Συνοπτικός τίτλος

1. Ο παρών Νόμος θα αναφέρεται ως ο περί Προστασίας του Απόρρητου της Ιδιωτικής Επικοινωνίας (Παρακολούθηση Συνδιαλέξεων και Πρόσβαση σε Καταγεγραμμένο Περιεχόμενο Ιδιωτικής Επικοινωνίας) Νόμος του 1996.

ΜΕΡΟΣ Ι ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Ερμηνεία

2. Στον παρόντα Νόμο, εκτός αν από το κείμενο προκύπτει διαφορετική έννοια-

“αδίκημα” σημαίνει αδίκημα, το οποίο περιλαμβάνεται στην υποπαράγραφο Β της παραγράφου 2 του Άρθρου 17 του Συντάγματος·

“ανακριτής” σημαίνει μέλος της Αστυνομίας που διερευνά τη διάπραξη αδικήματος ή/και οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο που εξουσιοδοτείται να διενεργεί ανακρίσεις σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου (2) του άρθρου 4 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου ή σύμφωνα με τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου νόμου·

“Αρχή” σημαίνει την Αρχή Τηλεπικοινωνιών Κύπρου και περιλαμβάνει τους αξιωματούχους, τα μέλη και τους υπαλλήλους της

“δημόσιος λειτουργός” έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 4 του Ποινικού Κώδικα

“Δικαστής” σημαίνει Πρόεδρο Επαρχιακού Δικαστηρίου ή Ανώτερο Επαρχιακό Δικαστή και έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από τα άρθρα 2 και 4 του περί Δικαστηρίων Νόμου, και “Δικαστήριο” “ποινική διαδικασία” και “πολιτική διαδικασία” έχουν την έννοια που αποδίδεται στους όρους αυτούς από το άρθρο 2 του περί Δικαστηρίων Νόμου:

Νοείται ότι για σκοπούς του παρόντος Νόμου ποινική ή πολιτική διαδικασία σημαίνει μόνο τη διαδικασία εκείνη που είναι σχετική με το αδίκημα ή τους λόγους για τους οποίους εκδόθηκε δικαστικό ένταλμα.

“δικαστικό ένταλμα” σημαίνει ένταλμα που εκδίδεται δυνάμει των άρθρων 8, 9 και 19 ή 21, 22 και 23 του παρόντος Νόμου·

“ενσύρματη επικοινωνία” σημαίνει οποιαδήποτε επικοινωνία που διενεργείται εν όλω ή εν μέρει με τη χρήση διευκολύνσεων ή τηλεπικοινωνιακού εξοπλισμού για τη μεταβίβαση, εκπομπή ή λήψη σημείων, σημάτων, κειμένων, εικόνων και ήχων ή πληροφοριών οποιασδήποτε φύσεως με τη βοήθεια σύρματος, καλωδίου ή οποιασδήποτε άλλης σύνδεσης μεταξύ του σημείου εκπομπής και του σημείου λήψης ο οποίος διατίθεται, προμηθεύεται ή λειτουργεί από την Αρχή ή από πρόσωπο ή πρόσωπα κατόπιν ειδικής άδειας της Αρχής και με τέτοιους όρους που μπορεί να επιβληθούν από την Αρχή σύμφωνα με τις πρόνοιες των εν ισχύι νόμων

“εξουσιοδότηση” σημαίνει εξουσιοδότηση ή έγκριση για παρακολούθηση ιδιωτικής επικοινωνίας η οποία δίνεται δυνάμει των άρθρων 8, 9 και 19 του παρόντος Νόμου

“ηλεκτρονική, μηχανική, ηλεκτρομαγνητική, ακουστική ή άλλη συσκευή ή μηχάνημα” σημαίνει οποιαδήποτε συσκευή ή μηχάνημα που χρησιμοποιείται ή μπορεί να χρησιμοποιηθεί για υποκλοπή ή παρακολούθηση ιδιωτικής επικοινωνίας, αλλά δεν περιλαμβάνει-

