Προοίμιο

Για σκοπούς ορθότερης εναρμόνισης με το Άρθρο 31, παράγραφος 3, της πράξης της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Οδηγία 2004/38/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 29ης Απριλίου 2004 σχετικά με το δικαίωμα των πολιτών της Ένωσης και των μελών των οικογενειών τους να κυκλοφορούν και να διαμένουν ελεύθερα στην επικράτεια των κρατών μελών, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1612/68 και την κατάργηση των οδηγιών 64/221/ΕΟΚ, 68/360/ΕΟΚ, 72/194/ΕΟΚ, 73/148/ΕΟΚ, 75/34/ΕΟΚ, 75/35/EOK, 90/364/ΕΟΚ, 90/365/ΕΟΚ και 93/69/ΕΟΚ», όπως τροποποιήθηκε τελευταία από τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 492/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 5ης Απριλίου 2011 που αφορά την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων στο εσωτερικό της Ένωσης,

Η Βουλή των Αντιπροσώπων ψηφίζει  ως ακολούθως:

ΜΕΡΟΣ I ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Συνοπτικός τίτλος

1. Ο παρών Νόμος θα αναφέρεται ως ο περί του Δικαιώματος των Πολιτών της Ένωσης και των Μελών των Οικογενειών τους να Κυκλοφορούν και να Διαμένουν Ελεύθερα στη Δημοκρατία Νόμος του 2007.

Ερμηνεία

2. Για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου, εκτός εάν από το κείμενο προκύπτει διαφορετική έννοια-

«αρμόδια αρχή» σημαίνει το Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης και οποιοδήποτε υπάλληλο του Τμήματος γενικώς ή ειδικώς εξουσιοδοτημένο από το Διευθυντή δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 3Α·

«διαβατήριο» σημαίνει ισχύον διαβατήριο και περιλαμβάνει κάθε έγκυρο ταξιδιωτικό έγγραφο που αναγνωρίζεται ως τέτοιο από τη Δημοκρατία∙

«εικονικός γάμος» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από τον περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμο, ο οποίος διαπιστώνεται ως τέτοιος βάσει των διαδικασιών που προβλέπονται στον εν λόγω Νόμο∙

«ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές» σημαίνει τις περιοχές της Κυπριακής Δημοκρατίας στις οποίες η Κυβέρνηση της Δημοκρατίας ασκεί αποτελεσματικό έλεγχο∙

«θεώρηση» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από τον περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμο∙

«πολίτης της Ένωσης» σημαίνει κάθε πρόσωπο που έχει την ιθαγένεια κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, άλλου από τη Δημοκρατία, κατά τα διαλαμβανόμενα στο Άρθρο 17 της Συνθήκης, καθώς και κάθε πρόσωπο που έχει την ιθαγένεια κράτους συμβαλλόμενου μέρους του Ε.Ο.Χ.∙

«κράτος μέλος» σημαίνει κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή/και κράτος συμβαλλόμενο μέρος στον Ε.Ο.Χ.

«μέλος της οικογένειας» σημαίνει-

(α) τον/τη σύζυγο πολίτη της Ένωσης,

(β) τους απευθείας κατιόντες πολίτη της Ένωσης, οι οποίοι είναι ηλικίας κάτω των 21 ετών ή είναι συντηρούμενοι από αυτόν, καθώς και εκείνους του/της συζύγου του,

(γ) τους συντηρούμενους απευθείας ανιόντες πολίτη της Ένωσης, καθώς και εκείνους του/της συζύγου του∙

«σύζυγος» δεν περιλαμβάνει μέρος σε εικονικό γάμο∙

«Συνθήκη» σημαίνει τη Συνθήκη περί Ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας∙

«συμβαλλόμενο μέρος του Ε.Ο.Χ.» σημαίνει κράτος συμβαλλόμενο μέρος στη Συμφωνία για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο η οποία υπογράφηκε στο Οπόρτο την 2α Μαΐου 1992 και η οποία κυρώθηκε με τον περί της Συμφωνίας Συμμετοχής της Τσεχικής Δημοκρατίας, της Δημοκρατίας της Εσθονίας, της Κυπριακής Δημοκρατίας, της Δημοκρατίας της Λετονίας, της Δημοκρατίας της Λιθουανίας, της Δημοκρατίας της Μάλτας, της Δημοκρατίας της Ουγγαρίας, της Δημοκρατίας της Πολωνίας, της Δημοκρατίας της Σλοβενίας και της Σλοβάκικης Δημοκρατίας στον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο και της Τελικής Πράξης (Κυρωτικό) Νόμο του 2004∙

«Τμήμα» σημαίνει το Τμήμα Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης του Υπουργείου Εσωτερικών∙

«Τμήμα Εργασίας» σημαίνει το Τμήμα Εργασίας του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και περιλαμβάνει τα κατά τόπους Επαρχιακά Γραφεία Εργασίας∙

«Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας» σημαίνει τις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και περιλαμβάνει τα κατά τόπους Επαρχιακά Γραφεία των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας∙

«Υπηρεσίες Κοινωνικών Ασφαλίσεων» σημαίνει τις Υπηρεσίες Κοινωνικών Ασφαλίσεων του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και περιλαμβάνει τα κατά τόπους Επαρχιακά Γραφεία Κοινωνικών Ασφαλίσεων∙

«Υπουργός» σημαίνει τον Υπουργό Εσωτερικών.

Σκοπός του παρόντος Νόμου

3. Σκοπός του παρόντος Νόμου είναι ο καθορισμός-

(α) Των όρων και διατυπώσεων που διέπουν την άσκηση του δικαιώματος της ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής στη Δημοκρατία από τους πολίτες της Ένωσης και τα μέλη των οικογενειών τους∙

(β) των όρων και διατυπώσεων που διέπουν την άσκηση του δικαιώματος μόνιμης διαμονής στη Δημοκρατία των πολιτών της Ένωσης και των μελών των οικογενειών τους∙ και

(γ) των περιορισμών που δύνανται να επιβληθούν στα δικαιώματα που αναφέρονται στις παραγράφους (α) και (β) ανωτέρω, για λόγους δημόσιας τάξης, δημόσιας ασφάλειας ή δημόσιας υγείας.

Άσκηση εξουσιών και εκτέλεση καθηκόντων κρατικών λειτουργών

3Α.-(1) Ο Διευθυντής του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης δύναται να μεταβιβάζει γραπτώς την άσκηση οποιασδήποτε εξουσίας εξαιρουμένης της εξουσίας περί έκδοσης διαταγμάτων, καθώς και την εκτέλεση οποιουδήποτε καθήκοντος που οι διατάξεις του παρόντος Νόμου ή των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων Κανονισμών χορηγούν ή αναθέτουν, αντίστοιχα, στην αρμόδια αρχή, σε οποιοδήποτε πρόσωπο υπηρετεί στο Τμήμα· στην περίπτωση της μεταβίβασης αυτής, ο Διευθυντής του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης διατηρεί την εξουσία να ασκεί την ούτως μεταβιβαζομένη εξουσία και να εκτελεί το ούτως μεταβιβαζόμενο καθήκον από και κατά τη διάρκεια της εν λόγω μεταβίβασης.

(2) Πρόσωπο, στο οποίο μεταβιβάζεται η άσκηση εξουσίας ή η εκτέλεση καθήκοντος δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου (1), έχει υποχρέωση να ασκεί τη μεταβιβαζόμενη εξουσία και να εκτελεί το μεταβιβαζόμενο καθήκον σύμφωνα με οδηγίες που ενδέχεται να δοθούν από το Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης.

(3) Ο Διευθυντής του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης δύναται να τροποποιεί και να ανακαλεί μεταβίβαση άσκησης εξουσίας και εκτέλεσης καθήκοντος δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου (1), με γραπτή ειδοποίηση προς το πρόσωπο στο οποίο η εξουσία έχει μεταβιβασθεί.

(4) Σε περίπτωση κατά την οποία, δύο ή περισσότερα πρόσωπα ασκούν ταυτόχρονα δυνάμει των διατάξεων του παρόντος άρθρου, την ίδια εξουσία ή εκτελούν το ίδιο καθήκον, ο ιεραρχικά υφιστάμενος των εν λόγω προσώπων δεν ασκεί εξουσία ή εκτελεί καθήκον επί των ίδιων πραγματικών γεγονότων με τον ιεραρχικά ανώτερό του, εκτός εάν ο τελευταίος το επιτρέπει, σύμφωνα με οδηγίες που ενδέχεται να δοθούν από αυτόν.

(5) Σε περίπτωση κατά την οποία δυνάμει των διατάξεων του παρόντος άρθρου, πρόσωπο ασκεί εξουσία ή εκτελεί καθήκον που οι διατάξεις του παρόντος Νόμου ή των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων Κανονισμών χορηγούν ή αναθέτουν, αντίστοιχα, σε άλλο πρόσωπο, οι διατάξεις του παρόντος Νόμου και των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων Κανονισμών εφαρμόζονται ως εάν να είχαν χορηγήσει ρητά την εν λόγω εξουσία στο πρόσωπο που την ασκεί ή είχαν αναθέσει ρητά το εν λόγω καθήκον στο πρόσωπο που το εκτελεί.

 

Πεδίο εφαρμογής του παρόντος Νόμου

4.-(1) Ο παρών Νόμος εφαρμόζεται σε κάθε πολίτη της Ένωσης, ο οποίος αφίκνειται ή διαμένει στη Δημοκρατία καθώς και στα μέλη της οικογένειάς του, ανεξαρτήτως ιθαγένειας, που τον συνοδεύουν κατά τη μετάβασή του στη Δημοκρατία ή που αφίκνεινται στη Δημοκρατία για να τον συναντήσουν.

(2) Χωρίς επηρεασμό τυχόν ιδίου δικαιώματος ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής των ενδιαφερομένων διευκολύνεται η είσοδος και διαμονή στη Δημοκρατία σύμφωνα με τον περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμο, των ακόλουθων προσώπων:

(α) Κάθε άλλου μέλους της οικογένειας, ανεξαρτήτως της ιθαγένειάς του, που δεν εμπίπτει στον ορισμό που αποδίδεται στον όρο «μέλος της οικογένειας» από το άρθρο 2, εφόσον συντηρείται από τον πολίτη της Ένωσης που έχει πρωτογενές δικαίωμα διαμονής, ή συμβιώνει κάτω από την ίδια στέγη με τον εν λόγω πολίτη της Ένωσης στην χώρα προέλευσης, ή εφόσον σοβαροί λόγοι υγείας καθιστούν απολύτως αναγκαία την προσωπική φροντίδα του εν λόγω μέλους της οικογένειας από τον πολίτη της Ένωσης∙ και

(β) του/της συντρόφου με τον/την οποίο/α ο πολίτης της Ένωσης έχει διαρκή σχέση, δεόντως αποδεδειγμένη.

