Προοίμιο

Για σκοπούς εναρμόνισης με τις πράξεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο –

«Απόφαση-πλαίσιο του Συμβουλίου, της 15ης Μαρτίου 2001, σχετικά με το καθεστώς των θυμάτων σε ποινικές διαδικασίες (2001/220/ΔΕΥ)»,

«Οδηγία 2004/81/ΕΚ του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004, σχετικά με τον τίτλο παραμονής που χορηγείται στους υπηκόους τρίτων χωρών θύματα εμπορίας ανθρώπων ή συνέργειας στη λαθρομετανάστευση, οι οποίοι συνεργάζονται με τις αρμόδιες αρχές»,

«Οδηγία 2011/36/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 5ης Απριλίου 2011, για την πρόληψη και την καταπολέμηση της εμπορίας ανθρώπων και για την προστασία των θυμάτων της, καθώς και για την αντικατάσταση της απόφασης-πλαίσιο 2002/629/ΔΕΥ του Συμβουλίου»,

για σκοπούς καλύτερης εφαρμογής του περί της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών κατά του Διεθνικού Οργανωμένου Εγκλήματος και Πρωτοκόλλων (Κυρωτικού) Νόμου του 2003 και ιδιαίτερα του Πρωτοκόλλου για την Πρόληψη, Καταστολή και Τιμωρία της Εμπορίας Προσώπων, ιδιαίτερα των Γυναικών και Παιδιών, το οποίο Συμπληρώνει τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών ενάντια στο Διεθνικό Οργανωμένο Έγκλημα, του περί της Συμβάσεως περί Καταστολής και Εξαλείψεως της Σωματεμπορίας και της Πορνείας Άλλων (Κυρωτικού) Νόμου του 1983, του περί Προαιρετικού Πρωτοκόλλου στη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για τα Δικαιώματα του Παιδιού, για την Πώληση Παιδιών, Παιδική Πορνεία και Πορνογραφία (Κυρωτικού) Νόμου του 2006, καθώς και της Σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης για την Πάταξη της Εμπορίας Ανθρώπων που κυρώθηκε από τη Δημοκρατία με τον περί της Σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης για τη Δράση ενάντια στην Εμπορία Ανθρώπων (Κυρωτικό) Νόμο του 2007.

Η Βουλή των Αντιπροσώπων ψηφίζει ως ακολούθως:

Συνοπτικός τίτλος

1. Ο παρών Νόμος θα αναφέρεται ως ο περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Εμπορίας και Εκμετάλλευσης Προσώπων και της Προστασίας των Θυμάτων Νόμος του 2014.

ΜΕΡΟΣ I ΕΡΜΗΝΕΙΑ, ΣΚΟΠΟΣ ΚΑΙ ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ
Ερμηνεία

2. Στο Νόμο αυτό, εκτός αν από το κείμενο προκύπτει διαφορετική έννοια-

«ανεξάρτητος εξωτερικός αξιολογητής» σημαίνει οποιοδήποτε ανεξάρτητο πρόσωπο ή οργανισμό ο οποίος εξουσιοδοτείται ή καθορίζεται από τον εθνικό συντονιστή για να ασκεί τις λειτουργίες που καθορίζονται στο άρθρο 67∙

«ασυνόδευτος ανήλικος» σημαίνει οποιοδήποτε παιδί που εισέρχεται ή διαμένει στις ελεγχόμενες από την κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές χωρίς να συνοδεύεται από ενήλικο πρόσωπο υπεύθυνο γι΄αυτό, σύμφωνα με το νόμο ή το έθιμο, και καθ΄ον χρόνο κανένα τέτοιο ενήλικο πρόσωπο δεν ασκεί στην πράξη την επιμέλειά του και περιλαμβάνει παιδί που βρέθηκε χωρίς συνοδεία, μετά την είσοδό του στις ελεγχόμενες από την κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές

«βία» σημαίνει οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη ή συμπεριφορά με την οποία προκαλείται σωματική, σεξουαλική ή ψυχική βλάβη στο θύμα·

«διαδικασία» σημαίνει διαδικασία η οποία περιλαμβάνει, πέραν της ποινικής διαδικασίας, όλες τις επαφές που πραγματοποιεί το θύμα υπό την ιδιότητα του θύματος, με κάθε αρχή, δημόσια υπηρεσία ή οργάνωση υποστήριξης θυμάτων, σε σχέση με την υπόθεσή του, πριν, κατά ή μετά την ποινική διαδικασία·

«Διευθυντής» σημαίνει το Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης του Υπουργείου Εσωτερικών·

«διωκτικές αρχές» σημαίνει το Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ή/και την Αστυνομία∙

«εθνικός μηχανισμός αναφοράς» σημαίνει τον μηχανισμό συνεργασίας μεταξύ όλων των εμπλεκόμενων υπηρεσιών και των μη κυβερνητικών οργανώσεων που εγκαθιδρύεται δυνάμει του άρθρου 38, για την αναγνώριση και προστασία των θυμάτων και την υλοποίηση των υποχρεώσεων που προβλέπει ο παρών Νόμος·

«Εθνικός Συντονιστής» σημαίνει τον Υπουργό Εσωτερικών ή το Γενικό Διευθυντή του Υπουργείου Εσωτερικών, ως εκπρόσωπό του, όπως έχει οριστεί δυνάμει της απόφασης του Υπουργικού Συμβουλίου με Αρ. 61.961 και ημερομηνία 12.5.2005, ο οποίος ασκεί τις αρμοδιότητες που καθορίζονται στο άρθρο 66·

«εκμετάλλευση» περιλαμβάνει, την εκμετάλλευση της εκπόρνευσης άλλων ή άλλες μορφές σεξουαλικής εκμετάλλευσης περιλαμβανομένης της πορνογραφίας, την εκμετάλλευση της εργασίας ή των υπηρεσιών άλλων συμπεριλαμβανομένης της καταναγκαστικής εργασίας ή υπηρεσιών, της επαιτείας, της καταναγκαστικής πλανοδιοπώλησης και σε περίπτωση παιδιών, περιλαμβάνει επίσης τις χειρότερες μορφές εργασίας των παιδιών κατά την έννοια του περί της Σύμβασης για την Απαγόρευση των Χειρότερων Μορφών Εργασίας των Παιδιών και την Άμεση Δράση με Σκοπό την Εξάλειψή τους (Κυρωτικού) Νόμου του 2000, τη δουλεία ή άλλες πρακτικές παρεμφερείς προς τη δουλεία, την οικιακή δουλεία, την εκμετάλλευση εγκληματικών δραστηριοτήτων, την εκμετάλλευση προσώπου για πραγματοποίηση υιοθεσίας και την εκμετάλλευση προσώπου για αφαίρεση, αγοραπωλησία και διακίνηση ανθρωπίνων οργάνων ή άλλων βιολογικών ουσιών, ιστών ή εμβρύων∙

«εκμετάλλευση εγκληματικών δραστηριοτήτων» σημαίνει την εκμετάλλευση προσώπου για τη διάπραξη οποιουδήποτε ποινικού αδικήματος·

«εμπλεκόμενες υπηρεσίες» σημαίνει τη Νομική Υπηρεσία της Δημοκρατίας, το Υπουργείο Εσωτερικών, το Τμήμα Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης και την Υπηρεσία Ασύλου του Υπουργείου Εσωτερικών, το Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης, την Αστυνομία, το Υπουργείο Εξωτερικών, τις προξενικές αρχές της Δημοκρατίας στο Εξωτερικό, το Υπουργείο Οικονομικών, το Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, το Τμήμα Εργασίας, το Τμήμα Εργασιακών Σχέσεων, τις Υπηρεσίες Κοινωνικών Ασφαλίσεων και τις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, το Υπουργείο Υγείας και τις καθ΄ ύλην αρμόδιες υπηρεσίες του, το Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού και τις καθ΄ ύλην αρμόδιες υπηρεσίες του∙

«εμπορία προσώπων» σημαίνει τη στρατολόγηση, πρόσληψη, μεταφορά, διακίνηση, υπόθαλψη ή παραλαβή ή στέγαση ή υποδοχή προσώπων, συμπεριλαμβανομένης της ανταλλαγής ή μεταβίβασης του ελέγχου ή/και της εξουσίας επί των προσώπων αυτών, μέσω απειλών ή χρήσης βίας ή άλλων μορφών εξαναγκασμού, απαγωγής, δόλου, εξαπάτησης, παραπλάνησης, κατάχρησης εξουσίας ή ευάλωτης θέσης ή προσφοράς ή παροχής ή λήψης πληρωμών ή ωφελημάτων ή απολαβών για εξασφάλιση της συγκατάθεσης προσώπου κατέχοντος εξουσίας επί ενός άλλου, με σκοπό την εκμετάλλευση αυτού∙ ο όρος «εμπορεύομαι πρόσωπο» τυγχάνει αντίστοιχης ερμηνείας·

«εξαναγκασμός» περιλαμβάνει:

(α) απειλές για σοβαρή βλάβη εναντίον οποιουδήποτε προσώπου ή της περιουσίας του ή για φυσικό περιορισμό οποιουδήποτε προσώπου∙

(β) οποιαδήποτε συμπεριφορά ή σχέδιο το οποίο στοχεύει στο να δημιουργήσει σε οποιοδήποτε πρόσωπο την εντύπωση ότι η παράλειψη εκτέλεσης μιας πράξης θα επιφέρει σοβαρή βλάβη εναντίον οποιουδήποτε προσώπου ή της περιουσίας του ή το φυσικό περιορισμό οποιουδήποτε προσώπου∙

(γ) κατάχρηση εξουσίας ή άλλης μορφής πίεσης εναντίον οποιουδήποτε προσώπου με στόχο την οικονομική του εξάρτηση ή υποτέλεια∙

(δ) κατάχρηση ή απειλούμενη κατάχρηση νομικών ή διοικητικών διαδικασιών αναφορικά με το καθεστώς οποιουδήποτε προσώπου∙

«εκπαιδευτικός» σημαίνει δάσκαλο ή καθηγητή της προδημοτικής, δημοτικής, μέσης και ανωτέρας εκπαίδευσης, ο οποίος δραστηριοποιείται στο δημόσιο ή στον ιδιωτικό τομέα∙

«Ευρωπαίος πολίτης» σημαίνει κάθε πρόσωπο το οποίο έχει την ιθαγένεια κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης και περιλαμβάνει πρόσωπα που έχουν την ιθαγένεια κράτους συμβαλλόμενου μέρους της Συμφωνίας για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο, η οποία υπογράφηκε στο Οπόρτο τη 2α Μαΐου 1992 και η οποία κυρώθηκε με τον περί της Συμφωνίας Συμμετοχής της Τσεχικής Δημοκρατίας, της Δημοκρατίας της Εσθονίας, της Κυπριακής Δημοκρατίας, της Δημοκρατίας της Λετονίας, της Δημοκρατίας της Λιθουανίας, της Δημοκρατίας της Μάλτας, της Δημοκρατίας της Ουγγαρίας, της Δημοκρατίας της Πολωνίας, της Δημοκρατίας της Σλοβενίας και της Σλοβακικής Δημοκρατίας στον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο και της Τελικής Πράξης (Κυρωτικό) Νόμο του 2004·

«ηλεκτρονικό σύστημα» σημαίνει κάθε μέσο ή ομάδα διασυνδεδεμένων ή συναφών μέσων εκ των οποίων ένα ή περισσότερα, προβαίνουν σε αυτόματη επεξεργασία δεδομένων, σύμφωνα με συγκεκριμένο πρόγραμμα∙

«θύμα» σημαίνει το ενήλικο πρόσωπο ή το παιδί που υπέστη τη διαδικασία της εμπορίας, ή/και εκμετάλλευσης, άσχετα αν έχει υποστεί ζημιά από την τέλεση των αδικημάτων που περιλαμβάνονται στον παρόντα Νόμο, καθώς και το πρόσωπο που έχει υποστεί ζημιά συμπεριλαμβανομένης σωματικής και ψυχολογικής βλάβης ή οικονομικής απώλειας που προκαλείται απευθείας από τη διάπραξη των αδικημάτων που προβλέπονται στον παρόντα Νόμο∙

«κατάχρηση εξουσίας» περιλαμβάνει την περίπτωση που το θύμα βρίσκεται σε σχέση συγγένειας εξ αίματος ή εξ αγχιστείας μέχρι τρίτου βαθμού με το πρόσωπο που διαπράττει τα ποινικά αδικήματα που προβλέπονται στον παρόντα Νόμο ή την περίπτωση που βρίσκεται σε οποιαδήποτε άλλη σχέση με το πρόσωπο αυτό, το οποίο λόγω της θέσης του ή της ιδιότητάς του ασκεί εξουσία ή επιρροή στο θύμα, περιλαμβανομένης της σχέσης με κηδεμόνα, εκπαιδευτικό, εργοδότη, υπεύθυνο οποιουδήποτε δημόσιου ιδρύματος το οποίο φιλοξενεί ή στο οποίο περιορίζονται ή κρατούνται πρόσωπα δυνάμει οποιουδήποτε νόμου ή απόφασης διοικητικών ή δικαστικών αρχών καθώς και με άλλα πρόσωπα με ανάλογη θέση ή ιδιότητα∙

«κατάχρηση ευάλωτης θέσης» σημαίνει την κατάσταση στην οποία το θύμα δεν έχει άλλη πραγματική ή παραδεκτή επιλογή από το να υποστεί ή να υποκύψει στη συγκεκριμένη κατάχρηση∙

«μεταφορέας» περιλαμβάνει την εταιρεία στην οποία ανήκει η διαχείριση, η εποπτεία ή η διεύθυνση μεταφορικών μέσων, τα οποία χρησιμοποιούνται για τη μεταφορά ανθρώπων ή /και αγαθών έναντι αμοιβής ή/ και μίσθωσης∙

«μη κυβερνητικοί οργανισμοί» σημαίνει μη κερδοσκοπικές οργανώσεις δεόντως εγγεγραμμένες δυνάμει του περί Σωματείων και Ιδρυμάτων Νόμου του 1972, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται, οι οποίες δυνάμει του καταστατικού τους έχουν εντολή να δραστηριοποιούνται στους τομείς της εμπορίας και εκμετάλλευσης προσώπων ή των ανθρωπίνων δικαιωμάτων ή των δικαιωμάτων των μεταναστών και προσφύγων ή των εργατικών δικαιωμάτων και οι οποίες παρέχουν οποιεσδήποτε υποστηρικτικές υπηρεσίες δωρεάν∙

«νομικό πρόσωπο» σημαίνει κάθε οντότητα με νομική προσωπικότητα η οποία αναγνωρίζεται ως τέτοια δυνάμει των σχετικών νόμων της Δημοκρατίας ή οποιασδήποτε άλλης σχετικής εφαρμοστέας νομοθεσίας, εξαιρουμένων των κρατικών υπηρεσιών ή άλλων οργανισμών δημοσίου δικαίου όταν ασκούν κρατική εξουσία και των δημόσιων διεθνών οργανισμών∙

«οπτικογράφηση» σημαίνει την καταγραφή με οποιαδήποτε συσκευή σε κινούμενες εικόνες αντικειμένων, γεγονότων, οργανισμών και προσώπων είτε αυτά ομιλούν ή κινούνται είτε όχι που μπορούν να αναπαραχθούν και παρουσιαστούν με τη χρήση οποιουδήποτε τεχνικού μέσου·

«παιδί» σημαίνει πρόσωπο ηλικίας κάτω των δεκαοκτώ ετών και περιλαμβάνει πρόσωπο ηλικίας μέχρι είκοσι ενός ετών, εφόσον κατά το χρόνο αναγνώρισής του ως θύμα, δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου, ήταν ηλικίας κάτω των δεκαοκτώ ετών∙

«παιδική πορνεία» σημαίνει τη χρησιμοποίηση παιδιού για σεξουαλικές πράξεις με την προσφορά χρημάτων ή άλλου είδους αμοιβής ή ανταλλάγματος ως πληρωμή ή υπόσχεση πληρωμής, προκειμένου το παιδί να συμμετάσχει σε σεξουαλικές πράξεις, ανεξάρτητα από το εάν η εν λόγω πληρωμή ή υπόσχεση πληρωμής ή το αντάλλαγμα δίνονται στο παιδί ή σε τρίτο∙

«ποινική διαδικασία» σημαίνει το στάδιο της διερεύνησης, δίωξης και εκδίκασης της υπόθεσης για οποιοδήποτε αδίκημα που προβλέπεται στο Μέρος ΙΙ του παρόντος Νόμου∙

«πολυθεματική συντονιστική ομάδα» σημαίνει την ομάδα που εγκαθιδρύεται δυνάμει του άρθρου 64 του παρόντος Νόμου∙

«πορνογραφία» σημαίνει την με οποιοδήποτε τρόπο οπτική ή οπτικοακουστική εγγραφή ή απεικόνιση οποιασδήποτε μορφής ή φύσης, πράξης ή ενέργειας με σεξουαλικό χαρακτήρα πάνω σε οποιοδήποτε πρόσωπο ή με τη συμμετοχή αυτού και «πορνογραφικό υλικό» θα ερμηνεύεται ανάλογα∙

«σεξουαλική εκμετάλλευση» περιλαμβάνει:

(α) τον εξαναγκασμό προσώπου σε πορνεία ή σε συμμετοχή σε πορνογραφικές παραστάσεις ή την κερδοσκοπία ή την καθʼ οιονδήποτε τρόπο εκμετάλλευση προσώπου για παρόμοιους σκοπούς∙

(β) την εισαγωγή ή εξώθηση ή παρότρυνση ή στρατολόγηση ή οργάνωση ή κατεύθυνση προσώπου στην πορνεία ή σε συμμετοχή σε θεάματα πορνογραφίας ή σε συμμετοχή σε πράξεις με σεξουαλικό χαρακτήρα∙

(γ) τη σεξουαλική δραστηριότητα με πρόσωπο, όταν:

(i) γίνεται χρήση εξαναγκασμού, βίας ή απειλής,

(ii) γίνεται κατάχρηση αναγνωρισμένης θέσης εξουσίας ή επιρροής επί του προσώπου ή της κηδεμονίας ή της φύλαξης προσώπου∙

«σεξουαλική εκμετάλλευση παιδιού» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο της σεξουαλικής εκμετάλλευσης και περιλαμβάνει την παιδική πορνογραφία, παιδική πορνεία, σεξουαλική δραστηριότητα με παιδί όταν προσφέρονται χρήματα ή άλλου είδους αμοιβές ή παροχές ως πληρωμή προκειμένου το παιδί να συμμετάσχει σε σεξουαλικές δραστηριότητες ή ανεξάρτητα αν προσφέρονται χρήματα ή άλλου είδους αμοιβές ή παροχές ως πληρωμή∙

«σοβαρή βλάβη» περιλαμβάνει τη σωματική ή οποιαδήποτε άλλη βλάβη κατά προσώπου, βλάβη στην οικογένεια και στους εξαρτώμενούς του, στην περιουσία του και στη φήμη του∙

«σωματική βλάβη» σημαίνει σωματική βλάβη, ασθένεια ή διαταραχή, είτε μόνιμη είτε προσωρινή∙

«υπήκοος τρίτης χώρας» σημαίνει πρόσωπο που δεν είναι Ευρωπαίος πολίτης·

«Υπουργός» σημαίνει τον Υπουργό Εσωτερικών.

