Προοίμιο

Η Βουλή των Αντιπροσώπων ψηφίζει ως ακολούθως:

Συνοπτικός τίτλος

1. Ο παρών Νόμος θα αναφέρεται ως ο περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και για Συναφή Θέματα Νόμος του 2015.

Ερμηνεία

2. Στον παρόντα Νόμο, εκτός εάν από το κείμενο προκύπτει διαφορετική έννοια -

«άδεια» σημαίνει τη χορηγούμενη άδεια εξαγοράς πιστωτικών διευκολύνσεων δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου.

«αδειοδοτημένο πιστωτικό ίδρυμα» ή «ΑΠΙ» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 2 του περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου.

«δανειολήπτης» σημαίνει πρόσωπο στο οποίο παραχωρείται πιστωτική διευκόλυνση.

«ειδική συμμετοχή» σημαίνει την άμεση ή έμμεση κατοχή κεφαλαίου το οποίο αντιπροσωπεύει το δέκα τοις εκατόν (10%) ή περισσότερο του κεφαλαίου ή των δικαιωμάτων ψήφου εταιρείας ή το οποίο καθιστά δυνατή την άσκηση ουσιώδους επιρροής στη διαχείριση εταιρείας.

«εταιρεία εξαγοράς πιστώσεων» σημαίνει εταιρεία στην οποία χορηγήθηκε άδεια εξαγοράς πιστωτικών διευκολύνσεων δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου.

«κάτοχος καίριας θέσης» σημαίνει μέλος του προσωπικού πιστωτικού ιδρύματος, χρηματοδοτικού ιδρύματος ή εταιρείας εξαγοράς πιστώσεων, το οποίο λόγω της θέσης του δύναται να ασκεί σημαντική επιρροή στη διοίκηση αλλά το οποίο δεν είναι μέλος του διοικητικού οργάνου και περιλαμβάνει τους επικεφαλής των σημαντικών επιχειρηματικών τομέων των υποκαταστημάτων εκτός της Δημοκρατίας και των δραστηριοτήτων στήριξης και εσωτερικού ελέγχου.

«Κεντρική Τράπεζα» σημαίνει την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου.

«κράτος μέλος» σημαίνει κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης άλλο από την Κυπριακή Δημοκρατία ή/και κράτος το οποίο είναι συμβαλλόμενο μέρος της Συμφωνίας για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο, η οποία υπογράφηκε στο Πόρτο τη 2α Μαΐου 1992 και προσαρμόσθηκε από το Πρωτόκολλο που υπογράφηκε στις Βρυξέλλες τη 17η Μαΐου, 1993.

«πιστωτικό ίδρυμα» σημαίνει ΑΠΙ ή υποκατάστημα το οποίο λειτουργεί στη Δημοκρατία δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 10Α του περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου.

«στενοί δεσμοί» σημαίνει μια κατάσταση στην οποία δύο ή περισσότερα πρόσωπα συνδέονται μεταξύ τους-

(α) με συμμετοχή υπό μορφή ιδιοκτησίας άμεσης ή μέσω ελέγχου του είκοσι τοις εκατόν (20%) ή ανωτέρου ποσοστού των δικαιωμάτων ψήφου ή του κεφαλαίου μιας επιχείρησης. ή

(β) με έλεγχο∙ ή

(γ) με μόνιμη σύνδεση και των δύο ή όλων στο ίδιο τρίτο πρόσωπο μέσω σχέσης ελέγχου.

«χρηματοδοτικό ίδρυμα» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθμ. 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 26ης Ιουνίου 2013 σχετικά με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας για πιστωτικά ιδρύματα και επιχειρήσεις επενδύσεων και την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012.

Πεδίο εφαρμογής

3.-(1) Ο παρών Νόμος εφαρμόζεται -

(α) Σε πιστωτικές διευκολύνσεις οι οποίες παραχωρούνται σε φυσικά πρόσωπα όταν κατά το χρόνο της εξαγοράς των διευκολύνσεων αυτών, το συνολικό υπόλοιπο των πιστωτικών διευκολύνσεων στο φυσικό πρόσωπο ανά ΑΠΙ, δεν υπερβαίνει το ένα εκατομμύριο ευρώ (€1.000.000). και

(β) σε πιστωτικές διευκολύνσεις οι οποίες παραχωρούνται σε μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις, όπως αυτές ορίζονται στη Σύσταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής της 6ης Μαΐου 2003, σχετικά με τον ορισμό των πολύ μικρών, μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων (2003/361/ΕΕ), όταν κατά το χρόνο της εξαγοράς αυτών των διευκολύνσεων, το συνολικό υπόλοιπο των πιστωτικών διευκολύνσεων προς την επιχείρηση αυτή ή τον όμιλο συνδεδεμένων επιχειρήσεων ανά ΑΠΙ δεν υπερβαίνει το ένα εκατομμύριο ευρώ (€1.000.000).

(2) Ανεξαρτήτως των διατάξεων του εδαφίου (1), πιστωτικές διευκολύνσεις οι οποίες υπερβαίνουν τα όρια που προβλέπονται στο εδάφιο (1) διέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 18 και 19.

(3) Από τις διατάξεις των εδαφίων (1) και (2) του παρόντος άρθρου, εξαιρούνται πιστωτικές διευκολύνσεις οι οποίες-

(α) Παραχωρούνται από ΑΠΙ, περιλαμβανομένων των υποκαταστημάτων τους, σε φυσικό πρόσωπο το οποίο δεν είναι μόνιμος κάτοικος της Δημοκρατίας ή σε νομικό πρόσωπο το οποίο δεν είναι εγγεγραμμένο στη Δημοκρατία, ή

(β) αφορούν εργασίες ή/και επενδύσεις εκτός της Δημοκρατίας, ή

(γ) στη βασική εμπράγματη εξασφάλισή τους, περιλαμβάνουν υποθήκη επί ακίνητης ιδιοκτησίας ή/και επιβάρυνση περιουσίας η οποία βρίσκεται εκτός Δημοκρατίας, ή

(δ) διέπονται από το δίκαιο άλλης χώρας.

