Προοίμιο

Για σκοπούς εναρμόνισης με τις πράξεις της Ευρωπαϊκής Κοινότητας με τίτλο-

(α) «Οδηγία 90/434/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 23ης Ιουλίου 1990 σχετικά με το φορολογικό καθεστώς για τις συγχωνεύσεις, διασπάσεις, εισφορές ενεργητικού και ανταλλαγές μετοχών που αφορούν εταιρείες κρατών μελών», (EE L 225 της 20/8/1990, σ. 1-5),

(β) «Οδηγία 90/435/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 23ης Ιουλίου 1990 σχετικά με το κοινό φορολογικό καθεστώς για τις μητρικές και τις θυγατρικές εταιρείες διαφορετικών κρατών μελών», (EE L 225 της 20/8/1990, σ.6-9), και

(γ) «90/436/ΕΟΚ: Σύμβαση για την εξάλειψη της διπλής φορολογίας σε περίπτωση διορθώσεως των κερδών συνδεδεμένων επιχειρήσεων-Τελική πράξη- Κοινές δηλώσεις- Μονομερείς δηλώσεις», (EEL 225 της 20/8/1990, σ. 10-24),

Για σκοπούς εναρμόνισης με τις πράξεις του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου με τίτλο –

(α) «Οδηγία 2011/96/ΕΕ του Συμβουλίου της 30ής Νοεμβρίου 2011 σχετικά με το κοινό φορολογικό καθεστώς το οποίο ισχύει για τις μητρικές και τις θυγατρικές εταιρείες διαφορετικών κρατών μελών»,

(β)  «Οδηγία 2014/86/ΕE του Συμβουλίου της 8ης Ιουλίου 2014 για την τροποποίηση της οδηγίας 2011/96/ΕΕ σχετικά με το κοινό φορολογικό καθεστώς το οποίο ισχύει για τις μητρικές και τις θυγατρικές εταιρείες διαφορετικών κρατών μελών»,

(γ) «Οδηγία (ΕΕ) 2015/121 του Συμβουλίου της 27ης Ιανουαρίου 2015 για την τροποποίηση της οδηγίας 2011/96/ΕΕ σχετικά με το κοινό φορολογικό καθεστώς το οποίο ισχύει για τις μητρικές και τις θυγατρικές εταιρείες διαφορετικών κρατών μελών»,

Η Βουλή των Αντιπροσώπων ψηφίζει ως ακολούθως:

ΜΕΡΟΣ I ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Συνοπτικός τίτλος

1. Ο παρών Νόμος θα αναφέρεται ως ο περί Φορολογίας του Εισοδήματος Νόμος του 2002.

Ερμηνεία

2. Στον παρόντα Νόμο, εκτός αν από το κείμενο προκύπτει διαφορετικά -

«αμφισβητούμενο ζήτημα» σημαίνει θέμα το οποίο εγείρει διαφορές μεταξύ των κρατών μελών οι οποίες προκύπτουν από την ερμηνεία και την εφαρμογή συμφωνιών και συμβάσεων που προβλέπουν την εξάλειψη της διπλής φορολογίας εισοδήματος και, κατά περίπτωση, κεφαλαίου·

«αναδιάρθρωση» σημαίνει την άμεση ή έμμεση διάθεση και μεταβίβαση ακίνητης ιδιοκτησίας, καθώς και μεταβίβαση δικαιωμάτων δυνάμει πωλητηρίου εγγράφου κατατεθειμένου στο Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, μεταξύ ενός ή περισσότερων δανειοληπτών και/ή οφειλετών και/ή εγγυητών σχετικά με την ίδια πιστωτική διευκόλυνση ή χορήγηση ή οφειλή  και ενός ή περισσότερων δανειστών, η οποία διενεργείται εντός πέντε (5) ετών από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Φορολογίας του Εισοδήματος (Τροποποιητικού) (Αρ. 3) Νόμου του 2015 και αποσκοπεί στη μείωση ή εξόφληση των πιστωτικών διευκολύνσεων ή χορηγήσεων ή οφειλών που δόθηκαν προς δανειολήπτες από έναν ή περισσότερους δανειστές:

Νοείται ότι η διάθεση και μεταβίβαση ακίνητης ιδιοκτησίας, καθώς και η μεταβίβαση δικαιωμάτων δυνάμει πωλητηρίου εγγράφου κατατεθειμένου στο Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, δύναται να πραγματοποιείται προς δανειστή και/ή  προς μη «συνδεδεμένο πρόσωπο», όπως ο όρος αυτός ερμηνεύεται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 33:

Νοείται περαιτέρω ότι η διάθεση και μεταβίβαση ακίνητης ιδιοκτησίας, καθώς και η μεταβίβαση δικαιωμάτων δυνάμει πωλητηρίου εγγράφου κατατεθειμένου στο Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας προς μη «συνδεδεμένο πρόσωπο», εξαιρουμένου του δανειστή, εμπίπτει στον παρόντα ορισμό μόνο αναφορικά με τη μείωση ή εξόφληση εκείνων των πιστωτικών διευκολύνσεων ή χορηγήσεων ή οφειλών, που προκύπτουν στο πλαίσιο γραπτής συμφωνίας με το δανειστή:

Νοείται έτι περαιτέρω ότι, οι ως άνω διατάξεις ισχύουν αναφορικά με μη εξυπηρετούμενες χορηγίες (ΜΕΧ) κατά ή πριν την 31η Δεκεμβρίου 2015, όπως ο όρος αυτός ερμηνεύεται από την Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών.

«δανειολήπτης» σημαίνει πρόσωπο το οποίο συμβλήθηκε με το δανειστή «και περιλαμβάνει πρόσωπο του οποίου η πιστωτική διευκόλυνση εξαγοράστηκε σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και για Συναφή Θέματα Νόμου και είτε αναλήφθηκε από είτε μεταφέρθηκε σε δημόσιο φορέα ή εταιρεία που είναι αδειοδοτημένος/η και ο οποίος ή η οποία διατηρεί ή στον οποίο ή στην οποία έχουν μεταφερθεί χορηγήσεις από πιστωτικό ίδρυμα οι οποίες έχουν καθυστερήσεις και/ή έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμες δυνάμει των τεχνικών προτύπων της Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών, τα οποία καθορίζουν τα κριτήρια για ταξινόμηση μιας χορήγησης ως μη εξυπηρετούμενης και/ή ρυθμισμένης ως έχει θεσπιστεί από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή μέσω του Εκτελεστικού Κανονισμού 2015/227:

Νοείται ότι, δανειολήπτης θεωρείται και οποιοδήποτε συνδεδεμένο πρόσωπο του πρωτοφειλέτη, όπως ο όρος «συνδεδεμένο πρόσωπο» ερμηνεύεται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 33 του περί Φορολογίας του Εισοδήματος Νόμου, νοουμένου ότι η διάθεση και μεταβίβαση ακίνητης ιδιοκτησίας, καθώς και η μεταβίβαση δικαιωμάτων δυνάμει πωλητηρίου εγγράφου κατατεθειμένου στο Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας πραγματοποιείται προς όφελος του δανειστή·

«δανειστής» σημαίνει αδειοδοτημένο πιστωτικό ίδρυμα, όπως αυτό ορίζεται στο άρθρο 2 του περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου, και περιλαμβάνει τα πιστωτικά και χρηματοδοτικά ιδρύματα που λειτουργούν στη Δημοκρατία δυνάμει του άρθρου 10Α αυτού, καθώς και τις θυγατρικές εταιρείες αυτών ή εταιρεία εξαγοράς πιστώσεων, όπως αυτή ορίζεται, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 2 του περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και για Συναφή Θέματα Νόμου, καθώς και τις θυγατρικές εταιρείες αυτής ή δημόσιο φορέα ή εταιρεία που είναι αδειοδοτημένος/η και ο οποίος ή η οποία διατηρεί ή στον οποίο ή στην οποία έχουν μεταφερθεί από πιστωτικό ίδρυμα χορηγήσεις οι οποίες έχουν καθυστερήσεις και/ή έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμες δυνάμει των τεχνικών προτύπων της Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών, τα οποία καθορίζουν τα κριτήρια για ταξινόμηση μιας χορήγησης ως μη εξυπηρετούμενης και/ή ρυθμισμένης ως έχει θεσπιστεί από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή μέσω του Εκτελεστικού Κανονισμού 2015/227∙

«Δημοκρατία» «περιλαμβάνει την εθνική επικράτεια, το έδαφος, τη χωρική θάλασσα, καθώς και οποιαδήποτε άλλη περιοχή εκτός της χωρικής θάλασσας, περιλαμβανομένης της συνορεύουσας ζώνης, της αποκλειστικής οικονομικής ζώνης και της υφαλοκρηπίδας, όπως καθορίζονται στον περί της Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης και Υφαλοκρηπίδας Νόμο και στον περί της Χωρικής Θάλασσας Νόμο, καθώς και οποιαδήποτε εγκατάσταση, κατασκεύασμα και τεχνητή νήσο που βρίσκεται στις ζώνες αυτές κατά την ενάσκηση των κυριαρχικών δικαιωμάτων και της δικαιοδοσίας της Δημοκρατίας·

«Διευθυντής» σημαίνει το Διευθυντή του Τμήματος Εσωτερικών Προσόδων∙

«διπλή φορολογία» σημαίνει την επιβολή φόρων από δύο (2) ή περισσότερα κράτη μέλη, τα οποία καλύπτονται από συμφωνία ή σύμβαση που προβλέπει την εξάλειψη της διπλής φορολογίας εισοδήματος και, κατά περίπτωση, κεφαλαίου, επί του ίδιου φορολογητέου εισοδήματος ή κεφαλαίου, όταν αυτή επιφέρει-

(i) πρόσθετη φορολογική επιβάρυνση·

(ii) αύξηση φορολογικών υποχρεώσεων· ή

(iii) ακύρωση ή μείωση ζημιών, οι οποίες θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για την αντιστάθμιση φορολογητέων κερδών·

«εισόδημα από επενδύσεις» σημαίνει οποιοδήποτε εισόδημα το οποίο δεν αποκτάται ή προκύπτει από οποιαδήποτε επιχείρηση, από μισθωτές υπηρεσίες, συντάξεις ή άλλες ετήσιες προσόδους που καταβάλλονται λόγω ή αναφορικά με μισθωτές υπηρεσίες που παρασχέθηκαν∙

«ενοποιημένος όμιλος για λογιστικούς σκοπούς» σημαίνει όμιλο εταιρειών, ο οποίος αποτελείται από όλες τις οντότητες που ενσωματώνονται πλήρως στις ενοποιημένες οικονομικές του καταστάσεις, που ετοιμάζονται βάσει των Διεθνών Προτύπων Χρηματοοικονομικής Αναφοράς ή του εθνικού συστήματος χρηματοοικονομικής αναφοράς ενός κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης∙

«επιχείρηση» σημαίνει εμπορική ή βιομηχανική επιχείρηση, επιτήδευμα ή βιοτεχνία, ελευθέριο ή άλλο επάγγελμα και περιλαμβάνει οποιαδήποτε άλλη επιχείρηση που ενέχει το χαρακτήρα εμπορίας·

«εταιρεία» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από τον περί Εταιρειών Νόμο και περιλαμβάνει οποιοδήποτε σώμα με ή χωρίς νομική προσωπικότητα, ή οργανισμό δημόσιου δικαίου, καθώς και κάθε εταιρεία, αδελφότητα ή άλλη ένωση προσώπων, κεκτημένη νομική προσωπικότητα ή όχι, περιλαμβανομένης οποιασδήποτε συγκριτικά παρόμοιας εταιρείας η οποία συστάθηκε ή ενεγράφη εκτός της Δημοκρατίας και οποιασδήποτε εταιρείας αναφέρεται στο Πρώτο Παράρτημα αλλά δεν περιλαμβάνει συνεταιρισμό·

«εταιρικός φόρος» σημαίνει το φόρο ο οποίος επιβάλλεται πάνω στο εισόδημα κάθε εταιρείας σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου·

«Έφορος» σημαίνει τον Έφορο επί του Φόρου Εισοδήματος ο οποίος είναι επιφορτισμένος, σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου (1) του άρθρου 3, με την εφαρμογή του παρόντος Νόμου και περιλαμβάνει κάθε δεόντως εξουσιοδοτημένο από τον Έφορο λειτουργό του Τμήματος Εσωτερικών Προσόδων·

«θιγόμενο πρόσωπο» σημαίνει κάθε πρόσωπο, συμπεριλαμβανομένου φυσικού προσώπου, το οποίο είναι κάτοικος σε κράτος μέλος για φορολογικούς σκοπούς και του οποίου η φορολόγηση επηρεάζεται άμεσα από αμφισβητούμενο ζήτημα·

«ιδιωτικό μηχανοκίνητο όχημα» σημαίνει όχημα το οποίο εμπίπτει στην υποπαράγραφο (vi) της παραγράφου (7) του Κανονισμού 18 των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών του 1984 μέχρι 2001·

«καινοτόμος επιχείρηση» Διαγράφηκε·

«κάτοικος της Δημοκρατίας», όταν εφαρμόζεται στην περίπτωση ατόμου, σημαίνει άτομο που παραμένει στη Δημοκρατία για μια ή περισσότερες περιόδους που υπερβαίνουν στο σύνολο 183 ημέρες στο φορολογικό έτος και όταν εφαρμόζεται στην περίπτωση εταιρείας, σημαίνει εταιρεία της οποίας ο έλεγχος και η διεύθυνση ασκούνται στη Δημοκρατία και «μη κάτοικος ή κάτοικος εκτός της Δημοκρατίας» θα ερμηνεύονται ανάλογα:

Νοείται ότι άτομο το οποίο δεν παραμένει σε οποιοδήποτε άλλο κράτος για μία ή περισσότερες περιόδους που στο σύνολό τους υπερβαίνουν τις εκατόν ογδόντα τρεις (183) ημέρες εντός του ίδιου φορολογικού έτους και το οποίο δεν είναι φορολογικός κάτοικος σε οποιοδήποτε άλλο κράτος για το ίδιο φορολογικό έτος θεωρείται κάτοικος της Δημοκρατίας στο εν λόγω φορολογικό έτος, εφόσον πληρεί σωρευτικά τα ακόλουθα:

(i) Παραμένει στη Δημοκρατία τουλάχιστον για εξήντα (60) ημέρες στο φορολογικό έτος,

(ii) ασκεί οποιαδήποτε επιχείρηση στη Δημοκρατία και/ή εργοδοτείται στη Δημοκρατία και/ή κατέχει αξίωμα σε πρόσωπο φορολογικό κάτοικο της Δημοκρατίας καθ’ οιονδήποτε χρόνο κατά τη διάρκεια του φορολογικού έτους,

(iii) διατηρεί μόνιμη κατοικία στη Δημοκρατία η οποία ανήκει ή ενοικιάζεται από το άτομο:

Νοείται περαιτέρω ότι, για σκοπούς της πιο πάνω επιφύλαξης, άτομο το οποίο πληρεί σωρευτικά τα πιο πάνω δε θεωρείται κάτοικος της Δημοκρατίας στο φορολογικό έτος, εάν κατά το έτος αυτό τερματίζεται η υπ’ αυτού άσκηση οποιασδήποτε επιχείρησης στη Δημοκρατία και/ή η εργοδότηση αυτού στη Δημοκρατία και/ή η υπ’ αυτού κατοχή αξιώματος σε πρόσωπο φορολογικό κάτοικο της Δημοκρατίας.

Για σκοπούς υπολογισμού των ημερών διαμονής στη Δημοκρατία-

(α) η ημέρα αναχώρησης από τη Δημοκρατία λογίζεται ως ημέρα εκτός της Δημοκρατίας·

(β) η ημέρα άφιξης στη Δημοκρατία λογίζεται ως ημέρα  στη Δημοκρατία·

(γ) η άφιξη στη Δημοκρατία και αναχώρηση από τη Δημοκρατία την ίδια ημέρα  λογίζεται ως μια ημέρα στη Δημοκρατία· και

(δ) η αναχώρηση από τη Δημοκρατία και επιστροφή στη Δημοκρατία την ίδια ημέρα λογίζεται ως μια ημέρα εκτός της Δημοκρατίας.

«κηδεμόνας» όταν χρησιμοποιείται σε σχέση με ανήλικο πρόσωπο περιλαμβάνει και το γονέα του ανηλίκου·

«κόστος δανεισμού» σημαίνει δαπάνες για τόκους κάθε μορφής χρέους, άλλες δαπάνες οικονομικά ισοδύναμες με τόκους και έξοδα που προκύπτουν από την άντληση χρηματοδότησης, περιλαμβανομένων των πληρωμών στο πλαίσιο δανείων με συμμετοχή στο κέρδος, των τεκμαρτών τόκων επί προϊόντων, όπως τα μετατρέψιμα ομόλογα και τα ομόλογα μηδενικού τοκομεριδίου, των χορηγήσεων στο πλαίσιο εναλλακτικών χρηματοδοτικών ρυθμίσεων, όπως η Ισλαμική χρηματοδότηση, του χρηματοοικονομικού κόστους σε χρηματοδοτικά μισθώματα, των κεφαλαιοποιημένων τόκων που καταχωρίζονται στην αξία ισολογισμού περιουσιακού στοιχείου ή της απόσβεσης των κεφαλαιοποιημένων τόκων, του κόστους που υπολογίζεται με βάση τη χρηματοδοτική απόδοση που καθορίστηκε βάσει της αρχής εμπορικών συναλλαγών, των νοητών τόκων σε παράγωγα ή συμφωνίες αντιστάθμισης κινδύνου σε σχέση με τον δανεισμό του προσώπου, συναλλαγματικών κερδών και ζημιών επί δανείων και προϊόντων που συνδέονται με την άντληση χρηματοδότησης, των τελών εγγυήσεων για χρηματοδοτικές συναλλαγές, των τελών διακανονισμού και συναφών δαπανών που σχετίζονται με τον δανεισμό κεφαλαίων·

«Kράτος-μέλος» σημαίνει κράτος -μέλος της Eυρωπαϊκής Ένωσης·

«Κυρίαρχη Περιοχή των Βάσεων» σημαίνει την υπό Βρετανική Κυριαρχία Περιοχή της Βάσεως Ακρωτηρίου ως και την υπό Βρετανική Κυριαρχία Περιοχή της Βάσεως Δεκελείας, όπως αυτές καθορίζονται στο άρθρο 1 της Συνθήκης Εγκαθιδρύσεως της Δημοκρατίας, η οποία υπογράφτηκε στη Λευκωσία την 16η Αυγούστου, 1960·

«Μόνιμη εγκατάσταση» σημαίνει-

(α) σταθερή βάση της επιχείρησης μέσω της οποίας οι εργασίες της επιχείρησης διεξάγονται πλήρως ή μερικώς.

(β) Ο όρος 'μόνιμη εγκατάσταση' περιλαμβάνει ειδικότερα:

(i) έδρα διοίκησης·

(ii) υποκατάστημα·

(iii) γραφείο·

(iv) εργοστάσιο·

(ν) εργαστήριο·

(vi) ορυχείο, πετρελαιοπηγή ή πηγή φωταερίου, λατομείο ή οποιοδήποτε άλλο τόπο εξόρυξης φυσικών πόρων αερίου·

(νii) υπεράκτιες δραστηριότητες αναφορικά με την εξόρυξη, εξερεύνηση ή εκμετάλλευση της υφαλοκρηπίδας, του υπέδαφους ή των φυσικών πόρων, καθώς και την εγκατάσταση και εκμετάλλευση αγωγών και άλλων εγκαταστάσεων στο βυθό της θάλασσας.

(γ) εργοτάξιο ή κατασκευή ή εργασία εγκατάστασης ή εποπτικές δραστηριότητες σε σχέση με αυτά συνιστούν μόνιμη εγκατάσταση μόνο αν διαρκούν περισσότερο από τρεις μήνες.

(δ) Ανεξάρτητα από τις διατάξεις των παραγράφων (α), (β) και (γ) του όρου αυτού, ο όρος 'μόνιμη εγκατάσταση' λογίζεται ότι δεν περιλαμβάνει:

(i) τη χρήση διευκολύνσεων μόνο για σκοπούς εναποθήκευσης, έκθεσης ή παράδοσης αγαθών ή εμπορευμάτων που ανήκουν στην επιχείρηση·

(ii) τη διατήρηση αποθέματος αγαθών ή εμπορευμάτων που ανήκουν στην επιχείρηση μόνο για το σκοπό εναποθήκευσης, έκθεσης ή παράδοσης·

(iii) τη διατήρηση αποθέματος αγαθών ή εμπορευμάτων που ανήκουν στην επιχείρηση μόνο για το σκοπό επεξεργασίας αυτών από άλλη επιχείρηση·

(iv) τη διατήρηση σταθερής βάσης της επιχείρησης μόνο για το σκοπό αγοράς αγαθών ή εμπορευμάτων ή της συγκέντρωσης πληροφοριών για την επιχείρηση·

(ν) τη διατήρηση σταθερής βάσης της επιχείρησης μόνο για το σκοπό διεξαγωγής, για την επιχείρηση, οποιασδήποτε άλλης δραστηριότητας προπαρασκευαστικού ή βοηθητικού χαρακτήρα·

(vi) τη διατήρηση σταθερής βάσης της επιχείρησης μόνο για σκοπούς οποιουδήποτε συνδυασμού των δραστηριοτήτων που αναφέρονται στις υποπαραγράφους (i) μέχρι (ν), νοουμένου ότι η συνολική δραστηριότητα της σταθερής βάσης της επιχείρησης που προκύπτει από το συνδυασμό αυτό, έχει προπαρασκευαστικό ή βοηθητικό χαρακτήρα·

(ε) Ανεξάρτητα από τις διατάξεις των παραγράφων (α) και (β), όπου πρόσωπο - άλλο από ανεξάρτητο πράκτορα για τον οποίο εφαρμόζεται η παράγραφος (στ) - ενεργεί από μέρους επιχείρησης και έχει, και συνήθως ασκεί, στη Δημοκρατία, εξουσιοδότηση για σύναψη συμβάσεων στο όνομα της επιχείρησης, η επιχείρηση αυτή θεωρείται ότι έχει μόνιμη εγκατάσταση στη Δημοκρατία σε σχέση με οποιεσδήποτε δραστηριότητες τις οποίες το πρόσωπο αυτό αναλαμβάνει για την επιχείρηση, εκτός αν οι δραστηριότητες του προσώπου αυτού περιορίζονται στις αναφερόμενες στην παράγραφο (δ) οι οποίες, αν γίνονταν μέσω σταθερής βάσης της επιχείρησης, δεν θα καθιστούσαν αυτή μόνιμη εγκατάσταση δυνάμει των διατάξεων της παραγράφου αυτής.

(στ) Μια επιχείρηση δε θεωρείται ότι έχει μόνιμη εγκατάσταση στη Δημοκρατία απλώς και μόνο επειδή διεξάγει εργασίες στη Δημοκρατία μέσω μεσίτη, γενικού παραγγελιοδόχου με προμήθεια ή οποιουδήποτε άλλου ανεξάρτητου πράκτορα, εφόσον τα πρόσωπα αυτά ενεργούν μέσα στο συνηθισμένο πλαίσιο της εργασίας τους.

(ζ) Το γεγονός ότι εταιρεία η οποία είναι κάτοικος της Δημοκρατίας ελέγχει ή ελέγχεται από εταιρεία η οποία δεν είναι κάτοικος της Δημοκρατίας, ή διεξάγει εργασίες εκτός της Δημοκρατίας είτε μέσω μόνιμης εγκατάστασης ή άλλως πως, δεν μπορεί από μόνο του να καταστήσει μια από τις εταιρείες αυτές μόνιμη εγκατάσταση της άλλης·

(η) Ανεξαρτήτως  των  διατάξεων των παραγράφων (α) έως (ζ), η επένδυση προσώπου που δεν είναι κάτοικος στη Δημοκρατία σε αμοιβαίο κεφάλαιο ή συνεταιρισμό που λειτουργεί δυνάμει των διατάξεων του περί Ανοικτού Τύπου Οργανισμών Συλλογικών Επενδύσεων Νόμου ή του περί των Οργανισμών Εναλλακτικών Επενδύσεων Νόμου, δεν λογίζεται ότι δημιουργεί μόνιμη εγκατάσταση του προσώπου στη Δημοκρατία αναφορικά με τη συγκεκριμένη επένδυσή του:

Νοείται ότι η διαχείριση Οργανισμού Συλλογικών Επενδύσεων σε Κινητές Αξίες (εφεξής “ΟΣΕΚΑ”) και/ή Οργανισμού Εναλλακτικών Επενδύσεων (εφεξής “ΟΕΕ”) εγκατεστημένου εκτός της Δημοκρατίας, από πρόσωπο που είναι κάτοικος της Δημοκρατίας, δεν λογίζεται ότι δημιουργεί στον εν λόγω ΟΣΕΚΑ και/ή ΟΕΕ δικαίωμα μόνιμης εγκατάστασης στη Δημοκρατία.

«Οδηγία 2017/1852» σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Οδηγία (ΕΕ) 2017/1852 του Συμβουλίου της 10ης Οκτωβρίου 2017 για τους μηχανισμούς επίλυσης φορολογικών διαφορών στην Ευρωπαϊκή Ένωση·

«οργανισμός δημόσιου δικαίου» σημαίνει κάθε νομικό πρόσωπο δημόσιου δικαίου ή οποιοδήποτε άλλο οργανισμό δημόσιου δικαίου που ιδρύθηκε ή ιδρύεται με νόμο προς το δημόσιο συμφέρον ανεξάρτητα αν τέτοιος οργανισμός θεωρείται αντιπρόσωπος, υπάλληλος του κράτους ή υπέχει θέση υπαλλήλου του κράτους (in consimili casu to servant of the state)·

«πρόσωπο» περιλαμβάνει άτομο και εταιρεία:

Νοείται ότι στην περίπτωση Οργανισμού Εναλλακτικών Επενδύσεων που λειτουργεί δυνάμει των διατάξεων του περί των Οργανισμών Εναλλακτικών Επενδύσεων Νόμου ή Οργανισμού Συλλογικών Επενδύσεων σε Κινητές Αξίες που λειτουργεί δυνάμει των διατάξεων του περί Ανοικτού Τύπου Οργανισμών Συλλογικών Επενδύσεων Νόμου, με περισσότερα του ενός επενδυτικά τμήματα, κάθε επενδυτικό τμήμα αυτών λογίζεται ως ξεχωριστό πρόσωπο για τους σκοπούς του παρόντος Nόμου.

«Σύνταγμα» σημαίνει το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας·

«Σχέδιο» σημαίνει το Σχέδιο Προώθησης της Οπτικοακουστικής Βιομηχανίας στην Κυπριακή Δημοκρατία που εγκρίθηκε από το Υπουργικό Συμβούλιο την 27η Σεπτεμβρίου 2017 με την απόφασή του με αριθμό 1433/2017·

«τιμή αναδιάρθρωσης» σημαίνει την τιμή στην οποία ακίνητη ιδιοκτησία μεταβιβάζεται στο πλαίσιο αναδιάρθρωσης, και η οποία καθορίζεται σε γραπτή συμφωνία που συνάπτεται στο πλαίσιο αυτό˙

«τίτλοι» σημαίνει μετοχές, χρεόγραφα, ομολογίες, ιδρυτικοί και άλλοι τίτλοι εταιρειών ή άλλων νομικών προσώπων, που έχουν κατά νόμο συσταθεί στη Δημοκρατία ή την αλλοδαπή και δικαιώματα επ' αυτών·

«υπερβαίνον κόστος δανεισμού» σημαίνει το ποσό κατά το οποίο το εκπιπτόμενο κόστος δανεισμού μίας εταιρείας υπερβαίνει τα φορολογικά έσοδα από τόκους και άλλα οικονομικώς ισοδύναμα έσοδα που είναι φορολογητέα με βάση τις διατάξεις του παρόντος Νόμου, όπως αυτό υπολογίζεται πριν την εφαρμογή των διατάξεων του εδαφίου (16) του άρθρου 11·

«φορολογητέο εισόδημα» σημαίνει το υπόλοιπο του αθροίσματος των εισοδημάτων οποιουδήποτε προσώπου από τις πηγές που καθορίζονται ειδικά στο άρθρο 5, το οποίο απομένει μετά την αφαίρεση οποιωνδήποτε ποσών τα οποία ο παρών Νόμος επιτρέπει·

«φορολογικό έτος» σημαίνει την περίοδο των δώδεκα μηνών που αρχίζει την πρώτη Ιανουαρίου κάθε έτους·

«φόρος» σημαίνει το φόρο ο οποίος επιβάλλεται σύμφωνα με τον παρόντα Νόμο·

«χρηματοοικονομικός οργανισμός» σημαίνει -

(α)  πιστωτικό ίδρυμα, όπως ορίζεται στο στοιχείο 27) της παραγράφου 1 του Άρθρου 4 της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 15ης Μαΐου 2014 για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων και την τροποποίηση της οδηγίας 2002/92/ΕΚ και της οδηγίας 2011/61/ΕΕ ή επιχείρηση επενδύσεων, όπως ορίζεται στο στοιχείο 1) της παραγράφου 1 του Άρθρου 4 της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ ή διαχειριστής οργανισμών εναλλακτικών επενδύσεων (ΔΟΕΕ), όπως ορίζεται στο στοιχείο β) της παραγράφου 1 του Άρθρου 4 της Οδηγίας 2011/61/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου ή επιχείρηση διαχείρισης οργανισμών συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες (ΟΣΕΚΑ), όπως ορίζεται στο στοιχείο β) της παραγράφου 1 του Άρθρου 2 της Οδηγίας 2009/65/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου,

(β) ασφαλιστική επιχείρηση, όπως ορίζεται στην παράγραφο 1) του Άρθρου 13 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου,

(γ) αντασφαλιστική επιχείρηση, όπως ορίζεται στην παράγραφο 4) του Άρθρου 13 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ,

(δ) οργανισμό επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών, που εμπίπτει στο πεδίο Επίσημη εφαρμογής της Οδηγίας 2003/41/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Εφημερίδα της Συμβουλίου ή αντιπρόσωπο οργανισμού επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 1 του Άρθρου 19 της εν λόγω Οδηγίας,

(ε) συνταξιοδοτικά ιδρύματα που διαχειρίζονται συνταξιοδοτικά προγράμματα, τα οποία θεωρούνται συστήματα κοινωνικής ασφάλισης και εμπίπτουν στον Κανονισμό (ΕΚ) Εφημερίδα της αριθ. 883/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και στον Κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 987/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, καθώς και κάθε νομική οντότητα που συστάθηκε με σκοπό την επένδυση σε τέτοια προγράμματα,

(στ) οργανισμός εναλλακτικών επενδύσεων (ΟΕΕ) τη διαχείριση του οποίου έχει ΔΟΕΕ,  όπως ορίζεται στο στοιχείο β) της παραγράφου 1 του Άρθρου 4 της Οδηγίας 2011/61/ΕΕ ή ΟΕΕ που συστάθηκε και λειτουργεί με βάση τις διατάξεις του περί των Οργανισμών Εναλλακτικών Επενδύσεων Νόμου,

(ζ) ΟΣΕΚΑ, κατά την έννοια της παραγράφου 2 του Άρθρου 1 της Οδηγίας 2009/65/ΕΚ,

(η) κεντρικός αντισυμβαλλόμενος, όπως ορίζεται στην παράγραφο 1) του Άρθρου 2 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου,

(θ) κεντρικό αποθετήριο τίτλων, όπως ορίζεται στο στοιχείο 1) της παραγράφου 1 του Άρθρου 2 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 909/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου,

(ι) οντότητα ειδικού σκοπού για τιτλοποίηση ή ΟΕΣΤ, όπως ορίζεται στην παράγραφο 2 του Άρθρου 2 του Κανονισμού 2017/2402/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου.

ΜΕΡΟΣ II ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ
Έφορος Φόρου Εισοδήματος

3. (1) Για την καλή και πιστή εφαρμογή του παρόντος Νόμου ο Διευθυντής θα είναι ο Έφορος επί του Φόρου Εισοδήματος, ο οποίος οφείλει να προβαίνει σε κάθε ενέργεια την οποία κρίνει αναγκαία και σκόπιμη για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος Νόμου.

(2) Η άσκηση εξουσιών και αρμοδιοτήτων που αναφέρονται στην εφαρμογή του παρόντος Νόμου δύναται να ανατίθεται από τον Έφορο σε άλλο ή άλλους Λειτουργούς του Τμήματος Εσωτερικών Προσόδων.

Υπηρεσιακό απόρρητο

4. (1) Κάθε άτομο που ασκεί καθήκοντα ή τελεί στην υπηρεσία της εφαρμογής του παρόντος Νόμου υποχρεούται να θεωρεί και τηρεί ως απόρρητο και εμπιστευτικό κάθε στοιχείο που περιέρχεται σε γνώση του , κάθε φορολογική δήλωση ως και κάθε έγγραφο ή φορολογικό κατάλογο που αναφέρεται στο εισόδημα οποιουδήποτε προσώπου, και θα υπογράφει την επί τούτω καθορισθείσα δήλωση ενώπιον Επαρχιακού Δικαστή.

(2) Άτομο που λαμβάνει γνώση ενός στοιχείου ή έχει υπό τον έλεγχο του ή που δύναται να πληροφορηθεί το περιεχόμενο εγγράφου, φορολογικής δήλωσης ή φορολογικού καταλόγου που αναφέρεται στο εισόδημα οποιουδήποτε άλλου προσώπου, υποχρεούται να απέχει κατά πάντα χρόνο από κάθε μετάδοση ή κοινοποίηση ή απόπειρα μετάδοσης ή κοινοποίησης του περιεχομένου αυτών εκτός σε περιπτώσεις κατά τις οποίες η μετάδοση ή κοινοποίηση γίνεται για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου:

Νοείται ότι ο Υπουργός Οικονομικών δύναται προς το δημόσιο συμφέρον να εξουσιοδοτήσει τη μετάδοση ή κοινοποίηση των ειρημένων στοιχείων, ή του περιεχομένου τέτοιων εγγράφων, φορολογικών δηλώσεων και καταλόγων σε πρόσωπο ή πρόσωπα τα οποία ήθελε αυτός ειδικά καθορίσει.

(2A) Ανεξαρτήτως των διατάξεων του εδαφίου (2), το Εφοριακό Συμβούλιο που καθιδρύθηκε δυνάμει του άρθρου 4Α του περί Βεβαιώσεως και Εισπράξεως Φόρων Νόμου, δύναται να δημοσιεύει τις αποφάσεις που εκδίδει δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου (5) του άρθρου 20Α του εν λόγω νόμου.

ΜΕΡΟΣ III ΕΠΙΒΟΛΗ ΤΟΥ ΦΟΡΟΥ
Αντικείμενο του φόρου

5. (1) Τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος Νόμου, στην περίπτωση προσώπου που είναι κάτοικος της Δημοκρατίας, για κάθε φορολογικό έτος επιβάλλεται φόρος με συντελεστή ή συντελεστές, όπως ειδικότερα καθορίζονται στον παρόντα Νόμο στο εισόδημα που κτάται ή προκύπτει από πηγές τόσο εντός όσο και εκτός της Δημοκρατίας, αναφορικά με:-

(α) οποιαδήποτε κέρδη ή άλλα οφέλη από οποιαδήποτε επιχείρηση για οποιαδήποτε χρονική περίοδο η εν λόγω επιχείρηση και αν ενασκείται·

(β) οποιαδήποτε κέρδη ή άλλα οφέλη από οποιοδήποτε αξίωμα ή μισθωτές υπηρεσίες, περιλαμβανομένης της κατ' εκτίμηση ετήσιας αξίας καταλύματος, στέγης και διατροφής ή οικίας, καθώς και κάθε άλλο επίδομα, χρηματικής ή άλλης μορφής, που χορηγείται αναφορικά με παρεχόμενες μισθωτές υπηρεσίες στο άτομο το οποίο παρέχει τις μισθωτές υπηρεσίες ή σε οποιοδήποτε μέλος της οικογένειας του·

(γ) μερίσματα, τόκους ή προεξοφλήματα·

(δ) οποιαδήποτε σύνταξη, ποσά εισοδήματος πληρωτέα σύμφωνα με απόφαση δικαστηρίου ή σύμφωνα με όρο που τέθηκε σε διαθήκη ή σύμβαση, καθώς και ετήσιες ισόβιοι ή για καθορισμένη περίοδο καταβαλλόμενες πρόσοδοι·

(ε) οποιαδήποτε μισθώματα, δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας ή ευρεσιτεχνίας, αμοιβές ή άλλα κέρδη που προκύπτουν από ιδιοκτησία, περιλαμβανομένης της αξίας του οφέλους το οποίο αποκτά ο ιδιοκτήτης γης εξαιτίας της ανέγερσης πάνω σ' αυτή, με δαπάνες του ενοικιαστή, οποιασδήποτε οικοδομής, ή οποιασδήποτε προσθήκης ή μετατροπής ή και τα δυο, που γίνονται, με δαπάνες του ενοικιαστή, σε οποιαδήποτε οικοδομή, κτίριο, ή έργα, όταν η οικοδομή αυτή ή η προσθήκη ή τροποποίηση θα περιέλθει κατά κυριότητα στον ιδιοκτήτη κατά τον τερματισμό της ενοικίασης, της αξίας του οφέλους αυτού καθοριζομένης υπό του Εφόρου κατά το έτος της ανέγερσης, προσθήκης ή τροποποίησης, χορηγουμένων, τηρουμένων των αναλογιών, των υπό του άρθρου 10 προβλεπόμενων εκπτώσεων και λαμβανομένων υπόψη όλων των συνθηκών της υπόθεσης:

Νοείται ότι η αξία του οφέλους αυτού-

(i) δεν θα λογίζεται ότι υπερβαίνει τη δαπάνη της ανέγερσης, προσθήκης ή τροποποίησης·

(ii) θα κατανέμεται με ομοιόμορφο τρόπο από τον Έφορο στο χρονικό διάστημα της διάρκειας της ενοικίασης· σε περίπτωση όμως κατά την οποία πριν την παρέλευση του χρονικού τούτου διαστήματος ο ιδιοκτήτης ήθελε αποξενώσει τη γη ή την οικοδομή ή το κτίριο ή τα έργα, το μη φορολογηθέν υπόλοιπο του οφέλους τούτου κατά την ημερομηνία της αποξένωσης της γης ή της οικοδομής ή του κτιρίου ή των έργων, θεωρείται ως εισόδημα του έτους κατά το οποίο η γή ή η οικοδομή ή το κτίριο ή τα έργα διατέθηκαν από τον ιδιοκτήτη, ή του έτους εκείνου και των προηγουμένων πέντε ετών, ή των πραγματικών ετών της ενοικίασης, οποιοδήποτε από αυτά συνιστά το μικρότερο αριθμό ετών·

(στ) οποιοδήποτε ποσό ή αντιπαροχή για φήμη και πελατεία- εμπορική εύνοια μειωμένο με οποιοδήποτε ποσό που δαπανήθηκε για την αγορά τέτοιας φήμης και πελατείας - εμπορικής εύνοιας·

(ζ) οποτεδήποτε εταιρεία παραχωρεί δάνειο ή οποιαδήποτε άλλη χρηματική διευκόλυνση συμπεριλαμβανομένης και της χρηματικής ανάληψης, εξαιρουμένου υπολοίπου που προέρχεται από εμπορικές συναλλαγές, σε διευθυντές ή μετόχους της άτομα ή των συζύγων αυτών ή σε συγγενείς τους μέχρι και του δεύτερου βαθμού συγγένειας, τότε λογίζεται ότι το άτομο αυτό έχει μηνιαίο όφελος που ισούται με εννέα τοις εκατό (9%) ετήσια επί του υπολοίπου του δανείου ή της οποιασδήποτε άλλης μηνιαίας χρηματικής διευκόλυνσης στο τέλος κάθε μήνα (συμπεριλαμβανομένης και της χρηματικής ανάληψης κατά τη διάρκεια του μήνα):

Νοείται ότι, ο υπολογιζόμενος φόρος επί του μηνιαίου οφέλους βεβαιώνεται και καταβάλλεται σύμφωνα με τους περί Παρακρατήσεως Φόρου εξ Αποδοχών Κανονισμούς.

(2) Τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος Νόμου, στην περίπτωση προσώπου που δεν είναι κάτοικος της Δημοκρατίας, για κάθε φορολογικό έτος επιβάλλεται φόρος με συντελεστή ή συντελεστές, όπως ειδικότερα καθορίζονται στον παρόντα Νόμο, στο εισόδημα που κτάται ή προκύπτει, αναφορικά με:-

(α) οποιαδήποτε κέρδη ή άλλα οφέλη από μόνιμη εγκατάσταση που βρίσκεται στη Δημοκρατία:

Νοείται ότι κέρδη ή οφέλη από την επιχείρηση εκμετάλλευσης πλοίων ή αεροσκαφών αναφορικά με εισιτήρια ή ναύλα επιβατών ή εμπορευμάτων ή αντικειμένων ταχυδρομείου που επιβιβάζονται ή φορτώνονται στη Δημοκρατία, θα υπόκεινται σε φόρο ανεξάρτητα από την ύπαρξη ή όχι μόνιμης εγκατάστασης·

(β) κέρδη ή άλλα οφέλη από οποιοδήποτε αξίωμα ή μισθωτές υπηρεσίες που ασκούνται στη Δημοκρατία, περιλαμβανομένης της κατ' εκτίμηση ετήσιας αξίας καταλύματος, στέγης και διατροφής ή οικίας, καθώς και κάθε άλλου επιδόματος, χρηματικής ή άλλης μορφής, που χορηγείται αναφορικά με παρεχόμενες μισθωτές υπηρεσίες στο άτομο το οποίο παρέχει τις μισθωτές υπηρεσίες ή σε οποιοδήποτε μέλος της οικογένειας του:

Νοείται ότι τα μέλη της Δημόσιας Υπηρεσίας της Δημοκρατίας και οι υπάλληλοι των οργανισμών δημόσιου δικαίου που υπηρετούν εκτός της Δημοκρατίας θεωρούνται ότι ασκούν τις μισθωτές υπηρεσίες τους στη Δημοκρατία·

(γ) συντάξεις αναφορικά με εργοδότηση που ασκήθηκε στη Δημοκρατία, ποσά εισοδήματος πληρωτέα δυνάμει αποφάσεως δικαστηρίου ή όρου τεθέντος σε διαθήκη ή σύμβαση στη Δημοκρατία, καθώς και ετήσιες ισόβιοι ή για καθορισμένη περίοδο καταβαλλόμενες πρόσοδοι που βαρύνουν άμεσα ή έμμεσα πρόσωπο που είναι κάτοικος της Δημοκρατίας, με την εξαίρεση οποιασδήποτε σύνταξης που πληρώνεται από, ή από ταμείο που δημιουργήθηκε από, την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας ή Αρχή Τοπικής Διοίκησης·

(δ) εισόδημα το οποίο εμπίπτει στην παράγραφο (ε) του εδαφίου (1)·

(ε) οποιοδήποτε ποσό ή αντιπαροχή για φήμη και πελατεία - εμπορική εύνοια μειωμένο με οποιοδήποτε ποσό δαπανήθηκε για την αγορά τέτοιας φήμης και πελατείας - εμπορικής εύνοιας·

(στ) ανεξάρτητα από την ύπαρξη μόνιμης εγκατάστασης ή όχι, το ακαθάριστο εισόδημα το οποίο αποκτά οποιοδήποτε άτομο από την άσκηση στη Δημοκρατία οποιουδήποτε επαγγέλματος ή επιτηδεύματος, η αμοιβή προσώπων που παρέχουν υπηρεσίες ψυχαγωγίας στο κοινό και οι ακαθάριστες εισπράξεις οποιουδήποτε θεατρικού ή μουσικού ή άλλου ομίλου ή άλλης ομάδας προσώπων που παρέχουν υπηρεσίες ψυχαγωγίας στο κοινό, περιλαμβανομένων ποδοσφαιρικών ομάδων και άλλων αθλητικών αποστολών από το εξωτερικό, που προκύπτουν από παραστάσεις στη Δημοκρατία.