Σκοπός του παρόντος Νόμου

3. Σκοπός του παρόντος Νόμου είναι η λήψη μέτρων για την πρόληψη, καταστολή και καταπολέμηση των αδικημάτων της εμπορίας, της εκμετάλλευσης και κακοποίησης προσώπων, η προστασία και η στήριξη των θυμάτων των εν λόγω αδικημάτων, η δημιουργία μηχανισμών ελέγχου και η προώθηση της διεθνούς συνεργασίας για την εφαρμογή των πιο πάνω μέτρων.

Αρχές επί των οποίων βασίζεται η εφαρμογή του παρόντος Νόμου

4.-(1) Η εφαρμογή του παρόντος Νόμου από οποιαδήποτε εμπλεκόμενη υπηρεσία και μη κυβερνητικό οργανισμό και ειδικότερα η απόλαυση των μέτρων για την προστασία και προώθηση των δικαιωμάτων των θυμάτων, διασφαλίζεται χωρίς διάκριση για οποιοδήποτε λόγο, περιλαμβανομένων του φύλου, της φυλής, του χρώματος, της γλώσσας, της θρησκείας, του πολιτικού ή άλλου φρονήματος, της εθνικής ή κοινωνικής καταγωγής, της ιδιότητας μέλους εθνικής μειονότητας, περιουσίας, της γέννησης ή οποιουδήποτε άλλου καθεστώτος.

(2) Κάθε εμπλεκόμενη υπηρεσία και μη κυβερνητικός οργανισμός, κατά την εφαρμογή του παρόντος Νόμου διασφαλίζει το συμφέρον του παιδιού.

(3) Κατά την εφαρμογή του παρόντος Νόμου, ο Υπουργός ή/και ο Διευθυντής διασφαλίζουν την εφαρμογή της αρχής της απαγόρευσης της επαναπροώθησης, όπως αυτή κατοχυρώνεται στη Σύμβαση της Γενεύης του 1951 για το Νομικό Καθεστώς των Προσφύγων και στον περί Προσφύγων Νόμο του 2000, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται.

Πεδίο εφαρμογής

5. Ο παρών Νόμος εφαρμόζεται για την πρόληψη, έρευνα και δίωξη των αδικημάτων που καθορίζονται στο Μέρος ΙΙ αυτού, καθώς επίσης και για την προστασία των θυμάτων τέτοιων αδικημάτων, όπου:

(α) Τέτοια αδικήματα είναι διεθνικά στη φύση τους και στα οποία υπάρχει ανάμειξη οργανωμένης εγκληματικής ομάδας κατά την έννοια του άρθρου 63Β του Ποινικού Κώδικα∙

(β) τέτοια αδικήματα είναι διεθνικά στη φύση τους χωρίς να υπάρχει ανάμειξη οργανωμένης εγκληματικής ομάδας κατά την πιο πάνω έννοια∙ ή

(γ) τέτοια αδικήματα δεν είναι διεθνικά στη φύση τους και ανεξάρτητα από το κατά πόσο υπάρχει ή όχι ανάμειξη οργανωμένης εγκληματικής ομάδας.

ΜΕΡΟΣ ΙΙ ΠΟΙΝΙΚΑ ΑΔΙΚΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΩΝ
Εμπορία ενήλικων προσώπων

6. Όποιος στρατολογεί, προσλαμβάνει, μεταφέρει, διακινεί, μεταβιβάζει, υποθάλπτει ή παραλαμβάνει ενήλικο πρόσωπο, στεγάζει ή υποδέχεται, ανταλλάσσει ή μεταβιβάζει τον έλεγχο ή και την εξουσία επί του προσώπου αυτού, με σκοπό την εκμετάλλευση του, μέσω:

(α) απειλών, ή/ και

(β) χρήσης βίας ή άλλων μορφών εξαναγκασμού, ή/ και

(γ) απαγωγής, ή/ και

(δ) δόλου ή απάτης, ή παραπλάνησης, ή/και

(ε) κατάχρησης εξουσίας ή μιας ευπαθούς θέσης, τέτοιας φύσεως ώστε το εν λόγω πρόσωπο να μην έχει άλλη αποδεκτή δυνατότητα παρά να υποταχθεί στην κατάχρηση, ή/ και

(στ) παροχής ή λήψης πληρωμών ή ωφελημάτων για εξασφάλιση της συγκατάθεσης του προσώπου που ασκεί έλεγχο επί άλλου προσώπου, ή/και

(ζ) χορήγησης οποιουδήποτε φάρμακου ή άλλης ουσίας με σκοπό να το ναρκώσει ή να εξουδετερώσει τη δύναμη του ή την αντίσταση του, ή/και

(η) εικονικού χρέους,

είναι ένοχος κακουργήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα δέκα έτη.

Εμπορία και εκμετάλλευση ανθρώπινων οργάνων

7.-(1) Όποιος εμπορεύεται πρόσωπο με σκοπό την εκμετάλλευση ή την πώληση των ζωτικών του οργάνων, μέσω:

(α) απειλών, ή/ και

(β) χρήσης βίας ή άλλων μορφών εξαναγκασμού, ή/ και

(γ) απαγωγής, ή/ και

(δ) δόλου ή απάτης ή παραπλάνησης, ή/και

(ε) κατάχρησης εξουσίας ή μιας ευπαθούς θέσης, τέτοιας φύσεως ώστε το εν λόγω πρόσωπο να μην έχει άλλη αποδεκτή δυνατότητα παρά να υποταχθεί στην κατάχρηση, ή/ και

(στ) παροχής ή λήψης πληρωμών ή ωφελημάτων για εξασφάλιση της συγκατάθεσης του προσώπου που ασκεί έλεγχο επί άλλου προσώπου, ή/και

(ζ) χορήγησης οποιουδήποτε φάρμακου ή άλλης ουσίας με σκοπό να το ναρκώσει ή να εξουδετερώσει τη δύναμη του ή την αντίστασή του, ή/και

(η) εικονικού χρέους,

είναι ένοχος κακουργήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα είκοσι πέντε έτη.

(2) Όποιος κατά τη διάπραξη του αδικήματος που προβλέπεται στο εδάφιο (1), είτε λόγω υπαίτιας αμέλειας ή είτε ανυπαίτιας σοβαρής αμέλειας, θέτει σε κίνδυνο τη ζωή του θύματος, είναι ένοχος κακουργήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε φυλάκιση μέχρι τριάντα χρόνια και σε περίπτωση που επιφέρει το θάνατο του θύματος υπόκειται σε φυλάκιση διά βίου.

Εκμετάλλευση προσώπων στην εργασία

8. Όποιος εμπορεύεται πρόσωπο με σκοπό την εκμετάλλευση της εργασίας ή τις υπηρεσίες του, το υποβάλλει σε καταναγκαστική εργασία ή υπηρεσίες, ή σε οποιασδήποτε μορφής δουλείας ή παρόμοιας πρακτικής ή υποτέλειας, για λογαριασμό του ή λογαριασμό άλλου προσώπου και στην εργασία που επιτελείται υπάρχει φανερή διαφορά με τις συνθήκες εργασίας προσώπου που εκτελεί την ίδια ή παρόμοια εργασία μέσω:

(α) απειλών, ή/και

(β) χρήσης βίας ή άλλων μορφών εξαναγκασμού, ή/και

(γ) απαγωγής, ή/και

(δ) δόλου ή απάτης ή παραπλάνησης, ή/και

(ε) κατάχρησης εξουσίας ή ιδιότητας για εκμετάλλευση της ευάλωτης θέσης, ή/και

(στ) παροχής ή λήψης πληρωμών ή ωφελημάτων για εξασφάλιση της συγκατάθεσης του προσώπου που ασκεί έλεγχο επί άλλου προσώπου, ή/και

(ζ) εικονικού χρέους,

είναι ένοχος κακουργήματος, και σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα έξι έτη και σε περίπτωση που το εν λόγω πρόσωπο είναι παιδί , σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα δέκα έτη.

Σεξουαλική εκμετάλλευση ενηλίκων προσώπων

9. Όποιος εμπορεύεται ενήλικο πρόσωπο με σκοπό τη σεξουαλική εκμετάλλευση ή εκπόρνευσή του, μέσω:

(α) απειλών, ή/και

(β) χρήσης βίας ή άλλων μορφών εξαναγκασμού, ή/και

(γ) απαγωγής, ή/και

(δ) δόλου ή απάτης ή παραπλάνησης ή/και

(ε) κατάχρησης εξουσίας ή ευάλωτης θέσης, ή/και

(στ) παροχής ή λήψης πληρωμών ή ωφελημάτων για εξασφάλιση της συγκατάθεσης του προσώπου που ασκεί έλεγχο επί άλλου προσώπου, ή/και

(ζ) εικονικού χρέους,

είναι ένοχος κακουργήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα δέκα έτη.

Εμπορία παιδιών

10. Όποιος στρατολογεί, μεταφέρει, μεταβιβάζει, υποθάλπτει ή παραλαμβάνει παιδί, ανταλλάσσει ή μεταβιβάζει τον έλεγχο επί του παιδιού αυτού, με σκοπό την εκμετάλλευσή του, είναι ένοχος κακουργήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα είκοσι έτη.

Σεξουαλική εκμετάλλευση παιδιών

11. Όποιος εμπορεύεται παιδί με σκοπό τη σεξουαλική εκμετάλλευση ή εκπόρνευσή του είναι ένοχος κακουργήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα είκοσι έτη.

Συγκατάθεση του θύματος δεν αποτελεί υπεράσπιση

12.(1) Η καθʼ οιονδήποτε τρόπο συναίνεση του παιδιού θύματος των αδικημάτων που προβλέπονται στα άρθρα 7, 8, 10 και 11, δεν αποτελεί υπεράσπιση ακόμη και στις περιπτώσεις που δεν έχει χρησιμοποιηθεί απειλή ή βία ή άλλη μορφή εξαναγκασμού, απαγωγή, δόλος, εξαπάτηση, κατάχρηση εξουσίας ή εκμετάλλευσης της ευάλωτης θέσης του παιδιού θύματος ή η παροχή ή λήψη πληρωμών ή ωφελημάτων για εξασφάλιση της συγκατάθεσης του παιδιού θύματος.

(2) Η καθʼ οιονδήποτε τρόπο συναίνεση του ενήλικου θύματος των αδικημάτων που προβλέπονται στα άρθρα 6 μέχρι 9, είναι αδιάφορη, δεν αποτελεί υπεράσπιση στην περίπτωση που έχει χρησιμοποιηθεί απειλή ή χρήση βίας ή άλλη μορφή εξαναγκασμού, απαγωγή, δόλος, εξαπάτηση, κατάχρηση εξουσίας ή εκμετάλλευσης της ευάλωτης θέσης του θύματος ή η παροχή ή η λήψη πληρωμών ή ωφελημάτων για εξασφάλιση της συγκατάθεσης του θύματος.

Επιβαρυντικές περιστάσεις

13. Κατά την εκδίκαση των αδικημάτων που προβλέπονται στα άρθρα 6 μέχρι 11 και στην επιμέτρηση της ποινής, λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο, ως επιβαρυντικές οι ακόλουθες περιστάσεις:

(α) Η διάπραξη του αδικήματος έθεσε εξ υπαίτιας ή ανυπαίτιας σοβαρής μορφής αμέλειας σε κίνδυνο τη ζωή του θύματος∙

(β) το αδίκημα διεπράχθη σε βάρος θύματος ιδιαιτέρως ευάλωτου, όπως για παράδειγμα με διανοητική ή σωματική αναπηρία, σε κατάσταση εξάρτησης ή σε κατάσταση σωματικής ή διανοητικής ανικανότητας, περιλαμβανομένου παιδιού θύματος ιδιαίτερα ευάλωτης κατάστασης·

(γ) κατά τη διάπραξη του ποινικού αδικήματος χρησιμοποιήθηκε βία ή προκλήθηκε σοβαρή βλάβη στο θύμα∙

(δ) το ποινικό αδίκημα διεπράχθη στο πλαίσιο εγκληματικής οργάνωσης, όπως αυτή καθορίζεται στο άρθρο 63Β του Ποινικού Κώδικα∙

(ε) το αδίκημα διεπράχθη από δημόσιο λειτουργό κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του.

Ενισχυτική μαρτυρία και άμεση καταγγελία αποδεκτή ως μαρτυρία

14.-(1) Ανεξάρτητα από τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου νόμου, για σκοπούς απόδειξης των αδικημάτων που προβλέπονται στον παρόντα Νόμο δεν απαιτείται ενισχυτική μαρτυρία.

(2) Χωρίς να επηρεάζονται οι διατάξεις του άρθρου 10 του περί Απόδειξης Νόμου, καταγγελία η οποία γίνεται από θύμα αδικήματος που προβλέπεται στον παρόντα Νόμο προς οποιοδήποτε αστυνομικό, λειτουργό κοινωνικών υπηρεσιών, ψυχολόγο, γιατρό, περιλαμβανομένου ψυχιάτρου, που εξετάζει το θύμα, εκπαιδευτικό, μέλος μη κυβερνητικού οργανισμού που παρέχει συνδρομή και στήριξη σε θύματα ή μέλος του στενού οικογενειακού περιβάλλοντος του θύματος εντός εύλογου χρονικού διαστήματος από τη διάπραξή του, αποτελεί μαρτυρία.

(3) Μαρτυρία θύματος που δίδεται σε εμπειρογνώμονα αποτελεί ικανή μαρτυρία.

Υποκίνηση, συνέργια και απόπειρα διάπραξης των αδικημάτων των άρθρων 6 μέχρι 11

15.-(1) Όποιος αποπειράται, συνδράμει, υποκινεί ή συνεργάζεται με οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο για τη διάπραξη των αδικημάτων του παρόντος Μέρους είναι ένοχος αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται στην ίδια ποινή φυλάκισης που φέρουν τα εν λόγω αδικήματα για τον αυτουργό.

(2) Για την τιμωρία της απόπειρας, συνδρομής, υποκίνησης, συνέργειας για τη διάπραξη των αδικημάτων που προβλέπονται στον παρόντα Νόμο εφαρμόζονται κατ΄αναλογία οι διατάξεις των άρθρων 20 μέχρι 23 του Ποινικού Κώδικα.

Παρακράτηση προσωπικών εγγράφων

16. Πρόσωπο το οποίο εκ προθέσεως καταστρέφει, αποκρύβει, αφαιρεί από το νόμιμο κάτοχό του, παρακρατεί, κατάσχει ή κατέχει, πλαστογραφεί, προμηθεύει ή παρέχει, καταστρέφει ή προκαλεί οποιαδήποτε ζημιά σε διαβατήριο ή οποιοδήποτε άλλο ταξιδιωτικό ή άλλο έγγραφο αποδεικτικό της ταυτότητας οποιουδήποτε προσώπου, περιλαμβανομένης της άδειας διαμονής ή οποιωνδήποτε άλλων εγγράφων του προσώπου αυτού, εκδιδόμενων δυνάμει του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου ή δυνάμει του περί Αρχείου Πληθυσμού Νόμου του 2002, όπως αυτοί εκάστοτε τροποποιούνται ή αντικαθίστανται:

(α) στο πλαίσιο της διάπραξης των ποινικών αδικημάτων του παρόντος Νόμου∙ ή

(β) με πρόθεση να διαπράξει τα ποινικά αδικήματα του παρόντος Νόμου∙ ή

(γ) με σκοπό να εμποδίσει ή να περιορίσει ή να αποπειραθεί να εμποδίσει ή να περιορίσει, παράνομα, την προσωπική ελευθερία οποιουδήποτε θύματος δυνάμει του παρόντος Νόμου,

είναι ένοχο κακουργήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα πέντε έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δεκαεπτά χιλιάδες ευρώ ή και στις δύο αυτές ποινές.