(3) Για σκοπούς εφαρμογής του εδαφίου (2), η αρμόδια αρχή αναλαμβάνει εκτενή εξέταση της προσωπικής κατάστασης των αναφερομένων στο εν λόγω εδάφιο προσώπων, περιλαμβανομένης της διεξαγωγής συνεντεύξεων με τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα όπου αυτό απαιτείται, και αιτιολογεί κάθε άρνηση εισόδου ή διαμονής των προσώπων αυτών στη Δημοκρατία.

(4) Σε περίπτωση αμφιβολίας και, για σκοπούς διαπίστωσης του κατά πόσο υφίσταται διαρκής σχέση κατά την έννοια της παραγράφου (β) του εδαφίου (2), εφαρμόζονται, τηρουμένων των αναλογιών, οι διατάξεις των άρθρων 7Α και 7Β του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου αναφορικά με τον εικονικό γάμο.

(5) Οπουδήποτε στον παρόντα Νόμο γίνεται αναφορά στην υποχρέωση οποιουδήποτε προσώπου να διαθέτει επαρκείς πόρους ή αναφορά σε διατήρηση των δικαιωμάτων διαμονής σε πολίτες της Ένωσης ή των μελών της οικογένειάς τους υπό τον όρο ότι αυτοί δεν αποτελούν υπέρμετρο βάρος για το σύστημα κοινωνικής πρόνοιας της Δημοκρατίας, αρμόδια αρχή για τη διαπίστωση της πλήρωσης των πιο πάνω προϋποθέσεων είναι οι Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας.

(6) Οι ακόλουθες διατάξεις του παρόντος Νόμου εφαρμόζονται κατ’ αναλογία σε πολίτη της Δημοκρατίας που αφικνείται στη Δημοκρατία από άλλο κράτος μέλος ή διαμένει στη Δημοκρατία κατόπιν επιστροφής του από άλλο κράτος μέλος, καθώς και στα μέλη της οικογένειάς του που δεν είναι πολίτες της Δημοκρατίας και που τον συνοδεύουν κατά τη μετάβασή του στη Δημοκρατία ή που αφικνούνται στη Δημοκρατία για να τον συναντήσουν:

(α) άρθρο 2·

(β) άρθρο 3·

(γ) εδάφια (1), (2), (3), (4) και (5) του άρθρου (4)·

(δ) άρθρο 5·

(ε) άρθρο 6, με την επιφύλαξη του περί Εθνικής Φρουράς Νόμου του 2011·

(στ) άρθρο 7, με την επιφύλαξη του περί Εθνικής Φρουράς Νόμου του 2011·

(ζ) εδάφιο (2) του άρθρου 8·

(η) παράγραφος (δ) του εδαφίου (1) και εδάφιο (2) του άρθρου 9, ανεξάρτητα από την πλήρωση των όρων που αναφέρονται στις εν λόγω διατάξεις·

(θ) παράγραφοι (α), (β), (δ), (ε) και (στ) του εδαφίου (6) του άρθρου 10·

(ι) άρθρο 11·

(ια) άρθρο 12, εξαιρουμένης της παραγράφου (γ) του εδαφίου (2)·

(ιβ) εδάφιο (1) του άρθρου 13, εξαιρουμένης της διάταξής του αναφορικά με την μικρότερη από πενταετή διάρκεια ισχύος του δελτίου διαμονής·

(ιγ) εδάφια (4) και (5) του άρθρου 13·

(ιδ) εδάφια (2), (3) και (4) του άρθρου 14·

(ιε) εδάφιο (4) του άρθρου 15, ανεξάρτητα από την πλήρωση του όρου που αναφέρεται στην εν λόγω διάταξη και εξαιρουμένης της επιφύλαξής του·

(ιστ) άρθρο 16, ανεξάρτητα από τις διατάξεις του άρθρου 15·

(ιζ) άρθρο 18·

(ιη) άρθρο 19·

(ιθ) οι διατάξεις του άρθρου 20, στην έκταση που αφορούν μέλη της οικογένειας πολίτη της Ένωσης·

(κ) άρθρο 21·

(κα) η διάταξη του εδαφίου (1) του άρθρου 22, στην έκταση που αφορά την ίση μεταχείριση μεταξύ πολιτών της Δημοκρατίας και μελών της οικογένειας πολίτη της Ένωσης που δεν είναι υπήκοοι κράτους μέλους·

(κβ) εδάφιο (3) του άρθρου 22·

(κγ) οι διάταξεις του άρθρου 23, στην έκταση που αφορούν μέλος της οικογένειας πολίτη της Ένωσης·

(κδ) άρθρο 24·

(κε) άρθρο 25, εξαιρουμένης της επιφύλαξης·

(κστ) άρθρο 26, εξαιρουμένης της επιφύλαξης·

(κζ) η διάταξη του εδαφίου (1) του άρθρου 27, στην έκταση που αφορά μέλη της οικογένειας πολίτη της Ένωσης·

(κη) οι διατάξεις του άρθρου 28, στην έκταση που αφορούν μέλη της οικογένειας πολίτη της Ένωσης·

(κθ) οι διατάξεις των άρθρων 29 μέχρι 35, στην έκταση που αφορούν μέλη της οικογένειας πολίτη της Ένωσης·

(λ) άρθρο 36·

(λα) οι διατάξεις του άρθρου 37, στην έκταση που αφορούν μέλος της οικογένειας πολίτη της Ένωσης·

(λβ) άρθρο 38.

ΜΕΡΟΣ II ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΕΙΣΟΔΟΥ ΚΑΙ ΕΞΟΔΟΥ
Δικαίωμα εισόδου

5.-(1) Τηρουμένων των διατάξεων επί των ταξιδιωτικών εγγράφων του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 562/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 15ης Μαρτίου 2006, για τη θέσπιση του κοινοτικού κώδικα σχετικά με το καθεστώς διέλευσης προσώπων από τα σύνορα (Κώδικας Συνόρων Σένγκεν), που εφαρμόζονται στους εθνικούς συνοριακούς ελέγχους, επιτρέπεται η είσοδος στη Δημοκρατία σε κάθε πολίτη της Ένωσης, ο οποίος φέρει ισχύον δελτίο ταυτότητας ή διαβατήριο, καθώς επίσης, και στα μέλη της οικογένειάς του, που δεν είναι υπήκοοι κράτους μέλους, εφόσον αυτά φέρουν ισχύον διαβατήριο.

(2) Στους πολίτες της Ένωσης δε δύναται να επιβληθεί υποχρέωση θεώρησης εισόδου ή άλλης ισοδύναμης διατύπωσης.

(3)(α) Στα μέλη της οικογένειας πολίτη της Ένωσης, που δεν είναι υπήκοοι κράτους μέλους, επιβάλλεται μόνο θεώρηση εισόδου σύμφωνα με τις διατάξεις του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 539/2001 του Συμβουλίου της 15ης Μαρτίου 2001 περί του καταλόγου τρίτων χωρών οι υπήκοοι των οποίων υπόκεινται στην υποχρέωση θεώρησης για τη διέλευση των εξωτερικών συνόρων των κρατών μελών, και του καταλόγου των τρίτων χωρών οι υπήκοοι των οποίων απαλλάσσονται από την υποχρέωση αυτή, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται, ή όπου απαιτείται σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου αναφορικά με την υποχρέωση θεώρησης εισόδου, ανάλογα με την περίπτωση:

Νοείται ότι, η κατοχή ισχύοντος δελτίου διαμονής που προβλέπεται στο άρθρο 12 ή αντίστοιχου δελτίου διαμονής εκδοθέντος από τις αρμόδιες αρχές άλλου κράτους μέλους, απαλλάσσει τα εν λόγω μέλη της οικογένειας από την πιο πάνω υποχρέωση.

(β) Στα αναφερόμενα στην παράγραφο (α) πρόσωπα παρέχεται από τις αρμόδιες προξενικές αρχές της Δημοκρατίας κάθε διευκόλυνση, προκειμένου να αποκτήσουν τις απαιτούμενες προξενικές θεωρήσεις, οι οποίες εκδίδονται, ατελώς, το συντομότερο δυνατόν, και επί τη βάσει ταχείας διαδικασίας.

(4) Οι αρμόδιες αρχές της Δημοκρατίας δεν επιθέτουν σφραγίδα εισόδου ή εξόδου στο διαβατήριο των μελών της οικογένειας, που δεν είναι υπήκοοι κράτους μέλους, εφόσον προσκομίζουν το δελτίο διαμονής που προβλέπεται στο άρθρο 12 ή αντίστοιχο δελτίο διαμονής εκδοθέντος από τις αρμόδιες αρχές άλλου κράτους μέλους.

(5) Στην περίπτωση που πολίτης της Ένωσης ή μέλος της οικογένειάς του, που δεν είναι υπήκοος κράτους μέλους, δε διαθέτει τα απαιτούμενα ταξιδιωτικά έγγραφα ή, ανάλογα με την περίπτωση, τις αναγκαίες προξενικές θεωρήσεις, προτού η αρμόδια αρχή εφαρμόσει το μέτρο της επιστροφής, παρέχει στα πρόσωπα αυτά κάθε εύλογη, κατά περίπτωση, δυνατότητα προκειμένου να αποκτήσουν τα αναγκαία έγγραφα ή αυτά να τους αποσταλούν εντός εύλογης, κατά περίπτωση, προθεσμίας ή προκειμένου να επιβεβαιωθεί ή να αποδειχθεί με άλλα μέσα ότι καλύπτονται από το δικαίωμα της ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής.

(6) [Διαγράφηκε].

Δικαίωμα εξόδου

6. Τηρουμένων των διατάξεων επί των ταξιδιωτικών εγγράφων του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 562/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 15ης Μαρτίου 2006 για τη θέσπιση του κοινοτικού κώδικα σχετικά με το καθεστώς διέλευσης προσώπων από τα σύνορα (Κώδικας Συνόρων Σένγκεν) που εφαρμόζονται στους εθνικούς συνοριακούς ελέγχους και, του εδαφίου (4) του άρθρου 5, επιτρέπεται η έξοδος από την επικράτεια της Δημοκρατίας προκειμένου να μεταβούν σε άλλο κράτος μέλος σε κάθε πολίτη της Ένωσης, ο οποίος φέρει ισχύον δελτίο ταυτότητας ή διαβατήριο καθώς, επίσης, και στα μέλη της οικογένειάς του, που δεν είναι υπήκοοι κράτους μέλους, εφόσον αυτά φέρουν ισχύον διαβατήριο.