(ζ) οποτεδήποτε εταιρεία παραχωρεί δάνειο ή οποιαδήποτε άλλη χρηματική διευκόλυνση συμπεριλαμβανομένης και της χρηματικής ανάληψης, εξαιρουμένου υπολοίπου που προέρχεται από εμπορικές συναλλαγές, σε διευθυντές ή μετόχους της άτομα ή των συζύγων αυτών ή σε συγγενείς τους μέχρι και του δεύτερου βαθμού συγγένειας, τότε λογίζεται ότι το άτομο αυτό έχει μηνιαίο όφελος που ισούται με εννέα τοις εκατό (9%) ετήσια επί του υπολοίπου του δανείου ή της οποιασδήποτε άλλης μηνιαίας χρηματικής διευκόλυνσης στο τέλος κάθε μήνα (συμπεριλαμβανομένης και της χρηματικής ανάληψης κατά τη διάρκεια του μήνα):

Νοείται ότι, ο υπολογιζόμενος φόρος επί του μηνιαίου οφέλους βεβαιώνεται και καταβάλλεται σύμφωνα με τους περί Παρακρατήσεως Φόρου εξ Αποδοχών Κανονισμούς.

(3) Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, οποιαδήποτε έσοδα από την πώληση δένδρων αναφορικά με τα οποία χορηγήθηκε έκπτωση σύμφωνα με το άρθρο 9 ή οποιαδήποτε αποζημίωση λήφθηκε ή θα ληφθεί δυνάμει ασφάλειας ή άλλως σε σχέση με ζημιά ή καταστροφή των δένδρων αυτών, θα λογίζεται ως εισόδημα υποκείμενο σε φορολογία:

Νοείται ότι η φορολογία αυτή θα επιβάλλεται πάνω σε ποσό που δεν υπερβαίνει το ύψος των εκπτώσεων οι οποίες έχουν χορηγηθεί μέχρι της εποχής κατά την οποία άρχισε η απόδοση των δένδρων ή το ύψος των καταβληθέντων ασφαλίστρων, ανάλογα με την περίπτωση.

(4) Πρόσωπα που δεν είναι κάτοικοι στη Δημοκρατία και έχουν μόνιμη εγκατάσταση στη Δημοκρατία δύνανται να επιλέγουν όπως τυγχάνουν της ίδιας φορολογικής μεταχείρισης ως οι κάτοικοι της Δημοκρατίας.

Βάση της φορολογίας

6. Ο φόρος επιβάλλεται και εισπράττεται στο φορολογητέο εισόδημα κάθε προσώπου το οποίο αποκτάται κατά το φορολογικό έτος.

Ειδικές περίοδοι φορολογίας

7. Οι λογαριασμοί προσώπων που ασκούν επιχείρηση κλείνουν κατά την τελευταία ημέρα του φορολογικού έτους:

Νοείται ότι ο Έφορος δύναται να επιτρέψει όπως οι λογαριασμοί επιχείρησης κλείνουν σε ημερομηνία διαφορετική από την τελευταία ημέρα του φορολογικού έτους αλλά σε τέτοια περίπτωση το φορολογητέο εισόδημα με βάση το εισόδημα του έτους που λήγει κατά την ίδια ημερομηνία επιμερίζεται στο φορολογικό έτος που αφορά σύμφωνα με τέτοιους όρους που ο Έφορος ήθελε κρίνει δικαίους και λογικούς.

Απαλλαγές

8. Απαλλάσσονται από το φόρο-

(1) [Διαγράφηκε]·

(2) [Διαγράφηκε]·

(3) [Διαγράφηκε]·

(4) κάθε άλλο ωφέλημα ή επίδομα που χορηγείται στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και στον Πρόεδρο της Βουλής κατά την αποχώρηση του από το λειτούργημα αυτό σύμφωνα με τους περί Ωφελημάτων (Πρόεδρος και Αντιπρόεδρος της Δημοκρατίας, Πρόεδρος και Αντιπρόεδρος της Βουλής των Αντιπροσώπων) Νόμους του 1988 μέχρι 1989·

(5) τα έξοδα παραστάσεως των υπουργών, του Προέδρου της Βουλής των Αντιπροσώπων και των μελών αυτής·

(6) το επίδομα που χορηγείται σε μέλη της Δημόσιας Υπηρεσίας της Δημοκρατίας ή σε υπάλληλο οποιουδήποτε οργανισμού δημόσιου δικαίου για υπηρεσία στο εξωτερικό, νοουμένου ότι ο Υπουργός Οικονομικών θα πιστοποιήσει ότι το επίδομα τούτο χορηγείται στα εν λόγω άτομα ως αποζημίωση για την έκτακτη δαπάνη την οποίαν αυτά αναγκάζονται να υφίστανται λόγω του ότι υποχρεούνται να διαμένουν μακριά από την Κύπρο προς εκτέλεση των καθηκόντων τους:

Νοείται ότι το ύψος του επιδόματος σε υπάλληλο νομικού προσώπου δημόσιου δικαίου δεν υπερβαίνει το ύψος του αντίστοιχου επιδόματος σε μέλος της Δημόσιας Υπηρεσίας της Δημοκρατίας·

(7) οι συντάξεις και έκτακτα επιδόματα που χορηγούνται δυνάμει των περί Ανακουφίσεως Παθόντων Νόμων του 1988 μέχρι 2001·

(8) [Διαγράφηκε]·

(9) οποιοδήποτε κατ' αποκοπή καθοριζόμενο ποσό το οποίο λαμβάνεται εφάπαξ σε μορφή φιλοδωρήματος επί αφυπηρετήσει, μετατροπή συντάξεως, φιλοδωρήματος λόγω θανάτου ή ως εφάπαξ αποζημίωση λόγω θανάτου ή σωματικής βλάβης·

(10) το εισόδημα το οποίο πηγάζει από υποτροφία ή οποιοδήποτε άλλο παρόμοιο εκπαιδευτικό χορήγημα σε άτομο το οποίο φοιτά τακτικά σε πανεπιστήμιο, κολλέγιο, σχολή ή άλλο αναγνωρισμένο ίδρυμα·

(11) κεφάλαια καταβαλλόμενα σε άτομα από οποιεσδήποτε πληρωμές οι οποίες συνιστούν εκπτώσεις που δύνανται να χορηγηθούν δυνάμει του άρθρου 14·

(12) οι αποδοχές ξένων λειτουργών οποιουδήποτε ιδρύματος ασκούντος στη Δημοκρατία εκπαιδευτική, πολιτιστική ή επιστημονική λειτουργία, εάν ο Υπουργός Οικονομικών ικανοποιηθεί ότι δια της απαλλαγής αυτής εξυπηρετείται καλύτερα το δημόσιο συμφέρον

(13) το εισόδημα θρησκευτικού, φιλανθρωπικού ή εκπαιδευτικού ιδρύματος δημόσιου χαρακτήρα·

(14) το εισόδημα εγγεγραμμένης συνεργατικής εταιρείας αναφορικά με συναλλαγές με μέλη της·

(15) το εισόδημα αρχής τοπικής διοίκησης, όταν το εισόδημα τούτο δεν πηγάζει από οποιαδήποτε επιχείρηση που διεξάγεται από την αρχή αυτή ή από εκμίσθωση ιδιοκτησίας·

(16) το εισόδημα κάθε ταμείου που εμπίπτει στο εδάφιο (3) του άρθρου 14·

(17) τηρουμένων οποιωνδήποτε όρων τους οποίους το Υπουργικό Συμβούλιο ήθελε επιβάλει, το εισόδημα εταιρείας που συστάθηκε αποκλειστικά και μόνο για την προαγωγή της τέχνης, της επιστήμης ή του αθλητισμού, η οποία δεν συνεπάγεται την κτήση κέρδους από την εταιρεία αυτή ή τα μέλη της και της οποίας οι δραστηριότητες περιορίζονται μόνο στο σκοπό αυτό·

(18) οι αποδοχές ξένων διπλωματικών και προξενικών αντιπροσώπων, εάν αυτοί δεν είναι πολίτες της Δημοκρατίας, οι οποίοι σύμφωνα με τους κανόνες και τις αρχές του Διεθνούς Δικαίου απολαμβάνουν διπλωματικής ασυλίας με όρους αμοιβαιότητας·

(19) Ολόκληρο το εισόδημα προσώπου από τόκους:

Νοείται ότι τόκος που αποκτά πρόσωπο από τη συνήθη διεξαγωγή της επιχείρησής του, περιλαμβανομένου τόκου που συνδέεται στενά με τη συνήθη διεξαγωγή της επιχείρησης, καθώς και τόκος που αποκτά συλλογικό επενδυτικό σχέδιο ανοικτού ή κλειστού τύπου, δε θεωρείται τόκος για τους σκοπούς του παρόντος εδαφίου˙

(20) εισόδημα από μερίσματα:

Νοείται ότι, όταν εταιρεία κάτοικος στη Δημοκρατία ή εταιρεία που δεν είναι κάτοικος στη Δημοκρατία αλλά έχει μόνιμη εγκατάσταση στη Δημοκρατία λαμβάνει μερίσματα, η απαλλαγή δεν εφαρμόζεται στο βαθμό που τα εν λόγω μερίσματα εκπίπτουν για σκοπούς καθορισμού του αλλοδαπού φόρου πάνω στο εισόδημα της καταβάλλουσας το μέρισμα εταιρείας [Σ.Σ.: Η παρούσα επιφύλαξη τίθεται σε ισχύ από την 1η Ιανουαρίου 2016]:

Νοείται περαιτέρω ότι, σε περίπτωση που η απαλλαγή που προβλέπεται από τις διατάξεις του παρόντος εδαφίου δεν τυγχάνει εφαρμογής σε εισόδημα από μερίσματα, το εν λόγω εισόδημα δεν θεωρείται μέρισμα για σκοπούς του περί Έκτακτης Εισφοράς για την Άμυνα της Δημοκρατίας Νόμου [Σ.Σ.: Η παρούσα επιφύλαξη τίθεται σε ισχύ από την 1η Ιανουαρίου 2016]:·

(21) είκοσι τοις εκατόν (20%) της αμοιβής από οποιαδήποτε εργοδότηση που ασκείται στη Δημοκρατία από άτομο το οποίο ήταν κάτοικος εκτός της Δημοκρατίας πριν την έναρξη της εργοδότησης του στη Δημοκρατία, ή €8.550, οποιοδήποτε είναι το μικρότερο. η απαλλαγή αρχίζει από την 1η Ιανουαρίου του έτους που ακολουθεί το έτος στο οποίο άρχισε η εργοδότηση και ανεξαρτήτως αυτού εφαρμόζεται μέχρι και το έτος 2020, αναφορικά με εργοδότηση που άρχισε εντός και μετά του έτους 2012, με μέγιστη χρονική περίοδο στα οποία χορηγείται η απαλλαγή τα πέντε (5) έτη ˙

(22) κέρδος από τη διάθεση τίτλων:

Νοείται ότι η εξαργύρωση μεριδίου ή μετοχής σε συλλογικό επενδυτικό σχέδιο ανοικτού ή κλειστού τύπου, συνιστά διάθεση τίτλου.

(23)  Το πενήντα τοις εκατόν (50%) της αμοιβής από οποιαδήποτε εργοδότηση που ασκείται στη Δημοκρατία από άτομο το οποίο ήταν κάτοικος εκτός της Δημοκρατίας πριν την έναρξη της εργοδότησής του στη Δημοκρατία:

Νοείται ότι –

(i) η απαλλαγή χορηγείται για δέκα (10) έτη κατά τα οποία ασκείται εργοδότηση στη Δημοκρατία, αρχής γενομένης του έτους εργοδότησης, εφόσον τα εισοδήματα από την εν λόγω εργοδότηση υπερβαίνουν τις εκατόν χιλιάδες ευρώ (€100.000) ετησίως˙

(ii) η απαλλαγή αυτή δεν χορηγείται σε άτομο το οποίο ήταν κάτοικος στη Δημοκρατία σε οποιαδήποτε τρία (3) από τα πέντε (5) φορολογικά έτη που προηγούνται του έτους στο οποίο άρχισε η εργοδότηση του στη Δημοκρατία, καθώς και σε άτομο που ήταν κάτοικος στη Δημοκρατία κατά το έτος που προηγείται του έτους που άρχισε η εργοδότηση˙

(iii) η απαλλαγή αυτή χορηγείται σε οποιοδήποτε έτος στο οποίο τα εισοδήματα από την εργοδότηση του στη Δημοκρατία υπερβαίνουν τις εκατό χιλιάδες ευρώ (€100.000) ετησίως,  ανεξάρτητα αν σε κάποιο έτος τα εισοδήματα από την εργοδότηση του μειώνονται κάτω από τις εκατό χιλιάδες ευρώ (€100.000), νοουμένου ότι όταν άρχισε η εργοδότηση του στη Δημοκρατία τα εισοδήματα από την εργοδότηση του στη Δημοκρατία υπερέβαιναν τις εκατό χιλιάδες ευρώ (€100.000) ετησίως, και ο Έφορος ικανοποιείται ότι η αυξομείωση στα ετήσια εισοδήματα από την εργοδότηση στη Δημοκρατία δεν αποτελεί ρύθμιση που αποσκοπεί στη χορήγηση της απαλλαγής˙

(iv) η απαλλαγή που προβλέπεται από τις διατάξεις του εδάφιου (21) δεν τυγχάνει εφαρμογής όταν ισχύει η απαλλαγή που προβλέπεται από τις διατάξεις του παρόντος εδαφίου˙

(v) οι διατάξεις της υποπαραγράφου (ii) της παρούσας επιφύλαξης τυγχάνουν εφαρμογής στην περίπτωση ατόμου του οποίου η εργοδότηση ξεκινά από και μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του περί Φορολογίας του Εισοδήματος (Τροποποιητικού) (Αρ. 2) Νόμου του 2015.

(24) Οποιοδήποτε κέρδος προκύπτει από συναλλαγματικές διαφορές που οφείλονται στη διακύμανση συναλλαγματικών ισοτιμιών, με εξαίρεση το κέρδος που προκύπτει από την εμπορία συναλλάγματος:

Νοείται ότι, πρόσωπο το οποίο δραστηριοποιείται στην εμπορία συναλλάγματος δύναται να επιλέξει ανέκκλητα όπως οι μη πραγματοποιηθείσες συναλλαγματικές διαφορές δεν υπόκεινται σε φόρο και δεν εκπίπτουν του φορολογητέου εισοδήματος, εάν αφορούν κέρδη και ζημιές, αντίστοιχα· η ανέκκλητη επιλογή υποβάλλεται σε εγκεκριμένο από τον Έφορο έντυπο, μαζί με την αμέσως επόμενη δήλωση του αντικειμένου του φόρου που το πρόσωπο οφείλει να επιδώσει μετά την έναρξη της ισχύος των διατάξεων του παρόντος εδαφίου, νοουμένου ότι η δήλωση υποβάλλεται εντός της προθεσμίας που προβλέπεται από το άρθρο 5 του περί Βεβαιώσεως και Εισπράξεως Νόμου.

Για τους σκοπούς του παρόντος εδαφίου ο όρος «κέρδος που προκύπτει από συναλλαγματικές διαφορές» περιλαμβάνει και κέρδος από δικαιώματα ή παράγωγα συναλλάγματος και ο όρος «εμπορία συναλλάγματος» περιλαμβάνει και εμπορία δικαιωμάτων ή παραγώγων συναλλάγματος.

(25) Οποιοδήποτε όφελος, πλεόνασμα ή κέρδος προσώπου το οποίο προκύπτει στο πλαίσιο αναδιάρθρωσης:

Νοείται ότι, σε περίπτωση διάθεσης ή κατοχής ακίνητης ιδιοκτησίας δι’ ιδίαν χρήσιν από το δανειστή η οποία αποκτήθηκε στο πλαίσιο αναδιάρθρωσης για σκοπούς φορολόγησης του δανειστή δυνάμει των διατάξεων του περί Φορολογίας του Εισοδήματος Νόμου, ως κόστος κτήσης θεωρείται η τιμή αναδιάρθρωσης και το προϊόν διάθεσης μειώνεται με οποιοδήποτε ποσό επιστρέφεται στο δανειολήπτη:

Nοείται περαιτέρω ότι, σε περίπτωση που:

(i)  Κατά την αναδιάρθρωση ή

(ii) κατά τη διάθεση ή κατοχή δι’ ιδίαν χρήσιν ακίνητης ιδιοκτησίας από το δανειστή, η οποία αποκτήθηκε στο πλαίσιο αναδιάρθρωσης,

επιστρέφεται ή περισσεύει, κατά περίπτωση στο δανειολήπτη οποιοδήποτε μέρος από το προϊόν διάθεσης, τότε καταβάλλεται φόρος από το δανειολήπτη κατ' αναλογία επί του ποσού που επιστρέφεται.

Για σκοπούς της παρούσας επιφύλαξης -

(i) Ο φόρος που προκύπτει βαρύνει το δανειολήπτη και παρακρατείται από το δανειστή από το εν λόγω ποσό που επιστρέφεται ή περισσεύει, κατά περίπτωση και καταβάλλεται στον Έφορο·

(ii) o φόρος που προκύπτει και καταβάλλεται δυνάμει της παρούσας επιφύλαξης και των κατ’ αναλογίαν διατάξεων του περί Φορολογίας του Εισοδήματος (Τροποποιητικού) (Αρ. 3) Νόμου του 2015 και του περί Φορολογίας Κεφαλαιουχικών Κερδών Νόμου δεν υπερβαίνουν στο σύνολό τους το ποσό που επιστρέφεται ή περισσεύει, κατά περίπτωση.

(26) Μέχρι του πενήντα τοις εκατόν (50%) του φορολογητέου εισοδήματος προσώπου δραστηριοποιούμενου στη Δημοκρατία στον τομέα παραγωγής ταινιών, σειρών και άλλων συναφών προγραμμάτων οπτικοακουστικής όπως οι δραστηριότητες  αυτές καθορίζονται στο Σχέδιο, το οποίο δεν υπερβαίνει το τριάντα πέντε τοις εκατόν (35%) των επιλέξιμων δαπανών, όπως αυτές εγκρίνονται από την Αρμόδια Αρχή εφαρμογής του Σχεδίου:

Νοείται ότι, η απαλλαγή από το φορολογητέο εισόδημα στην έκταση που δεν παραχωρείται λόγω του πιο πάνω περιορισμού, μεταφέρεται και παραχωρείται κατά τα επόμενα πέντε (5) έτη, τηρουμένων των πιο πάνω ποσοστιαίων περιορισμών:
Νοείται περαιτέρω ότι, οι διατάξεις του παρόντος εδαφίου δεν εφαρμόζονται στην περίπτωση που το πρόσωπο που διεκδικεί την απαλλαγή έχει διεκδικήσει επιστροφή χρημάτων με βάση το Σχέδιο:

Νοείται έτι περαιτέρω ότι, για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος εδαφίου ο Έφορος διατηρεί το δικαίωμα έκδοσης Γνωστοποίησης, η οποία δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας.

Εκπιπτόμενες δαπάνες

9. (1) Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου (2), προς εξεύρεση του φορολογητέου εισοδήματος κάθε προσώπου θα εκπίπτουν όλες οι δαπάνες τις οποίες το πρόσωπο αυτό υπέστη εξολοκλήρου και αποκλειστικά προς κτήση του εισοδήματος. Σ' αυτές περιλαμβάνονται:

(α) κάθε ποσό που δαπανήθηκε είτε για την επισκευή οικημάτων, μηχανημάτων, εγκαταστάσεων και μεταφορικών μέσων, είτε για την ανανέωση, επισκευή ή μετατροπή οποιουδήποτε εργαλείου, σκεύους ή άλλου αντικειμένου, χρησιμοποιουμένων για την κτήση του εισοδήματος·

(β) οι συνήθεις ετήσιες εισφορές που καταβάλλονται από εργοδότη σε Ταμείο που εμπίπτει στο άρθρο 14·

(γ) οι ανεπίδεκτες εισπράξεως απαιτήσεις οποιασδήποτε επιχείρησης, εάν ο Έφορος ικανοποιηθεί ότι οι απαιτήσεις αυτές κατέστησαν ανεπίδεκτες εισπράξεως κατά τη διάρκεια του φορολογικού έτους και ότι πράγματι αποσβέσθηκαν με οριστική εγγραφή κατά τη διάρκεια του ιδίου έτους, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι οι απαιτήσεις αυτές κατέστησαν πληρωτέες προ της έναρξης του εν λόγω έτους, καθώς επίσης και το ποσό κάθε ειδικής πρόβλεψης αναφορικά με επισφαλείς απαιτήσεις σε σχέση με τις οποίες ο Έφορος ικανοποιείται ότι κατέστησαν ή θα καταστούν τελικά ανείσπρακτες:

Νοείται ότι οποιοδήποτε ποσό εισπραχθέν κατά τη διάρκεια του εν λόγω έτους αναφορικά με ποσά προηγουμένως διαγραφέντα ή εκπτωθέντα ως απαιτήσεις ανεπίδεκτες εισπράξεως, δυνάμει των διατάξεων κάθε προηγούμενου νόμου επιβάλλοντος φόρο επί του εισοδήματος, ή δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου, θα λογίζεται, για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου, ως εισπράξεις της επιχείρησης, για το έτος αυτό·

(δ) οι δαπάνες για επιστημονικές έρευνες, τις οποίες υπέστη πρόσωπο που ασκεί επιχείρηση καθώς και οι δαπάνες για έρευνα και ανάπτυξη όπως αναγνωρίζονται με βάση τα διεθνή λογιστικά πρότυπα οι οποίες διενεργούνται από μικρές και μεσαίες καινοτόμες επιχειρήσεις  όπως αυτές ορίζονται στο άρθρο 9Α του παρόντος νόμου, εφόσον ο Έφορος ικανοποιείται ότι οι δαπάνες αυτές έγιναν προς χρήση και όφελος της επιχείρησης:

Νοείται ότι ουδεμία έκπτωση θα χορηγείται δυνάμει των διατάξεων της παρούσας παραγράφου για τέτοιες δαπάνες που έγιναν για την απόκτηση μηχανημάτων και εγκαταστάσεων ή κτιρίων, περιλαμβανομένων και καταλυμάτων υπαλλήλων, αναφορικά με τις οποίες δύναται να χορηγηθεί έκπτωση δυνάμει του άρθρου 10 του παρόντος Νόμου:

Νοείται περαιτέρω ότι κάθε τέτοια δαπάνη κεφαλαιουχικής φύσεως, αναφορικώς προς την οποία δεν δύνανται να χορηγηθούν εκπτώσεις δυνάμει του άρθρου 10, θα κατανέμεται εξ ίσου μεταξύ του φορολογικού έτους στο οποίο αυτή έγινε και των πέντε αμέσως επομένων ετών·

(ε)  Κάθε δαπάνη για την απόκτηση ή ανάπτυξη άυλων περιουσιακών στοιχείων όπως αυτά ορίζονται στον περί Διπλωμάτων Ευρεσιτεχνίας Νόμο όπως αυτός τροποποιήθηκε, στον περί του Δικαιώματος Πνευματικής Ιδιοκτησίας Νόμο όπως αυτός τροποποιήθηκε και στον περί Εμπορικών Σημάτων Νόμο όπως αυτός τροποποιήθηκε, η οποία έγινε από πρόσωπο που ασκεί επιχείρηση:

Νοείται ότι, κάθε τέτοια δαπάνη κεφαλαιουχικής φύσεως κατανέμεται εξίσου για ίδια χρήση μεταξύ του φορολογικού έτους, στο οποίο αυτή έγινε και των τεσσάρων αμέσως επόμενων ετών:

Νοείται έτι περαιτέρω ότι, το κέρδος πώλησης οποιουδήποτε άυλου περιουσιακού στοιχείου που αναφέρεται στο εδάφιο αυτό, θεωρείται εισόδημα για σκοπούς του άρθρου 5 του παρόντος Νόμου εξαιρουμένου οποιουδήποτε κέρδους κεφαλαιουχικής φύσεως από την πώληση τέτοιου άυλου περιουσιακού στοιχείου από οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο δεν επωφελήθηκε των διατάξεων της παρούσας παραγράφου:

Νοείται έτι, έτι περαιτέρω ότι, από το κέρδος που πηγάζει από τα περιγραφόμενα στο παρόν εδάφιο άυλα περιουσιακά στοιχεία (περιλαμβανομένων και αποζημιώσεων για παράτυπη χρήση τέτοιων στοιχείων) καθώς και από το κέρδος πώλησής τους, λογίζεται ως έξοδο, το ογδόντα τοις εκατόν (80%) επί του κέρδους των δικαιωμάτων και επί του κέρδους πώλησης, ανάλογα με την περίπτωση:

Νοείται έτι, έτι, έτι, περαιτέρω ότι, σε περίπτωση που προκύπτει ζημιά αντί κέρδος, το ποσό της ζημιάς το οποίο μπορεί να συμψηφιστεί και μεταφερθεί σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 13 περιορίζεται σε ποσοστό είκοσι τοις εκατόν (20%) και η εν λόγω ζημιά υπολογίζεται όπως υπολογίζεται το κέρδος [Σ.Σ. : Η παρούσα επιφύλαξη λογίζεται ότι τέθηκε σε ισχύ από την 1η Ιανουαρίου 2012]:

Νοείται έτι, έτι, έτι, έτι περαιτέρω ότι, έκπτωση που χορηγείται σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου (5) του άρθρου 33 η οποία πηγάζει από την εκμετάλλευση ή πώληση άυλων περιουσιακών στοιχείων, λογίζεται ως άμεσο έξοδο για σκοπούς υπολογισμού του κέρδους ή της ζημιάς [Σ.Σ. : Η παρούσα επιφύλαξη λογίζεται ότι τέθηκε σε ισχύ από την 1η Ιανουαρίου 2012]:

Νοείται έτι, έτι, έτι, έτι, έτι περαιτέρω ότι, η έκπτωση που χορηγείται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 9Β, η οποία αναλογεί σε άυλα περιουσιακά στοιχεία, λογίζεται ως άμεσο έξοδο για σκοπούς υπολογισμού του κέρδους [Σ.Σ. : Η παρούσα επιφύλαξη λογίζεται ότι τέθηκε σε ισχύ από την 1η Ιανουαρίου 2012].

Νοείται έτι, έτι, έτι, έτι, έτι, έτι περαιτέρω ότι, οι διατάξεις της παρούσας παραγράφου, εφαρμόζονται-

(α)  Έως την 30ή  Ιουνίου 2021 αναφορικά με άυλα περιουσιακά στοιχεία τα οποία –

(i) ενέπιπταν στις διατάξεις της παρούσας παραγράφου πριν τη 2α Ιανουαρίου 2016ˑ ή

(ii) αποκτήθηκαν άμεσα ή έμμεσα από συνδεδεμένο πρόσωπο κατά τη χρονική περίοδο που αρχίζει τη 2α Ιανουαρίου 2016 και λήγει την 30ή Ιουνίου 2016 και τα οποία κατά το χρόνο απόκτησής τους ενέπιπταν στις διατάξεις της παρούσας παραγράφου ή στις διατάξεις παρόμοιου  καθεστώτος για άυλα περιουσιακά στοιχεία σε άλλο κράτος ή των οποίων η απόκτηση δεν έγινε με κύριο σκοπό ή έχοντας ως ένα από τους κύριους σκοπούς την αποφυγή φόρουˑ ή

(iii) αποκτήθηκαν από μη συνδεδεμένο πρόσωπο ή αναπτύχθηκαν από το πρόσωπο το ίδιο, κατά τη χρονική περίοδο που αρχίζει τη 2α Ιανουαρίου 2016 και λήγει την 30ή Ιουνίου 2016·

(β)  έως την 31η Δεκεμβρίου 2016 αναφορικά με άυλα περιουσιακά στοιχεία τα οποία αποκτήθηκαν άμεσα ή έμμεσα από συνδεδεμένο πρόσωπο κατά τη χρονική περίοδο που αρχίζει τη 2α Ιανουαρίου 2016 και λήγει την 30ή Ιουνίου 2016 και τα οποία δεν εμπίπτουν στην υποπαράγραφο (ii):

Νοείται έτι, έτι, έτι, έτι, έτι, έτι, έτι περαιτέρω ότι, στο κέρδος που πηγάζει από την εκμετάλλευση ή πώληση άυλων περιουσιακών στοιχείων, περιλαμβάνεται -

(α) Το ενσωματωμένο εισόδημα που προκύπτει από την εμπορική χρήση άυλου περιουσιακού στοιχείου που εμπίπτει στον ορισμό «επιλέξιμο άυλο περιουσιακό στοιχείο» όπως αυτό καθορίζεται σε Κανονισμούς που εκδίδονται δυνάμει των διατάξεων της παραγράφου (κ), ανεξαρτήτως της ημερομηνίας απόκτησης ή ανάπτυξης αυτούˑ ή

(β) το εισόδημα που προέρχεται από άυλο περιουσιακό στοιχείο που εμπίπτει στον ορισμό «επιλέξιμο άυλο περιουσιακό στοιχείο» σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου (κ), ανεξαρτήτως της ημερομηνίας απόκτησης ή ανάπτυξης αυτού και για το οποίο υπάρχει μόνο οικονομική ιδιοκτησία:

Νοείται έτι, έτι, έτι, έτι, έτι, έτι, έτι, έτι περαιτέρω ότι, πρόσωπο δύναται για κάθε φορολογικό έτος να αποποιείται ολόκληρης ή μέρους της έκπτωσης που χορηγείται δυνάμει των διατάξεων της παρούσας παραγράφου:

Νοείται έτι, έτι, έτι, έτι, έτι, έτι, έτι, έτι, έτι περαιτέρω ότι για τους σκοπούς της παρούσας παραγράφου-

«συνδεδεμένο πρόσωπο» σημαίνει το συνδεδεμένο πρόσωπο όπως αυτό καθορίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου (3) του άρθρου 33·

«άυλα περιουσιακά στοιχεία» θεωρούνται τα περιουσιακά στοιχεία τα οποία μέχρι την 30η Ιουνίου 2016 είτε παρήγαν εισόδημα είτε είχε ολοκληρωθεί η ανάπτυξή τους.

“κέρδος” για τους σκοπούς της παρούσας παραγράφου, υπολογίζεται με την αφαίρεση από το εισόδημα που προέρχεται από την εκμετάλλευση ή την πώληση των άυλων περιουσιακών στοιχείων των άμεσων εξόδων για την κτήση του εισοδήματος αυτού.

(στ) δωρεές ή συνεισφορές που έγιναν για εκπαιδευτικούς, μορφωτικούς ή άλλους φιλανθρωπικούς σκοπούς προς τη Δημοκρατία ή Αρχή Τοπικής Διοίκησης ή προς οποιοδήποτε φιλανθρωπικό ίδρυμα που εγκρίνεται ως τέτοιο από το Υπουργικό Συμβούλιο:

Νοείται ότι, ανεξάρτητα από οποιαδήποτε αντίθετη διάταξη του παρόντος Νόμου, σε περίπτωση ζημιάς που έγινε εντός του έτους στο οποίο έγινε η δωρεά ή συνεισφορά, κάθε μέρος της ζημιάς μέχρι του ύψους του ποσού της δωρεάς ή συνεισφοράς δεν θα μεταφέρεται και δεν θα συμψηφίζεται με το εισόδημα των επομένων ετών·

(ζ) κάθε δαπάνη που έγινε, ανεξάρτητα από το εάν έγινε για κτήση εισοδήματος ή όχι,

(i) κατά την έκταση που το ποσό των δαπανών υπερβαίνει το ποσό των £350 σε περίπτωση οικοδομής εμβαδού μέχρι 100 τ.μ., ή το ποσό των £300 σε περίπτωση οικοδομής από 101-1000 τ.μ., ή το ποσό των £200 σε περίπτωση οικοδομής εμβαδού από 1001 τ.μ. και άνω, για κάθε τετραγωνικό μέτρο εμβαδού της οικοδομής ή του αρχαίου μνημείου·

(ii) για τη συντήρηση, διατήρηση ή αποκατάσταση αρχαίου μνημείου που καθορίζεται στο Δεύτερο Πίνακα του περί Αρχαιοτήτων Νόμου, εάν ο Διευθυντής του Τμήματος Αρχαιοτήτων πιστοποιεί ότι οι δαπάνες έγιναν για τη συμπλήρωση των έργων συντήρησης, διατήρησης ή αποκατάστασης του αρχαίου αυτού μνημείου:

Νοείται ότι καμιά έκπτωση δυνάμει της παρούσας παραγράφου θα χορηγείται-

(i) κατά την έκταση που το ποσό των δαπανών υπερβαίνει το ποσό των εκατόν ογδόντα λιρών για κάθε τετραγωνικό μέτρο εμβαδού της οικοδομής ή του αρχαίου μνημείου·

(ii) αναφορικά με οποιοδήποτε ποσό το οποίον ο ιδιοκτήτης της οικοδομής αυτής ή αρχαίου μνημείου έλαβε δυνάμει του εδαφίου (2) του άρθρου 8 του περί Αρχαιοτήτων Νόμου ή από οποιοδήποτε δημόσιο ταμείο·

(η) τόκος μέχρι ποσού πεντακοσίων λιρών αναφορικά με δάνειο που δημιουργήθηκε για την ανοικοδόμηση κατοικίας που χρησιμοποιείται συνήθως υπό ατόμου ή των παιδιών του για σκοπούς ιδιοκατοίκησης:

Νοείται ότι η διάταξη αυτή ισχύει μόνο για το φορολογικό έτος 2003·

(θ) οποιοδήποτε ποσό τόκων αναφορικά με την απόκτηση στοιχείων ενεργητικού που χρησιμοποιούνται στην επιχείρηση·

(ι) ποσά που καταβάλλονται σε Ταμείο το οποίο εγκρίνεται σύμφωνα με Κανονισμούς για σκοπούς εκπαίδευσης και συντήρησης ατόμου το οποίο φοιτά σε οποιοδήποτε πανεπιστήμιο, κολλέγιο, σχολή ή άλλο εκπαιδευτικό ίδρυμα.

(κ) Ποσοστό   ύψους  ογδόντα τοις εκατόν (80%) των επιλέξιμων κερδών που παράγονται από επιλέξιμο άυλο περιουσιακό στοιχείοˑ πρόσωπο δύναται για κάθε φορολογικό έτος να αποποιείται ολόκληρης ή μέρους της έκπτωσης που χορηγείται δυνάμει της παρούσας παραγράφου:

Νοείται ότι, σε περίπτωση που κατά τον υπολογισμό των επιλέξιμων κερδών προκύψει ζημιά αντί κέρδος, το ποσό της εν λόγω ζημιάς που μπορεί να συμψηφιστεί και να μεταφερθεί σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 13, περιορίζεται σε ποσοστό ύψους είκοσι τοις εκατόν (20%):

Νοείται περαιτέρω ότι, σε περίπτωση που το περιουσιακό στοιχείο δυνατό να εμπίπτει στις διατάξεις της παραγράφου (ε) και στις διατάξεις της παραγράφου (κ), τότε εφαρμόζονται οι διατάξεις της παραγράφου (ε):

Νοείται έτι περαιτέρω ότι, για σκοπούς εφαρμογής των διατάξεων της παρούσας παραγράφου, το Υπουργικό Συμβούλιο εκδίδει Κανονισμούς σε σχέση με τον τρόπο υπολογισμού των επιλέξιμων κερδών, καθώς και για τον καθορισμό των επιλέξιμων άυλων περιουσιακών στοιχείων:

Νοείται έτι, έτι περαιτέρω ότι, όροι η έννοια των οποίων δεν ορίζεται στο παρόν άρθρο, έχουν την έννοια που αποδίδεται σε αυτούς από τους Κανονισμούς που εκδίδονται δυνάμει των διατάξεων της παρούσας παραγράφου.

(λ) Κάθε δαπάνη για την απόκτηση ή την ανάπτυξη του άυλου περιουσιακού στοιχείου, η οποία  πραγματοποιήθηκε από πρόσωπο που ασκεί επιχείρηση αναφορικά με την οποία ο Έφορος ήθελε ικανοποιηθεί ότι έγινε προς όφελος της επιχείρησης:

Νοείται ότι, κάθε τέτοια δαπάνη που αναφέρεται στην παρούσα παράγραφο και είναι κεφαλαιουχικής φύσεως κατανέμεται στη χρονική διάρκεια του άυλου περιουσιακού στοιχείου με εύλογο τρόπο, σύμφωνα με αποδεκτές λογιστικές αρχές με μέγιστη περίοδο τα είκοσι (20) έτηˑ πρόσωπο δύναται για κάθε φορολογικό έτος να επιλέγει ολόκληρη ή μέρος της έκπτωσης που χορηγείται δυνάμει της παρούσας παραγράφου και προς εξεύρεση του εναπομείναντος υπολοίπου λαμβάνεται υπόψη το σύνολο  οποιωνδήποτε αφαιρέσεων διεκδικήθηκαν κατά τον υπολογισμό της εξισωτικής κατάστασης:

Νοείται περαιτέρω ότι, οι διατάξεις της παρούσας παραγράφου δεν εφαρμόζονται για άυλα περιουσιακά στοιχεία που εμπίπτουν στην παράγραφο (ε), καθώς και σε φήμη και πελατεία-εμπορική εύνοια και καμία έκπτωση δεν χορηγείται εάν η αγοραία αξία των άυλων περιουσιακών στοιχείων δεν είναι τεκμηριωμένη κατά την κρίση του Εφόρου:

Νοείται έτι περαιτέρω ότι, σε περίπτωση πώλησης του άυλου περιουσιακού στοιχείου εφαρμόζονται οι διατάξεις του εδαφίου (3) του άρθρου 10 σε σχέση με τον υπολογισμό εξισωτικής κατάστασης.

Για τους σκοπούς του παρόντος εδαφίου δεν εκπίπτονται-

(i) οποιεσδήποτε δαπάνες δεν υποστηρίζονται από τιμολόγια και αποδείξεις είσπραξης ή άλλα στοιχεία που προβλέπονται στους Κανονισμούς που εκδίδονται δυνάμει του εδαφίου (1) του άρθρου 30 του περί Βεβαιώσεως και Εισπράξεως Φόρων Νόμου·

(ii) οι αποδοχές, που αφορούν μισθωτές υπηρεσίες που παρέχονται εντός του φορολογικού έτους, επί των οποίων οι εισφορές στο Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων, Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού, Ταμείο Ανάπτυξης Ανθρώπινου Δυναμικού, Ταμείο Κοινωνικής Συνοχής, Ταμείο Συντάξεων και Ταμείο Προνοίας δεν καταβάλλονται στο έτος στο οποίο οφείλονται:

Νοείται ότι, στην περίπτωση που οι πιο πάνω εισφορές, ως επίσης και οι οποιεσδήποτε απορρέουσες επ’ αυτών επιβαρύνσεις και τόκοι, καταβάλλονται πλήρως εντός δύο (2) ετών από την τελευταία ημερομηνία που αυτές οφείλονται, τότε οι αποδοχές και οι εισφορές αυτές εκπίπτονται κατά το φορολογικό έτος στο οποίο καταβάλλονται όπως οι πιο πάνω.

(2) Στην περίπτωση εισοδήματος ατόμου από ενοικίαση κτιρίων αφαιρείται ποσοστό είκοσι τοις εκατόν (20%) από το εν λόγω ακαθάριστο εισόδημα πριν να αφαιρεθεί η έκπτωση για μείωση της αξίας και φθοράς όπως προνοείται στις διατάξεις του άρθρου 10 και η δαπάνη για τόκους.

(3) Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου ο όρος 'επιχείρηση' περιλαμβάνει εκμίσθωση ιδιοκτησίας.

