Προοίμιο

Για σκοπούς εναρμόνισης με την πράξη της Ευρωπαϊκής Kοινότητας με τίτλο-

«Οδηγία 2009/38/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 6ης Μαΐου 2009 για τη θέσπιση ευρωπαϊκού συμβουλίου εργαζομένων ή διαδικασίας σε επιχειρήσεις και ομίλους επιχειρήσεων κοινοτικής κλίμακας με σκοπό να ενημερώνονται οι εργαζόμενοι και να ζητείται η γνώμη τους»,

Η Bουλή των Αντιπροσώπων ψηφίζει ως ακολούθως:

ΜΕΡΟΣ Ι ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Συνοπτικός τίτλος

1. O παρών Nόμος θα αναφέρεται ως ο περί της Σύστασης Ευρωπαϊκών Συμβουλίων Εργαζομένων Nόμος του 2011.

Ερμηνεία

2. Για τους σκοπούς του παρόντος Nόμου, εκτός εάν από το κείμενο προκύπτει διαφορετική έννοια-

«διαβούλευση» σημαίνει την καθιέρωση διαλόγου και ανταλλαγής απόψεων μεταξύ των εκπροσώπων των εργαζομένων και της κεντρικής διεύθυνσης ή οποιουδήποτε άλλου καταλληλότερου οργάνου διευθυντικού επιπέδου, σε χρόνο, με τρόπο και με περιεχόμενο που δίνουν τη δυνατότητα στους εκπροσώπους των εργαζομένων, με βάση τα στοιχεία που παρασχέθηκαν, να διατυπώσουν γνώμη για τα προτεινόμενα μέτρα με τα οποία σχετίζεται η διαβούλευση, με κάθε επιφύλαξη των ευθυνών της διοίκησης και σε εύλογη προθεσμία, η οποία μπορεί να λαμβάνεται υπόψη από την επιχείρηση κοινοτικής κλίμακας ή τον όμιλο επιχειρήσεων κοινοτικής κλίμακας·

«ενημέρωση» σημαίνει τη διαβίβαση στοιχείων από τον εργοδότη στους εκπροσώπους των εργαζομένων, προκειμένου αυτοί να κατατοπιστούν για το εκάστοτε θέμα και να το εξετάσουν· η ενημέρωση πραγματοποιείται τον κατάλληλο χρόνο, με τον κατάλληλο τρόπο και το κατάλληλο περιεχόμενο, ώστε να μπορούν οι εκπρόσωποι των εργαζομένων να εξετάσουν σε βάθος τις πιθανές συνέπειες και, ενδεχομένως, να προετοιμάσουν τις διαβουλεύσεις με το αρμόδιο όργανο της επιχείρησης ή του ομίλου επιχειρήσεων κοινοτικής κλίμακας·

«ειδική διαπραγματευτική ομάδα» σημαίνει την ομάδα που συστήνεται σύμφωνα με τα άρθρα 8 και 9 του παρόντος Νόμου, προκειμένου να διαπραγματευτεί με την κεντρική διεύθυνση τη σύσταση ευρωπαϊκού συμβουλίου εργαζομένων ή τη θέσπιση διαδικασίας για την ενημέρωση των εργαζομένων και τη διαβούλευση με αυτούς σύμφωνα με το εδάφιο (1) του άρθρου 4 του παρόντος Νόμου·

«εκπρόσωποι των εργαζομένων» σημαίνει τους εκπροσώπους των εργαζομένων που προβλέπονται από την ισχύουσα νομοθεσία και πρακτική·

«επιχείρηση κοινοτικής κλίμακας» σημαίνει κάθε επιχείρηση που απασχολεί τουλάχιστο χίλιους (1000) εργαζομένους στα κράτη μέλη και τουλάχιστον εκατόν πενήντα (150) εργαζομένους σε καθένα από δύο τουλάχιστο διαφορετικά κράτη μέλη·

«ευρωπαϊκό συμβούλιο εργαζομένων» σημαίνει το συμβούλιο που συστήνεται σύμφωνα με το εδάφιο (1) του άρθρου 4 του παρόντος Νόμου ή σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 12 έως 16 του παρόντος Νόμου, με σκοπό την υλοποίηση της ενημέρωσης των εργαζομένων και της διαβούλευσης με αυτούς·

«Ευρωπαϊκός Οικονομικός Xώρος» σημαίνει τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, την Ισλανδία, τη Νορβηγία, το Λιχτενστάιν και την Ελβετία·

«κεντρική διεύθυνση» σημαίνει την κεντρική διεύθυνση της επιχείρησης κοινοτικής κλίμακας ή, για τους ομίλους επιχειρήσεων κοινοτικής κλίμακας, της ελέγχουσας επιχείρησης·

«κοινοτικής κλίμακας όμιλος επιχειρήσεων» σημαίνει κάθε όμιλο επιχειρήσεων που πληροί τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

(α) απασχολεί τουλάχιστο χίλιους (1000) εργαζομένους στα κράτη μέλη,

(β) έχει τουλάχιστο δύο επιχειρήσεις μέλη του ομίλου σε διαφορετικά κράτη μέλη, και

(γ) τουλάχιστο μία επιχείρηση μέλος του ομίλου απασχολεί τουλάχιστον εκατόν πενήντα (150) εργαζομένους σε ένα κράτος μέλος και τουλάχιστο μία άλλη επιχείρηση μέλος του ομίλου απασχολεί τουλάχιστον εκατόν πενήντα (150) εργαζομένους σε άλλο κράτος μέλος·

«κράτος μέλος» σημαίνει κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και περιλαμβάνει τα κράτη που αποτελούν συμβαλλόμενα μέρη στη Συμφωνία για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο και την Ελβετία·

«όμιλος επιχειρήσεων» σημαίνει κάθε όμιλο που περιλαμβάνει ελέγχουσα και ελεγχόμενες επιχειρήσεις.

ΜΕΡΟΣ ΙΙ ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Σκοπός και πεδίο εφαρμογής

3.(1) Σκοπός του παρόντος Νόμου είναι η διασφάλιση και βελτίωση του δικαιώματος των εργαζομένων για ενημέρωση και για διαβούλευση σε κοινοτικής κλίμακας επιχειρήσεις και ομίλους επιχειρήσεων.

(2) Οι διατάξεις του παρόντος Νόμου εφαρμόζονται σε επιχειρήσεις κοινοτικής κλίμακας που είναι εγκατεστημένες στην Kυπριακή Δημοκρατία και σε κοινοτικής κλίμακας ομίλους επιχειρήσεων των οποίων η ελέγχουσα ή η μητρική επιχείρηση είναι εγκατεστημένη στην Κυπριακή Δημοκρατία.

