνος αναθεώρησης και ο κίνδυνος θανάτου·

(στ) όταν ο καλυπτόμενος κίνδυνος που συνδέεται με το χαρτοφυλάκιο υποχρεώσεων ασφάλισης ή αντασφάλισης περιλαμβάνει τον κίνδυνο θανάτου, η βέλτιστη εκτίμηση του χαρτοφυλακίου υποχρεώσεων ασφάλισης ή αντασφάλισης δεν αυξάνεται κατά περισσότερο από 5% σε περίπτωση απότομης μεταβολής του κινδύνου θανάτου βαθμονομημένου σύμφωνα με το άρθρο 107 του παρόντος Νόμου·

(ζ) οι συμβάσεις που καλύπτουν το χαρτοφυλάκιο υποχρεώσεων ασφάλισης ή αντασφάλισης δεν περιλαμβάνουν εναλλακτικές δυνατότητες για τον ασφαλισμένο ή περιλαμβάνουν μόνο δυνατότητα εξαγοράς, όπου η τιμή εξαγοράς δεν υπερβαίνει την τιμή των στοιχείων ενεργητικού, υπολογιζόμενη σύμφωνα με το άρθρο 77 του παρόντος Νόμου, για την κάλυψη των υποχρεώσεων ασφάλισης ή αντασφάλισης τη στιγμή της άσκησης της δυνατότητας εξαγοράς·

(η) οι ταμειακές ροές του δεσμευμένου χαρτοφυλακίου στοιχείων ενεργητικού είναι καθορισμένες και δεν μπορούν να μεταβληθούν από τους εκδότες των στοιχείων ενεργητικού ή από τρίτα μέρη·

(θ) οι υποχρεώσεις ασφάλισης ή αντασφάλισης από μια σύμβαση ασφάλισης ή αντασφάλισης δεν διαιρούνται σε διαφορετικά τμήματα όταν συνθέτουν το χαρτοφυλάκιο υποχρεώσεων ασφάλισης ή αντασφάλισης για τους σκοπούς της παρούσας παραγράφου.

(2) Ανεξάρτητα από τις διατάξεις της παραγράφου (η) του εδαφίου (1), οι ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις μπορούν να χρησιμοποιούν στοιχεία ενεργητικού με σταθερή ταμειακή ροή με εξαίρεση την εξάρτηση από τον πληθωρισμό, υπό την προϋπόθεση ότι τα συγκεκριμένα στοιχεία ενεργητικού καλύπτουν τις ταμειακές ροές του χαρτοφυλακίου υποχρεώσεων ασφάλισης ή αντασφάλισης που εξαρτώνται από τον πληθωρισμό.

(3) Σε περίπτωση που οι εκδότες ή τρίτα μέρη έχουν δικαίωμα να μεταβάλλουν τις ταμειακές ροές ενός στοιχείου ενεργητικού κατά τρόπο ώστε ο επενδυτής να λαμβάνει επαρκή αποζημίωση ώστε μπορεί να επιτύχει τις ίδιες ταμειακές ροές επανεπενδύοντας σε στοιχεία ενεργητικού ισοδύναμης ή καλύτερης πιστοληπτικής ποιότητας, το δικαίωμα αυτό για τη μεταβολή των ταμειακών ροών δεν αποκλείει το συγκεκριμένο στοιχείο ενεργητικού από την επιλεξιμότητα για το δεσμευμένο χαρτοφυλάκιο σύμφωνα με την παράγραφο (η) του εδαφίου (1).

(4) Οι ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που εφαρμόζουν την προσαρμογή λόγω αντιστοίχισης σε χαρτοφυλάκιο υποχρεώσεων ασφάλισης ή αντασφάλισης δεν μπορούν να επιστρέψουν σε προσέγγιση που δεν περιλαμβάνει προσαρμογή λόγω αντιστοίχισης. Όταν μια ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση που εφαρμόζει την προσαρμογή λόγω αντιστοίχισης δεν μπορεί πλέον να συμμορφωθεί προς τους όρους του εδαφίου (1), ενημερώνει αμέσως την εποπτική αρχή και λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα για την αποκατάσταση της συμμόρφωσης προς τους όρους αυτούς. Αν η επιχείρηση δεν είναι σε θέση να αποκαταστήσει τη συμμόρφωση προς τους όρους αυτούς μέσα σε δύο μήνες από την ημερομηνία μη συμμόρφωσης, παύει να εφαρμόζει την προσαρμογή λόγω αντιστοίχισης σε οποιαδήποτε από τις υποχρεώσεις ασφάλισης ή αντασφάλισης και δεν την εφαρμόζει για επιπλέον χρονικό διάστημα είκοσι τεσσάρων μηνών.

(5) Η προσαρμογή λόγω αντιστοίχισης εφαρμόζεται για υποχρεώσεις ασφάλισης ή αντασφάλισης για τις οποίες η σχετική διαχρονική διάρθρωση των επιτοκίων άνευ κινδύνου που εφαρμόζεται στον υπολογισμό της βέλτιστης εκτίμησης των υποχρεώσεων αυτών περιλαμβάνει προσαρμογή λόγω μεταβλητότητας δυνάμει του άρθρου 83 ή μεταβατικό μέτρο για τα επιτόκια άνευ κινδύνου δυνάμει του άρθρου 422 του παρόντος Νόμου.

Υπολογισμός της προσαρμογής των επιτοκίων λόγω αντιστοίχισης περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων

82. (1) Για κάθε νόμισμα, η προσαρμογή λόγω αντιστοίχισης που αναφέρεται στο άρθρο 81 του παρόντος Νόμου υπολογίζεται σύμφωνα με τις ακόλουθες αρχές:

(α) Η προσαρμογή λόγω αντιστοίχισης πρέπει να είναι ίση με τη διαφορά των ακόλουθων μεγεθών:

(i) ετήσιο πραγματικό επιτόκιο, υπολογιζόμενο ως το ενιαίο προεξοφλητικό επιτόκιο το οποίο, όταν εφαρμόζεται στις ταμειακές ροές του χαρτοφυλακίου υποχρεώσεων ασφάλισης ή αντασφάλισης, δίνει τιμή ίση προς την αξία του χαρτοφυλακίου δεσμευμένων στοιχείων ενεργητικού σύμφωνα με το άρθρο 77 του παρόντος Νόμου·

(ii) ετήσιο πραγματικό επιτόκιο, υπολογιζόμενο ως το ενιαίο προεξοφλητικό επιτόκιο το οποίο, όταν εφαρμόζεται στις ταμειακές ροές του χαρτοφυλακίου υποχρεώσεων ασφάλισης ή αντασφάλισης, δίνει τιμή ίση προς την αξία της βέλτιστης εκτίμησης του χαρτοφυλακίου υποχρεώσεων ασφάλισης ή αντασφάλισης, όπου η χρονική αξία του χρήματος λαμβάνεται υπόψη με τη χρήση της βασικής διαχρονικής διάρθρωσης των επιτοκίων άνευ κινδύνου·

(β) η προσαρμογή λόγω αντιστοίχισης δεν πρέπει να περιλαμβάνει το βασικό πιστωτικό περιθώριο που αντανακλά τους κινδύνους τους οποίους αναλαμβάνει η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση·

(γ) ανεξάρτητα από τις διατάξεις της παραγράφου (α), το βασικό πιστωτικό περιθώριο πρέπει να αυξάνεται όπου αυτό απαιτείται για να εξασφαλιστεί ότι η προσαρμογή λόγω αντιστοίχισης για στοιχεία ενεργητικού με πιστοληπτική ποιότητα (“sub investment grade”) δεν υπερβαίνει τις προσαρμογές λόγω αντιστοίχισης για πιστοληπτική ποιότητα (“investment grade”) και για την ίδια διάρκεια και κατηγορία στοιχείων ενεργητικού·

(δ) η χρήση εξωτερικών αξιολογήσεων πιστοληπτικής ικανότητας στον υπολογισμό της προσαρμογής λόγω αντιστοίχισης πρέπει να είναι σύμφωνη με τις διατάξεις της παραγράφου (ιε), του εδαφίου (1) του άρθρου 118 του παρόντος Νόμου.

(2) Για τους σκοπούς της παραγράφου (β) του εδαφίου (1), το βασικό πιστωτικό περιθώριο:

(α) είναι ίσο με το άθροισμα των ακόλουθων μεγεθών:

(i)πιστωτικό περιθώριο που αντιστοιχεί στην πιθανότητα αθέτησης για τα στοιχεία ενεργητικού·

(ii)πιστωτικό περιθώριο που αντιστοιχεί στις αναμενόμενες ζημίες από την υποτίμηση των στοιχείων ενεργητικού·

(β) για ανοίγματα έναντι κεντρικών κυβερνήσεων και κεντρικών τραπεζών κρατών μελών, δεν μπορεί να είναι μικρότερο από το 30 % του μακροπρόθεσμου μέσου όρου της διαφοράς πάνω από το επιτόκιο άνευ κινδύνου των στοιχείων ενεργητικού ίδιας διάρκειας, πιστοληπτικής ποιότητας και κατηγορίας όπως στις χρηματοπιστωτικές αγορές·

(γ) για στοιχεία ενεργητικού άλλα από ανοίγματα έναντι κεντρικών κυβερνήσεων και κεντρικών τραπεζών κρατών μελών, δεν μπορεί να είναι μικρότερο από το 35% του μακροπρόθεσμου μέσου όρου της διαφοράς πάνω από το επιτόκιο άνευ κινδύνου των στοιχείων ενεργητικού ίδιας διάρκειας, πιστοληπτικής ποιότητας και κατηγορίας όπως στις χρηματοπιστωτικές αγορές.

(3) Η πιθανότητα αθέτησης που αναφέρεται στην υποπαράγραφο (i) της παραγράφου (α) του εδαφίου (1) βασίζεται σε μακροπρόθεσμες στατιστικές αθετήσεων σχετικές με το συγκεκριμένο στοιχείο ενεργητικού όσον αφορά τη διάρκεια, την πιστοληπτική ποιότητα και την κατηγορία του.

(4) Όταν το πιστωτικό περιθώριο δεν μπορεί να συναχθεί με τρόπο αξιόπιστο από τις στατιστικές αθετήσεων που αναφέρονται στο εδάφιο (2), το βασικό πιστωτικό περιθώριο είναι ίσο με το τμήμα του μακροπρόθεσμου μέσου όρου της διαφοράς πάνω από το επιτόκιο άνευ κινδύνου που αναφέρεται στις παραγράφους (β) και (γ).

Προσαρμογή λόγω μεταβλητότητας στη σχετική διαχρονική διάρθρωση των επιτοκίων άνευ κινδύνου

83. (1) Ο Έφορος δύναται να απαιτεί από τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις να ζητούν προηγούμενη έγκριση, για να εφαρμόσουν προσαρμογή λόγω μεταβλητότητας στη σχετική διαχρονική διάρθρωση των επιτοκίων άνευ κινδύνου για τον υπολογισμό τη βέλτιστης εκτίμησης που αναφέρεται στο εδάφιο (1) του άρθρου 79 του παρόντος Νόμου.

(2) Για κάθε σχετικό νόμισμα, η προσαρμογή λόγω μεταβλητότητας στη σχετική διαχρονική διάρθρωση των επιτοκίων άνευ κινδύνου βασίζεται στη διαφορά μεταξύ του επιτοκίου που θα μπορούσε να επιτευχθεί από στοιχεία ενεργητικού που περιλαμβάνονται σε χαρτοφυλάκιο αναφοράς για το συγκεκριμένο νόμισμα και των επιτοκίων της διαχρονικής διάρθρωσης επιτοκίων άνευ κινδύνου για το ίδιο νόμισμα. Το χαρτοφυλάκιο αναφοράς για ένα νόμισμα πρέπει να είναι αντιπροσωπευτικό των στοιχείων ενεργητικού που είναι σε αυτό το νόμισμα και στα οποία επενδύουν οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις για να καλύψουν τη βέλτιστη εκτίμηση των υποχρεώσεων ασφάλισης και αντασφάλισης σε αυτό το νόμισμα.

(3) (α) Το ποσό της προσαρμογής λόγω μεταβλητότητας στα επιτόκια άνευ κινδύνου αντιστοιχεί στο 65% της συναλλαγματικής διαφοράς με διόρθωση για τον κίνδυνο.

(β) Η συναλλαγματική διαφορά με διόρθωση για τον κίνδυνο υπολογίζεται ως η διαφορά μεταξύ του πιστωτικού περιθωρίου που αναφέρεται στο εδάφιο (2) και του τμήματος αυτού του πιστωτικού περιθωρίου που βασίζεται σε ρεαλιστική εκτίμηση των αναμενόμενων ζημιών ή του απρόβλεπτου πιστωτικού κινδύνου ή άλλου κινδύνου των συγκεκριμένων στοιχείων ενεργητικού.

(γ) Η προσαρμογή λόγω μεταβλητότητας εφαρμόζεται μόνο στα σχετικά επιτόκια άνευ κινδύνου της διαχρονικής διάρθρωσης τα οποία δεν προκύπτουν από παρέκταση σύμφωνα με το άρθρο 80 του παρόντος Νόμου. Η παρέκταση της σχετικής διαχρονικής διάρθρωσης των επιτοκίων άνευ κινδύνου βασίζεται στα εν λόγω προσαρμοσμένα επιτόκια άνευ κινδύνου.

(4) Η προσαρμογή λόγω μεταβλητότητας στα επιτόκια άνευ κινδύνου του εδαφίου (3) για το νόμισμα της Δημοκρατίας, αυξάνεται, πριν από την εφαρμογή του συντελεστή 65%, κατά τη διαφορά μεταξύ του διορθωμένου για τον κίνδυνο πιστωτικού περιθωρίου της Δημοκρατίας και του διπλάσιου της διορθωμένης για τον κίνδυνο συναλλαγματικής διαφοράς, όποτε η διαφορά αυτή είναι θετική και το διορθωμένο για τον κίνδυνο πιστωτικό περιθώριο της Δημοκρατίας είναι υψηλότερο από ογδόντα πέντε (85) μονάδες βάσης. Η αυξημένη προσαρμογή λόγω μεταβλητότητας εφαρμόζεται στον υπολογισμό της βέλτιστης εκτίμησης για τις υποχρεώσεις ασφάλισης και αντασφάλισης προϊόντων που πωλούνται στην ασφαλιστική αγορά της Δημοκρατίας. Το διορθωμένο για τον κίνδυνο πιστωτικό περιθώριο της Δημοκρατίας υπολογίζεται με τον ίδιο τρόπο όπως η διορθωμένη για τον κίνδυνο συναλλαγματική διαφορά της Δημοκρατίας, αλλά με βάση χαρτοφυλάκιο αναφοράς αντιπροσωπευτικό των στοιχείων ενεργητικού στα οποία έχουν επενδύσει οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις για να καλύψουν τη βέλτιστη εκτίμηση των υποχρεώσεων ασφάλισης και αντασφάλισης προϊόντων που πωλούνται στην ασφαλιστική αγορά της Δημοκρατίας και είναι στο νόμισμα της Δημοκρατίας.

(5) Η προσαρμογή λόγω μεταβλητότητας δεν εφαρμόζεται για ασφαλιστικές υποχρεώσεις όταν η σχετική διαχρονική διάρθρωση των επιτοκίων άνευ κινδύνου για τον υπολογισμό της βέλτιστης εκτίμησης των υποχρεώσεων αυτών περιλαμβάνει προσαρμογή λόγω αντιστοίχισης δυνάμει του άρθρου 81 του παρόντος Νόμου.

(6) Κατά παρέκκλιση από τις διατάξεις του άρθρου 107 του παρόντος Νόμου, η κεφαλαιακή απαίτηση φερεγγυότητας δεν καλύπτει τον κίνδυνο απώλειας βασικών ιδίων κεφαλαίων από αλλαγές στην προσαρμογή λόγω μεταβλητότητας.

Αναθεώρηση των μέτρων για μακροπρόθεσμες εγγυήσεις και των μέτρων για τον κίνδυνο μετοχών

83Α. Ο Έφορος υποβάλλει στην EIOPA σε ετήσια βάση και έως την 1η Ιανουαρίου 2021, τις ακόλουθες πληροφορίες:

(α) Τη διαθεσιμότητα μακροπρόθεσμων εγγυήσεων σε ασφαλιστικά προϊόντα στην αγορά της Δημοκρατίας και τη συμπεριφορά των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων ως μακροπρόθεσμων επενδυτών·

(β) τον αριθμό των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων που εφαρμόζουν την προσαρμογή λόγω αντιστοίχισης, την προσαρμογή λόγω μεταβλητότητας, την παράταση της περιόδου ανάκαμψης σύμφωνα με το εδάφιο (11) του άρθρου 145, την υποενότητα μετοχικού κινδύνου με βάση τη διάρκεια και τα μεταβατικά μέτρα που καθορίζονται στα άρθρα 423 και 424·

(γ) τον αντίκτυπο που έχουν στην οικονομική θέση των ασφαλιστικών και των αντασφαλιστικών επιχειρήσεων η προσαρμογή λόγω αντιστοίχισης, η προσαρμογή λόγω μεταβλητότητας, ο μηχανισμός συμμετρικής προσαρμογής στην επιβάρυνση του κεφαλαίου λόγω μετοχών, η υποενότητα μετοχικού κινδύνου με βάση τη διάρκεια, και τα μεταβατικά μέτρα που καθορίζονται στα άρθρα 423 και 424, σε εθνικό επίπεδο και με ανώνυμο τρόπο για κάθε επιχείρηση·

(δ) τον αντίκτυπο που έχουν στην επενδυτική συμπεριφορά των ασφαλιστικών και των αντασφαλιστικών επιχειρήσεων η προσαρμογή λόγω αντιστοίχισης, η προσαρμογή λόγω μεταβλητότητας, ο μηχανισμός συμμετρικής προσαρμογής στην επιβάρυνση του κεφαλαίου λόγω μετοχών και η υποενότητα μετοχικού κινδύνου με βάση τη διάρκεια, και κατά πόσο παρέχουν αδικαιολόγητη μείωση της κεφαλαιακής απαίτησης·

(ε) τον αντίκτυπο που έχει οποιαδήποτε παράταση της περιόδου ανάκαμψης σύμφωνα με το εδάφιο (11) του άρθρου 145 στις προσπάθειες των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων να αποκαταστήσουν το επίπεδο ιδίων κεφαλαίων που καλύπτουν την κεφαλαιακή απαίτηση φερεγγυότητας ή να μειώσουν το προφίλ κινδύνου για να εξασφαλίσουν συμμόρφωση με την κεφαλαιακή απαίτηση φερεγγυότητας·

(στ) κατά πόσο οι ασφαλιστικές και οι αντασφαλιστικές επιχειρήσεις εφαρμόζουν τα μεταβατικά μέτρα που καθορίζονται στα άρθρα 423 και 424, συμμορφώνονται προς τα σχέδια σταδιακής εφαρμογής που αναφέρονται στο άρθρο 425 και τις προοπτικές για ελάττωση της εξάρτησης από τα μεταβατικά μέτρα, περιλαμβανομένων μέτρων που έχουν ληφθεί ή αναμένεται να ληφθούν από τις επιχειρήσεις και τις εποπτικές αρχές, λαμβανομένου υπόψη του ρυθμιστικού περιβάλλοντος του συγκεκριμένου κράτους μέλους.

Άλλα στοιχεία που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη στον υπολογισμό των τεχνικών προβλέψεων

84. Επιπρόσθετα των όσων καθορίζονται στο άρθρο 79 του παρόντος Νόμου, κατά τον υπολογισμό των τεχνικών προβλέψεων οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις λαμβάνουν υπόψη τα ακόλουθα:

(α) όλες τις δαπάνες που πραγματοποιούνται για την εξυπηρέτηση των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών υποχρεώσεων·

(β) τον πληθωρισμό, συμπεριλαμβανομένου του πληθωρισμού των δαπανών και των αποζημιώσεων·

(γ) όλες τις πληρωμές στους αντισυμβαλλόμενους και στους δικαιούχους, συμπεριλαμβανομένων μελλοντικών προαιρετικών έκτακτων παροχών, τις οποίες αναμένεται να πραγματοποιήσουν οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, ανεξάρτητα από το εάν οι πληρωμές αυτές είναι συμβατικά εγγυημένες, εκτός εάν οι πληρωμές εμπίπτουν στο εδάφιο (2) του άρθρου 97.

Αποτίμηση των χρηματοοικονομικών εγγυήσεων και των συμβατικών δικαιωμάτων εκλογής που περιλαμβάνονται σε ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές συμβάσεις

85. (1) Κατά τον υπολογισμό των τεχνικών προβλέψεων, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις λαμβάνουν υπόψη την αξία των χρηματοοικονομικών εγγυήσεων και τυχόν συμβατικών δικαιωμάτων εκλογής που περιλαμβάνονται σε ασφαλιστήρια και αντασφαλιστήρια συμβόλαια.

(2) Οποιεσδήποτε παραδοχές εκ μέρους των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων σε σχέση με την πιθανότητα να ασκήσουν οι αντισυμβαλλόμενοι τα συμβατικά δικαιώματα εκλογής, συμπεριλαμβανομένων των ακυρώσεων και εξαγορών συμβολαίων, είναι ρεαλιστικές και βασίζονται σε τρέχουσες και αξιόπιστες πληροφορίες ενώ λαμβάνουν υπόψη, ρητά ή σιωπηρά, την επίπτωση που μπορούν να έχουν στην άσκηση των δικαιωμάτων αυτών μελλοντικές αλλαγές σε οικονομικές και μη οικονομικές συνθήκες.

Ομαδοποίηση

86. Κατά τον υπολογισμό των τεχνικών τους προβλέψεων, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις ομαδοποιούν τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές τους υποχρεώσεις σε ομοιογενείς ομάδες κινδύνου, και τουλάχιστον κατά κατηγορίες δραστηριοτήτων.

Ανακτήσιμα ποσά από αντασφαλιστικές συμβάσεις και φορείς ειδικού σκοπού

87. (1) Ο υπολογισμός από τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις των ανακτήσιμων ποσών από αντασφαλιστικές συμβάσεις και φορείς ειδικού σκοπού είναι σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 78 μέχρι 86 του παρόντος Νόμου.

(2) Κατά τον υπολογισμό των ανακτήσιμων ποσών από αντασφαλιστικές συμβάσεις και φορείς ειδικού σκοπού, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις λαμβάνουν υπόψη τη χρονική διαφορά μεταξύ ανακτήσεων και άμεσων πληρωμών.

(3) Το αποτέλεσμα του υπολογισμού αυτού προσαρμόζεται προκειμένου να ληφθούν υπόψη αναμενόμενες ζημίες λόγω αθέτησης υποχρέωσης εκ μέρους του αντισυμβαλλομένου στη βάση της εκτίμησης της πιθανότητας αθέτησης από τον αντισυμβαλλόμενο και της μέσης ζημίας που προκύπτει από την αθέτηση αυτή (ζημία σε περίπτωση αθέτησης).

Ποιότητα δεδομένων και εφαρμογή προσεγγίσεων, συμπεριλαμβανομένων ειδικών κατά περίπτωση μεθόδων, για τις τεχνικές προβλέψεις

88. (1) Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις οφείλουν να διαθέτουν εσωτερικές διεργασίες και διαδικασίες που να εξασφαλίζουν την καταλληλότητα, πληρότητα και ακρίβεια των δεδομένων που χρησιμοποιούνται στον υπολογισμό των τεχνικών τους προβλέψεων.

(2) Στις ειδικές περιπτώσεις στις οποίες οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις έχουν ανεπαρκή στοιχεία κατάλληλης ποιότητας προκειμένου να εφαρμόσουν αξιόπιστη αναλογιστική μέθοδο σε σύνολο ή υποσύνολο των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών τους υποχρεώσεων ή σε ανακτήσιμα ποσά από αντασφαλιστικές συμβάσεις και φορείς ειδικού σκοπού, μπορούν να χρησιμοποιούν κατάλληλες προσεγγίσεις, συμπεριλαμβανομένων ειδικών, κατά περίπτωση, μεθόδων (case-by-case approach), για τον υπολογισμό της βέλτιστης εκτίμησης.

Σύγκριση με βάση τα εμπειρικά δεδομένα

89. (1) Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις διαθέτουν διεργασίες και διαδικασίες προκειμένου να εξασφαλίσουν ότι οι βέλτιστες εκτιμήσεις, και οι υποθέσεις στις οποίες βασίζεται ο υπολογισμός των βέλτιστων εκτιμήσεων, συγκρίνονται τακτικά με βάση τα εμπειρικά δεδομένα.

(2) Σε περίπτωση που η σύγκριση επισημάνει συστηματική απόκλιση μεταξύ της εμπειρικής παρατήρησης και των υπολογισμών της βέλτιστης εκτίμησης των ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων, η σχετική επιχείρηση προβαίνει στις κατάλληλες προσαρμογές των αναλογιστικών μεθόδων που χρησιμοποιούνται ή/και των παραδοχών που γίνονται.

Καταλληλότητα του επιπέδου των τεχνικών προβλέψεων

90. (1) Κατόπιν απαίτησης του Εφόρου, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις αποδεικνύουν την καταλληλότητα του επιπέδου των τεχνικών τους προβλέψεων, καθώς και την εφαρμοσιμότητα και τη συνάφεια των χρησιμοποιούμενων μεθόδων, και την επάρκεια των υποκείμενων στατιστικών δεδομένων.

(2) Χωρίς επηρεασμό των εξουσιών του Εφόρου να απαιτήσει, στο πλαίσιο του εποπτικού ελέγχου, πλήρη στοιχεία προς απόδειξη των αναφερόμενων στο εδάφιο (1) υποχρεώσεων, η καταλληλότητα του επιπέδου των τεχνικών προβλέψεων, της εφαρμοσιμότητας και σαφήνειας των χρησιμοποιούμενων μεθόδων και της επάρκειας των υποκείμενων στατιστικών δεδομένων, τεκμαίρεται με την υποβολή πιστοποίησης, τουλάχιστον μια φορά καθέ έτος, από αναλογιστή.

(3) Κανονισμοί που κατατίθενται στη Βουλή των Αντιπροσώπων για έγκριση, δύναται να καθορίζουν τα προσόντα, τις προϋποθέσεις διορισμού και παύσης του αναλογιστή που αναφέρεται στο εδάφιο (2), καθώς και τις υποχρεώσεις του κατά τον καταρτισμό και την υποβολή της πιστοποίησης που προβλέπεται στο ίδιο εδάφιο.

Αύξηση των τεχνικών προβλέψεων

91. Στο βαθμό που ο υπολογισμός των τεχνικών προβλέψεων ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων δεν συνάδει με τα όσα καθορίζονται στα άρθρα 84 μέχρι 95 του παρόντος Νόμου, ο Έφορος δύναται να απαιτεί από τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις να αυξήσουν το ποσό των τεχνικών προβλέψεων έτσι ώστε αυτά να αντιστοιχούν στο επίπεδο που προκύπτει βάσει των διατάξεων των εν λόγω άρθρων.

Κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις και ρυθμιστικά και εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα

92. (1) Κατ΄εξουσιοδότηση πράξεις καθορίζουν τα πιο κάτω:

(α) τις αναλογιστικές και στατιστικές μεθόδους υπολογισμού της βέλτιστης εκτίμησης που αναφέρεται στο εδάφιο (1) του άρθρου 79 του παρόντος Νόμου∙

(β) τις μεθόδους, τις αρχές και τις τεχνικές καθορισμού της σχετικής διαχρονικής διάρθρωσης των επιτοκίων άνευ κινδύνου η οποία πρέπει να χρησιμοποιείται για τον υπολογισμό της βέλτιστης εκτίμησης που αναφέρεται στο εδάφιο (1) του άρθρου 79∙

(γ) τις περιπτώσεις στις οποίες οι τεχνικές προβλέψεις υπολογίζονται ως σύνολο ή ως άθροισμα βέλτιστης εκτίμησης και περιθωρίου κινδύνου, και τις μεθόδους που πρέπει να χρησιμοποιούνται στην περίπτωση στην οποία οι τεχνικές προβλέψεις υπολογίζονται ως σύνολο, όπως αναφέρεται στο εδάφιο (2) του άρθρου 79.

(δ) τις μεθόδους και τις παραδοχές που πρέπει να χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό του περιθωρίου κινδύνου, συμπεριλαμβανομένου του προσδιορισμού του ποσού των επιλέξιμων ίδιων κεφαλαίων που είναι αναγκαία για την υποστήριξη των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών υποχρεώσεων και για τον προσδιορισμό του επιτοκίου του κόστους κεφαλαίου, όπως αναφέρεται στο εδάφιο (4) του άρθρου 79 του παρόντος Νόμου∙

(ε) τις κατηγορίες δραστηριοτήτων βάσει των οποίων πρέπει να ομαδοποιούνται οι ασφαλιστικές και οι αντασφαλιστικές υποχρεώσεις, για να υπολογιστούν οι τεχνικές προβλέψεις που αναφέρονται στο άρθρο 86 του παρόντος Νόμου∙

(στ) τα πρότυπα που πρέπει να τηρούνται για την εξασφάλιση της καταλληλότητας, της πληρότητας και της ακρίβειας των δεδομένων που χρησιμοποιούνται στον υπολογισμό των τεχνικών προβλέψεων, και οι ειδικές περιστάσεις στις οποίες θα ήταν ενδεδειγμένο να χρησιμοποιηθούν προσεγγίσεις, συμπεριλαμβανομένων ειδικών κατά περίπτωση μεθόδων υπολογισμού της βέλτιστης εκτίμησης, όπως αναφέρεται στο άρθρο 88∙

(ζ) τις προδιαγραφές για τις απαιτήσεις που καθορίζονται στο εδάφιο (1) του άρθρου 81, συμπεριλαμβανομένων των μεθόδων, των παραδοχών και των τυπικών παραμέτρων που πρέπει να χρησιμοποιούνται στον υπολογισμό του αντικτύπου απότομης μεταβολής του κινδύνου θανάτου, που αναφέρεται στην παράγραφο (ε) του εδαφίου (1) του άρθρου 81 του παρόντος Νόμου˙

(η) τις προδιαγραφές για τις απαιτήσεις που καθορίζονται στο άρθρο 82 του παρόντος Νόμου, συμπεριλαμβανομένων των παραδοχών και των μεθόδων που πρέπει να χρησιμοποιούνται στον υπολογισμό της προσαρμογής λόγω αντιστοίχισης και του βασικού πιστωτικού περιθωρίου∙

(θ) τις μεθόδους και τις παραδοχές για τον υπολογισμό της προσαρμογής λόγω μεταβλητότητας που αναφέρεται στο άρθρο 83 του παρόντος Νόμου, συμπεριλαμβανομένου τύπου για τον υπολογισμό του πιστωτικού περιθωρίου που αναφέρεται στην παράγραφο (2) του εν λόγω άρθρου.

(2) Ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα καθορίζουν-

(α) τις μεθόδους που πρέπει να χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό της προσαρμογής λόγω αθέτησης του αντισυμβαλλομένου, που αναφέρεται στο άρθρο 87, με σκοπό να προσδιοριστούν οι αναμενόμενες ζημίες λόγω αθέτησης του αντισυμβαλλομένου∙

(β) όπου είναι αναγκαίο, απλοποιημένες μεθόδους και τεχνικές για τον υπολογισμό των τεχνικών προβλέψεων, για να εξασφαλιστεί ότι οι αναλογιστικές και οι στατιστικές μέθοδοι που αναφέρονται στις παραγράφους (α) και (δ) είναι αναλογικές ως προς τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των κινδύνων που αναλαμβάνουν οι ασφαλιστικές και οι αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, συμπεριλαμβανομένων των εξαρτημένων ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων.

(3) Εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα καθορίζουν τα σχετικά με τις διαδικασίες για την έγκριση της εφαρμογής προσαρμογής λόγω αντιστοίχισης που αναφέρεται στο εδάφιο (1) του άρθρου 81.

ΤΜΗΜΑ 3 - ΙΔΙΑ ΚΕΦΑΛΑΙΑ
ΕΝΟΤΗΤΑ 1 ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟΣ ΤΩΝ ΙΔΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΩΝ
Ίδια κεφάλαια

93. Τα ίδια κεφάλαια αντιστοιχούν στο άθροισμα των βασικών ιδίων κεφαλαίων που αναφέρονται στο άρθρο 94 και των συμπληρωματικών ιδίων κεφαλαίων που αναφέρονται στο άρθρο 95 του παρόντος Νόμου.

Βασικά ίδια κεφάλαια

94. (1) Τα βασικά ίδια κεφάλαια απαρτίζονται από τα ακόλουθα στοιχεία:

(α) Τη θετική διαφορά μεταξύ του ενεργητικού και του παθητικού, που αποτιμάται σύμφωνα με το άρθρο 77 και το Τμήμα 2 του παρόντος Κεφαλαίου·

(β) τις υποχρεώσεις μειωμένης εξασφάλισης.

(2) Το ποσό διαφοράς που αναφέρεται στην παράγραφο (α) του εδαφίου (1) μειώνεται κατά το ποσό των ιδίων μετοχών που κατέχονται από την ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση.

Συμπληρωματικά ίδια κεφάλαια

95. (1) Τα συμπληρωματικά ίδια κεφάλαια αποτελούνται από στοιχεία άλλα πλην των βασικών ιδίων κεφαλαίων, τα οποία μπορούν να χρησιμοποιούνται για την απορρόφηση ζημιών και μπορούν να περιλαμβάνουν τα ακόλουθα στοιχεία, στο βαθμό που αυτά δεν αποτελούν στοιχεία των βασικών ιδίων κεφαλαίων:

(α) το μη καταβεβλημένο μετοχικό κεφάλαιο ή αρχικό κεφάλαιο το οποίο δεν έχει καταστεί απαιτητό·

(β) τις πιστωτικές επιστολές και τις εγγυήσεις·

(γ) άλλες νομικές δεσμεύσεις που έχουν ληφθεί από ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις.

(2) Στην περίπτωση αλληλασφαλιστικών ενώσεων ή ενώσεων του τύπου αυτού με μεταβλητές συνεισφορές, τα συμπληρωματικά ίδια κεφάλαια είναι δυνατόν να περιλαμβάνουν επίσης μελλοντικές αξιώσεις τις οποίες η ένωση αυτή μπορεί να έχει έναντι των μελών της μέσω πρόσκλησης για συμπληρωματική συνεισφορά, εντός των επόμενων δώδεκα μηνών.

(3) Σε περίπτωση που κάποιο στοιχείο των συμπληρωματικών ιδίων κεφαλαίων έχει καταβληθεί ή έχει καταστεί απαιτητό, θεωρείται ως στοιχείο του ενεργητικού και παύει να αποτελεί μέρος των στοιχείων των συμπληρωματικών ιδίων κεφαλαίων.

Έγκριση των συμπληρωματικών ιδίων κεφαλαίων από τον Έφορο

96. (1) Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις υποβάλλουν τα ποσά των συμπληρωματικών ιδίων κεφαλαίων που λαμβάνονται υπόψη για τον προσδιορισμό των ιδίων κεφαλαίων προς προηγούμενη έγκριση από τον Έφορο.

(2) Το ποσό που αποδίδεται σε κάθε στοιχείο συμπληρωματικών ιδίων κεφαλαίων αντικατοπτρίζει την απορροφητικότητα ζημίας του στοιχείου και βασίζεται σε συνετές και ρεαλιστικές παραδοχές και αναφορικά με τα συμπληρωματικά ίδια κεφάλαια με σταθερή ονομαστική αξία, το ύψος του συγκεκριμένου στοιχείου πρέπει να ισούται προς την ονομαστική του αξία, η οποία αντικατοπτρίζει σωστά την απορροφητικότητα ζημίας του.

(3) Ο Έφορος, εγκρίνει οποιοδήποτε από τα πιο κάτω:

(α) ένα χρηματικό ποσό για κάθε στοιχείο των συμπληρωματικών ιδίων κεφαλαίων·

(β) μία μέθοδο για τον προσδιορισμό του ποσού κάθε στοιχείου των συμπληρωματικών ιδίων κεφαλαίων, περίπτωση κατά την οποία η έγκριση από τον Έφορο του ποσού που καθορίζεται σύμφωνα με τη μέθοδο αυτή χορηγείται για συγκεκριμένη χρονική περίοδο.

(4) Για κάθε στοιχείο των συμπληρωματικών ιδίων κεφαλαίων, ο Έφορος βασίζει την έγκρισή του στην εκτίμηση των πιο κάτω παραγόντων:

(α) της κατάστασης των σχετικών αντισυμβαλλομένων, σε σχέση με την ικανότητα και τη βούλησή τους να πληρώσουν·

(β) την ανακτησιμότητα των κεφαλαίων, λαμβανομένης υπόψη της νομικής μορφής του στοιχείου, καθώς και οποιεσδήποτε συνθήκες οι οποίες ενδέχεται να εμποδίσουν την επιτυχή καταβολή ή πρόσκληση καταβολής του στοιχείου αυτού των κεφαλαίων·

(γ) οποιεσδήποτε πληροφορίες για την έκβαση προηγούμενων προσκλήσεων καταβολής τις οποίες οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις πραγματοποίησαν για τέτοιους είδους συμπληρωματικά ίδια κεφάλαια, εφόσον οι πληροφορίες αυτές μπορούν να χρησιμοποιηθούν αξιόπιστα για την αξιολόγηση της αναμενόμενης χρήσης μελλοντικών προσκλήσεων.

Πλεονάζοντα κεφάλαια

97. (1) Ως πλεονάζοντα κεφάλαια νοούνται τα συσσωρευμένα κέρδη που δεν έχουν διατεθεί προς διανομή στους αντισυμβαλλόμενους και τους δικαιούχους.

(2) Τα πλεονάζοντα κεφάλαια δεν θεωρούνται ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές υποχρεώσεις εφόσον πληρούν τα κριτήρια του εδαφίου (1) του άρθρου 100 του παρόντος Νόμου.

Κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις και ρυθμιστικά και εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα

98. (1) Εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα καθορίζουν τα κριτήρια με βάση τα οποία εγκρίνονται τα συμπληρωματικά ίδια κεφάλαια σύμφωνα με το άρθρο 96 του παρόντος Νόμου.

(2) Κατ' εξουσιοδότηση πράξεις καθορίζουν το χειρισμό των συμμετοχών, κατά την έννοια του εδαφίου (2) του άρθρου 250, σε χρηματοδοτικά και πιστωτικά ιδρύματα σε σχέση με τον προσδιορισμό των ίδιων κεφαλαίων

(3) Οι συμμετοχές σε χρηματοοικονομικά και πιστωτικά ιδρύματα που αναφέρονται στο εδάφιο (2) περιλαμβάνουν τα ακόλουθα:

(α) Συμμετοχές τις οποίες κατέχουν ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις:

(i) σε πιστωτικά και χρηματοοικονομικά ιδρύματα κατά την έννοια των περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμων του 1997 έως (Αρ. 4) του 2013 όπως αυτοί εκάστοτε τροποποιούνται ή αντικαθίστανται∙

(ii) σε επιχειρήσεις επενδύσεων κατά την έννοια του Ο περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμων του 2007 έως 2014, όπως αυτοί εκάστοτε τροποποιούνται ή αντικαθίστανται∙

(β) τις απαιτήσεις μειωμένης εξασφάλισης και τα μέσα που αναφέρονται στον περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμο του 1997, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται, που οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις κατέχουν έναντι των οντοτήτων που αναφέρονται στην παράγραφο (α) το παρόντος εδαφίου στις οποίες κατέχουν συμμετοχή.

(4) Εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα καθορίζουν τις διαδικασίες για τη χορήγηση έγκρισης από τον Έφορος για τη χρησιμοποίηση συμπληρωματικών ιδίων κεφαλαίων.

ΕΝΟΤΗΤΑ 2 ΤΑΞΙΝΟΜΗΣΗ ΤΩΝ ΙΔΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΩΝ
Χαρακτηριστικά και στοιχεία που χρησιμοποιούνται για την ταξινόμηση των ιδίων κεφαλαίων σε κατηγορίες

99. (1) Τα στοιχεία των ιδίων κεφαλαίων ταξινομούνται σε τρεις κατηγορίες, η δε ταξινόμηση αυτών των στοιχείων εξαρτάται από το εάν είναι στοιχεία βασικών ιδίων κεφαλαίων ή συμπληρωματικών ιδίων κεφαλαίων και από τον βαθμό στον οποίο διαθέτουν τα ακόλουθα χαρακτηριστικά:

(α) το στοιχείο είναι διαθέσιμο, ή μπορεί να καταστεί απαιτητό όταν ζητηθεί, για την απορρόφηση ζημιών στη βάση δρώσας οικονομικής μονάδας, καθώς και στην περίπτωση εκκαθάρισης (διαρκής διαθεσιμότητα)·

(β) στην περίπτωση εκκαθάρισης, το συνολικό ποσό του στοιχείου είναι διαθέσιμο για την απορρόφηση ζημιών και το στοιχείο δεν επιστρέφεται στον κάτοχό του μέχρις ότου όλες οι άλλες υποχρεώσεις, συμπεριλαμβανομένων των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών υποχρεώσεων προς τους αντισυμβαλλόμενους ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών συμβάσεων και τους δικαιούχους ασφαλίσματος, έχουν ικανοποιηθεί (εξάρτηση)·

(2) Κατά την αξιολόγηση του βαθμού στον οποίο τα στοιχεία των ιδίων κεφαλαίων διαθέτουν τα χαρακτηριστικά που ορίζονται στις παραγράφους (α) και (β) του εδαφίου (1), επί του παρόντος και στο μέλλον, πρέπει να αποδίδεται η δέουσα προσοχή στη διάρκεια του στοιχείου, ιδίως στο εάν το στοιχείο είναι χρονολογημένο ή όχι και σε περίπτωση που αυτό είναι χρονολογημένο, εξετάζεται η σχετική διάρκεια του στοιχείου σε σύγκριση με τη διάρκεια των υποχρεώσεων ασφάλισης και αντασφάλισης της επιχείρησης (επαρκής διάρκεια), εξετάζοντας επιπλέον, τους ακόλουθους παράγοντες:

(α) Αν το στοιχείο είναι ελεύθερο από απαιτήσεις ή κίνητρα εξαγοράς του ονομαστικού ποσού (απουσία κινήτρων εξαγοράς)·

(β) αν το στοιχείο είναι ελεύθερο από υποχρεωτικά πάγια έξοδα (απουσία υποχρεωτικών χρηματοοικονομικών εξόδων)·

(γ) αν το στοιχείο είναι καθαρό από οποιοδήποτε επιβάρυνση (απουσία επιβαρύνσεων).

Κυριότερα κριτήρια για την ταξινόμηση σε κατηγορίες

100. (1) Τα στοιχεία των βασικών ιδίων κεφαλαίων ταξινομούνται στην Κατηγορία 1, εάν διαθέτουν ουσιωδώς τα χαρακτηριστικά που προβλέπονται στις παραγράφους (α) και (β) του εδαφίου(1) του άρθρου 102, λαμβανομένων υπόψη των χαρακτηριστικών που καθορίζονται στο εδάφιο (2) του άρθρου 99 του παρόντος Νόμου.

(2) Τα στοιχεία των βασικών ιδίων κεφαλαίων ταξινομούνται στην Κατηγορία 2 εάν διαθέτουν ουσιωδώς το χαρακτηριστικό που προβλέπεται στην παράγραφο (β) του εδαφίου (1) του άρθρου 99, λαμβανομένων υπόψη των χαρακτηριστικών που καθορίζονται στο εδάφιο (2) του άρθρου 99 του παρόντος Νόμου.

(3) Τα στοιχεία των συμπληρωματικών ιδίων κεφαλαίων ταξινομούνται στην Κατηγορία 2 εάν διαθέτουν ουσιωδώς τα χαρακτηριστικά που προβλέπονται στις παραγράφους (α) και (β) του εδαφίου (1) του άρθρου 99, λαμβανομένων υπόψη των χαρακτηριστικών που προβλέπονται στο εδάφιο (2) του ιδίου άρθρου 99.

(4) Τα στοιχεία των βασικών και συμπληρωματικών ιδίων κεφαλαίων, τα οποία δεν υπάγονται στις παραγράφους 1 και 2, ταξινομούνται στην Κατηγορία 3.

Ταξινόμηση των ιδίων κεφαλαίων σε κατηγορίες

101. (1) Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις ταξινομούν τα στοιχεία των ιδίων κεφαλαίων τους με βάση τα κριτήρια που καθορίζονται στο άρθρο 100 του παρόντος Νόμου και για το σκοπό αυτό, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις ανατρέχουν στον κατάλογο των ιδίων κεφαλαίων που θεσπίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου (1) του άρθρου 103 του παρόντος Νόμου, όπου αυτό εφαρμόζεται.

(2) Σε περίπτωση που κάποιο στοιχείο των ιδίων κεφαλαίων δεν καλύπτεται από τον κατάλογο του εδαφίου (1), αξιολογείται και ταξινομείται, από τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις με την έγκριση του Εφόρου, σύμφωνα με το εδάφιο (1).

Ταξινόμηση στοιχείων των ιδίων κεφαλαίων που αφορούν ειδικά τις ασφάλειες

102. (1) Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 101 και του εδαφίου (1) του άρθρου 103, για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου, εφαρμόζονται οι πιο κάτω ταξινομήσεις:

(α) Τα πλεονάζοντα κεφάλαια που εμπίπτουν στο εδάφιο (2) του άρθρου 97 του παρόντος Νόμου, ταξινομούνται στην Κατηγορία 1·

(β) οι πιστωτικές επιστολές και εγγυήσεις, που τηρούνται σε καταπίστευμα από ανεξάρτητο θεματοφύλακα προς όφελος των ασφαλιστικών πιστωτών και παρέχονται από πιστωτικά ιδρύματα τα οποία έχουν λάβει άδεια λειτουργίας σύμφωνα με τον περί Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμο του 1997 όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται, ταξινομούνται στην Κατηγορία 2∙

(γ) Οποιεσδήποτε μελλοντικές αξιώσεις τις οποίες είναι δυνατόν να ασκήσουν αλληλασφαλιστικές ή παρόμοιες ενώσεις πλοιοκτητών με κυμαινόμενες συνεισφορές, οι οποίες ασφαλίζουν αποκλειστικά κινδύνους στους Κλάδους πλοίων, ευθύνης από Θαλάσσια, Λιμναία και Ποτάμια σκάφη και Νομικής Προστασίας (Κλάδοι 6, 12 και 17 του Μέρους Α του Πρώτου Παραρτήματος) έναντι των μελών τους μέσω πρόσκλησης για συμπληρωματικές συνεισφορές, εντός των επόμενων δώδεκα μηνών ταξινομούνται στην Κατηγορία 2.

(2) Σύμφωνα με το εδάφιο (2) του άρθρου 100 του παρόντος Νόμου, οποιεσδήποτε μελλοντικές αξιώσεις τις οποίες είναι δυνατόν να ασκήσουν έναντι των μελών τους αλληλασφαλιστικές ή παρόμοιες ενώσεις με κυμαινόμενες συνεισφορές, μέσω πρόσκλησης για συμπληρωματικές εισφορές, μέσα στους επόμενους δώδεκα μήνες, οι οποίες δεν εμπίπτουν στις διατάξεις της παραγράφου (γ) του εδαφίου (1), ταξινομούνται στην Κατηγορία 2 εφόσον παρουσιάζουν σε σημαντικό βαθμό τα χαρακτηριστικά που καθορίζονται στις παραγράφους (α) και (β) του εδαφίου (1) του άρθρου 99, λαμβανομένων υπόψη των χαρακτηριστικών που καθορίζονται στο εδάφιο (2) του άρθρου 99 του παρόντος Νόμου.

Κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις και ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα

103. (1) Κατ' εξουσιοδότηση πράξεις καθορίζουν τον κατάλογο στοιχείων ίδιων κεφαλαίων, συμπεριλαμβανομένων των αναφερόμενων στο άρθρο 102 του παρόντος Νόμου, που θεωρείται ότι πληρούν τα κριτήρια τα οποία καθορίζονται στο άρθρο 100, ο οποίος περιλαμβάνει για κάθε στοιχείο των ίδιων κεφαλαίων ακριβή περιγραφή των χαρακτηριστικών τα οποία καθόρισαν την κατάταξή του.

(2) Ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα καθορίζουν τις μεθόδους που πρέπει να χρησιμοποιούν οι εποπτικές αρχές, όταν εγκρίνουν την αξιολόγηση και την κατάταξη στοιχείων των ίδιων κεφαλαίων που δεν καλύπτονται από τον κατάλογο που αναφέρεται στο εδάφιο (1).

ΕΝΟΤΗΤΑ 3 ΕΠΙΛΕΞΙΜΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΙΔΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΩΝ
Επιλεξιμότητα και όρια που εφαρμόζονται στις κατηγορίες 1, 2 και 3

104. (1) Όσον αφορά τη συμμόρφωση προς τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας, τα επιλέξιμα ποσά των στοιχείων της Κατηγορίας 2 και της Κατηγορίας 3 υπόκεινται σε ποσοτικά όρια, τα οποία καθορίζονται με τρόπο που να διασφαλίζει ότι πληρούνται τουλάχιστον οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

(α) Η αναλογία των στοιχείων της Κατηγορίας 1 στα επιλέξιμα ίδια κεφάλαια είναι υψηλότερη από το ένα τρίτο του συνολικού ποσού των επιλέξιμων ίδιων κεφαλαίων·

(β) το επιλέξιμο ποσό των στοιχείων της Κατηγορίας 3 είναι μικρότερο από το ένα τρίτο του συνολικού ποσού των επιλέξιμων ιδίων κεφαλαίων.

(2) Όσον αφορά τη συμμόρφωση προς τις ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις, το ποσό των στοιχείων των βασικών ιδίων κεφαλαίων που είναι επιλέξιμα για την κάλυψη των ελάχιστων κεφαλαιακών απαιτήσεων που ταξινομούνται στην Κατηγορία 2 υπόκεινται σε ποσοτικά όρια, τα οποία καθορίζονται με τρόπο που να διασφαλίζει, κατ’ ελάχιστο, ότι το ποσοστό των στοιχείων της Κατηγορίας 1 στα επιλέξιμα βασικά ίδια κεφάλαια είναι υψηλότερο από το ήμισυ του συνολικού ποσού των βασικών ιδίων κεφαλαίων.

(3) Το επιλέξιμο ποσό των ιδίων κεφαλαίων για την κάλυψη των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας που καθορίζονται στο άρθρο 106 του παρόντος Νόμου ισούται με το άθροισμα του ποσού της Κατηγορίας 1, του επιλέξιμου ποσού της Κατηγορίας 2 και του επιλέξιμου ποσού της Κατηγορίας 3.

(4) Το επιλέξιμο ποσό των βασικών ιδίων κεφαλαίων για την κάλυψη των ελάχιστων κεφαλαιακών απαιτήσεων που καθορίζονται στο άρθρο 135 του παρόντος Νόμου ισούται με το άθροισμα του ποσού της Κατηγορίας 1 και του επιλέξιμου ποσού των στοιχείων των βασικών ιδίων κεφαλαίων που ταξινομούνται στην Κατηγορία 2.

Κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σχετικά με την επιλεξιμότητα των ιδίων κεφαλαίων

105. Κατ' εξουσιοδότηση πράξεις, καθορίζουν:

(α) τα ποσοτικά όρια που αναφέρονται στα εδάφια (1) και (2) του άρθρου 104 του παρόντος Νόμου.

(β) τις προσαρμογές που πρέπει να γίνουν για να αντανακλάται η απουσία μεταβιβασιμότητας των στοιχείων των ιδίων κεφαλαίων που μπορούν να χρησιμοποιηθούν μόνο για την κάλυψη ζημιών από συγκεκριμένη κατηγορία υποχρεώσεων ή από συγκεκριμένους κινδύνους (κεφάλαια κλειστής διάρθρωσης).

ΤΜΗΜΑ 4 - ΚΕΦΑΛΑΙΑΚΕΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ ΦΕΡΕΓΓΥΟΤΗΤΑΣ
ΕΝΟΤΗΤΑ 1 ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΓΙΑ ΤΙΣ ΚΕΦΑΛΑΙΑΚΕΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ ΦΕΡΕΓΓΥΟΤΗΤΑΣ ΜΕ ΤΗ ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΤΥΠΟΠΟΙΗΜΕΝΗΣ ΜΕΘΟΔΟΥ Ή ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΥ ΥΠΟΔΕΙΓΜΑΤΟΣ
Γενικές διατάξεις

106. (1) Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις διαθέτουν επιλέξιμα ίδια κεφάλαια για την κάλυψη των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας.

(2) Οι κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας υπολογίζονται είτε σύμφωνα με την τυποποιημένη μέθοδο της Ενότητας 2 είτε με τη χρησιμοποίηση εσωτερικού υποδείγματος, όπως καθορίζεται στην Ενότητα 3.

Υπολογισμός των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας

107. (1) Οι κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας υπολογίζονται ως ακολούθως:

(α) Υπολογίζονται βάσει του τεκμηρίου ότι η επιχείρηση ασκεί τις δραστηριότητές της ως δρώσα οικονομική μονάδα·

(β) διαμορφώνονται με τέτοιο τρόπο ώστε να εξασφαλίζεται ότι λαμβάνονται υπόψη όλοι οι ποσοτικοποιήσιμοι κίνδυνοι στους οποίους είναι εκτεθειμένη η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση και καλύπτουν υφιστάμενες δραστηριότητες καθώς και νέες που αναμένεται να καταχωρηθούν μέσα στους επόμενους δώδεκα μήνες και σε ό,τι αφορά στις υφιστάμενες δραστηριότητες, οι κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας καλύπτουν μόνο τις μη αναμενόμενες ζημίες.

(γ) αντιστοιχούν στην αξία σε κίνδυνο (“Value-at-Risk”) των βασικών ιδίων κεφαλαίων ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης με επίπεδο εμπιστοσύνης 99,5 % για μια περίοδο ενός έτους∙

(δ) καλύπτουν, τουλάχιστον, τους ακόλουθους αναλαμβανόμενους κινδύνους:

(i) ασφάλισης Γενικής Φύσεως·

(ii) ασφάλισης Ζωής·

(iii) ασφάλισης ασθενείας·

(iv) τον κίνδυνο αγοράς·

(v) τον πιστωτικό κίνδυνο·

(vi) τον λειτουργικό κίνδυνο, ο οποίος περιλαμβάνει νομικούς κινδύνους και αποκλείει κινδύνους που απορρέουν από στρατηγικές αποφάσεις, καθώς και τους κινδύνους φήμης.

(2) Κατά τον υπολογισμό των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις λαμβάνουν υπόψη την επίπτωση των τεχνικών μείωσης του κινδύνου, υπό την προϋπόθεση ότι ο πιστωτικός κίνδυνος και οι άλλοι κίνδυνοι που απορρέουν από τη χρήση τέτοιου είδους τεχνικών αντικατοπτρίζονται κατάλληλα στις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας.

Συχνότητα υπολογισμού.

108. (1) Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις οφείλουν να-

(α) υπολογίζουν τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας τουλάχιστον μία φορά ετησίως και γνωστοποιούν το αποτέλεσμα του υπολογισμού αυτού στoν Έφορο.∙

(β) εξασφαλίζουν ότι διαθέτουν επιλέξιμα ίδια κεφάλαια που καλύπτουν τις τελευταίες αναφερθείσες κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας∙

(γ) παρακολουθούν σε συνεχή βάση το ποσό των επιλέξιμων ιδίων κεφαλαίων και των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας∙

(δ) σε περίπτωση που το προφίλ κινδύνου της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης αποκλίνει σημαντικά από τις παραδοχές στις οποίες βασίζονται οι τελευταίες αναφερθείσες κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας, υπολογίζουν εκ νέου και αμελλητί τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας και τις γνωστοποιούν στον Έφορο.

(2) Εάν υπάρχουν στοιχεία από τα οποία να διαφαίνεται ότι το προφίλ κινδύνου της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης έχει αλλάξει σημαντικά από την ημερομηνία κατά την οποία αναφέρθηκαν τελευταία φορά οι κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας, ο Έφορος δύναται να απαιτεί από τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις να υπολογίσουν εκ νέου τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας.

ΕΝΟΤΗΤΑ 2 ΚΕΦΑΛΑΙΑΚΕΣ ΑΠAΙΤΗΣΕΙΣ ΦΕΡΕΓΓΥΟΤΗΤΑΣ – ΤΥΠΟΠΟΙΗΜΕΝΗ ΜΕΘΟΔΟΣ
Δομή της τυποποιημένης μεθόδου

109. Οι κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας που υπολογίζονται σύμφωνα με την τυποποιημένη μέθοδο αποτελούν το άθροισμα των κατωτέρω στοιχείων:

(α) των βασικών κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας, όπως καθορίζεται στο άρθρο 110 του παρόντος Νόμου·

(β) της κεφαλαιακής απαίτησης για λειτουργικό κίνδυνο, όπως καθορίζεται στο άρθρο 113 του παρόντος Νόμου·

(γ) της προσαρμογής για την ικανότητα απορρόφησης ζημιών των τεχνικών προβλέψεων και για τους αναβαλλόμενους φόρους, όπως καθορίζεται στο άρθρο 114 του παρόντος Νόμου.

Σχεδιασμός των βασικών κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας.

110. (1) Οι βασικές κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας περιλαμβάνουν μεμονωμένες ενότητες κινδύνου, οι οποίες αθροίζονται σύμφωνα με την παράγραφο 1 του Τέταρτου Παραρτήματος του παρόντος Νόμου και σε κάθε περίπτωση περιλαμβάνουν τουλάχιστον τις ακόλουθες ενότητες αναλαμβανόμενου κινδύνου:

(α) κίνδυνος ασφάλισης Γενικής Φύσεως·

(β) κίνδυνος ασφάλισης Ζωής·

(γ) κίνδυνος ασφάλισης ασθενείας·

(δ) κίνδυνος αγοράς·

(ε) κίνδυνος αθέτησης αντισυμβαλλόμενου.

(2) Για τους σκοπούς των παραγράφων (α), (β) και (γ) του εδαφίου (1), οι ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές εργασίες εντάσσονται στην ενότητα ασφαλιστικού κινδύνου που αντικατοπτρίζει καλύτερα την τεχνική φύση των υποκείμενων κινδύνων.

(3) Οι συντελεστές συσχέτισης για την άθροιση των ενοτήτων κινδύνου που αναφέρονται στο εδάφιο (1), καθώς και η διαβάθμιση των κεφαλαιακών απαιτήσεων για κάθε ενότητα κινδύνου, οδηγούν σε μια συνολική κεφαλαιακή απαίτηση φερεγγυότητας η οποία συνάδει με τις αρχές που παρατίθενται στο άρθρο 107 του παρόντος Νόμου.

(4) Κάθε μία από τις ενότητες κινδύνου που αναφέρονται στο εδάφιο (1) διαμορφώνεται με τη χρήση ενός μέτρου δυνητικής ζημίας ή αξίας σε κίνδυνο (“Value-at-Risk”), με επίπεδο εμπιστοσύνης 99,5% για μια περίοδο ενός έτους και στον σχεδιασμό κάθε ενότητας κινδύνου λαμβάνονται υπόψη τα αποτελέσματα διαφοροποίησης, κατά περίπτωση.

(5) Ο ίδιος σχεδιασμός και οι ίδιες προδιαγραφές για τις ενότητες κινδύνου χρησιμοποιούνται για όλες τις αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, τόσο σε σχέση με τις βασικές κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας όσο και για τους απλοποιημένους υπολογισμούς που αναφέρονται στο άρθρο 115 του παρόντος Νόμου.

(6) Όσον αφορά τους κινδύνους από καταστροφές, μπορούν να χρησιμοποιούνται γεωγραφικές προδιαγραφές, κατά περίπτωση, για τον υπολογισμό των ενοτήτων αναλαμβανόμενων ασφαλιστικών κινδύνων ασφάλισης Ζωής, Γενικής Φύσεως και ασφάλισης ασθενείας.

(7) Υπό την αίρεση της έγκρισης του Εφόρου, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις μπορούν, στο πλαίσιο του σχεδιασμού της τυποποιημένης μεθόδου, να αντικαθιστούν μια υποομάδα από τις παραμέτρους της με ειδικές παραμέτρους για την εκάστοτε επιχείρηση κατά τον υπολογισμό των ενοτήτων κινδύνου ασφάλισης Ζωής, Γενικής Φύσεως και ασφάλισης ασθενείας, και οι πιο πάνω αναφερόμενοι παράμετροι διαμορφώνονται με βάση τα εσωτερικά δεδομένα της ενδιαφερόμενης επιχείρησης, ή τα δεδομένα τα οποία έχουν άμεση συνάφεια με τις εργασίες της επιχείρησης αυτής που χρησιμοποιεί τυποποιημένες μεθόδους. Κατά την χορήγηση της έγκρισης ο Έφορος εξακριβώνει την πληρότητα, ακρίβεια και καταλληλότητα των χρησιμοποιούμενων δεδομένων.

Υπολογισμός των βασικών κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας

111. (1) Οι βασικές κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας υπολογίζονται σύμφωνα με τα εδάφια (2) μέχρι (6).

(2) Η ενότητα του αναλαμβανόμενου κινδύνου ασφάλισης Γενικής Φύσεως αντικατοπτρίζει τον κίνδυνο ο οποίος απορρέει από ασφαλιστικές υποχρεώσεις στην ασφάλιση Γενικής Φύσεως, σε σχέση με τους κινδύνους που καλύπτονται και τις διεργασίες που χρησιμοποιούνται κατά την άσκηση της δραστηριότητας, λαμβανομένης υπόψη της αβεβαιότητας στα αποτελέσματα των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων σε σχέση με τις υφιστάμενες ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές υποχρεώσεις, καθώς και της αβεβαιότητας σχετικά με το κατά πόσο οι νέες εργασίες αναμένονται να καταχωρηθούν στους επόμενους δώδεκα μήνες και υπολογίζονται, σύμφωνα με την παράγραφο 2 του Τέταρτου Παραρτήματος του παρόντος Νόμου, ως συνδυασμός των κεφαλαιακών απαιτήσεων για τις ακόλουθες τουλάχιστον υποενότητες:

(α) του κινδύνου ζημιάς ή δυσμενούς μεταβολής στην αξία των ασφαλιστικών υποχρεώσεων, που προκύπτει από διακυμάνσεις στον συγχρονισμό, τη συχνότητα και τη σοβαρότητα των ασφαλισμένων συμβάντων, και στον συγχρονισμό και στο ποσό διακανονισμού του ποσού των αποζημιώσεων (κίνδυνος ασφάλιστρου και τεχνικών προβλέψεων ασφάλισης Γενικής Φύσεως)·

(β) του κινδύνου ζημιάς ή δυσμενούς μεταβολής στην αξία των ασφαλιστικών υποχρεώσεων, που απορρέει από σημαντική αβεβαιότητα στις παραδοχές τιμολόγησης και δημιουργίας τεχνικών προβλέψεων, λόγω ακραίων ή έκτακτων συμβάντων (καταστροφικός κίνδυνος ασφάλισης γενικής φύσεως).

(3) Η ενότητα του αναλαμβανόμενου κινδύνου ασφάλισης Ζωής αντικατοπτρίζει τον κίνδυνο, ο οποίος απορρέει από υποχρεώσεις στον κλάδο Ζωής, σε σχέση με τους κινδύνους που καλύπτονται και τις διεργασίες που χρησιμοποιούνται κατά την άσκηση της δραστηριότητας και υπολογίζεται, σύμφωνα με την παράγραφο 3 του Τέταρτου Παραρτήματος του παρόντος Νόμου, ως συνδυασμός των κεφαλαιακών απαιτήσεων για τις ακόλουθες τουλάχιστον υποενότητες:

(α) του κινδύνου ζημιάς ή δυσμενούς μεταβολής στην αξία των ασφαλιστικών υποχρεώσεων, που απορρέει από μεταβολές στο επίπεδο, την τάση, ή τη μεταβλητότητα των ποσοστών θνησιμότητας, όπου μια αύξηση στο ποσοστό θνησιμότητας οδηγεί σε αύξηση στην αξία των ασφαλιστικών υποχρεώσεων (κίνδυνος θνησιμότητας)·

(β) του κινδύνου ζημιάς ή δυσμενούς μεταβολής στην αξία των ασφαλιστικών υποχρεώσεων, που απορρέει από μεταβολές στο επίπεδο, την τάση, ή τη μεταβλητότητα των ποσοστών θνησιμότητας, όπου μια μείωση στο ποσοστό θνησιμότητας οδηγεί σε αύξηση στην αξία των ασφαλιστικών υποχρεώσεων (κίνδυνος μακροβιότητας)·

(γ) του κινδύνου ζημιάς ή δυσμενούς μεταβολής στην αξία των ασφαλιστικών υποχρεώσεων, που απορρέει από μεταβολές στο επίπεδο, στην τάση ή τη μεταβλητότητα των ποσοστών ανικανότητας, ασθένειας και νοσηρότητας (κίνδυνος ανικανότητας - νοσηρότητας)·

(δ) του κινδύνου ζημιάς ή δυσμενούς μεταβολής στην αξία των ασφαλιστικών υποχρεώσεων, που απορρέει από μεταβολές στο επίπεδο, την τάση, ή τη μεταβλητότητα των δαπανών εξυπηρέτησης των ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών συμβάσεων (κίνδυνος εξόδων ασφάλισης Ζωής)·

(ε) του κινδύνου ζημιάς ή δυσμενούς μεταβολής στην αξία των ασφαλιστικών υποχρεώσεων, που απορρέει από διακυμάνσεις στο επίπεδο, την τάση, ή τη μεταβλητότητα των ποσοστών αναθεώρησης που εφαρμόζονται στις ετήσιες προσόδους, λόγω αλλαγών στο νομικό περιβάλλον ή στην κατάσταση της υγείας του ασφαλισμένου (κίνδυνος αναθεώρησης)·

(στ) του κινδύνου ζημιάς ή δυσμενούς μεταβολής στην αξία των ασφαλιστικών υποχρεώσεων, που απορρέει από μεταβολές στο επίπεδο ή τη μεταβλητότητα των ποσοστών ακύρωσης, ανανεώσεων, λήξης και εξαγοράς συμβολαίων (κίνδυνος ακύρωσης)·

(ζ) του κινδύνου ζημιάς ή δυσμενούς μεταβολής στην αξία των ασφαλιστικών υποχρεώσεων, που απορρέει από τη σημαντική αβεβαιότητα των παραδοχών τιμολόγησης και δημιουργίας προβλέψεων σχετικά με ακραία ή άτυπα γεγονότα (καταστροφικός κίνδυνος ασφάλισης Ζωής).

(4) Η ενότητα αναλαμβανόμενου κινδύνου ασφάλισης ασθενείας αντικατοπτρίζει τον κίνδυνο που απορρέει από την ανάληψη υποχρεώσεων ασφάλισης ασθενείας, είτε γίνεται σε τεχνική βάση παρόμοια με εκείνη της ασφάλισης Ζωής είτε όχι, όπως προκύπτει τόσο από τους κινδύνους που καλύπτονται όσο και από τις διαδικασίες που χρησιμοποιούνται στην άσκηση της δραστηριότητας και καλύπτει τουλάχιστον τους ακόλουθους κινδύνους:

(α) τον κίνδυνο ζημιάς ή δυσμενούς μεταβολής στην αξία των ασφαλιστικών υποχρεώσεων, που απορρέει από αλλαγές στο επίπεδο, την τάση, ή τη μεταβλητότητα των δαπανών που πραγματοποιούνται για την εξυπηρέτηση των ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών συμβάσεων·

(β) τον κίνδυνο ζημιάς ή δυσμενούς μεταβολής στην αξία των ασφαλιστικών υποχρεώσεων, που απορρέει από διακυμάνσεις στον συγχρονισμό, τη συχνότητα και τη σοβαρότητα των ασφαλισμένων συμβάντων και στον συγχρονισμό και το ποσό του διακανονισμού των αποζημιώσεων κατά τη στιγμή της πρόβλεψης·

(γ) τον κίνδυνο ζημιάς ή δυσμενούς μεταβολής στην αξία των ασφαλιστικών υποχρεώσεων, που απορρέει από τη σημαντική αβεβαιότητα στις παραδοχές τιμολόγησης και δημιουργίας προβλέψεων σε σχέση με αιφνίδιες εκδηλώσεις σοβαρών επιδημιών, καθώς και την ασυνήθη σώρευση κινδύνων κάτω από τέτοιου είδους ακραίες περιστάσεις.

(5) Η ενότητα για τον κίνδυνο αγοράς αντικατοπτρίζει τον κίνδυνο που απορρέει από το επίπεδο ή τη μεταβλητότητα των τιμών της αγοράς χρηματοοικονομικών μέσων με επίπτωση στην αξία των στοιχείων του ενεργητικού και του παθητικού της επιχείρησης. Αντικατοπτρίζει δεόντως τη δομική αντιστοιχία μεταξύ στοιχείων του ενεργητικού και του παθητικού, ιδίως σε σχέση με τη διάρκειά τους και υπολογίζεται, σύμφωνα με την παράγραφο 4 του Τέταρτου Παραρτήματος του παρόντος Νόμου, ως συνδυασμός των κεφαλαιακών απαιτήσεων για τις ακόλουθες τουλάχιστον υποενότητες:

(α) της ευαισθησίας των αξιών των στοιχείων του ενεργητικού, του παθητικού και των χρηματοοικονομικών μέσων σε αλλαγές στην καμπύλη των επιτοκίων, ή στη μεταβλητότητα των επιτοκίων (κίνδυνος επιτοκίου)·

(β) της ευαισθησίας των αξιών των στοιχείων του ενεργητικού, του παθητικού και των χρηματοοικονομικών μέσων σε αλλαγές στο επίπεδο ή στη μεταβλητότητα των αγοραίων τιμών των μετοχών (κίνδυνος μετοχών)·

(γ) της ευαισθησίας των αξιών των στοιχείων του ενεργητικού, του παθητικού και των χρηματοοικονομικών μέσων σε αλλαγές στο επίπεδο ή στη μεταβλητότητα των αγοραίων τιμών ακινήτων (κίνδυνος τιμών ακινήτων)·

(δ) της ευαισθησίας των αξιών των στοιχείων του ενεργητικού, του παθητικού και των χρηματοοικονομικών μέσων σε μεταβολές στο επίπεδο ή τη μεταβλητότητα των πιστωτικών περιθωρίων (κίνδυνος πιστωτικών περιθωρίων)·

(ε) της ευαισθησίας των αξιών των στοιχείων του ενεργητικού, του παθητικού και των χρηματοπιστωτικών μέσων σε αλλαγές στο επίπεδο, ή τη μεταβλητότητα των συναλλαγματικών ισοτιμιών (συναλλαγματικός κίνδυνος)·

(στ) των πρόσθετων κινδύνων σε ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση που προέρχονται είτε από απουσία διαφοροποίησης στο χαρτοφυλάκιο των περιουσιακών στοιχείων είτε από μεγάλη έκθεση σε κίνδυνο αθέτησης από ένα και μόνο εκδότη τίτλων ή ομάδα συνδεδεμένων εκδοτών (κίνδυνος αγοράς από συγκεντρώσεις).

(6) Η ενότητα κινδύνου αθέτησης του αντισυμβαλλομένου αντικατοπτρίζει πιθανές ζημίες λόγω μη αναμενόμενης αθέτησης, ή επιδείνωσης στην πιστωτική θέση των αντισυμβαλλομένων και οφειλετών των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων κατά τη διάρκεια των προσεχών δώδεκα μηνών καλύπτει συμβάσεις μείωσης του κινδύνου, όπως συμφωνίες αντασφάλισης, τιτλοποιήσεις και παράγωγα, και απαιτήσεις από διαμεσολαβητές, καθώς και οποιεσδήποτε άλλες πιστωτικές εκθέσεις οι οποίες δεν καλύπτονται στην υποενότητα για τον κίνδυνο πιστωτικού περιθωρίου και λαμβάνει κατάλληλα υπόψη εγγυήσεις ή άλλες διασφαλίσεις της επιχείρησης ασφάλισης ή αντασφάλισης ή για λογαριασμό της καθώς και τους σχετικούς κινδύνους. Για κάθε αντισυμβαλλόμενο, η ενότητα κινδύνου αθέτησης του αντισυμβαλλομένου λαμβάνει υπόψη τη συνολική έκθεση κινδύνου αντισυμβαλλομένου της σχετικής ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης προς τον εν λόγω αντισυμβαλλόμενο, ανεξάρτητα από τη νομική μορφή των συμβατικών του υποχρεώσεων προς την επιχείρηση αυτή.

Υπολογισμός της υποενότητας "κίνδυνος μετοχών": μηχανισμός συμμετρικής προσαρμογής

112. (1) Η υποενότητα "κίνδυνος μετοχών" υπολογιζόμενη με την τυποποιημένη μέθοδο, περιλαμβάνει συμμετρική προσαρμογή στην επιβάρυνση του κεφαλαίου λόγω μετοχών για την κάλυψη του κινδύνου από μεταβολές στα επίπεδα των τιμών των μετοχών.

(2) Η συμμετρική προσαρμογή της τυποποιημένης επιβάρυνσης κεφαλαίου λόγω μετοχών, ρυθμιζόμενη σύμφωνα με το εδάφιο (4) του άρθρου 110 του παρόντος Νόμου, για την κάλυψη του κινδύνου από αλλαγές στα επίπεδα των τιμών των μετοχών, γίνεται σε συνάρτηση με το τρέχον επίπεδο κατάλληλου δείκτη μετοχών και βασίζεται σε ένα σταθμισμένο μέσο επίπεδο του συγκεκριμένου δείκτη, ο οποίος σταθμισμένος μέσος υπολογίζεται για κατάλληλη χρονική περίοδο που πρέπει να είναι η ίδια για όλες τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις.

(3) Η συμμετρική προσαρμογή της τυποποιημένης επιβάρυνσης του κεφαλαίου λόγω μετοχών για την κάλυψη του κινδύνου από μεταβολές στα επίπεδα των τιμών των μετοχών δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την εφαρμογή επιβάρυνσης του κεφαλαίου χαμηλότερης κατά περισσότερες από 10 ποσοστιαίες μονάδες ή υψηλότερης κατά περισσότερο από 10 ποσοστιαίες μονάδες, ως προς την τυποποιημένη επιβάρυνση του κεφαλαίου λόγω μετοχών.

Κεφαλαιακές απαιτήσεις για λειτουργικούς κινδύνους

113. (1) Οι κεφαλαιακές απαιτήσεις για λειτουργικούς κινδύνους αντικατοπτρίζουν τους λειτουργικούς κινδύνους, στο βαθμό που αυτοί δεν αντικατοπτρίζονται ήδη στις ενότητες κινδύνου που αναφέρονται στο άρθρο 110, και διαμορφώνονται σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων (β) και (γ) του εδαφίου (1) του άρθρου 107 του παρόντος Νόμου.

(2) Όσον αφορά τις συμβάσεις ασφάλισης Ζωής, όπου ο επενδυτικός κίνδυνος αναλαμβάνεται από τους αντισυμβαλλόμενους, ο υπολογισμός των κεφαλαιακών απαιτήσεων για λειτουργικούς κινδύνους λαμβάνει υπόψη το ποσό των ετήσιων εξόδων που καταλογίζονται σε σχέση με τις εν λόγω ασφαλιστικές υποχρεώσεις.

(3) Όσον αφορά πράξεις ασφάλισης και αντασφάλισης εκτός από εκείνες που αναφέρονται στο εδάφιο (2), ο υπολογισμός των κεφαλαιακών απαιτήσεων για λειτουργικούς κινδύνους λαμβάνει υπόψη τον όγκο των πράξεων αυτών, σε όρους δεδουλευμένων ασφαλίστρων και τεχνικών προβλέψεων που σχηματίζονται σε σχέση με τις ασφαλιστικές αυτές υποχρεώσεις και σε αυτή την περίπτωση, οι κεφαλαιακές απαιτήσεις για λειτουργικούς κινδύνους δεν υπερβαίνουν το 30% των βασικών κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας που συνδέονται με τις εν λόγω ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές εργασίες.

Προσαρμογή για την ικανότητα απορρόφησης ζημιών των τεχνικών προβλέψεων και των αναβαλλόμενων φόρων

114. (1) Η προσαρμογή που αναφέρεται στην παράγραφο (γ) του άρθρου 109 του παρόντος Νόμου για την ικανότητα απορρόφησης ζημιών των τεχνικών προβλέψεων και των αναβαλλόμενων φόρων αντικατοπτρίζει δυνητική αντιστάθμιση για μη αναμενόμενες ζημίες μέσω ταυτόχρονης μείωσης των τεχνικών προβλέψεων ή των αναβαλλόμενων φόρων ή συνδυασμού και των δύο.

(2) Η εν λόγω προσαρμογή λαμβάνει υπόψη το αποτέλεσμα μείωσης του κινδύνου μέσω μελλοντικών έκτακτων παροχών των συμβάσεων ασφάλισης, στον βαθμό που οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις μπορούν να στοιχειοθετήσουν ότι μια μείωση των παροχών αυτών μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την κάλυψη μη αναμενόμενων ζημιών, όταν αυτές προκύψουν. Το αποτέλεσμα μείωσης του κινδύνου μέσω των μελλοντικών έκτακτων παροχών δεν υπερβαίνει το ποσό των τεχνικών προβλέψεων και αναβαλλόμενων φόρων σε σχέση με τα μελλοντικά έκτακτα αυτά οφέλη.

(3) Για τους σκοπούς του εδαφίου (2), η αξία των μελλοντικών έκτακτων παροχών κάτω από δυσμενείς περιστάσεις συγκρίνεται με την αξία των παροχών αυτών βάσει των υποκείμενων παραδοχών του υπολογισμού της βέλτιστης εκτίμησης.

