ΜΕΡΟΣ Ι ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑΙ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Συνοπτικός τίτλος

1. Οι περί Κέντρων Αναψυχής Νόμοι του 1985, 1991 και 1999 θα αναφέρονται μαζί ως οι περί Κέντρων Αναψυχής Νόμοι του 1985 μέχρι 1999.

Ερμηνεία

2. Εν τω παρόντι Νόμω, εκτός εάν εκ του κειμένου προκύπτη διάφορος έννοια-

“άδεια λειτουργίας” σημαίνει άδειαν λειτουργίας κέντρου εκδιδομένην δυνάμει του άρθρου 6·

“Γενικός Διευθυντής” σημαίνει τον Γενικόν Διευθυντήν του Οργανισμού·

“Διοικητικόν Συμβούλιον” σημαίνει το Διοικητικόν Συμβούλιον του Οργανισμού·

“Επιτροπή” σημαίνει την υπό του άρθρου 11, καθιδρυομένην Επιτροπήν Κέντρων·

“επιχειρηματίας” σημαίνει το πρόσωπον, φυσικόν ή νομικόν, επ’ ονόματι του οποίου εκδίδεται η άδεια λειτουργίας κέντρου, συμφώνως προς τας διατάξεις του άρθρου 6·

“Κανονισμοί” σημαίνει τους δυνάμει του παρόντος Νόμου εκδιδομένους Κανονισμούς·

“κέντρον” σημαίνει κατάστημα-

(α) λειτουργούν εντός των περιοχών των πόλεων, κωμοπόλεων, συμβουλίων βελτιώσεως και παραλιακών περιοχών· ή

(β) λειτουργούν εκτός των ως άνω περιοχών και το οποίον το Διοικητικόν Συμβούλιον θέλει ορίσει ονομαστικώς λόγω της μορφής των υπ’ αυτού προσφερομένων υπηρεσιών ή λόγω τοποθεσίας, συγκεντρώσεως ή κινήσεως πελατών, ταξιδιωτών, περιηγητών ή παραθεριστών,

εν τω οποίω παρέχονται επί πληρωμή εστίασις, ή πάσης φύσεως φαγητά, ποτά ή γλυκίσματα, ανεξαρτήτως του εάν εις το κατάστημα προσφέρεται μουσική ή καλλιτεχνικόν πρόγραμμα:

Νοείται ότι δεν περιλαμβάνονται στον όρο αυτό:

(i) Τα καφενεία,

(ii) τα καταστήματα των οποίων οι προσφερόμενες υπηρεσίες περιορίζονται αποκλειστικά στην κατανάλωση εκτός του καταστήματος (TAKE AWAY),

(iii) τα κυλικεία ή οι καντίνες σωματείων και συλλόγων που λειτουργούν βάσει σχετικών νομοθεσιών,

(iv) τα κυλικεία ή οι καντίνες εργοστασίων και σχολείων· και

(v) τα καταστήματα των οποίων ο χώρος εξυπηρέτησης είναι μικρότερος των οκτώ τετραγωνικών μέτρων και τα οποία δεν προσφέρουν οινοπνευματώδη ποτά.

“Οργανισμός” σημαίνει τον Κυπριακόν Οργανισμόν Τουρισμού τον καθιδρυθέντα δυνάμει των περί Κυπριακού Οργανισμού Τουρισμού Νόμων του 1969 έως 1985·

“πελάτης” σημαίνει παν πρόσωπον εις το οποίον παρέχεται παρά κέντρου υπηρεσία ως προνοείται εν τω παρόντι Νόμω·

“υπηρεσία” σημαίνει-

(α) παροχήν εστιάσεως ή πάσης φύσεως φαγητών, ποτών ή γλυκισμάτων, ανεξαρτήτως του εάν προσφέρεται μουσική ή καλλιτεχνικόν πρόγραμμα·

(β) διοργάνωσιν χοροεσπερίδων, δεξιώσεων, συνεστιάσεων συγχαρητηρίων επισκέψεων ή άλλων εκδηλώσεων παρομοίας φύσεως·

“Υπουργός” σημαίνει τον Υπουργόν Εμπορίου και Βιομηχανίας·

“υγειονομικόν πιστοποιητικόν” σημαίνει το υγειονομικόν πιστοποιητικόν το οποίον εκδίδεται υπό της Υγειονομικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Υγείας ή δημοτικής υγειονομικής υπηρεσίας, αναλόγως της περιπτώσεως.

ΜΕΡΟΣ ΙΙ ΚΑΤΑΤΑΞΙΣ ΚΑΙ ΑΔΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ
Έγκρισις μελετών και σχεδίων προτεινομένων κέντρων

3.-(1) Αι μελέται και τα σχέδια των νεοανεγειρομένων ή διαρρυθμιζομένων υφισταμένων οικοδομών προς τον σκοπόν χρησιμοποιήσεως αυτών ως κέντρων, καθώς και πάσαι μεταγενέστεραι τροποποιήσεις, συμπληρώσεις ή επεκτάσεις τούτων δέον να καταρτίζωνται συμφώνως προς τας διατάξεις των Κανονισμών και να προσαρμόζωνται προς τους διά την επιδιωκομένην τάξιν καθοριζομένους όρους.

(2) Αι μελέται και τα σχέδια των κέντρων δέον όπως υποβάλλωνται εις τον Οργανισμόν, προς θεώρησιν και έγκρισιν προ της υποβολής των εις την αρμοδίαν Αρχήν διά την έκδοσιν της αδείας οικοδομής.

(3) Η παρά του Οργανισμού θεώρησις και έγκρισις των μελετών και σχεδίων δεν αποκλείει ούτε δεσμεύει την αρμοδίαν αρχήν από της ασκήσεως των αρμοδιοτήτων αυτής εις ό,τι αφορά την χορήγησιν ή μη αδείας οικοδομής.

(4) Ο Οργανισμός δύναται προ της εγκρίσεως των μελετών και σχεδίων να επιβάλη τας κατά την κρίσιν αυτού ενδεικνυομένας τροποποιήσεις αυτών, λαμβανομένων υπ’ όψιν των ειδικών συνθηκών, της θέσεως, των ιδιαιτέρων χαρακτηριστικών του γηπέδου και της περιοχής και της κατηγορίας δι’ ην προορίζεται έκαστον κέντρον:

Νοείται ότι τα κέντρα τα λειτουργούντα εντός ξενοδοχειακών επιχειρήσεων εξαιρούνται των προνοιών του παρόντος άρθρου.

Εξουσία Υπουργικού Συμβουλίου

4. Το Υπουργικόν Συμβούλιον κέκτηται εξουσίαν να καθορίζη περιοχάς εντός των οποίων ρυθμίζεται το είδος, η κατηγορία, η τάξις και ο αριθμός των κέντρων λαμβανομένων υπ’ όψιν απασών των εντός της περιοχής επικρατουσών συνθηκών, ως και των τυχόν πολεοδομικών αρχών αι οποίαι διέπουν την ρύθμισιν και τον έλεγχον της αναπτύξεως εις την περιοχήν, της προαγωγής της ξενοδοχειακής, της επισιτιστικής και τουριστικής εν γένει αναπτύξεως και της εξυπηρετήσεως των τουριστικών αναγκών της περιοχής προς το δημόσιον συμφέρον.