Εκπιπτόμενες δαπάνες για επένδυση σε καινοτόμο μικρή και μεσαία επιχείρηση (ΜΜΕ)

(9A) Δαπάνες που διενεργούνται από  φυσικό πρόσωπο, το οποίο είναι ανεξάρτητος επενδυτής,  είτε απευθείας, είτε μέσω επενδυτικού ταμείου,  είτε μέσω εναλλακτικής πλατφόρμας διαπραγμάτευσης, για επένδυση χρηματοδότησης επιχειρηματικού κινδύνου προς καινοτόμο μικρή και μεσαία επιχείρηση (ΜΜΕ), εκπίπτουν από το φορολογητέο εισόδημα του προσώπου αυτού κατά την  επένδυσή τους:

Νοείται ότι

(i) Το ποσό που εκπίπτει του φορολογητέου εισοδήματος δεν μπορεί να υπερβαίνει το 50% του φορολογητέου εισοδήματος του προσώπου αυτού στο φορολογικό έτος εντός του οποίου πραγματοποιείται η επένδυση χρηματοδότησης επιχειρηματικού κινδύνου  όπως αυτό έχει προσδιορισθεί σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου προτού αφαιρεθεί από αυτό η έκπτωση που καθορίζεται στο παρόν άρθρο και αφού αφαιρεθεί από αυτό η έκπτωση με βάση το άρθρο 14 του παρόντος νόμου·

(ii) η αφαίρεση, στην έκταση που δεν παραχωρείται λόγω του περιορισμού της υποπαραγράφου (i) μπορεί να μεταφέρεται και να παραχωρείται κατά τα επόμενα πέντε έτη, τηρουμένου του πιο πάνω ποσοστιαίου περιορισμού·

(iii) το ποσό που εκπίπτει δεν μπορεί να υπερβεί στο σύνολο του τις εκατό πενήντα χιλιάδες ευρώ τον χρόνο·

(iv) πρόσωπο που πραγματοποιεί δαπάνες για επένδυση χρηματοδότησης επιχειρηματικού κινδύνου βάση του παρόντος εδαφίου θεωρείται ανεξάρτητος επενδυτής  εάν δεν είναι ήδη μέτοχος της καινοτόμου μικρής και μεσαίας επιχείρησης στην οποία επενδύει, εκτός κατά τη δημιουργία νέας εταιρείας, όπου θεωρείται ότι οι ιδιώτες επενδυτές, συμπεριλαμβανομένων των ιδρυτών, είναι ανεξάρτητοι από αυτήν˙

(v) στην περίπτωση επενδύσεων συνέχειας πρέπει να πληρούνται σωρευτικά οι προϋποθέσεις της παραγράφου 6 του άρθρου 21 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 651/2014 ·

(vi) Ο Έφορος δύναται να μην επιτρέψει την παραχώρηση οποιασδήποτε έκπτωσης δυνάμει των διατάξεων παρόντος εδαφίου, εάν πρόσωπο που  πραγματοποιεί δαπάνες για επένδυση χρηματοδότησης επιχειρηματικού κινδύνου βάση του παρόντος εδαφίου, δεν διατηρήσει στην κατοχή του την εν λόγω επένδυση στην καινοτόμο μικρή και μεσαία επιχείρηση (ΜΜΕ) για ελάχιστη περίοδο τριών ετών.

(vii) Ο Έφορος δύναται να μην επιτρέψει την παραχώρηση οποιασδήποτε έκπτωσης δυνάμει των διατάξεων του παρόντος άρθρου, σε περίπτωση που κρίνει ότι έχουν γίνει ενέργειες οι οποίες αποσκοπούν στην παραχώρηση της σχετικής  έκπτωσης  και καταστρατηγούν οποιαδήποτε ανώτατα όρια που τίθενται δυνάμει του παρόντος άρθρου.

Για σκοπούς του παρόντος άρθρου -

«καινοτόμος μικρή και μεσαία επιχείρηση (ΜΜΕ)» σημαίνει την μικρή και μεσαία επιχείρηση (ΜΜΕ):

(α) που ασκεί επιχειρηματική δραστηριότητα εντός της Κυπριακής Δημοκρατίας˙ και

(β) η οποία θα πρέπει, τη στιγμή της επένδυσης να αποτελεί μη εισηγμένη ΜΜΕ και να έχει καταρτίσει επιχειρηματικό σχέδιο για την επένδυση χρηματοδότησης επιχειρηματικού κινδύνου και επιπλέον να πληροί τουλάχιστον μια από τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

(i) δεν ασκεί δραστηριότητες σε καμία αγορά· ή

(ii) ασκεί δραστηριότητες σε οποιαδήποτε αγορά λιγότερο από επτά (7) έτη  μετά την πρώτη εμπορική της πώληση· ή

(iii) χρειάζεται αρχική επένδυση χρηματοδότησης επιχειρηματικού κινδύνου η οποία, βάσει επιχειρηματικού σχεδίου που καταρτίζεται για νέο προϊόν ή τη διείσδυση σε νέα γεωγραφική αγορά, είναι ψηλότερη του 50% του μέσου ετήσιου κύκλου εργασιών της κατά τα προηγούμενα πέντε έτη:

Νοείται ότι ο περιορισμός των επτά (7) ετών, ο οποίος αναφέρεται στις πιο πάνω προϋποθέσεις δεν ισχύει στην περίπτωση χρηματοδότησης επενδύσεων συνέχειας εφόσον δεν γίνεται υπέρβαση του συνολικού ποσού της χρηματοδότησης επιχειρηματικού κινδύνου που αναφέρεται στην παράγραφο 9 του άρθρου 21 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 651/2014 και η δυνατότητα επενδύσεων συνέχειας είχε προβλεφθεί στο αρχικό επιχειρηματικό σχέδιο της ΜΜΕ που υποβλήθηκε στο Υπουργείο Οικονομικών ή άλλη αρμόδια αρχή, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου (γ) του παρόντος ορισμού, και

(γ) η οποία έχει εγκριθεί σύμφωνα με την εξής διαδικασία -

(1) Για να θεωρείται “καινοτόμος μικρή και μεσαία επιχείρηση (ΜΜΕ)” η επιχείρηση θα πρέπει να έχει εγκριθεί ως τέτοια από το Υπουργείο Οικονομικών, ή άλλη αρμόδια αρχή που θα υποδείξει ο Υπουργός Οικονομικών, κατόπιν αίτησης, συνοδευομένη από πιστοποιητικό από εξωτερικό ελεγκτή, σύμφωνα με το οποίο, οι δαπάνες έρευνας και ανάπτυξης της, όπως αναγνωρίζονται με βάση τα διεθνή λογιστικά πρότυπα και οι οποίες δύναται να περιλαμβάνουν και δαπάνες που κεφαλαιοποιούνται, αντιπροσωπεύουν τουλάχιστον το 10 % του συνόλου των λειτουργικών της δαπανών:

(i) σε τουλάχιστον ένα από τα τρία τελευταία φορολογικά έτη πριν από το φορολογικό έτος εντός του οποίου γίνεται η επένδυση ή,

(ii) σε περίπτωση επιχείρησης που βρίσκεται σε φάση εκκίνησης και δεν έχει οικονομικό ιστορικό, στον έλεγχο της οικονομικής χρήσης

Νοείται ότι, σε περίπτωση επιχείρησης που βρίσκεται σε φάση εκκίνησης και δεν έχει οικονομικό ιστορικό και ούτε μπορεί να γίνει έλεγχος της οικονομικής χρήσης, η έγκριση δύναται να βασίζεται σε επιχειρηματικό σχέδιο·

Νοείται, περαιτέρω, ότι σε κάθε περίπτωση, το Υπουργείο Οικονομικών ή άλλη αρμόδια αρχή που θα υποδείξει ο Υπουργός Οικονομικών, εγκρίνει ή απορρίπτει τον χαρακτηρισμό της επιχείρησης ως  «καινοτόμος μικρή και μεσαία επιχείρηση (ΜΜΕ)», εντός ενός μηνός από την λήψη συμπληρωμένης αίτησης, σύμφωνα με το παρόν εδάφιο και δύναται για το σκοπό αυτό να ζητά την υποβολή επιχειρηματικού σχεδίου στην περίπτωση επιχείρησης χωρίς οικονομικό ιστορικό που δεν κατέχει πιστοποιητικό από εξωτερικό ελεγκτή για το ποσοστό των δαπανών έρευνας και ανάπτυξης.

(2) Το Υπουργείο Οικονομικών δύναται να εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές για την πρακτική εφαρμογή της διαδικασίας που προνοείται στην παράγραφο (1), υπό την μορφή εγκυκλίου.

(3) Μια επιχείρηση παύει να θεωρείται καινοτόμος μικρή και μεσαία επιχείρηση (ΜΜΕ) για σκοπούς του παρόντος νόμου οποιαδήποτε στιγμή αυτή λάβει συνολική επένδυση χρηματοδότησης επιχειρηματικού κινδύνου η οποία ξεπερνά το ανώτατο όριο που τίθεται στην παράγραφο 9 του άρθρου 21 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 651/2014.

(δ) η οποία δεν αποκλείεται από το πεδίο εφαρμογής του Κανονισμού 651/2014 (άρθρο 1), δηλαδή, μεταξύ άλλων:

(i) δεν αποτελεί προβληματική επιχείρηση όπως αυτή ορίζεται στην παράγραφο 18 του άρθρου 2 του Κανονισμού 651/2014 ή

(ii) δεν αποτελεί αντικείμενο εκκρεμούσας διαταγής ανάκτησης μετά από προηγούμενη απόφαση της Επιτροπής με την οποία ενίσχυση κηρύσσεται παράνομη και ασυμβίβαστη με την κοινή αγορά.

«δάνειο» σημαίνει συμφωνία που υποχρεώνει τον δανειοδότη να διαθέσει στον δανειολήπτη χρηματικό ποσό συμφωνημένου ύψους για συμφωνημένο χρονικό διάστημα. Ο δανειολήπτης υποχρεούται βάση της συμφωνίας να αποπληρώσει το δάνειο που του χορηγήθηκε εντός της συμφωνηθείσας περιόδου.  Δύναται να λάβει τη μορφή δανείου ή άλλου χρηματοδοτικού μέσου, συμπεριλαμβανομένης της χρηματοδοτικής μίσθωσης, που παρέχει στο δανειοδότη ένα βασικό στοιχείο ελάχιστης απόδοσης. Η αναχρηματοδότηση υφιστάμενων δανείων δεν αποτελεί επιλέξιμο δάνειο.

«εναλλακτική πλατφόρμα διαπραγμάτευσης» σημαίνει ένα πολυμερή μηχανισμό διαπραγμάτευσης, όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφο 1 σημείο 15 της οδηγίας 2004/3/ΕΚ, όπου η πλειονότητα των χρηματοοικονομικών μέσων που έχουν εισαχθεί προς διαπραγμάτευση εκδίδονται από ΜΜΕ˙

«επενδυτικό ταμείο» σημαίνει

(α) είτε τον ΟΕΕ, όπως ορίζεται στον περί των Οργανισμών Εναλλακτικών Επενδύσεων Νόμο του 2014, ο οποίος, σύμφωνα με την επενδυτική του πολιτική, επενδύει 60% τουλάχιστον του ενεργητικού του:

(i)  σε μέσα ιδίων κεφαλαίων και οιονεί ιδίων κεφαλαίων, όπως συμμετοχικά δικαιώματα, μετοχικούς τίτλους ή κινητές αξίες κεφαλαιουχικών εταιριών ή εταιρικές συμμετοχές ή μερίδια προσωπικών εταιριών, συμμετοχικά δάνεια, δικαιώματα συμμετοχής σε κέρδη, τίτλους επιλογής ή άλλους τίτλους που παρέχουν δικαίωμα απόκτησης των ως άνω συμμετοχικών δικαιωμάτων, τίτλων ή κινητών αξιών, μετατρέψιμες ομολογίες, τα οποία εκδίδονται από καινοτόμες ΜΜΕ, ως ορίζονται στον παρόντα Νόμο∙

(ii) σε εγγυημένα ή μη εγγυημένα δάνεια, που χορηγούνται στις παραπάνω καινοτόμες ΜΜΕ, υπό τους όρους ότι ο ΟΕΕ έχει ήδη πραγματοποιήσει στις εν λόγω καινοτόμες ΜΜΕ επενδύσεις της υποπαραγράφου (i) ανωτέρω, και υπό την προϋπόθεση ότι για τα δάνεια αυτά δεν χρησιμοποιούνται κεφάλαια περισσότερα από το 30% του ενεργητικού του ΟΕΕ, που δύναται να επενδυθεί σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο∙

(iii) σε τρέχουσες απαιτήσεις από αλληλόχρεους λογαριασμούς υπέρ καινοτόμων ΜΜΕ στις οποίες ο ΟΕΕ διατηρεί συμμετοχή, σύμφωνα με την υποπαράγραφο (i) ανωτέρω σε ποσοστό τουλάχιστον 5%. Οι επενδύσεις σε τρέχουσες απαιτήσεις από αλληλόχρεους λογαριασμούς δεν επιτρέπεται να υπερβαίνουν το 15% της επένδυσης που έχει πραγματοποιήσει ο ΟΕΕ σε κάθε καινοτόμα ΜΜΕ, στην οποία διατηρεί συμμετοχή σύμφωνα με την υποπαράγραφο (i) ανωτέρω∙

(β) είτε τον ΟΕΕΠΑΠ, όπως ορίζεται στον περί των Οργανισμών Εναλλακτικών Επενδύσεων Νόμο του 2014, ή που λειτουργεί ως τέτοιος δυνάμει της παραγράφου (α) του εδαφίου (1) του άρθρου 120 του περί Οργανισμών Εναλλακτικών Επενδύσεων Νόμου του 2014, ο οποίος, σύμφωνα με την επενδυτική του πολιτική, επενδύει 60% τουλάχιστον του ενεργητικού του:

(i) σε μέσα ιδίων κεφαλαίων και οιονεί ιδίων κεφαλαίων, όπως συμμετοχικά δικαιώματα, μετοχικούς τίτλους ή κινητές αξίες κεφαλαιουχικών εταιριών ή εταιρικές συμμετοχές ή μερίδια προσωπικών εταιριών, συμμετοχικά δάνεια, δικαιώματα συμμετοχής σε κέρδη, τίτλους επιλογής ή άλλους τίτλους που παρέχουν δικαίωμα απόκτησης των ως άνω συμμετοχικών δικαιωμάτων, τίτλων ή κινητών αξιών, μετατρέψιμες ομολογίες, τα οποία εκδίδονται από καινοτόμες ΜΜΕ, ως ορίζονται στον παρόντα Νόμο∙

(ii) σε εγγυημένα ή μη εγγυημένα δάνεια, που χορηγούνται στις παραπάνω καινοτόμες ΜΜΕ, υπό τους όρους ότι ο ΟΕΕΠΑΠ έχει ήδη πραγματοποιήσει στις εν λόγω καινοτόμες ΜΜΕ επενδύσεις της υποπαραγράφου (i) ανωτέρω, και υπό την προϋπόθεση ότι για τα δάνεια αυτά δεν χρησιμοποιούνται κεφάλαια περισσότερα από το 30% του ενεργητικού του ΟΕΕΠΑΠ, που δύναται να επενδυθεί σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο∙

(iii) σε τρέχουσες απαιτήσεις  από αλληλόχρεους λογαριασμούς υπέρ καινοτόμων ΜΜΕ στις οποίες ο ΟΕΕΠΑΠ διατηρεί συμμετοχή, σύμφωνα με την υποπαράγραφο (i) ανωτέρω σε ποσοστό τουλάχιστον 5%. Οι επενδύσεις σε τρέχουσες απαιτήσεις από αλληλόχρεους λογαριασμούς δεν επιτρέπεται να υπερβαίνουν το 15% της επένδυσης που έχει πραγματοποιήσει ο ΟΕΕΠΑΠ σε κάθε καινοτόμα ΜΜΕ, στην οποία διατηρεί συμμετοχή σύμφωνα με την υποπαράγραφο (i) ανωτέρω∙

(δ) είτε Ταμεία Κοινωνικής Επιχειρηματικότητας (EuSEF) που πληρούν τις προϋποθέσεις, ως ορίζονται στον Κανονισμό 346/2013,

(ε) είτε Εταιρείες Επιχειρηματικού Κεφαλαίου (EuVECA) που πληρούν τις προϋποθέσεις, ως ορίζονται στον Κανονισμό 345/2013∙

«επένδυση συνέχειας» σημαίνει την επιπρόσθετη επένδυση χρηματοδότησης επιχειρηματικού κινδύνου σε επιχείρηση, που ακολουθεί ένα η περισσότερους προηγούμενους κύκλους επενδύσεων χρηματοδότησης επιχειρηματικού  κινδύνου·

«επένδυση οιονεί ιδίων κεφαλαίων»: σημαίνει ένα είδος χρηματοδότησης το οποίο τοποθετείται μεταξύ ιδίων και δανειακών κεφαλαίων και συνεπάγεται μεγαλύτερο κίνδυνο από το δάνειο αυξημένης εξασφάλισης και μικρότερο κίνδυνο από το κοινό μετοχικό κεφάλαιο, της οποίας η απόδοση για τον κάτοχο βασίζεται κυρίως στα κέρδη ή τις ζημίες της υποκείμενης στοχευόμενης επιχείρησης και η οποία δεν διασφαλίζεται σε περίπτωση αφερεγγυότητάς της. Οι επενδύσεις οιονεί ιδίων κεφαλαίων μπορεί να είναι δομημένες με τη μορφή χρέους, χωρίς εξασφάλιση και εξοφλητική προτεραιότητα, συμπεριλαμβανομένου χρέους υβριδικής μορφής, και σε ορισμένες περιπτώσεις μετατρέψιμου σε μετοχές, ή με τη μορφή προνομιούχων μετοχών·

«επένδυση χρηματοδότησης επιχειρηματικού κινδύνου» σημαίνει επενδύσεις ιδίων κεφαλαίων και οιονεί ιδίων κεφαλαίων, δάνεια, συμπεριλαμβανομένων των χρηματοδοτικών μισθώσεων, εγγυήσεις ή συνδυασμός αυτών, σε επιλέξιμες επιχειρήσεις για την πραγματοποίηση νέων επενδύσεων˙

Νοείται ότι ο ορισμός της επένδυσης χρηματοδότησης επιχειρηματικού κινδύνου περιλαμβάνει και επενδύσεις συνέχειας.·

«επένδυση ιδίων κεφαλαίων» σημαίνει την παροχή κεφαλαίων σε επιχείρηση, επενδυόμενων άμεσα ή έμμεσα έναντι ιδιοκτησίας του αντίστοιχου μεριδίου της επιχείρησης αυτής·

«δάνειο» σημαίνει συμφωνία που υποχρεώνει τον δανειοδότη να διαθέσει στον δανειολήπτη χρηματικό ποσό συμφωνημένου ύψους και για συμφωνημένο χρονικό διάστημα. Ο δανειολήπτης υποχρεούται βάση της συμφωνίας να αποπληρώσει το δάνειο που του χορηγήθηκε εντός της συμφωνηθείσας περιόδου. Δύναται να λάβει τη μορφή δανείου ή άλλου χρηματοδοτικού μέσου, συμπεριλαμβανομένης της χρηματοδοτικής μίσθωσης, που παρέχει στην δανειοδότη ένα βασικό στοιχείο ελάχιστης απόδοσης. Η αναχρηματοδότηση υφιστάμενων δανείων δεν αποτελεί επιλέξιμο δάνειο.

«πρώτη εμπορική πώληση» σημαίνει  την πρώτη πώληση από μια επιχείρηση σε αγορά προϊόντων ή υπηρεσιών, πλην των περιορισμένων δοκιμαστικών πωλήσεων στην αγορά·

«μη εισηγμένη ΜΜΕ» σημαίνει κάθε ΜΜΕ που δεν περιλαμβάνεται σε επίσημο κατάλογο χρηματιστηρίου, εκτός από τις εναλλακτικές πλατφόρμες διαπραγμάτευσης˙

Οι όροι “μικρή και μεσαία επιχείρηση” ή “ΜΜΕ”, για σκοπούς του άρθρου 9A του παρόντος Νόμου ερμηνεύονται σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 651/2014 της Επιτροπής της 17ης Ιουνίου 2014 για την κήρυξη ορισμένων κατηγοριών ενισχύσεων ως συμβατών με την εσωτερική αγορά κατ’ εφαρμογή των άρθρων 107 και 108 της Συνθήκης.

Έκπτωση επί νέων κεφαλαίων

9Β(1) Ανεξαρτήτως των διατάξεων του άρθρου 9, από το φορολογητέο εισόδημα εταιρείας κάτοικου της Δημοκρατίας ή εταιρείας μη κάτοικου της Δημοκρατίας με μόνιμη εγκατάσταση στη Δημοκρατία η οποία ασκεί επιχείρηση, παραχωρείται έκπτωση ίση με το γινόμενο του επιτοκίου αναφοράς επί των νέων κεφαλαίων που ανήκουν στην επιχείρηση και που χρησιμοποιούνται από αυτή για τη διεξαγωγή των δραστηριοτήτων της, και η έκπτωση αυτή αφαιρείται από το φορολογητέο εισόδημα του προσώπου αυτού για το εν λόγω φορολογικό έτος:

Νοείται ότι, η έκπτωση παραχωρείται για εκείνη την περίοδο εντός του έτους, κατά τη διάρκεια της οποίας τα νέα κεφάλαια ανήκαν στην επιχείρηση:

(2) Για σκοπούς του παρόντος άρθρου, ο όρος –

(α) «επιτόκιο αναφοράς» σημαίνει το επιτόκιο απόδοσης δεκαετούς κυβερνητικού ομολόγου του κράτους, στο οποίο επενδύονται τα νέα κεφάλαια, αυξημένο κατά τρεις (3) εκατοστιαίες μονάδες, με κατώτατο όριο το επιτόκιο απόδοσης δεκαετούς κυβερνητικού ομολόγου της Δημοκρατίας, αυξημένο κατά τρεις (3)  εκατοστιαίες μονάδες κατά την 31η Δεκεμβρίου του έτους που προηγείται του φορολογικού έτους˙

(β) «νέα κεφάλαια» σημαίνει κεφάλαια τα οποία έχουν εισαχθεί στην επιχείρηση κατά ή μετά την 1η  Ιανουαρίου 2015, αλλά τα οποία δεν περιλαμβάνουν ποσά που έχουν κεφαλαιοποιηθεί και προέρχονται από επανεκτίμηση κινητών ή ακίνητων αξιών και «παλαιά κεφάλαια» σημαίνει τα κεφάλαια που υφίστανται κατά την 31η Δεκεμβρίου 2014:

Νοείται ότι, δεν λογίζονται ως νέα κεφάλαια, οποιαδήποτε κεφάλαια έχουν εισαχθεί στην επιχείρηση κατά ή μετά την 1η Ιανουαρίου 2015 τα οποία προέρχονται άμεσα ή έμμεσα από αποθεματικά που υφίστανται κατά την 31η Δεκεμβρίου 2014, αλλά δεν σχετίζονται με νέα περιουσιακά στοιχεία τα οποία χρησιμοποιούνται στην επιχείρηση·

(γ) «κεφάλαια» σημαίνει το εκδοθέν μετοχικό κεφάλαιο και το αποθεματικό υπέρ το άρτιον από την έκδοση μετοχών, στο βαθμό που αυτά έχουν εξοφληθεί.

(3) (α) Για την έκπτωση που παραχωρείται δυνάμει των διατάξεων του παρόντος άρθρου λαμβάνονται υπόψη μόνο κεφάλαια πέραν του ποσού των παλαιών κεφαλαίων.

(β) Σε περίπτωση κατά την οποία τα ποσά των νέων κεφαλαίων μίας επιχείρησης που ασκείται από εταιρεία κάτοικο στη Δημοκρατία ή από εταιρεία μη κάτοικο στη Δημοκρατία με μόνιμη εγκατάσταση στη Δημοκρατία, προέρχονται άμεσα ή έμμεσα από ποσά νέων κεφαλαίων άλλης επιχείρησης που ασκείται από εταιρεία κάτοικο στη Δημοκρατία  ή από εταιρεία μη κάτοικο στη Δημοκρατία με μόνιμη εγκατάσταση στη Δημοκρατία, η έκπτωση επί των νέων κεφαλαίων παραχωρείται μόνο σε μία από τις εν λόγω επιχειρήσεις.

(γ) Tο ποσό της έκπτωσης επί ιδίων κεφαλαίων δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσοστό του ογδόντα τοις εκατό (80%) του φορολογητέου εισοδήματος όπως αυτό έχει προσδιοριστεί σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου προτού αφαιρεθεί από αυτό η προβλεπόμενη στο παρόν άρθρο έκπτωση.

Νοείται ότι, σε περίπτωση ζημιάς δεν παραχωρείται τέτοια έκπτωση.

(δ) Σε περίπτωση κατά την οποία ποσά νέων κεφαλαίων προέρχονται άμεσα ή έμμεσα από δάνεια για τα οποία παραχωρείται έκπτωση αναφορικά με τόκους, σύμφωνα με τις διατάξεις της πρώτης ή δεύτερης επιφύλαξης της παραγράφου (15) του άρθρου 11, το ποσό της έκπτωσης τόκου επί των νέων κεφαλαίων μειώνεται κατά το ποσό των τόκων που παραχωρούνται σε άλλη επιχείρηση.

(ε) Η έκπτωση λογίζεται ως τόκος και σε τέτοια περίπτωση εφαρμόζονται οι διατάξεις του εδαφίου 15 του άρθρου 11.

(στ) Σε περίπτωση κατά την οποία νέα κεφάλαια εισάγονται υπό μορφή περιουσιακών στοιχείων σε είδος, το ποσό των κεφαλαίων αυτών για σκοπούς παραχώρησης της έκπτωσης που προβλέπεται από τις διατάξεις του παρόντος άρθρου δεν μπορεί να υπερβαίνει την αγοραία αξία των εν λόγω περιουσιακών στοιχείων κατά την ημερομηνία εισαγωγής τους στην επιχείρηση και καμία έκπτωση δεν παραχωρείται εάν η αγοραία αξία αυτών δεν είναι τεκμηριωμένη κατά την κρίση του Εφόρου.

(ζ) Σε περίπτωση αναδιοργάνωσης η οποία  πραγματοποιείται χωρίς να δημιουργούνται κέρδη υποκείμενα σε φορολογία στη μεταβιβάζουσα εταιρεία, σύμφωνα με τις διατάξεις του Μέρους VI, η έκπτωση τόκου για ίδια κεφάλαια υπολογίζεται ως εάν να μην έλαβε χώρα η αναδιοργάνωση.

(η) Ο Έφορος δύναται να μην επιτρέψει την παραχώρηση οποιασδήποτε έκπτωσης δυνάμει των διατάξεων του παρόντος άρθρου, σε περίπτωση που κρίνει ότι έχουν γίνει ενέργειες ή συναλλαγές χωρίς ουσιαστικό οικονομικό ή εμπορικό σκοπό οι οποίες αποσκοπούν στην παραχώρηση της σχετικής έκπτωσης, ή ότι τα νέα κεφάλαια για τα οποία διεκδικείται η έκπτωση προέρχονται από κεφάλαια που υπήρχαν πριν την 1η Ιανουαρίου 2015 και τα οποία παρουσιάζονται ως νέα κεφάλαια μέσα από ενέργειες ή συναλλαγές συνδεδεμένων προσώπων, με κύριο σκοπό την παραχώρηση της προβλεπόμενης στο παρόν άρθρο έκπτωσης.

(4) Πρόσωπο δύναται για κάθε φορολογικό έτος να επιλέγει την αποποίηση ολόκληρης ή μέρους της έκπτωσης που παραχωρείται δυνάμει των διατάξεων του παρόντος άρθρου.

Δαπάνες στην οπτικοακουστική βιομηχανία

9Γ. Δαπάνες γενόμενες από φυσικό πρόσωπο που ασκεί οικονομική δραστηριότητα και οι οποίες αφορούν κινηματογραφική υποδομή και απόκτηση τεχνολογικού εξοπλισμού εφόσον πληρούνται κατ’ αναλογίαν οι προϋποθέσεις που αναφέρονται στο άρθρο 17 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 651/2014, καθώς και δαπάνες γενόμενες από οριζόμενη στο Σχέδιο ως Μικρό Μεσαία Επιχείρηση (ΜΜΕ), ήτοι από κάθε οντότητα ανεξαρτήτως νομικής μορφής η οποία ασκεί οικονομική δραστηριότητα και αποτελεί δρώσα οικονομική οντότητα στην κινηματογραφική υποδομή, όπως και δαπάνες σε τεχνολογικό εξοπλισμό σύμφωνα με το Σχέδιο, εκπίπτουν από το φορολογητέο εισόδημα του προσώπου αυτού κατά το χρόνο διενέργειας της επένδυσης:

Νοείται ότι, η έκπτωση δεν δύναται να ξεπερνά το είκοσι τοις εκατόν (20%) των επιλέξιμων δαπανών στην περίπτωση μικρής επιχείρησης και φυσικού προσώπου, το οποίο πληροί κατ’ αναλογίαν τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στο άρθρο 17 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 651/2014 και το δέκα τοις εκατόν (10%) των επιλέξιμων δαπανών στην περίπτωση μεσαίας επιχείρησης, νοουμένου ότι στην περίπτωση τεχνολογικού εξοπλισμού αυτός παραμένει στην επικράτεια της Δημοκρατίας για περίοδο τουλάχιστον πέντε (5) ετών:

Νοείται περαιτέρω ότι, η αφαίρεση, στην έκταση που δεν δύναται να παραχωρηθεί λόγω του πιο πάνω περιορισμού, μεταφέρεται και παραχωρείται κατά τα επόμενα πέντε (5) έτη τηρουμένων των πιο πάνω ποσοστιαίων περιορισμών.

Χειρισμός συσσωρευμένων ζημιών σε ειδικές περιπτώσεις

9Δ.(1) Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου ισχύουν ανεξαρτήτως των λοιπών διατάξεων του παρόντος Νόμου, και ανεξαρτήτως των διατάξεων οποιουδήποτε άλλου Νόμου, και, σε περίπτωση σύγκρουσης μεταξύ οποιασδήποτε διάταξης του παρόντος άρθρου και οποιασδήποτε άλλης διάταξης είτε του παρόντος είτε οποιουδήποτε άλλου Νόμου, υπερισχύουν οι διατάξεις του παρόντος άρθρου.

(2) Tο παρόν άρθρο αφορά αποκλειστικά και μόνο εκείνες τις συσσωρευμένες ζημιές αποκτώντος πιστωτικού ιδρύματος που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του εδαφίου (11) του άρθρου 13, στον βαθμό που αυτές δημιουργούν αναβαλλόμενη φορολογική απαίτηση υπέρ του αποκτώντος πιστωτικού ιδρύματος στους ελεγμένους λογαριασμούς αυτού για το φορολογικό έτος της σχετικής μεταφοράς σε αυτό των εργασιών ή της σχετικής μεταβίβασης σε αυτό περιουσιακών στοιχείων, δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων, οι οποίοι λογαριασμοί πρέπει να έχουν ετοιμαστεί σύμφωνα με τα εκάστοτε εν ισχύι διεθνή λογιστικά πρότυπα, εφεξής «Σχετικές Συσσωρευμένες Ζημιές».

(3)(α) Οι Σχετικές Συσσωρευμένες Ζημιές κατανέμονται σε δεκαπέντε (15) ισόποσες ετήσιες δόσεις και η κάθε μία εκ των ετήσιων δόσεων, περιλαμβανομένων των ετήσιων δόσεων που αναφέρονται στο εδάφιο (4) και των ετήσιων δόσεων που αναφέρονται στο εδάφιο (9), εφεξής αναφέρεται ως «Ετήσια Δόση».

(β) Οι Ετήσιες Δόσεις δύναται να εκπίπτουν από το φορολογητέο εισόδημα του αποκτώντος πιστωτικού ιδρύματος για περίοδο δεκαπέντε (15) φορολογικών ετών, αρχής γενομένης από το φορολογικό έτος που ακολουθεί το φορολογικό έτος κατά το οποίο συντελείται η σχετική μεταφορά των εργασιών ή η σχετική μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων, δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων στο αποκτών πιστωτικό ίδρυμα, η δε μέγιστη επιτρεπόμενη συχνότητα χρήσης των Ετήσιων Δόσεων για τον σκοπό αυτό είναι η μία Ετήσια Δόση ανά φορολογικό έτος.

(γ) Το μέγιστο ποσό Ετήσιας Δόσης το οποίο δύναται να χρησιμοποιεί το αποκτών πιστωτικό ίδρυμα ανά φορολογικό έτος εν είδει έκπτωσης είναι το ποσό το οποίο μπορεί να δημιουργήσει ζημιά μέχρι του ποσού που δύναται να συμψηφιστεί δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου (4) του άρθρου 13.

(4) Αποκλειστικά και μόνο για Σχετικές Συσσωρευμένες Ζημίες που αποκτήθηκαν από αποκτών πιστωτικό ίδρυμα πριν την 1η Ιανουαρίου 2018, το ύψος κάθε Ετήσιας Δόσης επαναϋπολογίζεται αποκλειστικά και μόνο πάνω στη βάση του μέρους των Σχετικών Συσσωρευμένων Ζημιών που δεν χρησιμοποιήθηκαν ως έκπτωση από το αποκτών πιστωτικό ίδρυμα πριν την 1η Ιανουαρίου 2018, το οποίο μέρος κατανέμεται σε ισόποσες Ετήσιες Δόσεις μεταξύ των φορολογικών ετών 2018 μέχρι και το τελευταίο φορολογικό έτος της αρχικής περιόδου των δεκαπέντε (15) φορολογικών ετών που αναφέρεται στην παράγραφο (β) του εδαφίου 3.

(5)(α) Αμέσως πριν το τέλος κάθε φορολογικού έτους από το 2018 και μετά στο οποίο αντιστοιχεί Ετήσια Δόση, οποιοδήποτε ποσό της εν λόγω Ετήσιας Δόσης δεν έχει χρησιμοποιηθεί ως έκπτωση από το αποκτών πιστωτικό ίδρυμα, πολλαπλασιαζόμενο με τον φορολογικό συντελεστή φόρου εισοδήματος που εφαρμόζεται στο αποκτών πιστωτικό ίδρυμα κατά το εν λόγω χρονικό σημείο, εφεξής «Φορολογικός Συντελεστής», μετατρέπεται σε ειδικές πιστώσεις, εφεξής «Ειδικές Πιστώσεις Φόρου».

(β) Οι Ειδικές Πιστώσεις Φόρου δύναται να χρησιμοποιούνται υπό του αποκτώντος πιστωτικού ιδρύματος  εντός  του φορολογικού έτους που ακολουθεί το φορολογικό έτος κατά το οποίο προέκυψαν, έναντι φορολογικών υποχρεώσεων του αποκτώντος πιστωτικού ιδρύματος ή και οποιασδήποτε άλλης εταιρείας μέλους του ίδιου συγκροτήματος, όπως αυτό ορίζεται στο εδάφιο (8) του άρθρου 13, που έχουν ως πηγή τον παρόντα Νόμο ή και τον περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμο ή και τον περί Επιβολής Ειδικού Φόρου Πιστωτικού Ιδρύματος Νόμο.

(γ) Oποιεσδήποτε Ειδικές Πιστώσεις Φόρου δεν χρησιμοποιηθούν εντός του χρονικού περιθωρίου που προβλέπεται στην παράγραφο (β), μετατρέπονται σε εκκαθαρισμένο επιστρεπτέο ποσό υπέρ του αποκτώντος πιστωτικού ιδρύματος, εφεξής «ΕΕΠ».

(6) Το αποκτόν πιστωτικό ίδρυμα καταβάλλει στη Δημοκρατία ετήσιο εγγυητικό τέλος για κάθε φορολογικό έτος από το 2018 και μετά στο οποίο αντιστοιχεί Ετήσια Δόση, το δε ετήσιο εγγυητικό τέλος καθορίζεται στο ενάμισι τοις εκατό (1,5%) του αποτελέσματος που προκύπτει από τον πολλαπλασιασμό του Φορολογικού Συντελεστή με τη σχετική Ετήσια Δόση και το τέλος καταβάλλεται εντός εννέα (9) μηνών από το τέλος κάθε σχετικού φορολογικού έτους:

Νοείται ότι, σε περίπτωση που προκύψει οποιαδήποτε από τις περιπτώσεις στις οποίες παραπέμπει το εδάφιο (8), όλα τα προαναφερθέντα ετήσια εγγυητικά τέλη για κάθε φορολογικό έτος από το 2018 και μετά, στο οποίο αντιστοιχεί Ετήσια Δόση και τα οποία δεν έχουν ήδη καταβληθεί, καθίστανται καταβλητέα στο σύνολό τους εντός εννέα (9) μηνών από το τέλος του φορολογικού έτους εντός του οποίου προέκυψε η σχετική περίπτωση.

(7) Οποιεσδήποτε συσσωρευμένες ζημιές αποκτώντος πιστωτικού ιδρύματος που ενώ εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του εδαφίου (11) του άρθρου 13 δεν λογίζονται ως Σχετικές Συσσωρευμένες Ζημιές, δεν μπορούν να συμψηφίζονται έναντι κερδών του αποκτώντος πιστωτικού ιδρύματος, και, τηρουμένων των διατάξεων της επιφύλαξης που ακολουθεί, δεν μπορούν να μεταφέρονται με βάση τις διατάξεις του άρθρου 27:

Νοείται ότι, τέτοιες μεταφορές μπορούν να γίνουν αναφορικά με συναλλαγές που θα ολοκληρωθούν πριν από την 1η Οκτωβρίου 2019, νοουμένου ότι προηγουμένως θα έχει ληφθεί η έγκριση του Υπουργού Οικονομικών.

(8) Εάν σε οποιοδήποτε χρόνο μετά την 31η  Δεκεμβρίου 2017, προκύψει οποιαδήποτε από τις περιπτώσεις που περιγράφονται μετά το πρώτο διαζευκτικό «ή» στην παράγραφο 2(α) του Άρθρου 39 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, τότε οποιαδήποτε ποσά Σχετικών Συσσωρευμένων Ζημιών που ανήκουν στο αποκτών πιστωτικό ίδρυμα δεν έχουν χρησιμοποιηθεί από το αποκτών πιστωτικό ίδρυμα ως έκπτωση και δεν έχουν ήδη μετατραπεί σε Ειδικές Πιστώσεις Φόρου, μετατρέπονται σε Ειδικές Πιστώσεις Φόρου, και οποιαδήποτε ποσά Ειδικών Πιστώσεων Φόρου που ανήκουν στο αποκτών πιστωτικό ίδρυμα (συμπεριλαμβανομένων, χωρίς περιορισμό, Ειδικών Πιστώσεων Φόρου που προκύπτουν δυνάμει του παρόντος εδαφίου) δεν έχουν χρησιμοποιηθεί από το αποκτών πιστωτικό ίδρυμα έναντι φορολογικών υποχρεώσεων και δεν έχουν ήδη μετατραπεί σε ΕΕΠ, μετατρέπονται αυτόματα σε ΕΕΠ.

(9)(α) Ανεξαρτήτως των διατάξεων του παρόντος άρθρου, εάν σε οποιοδήποτε χρόνο μετά την 31η Δεκεμβρίου 2017, προκύψει η περίπτωση που περιγράφεται αμέσως πριν το πρώτο διαζευκτικό «ή» στην παράγραφο 2(α) του Άρθρου 39 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, χωρίς να έχει προκύψει οποιαδήποτε από τις περιπτώσεις στις οποίες παραπέμπει το εδάφιο 8, τότε-

(i) Σε ό,τι αφορά το φορολογικό έτος που αποτελεί το αντικείμενο των σχετικών επισήμως εγκεκριμένων ετήσιων οικονομικών καταστάσεων στις οποίες παραπέμπει η παράγραφος 2(α) του Άρθρου 39 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013,  εφεξής «Φορολογικό Έτος Αναφοράς», η Ετήσια Δόση επαναϋπολογίζεται ως το μεγαλύτερο μεταξύ -

(Α) της Ετήσιας Δόσης ως είχε αμέσως πριν τον εν λόγω επαναϋπολογισμό, εφεξής η «Ετήσια Δόση Αναφοράς». ή

(Β) του αποτελέσματος της εξίσωσης που προβλέπεται στην παράγραφο (β), κατωτέρω·

(ii) oποιαδήποτε αύξηση της εν λόγω Eτήσιας Δόσης συνεπεία του επαναϋπολογισμού που αναφέρεται στην υποπαράγραφο (i), μειώνει κατ’ αναλογίαν τις Ετήσιες Δόσεις που αντιστοιχούν στα φορολογικά έτη που ακολουθούν το Φορολογικό Έτος Αναφοράς· και

(iii) η Ειδική Πίστωση Φόρου που προκύπτει κατά το Φορολογικό Έτος Αναφοράς, ανεξαρτήτως αν αυτή αναπροσαρμόζεται συνεπεία του επαναϋπολογισμού που αναφέρεται στην υποπαράγραφο (i), μετατρέπεται αυτόματα σε ΕΕΠ στο βαθμό που δεν έχει ήδη χρησιμοποιηθεί στο σύνολό της, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου (β) του εδαφίου (5).

(β) Η εξίσωση που αναφέρεται στην παράγραφο (α) είναι η ακόλουθη:

επαναϋπολογισμένη Ετήσια Δόση = (Ετήσια Δόση Αναφοράς) Χ (συνολικός αριθμός Ετήσιων Δόσεων μη λαμβανομένων υπόψη των Ετήσιων Δόσεων που αντιστοιχούν σε φορολογικά έτη που προηγούνται του Φορολογικού Έτους Αναφοράς)  Χ (λογιστική, μετά από φόρους, ζημιά χρήσης του αποκτώντος πιστωτικού ιδρύματος) / (ίδια κεφάλαια - λογιστική, μετά από φόρους, ζημιά χρήσης του αποκτώντος πιστωτικού ιδρύματος):

Νοείται ότι, για τους σκοπούς της πιο πάνω εξίσωσης, τα ίδια κεφάλαια του αποκτώντος πιστωτικού ιδρύματος καθορίζονται με βάση  τα Άρθρα 26 και 52 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013:

Νοείται περαιτέρω ότι, η επαναϋπολογισμένη Ετήσια Δόση δεν μπορεί να υπερβαίνει το άθροισμα των ποσών των εναπομεινασών Ετήσιων Δόσεων που αντιστοιχούν στα φορολογικά έτη που ακολουθούν το Φορολογικό Έτος Αναφοράς:

Νοείται έτι περαιτέρω ότι, ανεξαρτήτως της οποιασδήποτε αναφοράς από τις διατάξεις του παρόντος άρθρου σε ΕΕΠ, αυτό δύναται να χρησιμοποιείται από το αποκτών πιστωτικό ίδρυμα και για σκοπούς συμψηφισμού με οποιεσδήποτε υποχρεώσεις του αποκτώντος πιστωτικού ιδρύματος έναντι της Δημοκρατίας, καθώς και με οποιεσδήποτε υποχρεώσεις οποιαδήποτε άλλης εταιρείας μέλους του ίδιου συγκροτήματος, όπως αυτό ορίζεται στο εδάφιο (8) του άρθρου 13.

Αφαιρέσεις και προσθέσεις αναφορικά με στοιχεία πάγιου ενεργητικού που χρησιμοποιούνται στην επιχείρηση

10.-(1) Στο παρόν άρθρο στοιχεία πάγιου ενεργητικού σημαίνει εγκαταστάσεις, μηχανήματα ή κτίρια περιλαμβανομένων και καταλυμάτων των υπαλλήλων τα οποία ανήκουν σε πρόσωπο που ασκεί επιχείρηση, ή σε άτομο το οποίο παρέχει μισθωτές υπηρεσίες και τα οποία χρησιμοποιούνται από το πρόσωπο αυτό στην επιχείρηση, ή τις μισθωτές υπηρεσίες, ή για επιστημονικές έρευνες αναφορικά με τις οποίες ο Έφορος ικανοποιείται ότι διεξάγονται για όφελος αυτής της επιχείρησης ή των μισθωτών υπηρεσιών:

Νοείται ότι για τους σκοπούς του παρόντος εδαφίου ιδιωτικό μηχανοκίνητο όχημα δεν λογίζεται ως εμπίπτον εντός του όρου «εγκαταστάσεις και μηχανήματα».