Ποινικοποίηση της χρήσης των υπηρεσιών των θυμάτων

17. Όποιος εύλογα δύναται να υποθέσει ότι η εργασία που χρησιμοποιεί ή οι οποιεσδήποτε υπηρεσίες θύματος αποτελούν αντικείμενο των αδικημάτων που προβλέπονται στο παρόν Μέρος, είναι ένοχος αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δεκαπέντε χιλιάδες ευρώ ή και στις δύο αυτές ποινές: Νοείται ότι σε περίπτωση που το θύμα είναι παιδί, πρόσωπο που καταδικάζεται για αδίκημα δυνάμει του παρόντος άρθρου, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα δέκα έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις ογδόντα χιλιάδες ευρώ ή και στις δύο αυτές ποινές.

Διαφθορά δημόσιων λειτουργών

18.-(1) Η υπόσχεση, προσφορά ή παραχώρηση σε δημόσιο λειτουργό, άμεσα ή έμμεσα, αθέμιτου οφέλους, για τον ίδιο το λειτουργό ή για άλλο πρόσωπο ή οντότητα, έτσι ώστε ο λειτουργός να ενεργεί ή να απέχει από ενέργειες κατά την άσκηση των νομίμων καθηκόντων του συνιστά αδίκημα, και σε περίπτωση καταδίκης οποιουδήποτε προσώπου, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα πέντε έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δεκαεπτά χιλιάδες ευρώ ή και στις δύο αυτές ποινές.

(2) Η πρόταση ή αποδοχή από ένα δημόσιο λειτουργό, άμεσα ή έμμεσα, αθέμιτου οφέλους, για τον ίδιο λειτουργό ή άλλο πρόσωπο ή οντότητα, έτσι ώστε αυτός να ενεργεί ή να απέχει από ενέργειες κατά την άσκηση των νομίμων καθηκόντων του, συνιστά αδίκημα, και σε περίπτωση καταδίκης του υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα πέντε έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις είκοσι χιλιάδες ευρώ ή και στις δύο αυτές ποινές.

(3) Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, ο όρος «δημόσιος λειτουργός» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό στο άρθρο 4 του Ποινικού Κώδικα.

(4) Τα εδάφια (1) και (2) του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται κατʼ αναλογία στα πρόσωπα που παρέχουν είτε εθελοντικά είτε επί πληρωμή υπηρεσίες σε μη κυβερνητικούς οργανισμούς και έχουν επαφή με το θύμα.

Αποκλεισμός ορισμένων υπερασπίσεων

19. Τα πιο κάτω δεν αποτελούν υπεράσπιση για τον κατηγορούμενο σχετικά με τα αδικήματα που προβλέπονται στον παρόντα Νόμο:

(α) Το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος δεν γνώριζε ή δεν πίστευε ότι το θύμα του αδικήματος ήταν παιδί ή σε ιδιαίτερα ευάλωτη θέση∙ ή

(β) Το γεγονός ότι στο κράτος όπου έλαβε χώρα, εν όλω ή εν μέρει το αδίκημα για το οποίο κατηγορείται ο κατηγορούμενος δε συνιστά αδίκημα ή δεν απαγορεύεται.

Επιπρόσθετα μέτρα

20.-(1) Ανεξάρτητα από τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου νόμου και ανεξάρτητα από την επιβολή οποιασδήποτε άλλης ποινής για τη διάπραξη των ποινικών αδικημάτων που προβλέπονται στον παρόντα Νόμο, το Δικαστήριο δύναται να διατάξει ως επιπρόσθετα μέτρα:

(α) την προσωρινή ή μόνιμη απαγόρευση άσκησης, είτε απʼ ευθείας είτε μέσω τρίτου, των επαγγελματικών δραστηριοτήτων σε σχέση με τα οποία διεπράχθη το αδίκημα∙

(β) το προσωρινό ή μόνιμο κλείσιμο των υποστατικών ή εγκαταστάσεων που χρησιμοποιήθηκαν για τη διάπραξη του αδικήματος·

(γ) την κατάσχεση ή δήμευση οποιουδήποτε αντικειμένου, οργάνου ή μέσου το οποίο χρησιμοποιήθηκε για τη διάπραξη του αδικήματος ή που προέρχεται από τη διάπραξη των αδικημάτων του παρόντος Νόμου σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 24.

(2) Παράλειψη συμμόρφωσης με το διάταγμα του Δικαστηρίου που εκδίδεται δυνάμει των παραγράφων (α) μέχρι (γ) του εδαφίου (1), καθώς και του διατάγματος που εκδίδεται δυνάμει του άρθρου 22, συνιστά ποινικό αδίκημα και τιμωρείται με φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα τρία χρόνια ή με χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις εννέα χιλιάδες ευρώ ή και με τις δύο αυτές ποινές.

(3) Σε περίπτωση καταδίκης οποιουδήποτε προσώπου για τη διάπραξη αδικήματος που προβλέπεται στον παρόντα Νόμο, το Δικαστήριο, δύναται κατά την επιβολή ποινής να λαμβάνει υπόψη του τυχόν προηγούμενες καταδίκες του ίδιου προσώπου από Δικαστήρια των άλλων συμβαλλομένων κρατών της Σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης για τη Δράση ενάντια στην Εμπορία Ανθρώπων.

Συνέχιση της ποινικής διαδικασίας και συνεργασία με τα συμβαλλόμενα κράτη της Σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης για τη Δράση ενάντια στην Εμπορία Προσώπων

21.-(1) Οι διωκτικές αρχές, δύνανται να συνεχίσουν την ποινική διαδικασία ακόμα και εάν το θύμα αποσύρει την κατάθεσή του ή εάν αυτό έχει εν τω μεταξύ για οποιοδήποτε λόγο επαναπατρισθεί.

(2) Σε περίπτωση που θύμα, υποβάλλει παράπονο στις αρχές της Δημοκρατίας για τη διάπραξη αδικημάτων, που προβλέπονται στον παρόντα Νόμο εναντίον του σε άλλο κράτος συμβαλλόμενο μέρος στην Σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης για τη Δράση ενάντια στην Εμπορία Προσώπων και η Δημοκρατία δεν έχει δικαιοδοσία να ενεργήσει, οι διωκτικές αρχές διαβιβάζουν αμέσως το παράπονο του θύματος στις αρμόδιες αρχές του κράτους όπου διαπράχθηκε το αδίκημα.

(3) Σε περίπτωση που διαβιβαστεί στη Δημοκρατία οποιοδήποτε παράπονο θύματος, που διαμένει σε άλλο κράτος συμβαλλόμενο μέρος στην Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης για τη Δράση ενάντια στην Εμπορία Προσώπων, για τη διάπραξη εναντίον του, αδικήματος που προβλέπεται στον παρόντα Νόμο στη Δημοκρατία, οι διωκτικές αρχές της Δημοκρατίας προχωρούν στη διερεύνηση του παραπόνου με τον ίδιο τρόπο που θα έπρατταν εάν το θύμα διέμενε στη Δημοκρατία.

Επιπρόσθετες υποχρεώσεις του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και του Αρχηγού της Αστυνομίας σε σχέση με την ποινική έρευνα και δίωξη των αδικημάτων

22.-(1) Ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας και ο Αρχηγός της Αστυνομίας λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να εξασφαλίσουν ότι τα πρόσωπα, οι μονάδες ή οι υπηρεσίες που είναι επιφορτισμένες με την ποινική έρευνα και δίωξη των αδικημάτων που αναφέρονται στον παρόντα Νόμο τυγχάνουν της ανάλογης επιμόρφωσης αναφορικά με την εφαρμογή του παρόντος Νόμου.

(2) Ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας και ο Αρχηγός της Αστυνομίας, λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να τεθούν στη διάθεση των προσώπων, μονάδων ή υπηρεσιών που είναι επιφορτισμένες με την ποινική έρευνα και δίωξη των αδικημάτων που αναφέρονται στον παρόντα Νόμο, αποτελεσματικά εργαλεία έρευνας, όπως αυτά που χρησιμοποιούνται κατά του οργανωμένου εγκλήματος ή άλλων σοβαρών εγκλημάτων καθώς και άλλων απαραίτητων μέσων και διευκολύνσεων.

Ευθύνη νομικών προσώπων

23.-(1) Νομικό πρόσωπο είναι υπεύθυνο για τα αδικήματα που προβλέπονται στον παρόντα Νόμο όταν αυτά διαπράττονται προς όφελός του, από οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο ενεργεί είτε ατομικά είτε ως μέλος οργάνου του νομικού προσώπου και το οποίο κατέχει στο νομικό αυτό πρόσωπο ηγετική θέση που βασίζεται σε:

(α) εξουσία αντιπροσώπευσης του νομικού προσώπου ή

(β) εξουσία να λαμβάνει αποφάσεις εκ μέρους του νομικού προσώπου ή

(γ) εξουσία να ασκεί έλεγχο εντός του νομικού προσώπου.

(2) Άνευ επηρεασμού των πιο πάνω διατάξεων, νομικό πρόσωπο δύναται να θεωρηθεί υπεύθυνο για τη διάπραξη των αδικημάτων που προβλέπονται στον παρόντα Νόμο σε περίπτωση κατά την οποία η ελλιπής εποπτεία ή ο ελλιπής έλεγχος από πρόσωπο που καθορίζεται στο εδάφιο (1) έχει καταστήσει δυνατή τη διάπραξη των εν λόγω αδικημάτων προς όφελος του νομικού προσώπου από πρόσωπο το οποίο ενεργεί υπό τη δικαιοδοσία του.

(3) Η ευθύνη του νομικού προσώπου δυνάμει των πιο πάνω εδαφίων, δεν αποκλείει την ποινική δίωξη των φυσικών προσώπων που ενεργούν ως αυτουργοί, ηθικοί αυτουργοί ή συνεργοί στα αδικήματα που προβλέπονται στον παρόντα Νόμο.

(4) Πέραν τις ποινικής ευθύνης για τη διάπραξη των αδικημάτων που προβλέπονται στον παρόντα Νόμο, το νομικό πρόσωπο υπέχει επίσης και αστική ευθύνη.

Κυρώσεις κατά νομικών προσώπων

24.-(1) Νομικό πρόσωπο το οποίο καταδικάζεται για τη διάπραξη οποιουδήποτε αδικήματος που προβλέπεται στο παρόν Μέρος, υπόκειται σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις εξακόσιες χιλιάδες ευρώ, και το Δικαστήριο, δύναται, επιπρόσθετα από οποιαδήποτε άλλη ποινή, να διατάξει:

(α) Τον προσωρινό ή μόνιμο αποκλεισμό από δημόσιες παροχές ή ενισχύσεις

(β) την προσωρινή ή μόνιμη απαγόρευση άσκησης εμπορικής δραστηριότητας

(γ) την επιβολή δικαστικής εποπτείας

(δ) τη διάλυση του νομικού προσώπου

(ε) το προσωρινό ή μόνιμο κλείσιμο των εγκαταστάσεων που χρησιμοποιήθηκαν για τη διάπραξη του αδικήματος∙

(στ) την κατάσχεση και δήμευση οποιουδήποτε αντικειμένου ή μέσου το οποίο χρησιμοποιήθηκε για τη διάπραξη οποιουδήποτε αδικήματος που προβλέπεται στον παρόντα Νόμο.

(2) Παράλειψη συμμόρφωσης με διάταγμα του Δικαστηρίου που εκδίδεται δυνάμει του εδαφίου (1) του παρόντος άρθρου, συνιστά αδίκημα και το νομικό πρόσωπο το οποίο καταδικάζεται υπόκειται σε πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις εκατό εβδομήντα χιλιάδες ευρώ.

Ευθύνη μεταφορέων

25. Για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου, σε περίπτωση μεταφορέα ο οποίος μεταφέρει στη Δημοκρατία πρόσωπο το οποίο δεν κατέχει το διαβατήριό του ή οποιοδήποτε άλλο ταξιδιωτικό ή άλλο έγγραφο αποδεικτικό της ταυτότητάς του, εφαρμόζονται κατ΄αναλογία οι διατάξεις του περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης (Ευθύνη Μεταφορέων) Νόμου του 2007, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται.

Γενεσιουργά αδικήματα και δήμευση προϊόντων αδικημάτων

26.-(1) Τα αδικήματα που προβλέπονται στα άρθρα 6 μέχρι 11 του παρόντος Νόμου θεωρούνται γενεσιουργά αδικήματα δυνάμει του περί Συγκάλυψης, Έρευνας και Δήμευσης Εσόδων από Ορισμένες Εγκληματικές Πράξεις Νόμου του 1996, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται.

(2) Οποιαδήποτε έσοδα προκύπτουν από τη διάπραξη των αδικημάτων που προβλέπονται στα άρθρα 6 μέχρι 11 του παρόντος Νόμου δημεύονται δυνάμει των διατάξεων του περί Συγκάλυψης, Έρευνας και Δήμευσης Εσόδων από Ορισμένες Εγκληματικές Πράξεις Νόμου του 1996, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται.

(3) Το προϊόν δήμευσης δυνάμει του εδαφίου (2) καθώς και οποιαδήποτε χρηματική ποινή που επιβάλλεται από το Δικαστήριο για τη διάπραξη των αδικημάτων που προβλέπονται στα άρθρα 6 μέχρι 11 του παρόντος Νόμου, κατατίθενται στο Ταμείο Θυμάτων Εμπορίας και Εκμετάλλευσης που εγκαθιδρύεται δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 62 του παρόντος Νόμου.

Ο παρών Νόμος ως νομική βάση για έκδοση φυγόδικων

27. Ο παρών Νόμος συνιστά νομική βάση για σκοπούς έκδοσης φυγόδικων, σχετικά με τη διάπραξη των αδικημάτων που προβλέπονται σ’αυτόν, στις περιπτώσεις όπου η έκδοση προσώπου θα πρέπει να βασίζεται στην ύπαρξη διμερούς σύμβασης μεταξύ της Δημοκρατίας και της αιτούσας την έκδοση χώρα, αλλά τέτοια διμερής σύμβαση δεν υφίσταται.

Επέκταση της δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων

28.-(1) Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 5 του Ποινικού Κώδικα και παρά τις διατάξεις του άρθρου 6 του Ποινικού Κώδικα, τα Δικαστήρια της Δημοκρατίας έχουν δικαιοδοσία να εκδικάζουν αδικήματα που προβλέπονται στον παρόντα Νόμο εφόσον αυτά διαπράττονται για λογαριασμό νομικού προσώπου το οποίο είναι εγκατεστημένο στη Δημοκρατία.

(2) Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 5 του Ποινικού Κώδικα και παρά τις διατάξεις του άρθρου 6 του Ποινικού Κώδικα, τα Δικαστήρια της Δημοκρατίας έχουν δικαιοδοσία να εκδικάζουν αδικήματα που προβλέπονται στον παρόντα Νόμο εφόσον αυτά διαπράττονται με τη βοήθεια ηλεκτρονικού συστήματος στο οποίο υπάρχει πρόσβαση από το έδαφος της Δημοκρατίας, ασχέτως εάν το ηλεκτρονικό σύστημα ευρίσκεται ή όχι στο έδαφος της Δημοκρατίας.

ΜΕΡΟΣ ΙΙΙ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΚΑΙ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΤΩΝ ΘΥΜΑΤΩΝ ΣΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΗΣ ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ - ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΘΥΜΑΤΩΝ ΓΙΑ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΕΙΣ
Προστασία θυμάτων από ποινικοποίηση

29.-(1) Τα θύματα δεν διώκονται ποινικά και δεν υπόκεινται σε κυρώσεις για τη συμμετοχή τους σε εγκληματικές δραστηριότητες, εφόσον η συμμετοχή τους αυτή ήταν άμεση συνέπεια του γεγονότος ότι αποτέλεσαν θύματα των αδικημάτων που προβλέπονται στο Μέρος ΙΙ του παρόντος Νόμου.

(2) Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου (1), υπήκοοι τρίτων χωρών οι οποίοι αποτελούν θύματα κατά την έννοια του παρόντος Νόμου, δεν διώκονται ποινικά σε περίπτωση διάπραξης αδικημάτων που σχετίζονται άμεσα με το καθεστώς τους ως θύματα και ειδικότερα σε περίπτωση της διάπραξης των αδικημάτων της παράνομης εισόδου, παράνομης διαμονής, παράνομης απασχόλησης ή απασχόλησης κατά παράβαση των όρων εργασίας τους, όπως αυτά καθορίζονται στον περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμο, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται.

(3) Δικαστήριο ενώπιον του οποίου εκδικάζεται υπόθεση εναντίον θύματος για τη διάπραξη οποιουδήποτε αδικήματος, εφόσον διαπιστώσει σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του εδαφίου (1), σε περίπτωση που η ποινική δίωξη εναντίον του δεν διακοπεί, ακόμα και εάν κριθεί ένοχο το θύμα, δεν επιβάλλει οποιαδήποτε ποινή ή τιμωρία.

Σεβασμός των θυμάτων

30.-(1) Οι εμπλεκόμενες υπηρεσίες καθώς και οι μη κυβερνητικοί οργανισμοί μεταχειρίζονται τα θύματα με τον οφειλόμενο σεβασμό της αξιοπρέπειάς τους και αναγνωρίζουν τα δικαιώματα και τα έννομα συμφέροντά τους, ιδίως στο πλαίσιο της ποινικής διαδικασίας καθώς και διασφαλίζουν ότι τα ιδιαιτέρως ευάλωτα θύματα μπορούν τυγχάνουν ειδικής μεταχείρισης, που ανταποκρίνεται με τον καλύτερο τρόπο στην κατάστασή τους.