(3) Η ενημέρωση των εργαζομένων και η διαβούλευση με αυτούς πραγματοποιούνται στο κατάλληλο διευθυντικό επίπεδο και επίπεδο εκπροσώπησης, σε συνάρτηση με το εκάστοτε θέμα. Προς τον σκοπό αυτό, η αρμοδιότητα του ευρωπαϊκού συμβουλίου εργαζομένων και το πεδίο εφαρμογής της διαδικασίας ενημέρωσης των εργαζομένων και διαβούλευσης με αυτούς που διέπονται από τον παρόντα Νόμο, περιορίζονται σε διακρατικά ζητήματα.

(4) Διακρατικά θεωρούνται τα ζητήματα που αφορούν το σύνολο της επιχείρησης ή του ομίλου επιχειρήσεων κοινοτικής κλίμακας ή τουλάχιστον δύο επιχειρήσεις ή εγκαταστάσεις της επιχείρησης ή του ομίλου που βρίσκονται σε δύο διαφορετικά κράτη μέλη.

(5) Εφόσον οι συμφωνίες που αναφέρονται στο άρθρο 11 δεν προβλέπουν ευρύτερο πεδίο εφαρμογής, οι εξουσίες και οι αρμοδιότητες των ευρωπαϊκών συμβουλίων επιχειρήσεων και η έκταση των διαδικασιών για την ενημέρωση των εργαζομένων και τη διαβούλευση μ’ αυτούς, οι οποίες θεσπίζονται για την υλοποίηση του στόχου του εδαφίου (1), αφορούν, για τις επιχειρήσεις κοινοτικής κλίμακας, όλες τις εγκαταστάσεις που βρίσκονται στα κράτη μέλη και, για τους ομίλους επιχειρήσεων κοινοτικής κλίμακας, όλες τις επιχειρήσεις μέλη του ομίλου που βρίσκονται στα κράτη μέλη.

(6) [Διαγράφηκε].

Σύσταση Ευρωπαϊκού Συμβουλίου

4.(1) Για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου συνιστάται ευρωπαϊκό συμβούλιο εργαζομένων ή θεσπίζεται διαδικασία για την ενημέρωση των εργαζομένων και τη διαβούλευση μ’ αυτούς σε όλες τις επιχειρήσεις και σε όλους τους ομίλους επιχειρήσεων κοινοτικής κλίμακας, κατόπιν αιτήματος, σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο εδάφιο (1) του άρθρου 8, με σκοπό την ενημέρωση των εν λόγω εργαζομένων και τη διαβούλευση μ’ αυτούς. Οι ρυθμίσεις για την ενημέρωση των εργαζομένων και τη διαβούλευση με αυτούς καθορίζονται και τίθενται σε εφαρμογή κατά τέτοιο τρόπο ώστε να εξασφαλίζεται η αποτελεσματικότητά τους και να διευκολύνεται η αποτελεσματική λήψη αποφάσεων της επιχείρησης ή του ομίλου επιχειρήσεων.

(2) Kατά παρέκκλιση του εδαφίου (1), όταν κοινοτικής κλίμακας όμιλος επιχειρήσεων περιλαμβάνει μία ή περισσότερες επιχειρήσεις ή ομίλους επιχειρήσεων κοινοτικής κλίμακας, η σύσταση του ευρωπαϊκού συμβουλίου εργαζομένων γίνεται στο επίπεδο του ομίλου, εκτός εάν οι συμφωνίες που αναφέρονται στο άρθρο 11 περιλαμβάνουν διαφορετικές διατάξεις.

Ελέγχουσα Επιχείρηση

5.(1) Για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου, ως «ελέγχουσα επιχείρηση» νοείται η επιχείρηση η οποία δύναται να ασκεί δεσπόζουσα επιρροή σε μια άλλη επιχείρηση «ελεγχόμενη επιχείρηση», είτε λόγω δικαιωμάτων κυριότητας, χρηματοοικονομικής συμμετοχής είτε κανόνων που τη διέπουν.

(2) H δυνατότητα άσκησης δεσπόζουσας επιρροής τεκμαίρεται, υπό την επιφύλαξη αποδείξεως του εναντίου, όταν μία επιχείρηση έναντι μιας άλλης επιχειρήσεως αμέσως ή εμμέσως-

(α) Kατέχει την πλειοψηφία του καλυφθέντος κεφαλαίου της επιχείρησης· ή

(β) διαθέτει την πλειοψηφία των ψήφων που συνδέονται με τα μερίδια τα οποία εκδίδει η επιχείρηση· ή

(γ) δύναται να διορίζει περισσότερα από τα μισά μέλη του διοικητικού συμβουλίου ή του διευθυντικού ή του εποπτικού οργάνου της επιχείρησης.

(3) Για τους σκοπούς του εδαφίου (2), τα δικαιώματα ψήφου και διορισμού που διαθέτει η ελέγχουσα επιχείρηση περιλαμβάνουν τα αντίστοιχα δικαιώματα οποιασδήποτε ελεγχόμενης επιχείρησης και οποιουδήποτε προσώπου ή οργανισμού που ενεργεί με το όνομά του, αλλά για λογαριασμό της ελέγχουσας επιχείρησης ή κάθε άλλης ελεγχόμενης επιχείρησης.

(4) Κατά παρέκκλιση των διατάξεων των εδαφίων (1) και (2), μία επιχείρηση δεν είναι «ελέγχουσα επιχείρηση» άλλης επιχείρησης της οποίας κατέχει μετοχές, εφόσον πρόκειται για επιχείρηση αναφερόμενη στην παράγραφο (α) ή στις παραγράφους (γ) και (δ) του εδαφίου (5) του άρθρου 4 περί Eλέγχου των Συγκεντρώσεων των Επιχειρήσεων Νόμου.

(5) H δεσπόζουσα επιρροή δεν τεκμαίρεται μόνο από το γεγονός ότι εντεταλμένο πρόσωπο ασκεί τα καθήκοντά του δυνάμει της νομοθεσίας κράτους μέλους σχετικά με την εκκαθάριση, την πτώχευση, την αφερεγγυότητα, την παύση πληρωμών, τον πτωχευτικό συμβιβασμό ή άλλη ανάλογη διαδικασία.

(6) Προκειμένου να κριθεί εάν μία επιχείρηση είναι «ελέγχουσα επιχείρηση», εφαρμόζεται το δίκαιο του κράτους μέλους στο οποίο υπόκειται η εν λόγω επιχείρηση:

Νοείται ότι εάν το δίκαιο που διέπει την επιχείρηση δεν είναι το δίκαιο κράτους μέλους, εφαρμοστέο δίκαιο είναι το δίκαιο του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου βρίσκεται ο αντιπρόσωπός της ή, όταν δεν υπάρχει τέτοιος αντιπρόσωπος, το δίκαιο του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου βρίσκεται η κεντρική διεύθυνση εκείνης της επιχείρησης του ομίλου η οποία απασχολεί το μεγαλύτερο αριθμό εργαζομένων.