Πρόσωπα τα οποία εξαγοράζουν πιστωτικές διευκολύνσεις

4.-(1) Υπό την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου (β) του εδαφίου (2), νομικά πρόσωπα τα οποία επιτρέπεται να εξαγοράζουν πιστωτικές διευκολύνσεις είναι μόνο τα ακόλουθα:

(α) Εταιρεία εξαγοράς πιστώσεων περιλαμβανομένης και εταιρείας διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων, είτε με ιδιωτικά είτε με δημόσια κεφάλαια, σύμφωνα με το κοινοτικό δίκαιο για τις κρατικές ενισχύσεις και λαμβάνοντας υπόψη τη βιωσιμότητα του δημόσιου χρέους, η οποία συστάθηκε στη Δημοκρατία και στην οποία χορηγήθηκε άδεια από την Κεντρική Τράπεζα δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου.

(β) αδειοδοτημένο πιστωτικό ίδρυμα.

(γ) πιστωτικό ίδρυμα το οποίο έλαβε άδεια λειτουργίας και εποπτεύεται από αρμόδια αρχή κράτους μέλους και το οποίο δικαιούται να παρέχει υπηρεσίες ή να εγκαθιστά υποκατάστημα στη Δημοκρατία δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 10Α του περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου.

(δ) χρηματοδοτικό ίδρυμα το οποίο αποτελεί θυγατρική εταιρεία πιστωτικού ιδρύματος με έδρα σε κράτος μέλος και το οποίο παρέχει υπηρεσίες ή διεξάγει εργασίες στη Δημοκρατία μέσω υποκαταστήματος δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 10Βδις του περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου.

(2) Οποιοδήποτε από τα προβλεπόμενα στο εδάφιο (1) νομικά πρόσωπα, επιτρέπεται να πωλεί πιστωτικές διευκολύνσεις μόνο -

(α) Σε ένα από τα προβλεπόμενα στο εδάφιο (1) νομικά πρόσωπα, ή

(β) σε νομικό πρόσωπο μη προβλεπόμενο στο εδάφιο (1), αλλά το οποίο έτυχε της εκ των προτέρων γραπτής έγκρισης της Κεντρικής Τράπεζας.

Αδειοδότηση νομικού προσώπου δραστηριοποιουμένου στην εξαγορά πιστωτικών διευκολύνσεων

5.-(1) Υπό την επιφύλαξη των διατάξεων του εδαφίου (6), νομικό πρόσωπο το οποίο προτίθεται να αναλάβει τη δραστηριότητα εξαγοράς πιστωτικών διευκολύνσεων στη Δημοκρατία πρέπει να είναι ειδικά αδειοδοτημένο και προς τούτο υποβάλλει στην Κεντρική Τράπεζα αίτηση χορήγησης άδειας δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου η οποία πρέπει να συνοδεύεται από τα ακόλουθα έγγραφα:

(α) Το ιδρυτικό έγγραφο και καταστατικό της εταιρείας.

(β) την ταυτότητα των άμεσων ή/και έμμεσων μετόχων, την ταυτότητα των προσώπων τα οποία έχουν ειδικές συμμετοχές και το ποσό της συμμετοχής αυτής ή σε περίπτωση που δεν κατέχονται ειδικές συμμετοχές, την ταυτότητα μέχρι των είκοσι (20) μεγαλύτερων μετόχων με συμμετοχή πέντε τοις εκατόν (5%) ή περισσότερη εκάστου.

(γ) την ταυτότητα των συμβούλων.

(δ) ερωτηματολόγια συμπληρωμένα από τα προβλεπόμενα στις παραγράφους (β) και (γ) πρόσωπα για την αξιολόγηση των κριτηρίων ικανότητας και καταλληλότητας, όπως αυτά καθορίζονται σε οδηγία που εκδίδεται από την Κεντρική Τράπεζα.

(ε) την οργανωτική δομή της εταιρείας.

(στ) το πρόγραμμα λειτουργιών της εταιρείας.

(ζ) οποιαδήποτε επιπρόσθετη πληροφορία ή/και αρχεία, τα οποία η Κεντρική Τράπεζα θεωρεί σημαντικά για την αξιολόγηση της αίτησης.

(2) Η Κεντρική Τράπεζα χορηγεί άδεια εφόσον ικανοποιηθεί ότι–

(α) H εταιρεία είναι σε θέση να συμμορφωθεί πλήρως προς τις διατάξεις του παρόντος Νόμου∙

(β) οι μέτοχοι και οι σύμβουλοι της εταιρείας έχουν καλή φήμη, επαρκή γνώση, ικανότητες και εμπειρία για να ασκούν τις αρμοδιότητές τους και πληρούν τα κριτήρια της ικανότητας και καταλληλότητας∙

(γ) η εταιρεία διαθέτει οργανωτική δομή που της επιτρέπει να παρέχει υπηρεσίες σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου∙

(δ) το πρόγραμμα λειτουργιών της εταιρείας δεν δημιουργεί υποψία για την πιθανότητα δημιουργίας αρνητικού αντικτύπου στην χρηματοπιστωτική σταθερότητα στη Δημοκρατία. και

(ε) λόγω των επαγγελματικών ή άλλων σχέσεων μεταξύ της αιτήτριας εταιρείας και οποιωνδήποτε άλλων προσώπων, δεν υφίστανται στενοί δεσμοί που κατά την άποψή της να δύναται να αποτρέψουν την αποτελεσματική διεξαγωγή της εποπτείας.