(2) Οι διατάξεις του άρθρου 12 εφαρμόζονται κατ΄αναλογία αναφορικά και σε σχέση με την εφαρμογή του παρόντος Μέρους.

Ακρόαση και προσκόμιση αποδεικτικών στοιχείων

31.–(1) Κάθε θύμα έχει το δικαίωμα να συμμετέχει ως μάρτυρας στην ποινική διαδικασία και να προσκομίζει οποιαδήποτε αποδεικτικά στοιχεία διαθέτει.

(2) Η Αστυνομία καθώς και κάθε άλλη εμπλεκόμενη υπηρεσία, λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα έτσι ώστε σε συντονισμό μεταξύ τους, να εξασφαλίζουν ότι τα θύματα εξετάζονται και ανακρίνονται μόνον καθόσον είναι αναγκαίο για τους σκοπούς της ποινικής διαδικασίας.

Δικαίωμα λήψης πληροφοριών

32.-(1) Η Αστυνομία, κατά την πρώτη της επαφή με το θύμα παρέχει όλες τις αναγκαίες πληροφορίες, στη γλώσσα που κατανοεί, αναφορικά με την προστασία των συμφερόντων του, οι οποίες περιλαμβάνουν τουλάχιστον τις ακόλουθες πληροφορίες:

(α) το είδος των υπηρεσιών ή οργανώσεων στις οποίες το θύμα μπορεί να προσφεύγει για να του δοθεί υποστήριξη σε σχέση με την παροχή νομικών ή άλλων συμβουλών·

(β) το είδος της υποστήριξης που μπορεί να λαμβάνει σε σχέση με την ποινική διαδικασία·

(γ) πού και με ποιο τρόπο μπορεί να υποβάλει καταγγελία εναντίον του δράστη·

(δ) τις διαδικασίες που έπονται της καταγγελίας και το ρόλο του ως θύμα στα πλαίσια των διαδικασιών αυτών·

(ε) πώς και υπό ποιους όρους μπορεί να απολαύει προστασίας·

(στ) σε ποιο βαθμό και υπό ποιους όρους έχει πρόσβαση σε:

(i) νομικές συμβουλές, ή

(ii) νομική συνδρομή, ή

(iii) συμβουλές κάθε άλλου είδους,

και, εάν, στις περιπτώσεις των υποπαραγράφων (i) και (ii) έχει το σχετικό δικαίωμα·

(ζ) ποιες προϋποθέσεις πρέπει να συντρέχουν για να δικαιούται αποζημίωσης·

(η) εάν κατοικεί σε άλλο κράτος μέλος ή επιθυμεί να μεταβεί στο κράτος μέλος ή στην τρίτη χώρα καταγωγής του, ποιοι ιδιαίτεροι μηχανισμοί είναι διαθέσιμοι για την υπεράσπιση των συμφερόντων του.

(2) Εφόσον το θύμα το επιθυμεί, η Αστυνομία, το ενημερώνει αναφορικά με:

(α) τη συνέχεια που δόθηκε στην καταγγελία του·

(β) τα στοιχεία που του επιτρέπουν, εάν ασκηθεί ποινική δίωξη, να πληροφορηθεί την εξέλιξη της ποινικής διαδικασίας σχετικά με τον κατηγορούμενο για τις εγκληματικές πράξεις που το αφορούν, εκτός εάν κατά την κρίση των διωκτικών αρχών και σε εξαιρετικές περιπτώσεις είναι δυνατόν να διαταραχθεί η ομαλή διεξαγωγή της υπόθεσης·

(γ) την απόφαση που εξέδωσε το Δικαστήριο.

(3) Στις περιπτώσεις που οι διωκτικές αρχές κρίνουν ότι το θύμα κινδυνεύει από την μη προφυλάκιση υπόδικου ή την απόλυση του κατάδικου το ενημερώνουν και λαμβάνουν τις απαραίτητες προφυλάξεις.

(4) Το θύμα έχει δικαίωμα να αποποιηθεί εγγράφως τη λήψη των πληροφοριών του παρόντος άρθρου, εκτός εάν η αποστολή των πληροφοριών είναι υποχρεωτική σύμφωνα με τους όρους της σχετικής ποινικής διαδικασίας.

Εγγυήσεις επικοινωνίας και δικαίωμα σε νομικές συμβουλές

33.-(1) Οι διωκτικές αρχές λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα ώστε να μειώσουν όσο το δυνατόν περισσότερο τις τυχόν δυσχέρειες επικοινωνίας που επηρεάζουν την κατανόηση ή τη συμμετοχή του θύματος το οποίο έχει την ιδιότητα του μάρτυρα, κατά τα στάδια της ποινικής διαδικασίας.

(2) Κάθε θύμα, ανεξάρτητα από την προθυμία του να συνεργαστεί με τις διωκτικές αρχές, για την ποινική έρευνα, δίωξη ή δίκη, έχει δικαίωμα άμεσης πρόσβασης σε νομικές συμβουλές σύμφωνα με τον περί Δικηγόρων Νόμο, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται, και σε περίπτωση που δεν έχει επαρκείς πόρους έχει δικαίωμα σε δωρεάν νομική αρωγή σύμφωνα με τον περί Νομικής Αρωγής Νόμο, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται.

(3) Επιπρόσθετα με τις νομικές συμβουλές, η Δημοκρατία αποζημιώνει τα θύματα τα οποία συνεργάζονται με τις διωκτικές αρχές ως μάρτυρες σε ποινική διαδικασία για οποιαδήποτε έξοδα στα οποία αυτά υπόκεινται λόγω της συμμετοχής τους στην ποινική διαδικασία.

(4) Οποιαδήποτε οργάνωση, ίδρυμα, σωματείο ή μη κυβερνητική οργάνωση η οποία έχει ως καταστατικό της σκοπό, μεταξύ άλλων, την καταπολέμηση της εμπορίας και εκμετάλλευσης προσώπων ή τη στήριξη και προστασία των θυμάτων κατά την έννοια του παρόντος Νόμου μπορεί, εφόσον το θύμα συναινεί σε αυτό, να βοηθά και στηρίζει το θύμα κατά τη διάρκεια της ποινικής διαδικασίας.

Προστασία του θύματος στο πλαίσιο της ποινικής διαδικασίας

34.-(1) Θύμα το οποίο επιθυμεί να συνεργαστεί με τις διωκτικές αρχές στο πλαίσιο της ποινικής διαδικασίας θεωρείται μάρτυρας που χρήζει βοήθειας κατά την έννοια του περί Προστασίας Μαρτύρων Νόμου του 2001, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται, και εντάσσεται στο Σχέδιο Προστασίας Μαρτύρων και Συνεργατών της Δικαιοσύνης.

(2) Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 17 του περί Προστασίας Μαρτύρων Νόμου του 2001, κατά την εκπόνηση του Σχεδίου Προστασίας Μαρτύρων και Συνεργατών της Δικαιοσύνης, ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, κατά την κρίση του, διασφαλίζει, επίσης, ότι: -

(α) λαμβάνονται κατάλληλα μέτρα που να εξασφαλίζουν επαρκές επίπεδο προστασίας για το θύμα και, όταν αυτό ενδείκνυται, για την οικογένειά του ή για πρόσωπα εξομοιούμενα με μέλη της οικογενείας του·

(β) η προστασία αυτή διαρκεί και μετά από τη λήξη της ποινικής διαδικασίας.

(3) Θύμα το οποίο επιθυμεί να συνεργαστεί με τις διωκτικές αρχές στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας προστατεύεται από άσκοπες επαναλήψεις συνεντεύξεων κατά το στάδιο της διερεύνησης, δίωξης και εκδίκασης.

(4) Τηρουμένων των διατάξεων του περί Προστασίας Μαρτύρων Νόμου του 2001 και με την επιφύλαξη των δικαιωμάτων της υπεράσπισης, το Δικαστήριο αξιολογώντας ατομικά την προσωπική κατάσταση του θύματος, διασφαλίζει ότι το θύμα τυγχάνει ειδικής μεταχείρισης που αποβλέπει στην αποτροπή επακόλουθης θυματοποίησης του, π.χ. με άσκοπες ερωτήσεις σχετικά με την ιδιωτική ζωή του θύματος.

(5) Οι διωκτικές αρχές διασφαλίζουν, εφόσον υπό τις περιστάσεις κριθεί αναγκαίο, ότι, παρέχεται αποτελεσματική και κατάλληλη προστασία από πιθανή εκδίκηση ή εκφοβισμό ειδικότερα κατά τη διάρκεια και μετά την έρευνα και δίωξη των δραστών στα ακόλουθα πρόσωπα:

(α) οποιοδήποτε πρόσωπο άλλο από το θύμα αναφέρει τη διάπραξη ποινικού αδικήματος που προβλέπεται στον παρόντα Νόμο ή συνεργάζεται διαφορετικά με οποιοδήποτε τρόπο με τις διωκτικές αρχές·

(β) οποιοδήποτε μάρτυρα άλλο από το θύμα ο οποίος δίνει κατάθεση αναφορικά με τη διάπραξη ποινικού αδικήματος που προβλέπεται στον παρόντα Νόμο·

(γ) όπου είναι αναγκαίο, στα μέλη της οικογένειας του θύματος και των προσώπων που καθορίζονται στις παραγράφους (α) και (β) του παρόντος εδαφίου·

(6) Οι διωκτικές αρχές λαμβάνουν όλα τα αναγκαία και απαραίτητα μέτρα για την παροχή κατάλληλης προστασίας από πιθανή εκδίκηση ή εκφοβισμό, ειδικότερα κατά τη διάρκεια και μετά την έρευνα και δίωξη των δραστών των αδικημάτων που προβλέπονται στον παρόντα Νόμο, για μέλη οργανώσεων, ιδρυμάτων, σωματείων ή μη κυβερνητικών οργανώσεων που ασκούν δραστηριότητες ή παρέχουν συνδρομή στα θύματα σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου.

(7) Σε περίπτωση που το θύμα είναι παιδί, οι διωκτικές αρχές:

(α) εξασφαλίζουν ότι η διερεύνηση ή η άσκηση ποινικής δίωξης, δεν εξαρτώνται από την υποβολή μήνυσης ή καταγγελίας από το θύμα ή εκπρόσωπό του και ότι η ποινική διαδικασία μπορεί να συνεχιστεί ακόμα και εάν το πρόσωπο αυτό αποσύρει την κατάθεσή του,

(β) συνεχίζουν τη δίωξη και μετά την ενηλικίωση του θύματος.

Δικαίωμα θυμάτων για αποζημιώσεις

35.-(1) Ανεξάρτητα και χωρίς επηρεασμό οποιουδήποτε άλλου ένδικου μέσου ή θεραπείας που προβλέπεται δυνάμει οποιουδήποτε άλλου νόμου ή κανονισμών, οποιοδήποτε πρόσωπο είναι θύμα κατά την έννοια του παρόντος Νόμου έχει θεσμικό αγώγιμο δικαίωμα αποζημιώσεων κατά παντός υπευθύνου, για τα διαπραχθέντα σε βάρος του ποινικά αδικήματα δυνάμει του παρόντος Νόμου και για παραβιάσεις των ανθρωπίνων του δικαιωμάτων, ο οποίος υπέχει αντίστοιχη αστική ευθύνη για την καταβολή ειδικών και γενικών αποζημιώσεων προς τα θύματά του, περιλαμβανομένων και οποιωνδήποτε καθυστερημένων οφειλών από την εκμετάλλευση της εργασίας του θύματος.

(2) Οι πιο πάνω αναφερόμενες γενικές αποζημιώσεις πρέπει να είναι δίκαιες και εύλογες και κατά τον υπολογισμό τους το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τα ακόλουθα:

(α) Την έκταση της εκμετάλλευσης και το όφελος που ο δράστης αποκόμισε ή μπορούσε να αποκομίσει από την εκμετάλλευση του θύματος∙

(β) τις μελλοντικές προοπτικές του θύματος και σε ποια έκταση επηρεάστηκαν από την εκμετάλλευσή του∙

(γ) το βαθμό της υπαιτιότητας του δράστη∙

(δ) τη συγγένεια ή τη σχέση εξουσίας ή επιρροής του δράστη προς το θύμα του.

(3) Το Δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη το βαθμό βαναυσότητας της εκμετάλλευσης ή το βαθμό συγγένειας ή της σχέσης εξουσίας του δράστη προς το θύμα, δύναται να επιδικάζει τιμωρητικές αποζημιώσεις.

(4) Το Δικαστήριο κατά τον υπολογισμό των ειδικών αποζημιώσεων λαμβάνει υπόψη του κάθε δαπάνη, στην οποία υποβάλλεται το θύμα συνεπεία της εκμετάλλευσης, περιλαμβανομένων των εξόδων επαναπατρισμού του, όπου αυτό εφαρμόζεται.

(5) Σε περίπτωση θανάτου του θύματος, θεσμικό αγώγιμο δικαίωμα για αποζημίωση έχουν οι γονείς ή τα εξαρτώμενα πρόσωπα του θύματος.

(6) Ανεξαρτήτως της εφαρμογής των διατάξεων του περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμου του 2012, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται, το αγώγιμο δικαίωμα του παιδιού θύματος δεν παραγράφεται.

Δικαίωμα σε νομικές συμβουλές και νομική εκπροσώπηση για την άσκηση του δικαιώματος σε αποζημίωση

36. Κάθε θύμα, ανεξάρτητα από την προθυμία του να συνεργαστεί με τις διωκτικές αρχές, για την ποινική έρευνα, δίωξη ή δίκη, έχει δικαίωμα άμεσης πρόσβασης σε νομικές συμβουλές και νομική εκπροσώπηση για την απαίτηση αποζημίωσης σύμφωνα με τον περί Δικηγόρων Νόμο, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται, και σε περίπτωση που το θύμα δεν έχει επαρκείς οικονομικούς πόρους έχει δικαίωμα σε δωρεάν νομική αρωγή σύμφωνα με τον περί Νομικής Αρωγής Νόμου, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται.

Θύματα που διαμένουν σε άλλο κράτος μέλος της Ε.Ε.

37.-(1) Στην περίπτωση που το θύμα είναι υπήκοος ή κάτοικος άλλου κράτους μέλους της Ε.Ε., οι διωκτικές αρχές λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα για να μειώσουν τις δυσκολίες που ανακύπτουν όταν το θύμα κατοικεί σε άλλο κράτος μέλος της Ε.Ε. ιδίως όσον αφορά τη διεξαγωγή της ποινικής διαδικασίας, εφαρμόζοντας τις διατάξεις του περί της Σύμβασης Καταρτιζόμενης από το Συμβούλιο βάσει του άρθρου 34 της Συνθήκης για την Ε.Ε. για την Αμοιβαία Δικαστική Συνδρομή επί Ποινικών Υποθέσεων μεταξύ των κρατών μελών της Ε.Ε. και του Πρωτοκόλλου της (Κυρωτικός) Νόμους του 2004.

(2) Καταγγελία θύματος αδικημάτων που προβλέπονται στον παρόντα Νόμο, το οποίο έχει την κατοικία του σε άλλο κράτος μέλος της Ε.Ε., προς τις αρχές του κράτους μέλους της κατοικίας του, εφόσον διαβιβαστεί στις διωκτικές αρχές της Δημοκρατίας, διερευνάται με τον ίδιο τρόπο με τον οποίο θα διερευνάτο σε περίπτωση που το θύμα βρισκόταν στη Δημοκρατία.

Ειδικές διατάξεις για την προστασία των παιδιών θυμάτων εμπορίας ανθρώπων στο πλαίσιο ποινικής έρευνας και διαδικασίας

38.-(1) Τηρουμένων των διατάξεων των άρθρων 30 μέχρι 37 του παρόντος Νόμου, σε περίπτωση παιδιού θύματος των αδικημάτων που προβλέπονται στον παρόντα Νόμο, και σε περίπτωση που οι δικαιούχοι της γονικής μέριμνας σύμφωνα με τους Νόμους της Δημοκρατίας αποκλείονται από την εκπροσώπηση του παιδιού λόγω σύγκρουσης συμφερόντων μεταξύ αυτών και του παιδιού θύματος, ο Διευθυντής Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας διορίζεται ως εκπρόσωπος για το παιδί, για να το εκπροσωπεί στο πλαίσιο της διαδικασίας, σε συνεργασία με την Επίτροπο Προστασίας των Δικαιωμάτων του Παιδιού.

(2) Με την επιφύλαξη των δικαιωμάτων της υπεράσπισης των κατηγορουμένων, οι διωκτικές αρχές διασφαλίζουν ότι στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας των αδικημάτων που προβλέπονται στα άρθρα 7, 8, 10 και 11 του παρόντος Νόμου, ότι:

(α) οι συνεντεύξεις με το παιδί θύμα πραγματοποιούνται χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση από τότε που τα γεγονότα έχουν αναφερθεί στις διωκτικές αρχές·

(β) οι συνεντεύξεις με το παιδί θύμα πραγματοποιούνται, εφόσον είναι αναγκαίο, σε χώρους σχεδιασμένους ή προσαρμοσμένους για το σκοπό αυτό·

(γ) οι συνεντεύξεις με το παιδί θύμα διεξάγονται, εφόσον είναι αναγκαίο, από επαγγελματίες εκπαιδευμένους προς το σκοπό αυτό ή με τη βοήθειά τους και από άτομα του ιδίου φύλου·

(δ) όπου αυτό είναι δυνατό, όλες οι συνεντεύξεις με το παιδί θύμα διεξάγονται από το ίδιο πρόσωπο·

(ε) ο αριθμός των συνεντεύξεων με το παιδί θύμα είναι όσο το δυνατό περιορισμένος και οι συνεντεύξεις διεξάγονται μόνον όπου αυτό είναι αυστηρά αναγκαίο για τους σκοπούς των ποινικών ερευνών και διαδικασιών·

(στ) το παιδί θύμα μπορεί να συνοδεύεται από τον εκπρόσωπό του ή, κατά περίπτωση, ενήλικα της επιλογής του, εκτός αν έχει εκδοθεί αιτιολογημένη απόφαση για το αντίθετο σχετικά με αυτό το πρόσωπο.