(α) Οποιοδήποτε τηλεφωνικό ή τηλεγραφικό όργανο, εργαλείο, συσκευή ή τηλεπικοινωνιακό εξοπλισμό ή εγκατάσταση ή διευκόλυνση, ή οποιοδήποτε συστατικό τους, το οποίο προμηθεύεται ο συνδρομητής από την Αρχή ή από πρόσωπο κατόπιν ειδικής άδειας της Αρχής και με τέτοιους όρους που μπορεί να επιβληθούν από την αρχή, σύμφωνα με τις πρόνοιες των εν ισχύι νόμων, και χρησιμοποιείται από το συνδρομητή ή τον κάτοχο ειδικής άδειας ή την Αρχή κατά τη συνήθη πορεία των εργασιών τους,

(β) ακουστική συσκευή ή εργαλείο ή μηχάνημα το οποίο χρησιμοποιείται από την Αρχή για διόρθωση υποτονικού ή κάτω του συνήθους ήχου σε επίπεδο όχι καλύτερο του συνήθους, για εξυπηρέτηση του συνδρομητή˙

“θιγέν πρόσωπο” σημαίνει πρόσωπο το οποίο συμμετείχε σε ιδιωτική επικοινωνία που έτυχε υποκλοπής ή παρακολούθησης ή το πρόσωπο εναντίον του οποίου κατευθυνόταν τέτοια υποκλοπή ή παρακολούθηση ή, για σκοπούς έκδοσης και εκτέλεσης εντάλματος πρόσβασης σε καταγεγραμμένο περιεχόμενο ιδιωτικής επικοινωνίας, το πρόσωπο ή τα πρόσωπα που αναφέρονται στην παράγραφο (iv) του άρθρου 22˙

“ιδιωτική επικοινωνία” σημαίνει οποιαδήποτε προφορική ή γραπτή ή άλλης μορφής επικοινωνία ή οποιαδήποτε τηλεπικοινωνία ή ηλεκτρονική επικοινωνία γίνεται από πρόσωπο κάτω από περιστάσεις κατά τις οποίες είναι λογικό το πρόσωπο αυτό να αναμένει ότι δε θα υποκλαπεί ή θα παρακολουθηθεί από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο, εκτός από εκείνο το οποίο σκοπείται να λάβει την επικοινωνία αυτή και περιλαμβάνει τη ραδιοεπικοινωνία και την ενσύρματη επικοινωνία˙

«καταγεγραμμένο περιεχόμενο ιδιωτικής επικοινωνίας” σημαίνει περιεχόμενο ιδιωτικής επικοινωνίας οποιασδήποτε μορφής, το οποίο βρίσκεται καταγεγραμμένο ή αποθηκευμένο σε οποιοδήποτε έγγραφο, συσκευή ή αντικείμενο και περιλαμβάνει επικοινωνία καταγεγραμμένη σε επιστολές, ηλεκτρονικά μηνύματα και μηνύματα μέσω υπηρεσίας σύντομων μηνυμάτων (sms) ή μέσω υπηρεσίας μηνυμάτων πολυμέσων (mms) ή ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (emails) ή άλλων μηνυμάτων διαδικτύου·

“παρακολούθηση” σημαίνει την ακουστική ή άλλως πως λήψη του περιεχομένου οποιασδήποτε ιδιωτικής επικοινωνίας με τη χρήση οποιασδήποτε ηλεκτρονικής, μηχανικής, ηλεκτρομαγνητικής, ακουστικής ή άλλης συσκευής ή μηχανήματος και περιλαμβάνει ακρόαση, μαγνητοφώνηση ή οποιασδήποτε άλλης μορφής καταγραφή ή λήψη του περιεχομένου της επικοινωνίας αυτής είτε στο σύνολο είτε εν μέρει είτε ως προς την ουσία είτε τη σημασία ή την έννοια ή το σκοπό της˙

“περιεχόμενο” [Διαγράφηκε]˙

“περιεχόμενο ιδιωτικής επικοινωνίας” σημαίνει οτιδήποτε περιέχεται σε ιδιωτική επικοινωνία·

“πτωχεύσας” έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από τον περί Πτωχεύσεως Νόμο˙

“ραδιοεπικοινωνία” σημαίνει τηλεπικοινωνία που πραγματοποιείται με τη βοήθεια των ραδιοηλεκτρικών κυμάτων˙