Διατυπώσεις εξόδου

7. Στα αναφερόμενα στο άρθρο 6 πρόσωπα δε δύναται να επιβληθεί υποχρέωση θεώρησης εξόδου ή άλλη ισοδύναμη διατύπωση

ΜΕΡΟΣ III ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΔΙΑΜΟΝΗΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ I - ΔΙΚΑΙΟΥΧΟΙ
Δικαίωμα διαμονής έως τρεις μήνες

8.-(1) Οι πολίτες της Ένωσης έχουν δικαίωμα διαμονής στη Δημοκρατία για περίοδο που δεν υπερβαίνει τους τρεις μήνες, χωρίς κανένα όρο ή διατύπωση, εκτός από την απαίτηση κατοχής ισχύοντος δελτίου ταυτότητας ή διαβατηρίου.

(2) Οι διατάξεις του εδαφίου (1) εφαρμόζονται και στα μέλη της οικογένειας που είναι κάτοχοι ισχύοντος διαβατηρίου, δεν είναι υπήκοοι κράτους μέλους, και συνοδεύουν ή αφίκνεινται για να συναντήσουν τον πολίτη της Ένωσης.

Δικαίωμα διαμονής άνω των τριών μηνών

9.-(1) Οι πολίτες της Ένωσης έχουν δικαίωμα διαμονής στη Δημοκρατία για περίοδο που υπερβαίνει τους τρεις μήνες, εφόσον-

(α) Είναι μισθωτοί εργαζόμενοι ή μη μισθωτοί εργαζόμενοι στη Δημοκρατία˙ ή

(β) διαθέτουν επαρκείς πόρους για τους ίδιους και τα μέλη των οικογενειών τους, ώστε να μην επιβαρύνουν κατά τη διάρκεια της περιόδου διαμονής τους το σύστημα κοινωνικής πρόνοιας της Δημοκρατίας, καθώς και πλήρη ασφαλιστική κάλυψη ασθένειας στη Δημοκρατία˙ ή

(γ) είναι εγγεγραμμένοι σε ιδιωτικό ή δημόσιο ίδρυμα, εγκεκριμένο ή χρηματοδοτούμενο από τη Δημοκρατία με βάση την εκάστοτε ισχύουσα στη Δημοκρατία σχετική νομοθεσία ή διοικητική πρακτική, για να παρακολουθήσουν κατά κύριο λόγο σπουδές, συμπεριλαμβανομένων μαθημάτων επαγγελματικής κατάρτισης, διαθέτουν πλήρη ασφαλιστική κάλυψη ασθένειας στη Δημοκρατία και βεβαιώνουν την αρμόδια αρχή, μέσω δήλωσης ή άλλου ισοδύναμου μέσου της επιλογής τους, ότι διαθέτουν επαρκείς πόρους για τους ίδιους και τα μέλη των οικογενειών τους, ώστε να μην επιβαρύνουν κατά τη διάρκεια της περιόδου διαμονής τους το σύστημα κοινωνικής πρόνοιας της Δημοκρατίας˙ ή

(δ) είναι μέλη της οικογένειας, που συνοδεύουν ή αφίκνεινται για να συναντήσουν πολίτη της Ένωσης, ο οποίος πληρεί τους όρους που αναφέρονται στις παραγράφους (α), (β) ή (γ) του παρόντος εδαφίου.

(2) Το δικαίωμα διαμονής που προβλέπεται στο εδάφιο (1), εκτείνεται και στα μέλη της οικογένειας, που δεν είναι υπήκοοι κράτους μέλους, όταν συνοδεύουν ή αφίκνεινται για να συναντήσουν τον πολίτη της Ένωσης στη Δημοκρατία, και εφόσον ο εν λόγω πολίτης πληρεί του όρους που αναφέρονται στις παραγράφους (α), (β) ή (γ) του εδαφίου (1).

(3) Κατά παρέκκλιση από τις διατάξεις της παραγράφου (δ) του εδαφίου (1) και τις διατάξεις του εδαφίου (2), σε περίπτωση πολίτη της Ένωσης ο οποίος ασκεί το δικαίωμα διαμονής του δυνάμει της παραγράφου (γ), του εδαφίου (1) του παρόντος άρθρου, το δικαίωμα διαμονής των μελών της οικογένειας περιορίζεται μόνο στο/στη σύζυγο και στα συντηρούμενα τέκνα :

Νοείται ότι για τους συντηρούμενους απευθείας ανιόντες του εν λόγω πολίτη της Ένωσης καθώς και εκείνους της/του συζύγου του/της, εφαρμόζονται κατ’ αναλογία οι διατάξεις του εδαφίου (2) του άρθρου 4.

(4) Για τους σκοπούς της παραγράφου (α) του εδαφίου (1), η ιδιότητα του μισθωτού εργαζόμενου ή μη μισθωτού εργαζόμενου διατηρείται για τον πολίτη της Ένωσης που έχει παύσει να είναι μισθωτός εργαζόμενος ή μη μισθωτός εργαζόμενος στις ακόλουθες περιπτώσεις:

(α) Είναι προσωρινά ανίκανος για εργασία λόγω ασθένειας ή ατυχήματος˙ ή

(β) έχει καταγραφεί δεόντως ως ακούσια άνεργος, έχοντας ασκήσει επαγγελματική δραστηριότητα άνω του ενός έτους, και ως πρόσωπο το οποίο αναζητά εργασία στο Τμήμα Εργασίας˙ ή

(γ) έχει καταγραφεί δεόντως ως ακούσια άνεργος, αφού συμπλήρωσε σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου διάρκειας μικρότερης του ενός έτους ή αφού κατέστη ακούσια άνεργος κατά τη διάρκεια των πρώτων δώδεκα μηνών, και έχει καταγραφεί ως πρόσωπο το οποίο αναζητά εργασία στο Τμήμα Εργασίας. Στην περίπτωση αυτή, η ιδιότητα του εργαζόμενου διατηρείται επί χρονικό διάστημα που δεν μπορεί να είναι μικρότερο του εξαμήνου˙ ή

(δ) παρακολουθεί μαθήματα επαγγελματικής κατάρτισης. Στην περίπτωση αυτή και εκτός εάν ο ενδιαφερόμενος κατέστη ακούσια άνεργος, η διατήρηση της ιδιότητας του εργαζόμενου προϋποθέτει την ύπαρξη σχέσης μεταξύ της προηγούμενης επαγγελματικής δραστηριότητας και της κατάρτισης.

(5) Το κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις των παραγράφων (β) και (γ) του πιο πάνω εδαφίου πιστοποιείται από το Τμήμα Εργασίας.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ II - ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΥΠΩΣΕΙΣ
Εγγραφή πολίτη της Ένωσης και μέλους της οικογένειάς του, που είναι και αυτός πολίτης της Ένωσης

10.-(1) Παρά τις σχετικές αντίστοιχες διατάξεις για την εγγραφή στον περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμο και τους δυνάμει αυτού εκδιδόμενους Κανονισμούς και στον περί Αρχείου Πληθυσμού Νόμο, οι πολίτες της Ένωσης και τα μέλη της οικογένειας τους που είναι επίσης πολίτες της Ένωσης, υποχρεούνται να εγγραφούν στο Αρχείο Πληθυσμού για τις περιόδους διαμονής τους στη Δημοκρατία που υπερβαίνουν τους τρεις μήνες σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου, εντός προθεσμίας τεσσάρων μηνών από την ημερομηνία άφιξής τους στη Δημοκρατία.

(2) Η αρμόδια αρχή χορηγεί αμέσως βεβαίωση εγγραφής στον Τύπο που αποφασίζεται από την αρμόδια αρχή, στην οποία αναγράφονται μόνο το ονοματεπώνυμο, η διεύθυνση του εγγραφέντος και η ημερομηνία εγγραφής.

(3) Η μη συμμόρφωση με την απαίτηση για εγγραφή θεωρείται αδίκημα τιμωρούμενο με χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δύο χιλιάδες πεντακόσια ευρώ (€2500).

(4) Για τη χορήγηση της αναφερόμενης στο εδάφιο (2) βεβαίωσης εγγραφής, απαιτείται αίτηση που υποβάλλεται στον Τύπο που αποφασίζεται από την αρμόδια αρχή και η καταβολή τέλους ύψους είκοσι ευρώ (€20) καθώς και η προσκόμιση των ακόλουθων εγγράφων:

(α) Για όσους έχει εφαρμογή η παράγραφος (α) του εδαφίου (1) του άρθρου 9, ισχύοντος δελτίου ταυτότητας ή διαβατηρίου, βεβαίωση πρόσληψης από τον εργοδότη ή πιστοποιητικού απασχόλησης ή απόδειξη ότι είναι αυτοεργοδοτούμενοι∙

(β) για όσους έχει εφαρμογή η παράγραφος (β) του εδαφίου (1) του άρθρου 9, ισχύοντος δελτίου ταυτότητας ή διαβατηρίου και των ακόλουθων δικαιολογητικών που να αποδεικνύουν ότι τα εν λόγω πρόσωπα πληρούν τους όρους που καθορίζονται στην εν λόγω παράγραφο-

(i) σταθερό ή ικανοποιητικό εισόδημα από απασχόληση εκτός της Δημοκρατίας∙ ή

(ii) σταθερό ή ικανοποιητικό εισόδημα από άλλες πηγές νόμιμου χαρακτήρα∙ ή

(iii) καταθέσεις επαρκούς ύψους σε τραπεζικά ιδρύματα της Δημοκρατίας ή του εξωτερικού∙ και

(iv) απόδειξη πλήρους ασφαλιστικής κάλυψης ασθένειας στη Δημοκρατία.

(γ) για όσους έχει εφαρμογή η παράγραφος (γ) του εδαφίου (1) του άρθρου 9, ισχύοντος δελτίου ταυτότητας ή διαβατηρίου, απόδειξης της εγγραφής τους σε ιδιωτικό ή δημόσιο ίδρυμα, εγκεκριμένο ή χρηματοδοτούμενο από τη Δημοκρατία για παρακολούθηση κατά κύριο λόγο σπουδών, συμπεριλαμβανομένων μαθημάτων επαγγελματικής κατάρτισης, απόδειξης πλήρους ασφαλιστικής κάλυψης ασθένειας στη Δημοκρατία, καθώς και δήλωσης ή ισοδύναμου μέσου της επιλογής τους η οποία ή το οποίο δεν είναι απαραίτητο να αναφέρει συγκεκριμένο ύψος πόρων, που να βεβαιώνει την αρμόδια αρχή ότι διαθέτουν επαρκείς πόρους για τον εαυτό τους και τα μέλη της οικογένειας τους ούτως ώστε να μην επιβαρύνουν το σύστημα της κοινωνικής πρόνοιας της Δημοκρατίας κατά τη διάρκεια της παραμονής τους.