Απλοποιήσεις στην τυποποιημένη μέθοδο

115. Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις μπορούν να χρησιμοποιούν απλοποιημένο υπολογισμό για κάποια ειδική υποενότητα ή ενότητα κινδύνου όταν η φύση, η κλίμακα και η πολυπλοκότητα των κινδύνων που αντιμετωπίζουν δικαιολογεί τη στάση αυτή και εφόσον θα ήταν δυσανάλογο να απαιτηθεί από όλες τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις να χρησιμοποιούν τον τυποποιημένο υπολογισμό, ο οποίος διαμορφώνεται σύμφωνα με την παράγραφο (β) του εδαφίου (1) του άρθρου 107 του παρόντος Νόμου.

Εναρμονισμένα τεχνικά στοιχεία εισαγόμενα στον κανονικό τύπο υπολογισμού και εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα.

Εναρμονισμένα τεχνικά στοιχεία εισαγόμενα στον κανονικό τύπο υπολογισμού και εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα

116. (1) Οι Εθνικές Εποπτικές Αρχές (ΕΕΑ) καταρτίζουν, μέσω της μεικτής επιτροπής, εναρμονσιμένα τεχνικά στοιχεία για την αντιστοίχιση των πιστοληπτικών αξιολογήσεων των εξωτερικών οργανισμών αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας (ECAI) σε μια αντικειμενική κλίμακα βαθμίδων πιστοληπτικής ποιότητας, εφαρμόζοντας τις βαθμίδες που καθορίζονται σύμφωνα με την παράγραφο (ιδ) του εδαφίου (1) του άρθρου 118 του παρόντος Νόμου.

(2) Για τη διευκόλυνση του υπολογισμού της ενότητας κινδύνου της αγοράς που αναφέρεται στο εδάφιο (5) του άρθρου 111, του υπολογισμού της ενότητας κινδύνου αθέτησης του αντισυμβαλλομένου που αναφέρεται στο εδάφιο (6) του άρθρου 111, της αξιολόγησης των τεχνικών μετριασμού κινδύνου που αναφέρονται στο εδάφιο (2) του άρθρου 107 του παρόντος Νόμου και του υπολογισμού των τεχνικών προβλέψεων, εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα καθορίζουν-

(α) καταλόγους των περιφερειακών κυβερνήσεων και τοπικών αρχών, τα ανοίγματα έναντι των οποίων θα αντιμετωπίζονται ως ανοίγματα έναντι της κεντρικής κυβέρνησης στη δικαιοδοσία της οποίας υπάγονται, με την προϋπόθεση ότι δεν υπάρχει διαφορά κινδύνου μεταξύ αυτών των ανοιγμάτων λόγω των ειδικών εξουσιών άντλησης εσόδων αυτών των περιφερειακών κυβερνήσεων και τοπικών αρχών, και υφίστανται ειδικές θεσμικές ρυθμίσεις που περιορίζουν τον κίνδυνο αθέτησης των υποχρεώσεών τους∙

(β) τον δείκτη μετοχών που αναφέρεται στο εδάφιο (2) του άρθρου 112, σύμφωνα με τα λεπτομερή κριτήρια που καθορίζονται δυνάμει των παραγράφων (γ) και (ιε) του εδαφίου (1) του άρθρου 118 του παρόντος Νόμου.

(γ) τις προσαρμογές που πρέπει να γίνονται για νομίσματα προσδεμένα στο ευρώ στην υποενότητα “συναλλαγματικός κίνδυνος” η οποία αναφέρεται στο εδάφιο (5) του άρθρου 111, σύμφωνα με τα λεπτομερή κριτήρια για τις προσαρμογές όσον αφορά νομίσματα προσδεδεμένα στο ευρώ, με σκοπό τη διευκόλυνση του υπολογισμού της υποενότητας συναλλαγματικού κινδύνου, όπως ορίζεται δυνάμει της παραγράφου (στ) του εδαφίου (1) του άρθρου 118 του παρόντος Νόμου.

(3) Για τη διευκόλυνση του υπολογισμού της ενότητας αναλαμβανόμενου κινδύνου ασφάλισης ασθενείας που αναφέρεται στο εδάφιο (4) του άρθρου 111 του παρόντος Νόμου εκδίδονται εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα.

(4) Τα εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα του εδαφίου (3) έχουν εφαρμογή μόνο εκεί και όπου επιτρέπεται ο επιμερισμός των πληρωμών αποζημιώσεων σε σχέση με κίνδυνο υγείας μεταξύ των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων και πληρούν τα ακόλουθα κριτήρια:

(α) ο μηχανισμός επιμερισμού των αποζημιώσεων είναι διαφανής και πλήρως προσδιορισμένος πριν από την ετήσια περίοδο στην οποία εφαρμόζεται·

(β) ο μηχανισμός επιμερισμού των αποζημιώσεων, ο αριθμός των ασφαλιστικών επιχειρήσεων που συμμετέχουν στο σύστημα εξίσωσης των κινδύνων υγείας (HRES), καθώς και το προφίλ κινδύνου της επιχειρηματικής δραστηριότητας που υπόκειται στο HRES, εξασφαλίζουν ότι για κάθε επιχείρηση που συμμετέχει στο HRES η μεταβλητότητα των ετήσιων απωλειών της επιχειρηματικής δραστηριότητας που υπόκειται στο HRES μειώνεται σημαντικά μέσω του HRES, από την άποψη τόσο του κινδύνου ασφαλίστρων όσο και του κινδύνου αποθεματικών·

(γ) η ασφάλιση υγείας που υπόκειται στο HRES είναι υποχρεωτική και χρησιμεύει ως μερική ή πλήρης εναλλακτική λύση έναντι της κάλυψης υγείας που παρέχεται είτε από τους περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νόμους του 2010, όπως αυτοί εκάστοτε τροποποιούνται ή αντικαθίστανται, είτε από το σύστημα υγείας της Δημοκρατίας.

(δ) σε περίπτωση αθέτησης υποχρεώσεων από ασφαλιστικές επιχειρήσεις που συμμετέχουν στο HRES, οι κυβερνήσεις ενός ή περισσοτέρων κρατών μελών εγγυώνται την πλήρη κάλυψη των απαιτήσεων των ασφαλισμένων του ασφαλιστικού κλάδου που υπόκειται στο HRES.

(5) Κατ' εξουσιοδότηση πράξεις καθορίζουν τα πρόσθετα κριτήρια που πρέπει να πληρούν οι ρυθμίσεις στη Δημοκρατία και τη μεθοδολογία και τις απαιτήσεις για τον υπολογισμό των τυπικών αποκλίσεων του εδαφίου

Σημαντικές αποκλίσεις από τις βασικές παραδοχές για την τυποποιημένη μέθοδο υπολογισμού.

117. Όταν δεν ενδείκνυται ο υπολογισμός των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας σύμφωνα με την τυποποιημένη μέθοδο, όπως προβλέπεται στην παρούσα Ενότητα, επειδή το προφίλ κινδύνου της σχετικής ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης αποκλίνει σημαντικά από τις παραδοχές στις οποίες βασίζεται ο υπολογισμός με την τυποποιημένη μέθοδο, ο Έφορος δύναται, με αιτιολογημένη απόφασή του, να ζητεί από την εν λόγω επιχείρηση να αντικαταστήσει ένα υποσύνολο των παραμέτρων που χρησιμοποιούνται στην τυποποιημένη μέθοδο υπολογισμού από παραμέτρους ειδικές για τη συγκεκριμένη επιχείρηση, για τον υπολογισμό των ενοτήτων κινδύνου της ασφάλισης Ζωής, Γενικής Φύσεως και ασθενείας, όπως καθορίζεται στο εδάφιο (7) του άρθρου 110, νοουμένου ότι οι ειδικές αυτές παράμετροι υπολογίζονται έτσι ώστε να εξασφαλίζεται ότι η επιχείρηση συμμορφώνεται προς τις διατάξεις της παραγράφου (β) του εδαφίου (1) του άρθρου 107 του παρόντος Νόμου.

Κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις και ρυθμιστικά και εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα σχετικά με τα άρθρα 109 έως 115

118. (1) Κατ' εξουσιοδότηση πράξεις καθορίζουν-

(α) έναν κανονικό τύπο υπολογισμού σύμφωνα με τα άρθρα 107 και 109 έως 115 του παρόντος Νόμου·

(β) όλες τις υποενότητες που είναι αναγκαίες ή καλύπτουν με μεγαλύτερη ακρίβεια τους κινδύνους οι οποίοι εμπίπτουν στις αντίστοιχες ενότητες κινδύνου που αναφέρονται στο άρθρο 110 του παρόντος Νόμου, καθώς και τυχόν μεταγενέστερες επικαιροποιήσεις·

(γ) τις μεθόδους, τις παραδοχές και τις καθορισμένες παραμέτρους που πρέπει να βαθμονομούνται στο επίπεδο εμπιστοσύνης που αναφέρεται στις παραγράφους (β) και (γ) του εδαφίου (1) του άρθρου 107 του παρόντος Νόμου και να χρησιμοποιούνται κατά τον υπολογισμό κάθε ενότητας ή υποενότητας κινδύνου της βασικής κεφαλαιακής απαίτησης φερεγγυότητας που ορίζεται στα άρθρα 110, 111 και 417 του παρόντος Νόμου, τον μηχανισμό συμμετρικής προσαρμογής και το ενδεδειγμένο χρονικό διάστημα, εκφρασμένο σε μήνες, όπως αναφέρεται στο άρθρο 112, καθώς επίσης την κατάλληλη προσέγγιση για την ενσωμάτωση της μεθόδου, που αναφέρεται στο άρθρο 417, στην κεφαλαιακή απαίτηση φερεγγυότητας, όπως υπολογίζεται με τον κανονικό τύπο·

(δ) τις παραμέτρους αντιστοιχίας, συμπεριλαμβανομένων, όπου είναι αναγκαίο, εκείνων που καθορίζονται στο Τέταρτο Παράρτημα του παρόντος Νόμου, και των διαδικασιών επικαιροποίησης αυτών των παραμέτρων·

(ε) όταν οι επιχειρήσεις ασφάλισης και αντασφάλισης χρησιμοποιούν τεχνικές μείωσης του κινδύνου, τις μεθόδους και τις παραδοχές που πρέπει να χρησιμοποιούνται για την αξιολόγηση των μεταβολών στην κατατομή κινδύνου της εκάστοτε επιχείρησης και την προσαρμογή του υπολογισμού της κεφαλαιακής απαίτησης φερεγγυότητας·

(στ) τα ποιοτικά κριτήρια που πρέπει να πληρούν οι τεχνικές μείωσης κινδύνου που αναφέρονται στην παράγραφο (ε), για να εξασφαλίζεται ότι ο κίνδυνος έχει όντως μεταβιβαστεί σε τρίτο μέρος·

(ζ) τη μέθοδο και τις παραμέτρους που πρέπει να χρησιμοποιούνται στην αξιολόγηση της κεφαλαιακής απαίτησης για τον κίνδυνο αθέτησης αντισυμβαλλομένου στην περίπτωση ανοιγμάτων έναντι επιλέξιμων κεντρικών αντισυμβαλλομένων· οι παράμετροι αυτές καθορίζονται κατά τρόπο ώστε να εξασφαλίζεται συνέπεια με τη μεταχείριση των ανοιγμάτων αυτών στην περίπτωση πιστωτικών ιδρυμάτων και χρηματοδοτικών ιδρυμάτων υπό την έννοια του άρθρου 4 παράγραφος 1 σημεία 1 και 26 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 σχετικά με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας για πιστωτικά ιδρύματα και επιχειρήσεις επενδύσεων·

(η) τις μεθόδους και τις παραμέτρους που πρέπει να χρησιμοποιούνται κατά την αξιολόγηση των κεφαλαιακών απαιτήσεων για λειτουργικούς κινδύνους που καθορίζονται στο άρθρο 113, συμπεριλαμβανομένου του ποσοστού που αναφέρεται στο εδάφιο (3) του εν λόγω άρθρου 113∙

(θ) τις μεθόδους και προσαρμογές που πρέπει να χρησιμοποιούνται ώστε να αντανακλάται το μειωμένο εύρος διαφοροποίησης κινδύνου για τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που σχετίζονται με κεφάλαια κλειστής διάρθρωσης·

(ι) τη μέθοδο που πρέπει να χρησιμοποιείται για τον υπολογισμό της προσαρμογής της ικανότητας απορρόφησης ζημιών των τεχνικών προβλέψεων ή των αναβαλλόμενων φόρων, όπως προβλέπεται στο άρθρο 114 του παρόντος Νόμου·

(ια) το υποσύνολο των τυπικών παραμέτρων στις ενότητες αναλαμβανόμενου κινδύνου ασφάλισης Ζωής, Γενικής Φύσεως και υγείας, οι οποίες μπορούν να αντικαθίστανται από ειδικές παραμέτρους για κάθε επιχείρηση, όπως προβλέπεται στο εδάφιο (7) του άρθρου 110 του παρόντος Νόμου·

(ιβ) τις τυποποιημένες μεθόδους που πρέπει να χρησιμοποιεί η επιχείρηση ασφάλισης ή αντασφάλισης για τον υπολογισμό των ειδικών για την επιχείρηση παραμέτρων που αναφέρονται στην παράγραφο (ι), καθώς και τυχόν κριτήρια όσον αφορά την πληρότητα, την ακρίβεια και την καταλληλότητα των χρησιμοποιούμενων δεδομένων, τα οποία πρέπει να ικανοποιούνται για να δοθεί η εποπτική έγκριση σε συνδυασμό με τη διαδικασία που πρέπει να εφαρμόζεται για την εν λόγω έγκριση·

(ιγ) τους προβλεπόμενους απλοποιημένους υπολογισμούς για συγκεκριμένες υποενότητες και ενότητες κινδύνου, καθώς και τα κριτήρια που οι επιχειρήσεις ασφάλισης και αντασφάλισης, συμπεριλαμβανομένων των εξαρτημένων επιχειρήσεων ασφάλισης και αντασφάλισης, πρέπει να ικανοποιούν για να μπορούν να χρησιμοποιήσουν τις απλοποιήσεις αυτές, όπως ορίζεται στο άρθρο 115·

(ιδ) την προσέγγιση που πρέπει να χρησιμοποιείται για τις συνδεδεμένες επιχειρήσεις, κατά την έννοια του άρθρου 250, στον υπολογισμό των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας και ιδίως στον υπολογισμό της υποενότητας κινδύνου μετοχών που αναφέρεται στο εδάφιο (5) του άρθρου ΙΙΙ του παρόντος Νόμου, λαμβανόμενης υπόψη της πιθανής μείωσης στη διακύμανση της αξίας των εν λόγω συνδεδεμένων επιχειρήσεων λόγω της στρατηγικής φύσης των συγκεκριμένων επενδύσεων και της επιρροής που ασκεί η συμμετέχουσα επιχείρηση σε αυτές τις συνδεδεμένες επιχειρήσεις·

(ιε) τον τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιούνται εξωτερικές αξιολογήσεις πιστοληπτικής ικανότητας από ECAI στον υπολογισμό της κεφαλαιακής απαίτησης φερεγγυότητας σύμφωνα με τον κανονικό τύπο και την αντιστοίχιση των εξωτερικών πιστοληπτικών αξιολογήσεων στην κλίμακα βαθμίδων πιστωτικής ποιότητας που αναφέρεται στο εδάφιο (1) του άρθρου 116 του παρόντος Νόμου, η οποία πρέπει να είναι συνεπής προς τη χρήση εξωτερικών πιστοληπτικών αξιολογήσεων από ECAI στον υπολογισμό των κεφαλαιακών απαιτήσεων για τα πιστωτικά ιδρύματα όπως ορίζονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 1 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 σχετικά με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας για πιστωτικά ιδρύματα και επιχειρήσεις επενδύσεων και τα χρηματοδοτικά ιδρύματα όπως ορίζονται στο άρθρο 4, παράγραφος 1, σημείο 26 του εν λόγω κανονισμού·

(ιστ) τα λεπτομερή κριτήρια για τον δείκτη μετοχών που αναφέρεται στην παράγραφο (β) του εδαφίου (2) του άρθρου 116 του παρόντος Νόμου·

(ιζ) τα λεπτομερή κριτήρια σχετικά με τις προσαρμογές οι οποίες γίνονται όσον αφορά νομίσματα προσδεμένα στο ευρώ, για τη διευκόλυνση του υπολογισμού της υποενότητας “συναλλαγματικός κίνδυνος” που αναφέρεται στην παράγραφο (α) του εδαφίου (2) του άρθρου 116 του παρόντος Νόμου˙

(ιη) τις προϋποθέσεις για μια κατηγοριοποίηση των περιφερειακών κυβερνήσεων και τοπικών αρχών που αναφέρονται στην παράγραφο (α) του εδαφίου (2) του παρόντος άρθρου·

(2) Εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα καθορίζουν τα σχετικά με τις διαδικασίες για την έγκριση από τον Έφορο των ειδικών ανά επιχείρηση παραμέτρων που αναφέρονται στην παράγραφο (ια) του εδαφίου (1).

(3) Ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα καθορίζουν ποσοτικά όρια και κριτήρια επιλεξιμότητας των στοιχείων ενεργητικού όπου οι κίνδυνοι αυτοί δεν καλύπτονται επαρκώς από μια υποενότητα, τα οποία εφαρμόζονται σε στοιχεία ενεργητικού που καλύπτουν τεχνικές προβλέψεις, εξαιρουμένων των στοιχείων ενεργητικού που τηρούνται για συμβάσεις ασφάλισης Ζωής, όπου ο επενδυτικός κίνδυνος αναλαμβάνεται από τους κατόχους των ασφαλιστήριων συμβολαίων.

ΕΝΟΤΗΤΑ 3 ΚΕΦΑΛΑΙΑΚΕΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ ΦΕΡΕΓΓΥΟΤΗΤΑΣ – ΠΛΗΡΗ ΚΑΙ ΜΕΡΙΚΑ ΕΣΩΤΕΡΙΚΑ ΥΠΟΔΕΙΓΜΑΤΑ
Γενικές διατάξεις έγκρισης για τα πλήρη και μερικά εσωτερικά υποδείγματα

119. (1) Οι ασφαλιστικές ή οι αντασφαλιστικές επιχειρήσεις μπορούν να υπολογίζουν τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας με τη χρησιμοποίηση πλήρους ή μερικού εσωτερικού υποδείγματος που εγκρίνεται από τον Έφορο.

(2) Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις μπορούν να χρησιμοποιούν μερικά εσωτερικά υποδείγματα για τον υπολογισμό ενός ή περισσοτέρων από τα πιο κάτω:

(α) ενός ή περισσοτέρων ενοτήτων κινδύνου ή υποενοτήτων, των βασικών κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας, όπως προβλέπεται στα άρθρα 110 και 111 του παρόντος Νόμου·

(β) της κεφαλαιακής απαίτησης για τον λειτουργικό κίνδυνο, όπως ορίζεται στο άρθρο 113 του παρόντος Νόμου·

(γ) της προσαρμογής που αναφέρεται στο άρθρο 114 του παρόντος Νόμου.

(3) Παράλληλα, η μερική χρήση υποδείγματος σύμφωνα με το εδάφιο (2), μπορεί να εφαρμόζεται στο σύνολο της δραστηριότητας των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων, ή μόνο σε μία ή περισσότερες σημαντικές επιχειρηματικές μονάδες.

(4) Κατά την υποβολή αίτησης για έγκριση πλήρους ή μερικού εσωτερικού υποδείγματος στον Έφορο, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις υποβάλλουν, τουλάχιστον, τεκμηριωμένα στοιχεία ότι το εσωτερικό υπόδειγμα ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις που προβλέπονται στα άρθρα 127 μέχρι 132:

(5) Εφόσον η αίτηση για την έγκριση από τον Έφορο συνδέεται με μερικό εσωτερικό υπόδειγμα, οι απαιτήσεις στα άρθρα 127 μέχρι 132 προσαρμόζονται προκειμένου να ληφθεί υπόψη το περιορισμένο πεδίο εφαρμογής του υποδείγματος.

(5Α) Ο Έφορος ενημερώνει την ΕΙΟΡΑ σύμφωνα με τις διατάξεις του Άρθρου 35, παράγραφος 1, του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/210 σχετικά με αιτήσεις για χρήση ή αλλαγή του εσωτερικού υποδείγματος και δύναται να υποβάλει αίτημα στην ΕΙΟΡΑ ζητώντας τη συνδρομή της, σχετικά με την απόφαση επί της αίτησης.

(6) Ο Έφορος αποφασίζει επί της υποβαλλομένης δυνάμει του παρόντος άρθρου αίτησης εντός έξι μηνών από την παραλαβή της πλήρους αίτησης.

(7) Ο Έφορος εγκρίνει την αίτηση μόνον εφόσον βεβαιωθεί ότι τα συστήματα της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης για τον εντοπισμό, τον υπολογισμό, την παρακολούθηση, τη διαχείριση και την αναφορά του κινδύνου για την παρακολούθηση και τη διαχείριση του κινδύνου είναι επαρκή, και ιδίως ότι το εσωτερικό υπόδειγμα συμβιβάζεται με τις απαιτήσεις που αναφέρονται στο εδάφιο (3).

(8) Οποιαδήποτε απόφαση του Εφόρου για την απόρριψη της αίτησης για τη χρησιμοποίηση εσωτερικού υποδείγματος είναι δεόντως αιτιολογημένη.

(9) Αφού παραχωρήσει την έγκριση για τη χρήση εσωτερικού υποδείγματος, ο Έφορος δύναται με αιτιολογημένη απόφασή του, να απαιτήσεις από τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις να του παράσχουν εκτίμηση των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας που καθορίζονται σύμφωνα με την τυποποιημένη μέθοδο, όπως προβλέπεται στην Ενότητα 2 του παρόντος Τμήματος.

Ειδικές διατάξεις για την έγκριση μερικών εσωτερικών υποδειγμάτων

120. (1) Στην περίπτωση μερικού εσωτερικού υποδείγματος, η έγκριση του Εφόρου σε αίτηση που υποβάλλεται, παραχωρείται μόνο εάν το υπόδειγμα συμμορφώνεται προς τις απαιτήσεις που προβλέπονται στο άρθρο 119 του παρόντος Νόμου και στις ακόλουθες συμπληρωματικές προϋποθέσεις:

(α) η επιχείρηση έχει δικαιολογήσει επαρκώς το περιορισμένο πεδίο εφαρμογής του υποδείγματος·

(β) οι προκύπτουσες κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας αντικατοπτρίζουν καταλληλότερα το προφίλ κινδύνου της επιχείρησης, και ιδίως ανταποκρίνονται στις αρχές που παρατίθενται στην Ενότητα 1 του παρόντος Τμήματος·

(γ) ο σχεδιασμός του είναι συνεπής προς τις αρχές που προβλέπονται στο υποτμήμα 1, προκειμένου να καθίσταται δυνατή η πλήρης ενσωμάτωση του μερικού εσωτερικού υποδείγματος στην τυποποιημένη μέθοδο της κεφαλαιακής επάρκειας φερεγγυότητας.

(2) Κατά την αξιολόγηση αίτησης για τη χρήση μερικού εσωτερικού υποδείγματος το οποίο καλύπτει μόνο ορισμένες υποενότητες μιας συγκεκριμένης ενότητας κινδύνου, ή ορισμένες από τις λειτουργικές μονάδες της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης σε σχέση με μια ειδική ενότητα κινδύνου, ή μέρη και των δύο, ο Έφορος δύναται να απαιτεί από τις ενδιαφερόμενες ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις να υποβάλλουν ένα ρεαλιστικό μεταβατικό σχέδιο για την επέκταση του πεδίου εφαρμογής του υποδείγματος, το οποίο καθορίζει τον τρόπο με τον οποίο οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις προγραμματίζουν να επεκτείνουν το πεδίο εφαρμογής του υποδείγματος σε άλλες υποενότητες ή επιχειρηματικές μονάδες, προκειμένου να εξασφαλίσουν ότι το υπόδειγμα καλύπτει σημαντικό μέρος των ασφαλιστικών δραστηριοτήτων σε σχέση με τη συγκεκριμένη αυτή ενότητα κινδύνου.

Κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις και εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα για τα εσωτερικά υποδείγματα της κεφαλαιακής απαίτησης φερεγγυότητας

121. (1) Κατ΄εξουσιοδότηση πράξεις, καθορίζουν-

(α) τις προσαρμογές που πρέπει να γίνουν στα πρότυπα τα οποία ορίζονται στα άρθρα 127 έως 132, δεδομένου του περιορισμένου πεδίου εφαρμογής του μερικού εσωτερικού υποδείγματος·

(β) τον τρόπο για την πλήρη ενσωμάτωση ενός μερικού εσωτερικού υποδείγματος στον κανονικό τύπο της κεφαλαιακής απαίτησης φερεγγυότητας που αναφέρεται στην παράγραφο (γ) του εδαφίου (1) του άρθρου 120 του παρόντος Νόμου, καθώς και τις απαιτήσεις για τη χρήση εναλλακτικών τεχνικών ενσωμάτωσης.

(2) Εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα καθορίζουν τις διαδικασίες αναφορικά με -

(α) την έγκριση ενός εσωτερικού υποδείγματος σύμφωνα με το άρθρο 119· και

(β) την έγκριση σημαντικών μεταβολών σε ένα εσωτερικό υπόδειγμα και μεταβολών στην πολιτική για τη μεταβολή εσωτερικού υποδείγματος, που αναφέρεται στο άρθρο 122.(1)

Πολιτική αλλαγής των πλήρων και μερικών εσωτερικών υποδειγμάτων.

122. (1) Στο πλαίσιο της διαδικασίας αρχικής έγκρισης εσωτερικού υποδείγματος, ο Έφορος εγκρίνει την πολιτική για την αλλαγή του υποδείγματος της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης η οποία περιλαμβάνει τις προδιαγραφές των σημαντικών και δευτερευουσών αλλαγών στο εσωτερικό υπόδειγμα.

(2) Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις δύνανται να τροποποιούν το εσωτερικό τους υπόδειγμα σύμφωνα με την πολιτική του εδαφίου (1), οποιεσδήποτε όμως σημαντικές αλλαγές είτε στο εσωτερικό υπόδειγμα, είτε στην ίδια την πολιτική αλλαγής του, υπόκεινται πάντοτε στην προηγούμενη έγκριση του Εφόρου, όπως ορίζεται στο άρθρο 119 του παρόντος Νόμου.

(3) Οι δευτερεύουσες αλλαγές στο εσωτερικό υπόδειγμα δεν υπόκεινται σε προηγούμενη έγκριση του Εφόρου νοουμένου ότι σχεδιάζονται σύμφωνα με την πολιτική του εδαφίου (1).

Τομείς ευθύνης των διοικητικών, διαχειριστικών ή εποπτικών οργάνων

123. (1) Το διοικητικό συμβούλιο των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων εγκρίνει την αίτηση προς τον Έφορο όσον αφορά την αναγνώριση του εσωτερικού υποδείγματος, όπως αναφέρεται στο άρθρο 119 του παρόντος Νόμου, καθώς και την αίτηση για την έγκριση μεταγενέστερων σημαντικών αλλαγών στο εν λόγω υπόδειγμα.

(2) Το διοικητικό συμβούλιο είναι υπεύθυνο για τη δημιουργία συστημάτων που εξασφαλίζουν τη σωστή λειτουργία του εσωτερικού υποδείγματος σε συνεχή βάση.

Επιστροφή στην τυποποιημένη μέθοδο

124. Αφού λάβουν την έγκριση του Εφόρου σύμφωνα με το άρθρο 119 του παρόντος Νόμου, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις δεν επιστρέφουν στον υπολογισμό του συνόλου ή μέρους των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας σύμφωνα με την τυποποιημένη μέθοδο, όπως αναφέρεται στην Ενότητα 2 του παρόντος Τμήματος, εκτός εάν συντρέχουν δεόντως αιτιολογημένες περιστάσεις και με την προϋπόθεση της έγκρισης από τον Έφορο.

Μη συμμόρφωση του εσωτερικού υποδείγματος

125. (1) Σε περίπτωση που, μετά την έγκριση από τον Έφορο για τη χρήση εσωτερικού υποδείγματος, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις παύσουν να συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις που ορίζονται στα άρθρα 127 μέχρι 132, οφείλουν αμελλητί, είτε να υποβάλλουν στον Έφορο σχέδιο για την αποκατάσταση της συμμόρφωσης μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα είτε να αποδεικνύουν στον Έφορο ότι το αποτέλεσμα της μη συμμόρφωσης είναι ασήμαντο.

(2) Στην περίπτωση που οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις δεν εφαρμόσουν το σχέδιο που αναφέρεται στο εδάφιο (1), ο Έφορος δύναται να απαιτεί από τις επιχειρήσεις αυτές να επιστρέψουν στον υπολογισμό των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας σύμφωνα με την τυποποιημένη μέθοδο, όπως προβλέπεται στην Ενότητα 2 του παρόντος Τμήματος.

Σημαντικές αποκλίσεις από τις βασικές παραδοχές για την τυποποιημένη μέθοδο υπολογισμού

126. Όταν δεν ενδείκνυται ο υπολογισμός των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας σύμφωνα με την τυποποιημένη μέθοδο, όπως προβλέπεται στην Ενότητα 2 του παρόντος Τμήματος, επειδή το προφίλ κινδύνου της σχετικής ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης αποκλίνει σημαντικά από τις παραδοχές στις οποίες βασίζεται η τυποποιημένη μέθοδος υπολογισμού, ο Έφορος δύναται, με αιτιολογημένη απόφασή του, να απαιτεί από την εν λόγω επιχείρηση όπως χρησιμοποιήσει ένα εσωτερικό υπόδειγμα για τον υπολογισμό των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας ή των συναφών ενοτήτων κινδύνου.

Δοκιμή χρήσης

127. (1) Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις αποδεικνύουν στον Έφορο ότι το εσωτερικό υπόδειγμα χρησιμοποιείται ευρέως και παίζει σημαντικό ρόλο στο σύστημα διακυβέρνησης που αναφέρεται στα άρθρα 43 μέχρι 51, και ιδιαίτερα:

(α) στο σύστημα διαχείρισης του κινδύνου όπως προβλέπεται στο άρθρο 45 του παρόντος Νόμου και στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων·

(β) στη διαδικασία εκτίμησης και διάθεσης του οικονομικού κεφαλαίου και του κεφαλαίου φερεγγυότητας, συμπεριλαμβανομένης της εκτίμησης που αναφέρεται στο άρθρο 46 του παρόντος Νόμου.

(2) Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις αποδεικνύουν περαιτέρω στον Έφορο, ότι η συχνότητα υπολογισμού των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας με τη χρήση του εσωτερικού υποδείγματος συμβαδίζει με τη συχνότητα με την οποία χρησιμοποιούν το εσωτερικό τους υπόδειγμα για τους άλλους σκοπούς που αναφέρονται στην πρώτη παράγραφο.

(3) Το διοικητικό συμβούλιο της ασφαλιστικής και αντασφαλιστικής επιχείρησης είναι υπεύθυνο για την εξασφάλιση της συνεχούς καταλληλότητας του σχεδιασμού και της λειτουργίας του εσωτερικού υποδείγματος και για το ότι το εσωτερικό υπόδειγμα εξακολουθεί να αντικατοπτρίζει κατάλληλα το προφίλ κινδύνου της επιχείρησης.

Στατιστικά πρότυπα ποιότητας

128. (1) Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις οφείλουν όπως διασφαλίζουν ότι το εσωτερικό υπόδειγμα, και ιδιαίτερα ο υπολογισμός της υποκείμενης πρόβλεψης κατανομής πιθανότητας, πληρούν τα πιο κάτω οριζόμενα κριτήρια-

(α) Οι μέθοδοι που χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό της πρόβλεψης της κατανομής πιθανότητας βασίζονται σε-

(i) κατάλληλες, εφαρμόσιμες και συναφείς αναλογιστικές και στατιστικές τεχνικές και είναι συμβατές με τις μεθόδους που χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό των τεχνικών προβλέψεων∙ και

(ii) τρέχουσες και αξιόπιστες πληροφορίες, καθώς και σε ρεαλιστικές παραδοχές.

(β) οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις οφείλουν να είναι σε θέση να αιτιολογούν στον Έφορο τις υποθέσεις στις οποίες στηρίζεται το εσωτερικό τους υπόδειγμα.

(γ) τα δεδομένα που χρησιμοποιούνται για το εσωτερικό υπόδειγμα πρέπει είναι ακριβή, πλήρη και κατάλληλα και τα σύνολα δεδομένων που χρησιμοποιούν για τον υπολογισμό της προβλεπόμενης κατανομής πιθανότητας επικαιροποιούνται από τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις τουλάχιστον μία φορά κάθε χρόνο.

(δ) ανεξάρτητα από την επιλεγείσα μέθοδο υπολογισμού, η ικανότητα του εσωτερικού υποδείγματος να ταξινομήσει τον κίνδυνο πρέπει να είναι επαρκής για να εξασφαλίσει την ευρεία χρήση του και το γεγονός ότι διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στο σύστημα διαχείρισης του κινδύνου και στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων, στη διάθεση των κεφαλαίων και στο σύστημα διακυβέρνησης των επιχειρήσεων, σύμφωνα με το άρθρο 127 και η μέθοδος διασφαλίζει ότι το εσωτερικό υπόδειγμα καλύπτει όλους τους σημαντικούς κινδύνους στους οποίους εκτίθενται οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις και τουλάχιστον τους κινδύνους που αναφέρονται στην παράγραφο (δ) του εδαφίου (1) του άρθρου 107 του παρόντος Νόμου.

(ε) Όσον αφορά τα αποτελέσματα της διαφοροποίησης, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις μπορούν να λαμβάνουν υπόψη στο εσωτερικό τους υπόδειγμα τις υφιστάμενες εξαρτήσεις εντός των κατηγοριών κινδύνου, καθώς και μεταξύ των κατηγοριών κινδύνου, νοουμένου ότι ο Έφορος κρίνει κατάλληλο το σύστημα που χρησιμοποιείται για τη μέτρηση των αποτελεσμάτων διαφοροποίησης.

(στ) Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις λαμβάνουν πλήρως υπόψη το αποτέλεσμα των τεχνικών μείωσης του κινδύνου στο εσωτερικό τους υπόδειγμα, στο βαθμό που ο πιστωτικός κίνδυνος και άλλοι κίνδυνοι που απορρέουν από τη χρήση των τεχνικών μείωσης του κινδύνου αντικατοπτρίζονται κατάλληλα στο εσωτερικό υπόδειγμα.

(ζ) Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις εκτιμούν με ακρίβεια τους ιδιαίτερους κινδύνους που συνδέονται με τις χρηματοοικονομικές εγγυήσεις και οποιαδήποτε άλλα συμβατικά δικαιώματα στο εσωτερικό τους υπόδειγμα, εφόσον αυτό απαιτείται, καθώς επίσης και τους κινδύνους που συνδέονται με τα δικαιώματα επιλογής του αντισυμβαλλομένου όσο και με τα συμβατικά δικαιώματα για τις επιχειρήσεις και για το σκοπό αυτό, λαμβάνουν υπόψη τον αντίκτυπο που μπορούν να έχουν στην άσκηση των δικαιωμάτων αυτών μελλοντικές αλλαγές στις οικονομικές και μη οικονομικές συνθήκες.

(η) Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις οφείλουν να λαμβάνουν υπόψη στο εσωτερικό τους υπόδειγμα, τις μελλοντικές ενέργειες της διοίκησης που εύλογα αναμένονται σε ειδικές περιστάσεις, περιλαμβανομένου του αναγκαίου χρόνου για την υλοποίηση των ενεργειών αυτών.

(θ) Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις λαμβάνουν υπόψη στο εσωτερικό τους υπόδειγμα όλες τις πληρωμές προς τους αντισυμβαλλομένους και τους δικαιούχους τις οποίες αναμένουν να πραγματοποιήσουν, ανεξάρτητα από το εάν οι πληρωμές αυτές είναι συμβατικά εγγυημένες.

Πρότυπα διαμόρφωσης

129. (1) Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις δύνανται να χρησιμοποιούν διαφορετική χρονική περίοδο ή μέτρηση κινδύνου σε σχέση με αυτήν που προβλέπεται στην παράγραφο (γ) του εδαφίου (1) του άρθρου 107 του παρόντος Νόμου για τους σκοπούς του εσωτερικού υποδείγματος, εφόσον τα αποτελέσματα του εσωτερικού υποδείγματος μπορούν να χρησιμοποιηθούν από τις επιχειρήσεις αυτές για τον υπολογισμό των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας με τρόπο που να παρέχεται στους αντισυμβαλλομένους και στους δικαιούχους ένα επίπεδο ισοδύναμης προστασίας με εκείνη που προβλέπεται στο άρθρο 107.

(2) Όπου είναι δυνατό, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις λαμβάνουν τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας κατευθείαν από την εκτίμηση της κατανομής πιθανότητας που παράγεται από το εσωτερικό υπόδειγμα των επιχειρήσεων αυτών, με τη χρήση του μέτρου της αξίας σε κίνδυνο που αναφέρεται στο στην παράγραφο (γ) του εδαφίου (1) του άρθρου 107.

(3) Εάν οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις δεν μπορούν να λάβουν την κεφαλαιακή απαίτηση φερεγγυότητας κατευθείαν από την εκτίμηση της κατανομής πιθανότητας που παράγεται από το εσωτερικό υπόδειγμα, ο Έφορος δύναται να επιτρέψει τη χρησιμοποίηση προσεγγίσεων στη διαδικασία υπολογισμού των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας, εφόσον οι επιχειρήσεις αυτές μπορούν να του αποδείξουν ότι παρέχεται στους αντισυμβαλλόμενους επίπεδο προστασίας ισοδύναμο με εκείνο που αναφέρεται στο άρθρο 107.

(4) Ο Έφορος δύναται να απαιτεί από τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις να εφαρμόζουν το εσωτερικό τους υπόδειγμα σε κατάλληλα χαρτοφυλάκια αναφοράς και να χρησιμοποιούν παραδοχές βασιζόμενες σε εξωτερικά παρά σε εσωτερικά δεδομένα, προκειμένου να ελεγχθεί η αποτελεσματικότητα του εσωτερικού υποδείγματος και να εξακριβωθεί εάν οι προδιαγραφές του είναι σύμφωνες με τις γενικά αποδεκτές πρακτικές της αγοράς.

Καταλογισμός κερδών και ζημιών

130. (1) Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις οφείλουν να εξετάζουν, τουλάχιστον σε ετήσια βάση, τις αιτίες και την προέλευση των κερδών και ζημιών για καθέναν από τους κυριότερους κλάδους ασφαλίσεως και να καταδεικνύουν με ποιο τρόπο η επιλεγείσα κατηγοριοποίηση των κινδύνων στο εσωτερικό υπόδειγμα εξηγεί την προέλευση και τα αίτια των κερδών και των ζημιών.

(2) Η κατηγοριοποίηση των κινδύνων και ο καταλογισμός των κερδών και ζημιών πρέπει να αντικατοπτρίζουν το προφίλ κινδύνου των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων.

Πρότυπα επικύρωσης

131. (1) Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις οφείλουν να διαθέτουν τακτικό κύκλο επικύρωσης του υποδείγματος, ο οποίος περιλαμβάνει την παρακολούθηση των επιδόσεων του εσωτερικού υποδείγματος, την επανεξέταση της συνεχούς καταλληλότητας των προδιαγραφών του και τη σύγκριση των αποτελεσμάτων του με τα εμπειρικά αποτελέσματα.

(2) Η διαδικασία επικύρωσης του υποδείγματος πρέπει να περιλαμβάνει μια αποτελεσματική στατιστική διαδικασία για την επικύρωση του εσωτερικού υποδείγματος, η οποία να επιτρέπει στις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις να αποδεικνύουν στον Έφορο ότι οι κεφαλαιακές απαιτήσεις που υπολογίστηκαν με τον τρόπο αυτό είναι κατάλληλες.

(3) Οι στατιστικές μέθοδοι που εφαρμόζονται σύμφωνα με το εδάφιο (2) χρησιμεύουν όχι μόνο για να εξακριβωθεί η καταλληλότητα της εκτίμησης της κατανομής πιθανότητας σε σύγκριση με τις πραγματοποιηθείσες ζημίες, αλλά επίσης και όλα τα σημαντικά νέα δεδομένα και πληροφορίες.

(4) Η διαδικασία επικύρωσης του υποδείγματος πρέπει να περιλαμβάνει ανάλυση της σταθερότητας του εσωτερικού υποδείγματος, και ιδίως δοκιμή της ευαισθησίας των αποτελεσμάτων του εσωτερικού υποδείγματος σε μεταβολές ουσιαστικών βασικών υποθέσεις καθώς επίσης και αξιολόγηση της ακρίβειας, πληρότητας και καταλληλότητας των στοιχείων που χρησιμοποιούνται από το εσωτερικό υπόδειγμα.

Πρότυπα τεκμηρίωσης

132. (1) Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις οφείλουν να τεκμηριώνουν το σχεδιασμό και τα λειτουργικά χαρακτηριστικά του εσωτερικού τους υποδείγματος έτσι ώστε να αποδεικνύεται η συμμόρφωση με τις διατάξεις των άρθρων 127 μέχρι 131 του παρόντος Νόμου.

(2) Η τεκμηρίωση του εδαφίου (1) πρέπει να παρέχει λεπτομερή περιγραφή της θεωρίας, των παραδοχών , και της μαθηματικής και εμπειρικής βάσης στις οποίες στηρίζεται το εσωτερικό υπόδειγμα και να αναφέρει κάθε περίσταση στην οποία το εσωτερικό υπόδειγμα δεν λειτουργεί αποτελεσματικά.

(3) Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις τεκμηριώνουν όλες τις σημαντικές αλλαγές στο εσωτερικό τους υπόδειγμα, όπως προβλέπεται στο άρθρο 122 του παρόντος Νόμου.

Εξωτερικά υποδείγματα και δεδομένα

133. Η χρήση ενός υποδείγματος ή δεδομένων που έχουν ληφθεί από τρίτο μέρος δεν δικαιολογεί την απαλλαγή από οποιαδήποτε από τις απαιτήσεις σχετικά με το εσωτερικό υπόδειγμα σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 127 μέχρι 132 του παρόντος Νόμου.

Κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σχετικά με τα άρθρα 127 έως 133

134. Κατ' εξουσιοδότηση πράξεις καθορίζουν τις λεπτομέρειες σε σχέση με τα άρθρα 127 έως 133 για τη βελτίωση και καλύτερη εκτίμηση των χαρακτηριστικών κινδύνου και τη διαχείριση των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων, όσον αφορά τη χρήση εσωτερικών υποδειγμάτων.

ΤΜΗΜΑ 5 - ΕΛΑΧΙΣΤΕΣ ΚΕΦΑΛΑΙΑΚΕΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ
Γενικές διατάξεις

135. Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις οφείλουν να διαθέτουν επιλέξιμα βασικά ίδια κεφάλαια για την κάλυψη των ελάχιστων κεφαλαιακών απαιτήσεων.

Υπολογισμός των ελάχιστων κεφαλαιακών απαιτήσεων

136. (1) Οι ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις υπολογίζονται βάσει των ακόλουθων αρχών:

(α) Χρησιμοποιείται σαφής και απλή μέθοδος, έτσι ώστε να εξασφαλίζεται η δυνατότητα ελέγχου του υπολογισμού∙

(β) αντιστοιχούν σε ένα ποσό επιλέξιμων βασικών ιδίων κεφαλαίων, κάτω από το οποίο οι αντισυμβαλλόμενοι και οι δικαιούχοι εκτίθενται σε μη αποδεκτό επίπεδο κινδύνου σε περίπτωση που θα επιτρεπόταν στις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις να συνεχίσουν τις δραστηριότητές τους∙

(γ) η γραμμική συνάρτηση που αναφέρεται στην παράγραφο (β) και η οποία χρησιμοποιείται για τον υπολογισμό του επιπέδου των ελάχιστων κεφαλαιακών απαιτήσεων διαμορφώνεται στην αξία σε κίνδυνο των βασικών ιδίων κεφαλαίων μιας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης σε διάστημα εμπιστοσύνης 85% για περίοδο ενός έτους∙

(δ) το απόλυτο κατώτατο όριο των ελάχιστων κεφαλαιακών απαιτήσεων καθορίζεται-

(i) σε 2.500.000 Ευρώ για τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις ασφάλισης Γενικής Φύσεως, συμπεριλαμβανομένων των δέσμιων ασφαλιστικών επιχειρήσεων, με εξαίρεση την περίπτωση κατά την οποία καλύπτεται το σύνολο ή μέρος των κινδύνων ενός από τους κλάδους ευθύνης από χερσαία μηχανοκίνητα οχήματα, ευθύνης από θαλάσσια, λιμναία και ποτάμια σκάφη, γενικής ευθύνης, πιστώσεων ή εγγυήσεων (Κλάδοι 10 μέχρι 15) του Μέρους Α, του Πρώτου Παραρτήματος του παρόντος Νόμου, οπότε το ποσό αυτό πρέπει να είναι τουλάχιστον 3.700.000 Ευρώ·

(ii) σε 3.700.000, Ευρώ για τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις του κλάδου Ζωής, συμπεριλαμβανομένων των δέσμιων ασφαλιστικών επιχειρήσεων·

(iii) σε 3.600.000 Ευρώ για επιχειρήσεις αντασφάλισης, εξαιρουμένων των δέσμιων επιχειρήσεων αντασφάλισης, για τις οποίες οι ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις είναι τουλάχιστον 1.200.000 Ευρώ·

(iv) στο ύψος των ποσών που ορίζονται στις υποπαραγράφους (i) και (ii) για τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις οι οποίες αναφέρονται στο εδάφιο (5) του άρθρο 75 του παρόντος Νόμου.

(2) Με την επιφύλαξη των διατάξεων του εδαφίου (3), οι ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις υπολογίζονται ως γραμμική συνάρτηση ενός συνόλου ή υποσυνόλου των εξής μεταβλητών: τεχνικά αποθεματικά της επιχείρησης, εγγεγραμμένα ασφάλιστρα, κεφάλαιο σε κίνδυνο, αναβαλλόμενος φόρος και διοικητικές δαπάνες. Οι χρησιμοποιούμενες μεταβλητές μετρούνται μετά την αφαίρεση των αντασφαλιστικών εκχωρήσεων.

(3) Με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου (δ) του εδαφίου (1), οι ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις δεν είναι κατώτερες του 25 % ούτε υπερβαίνουν το 45% των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας της επιχείρησης, όπως υπολογίζονται σύμφωνα με το Έκτο Κεφάλαιο, Τμήμα 4, Ενότητα 2 ή 3, περιλαμβάνουν δε οποιαδήποτε πρόσθετη κεφαλαιακή απαίτηση επιβαλλόμενη δυνάμει του άρθρου 43.

(4) Ο Έφορος δύναται για περίοδο που δεν υπερβαίνει την 31η Δεκεμβρίου 2017, να απαιτεί από μια ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση να εφαρμόζει τα ποσοστά που αναφέρονται στο παρόν εδάφιο αποκλειστικά στις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας της επιχείρησης που υπολογίζονται σύμφωνα με το Έκτο Κεφάλαιο, Τμήμα 4, Ενότητα 2.

(5) Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις οφείλουν να υπολογίζουν τις ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις σε τριμηνιαία τουλάχιστον βάση και να αναφέρουν τα αποτελέσματα του υπολογισμού αυτού στον Έφορο και σε περίπτωση που οποιοδήποτε από τα όρια που αναφέρονται στο εδάφιο (3) καθορίζει τις ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις της επιχείρησης, η επιχείρηση παρέχει στον Έφορο πληροφοριακά στοιχεία που επιτρέπουν την πλήρη κατανόηση από τον Έφορο των σχετικών λόγων:

Νοείται ότι, για τους σκοπούς του υπολογισμού των ορίων του εδαφίου (3), οι επιχειρήσεις δεν υποχρεούνται να υπολογίζουν τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας σε τριμηνιαία βάση.

Κατ' εξουσιοδότηση πράξεις

137. Κατ΄εξουσιοδότηση πράξεις καθορίζουν τον υπολογισμό της ελάχιστης κεφαλαιακής απαίτησης η οποία αναφέρεται στα άρθρα 135 και 136 του παρόντος Νόμου.

Μεταβατικές διατάξεις

138. (1) Κατά παρέκκλιση από τις διατάξεις των άρθρων 146 και 151, εφόσον οι ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις συμμορφώνονταν κατά την 31 Δεκεμβρίου 2015 με τα αναγκαία επιλέξιμα ίδια κεφάλαια για την κάλυψη των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας που καθοριζόταν στους περί της Ασκήσεως Ασφαλιστικών Εργασιών και Άλλων συναφών θεμάτων Νόμων του 2002 έως 2013, όπως αυτοί εκάστοτε τροποποιούνται ή αντικαθίστανται αλλά δεν διαθέτουν επαρκή επιλέξιμα βασικά ίδια κεφάλαια για να καλύψουν τις ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις δυνάμει του παρόντος Νόμου, οι σχετικές αυτές επιχειρήσεις έχουν υποχρέωση συμμόρφωσης με τις διατάξεις του άρθρου 135 του παρόντος Νόμου μέχρι την 31 Δεκεμβρίου 2016.

(2) Σε περίπτωση που η σχετική επιχείρηση παραλείψει να συμμορφωθεί με τις διατάξεις του άρθρου 135 εντός της περιόδου που καθορίζεται στο εδάφιο (1), ο Έφορος ανακαλεί την άδεια της επιχείρησης σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 151 του παρόντος Νόμου.

ΤΜΗΜΑ 6 - ΕΠΕΝΔΥΣΕΙΣ
Η αρχή του συνετού επενδυτή

139. (1) Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις οφείλουν να επενδύουν όλα τα περιουσιακά τους στοιχεία σύμφωνα με την αρχή του συνετού επενδυτή, όπως προβλέπεται στο παρόν άρθρο.

(2) Η αρχή του συνετού επενδυτή, επιβάλλει στις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις όπως-

(α) σε σχέση με το σύνολο του χαρτοφυλακίου των περιουσιακών στοιχείων, επενδύουν μόνο σε στοιχεία και μέσα οι κίνδυνοι των οποίων είναι δυνατόν να τυγχάνουν δεόντως κατάλληλης αναγνώρισης, μέτρησης, παρακολούθησης, διαχείρισης, ελέγχου και αναφοράς, και να λαμβάνονται κατάλληλα υπόψη στην αξιολόγηση των συνολικών αναγκών φερεγγυότητάς τους σύμφωνα με την παράγραφο (α) του εδαφίου (1) του άρθρου 46 του παρόντος Νόμου·

(β) όλα τα περιουσιακά στοιχεία, ιδίως εκείνα που καλύπτουν τις ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις και τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας, επενδύονται με τρόπο που να εγγυάται την ασφάλεια, την ποιότητα, τη ρευστότητα και την κερδοφορία του συνολικού χαρτοφυλακίου και ο εντοπισμός των περιουσιακών αυτών στοιχείων πρέπει να διασφαλίζει τη διαθεσιμότητά τους·

(γ) τα περιουσιακά στοιχεία που προορίζονται για την κάλυψη των τεχνικών προβλέψεων επενδύονται με τρόπο κατάλληλο προς τη φύση και τη διάρκεια των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών υποχρεώσεων καθώς επίσης και προς γενικό όφελος όλων των αντισυμβαλλομένων και δικαιούχων, λαμβανομένων υπόψη των γνωστοποιημένων στόχων πολιτικής.

(δ) σε περίπτωση σύγκρουσης συμφερόντων, οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις, ή η οντότητα η οποία διαχειρίζεται το χαρτοφυλάκιο των περιουσιακών τους στοιχείων, εξασφαλίζουν ότι οι επενδύσεις πραγματοποιούνται προς το καλύτερο συμφέρον των αντισυμβαλλομένων και των δικαιούχων.

(3) Με την επιφύλαξη των διατάξεων του εδαφίου (2), σε σχέση με τα περιουσιακά στοιχεία που κατέχονται στα πλαίσια ασφαλιστικών συμβάσεων ασφάλισης Ζωής, όπου ο κίνδυνος αναλαμβάνεται από τους αντισυμβαλλομένους, εφαρμόζονται οι παράγραφοι (α) μέχρι (γ) πιο κάτω:

(α) Όταν οι παροχές που προβλέπονται από μια σύμβαση συνδέονται άμεσα με την αξία μεριδίων σε κάποιον ΟΣΕΚΑ, όπως ορίζεται στον περί των Οργανισμών Συλλογικών Επενδύσεων Ανοικτού Τύπου και περί Συναφών Θεμάτων Νόμου του 2002, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται, ή με την αξία των στοιχείων του ενεργητικού που περιλαμβάνονται σε κάποιο εσωτερικό αμοιβαίο κεφάλαιο που τηρείται από τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις, συνήθως διηρημένο σε μερίδια, οι τεχνικές προβλέψεις σε σχέση με τις παροχές αυτές πρέπει να αντιπροσωπεύονται όσο το δυνατόν περισσότερο από τα μερίδια αυτά ή, στην περίπτωση που τα μερίδια δεν είναι καθορισμένα, από τα εν λόγω στοιχεία του ενεργητικού·

(β) όταν οι παροχές που προβλέπονται από κάποια σύμβαση συνδέονται άμεσα με δείκτη μετοχών ή κάποια άλλη αξία αναφοράς εκτός από εκείνες που αναφέρονται στο εδάφιο (2), οι τεχνικές προβλέψεις σε σχέση με τις παροχές αυτές πρέπει να αντικατοπτρίζονται όσο το δυνατόν περισσότερο είτε από τα μερίδια που προορίζονται να αντιπροσωπεύουν την αξία αναφοράς ή, στην περίπτωση που δεν έχουν καθορισθεί μερίδια, από στοιχεία ενεργητικού κατάλληλης εξασφάλισης και εμπορευσιμότητας που αντιστοιχούν όσο το δυνατόν περισσότερο με εκείνα στα οποία βασίζεται η συγκεκριμένη αξία αναφοράς·

(γ) όταν οι παροχές που αναφέρονται στις παραγράφους (α) και (β) περιλαμβάνουν εγγύηση επενδυτικής απόδοσης ή κάποια άλλη εγγυημένη παροχή, τα στοιχεία του ενεργητικού που τηρούνται για την κάλυψη των αντίστοιχων πρόσθετων τεχνικών προβλέψεων, υπόκεινται στο εδάφιο (4).

(4) Με την επιφύλαξη των διατάξεων του εδαφίου (2), σε σχέση με άλλα περιουσιακά στοιχεία, εκτός από εκείνα που καλύπτονται από το εδάφιο (3), εφαρμόζονται οι διατάξεις των παραγράφων (α) μέχρι (δ) πιο κάτω:

(α) Η χρήση παράγωγων μέσων είναι δυνατή εφόσον τα μέσα αυτά συμβάλλουν στη μείωση κινδύνων ή διευκολύνουν την αποδοτική διαχείριση του χαρτοφυλακίου·

(β) οι επενδύσεις και τα στοιχεία τα οποία δεν είναι αποδεκτά προς διαπραγμάτευση σε οργανωμένη χρηματοοικονομική αγορά διατηρούνται σε συνετά επίπεδα·

(γ) τα περιουσιακά στοιχεία διαφοροποιούνται κατάλληλα με τρόπο ώστε να αποφεύγεται υπερβολική εξάρτηση από κάποιο συγκεκριμένο στοιχείο, εκδότη ή ομάδα επιχειρήσεων, η γεωγραφική περιοχή και η υπερβολική συσσώρευση κινδύνων στο σύνολο του χαρτοφυλακίου·

(δ) οι επενδύσεις σε περιουσιακά στοιχεία που εκδίδονται από τον ίδιο εκδότη, ή από εκδότες που ανήκουν στον ίδιο όμιλο, δεν εκθέτουν τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις σε υπερβολική συγκέντρωση κινδύνου.

Ελευθερία επένδυσης

140. Με την επιφύλαξη των απαιτήσεων που καθορίζονται με Οδηγίες του Εφόρου σχετικά με περιορισμούς όσον αφορά τα στοιχεία ενεργητικού ή τις τιμές αναφοράς με τα οποία συνδέονται ενδεχομένως ασφαλιστικά οφέλη, οι οποίες πρέπει να εφαρμόζονται μόνο σε περιπτώσεις στις οποίες φέρουν τον επενδυτικό κίνδυνο αντισυμβαλλόμενοι που είναι φυσικά πρόσωπα, και οι οποίες δεν μπορούν να είναι περιοριστικότερες από εκείνες που καθορίζονται στον περί Οργανισμών Συλλογικών Επενδύσεων Ανοικτού Τύπου και περί Συναφών Θεμάτων Νόμου του 2002, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται, ο Έφορος-

(α) Δεν απαιτεί από τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις να επενδύουν σε συγκεκριμένες κατηγορίες περιουσιακών στοιχείων· και

(β) δεν εξαρτά τις επενδυτικές αποφάσεις των ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων ή των διαχειριστών επενδύσεων από οποιεσδήποτε απαιτήσεις σχετικά με οποιουδήποτε είδους προηγούμενη έγκριση ή με συστηματική κοινοποίηση.

Εντοπισμός και απαγόρευση ενεχυρίασης περιουσιακών στοιχείων

141. (1) Σε σχέση με ασφαλιστικούς κινδύνους που εντοπίζονται στην Ένωση, ο Έφορος δεν απαιτεί όπως τα στοιχεία ενεργητικού των ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων που κατέχονται για την κάλυψη των τεχνικών προβλέψεων αναφορικά με τους κινδύνους αυτούς να βρίσκονται εντός της Ένωσης ή σε κάποιο συγκεκριμένο κράτος μέλος, περιλαμβανομένης της Δημοκρατίας.

(2) Επιπρόσθετα, προς τα ανακτήσιμα ποσά από αντασφαλιστικές συμβάσεις έναντι επιχειρήσεων που έχουν λάβει άδεια σύμφωνα με τον παρόντα Νόμο ή που έχουν την έδρα τους σε τρίτη χώρα το καθεστώς φερεγγυότητας της οποίας θεωρείται ισοδύναμο, σύμφωνα με το άρθρο 187, ο Έφορος δεν απαιτεί τον εντοπισμό εντός της Ένωσης των στοιχείων του ενεργητικού που αντιπροσωπεύουν τα ανακτήσιμα αυτά ποσά.

(3) Για τη σύσταση των τεχνικών προβλέψεων, ο Έφορος δεν επιλέγει ούτε θεσπίζει σύστημα ακαθαρίστων προβλέψεων το οποίο να απαιτεί την ενεχυρίαση στοιχείων του ενεργητικού για την κάλυψη των προβλέψεων για μη εισπραχθέντα ασφάλιστρα και εκκρεμείς υποχρεώσεις , εάν ο αντασφαλιστής είναι ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση που έχει λάβει άδεια σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου.

Κατ' εξουσιοδότηση πράξεις και ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα για τις ποιοτικές απαιτήσεις

142. (1) Κατ΄εξουσιοδότηση πράξεις καθορίζουν τα σχετικά για την εξειδίκευση των ποιοτικών απαιτήσεων στους ακόλουθους τομείς:

(α) αναγνώριση, μέτρηση, παρακολούθηση και διαχείριση των κινδύνων που απορρέουν από επενδύσεις σε σχέση με το εδάφιο (2) του άρθρου 139 του παρόντος Νόμου·

(β) αναγνώριση, μέτρηση, παρακολούθηση και διαχείριση ειδικών κινδύνων που απορρέουν από επενδύσεις σε παράγωγα μέσα και στοιχεία ενεργητικού που αναφέρονται στο δεύτερο εδάφιο του άρθρου 139 εδάφιο (4), και προσδιορισμός του βαθμού στον οποίο η χρήση αυτών των στοιχείων ενεργητικού μπορεί να θεωρηθεί μείωση του κινδύνου ή αποτελεσματική διαχείριση χαρτοφυλακίου όπως αναφέρεται στο τρίτο εδάφιο (4) του άρθρου 139.

(2) Κατ' εξουσιοδότηση πράξεις, καθορίζουν-

(α) τις απαιτήσεις τις οποίες πρέπει να πληρούν οι επιχειρήσεις που “επανασυσκευάζουν” δάνεια σε διαπραγματεύσιμους τίτλους και άλλα χρηματοπιστωτικά μέσα (μεταβιβάζοντα ιδρύματα ή χορηγοί), για να επιτρέπεται στις ασφαλιστικές και τις αντασφαλιστικές επιχειρήσεις να επενδύουν σε τίτλους του συγκεκριμένου τύπου οι οποίοι έχουν εκδοθεί μετά την 1η Ιανουαρίου 2011, συμπεριλαμβανομένων απαιτήσεων με τις οποίες εξασφαλίζεται ότι η μεταβιβάζουσα οντότητα, χορηγός ή ο αρχικός δανειστής έχει σε διαρκή βάση σημαντικό καθαρό οικονομικό κέρδος που δεν θα πρέπει σε καμιά περίπτωση να είναι μικρότερο από 5 %·

(β) ποιοτικές απαιτήσεις τις οποίες πρέπει να πληρούν οι επιχειρήσεις ασφάλισης ή αντασφάλισης που επενδύουν σε τέτοιες κινητές αξίες ή μέσα·

(γ) τις προδιαγραφές για τις περιστάσεις υπό τις οποίες είναι δυνατόν να επιβληθεί πρόσθετη κεφαλαιακή απαίτηση όταν παραβιάζονται οι απαιτήσεις που καθορίζονται στις παραγράφους (α) και (β) του παρόντος εδαφίου, με την επιφύλαξη των παραγράφων (β) και (γ) του εδαφίου (1) του άρθρου 107 του παρόντος Νόμου.

(3) Ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα καθορίζουν τις μεθόδους υπολογισμού της αναλογικής πρόσθετης κεφαλαιακής επιβάρυνσης που αναφέρεται σε αυτήν.

ΕΒΔΟΜΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΑΝΤΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΣΕ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΔΥΣΧΕΡΕΙΑ Ή ΣΕ ΠΑΡΑΝΟΜΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ
Επισήμανση και γνωστοποίηση από τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις της επιδείνωσης της χρηματοοικονομικής κατάστασης

143. Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις οφείλουν να διαθέτουν διαδικασίες προκειμένου να επισημαίνουν την όποια επιδείνωση της χρηματοοικονομικής τους κατάστασης και να ενημερώνουν αμέσως τον Έφορο σε περίπτωση που συμβαίνει τέτοια επιδείνωση.

Μη συμμόρφωση με τις τεχνικές προβλέψεις

144. Σε περίπτωση που ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση δεν συμμορφώνεται με τις διατάξεις του Τμήματος 2 του Έκτου Κεφαλαίου, ο Έφορος δύναται να απαγορεύσει την ελεύθερη διάθεση των στοιχείων του ενεργητικού, αφού γνωστοποιήσει προηγουμένως την πρόθεσή του στις εποπτικές αρχές των κρατών μελών υποδοχής, προσδιορίζοντας τα στοιχεία του ενεργητικού που πρέπει να καλύπτονται από την απαγόρευση.

Μη συμμόρφωση προς τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας

145. (1) Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις οφείλουν να ενημερώνουν αμέσως τον Έφορο μόλις διαπιστώσουν ότι δεν πληρούνται πλέον οι κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας ή υπάρχει κίνδυνος μη συμμόρφωσης εντός των επομένων τριών μηνών.

(2) Εντός δύο μηνών από τη στιγμή που διαπιστώνει τη μη συμμόρφωση προς τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας, η συγκεκριμένη ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση υποβάλλει, προς έγκριση από τον Έφορο, ρεαλιστικό σχέδιο ανάκαμψης.

(3) Ο Έφορος απαιτεί από τη συγκεκριμένη ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση να λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να επιτύχει, εντός έξι μηνών από τη στιγμή που διαπιστώνει τη μη συμμόρφωση προς τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας, την αποκατάσταση του επιπέδου επιλέξιμων ιδίων κεφαλαίων για την κάλυψη των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας ή τη μείωση του προφίλ κινδύνου της, ώστε να εξασφαλισθεί συμμόρφωση προς τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας.

(4) Ο Έφορος δύναται κατά την κρίση του να παρατείνει την περίοδο του εδαφίου (1) για περίοδο τριών μηνών και σε περίπτωση έκτακτης πτώσης των χρηματοοικονομικών αγορών, ο Έφορος δύναται να παρατείνει περαιτέρω την εν λόγω περίοδο για κατάλληλο χρονικό διάστημα, λαμβανομένων υπόψη όλων των σχετικών παραγόντων.

(5) Σε περίπτωση έκτακτων αντίξοων καταστάσεων με επιπτώσεις για ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που αντιπροσωπεύουν σημαντικό μερίδιο της αγοράς ή των πληττόμενων κατηγοριών δραστηριοτήτων, όπως διαπιστώνει η EIOPA, όπου είναι σκόπιμο κατόπιν διαβούλευσης με το ΕΣΣΚ, ο Έφορος δύναται να παρατείνει, για τις πληγείσες επιχειρήσεις, το χρονικό διάστημα που καθορίζεται στο εδάφιο (4) κατά επτά έτη το πολύ, λαμβάνοντας υπόψη όλους τους σχετικούς παράγοντες, συμπεριλαμβανομένης της μέσης διάρκειας των τεχνικών προβλέψεων.

(6) Με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων της EIOPA βάσει του άρθρου 18 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010, για την εφαρμογή του παρόντος εδαφίου, η EIOPA διαπιστώνει, κατόπιν αιτήματος του Εφόρου, την ύπαρξη έκτακτης αντίξοης κατάστασης. Ο Έφορος μπορεί να υποβάλει αίτημα σε περίπτωση που είναι πιθανό οι ασφαλιστικές ή οι αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που αντιπροσωπεύουν σημαντικό μερίδιο της αγοράς ή των πληττόμενων κατηγοριών δραστηριοτήτων να μην είναι σε θέση να ανταποκριθούν σε μια από τις απαιτήσεις που καθορίζονται στο εδάφιο (3).

(7) Για τους σκοπούς τους εδαφίου (6), έκτακτες αντίξοες καταστάσεις υπάρχουν όταν η οικονομική κατάσταση των ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων που αντιπροσωπεύουν σημαντικό μερίδιο της αγοράς ή των πληττόμενων κατηγοριών δραστηριοτήτων υφίστανται επιπτώσεις ή πλήττονται σοβαρά από μια ή περισσότερες από τις ακόλουθες καταστάσεις:

(α) απρόβλεπτη, μεγάλη και απότομη πτώση στις χρηματοπιστωτικές αγορές·

(β) παρατεταμένη πτώση των επιτοκίων·

(γ) καταστροφικό συμβάν με σοβαρό αντίκτυπο.

(8) Η EIOPA, σε συνεργασία με τον Έφορο, αξιολογεί τακτικά αν εξακολουθούν να υφίστανται οι καταστάσεις που αναφέρονται στο εδάφιο (5) και κατά πόσο μια έκτακτη αντίξοη κατάσταση έχει πάψει να υφίσταται.

(9) Η ενδιαφερόμενη ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση πρέπει να υποβάλλει κάθε τρεις μήνες έκθεση προόδου στον Έφορο, στην οποία προσδιορίζει τα μέτρα που λαμβάνει και την πρόοδο που έχει σημειώσει στην αποκατάσταση του επιπέδου των επιλέξιμων ιδίων κεφαλαίων για την κάλυψη της κεφαλαιακής απαίτησης φερεγγυότητας ή τη μείωση του προφίλ κινδύνου για την εξασφάλιση της συμμόρφωσης προς την κεφαλαιακή απαίτηση φερεγγυότητας.

(10) Η παράταση που αναφέρεται στο εδάφιο (11) αίρεται από τον Έφορο, σε περίπτωση που η έκθεση προόδου δείχνει ότι δεν έχει σημειωθεί αξιόλογη πρόοδος στην αποκατάσταση του επιπέδου των επιλέξιμων ιδίων κεφαλαίων για την κάλυψη της κεφαλαιακής απαίτησης φερεγγυότητας ή στη μείωση του προφίλ κινδύνου της επιχείρησης για τη διασφάλιση της συμμόρφωσης προς την κεφαλαιακή απαίτηση φερεγγυότητας μεταξύ της ημερομηνίας κατά την οποία διαπιστώθηκε η μη συμμόρφωση προς την κεφαλαιακή απαίτηση φερεγγυότητας και της ημερομηνίας της υποβολής της έκθεσης προόδου.

(11) Σε έκτακτες περιπτώσεις, εάν ο Έφορος είναι της γνώμης ότι θα επιδεινωθεί περαιτέρω η χρηματοοικονομική κατάσταση της συγκεκριμένης επιχείρησης, δύναται επίσης να περιορίζει ή να απαγορεύει την ελεύθερη διάθεση των στοιχείων του ενεργητικού της επιχείρησης αυτής και σε τέτοια περίπτωση ενημερώνει τις εποπτικές αρχές των κρατών μελών υποδοχής για κάθε τέτοιο μέτρο που λαμβάνει, όπου αυτό εφαρμόζεται, ζητώντας από τις εν λόγω αρχές όπως λάβουν τα ίδια μέτρα με τον Έφορο, αφού ο Έφορος προσδιορίσει τα στοιχεία του ενεργητικού που πρέπει να καλύπτονται από τα εν λόγω μέτρα.

(12) Μετά από αίτημα της εποπτικής αρχής του κράτους μέλους καταγωγής ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης η οποία δεν πληροί τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας, ο Έφορος λαμβάνει τα ίδια μέτρα με την εποπτική αρχή του κράτους μέλους καταγωγής τα οποία προσδιορίζονται στο αίτημά της.

Μη συμμόρφωση προς τις ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις

146. (1) Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις οφείλουν να ενημερώνουν αμέσως τον Έφορο, μόλις διαπιστώσουν ότι δεν πληρούνται πλέον οι ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις ή υπάρχει κίνδυνος μη συμμόρφωσης εντός των επομένων τριών μηνών.

(2) Εντός ενός μηνός από τη χρονική στιγμή που διαπιστώνει τη μη συμμόρφωση προς τις ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις, η συγκεκριμένη ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση υποβάλλει, προς έγκριση από τον Έφορο, βραχυπρόθεσμο ρεαλιστικό πρόγραμμα χρηματοδότησης, προκειμένου να αποκαταστήσει, εντός τριών μηνών από τη στιγμή της διαπίστωσης, τα επιλέξιμα ίδια κεφάλαια τουλάχιστον στο επίπεδο των ελάχιστων κεφαλαιακών απαιτήσεων ή να μειώσει το προφίλ κινδύνου της, ώστε να εξασφαλισθεί συμμόρφωση προς τις ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις.

(3) Ο Έφορος δύναται να περιορίζει ή να απαγορεύει την ελεύθερη διάθεση των στοιχείων του ενεργητικού της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης και ενημερώνει σχετικά τις εποπτικές αρχές των κρατών μελών υποδοχής, όπου αυτό εφαρμόζεται, προσδιορίζοντας τα στοιχεία του ενεργητικού που πρέπει να καλύπτονται από τα εν λόγω μέτρα.

(4) Μετά από αίτημα της εποπτικής αρχής του κράτους μέλους καταγωγής ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης η οποία δεν πληροί τις ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις, ο Έφορος λαμβάνει τα ίδια μέτρα με την εποπτική αρχή του κράτους μέλους καταγωγής τα οποία προσδιορίζονται στο αίτημά της.

Απαγόρευση της ελεύθερης διάθεσης των στοιχείων του ενεργητικού που ευρίσκονται στο έδαφος κράτους μέλους

147. Ο Έφορος δύναται να περιορίζει ή να απαγορεύει την ελεύθερη διάθεση από ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση των στοιχείων του ενεργητικού της που βρίσκονται στη Δημοκρατία, μετά από αίτημα των εποπτικών αρχών του κράτους μέλους καταγωγής της επιχείρησης, στις περιπτώσεις των άρθρων 144 μέχρι 146 και του εδαφίου (2) του άρθρου 151 του παρόντος Νόμου, προσδιορίζοντας τα στοιχεία του ενεργητικού που καλύπτονται από τα εν λόγω μέτρα.

Εποπτικές εξουσίες σε περίπτωση επιδείνωσης των χρηματοοικονομικών συνθηκών

148. (1) Ανεξάρτητα από τις διατάξεις των άρθρων 145 και 146 του παρόντος Νόμου, εάν η κατάσταση φερεγγυότητας της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης εξακολουθεί να επιδεινώνεται, ο Έφορος έχει εξουσία να λαμβάνει κάθε αναγκαίο μέτρο για τη διασφάλιση των συμφερόντων των αντισυμβαλλομένων, στην περίπτωση ασφαλιστηρίων συμβολαίων, ή των ασφαλιστικών υποχρεώσεων που απορρέουν από συμβάσεις αντασφάλισης.

(2) Τα μέτρα του εδαφίου (1) πρέπει να είναι αναλογικά, ώστε να αντικατοπτρίζουν το επίπεδο και τη διάρκεια της επιδείνωσης της κατάστασης φερεγγυότητας της συγκεκριμένης ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης.

Σχέδιο ανάκαμψης και πρόγραμμα χρηματοδότησης

149. (1) Το σχέδιο ανάκαμψης, που αναφέρεται στο εδάφιο (2) του άρθρου 145, και το πρόγραμμα χρηματοδότησης, που αναφέρεται στο εδάφιο (2) του άρθρου 146 του παρόντος Νόμου, περιλαμβάνουν τουλάχιστον στοιχεία ή τεκμήρια που αφορούν τα πιο κάτω:

(α) Τις προβλέψεις σχετικά με τα έξοδα διαχείρισης, ιδίως τα τρέχοντα γενικά έξοδα και τις προμήθειες·

(β) τις προβλέψεις εσόδων και εξόδων, τόσο για τις δραστηριότητες πρωτασφάλισης και τις αποδοχές αντασφάλισης όσο και για τις εκχωρήσεις αντασφάλισης·

(γ) τον προβλεπόμενο ισολογισμό·

(δ) τις εκτιμήσεις σχετικά με τα χρηματοπιστωτικά μέσα που προορίζονται να καλύψουν τις τεχνικές προβλέψεις, καθώς και τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας και τις ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις·

(ε) τη συνολική πολιτική στον τομέα της αντασφάλισης.

(2) Σε περίπτωση που ο Έφορος έχει απαιτήσει την κατάρτιση σχεδίου ανάκαμψης σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου (2) του άρθρου 145 του παρόντος Νόμου ή προγράμματος χρηματοδότησης σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου (2) του άρθρου 146, δεν εκδίδει πιστοποιητικό σύμφωνα με το άρθρο 209, ενόσω κρίνει ότι τα δικαιώματα των αντισυμβαλλομένων ή οι συμβατικές υποχρεώσεις της επιχείρησης απειλούνται με αθέτηση.

Κατ' εξουσιοδότηση πράξεις και ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα

150. (1) Κατ' εξουσιοδότηση πράξεις καθορίζουν συμπληρώνουν τους τύπους έκτακτων αντίξοων καταστάσεων και καθορίζουν τους παράγοντες και τα κριτήρια που πρέπει να λαμβάνουν υπόψη η EIOPA όταν διαπιστώνει την ύπαρξη έκτακτων αντίξοων καταστάσεων και ο Έφορος όταν αποφασίζει την παράταση της περιόδου ανάκαμψης σύμφωνα με το εδάφιο (4) του άρθρου 145 του παρόντος Νόμου.

(2) Ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα εξειδικεύουν το σχέδιο ανάκαμψης που αναφέρεται στο εδάφιο (2) του άρθρου 145 και το πρόγραμμα χρηματοδότησης που αναφέρεται στο εδάφιο (2) του άρθρου 146 και στο άρθρο 148, με τη δέουσα προσοχή για την αποφυγή φαινομένων φιλοκυκλικότητας.

Ανάκληση της άδειας και προσωρινή άδεια για διακανονισμό συμβολαίων

151. (1) Ο Έφορος δύναται να ανακαλεί την άδεια που έχει χορηγήσει σε ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, σε περίπτωση που -

(α) η συγκεκριμένη επιχείρηση δεν πληροί πλέον τους όρους χορήγησης άδειας που παραχωρείται δυνάμει των άρθρων 14 και 19 του παρόντος Νόμου∙

(β) η συγκεκριμένη επιχείρηση δεν κάνει χρήση της άδειας εντός δωδεκαμήνου, παραιτείται ρητά από αυτήν ή παύει να ασκεί τις δραστηριότητές της για περίοδο μεγαλύτερη του εξαμήνου.

(γ) η συγκεκριμένη επιχείρηση αθετεί σοβαρά τις υποχρεώσεις που υπέχει δυνάμει του παρόντος Νόμου ή των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων Κανονισμών που κατατίθενται στη Βουλή των Αντιπροσώπων για έγκριση ή οποιωνδήποτε κατ΄εξουσιοδότηση πράξεων ή ρυθμιστικών ή εκτελεστικών τεχνικών προτύπων και ιδιαίτερα στις πιο κάτω περιπτώσεις:

(i) η συγκεκριμένη επιχείρηση καταδικάζεται τελεσίδικα για το προβλεπόμενο στο άρθρο 403 του παρόντος Νόμου ποινικό αδίκημα έκδοσης ψευδών λογαριασμών·

(ii) η συγκεκριμένη επιχείρηση δεν εφαρμόσει μέσα σε προθεσμία σαράντα δύο ημερών τελεσίδικη δικαστική απόφαση που εκδόθηκε εναντίον της·

(iii) η επιχείρηση δεν ικανοποιεί πλέον οποιεσδήποτε από τις διατάξεις του Τέταρτου Κεφαλαίου του παρόντος Νόμου·

(iv) η άδεια ασκήσεως ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών εργασιών ασφαλιστικής επιχείρησης τρίτης χώρας, ανακαλείται από την αρμόδια εποπτική αρχή της τρίτης χώρας, όπου έχει την έδρα της·

(v) δημιουργήθηκαν μετά την έκδοση της άδειας στενοί δεσμοί κατά την έννοια του παρόντος Νόμου με οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο και η επιχείρηση δεν συμμορφώνεται με οδηγίες του Εφόρου για άρση των στενών δεσμών·

(vi) η επιχείρηση βρίσκεται σε διαδικασία εκκαθάρισης.