(7) Σε περίπτωση σύγκρουσης νόμων κατά την εφαρμογή του εδαφίου (2) του παρόντος άρθρου, και σε περίπτωση που δύο ή περισσότερες επιχειρήσεις ενός ομίλου ικανοποιούν ένα ή περισσότερα από τα κριτήρια που καθορίζονται στο εδάφιο (2), ελέγχουσα επιχείρηση θεωρείται η επιχείρηση η οποία ικανοποιεί το κριτήριο που καθορίζεται στην παράγραφο (γ) του εδαφίου (2), εκτός αν αποδειχτεί ότι μία άλλη επιχείρηση ασκεί δεσπόζουσα επιρροή.

Τρόπος καθορισμού κατώτατου αριθμού εργαζομένων

6.(1) Για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου, ο κατώτατος αριθμός εργαζομένων που απασχολούνται από την επιχείρηση ή/και τον όμιλο επιχειρήσεων καθορίζεται με βάση το σύνολο των εργαζομένων υπό οποιοδήποτε καθεστώς, περιλαμβανομένης της μερικής απασχόλησης, στην επιχείρηση τα τελευταία δύο χρόνια.

(2) Συμβάσεις εργασίας εργαζομένων ορισμένου χρόνου που έληξαν ή συμβάσεις μερικώς απασχολουμένων, ανάγονται σε πλήρη ετήσια απασχόληση που εφαρμόζει η επιχείρηση ή ο κλάδος εργαζομένων για τον υπολογισμό του αριθμού των εργαζομένων.

(3) Oι επιχειρήσεις που είναι εγκατεστημένες στην Kυπριακή Δημοκρατία και εμπίπτουν στις διατάξεις του παρόντος Νόμου υποχρεούνται να γνωστοποιήσουν εγγράφως τον αριθμό των απασχολουμένων, σύμφωνα με τις διατάξεις των εδαφίων (1) και (2), στην αρμόδια υπηρεσία του Yπουργείου Eργασίας και Kοινωνικών Aσφαλίσεων και τους εκπροσώπους των εργαζομένων εντός τριμήνου από της εφαρμογής του.

ΜΕΡΟΣ ΙΙΙ ΣYΣTAΣH EYPΩΠAΪKΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ Ή ΔIAΔIKAΣIA ΓIA THN ENHMEPΩΣH TΩN EPΓAZOMENΩN KAI TH ΔIABOYΛEYΣH ME AYTOYΣ
Ευθύνη για τη σύσταση ευρωπαϊκού συμβουλίου εργαζομένων ή την καθιέρωση διαδικασίας για την ενημέρωση των εργαζομένων και την διαβούλευση με αυτούς

7.(1) H κεντρική διεύθυνση είναι υπεύθυνη για τη δημιουργία των προϋποθέσεων και των μέσων που είναι αναγκαία για τη σύσταση του ευρωπαϊκού συμβουλίου εργαζομένων ή τη θέσπιση μιας διαδικασίας για την ενημέρωση και τη διαβούλευση, που προβλέπονται στο εδάφιο (1) του άρθρου 4, στην επιχείρηση κοινοτικής κλίμακας και τον κοινοτικής κλίμακας όμιλο επιχειρήσεων.

(2)(α) Όταν η κεντρική διεύθυνση δε βρίσκεται σε κράτος μέλος, ο εκπρόσωπος της κεντρικής διεύθυνσης σε κράτος μέλος, ο οποίος θα πρέπει, ενδεχομένως, να διορίζεται, φέρει την ευθύνη που αναφέρεται στο εδάφιο (1). και

(β) Eάν δεν υπάρχει τέτοιος εκπρόσωπος, την ευθύνη που αναφέρεται στο εδάφιο (1) έχει η διεύθυνση της εγκατάστασης ή της επιχείρησης του ομίλου η οποία απασχολεί το μεγαλύτερο αριθμό εργαζομένων σε κράτος μέλος.

(3) Για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου, ως κεντρική διεύθυνση θεωρείται ο εκπρόσωπος ή οι εκπρόσωποι της διεύθυνσης ή, αν δεν υπάρχουν, η διεύθυνση που αναφέρεται στην παράγραφο (β) του εδαφίου (2).

(4) Κάθε διεύθυνση επιχείρησης μέλους ομίλου επιχειρήσεων κοινοτικής κλίμακας, καθώς και η κατά την έννοια της παραγράφου (β) του εδαφίου (2) κεντρική διεύθυνση ή η κατά τεκμήριο κεντρική διεύθυνση της επιχείρησης ή του ομίλου επιχειρήσεων κοινοτικής κλίμακας είναι υπεύθυνη για την εξασφάλιση και τη διαβίβαση στα ενδιαφερόμενα μέρη των απαραίτητων πληροφοριών για την έναρξη των διαπραγματεύσεων που προβλέπονται στο άρθρο 8, και ιδίως των πληροφοριών που αφορούν τη δομή της επιχείρησης ή του ομίλου επιχειρήσεων και τον αριθμό των εργαζομένων. Η υποχρέωση αυτή αφορά ιδίως τις πληροφορίες σχετικά με τον αριθμό εργαζομένων δυνάμει των ερμηνευτικών διατάξεων «επιχείρηση κοινοτικής κλίμακας» και «κοινοτικής κλίμακας όμιλος επιχειρήσεων», που ορίζονται στο άρθρο 2.

Ειδική διαπραγματευτική ομάδα

8.(1) Για υλοποίηση του στόχου που αναφέρεται στο εδάφιο (1) του άρθρου 3, η κεντρική διεύθυνση αρχίζει τις διαπραγματεύσεις για τη σύσταση ευρωπαϊκού συμβουλίου εργαζομένων ή τη θέσπιση διαδικασίας για την ενημέρωση και τη διαβούλευση, με δική της πρωτοβουλία ή ύστερα από γραπτό αίτημα τουλάχιστο εκατό (100) εργαζομένων ή των εκπροσώπων τους, οι οποίοι υπάγονται τουλάχιστον σε δύο επιχειρήσεις ή εγκαταστάσεις που βρίσκονται σε δύο τουλάχιστο διαφορετικά κράτη μέλη.

(2) Για τους σκοπούς του εδαφίου (1) του παρόντος άρθρου συγκροτείται ειδική διαπραγματευτική ομάδα.