(5) Η αρμόδια αρχή δεν δύναται να προσδιορίζει το ύψος των πόρων του οποίους η ίδια θεωρεί ως επαρκείς, αλλά πρέπει να λαμβάνει υπόψη την προσωπική κατάσταση του ενδιαφερομένου και, εν πάση περιπτώσει, το εν λόγω ύψος δεν πρέπει να υπερβαίνει το όριο κάτω του οποίου οι πολίτες της Δημοκρατίας δύνανται να λαμβάνουν κοινωνικές παροχές ή, όπου το κριτήριο αυτό δεν εφαρμόζεται, το ύψος της κατώτατης σύνταξης κοινωνικών ασφαλίσεων που καταβάλλεται στη Δημοκρατία.

(6) Για τη χορήγηση βεβαίωσης εγγραφής στα μέλη της οικογένειας πολίτη της Ένωσης, που είναι και αυτά πολίτες της Ένωσης, απαιτείται αίτηση που υποβάλλεται στον Τύπο που αποφασίζεται από την αρμόδια αρχή και η καταβολή τέλους είκοσι ευρώ (€20), καθώς και η προσκόμιση των ακόλουθων εγγράφων:

(α) Ισχύοντος δελτίου ταυτότητας ή διαβατηρίου∙

(β) εγγράφου το οποίο πιστοποιεί την ύπαρξη δεσμού συγγένειας∙

(γ) κατά περίπτωση, της βεβαίωσης εγγραφής του πολίτη της Ένωσης που συνοδεύουν ή έρχονται για να τον/την συναντήσουν∙

(δ) στις περιπτώσεις που εμπίπτουν -

(i) στην παράγραφο (β) του ορισμού που αποδίδεται από το άρθρο 2 στον όρο «μέλος της οικογένειας», απόδειξης της ύπαρξης δεσμού συγγένειας και του γεγονότος ότι τα εν λόγω μέλη της οικογένειας είτε είναι ηλικίας κάτω των 21 ετών είτε συντηρούνται από τον πολίτη της Ένωσης,

(ii) στην παράγραφο (γ) του ορισμού που αποδίδεται από το άρθρο 2 στον όρο «μέλος της οικογένειας», απόδειξης της ύπαρξης δεσμού συγγένειας και του γεγονότος ότι τα εν λόγω μέλη της οικογένειας συντηρούνται από τον πολίτη της Ένωσης·

(ε) στις περιπτώσεις που εμπίπτουν στην παράγραφο (α) του εδαφίου (2) του άρθρου 4, εγγράφου χορηγηθέντος από την αρμόδια αρχή της χώρας καταγωγής ή προέλευσης, το οποίο πιστοποιεί ότι τα εν λόγω μέλη της οικογένειας συντηρούνται από τον πολίτη της Ένωσης ή ότι συμβιώνουν κάτω από τη στέγη του στην εν λόγω χώρα ή απόδειξης της ύπαρξης σοβαρών λόγων υγείας, που καθιστούν απολύτως αναγκαία την προσωπική τους φροντίδα από τον πολίτη της Ένωσης∙ και

(στ) στις περιπτώσεις που εμπίπτουν στην παράγραφο (β) του εδαφίου (2) του άρθρου 4, απόδειξης της ύπαρξης διαρκούς σχέσης με τον πολίτη της Ένωσης.

Δελτίο διαμονής για τα μέλη της οικογένειας που δεν είναι υπήκοοι κράτους μέλους

11.-(1) Στα μέλη της οικογένειας πολίτη της Ένωσης, που δεν είναι υπήκοοι κράτους μέλους, χορηγείται από την αρμόδια αρχή δελτίο διαμονής κατά τα διαλαμβανόμενα στα ακόλουθα εδάφια, εφόσον η προβλεπόμενη διάρκεια διαμονής τους στη Δημοκρατία υπερβαίνει τους τρεις μήνες.

(2)(α) Η προθεσμία που προνοείται για την υποβολή της αίτησης για τη χορήγηση του δελτίου διαμονής, είναι τέσσερις μήνες από την ημερομηνία άφιξης στη Δημοκρατία του μέλους της οικογένειας πολίτη της Ένωσης. Η αρμόδια αρχή, με την υποβολή της αίτησης για τη χορήγηση δελτίου διαμονής και με την καταβολή του τέλους των είκοσι ευρώ (€20) εκδίδει αμέσως βεβαίωση υποβολής της εν λόγω αίτησης.

(β) Η μη συμμόρφωση με την απαίτηση υποβολής αίτησης για τη χορήγηση δελτίου διαμονής θεωρείται αδίκημα τιμωρούμενο με χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δύο χιλιάδες πεντακόσια ευρώ (€2500).

Χορήγηση δελτίου διαμονής

12.-(1) Το δικαίωμα διαμονής των μελών της οικογένειας πολίτη της Ένωσης, που δεν είναι υπήκοοι κράτους μέλους, πιστοποιείται με τη χορήγηση εγγράφου, το οποίο καλείται «Δελτίο διαμονής μέλους της οικογένειας πολίτη της Ένωσης που δεν είναι υπήκοος κράτους μέλους της Ένωσης» και το οποίο εκδίδεται από την αρμόδια αρχή έπειτα από αίτηση που υποβάλλεται στον Τύπο που αποφασίζεται από την αρμόδια αρχή, το αργότερο εντός εξαμήνου από τη ημερομηνία υποβολής της αίτησης.

(2) Για τη χορήγηση του αναφερομένου στο εδάφιο (1) δελτίου διαμονής, στον τύπο που αποφασίζεται από την αρμόδια αρχή, απαιτείται από τα μέλη της οικογένειας πολίτη της Ένωσης η προσκόμιση των ακόλουθων εγγράφων:

(α) Ισχύοντος διαβατηρίου∙

(β) εγγράφου το οποίο πιστοποιεί την ύπαρξη δεσμού συγγένειας∙

(γ) βεβαίωσης εγγραφής στη Δημοκρατία του πολίτη της Ένωσης που συνοδεύουν ή αφίκνεινται για να συναντήσουν, όπου εφαρμόζεται∙

(δ) στις περιπτώσεις που εμπίπτουν στις παραγράφους (β) και (γ) του ορισμού του όρου «μέλος της οικογένειας» του άρθρου 2, απόδειξης της ύπαρξης δεσμού συγγένειας και του γεγονότος ότι αυτά συντηρούνται από τον πολίτη της Ένωσης∙

(ε) στις περιπτώσεις που εμπίπτουν στην παράγραφο (α) του εδαφίου (2) του άρθρου 4, εγγράφου χορηγηθέντος από την αρμόδια αρχή της χώρας καταγωγής ή προέλευσης το οποίο πιστοποιεί ότι συντηρούνται από τον πολίτη της Ένωσης ή ότι συμβιώνουν κάτω από την ίδια στέγη στην εν λόγω χώρα ή απόδειξης της ύπαρξης σοβαρών λόγων υγείας, που καθιστούν απολύτως αναγκαία την προσωπική φροντίδα του μέλους της οικογένειας από τον πολίτη της Ένωσης∙ και

(στ) στις περιπτώσεις που εμπίπτουν στην παράγραφο (β) του εδαφίου (2) του άρθρου 4, απόδειξης της ύπαρξης διαρκούς σχέσης με τον πολίτη της Ένωσης.

Ισχύς του δελτίου διαμονής

13.-(1) Η διάρκεια ισχύος του δελτίου διαμονής, που προβλέπεται στο εδάφιο (1) του άρθρου 12, είναι πέντε έτη από την ημερομηνία χορήγησης ή για την προβλεπόμενη περίοδο διαμονής του πολίτη της Ένωσης, εφόσον η εν λόγω περίοδος είναι μικρότερη των πέντε ετών.

(2) Σε περίπτωση που η διάρκεια ισχύος του δελτίου διαμονής είναι μικρότερη των πέντε ετών, και ο κάτοχός του δεν αναχώρησε από τη Δημοκρατία, κατά τη λήξη της εν λόγω ισχύος, το πρόσωπο αυτό υποχρεούται να υποβάλει αίτηση για έκδοση νέου δελτίου διαμονής το αργότερο ένα μήνα μετά τη λήξη του προηγούμενου δελτίου διαμονής.

(3) Η μη συμμόρφωση με τις πρόνοιες του εδαφίου (2) του παρόντος άρθρου, θεωρείται αδίκημα τιμωρούμενο με χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δύο χιλιάδες πεντακόσια ευρώ (€2500).

(4) Η ισχύς του δελτίου διαμονής δεν επηρεάζεται από προσωρινές απουσίες που δεν υπερβαίνουν τους έξι μήνες ετησίως ή από απουσίες μεγαλύτερης διάρκειας για την εκπλήρωση υποχρεωτικής στρατιωτικής θητείας ή από μία απουσία δώδεκα συναπτών μηνών κατ’ ανώτατο όριο για σοβαρούς λόγους, περιλαμβανομένης εγκυμοσύνης και μητρότητας, σοβαρής ασθένειας, σπουδών ή επαγγελματικής κατάρτισης ή απόσπασης σε άλλο κράτος μέλος ή τρίτη χώρα.

(5) Η ισχύς του δελτίου διαμονής τερματίζεται όταν η απουσία υπερβαίνει τις χρονικές περιόδους που αναφέρονται στο εδάφιο (4) ανωτέρω.

ΜΕΡΟΣ IV ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΜΟΝΙΜΗΣ ΔΙΑΜΟΝΗΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ I - ΔΙΚΑΙΟΥΧΟΙ
Γενικός κανόνας για τους πολίτες της Ένωσης και τα μέλη των οικογενειών τους

14.-(1) Οι πολίτες της Ένωσης, οι οποίοι έχουν διαμείνει νομίμως στη Δημοκρατία για συνεχή περίοδο πέντε ετών, έχουν δικαίωμα μόνιμης διαμονής. Το δικαίωμα αυτό δεν υπόκειται στους όρους που προβλέπονται στα ΜΕΡΗ III και VI.

(2) Οι διατάξεις του εδαφίου (1) εφαρμόζονται και στα μέλη της οικογένειας, που δεν είναι υπήκοοι κράτους μέλους και που έχουν διαμείνει νομίμως με τον πολίτη της Ένωσης στη Δημοκρατία για συνεχή περίοδο πέντε ετών.

(3) Το αδιάλειπτο της διαμονής δεν επηρεάζεται από προσωρινές απουσίες που δεν υπερβαίνουν συνολικά τους έξι μήνες ετησίως ή από απουσίες μεγαλύτερης διάρκειας για την εκπλήρωση υποχρεωτικής στρατιωτικής θητείας ή από μία απουσία δώδεκα συναπτών μηνών κατ’ ανώτατο όριο για σοβαρούς λόγους, περιλαμβανομένης εγκυμοσύνης και μητρότητας, σοβαρής ασθένειας, σπουδών ή επαγγελματικής κατάρτισης ή απόσπασης σε άλλο κράτος μέλος ή τρίτη χώρα.