(2) Ο Έφορος ανακαλεί την άδεια που έχει χορηγήσει σε ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση αν η επιχείρηση δεν πληροί τις ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις και εφόσον ο Έφορος κρίνει ότι το υποβληθέν πρόγραμμα χρηματοδότησης είναι καταφανώς ανεπαρκές ή η εν λόγω επιχείρηση δεν συμμορφώνεται με το εγκεκριμένο πρόγραμμα εντός τριών μηνών από τη στιγμή της διαπίστωσης της μη συμμόρφωσης προς τις ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις.

(3) Σε περίπτωση ανάκλησης της άδειας δυνάμει των εδαφίων (1) και (2), ο Έφορος ενημερώνει σχετικά τις εποπτικές αρχές των άλλων κρατών μελών, οι οποίες λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα προκειμένου να εμποδίσουν την εν λόγω ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση να αναλάβει νέες εργασίες στο έδαφός τους, και την EIOPA.

(4) Ο Έφορος λαμβάνει, σε συνεργασία με τις εποπτικές αρχές των άλλων κρατών μελών, κάθε κατάλληλο μέτρο για τη διασφάλιση των συμφερόντων των δικαιούχων και περιορίζει ιδίως την ελεύθερη διάθεση των στοιχείων ενεργητικού της ασφαλιστικής επιχείρησης, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 147 του παρόντος Νόμου.

(5) Ο Έφορος δύναται, εφόσον κρίνει αυτό απαραίτητο και για σκοπούς προστασίας των συμφερόντων των δικαιούχων και αντισυμβαλλομένων, μετά την ανάκληση της άδειας ασκήσεως ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών εργασιών, να παραχωρεί υπό όρους και προϋποθέσεις, που κρίνει αναγκαίες, στην ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, ειδική άδεια κατά τον καθορισμένο τύπο αποκλειστικά για τη συνέχιση σε ισχύ των υφιστάμενων συμβολαίων, το διακανονισμό των εκκρεμουσών απαιτήσεων και για να συνεχίσει να εισπράττει τα οφειλόμενα προς αυτήν ασφάλιστρα και να ικανοποιεί τις ανειλημμένες υποχρεώσεις της, κατά το συνήθη τρόπο διεξαγωγής των εργασιών της.

(6) Σε καμία περίπτωση η άδεια που παραχωρείται δυνάμει του εδαφίου (5) δεν ισοδυναμεί με άδεια άσκησης ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών εργασιών και ο Έφορος καθορίζει στην εν λόγω άδεια του όρους και προϋποθέσεις υπό τις οποίες αυτή παραχωρείται καθώς και τη διάρκεια ισχύος της.

Δικαίωμα ακρόασης πριν από την απόφαση ανάκλησης της άδειας

152. (1) Προτού προβεί στην έκδοση της απόφασής του προς ανάκληση της άδειας ασκήσεως ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών εργασιών, ο Έφορος οφείλει να κοινοποιήσει εγγράφως την πρόθεσή του προς τούτο στην ενδιαφερόμενη ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, να παραθέσει τους λόγους, που κατά τα οριζόμενα στο προηγούμενο άρθρο, δικαιολογούν την απόφασή του, και να ενημερώσει την επιχείρηση αναφορικά με δικαίωμά της να ακουστεί διά των εκπροσώπων της, όπως αυτό προβλέπεται στο εδάφιο (4) εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας.

(2) Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου (1), ο Έφορος δύναται, σε εξαιρετικές περιπτώσεις που δικαιολογούνται από λόγους δημοσίου συμφέροντος και ιδιαίτερα για την προστασία των ασφαλισμένων και του κοινού εν γένει, να διατάξει με την κοινοποίηση που αναφέρεται στο εδάφιο (1), την άμεση αναστολή εργασιών της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, μέχρι την ολοκλήρωση της προβλεπόμενης στο παρόν άρθρο διαδικασίας.

(3) Η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, προς την οποία κοινοποιήθηκε η πρόθεση ανάκλησης άδειας σύμφωνα με το παρόν άρθρο, έχει το δικαίωμα εντός προθεσμίας δεκαπέντε ημερών από την κοινοποίηση της έγγραφης πρόθεσης ανάκλησης άδειας, να προβεί σε γραπτές, και εφόσον το επιθυμεί και σε προφορικές, παραστάσεις προς τον Έφορο:

Νοείται ότι σε περίπτωση που κοινοποιήθηκε συγχρόνως στην επιχείρηση και απόφαση του Εφόρου προς αναστολή των εργασιών της, οφείλει να συμμορφωθεί αμέσως προς την απόφαση αναστολής.

(4) Κατά την υποβολή έγγραφων ή προφορικών παραστάσεων, η επιχείρηση έχει το δικαίωμα να εκπροσωπείται αυτοπροσώπως ή μέσω δικηγόρου ή νομικού συμβούλου ή οποιουδήποτε άλλου προσώπου θεωρεί σκόπιμο να την εκπροσωπήσει.

(5) Ο Έφορος οφείλει να λάβει υπόψη τις παραστάσεις αυτές, πριν προβεί στην έκδοση της τελικής απόφασής του προς ανάκληση ή μη της άδειας ασκήσεως ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών εργασιών και εκδίδει την τελική του απόφαση εντός εύλογου χρονικού διαστήματος.

(6)(α) Ο Έφορος κοινοποιεί την τελική του απόφαση στην επιχείρηση, η οποία πρέπει να είναι δεόντως αιτιολογημένη και σε περίπτωση που αυτή είναι αρνητική, την ενημερώνει για το δικαίωμά της να προσβάλει την απόφαση με προσφυγή ενώπιον του Γενικού Διευθυντή σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 347 του παρόντος Νόμου:

Νοείται ότι η πιο πάνω απόφαση του Εφόρου για ανάκληση άδειας δύναται να προσβληθεί απευθείας με προσφυγή δυνάμει του άρθρου 146 του Συντάγματος.

(β) Η απορριπτική απόφαση του Γενικού Διευθυντή επί προσφυγής που ασκείται σύμφωνα με την παράγραφο (α), δύναται να προσβληθεί με προσφυγή δυνάμει του άρθρου 146 του Συντάγματος:

Νοείται ότι, εκκρεμούσης της απόφασης του Γενικού Διευθυντή, ουδεμία προσφυγή σύμφωνα με το άρθρο 146 του Συντάγματος μπορεί να ασκηθεί.

Δημοσίευση της ανάκλησης της άδειας

153. (1) Η ανάκληση της άδειας ασκήσεως ασφαλιστικών εργασιών, όταν αυτή καταστεί οριστική, είτε λόγω παρελεύσεως άπρακτης της προθεσμίας προς προσφυγή στον Γενικό Διευθυντή, είτε λόγω επικυρώσεως της αποφάσεως του Εφόρου από τον Γενικό Διευθυντή, δημοσιεύεται κατά τον καθορισμένο τύπο στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας και σε δύο τουλάχιστον ημερήσιες εφημερίδες παγκύπριας κυκλοφορίας και παράγει τα αποτελέσματά της από την ημερομηνία δημοσίευσης, καθώς επίσης και στην ιστοσελίδα της Υπηρεσίας.

(2) Η απόφαση του Γενικού Διευθυντή, με την οποία, είτε επικυρώνει είτε ακυρώνει την απόφαση του Εφόρου για ανάκληση της άδειας ασκήσεως ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών εργασιών κατόπιν προσφυγής, δημοσιεύεται σε δύο τουλάχιστον ημερήσιες εφημερίδες παγκύπριας κυκλοφορίας, καθώς επίσης και αυτούσια στην ιστοσελίδα της Υπηρεσίας.

Απαγόρευση εκδόσεως νέων ασφαλιστηρίων μετά την ανάκληση της άδειας ή μετά την απόφαση του Εφόρου προς αναστολή εργασιών

154. (1) Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 156 του παρόντος Νόμου, απαγορεύεται η έκδοση νέων ασφαλιστηρίων ή η σύναψη νέων ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών συμβάσεων ή η άσκηση ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών εργασιών εν γένει από ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, της οποίας ανακλήθηκε η άδεια ασκήσεως ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών εργασιών ή στην οποία κοινοποιήθηκε απόφαση του Εφόρου προς αναστολή των εργασιών της, κατά τα οριζόμενα στο εδάφιο (2) του άρθρου 152 του παρόντος Νόμου.

(2) Αφού ενημερωθεί από την αρμόδια εποπτική αρχή του κράτους μέλους καταγωγής, ο Έφορος λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα προκειμένου να εμποδίσει ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, της οποίας η άδεια έχει ανακληθεί από εποπτική αρχή άλλου κράτους μέλους ή της οποίας η άδεια έχει λήξει σύμφωνα με τη νομοθεσία του κράτους μέλους καταγωγής, από του να αναλάβει νέες εργασίες στη Δημοκρατία.

Τροποποίηση επωνυμίας

155. Ασφαλιστική επιχείρηση, της οποίας ανακλήθηκε για οποιοδήποτε λόγο η άδεια ασκήσεως ασφαλιστικών εργασιών, σε περίπτωση κατά την οποία θα συνεχίσει να υφίσταται ως νομικό πρόσωπο ή σε περίπτωση που της παραχωρηθεί ειδική προσωρινή άδεια σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 151 του παρόντος Νόμου, οφείλει να τροποποιήσει την επωνυμία της και να διαγράψει από αυτήν οτιδήποτε υποδηλώνει την άσκηση ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών εργασιών.

Μερική ανάκληση και περιορισμός της άδειας ασκήσεως ασφαλιστικών εργασιών μόνο σε ένα ή περισσότερους κλάδους

156. (1) Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 154 του παρόντος Νόμου, ο Έφορος δύναται, εφόσον κρίνει αυτό σκόπιμο, αντί να προβεί σε εξολοκλήρου ανάκληση της άδειας ασκήσεως ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών εργασιών, να ανακαλέσει μερικώς την άδεια ασκήσεως ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών εργασιών σε ένα ή περισσότερους ασφαλιστικούς κλάδους και να περιορίσει την ισχύ της άδειας για τους λοιπούς.

(2) Στην περίπτωση αυτή, η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση οφείλει-

(α) να μη συνομολογεί νέες ασφαλιστικές συμβάσεις που καλύπτουν κινδύνους, που εμπίπτουν στον κλάδο για τον οποίο ανακλήθηκε η άδεια·

(β) να μην τροποποιεί οποιεσδήποτε ασφαλιστικές συμβάσεις, που αφορούν την ασφάλιση Γενικής Φύσεως και τελούν σε ισχύ κατά το χρόνο ανακλήσεως της άδειας για την ασφάλιση αυτή, έτσι ώστε να αυξάνονται οι υποχρεώσεις της·

(γ) να μην τροποποιεί, με οποιοδήποτε τρόπο, ασφαλιστικές συμβάσεις, που αφορούν ασφάλιση Ζωής και τελούν σε ισχύ κατά το χρόνο ανακλήσεως της άδειας για την ασφάλιση αυτή, έτσι ώστε να αυξάνονται οι υποχρεώσεις της.

(3) Εφόσον ο Έφορος αποφασίσει τη μερική ανάκληση και περιορισμό της ισχύος της άδειας ασκήσεως ασφαλιστικών εργασιών, προβαίνει σε τροποποίηση της άδειας που αρχικά χορηγήθηκε και εκδίδει νέο έντυπο άδειας, κατά τον καθορισμένο τύπο.

(4) Οι διατάξεις των άρθρων 151, 152, 153, 154, 155, καθώς και του παρόντος άρθρου, οι οποίες αφορούν την ανάκληση της άδειας ασκήσεως ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών εργασιών, εφαρμόζονται κατ΄αναλογία και στην περίπτωση μερικής ανακλήσεως και περιορισμού της άδειας ασκήσεως ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών εργασιών.

Επιστροφή άδειας ασκήσεως ασφαλιστικών εργασιών σε περίπτωση ανάκλησης ή τροποποίησής της

157. Ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, της οποίας η άδεια ασκήσεως ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών εργασιών ανακαλείται ή τροποποιείται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 151 και 156, οφείλει να επιστρέψει στον Έφορο την άδεια αυτή, καθώς και κάθε πιστοποιημένο αντίγραφό της, μόλις της κοινοποιηθεί η απόφαση ανάκλησης ή το αργότερο μόλις δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας η απόφαση περί ανακλήσεως ή τροποποιήσεως της άδειας:

Νοείται ότι, σε περίπτωση κατά την οποία η άδεια ασκήσεως ασφαλιστικών εργασιών έχει απωλεσθεί ή καταστραφεί και η επιστροφή της καθίσταται αδύνατη, η ασφαλιστική επιχείρηση οφείλει διά του Γραμματέα ή Διευθυντή της να προβεί σε σχετική ένορκη δήλωση, την οποία υποβάλλει στον Έφορο.

ΟΓΔΟΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ ΚΑΙ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ
ΤΜΗΜΑ 1 - ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ
Όροι και προϋποθέσεις ίδρυσης υποκαταστήματος στη Δημοκρατία από ασφαλιστική επιχείρηση κράτους μέλους

158. (1) Ασφαλιστική επιχείρηση κράτους μέλους δύναται να ιδρύει στη Δημοκρατία υποκατάστημα προς άσκηση ασφαλιστικών εργασιών υπό καθεστώς ελεύθερης εγκατάστασης, εφ’ όσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις και ακολουθούνται οι διαδικασίες του παρόντος άρθρου.

(2) Για τους σκοπούς του παρόντος Κεφαλαίου, εξομοιώνεται με υποκατάστημα κάθε μόνιμη παρουσία μιας επιχείρησης κράτους μέλους στη Δημοκρατία, έστω και αν αυτή η παρουσία δεν έχει λάβει τη μορφή υποκαταστήματος, αλλά ασκείται μέσω απλού γραφείου το οποίο διευθύνεται από το προσωπικό της ίδιας της επιχείρησης, ή από ανεξάρτητο πρόσωπο, εντεταλμένο να ενεργεί μονίμως για την επιχείρηση όπως θα ενεργούσε μια αντιπροσωπεία.

(3) Ασφαλιστική επιχείρηση κράτους μέλους που επιθυμεί να ιδρύσει υποκατάστημα στη Δημοκρατία, κοινοποιεί την πρόθεσή της στην εποπτική αρχή του κράτους μέλους καταγωγής της, η οποία στη συνέχεια διαβιβάζει στον Έφορο την κοινοποίηση της εν λόγω πρόθεσης, πιστοποιώντας επίσης ότι η ασφαλιστική επιχείρηση καλύπτει πράγματι τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας και τις ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις που καθορίζονται στα άρθρα 106 και 136 του παρόντος Νόμου, μαζί με τα πιο κάτω έγγραφα και πληροφορίες:

(α) το πρόγραμμα δραστηριοτήτων της, στο οποίο πρέπει να αναφέρονται τουλάχιστον το είδος των προτεινόμενων εργασιών και η διοικητική οργάνωση του υποκαταστήματος∙

(β) το όνομα του αντιπροσώπου, ο οποίος αποδεικνύει μέσω πληρεξουσίου εγγράφου δεόντως επικυρωμένου ότι έχει επαρκή εξουσία για να δεσμεύει, έναντι τρίτων, την ασφαλιστική επιχείρηση κράτους μέλους ή, στην περίπτωση της Lloyd’s, τους ενδιαφερόμενους ασφαλιστές, και να την ή τους αντιπροσωπεύει ενώπιον των αρχών και των δικαστηρίων της Δημοκρατίας (εφεξής καλούμενο "γενικός αντιπρόσωπος")∙

(γ) τη διεύθυνση στη Δημοκρατία, στην οποία είναι δυνατό να ζητούνται και να παραδίδονται έγγραφα, συμπεριλαμβανομένων όλων των κοινοποιήσεων που απευθύνονται στον γενικό αντιπρόσωπο∙

(δ) Όσον αφορά την ένωση ασφαλιστών Lloyd’s, σε περίπτωση ενδεχόμενων διαφορών στη Δημοκρατία, οι οποίες σχετίζονται με αναληφθείσες υποχρεώσεις, δεν πρέπει να προκύπτουν για τους ασφαλισμένους δυσχέρειες μεγαλύτερες από εκείνες που ήταν ενδεχόμενο να προκύψουν εάν οι διαφορές αυτές αφορούσαν συνήθεις ασφαλιστικές επιχειρήσεις.

(4) Σε περίπτωση που ασφαλιστική επιχείρηση κράτους μέλους ασφάλισης Γενικής Φύσεως σκοπεύει να καλύπτει, μέσω του υποκαταστήματός της, τους κινδύνους που κατατάσσονται στον κλάδο αστικής ευθύνης από χερσαία μηχανοκίνητα οχήματα (Κλάδος 10, Μέρος Α, Πρώτο Παράρτημα) του παρόντος Νόμου, μη συμπεριλαμβανομένης της ευθύνης του μεταφορέα, πρέπει να υποβάλει δήλωση ότι μέσα στην προβλεπόμενη στο εδάφιο (5) προθεσμία θα ενταχθεί στο εθνικό ταμείο εγγυήσεως και στο εθνικό ταμείο ασφαλίσεως σύμφωνα με τις διατάξεις των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης Έναντι Τρίτων) Νόμων του 2000 όπως αυτοί εκάστοτε τροποποιούνται ή αντικαθίστανται.

(5) Σε περίπτωση τροποποίησης του περιεχομένου μιας από τις πληροφορίες που έχουν κοινοποιηθεί σύμφωνα με τα εδάφια (3) και (4), η ασφαλιστική επιχείρηση κράτους μέλους γνωστοποιεί γραπτώς την εν λόγω τροποποίηση στον Έφορο τουλάχιστον ένα μήνα πριν πραγματοποιηθεί η τροποποίηση αυτή.

(6) Ο Έφορος, μέσα σε προθεσμία δύο μηνών από την παραλαβή όλων των απαραίτητων εγγράφων και στοιχείων που καθορίζονται στο εδάφιο (2) από την εποπτική αρχή του κράτους μέλους καταγωγής, δύναται να κοινοποιεί στην εποπτική αρχή του κράτους μέλους καταγωγής, όρους υπό τους οποίους, για λόγους δημοσίου συμφέροντος, πρέπει να ασκούνται οι δραστηριότητες της ασφαλιστικής επιχείρησης κράτους μέλους στη Δημοκρατία, τους οποίους η εποπτική αρχή του κράτους μέλους καταγωγής κοινοποιεί στην ασφαλιστική επιχείρηση.

(7) Η ασφαλιστική επιχείρηση κράτους μέλους μπορεί να εγκαταστήσει το υποκατάστημα και να αρχίσει τις εργασίες της από την ημερομηνία που η εποπτική αρχή του κράτους μέλους καταγωγής της έλαβε κοινοποίηση του Εφόρου δυνάμει του εδαφίου (5), ή, εάν δεν έχει αποσταλεί τέτοια κοινοποίηση, δύο μήνες από την κοινοποίηση στον Έφορο των όσων καθορίζονται στο εδάφιο (2).

(8) Κανονισμοί που κατατίθενται στη Βουλή των Αντιπροσώπων για έγκριση, δύναται να καθορίζουν την υποβολή περαιτέρω εγγράφων.

Όροι και προϋποθέσεις ίδρυσης υποκαταστήματος Κυπριακής ασφαλιστικής επιχείρησης σε άλλο κράτος μέλος

159. (1) Κυπριακή ασφαλιστική επιχείρηση που επιθυμεί να ιδρύσει υποκατάστημα στο έδαφος άλλου κράτους μέλους οφείλει να προβαίνει σε σχετική γνωστοποίηση της πρόθεσής της στον Έφορο.

(2) Η Κυπριακή ασφαλιστική επιχείρηση, συνοδεύει την γνωστοποίηση του εδαφίου (1) με τα ακόλουθα έγγραφα και πληροφορίες:

(α) Την ονομασία του κράτους μέλους, στο έδαφος του οποίου προτίθεται να ιδρύσει υποκατάστημα∙

(β) το πρόγραμμα δραστηριοτήτων του, στο οποίο πρέπει να αναφέρονται τουλάχιστον το είδος των προτεινόμενων εργασιών και η διοικητική οργάνωση του υποκαταστήματος∙

(γ) το όνομα του προσώπου το οποίο αποδεικνύει μέσω πληρεξουσίου εγγράφου δεόντως επικυρωμένους ότι έχει επαρκή εξουσία για να δεσμεύει, έναντι τρίτων, την ασφαλιστική επιχείρηση και να την ή τους αντιπροσωπεύει ενώπιον των αρχών και των δικαστηρίων του κράτους μέλους υποδοχής (εφεξής καλούμενο "γενικός αντιπρόσωπος")∙

(δ) διεύθυνση στο κράτος μέλος υποδοχής, στην οποία είναι δυνατό να ζητούνται και να παραδίδονται έγγραφα, συμπεριλαμβανομένων όλων των κοινοποιήσεων που απευθύνονται στον γενικό αντιπρόσωπο.

(3) Στην περίπτωση που η ασφαλιστική επιχείρηση δραστηριοποιείται στην ασφάλιση Γενικής Φύσεως και σκοπεύει να καλύπτει, μέσω του υποκαταστήματός της, τους κινδύνους που κατατάσσονται στον κλάδο αστικής ευθύνης από χερσαία αυτοκίνητα οχήματα (Κλάδος 10, Μέρος Α, Πρώτο Παράρτημα του παρόντος Νόμου), μη συμπεριλαμβανομένης της ευθύνης του μεταφορέα, υποβάλλει δήλωση ότι εντός ταχθείσας από το κράτος μέλος υποδοχής προθεσμίας, θα καταστεί μέλος του εθνικού γραφείου και του εθνικού ταμείου εγγυήσεων του κράτους μέλους υποδοχής.

(4) Σε περίπτωση τροποποίησης του περιεχομένου οποιωνδήποτε των πληροφοριών που έχουν κοινοποιηθεί σύμφωνα με το εδάφιο (2) η ασφαλιστική επιχείρηση γνωστοποιεί γραπτώς την εν λόγω τροποποίηση στον Έφορο, καθώς και στην εποπτική αρχή του κράτους μέλους όπου βρίσκεται το υποκατάστημα, τουλάχιστον ένα μήνα πριν πραγματοποιηθεί η τροποποίηση αυτή, ώστε ο Έφορος να μπορεί να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 158 του παρόντος Νόμου.

(5) Κανονισμοί που κατατίθενται στη Βουλή των Αντιπροσώπων για έγκριση, δύναται να καθορίζουν την υποβολή περαιτέρω εγγράφων.

Γνωστοποίηση πληροφοριών

160. (1) Εκτός εάν ο Έφορος έχει λόγους να αμφιβάλλει, λαμβανομένου υπόψη του προγράμματος δραστηριοτήτων, για την επάρκεια συστήματος διακυβέρνησης ή τη χρηματοοικονομική κατάσταση της ασφαλιστικής επιχείρησης ή των απαιτήσεων ικανότητας και ήθους του γενικού αντιπροσώπου σύμφωνα με το άρθρο 44, εντός τριμήνου από την παραλαβή όλων των πληροφοριών που αναφέρονται στο εδάφιο (3) του άρθρου 158 του παρόντος Νόμου, τις διαβιβάζει στην εποπτική αρχή του κράτους μέλους υποδοχής και ενημερώνει σχετικά την ενδιαφερόμενη ασφαλιστική επιχείρηση.

(2) Ο Έφορος πιστοποιεί επίσης ότι η ασφαλιστική επιχείρηση πράγματι καλύπτει τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας και τις ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις, που υπολογίζονται σύμφωνα με τα άρθρα 106 και 136 του παρόντος Νόμου.

(3) Σε περίπτωση που ο Έφορος αρνείται την κοινοποίηση και τις πληροφορίες του εδαφίου (3) του άρθρου 158 στην εποπτική αρχή του κράτους μέλους υποδοχής, γνωστοποιεί τους λόγους της άρνησής του στην ενδιαφερόμενη ασφαλιστική επιχείρηση μέσα σε προθεσμία τριών μηνών από τη λήψη όλων των απαιτούμενων πληροφοριών.

(4)(α) Η άρνηση ή η παράλειψη του Εφόρου να προβεί στη σχετική κοινοποίηση στις εποπτικές αρχές του κράτους μέλους υποδοχής, δύναται να προσβάλλεται με προσφυγή ενώπιον του Γενικού Διευθυντή, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 347 του παρόντος Νόμου:

Νοείται ότι η πιο πάνω απόφαση του Έφορου δύναται να προσβληθεί απευθείας με προσφυγή δυνάμει του άρθρου 146 του Συντάγματος.

(β) Η απορριπτική απόφαση του Γενικού Διευθυντή επί προσφυγής που ασκείται σύμφωνα με την παράγραφο (α), δύναται να προσβληθεί με προσφυγή δυνάμει του άρθρου 146 του Συντάγματος:

Νοείται ότι, εκκρεμούσης της απόφασης του Γενικού Διευθυντή, ουδεμία προσφυγή σύμφωνα με το άρθρο 146 του Συντάγματος μπορεί να ασκηθεί.

(5) Ο Έφορος, γνωστοποιεί στην Κυπριακή ασφαλιστική επιχείρηση τυχόν όρους και προϋποθέσεις που έχουν τεθεί για λόγους δημοσίου συμφέροντος, από την εποπτική αρχή του κράτους μέλους υποδοχής, αναφορικά με την άσκηση ασφαλιστικών δραστηριοτήτων στο εν λόγω κράτος μέλος.

(6) Η Κυπριακή ασφαλιστική επιχείρηση μπορεί να εγκαταστήσει το υποκατάστημα και να αρχίσει τις εργασίες της στο κράτος μέλος υποδοχής από την ημέρα που παραλαμβάνει τη γνωστοποίηση του εδαφίου (5) ή σε περίπτωση που δεν λαμβάνει τέτοια γνωστοποίηση, δύο μήνες από την κοινοποίηση του εδαφίου (1).

ΤΜΗΜΑ 2 - ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΠΑΡΟΧΗ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΑΠΟ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ
Ενότητα 1 Γενικές Διατάξεις
Ελεύθερη παροχή υπηρεσιών στη Δημοκρατία από ασφαλιστικές επιχειρήσεις κράτους μέλους

161. (1) Ασφαλιστική επιχείρηση κράτους μέλους δύναται να ασκεί ασφαλιστικές εργασίες υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών εφ’ όσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις και ακολουθούνται οι διαδικασίες του παρόντος άρθρου.

(2) Ασφαλιστική επιχείρηση κράτους μέλους που επιθυμεί να ασκήσει ασφαλιστικές εργασίες υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών στη Δημοκρατία κοινοποιεί την πρόθεσή της καθώς και τη φύση των κινδύνων ή των ασφαλιστικών υποχρεώσεων που θα καλύπτει στην εποπτική αρχή του κράτους μέλους καταγωγής, η οποία στη συνέχεια εντός ενός μηνός κοινοποιεί στον Έφορο τα πιο κάτω έγγραφα και πληροφορίες:

(α) Βεβαίωση, στην οποία αναφέρεται ότι η ασφαλιστική επιχείρηση κράτους μέλους καλύπτει τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας και τις ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις, που καθορίζονται στα άρθρα 106 και 136 του παρόντος Νόμου.

(β) τους ασφαλιστικούς κλάδους, στους οποίους η ασφαλιστική επιχείρηση κράτους μέλους έχει λάβει άδεια να ασκεί δραστηριότητες∙

(γ) τη φύση των κινδύνων ή των ασφαλιστικών υποχρεώσεων που η ασφαλιστική επιχείρηση κράτους μέλους προτίθεται να καλύψει στη Δημοκρατία.

(3) Σε περίπτωση τροποποίησης του περιεχομένου μιας από τις πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο (γ) του εδαφίου (2), ακολουθείται η ίδια διαδικασία που προβλέπεται στο εν λόγω εδάφιο.

(4) Σε περίπτωση που ασφαλιστική επιχείρηση κράτους μέλους δραστηριοποιείται στην ασφάλιση Γενικής Φύσεως και προτίθεται να παρέχει υπηρεσίες κάλυψης κινδύνων αστικής ευθύνης από χερσαία αυτοκίνητα οχήματα (Κλάδος 10, Μέρος Α, Πρώτο Παράρτημα), πλην της ευθύνης μεταφορέα, ο Έφορος απαιτεί από την επιχείρηση όπως υποβάλλει-

(α) το όνομα και τη διεύθυνση του αντιπροσώπου που αναφέρεται παράγραφο (ι) του εδαφίου (1) του άρθρου 19∙

(β) δήλωση ότι αυτή έχει γίνει μέλος του εθνικού ταμείου ασφαλίσεως και του εθνικού ταμείου εγγυήσεως σύμφωνα με τις διατάξεις των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφαλίση Ευθύνης Έναντι Τρίτων) Νόμων του 2000, όπως αυτοί εκάστοτε τροποποιούνται ή αντικαθίστανται.

(5) Η ασφαλιστική επιχείρηση κράτους μέλους μπορεί να αρχίσει τις δραστηριότητες από την ημερομηνία κατά την οποία ενημερώνεται από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής σχετικά με την κοινοποίηση που προβλέπεται στο εδάφιο (2).

(6) Ο Έφορος δύναται να τηρεί ειδικό Μητρώο, στο οποίο περιλαμβάνει τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις με καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών και στο οποίο καταχωρεί τις καθοριζόμενες με Κανονισμούς που κατατίθενται στη Βουλή των Αντιπροσώπων για έγκριση, πληροφορίες.

(7) Κανονισμοί που κατατίθενται στη Βουλή των Αντιπροσώπων για έγκριση, δύναται να καθορίζουν την υποβολή περαιτέρω εγγράφων.

Ελεύθερη παροχή υπηρεσιών από Κυπριακές ασφαλιστικές επιχειρήσεις σε άλλα κράτη μέλη

162. (1) Κυπριακή ασφαλιστική επιχείρηση που προτίθεται να ασκήσει για πρώτη φορά τις δραστηριότητές της υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών σε ένα ή περισσότερα κράτη μέλη υποχρεούται να το γνωστοποιήσει προηγουμένως στον Έφορο, δηλώνοντας τη φύση των κινδύνων ή των ασφαλιστικών υποχρεώσεων που προτίθεται να καλύπτει.

(2) Ο Έφορος γνωστοποιεί, εντός προθεσμίας ενός μηνός από την γνωστοποίηση που προβλέπεται στο εδάφιο (1), στις εποπτικές αρχές του κράτους μέλους ή των κρατών μελών, στο έδαφος των οποίων η κυπριακή ασφαλιστική επιχείρηση προτίθεται να ασκήσει δραστηριότητες δυνάμει της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών τα ακόλουθα έγγραφα και πληροφορίες:

(α) Βεβαίωση, στην οποία αναφέρεται ότι η κυπριακή ασφαλιστική επιχείρηση καλύπτει τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας και τις ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις∙

(β) τους ασφαλιστικούς κλάδους, στους οποίους η κυπριακή ασφαλιστική επιχείρηση έχει λάβει άδεια να ασκεί δραστηριότητες∙

(γ) τη φύση των κινδύνων ή των ασφαλιστικών υποχρεώσεων που η κυπριακή ασφαλιστική επιχείρηση προτίθεται να καλύψει στο κράτος ή στα κράτη μέλη υποδοχής.

(3) Ο Έφορος ενημερώνει συγχρόνως την ενδιαφερόμενη κυπριακή ασφαλιστική επιχείρηση σχετικά με την κοινοποίηση του εδαφίου (2).

(4) Κάθε τροποποίηση που η κυπριακή ασφαλιστική επιχείρηση προτίθεται να επιφέρει στα στοιχεία που αναφέρονται στην παράγραφο (γ) του εδαφίου (2), υπόκειται στη διαδικασία του παρόντος άρθρου.

(5) Σε περίπτωση που ο Έφορος δεν κοινοποιήσει τις πληροφορίες που αναφέρονται στο εδάφιο (2) εντός της προβλεπόμενης στο εν λόγω εδάφιο προθεσμίας, γνωστοποιεί στην κυπριακή ασφαλιστική επιχείρηση, εντός της ιδίας προθεσμίας, τους λόγους της άρνησής του.

(6) Η άρνηση ή η παράλειψη του Εφόρου να προβεί στη σχετική κοινοποίηση στις εποπτικές αρχές του κράτους μέλους υποδοχής, δύναται να προσβληθεί ενώπιον του Γενικού Διευθυντή σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 347 του παρόντος Νόμου:

Νοείται ότι η πιο πάνω απόφαση του Εφόρου δύναται να προσβληθεί απευθείας με προσφυγή δυνάμει του άρθρου 146 του Συντάγματος.

(β) Η απορριπτική απόφαση του Γενικού Διευθυντή επί προσφυγής που ασκείται σύμφωνα με την παράγραφο (α), δύναται να προσβληθεί με προσφυγή δυνάμει του άρθρου 146 του Συντάγματος:

Νοείται ότι, εκκρεμούσης της απόφασης του Γενικού Διευθυντή, ουδεμία προσφυγή σύμφωνα με το άρθρο 146 του Συντάγματος μπορεί να ασκηθεί.

(7) Η κυπριακή ασφαλιστική επιχείρηση μπορεί να αρχίσει τις δραστηριότητες από την ημερομηνία κατά την οποία ενημερώνεται σχετικά με την κοινοποίηση που προβλέπεται στο εδάφιο (2).

(8) Κανονισμοί που κατατίθενται στη Βουλή των Αντιπροσώπων για έγκριση, δύναται να καθορίζουν την υποβολή περαιτέρω εγγράφων.

Ενότητα 2 Ευθύνη Αυτοκινήτου
Υποχρεωτική ασφάλιση ευθύνης αυτοκινήτου

163. (1) Ασφαλιστική επιχείρηση κράτους μέλους που δραστηριοποιείται στην ασφάλιση Γενικής Φύσεως, η οποία, μέσω εγκατάστασής της στη Δημοκρατία, καλύπτει κινδύνους, εκτός της ευθύνης μεταφορέα, που κατατάσσονται στον Κλάδο ευθύνης από χερσαία αυτοκίνητα οχήματα (Κλάδος 10, Μέρος Α, του Πρώτου Παραρτήματος), που βρίσκονται σε άλλο κράτος μέλος, οφείλει όπως καταστεί μέλος του εθνικού του γραφείου και του εθνικού ταμείου εγγυήσεως και να συνεισφέρει στη χρηματοδότησή τους σύμφωνα με τις διατάξεις των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης Έναντι Τρίτων) Νόμων του 2000 όπως αυτοί εκάστοτε τροποποιούνται ή αντικαθίστανται.

(2) Η χρηματοδοτική συνεισφορά, που αναφέρεται στο εδάφιο (1), καταβάλλεται μόνον για τους κινδύνους, εκτός της ευθύνης του μεταφορέα, της αστικής ευθύνης από χερσαία αυτοκίνητα οχήματα που καλύπτονται από την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών και υπολογίζεται επί της ίδιας βάσης όπως και για τις κυπριακές ασφαλιστικές επιχειρήσεις που καλύπτουν τους ίδιους κινδύνους και σε συνάρτηση με τα έσοδα των ασφαλιστικών επιχειρήσεων από ασφάλιστρα αυτού του κλάδου στη Δημοκρατία ή με τον αριθμό των κινδύνων του κλάδου αυτού που καλύφθηκαν στη Δημοκρατία.

(3) Ασφαλιστική επιχείρηση κράτους μέλους που παρέχει υπηρεσίες στη Δημοκρατία οφείλει να συμμορφώνεται με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου αναφορικά με την κάλυψη επαυξημένων κινδύνων, εφόσον αυτοί ισχύουν για τις κυπριακές ασφαλιστικές επιχειρήσεις.

Ισότιμη μεταχείριση των προσώπων που υποβάλλουν αίτηση αποζημίωσης

164. Ασφαλιστική επιχείρηση κράτους μέλους που δραστηριοποιείται στην ασφάλιση Γενικής Φύσεως, στη Δημοκρατία, οφείλει όπως διασφαλίζει ότι πρόσωπα που υποβάλλουν αίτηση αποζημίωσης συνεπεία γεγονότων που συνέβησαν στη Δημοκρατία, δεν θα τίθενται σε λιγότερο ευνοϊκή θέση λόγω του ότι η εν λόγω επιχείρηση καλύπτει κίνδυνο, εκτός της αστικής ευθύνης του μεταφορέα, στον κλάδο αστικής ευθύνης από χερσαία αυτοκίνητα οχήματα (Κλάδος 10, Μέρος Α, του Πρώτου Παραρτήματος), δυνάμει της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών και όχι μέσω εγκατάστασης, στη Δημοκρατία.

Αντιπρόσωπος ασφαλιστικής επιχείρησης κράτους μέλους στη Δημοκρατία

165. (1) Για τους σκοπούς του άρθρου 164 του παρόντος Νόμου, ασφαλιστική επιχείρηση κράτους μέλους που δραστηριοποιείται στην ασφάλιση Γενικής Φύσεως οφείλει να ορίζει αντιπρόσωπο με κατοικία ή εγκατάσταση στη Δημοκρατία, ο οποίος έχει ευθύνη να συλλέγει όλες τις απαραίτητες πληροφορίες τις σχετικές με τις απαιτήσεις και διαθέτει επαρκείς εξουσίες για να αντιπροσωπεύει την επιχείρηση έναντι των προσώπων που υπέστησαν ζημίες και θα μπορούσαν να αξιώσουν αποζημίωση, συμπεριλαμβανομένης της πληρωμής αυτών των αποζημιώσεων, και για να την αντιπροσωπεύει ή, εφόσον απαιτείται, να φροντίζει για την αντιπροσώπευσή της ενώπιον των δικαστηρίων και των αρχών της Δημοκρατίας σχετικά με τις αποζημιώσεις αυτές.

(2) Ο αντιπρόσωπος του εδαφίου (1) είναι δυνατόν να κληθεί να αντιπροσωπεύσει την ασφαλιστική επιχείρηση κράτους μέλους που δραστηριοποιείται στην ασφάλιση Γενικής Φύσεως ενώπιον του Εφόρου σχετικά με τον έλεγχο της ύπαρξης και της ισχύος ασφαλιστηρίων που έχουν ως αντικείμενο την ασφάλιση αστικής ευθύνης από αυτοκίνητα οχήματα.

(3) Ο αντιπρόσωπος του εδαφίου (1), δεν αναλαμβάνει για λογαριασμό της επιχείρησης ασφάλισης Γενικής Φύσεως, η οποία τον διόρισε, δραστηριότητες άλλες και πέραν από εκείνες που προβλέπονται στο εδάφιο (1).

(4) Ο διορισμός του αντιπροσώπου δεν συνιστά καθ’ εαυτόν άνοιγμα υποκαταστήματος για τους σκοπούς του άρθρου 158 του παρόντος Νόμου.

(5) Σε περίπτωση που η ασφαλιστική επιχείρηση κράτους μέλους δεν έχει διορίσει αντιπρόσωπο, ο Έφορος δύναται να εγκρίνει τον αντιπρόσωπο για τον διακανονισμό των ζημιών ο οποίος ορίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης έναντι Τρίτου) Νόμων 2000 όπως αυτοί εκάστοτε τροποποιούνται ή αντικαθίστανται, ως αντιπρόσωποι δυνάμει του παρόντος άρθρου.

ΤΜΗΜΑ 2Α - ΕΙΔΟΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΠΛΑΤΦΟΡΜΕΣ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑΣ
Ειδοποίηση

165Α.-(1) Σε περίπτωση κατά την οποία ο Έφορος προτίθεται να χορηγήσει άδεια λειτουργίας σε κυπριακή ασφαλιστική επιχείρηση ή κυπριακή αντασφαλιστική επιχείρηση, της οποίας το πρόγραμμα δραστηριοτήτων υποδεικνύει ότι μέρος των δραστηριοτήτων της θα βασίζεται στην ελευθερία παροχής υπηρεσιών ή στην ελευθερία εγκατάστασης σε άλλο κράτος μέλος και το εν λόγω πρόγραμμα δραστηριοτήτων της υποδεικνύει επίσης ότι οι εν λόγω δραστηριότητες ενδέχεται να είναι σημαντικές σε σχέση με την αγορά του κράτους μέλους υποδοχής, ειδοποιεί σχετικά την ΕΙΟΡΑ και την εποπτική αρχή του σχετικού κράτους μέλους υποδοχής.

(2) Ο Έφορος, μαζί με την ειδοποίηση που προβλέπεται στο εδάφιο (1), ειδοποιεί την ΕΙΟΡΑ και την εποπτική αρχή του σχετικού κράτους μέλους υποδοχής, σε περίπτωση κατά την οποία εντοπίζει επιδείνωση των χρηματοοικονομικών συνθηκών ή άλλους αναδυόμενους κινδύνους που προκαλεί μια ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, η οποία εκτελεί δραστηριότητες με βάση την ελευθερία παροχής υπηρεσιών ή την ελευθερία εγκατάστασης που μπορεί να έχουν διασυνοριακές επιπτώσεις. ο Έφορος, για τις ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις άλλου κράτους μέλους που λειτουργούν στη Δημοκρατία υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών ή ελεύθερης εγκατάστασης, δύναται να ειδοποιήσει το άλλο κράτος μέλος, σε περίπτωση κατά την οποία έχει σοβαρές και βάσιμες ανησυχίες όσον αφορά την προστασία των καταναλωτών και δύναται να παραπέμψει το ζήτημα στην ΕΙΟΡΑ και να ζητήσει τη συνδρομή της σε περίπτωση κατά την οποία δεν μπορεί να εξευρεθεί διμερής λύση.

(3) Οι ειδοποιήσεις που προβλέπονται στα εδάφια (1) και (2) είναι αρκούντως λεπτομερείς, ώστε να καθίσταται δυνατή η ορθή εκτίμηση.

(4) Οι ειδοποιήσεις που προβλέπονται στα εδάφια (1) και (2), δεν θίγουν την εποπτική εντολή του Εφόρου που προβλέπεται στον παρόντα Νόμο.

Πλατφόρμες συνεργασίας

165Β.-(1) Ο Έφορος, σε περίπτωση δικαιολογημένων ανησυχιών περί αρνητικών επιπτώσεων για τους λήπτες ασφάλισης, δύναται να υποβάλει αίτημα στην ΕΙΟΡΑ για την εκ μέρους της δημιουργία και συντονισμό πλατφόρμας συνεργασίας για την ενίσχυση της ανταλλαγής πληροφοριών και την προώθηση της συνεργασίας μεταξύ των σχετικών εποπτικών αρχών σε περίπτωση κατά την οποία ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση εκτελεί ή προτίθεται να εκτελέσει δραστηριότητες που βασίζονται στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών ή στην ελευθερία εγκατάστασης και σε περίπτωση κατά την οποία-

(α) οι δραστηριότητες αυτές είναι σημαντικές σε σχέση με την αγορά του κράτους μέλους υποδοχής.

(β) έχει γίνει ειδοποίηση από τον Έφορο, ως η εποπτική αρχή του κράτους μέλους καταγωγής της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης βάσει του εδαφίου (2) του άρθρου 165Α, για επιδείνωση των χρηματοοικονομικών συνθηκών ή για άλλους αναδυόμενους κινδύνους ή.

(γ) το ζήτημα έχει παραπεμφθεί στην ΕΙΟΡΑ βάσει του εδαφίου (2) του άρθρου 165Α.

(2) Το εδάφιο (1) και το Άρθρο 152β της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ δεν θίγει το δικαίωμα του Εφόρου μαζί με τις σχετικές εποπτικές αρχές να δημιουργήσουν πλατφόρμα συνεργασίας σε περίπτωση κατά την οποία όλοι συμφωνούν για αυτό.

(3) Η σύσταση πλατφόρμας συνεργασίας δυνάμει των διατάξεων των εδαφίων (1) και (2) δεν θίγει την εποπτική εντολή του Εφόρου όπως προβλέπεται στον παρόντα Νόμο.(4) Με την επιφύλαξη του Άρθρου 35 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010, κατόπιν αιτήματος της ΕΙΟΡΑ, ο Έφορος παρέχει, εγκαίρως, όλες τις αναγκαίες πληροφορίες για την ορθή λειτουργία της πλατφόρμας συνεργασίας.

ΤΜΗΜΑ 3 - ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΕΣ ΕΦΟΡΟΥ ΣΕ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΠΟΥ ΑΣΚΟΥΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ ΚΑΙ ΕΛΕΥΘΕΡΗΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ
Ενότητα 1 Ασφάλιση
Γλώσσα εγγράφων

166. Ο Έφορος δύναται να απαιτεί από ασφαλιστική επιχείρηση κράτους μέλους όπως του παρέχει, σε επίσημη γλώσσα της Δημοκρατίας, τις πληροφορίες αναφορικά με τη δραστηριότητα της ασφαλιστικής επιχείρησης που λειτουργεί στη Δημοκρατία.

Προηγούμενη κοινοποίηση και προηγούμενη έγκριση

167. (1) Δεν επιτρέπεται στον Έφορο να απαιτεί την προηγούμενη έγκριση ή τη συστηματική ανακοίνωση των γενικών και ειδικών όρων των ασφαλιστηρίων συμβολαίων, των τιμολογίων ή, στην περίπτωση της ασφάλισης Ζωής, των τεχνικής φύσεως στοιχείων που χρησιμοποιούνται ως βάση για τον υπολογισμό των τιμολογίων και των τεχνικών προβλέψεων ή των υποδειγμάτων και άλλων εντύπων που ασφαλιστική επιχείρηση κράτους μέλους προτίθεται να χρησιμοποιήσει στις σχέσεις της με τους αντισυμβαλλομένους.

(2) Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου (1), ο Έφορος, για σκοπούς ελέγχου της τήρησης των διατάξεων του παρόντος Νόμου αναφορικά με τις ασφαλιστικές συμβάσεις, απαιτεί, όποτε κρίνει αυτό σκόπιμο, από κάθε ασφαλιστική επιχείρηση κράτους μέλους που επιθυμεί να πραγματοποιήσει ασφαλιστικές εργασίες στη Δημοκρατία την κοινοποίηση των όρων των ασφαλιστηρίων συμβολαίων ή των άλλων εγγράφων που προτίθεται να χρησιμοποιήσει, χωρίς η συμμόρφωση με την απαίτηση αυτή να συνιστά απαραίτητη προϋπόθεση για την άσκηση της δραστηριότητας από την σχετική ασφαλιστική επιχείρηση.

(3) Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου (1), ο Έφορος δύναται να απαιτεί την προηγούμενη κοινοποίηση ή έγκριση της προτεινόμενης αύξησης των ασφαλίστρων, στα πλαίσια εφαρμογής ενός γενικού συστήματος ελέγχου των τιμών.

Ασφαλιστικές επιχειρήσεις κράτους μέλους που παραβιάζουν τον παρόντα Νόμο

168. (1) Σε περίπτωση που ο Έφορος διαπιστώνει ότι ασφαλιστική επιχείρηση κράτους μέλους η οποία έχει υποκατάστημα ή λειτουργεί υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών στη Δημοκρατία δεν τηρεί τις διατάξεις του παρόντος Νόμου που ισχύουν για την περίπτωσή της, καλεί την εν λόγω ασφαλιστική επιχείρηση να θέσει τέρμα στην παράβαση του Νόμου.

(2) Σε περίπτωση που η ασφαλιστική επιχείρηση κράτους μέλους δεν τερματίσει την παράβαση εντός προθεσμίας που καθορίζεται από τον Έφορο, ο Έφορος ενημερώνει σχετικά τις εποπτικές αρχές του κράτους μέλους καταγωγής και ζητά ενημέρωση από τις εν λόγω αρχές αναφορικά με τα μέτρα που θα ληφθούν εκ μέρους τους.

(3) Σε περίπτωση που, παρά τα ληφθέντα μέτρα από τις εποπτικές αρχές του κράτους μέλους καταγωγής ή σε περίπτωση που τα εν λόγω μέτρα έχουν αποδειχθεί ανεπαρκή ή σε περίπτωση που δεν έχουν ληφθεί οποιαδήποτε μέτρα και η ασφαλιστική επιχείρηση κράτους μέλους εξακολουθεί να παραβιάζει τις διατάξεις του παρόντος Νόμου που τυγχάνουν εφαρμογής στην περίπτωσή της, ο Έφορος δύναται, αφού ενημερώσει σχετικά την εποπτική αρχή του κράτους μέλους καταγωγής να επιβάλλει στην ασφαλιστική επιχείρηση κράτους μέλους οποιεσδήποτε διοικητικές κυρώσεις προβλέπονται στον παρόντα Νόμο, για την πρόληψη ή την καταστολή νέων παρατυπιών και, εφόσον κρίνει ότι είναι απόλυτα αναγκαίο, να απαγορεύει τη σύναψη νέων ασφαλιστικών συμβάσεων από την επιχείρηση αυτή στη Δημοκρατία.

(4) Ο Έφορος, εφόσον συντρέχουν οι συνθήκες του εδαφίου (3), δύναται επίσης να παραπέμψει το θέμα στην EIOPA και να ζητήσει τη βοήθειά της σύμφωνα με τις διατάξεις του ο άρθρο 19 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010 και σε τέτοια περίπτωση η EIOPA μπορεί να ενεργήσει σύμφωνα με τις εξουσίες που της ανατίθενται με το εν λόγω άρθρο.

(5) Οποιεσδήποτε διοικητικές κυρώσεις ή άλλα μέτρα ληφθούν από τον Έφορο δυνάμει του εδαφίου (3) κοινοποιούνται στην ασφαλιστική επιχείρηση κράτους μέλους σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου.

(6) Τα εδάφια (1) μέχρι (3) δεν επηρεάζουν το δικαίωμα του Εφόρου, σε επείγουσες περιπτώσεις, να λαμβάνει τα κατάλληλα προσωρινά μέτρα για την πρόληψη ή την καταστολή παρατυπιών από ασφαλιστικές επιχειρήσεις κράτους μέλους στη Δημοκρατία, περιλαμβανομένης της δυνατότητας να απαγορεύει χωρίς προηγούμενη προειδοποίηση της εποπτικής αρχής τους κράτους μέλους καταγωγής, τη σύναψη νέων ασφαλιστικών συμβάσεων από ασφαλιστική επιχείρηση κράτους μέλους στη Δημοκρατία:

Νοείται ότι, ο Έφορος κοινοποιεί την εν λόγω απαγόρευση στην εποπτική αρχή του κράτους μέλους καταγωγής αμέσως μόλις αυτό καταστεί δυνατό μετά την επιβολή της.

(7) Σε περίπτωση που η ασφαλιστική επιχείρηση κράτους μέλους που έχει διαπράξει την παράβαση του παρόντος Νόμου διαθέτει εγκατάσταση ή περιουσιακά στοιχεία στη Δημοκρατία, ο Έφορος δύναται να επιβάλει, τις σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου, διοικητικές κυρώσεις επί της εγκατάστασης, περιλαμβανομένου και του περιορισμού της ελεύθερης διάθεσης των περιουσιακών στοιχείων της επιχείρησης που βρίσκεται στη Δημοκρατία.

(8) Κάθε μέτρο που λαμβάνεται δυνάμει του παρόντος άρθρου και το οποίο συνεπάγεται κυρώσεις ή περιορισμούς στην άσκηση ασφαλιστικών εργασιών, θα πρέπει να είναι δεόντως αιτιολογημένο και να κοινοποιείται στην ενδιαφερόμενη επιχείρηση και στην αρμόδια εποπτική αρχή του κράτους μέλους καταγωγής.

(9) Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου δεν επηρεάζουν την εφαρμογή των ποινικής φύσεως διατάξεων που ισχύουν στη Δημοκρατία, περιλαμβανομένων και των ποινικών διατάξεων του παρόντος Νόμου.

(10) Οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις κράτους μέλους υποβάλλουν στον Έφορο, εφόσον αυτός το ζητήσει, οποιοδήποτε έγγραφο τους ζητηθεί για σκοπούς εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος άρθρου.

(11) ο Έφορος διατηρεί το δικαίωμα σε περίπτωση έσχατης ανάγκης να προσφύγει στις εποπτικές ή και στις διπλωματικές αρχές του κράτους ή των κρατών στα οποία είναι εγκατεστημένη η επιχείρηση.

(12) Ο Έφορος ενημερώνει την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και την EIOPA για τον αριθμό και το είδος των περιπτώσεων στις οποίες υπήρξε άρνηση βάσει των άρθρων 158 και 161 του παρόντος Νόμου ή στις οποίες ελήφθησαν μέτρα βάσει των εδαφίων (3), (5) και (6).

Κυπριακή ασφαλιστική επιχείρηση που ασκεί δικαίωμα εγκατάστασης ή ελεύθερης παροχής υπηρεσιών σε άλλα κράτη μέλη και παραβιάζει τις νομοθετικές διατάξεις των εν λόγω κρατών μελών

169. Σε περίπτωση που ο Έφορος ενημερωθεί από εποπτική αρχή του κράτους μέλους ή των κρατών μελών υποδοχής, αναφορικά με την παραβίαση των νομοθετικών διατάξεων των εν λόγω κρατών από Κυπριακή ασφαλιστική επιχείρηση που ασκεί δικαίωμα εγκατάστασης ή ελεύθερης παροχής υπηρεσιών σε άλλο κράτος μέλος ή άλλα κράτη μέλη, λαμβάνει το συντομότερο δυνατό όλα τα κατάλληλα μέτρα που προβλέπονται στον παρόντα Νόμο, περιλαμβανομένης της επιβολής διοικητικών κυρώσεων, για να τερματιστεί η παράβαση και ενημερώνει για τα μέτρα αυτά την εποπτική αρχή του κράτους μέλους ή των κρατών μελών υποδοχής, ανάλογα με την περίπτωση.

Διαφήμιση

170. Ασφαλιστική επιχείρηση κράτους μέλους, η οποία ασκεί δικαίωμα ελεύθερης εγκατάστασης ή ελεύθερης παροχής υπηρεσιών στη Δημοκρατία, μπορεί να διαφημίζει τις υπηρεσίες της υπό τους ίδιους όρους και προϋποθέσεις που καθορίζονται με Κανονισμούς που κατατίθενται στη Βουλή των Αντιπροσώπων για έγκριση και που ισχύουν για κυπριακή ασφαλιστική επιχείρηση ή ασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας.

Φορολόγηση ασφαλιστηρίων

171. (1) Κάθε ασφαλιστήριο που παρέχει κάλυψη-

(α) σε κινδύνους που βρίσκονται στη Δημοκρατία, κατά την έννοια του ορισμού “Κράτος Μέλος όπου ευρίσκεται ο κίνδυνος”· ή

(β) σε ασφαλιστικές υποχρεώσεις, που βρίσκονται στη Δημοκρατία, κατά την έννοια του ορισμού “Κράτος Μέλος ασφαλιστικής υποχρέωσης”,

και ανεξάρτητα από το δίκαιο που διέπει την ασφαλιστική σύμβαση δυνάμει του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 593/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 17ης Ιουνίου 2008 για το εφαρμοστέο δίκαιο στις συμβατικές ενοχές (Ρώμη Ι), υπόκειται στους έμμεσους φόρους, τέλη χαρτοσήμου ή δικαιώματα αποκλειστικά προς όφελος της Δημοκρατίας ή τρίτων, καθώς και εισφορές προς όφελος οποιουδήποτε οργανισμού ή ταμείου ή οργάνωσης, που προβλέπονται από τον περί Φορολογίας του Εισοδήματος Νόμο του 2002, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται, και εισπράττεται σύμφωνα με τις διατάξεις του ίδιου Νόμου.

(2) Για τους σκοπούς του εδαφίου (1), τα κινητά αγαθά που περιλαμβάνονται σε ακίνητο το οποίο βρίσκεται στο έδαφος της Δημοκρατίας, εκτός από τα κινητά αγαθά υπό εμπορική διαμετακόμιση, θεωρούνται ότι αποτελούν κίνδυνο που ευρίσκεται στη Δημοκρατία, ακόμη και αν το ακίνητο και το περιεχόμενό του δεν καλύπτονται από το ίδιο ασφαλιστήριο.

Ενότητα 2 Αντασφάλιση
Αντασφαλιστική επιχείρηση κράτους μέλους που δεν τηρεί τις διατάξεις του παρόντος Νόμου

172. (1) Σε περίπτωση που ο Έφορος διαπιστώνει ότι αντασφαλιστική επιχείρηση κράτους μέλους η οποία έχει υποκατάστημα ή λειτουργεί υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών στη Δημοκρατία, δεν τηρεί τις διατάξεις του παρόντος Νόμου που ισχύουν για την περίπτωσή της, καλεί την εν λόγω αντασφαλιστική επιχείρηση να θέσει τέρμα στην παράβαση του Νόμου εντός συγκεκριμένης προθεσμίας και αναφέρει τις διαπιστώσεις του στην εποπτική αρχή του κράτους μέλους καταγωγής της επιχείρησης, ώστε αυτή να λάβει τα κατάλληλα μέτρα.

(2) Σε περίπτωση που, παρά τα ληφθέντα από την εποπτική αρχή του κράτους μέλους καταγωγής μέτρα, η αντασφαλιστική επιχείρηση εξακολουθεί να παραβιάζει τις διατάξεις του παρόντος Νόμου που ισχύουν στην περίπτωσή της ή σε περίπτωση που τα μέτρα τα οποία έχουν επιβληθεί από την εποπτική αρχή του κράτους μέλους καταγωγής της επιχείρησης είναι ανεπαρκή, ο Έφορος, αφού ενημερώσει σχετικά την εποπτική αρχή του κράτους μέλους καταγωγής, επιβάλλει οποιεσδήποτε διοικητικές κυρώσεις προβλέπονται στον παρόντα Νόμο, για την πρόληψη ή την καταστολή νέων παρατυπιών, και, εφόσον τούτο είναι απόλυτα αναγκαίο, την απαγόρευση της σύναψης νέων συμβάσεων αντασφάλισης από την επιχείρηση αυτή στο έδαφος της Δημοκρατίας.

(3) Κάθε μέτρο που λαμβάνεται δυνάμει του παρόντος άρθρου και το οποίο συνεπάγεται κυρώσεις ή περιορισμούς στην άσκηση αντασφαλιστικών εργασιών, θα πρέπει να είναι δεόντως αιτιολογημένο και να κοινοποιείται στην ενδιαφερόμενη επιχείρηση κράτους μέλους σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου, και στην αρμόδια εποπτική αρχή του κράτους μέλους καταγωγής.

(4) Ο Έφορος δύναται, σε σχέση με την εφαρμογή του εδαφίου (2), να παραπέμψει το θέμα στην EIOPA και να ζητήσει τη βοήθειά της σύμφωνα με το άρθρο 19 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010.

Κυπριακή αντασφαλιστική επιχείρηση που ασκεί δικαίωμα εγκατάστασης ή ελεύθερης παροχής υπηρεσιών σε άλλο κράτος μέλος και παραβιάζει τις νομοθετικές διατάξεις των εν λόγω κρατών μελών

173.-(1) Σε περίπτωση που ο Έφορος ενημερωθεί από εποπτική αρχή του κράτους μέλους ή των κρατών μελών υποδοχής, αναφορικά με την παραβίαση των νομοθετικών διατάξεων των εν λόγω κρατών από Κυπριακή αντασφαλιστική επιχείρηση που ασκεί δικαίωμα εγκατάστασης ή ελεύθερης παροχής υπηρεσιών σε άλλο ή άλλα κράτη μέλη, λαμβάνει το συντομότερο δυνατό όλα τα αναγκαία μέτρα, περιλαμβανομένης της επιβολής διοικητικών κυρώσεων που προβλέπονται στον παρόντα Νόμο, για να τερματιστεί η παράβαση και ενημερώνει για τα μέτρα αυτά την εποπτική αρχή του κράτους μέλους ή των κρατών μελών υποδοχής, ανάλογα με την περίπτωση.

(2) Ο Έφορος δύναται να παραπέμψει το θέμα στην EIOPA και να ζητήσει τη βοήθειά της σύμφωνα με το άρθρο 19 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010.

(3) Κάθε μέτρο που λαμβάνεται από τον Έφορο δυνάμει των διατάξεων του παρόντος άρθρου, το οποίο συνεπάγεται κυρώσεις ή περιορισμούς στην άσκηση αντασφαλιστικών δραστηριοτήτων αιτιολογείται και ανακοινώνεται στην ενδιαφερόμενη αντασφαλιστική επιχείρηση.

ΤΜΗΜΑ 4 - ΣΤΑΤΙΣΤΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ
Στατιστικά στοιχεία διασυνοριακών δραστηριοτήτων

174. (1) Κάθε κυπριακή ασφαλιστική επιχείρηση που παρέχει ασφαλιστικές εργασίες υπό καθεστώς ελεύθερης εγκατάστασης ή/και ελεύθερης παροχής υπηρεσιών σε άλλο κράτος μέλος, γνωστοποιεί στον Έφορο, κάνοντας διάκριση μεταξύ των εργασιών που πραγματοποιούνται υπό καθεστώς ελεύθερης εγκατάστασης και εκείνων που πραγματοποιούνται υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, το ποσό των ασφαλίστρων, των απαιτήσεων και των προμηθειών, πριν από την αφαίρεση του ποσού της αντασφάλισης, ανά κράτος μέλος, ως ακολούθως:

(α) για τις ασφάλειες Γενικής Φύσεως, ανά κατηγορία δραστηριοτήτων, σύμφωνα με την αντίστοιχη κατ' εξουσιοδότηση πράξη·

(β) για τις ασφάλειες Ζωής, ανά κατηγορία δραστηριοτήτων, σύμφωνα με την αντίστοιχη κατ' εξουσιοδότηση πράξη.

(2) Όσον αφορά τον κλάδο ευθύνης από χερσαία αυτοκίνητα οχήματα (Κλάδος 10, Μέρος Α, του Πρώτου Παραρτήματος), μη συμπεριλαμβανομένης της αστικής ευθύνης του μεταφορέα, η σχετική επιχείρηση γνωστοποιεί επίσης στον Έφορο τη συχνότητα και το μέσο κόστος των ασφαλιστικών απαιτήσεων.

(3) Ο Έφορος γνωστοποιεί, εντός εύλογης προθεσμίας και σε συγκεντρωτική βάση, τα στοιχεία που αναφέρονται στο πρώτο και δεύτερο εδάφιο στις εποπτικές αρχές κάθε ενδιαφερόμενου κράτους μέλους που του υποβάλλει σχετικό αίτημα.

ΤΜΗΜΑ 5 - ΜΕΤΑΧΕΙΡΙΣΗ ΤΩΝ ΣΥΜΒΑΣΕΩΝ ΥΠΟΚΑΤΑΣΤΗΜΑΤΩΝ ΣΕ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗΣ
Εκκαθάριση Κυπριακών ασφαλιστικών επιχειρήσεων

175. Σε περίπτωση εκκαθάρισης Κυπριακής ασφαλιστικής επιχείρησης, οι υποχρεώσεις που απορρέουν από ασφαλιστικές συμβάσεις που έχουν συναφθεί από υποκατάστημά της ή στο πλαίσιο της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών σε άλλο κράτος μέλος, εκπληρώνονται κατά τον ίδιο τρόπο όπως και οι υποχρεώσεις που απορρέουν από τις υπόλοιπες ασφαλιστικές συμβάσεις της επιχείρησης ανεξάρτητα από την ιθαγένεια των ασφαλισμένων και των δικαιούχων.

Εκκαθάριση κυπριακών αντασφαλιστικών επιχειρήσεων

176. Σε περίπτωση εκκαθάρισης Κυπριακής αντασφαλιστικής επιχείρησης, οι υποχρεώσεις που απορρέουν από συμβάσεις που έχουν συναφθεί από υποκατάστημά της ή στο πλαίσιο της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών σε άλλο κράτος μέλος, εκπληρώνονται κατά τον ίδιο τρόπο όπως και οι υποχρεώσεις που απορρέουν από τις υπόλοιπες αντασφαλιστικές συμβάσεις της εν λόγω επιχείρησης.

ΕΝΝΑΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΤΡΙΤΗΣ ΧΩΡΑΣ (ΥΠΟΚΑΤΑΣΤΗΜΑΤΑ ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΕΓΚΑΤΕΣΤΗΜΕΝΑ ΣΤΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΚΑΙ ΥΠΑΓΟΝΤΑΙ ΣΤΙΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΕΣ Ή ΑΝΤΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ Η ΕΔΡΑ ΤΩΝ ΟΠΟΙΩΝ ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ ΕΚΤΟΣ ΤΗΣ ΕΝΩΣΗΣ)
ΤΜΗΜΑ 1 - ΑΝΑΛΗΨΗ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΩΝ
Αρχές χορήγησης άδειας άσκησης ασφαλιστικών εργασιών και προϋποθέσεις

177. (1) Ο Έφορος δύναται να παραχωρεί άδεια άσκησης ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών εργασιών στη Δημοκρατία, σε ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας, εφόσον συντρέχουν σωρευτικά οι πιο κάτω προϋποθέσεις:

(α) Έχει υποβληθεί έγκυρη κατά νόμο αίτηση, συνυποβλήθηκαν τα αναγκαία έγγραφα και καταβλήθηκε το καθορισμένο τέλος·

(β) της έχει επιτραπεί να ασκεί ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές εργασίες, ανάλογα με την περίπτωση, δυνάμει της νομοθεσίας της τρίτης χώρας στην εποπτεία της οποίας υπάγεται∙

(γ) ιδρύει υποκατάστημα στο έδαφος της Δημοκρατίας∙

(δ) αναλαμβάνει την υποχρέωση να εγκαταστήσει στη Δημοκρατία ένα λογιστήριο κατάλληλο για τη δραστηριότητα που ασκεί καθώς επίσης και να τηρεί εκεί όλα τα έγγραφα τα σχετικά με τις εργασίες με τις οποίες ασχολείται∙

(ε) διορίζει αντιπρόσωπο, ο οποίος κατέχει τα προσόντα που καθορίζονται με Κανονισμούς που κατατίθενται στη Βουλή των Αντιπροσώπων για έγκριση και εγκρίνεται από τον Έφορο∙

(στ) διαθέτει στη Δημοκρατία στοιχεία ενεργητικού ενός ποσού τουλάχιστον ίσου προς το ήμισυ του απόλυτου κατώτατου ορίου που προβλέπεται στην παράγραφο (δ) του εδαφίου (1) του άρθρου 136 του παρόντος Νόμου για τις ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις, και καταθέτει το τέταρτο αυτού του απόλυτου κατώτατου ορίου ως εγγύηση∙

(ζ) αναλαμβάνει την υποχρέωση να καλύπτει τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας και τις ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις σύμφωνα με τα άρθρα 106 και 135 του παρόντος Νόμου∙

(η) ανακοινώνει το όνομα και τη διεύθυνση του αντιπροσώπου για τον διακανονισμό των απαιτήσεων τον οποίο διορίζει σε άλλα κράτη μέλη, όπου αυτό εφαρμόζεται, σε περίπτωση που οι καλυπτόμενοι κίνδυνοι κατατάσσονται στον κλάδο ευθύνης από χερσαία αυτοκίνητα οχήματα (Κλάδος 10, Μέρος Α του Πρώτου Παραρτήματος Ι), πλην της ευθύνης του μεταφορέα∙

(θ) υποβάλλει πρόγραμμα δραστηριοτήτων, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 178 του παρόντος Νόμου∙

(ι) πληροί τις απαιτήσεις διακυβέρνησης που καθορίζονται στο Τμήμα 2 του Τέταρτου Κεφαλαίου του Μέρους ΙΙ του παρόντος Νόμου.

(2) Για τους σκοπούς του παρόντος Κεφαλαίου, ως "υποκατάστημα" νοείται κάθε μόνιμη παρουσία στη Δημοκρατία της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης τρίτης χώρας, η οποία λαμβάνει άδεια από τον Έφορο και ασκεί ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές δραστηριότητες.

Πρόγραμμα δραστηριοτήτων του υποκαταστήματος

178. (1) Το πρόγραμμα δραστηριοτήτων του υποκαταστήματος που προβλέπεται στην παράγραφο (θ), εδάφιο (1) του άρθρου 177 του παρόντος Νόμου περιλαμβάνει τα εξής:

(α) τη φύση των κινδύνων ή των υποχρεώσεων που προτίθεται να καλύψει η ασφαλιστική επιχείρηση∙

(β) τις κατευθυντήριες αρχές όσον αφορά την αντασφάλιση∙

(γ) τις προβλέψεις για τις μελλοντικές κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας, όπως προβλέπονται στο Τμήμα 4, του Έκτου Κεφαλαίου του παρόντος Νόμου βάσει του προβλεπόμενου ισολογισμού, καθώς και τη μέθοδο υπολογισμού που χρησιμοποιείται για να συναχθούν αυτές οι προβλέψεις∙

(δ) τις προβλέψεις για τις μελλοντικές ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις, όπως προβλέπονται στο Τμήμα 5 του Έκτου Κεφαλαίου, βάσει του προβλεπόμενου ισολογισμού, καθώς και τη μέθοδο υπολογισμού που χρησιμοποιείται για να συναχθούν αυτές οι προβλέψεις∙

(ε) την κατάσταση των επιλέξιμων ιδίων κεφαλαίων και των επιλέξιμων βασικών ιδίων κεφαλαίων της επιχείρησης όσον αφορά τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας και τις ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις, που προβλέπονται στα Τμήματα 4 και 5 του Έκτου Κεφαλαίου∙

(στ) τις προβλέψεις για τις δαπάνες δημιουργίας των διοικητικών υπηρεσιών και του δικτύου παραγωγής, τους χρηματοοικονομικούς πόρους που προορίζονται για την αντιμετώπισή τους και, εάν οι κίνδυνοι που πρέπει να καλυφθούν κατατάσσονται στον κλάδο βοήθειας (Κλάδος 18, Μέρος Α, Πρώτο Παράρτημα), τα διαθέσιμα μέσα για την παροχή της συνδρομής∙

(ζ) πληροφορίες σχετικά με τη δομή του συστήματος διακυβέρνησης.

(2) Επιπρόσθετα των απαιτήσεων του εδαφίου (1), το πρόγραμμα δραστηριοτήτων περιλαμβάνει τα πιο κάτω, για τις τρεις πρώτες εταιρικές χρήσεις:

(α) Τον προβλεπόμενο ισολογισμό∙

(β) τις προβλέψεις σχετικά με τους χρηματοοικονομικούς πόρους που προορίζονται να καλύψουν τις τεχνικές προβλέψεις, τις ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις και τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας∙

(γ) όσον αφορά την ασφάλιση Γενικής Φύσεως, το πρόγραμμα δραστηριοτήτων περιλαμβάνει επίσης τα εξής:

(i) τις προβλέψεις σχετικά με τα έξοδα διαχείρισης, εκτός των εξόδων εγκατάστασης, ιδίως τα τρέχοντα γενικά έξοδα και τις προμήθειες∙

(ii) τις προβλέψεις σχετικά με τα ασφάλιστρα ή τις εισφορές και τις αξιώσεις αποζημίωσης∙

(δ) όσον αφορά την ασφάλιση Ζωής, επίσης σχέδιο στο οποίο να εμφανίζονται λεπτομερώς οι προβλέψεις εσόδων και εξόδων τόσο για τις δραστηριότητες πρωτασφάλισης και τις αποδοχές αντασφάλισης, όσο και για τις εκχωρήσεις αντασφάλισης.

(3) Όσον αφορά την ασφάλιση Ζωής, ο Έφορος δύναται να απαιτεί από τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις να υποβάλλουν συστηματικά κοινοποίηση των τεχνικών στοιχείων βάσει των οποίων υπολογίζονται τα τιμολόγια των συμβάσεων και τις τεχνικές προβλέψεις, χωρίς η απαίτηση αυτή να συνιστά προϋπόθεση για την άσκηση των δραστηριοτήτων μιας ασφαλιστικής επιχείρησης.

Τεχνικές προβλέψεις

179. Ασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας έχει υποχρέωση όπως συστήνει επαρκείς τεχνικές προβλέψεις, προκειμένου να καλύπτει τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές υποχρεώσεις τις οποίες έχει αναλάβει στη Δημοκρατία και οι οποίες υπολογίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του Έκτου Κεφαλαίου Τμήμα 2, και όπως αποτιμά τα στοιχεία του ενεργητικού και του παθητικού σύμφωνα με τις διατάξεις του Έκτου Κεφαλαίου, Τμήμα 1 και να προσδιορίζουν τα ίδια κεφάλαια σύμφωνα με τις διατάξεις του Έκτου Κεφαλαίου, Τμήμα 3.

Κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας και ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις

180. (1) Υποκατάστημα ασφαλιστικής επιχείρησης τρίτης χώρας στη Δημοκρατία έχει υποχρέωση-

(α) Να διαθέτει ένα ποσό επιλέξιμων ιδίων κεφαλαίων, το οποίο συνίσταται τα στοιχεία που αναφέρονται στο εδάφιο (3) του άρθρου 113 του παρόντος Νόμου∙ και

(β) να υπολογίζει τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας και τις ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις σύμφωνα με τις διατάξεις των Τμημάτων 4 και 5 του Έκτου Κεφαλαίου του παρόντος Νόμου:

Νοείται ότι, για τον υπολογισμό των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας και των ελάχιστων κεφαλαιακών απαιτήσεων, όσον αφορά τόσον την ασφάλιση Ζωής όσο και την ασφάλιση Γενικής Φύσεως, λαμβάνονται υπόψη μόνο οι επιχειρηματικές δραστηριότητες που ασκούνται από το συγκεκριμένο υποκατάστημα.

(2) Το επιλέξιμο ποσό των βασικών ιδίων κεφαλαίων που απαιτούνται για την κάλυψη των ελάχιστων κεφαλαιακών απαιτήσεων και το απόλυτο κατώτατο όριο αυτών των ελάχιστων κεφαλαιακών απαιτήσεων συνιστώνται σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου (4) του άρθρου 104 του παρόντος Νόμου.

(3) Το επιλέξιμο ποσό των βασικών ιδίων κεφαλαίων δεν μπορεί να είναι κατώτερο του ενός δευτέρου του απολύτου κατωτάτου ορίου που προβλέπεται στην παράγραφο (δ) του εδαφίου (1) του άρθρου 136 του παρόντος Νόμου. Η εγγύηση της παραγράφου (στ) του εδαφίου (1) του άρθρου 177 συνυπολογίζεται στα επιλέξιμα βασικά ίδια κεφάλαια για την κάλυψη των ελάχιστων κεφαλαιακών απαιτήσεων.

(4) Τα στοιχεία του ενεργητικού που αποτελούν το αντίκρισμα των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας πρέπει να βρίσκονται μέχρι του ποσού των ελάχιστων κεφαλαιακών απαιτήσεων, στη Δημοκρατία, ενώ το πλεόνασμα οπουδήποτε στο εσωτερικό της Ένωσης.

Ευεργετήματα για ασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας με άδεια εγκατάστασης σε περισσότερα του ενός κράτη μέλη και η οποία επιλέγει τον Έφορο ως εποπτική της αρχή.

181. (1) Αναφορικά με ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις τρίτων χωρών που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος άρθρου ισχύουν και οι ακόλουθες διατάξεις:

(α) Εάν μια επιχείρηση που ασκεί ή προτίθεται να ασκήσει ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές εργασίες στη Δημοκρατία, ασκεί ή προτίθεται να ασκήσει παράλληλα τέτοιες εργασίες και σε ένα ή περισσότερα κράτη μέλη ο Έφορος δύναται, κατ’ αίτησή της να της χορηγήσει τα ευεργετήματα που προβλέπονται στην παράγραφο (δ) του παρόντος εδαφίου και τα οποία δύνανται να παραχωρηθούν μόνον όλα μαζί·

(β) η αίτηση για χορήγηση των ευεργετημάτων υποβάλλεται προς τον Έφορο και προς όλες τις αρμόδιες εποπτικές αρχές των κρατών μελών στα οποία η επιχείρηση αυτή ασκεί ή προτίθεται να ασκήσει ασφαλιστικές εργασίες·

(γ) ο Έφορος εκδίδει την απόφαση του προς χορήγηση των ευεργετημάτων εκ συμφώνου με τις λοιπές αρμόδιες εποπτικές αρχές, προς τις οποίες υποβλήθηκε η αίτηση·

(δ) τα ευεργετήματα συνίστανται στα ακόλουθα-

(i) Οι κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας που αναφέρονται στο άρθρο 180 του παρόντος Νόμου μπορούν να υπολογίζονται σε συνάρτηση με τη συνολική δραστηριότητα που ασκεί η επιχείρηση στο εσωτερικό της Ένωσης∙

(ii) η εγγύηση που προβλέπεται στην παράγραφο (στ) του εδαφίου (2) του άρθρου 177 μπορεί να κατατίθεται μόνον στο ένα από τα κράτη μέλη στα οποία ασκεί η επιχείρηση δραστηριότητες∙

(iii) τα στοιχεία του ενεργητικού που αποτελούν το αντίκρισμα των ελάχιστων κεφαλαιακών απαιτήσεων μπορούν να βρίσκονται, σύμφωνα με το άρθρο 141, σε οποιοδήποτε από τα κράτη μέλη, που η επιχείρηση ασκεί τη δραστηριότητά της.

(2) Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στην υποπαράγραφο (i) του εδαφίου (1), λαμβάνονται υπόψη, για τον υπολογισμό, μόνον οι εργασίες που πραγματοποιούνται από το σύνολο των υποκαταστημάτων που είναι εγκατεστημένα στο εσωτερικό της Ένωσης.