Κατηγορίαι και τάξεις κέντρων

5.-(1) Δι’ έκαστον κέντρον, εξαιρουμένων των λειτουργούντων εντός αδειούχων ξενοδοχειακών επιχειρήσεων, διενεργείται υπό του Διοικητικού Συμβουλίου, κατά τον καθοριζόμενον τρόπον και διαδικασίαν, κατάταξις αναλόγως της φύσεως των υπ’ αυτού παρεχομένων υπηρεσιών και εφ’ όσον πληρούνται οι οικείοι Κανονισμοί, εις μίαν ή περισσοτέρας των ακολούθων κατηγοριών-

(α) εστιατόριον ή ταβέρνα,

(β) καφετηρία ή πιτσαρία,

(γ) μπυραρία ή μπαρ,

(δ) μουσικοχορευτικόν,

(ε) δισκοθήκη,

(στ) σνακ μπαρ,

(ζ) καμπαρέ.

(2) Τα κέντρα εκάστης κατηγορίας δύνανται να διακρίνονται εις τάξεις αναλόγως προς την αξίαν και ποιότητα της κατασκευής των, επίπλωσιν, εξοπλισμόν, τελειότητα λειτουργικής οργανώσεως ως και το επίπεδον των παρεχομένων ανέσεων και υπηρεσιών, μέχρι τριών τάξεων.

(3) Οι όροι τους οποίους δέον να πληρώσι τα κέντρα ίνα καταταγώσιν εις εκάστην ή οιανδήποτε των εν τω εδαφίω (2) προνοουμένων τάξεων, θέλουσι καθορισθή.

Άδεια λειτουργίας

6.-(1) Ουδείς λειτουργεί κέντρον άνευ αδείας λειτουργίας εκδιδομένης συμφώνως προς τας διατάξεις του παρόντος Νόμου και των Κανονισμών.

(2) Προ της ενάρξεως της λειτουργίας κέντρου ο επιχειρηματίας υποβάλλει προς το Διοικητικόν Συμβούλιον αίτησιν διά κατάταξιν και έκδοσιν αδείας λειτουργίας του κέντρου:

Νοείται ότι ανεξαρτήτως συμμορφώσεως του έχοντος την εκμετάλλευσιν κέντρου προσώπου, το Διοικητικόν Συμβούλιον προβαίνει εις την κατάταξιν του κέντρου, κατόπιν ελέγχου υπό εντεταλμένων προς τούτο οργάνων του Οργανισμού, δυνάμει των υπό του Νόμου και των Κανονισμών προνοουμένων όρων και προϋποθέσεων.

(3) Άδεια λειτουργίας εκδίδεται υπό του Διοικητικού Συμβουλίου εν τω καθοριζομένω τύπω και επί τη καταβολή του καθοριζομένου τέλους εφ’ όσον παρουσιασθή υγειονομικόν πιστοποιητικόν και πληρούνται οι δυνάμει του παρόντος Νόμου και των Κανονισμών καθοριζόμενοι όροι και προϋποθέσεις. Επί της αδείας λειτουργίας αναφέρονται αι ώραι λειτουργίας τούτου.

(4) Η άδεια λειτουργίας εκπνέει την 31ην ημέραν του αμέσως επομένου της ημερομηνίας εκδόσεως αυτής μηνός Δεκεμβρίου, δύναται δε να ανανεούται επί καταβολή του καθοριζομένου τέλους.

(5) Η άδεια λειτουργίας δέον όπως αναρτάται εις περίοπτον θέσιν εντός του κέντρου.

(6) Ο Οργανισμός τηρεί μητρώον εν τω οποίω καταχωρούνται αι άδειαι λειτουργίας.

(7) Ουδεμία άδεια λειτουργίας κέντρου θα εκδίδηται αναφορικώς προς χώρον όστις βάσει του πιστοποιητικού τελικής εγκρίσεως της αρμοδίας αρχής δυνάμει των περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμων, δεν θεωρείται κατάλληλος διά τοιούτον σκοπόν.

Ανάκλησις αδείας λειτουργίας

7.-(1) Η άδεια λειτουργίας κέντρου δύναται να ανακληθή υπό του Διοικητικού Συμβουλίου εν περιπτώσει-

(α) οριστικής παύσεως των εργασιών αυτού·

(β) καταδίκης λόγω συστηματικής παραβάσεως των διατάξεων του Νόμου ή των Κανονισμών·

(γ) θανάτου του επιχειρηματίου ή εν περιπτώσει νομικού προσώπου, άμα τω διορισμώ εκκαθαριστού·

(δ)λήψεως αυτής διά δόλου ή ψευδών παραστάσεων ή αποκρύψεως ουσιωδών γεγονότων ή λόγω μη πλήρωσης οποιουδήποτε από τους όρους υπό τους οποίους αυτή παρεχωρήθη·

(ε)που ο επιχειρηματίας έχει καταδικαστεί για οποιοδήποτε από τα αδικήματα που προβλέπονται στο εδάφιο (3) του άρθρου 16.

(2) Από του θανάτου του επιχειρηματίου ή, οσάκις ο επιχειρηματίας είναι νομικόν πρόσωπον, από της διαλύσεως ή του διορισμού εκκαθαριστού, η εκδοθείσα άδεια λειτουργίας παύει ισχύουσα, δύναται δε να εκδίδηται υπό του Διοικητικού Συμβουλίου νέα άδεια διά την μη εκπνεύσασαν περίοδον επ’ ονόματι των εκτελεστών της διαθήκης ή διαχειριστών της περιουσίας του αποβιώσαντος επιχειρηματίου ή του εκκαθαριστού, αναλόγως της περιπτώσεως, άνευ της καταβολής οιουδήποτε δικαιώματος.

Αλλαγή εις την εκμετάλλευσιν κέντρου

8. Πάσα προτεινομένη αλλαγή εις την φύσιν των υπό κέντρου παρεχομένων υπηρεσιών ήτις θα καθίστα την παροχήν των τοιούτων υπηρεσιών ασυμβίβαστον προς την γενομένην κατάταξιν τούτου, κοινοποιείται υπό του επιχειρηματίου προς τον Οργανισμόν προς έγκρισιν.

Μεταβίβασις εξουσιών

9. Το Διοικητικόν Συμβούλιον δύναται να μεταβιβάζη δι’ αποφάσεων του οιασδήποτε αρμοδιότητας του βάσει των προνοιών του Νόμου εις τον Γενικόν Διευθυντήν ή άλλους λειτουργούς του Οργανισμού.

Όνομα κέντρου

10. Τηρουμένων των διατάξεων οιουδήποτε ετέρου εν ισχύι Νόμου, έκαστον κέντρον δέον όπως φέρη ίδιον όνομα, όπερ είναι το υπό της αδείας λειτουργίας αυτού αναγνωριζόμενον τοιούτο:

Νοείται ότι το Διοικητικόν Συμβούλιον δύναται να μη δεχθή οιονδήποτε όνομα το οποίον κατά την κρίσιν του δεν ανταποκρίνεται προς την κατηγορίαν του κέντρου ή θα συνέχεε τούτο προς οιονδήποτε άλλο κέντρον λειτουργούν εις την ιδίαν περιοχήν ή το οποίον κρίνεται ανεπιθύμητον. Εις περίπτωσιν συνωνύμων κέντρων το Διοικητικόν Συμβούλιον δύναται να απαιτήση την χρήσιν διακριτικού γνωρίσματος.