(4) Από τη στιγμή που θα αποκτηθεί το δικαίωμα μόνιμης διαμονής, η απώλεια του δικαιώματος αυτού επέρχεται μόνο σε περίπτωση απουσίας από τη Δημοκρατία για χρονικό διάστημα που υπερβαίνει τα δύο συνεχόμενα έτη.

Παρεκκλίσεις για τα πρόσωπα τα οποία δεν εργάζονται πλέον στη Δημοκρατία και για τα μέλη των οικογενειών τους

15.-(1) Κατά παρέκκλιση από τις διατάξεις του άρθρου 14, το δικαίωμα μόνιμης διαμονής στη Δημοκρατία πριν από τη συμπλήρωση συνεχούς περιόδου πέντε ετών διαμονής στη Δημοκρατία απολαύουν-

(α) Οι μισθωτοί εργαζόμενοι ή οι μη μισθωτοί εργαζόμενοι, οι οποίοι, κατά το χρόνο παύσης της εργασίας τους, έχουν φθάσει στην ηλικία που καθορίζεται από την εκάστοτε ισχύουσα στη Δημοκρατία νομοθεσία περί κοινωνικών ασφαλίσεων για την απόκτηση δικαιώματος συνταξιοδότησης λόγω γήρατος, ή μισθωτοί εργαζόμενοι, οι οποίοι έχουν παύσει να ασκούν μισθωτή δραστηριότητα λόγω πρόωρης αφυπηρέτησης, υπό την προϋπόθεση ότι έχουν εργασθεί στη Δημοκρατία τουλάχιστον τους προηγούμενους δώδεκα μήνες και ότι έχουν διαμείνει στη Δημοκρατία συνεχώς για περισσότερα από τρία έτη∙

(β) στους μισθωτούς εργαζόμενους ή μη μισθωτούς εργαζόμενους, οι οποίοι έχουν διαμείνει συνεχώς για περισσότερα από δύο έτη στη Δημοκρατία και έχουν παύσει να εργάζονται στη Δημοκρατία λόγω μόνιμης ανικανότητας για εργασία:

Νοείται ότι, αν η ως άνω ανικανότητα προήλθε συνεπεία εργατικού ατυχήματος ή επαγγελματικής νόσου, που παρέχει δικαίωμα σε σύνταξη πληρωτέα ολικώς ή μερικώς από τις Υπηρεσίες Κοινωνικών Ασφαλίσεων ή άλλο ευεργέτημα το οποίο καταβάλλεται στον ενδιαφερόμενο εν όλω ή εν μέρει από αρμόδιο φορέα δυνάμει άλλης σχετικής νομοθεσίας, δεν επιβάλλονται όροι όσον αφορά τη διάρκεια διαμονής στη Δημοκρατία∙

(γ) στους μισθωτούς εργαζόμενους ή μη μισθωτούς εργαζόμενους, οι οποίοι, μετά τη συμπλήρωση τριών ετών συνεχούς απασχόλησης και διαμονής στη Δημοκρατία, ασκούν μισθωτή ή μη μισθωτή δραστηριότητα σε άλλο κράτος μέλος, διατηρώντας τον τόπο διαμονής τους στη Δημοκρατία, στην οποία επιστρέφουν, τουλάχιστον, μία φορά την εβδομάδα.

(2) Για τους σκοπούς της απόκτησης των δικαιωμάτων που προβλέπονται στις παραγράφους (α) και (β) του εδαφίου (1), οι περίοδοι απασχόλησης στο κράτος μέλος όπου εργάζεται ο ενδιαφερόμενος λογίζονται ως περίοδοι απασχόλησης οι οποίες πραγματοποιήθηκαν στη Δημοκρατία. Οι περίοδοι ακούσιας ανεργίας, οι οποίες έχουν καταγραφεί δεόντως από το Τμήμα Εργασίας, οι περίοδοι διακοπής δραστηριότητας που δεν οφείλονται στη βούληση του ενδιαφερομένου και οι απουσίες από την εργασία ή η διακοπή της εργασίας λόγω ασθενείας ή ατυχήματος λογίζονται ως περίοδοι απασχόλησης.

(3) Οι όροι για τη διάρκεια διαμονής και απασχόλησης στη Δημοκρατία που προβλέπονται στην παράγραφο (α) του εδαφίου (1) και ο όρος για τη διάρκεια διαμονής που προβλέπεται στην παράγραφο (β) του εν λόγω εδαφίου, δεν ισχύουν στην περίπτωση που η σύζυγος του μισθωτού εργαζομένου ή του μη μισθωτού εργαζομένου είναι υπήκοος της Δημοκρατίας ή απώλεσε αυτήν την υπηκοότητα λόγω του γάμου της με το μισθωτό εργαζόμενο ή το μη μισθωτό εργαζόμενο.

(4) Ανεξαρτήτως ιθαγένειας, τα μέλη της οικογένειας μισθωτού εργαζομένου ή μη μισθωτού εργαζομένου που διαμένουν μαζί του στη Δημοκρατία, έχουν δικαίωμα μόνιμης διαμονής, εφόσον ο ίδιος ο μισθωτός εργαζόμενος ή μη μισθωτός εργαζόμενος έχει αποκτήσει δικαίωμα μόνιμης διαμονής στη Δημοκρατία δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου (1):

Νοείται ότι, αν ο μισθωτός εργαζόμενος ή μη μισθωτός εργαζόμενος απεβίωσε ενόσω ακόμη εργαζόταν αλλά πριν αποκτήσει το δικαίωμα μόνιμης διαμονής στη Δημοκρατία δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου (1), τα μέλη της οικογένειάς του που διαμένουν μαζί του στη Δημοκρατία, έχουν δικαίωμα μόνιμης διαμονής στη Δημοκρατία, υπό τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

(α) Ο μισθωτός εργαζόμενος ή μη μισθωτός εργαζόμενος είχε κατά τον χρόνο του θανάτου του διαμείνει συνεχώς επί δύο συνεχόμενα έτη στη Δημοκρατία∙ ή

(β) ο θάνατός του οφείλεται σε εργατικό ατύχημα ή επαγγελματική νόσο∙ ή

(γ) η επιζούσα σύζυγος έχει απολέσει την  υπηκοότητα της Δημοκρατίας λόγω του γάμου της με το μισθωτό εργαζόμενο ή μη μισθωτό εργαζόμενο.

Απόκτηση δικαιώματος μόνιμης διαμονής από ορισμένα μέλη της οικογένειας που δεν είναι υπήκοοι κράτους μέλους

16. Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 15, τα μέλη της οικογένειας πολίτη της Ένωσης για τα οποία εφαρμόζονται το εδάφιο (2) του άρθρου 25 και το εδάφιο (2) του άρθρου 26 και, τα οποία, πληρούν τους προβλεπόμενους από τα εν λόγω εδάφια όρους, αποκτούν το δικαίωμα μόνιμης διαμονής εάν διαμείνουν νομίμως στη Δημοκρατία για περίοδο πέντε συνεχόμενων ετών.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ II - ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΥΠΩΣΕΙΣ
Πιστοποιητικό μόνιμης διαμονής πολίτη της Ένωσης

17.-(1) Στους δικαιούχους μόνιμης διαμονής πολίτες της Ένωσης και αφού εξακριβωθεί από την αρμόδια αρχή η περίοδος διαμονής τους στη Δημοκρατία, χορηγείται κατόπιν αίτησής τους που υποβάλλεται στον Τύπο που αποφασίζεται από την αρμόδια αρχή και με την καταβολή του τέλους των είκοσι ευρώ (€20), πιστοποιητικό μόνιμης διαμονής στη Δημοκρατία, στον Τύπο που αποφασίζεται από την αρμόδια αρχή.

(2) Το αναφερόμενο στο εδάφιο (1) πιστοποιητικό, εκδίδεται από την αρμόδια αρχή το συντομότερο δυνατό μετά την ημέρα υποβολής της σχετικής αίτησης.

Δελτίο μόνιμης διαμονής για μέλη της οικογένειας που δεν είναι υπήκοοι κράτους μέλους

18.-(1) Στα δικαιούχα μόνιμης διαμονής μέλη της οικογένειας πολίτη της Ένωσης, που δεν είναι υπήκοοι κράτους μέλους, χορηγείται κατόπιν αίτησής τους που υποβάλλεται στον Τύπο που αποφασίζεται από την αρμόδια αρχή και με την καταβολή του τέλους των είκοσι ευρώ (€20) δελτίο μόνιμης διαμονής στον Τύπο που αποφασίζεται από την αρμόδια αρχή, ισχύος δέκα ετών, εντός εξαμήνου από την υποβολή της σχετικής αίτησης. Το εν λόγω δελτίο ανανεώνεται αυτοδικαίως ανά δεκαετία από την ημερομηνία έκδοσης και μετά από σχετική αίτηση του ενδιαφερομένου και την καταβολή τέλους είκοσι ευρώ (€20).

(2) (α) Η αίτηση για τη χορήγηση δελτίου μόνιμης διαμονής πρέπει να υποβάλλεται από τον ενδιαφερόμενο εντός ενός μηνός από τη λήξη της ισχύος του δελτίου διαμονής.

(β) Η μη συμμόρφωση με την απαίτηση υποβολής έγκαιρης αίτησης για τη χορήγηση δελτίου μόνιμης διαμονής, συνιστά αδίκημα τιμωρούμενο με χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δύο χιλιάδες πεντακόσια ευρώ (€2.500).

(3) Διακοπή της διαμονής, που δεν υπερβαίνει τα δύο συνεχόμενα έτη, δεν επηρεάζει την ισχύ του δελτίου μόνιμης διαμονής.

Αδιάλειπτο της διαμονής

19. Για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου, το αδιάλειπτο της διαμονής δύναται να πιστοποιείται με κάθε εν χρήσει στη Δημοκρατία αποδεικτικό μέσο που μπορεί να απαιτηθεί από την αρμόδια αρχή για το σκοπό αυτό. Το αδιάλειπτο της διαμονής διακόπτεται από κάθε απόφαση απέλασης η οποία εκτελείται νομοτύπως κατά του ενδιαφερόμενου.

ΜΕΡΟΣ V ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΚΟΙΝΕΣ ΓΙΑ ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΔΙΑΜΟΝΗΣ ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΜΟΝΙΜΗΣ ΔΙΑΜΟΝΗΣ
Εδαφική εφαρμογή

20. Το δικαίωμα διαμονής και το δικαίωμα μόνιμης διαμονής των προσώπων επί των οποίων έχει εφαρμογή ο παρών Νόμος καλύπτει τις ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές.

Συναφή δικαιώματα

21. Τα μέλη της οικογένειας πολίτη της Ένωσης, ανεξαρτήτως ιθαγένειας, τα οποία έχουν δικαίωμα διαμονής ή το δικαίωμα μόνιμης διαμονής στη Δημοκρατία, δικαιούνται να αναλαμβάνουν μισθωτή ή μη μισθωτή δραστηριότητα.

