ΜΕΡΟΣ ΙΙ ΑΙΤΗΤΕΣ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Είσοδος αιτητών στη Δημοκρατία

7.-(1)Αιτητής, ο οποίος εισέρχεται ή εισήλθε στη Δημοκρατία παράνομα, δεν υπόκειται σε τιμωρία λόγω μόνο της παράνομης εισόδου ή διαμονής του, νοουμένου ότι παρουσιάζεται, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, στις αρχές και εκθέτει τους λόγους της παράνομης εισόδου ή διαμονής του.

(2) [Καταργήθηκε]

(3) Αιτητής δύναται να επικοινωνεί με τον Εκπρόσωπο της Υπάτης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες στη Δημοκρατία ή κάθε άλλη οργάνωση που παρέχει νομικές ή άλλες συμβουλές σε αιτητές σύμφωνα με το κυπριακό δίκαιο.

(4) [Διαγράφηκε].

(5)[Διαγράφηκε].

(6)[Διαγράφηκε].

Δικαίωμα παραμονής και βεβαίωση υποβολής αίτησης

8.-(1)(α) Με την επιφύλαξη του εδαφίου (1Α) του παρόντος άρθρου και με την επιφύλαξη της παραγράφου (β) του εδαφίου (4) του άρθρου 16Δ, ο αιτητής έχει, αποκλειστικά για το σκοπό της διαδικασίας, δικαίωμα παραμονής στις ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές, το οποίο δικαίωμα ισχύει από την ημερομηνία υποβολής της αίτησής του μέχρι-

(i) την ημερομηνία κατά την οποία λήγει άπρακτη η προθεσμία που ορίζεται στο άρθρο 12Α του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου για άσκηση προσφυγής κατά απόφασης του Προϊσταμένου επί της εν λόγω αίτησης ή κατά απόφασης της Αναθεωρητικής Αρχής επί διοικητικής προσφυγής την οποία ο αιτητής τυχόν καταχώρησε ενώπιόν της, ή

(ii) σε περίπτωση που ασκήθηκε η προαναφερόμενη προσφυγή εμπρόθεσμα, την ημερομηνία έκδοσης πρωτόδικης απόφασης του Διοικητικού Δικαστηρίου επ’ αυτής.

(β) Εντός τριών (3) ημερών από την κατάθεση της αίτησης, ο υπεύθυνος στο χώρο κατάθεσης της αίτησης χορηγεί στον αιτητή βεβαίωση υποβολής αίτησης η οποία -

(i) Eκδίδεται επ’ ονόματι του αιτητή και κατά τον τύπο που αποφασίζεται από τον Προϊστάμενο· και

(ii) πιστοποιεί ότι ο αιτητής δικαιούται να παραμείνει στις ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές, για όσο διάστημα εξετάζεται η αίτησή του· και

(iii) εάν ο αιτητής δεν δικαιούται να διακινείται ελεύθερα στο σύνολο ή σε τμήμα των ελεγχόμενων από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχών, πιστοποιεί το γεγονός αυτό· και

(iv) δεν είναι απαιτητέο να πιστοποιεί την ταυτότητα του αιτητή· και

(v) ισχύει καθόσον χρόνο ο αιτητής έχει δικαίωμα παραμονής στις ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές.

(γ) Το προβλεπόμενο στην παράγραφο (α) δικαίωμα παραμονής δεν θεμελιώνει δικαίωμα για χορήγηση άδειας διαμονής.

(δ) Ανεξάρτητα από τις διατάξεις της παραγράφου (α), το προβλεπόμενο στην εν λόγω παράγραφο δικαίωμα παραμονής παύει να ισχύει σε περίπτωση που οι αρμόδιες αρχές της Δημοκρατίας προτίθενται να παραδώσουν ή εκδώσουν τον αιτητή -

(i) σε άλλο κράτος μέλος είτε δυνάμει των περί Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης και των Διαδικασιών Παράδοσης Εκζητουμένων Μεταξύ των Κρατών Μελών της Ευρωπαϊκή Ένωσης Νόμων του 2004 και 2006 είτε άλλως πως, ή

(ii) σε τρίτη χώρα, ή

(iii) σε διεθνές ποινικό δικαστήριο.

(ε) Η αναφερόμενη στην παράγραφο (δ) έκδοση αιτητή σε τρίτη χώρα επιτρέπεται μόνο εφόσον η αποφασίζουσα την έκδοση αρχή ικανοποιείται ότι η απόφαση περί της έκδοσης δεν οδηγεί σε άμεση ή έμμεση επαναπροώθηση η οποία να παραβαίνει την παράγραφο (α) του άρθρου 4 ή τις υποχρεώσεις της Δημοκρατίας βάσει του διεθνούς δικαίου ή του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

(1Α) Με την επιφύλαξη της παραγράφου (β) του  εδαφίου (3) του άρθρου 10Α, σε περίπτωση απόφασης του Προϊσταμένου-

(α) Mε την οποία κρίνεται μια αίτηση αβάσιμη μετά την εξέτασή της σύμφωνα με το εδάφιο (4) του άρθρου 12Δ, εξαιρουμένων των περιπτώσεων κατά τις οποίες οι αποφάσεις βασίζονται στις περιστάσεις της παραγράφου (η) του εδαφίου (4) του άρθρου 12Δ, ή

(β) με την οποία κρίνεται μια αίτηση απαράδεκτη, σύμφωνα με τις παραγράφους (α), (β) ή (δ) του εδαφίου (2) του άρθρου 12Βτετράκις, ή

(γ) με την οποία απορρίπτεται η επανεξέταση της υπόθεσης του αιτητή αφού είχε διακοπεί σύμφωνα με το άρθρο 16Β, ή

(δ)  μη εξέτασης ή μη πλήρους εξέτασης της αίτησης, σύμφωνα με το άρθρο 12Βδις, ή

(ε) με την οποία κρίνεται αίτηση ως προδήλως αβάσιμη σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 12ΣΤ, εξαιρουμένων των περιπτώσεων κατά τις οποίες οι αποφάσεις βασίζονται στις περιστάσεις που προβλέπονται στην παράγραφο (η) του εδαφίου (4) του άρθρου 12Δ,

η δυνατότητα παραμονής του αιτητή στις ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές αποφασίζεται από το Διοικητικό Δικαστήριο, κατόπιν καταχώρισης σχετικής αίτησης του αιτητή η οποία εξετάζεται και αποφασίζεται το ταχύτερο δυνατό, χωρίς να απαιτείται η κλήση του αιτητή για να παραστεί, εκτός εάν το Δικαστήριο διατάξει διαφορετικά:

Νοείται περαιτέρω ότι, σε περίπτωση απόρριψης της αίτησης, τα αναφερόμενα στην πρώτη επιφύλαξη μέτρα εκτελούνται.

(1Β) Με την επιφύλαξη της παραγράφου (γ) του εδαφίου (4) του άρθρου 16Δ, ο αιτητής του οποίου το δικαίωμα παραμονής εξετάζεται από το Διοικητικό Δικαστήριο δυνάμει του εδαφίου (1Α), έχει το δικαίωμα παραμονής στις ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές μέχρι την απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου επί της προβλεπόμενης στο εδάφιο (1Α) αίτησής του.  Χωρίς επηρεασμό του εδαφίου (4) του άρθρου 16Δ, εάν ο εν λόγω αιτητής είναι ασυνόδευτος ανήλικος αιτητής –

(α) Ο Διευθυντής Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας μεριμνά ώστε, προ της καταχώρισης της προτιθέμενης αίτησης, ο ασυνόδευτος ανήλικος να έχει την απαραίτητη συνδρομή διερμηνέα και νομική συνδρομή και προθεσμία τουλάχιστον μιας εβδομάδας, ώστε ο ασυνόδευτος ανήλικος να προετοιμάσει την αίτησή του προς το Διοικητικό Δικαστήριο και να υποβάλει στο Διοικητικό Δικαστήριο τα επιχειρήματα υπέρ της αναγνώρισης του δικαιώματος παραμονής του στο έδαφος της Δημοκρατίας, εν αναμονή της πρωτοβάθμιας εκδίκασης της προσφυγής, και

(β) στο πλαίσιο εξέτασης της ενώπιόν του αίτησης, το Διοικητικό Δικαστήριο εξετάζει τα πραγματικά και νομικά ζητήματα της σχετικής με τον αιτητή απόφασης του Προϊσταμένου η οποία αναφέρεται στο εδάφιο (1Α).

(1Γ) Τα εδάφια (1Α) και (1Β) του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται με την επιφύλαξη του Άρθρου 26 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 604/2013.

(2)(α) Ο τόπος διαμονής αιτητή καθορίζεται στη βεβαίωση υποβολής αίτησης.  Ο αιτητής, σε περίπτωση αλλαγής του τόπου διαμονής του, υποχρεούται να ενημερώσει το συντομότερο δυνατό το Κλιμάκιο, συμπληρώνοντας έντυπο κατά τον τύπο που αποφασίζεται από τον Προϊστάμενο. Ο υπεύθυνος του Κλιμακίου, κατά την παραλαβή του εν λόγω εντύπου, το σφραγίζει κατά τρόπο που να φαίνεται η ημερομηνία υποβολής του και παραδίδει στον αιτητή σχετική βεβαίωση λήψης του εντύπου, στην οποία εμφαίνεται η ημερομηνία υποβολής του.  Ο αιτητής προβαίνει στην προαναφερόμενη ενημέρωση του Κλιμακίου είτε εντός πέντε (5) εργάσιμων ημερών από την επέλευση της αλλαγής του τόπου διαμονής του είτε σε μεταγενέστερο χρόνο, ο οποίος είναι ο συντομότερος δυνατός από την επέλευση της αλλαγής του τόπου διαμονής του και εφόσον ο αιτητής υποβάλλει ικανοποιητική για τον υπεύθυνο του Κλιμακίου εξήγηση ως προς το ανέφικτο της τήρησης της αρχικής πενθήμερης προθεσμίας, αν ο υπεύθυνος του Κλιμακίου κρίνει ότι η προαναφερόμενη εξήγηση του αιτητή δεν είναι ικανοποιητική, θεωρεί την ενημέρωση ως εκπρόθεσμη.  Ο υπεύθυνος του Κλιμακίου δεν αρνείται την παραλαβή του εντύπου λόγω εκπρόθεσμης υποβολής του, αλλά πρέπει σε τέτοια περίπτωση να αναφέρει ότι το έντυπο υποβάλλεται εκπρόθεσμα.

(β) Ο υπεύθυνος του Κλιμακίου αποστέλλει το έντυπο αλλαγής τόπου διαμονής αυθημερόν στην Υπηρεσία Ασύλου, στο Τμήμα, στα κατά τόπο αρμόδια Επαρχιακά Γραφεία Ευημερίας και στα κατά τόπο αρμόδια Επαρχιακά Γραφεία Εργασίας.

(3) [Διαγράφηκε].

(4) [Διαγράφηκε].

Πεδίο εφαρμογής των άρθρων 8(1)(β) και (2), 9ΚΘ και 10(1Β) και (2) μέχρι (2Ε)

9.-(1) Η παράγραφος (β) του εδαφίου (1) και το εδάφιο (2) του άρθρου 8, τα άρθρα 9Α μέχρι 9ΚΘ και τα εδάφια (1Β), (2), (2Α), (2Β), (2Γ), (2Δ) και (2Ε) του άρθρου 10 εφαρμόζονται -

(α) Σε υπήκοο τρίτης χώρας ή ανιθαγενή, ο οποίος υποβάλλει αίτηση τις ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση τις Δημοκρατίας περιοχές, περιλαμβανομένου του εδάφους, των ορίων, των χωρικών υδάτων και των ζωνών διέλευσης αυτών των περιοχών∙

(β) σε υπήκοο τρίτης χώρας ή ανιθαγενή, για τον οποίο εκκρεμεί ο καθορισμός του κράτους μέλους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση αίτησής του σύμφωνα με τις διατάξεις του Δουβλίνου·

(γ) σε μέλος της οικογένειας προσώπου που αναφέρεται στην παράγραφο (α) ή (β), το οποίο μέλος καλύπτεται από την αίτηση σε αυτή την περίπτωση, η αναφορά των προαναφερομένων άρθρων σε αιτητή θεωρείται ότι εννοεί το εν λόγω μέλος.

(2) Η παράγραφος (β) του εδαφίου (1) και το εδάφιο (2) του  άρθρου 8, τα άρθρα 9Α μέχρι 9ΚΘ και τα εδάφια (1Β), (2), (2Α), (2Β), (2Γ), (2Δ) και (2Ε) του άρθρου 10 δεν εφαρμόζονται -

(α) Στην περίπτωση αιτήσεων χορήγησης διπλωματικού ή εδαφικού ασύλου, οι οποίες υποβάλλονται σε αντιπροσωπεία κράτους μέλους·

(β) σε σχέση με πρόσωπα που απολαύουν προσωρινής προστασίας δυνάμει του παρόντος Νόμου.

Ενημέρωση

9Α.-(1) Η Υπηρεσία Ασύλου εκδίδει ενημερωτικό φυλλάδιο, σε γλώσσα που κατανοεί ή ευλόγως εικάζεται ότι κατανοεί ο αιτητής, για την ενημέρωσή του αναφορικά με –

(α) Τις παροχές που δικαιούται αναφορικά με τις συνθήκες υποδοχής του και τις ακολουθούμενες διαδικασίες για την πρόσβασή του στις παροχές αυτές δυνάμει του παρόντος Νόμου·

(β) τις υποχρεώσεις προς τις οποίες οφείλει να συμμορφώνεται σε σχέση με τις συνθήκες υποδοχής του·

(γ) τις οργανώσεις ή ομάδες προσώπων που παρέχουν ειδική νομική υποστήριξη και τις οργανώσεις οι οποίες δύνανται να συνδράμουν ή να ενημερώσουν τον αιτητή για τις υπάρχουσες συνθήκες υποδοχής του, συμπεριλαμβανομένης της ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης.