(3)(α) Οι αντιπρόσωποι που συμμετέχουν στην ειδική διαπραγματευτική ομάδα εκλέγονται με τους αναπληρωτές τους με την παρακάτω προτεραιότητα, ως εξής:

(i) Από τις υπάρχουσες συνδικαλιστικές οργανώσεις· και

(ii) όπου δεν υπάρχουν, απευθείας από τους εργαζομένους με άμεση εκλογή.

(β) Οι εργαζόμενοι στις εγκαταστάσεις ή/και επιχειρήσεις στις οποίες δεν υπάρχουν εκπρόσωποι των εργαζομένων για λόγους ανεξάρτητους από τη θέληση αυτών των τελευταίων, έχουν δικαίωμα να εκλέγουν ή να διορίζουν οι ίδιοι τα μέλη της ειδικής διαπραγματευτικής ομάδας.

Σύσταση ειδικής διαπραγματευτικής ομάδας

9.(1) Τα μέλη της ειδικής διαπραγματευτικής ομάδας εκλέγονται ή διορίζονται κατ’ αναλογία προς τον αριθμό των εργαζομένων που απασχολούνται σε έκαστο κράτος μέλος από την επιχείρηση κοινοτικής κλίμακας ή τον όμιλο επιχειρήσεων κοινοτικής κλίμακας, κατανέμοντας σε κάθε κράτος μέλος μια έδρα ανά μερίδα εργαζομένων που απασχολούνται σε αυτό το κράτος μέλος ίση με το 10 % του αριθμού των εργαζομένων που απασχολούνται στο σύνολο των κρατών μελών ή κλάσμα της εν λόγω μερίδας·

(2) Eφόσον υπάρξει αμοιβαία συμφωνία μεταξύ της κεντρικής διεύθυνσης και του ευρωπαϊκού συμβουλίου εργαζομένων δύναται να αναγνωριστεί δυνατότητα συμμετοχής εκπροσώπων των εργαζομένων τρίτων χωρών ως απλών παρατηρητών.

(3) H κεντρική διεύθυνση και οι τοπικές διευθύνσεις, καθώς και οι αρμόδιες ευρωπαϊκές οργανώσεις εργαζομένων και εργοδοτών ενημερώνονται για τη σύνθεση της ειδικής διαπραγματευτικής ομάδας και για την έναρξη των διαπραγματεύσεων.

Καθήκοντα ειδικής διαπραγματευτικής ομάδας

10.(1) H ειδική διαπραγματευτική ομάδα είναι υπεύθυνη με την κεντρική διεύθυνση για τον καθορισμό, μαζί με γραπτή συμφωνία, του πεδίου δράσης, της σύνθεσης, των καθηκόντων και της διάρκειας της θητείας του ευρωπαϊκού συμβουλίου εργαζομένων ή των ευρωπαϊκών συμβουλίων εργαζομένων ή τις ρυθμίσεις της διαδικασίας για την ενημέρωση των εργαζομένων και τη διαβούλευση με αυτούς.

(2) Mε την προοπτική σύναψης συμφωνίας δυνάμει του άρθρου 11, η κεντρική διεύθυνση συγκαλεί συνεδρίαση με την ειδική διαπραγματευτική ομάδα και ενημερώνει τις τοπικές διευθύνσεις σχετικά:

Νοείται ότι και μετά από κάθε συνεδρίαση με την κεντρική διεύθυνση, η ειδική διαπραγματευτική ομάδα έχει το δικαίωμα να συνεδριάζει, με τα απαραίτητα μέσα για την επικοινωνία των μελών της, χωρίς την παρουσία των εκπροσώπων της κεντρικής διεύθυνσης.

(3) Για τους σκοπούς των διαπραγματεύσεων, η ειδική διαπραγματευτική ομάδα δύναται να ζητεί να επικουρείται στο έργο της από εμπειρογνώμονες της επιλογής της, στους οποίους είναι δυνατόν να συμπεριλαμβάνονται εκπρόσωποι των αρμοδίων αναγνωρισμένων συνδικαλιστικών οργανώσεων από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Οι εμπειρογνώμονες και οι συνδικαλιστικοί εκπρόσωποι δύνανται να παρευρίσκονται, με συμβουλευτική ιδιότητα, στις διαπραγματευτικές συνεδριάσεις, κατόπιν αιτήματος της ειδικής διαπραγματευτικής ομάδας.

(4)(α) H ειδική διαπραγματευτική ομάδα, με πλειοψηφία τουλάχιστον δύο τρίτων, δύναται να αποφασίζει είτε να μην ξεκινήσει διαπραγματεύσεις σύμφωνα με το εδάφιο (2) του παρόντος άρθρου είτε να ακυρώσει τις διαπραγματεύσεις που διεξάγονται ήδη.

(β) H απόφαση αυτή τερματίζει τη διαδικασία για τη σύναψη συμφωνίας που προβλέπεται στο άρθρο 11. Όταν λαμβάνεται η απόφαση αυτή, οι διατάξεις των άρθρων 12 έως 16 δεν έχουν εφαρμογή.

(γ) Nέο αίτημα σύγκλησης της ειδικής διαπραγματευτικής ομάδας μπορεί να υποβληθεί το ενωρίτερο δύο έτη μετά την προαναφερόμενη απόφαση, εκτός εάν τα ενδιαφερόμενα μέρη ορίσουν συντομότερη προθεσμία.

(5) Tις δαπάνες τις σχετικές με τις διαπραγματεύσεις που αναφέρονται στα εδάφια (1), (2) και (3), τις αναλαμβάνει η κεντρική διεύθυνση, κατά τρόπο ώστε η ειδική διαπραγματευτική ομάδα να δύναται να εκπληρώνει την αποστολή της αποτελεσματικότερα. Συγκεκριμένα η κεντρική διεύθυνση αναλαμβάνει τις ακόλουθες δαπάνες:

(α) της εκλογής ή του διορισμού των μελών της ειδικής διαπραγματευτικής ομάδας·

(β) της οργάνωσης των συναντήσεων της ειδικής διαπραγματευτικής ομάδας, συμπεριλαμβανομένων των δαπανών διερμηνείας, διαμονής, οδοιπορικών εξόδων, συντήρησης των μελών της και εξόδων εκτύπωσης και κοινοποίησης των αποτελεσμάτων· και

(γ) ενός εμπειρογνώμονα από την ειδική διαπραγματευτική ομάδα προκειμένου να τη βοηθήσει στα καθήκοντά της.

Περιεχόμενο της συμφωνίας

11.(1) H κεντρική διεύθυνση και η ειδική διαπραγματευτική ομάδα οφείλουν να διαπραγματεύονται με πνεύμα συνεργασίας με σκοπό την επίτευξη συμφωνίας σχετικά με τις λεπτομέρειες της υλοποίησης της ενημέρωσης των εργαζομένων και της διαβούλευσης με αυτούς, οι οποίες προβλέπονται στο εδάφιο (1) του άρθρου 3.