Ίση μεταχείριση

22.- (1) Τηρουμένων των ειδικών διατάξεων που προβλέπονται ρητά στη Συνθήκη και στο παράγωγο κοινοτικό δίκαιο, όλοι οι πολίτες της Ένωσης που διαμένουν στη Δημοκρατία δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου, τυγχάνουν ίσης μεταχείρισης με τους πολίτες της Δημοκρατίας στους τομείς που καλύπτονται από τη Συνθήκη. Τα διαλαμβανόμενα στο άρθρο αυτό ισχύουν και για τα μέλη της οικογένειας πολίτη της Ένωσης, που δεν είναι υπήκοοι κράτους μέλους, και που έχουν δικαίωμα διαμονής ή μόνιμης διαμονής δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου.

(2) Κατά παρέκκλιση από τις διατάξεις του εδαφίου (1), δεν υφίσταται δικαίωμα σε κοινωνικές παροχές κατά τους πρώτους τρεις μήνες διαμονής, ή, κατά περίπτωση, κατά το μακρότερο χρονικό διάστημα που προβλέπεται στην παράγραφο (β) του εδαφίου (4) του άρθρου 27, ούτε παρέχεται, πριν από την απόκτηση του δικαιώματος μόνιμης διαμονής, επίδομα συντήρησης για σπουδές, συμπεριλαμβανομένης της επαγγελματικής κατάρτισης, αποτελούμενης από υποτροφίες για σπουδές ή σπουδαστικά δάνεια, σε πρόσωπα άλλα από μισθωτούς εργαζόμενους, μη μισθωτούς εργαζόμενους, σε πρόσωπα που διατηρούν αυτή την ιδιότητα και στα μέλη των οικογενειών τους.

(3) Οι διατάξεις των εδαφίων (1) και (2) αναφορικά με οποιαδήποτε άλλα δικαιώματα πέραν από αυτό του δικαιώματος διαμονής στη Δημοκρατία, εφαρμόζονται μόνο σε σχέση με Ευρωπαίους πολίτες και στα μέλη της οικογένειάς τους που διαμένουν στις ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές.

Γενικές διατάξεις περί των εγγράφων διαμονής

23. (1) Η κατοχή των προβλεπόμενων στον παρόντα Νόμο εγγράφων διαμονής και ειδικότερα της βεβαίωσης εγγραφής, του πιστοποιητικού μόνιμης διαμονής, της βεβαίωσης που πιστοποιεί την υποβολή αίτησης για χορήγηση δελτίου διαμονής μέλους της οικογένειας, δελτίου διαμονής μέλους της οικογένειας ή δελτίου μόνιμης διαμονής δε δύναται, σε καμία περίπτωση, να επιβάλλεται ως προϋπόθεση για την άσκηση δικαιώματος ή τη διεκπεραίωση διοικητικής διατύπωσης, εφόσον η κατοχή δικαιωμάτων δύναται να πιστοποιείται με οποιοδήποτε άλλο αποδεικτικό μέσο.

(2) Όλα τα έγγραφα που αναφέρονται στο εδάφιο (1) χορηγούνται ατελώς ή έναντι τέλους που δεν υπερβαίνει το επιβαλλόμενο στους πολίτες της Δημοκρατίας τέλος για τη χορήγηση παρεμφερών εγγράφων.

Έλεγχοι

24.-(1) Οποιοσδήποτε επί καθήκοντι αστυνομικός, ή η αρμόδια αρχή, δύναται να απαιτήσει από οποιοδήποτε πρόσωπο στο οποίο εφαρμόζεται ο παρών Νόμος να προσκομίσει, κατά περίπτωση, το ισχύον δελτίο ταυτότητάς του ή διαβατήριο, τη βεβαίωση εγγραφής ή το δελτίο διαμονής του, ή αν το πρόσωπο αυτό αδυνατεί κατά τη δεδομένη στιγμή να παρουσιάσει τα έγγραφα αυτά, δύναται να απαιτήσει από αυτό να προσκομίσει τα έγγραφα αυτά εντός ορισμένου χρονικού διαστήματος, όπως ήθελε κρίνει αναγκαίο.

(2) Σε περίπτωση που πρόσωπο αρνείται ή παραλείπει να προσκομίσει τα εν λόγω έγγραφα, όταν αυτό ζητείται νόμιμα σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου ή εντός του χρονικού διαστήματος που τίθεται, είναι ένοχο αδικήματος και υπόκειται, σε περίπτωση καταδίκης του σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τα χίλια επτακόσια ευρώ (€1700).

ΜΕΡΟΣ VI ΔΙΑΤΗΡΗΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ ΔΙΑΜΟΝΗΣ ΚΑΙ ΜΟΝΙΜΗΣ ΔΙΑΜΟΝΗΣ
Διατήρηση του δικαιώματος διαμονής από τα μέλη της οικογένειας πολίτη της Ένωσης σε περίπτωση θανάτου ή αναχώρησής του από τη Δημοκρατία

25.-(1) Ο θάνατος του πολίτη της Ένωσης ή η αναχώρησή του από τη Δημοκρατία δε θίγει το δικαίωμα διαμονής των μελών της οικογένειάς του, τα οποία είναι υπήκοοι κράτους μέλους:

Νοείται ότι, πριν από την απόκτηση δικαιώματος μόνιμης διαμονής, οι ενδιαφερόμενοι πρέπει να πληρούν τους όρους που καθορίζονται στις παραγράφους (α), (β), (γ) ή (δ) του εδαφίου (1) του άρθρου 9.

(2) Ο θάνατος του πολίτη της Ένωσης δε συνεπάγεται απώλεια του δικαιώματος διαμονής των μελών της οικογένειάς του, που δεν είναι υπήκοοι κράτους μέλους, και έχουν διαμείνει στη Δημοκρατία ως μέλη της οικογένειάς του επί ένα έτος τουλάχιστον πριν από το θάνατο του πολίτη της Ένωσης:

Νοείται ότι, πριν από την απόκτηση του δικαιώματος μόνιμης διαμονής, το δικαίωμα διαμονής των ενδιαφερομένων εξακολουθεί να τελεί υπό την προϋπόθεση ότι μπορούν να αποδείξουν ότι είναι μισθωτοί εργαζόμενοι ή μη μισθωτοί εργαζόμενοι ή ότι διαθέτουν επαρκείς πόρους για τους ίδιους και για τα μέλη της οικογένειάς τους, ώστε να μην επιβαρύνουν κατά τη διάρκεια της διαμονής τους το σύστημα κοινωνικής πρόνοιας της Δημοκρατίας, και ότι διαθέτουν πλήρη ασφαλιστική κάλυψη ασθένειας στη Δημοκρατία, ή ότι είναι μέλη της ήδη συσταθείσας στη Δημοκρατία οικογένειας ενός προσώπου, το οποίο πληροί τις ανωτέρω προϋποθέσεις.

(3) Τα αναφερόμενα στα εδάφια (1) και (2) μέλη της οικογένειας διατηρούν το δικαίωμα διαμονής αποκλειστικά σε προσωπική βάση.

(4) Η αναχώρηση του πολίτη της Ένωσης από τη Δημοκρατία ή ο θάνατός του δε συνεπάγεται απώλεια του δικαιώματος διαμονής των τέκνων του ή του γονέα ο οποίος έχει την πραγματική επιμέλεια των τέκνων, ανεξαρτήτως ιθαγένειας, εφόσον τα τέκνα διαμένουν στη Δημοκρατία και είναι εγγεγραμμένα σε εκπαιδευτικό ίδρυμα με σκοπό την πραγματοποίηση σπουδών στη Δημοκρατία, μέχρι την ολοκλήρωση των σπουδών τους.

Διατήρηση του δικαιώματος διαμονής από τα μέλη της οικογένειας σε περίπτωση διαζυγίου ή ακύρωσης του γάμου

26.-(1) Το διαζύγιο ή η ακύρωση του γάμου, δεν επηρεάζει το δικαίωμα διαμονής των μελών της οικογένειας του πολίτη της Ένωσης, τα οποία είναι υπήκοοι κράτους μέλους:

Νοείται ότι, πριν από την απόκτηση δικαιώματος μόνιμης διαμονής, οι ενδιαφερόμενοι πρέπει να πληρούν τους όρους που καθορίζονται στις παραγράφους (α), (β), (γ) ή (δ) του εδαφίου (1) του άρθρου 9.

(2) Το διαζύγιο ή η ακύρωση του γάμου, δε συνεπάγεται απώλεια του δικαιώματος διαμονής των μελών της οικογένειας του πολίτη της Ένωσης, τα οποία δεν είναι υπήκοοι κράτους μέλους, στις ακόλουθες περιπτώσεις:

(α) Αν ο γάμος διήρκησε μέχρι την έναρξη της διαδικασίας έκδοσης διαζυγίου ή ακύρωσης του γάμου, τρία έτη τουλάχιστον, εκ των οποίων το ένα έτος στη Δημοκρατία∙ ή

(β) αν η επιμέλεια των τέκνων του πολίτη της Ένωσης έχει ανατεθεί βάσει συμφωνίας δεόντως επικυρωμένης από αρμόδιο δικαστήριο μεταξύ των συζύγων, στο/στη σύζυγο, που δεν είναι υπήκοος κράτους μέλους, ή με διάταγμα δικαστηρίου∙ ή

(γ) αν τούτο υπαγορεύεται από ιδιαιτέρως δυσχερείς καταστάσεις, περιλαμβανομένης της περίπτωσης που το μέλος της οικογένειας κατέστη θύμα βίας στην οικογένεια όπως αυτό καθορίζεται στον περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμο, ενόσω υφίστατο ο γάμος∙ ή

(δ) αν ο/η σύζυγος που δεν είναι υπήκοος κράτους μέλους απολαύει, βάσει συμφωνίας δεόντως επικυρωμένης από αρμόδιο δικαστήριο μεταξύ των συζύγων, ή με διάταγμα δικαστηρίου, του δικαιώματος επικοινωνίας με ανήλικο τέκνο, υπό τον όρο ότι το δικαστήριο αποφάνθηκε ότι η επικοινωνία αυτή πρέπει να πραγματοποιείται στη Δημοκρατία και για όσο διάστημα απαιτείται:

Νοείται ότι, πριν από την απόκτηση του δικαιώματος μόνιμης διαμονής, το δικαίωμα διαμονής των ενδιαφερόμενων εξακολουθεί να τελεί υπό την προϋπόθεση ότι μπορούν να αποδείξουν ότι είναι μισθωτοί εργαζόμενοι ή μη μισθωτοί εργαζόμενοι ή ότι διαθέτουν επαρκείς πόρους για τους ίδιους και για τα μέλη της οικογένειάς τους, ώστε να μην επιβαρύνουν κατά τη διάρκεια της περιόδου διαμονής τους το σύστημα κοινωνικής πρόνοιας της Δημοκρατίας, και ότι διαθέτουν πλήρη ασφαλιστική κάλυψη ασθένειας στη Δημοκρατία, ή ότι είναι μέλη της ήδη συσταθείσας στη Δημοκρατία οικογένειας ενός προσώπου το οποίο πληρεί τις ανωτέρω προϋποθέσεις.