“συνδρομητής”, “εγκατάσταση” και “τηλεπικοινωνιακός εξοπλισμός” έχουν την έννοια που αποδίδεται στους όρους αυτούς από το άρθρο 2 του περί Υπηρεσίας Τηλεπικοινωνιών Νόμου˙

“τηλεπικοινωνία” σημαίνει οποιαδήποτε ενσύρματη, ασύρματη, ραδιοηλεκτρική, οπτική ή μέσω άλλου ηλεκτρομαγνητικού συστήματος, μεταβίβαση, εκπομπή ή λήψη σημείων, σημάτων, κειμένων, εικόνων και ήχων, ή πληροφορία οποιασδήποτε φύσεως˙

“τηλεπικοινωνιακές υπηρεσίες προς το κοινό” σημαίνει τις σταθερές ή κινητές τηλεπικοινωνιακές υπηρεσίες που μπορούν να παρασχεθούν και διατίθενται προς χρήση από το κοινό και περιλαμβάνουν την τηλεφωνία, τηλεγραφία, τέλεξ, τηλεομοιοτυπία, μεταβίβαση δεδομένων, εκπομπή ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών προγραμμάτων και εκμισθωμένα κυκλώματα για οποιουσδήποτε από τους ανωτέρω σκοπούς, καθώς και υπηρεσίες ραδιοπλοηγήσεως, εξερευνήσεως του διαστήματος, μετεωρολογικές και άλλες υπηρεσίες˙

“τηλέφωνο”, “τηλέγραφος” και “τηλεγράφημα” έχουν την έννοια που αποδίδεται στους όρους αυτούς από το άρθρο 2 του περί Τηλεγράφων Νόμου˙

“υποκλοπή” σημαίνει παρακολούθηση ιδιωτικής επικοινωνίας κατά παράβαση των διατάξεων του παρόντος Νόμου.

ΜΕΡΟΣ ΙΙ ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗ Ή ΥΠΟΚΛΟΠΗ ΙΔΙΩΤΙΚΗΣ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ
Αδικήματα

3.-(1) Εκτός όπου ειδικά προβλέπεται διαφορετικά στον παρόντα Νόμο, κάθε πρόσωπο το οποίο-

(α) εσκεμμένα υποκλέπτει ή παρακολουθεί ή με οποιοδήποτε τρόπο αποκτά πρόσβαση ή αποπειράται να υποκλέψει ή να παρακολουθήσει ή με οποιοδήποτε τρόπο να αποκτήσει πρόσβαση ή προκαλεί ή επιτρέπει ή εξουσιοδοτεί οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο να υποκλέψει ή να παρακολουθήσει ή να αποκτήσει πρόσβαση ή να αποπειραθεί να υποκλέψει ή να παρακολουθήσει ή να αποκτήσει πρόσβαση στο περιεχόμενο οποιασδήποτε ιδιωτικής επικοινωνίας· ή

(β) εσκεμμένα χρησιμοποιεί, αποπειράται να χρησιμοποιήσει ή προκαλεί ή επιτρέπει ή εξουσιοδοτεί οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο να χρησιμοποιήσει ή να αποπειραθεί να χρησιμοποιήσει οποιαδήποτε ηλεκτρονική, μηχανική, ηλεκτρομαγνητική, ακουστική ή άλλη συσκευή ή μηχάνημα, προς το σκοπό υποκλοπής ή παρακολούθησης ή πρόσβασης στο περιεχόμενο οποιασδήποτε ιδιωτικής επικοινωνίας· ή

(γ) εσκεμμένα αποκαλύπτει ή αποπειράται να αποκαλύψει σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο το περιεχόμενο οποιασδήποτε ιδιωτικής επικοινωνίας, γνωρίζοντας ή έχοντας λόγο να γνωρίζει ότι η πληροφορία λήφθηκε από υποκλοπή ή παρακολούθηση ή πρόσβαση στο περιεχόμενο ιδιωτικής επικοινωνίας· ή

(δ) εσκεμμένα χρησιμοποιεί ή αποπειράται να χρησιμοποιήσει το περιεχόμενο οποιασδήποτε ιδιωτικής επικοινωνίας, γνωρίζοντας ή έχοντας λόγο να γνωρίζει ότι η πληροφορία λήφθηκε από υποκλοπή ή παρακολούθηση ή πρόσβαση στο περιεχόμενο ιδιωτικής επικοινωνίας,

είναι ένοχο αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα πέντε (5) χρόνια.