(2) Κατά την προσέλευση του αιτητή σε αρμόδια αρχή για κατάθεση αίτησης, ο υπεύθυνος στο χώρο υποβολής της αίτησης παρέχει στον αιτητή το ενημερωτικό φυλλάδιο που αναφέρεται στο εδάφιο (1), καθώς και οποιεσδήποτε άλλες απαραίτητες πληροφορίες αναφορικά με τις συνθήκες υποδοχής, οι οποίες δυνατό να παρέχονται προφορικώς ή γραπτώς σε γλώσσα που κατανοεί ή ευλόγως εικάζεται ότι κατανοεί ο αιτητής.

(3) Η Υπηρεσία Ασύλου διασφαλίζει ότι η ενημέρωση του αιτητή λαμβάνει χώρα κατά τα προβλεπόμενα στα εδάφια (1) και (2), μέσα σε εύλογη προθεσμία η οποία δεν υπερβαίνει τις δεκαπέντε (15) ημέρες από την κατάθεση της αίτησης και για το σκοπό αυτό εκδίδει τις απαραίτητες κατευθυντήριες γραμμές προς όλες τις υπεύθυνες για την παραλαβή αιτήσεων αρμόδιες αρχές και παρακολουθεί και συντονίζει την ορθή εφαρμογή της παραγράφου (β) του εδαφίου (1) και του εδάφιου (2) του άρθρου 8, των άρθρων 9 μέχρι 9ΚΘ και των εδαφίων (1Β), (2), (2Α), (2Β), (2Γ) (2Δ) και (2Ε) του άρθρου 10.

Έκδοση ταξιδιωτικών εγγράφων

9Β. Ο Διευθυντής, μετά από σύσταση του Προϊσταμένου, δύναται να χορηγεί σε αιτητή τα αναγκαία ταξιδιωτικά έγγραφα, οσάκις ανακύπτουν σοβαροί ανθρωπιστικοί λόγοι οι οποίοι υπαγορεύουν την παρουσία του αιτητή σε άλλο κράτος.

Διοικητικές διατυπώσεις

9Γ. Δεν επιτρέπεται η επιβολή περιττής ή δυσανάλογης υποχρέωσης υποβολής επίσημων εγγράφων ή άλλες διοικητικές διατυπώσεις στους αιτητές, για τη χορήγηση των δικαιωμάτων που αυτοί υπέχουν δυνάμει της παραγράφου (β) του εδαφίου (1) και του εδαφίου (2) του άρθρου 8, των άρθρων 9 μέχρι 9ΚΘ και των εδαφίων (1Β), (2), (2Α), (2Β), (2Γ), (2Δ) και (2Ε) του άρθρου 10, απλώς και μόνο επειδή οι αιτητές ζητούν να τους παρασχεθεί διεθνής προστασία.

Διαμονή και ελευθερία διακίνησης

9Δ.-(1) Ο αιτητής έχει δικαίωμα ελεύθερης διακίνησης και διαμονής στις ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές.

(2) Ο αιτητής έχει δικαίωμα επιλογής του τόπου διαμονής του και υποχρέωση ενημέρωσης των αρμόδιων αρχών για οποιαδήποτε αλλαγή του τόπου διαμονής του σύμφωνα με το άρθρο 8.

Περιορισμοί στην ελεύθερη διακίνηση και διαμονή

9Ε.-(1) Ανεξάρτητα από τα εδάφια (1) και (2) του άρθρου 8 και από το άρθρο 9Δ, ο Υπουργός δύναται με απόφασή του-

(α)  Η οποία συνιστά κανονιστική διοικητική πράξη και δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας-

(i) να περιορίζει το δικαίωμα ελεύθερης διακίνησης των αιτητών σε ορισμένες από τις ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές, ή/και

(ii) να αποφασίζει τον τόπο διαμονής των αιτητών, για λόγους δημοσίου συμφέροντος ή δημόσιας τάξης∙

(β)  η οποία συνιστά ατομική διοικητική πράξη και κοινοποιείται στον επηρεαζόμενο αιτητή -

(i) να περιορίζει το δικαίωμα ελεύθερης διακίνησης του συγκεκριμένου αιτητή σε ορισμένες από τις ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές, ή/και

(ii) να καθορίζει τον τόπο διαμονής του συγκεκριμένου αιτητή, για λόγους δημοσίου συμφέροντος ή δημόσιας τάξης ή, όταν είναι αναγκαίο, για την ταχεία επεξεργασία και την αποτελεσματική παρακολούθηση της αίτησής του.

(2) Σε περίπτωση περιορισμού των δικαιωμάτων ελεύθερης διακίνησης ή διαμονής σύμφωνα με το εδάφιο (1) -

(α) Ο περιορισμός του δικαιώματος ελεύθερης διακίνησης σε ορισμένη περιοχή  δεν πρέπει να θίγει την αναπαλλοτρίωτη σφαίρα της ιδιωτικής ζωής και ούτε να παρεμποδίζει με οποιοδήποτε τρόπο την πρόσβαση των αιτητών σε όλα τα πλεονεκτήματα που παραχωρούνται δυνάμει της παραγράφου (β) του εδαφίου (1) και του εδαφίου (2) του άρθρου 8, των άρθρων 9 μέχρι 9ΚΘ και των εδαφίων (1Β), (2), (2Α), (2Β), (2Γ), (2Δ) και (2Ε) του άρθρου 10∙

(β) ο Προϊστάμενος δύναται να αποφασίζει για τη χορήγηση άδειας προσωρινής απομάκρυνσης από τον καθοριζόμενο τόπο διαμονής ή διακίνησης, μετά από αίτηση του ενδιαφερόμενου προσώπου κατά τον τύπο που αποφασίζεται από τον Προϊστάμενο, σε ατομική, αμερόληπτη και αντικειμενική βάση και, σε περίπτωση απορριπτικής εν όλω ή εν μέρει απόφασης, αυτή πρέπει να είναι αιτιολογημένη:

Νοείται ότι, αιτητής δικαιούται να παρουσιάζεται σε οποιαδήποτε διοικητική αρχή ή δικαστήριο της Δημοκρατίας, εφόσον η παρουσία του είναι αναγκαία, χωρίς την έκδοση της προαναφερόμενης απόφασης και ανεξάρτητα από το περιορισμό των δικαιωμάτων ελεύθερης διακίνησης ή διαμονής σύμφωνα με το εδάφιο (1).

Κράτηση αιτητών

9ΣΤ.-(1) Απαγορεύεται η κράτηση αιτητή λόγω μόνο της ιδιότητάς του ως αιτητή, καθώς και η κράτηση ανήλικου αιτητή.

(2) Εκτός εάν στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι εφικτό να εφαρμοστούν αποτελεσματικά άλλα λιγότερο περιοριστικά εναλλακτικά μέτρα, όπως τα προβλεπόμενα στο εδάφιο (3), και εφόσον κρίνεται αναγκαίο και κατόπιν ατομικής αξιολόγησης κάθε περίπτωσης, ο Υπουργός δύναται να εκδίδει γραπτό διάταγμα με το οποίο να θέτει υπό κράτηση αιτητή, μόνο για οποιοδήποτε από τους ακόλουθους λόγους:

(α) Για τη διαπίστωση της ταυτότητας ή της ιθαγένειας·

(β) για να προσδιοριστούν τα στοιχεία εκείνα στα οποία βασίζεται η αίτηση, η απόκτηση των οποίων θα ήταν σε άλλη περίπτωση αδύνατη, ιδίως όταν υπάρχει κίνδυνος διαφυγής του αιτητή·

(γ) για να αποφασιστεί, στο πλαίσιο διαδικασίας, το δικαίωμα του αιτητή για είσοδο στο έδαφος·

(δ) όταν κρατείται στο πλαίσιο της διαδικασίας επιστροφής δυνάμει των άρθρων 18ΟΓ μέχρι 18ΠΘ του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, προκειμένου να προετοιμάζεται η επιστροφή ή/και να διεξάγεται η διαδικασία απομάκρυνσης, και ο Υπουργός τεκμηριώνει βάσει αντικειμενικών κριτηρίων, συμπεριλαμβανομένου του γεγονότος ότι το πρόσωπο είχε ήδη την ευκαιρία πρόσβασης στη διαδικασία χορήγησης ασύλου, ότι υπάρχουν βάσιμοι λόγοι να θεωρείται ότι το πρόσωπο υποβάλλει αίτηση διεθνούς προστασίας, προκειμένου να καθυστερεί απλώς ή να εμποδίζει την εκτέλεση απόφασης επιστροφής·

(ε) όταν απαιτείται για την προστασία της εθνικής ασφάλειας ή της δημόσιας τάξης·

(στ) σύμφωνα με το Άρθρο 28 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 604/2013.

(3)  Ο Υπουργός δύναται, αντί να θέσει τον αιτητή υπό κράτηση, να του επιβάλει εναλλακτικά, για όσο χρονικό διάστημα κρίνει σκόπιμο υπό τις περιστάσεις, ορισμένες υποχρεώσεις που στοχεύουν στην αποφυγή του κινδύνου διαφυγής, όπως -

(α) Τακτική εμφάνιση ενώπιον των αρχών της Δημοκρατίας,

(β) κατάθεση χρηματικής εγγύησης,

(γ) υποχρέωση διαμονής σε υποδεικνυόμενο μέρος, περιλαμβανομένου κέντρου φιλοξενίας,

(δ) επιτήρηση από επόπτη.

(4)(α) Η κράτηση αιτητή έχει τη μικρότερη δυνατή διάρκεια και διαρκεί μόνο για όσο διάστημα ισχύει λόγος κράτησης που προβλέπεται στο εδάφιο (2).

(β) Οι διοικητικές διαδικασίες που συνδέονται με λόγο κράτησης που προβλέπεται στο εδάφιο (2) εκτελούνται χωρίς περιττές καθυστερήσεις. Καθυστερήσεις των διοικητικών διαδικασιών που δεν μπορούν να αποδοθούν στο αιτητή δεν δικαιολογούν την συνέχιση της κράτησης.

(5) Το προβλεπόμενο στο παρόν άρθρο διάταγμα παραθέτει τους πραγματικούς και νομικούς λόγους βάσει των οποίων εκδίδεται και αντίγραφό του επιδίδεται στον επηρεαζόμενο αιτητή.

(6)(α) Το διάταγμα κράτησης υπόκειται σε προσφυγή βάσει του Άρθρου 146 του Συντάγματος, σύμφωνα με τις διατάξεις του εν λόγω Άρθρου και υπό τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες το εν λόγω Άρθρο επιτρέπει τέτοια προσφυγή.

(β)(i) Η πρωτοβάθμια εκδίκαση προσφυγής, η οποία αναφέρεται στην παράγραφο (α), ολοκληρώνεται το συντομότερο δυνατό και η δικαστική απόφαση εκδίδεται, εκτός αν συντρέχουν λόγοι ανωτέρας βίας, εντός τεσσάρων (4) εβδομάδων από την καταχώριση της προσφυγής.  Προς επίτευξη της πιο πάνω προθεσμίας και ανεξαρτήτως οποιουδήποτε Διαδικαστικού Κανονισμού, το εκδικάζον δικαστήριο δύναται να δίνει ανάλογες οδηγίες για ταχεία ανταλλαγή των δικογράφων και των συνακόλουθων αγορεύσεων, ή/και δύναται να ακούει προφορικά τους διαδίκους αντί γραπτών αγορεύσεων.

(ii) Η υποπαράγραφος (i) παύει να εφαρμόζεται σε περίπτωση έκδοσης Διαδικαστικών Κανονισμών από το Ανώτατο Δικαστήριο οι οποίοι διασφαλίζουν την εκδίκαση της προσφυγής όχι αργότερα από την προθεσμία που αναφέρεται στην υποπαράγραφο (i).

(γ) Ο Υπουργός απολύει αμέσως τον επηρεαζόμενο υπό κράτηση αιτητή, εάν το διάταγμα κράτησής του ακυρωθεί από το Διοικητικό Δικαστήριο βάσει του Άρθρου 146 του Συντάγματος ή ανακληθεί από τον Υπουργό.

(7)(α)(i) Η διάρκεια κράτησης βάσει του παρόντος άρθρου υπόκειται σε αίτηση για την έκδοση εντάλματος habeas corpus δυνάμει του Άρθρου 155.4 του Συντάγματος, σύμφωνα με τις διατάξεις του εν λόγω Άρθρου.

(ii) Ο υπό κράτηση αιτητής δικαιούται να καταχωρίσει πέραν της μίας αίτησης η οποία αναφέρεται στην υποπαράγραφο (i), ιδίως όταν η κράτηση είναι παρατεταμένης διάρκειας ή όταν προκύπτουν σχετικές περιστάσεις ή όταν νέα στοιχεία καθίστανται διαθέσιμα τα οποία ενδέχεται να επηρεάζουν τη νομιμότητα της διάρκειας της κράτησης.

(β)(i) Η πρωτοβάθμια εκδίκαση της αίτησης, η οποία αναφέρεται την παράγραφο (α), ολοκληρώνεται το συντομότερο δυνατό και η δικαστική απόφαση εκδίδεται, εκτός αν συντρέχουν λόγοι ανωτέρας βίας, εντός τριών (3) εβδομάδων από την καταχώριση της αίτησης. Το εκδικάζον δικαστήριο δίνει τις αναγκαίες εκείνες οδηγίες προς επιτάχυνση της όλης διαδικασίας.