Οπτικογραφημένη κατάθεση παιδιού

39.-(1) Στις περιπτώσεις όπου παιδί είναι μάρτυρας σε αδικήματα που προβλέπονται στο Μέρος ΙΙ του παρόντος Νόμου ή το θύμα είναι παιδί, οι διωκτικές αρχές εξασφαλίζουν ότι στο πλαίσιο της ποινικής έρευνας των αδικημάτων αυτών, όλες οι συνεντεύξεις με το παιδί οπτικογραφούνται και ότι κατά την εκδίκαση της υπόθεσης οι συνεντεύξεις αυτές θεωρούνται ικανή μαρτυρία δυνάμει του περί Αποδείξεως Νόμου, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται.

(2) Για την εφαρμογή των διατάξεων του εδαφίου (1) του παρόντος άρθρου ισχύουν οι προϋποθέσεις και οι κανόνες που προβλέπονται στον περί Προστασίας Μαρτύρων Νόμο του 2001, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται, ειδικότερα:

(α) Το Δικαστήριο δύναται να διατάξει όπως το παιδί θύμα ή το παιδί μάρτυρας τύχει αντεξέτασης χωρίς να είναι παρόν, με τη χρήση κατάλληλης τεχνολογίας επικοινωνιών.

(β) Εφόσον είναι προς το όφελος του παιδιού θύματος ή παιδιού μάρτυρα το Δικαστήριο καθώς και οι διωκτικές αρχές προκειμένου να προστατεύσουν την ιδιωτική ζωή, την ταυτότητα και την εικόνα των παιδιών αποτρέπουν την κοινοποίηση πληροφοριών που θα μπορούσαν να οδηγήσουν στην ταυτοποίησή τους.

Δίκη κεκλεισμένων των θυρών

40. Τηρουμένων των διατάξεων του περί Προστασίας Μαρτύρων Νόμου του 2001, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται, κατά την εκδίκαση της υπόθεσης που αφορά αδικήματα που προβλέπονται στον παρόντα Νόμο όπου το θύμα είναι παιδί ή το παιδί είναι μάρτυρας, το Δικαστήριο δύναται να διατάξει όπως η ακροαματική διαδικασία ή μέρος αυτής διεξαχθεί κεκλεισμένων των θυρών.

Ειδικές διατάξεις για ασυνόδευτα παιδιά θύματα

41. Σε περίπτωση που θύμα διάπραξης των αδικημάτων του παρόντος Νόμου είναι ασυνόδευτο παιδί, διορίζεται σε κάθε περίπτωση ο Διευθυντής Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας ως εκπρόσωπός του, για να το εκπροσωπεί κατά την άσκηση των δικαιωμάτων του στο πλαίσιο της ποινικής έρευνας και διαδικασίας, σε συνεργασία με την Επίτροπο Προστασίας των Δικαιωμάτων του Παιδιού.

ΜΕΡΟΣ ΙV ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ ΚΑΙ ΠΑΡΟΧΗ ΣΥΝΔΡΟΜΗΣ ΚΑΙ ΣΤΗΡΙΞΗΣ ΣΤΑ ΘΥΜΑΤΑ
Τμήμα 1-Γενικές διατάξεις
Εκπαίδευση και συνεργασία των εμπλεκόμενων υπηρεσιών

42.-(1) Οι εμπλεκόμενες υπηρεσίες έχουν υποχρέωση να ενημερώνουν και εκπαιδεύουν, σε τακτική βάση, το προσωπικό τους που ενδέχεται να έρθει σε επαφή με θύματα και δυνητικά θύματα εμπορίας προσώπων, αναφορικά με την παρεμπόδιση και καταπολέμηση της εμπορίας προσώπων, με τον εντοπισμό των θυμάτων και των δυνητικών θυμάτων, την εξακρίβωση της ταυτότητας των προσώπων αυτών και την παροχή βοήθειας σε αυτά, ιδιαίτερα των παιδιών, και σε σχέση με τις διατάξεις και την εφαρμογή του παρόντος Νόμου.

(2) Οι εμπλεκόμενες υπηρεσίες συνεργάζονται μεταξύ τους καθώς και με μη κυβερνητικούς οργανισμούς υποστήριξης θυμάτων, έτσι ώστε να δύναται να εξακριβωθεί η ταυτότητα των θυμάτων, λαμβάνοντας ιδιαίτερα υπόψη την ειδική κατάσταση των γυναικών και παιδιών θυμάτων.

(3) Οι διωκτικές αρχές, σε συνεργασία με όλες τις εμπλεκόμενες υπηρεσίες καθώς και με μη κυβερνητικούς οργανισμούς υποστήριξης θυμάτων και μετά από δικές τους εξετάσεις, προβαίνουν στη σύνταξη αξιολογήσεων κινδύνου σε όλα τα στάδια στήριξης των θυμάτων, από την αναγνώριση μέχρι τον επαναπατρισμό τους, βάσει των οποίων θα αποφασίζονται και τα μέτρα προστασίας των θυμάτων.

Βασικές αρχές που διέπουν την προστασία των θυμάτων

43.-(1) Τα προβλεπόμενα στον παρόντα Νόμο μέτρα προστασίας των θυμάτων και τα δικαιώματά τους εφαρμόζονται σε όλα τα θύματα, ανεξαρτήτως υπηκοότητας, πριν, κατά τη διάρκεια και για κατάλληλο χρονικό διάστημα μετά το πέρας της ποινικής διαδικασίας, έτσι ώστε να μπορέσουν να ασκήσουν τα δικαιώματά τους που προβλέπονται στον παρόντα Νόμο.

(2) Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 53, η παροχή συνδρομής και στήριξης σε θύμα, δεν εξαρτάται από την προθυμία του να συνεργαστεί σε ποινική έρευνα, δίωξη ή δίκη.

Εθνικός μηχανισμός αναφοράς και ενημέρωση των θυμάτων

44.-(1) Στην περίπτωση που εμπλεκόμενη υπηρεσία ή μη κυβερνητικός οργανισμός κρίνει ή έχει βάσιμες υποψίες ότι οποιοδήποτε πρόσωπο ενδέχεται να είναι θύμα δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου, το παραπέμπει ή/και ενημερώνει σχετικά τις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας οι οποίες το ενημερώνουν αρχικά για τα δικαιώματα και τις δυνατότητες που έχει δυνάμει του παρόντος Νόμου.

(2) Οι Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας δίνουν σε κατανοητή στο εν δυνάμει θύμα γλώσσα τις πληροφορίες που χρειάζονται για την προστασία των συμφερόντων τους ως θύματα, οι οποίες μπορεί, όπου είναι δυνατό, να δίνονται και γραπτώς, και οι οποίες περιλαμβάνουν τουλάχιστον τα ακόλουθα-

(α) Το όνομα των κρατικών υπηρεσιών ή μη κυβερνητικών οργανώσεων στις οποίες μπορούν να προσφεύγουν για να τους παραχωρηθεί υποστήριξη∙

(β) το είδος της υποστήριξης που δικαιούνται να λάβουν σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου και πληροφορίες αναφορικά με την προθεσμία περίσκεψης και ανάκαμψης και την προστασία τους από την απέλαση, όπου αυτό εφαρμόζεται, κατά την εν λόγω περίοδο∙

(γ) τη διαδικασία αναγνώρισής τους ως θύματα και όλες τις πληροφορίες που σχετίζονται με την υποβολή καταγγελίας εναντίον των δραστών των αδικημάτων στις διωκτικές αρχές·

(δ) τους όρους και τη διαδικασία, βάσει των οποίων μπορούν να απολαύουν ασφάλειας και προστασίας∙

(ε) το βαθμό και τους όρους βάσει των οποίων τους παρέχονται νομικές συμβουλές, από ποιους παρέχονται τέτοιες συμβουλές ή/και νομική αρωγή σύμφωνα με τις διατάξεις του Μέρους ΙΙΙ∙

(στ) πληροφορίες αναφορικά με τη δυνατότητα υποβολής αίτησης διεθνούς προστασίας δυνάμει των διατάξεων του περί Προσφύγων Νόμου, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται, όπου αυτό εφαρμόζεται·

(ζ) πληροφορίες για τη διαδικασία αποζημίωσης.

(3) Η προβλεπόμενη στο εδάφιο (2) ενημέρωση δύναται να ανατεθεί από τις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας σε μη κυβερνητικό οργανισμό με τη σύναψη πρωτοκόλλου συνεργασίας.

Αναγνώριση των θυμάτων, προθεσμία περίσκεψης

45.-(1) Μετά την ενημέρωση του εν δυνάμει θύματος, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 32, γίνεται αναφορά της υπόθεσής του στο Γραφείο Καταπολέμησης Εμπορίας Προσώπων της Αστυνομίας.

(2) Εφόσον η Αστυνομία, αναγνωρίσει οποιοδήποτε πρόσωπο ως θύμα, ενημερώνει αμέσως το ίδιο το θύμα ή τον εκπρόσωπό του και τις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας, οι οποίες μεριμνούν για την πρόσβαση του θύματος στα δικαιώματά του.

(3) Η Αστυνομία δύναται κατόπιν σχετικής αξιολόγησης κινδύνου να παραπέμψει στο καταφύγιο θυμάτων των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας πρόσωπο το οποίο θεωρείται ως πιθανό θύμα μέχρι της περάτωσης της σχετικής διαδικασίας αναγνώρισής του.

(4) Η Αστυνομία μετά την αναγνώριση του θύματος παρέχει στο θύμα εξατομικευμένη αξιολόγηση από ειδικευμένο προσωπικό, και ετοιμάζει σχετική αναφορά που παραδίνεται στον ανακριτή της υπόθεσης.

(5) Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου (3) του άρθρου 53, κάθε θύμα έχει προθεσμία περίσκεψης τουλάχιστον ενός μηνός για να λάβει ενημερωμένη απόφαση κατά πόσο επιθυμεί να συνεργαστεί με τις διωκτικές αρχές για τη δίωξη των δραστών των αδικημάτων δυνάμει του παρόντος Νόμου.

(6) Σε κάθε περίπτωση προτεραιότητα έχει η παροχή υποστηρικτικών υπηρεσιών και προστασίας στο θύμα σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου και οι διωκτικές αρχές δύνανται να προσεγγίζουν το θύμα για να διαπιστώσουν κατά πόσο είναι πρόθυμο να συνεργαστεί με αυτές, σε συνεργασία με τις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας ή/και τις Υπηρεσίες Ψυχικής Υγείας ή/και μη κυβερνητικούς οργανισμούς.

(7) Κατά τα στάδια που αναφέρονται στα εδάφια (1) έως (6) του παρόντος άρθρου, οι εμπλεκόμενες υπηρεσίες καθώς και οι μη κυβερνητικοί οργανισμοί, όπου αυτό εφαρμόζεται, έχουν υποχρέωση να ανταλλάσσουν πληροφορίες σχετικά με την κατάσταση του θύματος και τη διαδικασία αναγνώρισής του.

Δικαιώματα εν δυνάμει θυμάτων κατά τη διαδικασία αναγνώρισης

46.-(1) Κατά τη διαδικασία αναγνώρισης από το Γραφείο Καταπολέμησης Εμπορίας Προσώπων της Αστυνομίας εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 30 και παρέχονται οι πληροφορίες που προβλέπονται στο εδάφιο (2) του άρθρου 33, εφόσον το εν δυνάμει θύμα αναγνωριστεί ως θύμα κατά την έννοια του παρόντος Νόμου.

(2) Η συνέντευξη πραγματοποιείται σε γλώσσα που κατανοεί το θύμα και με τη δωρεάν βοήθεια διερμηνέα, όπου αυτό είναι απαραίτητο για να διασφαλιστεί η δέουσα επικοινωνία με το θύμα.

(3) Εφόσον το εν δυνάμει θύμα είναι παιδί ή ασυνόδευτο παιδί, στη συνέντευξη που πραγματοποιείται για την αναγνώρισή του ως θύμα, παρίσταται πάντοτε και ο νόμιμος κηδεμόνας του ή ο διορισμένος από το Δικαστήριο Επίτροπος ή ο νομικός του εκπρόσωπος, ανάλογα με την περίπτωση, και εφαρμόζονται κατ΄αναλογία οι διατάξεις των άρθρων 39, 41 και 50 του παρόντος Νόμου.

(4) Μετά την αναγνώριση προσώπου ως θύματος, το Γραφείο Καταπολέμησης της Εμπορίας Προσώπων της Αστυνομίας, παραχωρεί σε αυτό βεβαίωση αναγνώρισης, διάρκειας αρχικά ενός μηνός για σκοπούς περίσκεψης. Η βεβαίωση αναγνώρισης δύναται να ανανεωθεί περαιτέρω είτε για σκοπούς περίσκεψης είτε για να απολαμβάνει το εν λόγω θύμα τα δικαιώματα που προβλέπονται στον παρόντα Νόμο μετά την περίοδο περίσκεψης.

(5) Το Γραφείο Καταπολέμησης της Εμπορίας Προσώπων της Αστυνομίας προβαίνει στην αναγνώριση των θυμάτων με βάση εσωτερικούς κανονισμούς της Αστυνομίας που θεσπίζονται δυνάμει του παρόντος Νόμου.

Μέτρα συνδρομής και στήριξης των θυμάτων και προστασία της ιδιωτικής ζωής

47.-(1) Κάθε θύμα, ανεξαρτήτως υπηκοότητας, και ανεξαρτήτως αν κατέχει τα δηλωτικά έγγραφα της ταυτότητάς του, νοουμένου ότι δεν διαθέτει επαρκείς πόρους, έχει δικαίωμα στη σωματική, ψυχολογική και κοινωνική αποκατάστασή του και ειδικότερα, έχει δικαίωμα:

(α) στην παραχώρηση των αναγκαίων πόρων διαβίωσης, περιλαμβανομένης κατάλληλης και ασφαλούς διαμονής, ψυχολογικής, υλικής και χρηματικής βοήθειας·

(β) σε πρόσβαση σε δωρεάν επείγουσα ιατροφαρμακευτική περίθαλψη και σε δωρεάν αναγκαία ιατροφαρμακευτική περίθαλψη·

(γ) στην παραχώρηση υπηρεσιών διερμηνείας και μετάφρασης, όπου αυτό είναι απαραίτητο·

(δ) σε πρόσβαση στην εκπαίδευση, όπου αυτό εφαρμόζεται·

(ε) σε ικανοποίηση των ειδικών αναγκών του που προκύπτουν λόγω εγκυμοσύνης, κατάστασης της υγείας, αναπηρίας, διανοητικής ή ψυχολογικής διαταραχής ή σοβαρών μορφών ψυχολογικής, σωματικής ή σεξουαλικής βίας·

(2) Η ιδιωτική ζωή και η ταυτότητα των θυμάτων προστατεύεται από κάθε εμπλεκόμενη υπηρεσία ή μη κυβερνητικό οργανισμό και η επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων τους γίνεται πάντοτε σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Επεξεργασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (Προστασία του Ατόμου) Νόμου του 2001, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται.

(3) Αρμόδια αρχή για το συντονισμό όλων των εμπλεκόμενων υπηρεσιών για την αποτελεσματική εφαρμογή του παρόντος άρθρου είναι οι Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας.

Λειτουργία καταφυγίων

48. Οι Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας:-

(α) εγκαθιδρύουν και λειτουργούν καταφύγια για τη διαμονή των θυμάτων, δυνάμει κανονισμών που εκδίδονται σύμφωνα με το άρθρο 71 του παρόντος Νόμου·

(β) επιθεωρούν την εγγραφή και λειτουργία καταφυγίων, δυνάμει κανονισμών που εκδίδονται σύμφωνα με το άρθρο 71 του παρόντος Νόμου·

(γ) δύνανται να αναθέτουν τις αρμοδιότητές τους δυνάμει της παραγράφου (α) του παρόντος άρθρου σε μη κυβερνητικό οργανισμό ή στις Αρχές Τοπικής Αυτοδιοίκησης βάσει πρωτοκόλλου συνεργασίας ή ειδικής συμφωνίας μεταξύ τους.

Ειδικές διατάξεις για παιδιά θύματα και επιπρόσθετη προστασία

49.-(1) Τηρουμένων των διατάξεων του περί της Σύμβασης περί των Δικαιωμάτων του Παιδιού (Κυρωτικού) Νόμου του 1990, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται, του περί της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τη Άσκηση των Δικαιωμάτων του Παιδιού (Κυρωτικού) Νόμου του 2005 και τηρουμένων των αρμοδιοτήτων που απορρέουν από τον περί Επιτρόπου Προστασίας των Δικαιωμάτων του Παιδιού Νόμο του 2007, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται, οι εμπλεκόμενες υπηρεσίες λαμβάνουν υπόψη το ύψιστο συμφέρον του παιδιού κατά την εφαρμογή του παρόντος Νόμου και φροντίζουν για την πλήρη εφαρμογή των διαδικασιών που προβλέπονται στον παρόντα Νόμο, λαμβάνοντας υπόψη την ωριμότητα και την ηλικία του παιδιού θύματος.