Επιτροπή Κέντρων

11.-(1) Προς τον σκοπόν της εν τω άρθρω 3 αναφερομένης θεωρήσεως και εγκρίσεως των μελετών και σχεδίων υπό του Οργανισμού εγκαθιδρύεται Επιτροπή Κέντρων αποτελουμένη εκ-

(α) του Προέδρου και Γενικού Διευθυντού του Οργανισμού, ως εκ της θέσεως των·

(β) ενός υπαλλήλου του Οργανισμού οριζομένου υπό του Διοικητικού Συμβουλίου·

(γ) ενός εκπροσώπου του Υπουργείου Εμπορίου και Βιομηχανίας·

(δ) ενός εκπροσώπου της Υγειονομικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Υγείας·

(ε) ενός εκπροσώπου του Υπουργείου Εσωτερικών·

(στ) τριών προσώπων διοριζομένων υπό του Υπουργού, εν συνεννοήσει μεθ’ οιωνδήποτε αντιπροσωπευτικών οργανώσεων εργοδοτών ή, μη υπαρχουσών τοιούτων οργανώσεων, εκ προσώπων εχόντων σχέσιν ή πείραν εις θέματα κέντρων·

(ζ) ενός εκπροσώπου των δήμων οριζομένου υπό των δημάρχων ή προέδρων δημοτικών επιτροπών ή της πλειοψηφίας τούτων· και

(η) ενός εκπροσώπου των Επάρχων οριζομένου υπό του Υπουργού Εσωτερικών.

(2) Τα μέλη της Επιτροπής, πλην των εν παραγράφω (α) αναφερομένων μελών, διορίζονται υπό του Υπουργού διά περίοδον δύο ετών.

(3) Ανεξαρτήτως του εδαφίου (2) ο Υπουργός δύναται καθ’ οιονδήποτε χρόνον να τερματίζη την θητείαν των μελών της Επιτροπής, των διοριζομένων δυνάμει της παραγράφου (στ) του εδαφίου (1), εάν διαπιστωθή ότι παραλείπουν να εκτελούν τα καθήκοντα των κατ’ ευλόγως ικανοποιητικόν τρόπον.

(4) Τα μέλη της Επιτροπής δύνανται να υποβάλουν παραίτησιν εκ του αξιώματος των καθ’ οιονδήποτε χρόνον διαρκούσης της θητείας των δι’ εγγράφου ειδοποιήσεως προς τον Υπουργόν.

(5) Της Επιτροπής προεδρεύει ο Πρόεδρος του Οργανισμού και απόντος τούτου ο Γενικός Διευθυντής.

(6) Η Επιτροπή ευρίσκεται εν απαρτία εφ’ όσον παρίστανται εξ μέλη αυτής, αι αποφάσεις δε αυτής λαμβάνονται κατά πλειοψηφίαν, εν περιπτώσει δε ισοψηφίας, ο προεδρεύων της συνεδριάσεως έχει δευτέραν ή νικώσαν ψήφον.

(7) Κενή θέσις εν τη Επιτροπή δεν επηρεάζει την εγκυρότητα των αποφάσεων αυτής.

(8) Τηρουμένων των προηγουμένων διατάξεων του άρθρου, η Επιτροπή εκδίδει εσωτερικούς κανονισμούς διέποντας τα των συνεδριάσεων αυτής, την κατά τας συνεδριάσεις τηρουμένην διαδικασίαν, την τήρησιν πρακτικών, και εν γένει τα της λειτουργίας αυτής.

(9) Η Επιτροπή υποβάλλει ωσαύτως εισηγήσεις προς το Διοικητικόν Συμβούλιον επί των ακολούθων θεμάτων-

(α) την κατάταξιν και έκδοσιν αδειών λειτουργίας κέντρων·

(β) τας τιμάς κέντρων·

(γ) τα θέματα προσωπικού κέντρων·

(δ) τα θέματα τα έχοντα σχέσιν προς την λειτουργίαν των κέντρων.

(10) Η Επιτροπή μπορεί, με αποφάσεις της και με όρους τους οποίους κρίνει σκόπιμο να καθορίζει σ’ αυτές, να εκχωρεί στο Γενικό Διευθυντή οποιαδήποτε αρμοδιότητα που της χορηγεί ο παρών Νόμος.

Ιεραρχική προσφυγή

12.-(1) Πας, όστις δεν ικανοποιείται εξ αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου εκδοθείσης δυνάμει των διατάξεων του Νόμου, δύναται εντός είκοσι ημερών από της εις αυτόν κοινοποιήσεως της σχετικής αποφάσεως, δι’ εγγράφου προσφυγής εις τον Υπουργόν, εν η εκτίθενται οι προς υποστήριξιν ταύτης λόγοι, να προσβάλη την τοιαύτην απόφασιν.

(2) Ο Υπουργός εξετάζει την εις αυτόν γενομένην προσφυγήν άνευ υπαιτίου βραδύτητος, αποφασίζει επί ταύτης και κοινοποιεί την απόφασιν αυτού εις τον προσφεύγοντα:

Νοείται ότι ο Υπουργός, πριν ή εκδώση την απόφασιν αυτού, δύναται κατά την κρίσιν του να ακούση ή δώση την ευκαιρίαν εις τον προσφεύγοντα όπως υποστηρίξη τους λόγους εφ’ ων στηρίζεται η προσφυγή:

Νοείται περαιτέρω ότι ο Υπουργός δύναται να αναθέση εις λειτουργόν ή επιτροπήν λειτουργών του Υπουργείου του όπως εξετάση ωρισμένα θέματα αναφυόμενα εν τη προσφυγή και υποβάλη εις αυτόν τα πορίσματα της τοιαύτης εξετάσεως προ της υπό του Υπουργού εκδόσεως της αποφάσεως αυτού επί της προσφυγής.

(3) Ο μη ικανοποιηθείς εκ της αποφάσεως του Υπουργού δύναται να προσφύγη εις το Δικαστήριον, αλλά μέχρι της υπό του Υπουργού εκδόσεως της αποφάσεως αυτού, εν περιπτώσει προσφυγής εις αυτόν, ή, εν περιπτώσει μη προσφυγής εις αυτόν, μέχρι της παρελεύσεως της εις το εδάφιον (1) προβλεπομένης προθεσμίας διά την καταχώρησιν προσφυγής, η απόφασις του Διοικητικού Συμβουλίου ή της Επιτροπής δεν καθίσταται εκτελεστή.