(ii) Η υποπαράγραφος (i) παύει να εφαρμόζεται σε περίπτωση έκδοσης Διαδικαστικών Κανονισμών από το Ανώτατο Δικαστήριο οι οποίοι διασφαλίζουν την εκδίκαση της προσφυγής όχι αργότερα από την προθεσμία που αναφέρεται στην υποπαράγραφο (i).

(γ) Ο Υπουργός απολύει αμέσως τον επηρεαζόμενο υπό κράτηση αιτητή, εάν η αίτησή του, η οποία αναφέρεται στην παράγραφο (α), γίνει δεκτή από το Ανώτατο Δικαστήριο.

(8) Ο Υπουργός ενημερώνει αμέσως και γραπτώς κάθε υπό κράτηση αιτητή, σε  γλώσσα που ο τελευταίος είτε κατανοεί είτε εύλογα θεωρείται ότι κατανοεί, για τους  λόγους κράτησης, για τις δικαστικές διαδικασίες που αναφέρονται στα εδάφια (6) και  (7) και για τη δυνατότητα αίτησης περί δωρεάν νομικής αρωγής και εκπροσώπησης στα πλαίσια αυτών των διαδικασιών σύμφωνα με τον περί Νομικής Αρωγής Νόμο.

(9)(α) Η κράτηση αιτητών λαμβάνει χώρα κατά κανόνα σε ειδικές εγκαταστάσεις κράτησης. Όταν δεν μπορεί να εξασφαλιστεί διαμονή σε ειδικές εγκαταστάσεις κράτησης και υποχρεωτικά χρησιμοποιείται σωφρονιστικό ίδρυμα, οι υπό κράτηση αιτητές κρατούνται χωριστά από τους κρατουμένους του κοινού δικαίου και ισχύουν οι συνθήκες κράτησης που προβλέπονται στον παρόν άρθρο.

(β) Στο μέτρο του δυνατού, οι υπό κράτηση αιτητές κρατούνται χωριστά από άλλους υπηκόους τρίτων χωρών οι οποίοι δεν έχουν υποβάλει αίτηση. Όταν αυτό δεν είναι δυνατό, εφαρμόζονται στους υπό κράτηση αιτητές οι συνθήκες κράτησης που προβλέπονται στο παρόν άρθρο.

(10) Οι υπό κράτηση αιτητές έχουν πρόσβαση σε υπαίθριους χώρους.

(11)(α) Πρόσωπα που εκπροσωπούν την Υπάτη Αρμοστεία των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες  δικαιούνται να επικοινωνούν και να επισκέπτονται υπό κράτηση αιτητή σε συνθήκες που σέβονται τα δικαιώματα ιδιωτικού βίου.

(β) Η παράγραφος (α) εφαρμόζεται κατ’ αναλογία σε κάθε οργάνωση που εργάζεται στη Δημοκρατία εξ’ ονόματος της Υπάτης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες βάσει συμφωνίας με τις αρχές της Δημοκρατίας.

(12)(α) Μέλη της οικογένειας, νομικοί σύμβουλοι ή συνήγοροι και πρόσωπα που εκπροσωπούν συναφείς μη κυβερνητικές οργανώσεις που αναγνωρίζονται διά νόμου ή από τις αρχές της Δημοκρατίας, δικαιούνται να επικοινωνούν και να επισκέπτονται τους υπό κράτηση αιτητές σε συνθήκες που σέβονται τα δικαιώματα ιδιωτικού βίου.

(β) Η Αστυνομία ή άλλη αρμόδια αρχή της Δημοκρατίας, υπό τον έλεγχο της οποίας υπάγεται η εγκατάσταση κράτησης στην οποία βρίσκεται ο υπό κράτηση αιτητής, με γραπτή απόφασή της δύναται να περιορίσει το δικαίωμα πρόσβασης στην εγκατάσταση κράτησης το οποίο προβλέπεται στην παράγραφο (α), όταν κρίνει αυτόν τον περιορισμό αντικειμενικά απαραίτητο για την ασφάλεια, τη δημόσια τάξη ή τη διοικητική διαχείριση της εγκατάστασης κράτησης, εφόσον η εν λόγω πρόσβαση δεν περιορίζεται υπερβολικά ούτε καθίσταται αδύνατη.

(13) Η Αστυνομία ή άλλη αρμόδια αρχή της Δημοκρατίας, υπό τον έλεγχο της οποίας υπάγεται η εγκατάσταση κράτησης στην οποία βρίσκεται ο υπό κράτηση αιτητής, παρέχει συστηματικά πληροφορίες στον υπό κράτηση αιτητή οι οποίες επεξηγούν τους κανονισμούς που εφαρμόζονται στην εγκατάσταση και παραθέτουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του σε γλώσσα την οποία είτε κατανοεί είτε ευλόγα θεωρείται ότι κατανοεί. Σε δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις, η Αστυνομία ή άλλη αρμόδια αρχή της Δημοκρατίας, υπό τον έλεγχο της οποίας υπάγεται η κλειστή περιοχή στην οποία βρίσκεται ο υπό κράτηση αιτητής, δύναται να παρεκκλίνει από την υποχρέωση αυτή για εύλογη περίοδο, η οποία είναι όσο το δυνατόν συντομότερη, σε περίπτωση που ο αιτητής κρατείται σε ζώνη διέλευσης.

(14) Σε περίπτωση κράτησης ευάλωτων αιτητών και αιτητών με ειδικές ανάγκες υποδοχής -

(α) Η υγεία, συμπεριλαμβανομένης της ψυχικής υγείας των προαναφερόμενων προσώπων, αποτελεί πρωταρχικό μέλημα των αρχών της Δημοκρατίας∙

(β) η Αστυνομία ή άλλη αρμόδια αρχή της Δημοκρατίας, υπό τον έλεγχο της οποίας υπάγεται η εγκατάσταση κράτησης στην οποία βρίσκεται το προαναφερόμενο πρόσωπο, διασφαλίζει την τακτική παρακολούθηση και επαρκή υποστήριξή του, λαμβάνοντας υπόψη την ιδιαίτερη κατάστασή του, συμπεριλαμβανόμενης της υγείας του.

(15) Στις οικογένειες υπό κράτηση παρέχεται χωριστό κατάλυμα το οποίο εξασφαλίζει επαρκή σεβασμό της ιδιωτικής ζωής.

(16)  Οι υπό κράτηση γυναίκες αιτήτριες στεγάζονται χωριστά από τους άντρες αιτητές, εκτός εάν αυτοί αποτελούν μέλη της οικογένειάς τους και εάν όλοι οι ενδιαφερόμενοι έχουν δώσει τη συγκατάθεσή τους:  Νοείται ότι, το παρόν εδάφιο δεν εφαρμόζεται όσον αφορά τη χρήση κοινόχρηστων χώρων που έχουν σχεδιαστεί για ψυχαγωγικές ή κοινωνικές δραστηριότητες, συμπεριλαμβανομένης και της χορήγησης γευμάτων.

(17) Σε δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις και για εύλογη χρονική περίοδο, η οποία είναι όσο το δυνατό συντομότερη, η Αστυνομία ή άλλη αρμόδια αρχή της Δημοκρατίας, υπό τον έλεγχο της οποίας υπάγεται η κλειστή περιοχή στην οποία βρίσκεται ο υπό κράτηση αιτητής, δύναται να παρεκκλίνει από το εδάφιο (15) και από το εδάφιο (16), σε περίπτωση που ο υπό κράτηση αιτητής κρατείται σε ζώνη διέλευσης.

(18) Σε περίπτωση που ο Υπουργός ενεργεί σύμφωνα με τα εδάφια (1) και (2), αναφορικά με συγκεκριμένο αιτητή, ταυτόχρονα ανακαλεί τυχόν ισχύον διάταγμα το οποίο είχε εκδώσει δυνάμει του άρθρου 14 ή/και 18Π του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου αναφορικά με τον ίδιο αιτητή.

(19) Υπό κράτηση αιτητής δικαιούται να προσέρχεται με τη συνοδεία της Αστυνομίας -

(α) Στο Διοικητικό Δικαστήριο, σε περίπτωση που -

(i)Ο αιτητής χειρίζεται προσωπικά και άνευ δικηγόρου την προσφυγή του η οποία αναφέρεται στο εδάφιο (6), ή  (ii)το Διοικητικό Δικαστήριο επιτρέψει στον αιτητή ή τον διατάξει να καταθέσει ενώπιόν του ως μάρτυρας∙ και

(β) στο Ανώτατο Δικαστήριο, για τους σκοπούς αίτησής του για την έκδοση εντάλματος habeas corpus αναφορικά με την κράτησή του, κατά τα προβλεπόμενα στο εδάφιο (7).

Κίνδυνος διαφυγής για τους σκοπούς του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 604/2013

9ΣΤδις. Για τους σκοπούς του Άρθρου 2, στοιχείο ιδ), του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 604/2013, τηρουμένων των αρχών της αναλογικότητας και της αναγκαιότητας, οι λόγοι επί τη βάσει των οποίων εικάζεται ότι ο αιτητής ή ο υπήκοος τρίτης χώρας ή ο άπατρις που υπόκειται σε διαδικασία μεταφοράς μπορεί να διαφύγει είναι οποιοιδήποτε από τους ακόλουθους:

(α) Μη συμμόρφωση με προηγούμενη απόφαση επιστροφής δυνάμει του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου,

(β) μη συμμόρφωση με την απόφαση μεταφοράς ή/και παρεμβολή εμποδίων στην εκτέλεση της μεταφοράς δυνάμει των διατάξεων του Δουβλίνου,

(γ) ευλόγως διαπιστωθείσα πρόθεση μη συμμόρφωσης με την απόφαση μεταφοράς δυνάμει των διατάξεων του Δουβλίνου,

(δ) παροχή ψευδών ή/και παραπλανητικών πληροφοριών,

(ε) καταδίκη που καταγράφεται σε μητρώο της Δημοκρατίας ή άλλου κράτους και η οποία είναι τέτοια που δημιουργεί εικασία ότι το εν λόγω πρόσωπο μπορεί να διαφύγει,

(στ) προηγούμενη απέλαση ή επιστροφή ή απομάκρυνση,

(ζ) ψευδής δήλωση περί της διεύθυνσης συνήθους διαμονής,

(η) προηγούμενη εξαφάνιση ή/και διαφυγή,

(θ) εγκατάλειψη των κέντρων ή χώρων υποδοχής ή φιλοξενίας αιτητών,

(ι) μη εντοπισμός στη δηλωθείσα διεύθυνση διαμονής και στον δηλωθέντα αριθμό τηλεφώνου και μη συμμόρφωση με το εδάφιο (2) του άρθρου 8 του παρόντος Νόμου, αφού προηγηθεί η δέουσα έρευνα,

(ια) αβάσιμοι ισχυρισμοί στη διάρκεια συνέντευξης στο πλαίσιο των διατάξεων του Δουβλίνου,

(ιβ) εσκεμμένη καταστροφή εγγράφων ταυτότητας ή ταξιδιωτικού εγγράφου κατά ή μετά την άφιξή του στη Δημοκρατία και μη συνεργασία με τις αρχές της Δημοκρατίας, ώστε να αποδειχθεί σε εύλογο βαθμό βεβαιότητας η ταυτότητα ή η εθνικότητα.

Ιατρικές εξετάσεις

9Ζ.-(1) Με την παραλαβή της βεβαίωσης υποβολής αίτησης, ο αιτητής παραπέμπεται από τον υπεύθυνο του χώρου υποβολής της αίτησης σε νοσηλευτικό ίδρυμα, για την υποβολή του στις ιατρικές εξετάσεις που καθορίζονται στον Πίνακα IIΙ.

(2) Ο αιτητής υποχρεούται να παρουσιάζεται για υποβολή στις πιο πάνω αναφερόμενες ιατρικές εξετάσεις εντός τριών (3) ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της βεβαίωσης υποβολής αίτησης και να επιδεικνύει τη βεβαίωση αυτή καθώς και οποιοδήποτε άλλο έγγραφο αποδεικτικό της ταυτότητάς του, εάν υπάρχει.

(3) Οι ιατρικές εξετάσεις πραγματοποιούνται ατελώς.

(4) Με την παραλαβή των αποτελεσμάτων των ιατρικών εξετάσεων, ο αιτητής παρουσιάζεται εκ νέου στο νοσηλευτικό ίδρυμα για τελική αξιολόγηση της υγείας του και ετοιμάζεται σχετική έκθεση από τον εξετάζοντα ιατρό.

(5) Τα συνολικά αποτελέσματα των ιατρικών εξετάσεων και η έκθεση του ιατρού  παραδίδονται στον αιτητή. Ο αιτητής οφείλει να παραδώσει τα εν λόγω αποτελέσματα και έκθεση στο Κλιμάκιο. Με την επιφύλαξη του περί Επεξεργασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (Προστασία του Ατόμου) Νόμου και αφού εξασφαλιστεί εκ των προτέρων η ρητή συγκατάθεση του αιτητή, το Κλιμάκιο κοινοποιεί τα αποτελέσματα των αιματολογικών εξετάσεων σε σφραγισμένο φάκελο στην Υπηρεσία Ασύλου.

(6) Το Υπουργείο Υγείας είναι η αρμόδια αρχή για την εφαρμογή των εδαφίων (1) έως (4) και της πρώτης πρότασης του εδαφίου (5).