(3) Εάν η Κεντρική Τράπεζα δεν ικανοποιηθεί ότι η εταιρεία πληροί τα κριτήρια που καθορίζονται στο εδάφιο (2), αρνείται τη χορήγηση της σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου απαιτούμενης άδειας και ενημερώνει προς τούτο την αιτήτρια εταιρεία με πλήρως αιτιολογημένη απόφασή της.

(4) Η απόφαση για χορήγηση ή άρνηση χορήγησης της απαιτούμενης δυνάμει των διατάξεων του παρόντος άρθρου άδειας, γνωστοποιείται στην αιτήτρια εταιρεία εντός δύο (2) μηνών από την ημερομηνία λήψης της πλήρως συμπληρωμένης αίτησης χορήγησης άδειας ή σε περίπτωση που η αίτηση είναι ελλιπής, εντός δύο (2) μηνών από την υποβολή από την αιτήτρια εταιρεία επιπρόσθετων πληροφοριών οι οποίες δυνατό να απαιτηθούν από αυτήν.

(5) Η Κεντρική Τράπεζα διατηρεί στην ιστοσελίδα της πλήρως ενημερωμένο κατάλογο με τα ονόματα όλων των αδειοδοτημένων δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου εταιρειών εξαγοράς πιστώσεων.

(6) Οποιοδήποτε από τα προβλεπόμενα στις παραγράφους (β), (γ) ή (δ) του εδαφίου (1) του άρθρου 4, νομικά πρόσωπα, επιτρέπεται να δραστηριοποιείται στην εξαγορά πιστωτικών διευκολύνσεων δυνάμει των διατάξεων του παρόντος άρθρου χωρίς την εξασφάλιση της απαιτούμενης δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου άδειας, εφόσον η άδεια διά της οποίας αυτό νομιμοποιείται να λειτουργεί σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου, δεν απαγορεύει σε αυτό την άσκηση της εν λόγω δραστηριότητας.

Αλλαγή σε ειδικές συμμετοχές

6.-(1) Σε κάθε περίπτωση κατά την οποία πρόσωπο–

(α) Προτίθεται να αποκτήσει ή να διαθέσει άμεσα ή έμμεσα, ειδική συμμετοχή σε εταιρεία εξαγοράς πιστώσεων, ή

(β) προτίθεται να αυξήσει ή να μειώσει άμεσα ή έμμεσα την ειδική συμμετοχή του σε εταιρεία εξαγοράς πιστώσεων ώστε η αναλογία των δικαιωμάτων ψήφου ή του κεφαλαίου που κατέχει, άμεσα ή έμμεσα, να φθάσει ή να υπερβεί ή να μειωθεί κάτω από το είκοσι τοις εκατόν (20%), το τριάντα τοις εκατόν (30%) ή το πενήντα τοις εκατόν (50%) του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας εξαγοράς πιστώσεων ή ώστε η εταιρεία εξαγοράς πιστώσεων να καταστεί ή να παύσει να είναι θυγατρική του,

οφείλει να γνωστοποιεί στην Κεντρική Τράπεζα το ύψος της συμμετοχής η οποία θα προκύψει με τον τρόπο αυτό.

(2) Η Κεντρική Τράπεζα εντός δύο (2) μηνών από την ημερομηνία της κατά το εδάφιο (1) γνωστοποίησης της εξαγοράς ή της αύξησης της ειδικής συμμετοχής, δύναται να μην επιτρέψει την εν λόγω εξαγορά, εάν λαμβανομένης υπόψη της ανάγκης διασφάλισης της ορθής και συνετούς διοίκησης της εταιρείας εξαγοράς πιστώσεων δεν έχει ικανοποιηθεί για την καταλληλότητα οποιουδήποτε από τα προβλεπόμενα στο εδάφιο (1) προσώπου, ενώ σε περίπτωση που επιτρέψει την εν λόγω εξαγορά δύναται να ορίσει προθεσμία για την υλοποίησή της.

(3) Εταιρεία εξαγοράς πιστώσεων ευθύς ως λάβει γνώση ότι οποιαδήποτε εξαγορά, αύξηση ή μείωση των συμμετοχών στο κεφάλαιό της, όπου αυτές οι συμμετοχές υπερβαίνουν ή μειώνονται κάτω από οποιαδήποτε από τα προβλεπόμενα στο εδάφιο (1) όρια ή όπου οι συμμετοχές αυτές καθιστούν ή παύουν να καθιστούν την εταιρεία θυγατρική, πληροφορεί την Κεντρική Τράπεζα.

Περιορισμοί για λόγους εθνικού συμφέροντος

6Α. Ανεξαρτήτως των διατάξεων των άρθρων 5 και 6, η Κεντρική Τράπεζα για λόγους εθνικού συμφέροντος δύναται –

(α) Να αρνηθεί σε νομικό πρόσωπο τη χορήγηση άδειας για εξαγορά πιστωτικών διευκολύνσεων στη Δημοκρατία,

(β) να μην επιτρέψει την απόκτηση ή την αύξηση ειδικής συμμετοχής σε εταιρεία εξαγοράς πιστώσεων, και

(γ) να μην επιτρέψει το διορισμό συμβούλου σε διοικητικό όργανο εταιρείας εξαγοράς πιστώσεων.

Τερματισμός δραστηριοτήτων

7.-(1) Σε περίπτωση κατά την οποία εταιρεία εξαγοράς πιστώσεων αποφασίσει να τερματίσει τις δραστηριότητές της, υποβάλλει στην Κεντρική Τράπεζα σχέδιο δράσης για τη διαδικασία τερματισμού το οποίο πρέπει να περιλαμβάνει τη μεταβίβαση των πιστωτικών διευκολύνσεων.

(2) Το προβλεπόμενο στο εδάφιο (1) σχέδιο δράσης καθώς και ο τερματισμός δραστηριοτήτων υπόκεινται στην έγκριση της Κεντρικής Τράπεζας.