(3) Στην αίτηση που υποβάλλεται από την ασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας κατά τις διατάξεις του εδαφίου (1) του παρόντος άρθρου, καθορίζεται και η εποπτική αρχή, η οποία θα είναι αρμόδια για την εξακρίβωση της κατάστασης φερεγγυότητάς της για το σύνολο των εργασιών της στα κράτη μέλη στα οποία ασκεί ασφαλιστικές εργασίες και μετέχουν στη συμφωνία. Η επιλογή της εποπτικής αρχής ανήκει στην αιτήτρια ασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας, που αιτιολογεί στην αίτησή της την επιλογή της αυτή.

(4) Σε περίπτωση κατά την οποία η ασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας επιλέγει, κατά τα ανωτέρω, ως αρμόδια εποπτική αρχή τον Έφορο, θα ισχύουν τα ακόλουθα-

(α) η εγγύηση που προβλέπεται στο εδάφιο (ε) του εδαφίου (1) του άρθρου 177, κατατίθεται στην αρμόδια αρχή της Δημοκρατίας∙

(β) ο Έφορος χορηγεί το ειδικό καθεστώς που προβλέπονται στην παράγραφο (δ) του εδαφίου (1) και ανακοινώνει στις λοιπές εποπτικές αρχές ότι θα εποπτεύει την κατάσταση φερεγγυότητας της επιχείρησης για το σύνολο των εργασιών της στα κράτη μέλη ·

(γ) ο Έφορος αναζητεί και λαμβάνει από τις εποπτικές αρχές των άλλων κρατών μελών τις αναγκαίες πληροφορίες για την εξακρίβωση της συνολικής φερεγγυότητας των υποκαταστημάτων της επιχείρησης που είναι εγκατεστημένα στο έδαφός τους.

(5) Τα ευεργετήματα του παρόντος άρθρου παράγουν αποτελέσματα από την ημερομηνία κατά την οποία ο Έφορος πληροφορεί τις άλλες εποπτικές αρχές ότι ανέλαβε την υποχρέωση να ελέγχει τη φερεγγυότητα των υποκαταστημάτων της επιχείρησης που είναι εγκατεστημένα εντός της Ένωσης για το σύνολο των εργασιών τους ή από την ημερομηνία κατά την οποία ο Έφορος ενημερώνεται από την επιλεγείσα από την ασφαλιστική επιχείρηση εποπτική αρχή, ανάλογα με την περίπτωση.

(6) Τα προβλεπόμενα στο παρόν άρθρο ευεργετήματα καταργούνται συγχρόνως από όλα τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη, κατόπιν σχετικού αιτήματος ενός ή περισσοτέρων από αυτά.

Λογιστικά, στοιχεία άσκησης ελέγχου, στατιστικά στοιχεία και επιχειρήσεις σε οικονομική δυσχέρεια

182. (1) Για τους σκοπούς του παρόντος Τμήματος, εφαρμόζονται το άρθρο 31, το εδάφιο (3) του άρθρου 146 και τα άρθρα 147 και 148 του παρόντος Νόμου.

(2) Για την εφαρμογή των άρθρων 144 μέχρι 146 του παρόντος Νόμου, στην περίπτωση ασφαλιστικής επιχείρησης τρίτης χώρας που απολαύει των ευεργετημάτων που προβλέπονται στα εδάφια (1) μέχρι (5) του άρθρου 181, η εποπτική αρχή η οποία επιλέγεται από την επιχείρηση σύμφωνα με τις διατάξεις του εν λόγω άρθρου, εξομοιώνεται με την εποπτική αρχή του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου βρίσκεται η έδρα ασφαλιστικής επιχείρησης.

Διαχωρισμός δραστηριοτήτων ασφάλισης Ζωής και Γενικής Φύσεως

183. (1) Τα υποκαταστήματα που αναφέρονται στο παρόν Τμήμα δεν δύνανται να ασκούν ταυτοχρόνως δραστηριότητες ασφάλισης Ζωής και Γενικής Φύσεως στη Δημοκρατία.

(2) Κατά παρέκκλιση από το εδάφιο (1), τα υποκαταστήματα που αναφέρονται στο παρόν Τμήμα, τα οποία κατά τη σχετική ημερομηνία που αναφέρεται στο εδάφιο (2) του άρθρου 75, ασκούσαν ταυτοχρόνως και τις δύο αυτές δραστηριότητες στη Δημοκρατία, δύνανται να συνεχίζουν την ταυτόχρονη αυτή άσκηση, υπό τον όρο ότι καθεμιά από αυτές τις δραστηριότητες τελεί υπό χωριστή διαχείριση, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 76 του παρόντος Νόμου.

(3) Όταν ο Έφορος επιβάλει στις Κυπριακές ασφαλιστικές επιχειρήσεις την υποχρέωση να παύσουν την ταυτόχρονη άσκηση των δραστηριοτήτων που ασκούσαν κατά τη σχετική ημερομηνία που αναφέρεται στο εδάφιο (5) του άρθρου 75 του παρόντος Νόμου, επιβάλλει την υποχρέωση αυτή και στα υποκαταστήματα του παρόντος Τμήματος, που είναι εγκατεστημένα στη Δημοκρατία και ασκούν ταυτοχρόνως και τις δύο αυτές δραστηριότητες.

(4) Τα υποκαταστήματα του παρόντος Τμήματος, των οποίων η επιχείρηση της έδρας ασκεί ταυτοχρόνως και τις δύο δραστηριότητες και τα οποία στη σχετική ημερομηνία που αναφέρεται στο εδάφιο (2) του άρθρου 75 ασκούσαν στη Δημοκρατία μόνον δραστηριότητες ασφάλισης Ζωής, δύνανται να συνεχίζουν τις δραστηριότητές τους, και, εφόσον η επιχείρηση επιθυμεί να ασκήσει δραστηριότητες ασφάλισης Γενικής Φύσεως, δύναται στο εξής να ασκεί τις δραστηριότητες ασφάλισης Ζωής μόνο μέσω θυγατρικής εταιρείας.

Ανάκληση, λήξη ή τροποποίηση άδειας ασφαλιστικής επιχείρησης τρίτης χώρας με υποκατάστημα στη Δημοκρατία

184. Οι διατάξεις των άρθρων 27 και 28 του παρόντος Νόμου, αναφορικά με την απόρριψη αίτησης ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης για χορήγηση άδειας ασκήσεως ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών εργασιών ή άδειας για επέκταση των εργασιών τους σε άλλο κλάδο, καθώς και οι διατάξεις των άρθρων 151 μέχρι και 157 του παρόντος Νόμου, αναφορικά με την ανάκληση, περιορισμό ή τροποποίηση της άδειας άσκησης ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών εργασιών ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, εφαρμόζονται κατ΄αναλογία σε σχέση με την ανάκληση, λήξη ή τροποποίηση της άδειας ασκήσεως ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών εργασιών ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης τρίτης χώρας.

Ανάκληση της άδειας των επιχειρήσεων με άδεια εγκατάστασης σε περισσότερα του ενός κράτη μέλη

185. (1) Σε περίπτωση ανάκλησης τις άδειας ασκήσεως ασφαλιστικών εργασιών από την εποπτική αρχή που αναφέρεται στο εδάφιο (3) του άρθρου 181 του παρόντος Νόμου, αυτή πληροφορεί σχετικά τις εποπτικές αρχές των άλλων κρατών μελών, όπου η επιχείρηση ασκεί τη δραστηριότητά της και οι αρχές αυτές λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα.

(2) Σε περίπτωση που η απόφαση ανάκλησης της άδειας έχει ως αιτιολογία την ανεπάρκεια της συνολικής φερεγγυότητας της επιχείρησης, όπως αυτή καθορίζεται στη συμφωνία για παραχώρηση ευεργετημάτων του άρθρου 181, τα κράτη μέλη που μετέχουν σε αυτή προβαίνουν επίσης στην ανάκληση της άδειας που έχουν παραχωρήσει.

Εφαρμογή του παρόντος Τμήματος και συμφωνίες με τρίτες χώρες

186. Οι διατάξεις του παρόντος Τμήματος εφαρμόζονται με την επιφύλαξη τυχόν διαφορετικών ρυθμίσεων που δυνατό να περιλαμβάνονται σε συμφωνίες που συνομολογεί η Ένωση με μία ή περισσότερες τρίτες χώρες, προκειμένου να διασφαλίζει, υπό τον όρο της αμοιβαιότητας, επαρκή προστασία των αντισυμβαλλομένων και των δικαιούχων των κρατών μελών.

ΤΜΗΜΑ 2 - ΑΝΤΑΣΦΑΛΙΣΗ
Ισοδυναμία σε σχέση με τις επιχειρήσεις αντασφάλισης

187. (1) Σε περίπτωση που το καθεστώς φερεγγυότητας τρίτης χώρας έχει κριθεί ισοδύναμο με το καθεστώς της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 172 της εν λόγω Οδηγίας, οι αντασφαλιστικές συμβάσεις που συνάπτονται με επιχειρήσεις, των οποίων η εταιρική έδρα βρίσκεται στη συγκεκριμένη τρίτη χώρα, εξομοιώνονται με τις αντασφαλιστικές συμβάσεις που συνάπτονται με επιχειρήσεις οι οποίες έχουν λάβει άδεια σύμφωνα με τον παρόντα Νόμο.

(2) Οι διατάξεις του εδαφίου (1) ισχύουν και στην περίπτωση τρίτων χωρών, το καθεστώς φερεγγυότητας των οποίων έχει κριθεί προσωρινά ισοδύναμο σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 172 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ.

Απαγόρευση ενεχυρίασης περιουσιακών στοιχείων

188. Σε περίπτωση που ο αντασφαλιστής είναι ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας με εταιρική έδρα σε τρίτη χώρα, το καθεστώς φερεγγυότητας της οποίας κρίνεται ισοδύναμο με το καθεστώς της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ και του παρόντος Νόμου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 172 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ, για τη σύσταση των τεχνικών προβλέψεων, δεν απαιτείται η ενεχυρίαση περιουσιακών στοιχείων για την κάλυψη των προβλέψεων για μη δεδουλευμένα ασφάλιστρα και εκκρεμείς αξιώσεις αποζημίωσης.

Αρχές και όροι άσκησης αντασφαλιστικών δραστηριοτήτων

189. Η άσκηση αντασφαλιστικών δραστηριοτήτων από αντασφαλιστικές επιχειρήσεις τρίτης χώρας, που αναλαμβάνουν ή ασκούν δραστηριότητες αντασφάλισης στη Δημοκρατία, διέπεται από τις ίδιες διατάξεις με αυτές που ισχύουν για τις κυπριακές αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που ασκούν αντασφαλιστική δραστηριότητα στη Δημοκρατία.

Συμφωνίες Ε.Ε. με τρίτες χώρες

190. Οι διατάξεις του παρόντος Νόμου αναφορικά με αντασφαλιστικές επιχειρήσεις τρίτων χωρών, εφαρμόζονται υπό την επιφύλαξη τυχόν συμφωνιών που διαπραγματεύεται η Επιτροπή μεταξύ της Ένωσης και τρίτων χωρών σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 175 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ.

Ανάκληση της άδειας ασκήσεως αντασφαλιστικών εργασιών από αντασφαλιστικές επιχειρήσεις τρίτης χώρας

191. Οι διατάξεις των άρθρων 151 μέχρι 157 του παρόντος Νόμου αναφορικά με την ανάκληση, περιορισμό ή τροποποίηση της άδειας άσκησης αντασφαλιστικών εργασιών αντασφαλιστικής επιχείρησης εφαρμόζονται κατ΄αναλογία σε σχέση με την ανάκληση, λήξη ή τροποποίηση της άδειας ασκήσεως αντασφαλιστικών εργασιών αντασφαλιστικής επιχείρησης τρίτης χώρας.

ΔΕΚΑΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΘΥΓΑΤΡΙΚΕΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΑΝΤΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ ΠΟΥ ΔΙΕΠΟΝΤΑΙ ΑΠΟ ΤΟ ΔΙΚΑΙΟ ΤΡΙΤΗΣ ΧΩΡΑΣ ΚΑΙ ΑΠΟΚΤΗΣΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗΣ ΑΠΟ ΤΙΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΑΝΤΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ
Ενημέρωση της Επιτροπής από τον Έφορο

192. (1) Ο Έφορος ενημερώνει την Επιτροπή, την EIOPA και τις εποπτικές αρχές των άλλων κρατών μελών για κάθε άδεια λειτουργίας που παραχωρεί σε μια άμεσα ή έμμεσα θυγατρική μιας ή περισσοτέρων μητρικών επιχειρήσεων που διέπονται από το δίκαιο τρίτης χώρας, αναφέρονται επίσης τη δομή του σχετικού ομίλου.

(2) Όταν μια επιχείρηση που διέπεται από το δίκαιο τρίτης χώρας αποκτά συμμετοχή σε ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση η οποία έχει λάβει άδεια στη Δημοκρατία και η οποία, με τον τρόπο αυτό, καθίσταται θυγατρική αυτής της επιχείρησης τρίτης χώρας, ο Έφορος ενημερώνει την Επιτροπή, την EIOPA και τις εποπτικές αρχές των άλλων κρατών μελών.

Στάση των τρίτων χωρών έναντι των Κυπριακών ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων

193. Ο Έφορος ενημερώνει την Επιτροπή και την EIOPA σχετικά με τις γενικής φύσεως δυσκολίες που συναντούν οι Κυπριακές ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις κατά την εγκατάσταση και λειτουργία τους, ή την άσκηση δραστηριοτήτων σε τρίτη χώρα.

ΕΝΔΕΚΑΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΜΕΤΑΒΙΒΑΣΗ ΧΑΡΤΟΦΥΛΑΚΙΩΝ
Ερμηνεία

194. Για τους σκοπούς του παρόντος Κεφαλαίου, εκτός εάν από το κείμενο προκύπτει διαφορετική έννοια-

«Εκδοχέας» σημαίνει ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση στην οποία ο εκχωρητής προτίθεται να μεταβιβάσει το σύνολο ή μέρος του χαρτοφυλακίου του∙

«εκχωρητής» σημαίνει ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση η οποία προτίθεται να μεταβιβάσει το σύνολο ή μέρος του χαρτοφυλακίου της σε άλλη ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση.

ΤΜΗΜΑ 1 - ΜΕΤΑΒΙΒΑΣΗ ΧΑΡΤΟΦΥΛΑΚΙΟΥ ΑΣΦΑΛΙΣΤΗΡΙΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΖΩΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗΣ ΣΕ ΑΛΛΗ ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ
Μεταβίβαση χαρτοφυλακίου ασφαλιστηρίων ασφάλισης Ζωής Κυπριακής ασφαλιστικής επιχείρησης σε άλλη Κυπριακή ασφαλιστική επιχείρηση

195. (1) Δεν επιτρέπεται η μεταβίβαση του συνόλου ή μέρους του χαρτοφυλακίου ασφαλιστηρίων ασφάλισης Ζωής Κυπριακής ασφαλιστικής επιχείρησης προς άλλη Κυπριακή ασφαλιστική επιχείρηση, εκτός εάν η συμφωνία προς μεταβίβαση εγκριθεί με δικαστικό διάταγμα που εκδίδεται κατά τα οριζόμενα στις διατάξεις του Τμήματος αυτού.

(2) Σε περίπτωση κατά την οποία ο εκχωρητής προτίθεται να μεταβιβάσει το σύνολο ή μέρος του χαρτοφυλακίου ασφαλιστηρίων της ασφάλισης Ζωής, που καλύπτουν ασφαλιστικές υποχρεώσεις εντός της Δημοκρατίας, σε εκδοχέα, υποβάλλεται αίτηση στο Δικαστήριο προς έκδοση διατάγματος για έγκριση της σκοπούμενης μεταβίβασης, από το διοικητικό συμβούλιο του εκχωρητή ή/και του εκδοχέα.

(3) Μέσα σε προθεσμία δεκαπέντε το πολύ ημερών από την υποβολή της αιτήσεως κατά τα ανωτέρω, ο εκχωρητής καταθέτει στον Έφορο αντίγραφο της αιτήσεως για έκδοση δικαστικού διατάγματος και αντίγραφο κάθε άλλου εγγράφου, που προβλέπεται στα εδάφια (1) και (2) του άρθρου 196 του παρόντος Νόμου.

(4) Ανεξάρτητα από οποιεσδήποτε αντίθετες διατάξεις στη συμφωνία μεταβίβασης που κατατίθεται στο Δικαστήριο, αυτή καλύπτει και κάθε ασφαλιστήριο που εκδόθηκε από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης στο Δικαστήριο και μέχρι την έκδοση διατάγματος από το Δικαστήριο, νοουμένου ότι ο δικαιούχος ενημερώθηκε γραπτώς για την υποβολή της αίτησης μεταβίβασης χαρτοφυλακίου ενώπιον Δικαστηρίου πριν τη σύναψη του ασφαλιστηρίου.

Έγγραφα που συνυποβάλλονται με την αίτηση προς έκδοση δικαστικού διατάγματος

196. (1) Με την αίτηση προς έκδοση δικαστικού διατάγματος συνυποβάλλονται τα ακόλουθα έγγραφα-

(α) Έκθεση ανεξάρτητου αναλογιστή, άλλου από τον αναλογιστή του εκχωρητή ή του εκδοχέα, σε σχέση με τους όρους της σκοπούμενης μεταβίβασης, στην οποία ο ανεξάρτητος αυτός αναλογιστής εκφράζει σαφώς και επαρκώς την άποψή του αναφορικά με τις ενδεχόμενες πιθανές επιπτώσεις της μεταβίβασης στους υφιστάμενους ασφαλισμένους του εκχωρητή και του εκδοχέα·

(β) βεβαίωση του Εφόρου ότι ο εκδοχέας, θα διαθέτει τα αναγκαία επιλέξιμα ίδια κεφάλαια για την κάλυψη των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας, αφού ληφθεί υπόψη και η σκοπούμενη μεταβίβαση∙

(γ) βεβαίωση του Εφόρου ως προς το κατά πόσο ο εκχωρητής ή εκδοχέας ασκούν ασφαλιστικές εργασίες σε άλλα κράτη μέλη υπό καθεστώς ελεύθερης εγκατάστασης ή παροχής υπηρεσιών∙

(δ) πιστοποιημένα αντίγραφα των καταστάσεων ενεργητικού και παθητικού του εκχωρητή και του εκδοχέα, συνοδευόμενα από κατάσταση που καταδεικνύει τη φύση και τους όρους της μεταβίβασης·

(ε) πιστοποιημένο αντίγραφο της συμφωνίας δυνάμει της οποίας θα συντελεστεί η μεταβίβαση∙

(στ) πιστοποιημένα αντίγραφα της έκθεσης του ανεξάρτητου αναλογιστή, καθώς και οποιαδήποτε άλλη έκθεση ή έγγραφο στο οποίο βασίζεται η συμφωνία· και

(ζ) ένορκο δήλωση του προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου και του Διευθύνοντος Συμβούλου ή/και του Γενικού Διευθυντή του εκχωρητή και του εκδοχέα ότι, εξ όσων οι ίδιοι γνωρίζουν και πιστεύουν, στις εν λόγω εκθέσεις περιλαμβάνονται όλες ανεξαιρέτως οι πληρωμές οι οποίες έγιναν ή μέλλουν να γίνουν προς οποιοδήποτε πρόσωπο ένεκα της μεταβίβασης, και ότι πέραν αυτών δεν οφείλεται οτιδήποτε άλλο.

(2) Το Δικαστήριο δεν επιλαμβάνεται της αιτήσεως, εκτός εάν ικανοποιηθεί ότι τηρήθηκαν οι ακόλουθες διατάξεις

(α) Υπήρξε δημοσίευση σε δύο ημερήσιες εφημερίδες παγκύπριας ευρείας κυκλοφορίας, στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας και γνωστοποίηση στην ιστοσελίδα της Υπηρεσίας, στην οποία αναφέρεται ότι υποβλήθηκε αίτηση στο Δικαστήριο προς έγκριση της μεταβίβασης, η διεύθυνση των γραφείων του εκχωρητή και του εκδοχέα, καθώς και ο χρόνος και ο τόπος κατά τον οποίο θα είναι διαθέσιμα στο κοινό αντίγραφα της συμφωνίας που προβλέπεται στην παράγραφο (γ) του παρόντος εδαφίου αυτού:

Νοείται ότι, σε περίπτωση που ο Έφορος βεβαιώνει ότι ο εκχωρητής ή ο εκδοχέας ασκούν ασφαλιστικές εργασίες σε άλλα κράτη μέλη υπό καθεστώς ελεύθερης εγκατάστασης ή παροχής υπηρεσιών, το Δικαστήριο δύναται να διατάξει, εφόσον κρίνει αυτό σκόπιμο, τη δημοσίευση της γνωστοποίησης και σε εφημερίδες άλλων κρατών μελών.

(β) έχει αποσταλεί έκθεση στην οποία εμφαίνονται οι όροι της σκοπούμενης μεταβίβασης, συνοδευόμενη από την έκθεση του ανεξάρτητου αναλογιστή προς όλους ανεξαιρέτως τους κατόχους ασφαλιστηρίων του εκχωρητή και του εκδοχέα, καθώς και προς κάθε άλλο πρόσωπο που διεκδικεί δικαίωμα σε ασφαλιστήριο και το οποίο υπέβαλε εγγράφως τη σχετική αξίωσή του προς τον εκχωρητή, εκτός εάν το Δικαστήριο αποφασίσει άλλως πως· και

(γ) έχει εκτεθεί στα γραφεία του εκχωρητή και του εκδοχέα, για περίοδο τριάντα τουλάχιστον ημερών από την τελευταία δημοσίευση της προβλεπόμενης στην παράγραφο (α) του εδαφίου αυτού γνωστοποίησης, η συμφωνία σε σχέση με τη σκοπούμενη μεταβίβαση, προς το σκοπό επιθεώρησής της από τους κατόχους ασφαλιστηρίων και τους μετόχους των δύο μερών της συμφωνίας∙

(δ) Οι κάτοχοι ασφαλιστηρίων, οι μέτοχοι των επιχειρήσεων που αποτελούν τα μέρη της συμφωνίας, καθώς και οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο έχει έννομο συμφέρον, δύνανται να καταχωρούν ένσταση στη παραχώρηση του αιτούμενου διατάγματος έγκρισης της μεταβίβασης μέσα σε προθεσμία εξήντα ημερών από την τελευταία δημοσίευση της προβλεπόμενης στην παράγραφο (α) γνωστοποίησης.

Έκδοση δικαστικού διατάγματος

197. (1) Το Δικαστήριο, εφ’ όσον ικανοποιηθεί ότι κατατέθηκαν τα έγγραφα και τηρήθηκαν οι προϋποθέσεις που καθορίζονται στο άρθρο 196 του παρόντος Νόμου, προβαίνει στην εξέταση της αιτήσεως, ακούει τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου των δύο μερών της συμφωνίας, τον Έφορο, και οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο που έχει υποβάλει ένσταση στη σκοπούμενη μεταβίβαση ή που κρίνει σκόπιμο, υπό την επιφύλαξη των επόμενων διατάξεων του παρόντος άρθρου, να ακούσει, νοουμένου ότι οι ενστάσεις έχουν προβληθεί ενώπιόν του από πρόσωπα που έχουν έννομο συμφέρον και, εφόσον κρίνει αβάσιμες τις εγειρόμενες ενώπιόν του ενστάσεις, εκδίδει δικαστικό διάταγμα με το οποίο εγκρίνεται η συμφωνία.

(2) Το Δικαστήριο δεν εκδίδει διάταγμα προς έγκριση της συμφωνίας μεταβίβασης, εκτός εάν ικανοποιηθεί ότι ο εκδοχέας κατέχει, ή πριν την έκδοση του διατάγματος θα κατέχει, άδεια δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου προς άσκηση ασφαλιστικών εργασιών στον κλάδο ή στους κλάδους στους οποίους αναφέρεται η συναφθείσα συμφωνία.

(3) Το Δικαστήριο δεν εκδίδει διάταγμα προς έγκριση της συμφωνίας μεταβίβασης, εάν αποδειχθεί ενώπιόν του ότι αντιτίθενται στη σκοπούμενη μεταβίβαση οι κάτοχοι ασφαλιστηρίων, που αντιπροσωπεύουν το ένα δέκατο τουλάχιστον των ολικών ασφαλισμένων από τον εκχωρητή ποσών.

Θέματα που δύνανται να ρυθμιστούν με δικαστικό διάταγμα

198. (1) Το δικαστικό διάταγμα που εκδίδεται κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 197 του παρόντος Νόμου, ή οποιοδήποτε μεταγενέστερο δικαστικό διάταγμα, δύναται να ρυθμίσει όλα ή ορισμένα από τα ακόλουθα θέματα-

(α) τη μεταφορά στον εκδοχέα όλης ή μέρους της επιχειρηματικής δραστηριότητας, καθώς και των στοιχείων του παθητικού ή του ενεργητικού του εκχωρητή·

(β) την κατανομή, διαμοιρασμό ή διάθεση από τον εκδοχέα οποιωνδήποτε μετοχών, ομολόγων, ασφαλιστηρίων ή οποιωνδήποτε παρόμοιων συμφερόντων του εκδοχέα, τα οποία σύμφωνα με τη συμφωνία μεταβίβασης θα κατανεμηθούν, διαμοιρασθούν ή διατεθούν από τον εκδοχέα προς οποιοδήποτε πρόσωπο ή προς όφελος τέτοιου προσώπου·

(γ) τη συνέχιση από ή κατά του εκδοχέα οποιωνδήποτε εκκρεμουσών νομικών διαδικασιών που έχουν εγερθεί από ή κατά του εκχωρητή·

(δ) τη διάλυση, χωρίς προηγούμενη εκκαθάριση, του εκχωρητή·

(ε) άλλα παρεμφερή, επακόλουθα ή επιπρόσθετα θέματα των οποίων η ρύθμιση κρίνεται αναγκαία, ώστε να διασφαλίζεται ότι η μεταβίβαση θα ολοκληρωθεί πλήρως και αποτελεσματικά.

(2) Σε περίπτωση κατά την οποία το δικαστικό διάταγμα προβλέπει τη μεταφορά στοιχείων ενεργητικού ή παθητικού, το ενεργητικό θα μεταβιβασθεί, δυνάμει του διατάγματος, και θα περιέλθει στην κατοχή του εκδοχέα και τα στοιχεία του παθητικού θα μεταβιβασθούν δυνάμει του διατάγματος και θα καταστούν στοιχεία του παθητικού του και σε περίπτωση μεταβίβασης οποιωνδήποτε στοιχείων του ενεργητικού από τον εκχωρητή στον εκδοχέα, και νοουμένου ότι το διάταγμα προβλέπει σχετικά, τα μεταβιβαζόμενα στοιχεία ενεργητικού θα είναι ελεύθερα οποιασδήποτε υποθήκης ή επιβάρυνσης η οποία δυνάμει της μεταβίβασης θα παύει να υφίσταται.

(3) Για τους σκοπούς οποιασδήποτε διάταξης της κειμένης νομοθεσίας που απαιτεί την παράδοση πιστοποιητικού μεταβίβασης ως προϋπόθεση για την εγγραφή μεταβίβασης οποιουδήποτε στοιχείου ενεργητικού, διάταγμα το οποίο εκδίδεται δυνάμει του άρθρου αυτού θα υπέχει τη θέση πιστοποιητικού μεταβίβασης.

(4) Στο παρόν άρθρο, ο όρος “στοιχείο ενεργητικού” περιλαμβάνει περιουσία και οποιασδήποτε φύσεως δικαιώματα, ο όρος “στοιχείο παθητικού” περιλαμβάνει υποχρεώσεις και οι όροι “μετοχές” και “ομόλογα” έχουν την έννοια που αποδίδει στους όρους αυτούς ο περί Εταιρειών Νόμος.

Έγγραφα που κατατίθενται στον Έφορο σε σχέση με τη μεταβίβαση

199. (1) Ο εκδοχέας, μέσα σε προθεσμία δέκα ημερών από την έκδοση δικαστικού διατάγματος με το οποίο εγκρίνεται η συμφωνία μεταβίβασης, οφείλει να καταθέσει στον Έφορο τα έγγραφα του εδαφίου (1) του άρθρου 196 του παρόντος Νόμου και το δικαστικό διάταγμα που εγκρίνει τη μεταβίβαση.

(2) Με την κατάθεση των πιο πάνω εγγράφων καταβάλλεται το καθορισμένο τέλος.

(3) Ο Έφορος, μετά την κοινοποίηση των πιο πάνω εγγράφων, μεριμνά για τη δημοσίευση του σχετικού δικαστικού διατάγματος στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, σε δύο ημερήσιες παγκύπριες εφημερίδες ευρείας κυκλοφορίας και στην ιστοσελίδα της Υπηρεσίας:

Νοείται ότι η συμφωνία μεταβίβασης παράγει αποτελέσματα από τη δημοσίευση του δικαστικού διατάγματος από τον Έφορο στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας.

(4) Παράβαση των διατάξεων του εδαφίου (1), συνιστά ποινικό αδίκημα τιμωρούμενο με χρηματική ποινή μέχρι σαράντα χιλιάδες ευρώ.

Μεταβίβαση χαρτοφυλακίου από κυπριακή ασφαλιστική επιχείρηση με εγκατάσταση σε άλλο κράτος μέλος σε άλλη κυπριακή επιχείρηση με τέτοια εγκατάσταση

200. Οι διατάξεις του παρόντος Τμήματος εφαρμόζονται και σε σχέση με την μεταβίβαση χαρτοφυλακίου από Κυπριακή ασφαλιστική επιχείρηση με εγκατάσταση σε άλλο κράτος μέλος σε Κυπριακή ασφαλιστική επιχείρηση με εγκατάσταση σε άλλο κράτος μέλος.

ΤΜΗΜΑ 2 - ΜΕΤΑΒΙΒΑΣΗ ΧΑΡΤΟΦΥΛΑΚΙΟΥ ΑΣΦΑΛΙΣΤΗΡΙΩΝ ΚΛΑΔΟΥ ΓΕΝΙΚΗΣ ΦΥΣΕΩΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΣΕ ΑΛΛΗ ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ
Μεταβίβαση χαρτοφυλακίου ασφαλιστηρίων ασφάλισης Γενικής Φύσεως κυπριακής ασφαλιστικής επιχείρησης σε άλλη κυπριακή ασφαλιστική επιχείρηση και μεταβίβαση χαρτοφυλακίου αντασφαλιστικών εργασιών αντασφάλισης Γενικής Φύσεως ή ανταφάλισης Ζωής ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης σε άλλη ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση

201. (1) Δεν επιτρέπεται η μεταβίβαση του χαρτοφυλακίου ασφαλιστηρίων ασφάλισης Γενικής Φύσεως κυπριακής ασφαλιστικής επιχείρησης προς άλλη κυπριακή ασφαλιστική επιχείρηση, ή η μεταβίβαση χαρτοφυλακίου αντασφαλιστικών εργασιών αντασφάλισης Γενικής Φύσεως ή αντασφάλισης Ζωής ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, ανάλογα με την περίπτωση, σε άλλη ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, εκτός εάν η μεταβίβαση εγκριθεί με απόφαση του Εφόρου, που εκδίδεται κατά τα οριζόμενα στις επόμενες διατάξεις του παρόντος Τμήματος.

(2) Σε περίπτωση κατά την οποία:

(α) Ο εκχωρητής, προτίθεται να μεταβιβάσει το σύνολο ή μέρος του χαρτοφυλακίου ασφαλιστηρίων ασφάλισης Γενικής Φύσεως, που καλύπτουν ασφαλιστικούς κινδύνους εντός της Δημοκρατίας, στον εκδοχέα∙ ή

(β) ο εκχωρητής, προτίθεται να μεταβιβάσει το σύνολο ή μέρος του χαρτοφυλακίου αντασφαλιστικών εργασιών αντασφάλισης Γενικής Φύσεως ή αντασφάλισης Ζωής στον εκδοχέα,

ο εκδοχέας υποβάλλει αίτηση στον Έφορο προς έγκριση της συμφωνίας μεταβίβασης.

(3) Σε περίπτωση μεταβίβασης χαρτοφυλακίου αντασφαλιστικών εργασιών αντασφάλισης Γενικής Φύσεως ή αντασφάλισης Ζωής ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης σε άλλη ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, με την προβλεπόμενη στο εδάφιο (2) αίτηση, υποβάλλεται και έκθεση ανεξάρτητου αναλογιστή, άλλου από τον αναλογιστή του εκχωρητή ή του εκδοχέα, σε σχέση με τους όρους της σκοπούμενης μεταβίβασης, στην οποία ο αναλογιστής αυτός εκφράζει σαφώς και επαρκώς τις απόψεις του αναφορικά με τις ενδεχόμενες πιθανές επιπτώσεις της μεταβίβασης στους υφιστάμενους ασφαλισμένους του εκχωρητή και του εκδοχέα.

(4) Με την προβλεπόμενη στο εδάφιο (2) αίτηση καταβάλλεται και το καθορισμένο τέλος.

Διαδικασία που προηγείται της εξέτασης της αιτήσεως

202. (1) Ο Έφορος δεν επιλαμβάνεται της αιτήσεως για έγκριση της συμφωνίας μεταβίβασης, εκτός εάν ικανοποιηθεί ότι τηρήθηκαν οι ακόλουθες διαδικασίες-

(α) η αίτηση δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, σε δύο ημερήσιες παγκύπριες εφημερίδες ευρείας κυκλοφορίας και γνωστοποίηση στην ιστοσελίδα της Υπηρεσίας, στην οποία αναφέρεται ότι υποβλήθηκε στον Έφορο αίτηση για έγκριση της συμφωνίας μεταβίβασης, η διεύθυνση των γραφείων του εκχωρητή και του εκδοχέα, καθώς και ο χρόνος κατά τον οποίο θα είναι διαθέσιμα στο κοινό προς επιθεώρηση αντίγραφα της κατάστασης, που προβλέπεται στην παράγραφο (γ) του εδαφίου αυτού:

Νοείται ότι, σε περίπτωση που ο εκχωρητής ή εκδοχέας ασκούν ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές εργασίες σε άλλα κράτη μέλη υπό καθεστώς ελεύθερης εκγατάστασης ή παροχής υπηρεσιών, ο Έφορος δυνατό να επιβάλει τη δημοσίευση της γνωστοποίησης και σε εφημερίδες άλλων κρατών μελών.

(β) έχει αποσταλεί αντίγραφο της πιο πάνω γνωστοποίησης προς όλους ανεξαιρέτως τους επηρεαζόμενους ασφαλισμένους, καθώς και προς κάθε άλλο πρόσωπο που διεκδικεί δικαίωμα σε ασφαλιστήριο, το οποίο περιλαμβάνεται στη συμφωνία μεταβίβασης, το οποίο υπέβαλε εγγράφως τη σχετική αξίωσή του προς τον εκχωρητή, εκτός εάν ο Έφορος αποφασίσει διαφορετικά, νοουμένου ότι διασφαλίζονται τα συμφέροντα των δικαιούχων· και

(γ) έχει εκτεθεί στα γραφεία του εκχωρητή και του εκδοχέα, για περίοδο τριάντα τουλάχιστον ημερών από την τελευταία δημοσίευση της προβλεπόμενης στην παράγραφο (α) γνωστοποίησης, κατάσταση με στοιχεία σε σχέση με τη σκοπούμενη μεταβίβαση, της οποίας το περιεχόμενο εγκρίθηκε ήδη από τον Έφορο, προς το σκοπό επιθεώρησής της από οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο.

(2) Η γνωστοποίηση που προβλέπεται στην παράγραφο (α) του προηγούμενου εδαφίου, θα επισημαίνει το δικαίωμα κάθε ενδιαφερομένου προσώπου προς υποβολή γραπτών παραστάσεων στον Έφορο μέσα σε τακτή προθεσμία εξήντα τουλάχιστον ημερών από την ημερομηνία της πρώτης δημοσίευσης της γνωστοποίησης.

(3) Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, ένας ασφαλισμένος λογίζεται “επηρεαζόμενος ασφαλισμένος”, σε σχέση με σκοπούμενη μεταβίβαση, εάν

(α) το ασφαλιστήριό του συγκαταλέγεται στις μεταβιβαζόμενες εργασίες· ή

(β) το ασφαλιστήριό του έχει εκδοθεί από τον εκχωρητή και ο Έφορος έχει διαπιστώσει, μετά από σχετική συνεννόηση με τον εκχωρητή, ότι κατά την άποψή του τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις του ασφαλισμένου δυνάμει του ασφαλιστηρίου, αναμένεται ή ενδέχεται να επηρεασθούν αρνητικά σε σημαντικό βαθμό από τη μεταβίβαση.

Προϋποθέσεις για την έγκριση της αιτήσεως

203. (1) Ο Έφορος πριν εκδώσει την απόφασή του επί της αιτήσεως, εξετάζει τις γραπτές παραστάσεις, που υποβλήθηκαν έγκαιρα προς αυτόν, κατά τα οριζόμενα στο εδάφιο (2) του προηγούμενου άρθρου.

(2) Ο Έφορος δεν εγκρίνει την αίτηση, εκτός εάν ικανοποιηθεί ότι συντρέχουν όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις-

(α) κάθε ασφαλιστήριο που περιλαμβάνεται στη συμφωνία μεταβίβασης, επιμαρτυρεί τη σύναψη συμβάσεως, η οποία καταρτίστηκε πριν από την ημερομηνία υποβολής της αιτήσεως και η οποία επιβάλλει στον εκχωρητή υποχρεώσεις, η εκπλήρωση των οποίων αποτελεί μέρος της ασκήσεως των ασφαλιστικών εργασιών του εκχωρητή εντός της Δημοκρατίας·

(β) ο εκδοχέας κατέχει, ή αμέσως πριν την έγκριση του Εφόρου θα κατέχει, άδεια δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου, προς άσκηση ασφαλιστικών εργασιών στον κλάδο ή στους κλάδους, στους οποίους αναφέρεται η συναφθείσα συμφωνία·

(γ) ο εκδοχέας, διαθέτει τα αναγκαία επιλέξιμα ίδια κεφάλαια για την κάλυψη των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας, αφού ληφθεί υπόψη και η σκοπούμενη μεταβίβαση· και

(δ) ο εκδοχέας διαθέτει επαρκείς οικονομικούς πόρους, αφού ληφθεί υπόψη και η σκοπούμενη μεταβίβαση, για την ικανοποίηση οποιωνδήποτε άλλων υποχρεώσεών του, που απορρέουν από τον παρόντα Νόμο.

Γνωστοποίηση αποφάσεως του Εφόρου

204. (1) Ο Έφορος, το αργότερο εντός δεκαπέντε ημερών αφότου έλαβε την απόφασή του επί της αιτήσεως, γνωστοποιεί αυτήν με δημοσίευση στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας και με οποιοδήποτε άλλο τρόπο κρίνει σκόπιμο· αντίγραφο της γνωστοποίησης αυτής αποστέλλεται στον εκχωρητή, στον εκδοχέα και σε κάθε πρόσωπο που υπέβαλε γραπτές παραστάσεις, κατά τα οριζόμενα στο εδάφιο (2) του άρθρου 202 του παρόντος Νόμου.

(2)(α) Σε περίπτωση απόρριψης της αίτησης, ο Έφορος κοινοποιεί δεόντως αιτιολογημένη απόφασή του στον εκχωρητή και τον εκδοχέα, η οποία δύναται να προσβληθεί με προσφυγή δυνάμει του άρθρου 146 του Συντάγματος:

Νοείται ότι η απόφαση του Εφόρου δύναται να προσβληθεί ενώπιον του Γενικού Διευθυντή σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 347 του παρόντος Νόμου:

Νοείται περαιτέρω ότι η πιο πάνω απόφαση του Εφόρου δύναται να προσβληθεί απευθείας με προσφυγή σύμφωνα με το άρθρο 146 του Συντάγματος.

(β) Η απορριπτική απόφαση του Γενικού Διευθυντή επί προσφυγής που ασκείται σύμφωνα με την παράγραφο (α), δύναται να προσβληθεί με προσφυγή δυνάμει του άρθρου 146 του Συντάγματος:

Νοείται ότι, εκκρεμούσης της απόφασης του Γενικού Διευθυντή, ουδεμία προσφυγή σύμφωνα με το άρθρο 146 του Συντάγματος μπορεί να ασκηθεί.

Παραγωγή έννομων αποτελεσμάτων και έννομες συνέπειες της έγκρισης

205. (1) Υπό την επιφύλαξη των διατάξεων του εδαφίου (2), συμφωνία μεταβίβασης που εγκρίνεται από τον Έφορο κατά τα οριζόμενα στο προηγούμενο άρθρο, παράγει έννομα αποτελέσματα από τη δημοσίευση της έγκρισης του Εφόρου στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας και επάγεται τις ακόλουθες έννομες συνέπειες-

(α) τη μεταβίβαση προς τον εκδοχέα όλων των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του εκχωρητή, που απορρέουν από ασφαλιστήρια διαλαμβανόμενα στη συμφωνία·

(β) εφόσον προβλέπεται στη συμφωνία μεταβίβασης, τη συνέχιση από ή κατά του εκδοχέα οποιωνδήποτε νομικών διαδικασιών που έχουν εγερθεί από ή κατά του εκχωρητή, αναφορικά με τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις αυτές, ανεξάρτητα από την απουσία οποιασδήποτε συμφωνίας ή συναίνεσης, που άλλως πως θα απαιτείτο για την παραγωγή του έννομου αυτού αποτελέσματος.

(2) Εκτός εάν ο Έφορος αποφασίσει άλλως πως, κάτοχος ασφαλιστηρίου, του οποίου το ασφαλιστήριο διαλαμβάνεται στη συμφωνία μεταβίβασης, δεν θα δεσμεύεται από τη συμφωνία αυτή, εκτός εάν του κοινοποιηθεί εγγράφως γνωστοποίηση αναφορικά με τη σύναψη της συμφωνίας αυτής, από τον εκχωρητή ή τον εκδοχέα.

(3) Ανεξάρτητα από οποιεσδήποτε αντίθετες διατάξεις στη συμφωνία μεταβίβασης, αυτή καλύπτει και κάθε ασφαλιστήριο που εκδόθηκε από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης στον Έφορο και μέχρι τη δημοσίευση της απόφασής του, νοουμένου ότι ο δικαιούχος ενημερώθηκε γραπτώς για την υποβολή της αίτησης μεταβίβασης χαρτοφυλακίου στον Έφορο κατά τη σύναψη του ασφαλιστηρίου, και, σε περίπτωση που δεν ενημερώθηκε γραπτώς, ο δικαιούχος διατηρεί το δικαίωμα υπαναχώρησης εντός περιόδου ενός μηνός από την ημερομηνία που πληροφορείται την σκοπούμενη μεταβίβαση.

Μεταβίβαση χαρτοφυλακίου από κυπριακή ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση με εγκατάσταση σε άλλο κράτος μέλος σε κυπριακή ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση με εγκατάσταση σε άλλο κράτος μέλος

206. Οι διατάξεις του παρόντος Τμήματος, εφαρμόζονται και σε σχέση με τη μεταβίβαση χαρτοφυλακίου ασφαλιστηρίων Γενικής Φύσεως ή την μεταβίβαση χαρτοφυλακίου αντασφαλιστικών εργασιών αντασφάλισης Γενικής Φύσεως ή αντασφάλισης Ζωής κυπριακής ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης με εγκατάσταση σε άλλο κράτος μέλος προς κυπριακή ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση με εγκατάσταση σε άλλο κράτος μέλος, ανάλογα με την περίπτωση.

ΤΜΗΜΑ 3 - ΜΕΤΑΒΙΒΑΣΗ ΧΑΡΤΟΦΥΛΑΚΙΟΥ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗΣ ΣΕ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΚΡΑΤΟΥΣ ΜΕΛΟΥΣ ΚΑΙ ΤΟ ΑΝΤΙΣΤΡΟΦΟ Ή ΑΠΟ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΤΡΙΤΗΣ ΧΩΡΑ ΣΕ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΤΡΙΤΗΣ ΧΩΡΑΣ Ή ΚΡΑΤΟΥΣ ΜΕΛΟΥΣ
Μεταβίβαση εργασιών που διεξάγονται στη Δημοκρατία από κυπριακή ασφαλιστική επιχείρηση σε ασφαλιστική επιχείρηση κράτους μέλους

207. Επιτρέπεται η μεταβίβαση από κυπριακή ασφαλιστική επιχείρηση του συνόλου ή μέρους του χαρτοφυλακίου ασφαλιστηρίων της, που καλύπτουν ασφαλιστικούς κινδύνους ή ασφαλιστικές υποχρεώσεις εντός της Δημοκρατίας σε ασφαλιστική επιχείρηση κράτους μέλους, εφόσον-

(α) ο εκδοχέας διαθέτει εγκατάσταση στη Δημοκρατία ή σε άλλο κράτος μέλος, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 2 του παρόντος Νόμου·

(β) τηρηθούν οι διατάξεις είτε του Πρώτου Τμήματος (άρθρα 195 έως 200), είτε του Δεύτερου Τμήματος (άρθρα 201 έως 206), του παρόντος Κεφαλαίου, είτε και των δύο αυτών Τμημάτων, ανάλογα με το είδος των ασφαλιστικών εργασιών, στις οποίες αφορά η μεταβίβαση· και

(γ) η αρμόδια εποπτική αρχή του κράτους μέλους καταγωγής του εκδοχέα, πιστοποιεί στον Έφορο ότι ο εκδοχέας διαθέτει τα αναγκαία επιλέξιμα ίδια κεφάλαια για την κάλυψη των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας τας, αφού ληφθεί υπόψη και η σκοπούμενη μεταβίβαση.

Μεταβίβαση εργασιών που διεξάγονται εκτός της Δημοκρατίας από κυπριακή ασφαλιστική επιχείρηση σε ασφαλιστική επιχείρηση κράτους μέλους

208. (1) Επιτρέπεται η μεταβίβαση από κυπριακή ασφαλιστική επιχείρηση του συνόλου ή μέρους του χαρτοφυλακίου ασφαλιστηρίων της, που καλύπτουν ασφαλιστικούς κινδύνους ή ασφαλιστικές υποχρεώσεις εκτός της Δημοκρατίας και που έχουν συναφθεί σε κράτος μέλος, είτε υπό καθεστώς ελεύθερης εγκατάστασης είτε υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, σε ασφαλιστική επιχείρηση κράτους μέλους, ή σε κυπριακή ασφαλιστική επιχείρηση η οποία διαθέτει εγκατάσταση εκεί, εφόσον-

(α) τηρηθούν, υπό την επιφύλαξη των διατάξεων του εδαφίου (2), οι διατάξεις είτε του Πρώτου Τμήματος, (άρθρα 195 έως 200), είτε του Δεύτερου Τμήματος, (άρθρα 201 έως 206), του παρόντος Μέρους, είτε και των δύο αυτών Τμημάτων, ανάλογα με το είδος των ασφαλιστικών εργασιών, στις οποίες αφορά η μεταβίβαση·

(β) η αρμόδια εποπτική αρχή του κράτους μέλους καταγωγής του εκδοχέα πιστοποιεί στον Έφορο ότι ο εκδοχέας διαθέτει, τα αναγκαία επιλέξιμα ίδια κεφάλαια για την κάλυψη των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας, αφού ληφθεί υπόψη και η σκοπούμενη μεταβίβαση· και

(γ) ο Έφορος έχει εξασφαλίσει εντός τριών μηνών από την υποβολή σχετικού αιτήματος προς τις αρμόδιες εποπτικές αρχές των άλλων Κρατών Μελών, όπου βρίσκονται οι ασφαλιστικοί κίνδυνοι ή οι ασφαλιστικές υποχρεώσεις, τη συγκατάθεσή τους:

Νοείται ότι σε περίπτωση που ο Έφορος δεν λάβει οποιαδήποτε απάντηση από τις πιο πάνω αναφερόμενες εποπτικές αρχές εντός τριών μηνών από την υποβολή του σχετικού αιτήματος, θεωρείται ότι οι εν λόγω εποπτικές αρχές έχουν δώσει σιωπηρά τη συγκατάθεσή τους.

(2) Δεν ισχύουν στην περίπτωση μεταβιβάσεως κατά τις διατάξεις του άρθρου αυτού, οι διατάξεις των παραγράφων (α) και (γ) του εδαφίου (2) του άρθρου 196, καθώς και οι παραγράφοι (α) και (γ) του εδαφίου (1) του άρθρου 202 του Κεφαλαίου αυτού.

(3) Ο Έφορος, τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 209 του παρόντος Νόμου, κοινοποιεί την έγκρισή του για μεταβίβαση, κατά τις διατάξεις του άρθρου αυτού, στις αρμόδιες εποπτικές αρχές των άλλων κρατών μελών, όπου ευρίσκονται οι ασφαλιστικοί κίνδυνοι ή ασφαλιστικές υποχρεώσεις, που καλύπτονται από ασφαλιστήρια διαλαμβανόμενα στη μεταβίβαση, και η έγκριση αυτή δημοσιεύεται κατά τις νομοθετικές διατάξεις που ισχύουν στα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη.

Μεταβίβαση ασφαλιστηρίων που έχουν συναφθεί εντός της Δημοκρατίας υπό καθεστώς ελεύθερης εγκατάστασης ή ελεύθερης παροχής υπηρεσιών σε ασφαλιστική επιχείρηση Κράτους Μέλους

209. (1) Σε περίπτωση κατά την οποία υποκατάστημα ασφαλιστικής επιχείρησης κράτους μέλους, που καθιδρύθηκε στη Δημοκρατία υπό καθεστώς ελεύθερης εγκατάστασης προτίθεται να μεταβιβάσει χαρτοφυλάκιο ασφαλιστηρίων που καλύπτουν ασφαλιστικούς κινδύνους ή ασφαλιστικές υποχρεώσεις εντός της Δημοκρατίας σε ασφαλιστική επιχείρηση κράτους μέλους ή σε ασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας με υποκατάστημα στη Δημοκρατία, ο Έφορος πιστοποιεί στην εποπτική αρχή του κράτους μέλους καταγωγής του εκχωρητή ότι ο εκδοχέας διαθέτει αναγκαία επιλέξιμα ίδια κεφάλαια για την κάλυψη των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας, αφού ληφθεί υπόψη και η σκοπούμενη μεταβίβαση και χορηγεί, τη συγκατάθεσή του για τη σκοπούμενη μεταβίβαση, εφόσον ο εκδοχέας διαθέτει εγκατάσταση στη Δημοκρατία.

(2) Σε περίπτωση κατά την οποία ασφαλιστική επιχείρηση Κράτους Μέλους προτίθεται να μεταβιβάσει χαρτοφυλάκιο ασφαλιστηρίων, τα οποία συνήψε υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών και καλύπτουν ασφαλιστικούς κινδύνους ή ασφαλιστικές υποχρεώσεις εντός της Δημοκρατίας, σε ασφαλιστική επιχείρηση κράτους μέλους ή σε ασφαλιστική επιχείρηση ττρίτης χώρας με υποκατάστημα στη Δημοκρατία, ο Έφορος, πιστοποιεί στην εποπτική αρχή του κράτους μέλους καταγωγής του εκχωρητή ότι ο εκδοχέας διαθέτει αναγκαία επιλέξιμα ίδια κεφάλαια για την κάλυψη των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας, αφού ληφθεί υπόψη και η σκοπούμενη μεταβίβαση και χορηγεί τη συγκατάθεσή του για τη σκοπούμενη μεταβίβαση, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις των εδαφίων (3) και (4), ανάλογα με την περίπτωση.

(3) Στην περίπτωση του εδαφίου (2), εάν ο εκδοχέας δεν διαθέτει εγκατάσταση στη Δημοκρατία, ο Έφορος συγκατατίθεται στη μεταβίβαση μόνον εφόσον ο εκδοχέας εξασφαλίσει εξουσιοδότηση για άσκηση ασφαλιστικών εργασιών στη Δημοκρατία, υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών.

(4) Στην περίπτωση του εδαφίου (2), εάν ο εκδοχέας διαθέτει εγκατάσταση στη Δημοκρατία, τα ασφαλιστήρια που διαλαμβάνονται στη μεταβίβαση και έχουν συναφθεί υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, λογίζονται, μετά τη μεταβίβαση, ως ασφαλιστήρια συναφθέντα υπό καθεστώς ελεύθερης εγκατάστασης.

Μεταβίβαση ασφαλιστηρίων που έχουν συναφθεί στη Δημοκρατία από ασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας σε ασφαλιστική επιχείρηση κράτους μέλους

210. Επιτρέπεται η μεταβίβαση από ασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας που ασκεί εργασίες στη Δημοκρατία δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου, του συνόλου ή μέρους του χαρτοφυλακίου ασφαλιστηρίων της, που καλύπτουν ασφαλιστικούς κινδύνους ή ασφαλιστικές υποχρεώσεις εντός της Δημοκρατίας, σε ασφαλιστική επιχείρηση κράτους μέλους, εφόσον

(α) Τηρηθούν οι διατάξεις είτε του Πρώτου Τμήματος (άρθρα 195 έως 200) είτε του Δεύτερου Τμήματος (άρθρα 201 έως 206), του παρόντος Μέρους, είτε και των δύο αυτών Τμημάτων, ανάλογα με το είδος των ασφαλιστικών εργασιών, στις οποίες αφορά η μεταβίβαση·

(β) η αρμόδια εποπτική αρχή του κράτους μέλους καταγωγής του εκδοχέα πιστοποιεί στον ΄Εφορο ότι ο εκδοχέας διαθέτει αναγκαία επιλέξιμα ίδια κεφάλαια για την κάλυψη των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας, αφού ληφθεί υπόψη και η σκοπούμενη μεταβίβαση· και

(γ) ο εκδοχέας διαθέτει εγκατάσταση στη Δημοκρατία.

Μεταβίβαση ασφαλιστηρίων που έχουν συναφθεί στη Δημοκρατία από ασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας σε άλλη ασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας

211. (1) Επιτρέπεται η μεταβίβαση από ασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας που ασκεί ασφαλιστικές εργασίες στη Δημοκρατία δυνάμει του παρόντος Νόμου, του συνόλου ή μέρους του χαρτοφυλακίου των ασφαλιστηρίων της που καλύπτουν ασφαλιστικούς κινδύνους ή ασφαλιστικές υποχρεώσεις εντός της Δημοκρατίας, σε άλλη ασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας που ασκεί ασφαλιστικές εργασίες εντός της Δημοκρατίας, εφόσον-

(α) Τηρηθούν οι διατάξεις είτε του Πρώτου Τμήματος (άρθρα 195 έως 200), είτε του Δεύτερου Τμήματος (άρθρα 201 έως 206), του Μέρους αυτού, είτε και των δύο αυτών Τμημάτων, ανάλογα με το είδος των ασφαλιστικών εργασιών, στις οποίες αφορά η μεταβίβαση· και

(β) ο Έφορος πιστοποιεί ότι ο εκδοχέας διαθέτει αναγκαία επιλέξιμα ίδια κεφάλαια για την κάλυψη των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας, αφού ληφθεί υπόψη και η σκοπούμενη μεταβίβαση:

Νοείται ότι, σε περίπτωση κατά την οποία, για σκοπούς ελέγχου του περιθωρίου φερεγγυότητας του εκδοχέα, αρμόδια εποπτική αρχή καθίσταται, δυνάμει του άρθρου 181 του παρόντος Νόμου, εποπτική αρχή άλλη από τον Έφορο, ο Έφορος βεβαιώνεται από την εποπτική αρχή του εκδοχέα ότι-

(i) O εκδοχέας διαθέτει, αναγκαία επιλέξιμα ίδια κεφάλαια για την κάλυψη των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας·

(ii) το δίκαιο του κράτους μέλους του εκδοχέα παρέχει τη δυνατότητα αυτού του είδους μεταβίβασης. και

(iii) η εποπτική αρχή του κράτους μέλους του εκδοχέα συμφωνεί για τη μεταβίβαση.

(2) Στις περιπτώσεις του άρθρου 209 και του παρόντος άρθρου, το Δικαστήριο ή ο Έφορος, ανάλογα με την περίπτωση, επιτρέπουν την μεταβίβαση χαρτοφυλακίου μόλις διαβιβασθεί η συγκατάθεση των εποπτικών αρχών του κράτους μέλους του κινδύνου ή του κράτους μέλους της ασφαλιστικής υποχρέωσης, εφόσον το κράτος μέλος αυτό δεν είναι η Δημοκρατία.

Άποψη ή συγκατάθεση του Εφόρου προς άλλες αρμόδιες εποπτικές αρχές κρατών μελών

212. (1) Ο Έφορος, σε περίπτωση κατά την οποία ζητείται η άποψη ή συγκατάθεσή του από την αρμόδια εποπτική αρχή του κράτους μέλους καταγωγής του εκδοχέα, σε μεταβίβαση που διέπεται από τις διατάξεις του Τμήματος αυτού, οφείλει να την ανακοινώσει στην εποπτική αρχή που υπέβαλε το αίτημα μέσα σε προθεσμία τριών μηνών από την παραλαβή του σχετικού αιτήματος.

(2) Εάν περάσει άπρακτη η πιο πάνω προθεσμία, ο Έφορος λογίζεται ότι εξέφρασε ευνοϊκή άποψη ή ότι σιωπηρώς συγκατατέθηκε στη μεταβίβαση.

Έννομες συνέπειες δημοσίευσης της απόφασης που εγκρίνει τη μεταβίβαση

213. Μετά τη δημοσίευση της απόφασης του Εφόρου, που εγκρίνει τη μεταβίβαση χαρτοφυλακίου ασφαλιστηρίων κατά τις διατάξεις του Τμήματος αυτού, δεν δύνανται να αντιταχθούν κατά της μεταβίβασης αυτής οι ασφαλισμένοι, οι συμβαλλομένοι στην ασφαλιστική σύμβαση, οι δικαιούχοι ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο που έλκει δικαίωμα ή υπέχει υποχρεώσεις, που απορρέουν από ασφαλιστήρια, διαλαμβανόμενα στη μεταβίβαση.

Μεταβίβαση χαρτοφυλακίου αντασφαλιστικών επιχειρήσεων

214. Οι διατάξεις των άρθρων 195 έως 214 του παρόντος Νόμου εφαρμόζονται κατ΄αναλογία και στις αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, εκτός από τις αναφορές στις διατάξεις του Πρώτου Τμήματος (άρθρα 195 έως 200) που αφορούν μόνο τη μεταβίβαση χαρτοφυλακίου ασφάλισης Ζωής των Κυπριακών ασφαλιστικών επιχειρήσεων.

ΤΜΗΜΑ 4 - ΜΕΤΑΒΙΒΑΣΗ ΧΑΡΤΟΦΥΛΑΚΙΟΥ ΑΣΦΑΛΙΣΤΗΡΙΩΝ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗΣ ΣΕ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΤΡΙΤΗΣ ΧΩΡΑΣ Ή ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗΣ ΤΡΙΤΗΣ ΧΩΡΑΣ ΣΕ ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ
Μεταβίβαση χαρτοφυλακίου κυπριακής ασφαλιστικής επιχείρησης σε ασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας.

215. (1) Επιτρέπεται η μεταβίβαση από κυπριακή ασφαλιστική επιχείρηση του συνόλου ή μέρους του χαρτοφυλακίου των ασφαλιστηρίων της, που καλύπτουν ασφαλιστικούς κινδύνους ή ασφαλιστικές υποχρεώσεις εντός και εκτός της Δημοκρατίας, σε ασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας, που ασκεί ασφαλιστικές εργασίες δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου, εφόσον

(α) Τηρηθούν οι διατάξεις είτε του Πρώτου Τμήματος (άρθρα 195 έως 200) είτε του Δεύτερου Τμήματος (άρθρα 201 έως 206), του Μέρους αυτού, είτε και των δύο αυτών Τμημάτων, ανάλογα με το είδος των ασφαλιστικών εργασιών, στις οποίες αφορά η μεταβίβαση· και

(β) προσκομισθεί στον Έφορο γραπτή συναίνεση της αρμόδιας εποπτικής αρχής, όπου ο εκδοχέας έχει την έδρα του, αναφορικά με τη σκοπούμενη μεταβίβαση.

(2) Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται και στην περίπτωση που εκχωρητής είναι υποκατάστημα ασφαλιστικής επιχείρησης τρίτης χώρας, που κατέχει άδεια ασκήσεως ασφαλιστικών εργασιών δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου και ο εκδοχέας είναι επίσης ασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας, ανεξάρτητα εάν αυτή κατέχει άδεια ασκήσεως ασφαλιστικών εργασιών δυνάμει του παρόντος Νόμου, νοουμένου ότι στην εν λόγω τρίτη χώρα εφαρμόζονται ισοδύναμα πρότυπα εποπτείας που καθορίζονται από την EIOPA.

Μεταβίβαση χαρτοφυλακίου ασφαλιστικής επιχείρησης τρίτης χώρας σε κυπριακή ασφαλιστική επιχείρηση.

216. Επιτρέπεται η μεταβίβαση από ασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας, που ασκεί ασφαλιστικές εργασίες στη Δημοκρατία δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου, του συνόλου ή μέρους του χαρτοφυλακίου των ασφαλιστηρίων της, που καλύπτουν ασφαλιστικούς κινδύνους ή ασφαλιστικές υποχρεώσεις εντός της Δημοκρατίας, σε κυπριακή ασφαλιστική επιχείρηση, εφόσον τηρούνται οι διατάξεις είτε του Πρώτου Τμήματος, (άρθρα 195 έως 200), είτε του Δεύτερου Τμήματος, (άρθρα 201 έως 206), του Κεφαλαίου αυτού, είτε και των δύο αυτών Τμημάτων, ανάλογα με το είδος των ασφαλιστικών εργασιών, στις οποίες αφορά η μεταβίβαση.

Μεταβίβαση χαρτοφυλακίου κυπριακής αντασφαλιστικής επιχείρησης σε αντασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας.

217. (1) Επιτρέπεται η μεταβίβαση από κυπριακή αντασφαλιστική επιχείρηση του συνόλου ή μέρους του χαρτοφυλακίου των αντασφαλιστικών εργασιών της, που καλύπτουν ασφαλιστικούς κινδύνους ή ασφαλιστικές υποχρεώσεις εντός και εκτός της Δημοκρατίας, σε αντασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας, που ασκεί αντασφαλιστικές εργασίες δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου, εφόσον:

(α) τηρηθούν οι διατάξεις του Δεύτερου Τμήματος, (άρθρα 201 έως 206 του κεφαλαίου αυτού). και

(β) προσκομισθεί στον Έφορο γραπτή συναίνεση της αρμόδιας εποπτικής αρχής, του κράτους όπου ο εκδοχέας έχει την έδρα του, αναφορικά με τη σκοπούμενη μεταβίβαση.

(2) Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου αυτού εφαρμόζονται και στην περίπτωση που εκχωρητής είναι αντασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας, που κατέχει άδεια ασκήσεως αντασφαλιστικών εργασιών δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου, και ο εκδοχέας είναι επίσης αντασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας, ανεξάρτητα εάν αυτή κατέχει άδεια ασκήσεως αντασφαλιστικών εργασιών δυνάμει του παρόντος Νόμου.

Μεταβίβαση χαρτοφυλακίου αντασφαλιστικής επιχείρησης τρίτης χώρας σε κυπριακή αντασφαλιστική επιχείρηση.

218. Επιτρέπεται η μεταβίβαση από αντασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας που ασκεί αντασφαλιστικές εργασίες στη Δημοκρατία δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου, του συνόλου ή μέρους των αντασφαλιστικών εργασιών της, που καλύπτουν ασφαλιστικούς κινδύνους ή ασφαλιστικές υποχρεώσεις εντός της Δημοκρατίας, σε κυπριακή αντασφαλιστική επιχείρηση, εφόσον τηρηθούν οι διατάξεις του Δεύτερου Τμήματος (άρθρα 201 έως 206), του Κεφαλαίου αυτού.

Μεταβίβαση χαρτοφυλακίου κυπριακής ασφαλιστικής επιχείρησης ή ασφαλιστικής επιχείρησης τρίτης χώρας με υποκατάστημα στη Δημοκρατία σε ασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας.

219. Επιτρέπεται η μεταβίβαση από κυπριακή ασφαλιστική επιχείρηση ή από ασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας με υποκατάστημα στη Δημοκρατία, οι οποίες παρέχουν ασφαλιστικές εργασίες εκτός της Δημοκρατίας και της Ένωσης, του συνόλου ή μέρους του χαρτοφυλακίου τους σε ασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας, εφόσον-

(α) ενημερωθεί σχετικά ο Έφορος.

(β) τηρηθούν οι διαδικασίες του άρθρου 202 του παρόντος Νόμου αναφορικά με τη γνωστοποίηση προς τους δικαιούχους∙

(γ) το είδος και επίπεδα εποπτείας στην εν λόγω τρίτη χώρα κρίνονται από την EIOPA ως ισοδύναμα σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 215∙ και

(δ) υπάρχει συναίνεση προς τη σκοπούμενη μεταβίβαση της αρμόδιας εποπτικής αρχής της τρίτης χώρας, όπου ο εκδοχέας έχει την έδρα του.

ΜΕΡΟΣ ΙΙΙ ΕΙΔΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΣΦΑΛΙΣΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΝΤΑΣΦΑΛΙΣΗ
ΠΡΩΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΦΑΡΜΟΣΤΕΟ ΔΙΚΑΙΟ ΚΑΙ ΟΡΟΙ ΣΥΜΒΟΛΑΙΩΝ ΠΡΩΤΑΣΦΑΛΙΣΗΣ
ΤΜΗΜΑ 1 - ΕΦΑΡΜΟΣΤΕΟ ΔΙΚΑΙΟ
Εφαρμοστέο δίκαιο

220. Τo εφαρμοστέο δίκαιο για τις ασφαλιστικές συμβάσεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 7 του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 593/2008 για το εφαρμοστέο δίκαιο στις συμβατικές ενοχές καθορίζεται από τις διατάξεις του εν λόγω Κανονισμού.

ΤΜΗΜΑ 2 - ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΗ
Συναφείς υποχρεώσεις

221. (1) Οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις ασφάλισης Γενικής Φύσεως μπορούν να προτείνουν και να συνάπτουν συμβάσεις υποχρεωτικής ασφάλισης, σύμφωνα με τους όρους του άρθρου αυτού.

(2) Ασφαλιστικές συμβάσεις σε σχέση με κινδύνους για τους οποίους οποιοσδήποτε νόμος της Δημοκρατίας προβλέπει υποχρεωτική ασφάλιση, θεωρούνται ότι πληρούν την εν λόγω υποχρέωση, μόνο εάν είναι σύμφωνες με τις ειδικές διατάξεις του Νόμου αυτού που διέπουν την εν λόγω υποχρεωτική ασφάλιση.

(3) Όταν νόμος της Δημοκρατίας προβλέπει υποχρεωτική ασφάλιση και η ασφαλιστική επιχείρηση υποχρεούται να γνωστοποιήσει στον Έφορο την παύση της κάλυψης, τέτοια παύση μπορεί να αντιταχθεί έναντι των ζημιωθέντων τρίτων μερών μόνο υπό τις περιστάσεις που καθορίζονται από εκείνον το νόμο.

(4) Ο Έφορος γνωστοποιεί στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή τους κινδύνους, για τους οποίους η νομοθεσία της Δημοκρατίας προβλέπει υποχρεωτική ασφάλιση, αναφέροντας-

(α) τις ειδικές διατάξεις που διέπουν την ασφάλιση αυτή∙

(β) τα στοιχεία τα οποία πρέπει να περιλαμβάνει το πιστοποιητικό που ασφαλιστική επιχείρηση υποχρεούται να χορηγήσει στον ασφαλισμένο, όταν αυτή παρέχει κάλυψη σε κλάδους υποχρεωτικής ασφάλισης, ως αποδεικτικό στοιχείο της τήρησης της νομοθεσίας που προβλέπει για υποχρεωτική ασφάλιση. Ο Έφορος δύναται να απαιτήσει από κάθε ασφαλιστική επιχείρηση, δήλωση που να βεβαιώνει ότι ασφαλιστήριο το οποίο εκδίδει είναι σύμφωνο με τις ειδικές διατάξεις που διέπουν τη συγκεκριμένη ασφάλιση.

(5) Ο Έφορος δέχεται, ως απόδειξη ότι έχει τηρηθεί η υποχρεωτική ασφάλιση, έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου είναι σύμφωνο με την παράγραφο (β) του εδαφίου (4).

ΤΜΗΜΑ 3 - ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΓΕΝΙΚΟΥ ΣΥΜΦΕΡΟΝΤΟΣ
Διατάξεις γενικού συμφέροντος

222. Η σύναψη ασφαλιστικών συμβάσεων μεταξύ αντισυμβαλλομένων και ασφαλιστικών επιχειρήσεων που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας από τον Έφορο ή άλλη αρμόδια εποπτική αρχή κράτους μέλους, ανάλογα με την περίπτωση, είναι ελεύθερη, εφόσον αυτή δεν αντιβαίνει στις νομικές διατάξεις του παρόντος Νόμου περί γενικού συμφέροντος, στις περιπτώσεις όπου ο κίνδυνος βρίσκεται στη Δημοκρατία ή η Δημοκρατία αποτελεί το κράτος μέλος της υποχρέωσης.

ΤΜΗΜΑ 4 - ΟΡΟΙ ΑΣΦΑΛΙΣΤΗΡΙΩΝ ΣΥΜΒΟΛΑΙΩΝ ΚΑΙ ΣΥΜΒΟΛΑΙΑ
Ασφάλιση Γενικής Φύσεως

223. (1) Δεν επιτρέπεται στον Έφορο να απαιτεί την προηγούμενη έγκριση ή τη συστηματική κοινοποίηση προς αυτόν των γενικών και ειδικών όρων των ασφαλιστηρίων ασφάλισης Γενικής Φύσεως, των τιμολογίων και άλλων εντύπων που μια ασφαλιστική επιχείρηση, προτίθεται να χρησιμοποιήσει στις σχέσεις της με τους ασφαλισμένους.

(2) Για σκοπούς ελέγχου της τήρησης των διατάξεων περί ασφαλιστικών συμβάσεων, ο Έφορος δύναται να απαιτεί τη μη συστηματική κοινοποίηση προς αυτόν των όρων και λοιπών εγγράφων του εδαφίου (1), χωρίς όμως η συμμόρφωση των ασφαλιστικών επιχειρήσεων προς την απαίτηση αυτή του Εφόρου να μπορεί να τίθεται ως προϋπόθεση για τη χορήγηση άδειας ασκήσεως ασφαλιστικών εργασιών.

(3) Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου (1), ο Έφορος δύναται να απαιτεί-

(α) την κοινοποίηση προς αυτόν των γενικών και ειδικών όρων των ασφαλιστηρίων πριν από την υιοθέτησή τους, όταν πρόκειται για κλάδο ασφάλισης, που καθίσταται διά νόμου υποχρεωτικός στη Δημοκρατία· ή

(β) την προηγούμενη κοινοποίηση ή έγκριση της προτεινόμενης αύξησης των τιμολογίων, στα πλαίσια εφαρμογής ενός γενικού συστήματος ελέγχου των τιμών.

Ασφάλιση Ζωής

224. (1) Δεν επιτρέπεται στον Έφορο να εξαρτά από προηγούμενη έγκριση ή να απαιτεί τη συστηματική κοινοποίηση προς αυτόν των γενικών και ειδικών όρων των ασφαλιστηρίων ασφάλισης Ζωής, των τιμολογίων, των τεχνικών βάσεων που χρησιμοποιούνται ιδίως για τον υπολογισμό των ασφαλίστρων και των τεχνικών αποθεμάτων, καθώς και των υποδειγμάτων και άλλων εντύπων που μια ασφαλιστική επιχείρηση, προτίθεται να χρησιμοποιήσει στις σχέσεις της με τους ασφαλισμένους.

(2) Για σκοπούς ελέγχου εν τούτοις της τήρησης των διατάξεων σε σχέση με αναλογιστικές αρχές, ο Έφορος δύναται να απαιτεί τη συστηματική κοινοποίηση προς αυτόν των τεχνικών βάσεων που χρησιμοποιούνται ιδίως για τον υπολογισμό των τιμολογίων και των τεχνικών προβλέψεων χωρίς όμως η συμμόρφωση των ασφαλιστικών επιχειρήσεων προς την απαίτηση αυτή του Εφόρου, να μπορεί να τίθεται ως προϋπόθεση για τη χορήγηση άδειας ασκήσεως ασφαλιστικών εργασιών.

ΤΜΗΜΑ 5 - ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΑΝΤΙΣΥΜΒΑΛΛΟΜΕΝΟΥΣ
ΕΝΟΤΗΤΑ 1 ΑΣΦΑΛΙΣΗ ΓΕΝΙΚΗΣ ΦΥΣΕΩΣ
Γενικές πληροφορίες προς δικαιούχους

225. (1) Κάθε ασφαλιστική επιχείρηση που επιδιώκει τη σύναψη ασφαλιστικής συμβάσεως Γενικής Φύσεως και εφόσον ο κίνδυνος βρίσκεται στη Δημοκρατία, έχει υποχρέωση να γνωστοποιεί, η ίδια ή μέσω προσώπου που ασκεί εργασίες διαμεσολάβησης, σε κάθε ενδιαφερόμενο φυσικό πρόσωπο, πριν από τη σύναψη της συμβάσεως, τις πιο κάτω πληροφορίες:

(α) για το εφαρμοστέο επί της σύμβασης δίκαιο, εάν τα μέρη δεν έχουν ελευθερία επιλογής∙

(β) εάν έχουν την ελευθερία επιλογής του εφαρμοστέου δικαίου, για το δίκαιο που προτείνει ο ασφαλιστής·

(γ) για τις διατάξεις περί εξέτασης των προσφυγών των αντισυμβαλλομένων για θέματα σχετικά με τη σύμβαση, περιλαμβανομένων σχετικών διατάξεων που αφορούν στον Ενιαίο Φορέα Εξώδικης Επίλυσης Διαφορών Χρηματοοικονομικής Φύσης που συστάθηκε δυνάμει του περί της Σύστασης και Λειτουργίας του Ενιαίου Φορέα Εξώδικης Επίλυσης Διαφορών Χρηματοοικονομικής Φύσεως Νόμου του 2010. όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται, καθώς επίσης και για το δικαίωμά τους να προσφύγουν στη δικαιοσύνη.

(2) Κανονισμοί που εκδίδονται δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 431 του παρόντος Νόμου και κατατίθενται στη Βουλή των Αντιπροσώπων για έγκριση, δύναται να καθορίζουν περαιτέρω λεπτομέρειες αναφορικά με την παροχή των προβλεπόμενων στο άρθρο αυτό πληροφοριών, εφόσον ο κίνδυνος βρίσκεται στη Δημοκρατία.

Συμπληρωματικές πληροφορίες στην περίπτωση ασφάλισης Γενικής Φύσεως υπό καθεστώς εγκατάστασης ή δυνάμει της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών

226. (1) Όταν ασφάλιση Γενικής Φύσεως διενεργείται δυνάμει του δικαιώματος εγκατάστασης ή της ελευθερίας παροχής υπηρεσιών, και αφορά στην κάλυψη υποχρεώσεων ή κινδύνων άλλων από τους μεγάλους κινδύνους, η ασφαλιστική επιχείρηση γνωστοποιεί στον αντισυμβαλλόμενο, πριν από την ανάληψη οποιασδήποτε υποχρέωσης, την ονομασία του κράτους μέλους καταγωγής και, ενδεχομένως, το υποκατάστημα, με το οποίο θα συναφθεί η σύμβαση και έχει υποχρέωση όπως σε κάθε έγγραφο που εκδίδεται για τον αντισυμβαλλόμενο, περιέχει τις εν λόγω πληροφορίες.

(2) Η σύμβαση ή κάθε άλλο έγγραφο που παρέχει την κάλυψη, καθώς και η πρόταση ασφάλισης, εφόσον είναι δεσμευτική για τον αντισυμβαλλόμενο, αναφέρουν τη διεύθυνση της εταιρικής έδρας και, κατά περίπτωση, του υποκαταστήματος της επιχείρησης ασφάλισης Γενικής Φύσεως που παρέχει την κάλυψη, καθώς και το όνομα και τη διεύθυνση του αντιπροσώπου της επιχείρησης ασφάλισης Γενικής Φύσεως που αναφέρεται στην παράγραφο (α) του εδαφίου (4) του άρθρου 161 του παρόντος Νόμου.

ΕΝΟΤΗΤΑ 2 ΑΣΦΑΛΙΣΗ ΖΩΗΣ
Πληροφορίες προς τους αντισυμβαλλομένους

227. (1) Κάθε ασφαλιστική επιχείρηση που επιδιώκει τη σύναψη σύμβασης ασφάλισης Ζωής έχει υποχρέωση να ανακοινώνει, η ίδια ή μέσω προσώπου που ασκεί εργασίες διαμεσολάβησης, σε κάθε ενδιαφερόμενο πρόσωπο, πριν από τη σύναψη της σύμβασης, τις πιο κάτω πληροφορίες:

(α) Σε σχέση με την επιχείρηση ασφάλισης Ζωής-

(i) την επωνυμία, σκοπό και νομική μορφή της επιχείρησης·

(ii) την ονομασία του κράτους μέλους στο οποίο ευρίσκεται η έδρα και, ενδεχομένως, το υποκατάστημα, με το οποίο συνάπτεται η σύμβαση·

(iii) τη διεύθυνση της έδρας και, ενδεχομένως, του υποκαταστήματος, με το οποίο συνάπτεται η σύμβαση·

(iv) συγκεκριμένη παραπομπή στην έκθεση σχετικά με τη φερεγγυότητα και την οικονομική κατάσταση, όπως ορίζεται στο άρθρο 52 του παρόντος Νόμου, η οποία επιτρέπει την εύκολη πρόσβαση του αντισυμβαλλομένου στις σχετικές πληροφορίες.