Πρόσβαση σε μαθητεία και εκπαίδευση ανηλίκων

9Η.-(1) Ανήλικοι αιτητές και ανήλικα τέκνα αιτητών έχουν πρόσβαση στη πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια δημόσια εκπαίδευση, υπό τις ίδιες προϋποθέσεις με αυτές που ισχύουν για τους πολίτες της Δημοκρατίας, ενόσω δεν είναι εκτελεστό οποιοδήποτε μέτρο απομάκρυνσης κατ’ αυτών των ιδίων ή των γονέων τους. Η προαναφερόμενη εκπαίδευση δυνατό να παρέχεται σε κέντρο φιλοξενίας.

(2) Το δικαίωμα ανήλικων αιτητών ή ανήλικων τέκνων αιτητών για παρακολούθηση δευτεροβάθμιων σπουδών δεν επηρεάζεται από την ενηλικίωσή τους.

(3)(α) Η προβλεπόμενη στο εδάφιο (1) πρόσβαση στη δημόσια εκπαίδευση παρέχεται άμεσα και, σε κάθε περίπτωση, εντός τριών (3) μηνών από την ημερομηνία κατάθεσης της αίτησης από τον ανήλικο ή εξ’ ονόματος αυτού.

(β) Σε περίπτωση που η πρόσβαση στο δημόσιο εκπαιδευτικό σύστημα, όπως προβλέπεται στο εδάφιο (1), είναι αδύνατη λόγω της ειδικής κατάστασης του ανηλίκου, οι αρμόδιες υπηρεσίες του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού διευθετούν την εφαρμογή άλλων κατάλληλων εκπαιδευτικών ρυθμίσεων σύμφωνα με τον περί Αγωγής και Εκπαίδευσης Παιδιών με Ειδικές Ανάγκες Νόμο και με τους περί Αγωγής και Εκπαίδευσης Παιδιών με Ειδικές Ανάγκες Κανονισμούς του 2001 και του 2013, όπως αυτοί εκάστοτε τροποποιούνται ή αντικαθίστανται.

(4) Εφόσον κρίνεται αναγκαίο, παρέχονται στους ανηλίκους προπαρασκευαστικά μαθήματα, συμπεριλαμβανομένων γλωσσικών μαθημάτων, για τη διευκόλυνση της πρόσβασης και συμμετοχής τους στο δημόσιο εκπαιδευτικό σύστημα, όπως προβλέπεται στο παρόν άρθρο.

(5) Αρμόδια αρχή για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου είναι το Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού, σε συνεργασία με τις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους.

Πρόσβαση των αιτητών στην αγορά εργαασίας

9Θ.-(1)(α) Με την παρέλευση της χρονικής περιόδου η οποία προβλέπονται στην παράγραφο (β), εάν δεν έχει εκδοθεί απόφαση επί της αίτησης και η καθυστέρηση αυτή δεν μπορεί να αποδοθεί στο αιτητή, ο αιτητής έχει δικαίωμα πρόσβασης στην αγορά εργασίας.

(β) Η χρονική περίοδος που αναφέρεται στην παράγραφο (α) αρχίζει από την ημερομηνία κατάθεσης της αίτησης και λήγει εννέα (9) μήνες από την εν λόγω ημερομηνία:

Νοείται ότι, ο Υπουργός, με απόφασή του την οποία λαμβάνει μετά από διαβούλευσή του με τον Υπουργό Εργασίας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και η οποία συνιστά κανονιστική διοικητική πράξη και η οποία δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, δύναται να ορίσει ότι η εν λόγω χρονική περίοδος λήγει σε διάστημα συντομότερο των εννέα (9) μηνών από την ημερομηνία κατάθεσης της αίτησης.

(2)(α) Ο Υπουργός Εργασίας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, με διάταγμά του το οποίο –

(i) εκδίδει μετά από διαβούλευση με τον Υπουργό,

(ii) συνιστά κανονιστική διοικητική πράξη, και

(iii) δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας,

δύναται να θέτει το προβλεπόμενο στο εδάφιο (1) δικαίωμα σε όρους και προϋποθέσεις που δεν θίγουν την ουσιαστική πρόσβαση των αιτητών στην αγορά εργασίας.

(β) Το  προβλεπόμενο  στην παράγραφο (α) διάταγμα δύναται να προβλέπει όρους και προϋποθέσεις που να διασφαλίζουν την προτεραιότητα πρόσβασης των ακόλουθων προσώπων στην αγορά εργασίας, έναντι των αιτητών:

(i) Των πολιτών της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

(ii) των υπηκόων των κρατών που είναι μέρη της Συμφωνίας για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο,

(iii) των υπηκόων τρίτων χωρών που διαμένουν νόμιμα στις ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές.

(3)  Το προβλεπόμενο στο εδάφιο (1) δικαίωμα εργασίας -

(α) Δεν επηρεάζεται από την καταχώριση, δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος, προσφυγής κατά αρνητικής απόφασης του Προϊσταμένου, η οποία προσφυγή τυχόν έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα·

(β) τερματίζεται -

(i) με την άπρακτη παρέλευση της προθεσμίας για άσκηση προσφυγής δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος, κατά αρνητικής απόφασης του Προϊσταμένου, ή

(ii) με την κοινοποίηση στον αιτητή απόφασης του Διοικητικού Δικαστηρίου η οποία απορρίπτει τυχόν προσφυγή του δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος κατά αρνητικής απόφασης του Προϊσταμένου.

(4)(α) Διαπράττει ποινικό αδίκημα αιτητής που απασχολείται κατά παράβαση του παρόντος άρθρου ή/και διατάγματος που εκδίδεται δυνάμει του παρόντος άρθρου και υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τους τρεις (3) μήνες ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δύο χιλιάδες (€2.000) ευρώ ή σε αμφότερες τις ποινές.

(β) Διαπράττει ποινικό αδίκημα εργοδότης που απασχολεί αιτητή κατά παράβαση του παρόντος άρθρου ή/και διατάγματος που εκδίδεται δυνάμει του παρόντος άρθρου και υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία (3) έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις οχτώ χιλιάδες ευρώ (€8.000) ή σε αμφότερες τις ποινές.

Επαγγελματική κατάρτιση

9Ι.-(1) Η πρόσβαση σε επαγγελματική κατάρτιση του αιτητή που συνδέεται με σύμβαση απασχόλησης επιτρέπεται, εφόσον ο αιτητής έχει πρόσβαση στην αγορά εργασίας σύμφωνα με το άρθρο 9Θ.

(2) Ανεξάρτητα από το εδάφιο (1), ο Υπουργός Εργασίας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων δύναται, με απόφασή του η οποία συνιστά κανονιστική διοικητική πράξη και η οποία δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, να επιτρέπει σε αιτητές πρόσβαση σε επαγγελματική κατάρτιση, ανεξαρτήτως του αν έχουν πρόσβαση στην αγορά εργασίας.

Γενικοί κανόνες για την κάλυψη των υλικών συνθηκών υποδοχής των αιτητών

9ΙΑ.-(1) Οι Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας παρέχουν υλικές συνθήκες υποδοχής σε αιτητές οι οποίοι διαμένουν στις ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές, ώστε να εξασφαλίζουν σε αυτούς επαρκές βιοτικό επίπεδο, ικανό να διασφαλίζει τη συντήρησή τους και να προστατεύει τη σωματική και ψυχική τους υγεία.

(2) Κατά την υποβολή της αίτησης, ο υπεύθυνος του χώρου υποβολής της αίτησης παραπέμπει τον αιτητή στο κατά τόπο αρμόδιο Επαρχιακό Γραφείο Ευημερίας.

(3) Με την επίδειξη της βεβαίωσης υποβολής αίτησης, ο αιτητής δικαιούται να υποβάλει αίτημα για παροχή υλικών συνθηκών υποδοχής στον τύπο που αποφασίζεται από το Διευθυντή των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας.

(4) Οι Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας αποφασίζουν, σε ατομική βάση, την απόρριψη εν όλω ή εν μέρει αιτήματος παροχής υλικών συνθηκών υποδοχής και τη διακοπή εν όλω ή εν μέρει της παροχής υλικών συνθηκών υποδοχής, εφόσον τεκμηριώνουν ότι αιτητής-

(α)  Διαθέτει, παραδείγματος χάριν επειδή έχει εργαστεί επί εύλογο χρονικό διάστημα, επαρκείς πόρους που καθιστούν δυνατή τη συντήρησή του και του διασφαλίζουν κατάλληλο βιοτικό επίπεδο από άποψη υγείας∙ ή

(β)  παραβαίνει απόφαση του Υπουργού η οποία προβλέπεται στο άρθρο 9Ε και αφορά τον τόπο διαμονής του αιτητή, με την επιφύλαξη της παραγράφου (β) του εδαφίου (2) του ίδιου άρθρου.

(5) Οι αρμόδιες αρχές της Δημοκρατίας μεριμνούν ώστε να επιτυγχάνεται το  βιοτικό επίπεδο που αναφέρεται στο εδάφιο (1) και στην ειδική περίπτωση των  ευάλωτων προσώπων σύμφωνα με το άρθρο 9ΚΓ, καθώς και στην περίπτωση των προσώπων που τελούν υπό κράτηση.

Τρόπος παροχής υλικών συνθηκών υποδοχής

9ΙΒ.-(1) Ανεξάρτητα από το άρθρο 9ΙΑ, οι υλικές συνθήκες υποδοχής οι οποίες αναφέρονται στην παράγραφο (β) του ορισμού του όρου «υλικές συνθήκες υποδοχής» στο εδάφιο (1) του άρθρου 2, προσφέρονται σε είδος ή/και υπό τη μορφή δελτίων:

Νοείται ότι, όταν η προσφορά σε είδος ή/και υπό  τη μορφή δελτίων δεν είναι εφικτή, οι υλικές συνθήκες υποδοχής δύναται να προσφέρονται υπό τη μορφή οικονομικού βοηθήματος.

(2) Όταν υλικές συνθήκες υποδοχής προσφέρονται υπό τη μορφή οικονομικού βοηθήματος ή/και υπό τη μορφή δελτίων-

(α)  Το ποσό τους προσδιορίζεται σύμφωνα με το επίπεδο ή τα επίπεδα που έχουν καθοριστεί για να εξασφαλίζουν επαρκές βιοτικό επίπεδο στους Κύπριους πολίτες δυνάμει της σχετικής νομοθεσίας· και

(β)  επιτρέπεται να παρέχεται λιγότερο ευνοϊκή μεταχείριση από ότι στους Κύπριους πολίτες, ειδικότερα όταν οι υλικές συνθήκες υποδοχής παρέχονται εν μέρει σε είδος ή στην περίπτωση που τα εν λόγω επίπεδα, που παρέχονται στους Κύπριους πολίτες, αποσκοπούν στο να τους εξασφαλίσουν βιοτικό επίπεδο υψηλότερο από αυτό που προβλέπεται για τους αιτητές διά του παρόντος Νόμου.

Ιατροφαρμακευτική περίθαλψη

9ΙΓ.-(1) Με την επίδειξη βεβαίωσης υποβολής αίτησης, ο αιτητής, ο οποίος διαμένει στις ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές και ο οποίος δεν διαθέτει επαρκείς πόρους,  δικαιούται-

(α) Δωρεάν ιατροφαρμακευτική περίθαλψη σε όλα τα δημόσια ιατρικά ιδρύματα, η οποία περιλαμβάνει τουλάχιστον τις πρώτες βοήθειες και την αναγκαία θεραπεία ασθενειών και σοβαρών ψυχικών διαταραχών∙ και

(β) δωρεάν παροχή της απαραίτητης ιατρικής ή άλλης συνδρομής, συμπεριλαμβανομένης, κατά περίπτωση, της κατάλληλης ψυχιατρικής περίθαλψης, προκειμένου για αιτητή με ειδικές ανάγκες υποδοχής.

(2) Το Υπουργείο Υγείας αποφασίζει σε ατομική βάση την απόρριψη εν όλω ή εν μέρει αιτήματος για την παροχή της προβλεπόμενης στο εδάφιο (1) περίθαλψης ή/και συνδρομής και τη διακοπή εν όλω ή εν μέρει της παροχής της προβλεπόμενης στο εδάφιο (1)  περίθαλψης ή/και συνδρομής, εφόσον τεκμηριώσει ότι ο αιτητής διαθέτει, παραδείγματος χάριν επειδή έχει εργαστεί επί εύλογο χρονικό διάστημα, επαρκείς πόρους που να καθιστούν δυνατή τη συντήρησή του και να του διασφαλίζουν κατάλληλο βιοτικό επίπεδο από απόψεως υγείας.

(3) Τεκμαίρεται μαχητώς ότι δεν έχει επαρκείς πόρους αιτητής που διαμένει σε κέντρο φιλοξενίας ή είναι λήπτης υλικών συνθηκών υποδοχής από τις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας.

Στέγαση

9ΙΔ.-(1) Σε περίπτωση που η στέγαση παρέχεται σε είδος, αυτή λαμβάνει μία από τις ακόλουθες μορφές ή αποτελεί συνδυασμό αυτών:

(α) Χώρο που χρησιμοποιείται προς το σκοπό της στέγασης των αιτητών κατά τη διάρκεια της εξέτασης αίτησης που υποβάλλεται στα σύνορα ή σε ζώνες διέλευσης∙

(β) κέντρα φιλοξενίας που εξασφαλίζουν κατάλληλο βιοτικό επίπεδο∙

(γ) ιδιωτικές κατοικίες, διαμερίσματα, ξενοδοχεία ή άλλους χώρους προσαρμοσμένους για τη στέγαση των αιτητών.

(2) Σε περίπτωση που αιτητής ή μέλος της οικογένειάς του, κατά την υποβολή της αίτησης, ενημερώνει τον υπεύθυνο στο χώρο υποβολής της αίτησης ότι δεν διαθέτουν ή/και δεν είναι σε θέση να εξασφαλίσουν κατάλληλη στέγη άμεσα, ο εν λόγω υπεύθυνος ενημερώνει πάραυτα την Υπηρεσία Ασύλου για τις δέουσες ενέργειες.