(2) Σε περίπτωση αβεβαιότητας όσον αφορά την ηλικία του θύματος και όταν υπάρχουν λόγοι να πιστεύεται ότι πρόκειται περί παιδιού, το θύμα τεκμαίρεται ότι είναι παιδί και αποκτά άμεση πρόσβαση σε συνδρομή, στήριξη και προστασία ως παιδί, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου.

(3) Οι εμπλεκόμενες υπηρεσίες λαμβάνουν όλα τα κατάλληλα μέτρα, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους, για να συνδράμουν και στηρίξουν τα παιδιά που είναι θύματα, βραχυπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα, στο πλαίσιο της σωματικής και ψυχοκοινωνικής αποκατάστασής τους, μετά από ατομική εκτίμηση της προσωπικής κατάστασης του παιδιού, λαμβάνοντας δεόντως υπόψη την άποψή του, ανάλογα με την ηλικία και το βαθμό ωριμότητας, τις ανάγκες του και τις ανησυχίες του με σκοπό την εξεύρεση μόνιμων λύσεων για το παιδί.

(4) Οι εμπλεκόμενες υπηρεσίες, διασφαλίζουν, η κάθε μια στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων της, την άμεση πρόσβαση κάθε παιδιού θύματος στα δικαιώματα που προβλέπονται στον παρόντα Νόμο και εντός εύλογου χρονικού διαστήματος στην εκπαίδευση:

Νοείται ότι, η πρόσβαση στην εκπαίδευση διασφαλίζεται και σε παιδιά των θυμάτων, όπου αυτό εφαρμόζεται.

(5) Σε περίπτωση που οι Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας διαπιστώσουν ότι οι δικαιούχοι της γονικής μέριμνας παιδιού θύματος δεν διασφαλίζουν το συμφέρον του παιδιού και ως εκ τούτου δεν μπορούν να το εκπροσωπούν, λόγω σύγκρουσης συμφερόντων μεταξύ αυτών και του παιδιού-θύματος, λαμβάνουν όλα τα απαραίτητα μέτρα και προβαίνουν σε όλες τις απαιτούμενες διαδικασίες ώστε να διοριστεί Επίτροπος για το παιδί σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Σχέσεων Γονέων και Τέκνων Νόμου, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται.

(6) Οι Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας λαμβάνουν, κατά περίπτωση και κατά το δυνατόν, όλα τα απαραίτητα μέτρα προκειμένου να εξασφαλίσουν συνδρομή και στήριξη στην οικογένεια παιδιού θύματος, όταν η οικογένεια βρίσκεται στη Δημοκρατία.

(7) Για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου, αρμόδια αρχή για το συντονισμό όλων των εμπλεκόμενων υπηρεσιών είναι οι Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας.

Ειδικές διατάξεις για τη συνδρομή, στήριξη και προστασία για ασυνόδευτα παιδιά θύματα εμπορίας ανθρώπων

50.-(1) Οι εμπλεκόμενες υπηρεσίες εξασφαλίζουν ότι οι ειδικές ενέργειες που προορίζονται να συνδράμουν και να στηρίξουν τα παιδιά που είναι θύματα, όπως αναφέρονται στον παρόντα Νόμο, λαμβάνουν δεόντως υπόψη τις προσωπικές και ειδικές περιστάσεις των ασυνόδευτων παιδιών θυμάτων.

(2) Οι Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας, σε συνεργασία με άλλες εμπλεκόμενες υπηρεσίες, κατά περίπτωση, λαμβάνουν τα απαραίτητα μέτρα με σκοπό την εξεύρεση μόνιμων λύσεων που βασίζονται σε εξατομικευμένη αξιολόγηση των βέλτιστων συμφερόντων των ασυνόδευτων παιδιών.

(3) Ασυνόδευτα παιδιά θύματα ή εν δυνάμει θύματα τίθενται αμέσως υπό τη φροντίδα του Διευθυντή των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας, ο οποίος τα εκπροσωπεί και ενεργεί προς το συμφέρον αυτών.

(4) Ασυvόδευτος αvήλικoς σχoλικής ηλικίας έχει, το αργότερο μέσα σε τρεις μήνες από την ημέρα της αναγνώρισής του ως θύμα, πρόσβαση στις γεvικές εκπαιδευτικές διευκoλύvσεις ή εvαλλακτικά πρόσβαση σε κατάλληλες ειδικές εκπαιδευτικές διευκoλύvσεις, ανάλογα με την κατάσταση στην οποία βρίσκεται ο ασυνόδευτος ανήλικος.

(5) Ασυνόδευτοι αvήλικoι έχουν δικαίωμα σε δωρεάν ιατροφαρμακευτική περίθαλψη καθώς και σε ειδική ιατρική ή άλλη βoήθεια και ιδιαίτερα σε περίπτωση πoυ υπήρξαv αvτικείμεvo oπoιασδήπoτε μoρφής παραμέλησης, εκμετάλλευσης ή κακoπoίησης, βασαvισμoύ ή oπoιασδήπoτε μoρφής βάvαυσης, απάvθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας, ή υπέφεραv λόγω έvοπλωv συγκρoύσεωv.

Τμήμα 2-Ειδικές διατάξεις για θύματα που είναι ευρωπαίοι πολίτες ή υπήκοοι τρίτων χωρών
Εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος Τμήματος

51. Οι διατάξεις του παρόντος Τμήματος εφαρμόζονται επιπρόσθετα των διατάξεων των άρθρων 42 μέχρι 50 του παρόντος Μέρους, ειδικά για θύματα που είναι ευρωπαίοι πολίτες ή υπήκοοι τρίτης χώρας.

Προστασία θυμάτων που είναι ευρωπαίοι πολίτες ή υπήκοοι τρίτης χώρας από την απέλαση

52.- (1) Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 58, κανένα μέτρο επαναπατρισμού δεν λαμβάνεται εναντίον:

(α) πολίτη της Ένωσης ή μέλους της οικογένειάς του οποιασδήποτε υπηκοότητας σε περίπτωση που δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής δυνάμει του περί του Δικαιώματος των Πολιτών της Ένωσης και των Μελών των Οικογενειών τους να Κυκλοφορούν και να Διαμένουν Ελεύθερα στη Δημοκρατία Νόμου του 2007, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται ή

(β) υπήκοου τρίτης χώρας, ανεξάρτητα από το κατά πόσο έχει νόμιμη ή παράνομη διαμονή στη Δημοκρατία δυνάμει του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται,

από τη στιγμή που οποιαδήποτε εμπλεκόμενη υπηρεσία εντοπίσει ή με οποιοδήποτε τρόπο ενημερωθεί αναφορικά με την πιθανότητα το εν λόγω πρόσωπο να είναι θύμα κατά την έννοια του παρόντος Νόμου και μέχρι την ολοκλήρωση της διαδικασίας αναγνώρισής του ως θύμα ή τη λήξη της προθεσμίας περίσκεψης που προβλέπεται στο άρθρο 45 ή τη μη ανανέωση ή ακύρωση ή ανάκληση της άδειας παραμονής ή της βεβαίωσης εγγραφής, που παρέχεται δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 55, ανάλογα με την περίπτωση.

(2) Οποιοσδήποτε λειτουργός εμπλεκόμενης υπηρεσίας ο οποίος εντοπίζει ή ενημερώνεται με οποιοδήποτε τρόπο αναφορικά με πρόσωπο που εμπίπτει στις κατηγορίες του εδαφίου (1), για το οποίο υπάρχουν βάσιμοι λόγοι να πιστεύεται ότι αποτελεί θύμα κατά την έννοια του παρόντος Νόμου, ενημερώνει πάραυτα τον Υπουργό έτσι ώστε να αποτραπεί η έκδοση διαταγμάτων απέλασης εναντίον του σε περίπτωση που κατά τα άλλα συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος επαναπατρισμού του.

(3) Σε περίπτωση που για οποιοδήποτε λόγο παρά τις διατάξεις του παρόντος άρθρου εκδόθηκε διάταγμα επαναπατρισμού και κράτησης εναντίον προσώπου που εμπίπτει στις κατηγορίες του εδαφίου (1), η εκτέλεση του διατάγματος επαναπατρισμού και κράτησης αναστέλλεται μέχρι την ολοκλήρωση της διαδικασίας εξακρίβωσης της ταυτότητάς του ως θύμα.

Παροχή άδειας παραμονής για περίσκεψη στα θύματα που είναι Ευρωπαίοι πολίτες ή πολίτες τρίτων χωρών

53.-(1) Ο Υπουργός, παραχωρεί ατελώς, σε υπήκοο τρίτης χώρας ο οποίος είναι θύμα, ακόμα και αν αυτός εισήλθε ή διαμένει παράνομα στη Δημοκρατία, προσωρινή άδεια παραμονής με σκοπό να του παραχωρηθεί προθεσμία περίσκεψης η οποία να του επιτρέπει να συνέλθει και να ξεφύγει από την επιρροή των δραστών των αδικημάτων που προβλέπονται στον παρόντα Νόμο, ώστε να μπορεί να λάβει απόφαση, με πλήρη επίγνωση των δικαιωμάτων του, κατά πόσο επιθυμεί να συνεργαστεί με τις διωκτικές αρχές στην ποινική διαδικασία:

Νοείται ότι, σε περίπτωση θύματος που είναι υπήκοος τρίτης χώρας, εφόσον είναι ήδη κάτοχος άδειας παραμονής, η διάρκειά της εξακολουθεί να ισχύει μέχρι τη λήξη της, χωρίς αυτό να επηρεάζει τα δικαιώματα που λαμβάνει ως θύμα.

(2) Σε περίπτωση που το θύμα είναι Ευρωπαίος πολίτης, ο Διευθυντής, παραχωρεί σε αυτό ατελώς, βεβαίωση εγγραφής περιορισμένης ισχύος, για το σκοπό που περιγράφεται στο εδάφιο (1) του παρόντος άρθρου.

(3) Στην περίπτωση που το θύμα είναι παιδί, η προσωρινή άδεια παραμονής που χορηγείται δυνάμει του εδαφίου (1) ανωτέρω και η βεβαίωση εγγραφής που χορηγείται δυνάμει του εδαφίου (2) ανωτέρω για περίσκεψη, είναι διάρκειας τουλάχιστον δύο μηνών και δύνανται να ανανεώνονται, επίσης ατελώς, με απόφαση του Υπουργού εφόσον κρίνει αυτό σκόπιμο, λαμβάνοντας ιδιαίτερα υπόψη το συμφέρον του παιδιού.

(4) Κατά τη διάρκεια ισχύος της προσωρινής άδειας παραμονής ή βεβαίωσης εγγραφής για περίσκεψη, το θύμα έχει πρόσβαση στα δικαιώματα που προβλέπονται στο άρθρο 47 του παρόντος Νόμου.

(5) Τηρουμένων των διατάξεων των άρθρων 20 και 21 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η προσωρινή άδεια παραμονής ή η βεβαίωση εγγραφής για περίσκεψη, δεν δημιουργεί δικαίωμα παραμονής δυνάμει του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου ή του περί του Δικαιώματος των Πολιτών της Ένωσης και των Μελών των Οικογενειών τους να Κυκλοφορούν και να Διαμένουν Ελεύθερα στη Δημοκρατία Νόμου του 2007, όπως αυτοί εκάστοτε τροποποιούνται ή αντικαθίστανται, ανάλογα με την περίπτωση.

(6) Ο Υπουργός, δύναται οποτεδήποτε να ανακαλέσει την προσωρινή άδεια παραμονής ή βεβαίωση εγγραφής για περίσκεψη, εφόσον οι διωκτικές αρχές τον ενημερώσουν ότι το συγκεκριμένο θύμα επανασυνέδεσε ενεργώς, εκουσίως και ιδία πρωτοβουλία τις σχέσεις του με τους δράστες των αδικημάτων που προβλέπονται στο Μέρος ΙΙ του παρόντος Νόμου ή για λόγους σχετικούς με τη δημόσια τάξη ή την εθνική ασφάλεια.

(7) Κατά τη διάρκεια ισχύος της προσωρινής άδειας παραμονής ή βεβαίωσης εγγραφής για περίσκεψη, τα ταξιδιωτικά έγγραφα του θύματος, κατόπιν συγκατάθεσης αυτού, παραδίδονται στην Αστυνομία η οποία τα επιστρέφει όποτε το θύμα το ζητήσει και εφόσον αυτά δεν είναι απαραίτητα στις διωκτικές αρχές για τους σκοπούς οποιασδήποτε ποινικής διαδικασίας.

Δικαιώματα του θύματος κατά την περίοδο περίσκεψης

54.- (1) Πριν την έκδοση και κατά τη διάρκεια ισχύος της προσωρινής άδειας παραμονής ή βεβαίωσης εγγραφής ή βεβαίωσης αναγνώρισης για περίσκεψη, ανεξαρτήτως του κατά πόσο επιθυμεί να συνεργαστεί με τις διωκτικές αρχές, το θύμα έχει τα δικαιώματα που καθορίζονται στο άρθρο 47 του παρόντος Νόμου.

(2) Η ισχύς της προσωρινής άδειας παραμονής για περίσκεψη, δεν επηρεάζει το δικαίωμα υπηκόου τρίτης χώρας να αιτηθεί άσυλο δυνάμει του περί Προσφύγων Νόμου του 2000, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται.

Έκδοση και ανανέωση άδειας παραμονής ή βεβαίωσης εγγραφής

55.-(1) Κατά τη λήξη της προσωρινής άδειας παραμονής ή της βεβαίωσης εγγραφής για περίσκεψη ή νωρίτερα, οι διωκτικές αρχές ενημερώνουν τον Υπουργό κατά πόσο το θύμα έχει επιδείξει σαφή βούληση συνεργασίας.

(2) Σε τέτοια περίπτωση ο Υπουργός, εφόσον ικανοποιηθεί κατόπιν ενημέρωσης από τις διωκτικές αρχές ότι:

(α) είναι σκόπιμο να παραταθεί η παραμονή του προσώπου αυτού στη Δημοκρατία, προς διευκόλυνση της έρευνας ή της δικαστικής διαδικασίας,

(β) το εν λόγω πρόσωπο έχει διακόψει κάθε σχέση με τους υπόπτους για τη διάπραξη των αδικημάτων που προβλέπονται στον παρόντα Νόμο και

(γ) εφόσον τίθενται σε ισχύ οι διατάξεις του εδαφίου (1) του άρθρου 43,

παραχωρεί, ατελώς, άδεια προσωρινής παραμονής ή βεβαίωση εγγραφής, διάρκειας ισχύος τουλάχιστον έξι μηνών, με την επιφύλαξη λόγων που συνδέονται με τη δημόσια τάξη και την εθνική ασφάλεια, η οποία ανανεώνεται, ατελώς, εφόσον εξακολουθούν να συντρέχουν οι εν λόγω προϋποθέσεις.

(3) Οι κάτοχοι της πιο πάνω προσωρινής άδειας παραμονής ή βεβαίωσης εγγραφής που εκδίδονται δυνάμει του εδαφίου (2) του παρόντος άρθρου ή της βεβαίωσης αναγνώρισης που εκδίδεται δυνάμει του εδαφίου (4) του άρθρου 46 του παρόντος Νόμου, έχουν τα δικαιώματα που καθορίζονται στο παρόν Μέρος.

Μη ανανέωση ή ανάκληση της προσωρινής άδειας παραμονής ή βεβαίωσης εγγραφής

56.-(1) Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου (3) του άρθρου 42, η προσωρινή άδεια παραμονής ή η βεβαίωση εγγραφής που εκδίδονται δυνάμει του εδαφίου (2) του άρθρου 55, δύνανται να μην ανανεώνονται από τον Υπουργό, εφόσον δεν πληρούνται πλέον οι προϋποθέσεις του εδαφίου (1) του άρθρου 55 ή εφόσον η ποινική διαδικασία έχει περατωθεί με απόφαση αρμόδιου Δικαστηρίου, νοουμένου ότι μετά από εξατομικευμένη αξιολόγηση των διωκτικών αρχών και των ιατρικών υπηρεσιών διαπιστώνεται ότι είναι ασφαλής και προς το συμφέρον του θύματος η επιστροφή του στη χώρα καταγωγής του, ως μόνιμη λύση κοινωνικής επανένταξης και αποκατάστασής του:

Νοείται ότι οι πιο πάνω διατάξεις δεν επηρεάζουν το δικαίωμα κυκλοφορίας και διαμονής θύματος που είναι Ευρωπαίος πολίτης, όπως αυτό το δικαίωμα προβλέπεται στον περί του Δικαιώματος των Πολιτών της Ένωσης και των Μελών των Οικογενειών τους να Κυκλοφορούν και να Διαμένουν Ελεύθερα στη Δημοκρατία Νόμου του 2007, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται.

(2) Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου (1), η προσωρινή άδεια παραμονής ή η βεβαίωση εγγραφής, που εκδίδονται δυνάμει του εδαφίου (2) του άρθρου 49 του παρόντος Νόμου, δύνανται να ανακαλούνται από τον Υπουργό, εφόσον δεν συντρέχουν πλέον οι προϋποθέσεις του εν λόγω άρθρου, και ειδικότερα στις πιο κάτω περιπτώσεις:

(α) Εάν το θύμα επανασυνδέσει τις σχέσεις του ενεργά, εκούσια και ιδία πρωτοβουλία με τους ύποπτους διάπραξης των ποινικών αδικημάτων που προβλέπονται στον παρόντα Νόμο

(β) εάν οι διωκτικές ή άλλες εμπλεκόμενες υπηρεσίες κρίνουν ότι η συνεργασία του θύματος είναι δόλια ή ότι η καταγγελία του είναι δόλια ή καταχρηστική

(γ) όταν το θύμα παύσει να συνεργάζεται

(δ) όταν οι αρμόδιες αρχές αποφασίσουν να σταματήσουν την ποινική διαδικασία·

(ε) για λόγους δημοσίου συμφέροντος και ασφάλειας.