(β) σε σχέση με την ασφαλιστική υποχρέωση-

(i) τον ορισμό των παροχών και προαιρέσεων·

(ii) τη διάρκεια της σύμβασης·

(iii) τον τρόπο καταγγελίας της σύμβασης·

(iv) τις λεπτομέρειες και τη διάρκεια καταβολής των ασφαλίστρων·

(v) τον τρόπο υπολογισμού και διανομής των συμμετοχών στα κέρδη·

(vi) τον προσδιορισμό των αξιών εξαγοράς και της έκτασης, στην οποία αυτές είναι εγγυημένες·

(vii) πληροφορίες για τα ασφάλιστρα που αφορούν κάθε εγγύηση, είτε κύρια είτε συμπληρωματική, όποτε είναι απαραίτητες·

(viii) την απαρίθμηση των αξιών αναφοράς (λογιστικών μονάδων) που χρησιμοποιήθηκαν στις συμβάσεις μεταβλητού κεφαλαίου (unit-linked policies)·

(ix) πληροφορίες για τη φύση των αντιπροσωπευτικών στοιχείων του ενεργητικού επί συμβάσεων μεταβλητού κεφαλαίου·

(x) τον τρόπο άσκησης του δικαιώματος υπαναχώρησης·

(xi) τις γενικές ενδείξεις περί του φορολογικού καθεστώτος που ισχύει για τον συγκεκριμένο τύπο ασφαλιστηρίου·

(xii) τις διατάξεις σχετικές με την εξέταση των αιτιάσεων των αντισυμβαλλομένων, ασφαλισμένων ή των δικαιούχων συμβάσεως, όσον αφορά τη σύμβαση, συμπεριλαμβανομένης, ενδεχομένως, της ύπαρξης φορέα αρμόδιου για την εξέταση των αιτιάσεων, υπό την επιφύλαξη της δυνατότητας άσκησης ενδίκου μέσου·

(xiii) το εφαρμοστέο δίκαιο της σύμβασης, εάν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν δικαίωμα επιλογής, ή, αν έχουν δικαίωμα επιλογής, το εφαρμοστέο δίκαιο και, στην περίπτωση αυτή, το δίκαιο την επιλογή του οποίου προτείνει η επιχείρηση ασφάλισης Ζωής.

(γ) παρέχονται επίσης ειδικές πληροφορίες προκειμένου να διαμορφωθεί ιδία αντίληψη των κινδύνων της σύμβασης τους οποίους αναλαμβάνει ο αντισυμβαλλόμενος.

(2) Η ασφαλιστική επιχείρηση έχει την υποχρέωση να ενημερώνει τον αντισυμβαλλόμενο, καθ’ όλη τη διάρκεια της σύμβασης, για τις τροποποιήσεις που αφορούν τις ακόλουθες πληροφορίες:

(α) τους γενικούς και ειδικούς όρους της σύμβασης·

(β) κάθε μεταβολή στην επωνυμία ή τον σκοπό της επιχείρησης ασφάλισης Ζωής, τη νομική μορφή της ή τη διεύθυνση της έδρας και, ενδεχομένως, του υποκαταστήματος, με το οποίο συνάπτεται η σύμβαση∙

(γ) κάθε πληροφορία που προβλέπεται στον εδάφιο (1), παράγραφο (β), υποπαραγράφους (iv) μέχρι (xi), σε περίπτωση τροποποίησης των όρων της σύμβασης ή της εφαρμοστέας νομοθεσίας∙

(δ) κάθε χρόνο, πληροφορίες για την κατάσταση της συμμετοχής στα κέρδη.

(3) Εάν, στο πλαίσιο προσφοράς ή σύναψης συμβολαίου ασφάλισης Ζωής, ο ασφαλιστής παρέχει στοιχεία σχετικά με το ύψος των δυνητικών πληρωμών πάνω και πέρα από τις συμβατικά συμφωνηθείσες πληρωμές, ο ασφαλιστής παρέχει στον αντισυμβαλλόμενο παράδειγμα υπολογισμού στον οποίο να φαίνεται η δυνητική τελική πληρωμή με βάση τρία διαφορετικά επιτόκια για τον υπολογισμό του ασφαλίστρου:

Νοείται ότι, τα πιο πάνω δεν έχουν εφαρμογή σε προθεσμιακές ασφάλειες και συμβάσεις.

(4) Ο ασφαλιστής ενημερώνει τον αντισυμβαλλόμενο, με τρόπο σαφή και κατανοητό, ότι το παράδειγμα υπολογισμού του εδαφίου (3) αποτελεί απλώς υπολογιστικό μοντέλο βασισμένο σε θεωρητικές παραδοχές και ότι ο αντισυμβαλλόμενος δεν δύναται να εγείρει συμβατικές απαιτήσεις με βάση το παράδειγμα υπολογισμού.

(5) Στην περίπτωση ασφαλειών με συμμετοχή σε κέρδη, ο ασφαλιστής ενημερώνει εγγράφως τον αντισυμβαλλόμενο για την κατάσταση των απαιτήσεών του, περιλαμβάνοντας τη συμμετοχή στα κέρδη, και σε περίπτωση που ο ασφαλιστής έχει παρουσιάσει αριθμητικά στοιχεία σχετικά με την ενδεχόμενη μελλοντική εξέλιξη της συμμετοχής στα κέρδη, ενημερώνει τον αντισυμβαλλόμενο σχετικά με τις διαφορές μεταξύ της πραγματικής εξέλιξης και των αρχικών στοιχείων.

(6) Κανονισμοί που εκδίδονται δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 431 του παρόντος Νόμου και κατατίθενται στη Βουλή των Αντιπροσώπων για έγκριση, δύναται να καθορίζουν την ανακοίνωση περαιτέρω πληροφοριών από τις ελάχιστες πληροφορίες του εδαφίου (1), μόνο σε περίπτωση που οι πληροφορίες αυτές είναι απαραίτητες για τη σωστή κατανόηση από πλευράς του αντισυμβαλλομένου των βασικών στοιχείων της υποχρέωσης.

(7) Όλες οι αναγκαίες πληροφορίες, που κατά τα προηγούμενα εδάφια γνωστοποιούνται πριν τη σύναψη της ασφαλιστικής συμβάσεως είναι έγγραφες και διατυπωμένες με σαφήνεια και ακρίβεια και ευχερώς κατανοητές και παρέχονται σε επίσημη γλώσσα της Δημοκρατίας, εφόσον ο κάτοχος του ασφαλιστηρίου είναι πολίτης της Δημοκρατίας ή έχει την έδρα ή την εγκατάστασή του στη Δημοκρατία, και, το εφαρμοστέο στην ασφαλιστική σύμβαση δίκαιο, είναι το δίκαιο που ισχύει στη Δημοκρατία.

(8) Οι πληροφορίες του παρόντος άρθρου δύνανται να συντάσσονται σε άλλη γλώσσα, εάν το ζητήσει ο ενδιαφερόμενος για τη σύναψη της ασφαλιστικής συμβάσεως, ή εάν αυτός δικαιούται να επιλέξει ως εφαρμοστέο στη σύμβαση ασφάλισης Ζωής δίκαιο, άλλο από αυτό που ισχύει στη Δημοκρατία και γίνεται αποδεκτό από την ασφαλιστική επιχείρηση.

(9) Η ασφαλιστική επιχείρηση οφείλει να ενημερώνει τον αντισυμβαλλόμενο καθ’ όλη τη διάρκεια της σύμβασης, αναφορικά με οποιεσδήποτε τροποποιήσεις πληροφοριών που καθορίζονται με Κανονισμούς που εκδίδονται δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 431 του παρόντος Νόμου και κατατίθενται στη Βουλή των Αντιπροσώπων για έγκριση.

(10) Κανονισμοί που εκδίδονται δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 431 του παρόντος Νόμου και κατατίθενται στη Βουλή των Αντιπροσώπων για έγκριση, δύναται να καθορίζουν περαιτέρω λεπτομέρειες αναφορικά με την παροχή των προβλεπόμενων στο παρόν άρθρο πληροφοριών, εφόσον η Δημοκρατία είναι το κράτος μέλος υποχρέωσης.

Δικαίωμα υπαναχώρησης από τη σύμβαση

228. (1) Υπό την επιφύλαξη των διατάξεων του εδαφίου (3), κάθε ασφαλιστική επιχείρηση οφείλει όπως, σε κάθε ασφαλιστική σύμβαση που συνάπτεται προς όφελος ασφαλισμένου με ατομική ασφαλιστική σύμβαση ασφάλισης Ζωής, επισυνάπτει σημείωμα, κατά τον καθορισμένο τύπο, αναφορικά με το δικαίωμα του κατόχου ασφαλιστηρίου προς υπαναχώρηση, κατά τα οριζόμενα στις επόμενες διατάξεις του άρθρου αυτού και σε περίπτωση που παραλείψει να το πράξει, η προθεσμία προς άσκηση του δικαιώματος του κατόχου ασφαλιστηρίου, προς υπαναχώρηση, παρατείνεται στα δύο έτη από την ημέρα συνάψεως της συμβάσεως, η δε υπαίτια της παράλειψης επιχείρηση στερείται του δικαιώματος να αφαιρέσει από το επιστρεφόμενο κατά τις διατάξεις του εδαφίου (7) ποσό, τη ζημιά που τυχόν υπέστη υπό τις καθοριζόμενες στο εδάφιο αυτό περιστάσεις.

(2) Κάθε κάτοχος ατομικού ασφαλιστηρίου ασφάλισης έχει το δικαίωμα, μέσα σε προθεσμία τριάντα ημερολογιακών ημερών, από τη στιγμή που πληροφορήθηκε τη σύναψη της σύμβασης, να γνωστοποιεί εγγράφως στην ενδιαφερόμενη επιχείρηση την απόφαση προς υπαναχώρηση και τερματισμό της σύμβασης.

(3) Οι διατάξεις του πιο πάνω εδαφίου δεν εφαρμόζονται

(α) όταν πρόκειται για ασφαλιστικές συμβάσεις διαρκείας ίσης ή μικρότερης των έξι μηνών· ή

(β) όταν ο κάτοχος ασφαλιστηρίου δεν είναι φυσικό πρόσωπο· ή

(γ) όταν η ασφαλιστική σύμβαση έχει συναφθεί για σκοπούς εξασφάλισης πιστωτή που χορήγησε δάνειο σε ασφαλισμένο, εκτός από την περίπτωση κατά την οποία ο τελευταίος γνώριζε εκ των προτέρων ότι το δάνειο δεν του έχει χορηγηθεί· ή

(δ) όταν πρόκειται για αντασφαλιστικές συμβάσεις.

(4) Η ειδοποίηση υπαναχώρησης υποβάλλεται κατά τον καθορισμένο τύπο και επάγεται, υπό την επιφύλαξη των διατάξεων του εδαφίου (7), απόσβεση των υποχρεώσεων του αντισυμβαλλομένου που απορρέουν από τη σχετική ασφαλιστική σύμβαση.

(5) Ημερομηνία ασκήσεως του δικαιώματος υπαναχώρησης λογίζεται η ημερομηνία κατά την οποία παραδίδεται ή αποστέλλεται η σχετική ειδοποίηση προς την ασφαλιστική επιχείρηση, στη διεύθυνση που αυτή έχει υποδείξει.

(6) Εφόσον ασκηθεί το δικαίωμα υπαναχώρησης, κάθε ποσό που καταβλήθηκε σε σχέση με την ασφαλιστική σύμβαση επιστρέφεται, το βραδύτερο εντός ενός μηνός από τη λήψη της σχετικής ειδοποίησης, αφού αφαιρεθούν τα ιατρικά έξοδα που η επιχείρηση διενήργησε τα οποία σχετίζονται άμεσα με τη σύμβαση:

Νοείται ότι, σε περίπτωση που το ύψος των ιατρικών εξόδων είναι μεγαλύτερο από το συνολικό ύψος των ασφαλίστρων που έχουν καταβληθεί, τη διαφορά θα την επωμίζεται η ασφαλιστική επιχείρηση.

(7) Σε περίπτωση κατά την οποία η ασκηθείσα υπαναχώρηση αφορά ασφαλιστική σύμβαση της οποίας το ασφάλιστρο συνίσταται από μια και μόνο δόση που καταβάλλεται εφάπαξ ή την τροποποίηση ασφαλιστικής συμβάσεως που επάγεται την καταβολή ενός εφ’ άπαξ ασφαλίστρου, επιστρέφεται το ποσό που καταβλήθηκε, αφού προηγουμένως αφαιρεθεί κάθε ζημιά που η ασφαλιστική επιχείρηση τυχόν υπέστη ως αποτέλεσμα πτωτικής διακύμανσης σε χρηματιστηριακές αγορές, ενόσω η ασφαλιστική σύμβαση τελούσε σε ισχύ, τον τρόπο υπολογισμού της οποίας καθορίζει εκάστοτε ο Έφορος.

(8) Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου ισχύουν μόνο σε περίπτωση κατά την οποία η ασφαλιστική σύμβαση διέπεται από το δίκαιο που ισχύει στη Δημοκρατία.

ΔΕΥΤΕΡΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΙΔΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΣΦΑΛΙΣΗ ΓΕΝΙΚΗΣ ΦΥΣΕΩΣ
ΤΜΗΜΑ 1 - ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Όροι ασφαλιστηρίων συμβολαίων

229. Οι γενικοί και οι ειδικοί όροι των ασφαλιστηρίων συμβολαίων δεν περιλαμβάνουν τους όποιους όρους προβλέπονται σε μια συγκεκριμένη περίπτωση για την κάλυψη των ιδιαιτεροτήτων του ασφαλιστέου κινδύνου.

Συμμετοχή σε εθνικά συστήματα εγγύησης

230. Ασφαλιστική επιχείρηση κράτους μέλους ή τρίτης χώρας η οποία λειτουργεί βάσει άδειας υποκατάστημα στη Δημοκρατία, και προτίθεται να ασκεί ασφαλιστικές εργασίες, έχει υποχρέωση όπως αμέσως μετά τη χορήγηση της άδειας και πριν την έναρξη των εργασιών της, ενταχθεί σε ταμείο ασφαλιστών ή άλλο παρόμοιο σώμα ή οργανισμό, αναγνωριζόμενο ή προβλεπόμενο από την κειμένη νομοθεσία.

ΤΜΗΜΑ 2 - ΚΟΙΝΟΤΙΚΗ ΑΝΤΑΣΦΑΛΙΣΗ
Πράξεις κοινοτικής συνασφάλισης

231. (1) Για τους σκοπούς του παρόντος Τμήματος, κοινοτική συνασφάλιση συντρέχει στην περίπτωση που καλύπτεται ένας ή περισσότεροι κίνδυνοι που καθορίζονται στους κλάδους 3 μέχρι 16 του Μέρους Α του Πρώτου Παραρτήματος του παρόντος Νόμου και που πληρούν τις πιο κάτω προϋποθέσεις:

(α) Ο κίνδυνος που καλύπτεται πρέπει να υπάγεται στην έννοια του μεγάλου κινδύνου·

(β) ο κίνδυνος καλύπτεται, διά κοινής συμβάσεως, με συνολικό ασφάλιστρο και για την ίδια διάρκεια από πολλές ασφαλιστικές επιχειρήσεις ως "συνασφαλιστές", χωρίς να υπάρχει αλληλέγγυα υποχρέωση μεταξύ τους, από τις οποίες μία είναι η κύρια ασφαλιστική επιχείρηση·

(γ) ο κίνδυνος αυτός ευρίσκεται στο εσωτερικό της Ένωσης·

(δ) για την εγγύηση του κινδύνου, η κύρια ασφαλιστική επιχείρηση θεωρείται ως η ασφαλιστική επιχείρηση που θα κάλυπτε ολόκληρο τον κίνδυνο·

(ε) ένας τουλάχιστον από τους συνασφαλιστές συμμετέχει στη σύμβαση από εταιρική έδρα ή υποκατάστημα που ευρίσκονται σε κράτος μέλος διαφορετικό από εκείνο της κύριας ασφαλιστικής επιχείρησης·

(στ) η κύρια ασφαλιστική επιχείρηση αναλαμβάνει πλήρως τον ρόλο που της ανατίθεται στην πρακτική της συνασφάλισης, και ιδίως προσδιορίζει τους όρους ασφάλισης και το ύψος των ασφαλίστρων.

(2) Οι διατάξεις των άρθρων 161 μέχρι 165 του παρόντος Νόμου εφαρμόζονται μόνο στην κύρια ασφαλιστική επιχείρηση εφόσον αυτή έχει την έδρα της στη Δημοκρατία.

(3) Πράξεις συνασφάλισης που δεν πληρούν τους όρους που αναφέρονται στις παραγράφους (α) έως (ε) συνεχίζουν να υπόκεινται στις ισχύουσες εθνικές νομοθεσίες των κρατών μελών, στις οποίες αφορούν, με εξαίρεση τις αντίστοιχες διατάξεις των εν λόγω νομοθεσιών με αυτές του παρόντος Τμήματος.

Συμμετοχή σε κοινοτική συνασφάλιση

232. Ασφαλιστικές επιχειρήσεις που έχουν την έδρα τους στη Δημοκρατία και συμμετέχουν σε κοινοτική συνασφάλιση δεν υπόκεινται σε άλλες διατάξεις του παρόντος Νόμου, πέραν από αυτές του παρόντος Τμήματος.

Τεχνικές προβλέψεις

233. Το ύψος των τεχνικών προβλέψεων κάθε συνασφαλιστή καθορίζεται σύμφωνα με τη νομοθεσία ή, ελλείψει νομοθεσίας, σύμφωνα με την πρακτική του κράτους μέλους καταγωγής του:

Νοείται ότι, οι τεχνικές προβλέψεις είναι τουλάχιστον ίσες προς το αποθεματικό που καθορίζεται από τον κύριο ασφαλιστή σύμφωνα με τους κανόνες του κράτους μέλους καταγωγής του.

Στατιστικά δεδομένα

234. Οι συνασφαλιστές που είναι εγκατεστημένοι στη Δημοκρατία τηρούν στατιστικά στοιχεία, τα οποία παρουσιάζουν τον όγκο των εργασιών τους σε κοινοτική συνασφάλιση, καθώς και τα κράτη μέλη που αφορούν οι εργασίες αυτές.

Μεταχείριση των συμβάσεων συνασφάλισης σε διαδικασίες εκκαθάρισης

235. Κατά την εκκαθάριση ασφαλιστικής επιχείρησης, οι υποχρεώσεις της επιχείρησης αυτής από τη συμμετοχή της σε ασφαλιστήρια που αφορούν κοινοτική συνασφάλιση, εκπληρώνονται όπως και οι υποχρεώσεις της που απορρέουν από τα άλλα ασφαλιστήρια χωρίς να γίνεται καμιά διάκριση εις βάρος των ασφαλισμένων της και των δικαιούχων εξαιτίας της ιθαγένειάς τους.

Ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ εποπτικών αρχών

236. Για σκοπούς της εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος Τμήματος, ο Έφορος ανταλλάζει πληροφορίες με τις εποπτικές αρχές άλλων κρατών μελών στο πλαίσιο της συνεργασίας με τις εποπτικές αρχές των κρατών μελών που προβλέπεται στον παρόντα Νόμο.

Συνεργασία για την εφαρμογή διατάξεων

237. Ο Έφορος συνεργάζεται με την Επιτροπή και τις εποπτικές αρχές των άλλων κρατών μελών με σκοπό την εξέταση των δυσκολιών που θα ήταν δυνατόν να προκύψουν κατά την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος Τμήματος και ιδίως με σκοπό την εξέταση κάθε πρακτικής που θα αποτελούσε ένδειξη είτε ότι η κύρια ασφαλιστική επιχείρηση δεν παίζει τον ρόλο που της ανατίθεται στην πρακτική της συνασφάλισης, είτε ότι οι κίνδυνοι δεν απαιτούν εμφανώς για την κάλυψή τους τη συμμετοχή πολλών ασφαλιστών.

ΤΜΗΜΑ 3 - ΑΣΦΑΛΙΣΗ ΝΟΜΙΚΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Πεδίο εφαρμογής του παρόντος Τμήματος

238. (1) Το παρόν Τμήμα εφαρμόζεται στην ασφάλιση νομικής προστασίας, που αναφέρεται στον κλάδο 17 στο Μέρος Α του Πρώτου Παραρτήματος του παρόντος Νόμου και που συνίσταται στην έναντι καταβολής ασφαλίστρου συμβατική δέσμευση ασφαλιστικής επιχείρησης για την ανάληψη των δικαστικών εξόδων και παροχής άλλων υπηρεσιών που απορρέουν άμεσα από την εν λόγω ασφαλιστική κάλυψη, και ιδίως με σκοπό:

(α) την κάλυψη της ζημιάς ή της βλάβης που υπέστη ο ασφαλισμένος είτε μέσω εξώδικου συμβιβασμού είτε μέσω αστικής ή ποινικής δίκης·

(β) την υπεράσπιση ή την εκπροσώπηση του ασφαλισμένου σε οποιασδήποτε φύσεως δικαστική διαδικασία η οποία εγείρεται εναντίον του.

(2) Δεν εμπίπτουν στις διατάξεις του παρόντος Τμήματος τα πιο κάτω:

(α) η ασφάλιση νομικής προστασίας, όταν αυτή αφορά διαφορές ή κινδύνους που απορρέουν από τη χρήση θαλάσσιων πλοίων ή σχετίζονται με τη χρήση αυτή·

(β) η δραστηριότητα ασφαλιστικής επιχείρησης αστικής ευθύνης προς υπεράσπιση ή εκπροσώπηση του ασφαλισμένου πελάτη σε κάθε δικαστική ή διοικητική διαδικασία, εφόσον αυτή η δραστηριότητα ασκείται συγχρόνως και προς το συμφέρον αυτής της ιδίας ασφαλιστικής επιχείρησης δυνάμει της κάλυψης αυτής·

(γ) η δραστηριότητα νομικής προστασίας, την οποία αναπτύσσει ο ασφαλιστής της βοήθειας και η οποία θα μπορεί να επεκταθεί στις ακόλουθες περιπτώσεις και εφόσον πληροί τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

(i) η δραστηριότητα ασκείται σε κράτος μέλος άλλο από εκείνο στο οποίο ευρίσκεται η συνήθης διαμονή του ασφαλισμένου·

(ii) η δραστηριότητα αποτελεί τμήμα σύμβασης που αφορά μόνον τη βοήθεια που παρέχεται σε πρόσωπα που αντιμετωπίζουν δυσκολίες κατά τη διάρκεια μετακινήσεων ή απουσιών από την κατοικία τους ή τη συνήθη τους διαμονή.

(3) Για τους σκοπούς της παραγράφου (γ) του εδαφίου (2), η ασφαλιστική σύμβαση πρέπει να αναγράφει ευκρινώς τη δήλωση ότι η σχετική κάλυψη περιορίζεται στις περιστάσεις που αναφέρονται στις εν λόγω διατάξεις και έχει επικουρικό χαρακτήρα σε σχέση με τη βοήθεια.

Χωριστές συμβάσεις

239. Η ασφάλιση νομικής προστασίας αποτελεί αντικείμενο είτε αυτοτελούς ασφαλιστηρίου διαφορετικού από εκείνο που συνάπτεται για άλλους κλάδους, είτε αντικείμενο αυτοτελούς ειδικού κεφαλαίου εντός ενιαίου ασφαλιστηρίου, στο οποίο πρέπει να αναφέρεται ρητά η φύση της κάλυψης της νομικής προστασίας που παρέχεται καθώς και το σχετικό ασφάλιστρο.

Διαχείριση των απαιτήσεων

240. (1) Η ασφαλιστική επιχείρηση που ασκεί εργασίες του κλάδου νομικής προστασίας επιλέγει μία από τις ακόλουθες εναλλακτικές μεθόδους διαχείρισης των απαιτήσεων που προβλέπονται στις παραγράφους (α) μέχρι (γ) ως ακολούθως:

(α) Διασφαλίζει ότι κανένα μέλος του προσωπικού της που ασχολείται με το χειρισμό απαιτήσεων του κλάδου νομικής προστασίας ή την παροχή νομικών συμβουλών σε σχέση με τις απαιτήσεις αυτές δεν ασκεί συγχρόνως παρόμοια δραστηριότητα-

(i) σε οποιοδήποτε άλλο κλάδο που καλύπτει η ίδια η ασφαλιστική επιχείρηση, επιπρόσθετα με τον κλάδο νομικής προστασίας˙ ή/και

(ii) σε άλλη επιχείρηση που συνδέεται με αυτήν, με οικονομικούς, εμπορικούς ή διοικητικούς δεσμούς και η οποία ασκεί ένα ή περισσότερους ασφαλιστικούς κλάδους που καθορίζονται στο Πρώτο Παράρτημα του παρόντος Νόμου, επιπρόσθετα με τον κλάδο νομικής προστασίας˙

(β) αναθέτει τη διαχείριση των απαιτήσεων που εγείρονται σε σχέση με τον κλάδο νομικής προστασίας σε μια νομικά αυτοτελή εταιρεία με τη μορφή εταιρείας περιορισμένης ευθύνης ή συνεταιρισμού και, εάν η εταιρεία αυτή συνδέεται με οικονομικούς, εμπορικούς ή διοικητικούς δεσμούς με άλλη ασφαλιστική επιχείρηση, που ασκεί ένα ή περισσότερους κλάδους ασφάλισης, τα μέλη του προσωπικού της εν λόγω εταιρείας, τα οποία ασχολούνται με τη διαχείριση απαιτήσεων του κλάδου νομικής προστασίας ή την παροχή νομικών συμβουλών, σχετικά με τη διαχείριση αυτή, δεν επιτρέπεται να ασκούν συγχρόνως την ίδια ή παρόμοια δραστηριότητα για την άλλη επιχείρηση:

Νοείται ότι οι ίδιες απαγορεύσεις ισχύουν και για τα μέλη της διεύθυνσης και διοίκησης της εταιρείας˙ ή

(γ) προβλέπει στη σύμβαση το δικαίωμα του ασφαλισμένου να αναθέτει σε δικηγόρο της επιλογής του την υπεράσπιση των συμφερόντων του, από τη στιγμή κατά την οποία δικαιούται να ζητήσει παρέμβαση της ασφαλιστικής επιχείρησης δυνάμει του ασφαλιστηρίου.

Ελευθερία επιλογής δικηγόρου

241. (1) Οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις διασφαλίζουν ότι κάθε ασφαλιστική σύμβαση νομικής προστασίας προβλέπει ρητά τα εξής:

(α) Σε κάθε δικαστική ή διοικητική διαδικασία, όταν καλείται από την ασφαλιστική επιχείρηση δικηγόρος, ή άλλο πρόσωπο που διαθέτει τα προσόντα τα οποία απαιτεί η κείμενη νομοθεσία, για να υπερασπίσει ή να εκπροσωπήσει τον ασφαλισμένο ή να εξυπηρετήσει τα συμφέροντά του, ο ασφαλισμένος έχει την ελευθερία της σχετικής επιλογής·

(β) ο δικαιούχος είναι ελεύθερος να επιλέγει δικηγόρο, ή, αν επιθυμεί και εφόσον το επιτρέπει η κείμενη νομοθεσία, οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο διαθέτει τα απαιτούμενα προσόντα για την υπεράσπιση των συμφερόντων του, σε περίπτωση που ανακύψει σύγκρουση συμφερόντων.

(2) Για τους σκοπούς του Τμήματος αυτού, "δικηγόρος" σημαίνει πρόσωπο το οποίο πληροί τις προϋποθέσεις για να ασκεί τη δικηγορία σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Δικηγόρων Νόμου (Κεφ. 2) ή να ασκεί τη δικηγορία υπό καθεστώς ελεύθερης εγκατάστασης ή ελεύθερης παροχής υπηρεσιών δυνάμει του εν λόγω Νόμου.

Εξαίρεση στην ελευθερία επιλογής δικηγόρου

242. (1) Οι διατάξεις του εδαφίου (1) του άρθρου 241 του παρόντος Νόμου, σε σχέση με το δικαίωμα του ασφαλισμένου να επιλέγει ελεύθερα τον δικηγόρο του, δεν εφαρμόζονται εφόσον πληρούνται σωρευτικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις-

(α) η ασφαλιστική κάλυψη περιορίζεται σε υποθέσεις που προκύπτουν από τη χρησιμοποίηση μηχανοκίνητου οχήματος στο έδαφος της Δημοκρατίας·

(β) η ασφαλιστική κάλυψη συνδέεται με σύμβαση βοήθειας σε περίπτωση ατυχήματος ή βλάβης σε σχέση με μηχανοκίνητο όχημα˙

(γ) ούτε η ασφαλιστική επιχείρηση του κλάδου νομικής προστασίας ούτε η ασφαλιστική επιχείρηση του κλάδου βοήθειας ασκεί οποιοδήποτε ασφαλιστικό κλάδο ευθύνης˙

(δ) λαμβάνονται μέτρα ώστε η παροχή νομικών συμβουλών και η εκπροσώπηση καθενός των διαδίκων σε περίπτωση διαφοράς να εξασφαλίζονται από δικηγόρους τελείως ανεξάρτητους, εφόσον οι εν λόγω διάδικοι είναι ασφαλισμένοι σε σχέση με νομική προστασία στην ίδια ασφαλιστική επιχείρηση.

(2) Η εξαίρεση του παρόντος άρθρου δεν επηρεάζει την εφαρμογή του άρθρου 240 του παρόντος Νόμου.

Διαδικασίες επίλυσης διαφορών μέσω διαιτησίας

243. Κάθε ασφαλιστική σύμβαση νομικής προστασίας προβλέπει το δικαίωμα του ασφαλισμένου να προσφεύγει σε διαδικασία διαιτησίας που προβλέπεται από τον περί Διαιτησίας Νόμο ή/και το δικαίωμα του να αποταθεί στον Χρηματοοικονομικό Επίτροπο σύμφωνα με τις διατάξεις των περί της Σύστασης και Λειτουργίας του Ενιαίου Φορέα Εξώδικης Επίλυσης Διαφορών Χρηματοοικονομικής Φύσεως Νόμων του 2010, έως (Αρ. 2) του 2014, όπως αυτοί εκάστοτε τροποποιούνται ή αντικαθίστανται, σε περίπτωση που ανακύπτει οποιαδήποτε διαφορά μεταξύ της ασφαλιστικής επιχείρησης και του ασφαλισμένου:

Νοείται ότι τέτοια προσφυγή δεν αποκλείει το δικαίωμα του ασφαλισμένου να προσφύγει στο δικαστήριο.

Σύγκρουση συμφερόντων

244. Κάθε φορά που ανακύπτει σύγκρουση συμφερόντων ή διαφωνία όσον αφορά τη διευθέτηση της διαφοράς, η ασφαλιστική επιχείρηση που προσφέρει κάλυψη νομικής προστασίας ή οποιοσδήποτε λειτουργός του τμήματος απαιτήσεών της, ανάλογα με την περίπτωση, οφείλει να ενημερώνει τον ασφαλισμένο για τα δικαιώματά του που απορρέουν από το εδάφιο (1) του άρθρου 241 του παρόντος Νόμου και για τη δυνατότητα να προσφύγει στη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 243.

ΤΜΗΜΑ 4 - ΑΣΦΑΛΙΣΗ ΑΣΘΕΝΕΙΑΣ
Ασφάλιση ασθενείας ως υποκατάστατο της κοινωνικής ασφάλισης

245.-(1) Κανονισμοί δύνανται να καθορίζουν τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες μπορεί να επιτραπεί όπως οι συμβάσεις ασφάλισης ασθενείας (Κλάδος 2, Μέρος Α του Πρώτου Παραρτήματος) μπορούν να αντικαθιστούν, εν μέρει ή πλήρως, την κάλυψη ασθενείας που παρέχεται δυνάμει των περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νόμων του 2010 έως (Αρ. 2) του 2014, όπως αυτοί εκάστοτε τροποποιούνται ή αντικαθίστανται, εφόσον οι εν λόγω Νόμοι επιτρέπουν τέτοια αντικατάσταση.

(2) Ο Έφορος απαιτεί όπως οι κυπριακές ασφαλιστικές επιχειρήσεις ανακοινώνουν την τεχνική βάση υπολογισμού των ασφαλίστρων, πριν τη διάθεση του προϊόντος στην αγορά κρατών μελών, στο έδαφος των οποίων οι συμβάσεις οι σχετικές με τον Κλάδο 2 Μέρος Α του Πρώτου Παραρτήματος αντικαθιστούν, εν μέρει ή πλήρως, την κάλυψη ασθενείας που παρέχεται από το νόμιμο καθεστώς κοινωνικής ασφάλισης.

(3) Η υποχρέωση των κυπριακών ασφαλιστικών εταιρειών που προβλέπεται στο εδάφιο (2) εφαρμόζεται και στην περίπτωση τροποποίησης υφιστάμενων συμβάσεων.

ΤΡΙΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΙΔΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΣΦΑΛΙΣΗ ΖΩΗΣ
Απαγόρευση υποχρεωτικής εκχώρησης μέρους ασφαλίσεως

246. Απαγορεύεται η επιβολή υποχρέωσης σε ασφαλιστικές επιχειρήσεις ασφάλισης Ζωής όπως εκχωρούν μέρος των ασφαλίσεών τους από δραστηριότητες που αναφέρονται στο εδάφιο (3) του άρθρου 4 του παρόντος Νόμου, σε έναν ή περισσότερους οργανισμούς στη Δημοκρατία δυνάμει οποιασδήποτε νομοθεσίας.

Ασφάλιστρα για νέες δραστηριότητες

247.-(1) Τα ασφάλιστρα για τις νέες ασφαλιστικές δραστηριότητες πρέπει να είναι επαρκή, βάσει λογικών αναλογιστικών υποθέσεων, ώστε η επιχείρηση ασφάλισης Ζωής να είναι σε θέση να εκπληρώνει όλες τις υποχρεώσεις της, και ιδίως την υποχρέωση σύστασης επαρκών τεχνικών προβλέψεων.

(2) Για σκοπούς εφαρμογής του εδαφίου (1), μπορούν να λαμβάνονται υπόψη όλες οι πτυχές της χρηματοοικονομικής κατάστασης της επιχείρησης ασφάλισης Ζωής, χωρίς όμως να γίνεται συστηματικά και μόνιμα προσθήκη πόρων ξένων προς τα εν λόγω ασφάλιστρα και στο αποκτούμενο εισόδημα, κατά τρόπο που θα μπορούσε να κλονίσει τελικά τη φερεγγυότητα της συγκεκριμένης επιχείρησης.

-

247Α.-(1) Ασφαλιστική επιχείρηση, κατά την αξιολόγηση αίτησης για σύναψη ασφάλισης ζωής προσώπου με εμπειρία καρκίνου δεν λαμβάνει υπόψη το ιατρικό ιστορικό προηγούμενης καρκινικής νόσου του προσώπου αυτού εφόσον-

(α) έχει παρέλθει περίοδος δέκα (10) ετών από την ολοκλήρωση της θεραπείας. ή

(β) έχει παρέλθει περίοδος πέντε (5) ετών από την ολοκλήρωση της θεραπείας, σε περίπτωση κατά την οποία το πρόσωπο αυτό έχει διαγνωστεί με καρκίνο πριν από την ηλικία των είκοσι ενός (21) ετών.

(2) Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου «ολοκλήρωση θεραπείας» σημαίνει το τέλος της ενεργού φάσης θεραπείας κατά του καρκίνου, περιλαμβανομένων χειρουργικής επέμβασης, ακτινοθεραπείας ή/και φαρμακευτικής θεραπείας, σύμφωνα με τα θεραπευτικά πρωτόκολλα, ανεξαρτήτως εάν εξακολουθεί να απαιτείται θεραπεία όπως ορμονοθεραπεία και ανοσοθεραπεία.

(3) Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται για ασφάλιση ζωής με ασφαλιστική κάλυψη που δεν υπερβαίνει τις τριακόσιες χιλιάδες ευρώ (€300.000).

ΤΕΤΑΡΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΙΔΙΚΟΙ ΚΑΝΟΝΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΤΑΣΦΑΛΙΣΗ
Αντασφάλιση πεπερασμένου κινδύνου

248.-(1) Ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, οι οποίες συνάπτουν συμβάσεις αντασφάλισης πεπερασμένου κινδύνου ή ασκούν δραστηριότητες αντασφάλισης πεπερασμένου κινδύνου οφείλουν να είναι σε θέση να εντοπίζουν, υπολογίζουν, παρακολουθούν, διαχειρίζονται, ελέγχουν και να αναφέρουν δεόντως στον Έφορο τους κινδύνους που απορρέουν από τις εν λόγω συμβάσεις ή δραστηριότητες.

(2) Κατ΄εξουσιοδότηση πράξεις δύναται να καθορίζουν τις λεπτομέρειες αναφορικά με τον τρόπο που γίνεται η παρακολούθηση, διαχείριση και ο έλεγχος των κινδύνων που απορρέουν από δραστηριότητες αντασφάλισης πεπερασμένου κινδύνου σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου (1).

(3) Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, "αντασφάλιση πεπερασμένου κινδύνου" σημαίνει αντασφάλιση, βάσει της οποίας η ρητή μεγίστη πιθανότητα ζημίας, εκπεφρασμένη ως ο μεταβιβαζόμενος μέγιστος οικονομικός κίνδυνος, ο οποίος προέρχεται τόσο από σημαντικό ασφαλιστικό κίνδυνο όσο και από μεταβίβαση κινδύνου ως εκ της χρονικής στιγμής, υπερβαίνει το ασφάλιστρο καθ’ όλη τη διάρκεια ισχύος του ασφαλιστηρίου κατά περιορισμένο αλλά σημαντικό ποσό, από κοινού με ένα τουλάχιστον εκ των εξής χαρακτηριστικών:

(α) τη λήψη υπόψη, ρητώς και υλικώς, της αξίας του χρήματος διαχρονικώς·

(β) την πρόβλεψη συμβατικών διατάξεων προς συγκράτηση της ισορροπίας της οικονομικής εμπειρίας μεταξύ των συμβαλλομένων διαχρονικώς για να επιτευχθεί η μεταβίβαση υψηλού κινδύνου.

Φορείς Ειδικού Σκοπού

249.-(1) Η εγκατάσταση Φορέων Ειδικού Σκοπού στη Δημοκρατία, επιτρέπεται μόνο μετά την εξασφάλιση της έγκρισης του Εφόρου η οποία παραχωρείται μετά την υποβολή σχετικής αίτησης σε καθορισμένο τύπο.

(2) Ο Έφορος εγκρίνει την αίτηση για εγκατάσταση Φορέων Ειδικού Σκοπού στη Δημοκρατία εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις που καθορίζονται σε κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, αναφορικά με τα πιο κάτω θέματα:

(α) Το πεδίο εφαρμογής της έγκρισης·

(β) υποχρεωτικούς όρους που πρέπει να περιλαμβάνονται σε όλες τις συναπτόμενες συμβάσεις·

(γ) απαιτήσεις καταλληλότητας και αξιοπιστίας, όπως αναφέρονται στο άρθρο 44 του παρόντος Νόμου, για τα πρόσωπα που διοικούν τον φορέα ειδικού σκοπού·

(δ) απαιτήσεις καταλληλότητας και αξιοπιστίας για τους μετόχους ή τα μέλη με ειδική συμμετοχή στον φορέα ειδικού σκοπού·

(ε) ορθές διοικητικές και λογιστικές διαδικασίες, κατάλληλους μηχανισμούς εσωτερικού ελέγχου και απαιτήσεις διαχείρισης κινδύνου·

(στ) απαιτήσεις σχετικά με τη λογιστική και με την προληπτική και τη στατιστική πληροφόρηση·

(ζ) απαιτήσεις φερεγγυότητας.

(3) Εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα καθορίζουν-

(α) τις διαδικασίες για τη χορήγηση έγκρισης του Εφόρου για σύσταση φορέων ειδικού σκοπού και τους μορφότυπους και τα υποδείγματα που πρέπει να χρησιμοποιούνται για τους σκοπούς της παραγράφου (στ) του εδαφίου (2)· και

(β) τις διαδικασίες αναφορικά με τη συνεργασία και την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ του Εφόρου και εποπτικών αρχών άλλων κρατών μελών, όταν ο φορέας ειδικού σκοπού που αναλαμβάνει κίνδυνο από μια ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση έχει έδρα σε κράτος μέλος άλλο από τη Δημοκρατία, στην οποία έχει λάβει άδεια η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση.

(4) Φορείς Ειδικού Σκοπού που έχουν λάβει άδεια από τον Έφορο πριν από τις 31 Δεκεμβρίου 2015 υπόκεινται στις διατάξεις του περί της Ασκήσεως Ασφαλιστικών Εργασιών και Άλλων Συναφών Θεμάτων Νόμων του 2002 έως 2013, με εξαίρεση οποιαδήποτε νέα δραστηριότητα τέτοιου Φορέα Ειδικού Σκοπού μετά από αυτήν την ημερομηνία, η οποία υπόκειται στις διατάξεις του παρόντος άρθρου.

ΜΕΡΟΣ IV ΕΠΟΠΤΕΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΑΝΤΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ ΠΟΥ ΑΝΗΚΟΥΝ ΣΕ ΟΜΙΛΟ
ΠΡΩΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΠΟΠΤΕΙΑ ΟΜΙΛΟΥ: ΕΡΜΗΝΕΙΑ, ΠΕΡΙΠΤΩΣΕΙΣ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ, ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΚΑΙ ΕΠΙΠΕΔΑ
ΤΜΗΜΑ 1 - ΕΡΜΗΝΕΙΑ
Ερμηνεία

250. (1) Στο παρόν Μέρος, εκτός εάν από το κείμενο προκύπτει διαφορετική έννοια-

«αρχή εποπτείας του ομίλου» σημαίνει την εποπτική αρχή που είναι υπεύθυνη για την άσκηση εποπτείας του ομίλου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 247 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ.

«ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου» σημαίνει τη μητρική επιχείρηση, η οποία δεν είναι εταιρεία χρηματοπιστωτικών συμμετοχών και της οποίας η κύρια δραστηριότητα είναι η απόκτηση και κατοχή συμμετοχών σε θυγατρικές επιχειρήσεις, εφόσον οι εν λόγω θυγατρικές είναι αποκλειστικά ή κυρίως ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, ή ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις τρίτης χώρας ενώ μία τουλάχιστον από αυτές τις θυγατρικές είναι ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση·

«ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου μεικτής δραστηριότητας» σημαίνει τη μητρική επιχείρηση, η οποία δεν είναι ασφαλιστική επιχείρηση, ασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας, αντασφαλιστική επιχείρηση, αντασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας, ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου ή εταιρεία χρηματοπιστωτικών συμμετοχών, η οποία περιλαμβάνει τουλάχιστον μία ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση μεταξύ των θυγατρικών της·

«εταιρεία χρηματοπιστωτικών συμμετοχών» σημαίνει τη μητρική επιχείρηση, εκτός από την ασφαλιστική ή αντασφαλιστική εταιρεία, η οποία, μαζί με τις θυγατρικές της, από τις οποίες μία τουλάχιστον είναι ασφαλιστική επιχείρηση, Ε.Π.Ε.Υ. ή πιστωτικό ίδρυμα, κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς και άλλες οντότητες, συνιστά χρηματοπιστωτικό όμιλο ετερογενών δραστηριοτήτωνֹ

«όμιλος» σημαίνει ένα όμιλο επιχειρήσεων-

(α) που αποτελείται από μία συμμετέχουσα επιχείρηση, τις θυγατρικές της και τις οντότητες στις οποίες η συμμετέχουσα επιχείρηση ή οι θυγατρικές της διαθέτουν συμμετοχή, καθώς και συνδεδεμένες επιχειρήσεις∙ ή

(β) που βασίζεται στη σύναψη συμβατικών ή άλλων μακροχρόνιων, ισχυρών και διαρκών χρηματοοικονομικών δεσμών μεταξύ όλων αυτών των επιχειρήσεων, και μπορεί να περιλαμβάνει ενώσεις αλληλασφάλισης ή αλληλασφαλιστικού τύπου, υπό την προϋπόθεση ότι-

(i) μία από τις επιχειρήσεις αυτές ασκεί ουσιαστικά, με κεντρικό συντονισμό, δεσπόζουσα επιρροή στις αποφάσεις, συμπεριλαμβανομένων των χρηματοοικονομικών αποφάσεων, όλων των επιχειρήσεων οι οποίες αποτελούν μέρος του ομίλου∙ και

(ii) η σύναψη ή διάλυση τέτοιου είδους οικονομικών σχέσεων για τους σκοπούς του παρόντος τίτλου υπόκειται σε εκ των προτέρων έγκριση της αρχής εποπτείας ομίλου, και

η επιχείρηση που ασκεί τον κεντρικό συντονισμό θεωρείται μητρική επιχείρηση, ενώ οι άλλες επιχειρήσεις θεωρούνται θυγατρικές∙

«συγκέντρωση κινδύνων» σημαίνει κάθε έκθεση σε κίνδυνο με πιθανότητα ζημιάς, η οποία είναι αρκετά μεγάλη ώστε να απειλεί τη φερεγγυότητα ή τη γενική χρηματοοικονομική κατάσταση των ρυθμιζόμενων οντοτήτων του χρηματοπιστωτικού ομίλου ετερογενών δραστηριοτήτων· η έκθεση μπορεί να είναι αποτέλεσμα κινδύνων αντισυμβαλλομένου ή πιστωτικών κινδύνων, επενδυτικών κινδύνων, ασφαλιστικών κινδύνων, κινδύνων της αγοράς ή άλλων κινδύνων, ή συνδυασμού ή αλληλεπίδρασης αυτών των κινδύνων·

«συμμετέχουσα επιχείρηση» σημαίνει την επιχείρηση, η οποία είναι, είτε μητρική επιχείρηση ή άλλη επιχείρηση που διαθέτει συμμετοχή, είτε επιχείρηση που, χωρίς να συνδέεται με άλλη επιχείρηση κατά την έννοια του άρθρου 148 του περί Εταιρειών Νόμου, έχει τεθεί με την επιχείρηση αυτή υπό ενιαία διεύθυνση κατόπιν συμβάσεως ή σύμφωνα με όρους των καταστατικών τους ή τα διοικητικά τους όργανα να αποτελούνται κατά πλειοψηφία κατά τη διάρκεια της χρήσης και μέχρι την κατάρτιση των ενοποιημένων λογαριασμών από τα ίδια πρόσωπα·

«συμμετοχή» σημαίνει την κατοχή δικαιωμάτων στο κεφάλαιο άλλων επιχειρήσεων, ενσωματωμένα σε τίτλους ή όχι, τα οποία, δημιουργώντας διαρκή δεσμό ανάμεσα σε δύο επιχειρήσεις, προορίζονται να συμβάλουν στις δραστηριότητες της επιχείρησης αυτής ή την άμεση ή έμμεση κατοχή ποσοστού μεγαλύτερου ή ίσου του είκοσι τοις εκατόν (20%) των δικαιωμάτων ψήφου ή του κεφαλαίου μίας επιχείρησης·

«συνδεδεμένη επιχείρηση» σημαίνει τη θυγατρική ή άλλη επιχείρηση, στην οποία υπάρχει συμμετοχή ή επιχείρηση που, χωρίς να συνδέεται με άλλη επιχείρηση κατά την έννοια του άρθρου 148 του περί Εταιρειών Νόμου, έχει τεθεί με την επιχείρηση αυτή υπό ενιαία διεύθυνση κατόπιν συμβάσεως ή σύμφωνα με όρους των καταστατικών τους ή τα διοικητικά τους όργανα να αποτελούνται κατά πλειοψηφία κατά τη διάρκεια της χρήσης και μέχρι την κατάρτιση των ενοποιημένων λογαριασμών από τα ίδια πρόσωπα·

«Σώμα εποπτών» σημαίνει μια μόνιμη αλλά ευέλικτη δομή για τη συνεργασία, τον συντονισμό και τη διευκόλυνση της λήψης αποφάσεων σχετικά με την εποπτεία ομίλου·

(2) Για τους σκοπούς του παρόντος Μέρους, ο Έφορος θεωρεί επίσης-

(α) ως μητρική επιχείρηση οποιαδήποτε επιχείρηση η οποία, κατά τη γνώμη του, ασκεί πραγματικά δεσπόζουσα επιρροή σε άλλη επιχείρηση·

(β) ως θυγατρική επιχείρηση οποιαδήποτε επιχείρηση επί της οποίας, κατά τη γνώμη του, μια μητρική επιχείρηση ασκεί πραγματικά δεσπόζουσα επιρροή·

(γ) ως συμμετοχή την κατοχή, άμεση ή έμμεση, δικαιωμάτων ψήφου ή κεφαλαίου σε επιχείρηση επί της οποίας, κατά τη γνώμη του, ασκείται πραγματικά σημαντική επιρροή.

ΤΜΗΜΑ 2 - ΠΕΡΙΠΤΩΣΕΙΣ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΚΑΙ ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ
Περιπτώσεις εφαρμογής εποπτείας ομίλου

251.-(1) Η εποπτεία ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων σε επίπεδο ομίλου ασκείται από τον Έφορο, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Μέρους, όταν ο Έφορος αποτελεί την αρμόδια αρχή εποπτείας του ομίλου κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 286 του παρόντος Νόμου.

(2) Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου (1), οι διατάξεις του παρόντος Νόμου, οι οποίες ορίζουν τους κανόνες για την εποπτεία ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων σε ατομική βάση, εξακολουθούν να ισχύουν σε επιχειρήσεις που ανήκουν σε όμιλο, εκτός εάν προβλέπεται διαφορετικά στο παρόν Μέρος.

(3) Η εποπτεία σε επίπεδο ομίλου ασκείται ως ακολούθως:

(α) σε ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, οι οποίες είναι συμμετέχουσες επιχειρήσεις σε μία τουλάχιστον ασφαλιστική επιχείρηση, αντασφαλιστική επιχείρηση, ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας, σύμφωνα με τα άρθρα 256 έως 298 του παρόντος Νόμου.

(β) σε ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, των οποίων η μητρική επιχείρηση είναι ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου ή εταιρεία χρηματοπιστωτικών συμμετοχών με έδρα στην Ένωση, σύμφωνα με τα άρθρα 256 έως 298·

(γ) σε ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, η μητρική επιχείρηση των οποίων είναι ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου ή εταιρεία χρηματοπιστωτικών συμμετοχών με έδρα σε τρίτη χώρα ή ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας, σύμφωνα με τα άρθρα 299 έως 302 του παρόντος Νόμου·

(δ) σε ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, η μητρική επιχείρηση των οποίων είναι ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου μεικτής δραστηριότητας, σύμφωνα με το άρθρο 304 του παρόντος Νόμου.

(4) Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στις παραγράφους (α) και (β) του εδαφίου (2), όταν η συμμετέχουσα ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση ή η ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου ή η εταιρεία χρηματοπιστωτικών συμμετοχών, η οποία έχει την έδρα της στην Ένωση, είναι, είτε συνδεδεμένη επιχείρηση, είτε είναι η ίδια ρυθμιζόμενη οντότητα ή μεικτή εταιρεία χρηματοπιστωτικών συμμετοχών, η οποία υπόκειται σε συμπληρωματική εποπτεία εποπτικής αρχής άλλου κράτους μέλους, ο Έφορος, ως η αρμόδια αρχή εποπτείας του ομίλου, δύναται, μετά από διαβουλεύσεις με τις άλλες ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές, να αποφασίσει να μη διενεργήσει την εποπτεία της συγκέντρωσης κινδύνου που αναφέρεται στο άρθρο 282 του παρόντος Νόμου ή την εποπτεία των συναλλαγών εντός του ομίλου που αναφέρεται στο άρθρο 284 του παρόντος Νόμου ή και τα δύο, στο επίπεδο της εν λόγω συμμετέχουσας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης ή της εν λόγω ασφαλιστικής εταιρείας χαρτοφυλακίου ή εταιρείας χρηματοπιστωτικών συμμετοχών.

(5) Σε περίπτωση που εταιρεία χρηματοπιστωτικών συμμετοχών υπόκειται σε ισοδύναμο εποπτικό έλεγχο στο πλαίσιο των εκάστοτε Οδηγιών του Εφόρου αναφορικά με τη συμπληρωματική εποπτεία ασφαλιστικών επιχειρήσεων που ανήκουν σε χρηματοπιστωτικό όμιλο ετερογενών δραστηριοτήτων, με τον εποπτικό έλεγχο που καθορίζεται δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου, ειδικότερα όσον αφορά την εποπτεία με βάση τον κίνδυνο, ο Εφόρος, ως η αρμόδια αρχή εποπτείας του ομίλου, δύναται να αποφασίσει, μετά από διαβούλευση με τις άλλες ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές, να εφαρμόσει στην εν λόγω εταιρεία χρηματοπιστωτικών συμμετοχών μόνο τις διατάξεις αναφορικά με την συμπληρωματική εποπτεία.

(6) Σε περίπτωση που εταιρεία χρηματοπιστωτικών συμμετοχών υπόκειται σε ισοδύναμες διατάξεις δυνάμει του παρόντος Νόμου και δυνάμει των περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμων του 1997 έως 2015, όπως αυτοί εκάστοτε τροποποιούνται ή αντικαθίστανται, ειδικότερα όσον αφορά την εποπτεία με βάση τον κίνδυνο, ο Έφορος, ως αρμόδια αρχή εποπτείας του ομίλου, δύναται να αποφασίσει, μετά από συμφωνία με τις άλλες ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές του χρηματοπιστωτικού τομέα όπως εφαρμοστούν μόνο εκείνες οι νομοθετικές διατάξεις σχετικά με τον πλέον σημαντικό τομέα, όπως καθορίζεται στις εκάστοτε Οδηγίες του Εφόρου ή/και της Κεντρικής Τράπεζας ή/και της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς αναφορικά με τη συμπληρωματική εποπτεία ασφαλιστικών ‘η αντασφαλιστικών επιχειρήσεων που ανήκουν σε χρηματοπιστωτικό όμιλο ετερογενών δραστηριοτήτων.

(7) Ο Έφορος, ως η αρχή εποπτείας του ομίλου, ενημερώνει την Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών και την ΕΙΟPA για τις αποφάσεις που λαμβάνονται δυνάμει των εδαφίων (4) και (5).

Πεδίο εφαρμογής της εποπτείας ομίλου

252.-(1) Η άσκηση της εποπτείας ομίλου από τον Έφορο σύμφωνα με το άρθρο 251 του παρόντος Νόμου, δεν απαιτεί την άσκηση του εποπτικού του ρόλου σε ατομική βάση, σε σχέση με την ασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας, την αντασφαλιστική επιχείρησης τρίτης χώρας, την ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου, την εταιρεία χρηματοπιστωτικών συμμετοχών ή την ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου μεικτής δραστηριότητας, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 297 όσον αφορά τις ασφαλιστικές εταιρείες χαρτοφυλακίου ή τις εταιρείες χρηματοπιστωτικών συμμετοχών.

(2) Ο Έφορος, ως αρχή εποπτείας του ομίλου, δύναται να αποφασίσει, κατά περίπτωση, να μην συμπεριλάβει μια επιχείρηση στην εποπτεία του ομίλου που αναφέρεται στο άρθρο 251 του παρόντος Νόμου -

(α) εάν η επιχείρηση ευρίσκεται σε τρίτη χώρα, όπου υπάρχουν νομικά εμπόδια στη διαβίβαση των απαραίτητων πληροφοριών, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 267·

(β) εάν η επιχείρηση που πρέπει να συμπεριληφθεί έχει αμελητέα σημασία όσον αφορά τους στόχους της εποπτείας σε επίπεδο ομίλου· ή

(γ) εάν ο συνυπολογισμός της επιχείρησης δεν είναι κατάλληλος ή είναι παραπλανητικός σε σχέση με τους στόχους της εποπτείας σε επίπεδο ομίλου.

(3) Ανεξάρτητα από τις διατάξεις της παραγράφου (β) του εδαφίου (2), όταν αρκετές επιχειρήσεις του ιδίου ομίλου, λαμβανόμενες υπόψη ατομικά, μπορούν να εξαιρεθούν σύμφωνα με την εν λόγω παράγραφο, ο Έφορος ως αρχή εποπτείας τους ομίλου, οφείλει να τις συμπεριλάβει στην εποπτεία εφόσον, συλλογικά, είναι μη αμελητέας σημασίας.

(4) Όταν ο Έφορος, ως αρχή εποπτείας του ομίλου, θεωρεί ότι μία ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση δεν θα πρέπει να περιλαμβάνεται στην εποπτεία ομίλου δυνάμει μιας των περιπτώσεων που προβλέπονται στις παραγράφους (β) και (γ) του εδαφίου (2), συμβουλεύεται, προτού λάβει απόφαση, τις ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές των άλλων κρατών μελών.

(5) Σε περίπτωση που αρμόδια εποπτική αρχή του ομίλου είναι εποπτική αρχή άλλου κράτους μέλους, και δεν περιλαμβάνει κυπριακή ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση στην εποπτεία του ομίλου δυνάμει των αντίστοιχων παραγράφων (β) και (γ) του εδαφίου (2) της εθνικής της νομοθεσίας του εν λόγω κράτους μέλους, ο Έφορος δύναται να ζητά από την επιχείρηση που είναι επικεφαλής του ομίλου οποιαδήποτε πληροφορία η οποία μπορεί να διευκολύνει την εποπτεία των κυπριακών ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων από τον ίδιο.

ΤΜΗΜΑ 3 - ΕΠΙΠΕΔΑ
Τελική μητρική επιχείρηση σε ενωσιακό επίπεδο

253.-(1) Όταν η συμμετέχουσα ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση ή η ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου ή η εταιρεία χρηματοπιστωτικών συμμετοχών που αναφέρεται στις παραγράφους (α) και (β) του εδαφίου (3) του άρθρου 251 του παρόντος Νόμου είναι η ίδια θυγατρική εταιρεία άλλης ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης ή ασφαλιστικής εταιρείας χαρτοφυλακίου ή εταιρείας χρηματοπιστωτικών συμμετοχών η οποία έχει την έδρα της στην Ένωση, τα άρθρα 256 μέχρι 298 εφαρμόζονται μόνο στο επίπεδο της τελικής μητρικής ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης ή ασφαλιστικής εταιρείας χαρτοφυλακίου ή εταιρείας χρηματοπιστωτικών συμμετοχών η οποία έχει την έδρα της στην Ένωση.

(2) Όταν η τελική μητρική ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση ή ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου ή εταιρείας χρηματοπιστωτικών συμμετοχών που έχει την έδρα της στην Ένωση, όπως αναφέρεται στο εδάφιο (1), είναι θυγατρική επιχείρηση άλλης επιχείρησης η οποία υπόκειται σε συμπληρωματική εποπτεία σύμφωνα με την παράγραφο 5 (2) των Οδηγιών χρηματοπιστωτικού ομίλου ετερογενών δραστηριοτήτων που εκδίδονται από τον Έφορο, ο Έφορος δύναται, αφού συμβουλευθεί τις άλλες ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές, να αποφασίσει να μην πραγματοποιήσει την εποπτεία της συγκέντρωσης κινδύνου που αναφέρεται στο άρθρο 286 ή την εποπτεία των συναλλαγών εντός του ομίλου που αναφέρονται στο άρθρο 284 του παρόντος Νόμου ή και τα δύο, στο επίπεδο της τελικής αυτής μητρικής επιχείρησης.

Τελική μητρική επιχείρηση σε εθνικό επίπεδο

254. (1) Όταν η συμμετέχουσα ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση ή η ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου ή η εταιρεία χρηματοπιστωτικών συμμετοχών, η οποία έχει την έδρα της στη Δημοκρατία, και η τελική μητρική επιχείρηση σε ενωσιακό επίπεδο, όπως αναφέρεται στο άρθρο 253 του παρόντος Νόμου έχει την έδρα της σε άλλο κράτος μέλος, ο Έφορος ως εθνική εποπτική αρχή, δύναται, μετά από διαβούλευση με την αρχή εποπτείας του ομίλου και με την αρχή εποπτείας της τελικής μητρικής επιχείρησης σε ενωσιακό επίπεδο, να υπαγάγει την τελική μητρική ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση ή την ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου ή την εταιρεία χρηματοπιστωτικών συμμετοχών στην εποπτεία του ομίλου και σε τέτοια περίπτωση εξηγεί την απόφασή του τόσο στον επόπτη του ομίλου όσο και στην μητρική επιχείρηση σε ενωσιακό επίπεδο. Τα άρθρα 256 έως 298 του παρόντος Νόμου εφαρμόζονται, τηρουμένων των αναλογιών, με την επιφύλαξη των εδαφίων (2) έως (6).

(2) Ο Έφορος, ως αρχή εποπτείας του ομίλου, δύναται να περιορίζει την εποπτεία του ομίλου της τελικής μητρικής επιχείρησης σε ένα ή περισσότερα από τα Τμήματα του Δεύτερου Κεφαλαίου του παρόντος Μέρους.

(3) Όταν ο Έφορος, ως εθνική εποπτική αρχή, αποφασίζει να εφαρμόσει στην τελική μητρική επιχείρηση σε εθνικό επίπεδο τις διατάξεις του Τμήματος 1 του Δεύτερου Κεφαλαίου του παρόντος Μέρους, η επιλογή της μεθόδου που γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 258 του παρόντος Νόμου, σε σχέση με την τελική μητρική επιχείρηση σε ενωσιακό επίπεδο, από την εποπτική αρχή εποπτείας του ομίλου, θεωρείται καθοριστική και εφαρμόζεται από τον Έφορο.

(4) Όταν ο Έφορος, ως εθνική εποπτική αρχή, αποφασίζει να εφαρμόσει στην τελική μητρική επιχείρηση τις διατάξεις του Τμήματος 1, του Δεύτερου Κεφαλαίου του παρόντος Μέρους, και όταν η τελική μητρική επιχείρηση σε ενωσιακό επίπεδο που αναφέρεται στο άρθρο 290 του παρόντος Νόμου έχει λάβει, σύμφωνα με το άρθρο 269 ή το εδάφιο (5) του άρθρου 272, την άδεια να υπολογίζει τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας του ομίλου, καθώς και τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων στον όμιλο, στη βάση εσωτερικού υποδείγματος, η απόφαση αυτή θεωρείται καθοριστική και εφαρμόζεται από τον Έφορο.

(5) Στην περίπτωση του εδαφίου (4), όταν ο Έφορος αποφασίζει ότι το προφίλ κινδύνου της τελικής μητρικής επιχείρησης αποκλίνει σημαντικά από το εσωτερικό υπόδειγμα που έχει εγκριθεί σε ενωσιακό επίπεδο, και εφόσον η επιχείρηση αυτή δεν ανταποκρίνεται ικανοποιητικά στις ανησυχίες του Εφόρου, ο Έφορος δύναται να αποφασίσει να επιβάλει πρόσθετη κεφαλαιακή επιβάρυνση στις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας του ομίλου της εν λόγω επιχείρησης, όπως αυτές προκύπτουν από την εφαρμογή ενός τέτοιου υποδείγματος, ή, σε εξαιρετικές περιστάσεις όπου η πρόσθετη αυτή κεφαλαιακή επιβάρυνση κρίνεται ακατάλληλη, να απαιτήσει από την επιχείρηση να υπολογίσει τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας του ομίλου της βάσει της τυποποιημένης μεθόδου. Κάθε απόφαση του Εφόρου που λαμβάνεται δυνάμει του παρόντος εδαφίου πρέπει να είναι δεόντως αιτιολογημένη και να κοινοποιείται στην επιχείρηση και στην αρμόδια αρχή εποπτείας του ομίλου.

(5α) Ο Έφορος ως εθνική εποπτική αρχή, επεξηγεί τις αποφάσεις που λαμβάνει δυνάμει των διατάξεων των εδαφίων (4) και (5) τόσο στην επιχείρηση όσο και στον επόπτη ομίλου· σε περίπτωση που ο Έφορος είναι η αρχή εποπτείας του ομίλου ενημερώνει το Σώμα εποπτών, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου (α) του εδαφίου (1) του άρθρου 287.

(6) Όταν ο Έφορος αποφασίζει να εφαρμόσει το Τμήμα 1, του Δεύτερου Κεφαλαίου του παρόντος Μέρους, στην τελική μητρική επιχείρηση με έδρα στη Δημοκρατία, η εν λόγω επιχείρηση δεν επιτρέπεται να ζητήσει, σύμφωνα με τα άρθρα 275 ή 282 του παρόντος Νόμου την άδεια να υπαγάγει οποιαδήποτε από τις θυγατρικές της στα άρθρα 277 και 278.

(7) Ο Έφορος δεν δύναται να λάβει ή να διατηρήσει απόφαση δυνάμει του εδαφίου (1) του παρόντος άρθρου, εφόσον η τελική μητρική επιχείρηση με έδρα στη Δημοκρατία είναι θυγατρική της τελικής μητρικής επιχείρησης σε ενωσιακό επίπεδο που αναφέρεται στο άρθρο 253 του παρόντος Νόμου και η τελευταία αυτή επιχείρηση έχει λάβει σύμφωνα με τα άρθρα 276 ή 281 την άδεια να υπαγάγει τη θυγατρική αυτή στα άρθρα 277 έως 278.

(8) Οι περιστάσεις υπό τις οποίες ο Έφορος δύναται να λαμβάνει αποφάσεις δυνάμει του εδαφίου (1) καθορίζονται με κατ΄εξουσιοδότηση πράξεις.

Μητρική επιχείρηση που καλύπτει περισσότερα κράτη μέλη

255.-(1) Ο Έφορος, για τους σκοπούς εφαρμογής του άρθρου 254 του παρόντος Νόμου, δύναται να αποφασίζει τη σύναψη συμφωνίας με τις εποπτικές αρχές των άλλων κρατών μελών, στα οποία λειτουργεί άλλη συνδεδεμένη τελική μητρική επιχείρηση σε εθνικό επίπεδο, με σκοπό την άσκηση εποπτείας του ομίλου στο επίπεδο υπο-ομίλου που καλύπτει περισσότερα κράτη μέλη και, σε τέτοια περίπτωση, ο Έφορος αιτιολογεί την απόφασή του τόσο στον επόπτη του ομίλου όσο και στην μητρική επιχείρηση σε ενωσιακό επίπεδο.

(2) Σε περίπτωση σύναψης συμφωνίας δυνάμει του εδαφίου (1), η εποπτεία του ομίλου δεν ασκείται στο επίπεδο οποιασδήποτε τελικής μητρικής επιχείρησης που αναφέρεται στο άρθρο 254 και η οποία είναι παρούσα σε κράτος μέλος, άλλο από αυτό στο οποίο βρίσκεται ο υπο-όμιλος που αναφέρεται στο εδάφιο (1).

(3) Οι διατάξεις των εδαφίων (2) μέχρι (6) του άρθρου 254 εφαρμόζονται κατ΄αναλογία.

(4) Οι περιστάσεις υπό τις οποίες ο Έφορος δύναται να λαμβάνει αποφάσεις δυνάμει του εδαφίου (1) καθορίζονται με κατ΄εξουσιοδότηση μέτρα.

ΔΕΥΤΕΡΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΘΕΣΗ
ΤΜΗΜΑ 1 - ΦΕΡΕΓΓΥΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΟΜΙΛΟΥ
Ενότητα 1 Γενικές Διατάξεις
Εποπτεία της φερεγγυότητας του ομίλου

256.-(1) Η εποπτεία της φερεγγυότητας του ομίλου ασκείται σύμφωνα με τα εδάφια (2) και (3), τις διατάξεις του άρθρου 285 και με τις διατάξεις του Τρίτου Κεφαλαίου του παρόντος Νόμου.

(2) Αναφορικά με τις περιπτώσεις που καθορίζονται στην παράγραφο (α) του εδαφίου (3) του άρθρου 251 του παρόντος Νόμου, οι συμμετέχουσες ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις οφείλουν να μεριμνούν ώστε να υπάρχουν διαθέσιμα επιλέξιμα ίδια κεφάλαια στον όμιλο, τα οποία να είναι πάντοτε τουλάχιστον ίσα με τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας του ομίλου, όπως αυτές υπολογίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων που περλαμβάνονται στις Ενότητες 2, 3 και 4 του παρόντος Τμήματος.

(3) Αναφορικά με τις περιπτώσεις που καθορίζονται στην παράγραφο (β) του εδαφίου (3) του άρθρου 251, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις σε ένα όμιλο οφείλουν να μεριμνούν ώστε να υπάρχουν διαθέσιμα επιλέξιμα κεφάλαια στον όμιλο, τα οποία να είναι πάντοτε ίσα με τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας του ομίλου, όπως αυτές υπολογίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων που περιλαμβάνονται στην Ενότητα 5 του παρόντος Τμήματος.

(4) Οι απαιτήσεις των εδαφίων (2) και (3) υπόκεινται σε εποπτική εξέταση από τον Έφορο, εφόσον είναι η αρμόδια εποπτική αρχή του ομίλου σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 286 του παρόντος Νόμου και οι διατάξεις των άρθρων 143 και των εδαφίων (1) μέχρι (4) του άρθρου 145 εφαρμόζονται τηρουμένων των αναλογιών.

(5) Μόλις η συμμετέχουσα επιχείρηση παρατηρήσει και πληροφορήσει τον Έφορο ότι ο όμιλος δεν συμμορφώνεται πλέον προς τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας ή ότι υπάρχει κίνδυνος να πάψει να συμμορφώνεται μέσα στους επόμενους τρεις μήνες, ο Έφορος ενημερώνει τις άλλες εποπτικές αρχές του σώματος εποπτικών αρχών, το οποίο προβαίνει σε ανάλυση της κατάστασης του ομίλου.

Συχνότητα υπολογισμού

257.-(1) Ο Έφορος, ως αρχή εποπτείας του ομίλου, μεριμνά ώστε οι υπολογισμοί που αναφέρονται στις παραγράφους (2) και (3) του άρθρου 256 του παρόντος Νόμου να διενεργούνται τουλάχιστον μία φορά ετησίως, είτε από τη συμμετέχουσα ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, είτε από την ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου είτε από την εταιρεία χρηματοπιστωτικών συμμετοχών.

(2) Τα σχετικά δεδομένα για τον υπολογισμό και τα αποτελέσματα του υπολογισμού υποβάλλονται στον Έφορο από τη συμμετέχουσα ασφαλιστική ή την αντασφαλιστική επιχείρηση ή, όταν του ομίλου δεν ηγείται ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, από την ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου ή από την εταιρεία χρηματοπιστωτικών συμμετοχών ή από την επιχείρηση που ανήκει στον όμιλο και καθορίζεται από τον Έφορο, μετά από διαβουλεύσεις με τις υπόλοιπες ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές και με τον ίδιο τον όμιλο.

(3) Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, η ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου και η εταιρεία χρηματοπιστωτικών συμμετοχών επιβλέπουν σε συνεχή βάση τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας του ομίλου και σε περίπτωση που το προφίλ κινδύνου του ομίλου αποκλίνει σημαντικά από τις παραδοχές στις οποίες βασίζονται οι τελευταίες αναφερθείσες κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας του ομίλου, οι κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας του ομίλου υπολογίζονται εκ νέου αμελλητί και υποβάλλονται στον Έφορο, ως αρχή εποπτείας του ομίλου.

(4) Σε περίπτωση που υπάρχουν στοιχεία που υποδηλώνουν ότι το προφίλ κινδύνου του ομίλου έχει αλλάξει σημαντικά από την τελευταία ημερομηνία κατά την οποία αναφέρθηκαν οι κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας του ομίλου, ο Έφορος, ως αρχή εποπτείας του ομίλου, δύναται να ζητήσει επανυπολογισμό των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας του ομίλου.

Ενότητα 2 Επιλογή της μεθόδου υπολογισμού και γενικές αρχές
Επιλογή της μεθόδου

258.-(1) Ο υπολογισμός της φερεγγυότητας στο επίπεδο του ομίλου των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων που καθορίζονται στην παράγραφο (α) του εδαφίου (3) του άρθρου 251 του παρόντος Νόμου πραγματοποιείται σύμφωνα με τις τεχνικές αρχές και μία από τις μεθόδους που παρατίθενται στα άρθρα 259 έως 272.

(2) Ο υπολογισμός της φερεγγυότητας στο επίπεδο του ομίλου των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων που καθορίζονται στην παράγραφο (α), του εδαφίου (3), του άρθρου 251 διενεργείται σύμφωνα με τη μέθοδο 1, η οποία καθορίζεται στα άρθρα 268 έως 271:

Νοείται ότι, ο Έφορος, εφόσον αποτελεί την αρμόδια αρχή εποπτείας του ομίλου, δύναται να αποφασίζει, μετά από διαβουλεύσεις με τις λοιπές ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές και με τον ίδιο τον όμιλο, να εφαρμόζουν στο συγκεκριμένο όμιλο τη μέθοδο 2 που περιγράφεται στα άρθρα 272 έως 273 ή συνδυασμό των μεθόδων 1 και 2, εφόσον η αποκλειστική εφαρμογή της μεθόδου 1 κρίνεται ακατάλληλη.

Συμπερίληψη αναλογικού μεριδίου

259.-(1) Στον υπολογισμό της φερεγγυότητας του ομίλου λαμβάνεται υπόψη το αναλογικό μερίδιο που κατέχει η συμμετέχουσα επιχείρηση στις συνδεδεμένες επιχειρήσεις της και για το σκοπό αυτό το αναλογικό μερίδιο περιλαμβάνει οποιοδήποτε από τα πιο κάτω:

(α) Όταν χρησιμοποιείται η μέθοδος 1, τα ποσοστά που χρησιμοποιούνται για την κατάρτιση των ενοποιημένων λογαριασμών·

(β) όταν χρησιμοποιείται η μέθοδος 2, την αναλογία του εκδοθέντος κεφαλαίου που κατέχεται, άμεσα ή έμμεσα, από τη συμμετέχουσα επιχείρηση:

Νοείται ότι, ανεξάρτητα από τη χρησιμοποιούμενη μέθοδο, όταν η συνδεδεμένη επιχείρηση είναι θυγατρική και δεν διαθέτει επαρκή επιλέξιμα ίδια κεφάλαια για να καλύψει τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας, λαμβάνεται υπόψη το συνολικό έλλειμμα φερεγγυότητας της θυγατρικής:

Νοείται περαιτέρω ότι όταν, κατά τη γνώμη των εποπτικών αρχών, η ευθύνη της μητρικής επιχείρησης που κατέχει μερίδιο του κεφαλαίου είναι αυστηρά περιορισμένη στο τμήμα αυτό του κεφαλαίου, ο Έφορος ως εποπτική αρχή του ομίλου, δύναται να επιτρέψει να ληφθεί υπόψη σε αναλογική βάση το έλλειμμα φερεγγυότητας της θυγατρικής επιχείρησης.

(2) Ο Έφορος, ως εποπτική αρχή του ομίλου, καθορίζει μετά από διαβουλεύσεις με τις άλλες ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές και τον ίδιο τον όμιλο, το αναλογικό μερίδιο που λαμβάνεται υπόψη στις ακόλουθες περιπτώσεις:

(α) Όταν δεν υπάρχουν δεσμοί κεφαλαίου μεταξύ ορισμένων από τις επιχειρήσεις ενός ομίλου·

(β) όταν ο Έφορος έχει καθορίσει ότι η κατοχή, άμεση ή έμμεση, δικαιωμάτων ψήφου ή κεφαλαίου σε μια επιχείρηση θεωρείται ως συμμετοχή επειδή, κατά τη γνώμη του, ασκείται στην πραγματικότητα σημαντική επιρροή στην επιχείρηση αυτή·

(γ) όταν ο Έφορος έχει καθορίσει ότι μια επιχείρηση είναι η μητρική επιχείρηση μιας άλλης διότι, κατά τη γνώμη του, ασκεί ουσιαστικά δεσπόζουσα επιρροή στην άλλη αυτή επιχείρηση.

Εξάλειψη του διπλού υπολογισμού των επιλέξιμων ιδίων κεφαλαίων

260. (1) Δεν επιτρέπεται ο διπλός υπολογισμός ιδίων κεφαλαίων που είναι επιλέξιμα για τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας μεταξύ των διαφόρων ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων που λαμβάνονται υπόψη κατά τον υπολογισμό αυτό και, για σκοπούς εφαρμογής της παρούσας απαγόρευσης, κατά τον υπολογισμό της φερεγγυότητας σε επίπεδο ομίλου, και εφόσον οι μέθοδοι που περιγράφονται στην Ενότητα 4 του παρόντος Τμήματος δεν προνοούν σχετικά, αποκλείονται τα ακόλουθα ποσά:

(α) Η αξία οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου της συμμετέχουσας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, που αντιπροσωπεύει τη χρηματοδότηση στοιχείων των ιδίων κεφαλαίων τα οποία είναι επιλέξιμα για τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας μιας από τις συνδεδεμένες της ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις·

(β) η αξία οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου συνδεδεμένης ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης της συμμετέχουσας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, που αντιπροσωπεύει τη χρηματοδότηση στοιχείων των ιδίων κεφαλαίων τα οποία είναι επιλέξιμα για τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας της εν λόγω συμμετέχουσας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης·

(γ) η αξία οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου συνδεδεμένης ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης της συμμετέχουσας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, που αντιπροσωπεύει τη χρηματοδότηση στοιχείων των ιδίων κεφαλαίων τα οποία είναι επιλέξιμα για τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας οποιασδήποτε άλλης συνδεδεμένης ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης της εν λόγω συμμετέχουσας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης.