(3) Σε περίπτωση παροχής στέγασης σε αιτητή, οι αρμόδιες αρχές λαμβάνουν, στο μέτρο του δυνατού και με τη σύμφωνη γνώμη του αιτητή, τα κατάλληλα μέτρα για τη διατήρηση της ενότητας της οικογένειάς του η οποία βρίσκεται στις ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές.

(4) Η Υπηρεσία Ασύλου αποφασίζει για τη μορφή της στέγασης η οποία παρέχεται σε είδος. Σε περίπτωση που αποφασίζεται η παροχή στέγασης σε είδος, μερικώς ή ολικώς, υπό τη μορφή που προβλέπεται στην παράγραφο (α) ή/και (γ) του εδαφίου (1) -

(α)  Η Υπηρεσία Ασύλου κοινοποιεί την εν λόγω απόφαση στις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας, και

(β)  οι Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας υλοποιούν την εν λόγω απόφαση στην έκταση που αφορά στέγαση σε είδος υπό την προαναφερόμενη μορφή.

(5) Η Υπηρεσία Ασύλου δύναται να εκχωρεί την αρμοδιότητα λήψης απόφασης δυνάμει του εδαφίου (4) σε λειτουργό άλλης αρχής, υπό την προϋπόθεση ότι η εν λόγω αρχή συναινεί.

(6) Χωρίς επηρεασμό του άρθρου 9ΣΤ ως προς τις συνθήκες κράτησης, σε περίπτωση που αποφασίζεται η παροχή στέγασης υπό τη μορφή που προβλέπεται στην παράγραφο (α), (β) ή/και (γ) του εδαφίου (1), οι αρμόδιες αρχές  μεριμνούν ώστε -

(α) Να εξασφαλίζεται στους αιτητές η προστασία της οικογενειακής τους ζωής∙

(β) οι αιτητές να έχουν τη δυνατότητα επικοινωνίας με συγγενείς, νομικούς συμβούλους ή συνηγόρους, εκπροσώπους της Υπάτης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες και άλλες σχετικές εθνικές, διεθνείς και μη κυβερνητικές οργανώσεις και φορείς∙

(γ) για σκοπούς παροχής συνδρομής στους αιτητές, να παρέχεται πρόσβαση στα μέλη της οικογένειας, στους συνηγόρους ή νομικούς συμβούλους, στους εκπροσώπους της Υπάτης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες και στις σχετικές μη κυβερνητικές οργανώσεις οι οποίες αναγνωρίζονται διά νόμου ή από τις αρχές της Δημοκρατίας· περιορισμοί στην πρόσβαση αυτή επιτρέπεται να επιβάλλονται μόνο για λόγους που σχετίζονται με την ασφάλεια του χώρου και των αιτητών.

(7) Σε περίπτωση παροχής στέγασης σε αιτητή, υπό τη μορφή που προβλέπεται στην  παράγραφο (α) ή/και (β)  του εδαφίου (1), οι αρμόδιες αρχές -

(α) Λαμβάνουν υπόψη  ιδιαίτερα ζητήματα σχετικά με το φύλο και την ηλικία, καθώς και την κατάσταση ευάλωτων προσώπων∙

(β) λαμβάνουν κατάλληλα μέτρα για την αποτροπή βιαιοπραγιών και της βίας που έχει σχέση με το φύλο, συμπεριλαμβανομένης και της σεξουαλικής κακοποίησης και παρενόχλησης στους χώρους  και στα κέντρα φιλοξενίας που αναφέρονται στην παράγραφο (α) και (β) του εδαφίου (1)∙

(γ) μεριμνούν ώστε οι ανήλικοι να έχουν πρόσβαση σε δραστηριότητες ελεύθερου χρόνου, συμπεριλαμβανομένων των παιχνιδιών και των ψυχαγωγικών δραστηριοτήτων που αρμόζουν στην ηλικία τους, εντός των χώρων και των κέντρων φιλοξενίας που αναφέρονται στις παραγράφους (α) και (β) του εδαφίου (1), καθώς και σε δραστηριότητες ανοικτού χώρου.

(8) Οι αρμόδιες αρχές διασφαλίζουν όσο το δυνατό περισσότερο ότι οι εξαρτώμενοι ενήλικοι αιτητές με ειδικές ανάγκες υποδοχής στεγάζονται μαζί με τους στενούς ενήλικες συγγενείς οι οποίοι ευρίσκονται ήδη στις ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές και οι οποίοι έχουν την ευθύνη τους σύμφωνα με το νόμο ή την πρακτική.

(9) Οι αρμόδιες αρχές διασφαλίζουν ότι η μεταφορά των αιτητών, από ένα χώρο στέγασης σε άλλο, πραγματοποιείται μόνο όταν είναι αναγκαία. Σε τέτοια περίπτωση, παρέχεται στους αιτητές η δυνατότητα να ενημερώνουν τους νομικούς τους συμβούλους ή συνηγόρους για τη μεταφορά και τη νέα τους διεύθυνση.

Αρμόδια αρχή για τα κέντρα φιλοξενίας

9ΙΕ.-(1) Με την επιφύλαξη της παραγράφου (γ) του εδαφίου (2Β) του άρθρου 10, η Υπηρεσία Ασύλου έχει αποκλειστική αρμοδιότητα για τη παραπομπή και τη λήξη της φιλοξενίας αιτητών σε κέντρο φιλοξενίας, την οποία αρμοδιότητα δύναται να εκχωρεί σε λειτουργό άλλης αρμόδιας αρχής υπό την προϋπόθεση ότι η εν λόγω αρχή συναινεί.

(2) Η Υπηρεσία Ασύλου είναι η αρμόδια αρχή για τη δημιουργία και λειτουργία κέντρων φιλοξενίας και δύναται-

(α) Να εκμισθώνει υπηρεσίες άλλων οργανισμών για τη διαχείριση της λειτουργίας των κέντρων φιλοξενίας σύμφωνα με τις διατάξεις του περί της Ρύθμισης των Διαδικασιών Σύναψης Δημοσίων Συμβάσεων και για Συναφή Θέματα Νόμου και των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων Κανονισμών, ή

(β) να εκχωρεί την αρμοδιότητα της, όπως αυτή προβλέπεται στην παράγραφο (α), στη Μονάδα Ευρωπαϊκών Ταμείων του Υπουργείου Εσωτερικών.

(3) Ανεξάρτητα από την εκμίσθωση ή την εκχώρηση υπηρεσιών δυνάμει του εδαφίου (2), η Υπηρεσία Ασύλου οφείλει να επιβλέπει την ομαλή λειτουργία των κέντρων φιλοξενίας και την ορθή εφαρμογή της παραγράφου (β) του εδαφίου (1) και του εδάφιου (2) των άρθρων 8, των άρθρων 9 μέχρι 9ΚΘ και των εδαφίων (1Β), (2), (2Α), (2Β), (2Γ), (2Δ) και (2Ε) του άρθρου 10 και για το σκοπό αυτό δύναται να εκδίδει συστάσεις και οδηγίες προς τους υπεύθυνους οργανισμούς για τη διαχείριση της λειτουργίας των κέντρων φιλοξενίας, ως προς την καλύτερη λειτουργία αυτών των κέντρων.

Γενικές αρχές που διέπουν τη λειτουργία κέντρου φιλοξενίας

9ΙΣΤ.-(1) Η λειτουργία κέντρου φιλοξενίας διέπεται από τις ακόλουθες αρχές:

(α) Την εξασφάλιση στους αιτητές επαρκούς βιοτικού επιπέδου, το οποίο να διασφαλίζει τη συντήρησή τους και να προστατεύει τη σωματική και ψυχική τους υγεία∙

(β) τη στέγαση ανύπανδρων γυναικών και ανδρών σε ξεχωριστά καταλύματα∙

(γ) την απαγόρευση παραπομπής ασυνόδευτων ανήλικων αιτητών∙

(δ) την προσωρινότητα της διαμονής των αιτητών μέχρι τη δημιουργία των απαραίτητων συνθηκών για τη διαμονή τους εκτός του κέντρου φιλοξενίας·

(ε) την ελεύθερη διακίνηση των αιτητών από και προς το κέντρο φιλοξενίας.

(2) Ανεξάρτητα από την παράγραφο (γ) του εδαφίου (1), ο Προϊστάμενος δύναται να παραπέμπει για φιλοξενία σε κέντρο φιλοξενίας ασυνόδευτο ανήλικο αιτητή ηλικίας δεκαέξι (16) ετών ή άνω, εφόσον –

(α) Διασφαλίζεται η διαμονή του σε ξεχωριστό κατάλυμα από αυτά των ενήλικων αιτητών∙ και

(β) διασφαλίζεται η εφαρμογή του άρθρου 9ΚΓ∙ και

(γ) οι Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας εξετάζουν τις συνθήκες υποδοχής στο κέντρο φιλοξενίας και εγκρίνουν τη φιλοξενία του ασυνόδευτου ανήλικου αιτητή∙ και

(δ) είναι προς το βέλτιστο συμφέρον του ασυνόδευτου ανήλικου αιτητή, όπως προβλέπεται στο εδάφιο (3) του άρθρου 9ΚΕ.

Κανόνες λειτουργίας κέντρων φιλοξενίας

9ΙΖ.-(1) Τα κέντρα φιλοξενίας διέπονται τους ακόλουθους κανόνες λειτουργίας:

(α) Η Υπηρεσία Ασύλου παραχωρεί στους αιτητές σε μηνιαία βάση επίδομα, το ύψος του οποίου καθορίζεται με διάταγμα του Υπουργικού Συμβουλίου, το οποίο δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, για την αντιμετώπιση άμεσων προσωπικών τους αναγκών:

Νοείται ότι, έως ότου τέτοιο διάταγμα εκδοθεί, ισχύει το διάταγμα που εκδόθηκε δυνάμει της υποπαραγράφου (β) της παραγράφου (1) του Κανονισμού 20 των περί Προσφύγων (Συνθήκες Υποδοχής Αιτητών) Κανονισμών του 2005 έως 2013, παρά την κατάργηση των εν λόγω Κανονισμών·

(β)  παραχωρούνται υλικά για πρόγευμα και δύο έτοιμα γεύματα την ημέρα, σύμφωνα με τις διατροφικές ιδιαιτερότητες των αιτητών·

(γ)  παρέχεται δωρεάν μεταφορά προς τα αστικά κέντρα το πρωί και από τα αστικά κέντρα προς τα κέντρα φιλοξενίας το απόγευμα, καθώς και οποιαδήποτε άλλη αναγκαία ή επείγουσα υπό τις περιστάσεις διακίνηση·

(δ)  παρέχεται ιατροφαρμακευτική περίθαλψη από νοσηλευτικό ίδρυμα, καθώς και από κάθε άλλη κρατική νοσηλευτική μονάδα, η οποία περίθαλψη καθίσταται αναγκαία υπό τις περιστάσεις·

(ε)  οι αιτητές οφείλουν να -

(i)διατηρούν τα δωμάτιά τους και τους κοινόχρηστους χώρους των κέντρων φιλοξενίας καθαρούς· και

(ii)μη φιλοξενούν πρόσωπα τα οποία δεν δικαιούνται να διαμένουν στο κέντρο φιλοξενίας· και

(iii)συμμορφώνονται με τους εσωτε-ρικούς κανονισμούς λειτουργίας του κέντρου φιλοξενίας που αφορούν την ομαλή λειτουργία και την τήρηση της τάξης σε αυτό.

(2) Οι αιτητές δικαιούνται να συμμετέχουν στη διαχείριση των υλικών μέσων και των άυλων παραμέτρων της ζωής στο κέντρο φιλοξενίας, μέσω συμβουλευτικής επιτροπής ή αντιπροσωπευτικού συμβουλευτικού οργάνου των διαμενόντων, το οποίο συνεργάζεται με τις αρμόδιες αρχές διαχείρισης του κέντρου φιλοξενίας.

Συνδρομή άλλων υπηρεσιών

9ΙΗ. Με στόχο τη συντομότερη απεξάρτηση των αιτητών από το κέντρο φιλοξενίας, η Υπηρεσία Ασύλου μεριμνά ώστε οι Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας, καθώς και άλλες κυβερνητικές υπηρεσίες και μη κυβερνητικές οργανώσεις, να παρέχουν στους αιτητές -

(α) Ενημέρωση και στήριξη αναφορικά με την εξεύρεση κατάλληλης στέγης και εργασίας, όπου αυτό είναι απαραίτητο·

(β) στήριξη αναφορικά με ψυχοκοινωνικά προβλήματα που αντιμετωπίζουν·

(γ) στήριξη για την οργάνωση της κοινωνικής τους ζωής, τη συμβουλευτική καθοδήγησή τους και τον προγραμματισμό των μελλοντικών τους ενεργειών.

Λήξη φιλοξενίας στο κέντρο φιλοξενίας

9ΙΘ.-(1) Η λήξη της φιλοξενίας σε κέντρο υποδοχής ή/και φιλοξενίας αποφασίζεται από τον Προϊστάμενο σε οποιαδήποτε από τις ακόλουθες περιπτώσεις:

(α) Με την οικειοθελή αποχώρηση του αιτητή, εφόσον έχει εξασφαλίσει άλλες κατάλληλες συνθήκες στέγασης με δικούς του πόρους·

(β) με τη πάροδο τουλάχιστον έξι (6) μηνών από την παραπομπή του αιτητή σε κέντρο φιλοξενίας, σε περίπτωση που το κέντρο φιλοξενίας είναι υπερπλήρες και είναι απαραίτητη η παραπομπή νέων αιτητών·

(γ) λόγω επανειλημμένων σοβαρών παραβάσεων από τον αιτητή των κανόνων λειτουργίας κέντρου φιλοξενίας, σε περίπτωση που δεν συμμορφώνεται με τις υποδείξεις του προσωπικού κέντρου φιλοξενίας·

(δ) λόγω ιδιαίτερα βίαιης συμπεριφοράς του αιτητή είτε προς το προσωπικό κέντρου φιλοξενίας είτε προς άλλους αιτητές:

Νοείται ότι, στις περιπτώσεις που προβλέπονται στις παραγράφους (β), (γ) και (δ), οι Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας παρέχουν στον αιτητή υλικές συνθήκες υποδοχής δυνάμει του άρθρου 9ΙΕ.