(2) Κατά τον προσδιορισμό του φορολογητέου εισοδήματος προσώπου το οποίο ασκεί επιχείρηση, ή παρέχει μισθωτές υπηρεσίες, θα χορηγείται έκπτωση εύλογου ποσού για τη μείωση της αξίας και φθορά την οποία υφίστανται στοιχεία πάγιου ενεργητικού λόγω της χρήσης τους στην επιχείρηση, ή κατά την παροχή μισθωτών υπηρεσιών, κατά τη διάρκεια του φορολογικού έτους:

Νοείται ότι το σύνολο των εκπτώσεων αυτών δεν είναι δυνατό να υπερβεί το ποσό της κεφαλαιουχικής δαπάνης την οποία υπέστη το πρόσωπο αυτό για την κτήση του στοιχείου αυτού:

Νοείται περαιτέρω ότι-

(α) Για όλα τα μηχανήματα και εγκαταστάσεις που αποκτώνται κατά τη διάρκεια των φορολογικών ετών 2012 μέχρι και 2018 παραχωρείται έκπτωση είκοσι τοις εκατόν (20%), πλην των στοιχείων για τα οποία παραχωρείται υψηλότερη ετήσια έκπτωση με βάση τις διατάξεις της γνωστοποίησης που εκδόθηκε βάσει του άρθρου 52Α του Νόμου 58 του 1961, όπως αυτός τροποποιήθηκε,

(β) για τα ξενοδοχειακά κτίρια που αποκτώνται κατά τη διάρκεια των φορολογικών ετών 2012 μέχρι και 2018 παραχωρείται έκπτωση επτά τοις εκατόν (7%),

(γ) για τα βιομηχανικά κτίρια που αποκτώνται κατά τη διάρκεια των φορολογικών ετών 2012 μέχρι και 2018 παραχωρείται έκπτωση επτά τοις εκατόν (7%),

(δ) για τα κτίρια μονάδων αγροτικής και κτηνοτροφικής παραγωγής που αποκτώνται κατά τη διάρκεια των φορολογικών ετών 2017 και 2018 παραχωρείται έκπτωση επτά τις εκατόν (7%):

Νοείται έτι περαιτέρω ότι-

(i) άτομο το οποίο παρέχει μισθωτές υπηρεσίες δεν δικαιούται έκπτωση για στοιχείο πάγιου ενεργητικού το οποίο ανήκει κατά κυριότητα σ' αυτό, εφόσον το άτομο αυτό δεν είναι υπόχρεο, σύμφωνα με ρητό όρο στη σύμβαση εργοδότησης του, να χρησιμοποιεί το στοιχείο αυτό για την εκτέλεση των καθηκόντων του ή εφόσον καταβάλλεται στο άτομο αυτό αποζημίωση ή άλλο επίδομα για τη χρήση αυτή·

(ii) αν στοιχείο πάγιου ενεργητικού χρησιμοποιείται μερικώς για επαγγελματικούς και μερικώς για ιδιωτικούς σκοπούς, ο Έφορος θα μπορεί να καθορίζει το μέρος της κεφαλαιουχικής δαπάνης που έγινε για τη κτήση του στοιχείου αυτού, το οποίο αναλογεί στην ιδιωτική χρήση, και οι εκπτώσεις θα παρέχονται μόνο αναφορικά προς το μέρος της κεφαλαιουχικής δαπάνης το οποίο αναλογεί στη χρήση του στοιχείου αυτού στην επιχείρηση, ή μισθωτή υπηρεσία·

(iii) η διάρκεια χρήσης κτιρίου ορίζεται σε τριάντα τρία χρόνια, εξαιρουμένων των βιομηχανικών ή ξενοδοχειακών κτιρίων, για τα οποία ορίζεται σε εικοσιπέντε χρόνια, και σε περίπτωση που τέτοιο κτίριο μεταβιβάζεται με πώληση ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο, ο νέος ιδιοκτήτης δικαιούται να απαιτήσει για την υπόλοιπη διάρκεια χρήσης του κτιρίου το απαράγραφο υπόλοιπο του ποσού το οποίο αρχικά στοίχισε το κτίριο αυτό.

(3) Σε περιπτώσεις στις οποίες, κατά τον προσδιορισμό του φορολογητέου εισοδήματος προσώπου που ασκεί επιχείρηση ή παρέχει μισθωτές υπηρεσίες, έχει χορηγηθεί έκπτωση σε κάποιο φορολογικό έτος δυνάμει των διατάξεων του παρόντος άρθρου αναφορικά με κάποιο στοιχείο πάγιου ενεργητικού και, κατά τη διάρκεια του φορολογικού έτους:

(α) το στοιχείο αυτό ή μέρος του έπαυσε να ανήκει στο πρόσωπο το οποίο ασκεί την επιχείρηση ή παρέχει μισθωτές υπηρεσίες, είτε λόγω πώλησης του εν λόγω στοιχείου ή μέρους αυτού είτε κάτω από οποιεσδήποτε άλλες συνθήκες· ή

(β) το στοιχείο αυτό ή μέρος του έπαυσε οριστικά να χρησιμοποιείται για τους σκοπούς της υπό του προσώπου αυτού ασκούμενης επιχείρησης, ή μισθωτής υπηρεσίας, ενώ εξακολουθεί να ανήκει ακόμη στο πρόσωπο που ασκεί την εμπορική επιχείρηση ή τη μισθωτή υπηρεσία· ή

(γ) η ασκούμενη επιχείρηση ή η μισθωτή υπηρεσία τερματίσθηκε οριστικά και μόνιμα, το στοιχείο αυτό δεν έπαυσε προηγουμένως να ανήκει στο πρόσωπο που ασκεί την επιχείρηση, ή μισθωτή υπηρεσία, το υπόχρεο σε φορολογία πρόσωπο θα υποβάλλει στον Έφορο, κατά τη διάρκεια του φορολογικού έτους, μαζί με τη φορολογική του δήλωση, εξισωτική κατάσταση αναφορικά με τέτοιο στοιχείο παγίου ενεργητικού, περιέχουσα τα κατωτέρω στοιχεία-

(i) το ποσό της κεφαλαιουχικής δαπάνης για την κτήση αυτού·

(ii) το σύνολο του ποσού της υποτίμησης την οποία το στοιχείο αυτό υπέστη από την ημερομηνία που τούτο αγοράστηκε υπό μορφή φθοράς λόγω χρήσης, περιλαμβανομένου και του συνολικού ποσού των εκπτώσεων οι οποίες χορηγήθηκαν ήδη δυνάμει των διατάξεων του παρόντος άρθρου· και

(iii) το ποσό το αντιπροσωπεύον το τίμημα πώλησης ή την καταβολή ασφαλισθέντος ποσού ή κάποιας άλλης αποζημίωσης ή το κατάλοιπο της αξίας τέτοιου κεφαλαιουχικού στοιχείου:

Νοείται ότι η κατεδάφιση ενός κτιρίου με πρωτοβουλία ή οδηγία του ιδιοκτήτη του δεν θα συνιστά λόγο υποβολής εξισωτικής κατάστασης, αν αυτή εγένετο πριν την πάροδο πέντε ετών από την οποία τέτοιο στοιχείο κτήθηκε.

(4) Για την εξεύρεση του φορολογητέου εισοδήματος προσώπου υποχρέου δυνάμει του εδαφίου (3) όπως υποβάλει στον Έφορο εξισωτική κατάσταση, θα επιτρέπεται αφαίρεση (αναφερομένη ως «εξισωτική αφαίρεση») ή, ανάλογα με την περίπτωση, θα γίνεται πρόσθεση (αναφερομένη ως «εξισωτική πρόσθεση»), και τέτοια εξισωτική αφαίρεση ή πρόσθεση θα υπολογίζεται ως ακολούθως με βάση τα στοιχεία που περιέχονται στην εξισωτική κατάσταση ή καταστάσεις που υποβάλλονται υπό του υποχρέου σε φόρο προσώπου αναφορικά με το φορολογικό έτος-

(α) το ποσό της εξισωτικής αφαίρεσης θα είναι το ποσό δια του οποίου το στοιχείο (i) στην εξισωτική κατάσταση υπερβαίνει το άθροισμα των στοιχείων (ii) και (iii) της εν λόγω κατάστασης·

(β) το ποσό της εξισωτικής πρόσθεσης θα είναι το ποσό δια του οποίου το άθροισμα των στοιχείων (ii) και (iii) στην εξισωτική κατάσταση υπερβαίνει το στοιχείο (i) της εν λόγω κατάστασης:

Νοείται ότι σε καμιά περίπτωση το ποσό της εξισωτικής πρόσθεσης δεν θα υπερβαίνει το σύνολο των εκπτώσεων που έχουν ήδη χορηγηθεί δυνάμει των διατάξεων του παρόντος άρθρου και οι οποίες περιλαμβάνονται στο ποσό του στοιχείου (ii) της εξισωτικής κατάστασης.

(5) Για τους σκοπούς των εδαφίων (3) και (4) ο όρος «στοιχεία πάγιου ενεργητικού» δεν περιλαμβάνει κτίρια τα οποία αναφέρονται στο εδάφιο (2) του άρθρου 9.

(6) Όταν κάποιο στοιχείο πάγιου ενεργητικού, αναφορικά με το οποίο έχει επισυμβεί οποιοδήποτε από τα γεγονότα των παραγράφων (α) και (β) του εδαφίου (3), αντικατασταθεί υπό του ιδιοκτήτου του και ως εκ τούτου παρίσταται ανάγκη όπως γίνει εξισωτική πρόσθεση, τότε, αν ο ιδιοκτήτης με γραπτή ειδοποίησή του προς τον Έφορο έτσι επιλέξει, θα εφαρμόζονται οι ακόλουθες διατάξεις, ήτοι-

(α) αν το ποσό της εξισωτικής πρόσθεσης η οποία θα εγίνετο είναι μεγαλύτερο της κεφαλαιουχικής δαπάνης που θα εγίνετο για την προμήθεια του νέου στοιχείου πάγιου ενεργητικού -

(i) η εξισωτική πρόσθεση θα περιορίζεται σε ποσό ίσο με τη διαφορά· και

(ii) καμιά εξισωτική αφαίρεση δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου (4) και καμιά έκπτωση δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου (2) θα χορηγείται αναφορικά με το νέο στοιχείο· και

(iii) στην εξέταση του κατά πόσο πρέπει να γίνει εξισωτική πρόσθεση αναφορικά με την κεφαλαιουχική δαπάνη τη γενομένη για την κτήση του νέου στοιχείου, ως ολικό των εκπτώσεων που ήδη χορηγήθηκαν δυνάμει των διατάξεων του παρόντος άρθρου αναφορικά με το νέο στοιχείο, -θα λογίζεται ποσό ίσο με το ποσό της κεφαλαιουχικής δαπάνης για την κτήση του νέου στοιχείου·

(β) αν η κεφαλαιουχική δαπάνη που έγινε για την προμήθεια του νέου στοιχείου είναι ίση ή μεγαλύτερη του ποσού της εξισωτικής πρόσθεσης η οποία θα εγίνετο-

(i) η εξισωτική πρόσθεση δεν Θα γίνει· και

(ii) το ποσό οποιωνδήποτε εκπτώσεων χορηγουμένων δυνάμει των διατάξεων του παρόντος άρθρου θα υπολογίζεται επί του ποσού της κεφαλαιουχικής δαπάνης της γενομένης για την προμήθεια του νέου στοιχείου, μειουμένου κατά το ποσό της εξισωτικής πρόσθεσης· και

(iii) στην εξέταση του κατά πόσο πρέπει να γίνει εξισωτική αφαίρεση ή εξισωτική πρόσθεση αναφορικά με την κεφαλαιουχική δαπάνη που έγινε για την κτήση του νέου στοιχείου, ως ολικό των εκπτώσεων που ήδη χορηγήθηκαν αναφορικά με το νέο στοιχείο δυνάμει των διατάξεων του παρόντος άρθρου, θα λογίζεται το σύνολο των εκπτώσεων που ήδη χορηγήθηκαν επαυξημένο με ποσό ίσο με το ποσό της εξισωτικής πρόσθεσης η οποία άλλως θα εγίνετο.

(7) Σε περιπτώσεις στις οποίες το υπόχρεο σε φορολογία πρόσωπο έχει υποβάλει εξισωτική κατάσταση, ο Έφορος μπορεί-

(α) να αποδεχθεί την κατάσταση και να προβεί σε εξισωτική αφαίρεση ή πρόσθεση βάσει αυτής· ή

(β) να απορρίψει την κατάσταση και να προσδιορίσει, κατά την κρίση του, το ποσό της εξισωτικής αφαίρεσης ή πρόσθεσης και να προβεί βάσει τέτοιου προσδιορισμού σε εξισωτική αφαίρεση ή εξισωτική πρόσθεση.

(8) Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου-

(α) η κεφαλαιουχική δαπάνη που έγινε για την προμήθεια οποιουδήποτε στοιχείου πάγιου ενεργητικού θα είναι το ποσό το οποίο τέτοιο στοιχείο, κατά τη γνώμη του·

Εφόρου, θα στοίχιζε αν αγοραζόταν στην ελεύθερη αγορά κατά το χρόνο κατά τον οποίο έγινε η κτήση του·

(β) το προϊόν της πώλησης αναφορικά με οποιοδήποτε πωληθέν στοιχείο πάγιου ενεργητικού θα είναι ποσό το οποίο τέτοιο στοιχείο, κατά τη γνώμη του Εφόρου, θα απέφερε αν πωλείτο στην ελεύθερη αγορά κατά το χρόνο κατά τον οποίο το στοιχείο τούτο πωλήθηκε·

(γ) αν δεν έχει γίνει πώληση, καταβολή ασφαλισθέντος ποσού ή αποζημίωσης ή αν δεν υφίσταται κατάλοιπο αξίας κάποιου στοιχείου πάγιου ενεργητικού, θα λογίζεται ως ληφθέν υπό κάποια από τις αναφερθείσες μορφές, ποσό ίσο προς το ποσό το οποίο τέτοιο στοιχείο, κατά τη γνώμη του Εφόρου, θα απέφερε αν πωλείτο στην ελεύθερη αγορά κατά το χρόνο που συνέβηκε το γεγονός·

(δ) ο όρος 'επιχείρηση' θα περιλαμβάνει και την εκμίσθωση κτιρίων

(ε) κάθε έκπτωση ή έκπτωση για επένδυση που χορηγήθηκε δυνάμει των διατάξεων οποιουδήποτε προηγουμένως ισχύοντος νόμου αφορώντος στην επιβολή φόρου εισοδήματος θα θεωρείται ως έκπτωση που χορηγήθηκε δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου.

(9) Ουδέν όφελος, πλεόνασμα, κέρδος ή ζημιά προσώπου η οποία προκύπτει στο πλαίσιο αναδιάρθρωσης λαμβάνεται υπόψη για σκοπούς καθορισμού του φορολογητέου εισοδήματος του εν λόγω προσώπου:

Νοείται ότι, σε περίπτωση διάθεσης ή κατοχής δι’ ιδίαν χρήσιν ακίνητης ιδιοκτησίας από το δανειστή, η οποία αποκτήθηκε στο πλαίσιο αναδιάρθρωσης, για σκοπούς φορολόγησης του δανειστή δυνάμει του περί Φορολογίας του Εισοδήματος Νόμου, ως κόστος κτήσης θεωρείται η τιμή αναδιάρθρωσης και το προϊόν διάθεσης μειώνεται με οποιοδήποτε ποσό επιστρέφεται στο δανειολήπτη:

Noείται περαιτέρω ότι, σε περίπτωση που-

(i)  Κατά την αναδιάρθρωση ή

(ii) κατά τη διάθεση ή κατοχή δι’ ιδίαν χρήσιν ακίνητης ιδιοκτησίας από το δανειστή, η οποία αποκτήθηκε στο πλαίσιο αναδιάρθρωσης,

επιστρέφεται ή περισσεύει, κατά περίπτωση στο δανειολήπτη οποιοδήποτε μέρος από το προϊόν διάθεσης, τότε καταβάλλεται ο φόρος που εξαιρέθηκε δυνάμει του παρόντος εδαφίου για το δανειολήπτη μέχρι του ύψους του ποσού που επιστρέφεται ή περισσεύει, κατά περίπτωση.

Για σκοπούς της παρούσας επιφύλαξης –

(i) Ο φόρος που προκύπτει βαρύνει το δανειολήπτη και παρακρατείται από το δανειστή από το εν λόγω ποσό που επιστρέφεται ή περισσεύει, κατά περίπτωσηκαι καταβάλλεται στον Έφορο·

(ii) o φόρος που προκύπτει και καταβάλλεται δυνάμει της παρούσας επιφύλαξης και των κατ’ αναλογίαν διατάξεων του περί Φορολογίας του Εισοδήματος (Τροποποιητικού) (Αρ. 3) Νόμου του 2015 και του περί Φορολογίας Κεφαλαιουχικών Κερδών Νόμου, δεν υπερβαίνουν στο σύνολό τους το ποσό που επιστρέφεται ή περισσεύει, κατά περίπτωση.

Δαπάνες που δεν εκπίπτουν

11. Παρά τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου άρθρου, προς εξεύρεση του φορολογητέου εισοδήματος ενός προσώπου δεν εκπίπτουν τα ακόλουθα-

(1) οικιακές ή ατομικές δαπάνες, περιλαμβανομένων των εξόδων μετάβασης από τον τόπο διαμονής στον τόπο εργασίας·

(2) ενοίκιο οποιασδήποτε οικοδομής η οποία ανήκει στο πρόσωπο αυτό και η οποία χρησιμοποιείται από αυτό για άσκηση επιχείρησης·

(3) αμοιβή ή τόκοι επί κεφαλαίου καταβληθέντες ή πιστωθέντες στο πρόσωπο αυτό·

(4) κόστος εμπορευμάτων που λήφθηκαν από την επιχείρηση για τη χρήση του ιδιοκτήτη ή οποιουδήποτε συνεταίρου ή της οικογένειας του ιδιοκτήτη ή του συνεταίρου αυτού·

(5) δαπάνη ή έξοδο το οποίο δεν αντιπροσωπεύει ποσό που διατέθηκε ή δαπανήθηκε εξολοκλήρου και αποκλειστικά για το σκοπό κτήσης του εισοδήματος·

(6) κεφάλαιο που αποσύρθηκε ή κάθε ποσό που χρησιμοποιήθηκε ως κεφάλαιο ή το οποίο προορίζεται να χρησιμοποιηθεί ως κεφάλαιο·

(7) δαπάνες οποιωνδήποτε βελτιώσεων, μετατροπών ή προσθηκών

(8) ποσό το οποίο μπορεί να ανακτηθεί δυνάμει ασφάλισης ή σύμβασης αποζημίωσης·

(9) ενοίκιο ή έξοδα επισκευών οικοδομής που δεν καταβλήθηκαν ή που δεν έγιναν για το σκοπό παραγωγής του εισοδήματος·

(10) ποσό που καταβλήθηκε ή είναι καταβλητέο υπό μορφή φόρου δυνάμει του παρόντος Νόμου·

(11) εθελοντικές δαπάνες εκτός των δαπανών που επιτρέπονται δυνάμει του άρθρου 14·

(12) έξοδα επιχειρηματικής ψυχαγωγίας, περιλαμβανομένης και φιλοξενίας οποιουδήποτε είδους, που γίνεται σε σχέση με επιχείρηση:

Νοείται ότι το εδάφιο αυτό δεν εφαρμόζεται στην έκταση που το συνολικό ποσό των εξόδων επιχειρηματικής ψυχαγωγίας στο φορολογικό έτος δεν υπερβαίνει το ένα τοις εκατόν (1%) των ακαθαρίστων εσόδων της επιχείρησης μέχρι ανώτατο ποσό £10.000·

(13) έξοδα ιδιωτικού μηχανοκίνητου οχήματος·

(14) ποσό που καταβλήθηκε ή είναι καταβλητέο αναφορικά με επαγγελματικό φόρο·

(15) τόκος που αναλογεί ή λογίζεται ότι αναλογεί στο κόστος αγοράς ιδιωτικού μηχανοκίνητου οχήματος, ανεξάρτητα αν χρησιμοποιείται στην επιχείρηση ή όχι, και στο κόστος αγοράς οποιουδήποτε άλλου περιουσιακού στοιχείου που δεν χρησιμοποιείται στην επιχείρηση:

Νοείται ότι η διάταξη αυτή δεν εφαρμόζεται μετά την πάροδο επτά ετών από την ημερομηνία αγοράς του σχετικού περιουσιακού στοιχείου:

Νοείται περαιτέρω ότι, η διάταξη αυτή δεν εφαρμόζεται αναφορικά με τόκους για απόκτηση μετοχών εξ΄ολοκλήρου, άμεσα ή έμμεσα εξαρτημένης εταιρείας, νοουμένου ότι στα περιουσιακά στοιχεία της άμεσα ή έμμεσα εξαρτημένης εταιρείας δεν περιλαμβάνονται περιουσιακά στοιχεία που δεν χρησιμοποιούνται στην επιχείρηση. Σε περίπτωση που η εξαρτημένη εταιρεία κατέχει τέτοια περιουσιακά στοιχεία, η μη παραχώρηση έκπτωσης τόκων στην ιθύνουσα εταιρεία περιορίζεται μόνο στο ποσό που αντιστοιχεί σε τέτοια περιουσιακά στοιχεία.

Οι διατάξεις της αμέσως πιο πάνω επιφύλαξης, εφαρμόζονται για την απόκτηση μετοχών που πραγματοποιείται από την 1η Ιανουαρίου 2012.

Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου ο όρος 'επιχείρηση' περιλαμβάνει εκμίσθωση ιδιοκτησίας.

16)(α) Στην περίπτωση εταιρείας, το υπερβαίνον κόστος δανεισμού το οποίο ξεπερνά το τριάντα τοις εκατό (30%) του φορολογητέου εισοδήματος προ τόκων, φόρων, αφαιρέσεων και προσθέσεων αναφορικά με στοιχεία πάγιου ενεργητικού, περιλαμβανομένων και των άυλων περιουσιακών στοιχείων, που χρησιμοποιούνται στην επιχείρηση (εφεξής «ΕΠΤΦΑΠ»).

(β) Το ΕΠΤΦΑΠ υπολογίζεται προσθέτοντας στο φορολογητέο εισόδημα του έτους το υπερβαίνον κόστος δανεισμού, τα προσαρμοσμένα ποσά για αφαιρέσεις, εκπτώσεις και προσθέσεις αναφορικά με στοιχεία πάγιου ενεργητικού που παραχωρούνται δυνάμει του άρθρου 10, και, τα προσαρμοσμένα ποσά για αφαιρέσεις, εκπτώσεις και προσθέσεις αναφορικά με άυλα περιουσιακά στοιχεία που παραχωρούνται δυνάμει των παραγράφων (δ), (ε), (κ) και (λ) του εδαφίου 1 του άρθρου 9, το δε εισόδημα που απαλλάσσεται του φόρου δεν συνυπολογίζεται στο ΕΠΤΦΑΠ.

(γ) Οι εκπτώσεις για ζημιές που μεταφέρονται από προηγούμενα έτη δυνάμει του άρθρου 13 δεν λαμβάνονται υπόψη στον καθορισμό του ΕΠΤΦΑΠ.

(δ)  Για τους σκοπούς του παρόντος εδαφίου:

(i) Σε περίπτωση που εταιρεία είναι μέλος κυπριακού ομίλου, οι διατάξεις αυτού εφαρμόζονται για τη συγκεντρωτική θέση του κυπριακού ομίλου·

(ii) το υπερβαίνον κόστος δανεισμού εκπίπτει μέχρι του ποσού των τριών εκατομμυρίων ευρώ (€3.000.000) ανά φορολογικό έτος, ανά εταιρεία ή κυπριακό όμιλο, ανάλογα με την περίπτωση·

(iii) σε περίπτωση που εταιρεία αποτελεί μέρος ενοποιημένου ομίλου για λογιστικούς σκοπούς, η εταιρεία δύναται να επιλέγει, για κάθε φορολογικό έτος, την πλήρη έκπτωση του ποσού του υπερβαίνοντος κόστους δανεισμού, εάν αποδείξει ότι το ποσοστό των ιδίων κεφαλαίων προς το σύνολο των περιουσιακών της στοιχείων είναι ίσο ή μεγαλύτερο από το αντίστοιχο ποσοστό του ομίλου και εάν συντρέχουν οι ακόλουθοι όροι:

(αα) Το ποσοστό των ιδίων κεφαλαίων της εταιρείας προς το σύνολο των περιουσιακών της στοιχείων θεωρείται ότι είναι ίσο προς το αντίστοιχο ποσοστό του ομίλου όταν το εν λόγω ποσοστό είναι χαμηλότερο μέχρι και κατά δύο εκατοστιαίες μονάδες (2%)· και

(ββ) όλα τα περιουσιακά στοιχεία και οι υποχρεώσεις αποτιμώνται με βάση την ίδια μέθοδο, όπως στις ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις που ετοιμάστηκαν με βάση αποδεκτές από τον Έφορο λογιστικές αρχές·

(iv) ποσό υπερβαίνοντος κόστους δανεισμού που δεν δύναται να εκπέσει του φορολογητέου εισοδήματος του έτους στο οποίο πραγματοποιήθηκε, δύναται να μεταφερθεί και να εκπέσει του φορολογητέου εισοδήματος της εταιρείας για τα επόμενα πέντε (5) έτη, η δε έκπτωση του υπερβαίνοντος κόστους δανεισμού που μεταφέρεται σε μελλοντικά έτη υπόκειται στις διατάξεις του παρόντος εδαφίου·

(v) ικανότητα κάλυψης των τόκων που δεν χρησιμοποιήθηκε κατά το τρέχον φορολογικό έτος, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος εδαφίου, δύναται να μεταφερθεί προς χρήση στα πέντε (5) έτη που έπονται του φορολογικού έτους στο οποίο αυτή δεν χρησιμοποιήθηκε, η δε μη χρησιμοποιηθείσα ικανότητα κάλυψης των τόκων δεν λαμβάνει υπόψη το όριο των τριών εκατομμυρίων ευρώ (€3.000.000) που προβλέπεται στην υποπαράγραφο (ii).

(ε) Ανεξαρτήτως οποιωνδήποτε άλλων διατάξεων, οι διατάξεις του παρόντος εδαφίου δεν εφαρμόζονται:

(i)(αα) σε εταιρεία που αποτελεί αυτοτελή  οντότητα· ή

(ββ) σε χρηματοοικονομικούς οργανισμούς:

Νοείται ότι, για τους σκοπούς της υπό-υποπαραγράφου (αα), μία εταιρεία θεωρείται ως αυτοτελής οντότητα, σε περίπτωση που δεν αποτελεί μέρος ενός ενοποιημένου ομίλου για λογιστικούς σκοπούς και δεν διαθέτει συνδεδεμένη επιχείρηση ή μόνιμη εγκατάσταση·

(ii) αναφορικά με το υπερβαίνον κόστος δανεισμού που προκύπτει σχετικά με-

(αα) δάνεια που συνάφθηκαν πριν τη 17η Ιουνίου 2016, ωστόσο, η συγκεκριμένη εξαίρεση δεν επεκτείνεται σε κάθε μεταγενέστερη τροποποίηση των εν λόγω δανείων· ή

(ββ) δάνεια που χρησιμοποιήθηκαν για τη χρηματοδότηση μακροπρόθεσμων δημόσιων έργων υποδομής, όταν ο φορέας εκμετάλλευσης του έργου, το κόστος δανεισμού, τα περιουσιακά στοιχεία και τα εισοδήματα βρίσκονται όλα στην επικράτεια της Ευρωπαϊκής Ένωσης:

Νοείται ότι, για τους σκοπούς της υπό-υποπαραγράφου (ββ), ως μακροπρόθεσμο δημόσιο έργο υποδομής θεωρείται το έργο που παρέχει, αναβαθμίζει, εκμεταλλεύεται και/ή συντηρεί περιουσιακό στοιχείο μεγάλης κλίμακας και εξυπηρετεί το γενικό δημόσιο συμφέρον:

Νοείται περαιτέρω ότι, σε περίπτωση που εφαρμόζεται η εξαίρεση που προβλέπεται στην υπό-υποπαράγραφο (ββ), τυχόν έσοδα που προκύπτουν από μακροπρόθεσμο δημόσιο έργο υποδομής δεν συμπεριλαμβάνονται στο EΠΤΦΑΠ.

(στ) Ο Έφορος καθορίζει τις λεπτομέρειες του τρόπου υπολογισμού και της κατανομής στις εταιρείες του κυπριακού ομίλου, των στοιχείων που αναφέρονται στις υποπαραγράφους (ii), (iv) και (v) της παραγράφου (δ).

(ζ) Οι διατάξεις του παρόντος εδαφίου εφαρμόζονται και στην περίπτωση εταιρείας μη κάτοικου της Δημοκρατίας με μόνιμη εγκατάσταση στη Δημοκρατία:

Νοείται ότι, για τους σκοπούς του παρόντος εδαφίου:

(i) Σε περίπτωση που εντός οποιασδήποτε περιόδου τριών (3) ετών επέρχεται αλλαγή στην ιδιοκτησία των μετοχών της εταιρείας η οποία, στην περίπτωση εταιρείας που ήταν μέλος κυπριακού ομίλου, συνεπάγεται την αποχώρηση της εταιρείας από τον κυπριακό όμιλο, καθώς και ουσιώδης αλλαγή στη φύση της επιχείρησής της· ή

(ii) σε περίπτωση που σε οποιοδήποτε χρόνο, αφότου η κλίμακα των δραστηριοτήτων της εταιρείας έχει σμικρυνθεί ή έχει γίνει αμελητέα και πριν από οποιαδήποτε ουσιώδη επαναδραστηριοποίηση της επιχείρησης, υπάρξει αλλαγή στην ιδιοκτησία των μετοχών της, η οποία, στην περίπτωση εταιρείας που ήταν μέλος κυπριακού ομίλου, συνεπάγεται την αποχώρησή της από τον κυπριακό όμιλο,

κανένα ποσό υπερβαίνοντος κόστους δανεισμού και καμία μη χρησιμοποιηθείσα ικανότητα κάλυψης των τόκων που αφορούν σε φορολογικά έτη πριν από την αλλαγή της ιδιοκτησίας των μετοχών της εταιρείας δεν μεταφέρεται στα έτη που έπονται της αλλαγής.

(η)  Για σκοπούς του παρόντος εδαφίου:

«κυπριακός όμιλος» σημαίνει όλες τις εταιρείες που είναι κάτοικοι στη Δημοκρατία ή έχουν μόνιμη εγκατάσταση στη Δημοκρατία που θεωρούνται ότι είναι μέλη του ίδιου συγκροτήματος, όπως ορίζεται στις παραγράφους (β) έως (δ) του εδάφιου (8) του άρθρου 13.

«συνδεδεμένη επιχείρηση» σημαίνει-

(i) οντότητα στην οποία η εταιρεία συμμετέχει, άμεσα ή έμμεσα, είτε με δικαιώματα ψήφου είτε με κεφάλαιο ανερχόμενο στο είκοσι πέντε τοις εκατό (25%) ή περισσότερο ή δικαιούται να εισπράττει το είκοσι πέντε τοις εκατό (25%) ή περισσότερο των κερδών,

(ii) άτομο ή οντότητα που συμμετέχει, άμεσα ή έμμεσα, στην εταιρεία είτε με δικαιώματα ψήφου είτε με κεφάλαιο ανερχόμενο στο είκοσι πέντε τοις εκατό (25%) ή περισσότερο ή δικαιούται να εισπράττει το είκοσι πέντε τοις εκατό (25%) ή περισσότερο των κερδών της εταιρείας:

Νοείται ότι, για τους σκοπούς του παρόντος ορισμού, σε περίπτωση που άτομο ή οντότητα έχει, άμεση ή έμμεση, συμμετοχή κατά είκοσι πέντε τοις εκατό (25%) ή περισσότερο, σε εταιρεία και σε μία ή περισσότερες άλλες οντότητες, όλες οι οντότητες μεταξύ τους περιλαμβανομένης και της εταιρείας, θεωρούνται συνδεδεμένες επιχειρήσεις.

Εκτίμηση εμπορικών αποθεμάτων κατά τη διακοπή της επιχείρησης

12. (1) Στον προσδιορισμό, του φορολογητέου εισοδήματος επιχείρησης, η οποία διακόπηκε εντός του φορολογικού έτους, τα ανήκοντα στην επιχείρηση εμπορικά αποθέματα κατά το χρόνο της διακοπής της επιχείρησης, θα εκτιμώνται ως ακολούθως-

(α) στην περίπτωση τέτοιων εμπορικών αποθεμάτων-

(i) τα οποία πωλήθηκαν ή μεταβιβάσθηκαν, έναντι αντιπαροχής που έχει αξία, σε πρόσωπο το οποίο ασκεί ή σκοπεύει να ασκήσει επιχείρηση στη Δημοκρατία· και

(ii) το τίμημα κτήσης των οποίων ο αγοραστής δικαιούται να ζητήσει ως έκπτωση κατά τον προσδιορισμό του φορολογητέου εισοδήματος της υπό του αγοραστή ασκούμενης ή ασκηθησόμενης επιχείρησης,

η αξία αυτών θα λογίζεται ότι είναι ίση προς το προϊόν της πώλησης ή ίση προς την αξία της αντιπαροχής που δόθηκε για την πώληση· και

(β) σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση, η αξία τέτοιων εμπορικών αποθεμάτων θα λογίζεται ότι είναι ίση προς την τιμή την οποία θα απέφεραν εάν πωλούντο στην ελεύθερη αγορά κατά το χρόνο κατά τον οποίο διακόπηκε η άσκηση της επιχείρησης.

(2) Για σκοπούς του εδαφίου (1) -

(α) δεν θεωρείται ότι η επιχείρηση διακόπτεται στην περίπτωση θανάτου του ατόμου που ασκεί την επιχείρηση, νοουμένου ότι αυτή εξακολουθεί να ασκείται από τους κληρονόμους οι οποίοι θα υποβάλουν προς τούτο γραπτή δέσμευση·

(β) ο όρος «εμπορικά αποθέματα» αναφορικά προς επιχείρηση, σημαίνει κάθε φύσεως περιουσία, κινητή ή ακίνητη, η οποία αντιπροσωπεύει είτε-

(i) είδη που πωλούνται κατά τη συνήθη διεξαγωγή της εμπορίας ή τα οποία θα πωλούντο εάν ήσαν έτοιμα ή η βιομηχανοποίηση ή κατασκευή τους ήταν συμπληρωμένη, είτε

(ii) υλικά που χρησιμοποιούνται στη βιομηχανοποίηση, ετοιμασία ή κατασκευή ειδών που περιγράφονται στην προηγούμενη υποπαράγραφο.

Εκπτώσεις για ζημιές

13. (1) Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου (9) του παρόντος άρθρου, όταν το ποσό της ζημιάς το οποίο, αν ήταν κέρδος ή όφελος θα φορολογείτο δυνάμει του παρόντος Νόμου, είναι τόσο που να μην μπορεί να συμψηφισθεί ολόκληρο με εισόδημα από άλλες πηγές για το ίδιο φορολογικό έτος, το ποσό της ζημιάς αυτής, στην έκταση που δεν μπορεί με τον τρόπο αυτό να συμψηφιστεί, μεταφέρεται και, τηρουμένων των πιο κάτω διατάξεων, συμψηφίζεται με το κατά τα επόμενα έτη εισόδημα του προσώπου αυτού.

Νοείται ότι, ανεξάρτητα από οποιαδήποτε διάταξη που προβλέπεται στον παρόντα Νόμο, στην περίπτωση προσώπου που σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Βεβαιώσεως και Εισπράξεως Φόρων Νόμου οφείλει να τηρεί λογιστικά βιβλία και αρχεία και να ετοιμάζει λογαριασμούς που ελέγχονται από ανεξάρτητο ελεγκτή, καθώς και να υποβάλλει δήλωση του αντικειμένου του φόρου, η ζημιά οποιουδήποτε φορολογικού έτους δεν θα μεταφέρεται και δεν θα συμψηφίζεται με το εισόδημα οποιουδήποτε φορολογικού έτους μετά την πάροδο πέντε ετών από το τέλος του φορολογικού έτους εντός του οποίου η ζημιά προέκυψε.

Νοείται περαιτέρω ότι:

(α) αν εντός οποιασδήποτε περιόδου τριών ετών υπάρχει αλλαγή στην ιδιοκτησία των μετοχών κάποιας εταιρείας όσο και ουσιώδης αλλαγή στη φύση της επιχειρήσεως της εταιρείας· ή

(β) αν σε οποιοδήποτε χρόνο αφότου η κλίμακα των δραστηριοτήτων της εταιρείας έχει σμικρυνθεί ή γίνει αμελητέα και πριν από οποιαδήποτε ουσιώδη επαναδραστηριοποίηση της επιχείρησης υπάρξει αλλαγή στην ιδιοκτησία των μετοχών της εταιρείας, καμιά ζημιά η οποία προέκυψε πριν από την αλλαγή της ιδιοκτησίας των μετοχών της εταιρείας δε μεταφέρεται στα επόμενα έτη μετά από τέτοια αλλαγή:

Νοείται έτι περαιτέρω ότι ζημιά του έτους 1997 και μετά, η οποία αν ήταν κέρδος θα εφορολογείτο δυνάμει των περί Φορολογίας του Εισοδήματος Νόμων του 1961 έως 2002, που δε συμψηφίστηκε με κέρδη μέχρι και το έτος 2002 δύναται να μεταφέρεται στο έτος 2003 και επόμενα έτη, τηρουμένων των διατάξεων της πρώτης επιφύλαξης του παρόντος εδαφίου.

Νοείται έτι έτι περαιτέρω ακόμη ότι ζημιά που υπέστη εταιρεία από την εκμετάλλευση οποιουδήποτε παρεμφερούς τουριστικού κτιρίου ή έργου στα έτη 1997 μέχρι 2002 που δεν συμψηφίστηκε με κέρδη δύναται να μεταφέρεται στο έτος 2003 και επόμενα έτη, τηρουμένων των διατάξεων της πρώτης επιφύλαξης του παρόντος εδαφίου.

(2) Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου αλλαγή στην ιδιοκτησία των μετοχών της εταιρείας υπάρχει-

(α) εάν ένα πρόσωπο αποκτά πέραν του μισού του συνήθους μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας, ή

(β) εάν δύο ή περισσότερα πρόσωπα μαζί ή ξεχωριστά αποκτούν τουλάχιστο 5% του συνήθους μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας ούτως ώστε όλοι μαζί να αποκτούν πέραν του μισού του συνήθους μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας:

Νοείται ότι δεν υπάρχει αλλαγή στην ιδιοκτησία των μετοχών της εταιρείας εάν η αλλαγή αφορά δωρεά γενόμενη υπό γονέως προς τέκνο, μεταξύ συζύγων ή συγγενών μέχρι δευτέρου βαθμού συγγενείας ή προς εταιρεία όλοι οι μέτοχοι της οποίας είναι μέλη και εξακολουθούν για μία πενταετία μετά τη δωρεά αυτή να είναι μέλη της οικογένειας του διαθέτη.

(3) Κανένα ποσό ζημιάς βάσει του παρόντος άρθρου δύναται να γίνει αποδεκτό αναφορικά με ένα φορολογικό έτος για το οποίο το υπόχρεο σε φορολογία πρόσωπο καθυστερεί την υποβολή λογαριασμών για το έτος τούτο για χρονική περίοδο πέραν των έξι ετών από την ημερομηνία κατά την οποία όφειλε να υποβάλει τους λογαριασμούς του εν λόγω έτους.

(4) Τηρουμένων και σύμφωνα με τις διατάξεις των ακολούθων εδαφίων, ζημιές, μπορούν να εκχωρούνται υπό εταιρείας κατοίκου της Δημοκρατίας («η εκχωρούσα εταιρεία») και, κατά την υποβολή απαίτησης υπό άλλης εταιρείας κατοίκου της Δημοκρατίας («η αιτούσα εταιρεία») μπορεί να επιτραπεί στην αιτούσα εταιρεία συμψηφισμός ζημιών συγκροτήματος όπως προβλέπεται στο εδάφιο (7).

Νοείται ότι, “εκχωρούσα εταιρεία” μπορεί να είναι και εταιρεία η οποία έχει την έδρα της και είναι φορολογικός κάτοικος σε κράτος μέλος νοουμένου ότι έχει εξαντλήσει όλες τις δυνατότητες συμψηφισμού ή μεταφοράς, στο κράτος φορολογικής της κατοικίας ή σε άλλο κράτος μέλος όπου δυνατό να εδρεύει ενδιάμεση ιθύνουσα εταιρεία, των φορολογικών ζημιών που έχει υποστεί, όπως αυτές υπολογίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Φορολογίας του Εισοδήματος (Τροποποιητικού) (Αρ. 2) Νόμου του 2015.

(5) Συμψηφισμός ζημιών συγκροτήματος θα παραχωρείται στην περίπτωση όπου η εκχωρούσα εταιρεία και η αιτούσα εταιρεία είναι μέλη του ιδίου συγκροτήματος για ολόκληρο το φορολογικό έτος:

Νοείται ότι, στην περίπτωση εταιρείας που ιδρύθηκε από τη μητρική της κατά το φορολογικό έτος, θα θεωρείται ότι είναι μέλος του ιδίου συγκροτήματος για ολόκληρο το υπό αναφορά φορολογικό έτος.

(6) Πληρωμή για συμψηφισμό ζημιών συγκροτήματος-

(α) δεν θα λαμβάνεται υπόψη στον προσδιορισμό του φορολογητέου εισοδήματος της εκχωρούσας ή της αιτούσας εταιρείας, και

(β) δεν θα θεωρείται για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου ως διανομή μερίσματος ή ως εκπίπτουσα δαπάνη.

(7) Εάν σε οποιοδήποτε φορολογικό έτος η εκχωρούσα εταιρεία έχει πραγματοποιήσει ζημιά από τη διεξαγωγή επιχείρησης, το ποσό της εν λόγω ζημιάς μπορεί να συμψηφιστεί για τους σκοπούς του εταιρικού φόρου έναντι του συνολικού φορολογητέου εισοδήματος της αιτούσας εταιρείας στο αντίστοιχο φορολογικό της έτος:

Νοείται ότι στον προσδιορισμό της ζημιάς η οποία μπορεί να εκχωρηθεί, κανένα ποσό ζημιάς από μεταφορά από προηγούμενο έτος δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη.