(3) Τα αναφερόμενα στα εδάφια (1) και (2) μέλη της οικογένειας διατηρούν το δικαίωμα διαμονής αποκλειστικά σε προσωπική βάση.

Όροι που τίθενται για τη διατήρηση του δικαιώματος διαμονής από τους πολίτες της Ένωσης και τα μέλη της οικογένειάς τους

27.-(1) Οι πολίτες της Ένωσης και τα μέλη της οικογένειάς τους διατηρούν το δικαίωμα διαμονής που προβλέπεται στο άρθρο 8, ενόσω δεν αποτελούν υπέρμετρο βάρος για το σύστημα κοινωνικής πρόνοιας της Δημοκρατίας.

(2) Οι πολίτες της Ένωσης και τα μέλη της οικογένειάς τους έχουν το δικαίωμα διαμονής που προβλέπεται στα άρθρα 9, 25 και 26, ενόσω πληρούν τους όρους που καθορίζονται στα εν λόγω άρθρα. Σε συγκεκριμένες περιπτώσεις όπου υπάρχει εύλογη αμφιβολία κατά πόσο ο πολίτης της Ένωσης ή τα μέλη της οικογένειάς του πληρούν τους όρους που καθορίζονται στα εν λόγω άρθρα, η αρμόδια αρχή δύναται να ελέγχει εάν πληρούνται οι όροι αυτοί:

Νοείται ότι, ο έλεγχος αυτός δε δύναται να έχει συστηματικό χαρακτήρα.

(3) Η προσφυγή στο σύστημα κοινωνικής πρόνοιας της Δημοκρατίας πολίτη της Ένωσης ή μέλους της οικογένειάς του δε συνεπάγεται αυτομάτως τη λήψη μέτρου απέλασης. Η αρμόδια αρχή θα πρέπει στην περίπτωση αυτή, να εξετάζει εάν πρόκειται για περίπτωση προσωρινών δυσκολιών και να λαμβάνει υπόψη της την περίοδο διαμονής του ενδιαφερόμενου στη Δημοκρατία, την προσωπική του κατάσταση και το ποσό της ενίσχυσης που του χορηγήθηκε, προκειμένου να εκτιμά κατά πόσο ο δικαιούχος αποτελεί υπέρμετρο βάρος για το σύστημα κοινωνικής πρόνοιας και, ακολούθως, να προβαίνει στη λήψη μέτρου απέλασής του.

(4) Κατά παρέκκλιση από τα εδάφια (1) και (2) και με την επιφύλαξη των διατάξεων του ΜΕΡΟΥΣ VII, σε καμία περίπτωση, δεν πρέπει να λαμβάνεται από την αρμόδια αρχή μέτρο απέλασης κατά πολιτών της Ένωσης ή μελών των οικογενειών τους, εφόσον οι πολίτες της Ένωσης-

(α) Είναι μισθωτοί εργαζόμενοι ή μη μισθωτοί εργαζόμενοι∙ ή

(β) εισήλθαν στην επικράτεια της Δημοκρατίας προκειμένου να αναζητήσουν εργασία. Σε αυτή την περίπτωση, οι πολίτες της Ένωσης και τα μέλη των οικογενειών τους, δε δύναται να απελαθούν ενόσω μπορούν να παρέχουν αποδείξεις ότι συνεχίζουν να αναζητούν εργασία και ότι έχουν πραγματικές πιθανότητες να προσληφθούν.

Διαδικαστικές εγγυήσεις

28.-(1) Οι διαδικασίες που προβλέπονται στα άρθρα 32 και 33 εφαρμόζονται κατ’ αναλογία για κάθε απόφαση περιοριστική της ελεύθερης κυκλοφορίας των πολιτών της Ένωσης και των μελών των οικογενειών τους, για λόγους άλλους από τη δημόσια τάξη, τη δημόσια ασφάλεια ή τη δημόσια υγεία.

(2) Η λήξη της ισχύος του δελτίου ταυτότητας ή του διαβατηρίου βάσει του οποίου ο ενδιαφερόμενος εισήλθε στη Δημοκρατία και του χορηγήθηκε η βεβαίωση εγγραφής ή το δελτίο διαμονής δεν αποτελεί λόγο απέλασης από τη Δημοκρατία.

(3) Η αρμόδια αρχή δεν επιβάλλει απαγόρευση εισόδου σε συνδυασμό με απόφαση απέλασης για την οποία ισχύουν τα διαλαμβανόμενα στο εδάφιο (1).

ΜΕΡΟΣ VII ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟΙ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ ΕΙΣΟΔΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ ΔΙΑΜΟΝΗΣ ΓΙΑ ΛΟΓΟΥΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΤΑΞΗΣ, ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ Ή ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΥΓΕΙΑΣ
Γενικές αρχές

29.-(1) Με την επιφύλαξη των διατάξεων του παρόντος Μέρους, η αρμόδια αρχή δύναται να επιβάλλει περιορισμούς στο δικαίωμα ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής των πολιτών της Ένωσης και των μελών των οικογενειών τους, ανεξαρτήτως ιθαγένειας, για λόγους δημόσιας τάξης, δημόσιας ασφάλειας ή δημόσιας υγείας.

(2) Δε δύναται να γίνεται επίκληση των λόγων του εδαφίου (1) για την εξυπηρέτηση οικονομικών σκοπών.

(3)(α) Κάθε μέτρο που λαμβάνεται για λόγους δημόσιας τάξης ή δημόσιας ασφάλειας, πρέπει να τηρεί την αρχή της αναλογικότητας και να θεμελιώνεται αποκλειστικά στην προσωπική συμπεριφορά του ατόμου που το αφορά, η οποία πρέπει να συνιστά πραγματική, ενεστώσα και επαρκώς σοβαρή απειλή, στρεφόμενη κατά θεμελιώδους συμφέροντος της κοινωνίας:

Νοείται ότι, δεν επιτρέπεται η επίκληση λόγων που δε συνδέονται με τα στοιχεία της εκάστοτε ατομικής περίπτωσης ούτε η επίκληση λόγων γενικής πρόληψης∙

(β) Προηγούμενες ποινικές καταδίκες δεν αποτελούν αφ’ εαυτών λόγους για τη λήψη τέτοιων μέτρων.

(4) Για να εξακριβωθεί κατά πόσο ο ενδιαφερόμενος συνιστά απειλή για τη δημόσια τάξη ή τη δημόσια ασφάλεια, κατά την έκδοση βεβαίωσης εγγραφής ή κατά την έκδοση του δελτίου διαμονής, η αρμόδια αρχή δύναται, εφόσον το κρίνει απαραίτητο, να ζητά από το κράτος μέλος καταγωγής του ενδιαφερομένου και, ενδεχομένως, από άλλα κράτη μέλη, να της παρέχουν εντός δυο μηνών το αργότερο πληροφορίες για το ποινικό μητρώο, που πιθανόν να έχει ο ενδιαφερόμενος:

Νοείται ότι, η έρευνα αυτή δε δύναται να έχει συστηματικό χαρακτήρα.

Προστασία κατά της απέλασης

30.-(1) Προτού η αρμόδια αρχή λάβει απόφαση απέλασης για λόγους δημόσιας τάξης ή δημόσιας ασφάλειας, λαμβάνει υπόψη της την περίοδο διαμονής του ενδιαφερόμενου προσώπου στη Δημοκρατία, την ηλικία του, την κατάσταση της υγείας του, την οικογενειακή και οικονομική του κατάσταση, την κοινωνική και πολιτιστική ενσωμάτωσή του στη Δημοκρατία και το εύρος των δεσμών του με τη χώρα καταγωγής του.

(2) Η αρμόδια αρχή δε δύναται να λαμβάνει απόφαση απέλασης πολίτη της Ένωσης ή μέλους της οικογένειάς του, ανεξαρτήτως ιθαγένειας, που έχει αποκτήσει δικαίωμα μόνιμης διαμονής στη επικράτεια της Δημοκρατίας, παρά μόνο για σοβαρούς λόγους δημόσιας τάξης ή δημόσιας ασφάλειας.

(3) Ουδεμία απόφαση απέλασης πολίτη της Ένωσης λαμβάνεται, εκτός εάν η απόφαση αυτή βασίζεται σε επιτακτικούς λόγους δημόσιας ασφάλειας, εφόσον τα πρόσωπα αυτά-

(α) Έχουν διαμείνει κατά τα προηγούμενα δέκα έτη στη Δημοκρατία, ή

(β) είναι ανήλικοι, εκτός εάν η απέλαση είναι απαραίτητη για το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού, όπως προβλέπεται στη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για τα Δικαιώματα του Παιδιού, της 20ης Νοεμβρίου 1989, η οποία κυρώθηκε με τον περί της Σύμβασης περί των Δικαιωμάτων του Παιδιού (Κυρωτικό) Νόμο.

Δημόσια υγεία

31.-(1) Οι μόνες ασθένειες που δικαιολογούν μέτρα περιοριστικά του δικαιώματος της ελεύθερης κυκλοφορίας, είναι οι ασθένειες που εγκλείουν κίνδυνο επιδημίας, όπως ορίζονται στις οικείες πράξεις της Παγκόσμιας Οργάνωσης Υγείας, καθώς και άλλες λοιμώδεις νόσοι ή μεταδοτικές παρασιτικές ασθένειες, εφόσον αποτελούν, στη Δημοκρατία, αντικείμενο διατάξεων προστασίας που εφαρμόζονται στους πολίτες της Δημοκρατίας.

(2) Οι ασθένειες που επέρχονται μετά την πάροδο των τριών μηνών από την ημερομηνία άφιξης στη Δημοκρατία, δε δύνανται να αποτελέσουν λόγους για απέλαση από τη Δημοκρατία.

(3) Η αρμόδια αρχή δύναται, στις περιπτώσεις που υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις που το δικαιολογούν, να ζητήσει εντός τριών μηνών από την ημερομηνία άφιξης στη Δημοκρατία, την υποβολή δικαιούχου του δικαιώματος διαμονής σε δωρεάν ιατρική εξέταση από τις Ιατρικές Υπηρεσίες και Υπηρεσίες Δημόσιας Υγείας του Υπουργείου Υγείας, προκειμένου να πιστοποιηθεί ότι δεν πάσχει από καμία από τις αναφερόμενες στο εδάφιο (1) ασθένειες:

Νοείται ότι, οι εν λόγω ιατρικές εξετάσεις δε δύνανται να έχουν συστηματικό χαρακτήρα.