(2) Με την επιφύλαξη των διατάξεων του εδαφίου (1), τα ακόλουθα στοιχεία μπορούν να συμπεριλαμβάνονται στον υπολογισμό, μόνον εφόσον είναι επιλέξιμα για την κάλυψη των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας της σχετικής συνδεδεμένης επιχείρησης:

(α) τα πλεονάζοντα κεφάλαια που εμπίπτουν στο εδάφιο (2) του άρθρου 97 του παρόντος Νόμου, συνδεδεμένης ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης Ασφάλισης Κλάδου Ζωής της συμμετέχουσας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, για την οποία υπολογίζεται το επίπεδο φερεγγυότητας σε επίπεδο ομίλου·

(β) το εκδοθέν και μη καταβεβλημένο κεφάλαιο συνδεδεμένης ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης της συμμετέχουσας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, για την οποία υπολογίζονται τα αναγκαία επιλέξιμα ίδια κεφάλαια για την κάλυψη των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας σε επίπεδο ομίλου:

Νοείται ότι, τα ακόλουθα στοιχεία εξαιρούνται σε κάθε περίπτωση από τον υπολογισμό:

(i) το εγγεγραμμένο αλλά μη καταβεβλημένο κεφάλαιο, το οποίο αντιπροσωπεύει δυνητική υποχρέωση της συμμετέχουσας επιχείρησης·

(ii) το εκδοθέν αλλά μη καταβεβλημένο κεφάλαιο της συμμετέχουσας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, το οποίο αντιπροσωπεύει δυνητική υποχρέωση της συνδεδεμένης ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης·

(iii) το εκδοθέν αλλά μη καταβεβλημένο κεφάλαιο συνδεδεμένης ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, το οποίο αντιπροσωπεύει δυνητική υποχρέωση άλλης συνδεδεμένης ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης της ιδίας συμμετέχουσας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης.

(3) Εάν οι αρμόδιες εποπτικές αρχές θεωρήσουν ότι ορισμένα στοιχεία των ιδίων κεφαλαίων που είναι επιλέξιμα για τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας μιας συνδεδεμένης ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, πέραν εκείνων που αναφέρονται στο εδάφιο (2), δεν μπορούν ουσιαστικά να διατεθούν για την κάλυψη των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας της συνδεδεμένης ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης για την οποία υπολογίζεται η φερεγγυότητα σε επίπεδο ομίλου, τα εν λόγω στοιχεία των ιδίων κεφαλαίων μπορούν να συμπεριληφθούν στον υπολογισμό μόνον εφόσον είναι επιλέξιμα για την κάλυψη των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας της συνδεδεμένης επιχείρησης.

(4) Το άθροισμα των ιδίων κεφαλαίων που αναφέρονται στα εδάφια (2) και (3) δεν υπερβαίνει τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας της συνδεδεμένης ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης.

(5) Τα επιλέξιμα ίδια κεφάλαια συνδεδεμένης ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης της συμμετέχουσας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης για την οποία υπολογίζεται η φερεγγυότητα σε επίπεδο ομίλου, τα οποία υπόκεινται σε προηγούμενη έγκριση από την αρμόδια εποπτική αρχή σύμφωνα με το άρθρο 96 του παρόντος Νόμου, μπορούν να συμπεριλαμβάνονται στον υπολογισμό μόνον εφόσον έχουν δεόντως εγκριθεί από τον Έφορο, εφόσον είναι η αρμόδια εποπτική αρχή, η οποία είναι υπεύθυνη για την εποπτεία της συνδεδεμένης αυτής επιχείρησης.

Κατάργηση της σύστασης κεφαλαίου στο πλαίσιο ομίλου

261.-(1) Κατά τον υπολογισμό της φερεγγυότητας σε επίπεδο ομίλου, δεν λαμβάνονται υπόψη για τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας επιλέξιμα ίδια κεφάλαια τα οποία απορρέουν από αμοιβαία χρηματοδότηση μεταξύ της συμμετέχουσας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης και οποιασδήποτε από τις πιο κάτω:

(α) συνδεδεμένης επιχείρησης·

(β) συμμετέχουσας επιχείρησης· ή

(γ) άλλης συνδεδεμένης επιχείρησης οποιασδήποτε από τις συμμετέχουσες επιχειρήσεις.

(2) Κατά τον υπολογισμό της φερεγγυότητας σε επίπεδο ομίλου, δεν λαμβάνονται υπόψη επιλέξιμα ίδια κεφάλαια για τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας συνδεδεμένης ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης της συμμετέχουσας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης για την οποία υπολογίζεται η φερεγγυότητα σε επίπεδο ομίλου, όταν τα σχετικά ίδια κεφάλαια προκύπτουν από αμοιβαία χρηματοδότηση με οποιαδήποτε άλλη συνδεδεμένη επιχείρηση της εν λόγω συμμετέχουσας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης.

(3) Θεωρείται ότι υπάρχει αμοιβαία χρηματοδότηση όταν τουλάχιστον μία ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, ή οποιαδήποτε από τις συνδεδεμένες επιχειρήσεις της, κατέχει μερίδια σε άλλη επιχείρηση ή δανειοδοτεί άλλη επιχείρηση η οποία, άμεσα ή έμμεσα, κατέχει ίδια κεφάλαια επιλέξιμα για τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας των πρώτων επιχειρήσεων.

Αποτίμηση

262. Η αξία των περιουσιακών στοιχείων και των υποχρεώσεων αποτιμάται σύμφωνα με το άρθρο 77 του παρόντος Νόμου.

Ενότητα 3 Εφαρμογή των μεθόδων υπολογισμού
Συνδεδεμένες ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις

263.-(1) Όταν η ασφαλιστική ή η αντασφαλιστική επιχείρηση έχει περισσότερες της μιας συνδεδεμένες ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, ο υπολογισμός της φερεγγυότητας σε επίπεδο ομίλου διενεργείται με συνεκτίμηση της κάθε μίας από τις συνδεδεμένες αυτές ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις.

(2) Εφόσον η συνδεδεμένη ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση έχει την έδρα της σε κράτος μέλος διαφορετικό από εκείνο της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης για την οποία υπολογίζεται η φερεγγυότητα σε επίπεδο ομίλου, κατά τον υπολογισμό λαμβάνονται υπόψη, ως προς τη συνδεδεμένη επιχείρηση, οι κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας και τα επιλέξιμα ίδια κεφάλαια για την ικανοποίηση των απαιτήσεων αυτών, όπως ορίζεται σε αυτό το άλλο κράτος μέλος.

Ενδιάμεσες ασφαλιστικές εταιρείες χαρτοφυλακίου

264.-(1) Κατά τον υπολογισμό της φερεγγυότητας σε επίπεδο ομίλου ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, η οποία κατέχει συμμετοχή σε συνδεδεμένη ασφαλιστική επιχείρηση, συνδεδεμένη αντασφαλιστική επιχείρηση, ασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας ή αντασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας, μέσω ασφαλιστικής εταιρείας χαρτοφυλακίου ή εταιρείας χρηματοπιστωτικών συμμετοχών, λαμβάνεται υπόψη η κατάσταση αυτής της ασφαλιστικής εταιρείας χαρτοφυλακίου ή εταιρείας χρηματοπιστωτικών συμμετοχών.

(2) Για το σκοπό του υπολογισμού της φερεγγυότητας δυνάμει του εδαφίου (1) και μόνο, η ενδιάμεση ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου ή η ενδιάμεση εταιρεία χρηματοπιστωτικών συμμετοχών αντιμετωπίζεται ως εάν να ήταν ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση που υπόκειται στις διατάξεις του Μέρους ΙΙ, Έκτο Κεφάλαιο, Τμήμα 4, Ενότητες 1, 2 και 3 του παρόντος Νόμου, σε σχέση με τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας και στις ίδιες προϋποθέσεις με αυτές που ορίζονται στο Μέρος ΙΙ, Έκτο Κεφάλαιο, Τμήμα 3, Ενότητες 1, 2 και 3, σε σχέση με τα επιλέξιμα ίδια κεφάλαια για τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας.

(3) Στις περιπτώσεις στις οποίες μια ενδιάμεση ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου ή ενδιάμεση εταιρεία χρηματοπιστωτικών συμμετοχών κατέχει οφειλές μειωμένης εξασφάλισης ή άλλα επιλέξιμα ίδια κεφάλαια που υπόκεινται σε περιορισμό σύμφωνα με το άρθρο 104, αναγνωρίζονται ως επιλέξιμα ίδια κεφάλαια μέχρι τα ποσά που υπολογίζονται με την εφαρμογή των ορίων που προβλέπονται στο άρθρο 104, στα συνολικά οφειλόμενα επιλέξιμα ίδια κεφάλαια σε επίπεδο ομίλου σε σύγκριση με τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας σε επίπεδο ομίλου.

(4) Τα επιλέξιμα ίδια κεφάλαια ενδιάμεσης ασφαλιστικής εταιρείας χαρτοφυλακίου ή ενδιάμεσης εταιρείας χρηματοπιστωτικών συμμετοχών, για τα οποία απαιτείται προηγούμενη έγκριση από την αρμόδια εποπτική αρχή σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 96 του παρόντος Νόμου εάν κρατούνται από ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, μπορούν να συμπεριληφθούν στον υπολογισμό της φερεγγυότητας σε επίπεδο ομίλου μόνον εφόσον έχουν εγκριθεί δεόντως από τον Έφορο ως εποπτική αρχή του ομίλου.

Συνδεδεμένες ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις τρίτων χωρών

265.-(1) Κατά τον υπολογισμό της φερεγγυότητας, σε επίπεδο ομίλου, ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης η οποία είναι συμμετέχουσα επιχείρηση σε ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας, σύμφωνα με το άρθρο 272, η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας αντιμετωπίζεται, μόνο για τους σκοπούς του υπολογισμού, ως συνδεδεμένη ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση:

Νοείται ότι, αν η τρίτη χώρα στην οποία η συγκεκριμένη επιχείρηση έχει την έδρα της, την υπαγάγει σε απαίτηση αδείας και της επιβάλει καθεστώς φερεγγυότητας τουλάχιστον ισοδύναμο με εκείνο που ορίζεται στο Μέρος ΙΙ, Έκτο Κεφάλαιο, για τη συγκεκριμένη επιχείρηση λαμβάνεται υπόψη η κεφαλαιακή απαίτηση φερεγγυότητας και τα επιλέξιμα ίδια κεφάλαια για την κάλυψη της συγκεκριμένης απαίτησης, όπως ορίζεται από την ενδιαφερόμενη τρίτη χώρα.

(2) Σε περίπτωση που δεν έχει εκδοθεί κατ' εξουσιοδότηση πράξη σύμφωνα με τα εδάφια (5) και (6), η εξακρίβωση του κατά πόσο το καθεστώς της τρίτης χώρας είναι τουλάχιστον ισοδύναμο στη βάση των κριτηρίων του εδαφίου (4) πραγματοποιείται από τον Έφορο, εάν αυτός ενεργεί ως επόπτης ομίλου, μετά από αίτημα της συμμετέχουσας επιχείρησης ή με δική του πρωτοβουλία και σε τέτοια περίπτωση-

(α) η EIOPA επικουρεί τον Έφορο, ως εποπτική αρχή ομίλου, σύμφωνα με το άρθρο 33 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010.

(β) ο Έφορος, ως εποπτική αρχή ομίλου, επικουρούμενος από την EIOPA, διαβουλεύεται με τις άλλες ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές πριν λάβει απόφαση σχετικά με την ισοδυναμία.

(3) Ο Έφορος, ως επόπτης ομίλου δεν λαμβάνει, σε σχέση με τρίτη χώρα, αποφάσεις οι οποίες έρχονται σε σύγκρουση με παλαιότερες αποφάσεις για τη συγκεκριμένη τρίτη χώρα, παρά μόνο όταν αυτό είναι αναγκαίο για να ληφθούν υπόψη σημαντικές αλλαγές στο καθεστώς εποπτείας που καθορίζεται στον Μέρος ΙΙ, Έκτο Κεφάλαιο του παρόντος Νόμου και στο καθεστώς εποπτείας της τρίτης χώρας.

(4) Τα κριτήρια αξιολόγησης του κατά πόσο το καθεστώς φερεγγυότητας σε τρίτη χώρα είναι ισοδύναμο με εκείνο που ορίζεται στο Μέρος ΙΙ, Έκτο Κεφάλαιο, καθορίζονται με κατ΄εξουσιοδότηση πράξεις.

(5) Κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις δύνανται να καθορίζουν ότι το εποπτικό καθεστώς τρίτης χώρας είναι ισοδύναμο με εκείνο που ορίζεται στο Μέρος ΙΙ, Έκτο Κεφάλαιο.

(6) Κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις δύνανται να καθορίζουν ότι το εποπτικό καθεστώς τρίτης χώρας είναι προσωρινά ισοδύναμο με εκείνο που ορίζεται στο Μέρος ΙΙ, Έκτο Κεφάλαιο και σε τέτοια περίπτωση, για τους σκοπούς του εδαφίου (1), η εν λόγω τρίτη χώρα θεωρείται ισοδύναμη.

(7) Σε περίπτωση που η απόφαση περί ισοδυναμίας έχει ληφθεί από εποπτική αρχή άλλης χώρας, η οποία ενεργεί ως επόπτης ομίλων, και ο Έφορος διαφωνεί με τέτοια απόφαση, δύναται να παραπέμψει το θέμα στην EIOPA και να ζητήσει τη βοήθειά της σύμφωνα με το άρθρο 19 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010, μέσα σε τρεις μήνες από την κοινοποίηση της απόφασης από τον επόπτη ομίλου.

Συνδεδεμένα πιστωτικά ιδρύματα, εταιρείες επενδύσεων και χρηματοδοτικά ιδρύματα

266.-(1) Κατά τον υπολογισμό της φερεγγυότητας σε επίπεδο ομίλου ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, η οποία είναι συμμετέχουσα επιχείρηση σε πιστωτικό ίδρυμα, εταιρεία επενδύσεων ή χρηματοδοτικό ίδρυμα, οι συμμετέχουσες ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις τους μπορούν να εφαρμόζουν, τηρουμένων των αναλογιών, τις μεθόδους 1 και 2 που περιλαμβάνονται στο Παράρτημα Ι των Οδηγιών που εκδίδει ο Έφορος, αναφορικά με τη συμπληρωματική εποπτεία ασφαλιστικών επιχειρήσεων που ανήκουν σε χρηματοπιστωτικό όμιλο ετερογενών δραστηριοτήτων:

Νοείται ότι η μέθοδος 1 που αναφέρεται στο εν λόγω Παράρτημα Ι εφαρμόζεται μόνο εάν ο Έφορος, ως αρχή εποπτείας του ομίλου, είναι ικανοποιημένος ως προς το επίπεδο της ενοποιημένης διοίκησης και του εσωτερικού ελέγχου αναφορικά με τις οντότητες οι οποίες συμπεριλαμβάνονται στο πεδίο της ενοποίησης. Η επιλεγείσα μέθοδος εφαρμόζεται με διαχρονικά σταθερό τρόπο.

(2) Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου (1), ο Έφορος, ως αρχή εποπτείας του ομίλου, δύναται να αποφασίζει, μετά από αίτημα της συμμετέχουσας επιχείρησης ή με δική του πρωτοβουλία, να αφαιρεί οποιαδήποτε συμμετοχή που προβλέπεται στο εδάφιο (1) από τα επιλέξιμα ίδια κεφάλαια για την κάλυψη της φερεγγυότητας του ομίλου της συμμετέχουσας επιχείρησης.

Μη διαθεσιμότητα των αναγκαίων πληροφοριακών στοιχείων

267. Όταν οι πληροφορίες που είναι αναγκαίες για τον υπολογισμό της φερεγγυότητας του ομίλου ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, σχετικά με συνδεδεμένη επιχείρηση της οποίας η καταστατική έδρα βρίσκεται σε κράτος μέλος ή σε τρίτη χώρα, δεν είναι διαθέσιμες στον Έφορο, η λογιστική αξία της επιχείρησης αυτής στη συμμετέχουσα ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση αφαιρείται από τα ίδια κεφάλαια που είναι επιλέξιμα για τη φερεγγυότητα σε επίπεδο ομίλου. Σε τέτοια περίπτωση, τα μη πραγματοποιηθέντα κέρδη που συνδέονται με τη συμμετοχή αυτή δεν αναγνωρίζονται ως επιλέξιμα ίδια κεφάλαια για τη φερεγγυότητα του ομίλου.

Ενότητα 4 Μέθοδοι υπολογισμού
Μέθοδος 1 (προκαθορισμένη μέθοδος): μέθοδος με βάση τη λογιστική ενοποίηση

268.-(1) Ο υπολογισμός της φερεγγυότητας του ομίλου της συμμετέχουσας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης πραγματοποιείται στη βάση των ενοποιημένων λογαριασμών και η φερεγγυότητα του ομίλου της συμμετέχουσας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης είναι η διαφορά μεταξύ των ακολούθων στοιχείων:

(α) Των επιλέξιμων ιδίων κεφαλαίων για την κάλυψη των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας, που υπολογίζονται στη βάση ενοποιημένων δεδομένων·

(β) των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας σε επίπεδο ομίλου που υπολογίζονται στη βάση ενοποιημένων δεδομένων.

(2) Οι κανόνες που ορίζονται στο Μέρος ΙΙ, Έκτο Κεφάλαιο, Τμήμα 3, Ενότητες 1, 2 και 3 και στο Μέρος ΙΙ Έκτο Κεφάλαιο, Τμήμα 4, Ενότητες 1, 2 και 3 του παρόντος Νόμου εφαρμόζονται για τον υπολογισμό των ιδίων κεφαλαίων που είναι επιλέξιμα για τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας και για τον υπολογισμό των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας του ομίλου βάσει ενοποιημένων δεδομένων.

(3) Οι κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας σε επίπεδο ομίλου με βάση τα ενοποιημένα δεδομένα (ενοποιημένες κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας ομίλου) υπολογίζονται σύμφωνα είτε με την τυποποιημένη μέθοδο είτε με εγκεκριμένο εσωτερικό υπόδειγμα, κατά τρόπο συνεπή προς τις γενικές αρχές που περιλαμβάνονται στο Μέρος ΙΙ, Έκτο Κεφάλαιο, Τμήμα 4, Ενότητες 1 και 2 και στο Μέρος ΙΙ, Έκτο Κεφάλαιο, Τμήμα 4, Ενότητες 2 και 3 αντίστοιχα.

(4) Οι ενοποιημένες κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας του ομίλου περιλαμβάνουν, κατ’ ελάχιστο, το άθροισμα των πιο κάτω:

(α) Των ελάχιστων κεφαλαιακών απαιτήσεων, όπως αυτές αναφέρονται στο άρθρο 136 του παρόντος Νόμου, της συμμετέχουσας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης·

(β) το αναλογικό μερίδιο των ελάχιστων κεφαλαιακών απαιτήσεων των συνδεδεμένων ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων.

(5) Το ελάχιστο ποσό του εδαφίου (4) καλύπτεται από επιλέξιμα βασικά ίδια κεφάλαια σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου (4) του άρθρου 104 του παρόντος Νόμου.

(6) Για τον καθορισμό του κατά πόσον τα επιλέξιμα αυτά ίδια κεφάλαια είναι κατάλληλα για την κάλυψη των ελάχιστων κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας του ομίλου, εφαρμόζονται κατ’ αναλογία οι αρχές που προβλέπονται στα άρθρα 259 έως 267 και οι διατάξεις των εδαφίων (1) και (2) του άρθρου του άρθρου 146 του παρόντος Νόμου.

Εσωτερικό υπόδειγμα του ομίλου

269. -(1) Στην περίπτωση κατά την οποία ο Έφορος είναι η αρμόδια εποπτική αρχή του ομίλου και υποβάλλεται σε αυτόν αίτηση από ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση και τις συνδεδεμένες επιχειρήσεις της ή από κοινού από τις συνδεδεμένες επιχειρήσεις ασφαλιστικής εταιρείας χαρτοφυλακίου για να επιτραπεί ο υπολογισμός της ενοποιημένης κεφαλαιακής απαίτησης του ομίλου και της κεφαλαιακής απαίτησης φερεγγυότητας ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων του ομίλου βάσει εσωτερικού υποδείγματος, ενημερώνει χωρίς καθυστέρηση τα άλλα μέλη του Σώματος εποπτών, περιλαμβανομένης και της ΕΙΟΡΑ, σχετικά με την παραλαβή της αίτησης και διαβιβάζει στα εν λόγω μέλη την πλήρη αίτηση, περιλαμβανομένης της τεκμηρίωσης που υπέβαλε η επιχείρηση, ώστε να αποφασίσουν σε συνεργασία μεταξύ τους για την  έγκριση ή μη της αίτησης και να καθορίσουν τυχόν όρους και προϋποθέσεις. ο Έφορος δύναται να υποβάλει αίτημα στην ΕΙΟΡΑ για παροχή τεχνικής συνδρομής, σύμφωνα με το Άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο β) του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010, σχετικά με την απόφαση για την αίτηση.

(2) Ο Έφορος, ως η αρμόδια εποπτική αρχή του ομίλου, σε συνεργασία με τις άλλες αρμόδιες εποπτικές αρχές, καταβάλλει κάθε δυνατή προσπάθεια προκειμένου να καταλήξουν σε κοινή απόφαση αναφορικά με την αίτηση εντός έξι μηνών από την ημερομηνία παραλαβής της πλήρους αίτησης.

(3) Ο Έφορος, ως αρχή εποπτείας του ομίλου, ενημερώνει τις άλλες αρμόδιες εποπτικές αρχές αναφορικά με την παραλαβή της αίτησης, και κατά τη διάρκεια της προθεσμίας που αναφέρεται στο εδάφιο (2), οποιαδήποτε από τις αρμόδιες εποπτικές αρχές δύναται να παραπέμψει το θέμα στην EIOPA σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 19 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010 και σε τέτοια περίπτωση ο Έφορος, ως αρχή εποπτείας του ομίλου, αναβάλλει την απόφασή του και αναμένει την ενδεχόμενη έκδοση απόφασης από την EIOPA σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 19 παράγραφος 3 του πιο πάνω αναφερόμενου Κανονισμού και λαμβάνει την απόφασή του σύμφωνα με την απόφαση της EIOPA, η οποία είναι καθοριστική και εφαρμόζεται από τις ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές.

(4) Σε περίπτωση κατά την οποία η ΕΙΟΡΑ δεν λάβει απόφαση, όπως προβλέπεται στο Άρθρο 231, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ, σύμφωνα με τις διατάξεις του Άρθρου 19, παράγραφος 3, του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010, ο Έφορος, ως επόπτης του ομίλου, λαμβάνει την τελική απόφαση, η οποία είναι καθοριστική και εφαρμόζεται από τις ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές.

(5) Εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα δύνανται να καθορίζουν τους ενιαίους όρους εφαρμογής της διαδικασίας για τη λήψη κοινής απόφασης που αναφέρεται στο εδάφιο (1), όσον αφορά τις αιτήσεις για χορήγηση άδειας.

(6) Σε περίπτωση που δεν ληφθεί κοινή απόφαση μέσα σε έξι μήνες από την ημερομηνία της παραλαβής της πλήρους αίτησης του ομίλου, ο Έφορος αποφασίζει ο ίδιος σχετικά με την αίτηση, λαμβάνοντας δεόντως υπόψη ενδεχόμενες απόψεις και επιφυλάξεις άλλων ενδιαφερόμενων εποπτικών αρχών που διατυπώθηκαν μέσα στην εν λόγω εξάμηνη προθεσμία και η απόφασή του είναι καθοριστική και εφαρμόζεται από τις ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές.

(7) Ο Έφορος, σε όλες τις πιο πάνω περιπτώσεις, και ανεξάρτητα από τη διαδικασία βάσει της οποίας εκδόθηκε η απόφαση, διαβιβάζει στον αιτούντα και σε όλες τις ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές έγγραφο, στο οποίο εκθέτει την πλήρως αιτιολογημένη απόφασή του.

Έγκριση εσωτερικού υποδείγματος του ομίλου από την αρμόδια εποπτική αρχή του ομίλου και υποχρεώσεις του Εφόρου

270.-(1) Ο Έφορος, όταν του διαβιβαστεί από την αρμόδια εποπτική αρχή ομίλου αίτηση που της έχει υποβληθεί για την έγκριση εσωτερικού υποδείγματος, αποστέλλει τις απόψεις του στην αρμόδια εποπτική αρχή του ομίλου, εντός της ταχθείσας από την εν λόγω αρχή προθεσμίας.

(2) Ο Έφορος καταβάλλει, μαζί με την αρμόδια εποπτική αρχή του ομίλου και τις άλλες αρμόδιες εποπτικές αρχές, κάθε δυνατή προσπάθεια με στόχο την κατάληξή τους σε κοινή απόφαση αναφορικά με την αίτηση καθώς και σε ενδεχόμενες προϋποθέσεις που μπορούν να τεθούν.

(3) Ο Έφορος δύναται, εντός προθεσμίας έξι μηνών από την παραλαβή της αίτησης από την εποτπική αρχή του ομίλου, εφόσον κρίνει απαραίτητο, να παραπέμψει το θέμα στην EIOPA σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 19 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010.

(4) Ο Έφορος συμμορφώνεται και δεσμεύεται από την απόφαση της αρμόδιας εποπτικής αρχής του ομίλου, την οποία και εφαρμόζει από την ημέρα που του κοινοποιείται η τελική απόφαση της αρμόδιας εποπτικής αρχής του ομίλου.

(5) Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου (3), εάν ο Έφορος θεωρήσει ότι το προφίλ κινδύνου ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης που υπόκειται στην εποπτεία της αποκλίνει σημαντικά από τις παραδοχές στις οποίες βασίζεται το εσωτερικό υπόδειγμα που εγκρίθηκε σε επίπεδο ομίλου και, εφόσον η επιχείρηση αυτή δεν έχει ανταποκριθεί ικανοποιητικά στις ανησυχίες που εξέφρασε ο Έφορος, ο Έφορος δύναται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 40 του παρόντος Νόμου, να επιβάλει πρόσθετη κεφαλαιακή απαίτηση στην κεφαλαιακή απαίτηση φερεγγυότητας της συγκεκριμένης ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης που προκύπτει από την εφαρμογή του εσωτερικού αυτού υποδείγματος.

(6) Σε εξαιρετικές περιστάσεις, αν δεν ενδείκνυται η επιβολή της πρόσθετης αυτής κεφαλαιακής απαίτησης, ο Έφορος μπορεί να ζητήσει από τη συγκεκριμένη επιχείρηση να υπολογίζει την κεφαλαιακή απαίτηση φερεγγυότητάς της χρησιμοποιώντας τον κανονικό τύπο που αναφέρεται στο Μέρος ΙΙ, Έκτο Κεφάλαιο Τμήμα 4, Ενότητες 1 και 2 του παρόντος Νόμου. Σύμφωνα με τις παραγράφους (α) και (γ) του εδαφίου (1) του άρθρου 40, ο Έφορος δύναται να επιβάλει πρόσθετη κεφαλαιακή απαίτηση στην κεφαλαιακή απαίτηση φερεγγυότητας της εν λόγω ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης που προκύπτει από την εφαρμογή του κανονικού τύπου.

(7) Κάθε απόφαση του Εφόρου δυνάμει των διατάξεων των εδαφίων (5) και (6) επεξηγείται τόσο στην ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση όσο και στα άλλα μέλη του Σώματος εποπτών.

Πρόσθετη κεφαλαιακή απαίτηση ομίλου

271.-(1) Για να διαπιστωθεί αν η ενοποιημένη κεφαλαιακή απαίτηση φερεγγυότητας του ομίλου αντικατοπτρίζει κατάλληλα το προφίλ κινδύνου του ομίλου, ο Έφορος ως αρχή εποπτείας του ομίλου, δίνει ιδιαίτερη προσοχή στις περιπτώσεις στις οποίες μπορεί να ανακύψουν οι περιστάσεις που αναφέρονται στις παραγράφους (α) μέχρι (δ) του εδαφίου (1) του άρθρου 40, επίπεδο ομίλου, ιδίως όταν-

(α) τυχόν υφιστάμενοι ειδικοί κίνδυνοι σε επίπεδο ομίλου δεν καλύπτονται επαρκώς από την τυποποιημένη μέθοδο ή το χρησιμοποιούμενο εσωτερικό υπόδειγμα, επειδή είναι δύσκολη η επιμέτρησή τους∙

(β) επιβάλλεται από τις αρμόδιες εποπτικές αρχές τυχόν πρόσθετη κεφαλαιακή απαίτηση στις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας των συνδεδεμένων ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων, σύμφωνα με το άρθρο 40 και τα εδάφια (4) και (5) του άρθρου 300 του παρόντος Νόμου.

(2) Σε περίπτωση που το προφίλ κινδύνου του ομίλου δεν αντικατοπτρίζεται κατάλληλα, ο Έφορος, ως αρχή εποπτείας του ομίλου, δύναται να επιβάλει πρόσθετη κεφαλαιακή απαίτηση στις ενοποιημένες κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας του ομίλου και σε τέτοια περίπτωση, τα εδάφια (1) μέχρι (5) του άρθρου 40, σε συνδυασμό με τις κατ' εξουσιοδότηση πράξεις και τα εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα που εκδίδονται σύμφωνα με τα εδάφια (6), (7) και (8) του ιδίου άρθρου, εφαρμόζονται τηρουμένων των αναλογιών.

Μέθοδος 2 (Εναλλακτική μέθοδος): μέθοδος αφαίρεσης και άθροισης

272.-(1) Η φερεγγυότητα του ομίλου της συμμετέχουσας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης αποτελεί τη διαφορά μεταξύ των πιο κάτω:

(α) των συνολικών επιλέξιμων ιδίων κεφαλαίων του ομίλου, όπως προβλέπεται στο εδάφιο (2)·

(β) της αξίας στη συμμετέχουσα ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση των συνδεδεμένων ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων και των συνολικών κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας του ομίλου, όπως προβλέπεται στο εδάφιο (3).

(2) Τα συνολικά επιλέξιμα ίδια κεφάλαια του ομίλου αποτελούν το άθροισμα των πιο κάτω:

(α) των ιδίων κεφαλαίων που είναι επιλέξιμα για τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας της συμμετέχουσας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης·

(β) του αναλογικού μεριδίου της συμμετέχουσας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης στα ίδια κεφάλαια που είναι επιλέξιμα για τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας των συνδεδεμένων ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων.

(3) Οι συνολικές κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας του ομίλου αποτελούν το άθροισμα των πιο κάτω:

(α) των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας της συμμετέχουσας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης·

(β) του αναλογικού μεριδίου των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας των συνδεδεμένων ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων.

(4) Όταν η συμμετοχή στις συνδεδεμένες ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις συνίσταται, εξ ολοκλήρου ή εν μέρει, σε έμμεση κυριότητα, η αξία στη συμμετέχουσα ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση των συνδεδεμένων ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων ενσωματώνει την αξία της έμμεσης αυτής κυριότητας, με συνεκτίμηση των σχετικών διαδοχικών συμφερόντων και τα στοιχεία που αναφέρονται στην παράγραφο (β) του εδαφίου (2) και στην παράγραφο (β) του εδαφίου (3, περιλαμβάνουν αντίστοιχα τα αναλογικά μερίδια των ιδίων κεφαλαίων που είναι επιλέξιμα για τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας των συνδεδεμένων ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων και τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας των συνδεδεμένων ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων.

(5) Στην περίπτωση αίτησης έγκρισης υπολογισμού των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων του ομίλου με βάση κάποιο εσωτερικό υπόδειγμα, που έχει υποβληθεί από ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση και τις συνδεδεμένες επιχειρήσεις της ή από κοινού από τις συνδεδεμένες επιχειρήσεις ασφαλιστικής εταιρείας χαρτοφυλακίου ή εταιρείας χρηματοπιστωτικών συμμετοχών, εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 269 του παρόντος Νόμου, τηρουμένων των αναλογιών.

(6) Για να καθορισθεί εάν οι συνολικές κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας του ομίλου, που έχουν υπολογιστεί όπως προβλέπεται στο εδάφιο (3), αντικατοπτρίζουν κατάλληλα το προφίλ κινδύνου του ομίλου, ο Έφορος, δίνει ιδιαίτερη προσοχή σε τυχόν ειδικούς κινδύνους που υφίστανται σε επίπεδο ομίλου, και οι οποίοι δεν καλύπτονται επαρκώς, επειδή είναι δύσκολη η επιμέτρησή τους. Εάν το προφίλ κινδύνου του ομίλου αποκλίνει σημαντικά από τις παραδοχές στις οποίες βασίζονται οι συνολικές κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας του ομίλου, μπορεί να επιβάλλεται πρόσθετη κεφαλαιακή απαίτηση στις συνολικές κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας του ομίλου. Τα εδάφια (1) μέχρι (5) του άρθρου 40 του παρόντος Νόμου, σε συνδυασμό με τις κατ' εξουσιοδότηση πράξεις και τα εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα που εκδίδονται σύμφωνα με τα εδάφια (6) μέχρι (8) του ιδίου άρθρου, εφαρμόζονται τηρουμένων των αναλογιών.

Κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σε σχέση με τα άρθρα 258 έως 267 και 268 έως 272

273. Κατ' εξουσιοδότηση πράξεις καθορίζουν τις τεχνικές αρχές και μεθόδους που αναφέρονται στα άρθρα 220 έως 229 και για την εφαρμογή των άρθρων 230 έως 233, στις οποίες αντανακλάται η οικονομική φύση των συγκεκριμένων νομικών διαρθρώσεων.

ΕΝΟΤΗΤΑ 5 ΕΠΟΠΤΕΙΑ ΦΕΡΕΓΓΥΟΤΗΤΑΣ ΟΜΙΛΟΥ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΑΝΤΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΘΥΓΑΤΡΙΚΕΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΧΑΡΤΟΦΥΛΑΚΙΟΥ Η ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΧΡΗΜΑΤΟΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΣΥΜΜΕΤΟΧΩΝ
Φερεγγυότητα ομίλου ασφαλιστικής εταιρείας χαρτοφυλακίου ή εταιρείας χρηματοπιστωτικών συμμετοχών

274.-(1) Όταν οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις είναι θυγατρικές ασφαλιστικής εταιρείας χαρτοφυλακίου ή εταιρείας χρηματοπιστωτικών συμμετοχών, ο Έφορος, ως εποπτική αρχή του ομίλου, μεριμνά ώστε ο υπολογισμός της φερεγγυότητας του ομίλου να διεξάγεται στο επίπεδο της ασφαλιστικής εταιρείας χαρτοφυλακίου ή της εταιρείας χρηματοπιστωτικών συμμετοχών, σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου (2) του άρθρου 258 μέχρι το άρθρο 272, του παρόντος Νόμου.

(2) Για τους σκοπούς του υπολογισμού αυτού, η μητρική επιχείρηση αντιμετωπίζεται ως εάν να ήταν ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση που υπόκειται στις διατάξεις που περιλαμβάνονται στο Μέρος ΙΙ, Έκτο Κεφάλαιο, Τμήμα 4, Ενότητες 1, 2, 3 του παρόντος Νόμου, όσον αφορά τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας, και στις ίδιες προϋποθέσεις που προβλέπονται στο Μέρος 2, Έκτο Κεφάλαιο, Τμήμα 3, Ενότητες 1, 2 και 3 όσον αφορά τα ίδια κεφάλαια που είναι επιλέξιμα για τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας.

ΕΝΟΤΗΤΑ 6 ΕΠΟΠΤΕΙΑ ΦΕΡΕΓΓΥΟΤΗΤΑΣ ΟΜΙΛΟΥ ΓΙΑ ΟΜΙΛΟΥΣ ΜΕ ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΚΙΝΔΥΝΟΥ
Θυγατρικές ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης: προϋποθέσεις

275. Τα άρθρα 277 και 278 του παρόντος Νόμου εφαρμόζονται σε οποιαδήποτε ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, η οποία είναι θυγατρική ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, εφόσον πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

(α) η θυγατρική, σε σχέση με την οποία η αρμόδια αρχή εποπτείας του ομίλου δεν έχει λάβει κάποια απόφαση δυνάμει του εδαφίου (2) του άρθρου 252 του παρόντος Νόμου, περιλαμβάνεται στην εποπτεία του ομίλου που ασκείται από την αρμόδια αρχή στο επίπεδο της θυγατρικής επιχείρησης σύμφωνα με το παρόν Μέρος ·

(β) οι διαδικασίες διαχείρισης του κινδύνου και οι μηχανισμοί εσωτερικού ελέγχου της μητρικής επιχείρησης καλύπτουν τη θυγατρική και η μητρική επιχείρηση ικανοποιεί την αρμόδια εποπτική αρχή του ομίλου, όσον αφορά τη συνετή διαχείριση της θυγατρικής·

(γ) η μητρική επιχείρηση έχει λάβει τη συμφωνία που αναφέρεται στην παράγραφο (γ) του εδαφίου (5) του άρθρου 285∙

(δ) η μητρική επιχείρηση έχει λάβει τη συμφωνία που αναφέρεται στο εδάφιο (2) του άρθρου 295∙

(ε) έχει υποβληθεί αίτηση στην αρμόδια εποπτική αρχή, για έγκριση υπαγωγής στις διατάξεις των άρθρων 277 και 278 από τη μητρική επιχείρηση και έχει ληφθεί θετική απόφαση επί της αιτήσεως αυτής σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 277.

Θυγατρικές ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης: απόφαση επί της αιτήσεως

276.-(1) Σε περίπτωση υποβολής αίτησης για έγκριση υπαγωγής στους κανόνες που προβλέπονται στα άρθρα 277 και 278 του παρόντος Νόμου, ο Έφορος συνεργάζεται μαζί με τις άλλες αρμόδιες εποπτικές αρχές στο πλαίσιο του Σώματος εποπτών, σε πλήρη συνεργασία, προκειμένου να αποφασίσουν για τη χορήγηση ή μη της έγκρισης και για τους άλλους όρους και προϋποθέσεις, εφόσον υπάρχουν, στους οποίους πρέπει να υπαχθεί ή έγκριση αυτή.

(2) Σε περίπτωση θυγατρικής ασφαλιστικής επιχείρησης η οποία έχει αδειοδοτηθεί από τον Έφορο, η αίτηση υποβάλλεται στον Έφορο, ο οποίος ενημερώνει τις υπόλοιπες εποπτικές αρχές και διαβιβάζει την πλήρη αίτηση στο Σώμα εποπτών χωρίς καθυστέρηση.

(3) Ο Έφορος μαζί με τις άλλες αρμόδιες εποπτικές αρχές καταβάλλουν κάθε δυνατή προσπάθεια προκειμένου να καταλήξουν σε κοινή απόφαση σχετικά με την αίτηση εντός τριών μηνών από την ημερομηνία παραλαβής της πλήρους αίτησης από όλες τις εποπτικές αρχές στο πλαίσιο του Σώματος εποπτών.

(4) Κατά τη διάρκεια της περιόδου που αναφέρεται στο εδάφιο (3), εάν οποιαδήποτε από τις ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές έχει παραπέμψει το θέμα στην EIOPA σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 19 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010, ο Έφορος ως επόπτης ομίλου αναβάλλει την απόφασή του, και, αναμένει την ενδεχόμενη έκδοση απόφασης από την EIOPA σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 19 παράγραφος 3 του εν λόγω Κανονισμού, και στη συνέχεια, λαμβάνει την απόφασή του σύμφωνα με την απόφαση της EIOPA, η οποία απόφαση είναι καθοριστική και εφαρμόζεται από τις ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές:

Νοείται ότι το θέμα δεν παραπέμπεται στην EIOPA μετά την παρέλευση της τρίμηνης περιόδου ή μετά τη λήψη κοινής απόφασης του Σώματος εποπτών.

(5) Σε περίπτωση κατά την οποία η ΕΙΟΡΑ δεν λάβει απόφαση, όπως προβλέπεται στο Άρθρο 237, παράγραφος 3, τρίτο εδάφιο, της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ, σύμφωνα με τις διατάξεις του Άρθρου 19, παράγραφος 3, του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010, ο Έφορος, ως επόπτης του ομίλου, λαμβάνει την τελική απόφαση, η οποία είναι καθοριστική και εφαρμόζεται από τις ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές.

(6) Εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα εξασφαλίζουν ενιαίους όρους εφαρμογής της διαδικασίας για τη λήψη κοινής απόφασης που αναφέρεται στην παράγραφο 2 όσον αφορά τις αιτήσεις για έγκριση που αναφέρονται στο εδάφιο (1), για να διευκολύνεται η λήψη κοινών αποφάσεων.

(7) Ο Έφορος, εφόσον είναι η αρχή αδειοδότησης της θυγατρικής, διαβιβάζει γραπτώς στον αιτούντα όμιλο την κοινή απόφαση των αρμόδιων εποπτικών αρχών που αναφέρεται στα εδάφια (3) και (4), η οποία είναι πλήρως αιτιολογημένη και η οποία αναγνωρίζεται και εφαρμόζεται από όλες τις σχετικές εποπτικές αρχές, ενώ σε περίπτωση που ο Έφορος δεν είναι η εποπτική αρχή του ομίλου, υποχρεούται να αναγνωρίζει και να εφαρμόζει την απόφαση των εποπτικών αρχών του ομίλου.

(8) Εάν δεν ληφθεί κοινή απόφαση από τις ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές εντός της προθεσμίας των τριών μηνών, ο Έφορος, εφόσον είναι η αρμόδια αρχή εποπτείας του ομίλου σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 286 του παρόντος Νόμου, λαμβάνει ο ίδιος απόφαση για την αίτηση, συνεκτιμώντας δεόντως τα πιο κάτω:

(α) οποιεσδήποτε απόψεις και επιφυλάξεις που εξέφρασαν οι ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές.

(β) οποιεσδήποτε επιφυλάξεις που εξέφρασαν άλλες εποπτικές αρχές από το Σώμα εποπτών.

(9) Η απόφαση του Εφόρου, εφόσον είναι η αρμόδια αρχή εποπτείας του ομίλου, είναι πλήρως αιτιολογημένη, περιλαμβάνει επεξήγηση κάθε σημαντικής απόκλισης από τις επιφυλάξεις των άλλων ενδιαφερόμενων εποπτικών αρχών και διαβιβάζεται στον αιτούντα και στις υπόλοιπες αρμόδιες εποπτικές αρχές.

Θυγατρικές ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης: προσδιορισμός των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας

277.-(1) Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 269, οι κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας της θυγατρικής υπολογίζονται σύμφωνα με τα εδάφια (2), (4) και (5) του παρόντος άρθρου.

(2) Όταν οι κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας της θυγατρικής υπολογίζονται με βάση εσωτερικό υπόδειγμα που έχει εγκριθεί σε επίπεδο ομίλου σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 269, ο Έφορος, εφόσον έχει χορηγήσει την άδεια στη θυγατρική, δύναται όταν θεωρεί ότι το προφίλ κινδύνου της θυγατρικής αποκλίνει σημαντικά από το εσωτερικό αυτό υπόδειγμα και η θυγατρική δεν έχει αντιμετωπίσει ικανοποιητικά τις ανησυχίες του, εφόσον η περίπτωση εμπίπτει στις διατάξεις του άρθρου 40, να προτείνει στην αρχή εποπτείας του ομίλου τον καθορισμό πρόσθετης κεφαλαιακής απαίτησης στις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας της θυγατρικής αυτής που προκύπτουν από την εφαρμογή του υποδείγματος ή, σε εξαιρετικές περιστάσεις, στις οποίες μια τέτοια πρόσθετη κεφαλαιακή απαίτηση θα κρινόταν ακατάλληλη, να απαιτεί από την επιχείρηση να υπολογίσει τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας με βάση την τυποποιημένη μέθοδο και για το σκοπό αυτό συζητεί την πρότασή του στο Σώμα των εποπτικών αρχών και ανακοινώνει την αιτιολόγηση των προτάσεων αυτών τόσο στη θυγατρική όσο και στο Σώμα των εποπτικών αρχών.

(3) Εάν οι κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας της θυγατρικής υπολογίζονται με βάση εσωτερικό υπόδειγμα και ο Έφορος, εφόσον έχει χορηγήσει την άδεια στη θυγατρική, κρίνει ότι το προφίλ κινδύνου της επιχείρησης αποκλίνει σημαντικά από το εσωτερικό αυτό υπόδειγμα και εφόσον η επιχείρηση αυτή δεν έχει αντιμετωπίσει ικανοποιητικά τις ανησυχίες που έχουν εκφρασθεί από τον Έφορο, δύναται, σε εξαιρετικές περιστάσεις, να προτείνει στην αρχή εποπτείας του ομίλου να αντικαταστήσει ένα υποσύνολο των παραμέτρων που χρησιμοποιούνται στον υπολογισμό με βάση την τυποποιημένη μέθοδο από παραμέτρους που χρησιμοποιούνται ειδικά για τις εν λόγω επιχειρήσεις κατά τον υπολογισμό των ενοτήτων που αφορούν τον αναλαμβανόμενο κίνδυνο στην ασφάλιση Ζωής, Γενικής Φύσεως και στον κλάδο ασθενείας, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 117 του παρόντος Νόμου ή, στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 40, να καθορίσει πρόσθετη κεφαλαιακή απαίτηση στις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας της θυγατρικής αυτής και για το σκοπό αυτό συζητεί την πρότασή του στο Σώμα των εποπτικών αρχών και κοινοποιεί τους λόγους για την πρόταση αυτή τόσο στη θυγατρική όσο και στο Σώμα των εποπτικών αρχών.

(4) Το Σώμα εποπτών καταβάλλει κάθε δυνατή προσπάθεια για την επίτευξη συμφωνίας σχετικά με την πρόταση του Εφόρου, ως εποπτικής αρχής που έχει χορηγήσει άδεια στη θυγατρική, ή για άλλα δυνατά μέτρα και σε περίπτωση επίτευξης συμφωνίας, η εν λόγω συμφωνία αναγνωρίζεται ως καθοριστική και εφαρμόζεται από τις ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές.

(5) Σε περίπτωση διαφωνίας μεταξύ του Εφόρου, είτε ως εθνικής εποπτικής αρχής είτε ως Επόπτη ομίλου, και του επόπτη ομίλου ή της εθνικής εποπτικής αρχής, αντίστοιχα και ανάλογα με την περίπτωση, ο Έφορος, δύναται μέσα σε ένα μήνα από την πρόταση της εποπτικής αρχής ή του επόπτη ομίλου, ανάλογα με την περίπτωση, να παραπέμψει το θέμα στην EIOPA και να ζητήσει τη βοήθειά της, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 19 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010:

Νοείται ότι ο Έφορος δεν δύναται να παραπέμψει το θέμα στην EIOPA μετά την παρέλευση της περιόδου ενός μηνός που αναφέρεται στο παρόν εδάφιο ή μετά την επίτευξη συμφωνίας στο πλαίσιο του Σώματος σύμφωνα με το εδάφιο (4).

(6) Ο Έφορος, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις του εδαφίου (5), αναβάλλει την απόφασή του και αναμένει την έκδοση απόφασης από την EIOPA και σε περίπτωση έκδοσης τέτοιας απόφασης λαμβάνει την απόφασή του σύμφωνα με την απόφαση της EIOPA και η απόφαση του Εφόρου αναγνωρίζεται ως καθοριστική και εφαρμόζεται από τις ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές.

(7) Η απόφαση του Εφόρου που λαμβάνεται σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου (6) συνοδεύεται από πλήρη αιτιολόγηση και διαβιβάζεται στη θυγατρική και στο Σώμα εποπτών.

Θυγατρικές ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης: μη συμμόρφωση προς τις ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας

278.-(1) Σε περίπτωση μη συμμόρφωσης προς τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας και με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 145 του παρόντος Νόμου, ο Έφορος, ως η εποπτική αρχή που έχει χορηγήσει άδεια στη θυγατρική διαβιβάζει το συντομότερο δυνατόν, στο Σώμα των εποπτικών αρχών το σχέδιο ανάκαμψης που έχει υποβάλει η θυγατρική, προκειμένου να επιτευχθεί, εντός έξι μηνών από τότε που διαπιστώθηκε η μη συμμόρφωση με τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας, η αποκατάσταση του επιπέδου επιλέξιμων ιδίων κεφαλαίων ή η μείωση του προφίλ κινδύνου της, ώστε να εξασφαλισθεί συμμόρφωση προς τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας.

(2) Σε περίπτωση που το Σώμα των εποπτικών αρχών δεν κατορθώσει να επιτευχθεί συμφωνία σχετικά με την πρόταση του Εφόρου όσον αφορά την έγκριση του σχεδίου ανάκαμψης, μέσα σε τέσσερεις μήνες από την ημερομηνία κατά την οποία διαπιστώθηκε η μη συμμόρφωση προς τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας, ο Έφορος ως η εποπτική αρχή που έχει χορηγήσει άδεια στη θυγατρική, λαμβάνει ο ίδιος απόφαση σχετικά με την έγκριση του σχεδίου ανάκαμψης, λαμβάνοντας δεόντως υπόψη του τις απόψεις των άλλων εποπτικών αρχών που συμμετέχουν στο Σώμα των εποπτικών αρχών

(3) Σε περίπτωση που ο Έφορος, ως η εποπτική αρχή που έχει χορηγήσει άδεια στη θυγατρική, διαπιστώσει, σύμφωνα με το άρθρο 143 του παρόντος Νόμου, υποβάθμιση των οικονομικών συνθηκών, ενημερώνει αμέσως το Σώμα εποπτικών αρχών και δύναται, σε περίπτωση που συντρέχει κατάσταση έκτακτης ανάγκης, κατ΄εξαίρεση να λαμβάνει έκτακτα μέτρα, πριν ακόμα αυτά συζητηθούν στο Σώμα των εποπτικών αρχών.

(4) Σε περίπτωση που το Σώμα των εποπτικών αρχών δεν κατορθώσει να επιτευχθεί συμφωνία σχετικά με την πρόταση του Εφόρου όσον αφορά τα μέτρα που θα πρέπει να ληφθούν στην περίπτωση του εδαφίου (3), μέσα σε ένα μήνα από την κοινοποίηση της πρότασής του, ο Έφορος ως η εποπτική αρχή που έχει χορηγήσει άδεια στη θυγατρική, λαμβάνει ο ίδιος απόφαση σχετικά με την έγκριση του σχεδίου ανάκαμψης, λαμβάνοντας δεόντως υπόψη της τις απόψεις των άλλων εποπτικών αρχών που συμμετέχουν στο Σώμα των εποπτικών αρχών.

(5) Σε περίπτωση μη συμμόρφωσης προς τις ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις και με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 146 του παρόντος Νόμου, ο Έφορος ως η εποπτική αρχή που έχει χορηγήσει άδεια στη θυγατρική, διαβιβάζει, το συντομότερο δυνατόν, στο Σώμα των εποπτικών αρχών, το σχέδιο ανάκαμψης που έχει υποβάλει η θυγατρική, προκειμένου να επιτευχθεί, μέσα σε τρεις μήνες από την ημερομηνία κατά την οποία διαπιστώθηκε η μη συμμόρφωση προς τις ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις, η αποκατάσταση του επιπέδου επιλέξιμων ιδίων κεφαλαίων για την κάλυψη των ελάχιστων κεφαλαιακών απαιτήσεων ή η μείωση του προφίλ κινδύνου της επιχείρησης, ώστε να εξασφαλισθεί συμμόρφωση προς τις ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις και ενημερώνει επίσης το Σώμα των εποπτικών αρχών σχετικά με οποιοδήποτε μέτρο λαμβάνεται για την ενίσχυση των ελάχιστων κεφαλαιακών απαιτήσεων στο επίπεδο της θυγατρικής.

(6) Σε περίπτωση διαφωνίας μεταξύ του Εφόρου, είτε ως εθνικής εποπτικής αρχής είτε ως Επόπτη ομίλου και του επόπτη ομίλου ή της εθνικής εποπτικής αρχής, αντίστοιχα και ανάλογα με την περίπτωση, δύνανται να παραπέμψουν το θέμα στην EIOPA και να ζητήσουν τη βοήθειά της, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 19 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010, σε περίπτωση διαφωνίας μεταξύ τους σχετικά με οποιοδήποτε από τα εξής:

(α) την έγκριση του σχεδίου ανάκαμψης, συμπεριλαμβανομένης οποιασδήποτε παράτασης της περιόδου ανάκαμψης, μέσα στην τετράμηνη περίοδο που αναφέρεται στο εδάφιο (2)· ή

(β) την έγκριση των προτεινόμενων μέτρων μέσα στο χρονικό διάστημα ενός μηνός που αναφέρεται στο εδάφιο (4).

(7) Το θέμα δεν παραπέμπεται στην ΕΙΟΡΑ-

(α) μετά την παρέλευση του τετράμηνου ή του ενός μηνός αντιστοίχως, που αναφέρεται στα εδάφια (2) και (4)·

(β) μετά την επίτευξη συμφωνίας στο πλαίσιο του Σώματος σύμφωνα με το εδάφιο (1) ή το εδάφιο (4)·

(γ) στην περίπτωση καταστάσεων έκτακτης ανάγκης, όπως αναφέρεται στο εδάφιο (3):

Νοείται ότι το χρονικό διάστημα των τεσσάρων μηνών ή του ενός μηνός αντιστοίχως,  θεωρείται περίοδος συμβιβασμού κατά την έννοια του άρθρου 19 παράγραφος 2 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010.

(8) Ο Έφορος, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις του εδαφίου (6), αναβάλλει την απόφασή του και αναμένει την έκδοση απόφασης από την EIOPA και σε περίπτωση έκδοσης τέτοιας απόφασης λαμβάνει την απόφασή του σύμφωνα με την απόφαση της EIOPA και η απόφαση του Εφόρου αναγνωρίζεται ως καθοριστική και εφαρμόζεται από τις ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές.

(9) Η απόφαση του Εφόρου που λαμβάνεται σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου (8) συνοδεύεται από πλήρη αιτιολόγηση και διαβιβάζεται στη θυγατρική και στο Σώμα εποπτών.

Θυγατρικές ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης: λήξη των παρεκκλίσεων για θυγατρικές

279.-(1) Οι διατάξεις των άρθρων 277 και 278 του παρόντος Νόμου, δεν εφαρμόζονται στις ακόλουθες περιπτώσεις:

(α) Όταν δεν συντρέχει πλέον η προϋπόθεση που αναφέρεται στην παράγραφο (α) του άρθρου 275:

Νοείται ότι, σε αυτή την περίπτωση, ο Έφορος, εφόσον είναι η αρμόδια εποπτική αρχή του ομίλου σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 275, όταν αποφασίζει, μετά από διαβούλευση με το Σώμα των εποπτικών αρχών, να μην συμπεριλάβει πλέον τη θυγατρική στην εποπτεία που ασκεί, ενημερώνει αμέσως την αρμόδια εποπτική αρχή της θυγατρικής και τη μητρική επιχείρηση·

(β) όταν δεν συντρέχει πλέον η προϋπόθεση που αναφέρεται στην παράγραφο (β) του άρθρου 275 και δεν αποκαθίσταται η συμμόρφωση του ομίλου με την προϋπόθεση αυτή εντός της ενδεδειγμένης χρονικής περιόδου·

(γ) όταν δεν συντρέχουν πλέον οι προϋποθέσεις των παραγράφων (γ) και (δ) του άρθρου 275.

(2) Για σκοπούς εφαρμογής του εδαφίου (1), παράγραφοι (β) και (γ) σε ό,τι αφορά την αναφορά στις παραγράφους (β), (γ) και (δ) του άρθρου 275, η μητρική επιχείρηση είναι υπεύθυνη να εξασφαλίσει ότι οι προϋποθέσεις πληρούνται σε συνεχή βάση και σε περίπτωση μη συμμόρφωσης ενημερώνει αμελλητί τον Έφορο, εφόσον είναι η αρμόδια αρχή εποπτείας του ομίλου και την αρμόδια εποπτική αρχή της θυγατρικής επιχείρησης ενώ υποβάλλει σχέδιο αποκατάστασης της συμμόρφωσης εντός της κατάλληλης χρονικής περιόδου.

(3) Με την επιφύλαξη των διατάξεων του εδαφίου (2), ο Έφορος, εφόσον είναι η αρμόδια αρχή εποπτείας του ομίλου, εξακριβώνει, τουλάχιστον σε ετήσια βάση, με δική του πρωτοβουλία, ότι εξακολουθούν να πληρούνται οι προϋποθέσεις των παραγράφων (β), (γ) και (δ) του άρθρου 275 και προβαίνει επίσης στην εξακρίβωση αυτή, μετά από αίτημα της ενδιαφερόμενης εποπτικής αρχής, όταν αυτή εκφράζει σοβαρούς ενδοιασμούς αναφορικά με τη συνεχιζόμενη συμμόρφωση με τις εν λόγω προϋποθέσεις.

(4) Εάν από την εξακρίβωση προκύπτουν ελλείψεις, ο Έφορος ως αρμόδια εποπτική αρχή του ομίλου, ζητεί από τη μητρική επιχείρηση να υποβάλει σχέδιο αποκατάστασης της συμμόρφωσης εντός της ενδεδειγμένης χρονικής περιόδου το οποίο θέτει προς διαβούλευση στο Σώμα των εποπτικών αρχών.

(5) Εάν, μετά από διαβούλευση με το Σώμα εποπτικών αρχών, ο Έφορος ως εποπτική αρχή του ομίλου αποφασίσει ότι το σχέδιο που αναφέρεται στα εδάφια (2) και (4) είναι ανεπαρκές ή στη συνέχεια ότι δεν εφαρμόζεται εντός της συμφωνηθείσας χρονικής περιόδου, ο Έφορος καταλήγει στο συμπέρασμα ότι οι προϋποθέσεις των παραγράφων (β), (γ) και (δ) του άρθρου 275 δεν πληρούνται πλέον και ενημερώνει άμεσα την εποπτική αρχή της θυγατρικής επιχείρησης.

(6) Οι διατάξεις των άρθρων 277 και 278 του παρόντος Νόμου εφαρμόζονται εκ νέου εάν η μητρική επιχείρηση υποβάλει νέα αίτηση και επιτύχει ευνοϊκή απόφαση σύμφωνα με τη διαδικασία που καθορίζεται στο άρθρο 276.

Κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις - Θυγατρικές ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης

280. Κατ' εξουσιοδότηση πράξεις καθορίζουν-

(α) Τα κριτήρια που πρέπει να εφαρμόζονται για να διαπιστωθεί αν τηρούνται οι όροι που αναφέρονται στο άρθρο 275 του παρόντος Νόμου·

(β) τα κριτήρια που πρέπει να εφαρμόζονται για να αποφασιστεί τι συνιστά κατάσταση έκτακτης ανάγκης δυνάμει του εδαφίου (2) του άρθρου 278·

(γ) τις διαδικασίες που πρέπει να ακολουθούνται από τις εποπτικές αρχές κατά την ανταλλαγή πληροφοριών, την άσκηση των δικαιωμάτων τους και την εκπλήρωση των καθηκόντων τους σύμφωνα με τα άρθρα 276 έως 279.

Θυγατρικές ασφαλιστικής εταιρείας χαρτοφυλακίου και εταιρείας χρηματοπιστωτικών συμμετοχών

281. Οι διατάξεις των άρθρων 275 μέχρι 280 του παρόντος Νόμου εφαρμόζονται κατ’ αναλογία σε ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, οι οποίες είναι θυγατρικές ασφαλιστικής εταιρείας χαρτοφυλακίου ή εταιρείας χρηματοπιστωτικών συμμετοχών.

ΤΜΗΜΑ 2 - ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΗ ΚΙΝΔΥΝΩΝ ΚΑΙ ΣΥΝΑΛΛΑΓΕΣ ΕΝΤΟΣ ΤΟΥ ΟΜΙΛΟΥ
Εποπτεία της συγκέντρωσης κινδύνων

282.-(1) Η εποπτεία της συγκέντρωσης κινδύνων σε επίπεδο ομίλου ασκείται από τον Έφορο, ως αρμόδια εποπτική αρχή ομίλου, σύμφωνα με τις διατάξεις των εδαφίων (2) μέχρι (4) με το άρθρο 285 και τις διατάξεις του Τρίτου Κεφαλαίου του παρόντος Μέρους.

(2) Για σκοπούς εποπτείας των συγκεντρώσεων κινδύνου στις οποίες αναφέρεται το εδάφιο (1), οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις ή οι ασφαλιστικές εταιρείες χαρτοφυλακίου ή οι εταιρείες χρηματοπιστωτικών συμμετοχών οφείλουν να αναφέρουν, σε τακτική βάση, και τουλάχιστον ανά έτος, στον Έφορο οποιαδήποτε σημαντική συγκέντρωση κινδύνων στο επίπεδο του ομίλου, εκτός εάν τυγχάνει εφαρμογής το εδάφιο (2) του άρθρου 253 του παρόντος Νόμου.

(3) Οι αναγκαίες πληροφορίες υποβάλλονται στον Έφορο από την ασφαλιστική ή την αντασφαλιστική επιχείρηση η οποία ηγείται του ομίλου ή, εάν του ομίλου δεν ηγείται ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, από την ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου, από την εταιρεία χρηματοπιστωτικών συμμετοχών ή από την ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση στον όμιλο που έχει καθορισθεί από τον Έφορο μετά από διαβουλεύσεις με τις λοιπές ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές και με τον ίδιο τον όμιλο:

Νοείται ότι οι συγκεντρώσεις κινδύνων αποτελούν αντικείμενο εποπτικής εξέτασης του Έφορου.

(4) Ο Έφορος, μετά από διαβούλευση με τις υπόλοιπες ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές και τον όμιλο, καθορίζει το είδος των κινδύνων που πρέπει να αναφέρουν σε κάθε περίπτωση οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις κάποιου συγκεκριμένου ομίλου αφού λάβει υπόψη τον συγκεκριμένο όμιλο και τη δομή διαχείρισης των κινδύνων του ομίλου και επιβάλλει τα κατάλληλα όρια με βάση τις απαιτήσεις του κεφαλαίου φερεγγυότητας ή τις τεχνικές προβλέψεις ή και τα δύο.

(5) Ο Έφορος, κατά την εξέταση των συγκεντρώσεων κινδύνων όπως αναφέρεται στο εδάφιο (4), παρακολουθεί ιδίως τον πιθανό κίνδυνο μετάδοσης στον όμιλο, τον κίνδυνο σύγκρουσης συμφερόντων και το επίπεδο ή το μέγεθος των κινδύνων.

(6) Κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις καθορίζουν τα σχετικά με τον ορισμό της σημαντικής συγκέντρωσης κινδύνου για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα καθορίζουν τρόπους εντοπισμού σημαντικών συγκεντρώσεων κινδύνων και προσδιορισμού των κατάλληλων ορίων για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου.

(7) Εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα καθορίζουν τους μορφότυπους και υποδείγματα για τον τρόπο αναφοράς αυτών των συγκεντρώσεων κινδύνων για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου.

Υποχρέωση κυπριακών επιχειρήσεων να κοινοποιούν στοιχεία αναφορικά με τη συγκέντρωση κινδύνων

283. Κυπριακές ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις ή κυπριακές ασφαλιστικές εταιρείες χαρτοφυλακίου ή εταιρείες χρηματοπιστωτικών συμμετοχών, οι οποίες είναι μέλη ομίλου κατά την έννοια του παρόντος Μέρους, έχουν υποχρέωση να αναφέρουν, μέσω της ασφαλιστικής ή της αντασφαλιστικής επιχείρησης η οποία ηγείται του ομίλου ή, εάν του ομίλου δεν ηγείται ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, της ασφαλιστικής εταιρείας χαρτοφυλακίου, της εταιρείας χρηματοπιστωτικών συμμετοχών ή της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης στον όμιλο που έχει καθορισθεί από την εποπτική αρχή του ομίλου, σε τακτική βάση, και τουλάχιστον ανά έτος, στην αρμόδια εποπτική αρχή του ομίλου, οποιαδήποτε σημαντική συγκέντρωση κινδύνων στο επίπεδο του ομίλου, εκτός εάν εξαιρούνται από αυτή την υποχρέωση με απόφαση της αρμόδιας εποπτικής αρχής του ομίλου δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 215, παράγραφος 2 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ.

Εποπτεία συναλλαγών στο εσωτερικό του ομίλου

284.-(1) Η εποπτεία των συναλλαγών στο εσωτερικό του ομίλου ασκείται από τον Έφορο, όταν αποτελεί την αρμόδια εποπτική αρχή του ομίλου κατά τα οριζόμενα στις διατάξεις του άρθρου 286 του παρόντος Νόμου, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου, του άρθρου 285 και με τις διατάξεις του Τρίτου Κεφαλαίου του παρόντος Μέρους.

(2) Για σκοπούς εποπτείας των συναλλαγών στο εσωτερικό του ομίλου στις οποίες αναφέρεται το εδάφιο (1), ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, ασφαλιστικές εταιρείες χαρτοφυλακίου και εταιρείες χρηματοπιστωτικών συμμετοχών που ανήκουν στον όμιλο, οφείλουν να αναφέρουν σε τακτική βάση, τουλάχιστον ανά έτος, στον Έφορο όλες τις σημαντικές εντός του ομίλου συναλλαγές από ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που ανήκουν σε όμιλο, συμπεριλαμβανομένων των συναλλαγών με φυσικό πρόσωπο συνδεόμενο στενά με οποιαδήποτε επιχείρηση του ομίλου, εκτός εάν έχουν εξαιρεθεί από τον Έφορο σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου (2) του άρθρου 253, καθώς επίσης να δηλώνουν το συντομότερο δυνατό τις πολύ σημαντικές συναλλαγές εντός του ομίλου.

(3) Οι πληροφορίες του εδαφίου (2) υποβάλλονται στον Έφορο από την ασφαλιστική ή την αντασφαλιστική επιχείρηση η οποία ηγείται του ομίλου ή, εάν του ομίλου δεν ηγείται ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, από την ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου, από την εταιρεία χρηματοπιστωτικών συμμετοχών ή από την ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση στον όμιλο που έχει καθορισθεί από τον Έφορο μετά από διαβουλεύσεις με τις λοιπές ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές και με τον όμιλο:

Νοείται ότι οι συναλλαγές εντός του ομίλου υπόκεινται στην εποπτική εξέταση του Εφόρου.

(4) Ο Έφορος, μετά από διαβουλεύσεις με τις λοιπές ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές και τον όμιλο, προσδιορίζει το είδος των συναλλαγών εντός του ομίλου που οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις σε κάποιο συγκεκριμένο όμιλο πρέπει να αναφέρουν σε κάθε περίσταση και για το σκοπό αυτό εφαρμόζονται κατ΄αναλογία οι διατάξεις του εδαφίου (4) του άρθρου 282 του παρόντος Νόμου.

(5) (α) Κατ' εξουσιοδότηση πράξεις καθορίζουν τα σχετικά με τον ορισμό σημαντικών συναλλαγών εντός ομίλου για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου.

(β) Ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα καθορίζουν τρόπους εντοπισμού των σημαντικών συναλλαγών εντός του ομίλου για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου.

(γ) Εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα καθορίζουν τις διαδικασίες, μορφοτύπους και υποδείγματα για τον τρόπο αναφοράς σημαντικών συναλλαγών εντός ομίλου για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου.

ΤΜΗΜΑ 3 - ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΚΙΝΔΥΝΟΥ ΚΑΙ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΣ ΕΛΕΓΧΟΣ
Εποπτεία του συστήματος διακυβέρνησης

285.-(1) Οι απαιτήσεις που ορίζονται στο Μέρος ΙΙ, Τέταρτο Κεφάλαιο, Τμήμα 2 εφαρμόζονται κατ΄αναλογία στο επίπεδο του ομίλου.

(2) Με την επιφύλαξη των διατάξεων του εδαφίου (1), τα συστήματα διαχείρισης των κινδύνων και εσωτερικού ελέγχου και οι διαδικασίες αναφοράς εφαρμόζονται με συνέπεια σε όλες τις επιχειρήσεις που περιλαμβάνονται στο πεδίο εποπτείας του ομίλου σύμφωνα με το άρθρο 251, εδάφιο (3), παράγραφοι (α) και (β), έτσι ώστε τα εν λόγω συστήματα και οι διαδικασίες αναφοράς να μπορούν να ελέγχονται σε επίπεδο ομίλου.

(3) Με την επιφύλαξη των διατάξεων των εδαφίων (1) και (2), οι μηχανισμοί εσωτερικού ελέγχου του ομίλου περιλαμβάνουν τουλάχιστον τα ακόλουθα:

(α) Κατάλληλους μηχανισμούς όσον αφορά τη φερεγγυότητα του ομίλου για τον εντοπισμό και τη μέτρηση όλων των σημαντικών κινδύνων που αντιμετωπίζονται και για την κατάλληλη σύνδεση των επιλέξιμων ιδίων κεφαλαίων με τους κινδύνους·

(β) ορθές διαδικασίες αναφοράς και λογιστικής για την παρακολούθηση και τη διαχείριση των συναλλαγών στο εσωτερικό του ομίλου και της συγκέντρωσης των κινδύνων.

(4) Τα συστήματα και οι διαδικασίες πληροφόρησης που αναφέρονται στα εδάφια (1) μέχρι (3) υπόκεινται σε εποπτική αξιολόγηση από τον Έφορο ως αρχή εποπτείας του ομίλου, σύμφωνα με τους κανόνες που καθορίζονται στο Τρίτο Κεφάλαιο, του παρόντος Μέρους.

(5)(α) Κάθε συμμετέχουσα ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση ή ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου ή εταιρεία χρηματοπιστωτικών συμμετοχών οφείλει να αναλαμβάνει, στο επίπεδο του ομίλου, την αξιολόγηση που απαιτείται από το άρθρο 46 του παρόντος Νόμου, η οποία υπόκειται στην εποπτεία του Εφόρου ως αρμόδιας αρχής εποπτείας του ομίλου.

(β) Όταν ο υπολογισμός της φερεγγυότητας στο επίπεδο του ομίλου εκτελείται με τη μέθοδο 1, στην οποία παραπέμπει το άρθρο 268 του παρόντος Νόμου, η συμμετέχουσα επιχείρηση ασφάλισης ή αντασφάλισης ή η ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου ή η εταιρεία χρηματοπιστωτικών συμμετοχών διευκρινίζει σαφώς στον Έφορο τη διαφορά μεταξύ του ύψους των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας καθεμιάς από τις συνδεδεμένες επιχειρήσεις ασφάλισης ή αντασφάλισης και των ενοποιημένων κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας του ομίλου.

(γ) H συμμετέχουσα ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση ή η ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου ή η εταιρεία χρηματοπιστωτικών συμμετοχών, με την επιφύλαξη της σύμφωνης γνώμης του Εφόρου, δύναται να προβεί σε όλες τις εκτιμήσεις που απαιτούνται από το άρθρο 46 στο επίπεδο του ομίλου και στο επίπεδο οποιασδήποτε θυγατρικής στον όμιλο, ταυτοχρόνως, και μπορεί να εκπονήσει ένα ενιαίο έγγραφο που να καλύπτει όλες αυτές τις εκτιμήσεις.

(δ) Η επιλογή της δυνατότητας αυτής δεν απαλλάσσει τις οικείες θυγατρικές από την υποχρέωση να εξασφαλίζουν ότι πληρούνται οι απαιτήσεις του άρθρου 46.

(6) Ο Έφορος, πριν δώσει τη συγκατάθεσή του σύμφωνα με το εδάφιο (5), ζητεί τη γνώμη και λαμβάνει δεόντως υπόψη τις απόψεις και τις επιφυλάξεις όλων των μελών του Σώματος των εποπτικών αρχών που αναφέρεται στο άρθρο 287 του παρόντος Νόμου και σε περίπτωση που ο όμιλος επέλεξε τη δυνατότητα που προβλέπεται στη δεύτερη επιφύλαξη του εδαφίου (5), υποβάλλει ταυτοχρόνως το σχετικό έγγραφο σε όλες τις ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές.

ΤΡΙΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΜΕΤΡΑ ΓΙΑ ΤΗ ΔΙΕΥΚΟΛΥΝΣΗ ΤΗΣ ΕΠΟΠΤΕΙΑΣ ΤΟΥ ΟΜΙΛΟΥ
Άσκηση της εποπτείας του ομίλου από τον Έφορο

286.-(1) Μεταξύ των εποπτικών αρχών των ενδιαφερομένων κρατών μελών ορίζεται μία μοναδική αρχή εποπτείας, υπεύθυνη για το συντονισμό και την άσκηση της εποπτείας του ομίλου η αρχή εποπτείας του ομίλου. Ο Έφορος αποτελεί την αρμόδια αρχή εποπτείας του ομίλου στις πιο κάτω περιπτώσεις:

(α) Όταν ο Έφορος είναι η αρμόδια εποπτική αρχή δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου για όλες τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις σε ένα όμιλο.

(β) όταν ο Έφορος έχει χορηγήσει άδεια δυνάμει του παρόντος Νόμου στην ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση που ηγείται του ομίλου·

(γ) όταν του ομίλου δεν ηγείται ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση και -

(i) όταν η μητρική ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης είναι ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου ή εταιρεία χρηματοπιστωτικών συμμετοχών και ο Έφορος έχει χορηγήσει άδεια δυνάμει του παρόντος Νόμου στην ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου ή εταιρεία χρηματοπιστωτικών συμμετοχών·

(ii) όταν περισσότερες της μιας ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις με έδρα στην Ένωση έχουν ως μητρική τους την ίδια ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου ή εταιρεία χρηματοπιστωτικών συμμετοχών με έδρα τη Δημοκρατία, και μία από τις επιχειρήσεις αυτές έχει λάβει επίσης άδεια από τον Έφορο δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου·

(iii) όταν επικεφαλής του ομίλου βρίσκονται περισσότερες της μιας ασφαλιστικές εταιρείες χαρτοφυλακίου ή εταιρείες χρηματοπιστωτικών συμμετοχών που έχουν τις έδρες τους σε διαφορετικά κράτη μέλη, περιλαμβανομένης της Δημοκρατίας, και υπάρχει ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση σε καθένα από αυτά τα κράτη μέλη, εφόσον η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση με έδρα τη Δημοκρατία έχει το υψηλότερο σύνολο ισολογισμού·

(iv) όταν περισσότερες της μιας ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις με έδρα στην Ένωση, περιλαμβανομένης της Δημοκρατίας, έχουν ως μητρική τους την ίδια ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου ή εταιρεία χρηματοπιστωτικών συμμετοχών, και καμία από τις επιχειρήσεις αυτές δεν έχει λάβει άδεια στο κράτος μέλος στο οποίο η ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου ή η εταιρεία χρηματοπιστωτικών συμμετοχών έχει την έδρα της, εφόσον ο Έφορος αδειοδότησε την ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση που έχει το υψηλότερο σύνολο ισολογισμού· ή

(v) όταν ο όμιλος είναι όμιλος χωρίς μητρική επιχείρηση, ή σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση που δεν αναφέρεται στις παραγράφους (i) μέχρι (iv), εφόσον ο Έφορος έχει αδειοδοτήσει την ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση με το υψηλότερο σύνολο ισολογισμού.

(2) Σε ιδιαίτερες περιπτώσεις, μετά από αίτημα οποιασδήποτε ενδιαφερόμενης εποπτικής αρχής, δύναται να λαμβάνεται κοινή απόφαση των εποπτικών αρχών και να καθορίζεται ως εποπτική αρχή του ομίλου, εποπτική αρχή άλλου κράτους μέλους αντί του Εφόρου, παρά το γεγονός ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του εδαφίου (1), εάν θα ήταν απρόσφορο η εποπτεία να ασκείται από τον Έφορο, λαμβανομένης υπόψη της δομής του ομίλου και της σχετικής βαρύτητας των δραστηριοτήτων των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων στις διάφορες χώρες. Η απόφαση δυνάμει του παρόντος εδαφίου λαμβάνεται σύμφωνα με τις διατάξεις και τη διαδικασία που καθορίζεται στο άρθρο 247, παράγραφος 4 και παράγραφος 5 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ.

(3) Για τους σκοπούς του εδαφίου (2), ο Έφορος δύναται να ζητεί την έναρξη συζήτησης σχετικά με την καταλληλότητα των κριτηρίων του παρόντος άρθρου, λαμβάνοντας υπόψη ότι τέτοιες  συζητήσεις δεν λαμβάνουν χώρα πάνω από μια φορά κατ’ έτος.

(4) Οι ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές καταβάλλουν κάθε δυνατή προσπάθεια για να καταλήξουν σε κοινή απόφαση σχετικά με την επιλογή του επόπτη ομίλου μέσα σε τρεις (3) μήνες από την υποβολή του αιτήματος για συζήτηση, παρέχοντας το δικαίωμα στον όμιλο να εκφράσει την γνώμη του, πριν λάβουν την απόφασή τους, και σε περίπτωση που ο Έφορος ορίζεται ως επόπτης ομίλου, διαβιβάζει την κοινή απόφαση στον όμιλο μαζί με πλήρη αιτιολόγηση.

(5) Σε περίπτωση που δεν ληφθεί κοινή απόφαση και συντρέχουν οι προϋποθέσεις του εδαφίου (1), ο Έφορος ασκεί τα καθήκοντα του επόπτη.

(6) Τα κριτήρια που ορίζονται στα εδάφια (1) και (2) του άρθρου αυτού δυνατόν να εξειδικεύονται περαιτέρω με κατ' εξουσιοδότηση πράξεις της Επιτροπής.