(8) Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου-

(α) πληρωμή για συμψηφισμό ζημιών συγκροτήματος σημαίνει πληρωμή που γίνεται από την αιτούσα εταιρεία στην εκχωρούσα εταιρεία δυνάμει συμφωνίας μεταξύ τους αναφορικά με ποσό που εκχωρείται υπό μορφή συμψηφισμού ζημιών συγκροτήματος, η οποία δεν υπερβαίνει το εν λόγω ποσό·

(β) δυο εταιρείες θα θεωρούνται ότι είναι μέλη συγκροτήματος αν η μια είναι κατά εβδομήντα πέντε τοις εκατόν (75%) εξαρτημένη της άλλης ή και οι δυο, η καθεμιά ξεχωριστά, είναι κατά εβδομήντα πέντε τοις εκατόν (75%) εξαρτημένες τρίτης εταιρείας·

(γ) μια εταιρεία θα θεωρείται ότι είναι κατά εβδομήντα πέντε τοις εκατόν (75%) εξαρτημένη άλλης εταιρείας εάν και εφόσον όχι ολιγότερο από εβδομήντα πέντε τοις εκατόν (75%) του συνήθους μετοχικού κεφαλαίου της με δικαίωμα ψήφου κατέχονται άμεσα ή έμμεσα από την άλλη εταιρεία και η άλλη εταιρεία δικαιούται σε όχι ολιγότερο από εβδομήντα πέντε

τοις εκατόν (75%) των -

(i) κερδών τα οποία είναι διαθέσιμα για διανομή, και

(ii) στοιχείων ενεργητικού της εξαρτημένης εταιρείας τα οποία θα ήταν διαθέσιμα για διανομή στους μετόχους κατά τη διάλυσή της·

(δ) στην εξακρίβωση κατά πόσο μια εταιρεία είναι κατά εβδομήντα πέντε τοις εκατόν (75%) εξαρτημένη άλλης εταιρείας, η άλλη εταιρεία θα θεωρείται ότι δεν είναι ιδιοκτήτης-

(i) οποιουδήποτε μετοχικού κεφαλαίου που κατέχει άμεσα σε μια εταιρεία εάν το κέρδος από την πώληση των μετοχών θα εθεωρείτο ως εμπορικό· ή

(ii) οποιουδήποτε μετοχικού κεφαλαίου που κατέχει έμμεσα, και το οποίο κατέχεται άμεσα από εταιρεία για την οποία το κέρδος από την πώληση του θα ήταν εμπορικό· ή

(iii) οποιουδήποτε μετοχικού κεφαλαίου που κατέχει άμεσα ή έμμεσα σε εταιρεία που δεν είναι κάτοικος «κράτους μέλους ή άλλης χώρας με την οποία η Δημοκρατία έχει συνομολογήσει διμερή ή πολυμερή σύμβαση για αποφυγή διπλής φορολογίας ή για ανταλλαγή φορολογικών πληροφοριών.

(9) Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου (1), ζημιές που υπέστη ένα πρόσωπο από επιχείρηση που διεξάγεται εκτός της Δημοκρατίας, είτε μέσω μόνιμης εγκατάστασης είτε όχι, θα αφαιρούνται ως έκπτωση από το εισόδημα του προσώπου αυτού από άλλες πηγές για το ίδιο έτος, και στην έκταση που δεν μπορεί με τον τρόπο αυτό να συμψηφιστεί πλήρως, το υπόλοιπο τέτοιας ζημιάς μεταφέρεται και, τηρουμένων των διατάξεων που προβλέπονται στον παρόντα Νόμο, θα συμψηφίζεται με το κατά τα επόμενα έτη εισόδημα του προσώπου αυτού.

Για τους σκοπούς του παρόντος εδαφίου ο όρος 'επιχείρηση' περιλαμβάνει εκμίσθωση ιδιοκτησίας.

(10) Σε περίπτωση που ιδιοκτήτης επιχείρησης, περιλαμβανομένου και συνεταιρισμού, μετατρέπει την επιχείρησή του σε εταιρεία, οποιεσδήποτε συσσωρευμένες ζημιές του ιδιοκτήτη δύνανται να μεταφέρονται στην εταιρεία.

(11) Ανεξαρτήτως των διατάξεων του παρόντος άρθρου, στην περίπτωση μεταφοράς εργασιών ή μεταβίβασης περιουσιακών στοιχείων, δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων από ένα πιστωτικό ίδρυμα σε άλλο πιστωτικό ίδρυμα, σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νομου, οποιεσδήποτε συσσωρευμένες ζημιές του μεταφέροντος ή μεταβιβάζοντος πιστωτικού ιδρύματος κατά το χρονικό σημείο της μεταφοράς των εργασιών ή της μεταβίβασης περιουσιακών στοιχείων, δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων μεταφέρονται και να συμψηφίζονται με το κατά τα επόμενα έτη εισόδημα του αποκτώντος πιστωτικού ιδρύματος, για περίοδο μέχρι και δεκαπέντε έτη από το τέλος του έτους, κατά το οποίο έγινε η μεταφορά.

Έκπτωση για ασφάλιστρα ζωής και συνεισφορές σε ταμεία προνοίας ή άλλα ταμεία

14. Προς εξεύρεση του φορολογητέου εισοδήματος οποιουδήποτε ατόμου το οποίο-

(1) έχει ασφαλίσει τη ζωή του αντί καθορισμένου ή δυναμένου να καθορισθεί ποσού πληρωτέου κατά το θάνατο του με ασφαλιστήριο, όπως αυτό ορίζεται στον περί Ασκήσεως Ασφαλιστικών Εργασιών και Συναφών Θεμάτων Νόμο, ή

(2) έχει καταβάλει συνεισφορές σε Ταμείο Συντάξεων Χηρών και

Ορφανών που ιδρύθηκε δυνάμει οποιουδήποτε σε ισχύ στη Δημοκρατία νόμου, ή δυνάμει συγκριτικά παρόμοιου νόμου εκτός της Δημοκρατίας, ή

(3) έχει καταβάλει συνεισφορές σε εγκεκριμένο για σκοπούς του παρόντος άρθρου από τον Έφορο Ταμείο Συντάξεων ή Προνοίας ή οποιοδήποτε άλλο Ασφαλιστικό Ταμείο που ιδρύθηκε στη Δημοκρατία ή εκτός της Δημοκρατίας, ή

(4) έχει καταβάλει ασφάλιστρα ή κάποια άλλη συνεισφορά σε ασφαλιστική εταιρεία για την έκδοση εγκεκριμένου ασφαλιστικού συμβολαίου που προνοεί για την παροχή ετησίας ισοβίου προσόδου, του οποίου συμβολαίου ο τύπος έτυχε της εγκρίσεως του Εφόρου και το οποίο έχει ως κύριο αντικειμενικό σκοπό την παροχή ετησίας ισοβίου προσόδου στο άτομο αυτό κατά το γήρας του, ή

(5) έχει καταβάλει ασφάλιστρα ή άλλες συνεισφορές σε ασφαλιστική εταιρεία για Σχέδιο Σύνταξης, ή Σχέδιο Ιατροφαρμακευτικής Περίθαλψης το οποίο εγκρίνεται από τον Έφορο, ή

(6) έχει καταβάλει συνεισφορά δυνάμει του εκάστοτε σε ισχύ στη Δημοκρατία Γενικού Σχεδίου Υγείας Νόμου ή δυνάμει συγκριτικά παρόμοιου Νόμου σε ισχύ εκτός της Δημοκρατίας, θα χορηγείται έκπτωση ίση προς το ετήσιο ποσό των υπό του ατόμου αυτού καταβληθέντων ασφαλίστρων, ή άλλη έκπτωση ίση προς το ποσό των ασφαλίστρων ή συνεισφορών, ανάλογα με την περίπτωση:

Νοείται-

(i) ότι, στην περίπτωση ασφαλιστικού συμβολαίου ζωής εξασφαλίζοντος κατά το θάνατο την πληρωμή καθορισμένου ή δυναμένου να προσδιορισθεί ποσού, το ποσό της έκπτωσης δεν θα υπερβαίνει το επτά τοις εκατόν (7%) επί του ποσού αυτού, εξαιρουμένου οποιουδήποτε πρόσθετου ευεργετήματος υπό μορφή φιλοδωρήματος ή άλλως· και

(ii) ότι η έκπτωση αυτή, αναφορικά με ασφάλιστρα και συνεισφορές, δεν θα μπορεί να υπερβεί το ένα έκτο του φορολογητέου εισοδήματος τέτοιου ατόμου όπως αυτό έχει προσδιορισθεί σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου προτού αφαιρεθούν από αυτό οι εκπτώσεις που καθορίζονται στο παρόν άρθρο· και

(iii) ότι στην περίπτωση εξαργύρωσης ασφαλιστικού συμβολαίου ζωής εντός τριών ετών από της ημερομηνίας του συμβολαίου, προστίθεται στο εισόδημα του ατόμου τούτου το τριάντα τοις εκατόν (30%) των ασφαλίστρων αναφορικά με τα οποία παραχωρήθηκε έκπτωση δυνάμει των διατάξεων του παρόντος άρθρου, το είκοσι δε τοις εκατόν (20%) τέτοιων ασφαλίστρων εάν η εξαργύρωση γίνει εντός του τετάρτου, του πέμπτου και του έκτου έτους από την ημερομηνία του ασφαλιστικού συμβολαίου·

(iv) ότι εντός του εδαφίου (1) εμπίπτουν και τα ασφαλιστήρια που έγιναν από άτομο για ασφάλιση της ζωής συζύγου προ της έναρξης ισχύος του παρόντος Νόμου και αναφορικά με τα οποία παραχωρείτο έκπτωση δυνάμει των διατάξεων του προηγουμένως ισχύοντος νόμου περί φορολογίας του εισοδήματος.

Εξουσίες του Εφόρου στο πλαίσιο αναδιάρθρωσης

14Α. Αναφορικά με τις διατάξεις του εδαφίου (25) του άρθρου 8 και του εδαφίου (9) του άρθρου 10 του παρόντος Νόμου, σε περίπτωση που ο Έφορος στο πλαίσιο αναδιάρθρωσης διαπιστώσει ότι απαλλαγή από την υποχρέωση καταβολής φόρου ή επιβολή μηδενικού φόρου με βάση τις διατάξεις του περί Φορολογίας του Εισοδήματος Νόμου (Τροποποιητικού) (Αρ. 3) του 2015 είναι λανθασμένη λόγω πράξεων του προσώπου οι οποίες αποδεδειγμένα δεν είναι γνήσιες ή είναι εικονικές, έχει εξουσία όπως παρά τις διατάξεις του πιο πάνω νόμου, προχωρήσει σε επιβολή στο πρόσωπο αυτό, του ορθού ποσού φόρου.

ΜΕΡΟΣ IV ΕΙΔΙΚΟΙ ΤΡΟΠΟΙ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ ΟΡΙΣΜΕΝΩΝ ΕΙΔΩΝ ΕΙΣΟΔΗΜΑΤΟΣ
Ειδικοί τρόποι φορολογίας

15. Ανεξάρτητα από οποιαδήποτε διάταξη που προβλέπεται στον παρόντα Νόμο, ο φόρος προσδιορίζεται στις καθοριζόμενες περιπτώσεις όπως προβλέπεται στο παρόν Μέρος.

Ασφαλιστικές επιχειρήσεις γενικού κλάδου

16. (1) Στην περίπτωση ασφαλιστικής επιχείρησης, επιδιδόμενης σε ασφαλιστικές εργασίες γενικού κλάδου, τα κέρδη ή οφέλη από τις εν λόγω εργασίες επί των οποίων είναι καταβλητέος φόρος σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 25, εξακριβώνονται με τον ακόλουθο τρόπο-

(α) αθροίζονται όλα τα ποσά των ακαθαρίστων ασφαλίστρων, τόκων, προμηθειών και άλλων εισοδημάτων,

(β) από το άθροισμα του (α) αφαιρούνται οποιαδήποτε ασφάλιστρα επιστρέφονται στους ασφαλισμένους και τα ασφάλιστρα για αντασφαλίσεις,

(γ) από το άθροισμα του (α) και (β) αφαιρείται το αποθεματικό για απαράγραφους κινδύνους κατά το τέλος του φορολογικού έτους και προστίθενται τα υπολογιζόμενα με όμοιο τρόπο αποθεματικά για απαράγραφους κινδύνους που εκκρεμούν κατά την έναρξη του φορολογικού έτους, και

(δ) από το ποσό που εξευρίσκεται στο (γ) αφαιρούνται οι καθαρές απαιτήσεις, οι δαπάνες καθώς και οποιεσδήποτε άλλες εκπτώσεις που επιτρέπονται δυνάμει των προνοιών του παρόντος Νόμου.

(2) Όταν το ποσό της ζημιάς το οποίο, αν ήταν κέρδος ή όφελος θα φορολογείτο δυνάμει του παρόντος Νόμου, είναι τόσο που να μην μπορεί να συμψηφισθεί ολόκληρο με το εισόδημα της ασφαλιστικής επιχείρησης από άλλες πηγές για το ίδιο φορολογικό έτος, το ποσό της ζημιάς αυτής, στην έκταση που δεν μπορεί με τον τρόπο αυτό να συμψηφιστεί, μεταφέρεται και-συμψηφίζεται με το κατά τα επόμενα έτη εισόδημα ασφαλιστικής επιχείρησης σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 13.

(3) Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου-

«απαιτήσεις» σημαίνει το ποσό το οποίο προκύπτει όταν στο ποσό των αποζημιώσεων οι οποίες καταβλήθηκαν δυνάμει ασφαλιστηρίων συμβολαίων κατά τη διάρκεια του φορολογικού έτους προστεθεί ή αφαιρεθεί, ανάλογα, το ποσό της αύξησης ή της μείωσης των πληρωτέων αποζημιώσεων κατά τη διάρκεια του ιδίου φορολογικού έτους·

«αποθεματικά για απαραγράφους κινδύνους» περιλαμβάνουν το αποθεματικό για μη κερδηθέν εισόδημα και το αποθεματικό για μη λήξαντες κινδύνους και λογίζονται με τις μεθόδους τις οποίες ήθελε υιοθετήσει η ασφαλιστική επιχείρηση. Αυτές οι μέθοδοι θα εφαρμόζονται από έτος σε έτος με συνέπεια, εκτός αν υπάρχει επαρκής δικαιολογία για μεταβολή τους από την ασφαλιστική επιχείρηση και για τούτο ικανοποιείται ο Έφορος:

Νοείται ότι ο Έφορος μπορεί να μην αποδεχθεί οποιαδήποτε μέθοδο ή μεταβολή της μεθόδου που ακολουθείται από την ασφαλιστική επιχείρηση, αν αποδεδειγμένα δε συνάδει με γενικά παραδεκτές ασφαλιστικές και λογιστικές αρχές. Για το σκοπό αυτό ο Διευθυντής μπορεί να απαιτήσει από την ασφαλιστική επιχείρηση την υποβολή τέτοιων αποδεικτικών στοιχείων τα οποία ήθελε κρίνει αναγκαία·

«ασφαλιστική επιχείρηση» και «εργασίες γενικού κλάδου» έχουν την ίδια έννοια η οποία αποδίδεται στους όρους αυτούς στον περί Ασκήσεως Ασφαλιστικών Εργασιών και Συναφών Θεμάτων Νόμο·

«δαπάνες» περιλαμβάνουν προμήθειες και, στην περίπτωση ασφαλιστικής επιχείρησης της οποίας η έδρα βρίσκεται εκτός της Δημοκρατίας, δίκαιη αναλογία των δαπανών της έδρας της ασφαλιστικής επιχείρησης οι οποίες δέον όπως μη υπερβαίνουν τα τρία τοις εκατόν (3%) του ποσού των ασφαλίστρων στη Δημοκρατία μετά την αφαίρεση του ποσού του καταβληθέντος για αντασφαλίσεις· και

«καθαρές απαιτήσεις» σημαίνει τις απαιτήσεις μειωμένες κατά το ποσό το οποίο ανακτήθηκε κατά τη διάρκεια του φορολογικού έτους σε σχέση με αυτές δυνάμει αντασφαλίσεως.

Ασφαλιστικές επιχειρήσεις κλάδου ζωής

17. (1) Στην περίπτωση ασφαλιστικής επιχείρησης επιδιδομένης σε ασφαλιστικές εργασίες μακροπροθέσμων κλάδων, τα κέρδη ή οφέλη εκ των εργασιών αυτών επί των οποίων είναι καταβλητέος φόρος σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 25 εξακριβώνονται με τον ακόλουθο τρόπο-

(α) αθροίζονται όλα τα ποσά των ακαθαρίστων ασφαλίστρων και του καθαρού εισοδήματος από επενδύσεις,

(β) από το άθροισμα του (α) αφαιρούνται τα ποσά οποιωνδήποτε ασφαλίστρων για αντασφαλίσεις, καθαρών απαιτήσεων, των εξαγορών, των δαπανών καθώς και οποιωνδήποτε άλλων εκπτώσεων δυνάμει των προνοιών του παρόντος Νόμου, και

(γ) από το ποσό που εξευρίσκεται στο (β) αφαιρούνται τα ποσά των αποθεμάτων για υποχρεώσεις αναφορικά με όλες τις εργασίες μακροπροθέσμων κλάδων στη Δημοκρατία κατά το τέλος του φορολογικού έτους και προστίθενται στο ποσό τούτο τα ποσά των αποθεμάτων για υποχρεώσεις που εκκρεμούν κατά την έναρξη του φορολογικού έτους.

(2) Όταν δεν προκύπτει φόρος ή ο καταβλητέος φόρος επί των κερδών ή οφελών από ασφαλιστικές εργασίες μακροπροθέσμων κλάδων, δεν υπερβαίνει το ενάμιση τοις εκατόν (1.5%) του ακαθαρίστου ποσού ασφαλίστρων, εξαιρουμένων των συνεισφορών σε οποιοδήποτε εγκεκριμένο Ταμείο Συντάξεων ή Προνοίας ή άλλο Ταμείο, το οποίο διαχειρίζεται προς όφελος των μελών αυτού, η ασφαλιστική επιχείρηση θα καταβάλλει τη διαφορά υπό μορφή φόρου εισοδήματος.

(3) Στην περίπτωση των εισοδημάτων της ασφαλιστικής επιχείρησης από άλλες πηγές, συμπεριλαμβανομένων και των εισοδημάτων από τη διαχείριση οποιουδήποτε εγκεκριμένου Ταμείου Συντάξεως ή Προνοίας ή άλλου Ταμείου εφαρμόζονται οι σχετικές διατάξεις του παρόντος Νόμου.

(4) Όταν το ποσό της ζημιάς το οποίο, αν ήταν κέρδος ή όφελος θα φορολογείτο δυνάμει του παρόντος Νόμου, είναι τόσο που να μην μπορεί να συμψηφισθεί ολόκληρο με το εισόδημα της ασφαλιστικής επιχείρησης από άλλες πηγές για το ίδιο φορολογικό έτος, το ποσό της ζημιάς αυτής, στην έκταση που δεν μπορεί με τον τρόπο αυτό να συμψηφιστεί, μεταφέρεται και συμψηφίζεται με το κατά τα επόμενα έτη εισόδημα ασφαλιστικής επιχείρησης σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 13.

(5) Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου-

«απαιτήσεις» σημαίνει το ποσό το οποίο προκύπτει όταν στο ποσό των αποζημιώσεων οι οποίες καταβλήθηκαν δυνάμει ασφαλιστηρίων συμβολαίων κατά τη διάρκεια του φορολογικού έτους προστεθεί ή αφαιρεθεί, ανάλογα, το ποσό της αύξησης ή της μείωσης των πληρωτέων αποζημιώσεων κατά τη διάρκεια του ιδίου φορολογικού έτους·

«ασφαλιστική επιχείρηση», «αναλογιστής», «εργασίες γενικού κλάδου» και «Έφορος Ασφαλίσεων» έχουν την ίδια έννοια η οποία αποδίδεται στους όρους αυτούς περί Ασκήσεως Ασφαλιστικών Εργασιών και Συναφών Θεμάτων Νόμο·

«δαπάνες» περιλαμβάνουν προμήθειες και, στην περίπτωση ασφαλιστικής επιχείρησης της οποίας η έδρα βρίσκεται εκτός της Δημοκρατίας, δίκαιη αναλογία των δαπανών της έδρας της ασφαλιστικής επιχείρησης οι οποίες δεν πρέπει να υπερβαίνουν το δυο τοις εκατόν (2%) του ποσού των ασφαλίστρων στη Δημοκρατία μετά την αφαίρεση του ποσού του καταβληθέντος για αντασφαλίσεις·

«καθαρές απαιτήσεις» σημαίνει τις απαιτήσεις μειωμένες κατά το ποσό το οποίο ανακτήθηκε κατά τη διάρκεια του φορολογικού έτους σε σχέση με αυτές δυνάμει αντασφαλίσεως ·

«καθαρό εισόδημα από επενδύσεις» περιλαμβάνει οποιοδήποτε κέρδος ή ζημιά από τη διάθεση επενδύσεων του αποθέματος μακροπροθέσμων κλάδων καθώς και αύξηση ή μείωση στην αξία των επενδύσεων καθόσον αφορά ασφάλειες συνδεδεμένες με συγκεκριμένες επενδύσεις (unit linked policies)· και

«υποχρεώσεις» περιλαμβάνουν και ωφελήματα προς τους ασφαλισμένους και εξακριβώνονται μετά από ετήσια έρευνα από αναλογιστή, η οποία εγκρίνεται από τον Έφορο Ασφαλίσεων. Τόσο οι υποχρεώσεις, όσο και τα οποιαδήποτε αποθεματικά τα οποία αφορούν στις υποχρεώσεις μακροπροθέσμων κλάδων, θα εξακριβώνονται δια της αναλογιστικής μεθόδου την οποίαν ήθελε υιοθετήσει η ασφαλιστική επιχείρηση. Η μέθοδος αυτή, ως επίσης και οι συντελεστές προεξόφλησης ή άλλοι συντελεστές οι οποίοι δεν αφορούν προεξοφλήσεις, θα εφαρμόζονται από έτος σε έτος με συνέπεια, εκτός αν υπάρχει επαρκής δικαιολογία για μεταβολή τούτων από την ασφαλιστική επιχείρηση και προς τούτο θα ικανοποιείται ο Έφορος:

Νοείται ότι ο Έφορος μπορεί να μην αποδεχθεί οποιαδήποτε μέθοδο ή μεταβολή της μεθόδου που ακολουθείται από την ασφαλιστική επιχείρηση, αν αποδεδειγμένα δεν συνάδει με γενικώς παραδεκτές ασφαλιστικές και λογιστικές αρχές. Για το σκοπό αυτό ο Διευθυντής μπορεί να απαιτήσει από την ασφαλιστική επιχείρηση την υποβολή τέτοιων αποδεικτικών στοιχείων τα οποία ήθελε κρίνει αναγκαία.

Ναυτιλιακές και αεροπορικές επιχειρήσεις

18. (1) Στην περίπτωση ιδιοκτήτη πλοίου ή αεροσκάφους, θα λογίζεται ότι αποτελούν τα κέρδη ή οφέλη της επιχείρησης του ως ιδιοκτήτη πλοίου ή αεροσκάφους, αν αυτός προσαγάγει ή μεριμνήσει όπως προσαχθεί στον Έφορο πιστοποιητικό όπως το αναφερόμενο στο εδάφιο (2), το ποσό το οποίο έχει τον ίδιο λόγο προς τα ποσά τα οποία είναι πληρωτέα για εισιτήρια ή ναύλα επιβατών, εμπορευμάτων ή ταχυδρομείων επιβιβαζόμενων ή φορτωνόμενων στη Δημοκρατία όπως ο λόγος των υπό του εν λόγω πιστοποιητικού δεικνυομένων συνολικών κερδών του κατά τη σχετική λογιστική περίοδο προς τα ακαθάριστα εισοδήματα του κατά την περίοδο αυτή.

(2) Το πιστοποιητικό το αναφερόμενο στο εδάφιο (1) του παρόντος άρθρου δέον να είναι πιστοποιητικό υπό της φορολογικής αρχής της χώρας στην οποία βρίσκεται η κύρια έδρα της επιχείρησης του ιδιοκτήτη του πλοίου ή αεροσκάφους και στο οποίο θα δηλώνονται τα πιο κάτω-

(i) ότι ο ιδιοκτήτης του πλοίου ή αεροσκάφους παρέσχε, προς ικανοποίηση της τέτοιας αρχής, λογαριασμό του συνόλου της επιχείρησής του· και

(ii) ο λόγος που έχουν τα κέρδη ή οφέλη του κατά τη σχετική λογιστική περίοδο προς το ακαθάριστο εισόδημα του ιδιοκτήτη του πλοίου ή του αεροσκάφους κατά την περίοδο αυτή, υπολογιζόμενα σύμφωνα με τον περί φορολογίας του εισοδήματος νόμο της χώρας αυτής, και αφαιρουμένου του τόκου επί κάθε χρηματικού ποσού δανεισθέντος και χρησιμοποιηθέντος προς κτήση των κερδών και οφελών αυτών.

(3) Αν τα κέρδη ή οφέλη ιδιοκτήτη πλοίου ή αεροσκάφους υπολογίσθηκαν με οποιαδήποτε βάση διαφορετική από τη βάση του λόγου των κερδών ή οφελών, που φαίνεται στο πιστοποιητικό όπως προβλέπεται στο εδάφιο (2), σε οποιοδήποτε χρόνο μέσα σε δυο έτη από τη λήξη του φορολογικού έτους ο ιδιοκτήτης του πλοίου ή αεροσκάφους δικαιούται σε τέτοια αναθεώρηση η οποία θα απαιτείτο για την αναγνώριση του εν λόγω πιστοποιητικού και προς επιστροφή οποιουδήποτε φόρου ο οποίος καταβλήθηκε πέραν του κανονικού.

Νοείται ότι κέρδη ή οφέλη που προκύπτουν από την επιχείρηση εκμετάλλευσης πλοίων ή αεροσκαφών η οποία διεξάγεται από πρόσωπο μη κάτοικο της Δημοκρατίας, απαλλάσσονται από το φόρο, νοουμένου ότι ο Υπουργός Οικονομικών ικανοποιείται ότι ανάλογος απαλλαγή χορηγείται από τη χώρα στην οποία διαμένει το πρόσωπο αυτό σε πρόσωπα που είναι κάτοικοι της Δημοκρατίας.

(4) Στο άρθρο αυτό-

(α) ο όρος «ιδιοκτήτης πλοίου ή αεροσκάφους» σημαίνει οποιοδήποτε ιδιοκτήτη ή ναυλωτή πλοίων ή αεροσκαφών ο οποίος δεν είναι κάτοικος της Δημοκρατίας· και

(β) ο όρος «επιχείρηση εκμετάλλευσης πλοίων ή αεροσκαφών» σημαίνει επιχείρηση που διεξάγεται από ιδιοκτήτη ή ναυλωτή πλοίων ή αεροσκαφών.

Φορολογία εισοδήματος από την παροχή υπηρεσιών διαχείρισης πλοίων

19. [Διαγράφηκε]
Συντάξεις από την παροχή υπηρεσιών στο εξωτερικό

20. Το εισόδημα ατόμου, το οποίο είναι κάτοικος στη Δημοκρατία, από σύνταξη για υπηρεσίες οι οποίες είχαν παρασχεθεί εκτός της Δημοκρατίας, το οποίο υπερβαίνει το ποσό των τριών χιλιάδων τετρακοσίων είκοσι ευρώ, υπόκειται σε φορολογία με συντελεστή πέντε σεντ για κάθε λίρα:

Νοείται ότι το εισόδημα αυτό δεν προστίθεται με οποιοδήποτε άλλο εισόδημα:

Νοείται περαιτέρω ότι το άτομο το οποίο εμπίπτει στις διατάξεις του παρόντος άρθρου δύναται για κάθε φορολογικό έτος να επιλέγει να φορολογείται είτε σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου είτε σύμφωνα με τις διατάξεις των Μερών III και V του παρόντος Νόμου.

Σύνταξη χηρείας

20Α. Το εισόδημα ατόμου από σύνταξη χηρείας, το οποίο καταβάλλεται -

(α) με βάση το άρθρο 41 του περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νόμου· ή/και

(β) με βάση σχέδιο συνταξιοδότησης, το οποίο διέπεται από Κανονισμούς που εγκρίνονται από το Υπουργικό Συμβούλιο· ή/και

(γ) από ταμείο επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών, το οποίο είναι εγγεγραμμένο στο μητρώο του Εφόρου Επαγγελματικών Συνταξιοδοτικών Παροχών

και το οποίο υπερβαίνει το εκάστοτε ποσό φορολογητέου εισοδήματος επί του οποίου επιβάλλεται δυνάμει του Δευτέρου Παραρτήματος, φόρος με συντελεστή προς μηδέν τοις εκατόν (0%), υπόκειται σε φορολογία με συντελεστή προς είκοσι τοις εκατόν (20%):

Νοείται ότι, το εισόδημα αυτό δεν προστίθεται σε οποιοδήποτε άλλο εισόδημα:

Νοείται περαιτέρω ότι, καθόσον αφορά εισόδημα από σύνταξη χηρείας που λαμβάνεται στη βάση πέραν της μιας από τις περιπτώσεις που προβλέπονται στις παραγράφους (α) μέχρι (γ), τα ποσά που λαμβάνονται ως σύνταξη χηρείας συνυπολογίζονται για σκοπούς υπολογισμού του φορολογητέου εισοδήματος επί του οποίου επιβάλλεται ο συντελεστής μηδέν τοις εκατόν (0%) με βάση το Δεύτερο Παράρτημα.

Νοείται έτι περαιτέρω ότι, άτομο το οποίο εμπίπτει στις διατάξεις του παρόντος άρθρου δύναται για κάθε φορολογικό έτος να επιλέγει να φορολογείται είτε σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου, είτε σύμφωνα με τις διατάξεις του Μέρους ΙΙΙ και του Μέρους V:

Νοείται έτι έτι περαιτέρω ότι, η ισχύς των διατάξεων της πιο πάνω επιφύλαξης λογίζεται ότι άρχισε από το φορολογικό έτος 2014.

Αμοιβή η οποία συνιστά συμμετοχή επί της δημιουργίας υπεραξίας ΟΕΕ

20B.-(1) Τηρουμένων των διατάξεων του περί των Διαχειριστών Οργανισμών Εναλλακτικών Επενδύσεων Νόμου, η μεταβλητή αμοιβή ατόμου που εργοδοτείται στη Δημοκρατία-

(α) Από Διαχειριστή Οργανισμών Εναλλακτικών Επενδύσεων (εφεξής “ΔΟΕΕ”). ή

(β) από εταιρεία στην οποία ο ΔΟΕΕ έχει αναθέσει δραστηριότητες διαχείρισης χαρτοφυλακίου ή κινδύνων του Οργανισμού Εναλλακτικών Επενδύσεων (εφεξής “ΟΕΕ”) που διαχειρίζεται. ή

(γ) από ΔΟΕΕ που είναι εσωτερικά διαχειριζόμενος ΟΕΕ,

η οποία συνιστά συμμετοχή επί της δημιουργίας υπεραξίας του ΟΕΕ (carried interest) υπόκειται σε φόρο συντελεστή ύψους οκτώ τοις εκατό (8%).

(2) Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου δεν εφαρμόζονται στην περίπτωση-

(α) Ατόμου που ήταν κάτοικος στη Δημοκρατία σε οποιαδήποτε τρία (3) από τα  πέντε (5) φορολογικά έτη που προηγούνται του έτους στο οποίο άρχισε η εργοδότησή του στη Δημοκρατία· και

(β) ατόμου που ήταν κάτοικος στη Δημοκρατία κατά το έτος που προηγείται του έτους που άρχισε η εργοδότησή του και του οποίου η εργοδότηση στη Δημοκρατία, από ΔΟΕΕ ή από εταιρεία στην οποία ο ΔΟΕΕ έχει αναθέσει δραστηριότητες διαχείρισης χαρτοφυλακίου ή κινδύνων του ΟΕΕ που διαχειρίζεται ή από ΔΟΕΕ που είναι εσωτερικά διαχειριζόμενος ΟΕΕ, άρχισε πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Φορολογίας του Εισοδήματος (Τροποποιητικού) (Αρ. 3) Νόμου του 2018.

(3) Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται-

(α) Μόνο στην περίπτωση ατόμου το οποίο με την έναρξη της εργοδότησής του από ΔΟΕΕ ή από εταιρεία στην οποία ο ΔΟΕΕ έχει αναθέσει δραστηριότητες διαχείρισης χαρτοφυλακίου ή κινδύνων του ΟΕΕ που διαχειρίζεται ή από ΔΟΕΕ που είναι εσωτερικά διαχειριζόμενος ΟΕΕ καθίσταται κάτοικος της Δημοκρατίας,

(β) μόνο σε συγκεκριμένες κατηγορίες υπαλλήλων (identified staff), σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στην παράγραφο (δ) του εδαφίου (1) του άρθρου 14 του περί Διαχειριστών Οργανισμών Εναλλακτικών Επενδύσεων Νόμου και σε κατηγορίες υπαλλήλων εταιρείας στην οποία ο ΔΟΕΕ ή ο ΔΟΕΕ που είναι εσωτερικά διαχειριζόμενος ΟΕΕ έχει αναθέσει δραστηριότητες διαχείρισης χαρτοφυλακίου ή κινδύνων, των οποίων οι επαγγελματικές δραστηριότητες έχουν αντίκτυπο στο προφίλ κινδύνου του ΟΕΕ που διαχειρίζεται ο ΔΟΕΕ ή του ίδιου του ΔΟΕΕ που είναι εσωτερικά διαχειριζόμενος ΟΕΕ, αντίστοιχα,

(γ) στην περίπτωση που το δικαίωμα συμμετοχής επί της δημιουργίας υπεραξίας του ΟΕΕ χορηγείται εφόσον η καθαρή αξία των περιουσιακών στοιχείων του ΟΕΕ υπερβαίνει το ποσό της αρχικής επένδυσης των επενδυτών,

(δ) για κάθε άτομο για περίοδο δέκα (10) ετών, συνολικά, σε μία ή περισσότερες εργοδοτήσεις, περιλαμβανομένων του έτους έναρξης και του έτους τερματισμού της εργοδότησης:
Νοείται ότι, μετά τη συμπλήρωση της περιόδου των δέκα (10) ετών, συνεχόμενων ή μη, το άτομο φορολογείται με βάση τις διατάξεις του Μέρους ΙΙΙ και του Μέρους V.

(4) Το ελάχιστο ποσό φόρου που καταβάλλεται δυνάμει των διατάξεων του παρόντος άρθρου ανέρχεται στις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000) ανά έτος.

(5) Η αμοιβή ατόμου που φορολογείται δυνάμει των διατάξεων του παρόντος άρθρου δεν προστίθεται σε οποιοδήποτε άλλο εισόδημα για σκοπούς φορολόγησης του εισοδήματος.

(6) Σε περίπτωση που η συμμετοχή επί της δημιουργίας υπεραξίας του ΟΕΕ καταβάλλεται υπό μορφή τίτλων, η αξία της ισούται με την αγοραία αξία των παραχωρηθέντων τίτλων κατά την ημερομηνία που η κυριότητά τους περιέρχεται στο άτομο μείον οποιοδήποτε ποσό καταβλήθηκε από το άτομο για την απόκτησή τους.

(7) Άτομο το οποίο εμπίπτει στις διατάξεις του παρόντος άρθρου δύναται, για κάθε φορολογικό έτος που εμπίπτει στην περίοδο που προβλέπεται από τις διατάξεις της παραγράφου (δ) του εδαφίου (3), να επιλέγει να φορολογείται είτε σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου είτε σύμφωνα με τις διατάξεις του Μέρους ΙΙΙ και του Μέρους V:Νοείται ότι, στην περίπτωση που άτομο επιλέξει να φορολογηθεί δυνάμει των διατάξεων του παρόντος άρθρου, οι απαλλαγές που προβλέπονται στα εδάφια (21) και (23) του άρθρου 8 δεν τυγχάνουν εφαρμογής.

(8)(α) Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου ο όρος «συμμετοχή επί της δημιουργίας υπεραξίας του ΟΕΕ (carried interest)» σημαίνει μερίδιο στα κέρδη του ΟΕΕ που περιέρχεται στους υπαλλήλους του ΔΟΕΕ ή της εταιρείας στην οποία ο ΔΟΕΕ έχει αναθέσει δραστηριότητες διαχείρισης χαρτοφυλακίου ή κινδύνων του ΟΕΕ που διαχειρίζεται ή του ΔΟΕΕ που είναι εσωτερικά διαχειριζόμενος ΟΕΕ, είτε άμεσα από τον ίδιο τον ΟΕΕ είτε μέσω του ΔΟΕΕ, ως αμοιβή για τη διαχείριση του ΟΕΕ, αλλά δεν περιλαμβάνει οποιοδήποτε μερίδιο στα κέρδη του ΟΕΕ που περιέρχεται στους εν λόγω υπαλλήλους ως αναλογική απόδοση επί οποιασδήποτε επένδυσής τους στον ΟΕΕ.

(β) Όροι που χρησιμοποιούνται στο παρόν άρθρο και δεν ορίζονται διαφορετικά στον παρόντα Νόμο, έχουν την έννοια που αποδίδεται σε αυτούς από τον περί Διαχειριστών Οργανισμών Εναλλακτικών Επενδύσεων Νόμο και τον περί Οργανισμών Εναλλακτικών Επενδύσεων Νόμο.

Αμοιβή απόδοσης που συνδέεται με ΟΣΕΚΑ

20Γ.-(1) Τηρουμένων των διατάξεων του περί Ανοικτού Τύπου Οργανισμών Συλλογικών Επενδύσεων Νόμου, η μεταβλητή αμοιβή ατόμου, που εργοδοτείται στη Δημοκρατία-

(α) Από Εταιρεία Διαχείρισης. ή

(β) από εταιρεία στην οποία η Εταιρεία Διαχείρισης έχει αναθέσει δραστηριότητες διαχείρισης χαρτοφυλακίου ή κινδύνων του Οργανισμού Συλλογικών Επενδύσεων σε Κινητές Αξίες (εφεξής “ΟΣΕΚΑ”) που διαχειρίζεται. ή

(γ) από εσωτερικά διαχειριζόμενο ΟΣΕΚΑ,

η οποία συνιστά αμοιβή απόδοσης (performance fee) υπόκειται σε φόρο συντελεστή ύψους οκτώ τοις εκατό (8%).

(2) Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου δεν εφαρμόζονται στην περίπτωση-

(α) Aτόμου που ήταν κάτοικος στη Δημοκρατία σε οποιαδήποτε τρία (3) από τα  πέντε (5) φορολογικά έτη που προηγούνται του έτους στο οποίο άρχισε η εργοδότησή του στη Δημοκρατία· και

(β) ατόμου που ήταν κάτοικος στη Δημοκρατία κατά το έτος που προηγείται του έτους που άρχισε η εργοδότησή του και του οποίου η εργοδότηση στη Δημοκρατία, από Εταιρεία Διαχείρισης ή από εταιρεία στην οποία η Εταιρεία Διαχείρισης έχει αναθέσει δραστηριότητες διαχείρισης χαρτοφυλακίου ή κινδύνων του ΟΣΕΚΑ που διαχειρίζεται ή από εσωτερικά διαχειριζόμενο ΟΣΕΚΑ, άρχισε πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Φορολογίας του Εισοδήματος (Τροποποιητικού) (Αρ. 3) Νόμου του 2018.

(3) Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται-

(α) Mόνο στην περίπτωση ατόμου το οποίο με την έναρξη της εργοδότησής του από  Εταιρεία Διαχείρισης ή από εταιρεία στην οποία η Εταιρεία Διαχείρισης έχει αναθέσει δραστηριότητες διαχείρισης χαρτοφυλακίου ή κινδύνων του ΟΣΕΚΑ που διαχειρίζεται ή από εσωτερικά διαχειριζόμενο ΟΣΕΚΑ καθίσταται κάτοικος της Δημοκρατίας,

(β) μόνο σε συγκεκριμένες κατηγορίες υπαλλήλων (identified staff), σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο εδάφιο (3) του άρθρου 123Α του περί Ανοικτού Τύπου Οργανισμών Συλλογικών Επενδύσεων Νόμου και σε κατηγορίες υπαλλήλων εταιρείας στην οποία η Εταιρεία Διαχείρισης ή ο εσωτερικά διαχειριζόμενος ΟΣΕΚΑ έχει αναθέσει δραστηριότητες διαχείρισης χαρτοφυλακίου ή κινδύνων, των οποίων οι επαγγελματικές δραστηριότητες έχουν αντίκτυπο στο προφίλ κινδύνου του ΟΣΕΚΑ που διαχειρίζεται η Εταιρεία Διαχείρισης ή του ίδιου του εσωτερικά διαχειριζόμενου ΟΣΕΚΑ, αντίστοιχα,

(γ) στην περίπτωση που η αμοιβή απόδοσης χορηγείται εφόσον η καθαρή αξία των περιουσιακών στοιχείων του ΟΣΕΚΑ υπερβαίνει το ποσό της αρχικής επένδυσης των επενδυτών,

(δ) για κάθε άτομο για περίοδο δέκα (10) ετών, συνολικά, σε μία ή περισσότερες εργοδοτήσεις, περιλαμβανομένων του έτους έναρξης και του έτους τερματισμού της εργοδότησης:

Νοείται ότι μετά τη συμπλήρωση της περιόδου των δέκα (10) ετών, συνεχόμενων ή μη, το άτομο φορολογείται με βάση τις διατάξεις του Μέρους ΙΙΙ και του Μέρους V.

(4) Το ελάχιστο ποσό φόρου που καταβάλλεται δυνάμει των διατάξεων του παρόντος άρθρου ανέρχεται στις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000) ανά έτος.

(5) Η αμοιβή ατόμου που φορολογείται δυνάμει των διατάξεων του παρόντος άρθρου δεν προστίθεται σε οποιοδήποτε άλλο εισόδημα για σκοπούς φορολόγησης του εισοδήματος.

(6) Σε περίπτωση που η αμοιβή απόδοσης καταβάλλεται υπό μορφή τίτλων, η αξία της ισούται με την αγοραία αξία των παραχωρηθέντων τίτλων κατά την ημερομηνία που η κυριότητά τους περιέρχεται στο άτομο μείον οποιοδήποτε ποσό καταβλήθηκε από το άτομο για την απόκτησή τους.