ΜΕΡΟΣ ΙΙΙ ΤΙΜΑΙ ΚΑΙ ΔΙΕΥΘΥΝΣΙΣ ΚΕΝΤΡΩΝ
Τιμαί και τιμοκατάλογοι κέντρων

13.-(1) Δι’ αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου δύνανται να περιορίζωνται αι σταθεραί τιμαί, εντός ακραίων ορίων, ανωτάτων ή κατωτάτων ή και αμφοτέρων δι’ εκάστην κατηγορίαν ή τάξιν κέντρων, λαμβανομένων υπ’ όψιν των εκάστοτε ισχυουσών αγορανομικών διατάξεων και λοιπών συνθηκών.

(2) Εντός των ακραίων τούτων ορίων ορίζονται υπό των επιχειρηματιών αι σταθεραί τιμαί των κέντρων, αι οποίαι και αναγράφονται επί ειδικού τιμοκαταλόγου, ο οποίος υποβάλλεται εις τον Οργανισμόν δι’ έγκρισιν και σφράγισιν.

(3) Αι τιμαί ορίζονται δι’ ετησίαν περίοδον αρχομένην από της 1ης Απριλίου εκάστου έτους, εκτός εάν το Διοικητικόν Συμβούλιον ήθελεν ορίσει ετέραν περίοδον, και παραμένουσιν αμετάβλητοι διαρκούσης της περιόδου ταύτης.

(4) Ανεξαρτήτως των διατάξεων του εδαφίου (3) το Διοικητικόν Συμβούλιον δύναται να επιτρέψη εν περιπτώσει μεσολαβήσεως γεγονότων ουσιωδώς επηρεαζόντων τον καθορισμόν των τιμών, μεταβολήν των ορισθεισών τιμών διαρκούσης της ετησίας περιόδου.

(5) Αντίγραφον του εγκεκριμένου και σφραγισμένου υπό του Οργανισμού τιμοκαταλόγου δέον όπως αναρτάται επί της εξωτερικής εισόδου του κέντρου ως επίσης και εις περίοπτον θέσιν εντός αυτού προς ενημέρωσιν των πελατών.

(6) Η είσπραξις παρά του επιχειρηματίου μεγαλυτέρου ποσού των εν τω άνω αναφερομένων τιμοκαταλόγων αναγραφομένων τιμών απαγορεύεται. Ο παραβάτης των διατάξεων του εδαφίου τούτου είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται, εν περιπτώσει καταδίκης, εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας πεντακοσίας λίρας ή εις φυλάκισιν μη υπερβαίνουσαν τους εξ μήνας ή εις αμφοτέρας τας ποινάς ταύτας.

Καταβολή ποσοστού

14. [Διαγράφηκε]
Ηριθμημένοι λογαριασμοί

15.-(1) Διά πάσαν παρεχομένην προς πελάτην υπηρεσίαν εις κέντρον δέον όπως εκδίδηται υπό του επιχειρηματίου ηριθμημένος λογαριασμός περιέχων ανάλυσιν των προσφερομένων υπηρεσιών μετά των σχετικών δι’ εκάστην υπηρεσίαν τιμών.

(2) Έκαστος λογαριασμός εκδίδεται τουλάχιστον εις διπλούν. Το πρωτότυπον δίδεται εις τον πελάτην και το δευτερότυπον φυλάττεται υπό του επιχειρηματίου μέχρι τέλους Δεκεμβρίου του αμέσως επομένου έτους από της ημερομηνίας εκδόσεως του, διά σκοπούς ελέγχου υπό του Οργανισμού:

Νοείται ότι άπαντες οι λογαριασμοί, δεμένοι εις διπλότυπα, υποβάλλονται εκ των προτέρων εις τον Οργανισμόν διά καταγραφήν και διάτρησιν δι’ ειδικής σφραγίδος:

Νοείται περαιτέρω ότι τα δευτερότυπα των λογαριασμών θα ηδύναντο να καταστραφούν υπό του επιχειρηματίου προ του τέλους Δεκεμβρίου του αμέσως επομένου έτους της ημερομηνίας εκδόσεως των, εάν ο Οργανισμός ήθελε προβή εις έλεγχον τούτων εις προγενέστερον χρόνον.

(3) Εις περιπτώσεις όπου ο επιχειρηματίας χρησιμοποιεί μηχανήν ταμείου διά την έκδοσιν λογαριασμών ούτος υποχρεούται όπως:

(α) χρησιμοποιή μηχανήν η οποία να εκδίδη ηριθμημένους αναλυτικούς λογαριασμούς, μετά ημερομηνίας, να δίδη ολικόν ημερησίων εισπράξεων (Z-READING) κατ’ αύξοντα αριθμόν, και

(β) φυλάττη τα αντίγραφα των κορδελλών της μηχανής μέχρι τέλους Δεκεμβρίου του αμέσως επομένου έτους από της ημερομηνίας εκδόσεως των διά σκοπούς ελέγχου υπό του Οργανισμού:

Νοείται ότι τα αντίγραφα των κορδελλών της μηχανής θα ηδύναντο να καταστραφούν υπό του επιχειρηματίου προ του τέλους Δεκεμβρίου του αμέσως επομένου έτους της ημερομηνίας εκδόσεως των, εκτός εάν ο Οργανισμός ήθελε προβή εις έλεγχον τούτων εις προγενέστερον χρόνον.

Διεύθυνσις

16.-(1) Έκαστον κέντρον τελεί υπό την διεύθυνσιν διευθυντού όστις είναι υπεύθυνος διά την λειτουργίαν του κέντρου συμφώνως προς τας διατάξεις του Νόμου και των Κανονισμών.

(2) Την διεύθυνσιν δύναται να ασκή και ο επιχειρηματίας εφ’ όσον κέκτηται τα υπό του εδαφίου (3) απαιτούμενα προσόντα.

(3) Ο Διευθυντής κέντρου δέον όπως:

(α) είναι απόφοιτος ανεγνωρισμένης Ξενοδοχειακής Σχολής ή Σχολής Τουριστικών Επαγγελμάτων και έχει γνώσεις περί τροφίμων και ποτών, ή

(β) κέκτηται απολυτήριον Σχολής Μέσης Εκπαιδεύσεως και ενός έτους πείραν εις επισιτιστικά επαγγέλματα, ή

(γ) κέκτηται τριετή τουλάχιστο πείραν εις επισιτιστικά ή συναφή επαγγέλματα ήτις κρίνεται υπό του Οργανισμού ως ικανοποιητική.

(δ)  είναι καλού χαρακτήρα, δηλαδή πληρεί τα εχέγγυα που καθορίζονται στις αμέσως επόμενες επιφυλάξεις:

Νοείται ότι ο καλός χαρακτήρας αποδεικνύεται με πιστοποιητικό, το οποίο εκδίδεται για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου στο καθορισμένο έντυπο από τον Αρχηγό Αστυνομίας και βεβαιώνει ότι ο αιτητής δεν έχει καταδικαστεί για οποιοδήποτε από τα αναφερόμενα στην επόμενη επιφύλαξη αδικήματα:

Νοείται περαιτέρω ότι, ανεξάρτητα από τις πρόνοιες του περί Αποκαταστάσεως Καταδικασθέντων Νόμου, τα εχέγγυα καλού χαρακτήρα δεν πληρούνται ή έπαψαν να πληρούνται σε περίπτωση που το πρόσωπο το οποίο θεωρείται ότι πρέπει να πληρεί την προϋπόθεση αυτή, έχει καταδικαστεί:

(i) οποτεδήποτε για το αδίκημα του φόνου εκ προμελέτης, κατά παράβαση του άρθρου 203 του Ποινικού Κώδικα, ή για οποιοδήποτε αδίκημα, κατά παράβαση των άρθρων 144 μέχρι 177 του Ποινικού Κώδικα.