(2) Αιτητής, ο οποίος αποχωρεί από κέντρο φιλοξενίας, ενημερώνει γραπτώς την Υπηρεσία Ασύλου, αναφέροντας συγχρόνως και τη νέα διεύθυνσή του.

Προσωπικό των κέντρων φιλοξενίας

9Κ. Το προσωπικό των κέντρων φιλοξενίας διαθέτει κατάλληλη κατάρτιση αναφορικά με τις ανάγκες των αιτητών, τόσο των ανδρών όσο και των γυναικών, αλλά και των προσώπων που εμπίπτουν στις διατάξεις του άρθρου 9ΚΓ, και δεσμεύεται από την αρχή της εμπιστευτικότητας αναφορικά με οποιεσδήποτε πληροφορίες τις οποίες γνωρίζει ως εκ της άσκησης των καθηκόντων του σύμφωνα με το άρθρο 31Β.

Διαφοροποιημένες συνθήκες υποδοχής

9ΚΑ.-(1) Σε δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις, ο Προϊστάμενος με απόφασή του δύναται κατ’ εξαίρεση να καθιστά εφαρμοστέες υλικές συνθήκες υποδοχής οι οποίες είναι διαφορετικές από τις προβλεπόμενες στα εδάφια (1), (6), (8) και (9) του άρθρου 9ΙΔ, στις παραγράφους (α) και (β) του εδαφίου (7) του άρθρου 9ΙΔ, στις παραγράφους (β) και (γ) του εδαφίου (1) του άρθρου 9ΙΣΤ, στο εδάφιο (2) του άρθρου 9ΙΖ και στο άρθρο 9Κ, για εύλογη χρονική περίοδο η οποία είναι όσο το δυνατό συντομότερη, σε περίπτωση που -

(α) Απαιτείται εκτίμηση των ειδικών αναγκών του αιτητή, σύμφωνα με το άρθρο 9ΚΔ∙ ή

(β) έχουν εξαντληθεί προσωρινά οι συνήθεις διαθέσιμες δυνατότητες στέγασης.

(2) Οι διαφοροποιημένες συνθήκες υποδοχής καλύπτουν σε κάθε περίπτωση τις βασικές ανάγκες και, σε περίπτωση που αποφασίζονται διαφοροποιημένες συνθήκες υποδοχής για το λόγο που αναφέρεται-

(α) Στην παράγραφο (α) του εδαφίου (1), οι συνθήκες αυτές κοινοποιούνται γραπτώς στον επηρεαζόμενο αιτητή, εξηγώντας τους λόγους για τις διαφοροποιημένες αυτές συνθήκες υποδοχής, καθώς και το χρονικό διάστημα για το οποίο αυτές ισχύουν·

(β) στην παράγραφο (β) του εδαφίου (1), οι συνθήκες αυτές δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας με γνωστοποίηση του Προϊστάμενου, η οποία καθορίζει επίσης το χρονικό διάστημα για το οποίο αυτές ισχύουν.

Περιορισμός ή ανάκληση των υλικών συνθηκών υποδοχής

9ΚΒ.-(1) Με την επιφύλαξη του περί της Σύμβασης περί των Δικαιωμάτων του Παιδιού (Κυρωτικού) Νόμου, ο Προϊστάμενος δύναται με απόφασή του, η οποία των υλικών κοινοποιείται τόσο στον επηρεαζόμενο αιτητή όσο και στις αρμόδιες αρχές για την εκτέλεσή της -

(α) Να περιορίζει ή, σε εξαιρετικές και δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις, να ανακαλεί τις υλικές συνθήκες υποδοχής, όταν ο αιτητής -

(i) Δεν συμμορφώνεται είτε με την υποχρέωση ενημέρωσης για αλλαγή του τόπου διαμονής του βάσει του άρθρου 8 είτε με απόφαση ή άδεια που εκδίδεται δυνάμει του άρθρου 9Ε και τον δεσμεύει, ή

(ii) δεν προσέρχεται στην προσωπική συνέντευξη που καθορίζεται από την Υπηρεσία Ασύλου εντός δύο (2) εβδομάδων από την ημερομηνία της καθορισμένης συνέντευξης ή δεν ανταποκρίνεται σε απαίτηση της Υπηρεσίας Ασύλου για παροχή πληροφοριών στο πλαίσιο της διαδικασίας εξέτασης της αίτησης εντός δύο (2) εβδομάδων από την ημερομηνία που όφειλε να ανταποκριθεί στην απαίτηση για παροχή πληροφοριών, και δεν παραχωρεί ικανοποιητικές εξηγήσεις για τις ενέργειές του αυτές, ή

(iii) έχει υποβάλει μεταγενέστερη αίτηση δυνάμει του άρθρου 16Δ:

Νοείται ότι, στις περιπτώσεις που προβλέπονται στις υποπαραγράφους (i) και (ii), όταν ο αιτητής εντοπισθεί ή προσέλθει αυτοβούλως στην Υπηρεσία Ασύλου, ο Προϊστάμενος λαμβάνει δεόντως  αιτιολογημένη απόφαση, βασιζόμενη στους λόγους που οδήγησαν στην εξαφάνιση του αιτητή, σχετικά με την ανανέωση της παροχής μερικών ή όλων των υλικών συνθηκών υποδοχής που είχαν περιοριστεί ή ανακληθεί·

(β) να περιορίζει ή να ανακαλεί τις υλικές συνθήκες υποδοχής, όταν ο αιτητής έχει αποκρύψει τους οικονομικούς του πόρους και έχει, κατά συνέπεια, επωφεληθεί με αθέμιτο τρόπο από τις υλικές συνθήκες υποδοχής·

(γ) να περιορίζει τις υλικές συνθήκες υποδοχής, όταν ο αιτητής, χωρίς δικαιολογημένη αιτία, δεν έχει καταθέσει αίτηση το συντομότερο ευλόγως δυνατό μετά την άφιξη στις ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές:

Νοείται ότι, για τον προσδιορισμό του προαναφερόμενου συντομότερου ευλόγως δυνατού χρονικού διαστήματος, αναφορικά με αιτητή που διαμένει ήδη στις ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές υπό άλλο νομικό καθεστώς, η Υπηρεσία Ασύλου λαμβάνει υπόψη το χρόνο κατά τον οποίο ο αιτητής ισχυρίζεται ότι γεννήθηκε ο βάσιμος φόβος δίωξης.

(2) Οποιαδήποτε απόφαση του Προϊσταμένου για περιορισμό ή ανάκληση των υλικών συνθηκών υποδοχής δυνάμει του εδαφίου (1) του παρόντος άρθρου ή για λήξη της φιλοξενίας αιτητή σε κέντρο φιλοξενίας δυνάμει των παραγράφων (γ) και (δ) του εδαφίου (1) του άρθρου 9ΙΘ λαμβάνεται σε ατομική, αντικειμενική και αμερόληπτη βάση, αιτιολογείται δεόντως και κοινοποιείται στον επηρεαζόμενο αιτητή. Τέτοια απόφαση βασίζεται στην ειδική κατάσταση του επηρεαζόμενου προσώπου, ιδίως όσον αφορά πρόσωπο που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 9ΚΓ, λαμβανομένης υπόψη της αρχής της αναλογικότητας. Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του παρόντος άρθρου και των παραγράφων (γ) και (δ) του εδαφίου (1) του άρθρου 9ΙΘ, υπό οποιεσδήποτε συνθήκες διασφαλίζεται αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης για όλους τους αιτητές και πρόσβαση αυτών σε περίθαλψη και συνδρομή σύμφωνα με το άρθρο 9ΙΓ.

(3) Ο Προϊστάμενος με δεόντως αιτιολογημένη απόφασή του, την οποία κοινοποιεί στις αρμόδιες αρχές προς εκτέλεση και λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαίτερες συνθήκες της κάθε περίπτωσης, δύναται να ανανεώνει την παροχή μερικών ή όλων των υλικών συνθηκών υποδοχής δυνάμει του παρόντος Νόμου.

(4) Οι υλικές συνθήκες υποδοχής δεν ανακαλούνται ή περιορίζονται χωρίς τη λήψη απόφασης η οποία να  πληροί τις απαιτήσεις του εδαφίου (2).

Πρόσωπα που χρήζουν ειδικής μεταχείρισης

9ΚΓ. Κατά την εφαρμογή των διατάξεων της παραγράφου (β) του εδαφίου (1) και του εδάφιου (2) του άρθρου 8, των άρθρων 9Α μέχρι 9ΚΘ και των εδαφίων (1Β), (2), (2Α), (2Β), (2Γ), (2Δ) και (2Ε) του άρθρου 10, οι αρμόδιες αρχές λαμβάνουν υπόψη τους την ειδική κατάσταση των ευάλωτων προσώπων, όπως οι ανήλικοι, οι ασυνόδευτοι ανήλικοι, τα πρόσωπα με ειδικές ανάγκες, οι ηλικιωμένοι, οι εγκυμονούσες, οι μονογονεϊκές οικογένειες με ανήλικα παιδιά, τα θύματα εμπορίας προσώπων, τα πρόσωπα με σοβαρές ασθένειες, τα πρόσωπα με πνευματικές διαταραχές και τα άτομα που έχουν υποστεί βασανιστήρια, βιασμό ή άλλες σοβαρές μορφές ψυχολογικής, φυσικής ή σεξουαλικής βίας, όπως γυναίκες θύματα ακρωτηριασμού των γεννητικών οργάνων.

Αξιολόγηση των ειδικών αναγκών υποδοχής και διαδικαστικών αναγκών των ευάλωτων προσώπων

9ΚΔ.-(1) Για την αποτελεσματική εφαρμογή του άρθρου 9ΚΓ, απαιτείται ατομική εκτίμηση  για να  διαπιστωθεί κατά πόσο συγκεκριμένο πρόσωπο είναι αιτητής με ειδικές ανάγκες υποδοχής και, εάν είναι, για να προσδιοριστούν αυτές οι ειδικές ανάγκες υποδοχής.  Κατά τη διενέργεια της προαναφερόμενης εκτίμησης, απαιτείται ατομική συνεκτίμηση για να διαπιστωθεί κατά πόσο το ίδιο πρόσωπο είναι αιτητής που χρήζει ειδικών διαδικαστικών εγγυήσεων και, εάν είναι, για να προσδιοριστούν οι διαδικαστικές του ανάγκες και να τύχει της αναγκαίας υποστήριξης και των ειδικών διαδικαστικών εγγυήσεων.  Οι εν λόγω εκτιμήσεις διενεργούνται χωρίς επηρεασμό της εκτίμησης των αναγκών διεθνούς προστασίας σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου.

(2) Οι ατομικές εκτιμήσεις που αναφέρονται στο εδάφιο (1) διενεργούνται εντός εύλογου χρονικού διαστήματος κατά τα αρχικά στάδια υποβολής της αίτησης, χωρίς η εμβέλεια αυτής της εκτίμησης να περιορίζεται κατ’ ανάγκην στα αναφερόμενα στο ειδικό έντυπο που προβλέπεται στην παράγραφο (α) του εδαφίου (3).

(3) Για την αποτελεσματική εφαρμογή του παρόντος άρθρου -

(α) Ο υπεύθυνος στο χώρο υποβολής της αίτησης συμπληρώνει ειδικό έντυπο, ο τύπος του οποίου αποφασίζεται από τον Προϊστάμενο, στο οποίο αναφέρει τυχόν ειδικές ανάγκες υποδοχής ή/και διαδικαστικές ανάγκες του αιτητή καθώς και τη φύση των αναγκών αυτών, όπου αυτό είναι εφικτό∙

(β) στο πλαίσιο των αρχικών ιατρικών εξετάσεων στις οποίες υποβάλλεται ο αιτητής δυνάμει του άρθρου 9Ζ, ο εξετάζων ιατρός, ψυχολόγος ή άλλος ειδικός ετοιμάζει έκθεση για την ύπαρξη τυχόν ειδικών αναγκών υποδοχής ή/ και διαδικαστικών αναγκών του αιτητή καθώς και τη φύση των αναγκών αυτών∙

(γ) σε περίπτωση που ο αιτητής φιλοξενείται σε κέντρο φιλοξενίας, οι κοινωνικοί λειτουργοί και ψυχολόγοι που εργάζονται σε αυτό διαπιστώνουν, μετά από διεξαγωγή προσωπικών συνεντεύξεων με τον κάθε διαμένοντα, εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος από την εισδοχή του αιτητή στο κέντρο φιλοξενίας, κατά πόσο οι διαμένοντες στο κέντρο φιλοξενίας αντιμετωπίζουν οποιεσδήποτε ειδικές ανάγκες υποδοχής ή/και διαδικαστικές ανάγκες και ετοιμάζουν σχετική έκθεση στην οποία αναφέρουν και τη φύση τέτοιων ενδεχόμενων αναγκών∙

(δ) οι λειτουργοί των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας, σε περίπτωση που ο αιτητής παρουσιαστεί ενώπιόν τους,  εντοπίζουν όπου είναι δυνατό τυχόν ειδικές ανάγκες υποδοχής ή/και διαδικαστικές ανάγκες του αιτητή και ενημερώνουν γραπτώς την Υπηρεσία Ασύλου για την ύπαρξη καθώς και τη φύση τέτοιων ενδεχόμενων αναγκών∙

(ε) σε περίπτωση που οποιαδήποτε αρμόδια αρχή της Δημοκρατίας, κατά την εκπλήρωση των αρμοδιοτήτων της δυνάμει του παρόντος Νόμου, διαπιστώσει την ύπαρξη τυχόν ειδικών αναγκών υποδοχής ή/ και διαδικαστικών αναγκών του αιτητή, υποχρεούται να ενημερώσει άμεσα την Υπηρεσία Ασύλου.