(7) Άτομο το οποίο εμπίπτει στις διατάξεις του παρόντος άρθρου δύναται, για κάθε φορολογικό έτος που εμπίπτει στην περίοδο που προβλέπεται από τις διατάξεις της παραγράφου (δ) του εδαφίου (3), να επιλέγει να φορολογείται είτε σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου είτε σύμφωνα με τις διατάξεις του Μέρους ΙΙΙ και του Μέρους V:

Νοείται ότι, στην περίπτωση που άτομο επιλέξει να φορολογηθεί δυνάμει των διατάξεων του παρόντος άρθρου, οι απαλλαγές που προβλέπονται στα εδάφια (21) και (23) του άρθρου 8 δεν τυγχάνουν εφαρμογής.

(8)  Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου-

(α) Ο όρος «αμοιβή απόδοσης» σημαίνει μεταβλητή αμοιβή που συνδέεται με την απόδοση του ΟΣΕΚΑ και μπορεί να βασίζεται σε στοιχεία, όπως ένα μερίδιο των κεφαλαιακών κερδών, ή με την αύξηση της αξίας των κεφαλαίων της καθαρής αξίας ενεργητικού του ΟΣΕΚΑ ή με την αύξηση οποιουδήποτε τμήματος της καθαρής αξίας ενεργητικού του ΟΣΕΚΑ σε σύγκριση με  κατάλληλο δείκτη κινητών αξιών ή άλλο μέτρο απόδοσης επενδύσεων·

(β) ο  όρος  «απόδοση  του ΟΣΕΚΑ»  περιλαμβάνει την αύξηση της αξίας των κεφαλαίων και κάθε έσοδο που συνδέεται με τα στοιχεία ενεργητικού του ΟΣΕΚΑ, όπως μερίσματα, και μπορεί να εκτιμηθεί σε σχέση με έναν στόχο απόδοσης.

(γ) όροι που χρησιμοποιούνται στο παρόν άρθρο και δεν ορίζονται διαφορετικά στον παρόντα Νόμο έχουν την έννοια που αποδίδεται σε αυτούς από τον περί Ανοικτού Τύπου Οργανισμών Συλλογικών Επενδύσεων Νόμο.

Φορολογία επί του ακαθάριστου ποσού δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας, δικαιωμάτων εκμεταλλεύσεως, αποζημιώσεως, κ.λ,π

21. Το ακαθάριστο ποσό οποιωνδήποτε δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας, δικαιωμάτων εκμεταλλεύσεως, αποζημιώσεως ή άλλου εισοδήματος που αποκτάται από πηγές εντός της Δημοκρατίας από οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο δεν είναι κάτοικος στη Δημοκρατία, το οποίο δεν επιδίδεται σε οποιαδήποτε επιχείρηση στη Δημοκρατία, ως αντιπαροχή για τη χρήση, ή για το προνόμιο της χρήσης, οποιουδήποτε συγγραφικού δικαιώματος, δικαιώματος εκμεταλλεύσεως, σχεδίου, μυστικού τρόπου κατασκευής ή τύπου, εμπορικού σήματος, μεθόδου ή άλλης παρόμοιας ιδιοκτησίας, ή ως αντιπαροχή για τεχνική βοήθεια, υπόκειται σε φορολογία με συντελεστή δέκα σεντ κατά λίρα:

Νοείται ότι σε περίπτωση κατά την οποία το δικαίωμα εκχωρείται για χρήση εκτός της Δημοκρατίας, το ποσό αυτό δε λογίζεται ως εισόδημα το οποίο αποκτάται από πηγές στη Δημοκρατία.

Nοείται περαιτέρω ότι εισόδημα που εμπίπτει στο παρόν άρθρο απαλλάσσεται από οποιοδήποτε φόρο εφόσον ο δικαιούχος του εισοδήματος είναι συνδεδεμένη εταιρεία Kράτους μέλους η οποία αναφέρεται στο Πρώτο Παράρτημα του Nόμου ή μόνιμη εγκατάσταση τέτοιας εταιρείας  που βρίσκεται σε άλλο Kράτος μέλος  όταν το εν λόγω εισόδημα καταβάλλεται–

(i) από εταιρεία που είναι κάτοικος στη Δημοκρατία, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη εισοδήματα που καταβάλλονται μέσω μόνιμης εγκατάστασης αυτής που βρίσκεται σε κράτος άλλο από Kράτος μέλος; ή

(ii) από μόνιμη εγκατάσταση στη Δημοκρατία εταιρείας που δεν είναι κάτοικος στη Δημοκρατία και όταν το εισόδημα αυτό αντιπροσωπεύει εκπιπτόμενη δαπάνη, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Nόμου, για την εν λόγω  μόνιμη εγκατάσταση.

Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου εταιρεία θεωρείται "συνδεδεμένη" με άλλη εταιρεία εφόσον, τουλάχιστον:

(i) η πρώτη εταιρεία κατέχει άμεσα ελάχιστη συμμετοχή 25% στο μετοχικό κεφάλαιο της δεύτερης εταιρείας, ή

(ii) η δεύτερη εταιρεία κατέχει άμεσα ελάχιστη συμμετοχή 25% στο μετοχικό κεφάλαιο της πρώτης εταιρείας, ή

(iii) μια τρίτη εταιρεία κατέχει άμεσα ελάχιστη συμμετοχή 25% στο μετοχικό κεφάλαιο τόσο της πρώτης όσο και της δεύτερης εταιρείας.

Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου εταιρεία θεωρείται "συνδεδεμένη" με άλλη εταιρεία εφόσον, τουλάχιστον:

(i) η πρώτη εταιρεία κατέχει άμεσα ελάχιστη συμμετοχή 25% στο μετοχικό κεφάλαιο της δεύτερης εταιρείας, ή

(ii) η δεύτερη εταιρεία κατέχει άμεσα ελάχιστη συμμετοχή 25% στο μετοχικό κεφάλαιο της πρώτης εταιρείας, ή

(iii) μια τρίτη εταιρεία κατέχει άμεσα ελάχιστη συμμετοχή 25% στο μετοχικό κεφάλαιο τόσο της πρώτης όσο και της δεύτερης εταιρείας.

Μισθώματα ταινιών κ.λ,π

22. Το ακαθάριστο ποσό οποιουδήποτε μισθώματος για την προβολή κινηματογραφικών ταινιών στη Δημοκρατία (είτε το μίσθωμα αυτό είναι καθορισμένο είτε συνίσταται σε ποσοστό των ακαθάριστων εισπράξεων) το οποίο αποκτά οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο δεν είναι κάτοικος στη Δημοκρατία υπόκειται σε φορολογία με συντελεστή πέντε σεντ κατά λίρα.

Nοείται περαιτέρω ότι εισόδημα που εμπίπτει στο παρόν άρθρο απαλλάσσεται από οποιοδήποτε φόρο εφόσον ο δικαιούχος του εισοδήματος είναι συνδεδεμένη εταιρεία Kράτους μέλους η οποία αναφέρεται στο Πρώτο Παράρτημα του Nόμου ή μόνιμη εγκατάσταση τέτοιας εταιρείας  που βρίσκεται σε άλλο Kράτος μέλος  όταν το εν λόγω εισόδημα καταβάλλεται–

(i)  από εταιρεία που είναι κάτοικος στη Δημοκρατία, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη εισοδήματα που καταβάλλονται μέσω μόνιμης εγκατάστασης αυτής που βρίσκεται σε κράτος άλλο από Kράτος μέλος; ή

(ii) από μόνιμη εγκατάσταση στη Δημοκρατία εταιρείας που δεν είναι κάτοικος στη Δημοκρατία και όταν το εισόδημα αυτό αντιπροσωπεύει εκπιπτόμενη δαπάνη, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Nόμου, για την εν λόγω μόνιμη  εγκατάσταση.

Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου εταιρεία θεωρείται "συνδεδεμένη" με άλλη εταιρεία εφόσον, τουλάχιστον:

(i) η πρώτη εταιρεία κατέχει άμεσα ελάχιστη συμμετοχή 25% στο μετοχικό κεφάλαιο της δεύτερης εταιρείας, ή

(ii) η δεύτερη εταιρεία κατέχει άμεσα ελάχιστη συμμετοχή 25% στο μετοχικό κεφάλαιο της πρώτης εταιρείας, ή

(iii) μια τρίτη εταιρεία κατέχει άμεσα ελάχιστη συμμετοχή 25% στο μετοχικό κεφάλαιο τόσο της πρώτης όσο και της δεύτερης εταιρείας.

Κέρδη επαγγελματιών, καλλιτεχνών, κ.α

23. Το ακαθάριστο εισόδημα το οποίο αποκτά οποιοδήποτε άτομο το οποίο δεν είναι κάτοικος στη Δημοκρατία από την άσκηση στη Δημοκρατία οποιουδήποτε επαγγέλματος ή επιτηδεύματος, η αμοιβή προσώπων, τα οποία δεν είναι κάτοικοι στη Δημοκρατία, που παρέχουν υπηρεσίες ψυχαγωγίας στο κοινό και οι ακαθάριστες εισπράξεις οποιουδήποτε θεατρικού ή μουσικού ομίλου ή άλλης ομάδας προσώπων που παρέχουν υπηρεσίες ψυχαγωγίας στο κοινό, περιλαμβανομένων ποδοσφαιρικών ομάδων και άλλων αθλητικών αποστολών από το εξωτερικό, που προκύπτουν από παραστάσεις στη Δημοκρατία, υπόκεινται σε φορολογία με συντελεστή δέκα σεντ για κάθε λίρα:

Νοείται ότι όταν δυνάμει του παρόντος άρθρου επιβάλλεται φορολογία επί του ομίλου ή της ομάδας τα συνιστώντα αυτόν μέλη δεν υπόκεινται σε φορολογία.

Φορολόγηση εισοδήματος από πηγές εντός της Δημοκρατίας από πρόσωπο που δεν είναι κάτοικος στη Δημοκρατία

23Α. Το ακαθάριστο πόσο ή άλλο εισόδημα που αποκτάται από πηγές εντός της Δημοκρατίας, από οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο δεν είναι κάτοικος στη Δημοκρατία, το οποίο δεν πηγάζει από μόνιμη εγκατάσταση στη Δημοκρατία, ως αντιπαροχή για υπηρεσίες που ασκούνται στη Δημοκρατία αναφορικά με την εξόρυξη, εξερεύνηση ή εκμετάλλευση της υφαλοκρηπίδας, του υπέδαφους ή των φυσικών πόρων, καθώς και την εγκατάσταση και εκμετάλλευση αγωγών και άλλων εγκαταστάσεων στο έδαφος, στο βυθό της θάλασσας ή πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας, υπόκειται σε φορολογία με συντελεστή πέντε τοις εκατόν (5%).

Αφαίρεση φόρου πριν τη διενέργεια πληρωμής και αποστολή του αφαιρεθέντος

24. (1) Οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο συνάπτει οποιαδήποτε σύμβαση με οποιοδήποτε άτομο το οποίο δεν είναι κάτοικος στη Δημοκρατία ή με οποιαδήποτε εταιρεία η οποία δεν επιδίδεται στη διεξαγωγή οποιασδήποτε επιχείρησης στη Δημοκρατία, σε σχέση με δοσοληψίες της φύσεως που εκτίθενται στα άρθρα 21, 22, 23 και 23Α, οφείλει να παρακρατεί φόρο με το συντελεστή που καθορίζεται στα εν λόγω άρθρα από οποιεσδήποτε εισπράξεις που διενεργούνται εκ μέρους του τέτοιου ατόμου ή εταιρείας ή από οποιαδήποτε πληρωμή έγινε ή που θα γίνει προς το εν λόγω άτομο ή εταιρεία και να αποστείλει αυτόν αμέσως στον Έφορο, μαζί με κατάσταση η οποία να παρέχει πλήρη στοιχεία των συνθηκών συνεπεία των οποίων έγινε η παρακράτηση και δείχνοντας πώς υπολογίστηκε ο παρακρατηθείς φόρος.

(1Α) Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου (1), όταν το πρόσωπο που διενεργεί την πληρωμή σε σχέση με δοσοληψίες της φύσεως που εκτίθενται στα άρθρα 23 και 23Α, δεν είναι κάτοικος στη Δημοκρατία και δεν έχει μόνιμη εγκατάσταση στη Δημοκρατία, και η πληρωμή επιβαρύνει συνδεδεμένο πρόσωπο το οποίο είναι κάτοικος της Δημοκρατίας ή έχει μόνιμη εγκατάσταση στη Δημοκρατία, ο φόρος παρακρατείται με βάση τις διατάξεις του εδάφιου (1) και αποστέλλεται στον Έφορο από το συνδεδεμένο πρόσωπο μέσα στο μήνα που ακολουθεί το μήνα στον οποίο το ποσό επιβαρύνει το συνδεδεμένο πρόσωπο, μαζί με κατάσταση η οποία παρέχει πλήρη στοιχεία των συνθηκών συνεπεία των οποίων έγινε η παρακράτηση και παρουσιάζοντας τον τρόπο υπολογισμού του παρακρατηθέντος φόρου.

(2) Οποιοσδήποτε φόρος που απαιτείται να παρακρατηθεί δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου (1), θεωρείται ως φόρος που επιβλήθηκε επί του προσώπου από το οποίο απαιτείται όπως ο εν λόγω φόρος παρακρατηθεί και μπορεί να ανακτηθεί από αυτόν με οποιοδήποτε τρόπο που προβλέπεται σε οποιοδήποτε νόμο που διέπει την είσπραξη φόρων:

Νοείται ότι τίποτε από ότι προβλέπεται στο παρόν άρθρο δεν ερμηνεύεται ότι εμποδίζει τον Έφορο από του να ανακτήσει το φόρο αυτό από το πρόσωπο το οποίο κέρδισε το εισόδημα επί του οποίου επιβλήθηκε ο φόρος, παρά το γεγονός ότι δεν επεβλήθη φορολογία επί του προσώπου τούτου:

Νοείται περαιτέρω ότι όταν δεν παρέχονται καταστάσεις ή άλλα στοιχεία, ο Έφορος μπορεί να καθορίσει, όσο καλύτερα μπορεί να κρίνει, το ποσό του φόρου το οποίο έπρεπε να είχε παρακρατηθεί.

(3) Αν οποιοσδήποτε τέτοιος φόρος δεν παρακρατηθεί ή, αν αφού παρακρατηθεί, δεν αποσταλεί στον Έφορο μέσα στο μήνα ο οποίος ακολουθεί το μήνα στον οποίο έγινε η παρακράτηση, προστίθεται σ' αυτόν, ως τόκος, ποσό ίσο με το καταβλητέο σε περίπτωση καθυστέρησης πληρωμής φόρου ποσό οι δε διατάξεις οποιουδήποτε νόμου που αφορά στην είσπραξη και ανάκτηση φόρων εφαρμόζονται αναφορικά με την είσπραξη και ανάκτηση του τόκου αυτού:

Νοείται ότι, ανεξαρτήτως των διατάξεων του άρθρου 50 του περί Βεβαιώσεως και Εισπράξεως Φόρων Νόμου, πρόσωπο που παραλείπει να καταβάλει οφειλόμενο φόρο μέχρι την προθεσμία που καθορίζεται σύμφωνα με το παρόν άρθρο ή μέχρι την προθεσμία που καθορίζεται σε  ειδοποίηση του Διευθυντή δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου, υπόκειται σε χρηματική επιβάρυνση ίση προς πέντε τοις εκατόν (5%) του οφειλόμενου φόρου.

(4) Οι διατάξεις οποιουδήποτε νόμου που αφορούν ενστάσεις και προσφυγές εφαρμόζονται για οποιαδήποτε απόφαση του Εφόρου δυνάμει του παρόντος άρθρου, αλλά η καταβολή του απαιτηθέντος φόρου δεν αναστέλλεται εκκρεμούντος του αποτελέσματος τέτοιας ένστασης ή προσφυγής.

ΜΕΡΟΣ V ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ ΦΟΡΟΥ
Συντελεστές σύμφωνα με το Δεύτερο Παράρτημα

25. Θα επιβάλλεται και θα εισπράττεται επί του φορολογητέου εισοδήματος φόρος με τους συντελεστές και σύμφωνα με τις διατάξεις που αναγράφονται στο Δεύτερο Παράρτημα.

ΜΕΡΟΣ VI ΑΝΑΔΙΟΡΓΑΝΩΣΕΙΣ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ
Μεταφορά αξιών ισολογισμού σε περίπτωση αναδιοργανώσεως

26. (1) Στοιχεία ενεργητικού και παθητικού, περιλαμβανομένων προβλέψεων και αποθεματικών, τα οποία μεταβιβάζονται δυνάμει αναδιοργανώσεως δεν δημιουργούν κέρδη υποκείμενα σε φορολογία στη μεταβιβάζουσα εταιρεία.

(2) Η λήπτρια εταιρεία θα υπολογίζει τις νέες αποσβέσεις και οποιαδήποτε κέρδη ή ζημιές αναφορικά με τα μεταβιβαζόμενα στοιχεία ενεργητικού και παθητικού, προβλέψεις και αποθεματικά, σύμφωνα με τους όρους που θα ίσχυαν στη μεταβιβάζουσα εταιρεία ή εταιρείες αν δεν είχε γίνει η αναδιοργάνωση.

Μεταφορά ζημιών

27. Σε περίπτωση αναδιοργανώσεως στην οποία εμπλέκονται εταιρείες που είναι κάτοικοι στη Δημοκρατία και ή εταιρείες που δεν είναι κάτοικοι στη Δημοκρατία, οποιεσδήποτε συσσωρευμένες ζημιές της μεταβιβάζουσας εταιρείας η οποία είναι κάτοικος στη Δημοκρατία ή η οποία έχει μόνιμη εγκατάσταση στη Δημοκρατία θα μεταβιβάζονται στη λήπτρια εταιρεία που είναι κάτοικος στη Δημοκρατία ή στη λήπτρια εταιρεία που δεν είναι κάτοικος στη Δημοκρατία αλλά έχει μόνιμη εγκατάσταση στη Δημοκρατία και οι διατάξεις του άρθρου 13 του παρόντος Νόμου που αφορούν το συμψηφισμό ή τη μεταφορά των ζημιών θα εφαρμόζονται ανάλογα.

Μεταφορά υπερβαίνοντος κόστους δανεισμού και συσσωρευμένης μη χρησιμοποιηθείσας ικανότητας κάλυψης των τόκων

27Α. Σε περίπτωση αναδιοργάνωσης στην οποία εμπλέκονται υπερβαίνοντος εταιρείες που είναι κάτοικοι της Δημοκρατίας και/ή εταιρείες που δεν είναι κόστους κάτοικοι της Δημοκρατίας, οποιοδήποτε συσσωρευμένο υπερβαίνον κόστος δανεισμού και οποιαδήποτε συσσωρευμένη μη χρησιμοποιηθείσα ικανότητα κάλυψης των τόκων της μεταβιβάζουσας εταιρείας, η οποία είναι κάτοικος της Δημοκρατίας ή η οποία έχει μόνιμη εγκατάσταση στη Δημοκρατία, μεταβιβάζονται στη λήπτρια εταιρεία που είναι κάτοικος της Δημοκρατίας ή στη λήπτρια εταιρεία που δεν είναι κάτοικος της Δημοκρατίας, αλλά έχει μόνιμη εγκατάσταση στη Δημοκρατία, και, οι διατάξεις του εδαφίου (16) του άρθρου 11 που αφορούν στη μεταφορά του συσσωρευμένου υπερβαίνοντος κόστους δανεισμού και της συσσωρευμένης μη χρησιμοποιηθείσας ικανότητας κάλυψης των τόκων εφαρμόζονται κατ’ αναλογίαν.

Υφιστάμενη συμμετοχή στη μεταβιβάζουσα εταιρεία

28. Όταν η λήπτρια εταιρεία, που είναι κάτοικος στη Δημοκρατία ή, αν δεν είναι κάτοικος στη Δημοκρατία έχει μόνιμη εγκατάσταση στη Δημοκρατία, συμμετέχει στο κεφάλαιο της μεταβιβάζουσας εταιρείας, οποιαδήποτε κέρδη προκύπτουν στη λήπτρια εταιρεία λόγω της ακύρωσης της συμμετοχής της δεν υπόκεινται σε φορολογία.

Καμιά φορολογία του μετόχου σε περίπτωση ανταλλαγής μετοχών

29. (1) Η παραχώρηση μετοχών στο κεφάλαιο της λήπτριας ή αποκτώσας εταιρείας σε μέτοχο της μεταβιβάζουσας ή αποκτώμενης εταιρείας σε αντάλλαγμα μετοχών στο κεφάλαιο της τελευταίας εταιρείας, δεν συνεπάγεται, αυτή καθαυτή, καμία φορολόγηση των κερδών ή οφελών αυτού του μετόχου.

(2) Οι μετοχές που παραχωρούνται θα έχουν την ίδια αξία για φορολογικούς σκοπούς όπως είχαν οι ανταλλασσόμενες μετοχές αμέσως πριν την αναδιοργάνωση.

(3) Η εφαρμογή του εδαφίου (1) δεν εμποδίζει τη φορολόγηση του κέρδους που προκύπτει από τη μεταγενέστερη μεταβίβαση των μετοχών που λήφθηκαν.

Εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 26 μέχρι 29

29Α. (1) Οι διατάξεις των άρθρων 26 μέχρι 29 εφαρμόζονται αναφορικά με αναδιοργάνωση για την οποία ο Έφορος ικανοποιείται ότι αυτή ενέχει πραγματικό εμπορικό ή οικονομικό σκοπό· ο Έφορος δύναται να μην χορηγήσει την απαλλαγή από το φόρο των κερδών που πραγματοποιούνται λόγω αναδιοργάνωσης, αν κρίνει ότι ο βασικός σκοπός ή ένας από τους βασικούς σκοπούς της αναδιοργάνωσης είναι η αποφυγή, η μείωση ή η αναβολή καταβολής φόρου ή η άμεση ή έμμεση κατανομή περιουσιακών στοιχείων οποιασδήποτε επιχείρησης σε οποιοδήποτε πρόσωπο χωρίς την καταβολή ή με τη μείωση ή την αναβολή της καταβολής φόρου και δύναται δε να ζητήσει την προσκόμιση στοιχείων τα οποία ήθελε κρίνει αναγκαία για την εξακρίβωση του σκοπού της αναδιοργάνωσης:

Νοείται ότι, η  απόφαση του Εφόρου για μη χορήγηση απαλλαγής από το φόρο λόγω αναδιοργάνωσης πρέπει να είναι επαρκώς αιτιολογημένη και να επιδέχεται ένστασης και προσφυγής σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 20 και 20Α  του περί Βεβαιώσεως και Εισπράξεως Φόρων Νόμου.

(2)(α) Κατά τη χορήγηση της απαλλαγής από το φόρο των κερδών που πραγματοποιούνται λόγω αναδιοργάνωσης, ο Έφορος μπορεί να επιβάλει όρους σε σχέση με τον αριθμό των μετοχών που θα εκδοθούν στα πλαίσια της αναδιοργάνωσης και την περίοδο κατά την οποία οι μετοχές που εκδίδονται στα πλαίσια αναδιοργάνωσης οφείλονται να κρατηθούν από το λήπτη, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει τα τρία (3) έτη:

Νοείται ότι, από την περίοδο υποχρεωτικής κατοχής εξαιρούνται οι μετοχές εταιρειών εισηγμένων σε εγκεκριμένο χρηματιστήριο, καθώς και οι μεταβιβάσεις μετοχών λόγω κληρονομικής διαδοχής.

(β) Σε περίπτωση που οι όροι που τίθενται από τον Έφορο δεν τηρούνται, η αναδιοργάνωση θεωρείται ότι δεν εμπίπτει στις διατάξεις των άρθρων 26 μέχρι 29 και οποιαδήποτε φορολογία δεν επιβλήθηκε λόγω της αναδιοργάνωσης καθίσταται άμεσα οφειλόμενη και απαιτείται όπως καταβληθεί είτε από τη μεταβιβάζουσα εταιρεία, αν δεν έχει διαλυθεί, είτε από τη λήπτρια εταιρεία ή από τα πρόσωπα στα οποία εκδόθηκαν ή μεταβιβάστηκαν οι μετοχές.

Έννοια του όρου αναδιοργάνωση

30. Για τους σκοπούς του παρόντος Μέρους, «αναδιοργάνωση» σημαίνει συγχώνευση, μερική διάσπαση, μεταβίβαση στοιχείων ενεργητικού, ανταλλαγή μετοχών και μεταφορά  του εγγεγραμμένου γραφείου, μεταξύ εταιρειών οι οποίες έχουν την κατοικία τους στη Δημοκρατία και ή εταιρειών που δεν έχουν την κατοικία τους στη Δημοκρατία και -

(α) 'συγχώνευση', σημαίνει πράξη με την οποία-

(i) μια ή περισσότερες εταιρείες, κατά τη διάλυσή τους χωρίς εκκαθάριση, μεταβιβάζουν το σύνολο των στοιχείων ενεργητικού και παθητικού, σε άλλη προϋπάρχουσα εταιρεία έναντι παραχώρησης στους μετόχους τους, μετοχών στο κεφάλαιο της άλλης εταιρείας και, ενδεχομένως, έναντι καταβολής ποσού σε μετρητά το οποίο δεν υπερβαίνει το δέκα τοις εκατόν (10%) της ονομαστικής αξίας των μετοχών, ή, ελλείψει ονομαστικής αξίας, της λογιστικής αξίας των μετοχών αυτών,

(ii) δυο ή περισσότερες εταιρείες μεταβιβάζουν, κατά τη διάλυσή τους χωρίς εκκαθάριση, το σύνολο των στοιχείων ενεργητικού και παθητικού τους, σε μια νέα εταιρεία που ιδρύουν, έναντι παραχώρησης στους μετόχους τους, μετοχών στο κεφάλαιο της νέας εταιρείας και, ενδεχομένως, έναντι καταβολής ποσού σε μετρητά το οποίο δεν υπερβαίνει το δέκα τοις εκατόν (10%) της ονομαστικής αξίας των μετοχών, ή, ελλείψει ονομαστικής αξίας, της λογιστικής αξίας των μετοχών αυτών,

(iii) μια εταιρεία, κατά τη διάλυσή της χωρίς εκκαθάριση, μεταβιβάζει το σύνολο των στοιχείων ενεργητικού και παθητικού της, στην εταιρεία η οποία κατέχει το σύνολο των μετοχών στο κεφάλαιο της·

(β) 'διάσπαση' σημαίνει πράξη με την οποία μια εταιρεία, κατά τη διάλυσή της χωρίς εκκαθάριση, μεταβιβάζει το σύνολο των στοιχείων ενεργητικού και παθητικού της, σε δύο ή περισσότερες προϋπάρχουσες ή νέες εταιρείες, έναντι αναλογικής παραχώρησης μετοχών στους μετόχους της, μετοχών στο κεφάλαιο των ληπτριών εταιρειών, και, ενδεχομένως, έναντι καταβολής ποσού σε μετρητά το οποίο δεν υπερβαίνει το δέκα τοις εκατόν (10%) της ονομαστικής αξίας των μετοχών, ή, ελλείψει ονομαστικής αξίας, της λογιστικής αξίας των μετοχών αυτών·

(β1) 'μερική διάσπαση': σημαίνει πράξη με την οποία μια εταιρεία, χωρίς να διαλυθεί, μεταβιβάζει έναν ή περισσότερους κλάδους δραστηριοτήτων σε μία ή περισσότερες προϋπάρχουσες ή νέες εταιρείες, αφήνοντας τουλάχιστον έναν κλάδο δραστηριότητας στη μεταβιβάζουσα εταιρεία, έναντι αναλογικής παραχώρησης για τους μετόχους της, τίτλων παραστατικών του μετοχικού κεφαλαίου των εταιρειών που λαμβάνουν τα στοιχεία του ενεργητικού και παθητικού και ενδεχομένως, έναντι καταβολής ποσού σε μετρητά το οποίο δεν υπερβαίνει το δέκα τοις εκατόν (10%) της ονομαστικής αξίας των μετοχών αυτών ή, ελλείψει ονομαστικής αξίας, της λογιστικής αξίας των μετοχών αυτών·

(γ) 'μεταβίβαση στοιχείων ενεργητικού' σημαίνει πράξη με την οποία μια εταιρεία, χωρίς τη διάλυσή της χωρίς εκκαθάριση, μεταβιβάζει το σύνολο ή ένα ή περισσότερους κλάδους της δραστηριότητας της σε μια άλλη εταιρεία έναντι ανταλλαγής μετοχών στο κεφάλαιο της λήπτριας εταιρείας·

(δ) 'ανταλλαγή μετοχών': σημαίνει την πράξη με την οποία μια εταιρεία αποκτά συμμετοχή στο κεφάλαιο άλλης εταιρείας σε ποσοστό το οποίο της παρέχει την πλειοψηφία των δικαιωμάτων ψήφου της εταιρείας αυτής ή, έχοντας αποκτήσει μια τέτοια πλειοψηφική συμμετοχή, αποκτά μια περαιτέρω συμμετοχή, έναντι παραχώρησης για τους μετόχους της δεύτερης αυτής εταιρείας, σε αντάλλαγμα των μετοχών τους, μετοχών στο κεφάλαιο της πρώτης εταιρείας και, ενδεχομένως, έναντι καταβολής ποσού σε μετρητά το οποίο δεν υπερβαίνει το δέκα τοις εκατόν (10%) της ονομαστικής αξίας των μετοχών αυτών ή, ελλείψει ονομαστικής αξίας, της λογιστικής αξίας των μετοχών αυτών·

(ε) 'μεταβιβάζουσα εταιρεία' σημαίνει εταιρεία που μεταβιβάζει τα στοιχεία ενεργητικού και παθητικού της, ή που μεταβιβάζει το σύνολο ή ένα ή περισσότερους κλάδους της δραστηριότητας της·

(στ) 'λήπτρια εταιρεία' σημαίνει εταιρεία που δέχεται τα στοιχεία ενεργητικού και παθητικού, ή το σύνολο ή ένα ή περισσότερους κλάδους της δραστηριότητας της μεταβιβάζουσας εταιρείας·

(ζ) 'αποκτώμενη εταιρεία' σημαίνει εταιρεία στην οποία μια άλλη αποκτά συμμετοχή με ανταλλαγή μετοχών·

(η) 'αποκτώσα εταιρεία' σημαίνει εταιρεία που αποκτά συμμετοχή με ανταλλαγή μετοχών·

(θ) 'κλάδος δραστηριότητας' σημαίνει το σύνολο των στοιχείων ενεργητικού και παθητικού ενός τμήματος μιας εταιρείας και τα οποία συνιστούν, από οργανωτική άποψη, αυτόνομη επιχείρηση, δηλαδή, ένα σύνολο ικανό να λειτουργήσει αυτοδύναμα·

(ι) 'μεταφορά του εγγεγραμμένου γραφείου' σημαίνει την πράξη με την οποία μια ευρωπαϊκή εταιρεία (SE) ή μια ευρωπαϊκή συνεργατική εταιρεία (SCE), χωρίς τη διάλυσή της ή τη σύσταση νέου νομικού προσώπου, μεταφέρει το εγγεγραμμένο γραφείο της από ένα κράτος μέλος σε άλλο κράτος μέλος.

ΜΕΡΟΣ VII ΕΠΙΤΡΟΠΟΙ, ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΟΙ ΚΛΠ
Φορολογική υποχρέωση επιτρόπων

31. Σύνδικοι ή παραλήπτες, επίτροποι, εκτελεστές διαθήκης ή διαχειριστές περιουσίας ή κηδεμόνες εμπεπιστευμένοι με τη διεύθυνση, έλεγχο ή διαχείριση περιουσίας ή μιας επιχείρησης για λογαριασμό κάποιου προσώπου, θα υπόκεινται σε φορολογία αναφορικά με το εισόδημα που προκύπτει από τέτοια περιουσία ή επιχείρηση με τον ίδιο τρόπο και για το ίδιο ποσό όπως τέτοιο πρόσωπο θα φορολογείτο αν ελάμβανε προσωπικά τέτοιο εισόδημα, κάθε δε τέτοιος σύνδικος, παραλήπτης, επίτροπος, εκτελεστής διαθήκης ή διαχειριστής περιουσίας, ή κηδεμόνας θα είναι υπεύθυνος για τη διενέργεια όλων των αναγκαίων δυνάμει του παρόντος Νόμου για τη βεβαίωση και καταβολή του φόρου:

Νοείται ότι τίποτε που διαλαμβάνεται στο παρόν άρθρο δέν θα αποκλείει την επιβολή φορολογίας στο όνομα του προσώπου, το οποίο αντιπροσωπεύεται από τέτοιο σύνδικο, παραλήπτη, επίτροπο, εκτελεστή διαθήκης ή διαχειριστή περιουσίας, ή κηδεμόνα.

Φορολογική υποχρέωση αντιπροσώπου κατοίκου εκτός της Δημοκρατίας

32. (1) Κάθε πρόσωπο που δεν είναι κάτοικος στη Δημοκρατία, θα φορολογείται στο όνομα του πληρεξουσίου του, πράκτορα ή αντιπροσώπου, συνδίκου, παραλήπτη, διαχειριστή ή θεματοφύλακα του, είτε ο εν λόγω πληρεξούσιος, αντιπρόσωπος, πράκτορας, σύνδικος, παραλήπτης, διαχειριστής ή θεματοφύλακας εισπράττει το εισόδημα είτε όχι, με τον ίδιο τρόπο και για το ίδιο ποσό όπως τέτοιο πρόσωπο που δεν είναι κάτοικος στη Δημοκρατία θα φορολογείτο αν ελάμβανε προσωπικά τέτοιο εισόδημα.

(2) Κάθε πρόσωπο που δεν είναι κάτοικος στη Δημοκρατία θα υπόκειται σε φορολογία αναφορικά με εισόδημα που προκύπτει, άμεσα ή έμμεσα, από οποιαδήποτε πληρεξουσιότητα, πρακτορεία, αντιπροσωπεία, συνεταιρισμό ή από πράξεις του συνδίκου ή παραλήπτη, διαχειριστή ή θεματοφύλακά του και τέτοια φορολογία θα γίνεται στο όνομα του πληρεξουσίου, πράκτορα, αντιπροσώπου, συνδίκου ή παραλήπτη, διαχειριστή ή θεματοφύλακα αυτού.

(3) Καμιά διάταξη του παρόντος άρθρου καθιστά πρόσωπο που δεν είναι κάτοικος στη Δημοκρατία υποκείμενο σε φορολογία στο όνομα μεσίτη ή παραγγελιοδόχου ή άλλου αντιπροσώπου σε περιπτώσεις στις οποίες ο εν λόγω μεσίτης, παραγγελιοδόχος ή άλλος αντιπρόσωπος δεν είναι εξουσιοδοτημένο πρόσωπο, το οποίο ενεργεί τη γενική αντιπροσώπευση του μη κατοίκου στη Δημοκρατία προσώπου ή πρόσωπο υποκείμενο σε φορολογία ως να ήταν αντιπρόσωπος σύμφωνα με τα εδάφια (1) και (2) του παρόντος άρθρου αναφορικά με κέρδη ή οφέλη που προέκυψαν από πωλήσεις ή δοσοληψίες που διενεργήθηκαν μέσω του εν λόγω μεσίτη ή αντιπροσώπου.

Αρχές εμπορικών συναλλαγών

33. (1) Αν-

(α) Μια επιχείρηση στη Δημοκρατία συμμετέχει άμεσα ή έμμεσα στη διοίκηση ή τον έλεγχο ή το κεφάλαιο μιας επιχείρησης άλλου προσώπου· ή

(β) τα ίδια πρόσωπα συμμετέχουν άμεσα ή έμμεσα στη διοίκηση, τον έλεγχο ή το κεφάλαιο δυο ή περισσοτέρων επιχειρήσεων·

και σε κάθε μια από τις περιπτώσεις αυτές τίθενται ή επιβάλλονται μεταξύ των δύο επιχειρήσεων στις εμπορικές ή οικονομικές τους σχέσεις όροι που διαφέρουν από εκείνους οι οποίοι θα ετίθεντο μεταξύ ανεξαρτήτων επιχειρήσεων, τότε οποιαδήποτε κέρδη ή οφέλη τα οποία, αν δεν υπήρχαν οι όροι αυτοί, θα πραγματοποιούντο από μια από τις επιχειρήσεις, αλλά, λόγω των όρων αυτών, δεν πραγματοποιήθηκαν, μπορεί να περιληφθούν στα κέρδη ή οφέλη της επιχείρησης εκείνης και να φορολογηθούν ανάλογα.

(2) Οι διατάξεις του εδαφίου (1) εφαρμόζονται επίσης αναφορικά με οποιεσδήποτε συναλλαγές μεταξύ συνδεδεμένων προσώπων.

(3) Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου-

(α) Ένα άτομο είναι συνδεδεμένο με άλλο άτομο αν το πρώτο άτομο είναι σύζυγος ή συγγενής του δεύτερου ατόμου, ή είναι σύζυγος συγγενή του δεύτερου ατόμου, ή είναι συγγενής του συζύγου ή της συζύγου του δεύτερου ατόμου·

(β) ένα πρόσωπο είναι συνδεδεμένο με οποιοδήποτε πρόσωπο με το οποίο διατηρεί συνεταιρισμό, και με το σύζυγο ή τη σύζυγο ή συγγενή οποιουδήποτε ατόμου με το οποίο διατηρεί συνεταιρισμό·

(γ) μια εταιρεία είναι συνδεδεμένη με άλλη εταιρεία—

(i) αν το ίδιο πρόσωπο έχει τον έλεγχο και των δύο, ή αν ένα πρόσωπο έχει τον έλεγχο της μιας και πρόσωπα συνδεδεμένα μαζί του, ή ο ίδιος και πρόσωπα συνδεδεμένα μαζί του, έχουν τον έλεγχο της άλλης· ή

(ii) αν μια ομάδα δύο ή περισσότερων προσώπων έχει τον έλεγχο της καθεμιάς εταιρείας, και οι ομάδες είτε αποτελούνται από τα ίδια πρόσωπα είτε θα μπορούσαν να θεωρηθούν ότι αποτελούνται από τα ίδια πρόσωπα θεωρώντας (σε μια ή περισσότερες περιπτώσεις) ένα μέλος είτε της μιας είτε της άλλης ομάδας ότι αντικαθίσταται από άλλο πρόσωπο με το οποίο είναι συνδεδεμένο·

(δ) μια εταιρεία είναι συνδεδεμένη με άλλο πρόσωπο αν το πρόσωπο αυτό έχει τον έλεγχο της ή το πρόσωπο αυτό και πρόσωπα συνδεδεμένα μαζί του έχουν τον έλεγχο της·

(ε) οποιαδήποτε δύο ή περισσότερα πρόσωπα που ενεργούν μαζί για να εξασφαλίσουν ή να ασκήσουν τον έλεγχο μιας εταιρείας θεωρούνται σε σχέση με την εν λόγω εταιρεία ότι είναι συνδεδεμένα το ένα με το άλλο και με οποιοδήποτε πρόσωπο που ενεργεί με τις οδηγίες οποιουδήποτε από αυτά για να εξασφαλίσει ή να ασκήσει τον έλεγχο της εταιρείας·

(4) στο παρόν άρθρο—

(α) «έλεγχος», σε σχέση με εταιρεία, σημαίνει την εξουσία προσώπου να εξασφαλίσει—

(i) μέσω κατοχής μετοχών ή δικαιώματος ψήφου στην εταιρεία ή σε σχέση με αυτή, ή σε σχέση με οποιαδήποτε άλλη εταιρεία, ή

(ii) δυνάμει οποιωνδήποτε εξουσιών που της παραχωρεί το καταστατικό ή άλλο έγγραφο που διέπει τη λειτουργία της εν λόγω εταιρείας ή οποιασδήποτε άλλης εταιρείας,

ότι οι υποθέσεις της πρώτης εταιρείας διεξάγονται σύμφωνα με τις επιθυμίες του προσώπου αυτού, και,

(β) «έλεγχος», σε σχέση με συνεταιρισμό, σημαίνει το δικαίωμα σε μερίδιο πέραν του ενός δευτέρου των περιουσιακών στοιχείων ή πέραν του ενός δευτέρου του εισοδήματος του συνεταιρισμού·

(γ) «συγγενής» σημαίνει σύζυγο και άτομο μέχρι τρίτου βαθμού συγγενείας είτε αυτό είναι άγαμο είτε είναι έγγαμο.

(5)  Σε περίπτωση που ο Έφορος αυξήσει τα κέρδη ή οφέλη επιχείρησης που ασκείται από κάτοικο της Δημοκρατίας ή από πρόσωπο μη κάτοικο στη Δημοκρατία με μόνιμη εγκατάσταση στη Δημοκρατία, λόγω του ότι οι συναλλαγές του ή οι οικονομικές του σχέσεις με άλλο πρόσωπο κάτοικο της Δημοκρατίας ή με άλλο πρόσωπο μη κάτοικο στη Δημοκρατία με μόνιμη εγκατάσταση στη Δημοκρατία, που ασκεί επιχείρηση έγιναν με όρους οι οποίοι διαφέρουν από εκείνους που θα ετίθεντο μεταξύ ανεξάρτητων επιχειρήσεων και εφαρμόστηκαν οι διατάξεις του εδαφίου (1), παραχωρείται στο άλλο πρόσωπο έκπτωση ίση με την αύξηση των κερδών ή του οφέλους της επιχείρησης:

Νοείται ότι, η έκπτωση που παραχωρείται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος εδαφίου λογίζεται ως δαπάνη, στην οποία εφαρμόζονται οι διατάξεις του Νόμου αναφορικά με τον περιορισμό της αφαίρεσης οποιασδήποτε δαπάνης, σε περίπτωση δε που η αύξηση των κερδών ή του οφέλους του πρώτου προσώπου υπολογίζεται πάνω σε δάνειο, χρηματική διευκόλυνση ή χρεωστικό υπόλοιπο, η έκπτωση που παραχωρείται  στο άλλο πρόσωπο λογίζεται ως τόκος στον οποίο εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 11.

Γενικός κανόνας απαγόρευσης των καταχρήσεων

33Α.(1) Για τον υπολογισμό του οφειλόμενου εταιρικού φόρου δεν λαμβάνεται υπόψη οποιαδήποτε ρύθμιση ή σειρά ρυθμίσεων που έχουν τεθεί σε εφαρμογή με κύριο σκοπό ή έναν από τους κύριους σκοπούς, την απόκτηση φορολογικού πλεονεκτήματος που ματαιώνει το αντικείμενο ή τον σκοπό των εφαρμοστέων φορολογικών διατάξεων και οι οποίες δεν είναι γνήσιες, λαμβανομένων υπόψη όλων των σχετικών στοιχείων και περιστάσεων:

Νοείται ότι, ρύθμιση ή σειρά ρυθμίσεων μπορεί να περιλαμβάνει περισσότερα από ένα στάδια ή μέρη:

Νοείται περαιτέρω ότι, για τους σκοπούς του παρόντος εδαφίου, ρύθμιση ή σειρά ρυθμίσεων θεωρούνται μη γνήσιες, στον βαθμό που δεν τίθενται σε εφαρμογή για βάσιμους εμπορικούς λόγους που απηχούν την οικονομική πραγματικότητα.