Αναστολή άδειας εξαγοράς πιστώσεων

8.-(1) Η Κεντρική Τράπεζα δύναται να αναστείλει τη δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου χορηγηθείσα σε εταιρεία εξαγοράς πιστώσεων άδεια, σε περίπτωση που–

(α) Σταθμίζοντας τη βαρύτητα των παραβάσεων που προβλέπονται στις παραγράφους (α) ή/και (β) του εδαφίου (1) του άρθρου 21, αποφασίσει να μην προχωρήσει με την ανάκληση της άδειας, ή

(β) έχει υποψία για ισχυριζόμενη παράβαση διατάξεων του παρόντος Νόμου ή των οδηγιών της Κεντρικής Τράπεζας ή των όρων της χορηγηθείσας στην εταιρεία άδειας.

(2) Εάν συντρέχει οποιαδήποτε από τις προβλεπόμενες στο εδάφιο (1) περιπτώσεις, η Κεντρική Τράπεζα δύναται να θέσει εύλογη προθεσμία η οποία δεν δύναται να υπερβαίνει τους τρεις (3) μήνες από την ημερομηνία γνωστοποίησης της αναστολής της άδειας, εντός της οποίας η εταιρεία εξαγοράς πιστώσεων θα πρέπει να λάβει διορθωτικά μέτρα.

(3) Εντός της προθεσμίας που ορίζεται από την Κεντρική Τράπεζα σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου (2), η εταιρεία εξαγοράς πιστώσεων ενημερώνει την Κεντρική Τράπεζα αναφορικά με τη συμμόρφωσή της προς τις διατάξεις του παρόντος Νόμου ή τους όρους της εκδοθείσας δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου άδειας.

(4) Εάν η Κεντρική Τράπεζα–

(α) Ικανοποιηθεί ότι η εταιρεία εξαγοράς πιστώσεων συμμορφώθηκε με τις διατάξεις των εφαρμοστέων εδαφίων (2) και (3), ανάλογα με την περίπτωση, τερματίζει την αναστολή της άδειας και ενημερώνει γραπτώς την εταιρεία εξαγοράς πιστώσεων, ή

(β) δεν ικανοποιηθεί ότι η εταιρεία εξαγοράς πιστώσεων συμμορφώθηκε με τις διατάξεις των εφαρμοστέων εδαφίων (2) και (3), ανάλογα με την περίπτωση, παρατείνει πάραυτα την περίοδο αναστολής της άδειας και ενεργοποιεί τη διαδικασία ανάκλησής της.

(5) Κατά την περίοδο της αναστολής της άδειας, η εταιρεία εξαγοράς πιστώσεων δύναται να συνεχίσει τις λειτουργίες αυτής οι οποίες αφορούν στη διαχείριση των υφιστάμενων πιστωτικών διευκολύνσεων, αλλά δεν επιτρέπεται να εξαγοράζει νέες πιστωτικές διευκολύνσεις.

Ανάκληση άδειας εξαγοράς πιστωτικών διευκολύνσεων

9.-(1) Η Κεντρική Τράπεζα δύναται να ανακαλέσει τη δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου χορηγηθείσα άδεια, εάν κατά την κρίση της, η εταιρεία εξαγοράς πιστώσεων-

(α) Εξασφάλισε την άδεια βάσει ψευδών ή παραπλανητικών στοιχείων ή με οποιοδήποτε άλλο αντικανονικό τρόπο ή υπέβαλε, γνωστοποίησε ή άλλως πως δημοσιοποίησε με οποιοδήποτε τρόπο ψευδείς ή παραπλανητικές πληροφορίες ή ψευδή ή παραπλανητικά στοιχεία ή έντυπα∙

(β) δεν πληροί πλέον τις προϋποθέσεις δραστηριοποίησής της στην εξαγορά πιστωτικών διευκολύνσεων.

(γ) έχει διαπράξει παραβάσεις διατάξεων του παρόντος Νόμου ή των οδηγιών που εκδίδονται δυνάμει αυτού ή/και έχει διαπράξει επανειλημμένως τέτοιες παραβάσεις.

(2) Σε περίπτωση ανάκλησης της χορηγηθείσας δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου άδειας, εταιρεία εξαγοράς πιστώσεων παύει πάραυτα να προβαίνει σε εξαγορά πιστωτικών διευκολύνσεων.

(3) Σε περίπτωση ανάκλησης της δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου χορηγηθείσας άδειας, η εταιρεία εξαγοράς πιστώσεων οφείλει όπως εντός ενός (1) μηνός υποβάλει στην Κεντρική Τράπεζα για έγκριση, σχέδιο δράσης για τον τερματισμό της δραστηριότητας εξαγοράς και διαχείρισης πιστωτικών διευκολύνσεων.

(4) Εταιρεία εξαγοράς πιστώσεων, της οποίας η δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου χορηγηθείσα άδεια έχει ανακληθεί, παραμένει υπό την εποπτεία της Κεντρικής Τράπεζας μέχρις ότου η Κεντρική Τράπεζα ικανοποιηθεί ότι η εν λόγω εταιρεία έχει συμμορφωθεί πλήρως με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου εντός χρονικού διαστήματος το οποίο δε δύναται να υπερβαίνει το χρονικό διάστημα κατά τη διάρκεια του οποίου επέρχεται πλήρως πώληση των εξαγορασθέντων πιστωτικών διευκολύνσεων, σύμφωνα με το σχέδιο δράσης το οποίο εγκρίθηκε από την Κεντρική Τράπεζα.

(5) Η Κεντρική Τράπεζα σε περίπτωση που εταιρεία εξαγοράς πιστώσεων παραβαίνει τις διατάξεις των εδαφίων (2) ή/και (3), αφού δώσει στην εν λόγω εταιρεία την ευκαιρία να ακουστεί, δύναται να της επιβάλει διοικητικό πρόστιμο το οποίο δεν υπερβαίνει τις τριακόσιες χιλιάδες ευρώ (€300.000).