(2) Άνευ επηρεασμού της αυτονομίας των μερών, η συμφωνία που αναφέρεται στο εδάφιο (1), η οποία διατυπώνεται γραπτώς μεταξύ της κεντρικής διεύθυνσης και της ειδικής διαπραγματευτικής ομάδας, προσδιορίζει τα ακόλουθα:

(α) τις επιχειρήσεις μέλη του κοινοτικής κλίμακας ομίλου επιχειρήσεων ή τις εγκαταστάσεις της επιχείρησης κοινοτικής κλίμακας, τις οποίες αφορά η συμφωνία·

(β) τη σύνθεση του ευρωπαϊκού συμβουλίου εργαζομένων, τον αριθμό των μελών, την κατανομή των εδρών, λαμβανομένης υπόψη, στο μέτρο του δυνατού, της ανάγκης ισόρροπης εκπροσώπησης των εργαζομένων κατά δραστηριότητα, κατηγορία εργαζομένων και φύλο, και τη διάρκεια της θητείας·

(γ) τα καθήκοντα του ευρωπαϊκού συμβουλίου εργαζομένων και τη διαδικασία για την ενημέρωσή του και τη διαβούλευση με αυτό, καθώς και τις ρυθμίσεις διασύνδεσης μεταξύ της ενημέρωσης και διαβούλευσης του ευρωπαϊκού συμβουλίου εργαζομένων και της ενημέρωσης και διαβούλευσης των εθνικών οργάνων εκπροσώπησης των εργαζομένων, τηρουμένων των αρχών στις οποίες αναφέρεται το εδάφιο (3) του άρθρου 3·

(δ) τον τόπο, τη συχνότητα και τη διάρκεια των συνεδριάσεων του ευρωπαϊκού συμβουλίου εργαζομένων·

(ε) τη σύνθεση, τη διαδικασία διορισμού, τα καθήκοντα και τους κανόνες λειτουργίας της επιτροπής περιορισμένης σύνθεσης που μπορεί συνιστάται στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού συμβουλίου εργαζομένων·

(στ) τους οικονομικούς πόρους και τα υλικά μέσα που διατίθενται στο ευρωπαϊκό συμβούλιο εργαζομένων·

(ζ) την ημερομηνία έναρξης ισχύος της συμφωνίας και τη διάρκειά της, τις ρυθμίσεις βάσει των οποίων δύναται να τροποποιηθεί η συμφωνία ή να καταγγελθεί, καθώς και τις περιπτώσεις στις οποίες θα πρέπει να γίνεται επαναδιαπραγμάτευση της συμφωνίας και τη διαδικασία για την επαναδιαπραγμάτευσή της, συμπεριλαμβανομένων, των περιπτώσεων εκείνων κατά τις οποίες επέρχονται τροποποιήσεις στη δομή της κοινοτικής κλίμακας επιχείρησης ή ομίλου επιχειρήσεων.

(3)(α) H κεντρική διεύθυνση και η ειδική διαπραγματευτική ομάδα δύνανται να αποφασίζουν γραπτώς και να θεσπίζουν μία ή περισσότερες διαδικασίες ενημέρωσης και διαβούλευσης αντί να συστήνουν ευρωπαϊκό συμβούλιο εργαζομένων.

(β) H συμφωνία προβλέπει ρυθμίσεις σύμφωνα με τις οποίες οι εκπρόσωποι των εργαζομένων έχουν το δικαίωμα να συνέρχονται προκειμένου να προβούν σε ανταλλαγή απόψεων σχετικά με τις πληροφορίες που τους ανακοινώνονται.

(γ) Oι πληροφορίες αυτές αφορούν, ιδίως, τα διακρατικά θέματα τα οποία επηρεάζουν σημαντικά τα συμφέροντα των εργαζομένων.

(4) Oι συμφωνίες που αναφέρονται στα εδάφια (2) και (3) δεν υπόκεινται, εκτός εάν οι εν λόγω συμφωνίες προβλέπουν διαφορετικά, στις επικουρικές υποχρεώσεις των άρθρων 12 έως 16.

(5) Για τους σκοπούς της σύναψης των συμφωνιών που αναφέρονται στα εδάφια (2) και (3), η ειδική διαπραγματευτική ομάδα αποφασίζει με πλειοψηφία των μελών της.

ΜΕΡΟΣ IV ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΕΣ ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ
Εφαρμογή επικουρικών υποχρεώσεων

12.(1) Για την αποτελεσματικότερη εφαρμογή του εδαφίου (1) του άρθρου 3, οι διατάξεις που προβλέπονται στα άρθρα 13 έως 16, εφαρμόζονται από το κράτος μέλος στο οποίο ευρίσκεται η κεντρική διεύθυνση, στις ακόλουθες περιπτώσεις:

(α) εάν τούτο αποφασιστεί από την κεντρική διεύθυνση και την ειδική διαπραγματευτική ομάδα· ή

(β) εάν η κεντρική διεύθυνση αρνηθεί την έναρξη διαπραγματεύσεων εντός εξαμήνου από την υποβολή του αιτήματος που αναφέρεται στο εδάφιο (1) του άρθρου 8· ή

(γ) εάν, εντός τριετίας από την ημερομηνία υποβολής του εν λόγω αιτήματος, τα μέρη δεν καταλήξουν στην κατά το άρθρο 11 συμφωνία και η ειδική διαπραγματευτική ομάδα δεν πάρει την απόφαση που προβλέπεται στο εδάφιο (4) του άρθρου 10.

Σύσταση ευρωπαϊκού συμβουλίου εργαζομένων

13. Συστήνεται ευρωπαϊκό συμβούλιο εργαζομένων, δυνάμει του άρθρου 4, του οποίου οι αρμοδιότητες και η σύνθεση διέπονται από τους παρακάτω όρους:

(α) Η αρμοδιότητα του ευρωπαϊκού συμβουλίου εργαζομένων καθορίζεται σύμφωνα με το εδάφιο (3) του άρθρου 3.

(β) Το ευρωπαϊκό συμβούλιο εργαζομένων απαρτίζεται από εργαζομένους της επιχείρησης κοινοτικής κλίμακας ή του ομίλου επιχειρήσεων κοινοτικής κλίμακας οι οποίοι εκλέγονται ή διορίζονται σύμφωνα με το εδάφιο (3) του άρθρου 8.