(4)(α) Τα έντυπα και οι εκθέσεις που αναφέρονται στο εδάφιο (3)  κοινοποιούνται άμεσα στην Υπηρεσία Ασύλου σε σφραγισμένο φάκελο.

(β) Η Υπηρεσία Ασύλου-

(i) Αποφασίζει, εντός εύλογου χρονικού διαστήματος, για την ανάγκη παροχής ειδικών αναγκών υποδοχής ή/ και διαδικαστικών αναγκών, αναφέροντας στην εν λόγω απόφαση τη φύση τέτοιων ενδεχόμενων αναγκών, αφού λάβει υπόψη της τις πληροφορίες και τα στοιχεία που περιέχονται  στα έντυπα και στις εκθέσεις που αναφέρονται στο εδάφιο (3), και

(ii) παραπέμπει τον αιτητή με ειδικές ανάγκες υποδοχής ή/και διαδικαστικές ανάγκες στις αρμόδιες αρχές για σκοπούς εφαρμογής του εδαφίου (6).

(γ) Η Υπηρεσία Ασύλου αν το κρίνει αναγκαίο, διεξάγει προσωπική συνέντευξη με τον αιτητή αναφορικά με τις ειδικές ανάγκες υποδοχής του ή/και διαδικαστικές ανάγκες του ή/και ζητεί συμβουλές από εμπειρογνώμονες επί ειδικών ζητημάτων.

(5) Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται και σε περίπτωση που οι ειδικές ανάγκες υποδοχής ή/και διαδικαστικές ανάγκες εμφανιστούν σε μεταγενέστερο στάδιο της διαδικασίας διεθνούς προστασίας. Σε περίπτωση που αρμόδια αρχή της Δημοκρατίας, κατά την εκπλήρωση των αρμοδιοτήτων της δυνάμει του παρόντος Νόμου, διαπιστώσει σε μεταγενέστερο στάδιο της διαδικασίας διεθνούς προστασίας την ύπαρξη ειδικών αναγκών του αιτητή, υποχρεούται να ενημερώσει άμεσα την Υπηρεσία Ασύλου, η οποία και αποφασίζει για την ανάγκη παροχής ειδικών αναγκών υποδοχής ή/και διαδικαστικών αναγκών σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου (4).

(6) Σε αιτητή που διαπιστώνεται ότι είναι αιτητής με  ειδικές ανάγκες υποδοχής ή/και διαδικαστικές ανάγκες σύμφωνα με το παρόν άρθρο, οι αρμόδιες αρχές -

(α) Παρέχουν υποστήριξη, η οποία λαμβάνει υπόψη τις ειδικές ανάγκες υποδοχής ή/και διαδικαστικές ανάγκες του αιτητή καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας διεθνούς προστασίας∙ και

(β) μεριμνούν για την κατάλληλη παρακολούθηση της κατάστασής του.

(7) Μόνο ευάλωτα πρόσωπα σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 9ΚΓ θεωρούνται ότι έχουν ειδικές ανάγκες υποδοχής και επωφελούνται της ειδικής στήριξης που παρέχεται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου.

Ανήλικοι

9ΚΕ.-(1) Οι Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας έχουν αρμοδιότητα και ευθύνη αναφορικά με ανήλικους αιτητές.

(2) Το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού αποτελεί πρωταρχικό μέλημα των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας κατά την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος Νόμου σχετικά με τους ανηλίκους. Οι Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας εξασφαλίζουν στον ανήλικο επίπεδο διαβίωσης κατάλληλο για τη σωματική, διανοητική, ηθική και κοινωνική ανάπτυξή του.

(3) Κατά την εκτίμηση του βέλτιστου συμφέροντος του παιδιού, οι αρμόδιες αρχές λαμβάνουν δεόντως υπόψη ιδίως τους ακόλουθους παράγοντες:

(α) Τις δυνατότητες επανένωσης της οικογένειας∙

(β) την ποιότητα ζωής και την κοινωνική ανάπτυξη του ανηλίκου, λαμβάνοντας ιδιαίτερα υπόψη το υπόβαθρο του ανηλίκου∙

(γ) ζητήματα ασφάλειας και προστασίας, ιδίως εάν υπάρχει κίνδυνος να καταστεί ο ανήλικος θύμα εμπορίας προσώπων∙

(δ) τις απόψεις του ανηλίκου, ανάλογα με την ηλικία και την ωριμότητά του.

(4) Οι Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας διασφαλίζουν την πρόσβαση σε υπηρεσίες αποκατάστασης σε ανηλίκους που είναι θύματα κάθε μορφής κατάχρησης, αμέλειας, εκμετάλλευσης, βασανιστηρίων ή σκληρής, απάνθρωπης ή ταπεινωτικής μεταχείρισης ή που έχουν υποφέρει από ένοπλες συγκρούσεις, και την παροχή σε αυτούς κατάλληλης ψυχολογικής φροντίδας, καθώς και εξειδικευμένη θεραπεία, εφόσον αυτό απαιτείται.

(5) Οι αρμόδιες αρχές διασφαλίζουν ότι τα ανήλικα τέκνα των αιτητών ή οι ανήλικοι αιτητές διαμένουν με τους γονείς τους, τα ανήλικα άγαμα αδέλφια τους ή με τον ενήλικο που έχει την ευθύνη τους βάσει νόμου ή πρακτικής, εφόσον αυτό είναι προς το βέλτιστο συμφέρον των εν λόγω ανηλίκων.

Θύματα βασανιστηρίων και βίας

9ΚΣΤ.-(1) Ο Διευθυντής των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας διασφαλίζει ότι τα πρόσωπα που έχουν υποστεί βασανιστήρια, βιασμό ή άλλες πράξεις βίας λαμβάνουν την αναγκαία περίθαλψη για τη ζημιά που προκλήθηκε από τέτοια πράξη και ιδίως πρόσβαση σε κατάλληλη ιατρική και ψυχολογική θεραπεία ή περίθαλψη.

(2) Οι απασχολούμενοι με θύματα βασανιστηρίων, βιασμού ή άλλων σοβαρών πράξεων βίας διαθέτουν και συνεχίζουν να λαμβάνουν κατάλληλη κατάρτιση σχετικά με τις ανάγκες των ανήλικων και δεσμεύονται από την αρχή της εμπιστευτικότητας σύμφωνα με το άρθρο 31Β, αναφορικά με τις πληροφορίες τις οποίες γνωρίζουν ως εκ της άσκησης της εργασίας τους.

Δυσμενείς αποφάσεις

9ΚΖ. Οποιαδήποτε δυσμενής απόφαση αρμόδιας αρχής, η οποία συνιστά ατομική διοικητική πράξη και αφορά την παροχή, απόσυρση ή τον περιορισμό πλεονεκτημάτων κατ' εφαρμογή οποιασδήποτε διάταξης εκ της παραγράφου (β) του εδαφίου (1) και του εδάφιου (2) του άρθρου 8, των άρθρων 9 μέχρι 9ΚΣΤ και των εδαφίων (1Β), (2), (2Α), (2Β), (2Γ), (2Δ) και (2Ε) του άρθρου 10, λαμβάνεται σε αντικειμενική και αμερόληπτη βάση και είναι δεόντως αιτιολογημένη.

Σύστημα προσανατολισμού, παρακολούθησης και ελέγχου του συστήματος υποδοχής

9ΚΗ. Ο Υπουργός παρακολουθεί και συντονίζει την ορθή εφαρμογή της παραγράφου (β) του εδαφίου (1) και του εδάφιου (2) του άρθρου 8, των άρθρων 9 μέχρι 9ΚΘ και των εδαφίων (1Β), (2), (2Α), (2Β), (2Γ), (2Δ) και (2Ε) του άρθρου 10, και για το σκοπό αυτό δύναται να εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές προς όλες τις αρμόδιες αρχές για την καλύτερη εφαρμογή των εν λόγω άρθρων.

Υποχρεώσεις έναντι της Ευρωπαϊκής Ένωσης

9ΚΘ. Ο Προϊστάμενος, ως αρμόδια αρχή της Δημοκρατίας, εκπληρώνει τις υποχρεώσεις τις οποίες επιβάλλουν στη Δημοκρατία, ως κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τα ακόλουθα Άρθρα της Οδηγίας 2013/33/ΕΕ:

(α) Άρθρο 27·

(β) Άρθρο 28, παράγραφος 2·

(γ) Άρθρο 29, παράγραφος 1∙

(δ) Άρθρο 30, δεύτερο εδάφιο.

Ασυνόδευτοι ανήλικοι αιτητές

10. (1) Σε περίπτωση που ο αιτητής είναι ασυνόδευτος ανήλικος, οι αρχές ενώπιον των οποίων υποβάλλεται η αίτηση ή/και ο αρμόδιος λειτουργός γνωστοποιούν αμέσως την περίπτωση στον Προϊστάμενο που γνωστοποιεί αμέσως την περίπτωση στο Διευθυντή του Τμήματος  Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας, ο οποίος ενεργεί ως κηδεμόνας του εν λόγω ανηλίκου και λαμβάνει όλα τα αναγκαία μέτρα, δυνάμει του παρόντος Νόμου και των εκδιδόμενων δυνάμει αυτού Κανονισμών, για λογαριασμό και προς το συμφέρον του ανηλίκου.

(1Α) Το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού αποτελεί πρωταρχικό   μέλημα κατά την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος Νόμου οι οποίες αφορούν τη διεθνή προστασία και τους ανηλίκους.

(1Β) Ο Διευθυντής των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας ενεργεί το  συντομότερο δυνατό, αυτοπροσώπως ή μέσω λειτουργού των εν λόγω  Υπηρεσιών, ως εκπρόσωπος και συνδρομητής του ασυνόδευτου ανηλίκου  στις διαδικασίες που προβλέπονται στον παρόντα Νόμο, ώστε να διασφαλίζει  το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού, και, οσάκις είναι αναγκαίο, να ασκεί νομική  ικανότητα για λογαριασμό του ασυνόδευτου ανηλίκου ή να διασφαλίζει την Παράρτημα  εκπροσώπηση του ασυνόδευτου ανηλίκου σε δικαστική διαδικασία σύμφωνα με τον περί Επιτρόπου Προστασίας Δικαιωμάτων του Παιδιού (Διορισμός Επιτρόπου από το Δικαστήριο ως Αντιπρόσωπος Παιδιού) Διαδικαστικό Κανονισμό του 2014.

(1Γ) Η Υπηρεσία Ασύλου μεριμνά ώστε να παρέχεται η ευκαιρία στον εκπρόσωπο να ενημερώνει τον ασυνόδευτο ανήλικο σχετικά με το νόημα και τις πιθανές συνέπειες της προσωπικής συνέντευξης και, εφόσον ενδείκνυται, σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο ο ασυνόδευτος ανήλικος πρέπει να προετοιμαστεί για την προσωπική συνέντευξη.

(1Δ) Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου (1) του άρθρου 18, η Υπηρεσία Ασύλου επιτρέπει στον εκπρόσωπο ή/και νομικό σύμβουλο να παρίσταται στην προσωπική συνέντευξη του ασυνόδευτου ανήλικου και να υποβάλλει ερωτήσεις ή παρατηρήσεις, εντός του πλαισίου που ορίζει ο αρμόδιος λειτουργός που διεξάγει τη συνέντευξη.

(1Ε) Η Υπηρεσία Ασύλου δύναται να απαιτήσει την παρουσία του ασυνόδευτου ανήλικου στην προσωπική συνέντευξη ακόμη και αν ο εκπρόσωπός του είναι παρών.

(1ΣΤ) Η Υπηρεσία Ασύλου μεριμνά ώστε -

(α) η συνέντευξη του ασυνόδευτου ανήλικου να διεξάγεται από αρμόδιο λειτουργό που έχει τις απαραίτητες γνώσεις για τις ειδικές ανάγκες των ανηλίκων∙ και

(β) τέτοιος αρμόδιος λειτουργός να προπαρασκευάζει την απόφαση επί της αίτησης.

(1ΣΤδις) Στον ασυνόδευτο ανήλικο και στον εκπρόσωπό του παρέχονται δωρεάν οι νομικές και διαδικαστικές πληροφορίες που αναφέρονται στο εδάφιο (7Γ) του άρθρου 18, καθώς και οι πληροφορίες για τις διαδικασίες ανάκλησης και εκπνοής της διεθνούς προστασίας που προβλέπονται στα άρθρα 6, 6Α, 6Β και 19, αντίστοιχα.

(1Ζ)(α) Η Υπηρεσία Ασύλου δύναται να χρησιμοποιεί ιατρικές εξετάσεις για τον προσδιορισμό της ηλικίας ασυνόδευτου ανήλικου, στο πλαίσιο της εξέτασης της αίτησής του, όταν, μετά τις γενικές δηλώσεις ή άλλες συναφείς ενδείξεις, υπάρχουν αμφιβολίες σχετικά με την ηλικία του αιτητή.  Σε περίπτωση που, μετά την διεξαγωγή της ιατρικής εξέτασης, εξακολουθούν να υπάρχουν αμφιβολίες για την ηλικία του αιτητή, τότε ο αιτητής θεωρείται ότι είναι ανήλικος.