(ii)κατά τα τελευταία δέκα χρόνια για οποιοδήποτε από τα ακόλουθα αδικήματα:

(αα) ληστεία, κατά παράβαση των άρθρων 282 μέχρι 286 του Ποινικού Κώδικα.

(ββ) διάρρηξη, κατά παράβαση των άρθρων 291 μέχρι   296 του Ποινικού Κώδικα.

(γγ) κλοπή, κατά παράβαση των άρθρων 255 μέχρι 272 του Ποινικού Κώδικα.

(δδ) πλαστογραφία, κατά παράβαση του άρθρου 333 του Ποινικού Κώδικα.

(εε) κυκλοφορία πλαστού εγγράφου, κατά παράβαση  του άρθρου 339 του Ποινικού Κώδικα.

(στστ) εξασφάλιση αγαθών ή πιστώσεων, κατά παράβαση των άρθρων 298 και 301, αντίστοιχα, του Ποινικού Κώδικα.

(ζζ) απάτη, κατά παράβαση του άρθρου 300 του Ποινικού Κώδικα.

(ηη) συνωμοσία προς καταδολίευση, κατά παράβαση του άρθρου 302 του Ποινικού Κώδικα.

(θθ) οποιοδήποτε αδίκημα, κατά παράβαση του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου.

(ιι) οποιοδήποτε αδίκημα, κατά παράβαση του περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου, καθώς και του περί Καταπολέμησης της Εμπορίας Προσώπων και περί Σεξουαλικής Εκμετάλλευσης Ανηλίκων Νόμου.

(iii) κατά τα τελευταία πέντε χρόνια σε ποινή φυλάκισης πέραν των δώδεκα μηνών για οποιοδήποτε αδίκημα άλλο από αυτά που αναφέρονται στις πιο πάνω υποπαραγράφους (i) και (ii).

(4) Προκειμένου περί κέντρων Α και Β τάξεως ο διευθυντής δέον απαραιτήτως να κέκτηται τα υπό το στοιχείον (α) του εδαφίου (3) αναφερόμενα προσόντα:

Νοείται ότι αι πρόνοιαι του άρθρου δεν εφαρμόζονται εις τας περιπτώσεις διευθυντών κέντρων λειτουργούντων κατά την έναρξιν της ισχύος του Νόμου.

(5) Ο διευθυντής του κέντρου και το προσωπικόν αυτού οφείλουσιν όπως συμπεριφέρωνται μετ’ άκρας ευγενείας έναντι οιουδήποτε πελάτου του κέντρου, επιδεικνύωσι προθυμίαν και ενεργητικότητα κατά την εκτέλεσιν των καθηκόντων αυτών και προσφέρουσιν ικανοποιητικήν εξυπηρέτησιν εις τους πελάτας του κέντρου.

Προσωπικόν

17.-(1) Έκαστον κέντρον, αναλόγως προς την κατηγορίαν και τάξιν του, υποχρεούται όπως απασχολή το διά την εις ικανοποιητικόν βαθμόν παροχήν υπηρεσιών εις τους πελάτας αυτού και διά την εν γένει κανονικήν λειτουργίαν αυτού απαιτούμενον προσωπικόν των διαφόρων ειδικοτήτων.

(2) Τα πρόσωπα τα οποία απασχολούνται εις κέντρον δέον όπως κατέχουν υγειονομικόν πιστοποιητικόν.

ΜΕΡΟΣ IV ΠΟΙΚΙΛΑΙ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Αδικήματα και ποιναί

18.-(1) Παν πρόσωπον το οποίον-

(α) χρησιμοποιεί τον όρον “τουριστικόν” ή “κέντρον αναψυχής” ή άλλον όρον παρόμοιον προς τούτον διά τον χαρακτηρισμόν κέντρου διά το οποίον δεν έχει εκδοθή άδεια λειτουργίας·

(β) διατηρεί ή λειτουργεί κέντρον άνευ αδείας λειτουργίας·

(γ) παραλείπει να εκδίδη ηριθμημένους λογαριασμούς κατά παράβασιν του άρθρου 15·

(δ) λειτουργεί κέντρο χωρίς να τελεί υπό τη διεύθυνση του διευθυντή κατά παράβαση του άρθρου 16,

είναι ένοχον αδικήματος και, εν περιπτώσει καταδίκης, υπόκειται εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας πεντακοσίας λίρας ή εις φυλάκισιν μη υπερβαίνουσαν τους εξ μήνας ή εις αμφοτέρας τας ποινάς ταύτας, εάν δε η παράβασις συνεχισθή μετά την καταδίκην του, τούτο είναι ένοχον περαιτέρω αδικήματος και υπόκειται εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας £250 δι’ εκάστην ημέραν καθ’ ην συνεχίζεται η παράβασις.

(2) Επιπροσθέτως προς οιανδήποτε άλλην ποινήν προβλεπομένην υπό του παρόντος άρθρου, το Δικαστήριον επί τη καταδίκη οιουδήποτε προσώπου δι’ αδίκημα δυνάμει του εδαφίου (1) του παρόντος άρθρου, δύναται κατά την κρίσιν του να διατάξη-

(α) την διακοπήν της λειτουργίας του κέντρου εν σχέσει προς το οποίον διεπράχθη το αδίκημα διά τοσούτο χρονικόν διάστημα όσον το Δικαστήριον ήθελε θεωρήσει πρέπον·

(β) την καταβολήν υπό του καταδικασθέντος προσώπου των εξόδων της δίκης.

(3) Εάν οιονδήποτε πρόσωπον, καθ’ ου εξεδόθη διάταγμα συμφώνως προς τας διατάξεις της παραγράφου (α) του εδαφίου (2), παραλείψη να συμμορφωθή προς το εκδοθέν διάταγμα, ο Αστυνομικός Διευθυντής της Επαρχίας ή ο εκπρόσωπος αυτού εκτελεί το διάταγμα και αξιώνει την πληρωμήν των εξόδων άτινα προέκυψαν κατά την εκτέλεσιν του διατάγματος παρά του προσώπου καθ’ ου εξεδόθη τούτο. Τα έξοδα ταύτα θα θεωρώνται ως ποινή εντός της εννοίας του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου και η πληρωμή αυτών θα επιβάλληται συμφώνως προς τας διατάξεις του εν λόγω Νόμου.

(4) Παν πρόσωπον μη συμμορφούμενον προς διάταγμα εκδοθέν δυνάμει των διατάξεων της παραγράφου (α) του εδαφίου (2) είναι ένοχον αδικήματος και υπόκειται, εν περιπτώσει καταδίκης αυτού, εις φυλάκισιν διά χρονικόν διάστημα μη υπερβαίνον το εν έτος ή εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας £1000 ή εις αμφοτέρας τας ποινάς ταύτας.