Σύνθεση ευρωπαϊκού συμβουλίου εργαζομένων

14.(1) Τα μέλη του ευρωπαϊκού συμβουλίου εργαζομένων εκλέγονται ή διορίζονται κατ’ αναλογία προς τον αριθμό των εργαζομένων που απασχολούνται σε κάθε κράτος μέλος από την επιχείρηση κοινοτικής κλίμακας ή από τον όμιλο επιχειρήσεων κοινοτικής κλίμακας, με την ακόλουθη κατανομή για κάθε κράτος μέλος:

(α) μια έδρα ανά μερίδα εργαζομένων που απασχολούνται σε αυτό το κράτος μέλος ίση με το 10 % του αριθμού των εργαζομένων που απασχολούνται στο σύνολο των κρατών· ή

(β) κλάσμα της εν λόγω μερίδας·

(2) Το ευρωπαϊκό συμβούλιο εργαζομένων, για να εξασφαλίζει το συντονισμό των δραστηριοτήτων του-

(α) εκλέγει μεταξύ των μελών του επιτροπή περιορισμένης σύνθεσης που αριθμεί πέντε μέλη κατά μέγιστο όριο, στην οποία εξασφαλίζει κατάλληλες συνθήκες για την άσκηση της δραστηριότητάς της σε τακτά διαστήματα,

(β) καταρτίζει τον εσωτερικό του κανονισμό· και

(3) H κεντρική διεύθυνση και κάθε άλλο καταλληλότερο όργανο διευθυντικού επιπέδου ενημερώνονται για τη σύνθεση του ευρωπαϊκού συμβουλίου εργαζομένων.

(4) Το ευρωπαϊκό συμβούλιο εργαζομένων, τέσσερα χρόνια μετά τη σύστασή του, εξετάζει εάν θα πρέπει να αρχίσουν διαπραγματεύσεις για σύναψη συμφωνίας, σύμφωνα με το άρθρο 11 ή θα εφαρμοστούν οι διατάξεις των άρθρων 12 έως 16.

(5) Tα άρθρα 11 και 12 εφαρμόζονται κατ’ αναλογία, εφόσον αποφασιστεί η διαπραγμάτευση συμφωνίας δυνάμει του άρθρου 11, στην περίπτωση αυτή η έκφραση «ειδική διαπραγματευτική ομάδα» αντικαθίσταται από την έκφραση «ευρωπαϊκό συμβούλιο εργαζομένων».

Αρμοδιότητες ευρωπαϊκού συμβουλίου εργαζομένων

15.(1) Το ευρωπαϊκό συμβούλιο εργαζομένων δύναται να συνεδριάζει μία φορά το χρόνο με την κεντρική διεύθυνση προκειμένου να ενημερώνεται και να δίνει τη γνώμη του, με βάση έκθεση της κεντρικής διεύθυνσης, για την εξέλιξη των δραστηριοτήτων και τις προοπτικές της επιχείρησης κοινοτικής κλίμακας ή του ομίλου επιχειρήσεων κοινοτικής κλίμακας. Oι τοπικές διευθύνσεις ενημερώνονται σχετικά με τα αποτελέσματα της συνάντησης.

(2) Η ενημέρωση του ευρωπαϊκού συμβουλίου εργαζομένων αφορά ιδίως τη δομή, τη χρηματοοικονομική κατάσταση, την πιθανή εξέλιξη των δραστηριοτήτων, την παραγωγή και τις πωλήσεις της επιχείρησης ή του ομίλου επιχειρήσεων κοινοτικής κλίμακας. Η ενημέρωση του ευρωπαϊκού συμβουλίου εργαζομένων και η διαβούλευση με αυτό αφορά ιδίως την κατάσταση και την πιθανή εξέλιξη της απασχόλησης, τις επενδύσεις, τις σημαντικές οργανωτικές αλλαγές, την εισαγωγή νέων μεθόδων εργασίας ή διαδικασιών παραγωγής, τις μεταφορές παραγωγής, τις συγχωνεύσεις, τη μείωση του μεγέθους ή την παύση λειτουργίας επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή σημαντικών τμημάτων τους και τις ομαδικές απολύσεις.

Η διαβούλευση πραγματοποιείται κατά τρόπον ώστε οι εκπρόσωποι των εργαζομένων να δύνανται να συνεδριάζουν με την κεντρική διεύθυνση και να λαμβάνουν αιτιολογημένη απάντηση σε κάθε γνώμη που ενδεχομένως διατυπώνουν·

(3) H επιτροπή περιορισμένης σύνθεσης ή, εάν αυτή δεν υπάρχει, το ευρωπαϊκό συμβούλιο εργαζομένων, ενημερώνονται εγκαίρως σε περίπτωση εξαιρετικών περιστάσεων ή αποφάσεων που επηρεάζουν σημαντικά τα συμφέροντα των εργαζομένων και ιδίως σε περίπτωση μετεγκατάστασης, παύσης της λειτουργίας επιχειρήσεων ή εγκαταστάσεων ή ομαδικών απολύσεων. Στην περίπτωση αυτή το ευρωπαϊκό συμβούλιο εργαζομένων έχει το δικαίωμα να συνεδριάζει, μετά από αίτησή του, με την κεντρική διεύθυνση ή οποιοδήποτε άλλο καταλληλότερο όργανο διευθυντικού επιπέδου στα πλαίσια της επιχείρησης κοινοτικής κλίμακας ή του ομίλου επιχειρήσεων κοινοτικής κλίμακας, που είναι αρμόδιο να λαμβάνει ίδιες αποφάσεις, προκειμένου να ενημερώνεται και να δίνει την γνώμη του. Σε περίπτωση που η συνεδρίαση διεξάγεται με την επιτροπή περιορισμένης σύνθεσης, δικαιούνται επίσης να συμμετάσχουν τα μέλη του ευρωπαϊκού συμβουλίου εργαζομένων, τα οποία έχουν εκλεγεί ή διορισθεί από τις εγκαταστάσεις ή/και τις επιχειρήσεις τις οποίες αφορούν άμεσα οι εν λόγω περιστάσεις ή αποφάσεις.

(4) H συνεδρίαση αυτή, για ενημέρωση και διαβούλευση, συγκαλείται το ταχύτερο δυνατό, με βάση την έκθεση που καταρτίζει η κεντρική διεύθυνση ή οποιοδήποτε άλλο κατάλληλο όργανο διευθυντικού επιπέδου της επιχείρησης κοινοτικής κλίμακας ή του ομίλου επιχειρήσεων κοινοτικής κλίμακας, επί της οποίας στο τέλος της συνεδρίασης ή εντός εύλογου χρονικού διαστήματος δύναται να διατυπώνεται και η γνώμη των μελών του ευρωπαϊκού συμβουλίου εργαζομένων. H συνεδρίαση αυτή δε θίγει τα προνόμια της κεντρικής διεύθυνσης.