Εποπτεία δραστηριοτήτων εταιρειών εξαγοράς πιστώσεων

10.-(1) Η Κεντρική Τράπεζα εποπτεύει τις δραστηριότητες των εταιρειών εξαγοράς πιστώσεων προς διασφάλιση της ομαλής λειτουργίας των δραστηριοτήτων εξαγοράς και διαχείρισης πιστωτικών διευκολύνσεων με στόχο τη διασφάλιση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας στη Δημοκρατία.

(2) Η Κεντρική Τράπεζα εφόσον κρίνει ότι επηρεάζεται η χρηματοπιστωτική σταθερότητα στη Δημοκρατία δύναται να παρεμβαίνει στο ρυθμό των κατασχέσεων ενυπόθηκων ακινήτων με την έκδοση γενικών ή ειδικών οδηγιών ή κατευθυντήριων γραμμών.

Ελάχιστο κεφάλαιο

11.-(1) Κάθε εταιρεία εξαγοράς πιστώσεων οφείλει να διατηρεί ανά πάσα στιγμή ελάχιστο πληρωθέν μετοχικό κεφάλαιο ύψους εκατόν χιλιάδων ευρώ (€100.000).

(2) Το μετοχικό κεφάλαιο εταιρείας εξαγοράς πιστώσεων επιτρέπεται να μειωθεί κάτω από το προβλεπόμενο στο εδάφιο (1) ελάχιστο κεφάλαιο όταν υπάρχει εγκεκριμένο από την Κεντρική Τράπεζα σχέδιο για τη διάλυση και ρευστοποίηση αυτής.

Αξιολόγηση του διοικητικού οργάνου

12. Εάν η Κεντρική Τράπεζα κατά τη διεξαγωγή των εποπτικών της λειτουργιών αξιολογήσει ότι οποιοδήποτε μέλος του διοικητικού οργάνου εταιρείας εξαγοράς πιστώσεων είναι ανίκανο και/ή ακατάλληλο να ενεργεί ως μέλος διοικητικού οργάνου δύναται να διατάξει όπως το πρόσωπο αυτό παύσει να ενεργεί ως μέλος διοικητικού οργάνου της εν λόγω εταιρείας.

Απαιτούμενα στοιχεία προς άσκηση προληπτικής εποπτείας

13.-(1) Κάθε εταιρεία εξαγοράς πιστώσεων υποβάλλει στην Κεντρική Τράπεζα αντίγραφο του ισολογισμού, του λογαριασμού αποτελεσμάτων χρήσεως και οποιεσδήποτε άλλες πληροφορίες η Κεντρική Τράπεζα ήθελε θεωρήσει απαραίτητες για σκοπούς άσκησης προληπτικής εποπτείας.

(2) Η Κεντρική Τράπεζα εκδίδει οδηγίες για τον καθορισμό του τρόπου, της συχνότητας, των ημερομηνιών υποβολής και αναφοράς, καθώς και της μορφής της απαιτούμενης δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου (1) πληροφόρησης.

Διερεύνηση εργασιών και δραστηριοτήτων εταιρείας εξαγοράς πιστώσεων

14.-(1) Κάθε εταιρεία εξαγοράς πιστώσεων οφείλει όταν κληθεί από την Κεντρική Τράπεζα, να επιτρέψει σε δεόντως εξουσιοδοτημένους λειτουργούς αυτής να εισέλθουν στα κτίριά της για να διερευνήσουν τις εργασίες και δραστηριότητές της και να θέσει στη διάθεσή τους οποιαδήποτε βιβλία, έγγραφα ή αρχεία ή/και να διαβιβάσει στην Κεντρική Τράπεζα οποιεσδήποτε πληροφορίες ήθελον κριθεί αναγκαίες για την άσκηση των εποπτικών δραστηριοτήτων αυτής δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου περιλαμβανομένων πληροφοριών αναφορικά με τα στοιχεία ενεργητικού και παθητικού και ιδίως έγγραφα και αρχεία αναφορικά με το χαρτοφυλάκιο εξαγορασθέντων πιστωτικών διευκολύνσεων.

(2) Οι εξουσιοδοτημένοι λειτουργοί της Κεντρικής Τράπεζας δύναται να υποβοηθούνται από δεόντως προσοντούχα πρόσωπα, τα οποία κατονομάζονται για το σκοπό αυτό από την Κεντρική Τράπεζα και τα οποία υπόκεινται στις ίδιες υποχρεώσεις τήρησης εμπιστευτικότητας στις οποίες υπόκεινται οι λειτουργοί της Κεντρικής Τράπεζας.

Τήρηση απόρρητου

15.-(1) Οποιαδήποτε πληροφορία λαμβάνεται από την Κεντρική Τράπεζα δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου είναι απόρρητη και δύναται να χρησιμοποιηθεί μόνο για σκοπούς των διατάξεων του παρόντος Νόμου, του περί της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου Νόμου και του περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου.

(2) Ανεξαρτήτως των διατάξεων του εδαφίου (1), η Κεντρική Τράπεζα δύναται να χρησιμοποιεί οποιεσδήποτε πληροφορίες παρέχονται σε αυτή δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου για τη δημοσίευση ανώνυμων συγκεντρωτικών στατιστικών στοιχείων.

Επιβολή ετήσιου τέλους

16. Κάθε εταιρεία εξαγοράς πιστώσεων αποζημιώνει την Κεντρική Τράπεζα για όλα τα έξοδα τα οποία σχετίζονται με τη διεξαγωγή των εποπτικών αυτής λειτουργιών διά της καταβολής σε αυτήν ετησίου τέλους ύψους τριών χιλιάδων ευρώ (€3.000) πληρωτέου κάθε φορά κατά την ημερομηνία η οποία αντιστοιχεί στην αρχική ημερομηνία της δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου χορηγηθείσας άδειας.