(5) Επιπροσθέτως προς οιανδήποτε άλλην ποινήν προβλεπομένην υπό του Νόμου και των Κανονισμών, το Δικαστήριον κέκτηται εξουσίαν να διατάξη παν πρόσωπον το οποίον ευρέθη ένοχον αδικήματος να συμμορφωθή προς τας σχετικάς διατάξεις του Νόμου ή των Κανονισμών εν σχέσει προς τας οποίας διεπράχθη το αδίκημα.

(6)(α) Το Δικαστήριον ενώπιον του οποίου εκδικάζεται κατηγορία προσαφθείσα εναντίον προσώπου τινός, δι’ αδίκημα διαπραχθέν κατά παράβασιν του εδαφίου (1) δύναται κατόπιν EX PARTE αιτήσεως να διατάξη αναστολήν πάσης εργασίας αναφορικώς προς την ανέγερσιν, κατασκευήν, διατήρησιν ή λειτουργίαν κέντρου μέχρι της τελικής εκδικάσεως της υποθέσεως αναφορικώς προς ην προσήφθη η κατηγορία:

Νοείται ότι η έκδοσις τοιούτου διατάγματος υπόκειται εις τας διατάξεις του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, των περί Δικαστηρίων Νόμων του 1960 έως 1972 και των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών.

(β) Εάν οιονδήποτε πρόσωπον κατά του οποίου εξεδόθη διάταγμα δυνάμει των διατάξεων της παραγράφου (α) παραλείπη ή αμελή να συμμορφωθή προς το τοιούτο διάταγμα εντός του χρόνου του καθοριζομένου εν αυτώ, είναι νόμιμον διά την αρμοδίαν αρχήν να εκτελή το τοιούτο διάταγμα και τα γενόμενα έξοδα διά την εκτέλεσιν τούτου καταβάλλονται εις την αρμοδίαν αρχήν υπό του προσώπου κατά του οποίου εξεδόθη το διάταγμα και τα τοιαύτα έξοδα λογίζονται ως ποινή εντός της εννοίας του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, και η πληρωμή αυτών θα επιβάλλεται συμφώνως προς τας διατάξεις του εν λόγω Νόμου·

(γ) Οιονδήποτε πρόσωπον κατά του οποίου εξεδόθη διάταγμα δυνάμει του παρόντος εδαφίου το οποίον αρνείται ή παραλείπει να συμμορφωθή προς το τοιούτο διάταγμα, είναι ένοχον αδικήματος, ανεξαρτήτως του εάν η αρμοδία αρχή εχώρησεν εις την εκτέλεσιν ή εξετέλεσε το τοιούτο διάταγμα, και υπόκειται εν περιπτώσει καταδίκης αυτού εις φυλάκισιν διά χρονικόν διάστημα μη υπερβαίνον τους τρεις μήνας ή εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας £150 ή εις αμφοτέρας τας ποινάς ταύτας.

(7) Πας όστις αρνείται ή παραλείπει να συμμορφωθή προς οιανδήποτε διάταξιν του παρόντος Νόμου εν τη οποία δεν γίνεται ειδική περί τούτου πρόνοια είναι ένοχον αδικήματος και υπόκειται εν περιπτώσει καταδίκης αυτού εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας £450 ή εις φυλάκισιν μη υπερβαίνουσαν τους εξ μήνας ή εις αμφοτέρας τας ποινάς ταύτας.

Ώραι λειτουργίας κέντρων

19.-(1) Ανεξάρτητα από οποιεσδήποτε άλλες διατάξεις του παρόντος Νόμου και των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων Κανονισμών που αφορούν τις ώρες λειτουργίας των κέντρων και τηρουμένων των διατάξεων οποιουδήποτε άλλου νόμου ή κανονισμών που αφορούν τις ώρες λειτουργίας των καταστημάτων, από την έναρξη της ισχύος του παρόντος Νόμου καθορίζονται οι ακόλουθες ώρες λειτουργίας των κέντρων:

(α) Κατά την περίοδο από την 1η Μαϊου μέχρι τις 30 Σεπτεμβρίου-

(i) εστιατόρια, ταβέρνες, μπυραρίες, μπαρ, καφετέριες, πιτσαρίες και σνακ μπαρ, με μουσική ή χωρίς μουσική-

- από τη Δευτέρα μέχρι και την Πέμπτη μπορούν να παραμένουν ανοιχτά από τις 7.00 το πρωί κάθε ημέρας μέχρι τις 2.30 το πρωί της αμέσως επόμενης ημέρας·

- την Παρασκευή και το Σάββατο μπορούν να παραμένουν ανοιχτά από τις 7.00 το πρωί κάθε ημέρας μέχρι τις 3.30 το πρωί της αμέσως επόμενης ημέρας· και

- την Κυριακή μπορούν να παραμένουν ανοιχτά από τις 7.00 το πρωί κάθε ημέρας μέχρι τις 2.30 το πρωί της αμέσως επόμενης ημέρας·

(ii) μουσικοχορευτικά, δισκοθήκες και καμπαρέ-

- από τη Δευτέρα μέχρι και την Πέμπτη μπορούν να παραμένουν ανοιχτά από τις 8.00 το βράδυ κάθε ημέρας μέχρι τις 2.30 το πρωί της αμέσως επόμενης ημέρας·

- την Παρασκευή και το Σάββατο μπορούν να παραμένουν ανοιχτά από τις 8.00 το βράδυ κάθε ημέρας μέχρι τις 3.30 το πρωί της αμέσως επόμενης ημέρας· και

- την Κυριακή μπορούν να παραμένουν ανοιχτά από τις 8.00 το βράδυ κάθε ημέρας μέχρι τις 2.30 το πρωί της αμέσως επόμενης ημέρας·

(β) κατά την περίοδο από την 1ην Οκτωβρίου μέχρι τις 30 Απριλίου-

(i) εστιατόρια, ταβέρνες, μπυραρίες, μπαρ, καφετέριες, πιτσαρίες και σνακ μπαρ, με μουσική ή χωρίς μουσική-

- από τη Δευτέρα μέχρι και την Πέμπτη μπορούν να παραμένουν ανοιχτά από τις 7.00 το πρωί κάθε ημέρας μέχρι τις 2.00 το πρωί της αμέσως επόμενης ημέρας·

- την Παρασκευή και το Σάββατο μπορούν να παραμένουν ανοιχτά από τις 7.00 το πρωί κάθε ημέρας μέχρι τις 3.00 το πρωί της αμέσως επόμενης ημέρας· και

- την Κυριακή μπορούν να παραμένουν ανοιχτά από τις 7.00 το πρωί κάθε ημέρας μέχρι τις 2.00 το πρωί της αμέσως επόμενης ημέρας·

(ii) μουσικοχορευτικά, δισκοθήκες και καμπαρέ-

- από τη Δευτέρα μέχρι και την Πέμπτη μπορούν να παραμένουν ανοιχτά από τις 8.00 το βράδυ κάθε ημέρας μέχρι τις 2.00 το πρωί της αμέσως επόμενης ημέρας·

- την Παρασκευή και το Σάββατο μπορούν να παραμένουν ανοιχτά από τις 8.00 το βράδυ κάθε ημέρας μέχρι τις 3.00 το πρωί της αμέσως επόμενης ημέρας· και

- την Κυριακή μπορούν να παραμένουν ανοιχτά από τις 8.00 το βράδυ κάθε ημέρας μέχρι τις 2.00 το πρωί της αμέσως επόμενης ημέρας.