(3) Ανεξάρτητα από τις διατάξεις των εδαφίων (1) και (2) και τηρουμένων των διατάξεων τόσο του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, όσο και του περί του Δικαιώματος των Πολιτών της Ένωσης και των Μελών των Οικογενειών τους να Κυκλοφορούν και να Διαμένουν Ελεύθερα στη Δημοκρατία Νόμου του 2007, όπως αυτοί εκάστοτε τροποποιούνται ή αντικαθίστανται, ο Υπουργός δύναται να παραχωρεί σε θύμα που είναι υπήκοος τρίτης χώρας ή Ευρωπαίος πολίτης, ακόμα και αν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του παρόντος Νόμου, προσωρινή άδεια παραμονής ή, κατά περίπτωση, βεβαίωση εγγραφής περιορισμένης ισχύος, εφόσον κρίνει, μετά από την υποβολή σχετικών εξατομικευμένων αξιολογήσεων αναφορικά με την κατάσταση του θύματος από οποιαδήποτε εμπλεκόμενη υπηρεσία, ότι είναι προς το συμφέρον και την προστασία του θύματος η παραχώρηση άδειας παραμονής ή βεβαίωσης εγγραφής περιορισμένης ισχύος στη Δημοκρατία για ανθρωπιστικούς ή οποιουσδήποτε άλλους λόγους.

Μεταχείριση θυμάτων

57.-(1) Οποιοδήποτε θύμα κατέχει προσωρινή άδεια παραμονής ή βεβαίωση εγγραφής εκδιδόμενες δυνάμει του εδαφίου (2) του άρθρου 55 του παρόντος Νόμου ή, όπου εφαρμόζεται, βεβαίωση αναγνώρισης εκδιδόμενη δυνάμει του εδαφίου (4) του άρθρου 46 του παρόντος Νόμου, έχει τα δικαιώματα που καθορίζονται στο άρθρο 47 και επιπρόσθετα έχει τα ακόλουθα δικαιώματα:

(α) Πρόσβαση στην αγορά εργασίας μέσω των Γραφείων των Δημόσιων Υπηρεσιών Απασχόλησης, με τον ίδιο τρόπο όπως και οι Κύπριοι πολίτες·

(β) πρόσβαση στην επαγγελματική κατάρτιση και εκπαίδευση που παρέχει η Αρχή Ανάπτυξης Ανθρώπινου Δυναμικού, υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις των Σχεδίων της, καθώς και των εκάστοτε σε ισχύ εθνικών διαδικασιών και αποφάσεων πολιτικής του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, αναφορικά με την απασχόληση, κατάρτιση και εκπαίδευση·

(γ) πρόσβαση σε προγράμματα ή συστήματα που παρέχονται από το κράτος ή από μη κυβερνητικούς οργανισμούς που έχουν πρωτόκολλο συνεργασίας ή ειδικές συμφωνίες με τις εμπλεκόμενες υπηρεσίες της Δημοκρατίας, ανάλογα με την περίπτωση, που στόχο έχουν την αποκατάσταση της κοινωνικής ζωής των θυμάτων, τα οποία δυνατό να περιλαμβάνουν μαθήματα βελτίωσης των επαγγελματικών τους ικανοτήτων ή προετοιμασία της υποστηριζόμενης επιστροφής τους στη χώρα καταγωγής τους.

Επιστροφή παιδιού θύματος

58.-(1) Ο Υπουργός, λαμβάνοντας υπόψη τις απόψεις των διωκτικών αρχών, του Διευθυντή των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας, του Διευθυντή των Υπηρεσιών Ψυχικής Υγείας και των ιατρικών υπηρεσιών, καθώς και του ίδιου του παιδιού, ανάλογα με την ηλικία και τον βαθμό ωριμότητάς του, δύναται vα διατάξει την επιστρoφή παιδιού θύματος μόνο σε περίπτωση που μετά από εξατομικευμένη αξιολόγηση κινδύνου και ασφάλειας, αυτό είναι προς το συμφέρον του παιδιού.

(2) Ο Υπουργός, λαμβάνοντας υπόψη τις απόψεις των διωκτικών αρχών, του Διευθυντή των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας και των ιατρικών υπηρεσιών, καθώς και του ίδιου του παιδιού, ανάλογα με την ηλικία και το βαθμό ωριμότητάς του, δύναται να διατάξει την επιστροφή ασυνόδευτου παιδιού στη χώρα καταγωγής του ή σε άλλη χώρα στην οποία έχει το δικαίωμα μόνιμης διαμονής, πoυ είvαι διατεθειμένη vα τo δεχτεί ή σε τρίτη χώρα για σκοπούς οικογενειακής επανένωσης. Η επιστροφή του ασυνόδευτου ανηλίκου γίνεται μόνο σε περίπτωση που διασφαλίζεται ότι, κατά την άφιξή τoυ στην εν λόγω χώρα είναι διαθέσιμη κατάλληλη υποδοχή και φροντίδα, ανάλογα με τις ανάγκες τoυ ασυνόδευτου ανηλίκου, λαμβάνοντας υπόψη την ηλικία και τo βαθμό αvεξαρτησίας του, η οποία παρέχεται από τους γovείς ή άλλoυς εvήλικες πoυ νόμιμα ασκούν την κηδεμονία του ανηλίκου.

(3) Ο Υπουργός, για το σκοπό της επιστρoφής ασυνόδευτου παιδιού, δύναται να συvεργάζεται:

(α) Με μέλη της oικoγέvειάς τoυ ασυνόδευτου παιδιού, είτε στη χώρα καταγωγής τoυ αvήλικoυ είτε σε χώρα όπoυ διαμέvoυv τα μέλη αυτά, με στόχο την οικογενειακή επανένωση

(β) με τις αρχές της χώρας καταγωγής του ασυνόδευτου παιδιού, vooυμέvoυ ότι αυτός δεν είναι αιτητής ασύλου ή με τις αρχές άλλης χώρας, πρoς τo σκoπό της εξεύρεσης κατάλληλης και διαρκούς λύσης

(γ) με διεθνείς οργανισμούς που έχουν ως στόχο τους την προστασία των ανηλίκων και που ήδη διαδραματίζουν εvεργό ρόλo στo vα συμβουλεύουν κυβερνήσεις για τις κατευθυντήριες γραμμές, σχετικά με το χειρισμό των περιπτώσεων των ασυvόδευτων αvήλικων

(δ) όπoυ αυτό εvδείκvυται, με μη κυβερvητικούς οργανισμούς προς το σκοπό της διαπίστωσης της διαθεσιμότητας διευκoλύvσεωv υπoδoχής και φρovτίδας στη χώρα στηv oπoία θα επιστρέψει τo παιδί.

Έγγραφα δηλωτικά της ταυτότητας του θύματος

59.-(1) Σε περίπτωση που το θύμα δεν έχει στην κατοχή του οποιοδήποτε έγγραφο δηλωτικό της ταυτότητάς του, λόγω της θυματοποίησής του, η Αστυνομία σε συνεργασία με τις αρμόδιες αρχές της χώρας καταγωγής, εφόσον αυτό είναι απαραίτητο, με την επιφύλαξη των διατάξεων του περί Προσφύγων Νόμου του 2000, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται, μεριμνά για την έκδοση ταξιδιωτικών εγγράφων ή άλλων εγγράφων δηλωτικών της ταυτότητάς του.

(2) Το θύμα υποχρεούται να συνεργαστεί με την Αστυνομία για την εξασφάλιση των εγγράφων που αναφέρονται στο εδάφιο (1) ανωτέρω.

Επαναπατρισμός θυμάτων

60. Ο Υπουργός Εσωτερικών, μετά από εξατομικευμένη αξιολόγηση των διωκτικών αρχών και των ιατρικών υπηρεσιών, διαπιστώνει ότι είναι ασφαλές και προς το συμφέρον του θύματος, η επιστροφή του στη χώρα καταγωγής, ως μόνιμη λύση κοινωνικής επανένταξης και αποκατάστασής του, αποφασίζει τον επαναπατρισμό του θύματος, ο οποίος είναι προτιμητέο να γίνεται εθελοντικά, και να:

(α) Γίνεται υπό συνθήκες σεβασμού, ασφάλειας, προστασίας και αξιοπρέπειας του θύματος:

Νοείται ότι σε περίπτωση που το θύμα είναι ευρωπαίος πολίτης που δεν εμπίπτει σε οποιαδήποτε των κατηγοριών του περί του Δικαιώματος των Πολιτών της Ένωσης και των Μελών των Οικογενειών τους να Κυκλοφορούν και να Διαμένουν Ελεύθερα στη Δημοκρατία Νόμου του 2007, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται, ο επαναπατρισμός του θύματος γίνεται μόνο στις περιπτώσεις που αυτό επιτρέπεται από το άρθρο 20 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης·

(β) μην εμπερικλείει κινδύνους ως προς την επιτυχία οποιωνδήποτε νομικών διαδικασιών που σχετίζονται με το γεγονός ότι το πρόσωπο αυτό είναι θύμα, περιλαμβανομένων των διαδικασιών που κινεί το θύμα για καταβολή αποζημιώσεων δυνάμει του παρόντος Νόμου·

(γ) γίνεται σε συνεργασία με τη χώρα καταγωγής του, ούτως ώστε να αποφευχθεί η επαναθυματοποίησή του·

(δ) γίνεται στο πλαίσιο προγραμμάτων επαναπατρισμού που λειτουργούν σε εθνικό ή διεθνές επίπεδο και τα οποία διασφαλίζουν την αποφυγή επαναθυματοποίησης καθώς επίσης και την επανένταξη των θυμάτων στην κοινωνία του κράτους που επαναπατρίζονται.

ΜΕΡΟΣ V ΠΡΟΛΗΠΤΙΚΑ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΑ ΚΑΙ ΜΕΤΡΑ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗΣ
Προληπτικά μέτρα και μέτρα παρέμβασης

61. Το Υπουργείο Εσωτερικών, σε συνεργασία με άλλες εμπλεκόμενες υπηρεσίες, όπου αυτό αρμόζει:

(α) λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα, όπως εκπαίδευση και κατάρτιση, για την αποθάρρυνση και μείωση της ζήτησης που ευνοεί όλες τις μορφές εκμετάλλευσης που συνδέονται με την εμπορία ανθρώπων·

(β) προβαίνει σε κατάλληλες ενέργειες, ακόμη και μέσω του διαδικτύου, όπως ενημερωτικές εκστρατείες και εκστρατείες ευαισθητοποίησης της κοινής γνώμης, προγράμματα έρευνας και εκπαίδευσης, ενδεχομένως σε συνεργασία με τις σχετικές οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών και άλλους ενδιαφερόμενους φορείς, με στόχο την ευαισθητοποίηση της κοινής γνώμης και τον περιορισμό του κινδύνου που υφίσταται για τα άτομα και ιδιαίτερα τα παιδιά, να πέσουν θύματα εμπορίας ανθρώπων∙

(γ) προωθεί την τακτική επιμόρφωση των λειτουργών που ενδέχεται να έλθουν σε επαφή με θύματα και δυνητικά θύματα εμπορίας ανθρώπων, συμπεριλαμβανομένων των αστυνομικών που εργάζονται στην πρώτη γραμμή, με σκοπό να τους δοθεί η δυνατότητα να εντοπίζουν και να αναλαμβάνουν τα θύματα και τα δυνητικά θύματα της εμπορίας ανθρώπων.

ΜΕΡΟΣ VI ΤΑΜΕΙΟ ΣΤΗΡΙΞΗΣ ΘΥΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΕΣ ΔΟΜΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΟΥ ΠΑΡΟΝΤΟΣ ΝΟΜΟΥ
Ίδρυση Ταμείου Στήριξης Θυμάτων

62.-(1) Ιδρύεται Ταμείο Στήριξης Θυμάτων, που τελεί υπό τον έλεγχο και την εποπτεία του Υπουργείου Εσωτερικών, στο οποίο κατατίθενται όλα τα έσοδα που προέρχονται από την εφαρμογή του άρθρου 20 καθώς από χορηγίες, εισφορές, δωρεές και κληροδοτήματα. Η διαχείριση του Ταμείου θα καθορίζεται με κανονισμούς που εκδίδονται σύμφωνα με το άρθρο 71 του παρόντος Νόμου.

(2) Το Ταμείο Στήριξης Θυμάτων διαθέτει τους πόρους του, για:

(α) την παροχή αποζημιώσεων στα θύματα που για οποιοδήποτε λόγο δεν μπορούν να αποζημιωθούν από τους δράστες των αδικημάτων που διαπράχθηκαν εναντίον τους·

(β) την επιχορήγηση προγραμμάτων παροχής συνδρομής, στήριξης και νομικής αρωγής στα θύματα·

(γ) την επιχορήγηση προγραμμάτων πρόληψης και ενημέρωσης αναφορικά με την εμπορία προσώπων.

Βασικές αρχές που πρέπει να διέπουν τα πρωτόκολλα συνεργασίας

63. Οποιαδήποτε εμπλεκομένη υπηρεσία, για την καλύτερη εφαρμογή του παρόντος Νόμου και για σκοπούς προστασίας και στήριξης των θυμάτων, δύναται να συνάπτει πρωτόκολλο συνεργασίας με άλλη εμπλεκόμενη αρχή ή/και μη κυβερνητικό οργανισμό που διέπεται τουλάχιστον από τις πιο κάτω βασικές αρχές:

(α) Στόχο της συνεργασίας αποτελεί η πρόληψη καταπολέμησης των αδικημάτων που προβλέπονται στον παρόντα Νόμο μέσω της παροχής στήριξης και προστασίας στα εν δυνάμει θύματα και στα θύματα και της επιτυχημένης δίωξης των δραστών των αδικημάτων∙

(β) διαφανή και σαφή καθορισμό των υποχρεώσεων των συνεργαζομένων μερών ως προς την επίτευξη του πιο πάνω στόχου∙

(γ) διαφανείς και σαφείς διαδικασίες που θα πρέπει να ακολουθούνται από τα μέρη που συνεργάζονται όσον αφορά την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος Νόμου·

(δ) την προστασία των προσωπικών δεδομένων των εν δυνάμει θυμάτων και των θυμάτων σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Επεξεργασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (Προστασία του Ατόμου) Νόμου του 2001, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται∙

(ε) το σεβασμό και την αξιοπρεπή μεταχείριση των εν δυνάμει θυμάτων και των θυμάτων σε όλα τα στάδια της διαδικασίας.

Πολυθεματική συντονιστική ομάδα

64.-(1) Εγκαθιδρύεται πολυθεματική συντονιστική ομάδα για την καταπολέμηση των αδικημάτων που προβλέπονται στον παρόντα Νόμο, για την προστασία των θυμάτων και για τη λήψη όλων των κατάλληλων μέτρων για την αντιμετώπιση της εμπορίας και της εκμετάλλευσης προσώπων, της οποίας προεδρεύει ο Εθνικός Συντονιστής και η οποία απαρτίζεται από τα ακόλουθα πρόσωπα:

(α) το Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ή εκπρόσωπό του,

(β) τον Αρχηγό της Αστυνομίας ή εκπρόσωπό του,

(γ) το Γενικό Διευθυντή του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξεως ή εκπρόσωπό του,

(δ) το Γενικό Διευθυντή του Υπουργείου Εξωτερικών ή εκπρόσωπό του,

(ε) το Γενικό Διευθυντή του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων ή εκπρόσωπό του,

(στ) το Γενικό Διευθυντή του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού ή εκπρόσωπό του,

(ζ) το Γενικό Διευθυντή του Υπουργείου Υγείας ή εκπρόσωπό του,

(η) το Διευθυντή του Τμήματος Εργασίας, του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, ή εκπρόσωπό του,

(θ) το Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης, του Υπουργείου Εσωτερικών, ή εκπρόσωπό του,

(ι) το Διευθυντή των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας, του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, ή εκπρόσωπό του,

(ια) τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου, του Υπουργείου Εσωτερικών, ή εκπρόσωπό του,

(ιβ) εκπρόσωπο του Εθνικού Μηχανισμού για τα Δικαιώματα της Γυναίκας,

(ιγ) εκπρόσωπο της Ένωσης Δήμων Κύπρου,

(ιδ) από εκπροσώπους μέχρι και τεσσάρων μη κυβερνητικών οργανισμών που καθορίζονται από τον Εθνικό Συντονιστή, ένας εκ των οποίων να ασχολείται απαραίτητα με την παροχή στήριξης στα θύματα, η θητεία των οποίων είναι διάρκειας δύο (2) ετών:

Νοείται ότι, με τη λήξη της θητείας τους, ο Εθνικός Συντονιστής καθορίζει τους μη κυβερνητικούς οργανισμούς που θα συμμετέχουν στην πολυθεματική συντονιστική ομάδα για τα επόμενα δύο (2) έτη:

Νοείται περαιτέρω ότι, για τον καθορισμό των μη κυβερνητικών οργανισμών που συμμετέχουν στην πολυθεματική συντονιστική ομάδα, ο Εθνικός Συντονιστής λαμβάνει υπόψη τη δράση και το έργο τους∙

(2) Καθήκοντα και αρμοδιότητες της πολυθεματικής συντονιστικής ομάδας αποτελούν:

(α) Η αναθεώρηση ή η τροποποίηση του εκάστοτε Εθνικού Σχεδίου Δράσης, το οποίο εγκρίνεται από το Υπουργικό Συμβούλιο για:

(i) Την καταπολέμηση και αποτελεσματική καταστολή των αδικημάτων που προβλέπονται στον παρόντα Νόμο,

(ii) τον έγκαιρο εντοπισμό, την προστασία και υποστήριξη των θυμάτων κατά την έννοια του παρόντος Νόμου και την κοινωνική τους επανένταξη·

(iii) την πρόληψη των αδικημάτων που προβλέπονται στον παρόντα Νόμο και την ενημέρωση και ευαισθητοποίηση της κοινωνίας αναφορικά με τα αδικήματα που προβλέπονται στον παρόντα Νόμο και τις παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων των θυμάτων∙

(iv) τη συνεργασία με τις χώρες καταγωγής ή τις χώρες διέλευσης ή άλλες χώρες προορισμού των θυμάτων για την ανάπτυξη των δυνατοτήτων καταπολέμησης των αδικημάτων που προβλέπονται στον παρόντα Νόμο και της προστασίας των θυμάτων, τόσο σε εθνικό όσο και σε διεθνές περιφερειακό επίπεδο.