Εξουσία έκδοσης οδηγιών

17.-(1) Η Κεντρική Τράπεζα δύναται να εκδίδει γενικές ή ειδικές οδηγίες ή κατευθυντήριες γραμμές τις οποίες δημοσιεύει στην ιστοσελίδα της ή/και στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας.

(2) Χωρίς επηρεασμό της γενικότητας των διατάξεων του εδαφίου (1), η Κεντρική Τράπεζα εκδίδει οδηγίες ή κατευθυντήριες γραμμές για τη ρύθμιση-

(α) Των διαδικασιών χορήγησης, αναστολής και ανάκλησης χορηγηθείσας δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου άδειας ∙

(β) των κριτηρίων ικανότητας και καταλληλότητας των μετόχων, συμβούλων και κατόχων καίριων θέσεων στην εταιρεία εξαγοράς πιστώσεων.

(γ) της εσωτερικής οργάνωσης και διακυβέρνησης της εταιρείας εξαγοράς πιστώσεων∙

(δ) της ανάθεσης εργασιών σε τρίτους∙

(ε) των διαδικασιών αναθεώρησης, διαχείρισης και αναδιάρθρωσης μη εξυπηρετούμενων πιστωτικών διευκολύνσεων.

Πώληση πιστωτικής διευκόλυνσης

18.-(1) Πριν από την πώληση του όλου ή μέρους των πιστωτικών του διευκολύνσεων, πιστωτικό ίδρυμα ή χρηματοδοτικό ίδρυμα -

(α) Είτε κοινοποιεί την πρόθεσή του να πωλήσει ή να διαθέσει το όλον ή μέρος του χαρτοφυλακίου πιστωτικών διευκολύνσεών του:

Νοείται ότι, η εν λόγω κοινοποίηση από το πιστωτικό ίδρυμα ή χρηματοδοτικό ίδρυμα, γίνεται με δημοσίευση στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας και σε τρεις εφημερίδες του ημερήσιου τύπου:

Νοείται περαιτέρω ότι, οι δανειολήπτες και οι εγγυητές τους, αν το επιθυμούν, δύνανται εντός χρονικής περιόδου σαράντα πέντε (45) ημερών, να υποβάλουν πρόταση εξαγοράς της υπό πώληση πιστωτικής διευκόλυνσης∙

(β) είτε καλεί τον εμπλεκόμενο δανειολήπτη και τους εγγυητές του, όπως εντός χρονικής περιόδου σαράντα πέντε (45) ημερών, υποβάλλουν πρόταση για εξαγορά της υπό πώληση πιστωτικής του διευκόλυνσης:

Νοείται ότι, η εν λόγω ειδοποίηση κοινοποιείται από το πιστωτικό ίδρυμα, χρηματοδοτικό ίδρυμα ή εταιρεία εξαγοράς πιστώσεων με επιστολή προς το δανειολήπτη και τους εγγυητές αυτού:

Νοείται περαιτέρω ότι, ο δανειολήπτης δεν υποχρεούται να υποβάλει πρόταση εξαγοράς της υπό πώληση πιστωτικής του διευκόλυνσης:

Νοείται έτι περαιτέρω ότι, η πρόταση για εξαγορά της υπό πώληση πιστωτικής διευκόλυνσης, υποβάλλεται μόνο μία φορά από το δανειολήπτη και σε περίπτωση που εντός της χρονικής περιόδου των σαράντα πέντε (45) ημερών δεν υποβληθεί τέτοια πρόταση, τότε τεκμαίρεται ότι ο δανειολήπτης δεν επιθυμεί την υποβολή πρότασης.

(2) (α) Οποιαδήποτε πιστωτική διευκόλυνση μεταβιβάζεται από πιστωτικό ίδρυμα, χρηματοδοτικό ίδρυμα ή εταιρεία εξαγοράς πιστώσεων (εφεξής «ο εκχωρητής») προς οποιοδήποτε από τους προβλεπόμενους στο εδάφιο (1) του άρθρου 4 αγοραστές, θεωρείται ότι μεταβιβάζεται στον αγοραστή κατά το χρόνο της μεταβίβασης και όλα τα δικαιώματα και υποχρεώσεις που προκύπτουν από τη σύμβαση πιστωτικής διευκόλυνσης του λογαριασμού που τοιουτοτρόπως μεταβιβάζεται, μεταβιβάζονται αυτόματα στη μεταξύ δανειολήπτη και αγοραστή σχέση και εξακολουθούν να είναι έγκυρα μεταξύ των δύο αυτών μερών.

(β) Ο εκχωρητής υποχρεούται ανά εξαμηνία, να υποβάλλει στην Κεντρική Τράπεζα έκθεση η οποία δημοσιοποιείται και στην οποία περιλαμβάνονται -

(i) Στοιχεία για τον αριθμό και το ποσό πιστωτικών διευκολύνσεων ανά κατηγορία, οι οποίες έχουν πωληθεί σε οποιοδήποτε νομικό πρόσωπο, σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου (1) του άρθρου 4, και

(ii) στοιχεία για τον αριθμό και το ποσό πιστωτικών διευκολύνσεων ανά κατηγορία, οι οποίες έχουν εξαγοραστεί από δανειολήπτη.

(γ) Η προβλεπόμενη στην παράγραφο (α) μεταβίβαση, δεν επηρεάζει οποιαδήποτε υπό εξέλιξη διαδικασία δυνάμει των διατάξεων του περί Αφερεγγυότητας Φυσικών Προσώπων (Προσωπικά Σχέδια Αποπληρωμής και Διάταγμα Απαλλαγής Οφειλών) Νόμου ή του Μέρους IVA του περί Εταιρειών Νόμου και δεν επηρεάζει οποιαδήποτε αποτελέσματα επέρχονται λόγω εφαρμογής των διατάξεων του εν λόγω Νόμου.