Εξουσίες και καθήκοντα της αρχής εποπτείας του ομίλου και των άλλων εποπτικών αρχών – Σώμα των εποπτικών αρχών

287.-(1) Σε περίπτωση που ο Έφορος είναι η αρχή εποπτείας του ομίλου, έχει τις πιο κάτω εξουσίες και υποχρεώσεις:

(α) Τον συντονισμό της συγκέντρωσης και διάδοσης των χρήσιμων ή ουσιωδών πληροφοριών κατά τη συνήθη πορεία των δραστηριοτήτων και σε επείγουσες καταστάσεις, συμπεριλαμβανομένης της διάδοσης πληροφοριών που είναι σημαντικές για το εποπτικό έργο της εποπτικής αρχής·

(β) τον εποπτικό έλεγχο και την εκτίμηση της χρηματοοικονομικής κατάστασης του ομίλου·

(γ) την εκτίμηση της συμμόρφωσης του ομίλου με τους κανόνες για τη φερεγγυότητα και τη συγκέντρωση των κινδύνων και τις εντός του ομίλου συναλλαγές σύμφωνα με τα άρθρα 256 μέχρι 284 του παρόντος Νόμου·

(δ) την αξιολόγηση του συστήματος διακυβέρνησης του ομίλου, όπως ορίζεται στο άρθρο 285, και του κατά πόσον τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου της συμμετέχουσας επιχείρησης πληρούν τις απαιτήσεις που προβλέπονται στα άρθρα 44 και 297 του παρόντος Νόμου∙

(ε) τον προγραμματισμό και τον συντονισμό, με τακτικές συνεδριάσεις τουλάχιστον σε ετήσια βάση, ή άλλα ενδεδειγμένα μέσα, των εποπτικών δραστηριοτήτων σε συνεχή βάση καθώς και σε έκτακτες καταστάσεις, σε συνεργασία με τις ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές, λαμβανομένων επίσης υπόψη της φύσης, της κλίμακας και της πολυπλοκότητας των ενυπαρχόντων κινδύνων της επιχειρηματικής δραστηριότητας όλων των επιχειρήσεων που απαρτίζουν τον όμιλο·

(στ) άλλα καθήκοντα, μέτρα και αποφάσεις που ανατίθενται στον Έφορο, ως αρχή εποπτείας του ομίλου, δυνάμει του παρόντος Νόμου ή που απορρέουν από την εφαρμογή του παρόντος Νόμου, ιδίως τη διεξαγωγή της διαδικασίας για την επικύρωση οποιουδήποτε εσωτερικού υποδείγματος σε επίπεδο ομίλου, όπως αναφέρεται στα άρθρα 269 και 272 του παρόντος Νόμου, και τη διεξαγωγή της διαδικασίας έγκρισης της εφαρμογής του καθεστώτος που θεσπίζεται με τα άρθρα 276 μέχρι 279.

(2) Σε περίπτωση που ο Έφορος είναι η αρχή εποπτείας του ομίλου, προεδρεύει του Σώματος Εποπτικών Αρχών που συστήνεται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 248 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ, στο οποίο συμμετέχουν οι εποπτικές αρχές όλων των κρατών μελών στα οποία εδρεύουν όλες οι θυγατρικές επιχειρήσεις και η ΕΙΟΡΑ σύμφωνα με το άρθρο 21 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ.1094/201· το Σώμα Εποπτικών Αρχών διασφαλίζει ότι η συνεργασία, η ανταλλαγή πληροφοριών και οι διαδικασίες διαβούλευσης μεταξύ των εποπτικών αρχών του Σώματος εφαρμόζονται αποτελεσματικά σύμφωνα με το Τέταρτο Μέρος του παρόντος Νόμου, με στόχο την προώθηση της σύγκλισης των αντίστοιχων αποφάσεων και δραστηριοτήτων τους∙ στο Σώμα συμμετέχουν και οι εποπτικές αρχές σημαντικών υποκαταστημάτων και συνδεδεμένων επιχειρήσεων,  ωστόσο η συμμετοχή τους περιορίζεται στην επίτευξη του στόχου της αποτελεσματικής ανταλλαγής πληροφοριών:

Νοείται ότι,  ο  Έφορος συμμετέχει στο Σώμα Εποπτικών Αρχών ως εποπτική αρχή θυγατρικής επιχείρησης που εδρεύει στη Δημοκρατία και ανήκει σε όμιλο που εποπτεύεται από εποπτική αρχή άλλου κράτους μέλους:

Νοείται περαιτέρω ότι, ο Έφορος ως αρχή εποπτείας του ομίλου, δύναται να αποφασίζει ότι η αποτελεσματική λειτουργία του Σώματος Εποπτικών Αρχών δύναται να απαιτεί την εκτέλεση ορισμένων δραστηριοτήτων από μειωμένο αριθμό εποπτικών αρχών στο πλαίσιο του Σώματος.

(3) Σε περίπτωση που ο Έφορος δεν έχει εκτελέσει τα καθήκοντα τα οποία αναφέρονται στο εδάφιο (1) ή τα μέλη του Σώματος Εποπτών δεν συνεργάζονται στον βαθμό ο οποίος απαιτείται στο εδάφιο (2), οποιαδήποτε από τις ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές, περιλαμβανομένου του Εφόρου, μπορεί να παραπέμψει το θέμα στην EIOPA και να ζητήσει τη βοήθειά της, σύμφωνα με το άρθρο 19 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010. Στην περίπτωση αυτή, η EIOPA μπορεί να ενεργήσει σύμφωνα με τις εξουσίες που της εκχωρεί το εν λόγω άρθρο.

(4) Με την επιφύλαξη οποιουδήποτε μέτρου που θεσπίζεται σύμφωνα με την Οδηγία 2009/138/ΕΚ αναφορικά με το Σώμα Εποπτών, η συγκρότηση και λειτουργία του Σώματος βασίζεται σε συμφωνίες συντονισμού που συνάπτει η εποπτική αρχή του ομίλου με τις άλλες ενδιαφερόμενες αρχές και σε περίπτωση διάστασης απόψεων σχετικά με τις ρυθμίσεις συντονισμού, κάθε μέλος του Σώματος Εποπτών μπορεί να παραπέμψει το θέμα στην EIOPA και να ζητήσει τη βοήθειά της σύμφωνα με το άρθρο 19 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ.1094/2010. Στην περίπτωση αυτή, η EIOPA μπορεί να ενεργήσει σύμφωνα με τις εξουσίες που της εκχωρεί το εν λόγω άρθρο. Ο Έφορος, ως επόπτης ομίλου, λαμβάνει την τελική του απόφαση σύμφωνα με την απόφαση της EIOPA και διαβιβάζει την απόφαση στις λοιπές ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές.

(5) [Διαγράφηκε].

(6) Με την επιφύλαξη οποιουδήποτε μέτρου λαμβάνεται δυνάμει της Οδηγίας 2009/138ΕΚ, η συμφωνία συντονισμού που αναφέρεται στο εδάφιο (4) προσδιορίζει τις διαδικασίες αναφορικά με -

(α) τη διαδικασία λήψης αποφάσεων μεταξύ των αρμόδιων εποπτικών αρχών σύμφωνα με τα άρθρα 269, 271 και 286 του παρόντος Νόμου·

(β) τη διαβούλευση που αναφέρεται στο εδάφιο (4) του παρόντος άρθρου και στο εδάφιο (5) του άρθρου 256.

(7) Με την επιφύλαξη των δικαιωμάτων και των καθηκόντων του Εφόρου, ως επόπτη ομίλου και των άλλων εποπτικών αρχών, σύμφωνα με τον παρόντα Νόμο και την Οδηγία 2009/138/ΕΚ, οι συντονιστικές διευθετήσεις μπορούν να προβλέπουν πρόσθετα καθήκοντα για τον Έφορο ως επόπτη ομίλου, τις άλλες εποπτικές αρχές ή την EIOPA, στις περιπτώσεις που αυτό θα είχε ως αποτέλεσμα την αποτελεσματικότερη εποπτεία του ομίλου και δεν θα εμπόδιζε τις εποπτικές δραστηριότητες των μελών του Σώματος εποπτών σε σχέση με τις επιμέρους αρμοδιότητές τους, καθώς επίσης και-

(α) για τη διαβούλευση μεταξύ των αρμόδιων εποπτικών αρχών, ιδίως σύμφωνα με τα άρθρα 251 έως 288, 257 έως 259, 265, 282 έως 285, 289, 295, 299 και 301 του παρόντος Νόμου·

(β) για τη συνεργασία με τις υπόλοιπες εποπτικές αρχές.

(8) Ο Έφορος, ως η εποπτική αρχή του ομίλου, διαβιβάζει στην EIOPA τις πληροφορίες σχετικά με τη λειτουργία του Σώματος Εποπτών και τις τυχόν δυσχέρειες που αντιμετώπισε έτσι ώστε να ληφθούν υπόψη από την EIOPA κατά την αξιολόγηση της επιχειρησιακής λειτουργίας των Σωμάτων των εποπτικών αρχών δυνάμει της παραγράφου 6, του άρθρου 248 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ.

(9)(α) Σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων μπορούν να καθορίζουν την επιχειρησιακή λειτουργία των σωμάτων εποπτικών αρχών με βάση τις κατευθυντήριες γραμμές που εκδίδει η EIOPA δυνάμει της παραγράφου 6, του άρθρου 248 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ.

(β) Σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων καθορίζουν το συντονισμό της εποπτείας ομίλων για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου.

(γ) Κατ' εξουσιοδότηση πράξεις καθορίζουν τα σχετικά με τον ορισμό του όρου “σημαντικό υποκατάστημα”.

Συνεργασία και ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ εποπτικών αρχών

288.-(1) Ο Έφορος, είτε ως αρχή εποπτείας του ομίλου είτε ως αρμόδια εποπτική αρχή για μεμονωμένες ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις σε ένα όμιλο, συνεργάζεται στενά με τις άλλες ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές, ιδίως κατά τις περιπτώσεις στις οποίες κάποια από τις ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις αντιμετωπίζει οικονομικές δυσκολίες.

(2)(α) Με την επιφύλαξη των σχετικών αρμοδιοτήτων του, ο Έφορος, είτε ως αρχή εποπτείας του ομίλου είτε ως αρμόδια εποπτική αρχή για μεμονωμένες ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις σε ένα όμιλο, ανταλλάζει πληροφορίες με τις εποπτικές αρχές των ενδιαφερόμενων κρατών μελών, ανεξάρτητα από το αν είναι εγκατεστημένες ή όχι στο ίδιο κράτος μέλος, προκειμένου να διασφαλίζεται ότι όλες οι εποπτικές αρχές, συμπεριλαμβανομένης της αρχής εποπτείας του ομίλου, έχουν στη διάθεσή τους την ίδια ποσότητα ουσιαστικών πληροφοριών, για να καθίσταται δυνατή και να διευκολύνεται η επιτέλεση των εποπτικών καθηκόντων τους δυνάμει του παρόντος Νόμου και της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ, και στο πλαίσιο αυτό ο Έφορος και οι άλλες ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές και ο επόπτης ομίλου, ανάλογα με την περίπτωση, διαβιβάζουν αμοιβαία και χωρίς καθυστέρηση κάθε ουσιαστική πληροφορία μόλις καθίσταται διαθέσιμη, ή ανταλλάσσουν πληροφορίες όποτε τους ζητηθεί. Οι πληροφορίες που αναφέρονται στο παρόν εδάφιο περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, πληροφορίες σχετικά με ενέργειες του ομίλου και των εποπτικών αρχών, καθώς και πληροφορίες που παρέχονται από τον όμιλο.

(β) Ο Έφορος ως η αρμόδια εποπτική αρχή του ομίλου, διαβιβάζει στις ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές και στην ΕΙΟΡΑ όλες τις σχετικές με τον όμιλο πληροφορίες σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 21, των εδαφίων (1) και (2) του άρθρου 52 και των εδαφίων (2), (3) και (4) του άρθρου 293, και, ιδίως τις πληροφορίες που αφορούν στη νομική δομή του ομίλου, στο πλαίσιο διακυβέρνησης και στην οργανωτική δομή αυτού

(2α) Ο Έφορος ως αρχή εποπτείας του ομίλου διαβιβάζει στις ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές και στην ΕΙΟPΑ όλες τις σχετικές με τον όμιλο πληροφορίες σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 21, του εδαφίου (2) του άρθρου 52 και του άρθρου 293 του παρόντος Νόμου και ιδίως εκείνες που αφορούν τη νομική δομή του ομίλου, το πλαίσιο διακυβέρνησης και την οργανωτική δομή του ομίλου.

(3) Σε περίπτωση που η αρμόδια εποπτική αρχή δεν έχει διαβιβάσει τις σχετικές πληροφορίες ή που αίτημα για συνεργασία, ιδίως όσον αφορά ανταλλαγή ουσιαστικών πληροφοριών, έχει απορριφθεί ή δεν έχει διεκπεραιωθεί μέσα σε δύο εβδομάδες, ο Έφορος δύναται να παραπέμψει το θέμα στην EIOPA, η οποία με την επιφύλαξη του άρθρου 258 ΣΛΕΕ, δύναται να ενεργήσει σύμφωνα με τις εξουσίες που της ανατίθενται με το άρθρο 19 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010.

(4) Ο Έφορος, είτε ως αρμόδια εποπτική αρχή υπεύθυνη για την εποπτεία επιμέρους ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης ενός ομίλου είτε ως αρχή εποπτείας του ομίλου, δύναται να καλεί αμέσως σε συνεδρίαση όλες τις εποπτικές αρχές που συμμετέχουν στην εποπτεία του ομίλου τουλάχιστον στις ακόλουθες περιπτώσεις:

(α) Όταν λάβει γνώση τυχόν σημαντικής παραβίασης των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας ή παραβίασης των ελάχιστων κεφαλαιακών απαιτήσεων μιας επιμέρους ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης· ή

(β) όταν λάβει γνώση τυχόν σημαντικής παραβίασης των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας σε επίπεδο ομίλου βάσει ενοποιημένων δεδομένων ή των συνολικών κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας του ομίλου, σύμφωνα με τη μέθοδο υπολογισμού που χρησιμοποιείται σύμφωνα με τον Μέρος IV, Δεύτερο Κεφάλαιο, Τμήμα 1, Ενότητα 4 του παρόντος Νόμου·

(γ) σε περίπτωση που προκύπτουν άλλες εξαιρετικές περιστάσεις.

(5) Τα στοιχεία τα οποία, σε συστηματική βάση, πρέπει να συγκεντρώνονται από τον Έφορο, ως αρχή εποπτείας του ομίλου και να διαβιβάζονται στις άλλες ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές ή, σε περίπτωση που ο Έφορος ενεργεί ως εποπτική αρχή μεμονωμένης ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης που ανήκει σε όμιλο, τα στοιχεία που αυτός πρέπει να διαβιβάζει στην αρχή εποπτείας του ομίλου όπως επίσης και τα στοιχεία που είναι ουσιώδη ή συναφή για την εποπτεία σε επίπεδο ομίλου, καθορίζονται με εκτελεστικά μέτρα της Επιτροπής.

(6) Ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα καθορίζουν-

(α) τα στοιχεία τα οποία πρέπει να συγκεντρώνονται σε συστηματική βάση από τον επόπτη ομίλου και να κοινοποιούνται στις λοιπές ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές ή να διαβιβάζονται στον επόπτη ομίλου από τις λοιπές ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές·

(β) τα στοιχεία που είναι ουσιώδη ή συναφή με την εποπτεία σε επίπεδο ομίλου, με σκοπό την ενίσχυση της σύγκλισης της εποπτικής αναφοράς.

(7) Εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα καθορίζουν τις διαδικασίες, μορφότυπους, υποδείγματα για την υποβολή πληροφοριών στον επόπτη ομίλου, καθώς και της διαδικασίας για τη συνεργασία και την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ εποπτικών αρχών όπως καθορίζεται στο παρόν άρθρο.

Διαβουλεύσεις μεταξύ εποπτικών αρχών

289. (1) Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 287 του παρόντος Νόμου, ο Έφορος, είτε ως αρμόδια εποπτική αρχή ομίλου είτε ως αρμόδια εποπτική αρχή μεμονωμένης ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης που ανήκει σε όμιλο, στις περιπτώσεις που μια απόφαση είναι σημαντική για τα εποπτικά καθήκοντα άλλων εποπτικών αρχών, πριν να λάβει τη συγκεκριμένη απόφαση, διαβουλεύεται στο πλαίσιο του Σώματος Εποπτών, σχετικά με τα κατωτέρω:

(α) Μεταβολές στη μετοχική διάρθρωση, στην οργανωτική ή στη διοικητική δομή των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων ενός ομίλου, οι οποίες απαιτούν την έγκριση ή την άδεια εποπτικών αρχών·

(β) την απόφαση σχετικά με παράταση της περιόδου ανάκαμψης δυνάμει ων εδαφίων (3) και (4) του άρθρου 145 του παρόντος Νόμου·

(γ) σημαντικές κυρώσεις ή έκτακτα μέτρα που πρόκειται να λάβει, συμπεριλαμβανομένων της επιβολής πρόσθετης κεφαλαιακής απαίτησης στην κεφαλαιακή απαίτηση φερεγγυότητας δυνάμει του άρθρου 40 και της επιβολής οποιουδήποτε περιορισμού στη χρήση εσωτερικού υποδείγματος για τον υπολογισμό της κεφαλαιακής απαίτησης φερεγγυότητας δυνάμει του Μέρους ΙΙ, Έκτο Κεφάλαιο, Τμήμα 4, Ενότητα 3.

(2) Για τους σκοπούς των εδαφίων (β) και (γ) του εδαφίου (1), ο Έφορος ζητά σε κάθε περίπτωση τη γνώμη του επόπτη ομίλου.

(3) Ο Έφορος, όταν αποφασίζει σε σχέση με θέματα που καθορίζονται στο εδάφιο (1) και η απόφασή του βασίζεται σε πληροφορίες που λαμβάνονται από άλλες εποπτικές αρχές, διαβουλεύεται με τις άλλες εποπτικές αρχές πριν να λάβει την εν λόγω απόφασή του.

(4) Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 287 του παρόντος Νόμου, ο Έφορος δύναται να αποφασίσει να μην προβεί σε διαβουλεύσεις σε περιπτώσεις έκτακτης ανάγκης ή όταν οι διαβουλεύσεις αυτές ενδέχεται να υπονομεύσουν την αποτελεσματικότητα της απόφασης, αλλά ενημερώνει αμελλητί τις άλλες ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές.

Αιτήματα από την αρχή εποπτείας του ομίλου προς άλλες εποπτικές αρχές

290. (1) Ο Έφορος, ως αρμόδια αρχή εποπτείας του ομίλου δύναται να καλεί τις εποπτικές αρχές των κρατών μελών στα οποία έχει την έδρα της η μητρική επιχείρηση, και οι οποίες δεν ασκούν οι ίδιες την εποπτεία του ομίλου, να ζητήσουν από τη μητρική επιχείρηση οποιαδήποτε χρήσιμη πληροφορία για την άσκηση των συντονιστικών δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 286 του παρόντος Νόμου, και να του διαβιβάσουν τις πληροφορίες αυτές.

(2) Ο Έφορος, ως αρχή εποπτείας του ομίλου, όταν χρειάζεται τις πληροφορίες που αναφέρονται στο εδάφιο (2) του άρθρου 293 του παρόντος Νόμου, οι οποίες έχουν ήδη παρασχεθεί σε άλλη εποπτική αρχή, απευθύνεται στην εν λόγω αρχή, στο μέτρο του δυνατού, προκειμένου να αποφευχθεί επικάλυψη των πληροφοριών που διαβιβάζονται στις διάφορες αρχές οι οποίες συμμετέχουν στην εποπτεία.

(3) Ο Έφορος, ως αρμόδια αρχή εποπτείας της μητρικής επιχείρησης, η οποία έχει την έδρα της στη Δημοκρατία και η οποία δεν ασκεί η ίδια την εποπτεία του ομίλου, παραχωρεί οποιεσδήποτε χρήσιμες πληροφορίες στην αρχή της εποπτείας του ομίλου για την άσκηση των αρμοδιοτήτων της.

Συνεργασία με τις αρχές που είναι υπεύθυνες για πιστωτικά ιδρύματα και επιχειρήσεις επενδύσεων

291.-(1) Όταν μια ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση και είτε ένα πιστωτικό ίδρυμα ή μια επιχείρηση επενδύσεων ή και τα δύο, συνδέονται άμεσα ή έμμεσα ή έχουν κοινή συμμετέχουσα επιχείρηση, ο Έφορος συνεργάζεται στενά με τις αρχές που είναι υπεύθυνες για την εποπτεία των άλλων αυτών επιχειρήσεων.

(2) Με την επιφύλαξη των αντιστοίχων αρμοδιοτήτων τους, οι αρχές αυτές ανταλλάσσουν μεταξύ τους κάθε πληροφορία η οποία ενδέχεται να απλοποιήσει το έργο τους.

Ανταλλαγή πληροφοριών και επαγγελματικό απόρρητο και εμπιστευτικότητα

292. Ανεξάρτητα από τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου νόμου, επιτρέπεται η ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ του Εφόρου και των εποπτικών αρχών άλλων κρατών μελών καθώς και μεταξύ του Εφόρου και άλλων αρχών όπως καθορίζεται στα άρθρα 288 έως 291 του παρόντος Νόμου και οι πληροφορίες που λαμβάνονται στο πλαίσιο της εποπτείας του ομίλου, και ιδίως οποιαδήποτε ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ του Εφόρου και εποπτικών αρχών ή άλλων αρχών που προβλέπονται στον παρόντα Νόμο καλύπτονται από τις διατάξεις του άρθρου 345.

Πρόσβαση σε πληροφορίες

293. (1) Τα φυσικά και νομικά πρόσωπα που περιλαμβάνονται στο πεδίο της εποπτείας του ομίλου και οι συνδεδεμένες επιχειρήσεις και συμμετέχουσες επιχειρήσεις τους, ανταλλάσσουν μεταξύ τους πληροφορίες οι οποίες είναι χρήσιμες για την άσκηση της εποπτείας του ομίλου.

(2) Ο Έφορος, ως αρμόδια αρχή εποπτείας του ομίλου, καθώς επίσης και οποιαδήποτε αρμόδια αρχή εποπτείας ομίλου άλλης από τον Έφορο, έχουν πρόσβαση σε οιαδήποτε πληροφορία χρήσιμη για τους σκοπούς της εποπτείας αυτής, ανεξάρτητα από τη φύση της σχετικής επιχείρησης και για τους σκοπούς του παρόντος εδαφίου, εφαρμόζονται κατ΄αναλογία οι διατάξεις του άρθρου 38 του παρόντος Νόμου.

(3) Ο Έφορος, εφόσον ενεργεί ως επόπτης ομίλου, δύναται να περιορίζει την τακτική εποπτική αναφορά στο επίπεδο του ομίλου, αν η συχνότητά της είναι μεγαλύτερη της ετήσιας, όταν όλες οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που συμμετέχουν στον όμιλο επωφελούνται από τον συγκεκριμένο περιορισμό σύμφωνα με το εδάφιο (7) του άρθρου 38 του παρόντος Νόμου, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των εγγενών κινδύνων της δραστηριότητας του ομίλου.

(4) Ο Έφορος, εφόσον ενεργεί ως επόπτης ομίλου, δύναται να να χορηγεί εξαίρεση από την υποβολή λεπτομερών πληροφοριών ανά στοιχείο στο επίπεδο του ομίλου, όταν όλες οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που συμμετέχουν στον όμιλο επωφελούνται από τη συγκεκριμένη εξαίρεση σύμφωνα με το εδάφιο (11) του άρθρου 38, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των εγγενών κινδύνων της δραστηριότητας του ομίλου και τον στόχο της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας.

(5) Οι ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές μπορούν να απευθύνονται απευθείας στις επιχειρήσεις του ομίλου προκειμένου να λάβουν τις αναγκαίες πληροφορίες, μόνον εφόσον οι πληροφορίες αυτές έχουν ζητηθεί από την ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση που υπόκειται σε εποπτεία σε επίπεδο ομίλου και δεν έχουν παρασχεθεί από την επιχείρηση αυτή εντός εύλογου χρονικού διαστήματος.

Εξακρίβωση των πληροφοριών

294.-(1) Ο Έφορος έχει εξουσία όπως, για σκοπούς εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος Μέρους, είτε άμεσα είτε μέσω προσώπων τα οποία εξουσιοδοτεί για το σκοπό αυτό, προβαίνει σε επιτόπια εξακρίβωση των πληροφοριών που αναφέρονται στο άρθρο 293 του παρόντος Νόμου στις εγκαταστάσεις οποιασδήποτε των ακολούθων:

(α) της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης που υπόκειται στην εποπτεία του ομίλου·

(β) των συνδεδεμένων επιχειρήσεων της εν λόγω ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης·

(γ) των μητρικών επιχειρήσεων της εν λόγω ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης·

(δ) των συνδεδεμένων επιχειρήσεων μητρικής επιχείρησης της εν λόγω ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης.

(2) Όταν ο Έφορος επιθυμεί, σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, να εξακριβώσει τις πληροφορίες σχετικά με μια επιχείρηση, ρυθμιζόμενη ή μη, η οποία ανήκει σε όμιλο και βρίσκεται σε άλλο κράτος μέλος, υποβάλλει αίτημα προς τις εποπτικές αρχές του άλλου αυτού κράτους μέλους να προβούν στην εξακρίβωση:

Νοείται ότι ο Έφορος, δύναται να υποβάλει αίτημα όπως διενεργήσει ο ίδιος την εξακρίβωση και σε περίπτωση που η εξακρίβωση γίνεται από την άλλη αρμόδια αρχή, ο Έφορος δύναται να συμμετέχει σε αυτήν.

(3) Σε περίπτωση που δεν έχει δοθεί συνέχεια εντός δύο εβδομάδων σε αίτημα του Εφόρου προς άλλη εποπτική αρχή για τη διενέργεια εξακρίβωσης σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου (2) ή σε περίπτωση που ο Έφορος αδυνατεί πρακτικά να ασκήσει το δικαίωμά του για συμμετοχή σύμφωνα με το εδάφιο (2), ο Έφορος δύναται να παραπέμψει το θέμα στην EIOPA και να ζητήσει τη βοήθεια της σύμφωνα με το άρθρο 19 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010, η οποία μπορεί να ενεργήσει σύμφωνα με τις αρμοδιότητες που της ανατίθενται με το εν λόγω άρθρο.

(4) Σε περίπτωση που αρμόδια εποπτική αρχή άλλου κράτους μέλους υποβάλει αίτημα προς τον Έφορο για εξακρίβωση πληροφοριών σχετικά με επιχείρηση που βρίσκεται στη Δημοκρατία, ο Έφορος ανταποκρίνεται σε αυτό, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων του, είτε με την άμεση διεξαγωγή της εξακρίβωσης, είτε επιτρέποντας σε ελεγκτή ή εμπειρογνώμονα να προβεί στην εξακρίβωση αυτή είτε παρέχοντας τη δυνατότητα στην αρχή η οποία υπέβαλε το αίτημα να τη διενεργήσει η ίδια και ενημερώνει την αρχή εποπτείας του ομίλου αναφορικά με τις ενέργειές του.

Έκθεση για τη φερεγγυότητα και τη χρηματοοικονομική κατάσταση του ομίλου

295.-(1) Οι συμμετέχουσες ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, οι ασφαλιστικές εταιρείες χαρτοφυλακίου και οι εταιρείες χρηματοπιστωτικών συμμετοχών οφείλουν να δημοσιεύουν, σε ετήσια βάση, έκθεση για τη φερεγγυότητα και τη χρηματοοικονομική κατάσταση σε επίπεδο ομίλου και για το σκοπό αυτό εφαρμόζονται κατ΄αναλογία τα άρθρα 52, 54, 55 και 56 του παρόντος Νόμου.

(2) Συμμετέχουσα ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση ή ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου ή εταιρεία χρηματοπιστωτικών συμμετοχών δύναται, με την επιφύλαξη της συμφωνίας του Εφόρου, εφόσον είναι η αρμόδια αρχή εποπτείας του ομίλου ή της αρχής εποπτείας του ομίλου εφόσον είναι άλλη από τον Έφορο, να δημοσιεύει ενιαία έκθεση για τη φερεγγυότητα και τη χρηματοοικονομική κατάστασή της, η οποία περιλαμβάνει τα ακόλουθα:

(α) Τις πληροφορίες στο επίπεδο του ομίλου που πρέπει να δημοσιεύονται σύμφωνα με το εδάφιο (1)·

(β) τις πληροφορίες για οποιαδήποτε από τις θυγατρικές του ομίλου, που πρέπει να είναι διακριτές και αναγνωρίσιμες και να δημοσιεύονται σύμφωνα με τα άρθρα 52, 54, 55 και (3) Σε περίπτωση που ο Έφορος είναι η αρμόδια αρχή εποπτείας του ομίλου, πριν δώσει τη συγκατάθεσή του, ζητεί τη γνώμη και λαμβάνει δεόντως υπόψη τις απόψεις και τυχόν επιφυλάξεις των μελών του σώματος αρχών εποπτείας.

(4) Όταν η έκθεση που αναφέρεται στο εδάφιο (2) δεν περιλαμβάνει τις πληροφορίες, τις οποίες η εποπτική αρχή που έχει χορηγήσει άδεια σε θυγατρική του ομίλου απαιτεί από συγκρίσιμες επιχειρήσεις να παρέχουν και εφόσον η παράλειψη αυτή είναι ουσιαστική, ο Έφορος, εφόσον είναι η οικεία εποπτική αρχή, έχει την εξουσία να απαιτήσει από τη σχετική θυγατρική να δημοσιοποιήσει τις αναγκαίες πρόσθετες πληροφορίες.

(5)(α) Κατ' εξουσιοδότηση πράξεις καθορίζουν για την περαιτέρω εξειδίκευση των πληροφοριών που πρέπει να κοινοποιούνται και των προθεσμιών για την ετήσια κοινοποίηση των πληροφοριών όσον αφορά την ενιαία έκθεση σχετικά με τη φερεγγυότητα και τη χρηματοοικονομική κατάσταση σύμφωνα με το εδάφιο (2) και την έκθεση σχετικά με τη φερεγγυότητα και τη χρηματοοικονομική κατάσταση σύμφωνα με το εδάφιο (1).

(β) Εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα καθορίζουν τις διαδικασίες, τους μορφοτύπους και τα υποδείγματα για τη δημοσιοποίηση της ενιαίας έκθεσης και της έκθεσης φερεγγυότητας και χρηματοοικονομικής κατάστασης ομίλου, όπως καθορίζεται στο παρόν άρθρο.

Διάρθρωση ομίλου

296. Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, ασφαλιστικές εταιρείες χαρτοφυλακίου και οι μεικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών οφείλουν να δημοσιοποιούν, σε επίπεδο ομίλου, σε ετήσια βάση, τη νομική, τη διοικητική και την οργανωτική τους διάρθρωση, συμπεριλαμβανομένης περιγραφής όλων των θυγατρικών τους, των σημαντικών συνδεδεμένων επιχειρήσεών τους και των σημαντικών υποκαταστημάτων τους.

Διοικητικό, συμβούλιο χαρτοφυλακίου και εταιρειών χρηματοπιστωτικών συμμετοχών

297. Όλα τα πρόσωπα που διευθύνουν ουσιαστικά τις δραστηριότητες ασφαλιστικής εταιρείας χαρτοφυλακίου ή εταιρείες χρηματοπιστωτικών συμμετοχών πρέπει να πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 44.

Μέτρα επιβολής της εφαρμογής

298.-(1) Εάν οι ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις ενός ομίλου οι οποίες δεν συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις που καθορίζονται στις διατάξεις των άρθρων 256 έως 285 του παρόντος Νόμου, ή παρά το γεγονός ότι πληρούν τις εν λόγω απαιτήσεις προκύπτουν κίνδυνοι για τη φερεγγυότητα ή εάν οι εντός του ομίλου συναλλαγές ή οι συγκεντρώσεις κινδύνων αποτελούν απειλή για τη χρηματοοικονομική θέση των ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων, λαμβάνονται, το συντομότερο δυνατόν, τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να διορθωθεί η κατάσταση-

(α) από τον Έφορο, εφόσον είναι η αρμόδια αρχή εποπτείας του ομίλου, όσον αφορά τις ασφαλιστικές εταιρείες χαρτοφυλακίου ή τις εταιρείες χρηματοπιστωτικών συμμετοχών·

(β) από τον Έφορο ως εποπτική αρχή μεμονωμένης ασφαλιστικής και αντασφαλιστικής επιχείρησης που ανήκει στον όμιλο και υπάγεται, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου, στην εποπτεία του Εφόρου.

(2) Στην περίπτωση που αναφέρεται στην παράγραφο (α) του εδαφίου (1), εφόσον η ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου ή η εταιρεία χρηματοπιστωτικών συμμετοχών δεν έχει την έδρα της στη Δημοκρατία, ο Έφορος ως αρχή εποπτείας του ομίλου, ενημερώνει τις εποπτικές αρχές του κράτους μέλους στο οποίο έχει την έδρα της η επιχείρηση για τις διαπιστώσεις του, προκειμένου να μπορέσουν να λάβουν τα αναγκαία μέτρα.

(3) Σε περίπτωση που η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση δεν έχει την έδρα της στη Δημοκρατία και ο Έφορος είναι η αρμόδια αρχή εποπτείας του ομίλου, ο Έφορος ενημερώνει τις εποπτικές αρχές του κράτους μέλους καταγωγής της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, για τις διαπιστώσεις του προκειμένου να μπορέσουν να λάβουν τα αναγκαία μέτρα. Με την επιφύλαξη των διατάξεων του εδαφίου (4), ο Έφορος δύναται να καθορίζει με οδηγίες τα μέτρα τα οποία μπορούν να λαμβάνονται σε σχέση με τις ασφαλιστικές εταιρείες χαρτοφυλακίου και τις εταιρείες χρηματοπιστωτικών συμμετοχών και συντονίζουν, όπου ενδείκνυται, τα μέτρα που λαμβάνονται.

(4) Κατ' εξουσιοδότηση πράξεις δύνανται να καθορίζουν λεπτομέρειες για τον συντονισμό των μέτρων επιβολής που αναφέρονται στο παρόν άρθρο.

(5) Τηρουμένων των διατάξεων του Μέρους IX του παρόντος Νόμου αναφορικά με τα ποινικά αδικήματα, σε περίπτωση παράβασης των διατάξεων του παρόντος Μέρους από ασφαλιστική επιχείρηση χαρτοφυλακίου, ο Έφορος, είτε ως αρμόδια αρχή εποπτείας του ομίλου είτε ως αρμόδια εποπτική αρχή της ασφαλιστικής επιχείρησης μέλους του ομίλου, ανάλογα με την περίπτωση, επιβάλλει στην επιχείρηση ή/και στο πρόσωπο που ασκεί ουσιαστικά τη διοίκησή της διοικητικό πρόστιμο σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 399 και 400 του παρόντος Νόμου.

(6) Ο Έφορος, συνεργάζεται στενά με τις εποπτικές αρχές των άλλων κρατών μελών προκειμένου να εξασφαλίσει ότι οι ποινές και διοικητικό πρόστιμο του εδαφίου (5) είναι αποτελεσματικά, ιδίως όταν η κεντρική διοίκηση ή η κύρια εγκατάσταση ασφαλιστικής εταιρείας χαρτοφυλακίου δεν ευρίσκεται στον ίδιο τόπο με την έδρα της.

ΤΕΤΑΡΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΤΕΣ ΧΩΡΕΣ
Μητρικές επιχειρήσεις εκτός Κοινότητας: εξακρίβωση της ισοδυναμίας

299.-(1) Στην περίπτωση που αναφέρεται στην παράγραφο (γ) του εδαφίου (3) του άρθρου 251 του παρόντος Νόμου, ο Έφορος, εφόσον αποτελεί ενδιαφερόμενη εποπτική αρχή, εξακριβώνει κατά πόσον οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, η μητρική επιχείρηση των οποίων έχει την έδρα της εκτός της Ένωσης, υπόκεινται σε εποπτεία από εποπτική αρχή τρίτης χώρας, ισοδύναμη με εκείνη που προβλέπεται από το παρόν Μέρος, για την εποπτεία στο επίπεδο του ομίλου ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων που αναφέρονται στις παραγράφους (α) και (β) του εδαφίου (2) του στο άρθρου 251.

(2) Όταν δεν έχει εκδοθεί κατ' εξουσιοδότηση πράξη σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου, η εξακρίβωση πραγματοποιείται από τον Έφορο, εάν αυτός είναι ο επόπτης ομίλου σύμφωνα με τα κριτήρια του εδαφίου (1) του άρθρου 286 (εφεξής “οιονεί επόπτης ομίλου”), κατόπιν αιτήματος της μητρικής επιχείρησης ή μιας από τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που έχουν λάβει άδεια στην Ένωση, ή με δική του πρωτοβουλία. Η EIOPA επικουρεί τον Έφορο, σύμφωνα με το άρθρο 33 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010.

(3) Στο πλαίσιο του εδαφίου (2), πριν λάβει απόφαση σχετικά με την ισοδυναμία, ο Έφορος, ως οιονεί επόπτης ομίλου, επικουρούμενος από την EIOPA, συμβουλεύεται τις άλλες αρμόδιες εποπτικές αρχές, και στη συνέχεια λαμβάνει την απόφασή τους σύμφωνα με τα κριτήρια που έχουν καθοριστεί σύμφωνα με το εδάφιο (5), νοουμένου ότι δεν λαμβάνει, σε σχέση με τρίτη χώρα, αποφάσεις οι οποίες έρχονται σε σύγκρουση με παλιότερες αποφάσεις για τη συγκεκριμένη τρίτη χώρα, παρά μόνο όταν αυτό είναι αναγκαίο για να ληφθούν υπόψη σημαντικές αλλαγές στο καθεστώς εποπτείας που καθορίζεται στο Μέρος ΙI και στο καθεστώς εποπτείας της τρίτης χώρας.

(4) Σε περίπτωση που ο Έφορος αποτελεί ενδιαφερόμενη εποτπική αρχή και δεν ενεργεί ως οιονεί επόπτης ομίλου, και διαφωνεί με απόφαση που εκδόθηκε από τον οινεί επόπτη ομίλου, σύμφωνα με τις αντίστοιχες διατάξεις τη νομοθεσίας κράτους μέλους του εν λόγω επόπτη, δύναται να παραπέμψει το θέμα στην EIOPA και να ζητήσει τη βοήθεια της σύμφωνα με το άρθρο 19 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010, μέσα σε τρεις μήνες από την κοινοποίηση της απόφασης από τον οιονεί επόπτη ομίλου, η οποία ενεργεί σύμφωνα με τις αρμοδιότητες που της ανατίθενται με το εν λόγω άρθρο του Κανονισμού.

(5) Κατ' εξουσιοδότηση πράξεις καθορίζουν τα κριτήρια αξιολόγησης της ισοδυναμίας του καθεστώτος προληπτικής εποπτείας τρίτης χώρας για την εποπτεία ομίλων με το καθεστώς που καθορίζεται στο παρόν Μέρος.

(6) Σε περίπτωση που τρίτη χώρα πληροί τα κριτήρια που καθορίζονται σύμφωνα με το εδάφιο (5), η Επιτροπή μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 301α της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ και επικουρούμενη από την EIOPA σύμφωνα με το άρθρο 33 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010, να εκδίδει κατ' εξουσιοδότηση πράξεις που να καθορίζουν ότι το καθεστώς προληπτικής εποπτείας αυτής της τρίτης χώρας είναι ισοδύναμο με εκείνο που ορίζεται στον παρόν Μέρος.

(7) Αν η Επιτροπή δεν εκδώσει κατ' εξουσιοδότηση πράξη σύμφωνα με τα εδάφια (6) ή (8), εφαρμόζεται το άρθρο 301, του παρόντος Νόμου.

(8) Κατ΄εξουσιοδότηση πράξεις δύνανται να καθορίζουν ότι το καθεστώς προληπτικής εποπτείας μιας τρίτης χώρας, το οποίο εφαρμόζεται στις επιχειρήσεις με έδρα εκτός της Ένωσης, την 1η Ιανουαρίου 2014, είναι προσωρινά ισοδύναμο με εκείνο που καθορίζεται στο Μέρος ΙΙ, αν η συγκεκριμένη τρίτη χώρα έχει συμμορφωθεί με τα κριτήρια που καθορίζονται στο άρθρο 260, παράγραφος 5 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ.

(9) Όταν εκδίδεται κατ' εξουσιοδότηση πράξη, σύμφωνα με το εδάφιο (8), σχετικά με την προσωρινή ισοδυναμία καθεστώτος προληπτικής εποπτείας τρίτης χώρας, ο Έφορος εφαρμόζει τις διατάξεις του άρθρου 300 του παρόντος Νόμου, εκτός αν υπάρχει ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση εγκατεστημένη σε κράτος μέλος, η οποία έχει συνολικό ισολογισμό που υπερβαίνει τον συνολικό ισολογισμό της μητρικής επιχείρησης που είναι εγκατεστημένη εκτός της Ένωσης. Στην περίπτωση αυτή, τα καθήκοντα επόπτη ομίλου ασκούνται από τον οιονεί επόπτη ομίλου.

Μητρικές επιχειρήσεις εκτός της Κοινότητας: ισοδυναμία

300.-(1) Σε περίπτωση ισοδύναμης εποπτείας, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 299, ο Έφορος, εφόσον αποτελεί ενδιαφερόμενη εποπτική αρχή, βασίζεται στην ισοδύναμη εποπτεία ομίλου που ασκείται από τις εποπτικές αρχές τρίτης χώρας, σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου (2).

(2) Τα άρθρα 286 έως 298 εφαρμόζονται, τηρουμένων των αναλογιών, σε σχέση με τη συνεργασία με τις εποπτικές αρχές τρίτων χωρών.

Μητρικές επιχειρήσεις που έχουν συσταθεί σε τρίτη χώρα: απουσία ισοδυναμίας

301. (1) ‘Οταν ο έλεγχος που γίνεται σύμφωνα με το 299 του παρόντος Νόμου δείχνει ότι δεν υπάρχει ισοδύναμη εποπτεία, ή όταν ο Έφορος δεν εφαρμόζει τις διατάξεις του άρθρου 300, σε περίπτωση προσωρινής ισοδυναμίας, σύμφωνα με το εδάφιο (8) του άρθρου 299, εφαρμόζονται στις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις-

(α) οι διατάξεις των άρθρων 256 έως 274 και των άρθρων 282 έως 298, τηρουμένων των αναλογιών˙

(β) μια από τις μεθόδους που προσδιορίζονται στο εδάφιο (2).

(2) Οι γενικές αρχές και μέθοδοι που εκτίθενται στα άρθρα 256 έως 298 εφαρμόζονται στο επίπεδο της ασφαλιστικής εταιρείας χαρτοφυλακίου, της εταιρείας χρηματοπιστωτικών συμμετοχών, της ασφαλιστικής επιχείρησης της τρίτης χώρας ή της αντασφαλιστικής επιχείρησης της τρίτης χώρας. Μόνον για τον σκοπό του υπολογισμού της φερεγγυότητας του ομίλου, η μητρική επιχείρηση αντιμετωπίζεται ως εάν ήταν ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση υποκείμενη στις ίδιες προϋποθέσεις που αναφέρονται στο Μέρος ΙΙ, Έκτο Κεφάλαιο, Τμήμα 3, Ενότητες 1, 2 και 3 σε σχέση με τα ίδια κεφάλαια που είναι επιλέξιμα για τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας και σε ένα από τα ακόλουθα:

(α) κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας καθορισμένες σύμφωνα με τις αρχές του άρθρου 264 του παρόντος Νόμου, εάν πρόκειται για ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου ή για εταιρεία χρηματοπιστωτικών συμμετοχών·

(β) κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας που προσδιορίζονται σύμφωνα με τις αρχές του άρθρου 265 του παρόντος Νόμου, αν πρόκειται για ασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας ή αντασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας.

(3) Ο Έφορος δύναται να εφαρμόζει άλλες μεθόδους οι οποίες εξασφαλίζουν κατάλληλη εποπτεία των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων ενός ομίλου, νοουμένου ότι λαμβάνεται η σύμφωνη γνώμη της αρχής της εποπτείας του ομίλου, μετά από διαβουλεύσεις με τις υπόλοιπες ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές. Ο Έφορος, δύναται, ιδίως, να απαιτεί την ίδρυση ασφαλιστικής εταιρείας χαρτοφυλακίου που να έχει την έδρα της στην Ένωση ή εταιρείας χρηματοπιστωτικών συμμετοχών που να έχει την έδρα της στην Ένωση και να εφαρμόζει τις διατάξεις του παρόντος Μέρους στις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις του ομίλου, του οποίου ηγείται η εν λόγω ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου ή εταιρεία χρηματοπιστωτικών συμμετοχών. Οι επιλεγείσες από τον Έφορο μέθοδοι πρέπει να επιτρέπουν την επίτευξη των στόχων εποπτείας των ομίλων, όπως ορίζονται στον παρόντα Τίτλο, και να κοινοποιούνται από τον Έφορο στις άλλες ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές και στην Επιτροπή.

Μητρικές επιχειρήσεις εκτός Ένωσης: επίπεδα

302.-(1) Όταν η μητρική επιχείρηση που αναφέρεται στο άρθρο 299 του παρόντος Νόμου είναι η ίδια θυγατρική ασφαλιστικής εταιρείας χαρτοφυλακίου ή εταιρείας χρηματοπιστωτικών συμμετοχών που έχει την έδρα της σε τρίτη χώρα ή ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης τρίτης χώρας, ο Έφορος εφαρμόζει την εξακρίβωση που προβλέπεται στο άρθρο 299 μόνο στο επίπεδο της τελικής μητρικής επιχείρησης, η οποία είναι ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου τρίτης χώρας, εταιρεία χρηματοπιστωτικών συμμετοχών τρίτης χώρας ή ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας.

(2) Ο Έφορος δύναται να αποφασίζει, σε περίπτωση απουσίας ισοδύναμης εποπτείας που αναφέρεται στο άρθρο 299, να προβαίνει σε νέα εξακρίβωση σε χαμηλότερο επίπεδο, όταν υφίσταται μητρική επιχείρηση ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων, είτε πρόκειται για ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου τρίτης χώρας, είτε για εταιρεία χρηματοπιστωτικών συμμετοχών τρίτης χώρας, είτε για ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας και σε τέτοια περίπτωση ο Έφορος αιτιολογεί την απόφασή του στον όμιλο.

(3) Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, οι διατάξεις του άρθρου 301 του παρόντος Νόμου εφαρμόζονται κατ΄αναλογία.

Συνεργασία με εποπτικές αρχές τρίτων χωρών

303. Ο Έφορος συνεργάζεται με τις εποπτικές αρχές τρίτων χωρών στο πλαίσιο συμφωνιών που δύναται να συνάπτει η Επιτροπή με τρίτες χώρες σε ό,τι αφορά τα μέσα για την άσκηση της εποπτείας στο επίπεδο των ομίλων ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων που έχουν την έδρα τους στην Ένωση και οι οποίες διαθέτουν θυγατρικές ή κατέχουν συμμετοχές σε επιχειρήσεις εκτός της Ένωσης ή για την εποπτεία στο επίπεδο του ομίλου ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων τρίτων χωρών που έχουν την έδρα τους στο έδαφός τους και οι οποίες διαθέτουν θυγατρικές ή κατέχουν συμμετοχές σε επιχειρήσεις σε ένα ή περισσότερα κράτη μέλη.

ΠΕΜΠΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΕΣ ΕΤΑΙΡΕΙΕΣ ΧΑΡΤΟΦΥΛΑΚΙΟΥ ΜΙΚΤΗΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑΣ
Εντός ομίλου συναλλαγές

304.-(1) Σε περίπτωση που η μητρική επιχείρηση μιας ή περισσοτέρων ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων είναι ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου μεικτής δραστηριότητας, ο Έφορος, ως εποπτική αρχή των εν λόγω ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων ασκεί γενική εποπτεία επί των συναλλαγών μεταξύ αυτών των ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων και της ασφαλιστικής εταιρείας χαρτοφυλακίου μεικτής δραστηριότητας και των συνδεδεμένων της επιχειρήσεων.

(2) Τα άρθρα 284, 288 έως 294 και 298 εφαρμόζονται κατ΄αναλογία.

Συνεργασία με τις τρίτες χώρες

305. Σε ό,τι αφορά στη συνεργασία του Εφόρου με τις εποπτικές αρχές τρίτων χωρών εφαρμόζονται κατ΄αναλογία οι διατάξεις του άρθρου 303 του παρόντος Νόμου.

ΕΚΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΗ ΕΠΟΠΤΕΙΑ ΕΠΙ ΧΡΗΜΑΤΟΠΙΣΤΩΤΙΚΟΥ ΟΜΙΛΟΥ ΕΤΕΡΟΓΕΝΩΝ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΩΝ
Συμπληρωματική εποπτεία Εφόρου

306. Ο Έφορος έχει την αρμοδιότητα να ασκεί συμπληρωματική εποπτεία επί χρηματοπιστωτικού ομίλου ετερογενών δραστηριοτήτων κατά τα οριζόμενα στις Οδηγίες χρηματοπιστωτικού ομίλου ετερογενών δραστηριοτήτων οι οποίες εκδίδονται από τον Έφορο, σχετικά με τη συμπληρωματική εποπτεία πιστωτικών ιδρυμάτων, ασφαλιστικών επιχειρήσεων και επιχειρήσεων επενδύσεων χρηματοπιστωτικού ομίλου ετερογενών δραστηριοτήτων, όπως αυτή εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται.

ΜΕΡΟΣ V ΕΞΥΓΙΑΝΣΗ ΚΑΙ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ
ΠΡΩΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΚΑΙ ΟΡΙΣΜΟΙ
Πεδίο εφαρμογής του παρόντος Μέρους

307. Το παρόν Μέρος εφαρμόζεται στα μέτρα εξυγίανσης και τις διαδικασίες εκκαθάρισης -

(α) των ασφαλιστικών επιχειρήσεων·

(β) των ευρισκομένων στο έδαφος της Δημοκρατίας επιχειρήσεων τρίτων χωρών.

Ερμηνεία

308. (1) Εκτός εάν από το κείμενο προκύπτει διαφορετική έννοια, για τους σκοπούς του παρόντος Μέρους -

«ασφαλιστικές απαιτήσεις» σημαίνει κάθε ποσό που οφείλει η ασφαλιστική επιχείρηση σε ασφαλισμένους, κατόχους ασφαλιστηρίων, δικαιούχους ή σε κάθε ζημιωθέντα, οι οποίοι έχουν δικαίωμα άσκησης ευθείας αγωγής κατά της ασφαλιστικής επιχείρησης, το οποίο απορρέει από ασφαλιστήριο ή από ασφαλιστική πράξη προβλεπομένη στις παραγράφους (α) και (β) του εδαφίου (1) του άρθρου 4 του παρόντος Νόμου, με αντικείμενο πρωτασφάλιση, συμπεριλαμβανομένων των ποσών που αποθεματοποιούνται για τα εν λόγω πρόσωπα, όταν δεν έχουν ακόμη καταστεί γνωστά ορισμένα στοιχεία της οφειλής καθώς επίσης και τα ασφάλιστρα που οφείλονται από ασφαλιστική επιχείρηση ως αποτέλεσμα μη κατάρτισης ή ακύρωσης ασφαλιστηρίων και ασφαλιστικών πράξεων, σύμφωνα με το δίκαιο που εφαρμόζεται σε αυτά τα ασφαλιστήρια ή τις πράξεις πριν από την έναρξη των διαδικασιών εκκαθάρισης∙

«αρμόδιες αρχές» σημαίνει τις διοικητικές ή δικαστικές αρχές κράτους μέλους, οι οποίες είναι αρμόδιες για τους σκοπούς των μέτρων εξυγίανσης ή των διαδικασιών εκκαθάρισης, περιλαμβανομένων των διοικητικών ή δικαστικών αρχών της Δημοκρατίας∙

«διαδικασίες εκκαθάρισης» σημαίνει τις συλλογικές διαδικασίες που συνεπάγονται τη ρευστοποίηση του ενεργητικού μιας ασφαλιστικής επιχείρησης και τη διανομή των εσόδων μεταξύ των πιστωτών, των μετόχων ή των μελών, όπως ενδείκνυται, και οι οποίες οπωσδήποτε συνεπάγονται παρέμβαση των αρμοδίων αρχών, ακόμη και όταν οι συλλογικές διαδικασίες περατώνονται με συμβιβασμό ή άλλο ανάλογο μέτρο, είτε βασίζονται σε αφερεγγυότητα, είτε όχι, και είτε είναι εκούσιες, είτε υποχρεωτικές και οι οποίες διενεργούνται σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Εταιρειών Νόμου και του παρόντος Νόμου·

«διαχειριστής» σημαίνει κάθε πρόσωπο ή όργανο, διοριζόμενο από τις αρμόδιες αρχές, έργο του οποίου είναι η διαχείριση των μέτρων εξυγίανσης·

«εκκαθαριστής» σημαίνει κάθε πρόσωπο ή όργανο, διοριζόμενο από τις αρμόδιες αρχές ή από την ασφαλιστική επιχείρηση, έργο του οποίου είναι η διαχείριση των διαδικασιών εκκαθάρισης·

«μέτρα εξυγίανσης» σημαίνει τα μέτρα που συνεπάγονται οποιαδήποτε παρέμβαση του Εφόρου και σκοπό έχουν να διαφυλάξουν ή να αποκαταστήσουν τη χρηματοοικονομική κατάσταση ασφαλιστικής επιχείρησης και τα οποία θίγουν προϋπάρχοντα δικαιώματα άλλων συμβαλλομένων μερών και όχι αυτής καθ’ αυτής της ασφαλιστικής επιχείρησης, συμπεριλαμβανομένων, μεταξύ άλλων, των μέτρων που συνεπάγονται τη δυνατότητα αναστολής πληρωμών, αναστολής εκτελεστικών μέτρων ή μείωσης των αποζημιώσεων·

«υποκατάστημα» σημαίνει κάθε μόνιμη παρουσία μιας ασφαλιστικής επιχείρησης στο έδαφος ενός κράτους μέλους, εκτός του κράτους μέλους καταγωγής, η οποία ασκεί ασφαλιστικές δραστηριότητες.

(2) Για τους σκοπούς εφαρμογής του παρόντος Μέρους στα μέτρα εξυγίανσης και τις διαδικασίες εκκαθάρισης που αφορούν υποκατάστημα ασφαλιστικής επιχείρησης τρίτης χώρας που βρίσκεται στη Δημοκρατία-

«αρμόδιες αρχές» σημαίνει τις αρχές του κράτους μέλους καταγωγής∙

«εποπτικές αρχές» σημαίνει τις εποπτικές αρχές του κράτους μέλους καταγωγής·

«κράτος μέλος καταγωγής» σημαίνει το κράτος μέλος το οποίο χορήγησε στο υποκατάστημα άδεια λειτουργίας, σύμφωνα με τα άρθρα 158 έως 162 του παρόντος Νόμου.

ΔΕΥΤΕΡΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΜΕΤΡΑ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗΣ
Λήψη μέτρων εξυγίανσης - εφαρμοστέο δίκαιο

309.-(1) Μέτρα εξυγίανσης επί κυπριακών ασφαλιστικών επιχειρήσεων αποφασίζονται από τον Έφορο και διέπονται από την ισχύουσα στη Δημοκρατία νομοθεσία.Τα μέτρα εξυγίανσης δεν εμποδίζουν την έναρξη διαδικασιών εκκαθάρισης.

(2) Τα μέτρα εξυγίανσης επί κυπριακών ασφαλιστικών επιχειρήσεων ισχύουν και για τυχόν υποκαταστήματα της κυπριακής ασφαλιστικής επιχείρησης σε άλλα κράτη μέλη ή σε τρίτη χώρα, και παράγουν από τη λήψη τους από τον Έφορο, πλήρη αποτελέσματα και στα εν λόγω κράτη μέλη ή στην τρίτη χώρα, ανάλογα με την περίπτωση, περιλαμβανομένων οποιωνδήποτε τρίτων προσώπων, χωρίς άλλες διατυπώσεις, ακόμα και εάν το δίκαιο αυτών των άλλων κρατών μελών δεν προβλέπει τέτοια μέτρα ή εξαρτά την εφαρμογή τους από προϋποθέσεις που δεν πληρούνται.

(3) Τα μέτρα εξυγίανσης επί υποκαταστημάτων ασφαλιστικών επιχειρήσεων κράτους μέλους που έχουν διαταχθεί από τις αρμόδιες αρχές των εν λόγω κρατών μελών ισχύουν αυτόματα στη Δημοκρατία, περιλαμβανομένων τρίτων προσώπων, χωρίς άλλες διατυπώσεις, ακόμη και αν το δίκαιο της Δημοκρατίας δεν προβλέπει τέτοια μέτρα εξυγίανσης ή εξαρτά την εφαρμογή τους από προϋποθέσεις οι οποίες δεν πληρούνται.

Ενημέρωση των εποπτικών αρχών

310. Ο Έφορος ενημερώνει επειγόντως τις εποπτικές αρχές όλων των άλλων κρατών μελών για την απόφασή του να ληφθούν μέτρα εξυγίανσης, εάν είναι δυνατόν πριν από τη λήψη τους ή, διαφορετικά, αμέσως μετά, και για τα ενδεχόμενα πρακτικά αποτελέσματα των μέτρων αυτών.

Δημοσίευση των αποφάσεων περί μέτρων εξυγίανσης

311.-(1) Ο Έφορος δημοσιεύει τη λήψη μέτρων εξυγίανσης στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, καθώς επίσης και σε δύο ημερήσιες εφημερίδες, και το συντομότερο δυνατό, αλλά όχι αργότερα από δύο μήνες, στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στην ελληνική γλώσσα.

(2) Στη δημοσίευση αναφέρεται ρητά ο Έφορος ως η αρχή που έλαβε τα μέτρα εξυγίανσης και ότι αυτά διέπονται από το δίκαιο της Δημοκρατίας.

(3) Οι δημοσιεύσεις του άρθρου αυτού δεν απαιτούνται σε περίπτωση που τα μέτρα εξυγίανσης που έχουν διαταχθεί θίγουν αποκλειστικά τα συμφέροντα μετόχων, μελών ή υπαλλήλων της εταιρείας.

(4) Τα μέτρα εξυγίανσης εφαρμόζονται ανεξάρτητα από την πραγματοποίηση των δημοσιεύσεων κατά τα οριζόμενα στο εδάφιο (1) και παράγουν πλήρη αποτελέσματα έναντι των πιστωτών.

(5) Ο Έφορος δύναται να δημοσιεύει στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας μέτρα εξυγίανσης που έχουν ληφθεί σε άλλο κράτος μέλος, σε σχέση με τα οποία έχει ενημερωθεί

Ενημέρωση των γνωστών πιστωτών και δικαίωμα αναγγελίας απαιτήσεων

312. Ο Έφορος ενημερώνει αναφορικά με τη λήψη μέτρων εξυγίανσης τους πιστωτές που έχουν τη συνήθη διαμονή, κατοικία ή έδρα τους στη Δημοκρατία σύμφωνα με το άρθρο 331 και το εδάφιο (1) του άρθρου 332 καθώς επίσης και τους γνωστούς πιστωτές που έχουν συνήθη διαμονή, κατοικία ή έδρα σε άλλο κράτος μέλος.

ΤΡΙΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗΣ
Απαγόρευση εκούσιας διάλυσης ασφαλιστικής επιχείρησης χωρίς προηγούμενη μεταβίβαση χαρτοφυλακίου

313.-(1) Δεν επιτρέπεται η εκούσια διάλυση ασφαλιστικής επιχείρησης, εκτός εάν προηγουμένως διενεργηθεί η μεταβίβαση χαρτοφυλακίου των ασφαλιστηρίων Κλάδου Γενικής Φύσεως ή Κλάδου Ζωής, κατά τα οριζόμενα στο Δέκατο Κεφάλαιο του Μέρους ΙΙ.

(2) Οι διατάξεις του παρόντος Κεφαλαίου εφαρμόζονται και για τις περιπτώσεις εκούσιας εκκαθάρισης κυπριακής ασφαλιστικής επιχείρησης, οι οποίες κατά τα λοιπά διέπονται από τα άρθρα 203 έως 208, 261 έως 292 και 298 έως 344 του περί Εταιρειών Νόμου.

Έναρξη των διαδικασιών εκκαθάρισης - Ενημέρωση των εποπτικών αρχών

314.-(1) Το Δικαστήριο δύναται να διατάξει τη διάλυση και εκκαθάριση ασφαλιστικής επιχείρησης που υπόκειται στις διατάξεις του παρόντος Νόμου, σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Εταιρειών Νόμου, οι σχετικές διατάξεις του οποίου εφαρμόζονται σε τέτοια περίπτωση:

Νοείται ότι το Δικαστήριο δύναται να διατάξει τη διάλυση της επιχείρησης αυτής κατ’ αίτηση τριάντα τουλάχιστον κατόχων ασφαλιστηρίων με συνολικό ετήσιο ασφάλιστρο που να αποτελεί τουλάχιστον το 10% του ετήσιου κύκλου εργασιών της εν λόγω επιχείρησης, στη βάση των τελευταίων ελεγμένων λογαριασμών.

(2) Παρά τις διατάξεις του άρθρου 362 του περί Εταιρειών Νόμου, το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να διατάξει τη διάλυση και εκκαθάριση υποκαταστήματος ασφαλιστικής επιχείρησης άλλου κράτους μέλους που λειτουργεί στη Δημοκρατία και η διαδικασία εκκαθάρισης υποκαταστημάτων ασφαλιστικών επιχειρήσεων άλλων κρατών μελών που λειτουργούν στη Δημοκρατία διέπεται από το δίκαιο του Κράτους Μέλους καταγωγής.

(3) Η εκκαθάριση κυπριακής ασφαλιστικής επιχείρησης συμπεριλαμβάνει και τυχόν υποκαταστήματά της σε άλλα κράτη μέλη.

(4) Για την έναρξη διαδικασίας εκκαθάρισης κατά τα οριζόμενα στον περί Εταιρειών Νόμο, δεν απαιτείται η προηγούμενη λήψη μέτρων εξυγίανσης.

(5) Η αίτηση προς διάλυση και εκκαθάριση κυπριακής ασφαλιστικής επιχείρησης σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου αυτού υποβάλλεται μόνο κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου, που παρέχεται εφόσον το Δικαστήριο κρίνει ότι η αίτηση είναι εκ πρώτης όψεως δικαιολογημένη και κατατεθεί από τους αιτητές ικανοποιητική εγγύηση για τη δικαστική δαπάνη που συνεπάγεται η αίτηση.

(6) Η κατά το εδάφιο (1) απόφαση για την έναρξη διαδικασίας εκκαθάρισης παράγει αμέσως αποτελέσματα τόσο στη Δημοκρατία όσο και σε ολόκληρη της Ένωση χωρίς άλλες διατυπώσεις.

(7) Ανάλογες αποφάσεις για έναρξη διαδικασιών εκκαθάρισης που έχουν ληφθεί από τις αρμόδιες αρχές άλλων κρατών μελών, παράγουν αποτελέσματα στη Δημοκρατία από τη στιγμή που αρχίζουν να παράγουν αποτελέσματα στο κράτος μέλος, στο οποίο έχουν ληφθεί.

(8) Ο Έφορος ενημερώνει επειγόντως τις εποπτικές αρχές των άλλων κρατών μελών για την απόφαση έναρξης διαδικασίας εκκαθάρισης, εάν είναι δυνατόν πριν αυτή κινηθεί ή σε περίπτωση που αυτό δεν είναι δυνατόν, αμέσως μετά, καθώς και για τα πιθανά πρακτικά αποτελέσματα της απόφασης αυτής.

Εφαρμοστέο δίκαιο

315.-(1) Τηρουμένων των διατάξεων των άρθρων 335 έως 342, οι πρόνοιες των άρθρων 301 έως 306 του περί Εταιρειών Νόμου αναφορικά με τα στοιχεία του ενεργητικού που αποτελούν την περιουσία της ασφαλιστικής επιχείρησης, καθώς και τη μεταχείριση των στοιχείων του ενεργητικού που απέκτησε η ασφαλιστική επιχείρηση ή υπήχθησαν σε αυτήν μετά την έναρξη της διαδικασίας εκκαθάρισης, εφαρμόζονται κατ’ αναλογία.

(2) Τηρουμένων των διατάξεων των άρθρων 335 έως 342 οι διατάξεις των άρθρων 233, 270, 271, 272, 273, 274, 282, 283, 286, 288 και 290 του περί Εταιρειών Νόμου, αναφορικά με τις αντίστοιχες εξουσίες της ασφαλιστικής επιχείρησης και του εκκαθαριστή, εφαρμόζονται κατ’ αναλογία.

(3) Τηρουμένων των διατάξεων των άρθρων 335 έως 342, οι διατάξεις της παραγράφου (η) του εδαφίου (2) του άρθρου 233 και του άρθρου 300 του περί Εταιρειών Νόμου αναφορικά με τις προϋποθέσεις του συμψηφισμού και τους κανόνες που διέπουν την διανομή του προϊόντος της εκκαθάρισης, την κατάταξη των απαιτήσεων και τα δικαιώματα των πιστωτών που έχουν ικανοποιηθεί μερικώς μετά την έναρξη της διαδικασίας εκκαθάρισης δυνάμει εμπράγματου δικαιώματος ή με συμψηφισμό, εφαρμόζονται κατ’ αναλογία.

(4) Τηρουμένων των διατάξεων των άρθρων 335 έως 342, οι διατάξεις των άρθρων 301 έως και 303 του περί Εταιρειών Νόμου αναφορικά με τα αποτελέσματα της διαδικασίας εκκαθάρισης στις ισχύουσες συμβάσεις της ασφαλιστικής επιχείρησης και των άρθρων 215, 220, 305 και 306 του περί Εταιρειών Νόμου που αφορούν τα αποτελέσματα της διαδικασίας εκκαθάρισης στις διαδικασίες ικανοποίησης μεμονωμένων πιστωτών, εφαρμόζονται κατ’ αναλογία.

(5) Τα αποτελέσματα επί εκκρεμών δικών επί στοιχείων του ενεργητικού της ασφαλιστικής επιχείρησης ή επί δικαιωμάτων που έχει απεκδυθεί η ασφαλιστική επιχείρηση ρυθμίζονται από το δίκαιο του κράτους μέλους, στο οποίο εκκρεμεί η δίκη.

(6) Τηρουμένων των διατάξεων των άρθρων 335 έως 342, οι διατάξεις των άρθρων 224, 251, 298 299 και 300 του περί Εταιρειών Νόμου, αναφορικά με τους κανόνες που διέπουν την αναγγελία, επαλήθευση και αποδοχή των απαιτήσεων, εφαρμόζονται κατ’ αναλογία.

(7) Τηρουμένων των διατάξεων των άρθρων 335 έως 342, οι διατάξεις των άρθρων 254 και 274 του περί Εταιρειών Νόμου αναφορικά με τον καταλογισμό των εξόδων και των δαπανών της διαδικασίας εκκαθάρισης, εφαρμόζονται κατ’ αναλογία.

(8) Τα άρθρα 301, 302 και 303 του περί Εταιρειών Νόμου σχετικά με το ποιες δικαιοπραξίες είναι είτε άκυρες, είτε ακυρώσιμες, ή μερικώς άκυρες επειδή είναι επιβλαβείς για το σύνολο των πιστωτών, εφαρμόζονται κατ’ αναλογία, εκτός εάν το πρόσωπο που ωφελήθηκε από δικαιοπραξία επιβλαβή για το σύνολο των πιστωτών αποδείξει ότι

(α) η εν λόγω δικαιοπραξία διέπεται από το δίκαιο άλλου κράτους μέλους· και

(β) το δίκαιο αυτό δεν προβλέπει στη συγκεκριμένη περίπτωση προσβολή της δικαιοπραξίας.

Εξαρτημένες επιχειρήσεις

316.-(1) Εάν οι ασφαλιστικές εργασίες μιας ασφαλιστικής επιχείρησης ή μέρος των εργασιών αυτών μεταβιβαστούν σε άλλη ασφαλιστική επιχείρηση υποκείμενη στις διατάξεις του παρόντος Νόμου και συμφωνηθεί ότι η πρώτη αναφερόμενη ασφαλιστική επιχείρηση (εφεξής στο άρθρο αυτό καλούμενη “εξαρτημένη ασφαλιστική επιχείρηση”) ή οι πιστωτές της θα έχουν απαιτήσεις κατά της ασφαλιστικής επιχείρησης, προς την οποία έγινε η μεταβίβαση (εφεξής στο άρθρο αυτό καλούμενη η “ιθύνουσα ασφαλιστική επιχείρηση”), τότε, σε περίπτωση διάλυσης και εκκαθάρισης της ιθύνουσας ασφαλιστικής επιχείρησης από το Δικαστήριο ή υπό την εποπτεία του Δικαστηρίου, το Δικαστήριο εκδίδει διάταγμα διάλυσης και εκκαθάρισης της εξαρτημένης, από κοινού με τη ιθύνουσα ασφαλιστική επιχείρηση, ως εάν επρόκειτο περί μίας και μόνον ασφαλιστικής επιχείρησης.

(2) Το Δικαστήριο δύναται να διορίσει τον ίδιο εκκαθαριστή, για την εκκαθάριση, τόσο της ιθύνουσας, όσο και της εξαρτημένης ασφαλιστικής επιχείρησης.

(3) Εκτός εάν το Δικαστήριο διατάξει άλλως πως, η έναρξη της διάλυσης της ιθύνουσας ασφαλιστικής επιχείρησης συνιστά και την έναρξη της διάλυσης και της εξαρτημένης.

(4) Κατά τη ρύθμιση των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων μεταξύ των μελών των διαφόρων επιχειρήσεων, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το καταστατικό των επιχειρήσεων αυτών και τις μεταξύ τους συμφωνίες και τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις διαφόρων κατηγοριών εισφορέων, στην περίπτωση διάλυσης μίας και μόνης ασφαλιστικής επιχείρησης.

(5) Σε περίπτωση, κατά την οποία μία ασφαλιστική επιχείρηση φερόμενη ως εξαρτημένη άλλης, δεν διαλύεται συγχρόνως με την ιθύνουσα αυτή επιχείρηση και ενίσταται στη διάλυσή της, το Δικαστήριο εκδικάζει την ένσταση και διατάσσει τη διάλυσή της μόνον εφόσον κρίνει ότι πράγματι η ασφαλιστική αυτή επιχείρηση είναι εξαρτημένη της υπό διάλυση ιθύνουσας επιχείρησης και ότι η διάλυση αυτής από κοινού με τη ιθύνουσα ασφαλιστική επιχείρηση είναι ορθό και δίκαιο μέτρο.

(6) Αίτηση διάλυσης εξηρτημένης ασφαλιστικής επιχείρησης από κοινού με τη ιθύνουσα ασφαλιστική επιχείρηση δύναται να υποβληθεί από κάθε πιστωτή ή άλλο πρόσωπο που έχει οποιοδήποτε συμφέρον στην ιθύνουσα ή την εξαρτημένη ασφαλιστική επιχείρηση.

(7) Σε περίπτωση, κατά την οποία μία ασφαλιστική επιχείρηση είναι ιθύνουσα άλλης ασφαλιστικής επιχείρησης και συγχρόνως εξαρτημένη άλλης, ή σε περίπτωση, κατά την οποία περισσότερες της μίας ασφαλιστικές επιχειρήσεις είναι εξαρτημένες της ίδιας ιθύνουσας ασφαλιστικής επιχείρησης, το Δικαστήριο δύναται να επιληφθεί σύμφωνα με τις καθοριζόμενες στο παρόν άρθρο αρχές, του συνόλου των επιχειρήσεων αυτών ή κατά χωριστές ομάδες.

Κοινοποίηση αίτησης προς διάλυση στον Έφορο

317. Σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία υποβάλλεται αίτηση προς διάλυση ασφαλιστικής επιχείρησης από πρόσωπο άλλο από τον Έφορο, αντίγραφο της αίτησης αυτής κοινοποιείται στον Έφορο, ο οποίος έχει το δικαίωμα να παρίσταται κατά την ακρόαση της αίτησης, να εκφράζει τις απόψεις του και, εφόσον το κρίνει σκόπιμο προς το δημόσιο συμφέρον, να ζητήσει από το Δικαστήριο τη διάλυση και εκκαθάριση της ασφαλιστικής επιχείρησης κατά τη διαδικασία της αναγκαστικής διάλυσης και εκκαθάρισης στο παρόν Μέρος.

Αναγκαστική διάλυση και εκκαθάριση σε περίπτωση ανακλήσεως της άδειας ασκήσεως ασφαλιστικών εργασιών

318.-(1) Υπό την επιφύλαξη των διατάξεων του εδαφίου (2), η ανάκληση της άδειας άσκησης ασφαλιστικών εργασιών που χορηγήθηκε σε ασφαλιστική επιχείρηση που υπόκειται στις διατάξεις του παρόντος Νόμου, επάγεται την αναγκαστική διάλυση και εκκαθάριση της επιχείρησης αυτής από το Δικαστήριο δυνάμει του περί Εταιρειών Νόμου, του οποίου οι οικείες διατάξεις εφαρμόζονται κατά την έκταση, κατά την οποία αυτές δεν προσκρούουν στις διατάξεις του παρόντος Νόμου και των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων Κανονισμών που κατατίθενται στη Βουλή των Αντιπροσώπων για έγκριση:

Νοείται ότι στην περίπτωση που προβλέπεται στο εδάφιο (1), οι διατάξεις του Ενδέκατου Κεφαλαίου του Μέρους ΙΙ δεν εφαρμόζονται.

(2) Η ανάκληση της άδειας της παραγράφου (β) του εδαφίου (1) του άρθρου 151 του παρόντος Νόμου δεν επάγεται την αναγκαστική διάλυση και εκκαθάριση της ασφαλιστικής επιχείρησης:

Νοείται, εν τούτοις ότι, στις περιπτώσεις αυτές, η ασφαλιστική επιχείρηση της οποίας ανακλήθηκε η άδεια οφείλει να προβεί στη μεταβίβαση του χαρτοφυλακίου της, ασφαλιστηρίων ασφάλισης Γενικής Φύσεως ή ασφάλισης Ζωής, κατά τα οριζόμενα στο Ενδέκατο Κεφάλαιο του Μέρους ΙΙ του παρόντος Νόμου.

Απαγόρευση εκούσιας διάλυσης

319. (1) Δεν επιτρέπεται η εκούσια διάλυση και εκκαθάριση ασφαλιστικής επιχείρησης

(α) της οποίας ανακλήθηκε η άδεια άσκησης ασφαλιστικών εργασιών για λόγο που επάγεται την αναγκαστική της διάλυση και εκκαθάριση, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 318· του παρόντος Νόμου∙ ή

(β) για την οποία ισχύει απαγόρευση ή περιορισμός της ελεύθερης διάθεσης στοιχείων του ενεργητικού της, που τέθηκε από τον Έφορο, κατά τα οριζόμενα στον παρόντα Νόμο.

(2) Στις προβλεπόμενες στο εδάφιο (1) περιπτώσεις, η διάλυση και εκκαθάριση της ασφαλιστικής επιχείρησης διενεργείται από το Δικαστήριο κατ’ αίτηση του Εφόρου. Από την ημέρα της υποβολής της αίτησης και μέχρι την περάτωση της εκκαθάρισης, δεν επιτρέπεται να εκδοθεί διάταγμα παραλαβής κατά της ασφαλιστικής αυτής επιχείρησης.

Διορισμός προσωρινού εκκαθαριστή

320.-(1) Ο Έφορος διορίζει ως προσωρινό εκκαθαριστή της ασφαλιστικής επιχείρησης πρόσωπο με ειδική γνώση και πείρα σε θέματα ασφαλιστικών επιχειρήσεων, ενώ με την ίδια απόφαση ορίζεται η αμοιβή του προσωρινού εκκαθαριστή και καθορίζονται οι όροι εντολής του. Η απόφαση προς διορισμό προσωρινού εκκαθαριστή δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας και σε δύο εγχώριες ημερήσιες εφημερίδες.

(2) Μέχρι το διορισμό εκκαθαριστή από το Δικαστήριο, ο προσωρινός εκκαθαριστής ασκεί όλες τις εξουσίες του εκκαθαριστή.

Διορισμός εκκαθαριστή

321.-(1) Υπό την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 31 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης Έναντι Τρίτου) Νόμου του 2000, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται, εκκαθαριστής διορίζεται από το Δικαστήριο πρόσωπο με ειδική γνώση και πείρα σε θέματα ασφαλιστικών επιχειρήσεων.

(2) Ο διορισμός του εκκαθαριστή δημοσιεύεται από τον Έφορο στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας και σε δύο εγχώριες ημερήσιες εφημερίδες.

(3) Ο εκκαθαριστής συντάσσει έκθεση ως προς την κατάσταση της ασφαλιστικής επιχείρησης κατά την έναρξη της διαδικασίας της εκκαθάρισης και την υποβάλλει στον Έφορο, ενώ επιπρόσθετα ο εκκαθαριστής οφείλει όπως παρέχει στον Έφορο οποιεσδήποτε πληροφορίες ή στοιχεία του ζητηθούν, προκειμένου να εξακριβωθεί η πορεία της εκκαθάρισης.

(4) Ο εκκαθαριστής ενημερώνει εγγράφως τουλάχιστον κάθε έξι μήνες τους πιστωτές για θέματα που τους αφορούν, ιδίως σχετικά με την πορεία της εκκαθάρισης.