Κοινοποίηση των αποφάσεων

32.-(1) Κάθε απόφαση που λαμβάνεται δυνάμει του εδαφίου (1) του άρθρου 29, κοινοποιείται γραπτώς στους ενδιαφερόμενους και συντάσσεται κατά τρόπο που να τους επιτρέπει να κατανοήσουν το περιεχόμενο και τις συνέπειές της έναντι αυτών.

(2) Οι ενδιαφερόμενοι ενημερώνονται, επακριβώς και πλήρως, για τους λόγους δημόσιας τάξης, δημόσιας ασφάλειας ή δημόσιας υγείας επί των οποίων στηρίζεται η ληφθείσα στην περίπτωσή τους απόφαση, εκτός εάν αυτό αντιτίθεται στα συμφέροντα της ασφάλειας της Δημοκρατίας.

(3) Η κοινοποίηση περιέχει μνεία της αρχής ενώπιον της οποίας ο ενδιαφερόμενος δύναται να ασκήσει ιεραρχική προσφυγή, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 32Α, ή προσφυγή, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 33, της προθεσμίας για την άσκηση των εν λόγω προσφυγών, και, της προθεσμίας που τίθεται στον ενδιαφερόμενο για να εγκαταλείψει τη Δημοκρατία η οποία δε δύναται να είναι μικρότερη τους ενός μηνός από την ημερομηνία κοινοποίησης της απόφασης για απέλαση:

Νοείται ότι σε δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις κατεπείγοντος, η αρμόδια αρχή δύναται να διατάσσει την απέλαση του ενδιαφερόμενου προσώπου πάραυτα.

Ιεραρχική προσφυγή

32Α.-(1) Οι ενδιαφερόμενοι έχουν δικαίωμα άσκησης ιεραρχικής προσφυγής ενώπιον του Υπουργού προκειμένου να προσβάλουν την απόφαση της αρμόδιας αρχής η οποία λήφθηκε για λόγους δημόσιας τάξης, δημόσιας ασφάλειας ή δημόσιας υγείας, εις βάρος τους.

(2) Η ιεραρχική προσφυγή που προβλέπεται στο εδάφιο (1), ασκείται εντός προθεσμίας είκοσι (20) ημερών από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης της αρμόδιας αρχής.

(3) Η απόφαση της αρμόδιας αρχής-

(α) καθίσταται εκτελεστή όταν παρέλθει άπρακτη η προθεσμία για άσκηση ιεραρχικής προσφυγής δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου (1)·

(β) καθίσταται ανεκτέλεστη όταν ασκηθεί κατ’ αυτής εμπρόθεσμα ιεραρχική προσφυγή δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου (1).

(4) Ο Υπουργός εξετάζει τα γεγονότα και τις περιστάσεις επί των οποίων βασίστηκε η απόφαση της αρμόδιας αρχής και δύναται να προβεί σε μία από τις ακόλουθες ενέργειες:

(α) Να επικυρώσει την προσβληθείσα απόφαση·

(β) να τροποποιήσει την προσβληθείσα απόφαση·

(γ)να προβεί σε έκδοση νέας απόφασης σε αντικατάσταση της προσβληθείσας απόφασης.

(5)Ο Υπουργός εκδίδει την απόφασή του μέσα σε προθεσμία ενενήντα (90) ημερών από την ημερομηνία άσκησης της ιεραρχικής προσφυγής.

(6) Σε περίπτωση άσκησης ιεραρχικής προσφυγής δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου (1), ο προσφεύγων δικαιούται να παραμείνει στο έδαφος της Δημοκρατίας μέχρι την έκδοση της απόφασης του Υπουργού.

Διαδικαστικές εγγυήσεις

33.- (1) Οι ενδιαφερόμενοι έχουν δικαίωμα άσκησης προσφυγής ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου δυνάμει του άρθρου 146 του Συντάγματος -

(α) για να προσβάλουν την απόφαση της αρμόδιας αρχής που λήφθηκε για λόγους δημόσιας τάξης, δημόσιας ασφάλειας ή δημόσιας υγείας εις βάρος τους, εφόσον δεν έχει ασκηθεί ιεραρχική προσφυγή· ή

(β) για να προσβάλουν την απόφαση του Υπουργού, η οποία εκδόθηκε κατόπιν της άσκησης της ιεραρχικής προσφυγής, που προβλέπεται στο εδάφιο (1).

(2) Όταν η προσφυγή ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου κατά της απόφασης απέλασης συνοδεύεται από ενδιάμεση αίτηση για την αναστολή της εκτέλεσής της, η σωματική απομάκρυνση του ενδιαφερομένου από τη Δημοκρατία δε δύναται να διενεργείται προτού ληφθεί απόφαση επί της ενδιάμεσης αίτησης.

(3) Η αρμόδια αρχή απαγορεύει την είσοδο απελαθέντος ενδιαφερόμενου στη Δημοκρατία κατά τη διάρκεια της διαδικασίας προσφυγής, εκτός εάν το εν λόγω πρόσωπο επιθυμεί να υπερασπισθεί τον εαυτό του αυτοπροσώπως κατά τη δίκη ή εάν η παρουσία του εν λόγω προσώπου είναι απαραίτητη προς το συμφέρον της δίκαιης απονομής της δικαιοσύνης. Η είσοδος απαγορεύεται αν η εμφάνιση του εν λόγω προσώπου μπορεί να προκαλέσει σοβαρή διατάραξη της δημόσιας τάξης ή δημόσιας ασφάλειας ή εάν η προσφυγή αφορά άρνηση εισόδου στη Δημοκρατία.

Διάρκεια των διαταγών απαγόρευσης εισόδου

34.-(1) Τα πρόσωπα στα οποία επιβλήθηκε απόφαση απαγόρευσης εισόδου για λόγους δημόσιας τάξης ή δημόσιας ασφάλειας δύνανται να υποβάλουν αίτηση στην αρμόδια αρχή για την άρση της εν λόγω απόφασης μετά από μία εύλογη, ανάλογα με τις περιστάσεις, προθεσμία, και, σε κάθε περίπτωση, μετά την πάροδο τριετίας από την εκτέλεση της οριστικής απόφασης απαγόρευσης εισόδου που έχει ληφθεί νομότυπα σύμφωνα με το κοινοτικό δίκαιο, επικαλούμενα στοιχεία τα οποία αποδεικνύουν ότι υπήρξε ουσιαστική μεταβολή των περιστάσεων που είχαν δικαιολογήσει την απόφαση απαγόρευσης εισόδου.

(2) Η αρμόδια αρχή αποφαίνεται επί των αναφερομένων στο εδάφιο (1) αιτήσεων, εντός έξι μηνών από την υποβολή τους.

(3) Τα αναφερόμενα στο εδάφιο (1) πρόσωπα, δεν έχουν κανένα δικαίωμα εισόδου στη Δημοκρατία ενώ εξετάζεται η αίτησή τους.

Η απέλαση ως παρεπόμενο μέτρο

35.-(1) Η αρμόδια αρχή δύναται να εκδίδει διατάγματα απέλασης ως παρεπόμενο μέτρο σε σχέση με ποινή φυλάκισης, μόνο εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 29, 30 και 31.

(2) Κατά την εκτέλεση του διατάγματος απέλασης που εκδόθηκε δυνάμει του εδαφίου (1), η αρμόδια αρχή ελέγχει κατά πόσο ο ενδιαφερόμενος εξακολουθεί να αποτελεί πραγματική απειλή για τη δημόσια τάξη ή τη δημόσια ασφάλεια, και αξιολογεί, επίσης, κατά πόσο έχει, ενδεχομένως, επέλθει ουσιαστική μεταβολή των περιστάσεων αφότου εκδόθηκε το διάταγμα απέλασης.

ΜΕΡΟΣ VIII ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Δημοσιότητα

36. Η αρμόδια αρχή δημοσιοποιεί πληροφορίες σχετικά με τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των πολιτών της Ένωσης και των μελών των οικογενειών τους σχετικά με τα θέματα που ρυθμίζονται από τον παρόντα Νόμο, ιδιαίτερα με εκστρατείες συνειδητοποίησης διεξαγόμενες μέσω των εθνικών και τοπικών μέσων μαζικής ενημέρωσης και άλλων μέσων επικοινωνίας.

Κατάχρηση δικαιώματος

37. Η αρμόδια αρχή δύναται να αρνείται, να τερματίζει ή να ανακαλεί οποιοδήποτε δικαίωμα που αναγνωρίζεται από τον παρόντα Νόμο, σε περίπτωση κατάχρησης δικαιωμάτων ή απάτης, περιλαμβανομένου του εικονικού γάμου:

Νοείται ότι, τα εν λόγω μέτρα πρέπει να τηρούν την αρχή της αναλογικότητας και υπόκεινται στις διαδικαστικές εγγυήσεις που προβλέπονται στα άρθρα 32 και 33.

Έκδοση Κανονισμών

38. Το Υπουργικό Συμβούλιο έχει εξουσία να εκδίδει Κανονισμούς, που δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας σε σχέση με οποιοδήποτε θέμα το οποίο χρήζει ή είναι δεκτικό καθορισμού και γενικά για την καλύτερη εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος Νόμου.

Κατάργηση και μεταβατικές διατάξεις

39.(1)- Από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου, ο περί της Ελεύθερης Διακίνησης και Διαμονής των Υπηκόων των Κρατών Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των Μελών των Οικογενειών τους Νόμος και οι δυνάμει αυτού εκδοθέντες Κανονισμοί καταργούνται.

(2) Οποιαδήποτε άδεια εκδόθηκε δυνάμει των αναφερόμενων στο εδάφιο (1) Νόμων και Κανονισμών, εξακολουθεί να παραμένει σε ισχύ.

(3) Οποιεσδήποτε αιτήσεις υποβλήθηκαν δυνάμει του Νόμου και των Κανονισμών του εδαφίου (1), πριν από την έναρξη της ισχύος του παρόντος Νόμου, και των οποίων η εξέταση εκκρεμεί κατά την έναρξη της ισχύος του παρόντος Νόμου, θεωρούνται ως αιτήσεις υποβληθείσες δυνάμει του παρόντος Νόμου και εξετάζονται δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου και των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων Κανονισμών.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑΤΑ
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Ι
[Διαγράφηκε]
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΙI
[Διαγράφηκε]
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΙIΙ
[Διαγράφηκε]
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΙV
[Διαγράφηκε]
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ V
[Διαγράφηκε]
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ VΙ
[Διαγράφηκε]
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ VII
[Διαγράφηκε]