(2) Σε περίπτωση που ρύθμιση ή σειρά ρυθμίσεων δεν λαμβάνονται υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου (1), ο οφειλόμενος εταιρικός φόρος υπολογίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου.

ΜΕΡΟΣ VIII ΕΚΠΤΩΣΗ ΣΕ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΔΙΠΛΗΣ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ
Συμβάσεις για αποφυγή διπλής φορολογίας

34. (1) Αν το Υπουργικό Συμβούλιο με διάταγμα διακηρύξει ότι έγινε ειδικά καθοριζόμενη στο εν λόγω διάταγμα σύμβαση με την Κυβέρνηση οποιασδήποτε χώρας εκτός της Δημοκρατίας με σκοπό να παρασχεθεί έκπτωση λόγω διπλής φορολογίας αναφορικά με το φόρο εισοδήματος και οποιοδήποτε άλλο φόρο παρόμοιας φύσης, που επιβάλλεται από τους νόμους της εν λόγω χώρας, και ότι είναι σκόπιμο όπως η σύμβαση αυτή τεθεί σε ισχύ, τέτοια σύμβαση θα ισχύει σε σχέση με φόρο εισοδήματος ανεξάρτητα από οτιδήποτε περιέχεται σε οποιοδήποτε Νόμο.

(2) Διάταγμα που έγινε δυνάμει του παρόντος άρθρου μπορεί να ανακληθεί με μεταγενέστερο διάταγμα.

Εκπτώσεις υπό μορφή πιστώσεων

35. (1) Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου θα εφαρμόζονται όταν, με βάση σύμβαση που έγινε δυνάμει του άρθρου 34, Ο φόρος πληρωτέος σε εισόδημα στη χώρα με την Κυβέρνηση της οποίας έγινε η σύμβαση, θα εκπίπτει υπό μορφή πίστωσης έναντι του φόρου του πληρωτέου στη Δημοκρατία αναφορικά με το εισόδημα αυτό, στο παρόν δε άρθρο ο όρος «αλλοδαπός φόρος» σημαίνει κάθε φόρο που είναι πληρωτέος στη χώρα με την οποία έγινε η σύμβαση, ο οποίος δυνάμει της σύμβασης θα εκπίπτει υπό μορφή πίστωσης.

(2) Το ποσόν του φόρου που επιβάλλεται στο εισόδημα θα μειώνεται με το ποσό της πίστωσης.

(3) Το ποσό της πίστωσης δεν θα υπερβαίνει το ποσό το οποίο θα εξευρίσκετο αν το εισόδημα υπολογιζόταν σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου και φορολογείτο με φορολογικό συντελεστή ο οποίος εξευρίσκεται αν διαιρεθεί ο φόρος ο επιβλητέος (πριν να χορηγηθούν εκπτώσεις για πιστώσεις με βάση τη σύμβαση που έγινε δυνάμει του άρθρου 34 του παρόντος Νόμου) επί του συνολικού εισοδήματος του προσώπου το οποίο δικαιούται το εισόδημα με το ποσό του συνολικού εισοδήματος του προσώπου αυτού.

(4) Χωρίς επηρεασμό των διατάξεων του εδαφίου (3), το συνολικό ποσό πίστωσης το οποίο θα μπορεί να επιτραπεί ως έκπτωση σε οποιοδήποτε φορολογικό έτος αναφορικά με αλλοδαπό φόρο με βάση σύμβαση που έγινε δυνάμει του άρθρου 34 δεν θα υπερβαίνει το συνολικό φόρο τον καταβλητέο από αυτόν για το υπό εξέταση φορολογικό έτος.

(5) Κατά τον υπολογισμό του ποσού του εισοδήματος -

(α) δεν θα επιτρέπεται έκπτωση αναφορικά με αλλοδαπό φόρο είτε τέτοιος φόρος αναφέρεται στο ίδιο είτε σε οποιοδήποτε άλλο εισόδημα·

(β) σε περιπτώσεις στις οποίες ο επιβλητέος φόρος εξαρτάται από το ποσό που λήφθηκε στη Δημοκρατία, τέτοιο ποσό θα επαυξάνεται με το ανάλογο ποσό του αλλοδαπού φόρου αναφορικά με το εισόδημα αυτό·

(γ) σε περιπτώσεις στις οποίες το εισόδημα περιλαμβάνει μερίσματα εταιρειών και δυνάμει της σύμβασης αλλοδαπός φόρος μη επιβλητέος άμεσα ή με παρακράτηση πάνω στα μερίσματα πρέπει να ληφθεί υπόψη για να αποφασισθεί κατά πόσο θα χορηγηθεί οποιαδήποτε πίστωση έναντι του φόρου αναφορικά με τα μερίσματα αυτά, το ποσό του εισοδήματος θα επαυξάνεται με το ποσό του αλλοδαπού φόρου που δεν επιβάλλεται με αυτό τον τρόπο, ο οποίος πρέπει να ληφθεί υπόψη για τον προσδιορισμό του ποσού της πίστωσης:

Νοείται ότι ανεξάρτητα από οτιδήποτε διαλαμβάνεται στις προηγούμενες διατάξεις του παρόντος εδαφίου, θα αφαιρείται από το θεωρητικό ποσό του αλλοδαπού εισοδήματος κάθε ποσό κατά το οποίο ο αλλοδαπός φόρος υπερβαίνει την αντίστοιχη πίστωση.

(6) Οι διατάξεις των παραγράφων (α) και (β) του εδαφίου (5) θα εφαρμόζονται για τον υπολογισμό του θεωρητικού συνολικού εισοδήματος με σκοπό όπως καθορισθεί ο συντελεστής που αναφέρεται στο εδάφιο (3)· θα εφαρμόζονται δε με τον ίδιο τρόπο σε τέτοιους υπολογισμούς αναφορικά με κάθε εισόδημα στην περίπτωση του οποίου δέον να χορηγηθεί πίστωση για αλλοδαπό φόρο δυνάμει της εκάστοτε σε ισχύ σύμβασης που έγινε δυνάμει του άρθρου 34.

(7) Οσάκις-

(α) η σύμβαση προβλέπει, αναφορικά με μερίσματα ορισμένων τάξεων, όχι όμως με μερίσματα άλλων τάξεων, ότι αλλοδαπός φόρος, που δεν επιβάλλεται άμεσα ή με παρακράτηση πάνω σε μερίσματα, θα λαμβάνεται υπόψη για να αποφασισθεί κατά πόσο θα χορηγηθεί πίστωση έναντι του φόρου αναφορικά με τα μερίσματα αυτά· και

(β) πληρώνονται μερίσματα που δεν εμπίπτουν σε κάποια τάξη για την οποία έγινε τέτοια πρόβλεψη στη σύμβαση, τότε, αν τα μερίσματα πληρώνονται σε εταιρεία η οποία ελέγχει, άμεσα ή έμμεσα, όχι ολιγότερο του πενήντα τοις εκατόν των μετοχών με δικαίωμα ψήφου της εταιρείας που καταβάλλει τα μερίσματα, θα χορηγείται πίστωση ως εάν τα μερίσματα ενέπιπταν σε κάποια τάξη για την οποία έχει γίνει τέτοια πρόβλεψη στη σύμβαση.

(8) Η πίστωση που χορηγείται δυνάμει τέτοιας σύμβασης έναντι του φόρου που επιβάλλεται στο εισόδημα οποιουδήποτε προσώπου για οποιοδήποτε φορολογικό έτος δεν θα παρέχεται αν το πρόσωπο αυτό ήθελε επιλέξει έτσι για το υπό εξέταση έτος.

(9) Απαιτήσεις για έκπτωση υπό μορφή πίστωσης θα υποβάλλονται το αργότερο μέσα σε έξι έτη από το τέλος του οικείου φορολογικού έτους, σε περίπτωση δε διαφοράς ως προς το ποσό που εκπίπτει, η απαίτηση θα υπόκειται σε ένσταση και προσφυγή με τον ίδιο τρόπο όπως και η φορολογία.

(10) Όταν το ποσό οποιασδήποτε πίστωσης που χορηγείται δυνάμει σύμβασης καθίσταται υπέρμετρο ή ανεπαρκές ως αποτέλεσμα της τροποποίησης του ποσού του φόρου του πληρωτέου στη Δημοκρατία ή αλλού, οι διατάξεις του παρόντος Νόμου οι οποίες περιορίζουν το χρόνο μέσα στον οποίο μπορεί να επιβληθεί φορολογία ή να υποβληθούν αιτήσεις για έκπτωση, δεν θα εφαρμόζονται σε φορολογίες ή απαιτήσεις οι οποίες αποτελούν αναγκαίο επακόλουθο της τροποποίησης που έγινε, εφόσον οι φορολογίες αυτές και απαιτήσεις γίνονται πριν την παρέλευση έξι ετών από το χρόνο στον οποίο είχαν γίνει, στη Δημοκρατία ή αλλού, όλες οι φορολογίες, τροποποιήσεις ή άλλες επιλύσεις οι οποίες ήταν ουσιώδεις για να αποφασισθεί κατά πόσο πρέπει να χορηγηθεί κάποια πίστωση.

Μονομερής έκπτωση

36. (1) Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του άρθρου 34, όταν ο Έφορος ικανοποιείται ότι καταβλήθηκε φόρος εισοδήματος πάνω σε εισόδημα που κτήθηκε σε ξένη χώρα με την οποία δεν έχει συναφθεί σύμβαση για αποφυγή διπλής φορολογίας, και αυτό το εισόδημα υπόκειται σε φορολογία εισοδήματος δυνάμει του παρόντος Νόμου, ο Έφορος χορηγεί έκπτωση από το φόρο που είναι καταβλητέος δυνάμει του παρόντος Νόμου, για το εν λόγω εισόδημα, η οποία δεν θα υπερβαίνει το ποσό του φόρου ο οποίος καταβλήθηκε στη ξένη χώρα για το εισόδημα αυτό.

(2) Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου ακολουθείται, στο βαθμό που είναι πρακτικά δυνατό, η καθορισμένη στο άρθρο 35 διαδικασία.

(3) Ανεξάρτητα από οποιεσδήποτε άλλες διατάξεις του παρόντος Νόμου, κέρδη προσώπου από μόνιμη εγκατάσταση εξωτερικού απαλλάσσονται από το φόρο:

Νοείται ότι όταν εκπτώσεις έχουν παραχωρηθεί, σε προηγούμενο ή προηγούμενα φορολογικά έτη, δυνάμει του άρθρου 13 αναφορικά με ζημιές από μόνιμη εγκατάσταση που βρίσκεται εκτός της Δημοκρατίας, ποσό κερδών ίσο με το ποσό των ζημιών που παραχωρήθηκαν με αυτό τον τρόπο θα περιλαμβάνονται στο φορολογητέο εισόδημα:

Νοείται περαιτέρω ότι, πρόσωπο δύναται να επιλέγει όπως τα κέρδη για κάθε μόνιμη εγκατάσταση εξωτερικού,  μη απαλλάσσονται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος εδαφίου, αλλά φορολογούνται σύμφωνα με τις υπόλοιπες διατάξεις του παρόντος Νόμου περιλαμβανομένων των άρθρων 35 και 36 ως προς την έκπτωση υπό μορφή πίστωσης του αλλοδαπού φόρου:

Νοείται έτι περαιτέρω ότι, οι διατάξεις των άρθρων 35 και 36 σε σχέση με εκπτώσεις στις περιπτώσεις διπλής φορολογίας δε θα εφαρμόζονται στο βαθμό που το πρόσωπο επέλεξε τη διεκδίκηση έκπτωσης για ζημιές δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου (9), αντί δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου (1) του άρθρου 13.

(4) Οι διατάξεις του εδαφίου (3) δεν εφαρμόζονται -

(α) Αν η μόνιμη εγκατάσταση άμεσα ή έμμεσα επιδίδεται περισσότερο από πενήντα τοις εκατόν (50%) σε δραστηριότητες οι οποίες απολήγουν σε εισόδημα από επένδυση· και

(β) η επιβάρυνση του αλλοδαπού φόρου πάνω στο εισόδημα της μόνιμης εγκατάστασης είναι σημαντικά ολιγότερη από τη φορολογική επιβάρυνση του προσώπου που είναι κάτοικος στη Δημοκρατία ή του προσώπου που ελέγχει τη μόνιμη εγκατάσταση και κατοίκου στη Δημοκρατία.

(5) Η αμοιβή από την παροχή μισθωτών υπηρεσιών εκτός της Δημοκρατίας για συνολική περίοδο στο φορολογικό έτος πέραν των ενενήντα ημερών σε εργοδότη που δεν είναι κάτοικος στη Δημοκρατία ή σε μόνιμη εγκατάσταση εκτός της Δημοκρατίας εργοδότη που είναι κάτοικος στη Δημοκρατία απαλλάσσεται από το φόρο.

Για σκοπούς υπολογισμού των ημερών παροχής μισθωτών υπηρεσιών εκτός της Δημοκρατίας -

(α) η ημέρα αναχώρησης από τη Δημοκρατία λογίζεται ως ημέρα εκτός της Δημοκρατίας·

(β) η ημέρα άφιξης στη Δημοκρατία λογίζεται ως ημέρα  στη Δημοκρατία·

(γ) η άφιξη στη Δημοκρατία και αναχώρηση από τη Δημοκρατία την ίδια ημέρα  λογίζεται ως μια ημέρα στη Δημοκρατία· και

(δ) η αναχώρηση από τη Δημοκρατία και επιστροφή στη Δημοκρατία την ίδια ημέρα λογίζεται ως μια ημέρα εκτός της Δημοκρατίας.

(7) Ανεξάρτητα από οποιεσδήποτε άλλες διατάξεις του παρόντος Νόμου,  όταν εταιρεία κάτοικος στη Δημοκρατία ή εταιρεία που δεν είναι κάτοικος στη Δημοκρατία αλλά έχει μόνιμη εγκατάσταση στη Δημοκρατία, λαμβάνει μερίσματα από εταιρεία που είναι κάτοικος σε άλλο κράτος μέλος και τα μερίσματα αυτά υπόκεινται σε φορολογία δυνάμει του παρόντος Νόμου, ο φόρος επί των μερισμάτων αυτών που καταβλήθηκε στο άλλο κράτος μέλος,  ο οποίος χορηγείται ως έκπτωση από το φόρο που είναι καταβλητέος δυνάμει του παρόντος Νόμου, περιλαμβάνει και την αναλογία του φόρου που καταβλήθηκε επί των κερδών της πληρώνουσας το μέρισμα εταιρείας και κάθε χαμηλότερου επιπέδου εξαρτημένης αυτής εταιρείας, από τα οποία προέρχεται το μέρισμα:

Νοείται ότι η έκπτωση αναφορικά με την αναλογία του φόρου επί των κερδών της πληρώνουσας το μέρισμα εταιρείας δεν εφαρμόζεται στην περίπτωση κατά την  οποία η διανομή των κερδών υπό μορφή μερίσματος γίνεται στα πλαίσια διάλυσης της πληρώνουσας το μέρισμα εταιρείας.

Νοείται περαιτέρω ότι, οι διατάξεις του παρόντος εδαφίου δεν τυγχάνουν εφαρμογής όταν υφίσταται ρύθμιση ή σειρά ρυθμίσεων οι οποίες, έχοντας τεθεί σε εφαρμογή με κύριο σκοπό ή έναν από τους κύριους σκοπούς την αποκόμιση φορολογικού οφέλους με βάση τις διατάξεις του παρόντος εδαφίου, δεν είναι γνήσιες ως προς όλα τα σχετικά γεγονότα και τις συνθήκες∙ μια ρύθμιση μπορεί να περιλαμβάνει περισσότερα από ένα στάδια ή μέρη και για τους σκοπούς του παρόντος εδαφίου μια ρύθμιση ή σειρά ρυθμίσεων θεωρείται μη γνήσια στο βαθμό που δεν τίθεται σε εφαρμογή για βάσιμους εμπορικούς λόγους που απηχούν την οικονομική πραγματικότητα.

Κανόνες για ελεγχόμενες αλλοδαπές εταιρείες

36Α.(1) Εταιρεία μη κάτοικος της Δημοκρατίας ή μόνιμη εγκατάσταση εξωτερικού που διατηρεί εταιρεία κάτοικος της Δημοκρατίας, τα κέρδη της οποίας δεν φορολογούνται ή απαλλάσσονται του φόρου στη Δημοκρατία, θεωρείται ως ελεγχόμενη αλλοδαπή εταιρεία, όταν πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

(α) Στην περίπτωση εταιρείας μη κατοίκου της Δημοκρατίας, η εταιρεία κάτοικος της Δημοκρατίας, είτε μόνη είτε από κοινού με τις συνδεδεμένες με αυτήν επιχειρήσεις, έχει, άμεση ή έμμεση, συμμετοχή σε ποσοστό άνω του πενήντα τοις εκατό (50%) των δικαιωμάτων ψήφου ή έχει την άμεση ή έμμεση κυριότητα επί ποσοστού άνω του πενήντα τοις εκατό (50%) του κεφαλαίου ή δικαιούται να εισπράττει ποσοστό άνω του πενήντα τοις εκατό (50%) των κερδών της εν λόγω . εταιρείας και

(β) ο πραγματικός εταιρικός φόρος που καταβλήθηκε επί των κερδών της εταιρείας μη κατοίκου της Δημοκρατίας ή της μόνιμης εγκατάστασης εξωτερικού που διατηρεί εταιρεία κάτοικος της Δημοκρατίας είναι χαμηλότερος του πενήντα τοις εκατό (50%) του φόρου που θα επιβαλλόταν στην εν λόγω εταιρεία ή στη μόνιμη εγκατάσταση, εάν τέτοια κέρδη φορολογούνταν στη Δημοκρατία:

Νοείται ότι, για τους σκοπούς της παραγράφου (β):

(i) Η μόνιμη εγκατάσταση ελεγχόμενης αλλοδαπής εταιρείας, που δεν φορολογείται ή απαλλάσσεται του φόρου στην περιοχή δικαιοδοσίας της ελεγχόμενης αλλοδαπής εταιρείας, δεν λαμβάνεται υπόψη·  και

(ii) ο εταιρικός φόρος που θα επιβαλλόταν  στη Δημοκρατία υπολογίζεται με βάση τις διατάξεις του παρόντος Νόμου.

(2) Σε περίπτωση που εταιρεία μη κάτοικος της Δημοκρατίας ή μόνιμη εγκατάσταση εξωτερικού που διατηρεί εταιρεία κάτοικος της Δημοκρατίας αντιμετωπίζεται ως ελεγχόμενη αλλοδαπή εταιρεία, στο φορολογητέο εισόδημα της εταιρείας κατοίκου της Δημοκρατίας προστίθεται το μη διανεμηθέν εισόδημα της ελεγχόμενης αλλοδαπής εταιρείας το οποίο προκύπτει από μη γνήσιες ρυθμίσεις που έχουν τεθεί σε εφαρμογή με ουσιαστικό σκοπό την απόκτηση φορολογικού πλεονεκτήματος βάσει του παρόντος Νόμου.

(3) Για τους σκοπούς των εδαφίων (2) και (6), μη διανεμηθέν εισόδημα, θεωρείται το μετά του φόρου λογιστικό κέρδος της ελεγχόμενης αλλοδαπής εταιρείας, όπως αυτό καθορίζεται στις οικονομικές καταστάσεις αυτής, οι οποίες ετοιμάζονται με βάση αποδεκτές από τον Έφορο λογιστικές αρχές και το οποίο δεν διανεμήθηκε στην εταιρεία κάτοικο της Δημοκρατίας κατά τη διάρκεια του φορολογικού έτους στο οποίο τα εν λόγω κέρδη περιλαμβάνονται, καθώς και κατά τους επόμενους επτά (7) μήνες από το τέλος της φορολογικής αυτής περιόδου, όπως ορίζεται στο εδάφιο (6) του παρόντος άρθρου:

Νοείται ότι, το εισόδημα που προστίθεται στο φορολογητέο εισόδημα εταιρείας κατοίκου της Δημοκρατίας υπολογίζεται, αφού προστεθεί στο μη διανεμηθέν εισόδημα της ελεγχόμενης αλλοδαπής εταιρείας ο αλλοδαπός φόρος που καταβλήθηκε επί του εν λόγω εισοδήματος:

Νοείται περαιτέρω ότι, οι διατάξεις του παρόντος Νόμου, εφαρμόζονται κατ’ αναλογίαν στο μη διανεμηθέν εισόδημα που  προστίθεται στο φορολογητέο εισόδημα της εταιρείας κατοίκου της Δημοκρατίας, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος εδαφίου:

Νοείται έτι περαιτέρω ότι, οι διατάξεις του παρόντος άρθρου, εφαρμόζονται κατ’ αναλογίαν και στην περίπτωση που η ελεγχόμενη αλλοδαπή εταιρεία πραγματοποιεί ζημία αντί κέρδος:

Νοείται έτι έτι περαιτέρω ότι, για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου ρύθμιση ή σειρά ρυθμίσεων θεωρείται μη γνήσια, στον βαθμό που η ελεγχόμενη αλλοδαπή εταιρεία δεν θα είχε την κυριότητα των περιουσιακών στοιχείων ή δεν θα είχε αναλάβει τους κινδύνους που δημιουργούν το σύνολο ή μέρος του εισοδήματός της, εάν δεν ελεγχόταν από την εταιρεία κάτοικο της Δημοκρατίας στην οποία εκτελούνται τα καθήκοντα των σημαινόντων στελεχών τα οποία άπτονται των εν λόγω περιουσιακών στοιχείων και κινδύνων και συμβάλλουν ουσιαστικά στη δημιουργία του εισοδήματος της ελεγχόμενης αλλοδαπής εταιρείας:

Νοείται έτι έτι έτι περαιτέρω ότι, οι διατάξεις των εδαφίων (2) έως (4) δεν εφαρμόζονται στην περίπτωση εταιρείας μη κατοίκου της Δημοκρατίας ή μόνιμης εγκατάστασης εξωτερικού που διατηρεί εταιρεία κάτοικος της Δημοκρατίας, η οποία έχει-

(α) Λογιστικά κέρδη που δεν υπερβαίνουν τις επτακόσιες πενήντα χιλιάδες ευρώ (€750.000) και εισόδημα από μη εμπορική δραστηριότητα που δεν υπερβαίνει τις εβδομήντα πέντε χιλιάδες ευρώ (€75.000)· ή

(β) λογιστικά κέρδη που δεν υπερβαίνουν το δέκα τοις εκατό (10%) των δαπανών λειτουργίας της για τη φορολογική περίοδο.

(4) Για τους σκοπούς της παραγράφου (β) της πέμπτης επιφύλαξης του εδαφίου (3), οι λειτουργικές δαπάνες δεν περιλαμβάνουν το κόστος των αγαθών που πωλούνται εκτός της χώρας της οποίας είναι φορολογικός κάτοικος η εταιρεία μη κάτοικος της Δημοκρατίας ή στην οποία βρίσκεται η μόνιμη εγκατάσταση εξωτερικού που διατηρεί η εταιρεία κάτοικος της Δημοκρατίας, καθώς και τις πληρωμές σε συνδεδεμένες επιχειρήσεις.

(5) Το εισόδημα ή η ζημία, ανάλογα με την περίπτωση, που προστίθεται στο φορολογητέο εισόδημα εταιρείας κατοίκου της Δημοκρατίας υπολογίζεται σύμφωνα με το ποσοστό των κερδών που δικαιούται να εισπράττει από την ελεγχόμενη αλλοδαπή εταιρεία:

Νοείται ότι, το εισόδημα ή η ζημία, ανάλογα με την περίπτωση, που πρέπει να περιλαμβάνεται στο φορολογητέο εισόδημα της εταιρείας κατοίκου της Δημοκρατίας, περιορίζεται στα ποσά που έχουν προκύψει μέσω περιουσιακών στοιχείων και κινδύνων συνδεόμενων με τα καθήκοντα των σημαινόντων στελεχών που εκτελούνται στην εταιρεία κάτοικο της Δημοκρατίας:

Νοείται περαιτέρω ότι, η κατανομή του εισοδήματος των ελεγχόμενων αλλοδαπών εταιρειών, υπολογίζεται σύμφωνα με την αρχή των εμπορικών συναλλαγών όπως ορίζεται στον παρόντα Νόμο και δεν δύναται να υπερβαίνει το ποσό του μη διανεμηθέντος εισοδήματος της ελεγχόμενης αλλοδαπής εταιρείας όπως ορίζεται στο εδάφιο (3), το οποίο έχει προκύψει μέσω περιουσιακών στοιχείων και κινδύνων συνδεδεμένων με τα καθήκοντα των σημαινόντων στελεχών που εκτελεί η ελέγχουσα εταιρεία κάτοικος της Δημοκρατίας.

(6) Το μη διανεμηθέν εισόδημα ή η ζημία, ανάλογα με την περίπτωση, περιλαμβάνεται στο φορολογικό έτος της εταιρείας κατοίκου της Δημοκρατίας, στη διάρκεια του οποίου λήγει το φορολογικό έτος της ελεγχόμενης αλλοδαπής εταιρείας στο οποίο προέκυψε το εισόδημα ή η ζημία.

(7) Σε περίπτωση που ελεγχόμενη αλλοδαπή εταιρεία  διανέμει κέρδη στην εταιρεία κάτοικο της Δημοκρατίας, τα οποία περιλαμβάνονται στο φορολογητέο εισόδημα της  εταιρείας κατοίκου της Δημοκρατίας και δεν απαλλάσσονται του φόρου δυνάμει του άρθρου 8, τα ποσά του εισοδήματος που είχαν περιληφθεί στο φορολογητέο εισόδημα σε προηγούμενο φορολογικό έτος, σύμφωνα με τα εδάφια (2) έως (4), ανεξάρτητα εάν κατά το εν λόγω φορολογικό έτος απαλλάχθηκαν του φόρου δυνάμει του άρθρου 8, αφαιρούνται από το φορολογητέο εισόδημα κατά τον υπολογισμό του οφειλόμενου φόρου επί των διανεμηθέντων κερδών κατά το τρέχον έτος, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι δεν προκύπτει διπλή φορολόγηση:

Νοείται ότι, σε περίπτωση είσπραξης κερδών προερχόμενων από ποσά του εισοδήματος ελεγχόμενης αλλοδαπής εταιρείας που είχαν περιληφθεί στο φορολογητέο εισόδημα της  εταιρείας κατοίκου της Δημοκρατίας σε προηγούμενο φορολογικό έτος, σύμφωνα με τα εδάφια (2) έως (4), ανεξάρτητα εάν κατά το εν λόγω έτος απαλλάχθηκαν του φόρου δυνάμει του άρθρου 8, τα εν λόγω κέρδη δεν θεωρούνται μέρισμα για σκοπούς του περί Έκτακτης Εισφοράς για την Άμυνα της Δημοκρατίας Νόμου.

(8) Σε περίπτωση διάθεσης από εταιρεία κάτοικο της Δημοκρατίας της συμμετοχής της σε ελεγχόμενη αλλοδαπή εταιρεία ή της επιχείρησης που ασκεί μέσω μόνιμης εγκατάστασης που διατηρεί εκτός της Δημοκρατίας, οποιοδήποτε μέρος του προϊόντος διάθεσης το οποίο περιλήφθηκε στο φορολογητέο εισόδημα σε προηγούμενο φορολογικό έτος, σύμφωνα με το εδάφια (2) έως (4), ανεξάρτητα εάν κατά το εν λόγω έτος απαλλάχθηκε του φόρου δυνάμει του άρθρου 8, αφαιρείται από το φορολογητέο εισόδημα κατά τον υπολογισμό του οφειλόμενου φόρου επί του προϊόντος διάθεσης κατά το τρέχον έτος, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι δεν προκύπτει διπλή φορολόγηση.

(9) Ο αλλοδαπός φόρος που καταβλήθηκε επί του εισοδήματος ελεγχόμενης αλλοδαπής εταιρείας, το οποίο προστίθεται στο φορολογητέο εισόδημα εταιρείας κατοίκου της Δημοκρατίας δυνάμει των διατάξεων του παρόντος άρθρου, παραχωρείται ως έκπτωση από το φόρο που είναι καταβλητέος δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 35 και των εδαφίων (1) και (2) του άρθρου 36.

(10) Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου ο όρος «συνδεδεμένη επιχείρηση», έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το εδάφιο (16) του άρθρου 11.

(11) Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται και στην περίπτωση μόνιμης εγκατάστασης στη Δημοκρατία εταιρείας μη κατοίκου της Δημοκρατίας.

ΜΕΡΟΣ IX ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΣ ΕΠΙΛΥΣΗΣ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΜΕΤΑΞΥ ΚΡΑΤΩΝ ΜΕΛΩΝ ΟΙ ΟΠΟΙΕΣ ΠΡΟΚΥΠΤΟΥΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΣΥΜΦΩΝΙΩΝ ΚΑΙ ΣΥΜΒΑΣΕΩΝ ΠΟΥ ΠΡΟΒΛΕΠΟΥΝ ΤΗΝ ΕΞΑΛΕΙΨΗ ΤΗΣ ΔΙΠΛΗΣ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ ΕΙΣΟΔΗΜΑΤΟΣ Ή ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ
Υποβολή ένστασης επί αμφισβητούμενου ζητήματος

36Β. Ανεξάρτητα από οποιαδήποτε άλλη διάταξη του παρόντος Νόμου, θιγόμενο πρόσωπο δύναται να υποβάλει ένσταση επί αμφισβητούμενου ζητήματος στον Έφορο Φορολογίας και ενώπιον κάθε αρμόδιας αρχής κάθε ενδιαφερόμενου κράτους μέλους.

Διαδικασία υποβολής και εξέτασης ένστασης

36Γ.-(1) Η ένσταση, που προβλέπεται από τις διατάξεις του άρθρου 36Β, υποβάλλεται εντός τριών (3) ετών από την ημερομηνία παραλαβής της πρώτης κοινοποίησης του μέτρου το οποίο εγείρει ή θα εγείρει αμφισβητούμενο ζήτημα, ανεξάρτητα εάν το θιγόμενο πρόσωπο έχει κάνει χρήση των μέσων θεραπείας που προβλέπονται από το εθνικό δίκαιο οποιουδήποτε εκ των ενδιαφερόμενων κρατών μελών.

(2) Το θιγόμενο πρόσωπο υποβάλλει την ένσταση, με τις ίδιες πληροφορίες ταυτόχρονα, σε όλες τις αρμόδιες αρχές των ενδιαφερόμενων κρατών μελών και ορίζει σε αυτήν τα άλλα κράτη μέλη τα οποία αφορά η υπόθεση.

(3) Ο Έφορος Φορολογίας δέχεται τις ενστάσεις στην ελληνική ή στην αγγλική γλώσσα.

(4) Ο Έφορος Φορολογίας βεβαιώνει το θιγόμενο πρόσωπο και τις αρμόδιες αρχές των άλλων ενδιαφερόμενων κρατών μελών για την παραλαβή της ένστασης εντός δύο (2) μηνών από την ημερομηνία παραλαβής αυτής και ενημερώνει τις αρμόδιες αρχές σχετικά με τη γλώσσα ή τις γλώσσες που προτίθεται να χρησιμοποιήσει για σκοπούς επικοινωνίας κατά τη διάρκεια της διαδικασίας.

(5)(α) Ο Έφορος Φορολογίας αποφασίζει σχετικά με την αποδοχή ή την απόρριψη ένστασης εντός προθεσμίας έξι (6) μηνών από την ημερομηνία παραλαβής της ή εντός προθεσμίας έξι (6) μηνών από την ημερομηνία παραλαβής οποιασδήποτε συγκεκριμένης πρόσθετης πληροφορίας ζητήσει, η οποία θεωρείται αναγκαία για την επί της ουσίας εξέταση της συγκεκριμένης υπόθεσης, όποια εκ των δύο είναι μεταγενέστερη, και, ενημερώνει αμελλητί τα θιγόμενα πρόσωπα και τις αρμόδιες αρχές των άλλων κρατών μελών σχετικά με την απόφασή του.

(β) Ο Έφορος Φορολογίας δύναται να αποφασίσει εντός προθεσμίας έξι (6) μηνών από την ημερομηνία παραλαβής της ένστασης ή εντός προθεσμίας έξι (6) μηνών από την ημερομηνία παραλαβής οποιασδήποτε συγκεκριμένης πρόσθετης πληροφορίας ζητήσει, η οποία θεωρείται αναγκαία για την επί της ουσίας εξέταση της συγκεκριμένης υπόθεσης, όποια εκ των δύο είναι μεταγενέστερη, να επιλύσει το αμφισβητούμενο ζήτημα μονομερώς, χωρίς τη συμμετοχή των άλλων αρμόδιων αρχών των ενδιαφερόμενων κρατών μελών και ενημερώνει το θιγόμενο πρόσωπο και τις αρμόδιες αρχές των άλλων ενδιαφερομένων κρατών μελών σχετικά με την απόφασή του.

(6) Σε περίπτωση που ο Έφορος Φορολογίας δεν αποφανθεί επί της ένστασης εντός της προθεσμίας που προβλέπεται στο εδάφιο (5), η ένσταση λογίζεται ότι έχει γίνει δεκτή από τον Έφορο Φορολογίας.

(7) Ο Έφορος Φορολογίας, με γνωστοποίησή του που δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, καθορίζει το έντυπο υποβολής  ένστασης που προβλέπεται από τις διατάξεις του παρόντος Μέρους.

(8) Κανονισμοί που εκδίδονται από το Υπουργικό Συμβούλιο δύναται να προβλέπουν για την καλύτερη εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος άρθρου και ειδικότερα για τα ακόλουθα:

(α) Tον καθορισμό της διαδικασίας υποβολής και εξέτασης ένστασης και λήψης απόφασης επί αυτής·

(β) τη διαδικασία φιλικού διακανονισμού·

(γ) την επίλυση διαφορών από συμβουλευτική επιτροπή·

(δ) το διορισμό συμβουλευτικής επιτροπής και των ανεξάρτητων προσωπικοτήτων αυτής, όπως οι όροι αυτοί προβλέπονται στην Οδηγία 2017/1852, καθώς και τους κανόνες λειτουργίας αυτής·

(ε) τη διαδικασία κατάρτισης καταλόγου ανεξάρτητων προσωπικοτήτων·

(στ) τον καθορισμό επιτροπής εναλλακτικής επίλυσης διαφορών, όπως ο όρος αυτός προβλέπεται στην Οδηγία 2017/1852, καθώς και τη λειτουργία της·

(ζ) τον καταμερισμό των εξόδων που προκύπτουν στο πλαίσιο της διαδικασίας·

(η) τη διαδικασία παροχής πληροφοριών και αποδεικτικών μέσων από θιγόμενο πρόσωπο και τη διαδικασία ακρόασης·

(θ) τη διαδικασία παροχής γνώμης από συμβουλευτική επιτροπή ή επιτροπή εναλλακτικής επίλυσης διαφορών·

(ι) την επιβολή κυρώσεων σε περίπτωση παραβίασης της υποχρέωσης τήρησης του απορρήτου·

(ια) τη θέσπιση διαδικασιών για τη διαγραφή από τον κατάλογο ανεξάρτητων προσωπικοτήτων οποιουδήποτε διορισθέντος προσώπου, σε περίπτωση που το πρόσωπο παύει να είναι ανεξάρτητο.

(9) Ο Έφορος Φορολογίας δύναται να καθορίζει με γνωστοποίησή του που δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας κάθε σχετικό με τις διαδικασίες για την εφαρμογή των Κανονισμών που προβλέπονται στο εδάφιο (8), ζήτημα.

Μεταβατικές και άλλες διατάξεις αναφορικά με το Μέρος ΙΧ

36Δ. Οι διατάξεις του παρόντος Μέρους λογίζεται ότι τέθηκαν σε ισχύ την 1η Ιουλίου 2019 και εφαρμόζονται αναφορικά με κάθε ένσταση που υποβάλλεται από την 1η Ιουλίου 2019 και εντεύθεν επί αμφισβητούμενου ζητήματος που αφορά το εισόδημα ή το κεφάλαιο που αποκτήθηκε σε φορολογικό έτος που αρχίζει την 1η Ιανουαρίου 2018 ή μετά την ημερομηνία αυτή:

Νοείται ότι, οι αρμόδιες αρχές των ενδιαφερόμενων κρατών μελών δύναται να συμφωνήσουν να εφαρμόζουν το μηχανισμό επίλυσης διαφορών που προβλέπεται στον παρόντα Νόμο, όσον αφορά ενστάσεις που υποβλήθηκαν πριν την 1η Ιουλίου 2019 ή σε προηγούμενα φορολογικά έτη.

ΜΕΡΟΣ X ΓΕΝΙΚΕΣ ΕΞΟΥΣΙΕΣ ΤΟΥ ΕΦΟΡΟΥ
Εξουσία του Εφόρου να απαιτήσει την παροχή στοιχείων

37. Ο Έφορος μπορεί, με έγγραφη ειδοποίησή του, να απαιτήσει από κάθε πρόσωπο όπως του παράσχει τέτοια στοιχεία αναφορικά με το εισόδημα του προσώπου αυτού, τα οποία ήθελε κρίνει αναγκαία για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου, ή όπως εμφανισθεί ενώπιον αυτού και δώσει μαρτυρία, ενόρκως ή με άλλο τρόπο, αναφορικά με το εισόδημα του και προσαγάγει λογαριασμούς, βιβλία, ή άλλα έγγραφα που βρίσκονται στη φύλαξή του ή τον έλεγχο του και τα οποία σχετίζονται με το εισόδημα του.

Λογαριασμοί που ετοιμάστηκαν και πιστοποιήθηκαν από επαγγελματίες λογιστές

38. Λογαριασμοί και προσδιορισμοί του φορολογητέου εισοδήματος οι οποίοι προσάγονται στον Έφορο ή συνοδεύουν φορολογικές δηλώσεις που υποβάλλονται στον Έφορο δυνατό να μη ληφθούν υπόψη εάν δεν ετοιμάστηκαν από πρόσωπο που κατέχει τα προσόντα για να διοριστεί ως ελεγκτής εταιρείας σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Εταιρειών Νόμου:

Νοείται ότι οποιοδήποτε άτομο που έχει δεόντως εξουσιοδοτηθεί από τον Υπουργό Οικονομικών, να ενεργεί ως ανεξάρτητος λογιστής για τους σκοπούς των περί Φορολογίας του Εισοδήματος Νόμων, και ενεργεί στην πραγματικότητα με αυτόν τον τρόπο κατά την ημερομηνία έναρξης του παρόντος Νόμου, θα συνεχίσει να έχει το δικαίωμα να ετοιμάζει και να πιστοποιεί λογαριασμούς και προσδιορισμούς για σκοπούς φόρου εισοδήματος.

Δάνεια σε Διευθυντές

39. [Διαγράφηκε]
ΜΕΡΟΣ ΧI ΒΕΒΑΙΩΣΗ ΚΑΙ ΕΠΙΒΟΛΗ ΦΟΡΟΥ ΣΤΙΣ ΑΠΟΔΟΧΕΣ
Ερμηνεία

40. Για τους σκοπούς των άρθρων 9, 41,42 και 44 ο όρος «αποδοχές» σημαίνει κάθε εισόδημα που αποκτά κάποιο άτομο από κέρδη ή οφέλη όπως αυτά ειδικότερα καθορίζονται στην παράγραφο (β) του εδαφίου (1) και στην παράγραφο (β) του εδαφίου (2) του άρθρου 5, και περιλαμβάνουν και οποιεσδήποτε συντάξεις.

Βεβαίωση, επιβολή κ.λ.π. του φόρου πάνω στις αποδοχές

41. Ανεξάρτητα από οτιδήποτε περιέχεται στον παρόντα Νόμο, για κάθε φορολογικό έτος θα επιβάλλεται φόρος πάνω σε όλες τις αποδοχές κάθε τέτοιου έτους και κατά την πληρωμή των αποδοχών ή κάποιου ποσού έναντι αποδοχών κατά το φορολογικό έτος, θα παρακρατείται από το πρόσωπο που καταβάλλει τις αποδοχές φόρος σύμφωνα με Κανονισμούς που γίνονται από το Υπουργικό Συμβούλιο δυνάμει του άρθρου 44 και σύμφωνα με αυτούς, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι κατά το χρόνο που γίνεται η πληρωμή δεν έχει επιβληθεί καμιά φορολογία πάνω στις αποδοχές, και ανεξάρτητα από το γεγονός ότι οι αποδοχές αποτελούν, στο σύνολο ή μερικώς, αποδοχές φορολογικού έτους διαφορετικού από το έτος στο οποίο γίνεται η πληρωμή.

Εφαρμογή των υπόλοιπων διατάξεων του Νόμου

42. Όλες οι υπόλοιπες διατάξεις του παρόντος Νόμου, οι οποίες αφορούν στο εισόδημα, θα εφαρμόζονται στο εισόδημα από αποδοχές εφόσον συνάδουν με το άρθρο 41.

ΜΕΡΟΣ XII ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Φορολογική υποχρέωση των μελών των Ενόπλων

43. (1) Ανεξάρτητα από οτιδήποτε διαλαμβάνεται στον παρόντα Νόμο, η υπαγωγή σε φορολογία κερδών ή εισοδημάτων που αποκτά ένα πρόσωπο που διαμένει ή εργάζεται στις υπό Βρετανική Κυριαρχία Περιοχές των Βάσεων και η υπαγωγή σε φορολογία Δυνάμεων του Ηνωμένου Βασιλείου, των Ελληνικών και Τουρκικών Ενόπλων Δυνάμεων στη Δημοκρατία και άλλων προσώπων.

κερδών ή εισοδημάτων που αποκτώνται στη Δημοκρατία από οποιοδήποτε μέλος των Ενόπλων Δυνάμεων του Ηνωμένου Βασιλείου ή του πολιτικού προσωπικού των Δυνάμεων αυτών ή κάποιας Αναγνωρισμένης Στρατιωτικής Οργάνωσης, ή των Ενόπλων Δυνάμεων της Δημοκρατίας της Ελλάδας και της Τουρκικής Δημοκρατίας στη Δημοκρατία, θα διέπεται από τις σχετικές διατάξεις της Συνθήκης Εγκαθίδρυσης ή, κατά περίπτωση, στη συμφωνία για την εφαρμογή της Συνθήκης Συμμαχίας που υπογράφτηκε στη Λευκωσία στις 16 Αυγούστου, 1960 και θα επιβάλλεται και εισπράττεται φόρος με βάση τις διατάξεις αυτές.