(β) Οποιαδήποτε ιατρική εξέταση πραγματοποιείται με πλήρη σεβασμό της αξιοπρέπειας του ασυνόδευτου ανήλικου, διενεργείται με την επιλογή των λιγότερο παρεμβατικών εξετάσεων και διενεργείται από κατάλληλα εκπαιδευμένους επαγγελματίες του τομέα της υγείας, ώστε να επιτυγχάνεται όσο το δυνατόν πιο αξιόπιστο αποτέλεσμα.

(1Η) Σε περίπτωση χρήσης ιατρικών εξετάσεων σύμφωνα με το εδάφιο (1Ζ), η Υπηρεσία Ασύλου μεριμνά ώστε-

(α) ο ασυνόδευτος ανήλικος να ενημερώνεται, πριν από την εξέταση της αίτησής του και σε γλώσσα την οποία κατανοεί ή εύλογα θεωρείται ότι κατανοεί, σχετικά με το ενδεχόμενο προσδιορισμού της ηλικίας με ιατρικές εξετάσεις∙ η ενημέρωση περιλαμβάνει πληροφορίες σχετικά με τη μέθοδο εξετάσεων, τον ενδεχόμενο αντίκτυπο των αποτελεσμάτων των ιατρικών εξετάσεων στην εξέταση της αίτησης και τον αντίκτυπο της τυχόν άρνησης του ασυνόδευτου ανήλικου να υποβληθεί σε ιατρικές εξετάσεις∙

(β) ο ασυνόδευτος ανήλικος ή/και ο εκπρόσωπός του να συναινούν στη διενέργεια εξέτασης για τον προσδιορισμό της ηλικίας του ασυνόδευτου ανήλικου∙ και

(γ )η απόφαση απόρριψης αίτησης ασυνόδευτου ανήλικου, ο οποίος αρνήθηκε να υποβληθεί σε τέτοιες ιατρικές εξετάσεις, να μη βασίζεται μόνο στην άρνηση αυτή.

(1Θ) Η άρνηση ασυνόδευτου ανήλικου να υποβληθεί σε ιατρικές εξετάσεις, για τον προσδιορισμό της ηλικίας του, δεν εμποδίζει τον Προϊστάμενο να λάβει απόφαση επί της αίτησης του ασυνόδευτου ανήλικου.

(2) Ο Διευθυντής των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας ενεργεί το συντομότερο δυνατό, αυτοπροσώπως ή μέσω λειτουργού των εν λόγω Υπηρεσιών, ως εκπρόσωπος και συνδρομητής του ασυνόδευτου ανηλίκου, προκειμένου ο τελευταίος να επωφεληθεί των δικαιωμάτων και να συμμορφώνεται με τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στον παρόντα Νόμο. Ο εν λόγω Διευθυντής ενημερώνει αμέσως τον ασυνόδευτο ανήλικο για το συγκεκριμένο πρόσωπο που ορίζεται να ενεργεί ως εκπρόσωπος του ασυνόδευτου ανηλίκου. Ο εκπρόσωπος ασκεί τα καθήκοντά του σύμφωνα με την αρχή του βέλτιστου συμφέροντος του παιδιού, όπως προβλέπεται στο εδάφιο (3) του άρθρου 9ΚΕ, και διαθέτει την αναγκαία εμπειρογνωσία για το σκοπό αυτό. Για να διασφαλιστεί η ευημερία και η κοινωνική ανάπτυξη του ανηλίκου που αναφέρεται στην παράγραφο (β) του εδάφιου (3) του άρθρου 9ΚΕ, η αλλαγή του προσώπου που ενεργεί ως εκπρόσωπος πραγματοποιείται μόνο όταν είναι αναγκαίο. Ο εν λόγω Διευθυντής δεν ορίζει ως εκπρόσωπο ασυνόδευτου ανηλίκου πρόσωπο του οποίου τα συμφέροντα συγκρούονται ή θα μπορούσαν ενδεχομένως να συγκρούονται με εκείνα του ασυνόδευτου ανηλίκου.

(2Α) Ο Προϊστάμενος διενεργεί τακτικά αξιολόγηση, συμπεριλαμβανομένης και της αξιολόγησης για τη διαθεσιμότητα των αναγκαίων μέσων για την εκπροσώπηση του ασυνόδευτου ανηλίκου.  Ο Υπουργός Εργασίας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων λαμβάνει υπόψη την εν λόγω αξιολόγηση, δίνοντας τυχόν σχετικές οδηγίες στο Διευθυντή των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας και λαμβάνοντας κάθε άλλο αναγκαίο μέτρο για την αποτελεσματική εκπροσώπηση των ασυνόδευτων ανήλικων.

(2B) Ο Διευθυντής των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας διασφαλίζει ότι ασυνόδευτοι ανήλικοι αιτητές, από την ημερομηνία υποβολής της αίτησής τους έως τη στιγμή που υποχρεούνται να εγκαταλείψουν τις ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές, φιλοξενούνται-

(α) Μαζί με ενήλικους συγγενείς· ή

(β) από ανάδοχο οικογένεια· ή

(γ) σε κέντρα φιλοξενίας με ειδικές ρυθμίσεις για ανηλίκους, τα οποία δεν φιλοξενούν ενήλικες και τα οποία λειτουργούν υπό την αρμοδιότητα και εποπτεία του εν λόγω Διευθυντή· ή

(δ) σε κέντρα φιλοξενίας για ενήλικους αιτητές, εφόσον οι ασυνόδευτοι είναι δεκαέξι (16) ετών ή άνω και ο Προϊστάμενος συμφωνεί προς τούτο ενεργώντας σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου (2) του άρθρου 9ΙΣΤ∙ ή

(ε) σε άλλου είδους καταλύματα κατάλληλα για ανηλίκους.

(2Γ) Ο Διευθυντής των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας διασφαλίζει ότι -

(α) στο μέτρο του δυνατού, τα αδέλφια παραμένουν μαζί, λαμβανομένου υπόψη του βέλτιστου συμφέροντος του εκάστοτε ανηλίκου και ιδίως της ηλικίας και του βαθμού ωριμότητάς του· και

(β) οι μεταβολές κατοικίας των ασυνόδευτων ανηλίκων περιορίζονται στο ελάχιστο.

(2Δ) Ο Διευθυντής των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας, αρχίζει να αναζητεί, το συντομότερο δυνατό μετά την υποβολή της αίτησης, τα μέλη της οικογένειας του ασυνόδευτου ανηλίκου, εν ανάγκη με τη βοήθεια διεθνών ή άλλων σχετικών οργανώσεων, προστατεύοντας παράλληλα το βέλτιστο συμφέρον του ασυνόδευτου ανηλίκου. Σε περίπτωση που υπάρχει κίνδυνος να απειληθεί η ζωή ή η ακεραιότητα του ασυνόδευτου ανηλίκου ή των στενών συγγενών του, ιδίως αν αυτοί διαμένουν στη χώρα καταγωγής, ο Διευθυντής των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας διασφαλίζει ότι η συλλογή, η επεξεργασία και η διαβίβαση των πληροφοριών που αφορούν τα εν λόγω πρόσωπα γίνεται εμπιστευτικά, ώστε να μη διακυβεύεται η ασφάλειά τους.

(2Ε) Οι απασχολούμενοι με ασυνόδευτους ανηλίκους διαθέτουν και συνεχίζουν να λαμβάνουν κατάλληλη κατάρτιση σχετικά με τις ανάγκες των ανηλίκων και δεσμεύονται από την αρχή της εμπιστευτικότητας σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 31Β, αναφορικά με τις πληροφορίες τις οποίες γνωρίζουν ως εκ της άσκησης της εργασίας τους.

(2ΣΤ) Όταν, κατά τη διάρκεια της διαδικασίας διεθνούς προστασίας, προσδιοριστεί ένα πρόσωπο ως ασυνόδευτος ανήλικος, η Υπηρεσία Ασύλου δύναται-

(α) Να εξετάσει την αίτηση κατά την ταχύρρυθμη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 12Δ μόνο εφόσον-

(i) O αιτητής προέρχεται από χώρα η οποία πληροί τα κριτήρια για το χαρακτηρισμό της ως ασφαλούς χώρας καταγωγής, κατά την έννοια του παρόντος Νόμου, ή

(ii) ο αιτητής έχει υποβάλει μεταγενέστερη αίτηση η οποία δεν είναι απαράδεκτη κατά την παράγραφο (δ) του εδαφίου (3) του άρθρου 16Δ, ή

(iii) ο αιτητής μπορεί, εξαιτίας σοβαρών λόγων, να θεωρείται επικίνδυνος για την εθνική ασφάλεια ή τη δημόσια τάξη της Δημοκρατίας, ή έχει απελαθεί διά της βίας εξαιτίας σοβαρών λόγων εθνικής ασφάλειας ή δημόσιας τάξης, σύμφωνα με το κυπριακό δίκαιο∙

(β) να θεωρήσει την αίτηση απαράδεκτη, σύμφωνα με την παράγραφο (γ) του εδαφίου (2) του άρθρου 12Βτετράκις, εάν μια χώρα άλλη από κράτος μέλος θεωρείται ασφαλής τρίτη χώρα για τον αιτητή σύμφωνα με το άρθρο 12Β, εφόσον αυτό εξυπηρετεί το βέλτιστο συμφέρον του ανηλίκου.

Αιτητές που χρήζουν ειδικών διαδικαστικών εγγυήσεως

10Α.-(1) Η Υπηρεσία Ασύλου, εντός εύλογου χρονικού διαστήματος μετά την υποβολή της αίτησης, διαπιστώνει αν ο αιτητής είναι αιτητής που χρήζει ειδικών διαδικαστικών εγγυήσεων, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 9ΚΔ.

(2) Σε περίπτωση που η Υπηρεσία Ασύλου διαπιστώσει ότι αιτητής είναι αιτητής που χρήζει ειδικών διαδικαστικών εγγυήσεων, του παρέχεται επαρκής υποστήριξη σύμφωνα με το εδάφιο (6) του άρθρου 9ΚΔ, περιλαμβανομένου επαρκούς χρόνου, ώστε ο αιτητής να μπορεί να απολαύει των δικαιωμάτων και να συμμορφώνεται με τις υποχρεώσεις του παρόντος Νόμου καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας διεθνούς προστασίας και για να καταστεί δυνατό να προβάλει τα στοιχεία που απαιτούνται για την τεκμηρίωση της αίτησης.

(3)(α) Όταν η κατάλληλη υποστήριξη δεν μπορεί να παρέχεται εντός του πλαισίου των διαδικασιών του εδαφίου (4) του άρθρου 12Δ, ιδίως όταν διαπιστωθεί ότι ο αιτητής είναι αιτητής που χρήζει ειδικών διαδικαστικών εγγυήσεων συνεπεία βασανισμού, βιασμού ή άλλων σοβαρών μορφών ψυχολογικής, σωματικής ή σεξουαλικής βίας, ο Προϊστάμενος αποφασίζει τη μη εφαρμογή ή την παύση της εφαρμογής του εδαφίου (4) του άρθρου 12Δ αναφορικά με τον εν λόγω αιτητή.

(β) Εάν ο Προϊστάμενος αποφασίσει, σύμφωνα με την παράγραφο (α) του παρόντος εδαφίου, τη μη εφαρμογή ή την παύση της εφαρμογής του εδαφίου (4)του άρθρου 12Δ αναφορικά με συγκεκριμένο αιτητή, και ο εν λόγω αιτητής -

(i) Προτίθεται να καταχωρίσει αίτηση στο Διοικητικό Δικαστήριο κατά τα προβλεπόμενα στο εδάφιο (1Α) του άρθρου 8, ο Προϊστάμενος μεριμνά ώστε ο αιτητής να έχει την απαραίτητη συνδρομή διερμηνέα και νομική συνδρομή και προθεσμία τουλάχιστον μιας (1) εβδομάδας, ώστε ο αιτητής να προετοιμάσει την αίτησή του προς το Διοικητικό Δικαστήριο και να υποβάλει στο Διοικητικό Δικαστήριο τα επιχειρήματα υπέρ της αναγνώρισης του δικαιώματος παραμονής του στο έδαφος της Δημοκρατίας, εν αναμονή της πρωτοβάθμιας εκδίκασης της προσφυγής∙

(ii) καταχωρίζει αίτηση στο Διοικητικό Δικαστήριο κατά τα προβλεπόμενα στο εδάφιο (1Α) του άρθρου 8, στο πλαίσιο εξέτασης της ενώπιόν του αίτησης, το Διοικητικό Δικαστήριο εξετάζει τα πραγματικά και νομικά ζητήματα της σχετικής με τον αιτητή απόφασης του Προϊσταμένου η οποία αναφέρεται στο εδάφιο (1Α) του άρθρου 8.

(4) Το παρόν άρθρο εφαρμόζεται και σε περίπτωση που η ανάγκη για ειδικές διαδικαστικές εγγυήσεις ανακύψει σε μεταγενέστερο στάδιο της διαδικασίας διεθνούς προστασίας, χωρίς να απαιτείται η εκ νέου επανάληψη των προηγειθεισών σταδίων αυτής της διαδικασίας.  Σε κάθε περίπτωση, η προσπάθεια για προσδιορισμό των αιτητών που χρήζουν ειδικών διαδικαστικών εγγυήσεων, λαμβάνει χώρα πριν από τη λήψη απόφασης του Προϊσταμένου επί της αίτησης.