(5) Πριν από κάθε συνάντηση με την κεντρική διεύθυνση, το ευρωπαϊκό συμβούλιο εργαζομένων ή η επιτροπή περιορισμένης σύνθεσης, ή/και διευρυμένη σύμφωνα με το εδάφιο (3), έχουν το δικαίωμα να συνεδριάζουν χωρίς να είναι παρούσα η διεύθυνση.

Λειτουργίες ευρωπαϊκού συμβουλίου εργαζομένων

16.(1) Με την επιφύλαξη του άρθρου 17, τα μέλη του ευρωπαϊκού συμβουλίου εργαζομένων ενημερώνουν τους εκπροσώπους των εργαζομένων στις εγκαταστάσεις ή στις επιχειρήσεις του ομίλου κοινοτικής κλίμακας, ή, εάν δεν υπάρχουν εκπρόσωποι, ενημερώνουν το σύνολο των εργαζομένων σχετικά με το περιεχόμενο και τα αποτελέσματα της διαδικασίας ενημέρωσης και διαβούλευσης.

(2) Το ευρωπαϊκό συμβούλιο εργαζομένων ή η επιτροπή περιορισμένης σύνθεσης μπορούν να επικουρούνται από εμπειρογνώμονες της επιλογής τους, στο μέτρο που αυτό είναι αναγκαίο για την εκπλήρωση των καθηκόντων τους.

(3) Oι δαπάνες λειτουργίας τους βαρύνουν την κεντρική διεύθυνση, όπως προβλέπεται στο εδάφιο (5) του άρθρου 10.

ΜΕΡΟΣ V ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Εμπιστευτικές πληροφορίες

17.(1)(α) Tα μέλη της ειδικής διαπραγματευτικής ομάδας και του ευρωπαϊκού συμβουλίου εργαζομένων, οι εμπειρογνώμονες που ενδεχομένως τα επικουρούν, καθώς και οι εκπρόσωποι των εργαζομένων, στο πλαίσιο μιας διαδικασίας για ενημέρωση και διαβούλευση, δεν επιτρέπεται να αποκαλύπτουν σε τρίτους τις πληροφορίες που τους ανακοινώθηκαν ρητά ως εμπιστευτικές.

(β) H υποχρέωση για εμπιστευτικότητα εξακολουθεί να υφίσταται και μετά τη λήξη της θητείας των ανωτέρω μελών, ανεξάρτητα από τον τόπο όπου βρίσκονται.

(γ) Tα μέλη του ευρωπαϊκού συμβουλίου εργαζομένων και η κεντρική διεύθυνση αποφασίζουν από κοινού τα θέματα τα οποία καλύπτονται από εμπιστευτικότητα, καθώς και τα στοιχεία της πληροφόρησης που θα ανακοινωθούν σε τρίτους.

(2)(α) H κεντρική διεύθυνση δεν έχει υποχρέωση να πληροφορήσει το ευρωπαϊκό συμβούλιο εργαζομένων για θέματα που:

(i) H φύση τους είναι τέτοια ώστε, σύμφωνα με αντικειμενικά κριτήρια, ενδέχεται να δυσχεράνουν σοβαρά τη λειτουργία των συγκεκριμένων επιχειρήσεων ή να τις ζημιώσουν·

(ii) χαρακτηρίζονται απόρρητα από την ισχύουσα νομοθεσία.

(β) Κατόπιν διατάγματος δικαστηρίου, η κεντρική διεύθυνση υποχρεούται να πληροφορεί το ευρωπαϊκό συμβούλιο εργαζομένων επί θεμάτων τα οποία θεωρούνται δυνάμει της παραγράφου (α) του παρόντος εδαφίου ως απόρρητα.

Αρχές που διέπουν τις σχέσεις κεντρικής διεύθυνσης, ευρωπαϊκού συμβουλίου εργαζομένων και εκπροσώπων των εργαζομένων

18.(1) H κεντρική διεύθυνση και το ευρωπαϊκό συμβούλιο εργαζομένων εργάζονται με πνεύμα συνεργασίας, σεβόμενες αμοιβαία τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους.

(2) Oι αρχές που παρατίθενται στο εδάφιο (1) ισχύουν και για τη συνεργασία μεταξύ της κεντρικής διεύθυνσης και των εκπροσώπων των εργαζομένων, στο πλαίσιο της διαδικασίας για την ενημέρωση και τη διαβούλευση των εργαζομένων.

Ρόλος και προστασία των εκπροσώπων των εργαζομένων

19.(1) Με την επιφύλαξη της αρμοδιότητας άλλων οργάνων ή οργανώσεων να εκπροσωπούν εργαζομένους, τα μέλη του ευρωπαϊκού συμβουλίου εργαζομένων διαθέτουν τα απαραίτητα μέσα για να ασκούν τα δικαιώματα που απορρέουν από τον παρόντα Νόμο και να εκπροσωπούν συλλογικά τα συμφέροντα των εργαζομένων της κοινοτικής κλίμακας επιχείρησης ή του κοινοτικής κλίμακας ομίλου επιχειρήσεων.

(2) Tα μέλη της ειδικής διαπραγματευτικής ομάδας, τα μέλη του ευρωπαϊκού συμβουλίου εργαζομένων και οι εκπρόσωποι των εργαζομένων που ασκούν τα καθήκοντά τους, στο πλαίσιο της διαδικασίας που προβλέπεται στο εδάφιο (3) του άρθρου 11, απολαύουν, κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, της ίδιας προστασίας, καθώς και εγγυήσεων ανάλογων προς την προστασία και τις εγγυήσεις που προβλέπονται για τους εκπροσώπους των εργαζομένων βάσει της ισχύουσας νομοθεσίας ή/και της πρακτικής.

(3) Η προστασία και οι εγγυήσεις που προβλέπονται στο εδάφιο (2) εφαρμόζονται και για τη συμμετοχή στις συνεδριάσεις της ειδικής διαπραγματευτικής ομάδας ή του ευρωπαϊκού συμβουλίου εργαζομένων ή σε οποιαδήποτε άλλη συνεδρίαση πραγματοποιούμενη στο πλαίσιο της συμφωνίας που αναφέρεται στο εδάφιο (3) του άρθρου 11, καθώς και την καταβολή των αποδοχών των μελών που ανήκουν στο προσωπικό της επιχείρησης κοινοτικής κλίμακας ή του κοινοτικής κλίμακας ομίλου επιχειρήσεων, κατά την αναγκαία για την άσκηση των καθηκόντων τους απουσία.

(4) Στο βαθμό που είναι απαραίτητο για την άσκηση των καθηκόντων εκπροσώπησης σε διεθνές περιβάλλον, παρέχεται επιμόρφωση χωρίς απώλεια μισθού στα μέλη της ειδικής διαπραγματευτικής ομάδας ή του ευρωπαϊκού συμβουλίου εργαζομένων.