(2)(α) Οποιαδήποτε παράταση ή μείωση των δυνάμει του εδαφίου (1) του παρόντος άρθρου καθοριζόμενων ωρών λειτουργίας των κέντρων παρέχεται μόνο για χρονική περίοδο που δεν υπερβαίνει εκάστοτε τους 6 μήνες και κατόπιν ειδικής προς τούτο άδειας, που εκδίδεται από τον Έπαρχο της επαρχίας μέσα στα όρια της οποίας βρίσκεται το κέντρο, εφόσον συντρέχουν ειδικοί λόγοι.

(β) Ο οικείος Έπαρχος δύναται όπως καθ’ οιονδήποτε χρόνον εντός της περιόδου ισχύος ειδικής αδείας, αφού λάβη τας απόψεις του Οργανισμού, ανακαλέση ή τροποποιήση ταύτην.

(3) Το κέντρον προς ο εξεδόθη άδεια δυνάμει του εδαφίου (2), δύναται να παραμείνη ανοικτόν κατά την διάρκειαν του ούτω παραταθέντος χρόνου. Ωσαύτως κέντρον του οποίου εμειώθη ο χρόνος λειτουργίας δυνάμει του εδαφίου (2) οφείλει να παραμείνη κλειστόν πέραν του υπό της ούτω τροποποιηθείσης αδείας επιτρεπομένου χρόνου.

(4) Ο επιχειρηματίας ή ο διευθυντής κέντρου όστις διατηρεί ανοικτόν ή ανέχεται ή επιτρέπει όπως διατηρήται ανοικτόν, κέντρον κατά παράβασιν διατάγματος εκδοθέντος δυνάμει του εδαφίου (1) ή και κατά παράβασιν αδείας χορηγηθείσης δυνάμει του εδαφίου (2), υπόκειται εν περιπτώσει καταδίκης αυτού εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας πεντακοσίας λίρας ή εις φυλάκισιν μη υπερβαίνουσαν τους εξ μήνας ή εις αμφοτέρας τας ποινάς ταύτας.

(5) Παράτασις ή περιορισμός των ωρών λειτουργίας κέντρων δίδεται κατόπιν ειδικής αδείας εκδιδομένης υπό του οικείου Επάρχου αφού ληφθούν αι απόψεις του Οργανισμού.

Είσοδος σε κέντρο

19Α.-(1) Η είσοδος σε κέντρο οποιουδήποτε προσώπου για σκοπούς διασκέδασης απαγορεύεται, εκτός αν διαπιστωθεί με οποιαδήποτε έγγραφα αποδεικτικά στοιχεία ότι το πρόσωπο αυτό είναι ηλικίας μεγαλύτερης των δεκαεπτά ετών ή συνοδεύεται από το γονέα ή τον κηδεμόνα του:

Νοείται ότι η είσοδος σε καμπαρέ προσώπου ηλικίας κάτω των δεκαεπτά ετών απαγορεύεται, έστω και αν αυτό συνοδεύεται από το γονέα ή τον κηδεμόνα του.

(2) Την ευθύνη για τον έλεγχο της εισόδου στο κέντρο προσώπου ηλικίας κάτω των δεκαεπτά ετών, κατά παράβαση του εδαφίου (1) του παρόντος άρθρου, φέρει και το πρόσωπο το οποίο είναι ο επιχειρηματίας ή ο διευθυντής της επιχείρησης ή έχει υπό τον έλεγχό του το υποστατικό ή το χώρο στον οποίο διαπράχθηκε η παράβαση, καθώς και το πρόσωπο το οποίο επέτρεψε την είσοδό του.

(3) Πρόσωπο που παραβαίνει τις διατάξεις των εδαφίων (1) και (2) του παρόντος άρθρου είναι ένοχο αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, τιμωρείται με φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τους τρεις μήνες ή με χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις χίλιες λίρες ή και με τις δύο αυτές ποινές.

(4) Σε περίπτωση που ο επιχειρηματίας ή ο διευθυντής της επιχείρησης ανέχεται ή επιτρέπει την είσοδο στο κέντρο προσώπου ηλικίας κάτω των δεκαεπτά ετών, είτε για σκοπούς διασκέδασης είτε για οποιοδήποτε άλλο σκοπό, κατά παράβαση του εδαφίου (1), είναι ένοχος αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις πεντακόσιες λίρες.

(5) Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου δεν εφαρμόζονται για τα κέντρα που λειτουργούν ως εστιατόρια, ταβέρνες, καφετερίες, πιτσαρίες και σνακ μπαρ.

Κανονισμοί

20.-(1) Το Υπουργικόν Συμβούλιον εκδίδει Κανονισμούς-

(α) διά τον καθορισμόν παντός θέματος όπερ δυνάμει του παρόντος Νόμου χρήζει ή είναι δεκτικόν καθορισμού·

(β) διά την καλυτέραν εν γένει εφαρμογήν των διατάξεων του παρόντος Νόμου.

(2) Κανονισμοί εκδιδόμενοι δυνάμει του παρόντος Νόμου δύνανται να προνοώσι περί χρηματικής ποινής μη υπερβαινούσης τας £450 ή περί ποινής φυλακίσεως μη υπερβαινούσης τους εξ μήνας ή εις αμφοτέρας τας ποινάς ταύτας δι’ οιανδήποτε παράβασιν τούτων.

(3) Κανονισμοί εκδιδόμενοι δυνάμει του Νόμου κατατίθενται εις την Βουλήν των Αντιπροσώπων και εάν μετά πάροδον τριάκοντα ημερών από της καταθέσεως των η Βουλή των Αντιπροσώπων δι’ αποφάσεως αυτής δεν τροποποιήση ή ακυρώση τους ούτω κατατεθέντας Κανονισμούς, εν όλω ή εν μέρει, ούτοι δημοσιεύονται εν τη επισήμω εφημερίδι της Δημοκρατίας αμέσως μετά την πάροδον της τοιαύτης προθεσμίας και τίθενται εν ισχύι από της δημοσιεύσεως των. Εν περιπτώσει τροποποιήσεως τούτων, εν όλω ή εν μέρει, υπό της Βουλής των Αντιπροσώπων, ούτοι δημοσιεύονται εν τη επισήμω εφημερίδι της Δημοκρατίας ως ήθελον τροποποιηθή και τίθενται εν ισχύι από της δημοσιεύσεως των.

Εποπτεία και έλεγχος

21.-(1) Τηρουμένων των διατάξεων οιουδήποτε ετέρου εν ισχύι Νόμου η εποπτεία και ο έλεγχος της τηρήσεως υπό των κέντρων των διατάξεων του Νόμου και των Κανονισμών διενεργείται υπό του Οργανισμού δι’ εντεταλμένων οργάνων αυτού.