Μεταβίβαση χαρτοφυλακίου

322.-(1) Δεν επιτρέπεται η μεταβίβαση από τον εκκαθαριστή του χαρτοφυλακίου της υπό εκκαθάριση ασφαλιστικής επιχείρησης σε μία ή περισσότερες ασφαλιστικές επιχειρήσεις, χωρίς την προηγούμενη άδεια του Δικαστηρίου, η οποία παρέχεται αφού ακούσει και τις απόψεις του Εφόρου επί του θέματος αυτού.

(2) Σε περίπτωση κατά την οποία η υπό εκκαθάριση ασφαλιστική επιχείρηση ασκούσε εργασίες παράλληλα στην ασφάλιση Γενικής Φύσεως και στην ασφάλιση Ζωής, επιτρέπεται, υπό τις προϋποθέσεις του εδαφίου (1), η μεταβίβαση του συνόλου του χαρτοφυλακίου του ενός Κλάδου ασφάλισης, έστω και αν δεν πραγματοποιηθεί η μεταβίβαση του χαρτοφυλακίου του άλλου Κλάδου. Η μερική εν τούτοις μεταβίβαση του χαρτοφυλακίου του ενός ή του άλλου Κλάδου επιτρέπεται μόνον εφόσον η μεταβίβαση αυτή δεν θα επηρεάσει την ικανοποιητική διεξαγωγή της εκκαθάρισης.

Τερματισμός ασφαλιστικών συμβάσεων ασφάλισης Γενικής Φύσεως

323. Η αναγκαστική διάλυση και εκκαθάριση της ασφαλιστικής επιχείρησης επάγεται τον τερματισμό των υφιστάμενων ασφαλιστικών συμβάσεων της ασφάλισης Γενικής Φύσεως ταυτόχρονα με τη δημοσίευση του διορισμού του προσωρινού εκκαθαριστή από τον Έφορο στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας.

Συνέχιση εργασιών ασφάλισης Ζωής κατά τη διάρκεια της εκκαθάρισης

324.-(1) Η αναγκαστική διάλυση και εκκαθάριση της ασφαλιστικής επιχείρησης δεν επάγεται τον τερματισμό των υφιστάμενων ασφαλιστικών συμβάσεων της ασφάλισης Ζωής.

(2) Εκτός εάν το Δικαστήριο, αφού ακούσει και τις απόψεις του Εφόρου, διατάξει άλλως πως, ο εκκαθαριστής οφείλει να συνεχίσει τις εργασίες της ασφάλισης Ζωής της υπό εκκαθάριση ασφαλιστικής επιχείρησης με προοπτική να μεταβιβαστεί αυτή ως ζώσα επιχείρηση σε άλλη ασφαλιστική επιχείρηση, που είτε υφίσταται είτε συνιστάται ειδικώς προς το σκοπό αυτό.

(3) Κατά τη διεξαγωγή των εργασιών αυτών, ο εκκαθαριστής δύναται να συμφωνήσει σε τροποποίηση των υφιστάμενων κατά το διορισμό του ασφαλιστικών συμβάσεων, δεν επιτρέπεται όμως να προβαίνει στη σύναψη νέων ασφαλιστικών συμβάσεων.

(4) Με την άδεια του Δικαστηρίου, που παρέχεται αφού ακούσει και τις απόψεις του Εφόρου επί του θέματος αυτού, ο εκκαθαριστής δύναται να προβεί στο διορισμό ειδικού διαχειριστή των ασφαλιστικών αυτών εργασιών. Με την απόφαση του Δικαστηρίου που επιτρέπει το διορισμό του ειδικού διαχειριστή, καθορίζονται οι όροι διορισμού, καθώς και οι εξουσίες του ειδικού διαχειριστή.

(5) Με την άδεια του Δικαστηρίου, που παρέχεται αφού ακούσει και τις απόψεις του Εφόρου επί του θέματος αυτού, ο εκκαθαριστής δύναται να μειώσει τις υποχρεώσεις της ασφαλιστικής επιχείρησης που απορρέουν από ασφαλιστικές συμβάσεις της ασφάλισης Ζωής, προκειμένου να επιτευχθεί η μεταβίβαση του χαρτοφυλακίου της υπό εκκαθάριση επιχείρησης.

(6) Κατ’ αίτηση του εκκαθαριστή, του διοριζόμενου κατά τις διατάξεις του εδαφίου (4) ειδικού διαχειριστή ή του Εφόρου, το Δικαστήριο δύναται να διορίσει ανεξάρτητο αναλογιστή προς διερεύνηση των εργασιών της ασφάλισης Ζωής της υπό εκκαθάριση ασφαλιστικής επιχείρησης.

(7) Ο ανεξάρτητος αυτός αναλογιστής γνωματεύει κατά πόσον ενδείκνυται η συνέχιση των εργασιών αυτών ή η κατά το προηγούμενο εδάφιο μείωση των υποχρεώσεων και εισηγείται μέτρα που κρίνονται αναγκαία προς επιτυχή συνέχιση των εργασιών.

(8) Ο ανεξάρτητος αναλογιστής συντάσσει έκθεση εντός της καθορισμένης από το Δικαστήριο προθεσμίας και την υποβάλλει στα πρόσωπα, κατ’ αίτηση των οποίων έγινε ο διορισμός του.

(9) Σε περίπτωση, κατά την οποία δεν καθίσταται εφικτή η μεταβίβαση χαρτοφυλακίου, κατά τα οριζόμενα στο Ενδέκατο Κεφάλαιο του Μέρους ΙΙ του παρόντος Νόμου, με την άδεια του Δικαστηρίου, που παρέχεται αφού ακούσει και τις απόψεις του Εφόρου επί του θέματος αυτού, ο εκκαθαριστής δύναται να προβεί στον τερματισμό των ασφαλιστικών συμβάσεων της ασφάλισης Ζωής προς το συμφέρον του συνόλου του σώματος των δικαιούχων δυνάμει των συμβάσεων αυτών.

(10) Στην περίπτωση του εδαφίου (9), το ποσό των απαιτήσεων των δικαιούχων αυτών θα αντιστοιχεί προς την ολική αξία των μαθηματικών αποθεμάτων και άλλων παροχών που προβλέπονται στην ασφαλιστική σύμβαση που συνήψαν, χωρίς καμία μείωση για τη δαπάνη που συνεπάγεται η διαχείριση ή ο τερματισμός των εργασιών αυτών.

Συμβάσεις αντασφάλισης

325.-(1) Μετά το διορισμό εκκαθαριστή, δεν επιτρέπεται η ανανέωση εκείνων των ασφαλιστικών συμβάσεων της υπό εκκαθάριση ασφαλιστικής επιχείρησης, με τις οποίες η επιχείρηση αυτή ανελάμβανε την κάλυψη κινδύνων αντασφάλισης.

(2) Ο εκκαθαριστής οφείλει να επιδιώξει την εξασφάλιση κατάλληλης αντασφαλιστικής κάλυψης της υπό εκκαθάριση ασφαλιστικής επιχείρησης, καθ’ όλη τη διάρκεια διαδικασίας της εκκαθάρισης.

(3) Η διαδικασία εκκαθάρισης δεν αποκλείει το συμψηφισμό αντασφαλιστικών απαιτήσεων και υποχρεώσεων.

Μεταβολή στις επενδύσεις της επιχείρησης

326.-(1) Από της έναρξης της διαδικασίας εκκαθάρισης μιας ασφαλιστικής επιχείρησης δεν επιτρέπεται οποιαδήποτε μεταβολή στις επενδύσεις της ασφάλισης Γενικής Φύσεως ή της ασφάλισης Ζωής, στις οποίες η ασφαλιστική αυτή επιχείρηση έχει τοποθετήσει περιουσιακά της στοιχεία επαρκή για να καλύπτουν τα τεχνικά της αποθέματα. Tέτοια μεταβολή επιτρέπεται για διόρθωση τεχνικών λαθών ή κατόπιν άδειας του Εφόρου.

(2) Σε περίπτωση, κατά την οποία δεν καθίσταται εφικτή η μεταβίβαση του χαρτοφυλακίου της υπό εκκαθάριση ασφαλιστικής επιχείρησης, οι επενδύσεις ρευστοποιούνται και συνιστούν ένα ταμείο, που διατίθεται για την ικανοποίηση των δικαιούχων κατά τα οριζόμενα στο εδάφιο (5).

(3) Σε περίπτωση, κατά την οποία η υπό εκκαθάριση ασφαλιστική επιχείρηση ασκούσε παράλληλα εργασίες στην ασφάλιση Γενικής Φύσεως και στην ασφάλιση Ζωής, οι επενδύσεις του κάθε Κλάδου ρευστοποιούνται και συνιστούν δύο χωριστά και ανεξάρτητα ταμεία, ένα ταμείο για την ασφάλιση Γενικής Φύσεως και ένα ταμείο για την ασφάλιση Ζωής, και διατίθενται για την ικανοποίηση απαιτήσεων των δικαιούχων της κάθε ασφάλισης χωριστά.

(4) Σε καθένα από τα πιο πάνω ταμεία, προστίθενται η απόδοση και η αξία των καθαρών ασφαλίστρων που εισπράττονται για συγκεκριμένη κατηγορία πράξεων μεταξύ της έναρξης της διαδικασίας εκκαθάρισης και της ημερομηνίας πληρωμής ασφαλιστικών απαιτήσεων ή μέχρι να πραγματοποιηθεί οποιαδήποτε μεταβίβαση χαρτοφυλακίου.

(5) Από κάθε ένα ταμείο αφαιρείται η δαπάνη που συνεπάγεται η διάλυση και εκκαθάριση της επιχείρησης, περιλαμβανομένων και των αμοιβών του προσωρινού εκκαθαριστή, του εκκαθαριστή, του ειδικού διαχειριστή ή ανεξάρτητου αναλογιστή, που ικανοποιούνται κατά προτεραιότητα έναντι παντός άλλου από τα ταμεία αυτά.

(6) Σε περίπτωση που το προϊόν της ρευστοποίησης στοιχείου που αποτελεί μέρος των επενδύσεων υστερεί της αξίας τέτοιου στοιχείου, όπως υπολογίζεται στα λογιστικά βιβλία της ασφαλιστικής εταιρείας, ο εκκαθαριστής οφείλει να δικαιολογεί τη διαφορά αυτή στον Έφορο.

(7) Όταν ένα στοιχείο του ενεργητικού, το οποίο χρησιμοποιείται για την κάλυψη τεχνικών αποθεμάτων, είναι βεβαρημένο με εμπράγματο δικαίωμα υπέρ πιστωτή ή τρίτου ή έχει παρακρατηθεί η κυριότητα του εν λόγω στοιχείου του ενεργητικού υπέρ πιστωτή ή τρίτου ή όταν ο πιστωτής έχει δικαίωμα να ζητήσει τον συμψηφισμό της απαίτησής του έναντι της απαίτησης της ασφαλιστικής επιχείρησης, σε περίπτωση εκκαθάρισης της ασφαλιστικής επιχείρησης, ρευστοποιείται και καταβάλλεται στο ταμείο που προνοείται κατά το εδάφιο (2), εκτός εάν εφαρμόζονται σ’ αυτό το στοιχείο του ενεργητικού οι διατάξεις των άρθρων 336, εδάφια (1) μέχρι (3), 337 και 338 του παρόντος Νόμου.

Μεταχείριση των απαιτήσεων εξ ασφαλίσεως

327.-(1) Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του άρθρου 300 του περί Εταιρειών Νόμου, οι απαιτήσεις εξ ασφαλίσεως τυγχάνουν προνομιακής μεταχείρισης έναντι άλλων απαιτήσεων κατά της ασφαλιστικής επιχείρησης, ως προς το σύνολο των στοιχείων του ενεργητικού.

(2) Με την επιφύλαξη των διατάξεων του εδαφίου (1), σε ότι αφορά στο σύνολο ή μέρος των δαπανών που απορρέουν από τη διαδικασία εκκαθάρισης, εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 300 του περί Εταιρειών Νόμου.

(3) Ασφαλιστική επιχείρηση μεριμνά ώστε σε περίπτωση που σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου (1), απαιτήσεις που ενδέχεται να προηγηθούν των απαιτήσεων εξ ασφαλίσεως και οι οποίες έχουν καταχωρηθεί στους λογαριασμούς της ασφαλιστικής επιχείρησης, να αντιστοιχούν, ανά πάσα στιγμή και ανεξαρτήτως δυνατής εκκαθάρισης, σε στοιχεία του ενεργητικού.

Ειδικό μητρώο

328.-(1) Κάθε ασφαλιστική επιχείρηση τηρεί στην έδρα της ειδικό μητρώο, όπου εγγράφονται τα στοιχεία του ενεργητικού τα οποία χρησιμοποιούνται για την κάλυψη των τεχνικών προβλέψεων, που υπολογίζονται και επενδύονται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου.

(2) Ασφαλιστική επιχείρηση που ασκεί δραστηριότητες τόσο ασφάλισης Γενικής Φύσεως όσο και ασφάλισης Ζωής, τηρεί χωριστά βιβλία για κάθε τύπο ασφάλισης στην έδρα της:

Νοείται ότι ασφαλιστικές επιχειρήσεις που καλύπτουν τον τομέα της ασφάλισης Ζωής και τους κινδύνους που ταξινομούνται στους κλάδους 1 και 2 στο Μέρους Α του Πρώτου Παραρτήματος του παρόντος Νόμου, πρέπει να τηρούν ενιαίο βιβλίο για το σύνολο των δραστηριοτήτων τους.

(3) Η συνολική αξία των εγγεγραμμένων στοιχείων του ενεργητικού, υπολογιζόμενη σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου, δεν υστερεί, σε καμία περίπτωση, της αξίας των τεχνικών προβλέψεων.

(4) Όταν ένα καταχωρημένο στοιχείο του ενεργητικού είναι βεβαρημένο με εμπράγματο δικαίωμα υπέρ πιστωτού ή τρίτου, ώστε μέρος της αξίας του να μην είναι διαθέσιμο για την κάλυψη υποχρεώσεων, το γεγονός αυτό καταγράφεται στο βιβλίο και το μη διαθέσιμο ποσό δεν περιλαμβάνεται στη συνολική αξία που αναφέρει το εδάφιο (3).

(4α) Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του άρθρου 327, σε περίπτωση εκκαθάρισης της ασφαλιστικής επιχείρησης, σε σχέση με τα στοιχεία του ενεργητικού εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 336, 337 ή 338 του παρόντος Νόμου σε περίπτωση που-

(i) Το στοιχείο του ενεργητικού, το οποίο χρησιμοποιείται για την κάλυψη τεχνικών προβλέψεων, είναι βεβαρημένο με εμπράγματο δικαίωμα υπέρ πιστωτού ή τρίτου, χωρίς να πληρούνται οι όροι που καθορίζονται στο εδάφιο (4)∙

(ii) το εν λόγω στοιχείο του ενεργητικού είναι αντικείμενο επιφύλαξης κυριότητας υπέρ πιστωτή ή τρίτου∙ ή

(iii) πιστωτής έχει δικαίωμα να ζητήσει τον συμψηφισμό της απαιτήσεώς του έναντι της απαιτήσεως της ασφαλιστικής επιχείρησης.

(5) Εφόσον έχουν κινηθεί διαδικασίες εκκαθάρισης, η σύνθεση των στοιχείων του ενεργητικού που είναι εγγεγραμμένα στο μητρώο σύμφωνα με τα εδάφια (1) μέχρι (5), δεν μεταβάλλεται ούτε επέρχεται καμία άλλη αλλαγή των μητρώων, εκτός από τη διόρθωση απλώς τεχνικών λαθών, παρά μόνον κατόπιν αδείας του Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη. :

Νοείται ότι, οι εκκαθαριστές προσθέτουν στα εν λόγω στοιχεία του ενεργητικού την απόδοση και την αξία των καθαρών ασφαλίστρων που εισπράττονται για τον συγκεκριμένο κλάδο ασφαλίσεων μεταξύ της έναρξης των διαδικασιών εκκαθάρισης και της ημερομηνίας πληρωμής των απαιτήσεων εξ ασφαλίσεως ή έως ότου πραγματοποιηθεί οποιαδήποτε μεταβίβαση χαρτοφυλακίου.

(6) Εάν το προϊόν της ρευστοποίησης των στοιχείων του ενεργητικού υστερεί της αξίας τους, όπως υπολογίζεται στα βιβλία, οι εκκαθαριστές αιτιολογούν το γεγονός αυτό στον Έφορο.

Αναγκαστική διάλυση και εκκαθάριση σε περίπτωση ανάκλησης της άδειας ασκήσεως ασφαλιστικών εργασιών

329.-(1) Σε περίπτωση έναρξης διαδικασίας εκκαθάρισης ασφαλιστικής επιχείρησης, η άδεια λειτουργίας της επιχείρησης ανακαλείται από τον Έφορο, σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 151 του παρόντος Νόμου, στο βαθμό που δεν θίγονται οι σκοποί του εδαφίου (2).

(2) Η ανάκληση της άδειας λειτουργίας που προβλέπεται στο εδάφιο (1) δεν κωλύει τον εκκαθαριστή να συνεχίζει ορισμένες δραστηριότητες της ασφαλιστικής επιχείρησης, καθόσον αυτό απαιτείται ή ενδείκνυται για τους σκοπούς της εκκαθάρισης, και αφού λάβει τη ρητή και ειδική συγκατάθεση και υπό τον έλεγχο του Εφόρου για κάθε συγκεκριμένη κατηγορία ενεργειών.

Δημοσίευση των αποφάσεων περί εκκαθάρισης

330.-(1) Η απόφαση για την έναρξη διαδικασίας εκκαθάρισης δημοσιεύεται από τον Έφορο εντός ενός μηνός στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας και απόσπασμα αυτής δημοσιεύεται εντός δύο μηνών στην Επίσημη Εφημερίδα της Ένωσης. Στη δημοσίευση αναφέρεται ότι εφαρμοστέο δίκαιο είναι το ισχύον δίκαιο της Δημοκρατίας και αρμόδια αρχή για σκοπούς εκκαθάρισης είναι ο Επίσημος Παραλήπτης κατά τα οριζόμενα στον περί Εταιρειών Νόμο. Στην ανακοίνωση αναφέρεται επίσης το όνομα του εκκαθαριστή που έχει διοριστεί. Η δημοσίευση γίνεται στην ελληνική γλώσσα.

(2) Ο Έφορος δύναται να δημοσιεύει στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας απόφαση αρμόδιας αρχής άλλου κράτους μέλους για την έναρξη της διαδικασίας εκκαθάρισης ασφαλιστικής επιχείρησης.

Ενημέρωση των γνωστών πιστωτών άλλων κρατών μελών.

331.-(1) Ο εκκαθαριστής, ή κάθε πρόσωπο διορισμένο για το σκοπό αυτό από τον Έφορο, ειδοποιεί αμελλητί, ατομικά και εγγράφως, κάθε πιστωτή που γνωρίζει και που έχει την έδρα του, κατοικία ή συνήθη διαμονή του σε άλλο κράτος μέλος. Ο εκκαθαριστής ενημερώνει σχετικά τον Έφορο, ο οποίος, εάν διαπιστώσει παραλείψεις ή πλημμέλειες στη διαδικασία ειδοποίησης, ενημερώνει ο ίδιος, χωρίς υπαίτια καθυστέρηση, τους πιστωτές που δεν έχουν ειδοποιηθεί από τον εκκαθαριστή ή επαναλαμβάνει τη γνωστοποίηση.

(2) Η γραπτή ειδοποίηση κατά τα οριζόμενα στο εδάφιο (1) περιλαμβάνει ιδίως

(α) τις προθεσμίες αναγγελίας των απαιτήσεων κατά το άρθρο 251 του περί Εταιρειών Νόμου, τις κυρώσεις που προβλέπονται, σε περίπτωση μη τήρησης των προθεσμιών αυτών· την αρμόδια αρχή για την αναγγελία των απαιτήσεων ή παρατηρήσεων σχετικά με απαιτήσεις, η οποία είναι ο εκκαθαριστής, καθώς και άλλα μέτρα που τυχόν επιβλήθηκαν·

(β) πληροφορίες στους πιστωτές των οποίων οι απαιτήσεις είναι προνομιούχες ή εξασφαλίζονται με εμπράγματη ασφάλεια, για το κατά πόσον οφείλουν να προβούν σε αναγγελία των απαιτήσεών τους, στο βαθμό που δεν καλύπτονται από εμπράγματη εξασφάλιση· και

(γ) τα γενικά αποτελέσματα της έναρξης της διαδικασίας εκκαθάρισης επί των ασφαλιστηρίων και ιδίως την ημερομηνία, από την οποία τα ασφαλιστήρια ή οι δραστηριότητες παύουν να παράγουν αποτελέσματα κατά το άρθρο 181, καθώς και τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του ασφαλισμένου από το ασφαλιστήριο.

(3) Ο τύπος του εντύπου που προβλέπεται στο παρόν άρθρο καθορίζεται εκάστοτε από τον ΄Εφορο με γνωστοποίηση στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας.

Δικαίωμα αναγγελίας απαιτήσεων

332.-(1) Κάθε πιστωτής, συμπεριλαμβανομένων των δημόσιων αρχών των κρατών μελών, του οποίου η συνήθης διαμονή, κατοικία ή έδρα βρίσκεται σε κράτος μέλος διαφορετικό από το κράτος μέλος καταγωγής, δικαιούται να αναγγέλλει τις απαιτήσεις του ή να υποβάλλει εγγράφως παρατηρήσεις σχετικά με αυτές.

(2) Οι απαιτήσεις όλων των πιστωτών που αναφέρονται στο εδάφιο (1) τυγχάνουν της ίδιας μεταχείρισης και κατάταξης με τις ομοειδείς απαιτήσεις, τις οποίες ενδέχεται να αναγγέλλουν πιστωτές οι οποίοι έχουν συνήθη διαμονή, κατοικία ή έδρα στη Δημοκρατία, χωρίς καμία διάκριση.

(3) Με την επιφύλαξη τυχόν αντίθετων διατάξεων του περί Εταιρειών Νόμου, ο πιστωτής αποστέλλει στον εκκαθαριστή αντίγραφα των όποιων αποδεικτικών στοιχείων και δηλώνει τα πιο κάτω:

(α) το είδος και το ύψος της απαιτήσεως·

(β) την ημερομηνία γένεσης της απαιτήσεως·

(γ) εάν διεκδικεί για την απαίτησή του κάποιο προνόμιο, εμπράγματη ασφάλεια ή επιφύλαξη κυριότητας·

(δ) ενδεχομένως, τα στοιχεία του ενεργητικού τα οποία καλύπτονται από αυτή την ασφάλεια.

(4) Η προνομιακή θέση που παραχωρείται στις απαιτήσεις εξ ασφαλίσεως δυνάμει του άρθρου 327 του παρόντος Νόμου, δεν χρειάζεται να αναφέρεται.

Γλώσσες και έντυπο

333.-(1) Η γραπτή ειδοποίηση των πιστωτών από τον εκκαθαριστή δυνάμει του εδαφίου (1) του άρθρου 331 του παρόντος Νόμου, συντάσσεται στην ελληνική γλώσσα σε έντυπο που φέρει, διατυπωμένο σε όλες τις επίσημες γλώσσες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τον τίτλο «Πρόσκληση για αναγγελία απαιτήσεως και τηρητέες προθεσμίες».

(2) Σε περίπτωση που ο πιστωτής είναι δικαιούχος ασφαλιστικής απαίτησης, οι πληροφορίες παρέχονται στην επίσημη γλώσσα ή σε μια από τις επίσημες γλώσσες του κράτους μέλους συνήθους διαμονής, κατοικίας ή έδρας του.

(3) Κάθε πιστωτής που έχει συνήθη διαμονή, κατοικία ή έδρα σε άλλο κράτος μέλος, συμπεριλαμβανομένων και των δημόσιων αρχών των άλλων κρατών μελών, δικαιούται να αναγγείλει τις απαιτήσεις του στην επίσημη γλώσσα ή σε μια από τις επίσημες γλώσσες του εν λόγω κράτους μέλους.

(4) Η υποβολή της απαίτησης πρέπει να γίνεται σε έντυπο που φέρει τον τίτλο «Αναγγελία απαιτήσεως» στην ελληνική γλώσσα.

(5) Ο τύπος του εντύπου που προβλέπεται στο εδάφιο (4) καθορίζεται εκάστοτε από τον ΄Εφορο με γνωστοποίηση στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας.

Τακτική ενημέρωση των πιστωτών

334.-(1) Οι εκκαθαριστές ενημερώνουν, τακτικά και με τον κατάλληλο τρόπο, τους πιστωτές σχετικά με την πορεία της εκκαθάρισης.

(2) Ο Έφορος παρέχει πληροφορίες που του ζητούνται αναφορικά με την εξέλιξη της διαδικασίας εκκαθάρισης στις εποπτικές αρχές των κρατών μελών.

ΤΕΤΑΡΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΚΟΙΝΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΓΙΑ ΟΛΑ ΤΑ ΚΡΑΤΗ ΜΕΛΗ
Αποτελέσματα επί ορισμένων συμβάσεων και δικαιωμάτων

335. Κατά παρέκκλιση από τα άρθρα 309 και 315 του παρόντος Νόμου, τα αποτελέσματα της έναρξης μέτρων εξυγίανσης ή διαδικασίας εκκαθάρισης διέπονται:

(α) Όσον αφορά τις συμβάσεις απασχόλησης και των εργασιακών σχέσεων, αποκλειστικά από το δίκαιο του κράτους μέλους, το οποίο διέπει τη σύμβαση απασχόλησης ή την εργασιακή σχέση·

(β) όσον αφορά τις συμβάσεις που παρέχουν δικαίωμα χρήσεως ακινήτου ή κτήσεως κυριότητας επ’ αυτού αποκλειστικά από το δίκαιο του κράτους μέλους στην επικράτεια του οποίου ευρίσκεται το ακίνητο· και

(γ) όσον αφορά το δικαίωμα της ασφαλιστικής επιχείρησης επί ακινήτου, πλοίου ή αεροσκάφους, που υπόκεινται σε υποχρεωτική εγγραφή σε δημόσιο βιβλίο, αποκλειστικά από το δίκαιο του κράτους μέλους το οποίο επιτάσσει την τήρηση του βιβλίου.

Εμπράγματα δικαιώματα τρίτων

336.-(1) Η έναρξη μέτρων εξυγίανσης ή διαδικασίας εκκαθάρισης δεν επηρεάζει τα εμπράγματα δικαιώματα πιστωτών ή τρίτων επί, πάγιων ή άυλων, κινητών ή ακινήτων στοιχείων του ενεργητικού – τόσο συγκεκριμένων στοιχείων του ενεργητικού όσο και συνόλων ακαθόριστων στοιχείων του ενεργητικού που κατά καιρούς αλλάζουν – τα οποία ανήκουν στην ασφαλιστική επιχείρηση και βρίσκονται εντός της επικράτειας άλλου κράτους μέλους κατά την έναρξη των εν λόγω μέτρων ή της διαδικασίας.

(2) Τα δικαιώματα που αναφέρονται στο εδάφιο (1) περιλαμβάνουν τουλάχιστον:

(α) Το δικαίωμα απευθείας ή μέσω τρίτου διάθεσης στοιχείου του ενεργητικού και ικανοποίησης από το τίμημα ή τις προσόδους του, ιδίως δυνάμει ενεχύρου ή υποθήκης·

(β) το αποκλειστικό δικαίωμα είσπραξης μιας απαιτήσεως, και ιδίως το δικαίωμα, που εξασφαλίζεται είτε με ενέχυρο, αντικείμενο του οποίου είναι η απαίτηση, είτε με εκχώρηση απαιτήσεως ως εγγύηση·

(γ) το δικαίωμα διεκδίκησης ή απαίτηση επιστροφής του στοιχείου του ενεργητικού εις χείρας οιουδήποτε κατέχοντος ή καρπουμένου αντιθέτως προς τη βούληση του δικαιούχου·

(δ) το δικαίωμα καρπώσεως στοιχείου του ενεργητικού.

(3) Δικαίωμα εγγεγραμμένο σε δημόσιο βιβλίο και αντιτάξιμο έναντι τρίτων, διά του οποίου είναι δυνατή η απόκτηση εμπραγμάτου δικαιώματος κατά την έννοια του εδαφίου (1), εξομοιώνεται προς εμπράγματο δικαίωμα.

(4) Το εδάφιο (2) δεν κωλύει τις κατά το εδάφιο (8) του άρθρου 315 αγωγές ακυρότητας, ακύρωσης ή κήρυξης της δικαιοπραξίας ανενεργού.

Επιφύλαξη κυριότητας

337. (1) Η έναρξη μέτρων εξυγίανσης ή διαδικασίας εκκαθάρισης κατά ασφαλιστικής επιχείρησης, ως αγοραστή στοιχείου του ενεργητικού, δεν θίγει τα δικαιώματα του πωλητή που βασίζονται σε επιφύλαξη κυριότητας εάν, κατά την έναρξη των εν λόγω μέτρων ή της διαδικασίας, το στοιχείο του ενεργητικού ευρίσκεται στο έδαφος άλλου κράτους μέλους.

(2) Η έναρξη μέτρων εξυγίανσης ή διαδικασίας κατά ασφαλιστικής επιχείρησης, μετά την παράδοση πωληθέντος από αυτήν στοιχίου του ενεργητικού, δεν αποτελεί λόγο λύσεως ή καταγγελίας της πωλήσεως ούτε κωλύει τον αγοραστή να αποκτήσει την κυριότητα του πωληθέντος εάν, κατά την έναρξη των εν λόγω μέτρων ή της διαδικασίας, το πωληθέν στοιχείο του ενεργητικού ευρίσκεται στο έδαφος άλλου κράτους μέλους.

(3) Τα εδάφια (1) και (2) δεν κωλύουν τις κατά το άρθρο 315 του παρόντος Νόμου, αγωγές ακυρότητας, ακύρωσης ή κήρυξης της δικαιοπραξίας ανενεργού.

Συμψηφισμός

338.-(1) Η έναρξη μέτρων εξυγίανσης ή διαδικασίας εκκαθάρισης δεν θίγει το δικαίωμα των πιστωτών να προτείνουν συμψηφισμό των απαιτήσεών τους προς τις αντίστοιχες απαιτήσεις της ασφαλιστικής επιχείρησης.

(2) Το εδάφιο (1) δεν κωλύει τις κατά το άρθρο 315 του παρόντος Νόμου αγωγές ακυρότητας, ακύρωσης ή κήρυξης της δικαιοπραξίας ανενεργού.

Ρυθμιζόμενες αγορές

339.-(1) Υπό την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 336 του παρόντος Νόμου τα αποτελέσματα ενός μέτρου εξυγίανσης ή της έναρξης διαδικασίας εκκαθάρισης επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμμετεχόντων σε ρυθμιζόμενη αγορά διέπονται μόνον από το δίκαιο που διέπει την εν λόγω αγορά.

(2) Οι διατάξεις του εδαφίου (1) δεν εμποδίζουν τις κατά το άρθρο 315 αγωγές ακυρότητας, ακύρωσης ή κήρυξης της δικαιοπραξίας ανενεργού, που τυχόν ασκούνται όσον αφορά την προσωρινή παύση πληρωμών ή συναλλαγών δυνάμει του δικαίου που διέπει την εν λόγω αγορά.

Επιβλαβείς δικαιοπραξίες

340. Το εδάφιο (8) του άρθρου 315 δεν ισχύει, εάν το πρόσωπο που επωφελήθηκε από δικαιοπραξία, η οποία είναι επιβλαβής για το σύνολο των πιστωτών, αποδεικνύει ότι η δικαιοπραξία αυτή διέπεται από το δίκαιο κράτους μέλους άλλου από το κράτος μέλος καταγωγής και το δίκαιο αυτό δεν προβλέπει, στη συγκεκριμένη περίπτωση, προσβολή της δικαιοπραξίας.

Προστασία του αποκτώντος τρίτου

341. Στις ακόλουθες περιπτώσεις, κατά τις οποίες η ασφαλιστική επιχείρηση, μετά τη λήψη μέτρου εξυγίανσης ή την έναρξη της διαδικασίας εκκαθάρισης, συνάπτει δικαιοπραξία διά της οποίας διαθέτει εξ επαχθούς αιτίας τα ακόλουθα στοιχεία, εφαρμοστέο δίκαιο είναι:

(α) όσον αφορά ακίνητο, το δίκαιο του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου βρίσκεται το ακίνητο·

(β) όσον αφορά πλοίο ή αεροσκάφος που εγγράφεται υποχρεωτικά σε δημόσιο μητρώο, το δίκαιο του κράτους μέλους το οποίο επιτάσσει την τήρηση του βιβλίου·

(γ) όσον αφορά κινητές αξίες ή άλλους τίτλους, προϋπόθεση της ύπαρξης ή της μεταβίβασης των οποίων είναι η εγγραφή σε μητρώο ή σε λογαριασμό, κατά τα οριζόμενα από το δίκαιο, ή οι οποίες κινητές αξίες ή άλλοι τίτλοι τοποθετούνται σε κεντρικό σύστημα καταθέσεων διεπόμενο από το δίκαιο κράτους μέλους, το δίκαιο του κράτους μέλους το οποίο επιτάσσει την τήρηση του μητρώο, του λογαριασμού ή του συστήματος.

Εκκρεμοδικία

342. Τα αποτελέσματα των μέτρων εξυγίανσης ή της διαδικασίας εκκαθάρισης επί εκκρεμοδικίας που αφορά στοιχείο του ενεργητικού ή δικαίωμα, το οποίο έχει απεκδυθεί η ασφαλιστική επιχείρηση, διέπονται μόνον από το δίκαιο του κράτους μέλους, στο οποίο υφίσταται η εκκρεμοδικία.

Διαχειριστές και εκκαθαριστές

343. (1) Το Δικαστήριο διορίζει, εάν το κρίνει αναγκαίο, έναν ή περισσότερους αναπληρωτές διαχειριστές ή εκκαθαριστές που επικουρούν ή, ενδεχομένως, εκπροσωπούν το διαχειριστή ή εκκαθαριστή κατά τη διάρκεια της εκκαθάρισης ή του μέτρου εξυγίανσης, ιδίως στα κράτη μέλη υποδοχής, και βοηθούν στη διευθέτηση των δυσκολιών που τυχόν να συναντούν, οι πιστωτές στο κράτος μέλος υποδοχής.

(2) Ο διορισμός διαχειριστή ή εκκαθαριστή αποδεικνύεται με επικυρωμένο αντίγραφο της απόφασης διορισμού ή με άλλη βεβαίωση των αρμοδίων αρχών του κράτους μέλους καταγωγής.

(3) Σε περίπτωση που διαχειριστής ή εκκαθαριστής που διορίστηκε από εποπτική αρχή άλλου κράτους μέλους επιθυμεί να προβεί σε ενέργειες στη Δημοκρατία, ο Έφορος δικαιούται να ζητήσει μετάφραση των ανωτέρω εγγράφων στην ελληνική γλώσσα:

Νοείται ότι, δεν απαιτείται επίσημη επικύρωση της εν λόγω μετάφρασης ή άλλη ανάλογη διατύπωση.

(4) Σε περίπτωση που διαχειριστής ή εκκαθαριστής διορίστηκε από εποπτική αρχή άλλου κράτους μέλους, έχει δικαίωμα να ασκεί τις εξουσίες που δικαιούται να ασκεί βάσει του διορισμού τους και στη Δημοκρατία, και υποχρέωση να εφαρμόζει τους Νόμους της Δημοκρατίας, και ιδίως τις διαδικασίες ρευστοποίησης του ενεργητικού και ενημέρωσης των εργαζομένων. Οι εξουσίες αυτές δεν περιλαμβάνουν δικαίωμα χρήσης βίας ούτε δικαίωμα λήψης απόφασης επί νομικών διαδικασιών ή διαφορών.

Καταχώριση μέτρων εξυγίανσης

344.-(1) Ο διαχειριστής ή εκκαθαριστής δύναται να ζητεί την καταχώρηση του μέτρου εξυγίανσης ή της απόφασης να κινηθεί διαδικασία εκκαθάρισης στο κτηματολόγιο, στο εμπορικό μητρώο και σε κάθε άλλο δημόσιο μητρώο, το οποίο τηρείται είτε στη Δημοκρατία είτε σε άλλο κράτος μέλος:

Νοείται ότι, εάν κράτος μέλος προβλέπει υποχρεωτική καταχώρηση, ο διαχειριστής ή ο εκκαθαριστής λαμβάνει όλα τα απαιτούμενα μέτρα για την εξασφάλιση της καταχώρησης αυτής.

(2) Όλα τα έξοδα καταχώρησης λογίζονται ως έξοδα και δαπάνες της διαδικασίας.

Επαγγελματικό απόρρητο

345. Όλα τα πρόσωπα, στα οποία διαβιβάζονται ή τα οποία παρέχουν πληροφορίες που αφορούν τις διαδικασίες ανακοίνωσης που ορίζονται στα άρθρα 310, 314 και 346 του παρόντος Νόμου, δεσμεύονται από το επαγγελματικό απόρρητο, όπως αυτό ορίζεται στο άρθρο 65 του παρόντος Νόμου, με εξαίρεση τις δικαστικές αρχές, για τις οποίες εφαρμόζονται οι διατάξεις που διέπουν τις διαδικασίες ενώπιον των Δικαστηρίων.

Μεταχείριση υποκαταστημάτων ασφαλιστικών επιχειρήσεων τρίτων χωρών

346. Όταν ασφαλιστική επιχείρηση, η έδρα της οποίας ευρίσκεται εκτός της ΄Ενωσης, έχει εγκατεστημένα υποκαταστήματα σε περισσότερα του ενός κράτη μέλη, κάθε υποκατάστημα αντιμετωπίζεται, όσον αφορά την εφαρμογή των διατάξεων σχετικά με τα μέτρα εξυγίανσης και την εκκαθάριση ασφαλιστικών επιχειρήσεων, αυτόνομα. Ο Έφορος συντονίζει τις δράσεις του με τις αρμόδιες αρχές των άλλων κρατών μελών, στα οποία ευρίσκεται υποκατάστημα της ίδιας ασφαλιστικής επιχείρησης τρίτης χώρας. Τυχόν διορισμένοι διαχειριστές ή εκκαθαριστές υποκαταστημάτων ασφαλιστικών επιχειρήσεων τρίτων κρατών στο έδαφος της Δημοκρατίας συντονίζουν τις δράσεις τους με τους διαχειριστές ή εκκαθαριστές των άλλων κρατών μελών, στα οποία ευρίσκεται υποκατάστημα της ίδιας ασφαλιστικής επιχείρησης τρίτης χώρας.

ΜΕΡΟΣ VI ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Δικαίωμα προσφυγής στο Γενικό Διευθυντή και δικαίωμα δικαστικής προστασίας

347.-(1) Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου (2), οποιαδήποτε απόφαση λαμβάνεται δυνάμει του παρόντος Νόμου, είτε από τον Έφορο ή από τον Γενικό Διευθυντή, η οποία εκδίδεται κατά τα οριζόμενα στα εδάφια (3) έως (7) και επικυρώνει οποιαδήποτε δυσμενή απόφαση του Εφόρου, δύναται να προσβληθεί με προσφυγή δυνάμει του άρθρου 146 του Συντάγματος.

(2) Οι πιο κάτω αποφάσεις ή παραλείψεις του Εφόρου δύνανται να προσβληθούν και ενώπιον του Γενικού Διευθυντή από τα άμεσα επηρεαζόμενα νομικά ή φυσικά πρόσωπα:

(α) Απόρριψη αίτησης ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης για χορήγηση άδειας ασκήσεως ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών εργασιών στη Δημοκρατία ή επέκτασης των εργασιών της σε άλλο ή άλλους κλάδους, δυνάμει των άρθρων 27 και 28 του παρόντος Νόμου.

(β) ανάκληση άδειας ή μερική ανάκληση άδειας σε ένα ή περισσότερους ασφαλιστικούς κλάδους μιας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, δυνάμει των άρθρων 151 και 152 ή 156 του παρόντος Νόμου, αντίστοιχα.

(γ) μη έγκριση διορισμού οποιουδήποτε προσώπου σε ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση δυνάμει του άρθρου 44 ή του προσώπου που θα εκτελεί την αναλογιστική λειτουργία δυνάμει του εδαφίου (8) του άρθρου 49 ή του αντιπροσώπου ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης τρίτης χώρας δυνάμει της παραγράφου (ε) του εδαφίου (1) του άρθρου 177, ή του αντιπροσώπου υποκαταστήματος κυπριακής ασφαλιστικής επιχείρησης σε άλλο κράτος μέλος δυνάμει του εδαφίου (1) του άρθρου 160 του παρόντος Νόμου, ανάλογα με την περίπτωση.

(δ) μη έγκριση απόκτησης συμμετοχής σε ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση δυνάμει του άρθρου 59 ή επιβολή κυρώσεων αναφορικά με την κατοχή συμμετοχών σε ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση δυνάμει του άρθρου 63 του παρόντος Νόμου, ανάλογα με την περίπτωση.

(ε) απαίτηση για άμεσο τερματισμό του διορισμού του ελεγκτή δυνάμει της παραγράφου (α) του εδαφίου (7) του άρθρου 74 του παρόντος Νόμου.

(στ) απόρριψη αιτήματος κυπριακής ασφαλιστικής επιχείρησης για ελεύθερη εγκατάσταση ή ελεύθερη παροχή υπηρεσιών σε άλλο κράτος μέλος δυνάμει του εδαφίου (4) του άρθρου 160 ή του εδαφίου (6) του άρθρου 162 του παρόντος Νόμου, αντίστοιχα.

(ζ) απόρριψη αίτησης μεταβίβασης χαρτοφυλακίου δυνάμει της παραγράφου (α) του εδαφίου (2) του άρθρου 204 του παρόντος Νόμου.

(η) Διαγραφή προσώπου από Μητρώο, όπως αυτό ορίζεται στο άρθρο 356, δυνάμει των διατάξεων των παραγράφων (γ), (δ) ή (στ)  του εδαφίου (1) του άρθρου 394˙

(θ) παράλειψη ή άρνηση γνωστοποίησης πληροφοριών στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής, ας αναφέρεται στην παράγραφο (α) του εδαφίου (8) του άρθρου 377∙

(ι) επιβολή διοικητικού προστίμου δυνάμει του άρθρου 400 του παρόντος Νόμου.

(κ) άρνηση ανανέωσης εγγραφής διαμεσολαβητή σε Μητρώο, όπως αυτό ορίζεται στο άρθρο 356, δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου (4) του άρθρου 392, καθώς και απόρριψη αίτησης για εγγραφή σε Μητρώο ή παράλειψη έκδοσης απόφασης εντός τριών (3) μηνών από την ημερομηνία υποβολής έγκυρης αίτησης για εγγραφή στο Μητρώο δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου (3) του άρθρου 393.

(3)(α) Αναφορικά με το δικαίωμα προσφυγής ενώπιον του Γενικού Διευθυντή κατά των αποφάσεων του Εφόρου που περιγράφονται στις παραγράφους (β) και (στ) του εδαφίου (2), και σε περίπτωση άσκησης του δικαιώματος αυτού από την άμεσα επηρεαζόμενη ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, η εν λόγω επιχείρηση υποχρεούται να τερματίσει τη διεξαγωγή νέων εργασιών μέχρι την έκδοση της απόφασης του Γενικού Διευθυντή.

(β) Αναφορικά με το δικαίωμα προσφυγής ενώπιον του Γενικού Διευθυντή κατά των αποφάσεων του Εφόρου που περιγράφεται στην παράγραφο (η) του εδαφίου (2) και σε περίπτωση άσκησης του δικαιώματος αυτού από το άμεσα επηρεαζόμενο φυσικό ή νομικό πρόσωπο που είναι εγγεγραμμένο στα Μητρώα ασφαλιστικών διαμεσολαβητών της Υπηρεσίας, τα οποία τηρούνται με βάση τις διατάξεις των παραγράφων (α) και (β) του εδαφίου (1) του άρθρου 370 του παρόντος Νόμου, το εν λόγω πρόσωπο υποχρεούται να τερματίσει τη διεξαγωγή νέων εργασιών μέχρι την έκδοση της απόφασης του Γενικού Διευθυντή.

(4) Το δικαίωμα προς προσβολή των αποφάσεων του Εφόρου ενώπιον του Γενικού Διευθυντή, κατά τα οριζόμενα στο παρόν άρθρο, επισημαίνεται από τον Έφορο στην ενδιαφερόμενη ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση ή στο ενδιαφερόμενο φυσικό ή νομικό πρόσωπο, κατά την κοινοποίηση των πιο πάνω αποφάσεών του.

(5) Η προσφυγή ενώπιον του Γενικού Διευθυντή δύναται να ασκηθεί εγγράφως, με γραπτές παραστάσεις, μέσω του Εφόρου, μέσα σε προθεσμία τριάντα ημερών, από την κοινοποίηση της απόφασης κατά της οποίας στρέφεται η προσφυγή.

(6) Ο Γενικός Διευθυντής εξετάζει κατά πόσο η απόφαση του Εφόρου κατά της οποίας στρέφεται η προσφυγή, λήφθηκε αφού τηρήθηκαν από τον Έφορο όλες οι διαδικασίες και διατάξεις που προβλέπονται από τον παρόντα Νόμο και εκδίδει την απόφασή του μέσα σε προθεσμία σαρανταπέντε ημερών από την ημερομηνία ασκήσεως της προσφυγής. Πριν προβεί στην έκδοση της απόφασης του ο Γενικός Διευθυντής-

(α) καλεί την ενδιαφερόμενη ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση ή το ενδιαφερόμενο φυσικό ή νομικό πρόσωπο να προβεί, εφόσον το επιθυμεί, σε προφορικές παραστάσεις˙ και

(β) καλεί τον Έφορο να εκφέρει τις δικές του θέσεις και απόψεις επί των γραπτών και προφορικών παραστάσεων της εμπλεκόμενης ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης ή προσώπου.

(7) Ο Γενικός Διευθυντής λαμβάνει υπόψη τις εν λόγω παραστάσεις, θέσεις και απόψεις, πριν προβεί στην έκδοση της απόφασής του προς επικύρωση ή ανάκληση της απόφασης του Εφόρου.

(8) Η απόφαση του Γενικού Διευθυντή σε κάθε περίπτωση πρέπει να είναι δεόντως αιτιολογημένη.

Συνεργασία με τα άλλα κράτη μέλη και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή

348.-(1) Η Δημοκρατία συνεργάζεται με τα άλλα κράτη μέλη με σκοπό τη διευκόλυνση της εποπτείας των ασφαλίσεων και αντασφαλίσεων εντός της Ένωσης και την εφαρμογή του παρόντος Νόμου.

(2) Ο Έφορος συνεργάζεται στενά με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και τις εποπτικές αρχές των άλλων κρατών μελών, με σκοπό τη διευκόλυνση της εποπτείας των ασφαλίσεων και αντασφαλίσεων εντός της Ένωσης και την εξέταση τυχόν δυσκολιών που είναι δυνατόν να προκύψουν κατά την εφαρμογή του παρόντος Νόμου και ενημερώνει την Ευρωπαϊκή Επιτροπή σχετικά με τις σημαντικότερες δυσκολίες που προκύπτουν αναφορικά με την εφαρμογή του παρόντος Νόμου.

Αναθεώρηση των ποσών που καθορίζονται στον παρόντα Νόμο

349. Τα ποσά που προβλέπονται στον παρόντα Νόμο, εξαιρουμένων ποσών που αναφέρονται στο Μέρος VIII και ποσών που αναφέρονται σε οποιεσδήποτε χρηματικές ποινές που επιβάλλονται δυνάμει του παρόντος Νόμου σε περίπτωση διάπραξης οποιωνδήποτε αδικημάτων, αναθεωρούνται κάθε πενταετία σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 300 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ και υιοθετούνται από τη Δημοκρατία με εγκύκλιο του Εφόρου.

ΜΕΡΟΣ VII ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΙΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΑΝΤΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΠΟΥ ΕΞΑΙΡΟΥΝΤΑΙ ΑΠΟ ΜΕΡΟΣ ΤΩΝ ΔΙΑΤΑΞΕΩΝ ΤΟΥ ΠΑΡΟΝΤΟΣ ΝΟΜΟΥ ΔΥΝΑΜΕΙ ΤΟΥ ΆΡΘΡΟΥ 6
Άδεια ασκήσεως ασφαλιστικών εργασιών επιχειρήσεων που εμπίπτουν στις διατάξεις του άρθρου 6 του Νόμου

350.-(1) Ασφαλιστικές επιχειρήσεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 6 του παρόντος Νόμου και δεν υποβάλλουν αίτηση για παραχώρηση άδειας ασκήσεως ασφαλιστικών εργασιών δυνάμει του άρθρου 14, υποβάλλουν αίτηση για παραχώρηση άδειας δυνάμει των διατάξεων του παρόντος άρθρου.

(2) Οι διατάξεις του παρόντος Νόμου εφαρμόζονται σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας και σε σχέση με τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις του άρθρου 6, με εξαίρεση τις διατάξεις των παραγράφων (α) και (β) του εδαφίου (1) του άρθρου 40, των άρθρων 45 και 46, του εδαφίου (2) του άρθρου 106, του άρθρου 107, των άρθρων 109 έως 134, του άρθρου 140 και των άρθρων 158 έως 176.

(3) Άδεια άσκησης ασφαλιστικών εργασιών που παραχωρείται δυνάμει του παρόντος Μέρους, σε επιχειρήσεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 6, περιορίζει το δικαίωμα άσκησης των εν λόγω εργασιών μόνο στη Δημοκρατία.

Υπολογισμός τεχνικών προβλέψεων

351.-(1) Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του άρθρου 79 του παρόντος Νόμου, για τον υπολογισμό των τεχνικών προβλέψεων, δύνανται να χρησιμοποιηθούν άλλες, γενικά αποδεκτές αναλογιστικές ή στατιστικές μέθοδοι υπό την αίρεση της εκ των προτέρων έγκρισης του Εφόρου.

(2) Ο Έφορος δύναται να εκδίδει Οδηγίες αναφορικά με τον τρόπο υπολογισμού των τεχνικών προβλέψεων, οι οποίες είναι υποχρεωτικές και πρέπει να τηρούνται σε συνεχή βάση.

Υπολογισμός βασικών ιδίων Κεφαλαίων

352. Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του άρθρου 94 του παρόντος Νόμου, σε σχέση με των υπολογισμό των βασικών ίδιων κεφαλαίων της επιχείρησης, λαμβάνονται υπόψη μόνο τα περιουσιακά στοιχεία τα οποία θεωρούνται ως εγκεκριμένες επενδύσεις ελεύθερα από κάθε προβλεπόμενη υποχρέωση.

Εγκεκριμένες επενδύσεις ασφαλιστικών επιχειρήσεων του άρθρου 6

353.-(1) Για τους σκοπούς τους παρόντος Μέρους «εγκεκριμένες επενδύσεις» σημαίνει επενδύσεις που πληρούν τις προϋποθέσεις του παρόντος άρθρου καθώς επίσης και-

(α) Τις κατηγορίες των επενδύσεων, στις οποίες οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις του άρθρου 6 του παρόντος Νόμου θα δύνανται να τοποθετούν τα περιουσιακά τους στοιχεία∙ και

(β) ποσοστιαίους περιορισμούς αναφορικά με τα ποσά που δύνανται να επενδυθούν σε κάθε κατηγορία επένδυσης

και οι οποίες περιλαμβάνονται σε Οδηγίες που εκδίδει κατά καιρούς ο Έφορος, εφεξής καλούμενες «οδηγίες για εγκεκριμένες επενδύσεις», οι οποίες υπόκεινται σε αναθεώρηση όποτε ο Έφορος το κρίνει σκόπιμο.

(2) Οι οδηγίες για εγκεκριμένες επενδύσεις που εκδίδονται κατά τα οριζόμενα στο προηγούμενο εδάφιο δεν δύνανται να επιβάλλουν στις ασφαλιστικές επιχειρήσεις του άρθρου 6 την υποχρέωση προς τοποθέτηση περιουσιακών στοιχείων σε συγκεκριμένη κατηγορία εγκεκριμένων επενδύσεων, δύνανται όμως να προβλέπουν κανόνες αποτίμησης των περιουσιακών στοιχείων που περιλαμβάνονται στις εγκεκριμένες επενδύσεις, καθώς και οποιαδήποτε άλλα κριτήρια και προϋποθέσεις για σκοπούς καλύτερης λειτουργίας.

(3) Ανεξάρτητα από οποιαδήποτε αντίθετη διάταξη του παρόντος Νόμου, οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις του άρθρου 6 επενδύουν σε εγκεκριμένες επενδύσεις ελεύθερες από κάθε εμπράγματο βάρος.

(4) Οι εγκεκριμένες επενδύσεις, στις οποίες οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις του άρθρου 6 οφείλουν να τοποθετούν περιουσιακά στοιχεία πρέπει να τηρούνται ξεχωριστά, σε σχέση με το ύψος και το είδος τους και ταξινομούνται στις ακόλουθες κατηγορίες-

(α) Εγκεκριμένες επενδύσεις ασφάλισης Γενικής Φύσεως·

(β) εγκεκριμένες επενδύσεις ασφάλισης Ζωής που συνδέονται με επενδυτικά κεφάλαια (κλάδος III του Πρώτου Παραρτήματος)·

(γ) εγκεκριμένες επενδύσεις ασφάλισης εργασιών διαχείρισης ταμείου ομαδικής συνταξιοδοτήσεως και εργασίες που εξαρτώνται από τη διάρκεια της ανθρώπινης Ζωής που καθορίζονται ή προβλέπονται από τη νομοθεσία κοινωνικών ασφαλίσεων (κλάδοι VII και VIII του Πρώτου Παραρτήματος)·

(δ) εγκεκριμένες επενδύσεις ασφάλισης Ζωής που δεν εμπίπτουν στις κατηγορίες (ii) και (iii) του παρόντος εδαφίου·

(ε) εγκεκριμένες επενδύσεις για τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας.

(5) Για σκοπούς κάλυψης των τεχνικών προβλέψεων που αφορούν ασφαλιστήρια της ασφάλισης Ζωής που συνδέονται με επενδυτικά κεφάλαια και ανεξάρτητα από τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου γενικού ή ειδικού νόμου, επιτρέπεται σε ασφαλιστική επιχείρηση του άρθρου 6 η απόκτηση μετοχών της μητρικής της, νοουμένου ότι τέτοια απόκτηση δεν θα υπερβαίνει το ποσοστό συμμετοχής στο μετοχικό κεφάλαιο της μητρικής της επιχείρησης, όπως αυτό θα καθορίζεται στις εκάστοτε Οδηγίες για Εγκεκριμένες Επενδύσεις και νοουμένου ότι για την απόκτηση τέτοιων μετοχών θα τηρούνται οποιαδήποτε άλλα κριτήρια και προϋποθέσεις που θα περιλαμβάνονται στις Οδηγίες για Εγκεκριμένες Επενδύσεις.

(6) Απαγορεύεται στις ασφαλιστικές επιχειρήσεις του άρθρου 6 να επενδύουν περιουσιακά τους στοιχεία, που καλύπτουν τις τεχνικές τους προβλέψεις –

(α) Σε κατηγορίες άλλες από αυτές που καθορίζονται στις Οδηγίες για Εγκεκριμένες Επενδύσεις που εκάστοτε ισχύουν· και

(β) κατά τρόπο που να υπερβαίνουν τους ποσοστιαίους περιορισμούς που καθορίζονται στις Οδηγίες αυτές.

(7) Κατ’ εξαίρεση των διατάξεων του εδαφίου (5), σε εξαιρετικές και δικαιολογημένες περιπτώσεις ο Έφορος δύναται, με δεόντως αιτιολογημένη απόφασή του, να επιτρέψει σε ασφαλιστική επιχείρησή του άρθρου 6 κατ΄ αίτησή της-

(α) να προβεί σε επενδύσεις για καθορισμένο χρόνο σε άλλες κατηγορίες εγκεκριμένων επενδύσεων για την κάλυψη των τεχνικών της προβλέψεων· ή/και

(β) να παρεκκλίνει για ορισμένο χρόνο από τους ποσοστιαίους περιορισμούς,που καθορίζονται στις Οδηγίες για εγκεκριμένες επενδύσεις.

(8) Ασφαλιστική επιχείρηση και οποιοδήποτε πρόσωπο που ενεργεί κατά παράβαση των διατάξεων του παρόντος άρθρου υπόκειται σε διοικητικό πρόστιμο σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 399 και 400 του παρόντος Νόμου.

Υπολογισμός κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας

354. Οι κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας των ασφαλιστικών επιχειρήσεων του άρθρου 6 του παρόντος Νόμου, υπολογίζονται ως το μεγαλύτερο ποσό από:

(α) Τρεις φορές τη γραμμική συνάρτηση των ελάχιστων κεφαλαιακών απαιτήσεων σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου (2) του άρθρου 136 του παρόντος Νόμου· και

(β) το απόλυτο κατώτατο όριο των ελάχιστων κεφαλαιακών απαιτήσεων σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου (δ) του εδαφίου (1), του άρθρου 136.

Κανονισμοί

355. Κανονισμοί που κατατίθενται στη Βουλή των Αντιπροσώπων για έγκριση, δύνανται να καθορίζουν οποιεσδήποτε περαιτέρω λεπτομέρειες αναφορικά με τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις που διέπονται από τις διατάξεις του άρθρου 6 του παρόντος Νόμου και τις διατάξεις του παρόντος Μέρους.

ΜΕΡΟΣ VIII ΕΡΓΑΣΙΕΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗ ΔΙΑΝΟΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΑΝΤΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ
ΠΡΩΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ - ΕΡΜΗΝΕΙΑ, ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΚΑΙ ΕΞΟΥΣΙΕΣ ΤΟΥ ΕΦΟΡΟΥ
Ερμηνεία για τους σκοπούς των διατάξεων του παρόντος Μέρους

356.-(1) Για τους σκοπούς των διατάξεων του παρόντος Μέρους, εκτός εάν από το κείμενο προκύπτει διαφορετική έννοια-

«αμοιβή» σημαίνει προμήθεια, τέλος, επιβάρυνση ή άλλη πληρωμή, συμπεριλαμβανομένου κάθε είδους οικονομικού οφέλους ή οποιουδήποτε άλλου χρηματικού ή μη χρηματικού οφέλους ή κινήτρου, που προτείνεται ή παρέχεται σε σχέση με τις δραστηριότητες διανομής ασφαλιστικών προϊόντων·

«αντασφαλιστικός διαμεσολαβητής» σημαίνει φυσικό ή νομικό πρόσωπο άλλο από την αντασφαλιστική επιχείρηση ή τους υπαλλήλους της,  το οποίο αναλαμβάνει ή ασκεί επ’ αμοιβή τη δραστηριότητα διανομής αντασφαλιστικών προϊόντων·

«ασφαλιστικός διαμεσολαβητής» σημαίνει φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο αναλαμβάνει ή ασκεί επ’ αμοιβή δραστηριότητες διανομής ασφαλιστικών προϊόντων, αλλά δεν περιλαμβάνει ασφαλιστική επιχείρηση, τους υπαλλήλους ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης και δευτερεύουσας δραστηριότητας διαμεσολαβητή·

«ασφαλιστικός διαμεσολαβητής που ασκεί ως δευτερεύουσα δραστηριότητα την ασφαλιστική διαμεσολάβηση» ή «δευτερεύουσας δραστηριότητας διαμεσολαβητής» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από τις διατάξεις του άρθρου 371˙

«διανομέας ασφαλιστικών προϊόντων» σημαίνει ασφαλιστικό διαμεσολαβητή, δευτερεύουσας δραστηριότητας διαμεσολαβητή  ή ασφαλιστική επιχείρηση·

«διανομή αντασφαλιστικών προϊόντων» σημαίνει τις  δραστηριότητες παροχής συμβουλών, πρότασης ή διενέργειας εργασιών προπαρασκευής για τη σύναψη συμβάσεων αντασφάλισης, τις δραστηριότητες σύναψής τους ή τις  δραστηριότητες παροχής βοήθειας κατά τη διαχείριση και την εκτέλεση των συμβάσεων, ιδίως σε περίπτωση που γεννηθεί αξίωση, περιλαμβανομένων των δραστηριοτήτων που αναλαμβάνονται από αντασφαλιστική επιχείρηση χωρίς την παρέμβαση αντασφαλιστικού διαμεσολαβητή·

«διανομή ασφαλιστικών προϊόντων» σημαίνει τις  δραστηριότητες παροχής συμβουλών, πρότασης, διενέργειας εργασιών προπαρασκευής, για τη σύναψη συμβάσεων ασφάλισης, τις  δραστηριότητες σύναψής τους ή τις  δραστηριότητες παροχής βοήθειας κατά τη διαχείριση και την εκτέλεση των συμβάσεων, ιδίως σε περίπτωση που γεννηθεί αξίωση, περιλαμβανομένης της παροχής πληροφοριών σχετικά με μία ή περισσότερες ασφαλιστικές συμβάσεις, βάσει κριτηρίων που επιλέγονται από τον πελάτη μέσω ιστότοπου ή άλλου μέσου και την παροχή καταλόγου κατάταξης ασφαλιστικών προϊόντων, συμπεριλαμβανομένης της σύγκρισης των τιμών και των προϊόντων, ή την  παροχή έκπτωσης επί της τιμής ασφαλιστικής σύμβασης, όταν ο πελάτης είναι σε θέση να συνάψει, άμεσα ή έμμεσα, ασφαλιστική σύμβαση χρησιμοποιώντας ιστότοπο ή άλλο μέσο·

«διευθύνων» σημαίνει φυσικό πρόσωπο που είναι υπεύθυνο στη διοικητική δομή νομικού προσώπου για τις δραστηριότητες διανομής ασφαλιστικών προϊόντων ή διανομής αντασφαλιστικών προϊόντων∙

«επενδυτικό προϊόν βασιζόμενο σε ασφάλιση» ή «βασιζόμενο σε ασφάλιση επενδυτικό προϊόν» σημαίνει ασφαλιστικό προϊόν που έχει αξία κατά την ημερομηνία λήξης ή αξία εξαγοράς  και, η αξία κατά την ημερομηνία λήξης ή η αξία εξαγοράς είναι συνολικά ή μερικώς εκτεθειμένη, άμεσα ή έμμεσα, σε διακυμάνσεις της αγοράς, αλλά δεν περιλαμβάνονται:

(α) ασφαλιστικά προϊόντα του κλάδου ασφάλισης Γενικής Φύσεως, όπως ορίζονται στο Μέρος Α του Πρώτου Παρατήματος (Κλάδοι ασφάλισης Γενικής Φύσεως)˙

(β) προϊόντα κλάδου ασφάλισης ζωής, όπου τα οφέλη από τη σύμβαση είναι πληρωτέα μόνο σε περίπτωση θανάτου ή ανικανότητας λόγω τραυματισμού, ασθένειας ή αναπηρίας·

(γ) συνταξιοδοτικά προϊόντα για τα οποία, σύμφωνα με το κυπριακό δίκαιο, έχει αναγνωριστεί ότι έχουν ως πρωταρχικό σκοπό την παροχή εισοδήματος στον επενδυτή κατά τη συνταξιοδότησή του και δίνουν στον επενδυτή το δικαίωμα σε ορισμένες παροχές·

(δ) επίσημα αναγνωρισμένα επαγγελματικά συνταξιοδοτικά ταμεία που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων άλλων Μερών του  παρόντος Νόμου∙

(ε) ατομικά συνταξιοδοτικά προϊόντα για τα οποία απαιτείται με βάση το κυπριακό δίκαιο, περιλαμβανομένου του περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νόμου, χρηματοδοτική συνεισφορά του εργοδότη και στα οποία ο εργαζόμενος ή ο εργοδότης δεν έχει δυνατότητα επιλογής ως προς το συνταξιοδοτικό προϊόν ή τον πάροχο˙

«επιχείρηση εργασιών διαμεσολάβησης τρίτης χώρας» σημαίνει φυσικό ή νομικό πρόσωπο που ασκεί δραστηριότητες διανομής ασφαλιστικών προϊόντων ή διανομής αντασφαλιστικών προϊόντων σε τρίτη χώρα στην οποία διαμένει ή έχει την έδρα του, ανάλογα με την περίπτωση, ανεξάρτητα από τη νομική της μορφή∙

«Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 45/2001» σημαίνει την πράξη της Ένωσης με τίτλο «Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 45/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 18ης Δεκεμβρίου 2000 σχετικά με την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τα όργανα και τους οργανισμούς της Κοινότητας και σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών»∙

«Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 575/2013» σημαίνει την πράξη της Ένωσης με τίτλο «Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 26ης Ιουνίου 2013 σχετικά με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας για πιστωτικά ιδρύματα και επιχειρήσεις επενδύσεων και την τροποποίηση του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012», όπως τροποποιήθηκε τελευταία από τον Εκτελεστικό Κανονισμό (ΕΕ) 2016/2227 της Επιτροπής της 9ης Δεκεμβρίου 2016∙

«κράτος μέλος καταγωγής» σημαίνει-

(α) σε περίπτωση που ο διαμεσολαβητής είναι φυσικό πρόσωπο, το κράτος μέλος στο οποίο διαμένει·

(β) σε περίπτωση που ο διαμεσολαβητής είναι νομικό πρόσωπο, το κράτος μέλος στο οποίο βρίσκεται η καταστατική του έδρα ή, σε περίπτωση που δεν υφίσταται καταστατική έδρα δυνάμει του εθνικού δικαίου που το διέπει, το κράτος μέλος όπου βρίσκεται η κεντρική του διοίκηση·

«κράτος μέλος υποδοχής» σημαίνει το κράτος μέλος στο οποίο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής ή αντασφαλιστικός διαμεσολαβητής έχει μόνιμη παρουσία ή εγκατάσταση ή παρέχει υπηρεσίες και το οποίο δεν είναι το κράτος μέλος καταγωγής του·

«κύριος τόπος επιχειρηματικής δραστηριότητας» σημαίνει  τον τόπο από τον οποίο ασκείται η διοίκηση επί της κύριας επιχειρηματικής δραστηριότητας·

«Μητρώο» σημαίνει οποιοδήποτε από τα Μητρώα που προβλέπονται στο άρθρο 383·

«μόνιμο μέσο» σημαίνει κάθε εργαλείο  το οποίο-

(α)παρέχει στον πελάτη τη δυνατότητα να αποθηκεύει πληροφορίες που απευθύνονται προσωπικά σε αυτόν, κατά τρόπο ώστε να μπορεί να έχει πρόσβαση σε αυτές μελλοντικά, για επαρκές χρονικό διάστημα για τους σκοπούς των πληροφοριών∙ και

(β)επιτρέπει την αμετάβλητη αναπαραγωγή των αποθηκευμένων πληροφοριών∙

«Οδηγία (ΕΕ) 2016/97» σημαίνει την πράξη της Ένωσης με τίτλο «Οδηγία (ΕΕ) 2016/97 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 20ης Ιανουαρίου 2016 σχετικά με τη διανομή ασφαλιστικών προϊόντων (αναδιατύπωση)»∙

«συμβουλή» σημαίνει την παροχή προσωπικής σύστασης σε πελάτη, είτε κατόπιν αιτήματός του είτε με πρωτοβουλία του διανομέα ασφαλιστικών προϊόντων, σε σχέση με μία ή περισσότερες ασφαλιστικές συμβάσεις·

«υποκατάστημα» σημαίνει πρακτορείο ή υποκατάστημα διαμεσολαβητή, ο οποίος βρίσκεται στο έδαφος κράτους μέλους άλλου από το κράτος μέλος καταγωγής του.

(2) Για σκοπούς ερμηνείας των όρων «διανομή ασφαλιστικών προϊόντων» και «διανομή αντασφαλιστικών προϊόντων», οι ακόλουθες δραστηριότητες δεν θεωρούνται διανομή ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών προϊόντων:

(α) Η περιστασιακή παροχή πληροφοριών στο πλαίσιο άλλης επαγγελματικής δραστηριότητας, σε περίπτωση που-

(i) ο πάροχος δεν λαμβάνει πρόσθετα μέτρα για να βοηθήσει στη σύναψη ή στην εκτέλεση ασφαλιστικής σύμβασης,

(ii) σκοπός της δραστηριότητας δεν είναι η παροχή βοήθειας στον πελάτη για τη σύναψη ή την εκτέλεση αντασφαλιστικής σύμβασης∙

(β) η κατ’ επάγγελμα διαχείριση των αξιώσεων ασφαλιστικής επιχείρησης ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, ο διακανονισμός ζημιών και η εκτίμηση των ζημιών από εμπειρογνώμονα·

(γ) η απλή παροχή δεδομένων και πληροφοριών σχετικά με τους δυνητικούς ασφαλισμένους στους ασφαλιστικούς διαμεσολαβητές ή στις ασφαλιστικές επιχειρήσεις, σε περίπτωση που ο πάροχος δεν λαμβάνει πρόσθετα μέτρα για να βοηθήσει στη σύναψη ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής σύμβασης·

(δ) η απλή παροχή πληροφοριών σχετικά με τα ασφαλιστικά ή αντασφαλιστικά προϊόντα ή τον ασφαλιστικό διαμεσολαβητή ή τον αντασφαλιστικό διαμεσολαβητή ή την ασφαλιστική επιχείρηση ή την αντασφαλιστική επιχείρηση στους δυνητικούς ασφαλισμένους,  σε περίπτωση που  ο πάροχος δεν λαμβάνει πρόσθετα μέτρα για να βοηθήσει στη σύναψη ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής σύμβασης.

Πεδίο εφαρμογής του παρόντος Μέρους

357.-(1) Το παρόν Μέρος θεσπίζει κανόνες αναφορικά με την ανάληψη και άσκηση δραστηριοτήτων διανομής ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών προϊόντων στη Δημοκρατία.

(2) Οι διατάξεις του παρόντος Μέρους εφαρμόζονται σε κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που είναι εγκατεστημένο στη Δημοκρατία ή επιθυμεί να εγκατασταθεί στη Δημοκρατία, προκειμένου να αναλάβει και να ασκήσει τη διανομή ασφαλιστικών ή/και αντασφαλιστικών προϊόντων.

(3) Οι διατάξεις του παρόντος Μέρους δεν εφαρμόζονται σε δευτε-ρεύουσας δραστηριότητας διαμεσολαβητές που ασκούν τη διανομή ασφαλιστικών προϊόντων, όταν πληρούνται σωρευτικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

(α) Η ασφάλιση είναι συμπληρωματική προς το αγαθό ή την υπηρεσία που παρέχεται από προμηθευτή, σε περίπτωση που η ασφάλιση καλύπτει-

(i) τον κίνδυνο βλάβης, απώλειας ή ζημιάς  αγαθού ή τη μη χρήση της υπηρεσίας που παρέχει ο προμηθευτής˙ ή

(ii) τη ζημιά ή απώλεια αποσκευών και τους άλλους κινδύνους που σχετίζονται με ταξίδι για το οποίο έγινε κράτηση από τον προμηθευτή·

(β) το ποσό των ασφαλίστρων που καταβλήθηκε για το ασφαλιστικό προϊόν δεν υπερβαίνει τα εξακόσια ευρώ (€600), υπολογιζόμενο αναλογικά σε ετήσια βάση·

(γ) ανεξαρτήτως των διατάξεων της παραγράφου (β), σε περίπτωση που η ασφάλιση είναι συμπληρωματική προς υπηρεσία που προβλέπεται στην παράγραφο (α) και η διάρκεια της υπηρεσίας είναι ίση ή μικρότερη των τριών (3) μηνών, το ποσό των ασφαλίστρων που καταβλήθηκε κατ’ άτομο δεν υπερβαίνει τα διακόσια ευρώ (€200).

(4) Σε περίπτωση που ασφαλιστική επιχείρηση ή ασφαλιστικός διαμεσολαβητής ασκεί δραστηριότητα διανομής μέσω δευτερεύουσας δραστηριότητας διαμεσολαβητή, ο οποίος εξαιρείται από την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος Μέρους σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου (3), η ασφαλιστική επιχείρηση ή ο διαμεσολαβητής διασφαλίζουν ότι-

(α) Tίθενται στη διάθεση του πελάτη, πριν από τη σύναψη της σύμβασης, πληροφορίες σχετικά με την ταυτότητα και τη διεύθυνσή τους και με τις διαδικασίες που προβλέπονται στο άρθρο 394ΙΗ, οι οποίες επιτρέπουν στους πελάτες και σε άλλους ενδιαφερομένους να υποβάλουν καταγγελίες·

(β) υπάρχουν κατάλληλες και αναλογικές διευθετήσεις με σκοπό τη συμμόρφωση προς τις διατάξεις των άρθρων 394Γ και 394Ι και την εξέταση των απαιτήσεων και των αναγκών του πελάτη πριν από την πρόταση της σύμβασης·

(γ) το έγγραφο με τις πληροφορίες για το ασφαλιστικό προϊόν που αναφέρεται στο  εδάφιο (6) του άρθρου 394ΣΤ παρέχεται στον πελάτη πριν από τη σύναψη της σύμβασης.

(5) Οι διατάξεις του παρόντος Νόμου δεν εφαρμόζονται όσον αφορά τις δραστηριότητες διανομής ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών προϊόντων σε σχέση με κινδύνους και υποχρεώσεις εκτός της Ένωσης.

Εξουσίες και αρμοδιότητες του Εφόρου αναφορικά με τη διανομή ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών προϊόντων

358.-(1) Ο Έφορος τηρεί Μητρώα σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Μέρους και αποφασίζει αναφορικά με την εγγραφή σε ή τη διαγραφή από αυτά οποιουδήποτε προσώπου, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Μέρους. 

(2) Ο Έφορος  παρακολουθεί την αγορά διανομής ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών προϊόντων, περιλαμβανομένης της αγοράς για συμπληρωματικά ασφαλιστικά προϊόντα τα οποία διατίθενται στην αγορά, διανέμονται ή πωλούνται στη Δημοκρατία ή από τη Δημοκρατία, εποπτεύει τη δραστηριότητα διανομής ασφαλιστικών προϊόντων και της διανομής αντασφαλιστικών προϊόντων και των διανομέων ασφαλιστικών προϊόντων ή αντασφαλιστικών προϊόντων και, όταν ενδείκνυται, επιβάλλει τις προβλεπόμενες στον παρόντα Νόμο κυρώσεις:

Νοείται ότι, δεν εμπίπτει στην έννοια των παραβάσεων του παρόντος Μέρους οποιαδήποτε διαφορά μεταξύ ασφαλισμένου και προσώπου που ασκεί εργασίες διανομής ασφαλιστικών προϊόντων ή διανομής αντασφαλιστικών προϊόντων που απορρέουν από ασφαλιστική σύμβαση.

(3) Τηρουμένης της υποχρέωσης του Εφόρου για τήρηση του επαγγελματικού απορρήτου δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 65, ο Έφορος ανταλλάζει πληροφορίες με τις αρμόδιες αρχές άλλων κρατών μελών αναφορικά με τους διανομείς ασφαλιστικών προϊόντων και τους διανομείς αντασφαλιστικών προϊόντων, προκειμένου να εξασφαλίζεται η  ορθή εφαρμογή της Οδηγίας (ΕΕ) 2016/97, και ειδικότερα πληροφορίες αναφορικά με-

(α) Tην καλή φήμη, τις επαγγελματικές γνώσεις και ικανότητες των διανομέων ασφαλιστικών προϊόντων και των διανομέων αντασφαλιστικών προϊόντων, κατά τη διεργασία εγγραφής στα Μητρώα, σε διαρκή βάση∙

(β) την επιβολή οποιωνδήποτε κυρώσεων ή άλλων μέτρων σε διανομείς ασφαλιστικών προϊόντων και σε διανομείς αντασφαλιστικών προϊόντων, πληροφορίες οι οποίες ενδέχεται να έχουν ως αποτέλεσμα τη διαγραφή των εν λόγω διανομέων από το οικείο Μητρώο.

(4) Ο Έφορος ενημερώνει την Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά τα οριζόμενα στο Άρθρο 12, παράγραφος 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2016/97, καθώς και σχετικά με τις γενικής φύσης δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι διανομείς ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών προϊόντων κατά την εγκατάστασή τους ή κατά την άσκηση δραστηριοτήτων διανομής ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών προϊόντων σε τρίτη χώρα.

(5) Οι διατάξεις του παρόντος Νόμου που αφορούν στις εξουσίες του Εφόρου κατά την άσκηση της εποπτικής του αρμοδιότητας σε σχέση με τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις εφαρμόζονται, τηρουμένων των αναλογιών, και στην εποπτεία που ασκείται δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Μέρους.

(6) Κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων και εξουσιών του, ο Έφορος συνεργάζεται με τις εποπτικές αρχές άλλων κρατών μελών ή με τις ανάλογες εποπτικές αρχές τρίτων χωρών σε ό,τι αφορά την εποπτεία της άσκησης δραστηριοτήτων διανομής ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών προϊόντων και με την EIOPA.

Εξαιρέσεις

359. [Διαγράφηκε]
Ασφαλιστικός πράκτορας

360. [Διαγράφηκε]
Υποχρεώσεις ασφαλιστικού πράκτορα. Ποινικό αδίκημα

361. [Διαγράφηκε]
Μεσίτης ασφαλίσεων. Ποινικό αδίκημα

362. [Διαγράφηκε]
Υποχρεώσεις μεσίτη ασφαλίσεων

363. [Διαγράφηκε]
Ασφαλιστικός μεσάζων

364. [Διαγράφηκε]
Ασφαλιστικός σύμβουλος

365. [Διαγράφηκε]
Συνδεδεμένος ασφαλιστικός σύμβουλος

366. [Διαγράφηκε]
Σύμβαση διαμεσολάβησης. Ποινικό αδίκημα

367. [Διαγράφηκε]
Αντιπροσώπευση εταιρείας διαχείρισης αμοιβαίων κεφαλαίων

368. [Διαγράφηκε]
  • Ιστορικό Τροποποιήσεων