(2) Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου-

(α) ο όρος «Συνθήκη Εγκαθίδρυσης» σημαίνει τη Συνθήκη που αφορά στην Εγκαθίδρυση της Δημοκρατίας της Κύπρου που υπογράφτηκε στη Λευκωσία στις 16 Αυγούστου, 1960, περιλαμβάνει δε και την Ανταλλαγή Διακοινώσεων η οποία υπογράφτηκε κατά την ίδια ημερομηνία·

(β) οι όροι που χρησιμοποιούνται στο εδάφιο (1) θα έχουν την έννοια που αποδίδεται σ' αυτούς στη Συνθήκη Εγκαθίδρυσης ή, κατά περίπτωση, στη Συμφωνία περί Εφαρμογής της Συνθήκης Συμμαχίας που υπογράφτηκε στη Λευκωσία στις 16 Αυγούστου, 1960.

Κανονισμοί

44. (1) Το Υπουργικό Συμβούλιο μπορεί να θεσπίζει Κανονισμούς που αναφέρονται στη βεβαίωση, επιβολή, είσπραξη και ανάκτηση του φόρου στις αποδοχές όπως αυτές καθορίζονται στο άρθρο 40 οι οποίοι μπορούν να περιλαμβάνουν διατάξεις-

(α) που να απαιτούν από κάθε πρόσωπο που πληρώνει αποδοχές ή κάποιο ποσό έναντι αποδοχών, όπως παρακρατήσει, κατά το χρόνο της πληρωμής των αποδοχών, φόρο που υπολογίζεται με βάση πίνακες που ετοιμάζονται από τον Έφορο και καθιστούν τα πρόσωπα, που είναι υπόχρεα σε παρακράτηση, υπόλογα έναντι του Εφόρου·

(β) για την προσαγωγή και επιθεώρηση, από τον Έφορο ή άλλο δεόντως εξουσιοδοτημένο από τον Έφορο πρόσωπο, μισθολογίων και άλλων εγγράφων ή καταστάσεων με σκοπό να ικανοποιηθεί ο Έφορος ότι ο φόρος έχει παρακρατηθεί και παρακρατείται σύμφωνα με τους Κανονισμούς και ότι εκκαθαρίσεις του παρακρατούμενου φόρου υποβάλλονται κανονικά·

(γ) για την είσπραξη και ανάκτηση, είτε με παρακράτηση από εισόδημα που καταβάλλεται σε οποιοδήποτε από τα επόμενα έτη είτε με κάποιο άλλο τρόπο, φόρου αναφορικά με αποδοχές στις οποίες ο παρών Νόμος εφαρμόζεται, και ο οποίος φόρος δεν παρακρατήθηκε ή διαφορετικά ανακτήθηκε κατά τη διάρκεια του έτους, και οι πίνακες που αναφέρονται στην παράγραφο (α) θα συντάσσονται με τέτοιο τρόπο ώστε να εξασφαλίζεται, εφόσον αυτό είναι δυνατό, η παρακράτηση όλου του φόρου του πληρωτέου στις αποδοχές ενός ατόμου για οποιοδήποτε φορολογικό έτος από τις αποδοχές οι οποίες καταβλήθηκαν σ' αυτό κατά το εν λόγω έτος.

(2) Το Υπουργικό Συμβούλιο δύναται να θεσπίζει Κανονισμούς για την εφαρμογή των συμβάσεων που γίνονται δυνάμει του άρθρου 34 .

(3) Το Υπουργικό Συμβούλιο δύναται να θεσπίζει Κανονισμούς για την εφαρμογή γενικά των διατάξεων του παρόντος Νόμου και για τέτοια άλλα θέματα για τα οποία ο παρών Νόμος απαιτεί ή προνοεί τη θέσπιση Κανονισμών και δύναται επίσης να θεσπίζει Κανονισμούς για κάθε θέμα εφόσον η θέσπιση τέτοιων Κανονισμών κρίνεται σκόπιμη για την εφαρμογή του παρόντος Νόμου.

(4) Οι μη συμμορφούμενοι ή παραβαίνοντες τις διατάξεις οποιουδήποτε Κανονισμού που θεσπίστηκε δυνάμει του παρόντος άρθρου θα είναι ένοχοι αδικήματος κατά του παρόντος Νόμου.

(5) Οι Κανονισμοί που θεσπίζονται σύμφωνα με το παρόν άρθρο κατατίθενται για έγκριση στη Βουλή των Αντιπροσώπων.

Καθορισμός τελών από το Υπουργικό Συμβούλιο

44Α. Το Υπουργικό Συμβούλιο δύναται με Διάταγμά του να καθορίσει τέλη  -

(i) Για την έκδοση από τον Έφορο βεβαίωσης ή πιστοποιητικού, με το οποίο επιβεβαιώνεται ότι πρόσωπο είναι κάτοικος της Δημοκρατίας˙

(ii) για την έκδοση από τον Έφορο γνωμάτευσης επί φορολογικών θεμάτων.

Διοικητικές οδηγίες για εκπτώσεις κλπ δημοσιεύονται

45. Ανεξάρτητα από οποιαδήποτε άλλη διάταξη του παρόντος Νόμου ή των περί Βεβαιώσεως και Εισπράξεως Φόρων Νόμων, όλες οι διοικητικές οδηγίες του Εφόρου οι οποίες περιέχονται σε εγκυκλίους και αφορούν οποιεσδήποτε γενικής φύσεως εκπτώσεις, χαλαρώσεις ή άλλες παραχωρήσεις που χορηγούνται με βάση τον παρόντα Νόμο ή τον περί Βεβαιώσεως και Εισπράξεως Φόρων Νόμο, δημοσιεύονται στην επίσημη εφημερίδα της Δημοκρατίας και ισχύουν από την ημερομηνία της δημοσίευσής τους.

Αλλοδαπές εταιρείες που έχουν εισόδημα από πηγές εκτός της Δημοκρατίας

46. (1) Ανεξάρτητα από οτιδήποτε προβλέπεται στον παρόντα Νόμο, στην περίπτωση εταιρείας, που συστάθηκε στη Δημοκρατία καθώς και στην περίπτωση εταιρείας που ενεγράφη δυνάμει του άρθρου 347 του περί Εταιρειών Νόμου και η οποία έχει τον έλεγχο και τη διεύθυνση της επιχείρησης της στη Δημοκρατία ή έχει μόνιμη εγκατάσταση στη Δημοκρατία και των οποίων οι μετοχές ανήκουν άμεσα ή έμμεσα κατ' αποκλειστικότητα σε αλλοδαπούς, και οι οποίες κατά το φορολογικό έτος που λήγει στις 31 Δεκεμβρίου, 2001 είχαν και εξακολουθούν να έχουν εισόδημα, ή αναμένεται να έχουν εισόδημα, το οποίο δεν έχει προκύψει μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2001 λόγω της φύσεως των εργασιών τους, από πηγές αποκλειστικά εκτός της Δημοκρατίας,

(α) από τη διεξαγωγή οποιασδήποτε επιχείρησης το αντικείμενο της οποίας βρίσκεται εκτός της Δημοκρατίας· ή

(β) από την επένδυση κεφαλαίων σε χρεόγραφα, μετοχές, ομόλογα ή σε κάθε φύσεως δάνεια· ή

(γ) από οποιαδήποτε δικαιώματα επί της πνευματικής ιδιοκτησίας· ή

(δ) από ακίνητη ιδιοκτησία,

δύνανται, εφόσον εξακολουθούν να πληρούν όλες τις πιο πάνω προϋποθέσεις, να επιλέξουν να φορολογούνται στα φορολογικά έτη 2003,2004 και 2005 με φορολογικό συντελεστή 4,25 τοις εκατόν (4,25%) επί του φορολογητέου εισοδήματός τους, μετά την αφαίρεση οποιουδήποτε φόρου που καταβάλλεται εκτός της Δημοκρατίας:

Νοείται ότι όταν τέτοια εταιρεία είναι τράπεζα ή χρηματοδοτική εταιρεία η οποία διεξάγει επιχείρηση η οποία συνεπάγεται την κτήση εισοδήματος από πηγές εντός της Δημοκρατίας μετά από άδεια που εκδόθηκε σύμφωνα με τις εκάστοτε διατάξεις οποιουδήποτε σε ισχύ Νόμου και κάτω από τέτοιες προϋποθέσεις όπως ήθελαν καθορισθεί με Κανονισμούς δυνάμει του παρόντος Νόμου, τότε το εισόδημα που πηγάζει στη Δημοκρατία υπόκειται σε φορολογία σύμφωνα με τους συντελεστές που εκτίθενται στην παράγραφο 2 του Δεύτερου Παραρτήματος.

(2) Για τους σκοπούς της παραγράφου (β) του εδαφίου (1) το εισόδημα από επενδύσεις κεφαλαίων θεωρείται ότι προέρχεται από πηγές εκτός της Δημοκρατίας αν, ανεξάρτητα από τον τόπο της επένδυσης και των μερών της σχετικής σύμβασης, τα εν λόγω κεφάλαια χρησιμοποιούνται για δραστηριότητες εκτός της Δημοκρατίας.

(3) Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου ο όρος «φορολογητέο εισόδημα» σημαίνει το φορολογητέο εισόδημα όπως αυτό προσδιορίστηκε σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου προτού αφαιρεθούν από αυτό οι εκπτώσεις ή απαλλαγές που καθορίζονται στα άρθρα 8(19), 8(20), 8(22), 13(4), (5), (6), (7), (8), 26,27, 28,29, 30, 35 και 36:

Νοείται ότι μερίσματα μεταξύ εταιρειών που έχουν επιλέξει να φορολογούνται δυνάμει του παρόντος άρθρου δεν περιλαμβάνονται στο φορολογητέο εισόδημα.

(4) Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του άρθρου 13, ζημιά που προέκυψε κατά τη διάρκεια οποιουδήποτε φορολογικού έτους μέχρι και το έτος 2000 δε θα μεταφέρεται και δε θα συμψηφίζεται με το εισόδημα οποιουδήποτε φορολογικού έτους μετά την πάροδο πέντε ετών από το τέλος του φορολογικού έτους μέσα στο οποίο η ζημιά προέκυψε.

(5) Η επιλογή που προβλέπεται στο εδάφιο (1), εφόσον γίνει, είναι ανέκκλητος για το χρονικό διάστημα των τριών ετών 2003, 2004 και 2005.

Επιφύλαξη

47. Οι περί Φορολογίας του Εισοδήματος Νόμοι του 1961-2002 διά του παρόντος καταργούνται χωρίς να επηρεάζεται οτιδήποτε έγινε ή παραλείφθηκε να γίνει δυνάμει τούτων:

Νοείται ότι όλοι οι κανονισμοί, όλα τα διατάγματα, όλες οι γνωστοποιήσεις και όλοι οι διορισμοί, καθώς επίσης και όλες οι ειδοποιήσεις που εκδόθηκαν δυνάμει των διατάξεων των περί Φορολογίας του Εισοδήματος Νόμων, 1961-2002, θα θεωρούνται ως να εκδόθηκαν δυνάμει του παρόντος Νόμου και θα εξακολουθήσουν να ισχύουν, τηρουμένων των αναλογιών, μέχρι να ανακληθούν, ακυρωθούν, ή αντικατασταθούν:

Νοείται περαιτέρω ότι, οι φορολογίες οι οποίες δεν έχουν γίνει και οι φόροι οι οποίοι δεν έχουν επιβληθεί ή εισπραχθεί αναφορικά με το φορολογικό έτος 2002 και όλα τα προηγούμενα φορολογικά έτη θα γίνονται, επιβάλλονται και εισπράττονται σύμφωνα με τις διατάξεις των περί Φορολογίας του Εισοδήματος Νόμων του 1961-2002:

Νοείται έτι περαιτέρω ότι στην περίπτωση που φυσικό πρόσωπο δεν έχει εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου (4) του άρθρου 28Ζ των περί Φορολογίας του Εισοδήματος Νόμων του 1961 έως 2002, και μέχρι την 31η Μαρτίου 2003—

(α) Δεν υποβάλει δικό του υπολογισμό του πληρωτέου φόρου αναφορικά με το συνολικό πλεόνασμα που πραγματοποίησε από τη διάθεση τίτλων κατά το φορολογικό έτος 1999· και

(β) δεν καταβάλει τον υπ' αυτού υπολογισθέντα φόρο και επιβαρύνσεις που προβλέπονται στις διατάξεις του εδαφίου (2) του άρθρου 39 των περί Βεβαιώσεως και Εισπράξεως Φόρων Νόμων, ο επιβληθείς υπό του Διευθυντή φόρος, επιπρόσθετα από τις επιβαρύνσεις που προβλέπονται στις διατάξεις του εδαφίου (2) του άρθρου 39 του περί Βεβαιώσεως και Εισπράξεως Φόρων Νόμου, εισπράττεται μαζί με πρόσθετη επιβάρυνση ύψους 2% επί του τοιούτου φόρου για κάθε μήνα, από την 1η Απριλίου 2003, κατά τον οποίο καθυστερεί η καταβολή του.

Έναρξη της ισχύος του παρόντος Νόμου

48. Ο παρών Νόμος τίθεται σε ισχύ από την 1η Ιανουαρίου, 2003.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑΤΑ
ΠΡΩΤΟ ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

ΠΡΩΤΟ ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

(Άρθρο 2)

Κατάλογος των εταιρειών που αναφέρονται στον ορισμό «εταιρεία» στο άρθρο 2.

 

1. Οι εταιρείες του βελγικού δικαίου που αποκαλούνται ’societe anonyme’/‘naamloze vennootschap’, ‘societe en commandite par actions’/‘commanditaire vennootschap op aandelen’, ‘societe  privee a responsabilite limitee’/‘besloten vennootschap met beperkte aansprakelijkheid’ ‘societe  cooperative a responsabilite limite’/‘cooperatieve vennootschap met beperkte aansprakelijkheid’, ‘societe cooperative a responsabilite illimitee’/‘cooperatieve vennootschap met onbeperkte aansprakelijkheid’, ‘societe en nom collectif’/‘vennootschap onder firma’, ‘societe en commandite simple’/‘gewone commanditaire vennootschap’, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου που έχουν υιοθετήσει μία από τις παραπάνω νομικές μορφές, καθώς και άλλες εταιρείες που έχουν συσταθεί βάσει του βελγικού δικαίου και υπόκεινται σε φόρο εταιρειών στο Βέλγιο·

2. οι εταιρείες του δανικού δικαίου που αποκαλούνται  ‘aktieselskab’ και ‘anpartsselskab’. Οι άλλες εταιρείες που υπόκεινται στο φόρο σύμφωνα με το νόμο για τη φορολόγηση εταιρειών, στο βαθμό που το φορολογητέο εισόδημά τους υπολογίζεται και φορολογείται σύμφωνα με τους γενικούς κανόνες της φορολογικής νομοθεσίας που εφαρμόζονται στις ‘aktieselskaber’·

3. οι εταιρείες του γερμανικού δικαίου που αποκαλούνται ‘Aktiengesellschaft’, ‘Kommanditgesellschaft auf Aktien’, ‘Gesellschaft mit beschrankter Haftung’, ‘Versicherungsverein auf Gegenseitigkeit’, ‘Erwerbs- und Wirtschaftsgenossenschaft’, ‘Betriebe gewerblicher Art von juristischen Personen des offentlichen Rechts’, καθώς και άλλες εταιρείες που έχουν συσταθεί βάσει του γερμανικού δικαίου και υπόκεινται σε φόρο εταιρειών στη Γερμανία·

4. οι εταιρείες του ελληνικού δικαίου που αποκαλούνται ‘ανώνυμη εταιρεία’, ‘εταιρεία περιορισμένης ευθύνης (Ε.Π.Ε.)’, καθώς και άλλες εταιρείες που έχουν συσταθεί βάσει του ελληνικού δικαίου και υπόκεινται σε φόρο εταιρειών στην Ελλάδα·

5. οι εταιρείες του ισπανικού δικαίου που αποκαλούνται ‘sociedad anσnima’, ‘sociedad comanditaria por acciones’, ‘sociedad de responsabilidad limitada’, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου που λειτουργούν υπό καθεστώς ιδιωτικού δικαίου και άλλες οντότητες που έχουν συσταθεί βάσει του ισπανικού δικαίου και υπόκεινται σε φόρο εταιρειών (‘impuesto sobre sociedades’) στην Ισπανία·

6. οι εταιρείες του γαλλικού δικαίου που αποκαλούνται ‘societe anonyme’, ‘societe  en commandite par actions’, ‘societe a responsabilite limitee’,  ‘societe par actions simplifiees’,  ‘societe d'assurances mutuelles’, ‘caisses d'epargne et de prevoyance’, ‘societes civiles’ που υπόκεινται αυτόματα στο φόρο εταιρειών, οι ‘cooperatives’, ‘unions de cooperatives’, οι δημόσιοι οργανισμοί και επιχειρήσεις βιομηχανικού και εμπορικού χαρακτήρα, καθώς και άλλες εταιρείες που έχουν συσταθεί βάσει του γαλλικού δικαίου και υπόκεινται σε φόρο εταιρειών στη Γαλλία·

7. οι εταιρείες που έχουν συσταθεί ή είναι εγγεγραμμένες σύμφωνα με το ιρλανδικό δίκαιο, τα νομικά πρόσωπα που είναι εγγεγραμμένα υπό το καθεστώς του ‘Industrial and Provident Societies Act’, οι ‘building societies’ που είναι εγγεγραμμένες υπό το καθεστώς των ‘Building Societies Acts’ και οι ‘Trustee Savings Banks’ κατά την έννοια του ‘Trustee Savings Banks Act, 1989’·

8. οι εταιρείες του ιταλικού δικαίου που αποκαλούνται ‘societa per azioni’, ‘societa in accomandita per azioni’, ‘societa a responsibilite limitata’, ‘societa cooperative’, ‘societa di mutua assicurazione’, και οι δημόσιες και ιδιωτικές οντότητες των οποίων οι δραστηριότητες είναι, εξ ολοκλήρου ή κυρίως, εμπορικές·

9. οι εταιρείες του δικαίου του Λουξεμβούργου που αποκαλούνται ‘societe anonyme’, ‘societe en commandite par actions’, ‘societe a responsabilite limitee’, ‘societe cooperative’, ‘societe cooperative organisee comme une societe anonyme’, ‘association d'assurances mutuelles’, ‘association d' epargne-pension’, ‘entreprise de nature commerciale, industrielle ou miniere de l'Etat, des communes, des syndicats de communes, des etablissements publics et des autres personnes morales de droit public’, καθώς και άλλες εταιρείες που έχουν συσταθεί βάσει του δικαίου του Λουξεμβούργου και υπόκεινται σε φόρο εταιρειών στο Λουξεμβούργο·

10. οι εταιρείες του ολλανδικού δικαίου που αποκαλούνται ‘naamloze vennnootschap’, ‘besloten vennootschap met beperkte aansprakelijkheid’, ‘Open commanditaire vennootschap’, ‘Cooperatie’, ‘onderlinge waarborgmaatschappij’, ‘Fonds voor gemene rekening’, ‘vereniging op cooperatieve grondslag’, ‘vereniging welke op onderlinge grondslag als verzekeraar of kredietinstelling optreedt’, καθώς και άλλες εταιρείες που έχουν συσταθεί βάσει του ολλανδικού δικαίου και υπόκεινται σε φόρο εταιρειών στην Ολλανδία·

11. οι εταιρείες του αυστριακού δικαίου που αποκαλούνται ‘Aktiengesellschaft’, ‘Gesellschaft mit beschrankter Haftung’, ‘Versicherungsvereine auf Gegenseitigkeit’, ‘Erwerbs- und Wirtschaftsgenossenschaften’, ‘Betriebe gewerblicher Art von Korperschaften des offentlichen Rechts’, ‘Sparkassen’, καθώς και άλλες εταιρείες που έχουν συσταθεί βάσει του αυστριακού δικαίου και υπόκεινται σε φόρο εταιρειών στην Αυστρία·

12. οι εμπορικές ή οι εμπορικού χαρακτήρα αστικές εταιρείες, οι συνεταιρισμοί και οι δημόσιες επιχειρήσεις που έχουν συσταθεί βάσει του πορτογαλικού δικαίου,

13. οι εταιρείες του φινλανδικού δικαίου που αποκαλούνται ‘osakeyhtio/aktiebolag’, ‘osuuskunta/andelslag’, ‘saastφpankki/sparbank’ και ‘vakuutusyhtio/forsakringsbolag’·

14. οι εταιρείες του σουηδικού δικαίου που αποκαλούνται ‘aktiebolag’, ‘forsakringsaktiebolag’, ‘ekonomiska foreningar’, ‘sparbanker’, ‘omsesidiga forsakringsbolag’·

15.  οι εταιρείες που έχουν συσταθεί βάσει του δικαίου του Ηνωμένου Βασιλείου·

16. οι εταιρείες του Τσεχικού δικαίου που αποκαλούνται: 'akciova spolecnost', 'komanditni spolecnost', 'spolecnost s ruce- nim omezenym'·

17. οι εταιρείες του δικαίου της Εσθονίας που αποκαλούνται: 'taisuhing', 'usaldusuhing', 'osauhing', 'aktsiaselts', 'tulundu- suhistu'·

18. οι εταιρείες του δικαίου της Λεττονίας που αποκαλούνται : "akciju sabiedrba", "sabiedrba ar ierobeotu atbildbu"·

19. οι εταιρείες του δικαίου της Λιθουανίας που αποκαλούνται :"individualios (personalins) mons", "tikrosios kins bendrijos", "komaditins (pasitikjimo) kins bendrijos", "akcins bendrovs", "udarosios akcins bendrovs", "investicins bendrovs", "valstybs mons", "savivaldybs mons", "ems kio bendrovs", "kooperatins bendrovs (kooperatyvai)"·

20. οι εταιρείες του Ουγγρικού δικαίου που αποκαλούνται: "kozkereseti tarsasag","betteti tarsasag", "kozoz vallat", korlatolt felelossegu" tarsasag", reszvenytarsasag", egyesules", "szovetkezet"·

21. οι εταιρείες του δικαίου της Μάλτας που αποκαλούνται : "Kumpaniji ta Responsabilita Limitata", "Sojetajiet en commandite li l-kapital taghom maqsum fazzjonijiet"·

22. οι εταιρείες του Πολωνικού δικαίου που αποκαλούνται: 'spolka akcyjna', 'spolka z ograniczona odpowiedzialnoscia', 'spolka komandytowo-akcyjna [Σ.Σ.: Η φράση 'spolka komandytowo-akcyjna' τίθεται σε ισχύ από την 1η Ιανουαρίου 2016]·

23. οι εταιρείες του Σλοβενικού δικαίου που αποκαλούνται : "delnika druba", "komanditna druba", "druba z omejeno odgovornostjo";

24. οι εταιρείες του δικαίου της Σλοβακίας που αποκαλούνται : "Akciov"· spolonos", "Spolonos s ruen£m obmedzenum", "Verejn" obchodn" spolonos", "Komanditn"' spolonos".

25. οι εταιρείες που έχουν συσταθεί βάσει του κανονισμού  αριθ. 2157/2001 του Συμβουλίου, της 8ης Οκτωβρίου 2001, περί του καταστατικού της ευρωπαϊκής εταιρείας και της οδηγίας 2001/86/EK του Συμβουλίου, της 8ης Οκτωβρίου 2001 για τη συμπλήρωση του καταστατικού της ευρωπαϊκής εταιρείας όσον αφορά τον ρόλο των εργαζομένων και οι συνεταιριστικές εταιρείες που έχουν συσταθεί βάσει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1435/2003 του Συμβουλίου, της 22ας Ιουλίου 2003, περί του καταστατικού της ευρωπαϊκής συνεταιριστικής εταιρείας και της οδηγίας 2003/72/ΕΚ του Συμβουλίου, της 22ας Ιουλίου 2003, για τη συμπλήρωση του καταστατικού του ευρωπαϊκού συνεταιρισμού όσον αφορά τον ρόλο των εργαζομένων.

26. Οι εταιρείες του Κροατικού δικαίου που αποκαλούνται: "dioničko društvo", "društvo s ograničenom odgovornošću", καθώς και εταιρείες που έχουν συσταθεί βάσει του Κροατικού δικαίου και υπόκεινται σε φόρο εταιρειών στην Κροατία.

27. Οι εταιρείες του βουλγαρικού δικαίου που αποκαλούνται “събирателното дружество”, “командитното дружество”, “дружеството с ограничена отговорност”, “акционерното дружество”, “командитното дружество с акции”, “неперсонифицирано дружество”, “кооперации”, “кооперативни съюзи”“държавни предприятия” και έχουν συσταθεί δυνάμει του βουλγαρικού δικαίου και έχουν εμπορικό χαρακτήρα [Σ.Σ.: Οι διατάξεις της παρούσας παραγράφου λογίζεται ότι τέθηκαν σε ισχύ από την 1η Ιανουαρίου 2007]˙

28. Οι εταιρείες του ρουμανικού δικαίου που αποκαλούνται: “societăţi pe acţiuni”, “societăţi în comandită pe acţiuni”, “societăţi cu răspundere limitată”, “societate in nume colectiv”, “societate in comandita simpla” [Σ.Σ.: Οι διατάξεις της παρούσας παραγράφου λογίζεται ότι τέθηκαν σε ισχύ από την 1η Ιανουαρίου 2016].

ΔΕΥΤΕΡΟ ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

ΔΕΥΤΕΡΟ ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

(Άρθρο 25)

ΚΛΙΜΑΚΑ ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΩΝ ΤΟΥ ΚΑΤΑΒΛΗΤΕΟΥ ΦΟΡΟΥ

 

1. Τηρουμένων των διατάξεων των παραγράφων 2 και 3 του παρόντος Παραρτήματος, οι φορολογικοί συντελεστές για άτομα εκτίθενται στον ακόλουθο Πίνακα:

α) Για το φορολογικό έτος 2007:

Φορολογητέο

Εισόδημα

Φορολογικός

Συντελεστής

Για κάθε λίρα μέχρι £10.750 0%
Για κάθε λίρα πάνω από £10.750 μέχρι £15.750 20%
Για κάθε λίρα πάνω από £15.750 μέχρι £20.600 25%
Για κάθε λίρα πάνω από £20.600 30%
β) Από το φορολογικό έτος 2008 και μετέπειτα:

Φορολογητέο

Εισόδημα

Φορολογικός

Συντελεστής

Για κάθε ευρώ μέχρι €19.500 0%
Για κάθε ευρώ πάνω από €19.500 μέχρι €28.000 20%
Για κάθε ευρώ πάνω από €28.000 μέχρι €36.300
25%
Για κάθε ευρώ πάνω από €36.300 μέχρι €60.000
30%
Για κάθε ευρώ πάνω από  €60.000
35%

Νοείται ότι για τους σκοπούς της παρούσας παραγράφου, το φορολογητέο εισόδημα έχει μετατραπεί σε ευρώ, σύμφωνα με την αμετάκλητη συναλλαγματική ισοτιμία λίρας – ευρώ όπως αυτή καθορίστηκε τη 10η Ιουλίου 2007.

2. Οι Εταιρείες, υπόκεινται σε εταιρικό φόρο με συντελεστή δώδεκα και μισό τοις εκατόν (12,5%) για κάθε ευρώ φορολογητέου εισοδήματος.

3. Κατά τον προσδιορισμό του πληρωτέου φόρου για τα φορολογικά έτη 2003 και 2004, το φορολογητέο εισόδημα εταιρείας ή οργανισμού δημοσίου δικαίου που υπερβαίνει το ποσό του ενός εκατομμυρίου λιρών θα υπόκειται σε πρόσθετο φόρο με συντελεστή πέντε τοις εκατόν (5%) για κάθε λίρα φορολογητέου εισοδήματος.

Σημείωση
16 του Ν. 230(Ι)/2002Έναρξη της ισχύος του Ν. 230(Ι)/2002

Ο παρών Νόμος [Σ.Σ.: δηλαδή ο Ν. 230(Ι)/2002] τίθεται σε ισχύ από την 1η Ιανουαρίου 2003.

Σημείωση
3 του Ν. 162(Ι)/2003Σημείωση Συντάκτη

Εκ λάθους της Βουλής και/ή εκ παραδρομής αναφέρεται όπως τροποποιηθεί το εδάφιο (3) με τη διαγραφή της λέξης "προκαταβολής", αντί του εδαφίου (2) του άρθρου 17 του βασικού νόμου.

Σημείωση
5 του Ν.195(Ι)/2004Έναρξη ισχύος του Ν.195(Ι)/2004

O παρών Nόμος [Σ.Σ.: δηλαδή του Ν. 195(Ι)/2004] τίθεται σε ισχύ από την 1η Mαΐου, 2004.

Σημείωση
4 του Ν. 92(Ι)/2005Έναρξη της ισχύος του Ν. 92(Ι)/2005

H ισχύς του παρόντος Nόμου [Σ.Σ.: δηλαδή του Ν. 92(Ι)/2005] αρχίζει από το φορολογικό έτος  2005.

Σημείωση
3 του Ν.113(Ι)/2006Έναρξη της ισχύος του Ν. 113(Ι)/2006

H ισχύς του παρόντος Nόμου [Σ.Σ.: δηλαδή του Ν. 113(Ι)/2006] αρχίζει από το φορολογικό έτος 2006.

Σημείωση
3 του Ν. 80(Ι)/2007Έναρξη της ισχύος του Ν. 80(Ι)/2007

H ισχύς του παρόντος Nόμου [Σ.Σ.: δηλαδή του Ν. 80(Ι)/2007] αρχίζει από το φορολογικό έτος 2007.

Σημείωση
3 του Ν. 138(Ι)/2007Έναρξη της ισχύος του Ν. 138(Ι)/2007

O παρών Nόμος [Σ.Σ.: δηλαδή ο Ν. 138(Ι)/2007] τίθεται σε ισχύ από το φορολογικό έτος 2007.

Σημείωση
4 του Ν. 45(Ι)/2009Έναρξη της ισχύος του Ν. 45(Ι)/2009

Ο παρών Νόμος [Σ.Σ.: δηλαδή ο Ν. 45(Ι)/2009] λογίζεται ότι τίθεται σε ισχύ από το φορολογικό έτος 2008.

Σημείωση
3 του Ν. 74(Ι)/2009Έναρξη της ισχύος του Ν. 74(Ι)/2009

Η ισχύς του παρόντος Νόμου [Σ.Σ.: δηλαδή του Ν. 74(Ι)/2009] λογίζεται ότι αρχίζει από την 1η Ιανουαρίου 2009.

Σημείωση
3 του Ν. 110(Ι)/2009Έναρξη της ισχύος του Ν. 110(Ι)/2009

Ο παρών Νόμος [Σ.Σ.: δηλαδή του Ν. 110(Ι)/2009] λογίζεται ότι τέθηκε σε ισχύ από το φορολογικό έτος 2009.

Σημείωση
4 του Ν. 41(Ι)/2010Έναρξη της ισχύος του Ν. 41(Ι)/2010

O παρών Nόμος [Σ.Σ.: δηλαδή του Ν. 41(Ι)/2010] τίθεται σε ισχύ από το φορολογικό έτος που αρχίζει  την 1η Iανουαρίου, 2010.

Σημείωση
5 του Ν. 133(Ι)/2010Έναρξη της ισχύος του Ν. 133(Ι)/2010

(1) Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου (2), η ισχύς του παρόντος Νόμου [Σ.Σ.: δηλαδή του Ν. 133(Ι)/2010] αρχίζει από την 1η Ιανουαρίου 2011, εκτός του άρθρου 3(β), του οποίου η ισχύς αρχίζει έξι μήνες μετά τη δημοσίευση του παρόντος Νόμου στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας.

(2) Το άρθρο  2 του παρόντος Νόμου [Σ.Σ.: δηλαδή του Ν. 133(Ι)/2010],με το οποίο τροποποιείται το εδάφιο (1) του άρθρου 9 του βασικού νόμου ώστε να μην εκπίπτονται από το φορολογητέο εισόδημα κάθε προσώπου οι δαπάνες που δεν υποστηρίζονται από τιμολόγια και αποδείξεις είσπραξης προς ικανοποίηση του Εφόρου, θα ισχύει για τις φορολογικές οφειλές που δημιουργούνται κατά τη διάρκεια του φορολογικού έτους 2011 και των φορολογικών ετών που ακολουθούν το φορολογικό έτος 2011.

Σημείωση
4(1) του Ν. 116(Ι)/2011Έναρξη της ισχύος του Ν. 116(Ι)/2011

Η ισχύς του παρόντος Νόμου [Σ.Σ.: δηλαδή του Ν. 116(Ι)/2011] αρχίζει από το φορολογικό έτος 2011.

Σημείωση
4(2) του Ν. 116(Ι)/2011Έναρξη της ισχύος του Ν. 116(Ι)/2011

Οι διατάξεις της παραγράφου (β) του άρθρου 3 του παρόντος Νόμου [Σ.Σ.: δηλαδή του Ν. 116(Ι)/2011] ισχύουν για εργοδότηση, η οποία αρχίζει από την 1η Ιανουαρίου 2012 και μετά.

Σημείωση
5 του Ν.197(Ι)/2011Έναρξη της ισχύος του Ν.197(Ι)/2011

Η ισχύς του παρόντος Νόμου [Σ.Σ.: δηλαδή του Ν. 197(Ι)/2011] αρχίζει από το φορολογικό έτος  2012.

Σημείωση
7 του Ν.102(I)/2012Έναρξη της ισχύος του Ν.102(I)/2012

Ο παρών Νόμος [Σ.Σ.: δηλαδή ο Ν.102(I)/2012] τίθεται σε ισχύ από την 1η Ιανουαρίου 2012.

Σημείωση
3 του Ν. 19(Ι)/2013Έναρξη της ισχύος του παρόντος Νόμου [Σ.Σ.: δηλαδή του Ν. 19(Ι)/2013]

Η έναρξη της ισχύος του παρόντος Νόμου [Σ.Σ.: δηλαδή του Ν. 19(Ι)/2013] θεωρείται ότι άρχισε την 25η Μαρτίου 2013.

Σημείωση
3 του Ν.26(Ι)/2013Έναρξη της ισχύος του παρόντος Ν.26(I)/2013

Η έναρξη της ισχύος του παρόντος Νόμου [Σ.Σ.: δηλαδή του Ν.26(I)/2013] θεωρείται ότι άρχισε την 25η Μαρτίου 2013.

Σημείωση
3 του Ν. 27(Ι)/2013Έναρξη ισχύος του Ν. 27(Ι)/2013

Η έναρξη ισχύος του παρόντος Νόμου [Σ.Σ. δηλ. του Ν. 27(Ι)/2013] θεωρείται ότι άρχισε την 1η Ιανουαρίου 2013.

Σημείωση
3 του Ν. 17(Ι)/2014Έναρξη Ισχύος

Η ισχύς του παρόντος Νόμου [Σ.Σ.: δηλαδή του Ν. 17(Ι)/2014] αρχίζει από το φορολογικό έτος 2014.

Σημείωση
3 του Ν. 134(Ι)/2014Έναρξη της ισχύος του Ν. 134(Ι)/2014

Η ισχύς του παρόντος Νόμου [Σ.Σ.: δηλαδή του Ν. 134(Ι)/2014] λογίζεται ότι άρχισε την 1η Ιουλίου 2013.

Σημείωση
3 του Ν. 170(Ι)/2014Έναρξη Ισχύος του Ν. 170(Ι)/2014

Η ισχύς του παρόντος Νόμου [Σ.Σ.: δηλαδή του Ν. 170(Ι)/2014] αρχίζει από το φορολογικό έτος 2014.

Σημείωση
15 του Ν. 187(Ι)/2015Έναρξη της ισχύος του Ν. 187(Ι)/2015

15. Ο παρών Νόμος [Σ.Σ.: δηλαδή ο Ν. 187(Ι)/2015] λογίζεται ότι τέθηκε σε ισχύ από την 1η Ιανουαρίου 2015, εξαιρουμένου -

(α) των διατάξεων της παραγράφου (β) του άρθρου 3 του περί Φορολογίας του Εισοδήματος (Τροποποιητικού) (Αρ. 2) Νόμου του 2015 [Σ.Σ.: δηλαδή του Ν. 187(Ι)/2015] οι οποίες τίθενται σε ισχύ από την 1η Ιανουαρίου 2016,

(β) των διατάξεων της πρώτης επιφύλαξης που περιλαμβάνεται στο άρθρο 4 του περί Φορολογίας του Εισοδήματος (Τροποποιητικού) (Αρ. 2) Νόμου του 2015 [Σ.Σ.: δηλαδή του Ν. 187(Ι)/2015], η οποία προστίθεται αμέσως μετά την τρίτη επιφύλαξη της παραγράφου (ε) του εδαφίου (1) του άρθρου 9 του βασικού νόμου, οι οποίες λογίζεται ότι τέθηκαν σε ισχύ από την 1η Ιανουαρίου 2012,

(γ) των διατάξεων των άρθρων 8, 9, 10 και 12 του περί Φορολογίας του Εισοδήματος (Τροποποιητικού) (Αρ. 2) Νόμου του 2015 [Σ.Σ.: δηλαδή του Ν. 187(Ι)/2015] οι οποίες τίθενται σε ισχύ από την 1η Ιανουαρίου 2016 και

(δ) (i)  των διατάξεων της παραγράφου (α) του άρθρου 14 του περί Φορολογίας του Εισοδήματος (Τροποποιητικού) (Αρ. 2) Νόμου του 2015 [Σ.Σ.: δηλαδή του Ν. 187(Ι)/2015], οι οποίες τίθενται σε ισχύ από την 1η Ιανουαρίου 2016,

(ii)  των διατάξεων της παραγράφου (β) του άρθρου 14 του περί Φορολογίας του Εισοδήματος (Τροποποιητικού) (Αρ. 2) Νόμου του 2015 [Σ.Σ.: δηλαδή του Ν. 187(Ι)/2015], αναφορικά με τις εταιρείες του βουλγαρικού δικαίου, οι οποίες λογίζεται ότι τέθηκαν σε ισχύ από την 1η Ιανουαρίου 2007, και

(iii) των διατάξεων της παραγράφου (β) του άρθρου 14 του περί Φορολογίας του Εισοδήματος (Τροποποιητικού) (Αρ. 2) Νόμου του 2015 [Σ.Σ.: δηλαδή του Ν. 187(Ι)/2015], αναφορικά με εταιρείες του ρουμανικού δικαίου, οι οποίες λογίζεται ότι τέθηκαν σε ισχύ από την 1η Ιανουαρίου 2016.

Σημείωση
6 του Ν. 212(I)/2015Έναρξη και λήξη της ισχύος του N. 212(Ι)/2015

Η ισχύς του παρόντος Νόμου [Σ.Σ.: δηλαδή του Ν. 212(I)/2015] αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας και λήγει δύο (2) έτη μετά την ημερομηνία αυτή.

Σημείωση
5 του Ν. 110(Ι)/2016Έναρξη της ισχύος του παρόντος Νόμου [Σ.Σ.: δηλαδή του Ν. 110(Ι)/2016]

5. Η έναρξη της ισχύος του περί Φορολογίας του Εισοδήματος (Τροποποιητικού) Νόμου του 2016 [Σ.Σ.: δηλαδή του Ν. 110(Ι)/2016] λογίζεται ότι άρχισε την 1η Ιουλίου 2016, εξαιρουμένων των διατάξεων του άρθρου 4 αυτού, που τίθενται σε ισχύ από την ημερομηνία δημοσίευσής του στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας.

Σημείωση
5 του Ν. 135(Ι)/2016Έναρξη της ισχύος του Ν. 135(Ι)/2016

5. (1) Ο παρών Νόμος [Σ.Σ.: δηλαδή ο Ν. 135(Ι)/2016] τίθεται σε ισχύ από την  1η Ιανουαρίου 2017.

(2) Οι διατάξεις του άρθρου 4 του παρόντος Νόμου [Σ.Σ.: δηλαδή του Ν. 135(Ι)/2016], καταργούνται σε περίοδο τριών (3) χρόνων από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου [Σ.Σ.: δηλαδή του Ν. 135(Ι)/2016], εκτός εάν πριν από τη συμπλήρωση των τριών (3) χρόνων τεθεί σε ισχύ Νόμος, ο οποίος να τις διατηρεί σε ισχύ επ’ αόριστο είτε για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα.

Σημείωση
3 του Ν. 119(Ι)/2017Έναρξη ισχύος του Ν. 119(Ι)/2017

Ο παρών Νόμος [Σ.Σ.: δηλαδή ο Ν. 119(Ι)/2017] λογίζεται ότι τέθηκε σε ισχύ από την 1η Ιανουαρίου 2017.

Σημείωση
3 του Ν. 134(Ι)/2017Έναρξη και λήξη της ισχύος του Ν. 134(Ι)/2017

Η ισχύς του παρόντος Νόμου [Σ.Σ.: δηλαδή του Ν. 134(Ι)/2017] αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας και λήγει την 31η Δεκεμβρίου 2019.

Σημείωση
3 του Ν. 51(Ι)2018Ειδική διάταξη

Η έναρξη της ισχύος του περί Φορολογίας του Εισοδήματος (Τροποποιητικού) Νόμου του 2018 [Σ.Σ.: δηλαδή του Ν. 51(Ι)/2018] λογίζεται ότι άρχισε τη 2α Ιανουαρίου 2000.

Σημείωση
4 του Ν. 28(Ι)/2019Αναδρομική ισχύς του Ν. 28(Ι)/2019

Η έναρξη της ισχύος του παρόντος Νόμου [Σ.Σ.: δηλαδή του Ν. 28(Ι)/2019] λογίζεται ότι άρχισε την 25η Μαρτίου 2013.

Σημείωση
7 του Ν. 63(Ι)/2019Έναρξη της ισχύος του Ν. 63(Ι)/2019

Η ισχύς του παρόντος Νόμου [Σ.Σ.: δηλαδή του Ν. 63(Ι)/2019] λογίζεται ότι άρχισε την 1η Ιανουαρίου 2019.

Σημείωση
3 του Ν. 152(I)/2019Έναρξη και λήξη της ισχύος του παρόντος Νόμου [Σ.Σ.: δηλαδή του Ν. 152(Ι)/2019

Η ισχύς του παρόντος Νόμου [Σ.Σ.: δηλαδή του Ν. 152(Ι)/2019] αρχίζει από την ημερομηνία δημοσίευσής του στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας και λήγει την 31η Δεκεμβρίου 2020.