(δ) Η προβλεπόμενη στην παράγραφο (α) μεταβίβαση, δεν επηρεάζει το δικαίωμα του δανειολήπτη να υποβάλλει αίτηση για Διακανονισμό Αφερεγγυότητας δυνάμει των διατάξεων του περί Αφερεγγυότητας Φυσικών Προσώπων (Προσωπικά Σχέδια Αποπληρωμής και Διάταγμα Απαλλαγής Οφειλών) Νόμου, ούτε το δικαίωμα του δανειολήπτη ή άλλου προσώπου για διορισμό εξεταστή δυνάμει του Μέρους IVA του περί Εταιρειών Νόμου.

(ε) Η προβλεπόμενη στην παράγραφο (α) μεταβίβαση, δεν επηρεάζει το προβλεπόμενο στο Παράρτημα 2, Μέρος Ι του επισυνημμένου στην περί της Διαχείρισης Καθυστερήσεων Οδηγία του 2015 της Κεντρικής Τράπεζας, Κώδικα Συμπεριφοράς, δικαίωμα του δανειολήπτη.

(3)(α) Ο αγοραστής πιστωτικών διευκολύνσεων υποκαθιστά τον εκχωρητή ως προς όλα τα δικαιώματα τα οποία άπτονται των εξασφαλίσεων οι οποίες επισυνάπτονται στη σύμβαση πιστωτικής διευκόλυνσης και οι οποίες λαμβάνονται για σκοπούς διασφάλισης της αποπληρωμής της πιστωτικής διευκόλυνσης και για τον ίδιο σκοπό οι εξασφαλίσεις αυτές μεταβιβάζονται στον αγοραστή:

Νοείται ότι, οι εξασφαλίσεις περιλαμβάνουν και οποιεσδήποτε συμβάσεις εγγυήσεων.

(β) Ο αγοραστής πιστωτικών διευκολύνσεων έχει τα ίδια δικαιώματα, την ίδια σειρά προτεραιότητας και υπόκειται στις ίδιες υποχρεώσεις σε σχέση με συμβάσεις πιστωτικών διευκολύνσεων και των επισυνημμένων εξασφαλίσεων που μεταβιβάζονται σε αυτόν, όπως ο εκχωρητής.

(γ) Η φύλαξη οποιουδήποτε εγγράφου, αγαθών ή άλλων περιουσιακών στοιχείων τα οποία βρίσκονται στην κατοχή του εκχωρητή σε σχέση με πιστωτικές διευκολύνσεις που μεταβιβάζονται, θεωρείται ότι μεταβιβάζεται στον αγοραστή κατά το χρόνο μεταβίβασης μαζί με όλα τα συναφή δικαιώματα και υποχρεώσεις.

(δ) Όλα τα έγγραφα, αρχεία και παραδοχές τα οποία αποτελούν αποδεικτικά στοιχεία υπέρ ή εναντίον του εκχωρητή σε σχέση με οποιοδήποτε θέμα, αποτελούν αποδεικτικά στοιχεία υπέρ ή εναντίον του αγοραστή κατά και μετά το χρόνο μεταβίβασης.

Γνωστοποίηση από αγοραστή προς δανειολήπτες και εγγυητές

19.-(1) Κάθε πιστωτικό ίδρυμα, χρηματοδοτικό ίδρυμα ή εταιρεία εξαγοράς πιστώσεων πληροφορεί τον εμπλεκόμενο δανειολήπτη το αργότερο εντός πέντε (5) εργάσιμων ημερών από την εξαγορά, ότι η σύμβαση πιστωτικής διευκόλυνσης και οι συναφείς εξασφαλίσεις έχουν μεταφερθεί σε άλλο πρόσωπο.

(2) Κάθε εταιρεία εξαγοράς πιστώσεων παρέχει στο δανειολήπτη όλες τις σχετικές πληροφορίες επικοινωνίας των προσώπων τα οποία είναι υπεύθυνα για το χειρισμό των πιστωτικών διευκολύνσεων που έχουν μεταβιβαστεί, καθώς και τους νέους αριθμούς λογαριασμών των πιστωτικών διευκολύνσεων.

Επιβολή διοικητικών μέτρων για εξαγορά πιστωτικών διευκολύνσεων χωρίς άδεια ή σε βάρος της συνετούς διοίκησης

20.-(1) Ο Διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας δύναται να επιβάλει οποιοδήποτε διοικητικό μέτρο εναντίον προσώπου το οποίο αποκτά πιστωτικές διευκολύνσεις κατά παράβαση των διατάξεων του εδαφίου (1) του άρθρου 4 ή το οποίο δεν παρέχει τη γνωστοποίηση σύμφωνα με τις διατάξεις των εδαφίων (1) και (3) του άρθρου 6 ή για το οποίο η Κεντρική Τράπεζα κρίνει ότι ενεργεί εις βάρος της ορθής και συνετούς διοίκησης της εταιρείας εξαγοράς πιστώσεων, ως ακολούθως:

(α) Με τη δημοσιοποίηση ανακοίνωσης στην οποία προσδιορίζεται το υπεύθυνο πρόσωπο καθώς και η φύση της παράβασης.

(β) με διαταγή προς το υπαίτιο πρόσωπο να παύσει την άσκηση συγκεκριμένης συμπεριφοράς.