(2) Παν εντεταλμένον παρά του Οργανισμού όργανον δύναται καθ’ οιονδήποτε εύλογον χρόνον να εισέρχηται, επιθεωρή, ελέγχη και εξετάζη οιονδήποτε κέντρον και να λαμβάνη αντίγραφα ή αποσπάσματα εξ οιουδήποτε βιβλίου ή εγγράφου έχοντος σχέσιν προς το κέντρον, και πάσαν άλλην πληροφορίαν την οποίαν ήθελεν ευλόγως θεωρήσει αναγκαίαν προς εξακρίβωσιν της τηρήσεως των διατάξεων του Νόμου και των Κανονισμών:

Νοείται ότι εις περιπτώσεις επιθεωρήσεων όπου συντρέχουν ειδικοί λόγοι δέον να είναι παρών ο διευθυντής ή ο επιχειρηματίας του κέντρου.

(3) Πας επιχειρηματίας ή διευθυντής κέντρου δέον όπως παρέχη τοιαύτας διευκολύνσεις επιτρεπούσας την άσκησιν της δυνάμει του παρόντος άρθρου εξουσίας ως ήθελεν ευλόγως απαιτηθή υπό των εντεταλμένων οργάνων του Οργανισμού.

(4) Πας όστις καθ’ οιονδήποτε τρόπον παρεμποδίζει τον Οργανισμόν ή οιονδήποτε παρ’ αυτού εντεταλμένον όργανον εις την άσκησιν της υπό του παρόντος άρθρου παρεχομένης εξουσίας, ή παραλείπει να παρέχη προς αυτόν όλας τας αναγκαίας διευκολύνσεις, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εν περιπτώσει καταδίκης αυτού εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας £450 ή εις φυλάκισιν μη υπερβαίνουσαν τους εξ μήνας ή εις αμφοτέρας τας ποινάς ταύτας.

Προσωριναί διατάξεις

22.-(1) Πας όστις κατά την ημερομηνίαν ενάρξεως της ισχύος του παρόντος Νόμου λειτουργεί κέντρον άνευ αδείας λειτουργίας δυνάμει των περί Τουριστικών Κέντρων Νόμων του 1979 έως 1981 υποχρεούται όπως εντός τριών μηνών από της ημερομηνίας ενάρξεως της ισχύος του παρόντος Νόμου, υποβάλη αίτησιν προς το Διοικητικόν Συμβούλιον διά κατάταξιν και έκδοσιν αδείας λειτουργίας του τοιούτου κέντρου.

(2) Εις περίπτωσιν καθ’ ην οιονδήποτε κέντρον έχει ελλείψεις εις τας δυνάμει του Νόμου και Κανονισμών καθοριζομένας κτιριολογικάς προϋποθέσεις, το Διοικητικόν Συμβούλιον δύναται-

(α) εάν κρίνη ότι η εκτέλεσις των τοιούτων κτιριολογικών προϋποθέσεων είναι εφικτή, να παράσχη προθεσμίαν προς εκτέλεσιν τούτων·

(β) εάν κρίνη ότι η εκτέλεσις των κτιριολογικών προϋποθέσεων δεν είναι εφικτή, να εγκρίνη περιωρισμένης εκτάσεως χαλαρώσεις των Κανονισμών των αναφερομένων εις τας κτιριολογικάς προϋποθέσεις.

Κατάργησις και επιφύλαξις

23. Οι περί Τουριστικών Κέντρων Νόμοι του 1979 έως 1981 καταργούνται:

Νοείται ότι πάσα άδεια λειτουργίας τουριστικού κέντρου εκδοθείσα δυνάμει των καταργουμένων Νόμων και ούσα εν ισχύι κατά την έναρξιν ισχύος του παρόντος Νόμου θα εξακολουθήση ισχύουσα μέχρι την 31ην ημέραν του αμέσως επομένου της ημερομηνίας εκδόσεως αυτής μηνός Δεκεμβρίου ως εάν είχεν εκδοθή δυνάμει της αντιστοίχου διατάξεως του παρόντος Νόμου, παν δε θέμα αφορών εις ανάκλησιν ή ανανέωσιν αυτής θα διέπηται υπό των διατάξεων του παρόντος Νόμου:

Νοείται περαιτέρω ότι άπασαι αι υποχρεώσεις αι απορρέουσαι εκ των περί Τουριστικών Κέντρων Νόμων του 1979 έως 1981 παραμένουν εν ισχύι ως εάν οι εν λόγω Νόμοι δεν είχον καταργηθή, οιαδήποτε δε έρευνα εν σχέσει προς την διάπραξιν αδικήματος διαπραχθέντος κατά παράβασιν των διατάξεων των εν λόγω Νόμων, θα δύναται να συνεχισθή και οιαδήποτε διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου, ποινική ή πολιτική, δεν θα επηρεασθή καθ’ οιονδήποτε τρόπον, ως εάν οι ως άνω Νόμοι δεν είχον καταργηθή.

Επιφύλαξις

24. Αι διατάξεις του παρόντος Νόμου ισχύουν επιπροσθέτως και ουχί κατ’ αναίρεσιν των διατάξεων των περί Δήμων Νόμων του 1964 έως 1984, του περί Χωρίων (Διοίκησις και Βελτίωσις) Νόμου και του περί Δημοσίας Υγείας (Χωρίων) Νόμου, των αφορωσών εις την έκδοσιν αδείας υπό λειτουργίαν κέντρων άτινα ρυθμίζονται υπό του παρόντος Νόμου:

Νοείται ότι απαραίτητος προϋπόθεσις διά την εξασφάλισιν αδείας πωλήσεως οινοπνευματωδών ποτών, βάσει του άρθρου 8 του περί Πωλήσεως Οινοπνευματωδών Ποτών Νόμου και αδείας λειτουργίας βάσει των διατάξεων των περί Δήμων Νόμων του 1964 έως 1984, του περί Χωρίων (Διοίκησις και Βελτίωσις) Νόμου και του περί Δημοσίας Υγείας (Χωρίων) Νόμου, είναι η εκ των προτέρων εξασφάλισις αδείας λειτουργίας εκδιδομένης βάσει των διατάξεων του παρόντος Νόμου.

Έναρξις ισχύος του παρόντος Νόμου

25. Ο παρών Νόμος τίθεται εν ισχύι εις ημερομηνίαν καθορισθησομένην υπό του Υπουργικού Συμβουλίου διά γνωστοποιήσεως δημοσιευομένης εν τη επισήμω εφημερίδι της Δημοκρατίας.

Σημείωση
3 του Ν. 90(Ι)/2000Έναρξη της ισχύος του Ν. 90(Ι)/2000

Ο παρών Νόμος [Σ.Σ.: δηλαδή ο Ν. 90(Ι)/2000] τίθεται σε ισχύ την 1η Ιουλίου του 2000.

Σημείωση
4 του Ν. 151(Ι)/2005Έναρξη της ισχύος του Ν.151(Ι)/2005

Η ισχύς του παρόντος Νόμου [Σ.Σ.: δηλαδή του Ν. 151(Ι)/2005] αρχίζει την 1η Ιανουαρίου 2006.