(β) η παρακολούθηση της υλοποίησης και η εσωτερική αξιολόγηση του Εθνικού Σχεδίου Δράσης·

(γ) η λήψη μέτρων για την αποτελεσματικότερη εφαρμογή, την παρακολούθηση και αξιολόγηση του εθνικού μηχανισμού αναφοράς των θυμάτων∙

(δ) η συλλογή, ανταλλαγή πληροφοριών, στοιχείων και στατιστικών δεδομένων μεταξύ των μελών της αναφορικά με τα αδικήματα που προβλέπονται στον παρόντα Νόμο και την προστασία των θυμάτων∙

(ε) η σύνταξη εγχειριδίων και εκπαιδευτικού υλικού για τις καλές πρακτικές που πρέπει να ακολουθούνται από όλες τις εμπλεκόμενες υπηρεσίες και μη κυβερνητικούς οργανισμούς για την προστασία των θυμάτων∙

(στ) η υποβολή προτάσεων για τροποποίηση του παρόντος Νόμου ή άλλων σχετικών με αυτόν νομοθεσιών, όταν αυτό κρίνεται απαραίτητο∙

(ζ) η διοργάνωση σεμιναρίων και εκπαιδευτικών προγραμμάτων για τους λειτουργούς των εμπλεκόμενων υπηρεσιών και των μη κυβερνητικών οργανώσεων∙

(η) η ανάληψη και διοργάνωση άλλων δράσεων για την ενημέρωση και ευαισθητοποίηση της κοινωνίας ειδικότερα με τα θέματα ισότητας, και καταπολέμησης οποιασδήποτε διάκρισης, λόγω φύλου, φυλετικής ή εθνοτικής καταγωγής, χρώματος, θρησκείας και γενικότερα για τα θέματα που άπτονται του παρόντος Νόμου στο βαθμό που τα αναφερόμενα δεν παρέχονται από το Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης∙

(θ) η ετοιμασία και συζήτηση πρωτοκόλλων συνεργασίας μεταξύ των μη κυβερνητικών οργανώσεων και οποιασδήποτε από τις εμπλεκόμενες υπηρεσίες κατά την έννοια του παρόντος Νόμου∙

(ι) η παρακολούθηση και μελέτη των διεθνών εξελίξεων και του διεθνούς δικαίου στους τομείς που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος Νόμου.

(3) Η πολυθεματική συντονιστική ομάδα συντάσσει ετήσια έκθεση την οποία υποβάλλει στο Υπουργικό Συμβούλιο μέσω του Εθνικού Συντονιστή, αναφορικά με την εφαρμογή του παρόντος Νόμου και την κατάσταση που επικρατεί τόσο στη Δημοκρατία όσο και σε διεθνές επίπεδο σε σχέση με το αντικείμενο του παρόντος Νόμου, μαζί με την οποία υποβάλλει προς το Υπουργικό Συμβούλιο το αναθεωρημένο κάθε φορά Εθνικό Σχέδιο Δράσης για αντιμετώπιση της εμπορίας και εκμετάλλευσης προσώπων προς έγκριση. Η ετήσια έκθεση και το αναθεωρημένο Εθνικό Σχέδιο Δράσης, όταν εγκριθούν από το Υπουργικό Συμβούλιο, κατατίθενται στη Βουλή των Αντιπροσώπων για σκοπούς ενημέρωσης.

(4) Ο Εθνικός Συντονιστής, όταν το κρίνει απαραίτητο, δύναται να προσκαλεί στις συνεδριάσεις της πολυθεματικής συντονιστικής ομάδας εκπροσώπους, εμπειρογνώμονες και ειδικούς άλλων κρατικών υπηρεσιών, τοπικών αρχών και άλλων οργανισμών ή φορέων.

Διαδικασίες και δομές της πολυθεματικής συντονιστικής ομάδας

65.-(1) Η πολυθεματική συντονιστική ομάδα συνέρχεται τακτικά και σε ολομέλεια κάθε τρεις μήνες ή τουλάχιστον τρεις φορές το χρόνο.

(2) Η πολυθεματική συντονιστική ομάδα δύναται να συνέρχεται και σε έκτακτη βάση οποτεδήποτε αυτό κρίνεται απαραίτητο από τον Εθνικό Συντονιστή, για σοβαρούς, έκτακτους και επείγοντες λόγους.

(3) Η πολυθεματική συντονιστική ομάδα δύναται να συγκροτηθεί σε ομάδες εργασίας με πιο εξειδικευμένο η κάθε μια αντικείμενο για τη αποτελεσματικότερη λειτουργία της, οι οποίες δύνανται να συνέρχονται σε τακτική και έκτακτη βάση.

(4) Ομάδες εργασίας οι οποίες συγκροτούνται δυνάμει του εδαφίου (3) του παρόντος άρθρου καθορίζουν την εμπλεκόμενη υπηρεσία η οποία θα τις συντονίζει και θα τις συγκαλεί.

(5) Οι ομάδες εργασίας ενημερώνουν την πολυθεματική συντονιστική ομάδα για τις εργασίες, αποφάσεις και πρακτικά μέτρα που λαμβάνουν αναφορικά με την εφαρμογή του παρόντος Νόμου κατά τις τακτικές συνεδριάσεις της τελευταίας.

Εθνικός Συντονιστής

66. Ο Εθνικός Συντονιστής προεδρεύει των συνεδριάσεων της πολυθεματικής συντονιστικής ομάδας και έχει αρμοδιότητα και καθήκον να:

(α) συγκαλεί τις τακτικές και έκτακτες συνεδριάσεις της πολυθεματικής συντονιστικής ομάδας ή συγκεκριμένης ομάδας εργασίας, όταν αυτό κρίνεται απαραίτητο∙

(β) συγκαλεί, οποτεδήποτε κρίνει σκόπιμο, συναντήσεις με τους Υπουργούς ή τους Γενικούς Διευθυντές των Υπουργείων στις οποίες υπάγονται οποιεσδήποτε εμπλεκόμενες υπηρεσίες καθώς και του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και του Αρχηγού της Αστυνομίας·

(γ) συντονίζει και παρακολουθεί την εφαρμογή και υλοποίηση των μέτρων και δράσεων οι οποίες αποφασίζονται στο πλαίσιο της πολυθεματικής συντονιστικής ομάδας και στο εθνικό σχέδιο δράσης∙

(δ) εκπροσωπεί την πολυθεματική συντονιστική ομάδα στο Υπουργικό Συμβούλιο οποτεδήποτε συζητούνται θέματα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος Νόμου∙

(ε) υποβάλλει στο Υπουργικό Συμβούλιο, για συζήτηση και λήψη αποφάσεων, την ετήσια έκθεση της πολυθεματικής συντονιστικής ομάδας και το εθνικό σχέδιο δράσης∙

(στ) εκπροσωπεί την πολυθεματική συντονιστική ομάδα, όπου αυτό είναι απαραίτητο, σε διμερείς επαφές σε σχέση με τα θέματα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος Νόμου με εκπροσώπους άλλων κρατών ή διεθνών οργανισμών∙

(ζ) υποβάλλει σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 20 της Οδηγίας 2011/36/ΕΕ τις απαιτούμενες πληροφορίες στο Συντονιστή Δράσης κατά της Εμπορίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κάθε δύο έτη.

Ανεξάρτητος εξωτερικός αξιολογητής

67.-(1) Ο Εθνικός Συντονιστής, αναθέτει κάθε τρία χρόνια και για περίοδο τριών ετών, σε ανεξάρτητο εξωτερικό αξιολογητή ο οποίος αποτελεί ισοδύναμο μηχανισμό του εθνικού εισηγητή που καθορίζεται στο άρθρο 19 της Οδηγίας 2011/36/ΕΚ, ο οποίος καθορίζεται μετά από προκήρυξη σχετικών προσφορών, για την άσκηση των λειτουργιών που ορίζονται στο παρόν άρθρο.

(2) Οι όροι και οι προϋποθέσεις των προσφορών, καθώς και οι συγκεκριμένοι όροι εντολής του ανεξάρτητου εξωτερικού αξιολογητή, συζητούνται και αποφασίζονται στο πλαίσιο της πολυθεματικής συντονιστικής ομάδας.

(3) Ο ανεξάρτητος εξωτερικός αξιολογητής είναι ανεξάρτητος θεσμός ή οργανισμός ή πρόσωπο με εξειδίκευση και δέουσα εμπειρία στα θέματα εμπορίας προσώπων, ο οποίος-

(α) διεξάγει εκτιμήσεις σχετικά με τις τάσεις ως προς την εμπορία προσώπων τόσο σε διεθνές όσο και σε εθνικό επίπεδο·

(β) σταθμίζει και αξιολογεί τα αποτελέσματα των ενεργειών της Δημοκρατίας κατά της εμπορίας προσώπων κατά την εφαρμογή του παρόντος Νόμου και την υλοποίηση του σχεδίου δράσης, μέσω, μεταξύ άλλων, της συγκέντρωσης στατιστικών στοιχείων σε στενή συνεργασία με τις εμπλεκόμενες υπηρεσίες και σχετικούς μη κυβερνητικούς οργανισμούς·

(γ) υποβάλλει αναφορές με τα αποτελέσματα των αξιολογήσεών του και τις εισηγήσεις του αναφορικά με επιπρόσθετα ή άλλα μέτρα που πρέπει να ληφθούν.

Εκπαίδευση κρατικών λειτουργών και δικαστών

68.-(1) Η Δημοκρατία έχει υποχρέωση παραχώρησης των αναγκαίων πόρων προς τις εμπλεκόμενες υπηρεσίες για την τακτική εκπαίδευση και κατάρτιση των λειτουργών τους, οι οποίοι εμπλέκονται σε οποιαδήποτε προβλεπομένη από τον παρόντα Νόμο διαδικασία ή έρχονται σε επαφή με άλλο τρόπο με τα θύματα ή τα δυνητικά θύματα, με ιδιαίτερη έμφαση στις ανάγκες των ιδιαίτερα ευάλωτων θυμάτων.

(2) Η Δημοκρατία έχει υποχρέωση παραχώρησης των αναγκαίων πόρων για την εκπαίδευση και κατάρτιση των δικαστών και λειτουργών των δικαστηρίων καθώς επίσης και των δικηγόρων, στα θέματα που ρυθμίζει ο παρών Νόμος.

Πρόληψη και ενημέρωση

69.-(1) Ο Εθνικός Συντονιστής, σε συνεργασία με το Υπουργείο Εξωτερικών και τις προξενικές αρχές της Δημοκρατίας στο εξωτερικό, παραχωρούν ενημερωτικό υλικό σε υπηκόους τρίτων χωρών που εκδηλώνουν ενδιαφέρον να εισέλθουν στη Δημοκρατία, αναφορικά με τους όρους και τις προϋποθέσεις για τη νόμιμη μετανάστευση των υπηκόων τρίτων χωρών στη Δημοκρατία και τους κινδύνους που εμπεριέχονται στη λαθρομετανάστευση και ιδιαίτερα τους κινδύνους αναφορικά με την εμπορία και εκμετάλλευση προσώπων.

(2) Η πολυθεματική συντονιστική ομάδα:

(α) Οργανώνει εκστρατείες ενημέρωσης στη Δημοκρατία αναφορικά με την εμπορία και εκμετάλλευση προσώπων, καθώς και για τις προϋποθέσεις και τους όρους παραχώρησης αδειών διαμονής σε υπηκόους τρίτων χωρών στη Δημοκρατία, τα δικαιώματά τους και τους μηχανισμούς που έχουν στη διάθεσή τους για καταγγελία φαινομένων εκμετάλλευσης τους κατά την έννοια του παρόντος Νόμου∙

(β) εκδίδει ενημερωτικά φυλλάδια για το φαινόμενο της εμπορίας και εκμετάλλευσης προσώπων που αποτείνονται τόσο σε ευάλωτες στην εκμετάλλευση ομάδες προσώπων, σε ιδιωτικά γραφεία εξευρέσεως εργασίας όσο και στην ευρύτερη κοινωνία και ιδιαίτερα στα παιδιά∙

(γ) μεριμνά για την ενημέρωση και την εκπαίδευση των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης αναφορικά με την εμπορία και εκμετάλλευση προσώπων∙

(δ) οργανώνει εκστρατείες και λαμβάνει μέτρα για τη διαπαιδαγώγηση και ευαισθητοποίηση της κοινωνίας για αποθάρρυνση της ζήτησης που ευνοεί όλες τις μορφές εκμετάλλευσης προσώπων, ιδιαίτερα των γυναικών και παιδιών·

(ε) προβαίνει σε όλες τις κατάλληλες ενέργειες και μέσω του διαδικτύου, όπως ενημερωτικές εκστρατείες και εκστρατείες ευαισθητοποίησης της κοινής γνώμης, προγράμματα έρευνας και εκπαίδευσης, σε συνεργασία με μη κυβερνητικούς οργανισμούς και άλλους ενδιαφερομένους φορείς, με στόχο την ευαισθητοποίηση της κοινής γνώμης και τον περιορισμό του κινδύνου που υφίσταται για τα άτομα, και ιδιαίτερα τα παιδιά, να πέσουν θύματα εμπορίας και εκμετάλλευσης ανθρώπων.

Διμερείς συμφωνίες

70. Η Δημοκρατία μεριμνά για τη σύναψη διμερών συμβάσεων με τις κυριότερες χώρες καταγωγής των θυμάτων ή με χώρες καταγωγής υψηλού κινδύνου για συνεργασία:

(α) Στην καταπολέμηση των αδικημάτων που προβλέπονται στον παρόντα Νόμο∙

(β) στην προστασία και κοινωνική επανένταξη των θυμάτων και των οικογενειών τους είτε στη Δημοκρατία ή σε περίπτωση επαναπατρισμού τους στη χώρα καταγωγής∙

(γ) στην ανταλλαγή πληροφοριών, στοιχείων και δεδομένων αναφορικά με την εμπορία και εκμετάλλευση προσώπων και την κακοποίηση παιδιών∙

(δ) στην ενημέρωση των θυμάτων ή των πιθανών θυμάτων αναφορικά με τη νόμιμη μετανάστευση και τους κινδύνους που εμπεριέχει η παράνομη μετανάστευση.

ΜΕΡΟΣ VΙI ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Κανονισμοί και διατάγματα

71.(1) Το Υπουργικό Συμβούλιο δύναται να εκδίδει Κανονισμούς για την καλύτερη εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος Νόμου.

(2) Οι εμπλεκόμενες υπηρεσίες, όπου αυτό αρμόζει, δύνανται να εκδίδουν διατάγματα για τη καλύτερη εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος Νόμου. Τα διατάγματα αυτά δεν πρέπει να προβλέπουν διατάξεις οι οποίες επιβαρύνουν τον προϋπολογισμό της Δημοκρατίας.

Υπεροχή και μεταβατικές διατάξεις

72.(1) Ο παρών Νόμος υπερισχύει των περί της Καταπολέμησης της Εμπορίας και της Εκμετάλλευσης Προσώπων και της Προστασίας των Θυμάτων Νόμων του 2007 και του 2012.

(2) Τα Διατάγματα και οι Κανονισμοί που εκδόθηκαν δυνάμει των περί της Καταπολέμησης της Εμπορίας και της Εκμετάλλευσης Προσώπων και της Προστασίας των Θυμάτων Νόμων του 2007 και 2012, εκτός εάν είναι ασύμβατα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου, συνεχίζουν να ισχύουν ως εάν να είχαν εκδοθεί δυνάμει του παρόντος Νόμου, μέχρις ότου τροποποιηθούν ή καταργηθούν.

(3) Οποιαδήποτε άδεια παραμονής ή βεβαίωση εγγραφής εκδόθηκε και οποιαδήποτε απόφαση λήφθηκε δυνάμει των αναφερόμενων στο εδάφιο (1) του παρόντος άρθρου Νόμων, εξακολουθεί να παραμένει σε ισχύ.

(4) Οποιεσδήποτε αιτήσεις υποβλήθηκαν δυνάμει των αναφερόμενων στο εδάφιο (1) του παρόντος άρθρου Νόμων πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου και των οποίων η εξέταση εκκρεμεί κατά την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου, θεωρούνται ως αιτήσεις υποβληθείσες δυνάμει του παρόντος Νόμου και εξετάζονται δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου.

(5) Η αξιολόγηση από τον Εθνικό Συντονιστή των μη κυβερνητικών οργανισμών που συμμετέχουν ως μέλη στην Πολυθεματική Συντονιστική Ομάδα κατά της Εμπορίας Προσώπων θα πραγματοποιηθεί σε ένα (1) έτος από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου και στη συνέχεια θα πραγματοποιείται ανά δυο (2) έτη.