(5) Ένα μέλος ειδικής διαπραγματευτικής ομάδας ή του ευρωπαϊκού συμβουλίου εργαζομένων ή ο αναπληρωτής του, που είναι μέλος πληρώματος κυπριακού ποντοπόρου σκάφους, δικαιούται να συμμετέχει σε συνεδρίαση της ειδικής διαπραγματευτικής ομάδας ή του ευρωπαϊκού συμβουλίου εργαζομένων ή σε οποιαδήποτε άλλη συνάντηση σύμφωνα με τις διαδικασίες που καθορίζονται δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου (3) του άρθρου 11, σε περίπτωση που το εν λόγω μέλος ή ο αναπληρωτής του δε βρίσκεται εν πλω ή σε λιμένα κράτους διαφορετικού από εκείνο στο οποίο η ναυτιλιακή εταιρεία έχει την έδρα της, όταν πραγματοποιείται η συνεδρίαση·

(6) Οι συνεδριάσεις, όπου είναι εφικτό, πρέπει να προγραμματίζονται ώστε να διευκολύνουν τη συμμετοχή των μελών, ή των αναπληρωτών, που είναι μέλη των πληρωμάτων κυπριακών ποντοπόρων σκαφών·

(7) Σε περιπτώσεις κατά τις οποίες ένα μέλος της ειδικής διαπραγματευτικής ομάδας ή του ευρωπαϊκού συμβουλίου εργαζομένων ή ο αναπληρωτής του, που είναι μέλος του πληρώματος κυπριακού ποντοπόρου σκάφους, δε δύναται να παραστεί στη συνεδρίαση, εξετάζεται η δυνατότητα χρησιμοποίησης, εφόσον είναι δυνατόν, νέων τεχνολογιών της πληροφορίας και της επικοινωνίας.

Προσαρμογή

20.(1) Όταν επέρχονται σοβαρές αλλαγές στη δομή της επιχείρησης κοινοτικής κλίμακας ή του ομίλου επιχειρήσεων κοινοτικής κλίμακας και είτε δεν προβλέπονται διατάξεις από τις ισχύουσες συμφωνίες είτε υπάρχει σύγκρουση διατάξεων δύο ή περισσότερων ισχυουσών συμφωνιών, η κεντρική διεύθυνση αρχίζει τις διαπραγματεύσεις δυνάμει των άρθρων 8, 9 και 10, με δική της πρωτοβουλία ή ύστερα από γραπτή αίτηση τουλάχιστον εκατό (100) εργαζομένων ή των εκπροσώπων τους σε τουλάχιστον δύο επιχειρήσεις ή εγκαταστάσεις σε τουλάχιστον δύο διαφορετικά κράτη μέλη.

(2) Τουλάχιστον τρία μέλη του υφισταμένου ευρωπαϊκού συμβουλίου εργαζομένων ή καθενός από τα υφιστάμενα ευρωπαϊκά συμβούλια εργαζομένων καθίστανται μέλη της ειδικής διαπραγματευτικής ομάδας, επιπλέον των μελών που εκλέγονται ή διορίζονται κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 9.

(3) Κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων, το υφιστάμενο ευρωπαϊκό συμβούλιο ή συμβούλια εργαζομένων εξακολουθούν να λειτουργούν σύμφωνα με τις λεπτομερείς διατάξεις που έχουν ενδεχομένως προσαρμοσθεί με συμφωνία η οποία συνάφθηκε μεταξύ των μελών του ευρωπαϊκού συμβουλίου ή συμβουλίων εργαζομένων και της κεντρικής διεύθυνσης.

Ισχύουσες συμφωνίες

21.(1) Με την επιφύλαξη του άρθρου 20, οι υποχρεώσεις που απορρέουν από τον παρόντα Νόμο δεν εφαρμόζονται σε επιχειρήσεις κοινοτικής κλίμακας ή ομίλους επιχειρήσεων κοινοτικής κλίμακας στις περιπτώσεις όπου μια συμφωνία που έχει συναφθεί σύμφωνα με το άρθρο 11 των περί της Σύστασης Ευρωπαϊκών Επιτροπών Επιχειρήσεων Νόμου έχει υπογραφεί ή αναθεωρηθεί στο χρονικό διάστημα μεταξύ 5ης Ιουνίου 2009 και της ημερομηνίας έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου.

(2) Ο περί της Σύστασης Ευρωπαϊκών Επιτροπών Επιχειρήσεων Νόμος, όταν η συμφωνία έχει υπογραφεί ή αναθεωρηθεί, εξακολουθεί να εφαρμόζεται για επιχειρήσεις ή ομίλους επιχειρήσεων που αναφέρονται στο εδαφίου (1).

(3) Κατά τη λήξη των συμφωνιών που συνάπτονται σύμφωνα με το εδάφιο (1), τα μέρη στις συμφωνίες αυτές μπορούν να αποφασίσουν από κοινού την παράταση ή την αναθεώρησή τους. Εάν τούτο δεν συμβεί, εφαρμόζονται οι διατάξεις του παρόντος Νόμου.

ΜΕΡΟΣ VI ΑΔΙΚΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΠΟΙΝΕΣ
Αδικήματα και ποινές

22. Όποιος παραβαίνει τις διατάξεις του παρόντος Νόμου είναι ένοχος αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης μέχρι δύο έτη ή σε ποινή προστίμου μέχρι τριάντα τέσσερις χιλιάδες ευρώ (34.000) ή και στις δύο ποινές μαζί.

ΜΕΡΟΣ VIΙ ΕΠΙΦΥΛΑΞΕΙΣ
Επιφυλάξεις

23.(1) Οι διατάξεις του παρόντος Νόμου εφαρμόζονται στο βαθμό που δεν επηρεάζουν τις διατάξεις του περί Ομαδικών Απολύσεων Νόμου και τα περί Διατήρησης και Διασφάλισης των Δικαιωμάτων των Eργοδοτουμένων κατά τη Μεταβίβαση Επιχειρήσεων, Εγκαταστάσεων ή Τμημάτων Επιχειρήσεων ή Εγκαταστάσεων Νόμου.

(2) O παρών Νόμος δε θίγει τα δικαιώματα των εργαζομένων τα σχετικά με την ενημέρωσή τους και τις διαβουλεύσεις με αυτούς, τα οποία υφίστανται σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία και πρακτική.

Κατάργηση

24. Από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου, οι περί της Σύστασης Ευρωπαϊκών Επιτροπών Επιχειρήσεων Νόμοι του 2002 έως 2007 καταργούνται.