(γ) με την πληρωμή διοικητικού χρηματικού προστίμου μέχρι και του διπλασίου του ποσού του οφέλους που αποκομίστηκε από την παράβαση, εφόσον το εν λόγω όφελος δύναται να προσδιοριστεί αφού προηγουμένως καλέσει σε απολογία το ενδιαφερόμενο πρόσωπο, ενώ σε περίπτωση που το αποκομισθέν όφελος δεν είναι εφικτό να προσδιοριστεί, με την επιβολή διοικητικού προστίμου δυνάμει των διατάξεων της παρούσας παραγράφου, το οποίο δεν υπερβαίνει τις διακόσιες πενήντα χιλιάδες ευρώ (€250.000).

(2) Η Κεντρική Τράπεζα, σε περίπτωση κατά την οποία πρόσωπο εξαγοράζει ή αυξάνει άμεσα ή έμμεσα την ειδική συμμετοχή σε εταιρεία εξαγοράς πιστώσεων παρά τις διατάξεις του εδαφίου (2) του άρθρου 6 και την εκπεφρασμένη αντίθεση της ιδίας, δύναται να αποφασίσει-

(α) Την αναστολή της άσκησης των εκλογικών δικαιωμάτων ψήφου, ή

(β) την ακύρωση των ψήφων ή/και για τη διάθεση της συμμετοχής εντός καθορισμένης χρονικής περιόδου που δεν υπερβαίνει τον ένα (1) μήνα.

Επιβολή διοικητικών κυρώσεων

21. Ο Διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας, σε περίπτωση κατά την οποία νομικό πρόσωπο παραβαίνει ή παραλείπει να συμμορφωθεί με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου ή με τους όρους χορηγηθείσας δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου άδειας ή οποιαδήποτε οδηγία της Κεντρικής Τράπεζας εκδιδομένης δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου, αφού καλέσει σε απολογία το εν λόγω νομικό πρόσωπο, τους συμβούλους ή τους διευθυντές, ανάλογα με την περίπτωση, δύναται-

(α) Για κάθε παράβαση να επιβάλει στο εν λόγω νομικό πρόσωπο διοικητικό πρόστιμο μέχρι του ποσού των διακοσίων πενήντα χιλιάδων ευρώ (€250.000), αναλόγως της σοβαρότητας της παράβασης και, εάν η παράβαση συνεχίζεται ή επαναλαμβάνεται και το νομικό πρόσωπο ή ο σύμβουλος ή ο διευθυντής αρνούνται ή παραλείπουν να συμμορφωθούν, διοικητικό πρόστιμο ύψους εκατόν ευρώ (€100) μέχρι τριάντα χιλιάδων ευρώ (€30.000) για κάθε μέρα συνέχισης της παράβασης. ή/και

(β) με πλήρως αιτιολογημένη απόφαση να αναστείλει ή να ανακαλέσει τη χορηγηθείσα στο νομικό πρόσωπο άδεια.

Ποινικά αδικήματα

22.-(1) Σε περίπτωση κατά την οποία νομικό πρόσωπο–

(α) Αρνείται σκοπίμως ή παραλείπει να εκτελέσει οποιαδήποτε πράξη ή να παράσχει οποιεσδήποτε πληροφορίες απαιτητέες από την Κεντρική Τράπεζα ή άλλο εξουσιοδοτημένο πρόσωπο για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου ή των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων οδηγιών, ή

(β) προβαίνει σε οποιαδήποτε ενέργεια απαγορεύεται από τις διατάξεις του παρόντος Νόμου ή τις δυνάμει αυτού εκδιδόμενες οδηγίες ή παραλείπει να ενεργήσει σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου ή τις δυνάμει αυτού εκδιδόμενες οδηγίες, ή

(γ) παρέχει ψευδείς, παραπλανητικές ή ελλιπείς εκθέσεις ή πληροφορίες,

τόσο το εν λόγω νομικό πρόσωπο όσο και οποιοδήποτε μέλος του διοικητικού του οργάνου σε γνώση του οποίου διενεργείται ή παραλείπεται ο,τιδήποτε από τα προβλεπόμενα στις παραγράφους (α), (β) και (γ), είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης υπόκεινται και οι δύο κεχωρισμένως σε χρηματική ποινή η οποία δεν υπερβαίνει τις διακόσιες πενήντα χιλιάδες ευρώ (€250.000):

Νοείται ότι, η Κεντρική Τράπεζα μετά την καταδικαστική απόφαση του δικαστηρίου δύναται να αναστείλει ή να ανακαλέσει τη χορηγηθείσα σε νομικό πρόσωπο δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου άδεια.

(2) Οποιοδήποτε νομικό πρόσωπο προβαίνει στην εξαγορά πιστωτικών διευκολύνσεων παρά την απόφαση της Κεντρικής Τράπεζας να αναστείλει ή να ανακαλέσει τη δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου χορηγηθείσα σε αυτό άδεια, διαπράττει ποινικό αδίκημα και σε περίπτωση καταδίκης του τιμωρείται με χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις διακόσιες χιλιάδες ευρώ (€200.000).

Δικαιοδοσία

23. Εκτός αν προβλέπεται διαφορετικά στη σύμβαση πιστωτικής διευκόλυνσης, δικαιοδοσία για εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος Νόμου έχουν τα επαρχιακά δικαστήρια της Δημοκρατίας.

Ανεύθυνο της Κεντρικής Τράπεζας και των λειτουργών αυτής

24. Η Κεντρική Τράπεζα και οποιοσδήποτε σύμβουλος ή λειτουργός αυτής, σε περίπτωση αγωγής, αίτησης ή άλλης νομικής διαδικασίας με απαίτηση την καταβολή αποζημιώσεων αναφορικά με οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους, γενομένης δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου ή οποιωνδήποτε Οδηγιών εκδίδονται με βάση τις διατάξεις του παρόντος Νόμου, δεν υπέχουν οποιασδήποτε ευθύνης, εκτός εάν αποδειχθεί ότι η πράξη ή η παράλειψη δεν έγινε καλή τη πίστει ή είναι αποτέλεσμα σοβαρής αμέλειας.