(2) Οι διατάξεις του εδαφίου (1) δεν εφαρμόζονται σε σχέση με πρόσωπο το οποίο-

(α) Έχει την προηγούμενη ρητή έγκριση για παρακολούθηση ή πρόσβαση στο περιεχόμενο της ιδιωτικής επικοινωνίας από το πρόσωπο που προβαίνει ή έχει προβεί στην επικοινωνία αυτή και από το πρόσωπο το οποίο έλαβε ή σκοπείται να λάβει την επικοινωνία αυτή ή από το ένα από τα δύο σε περίπτωση άσεμνων, ενοχλητικών ή απειλητικών ανώνυμων τηλεφωνικών συνδιαλέξεων˙

(β) προβαίνει σε καταγραφή αριθμών τηλεφωνικών κλήσεων, αφού προηγουμένως εξασφαλίσει διάταγμα δικαστηρίου ή εφόσον  πρόκειται για σκοπούς χρέωσης και είναι εν γνώσει του προσώπου που προβαίνει στην επικοινωνία αυτή˙

(γ) προβαίνει σε παρακολούθηση ιδιωτικής επικοινωνίας, σύμφωνα με εξουσιοδότηση ή έγκριση η οποία δόθηκε δυνάμει των άρθρων 8, 9 και 19 του παρόντος Νόμου ή καλόπιστα υποβοηθεί με οποιοδήποτε τρόπο στην παρακολούθηση ιδιωτικής επικοινωνίας άλλο πρόσωπο ή πρόσωπα το οποίο ή τα οποία έχει εύλογη και πιθανή αιτία να πιστεύει ότι ενεργούν σύμφωνα με τέτοια εξουσιοδότηση ή έγκριση˙

(δ) προβαίνει σε παρακολούθηση του περιεχόμενου ιδιωτικής επικοινωνίας με τρίτα πρόσωπα ατόμων που τελούν σε φυλάκιση˙

(ε) είναι αξιωματούχος ή μέλος ή υπάλληλος της Αρχής ή πρόσωπο το οποίο ενεργεί κατόπιν άδειας της Αρχής και με τέτοιους όρους που επιβλήθηκαν από την Αρχή σύμφωνα με τις πρόνοιες των εν ισχύι νόμων, ασχολείται με την παροχή τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών προς το κοινό και προβαίνει σε παρακολούθηση ιδιωτικής επικοινωνίας, εφόσον η παρακολούθηση αυτή είναι τυχαία και απόλυτα αναγκαία για σκοπούς παροχής τέτοιων υπηρεσιών ή για σκοπούς συντήρησης ή ελέγχου της ποιότητας τηλεπικοινωνιακού εξοπλισμού˙

(στ) είναι αξιωματούχος ή μέλος ή υπάλληλος της Αρχής ή πρόσωπο το οποίο ενεργεί κατόπιν άδειας της Αρχής και με τέτοιους όρους που επιβλήθηκαν από την Αρχή, σύμφωνα με τις πρόνοιες των εν ισχύι νόμων, και παρείχε πληροφορίες, διευκολύνσεις ή τεχνική βοήθεια για παρακολούθηση ιδιωτικής επικοινωνίας δυνάμει των προνοιών των άρθρων 8, 9 και 19 του παρόντος Νόμου˙

(ζ) είναι δημόσιος λειτουργός ο οποίος κατά την άσκηση των συνήθων καθηκόντων του έλαβε γνώση του περιεχομένου παρακολούθησης ιδιωτικής επικοινωνίας η οποία πραγματοποιήθηκε σύμφωνα με εξουσιοδότηση ή έγκριση που δόθηκε δυνάμει διατάξεων του παρόντος Νόμου ή μαρτυρίας που προκύπτει από τέτοια παρακολούθηση ή πρόσβαση στο περιεχόμενο ιδιωτικής επικοινωνίας και αποκάλυψε το περιεχόμενο αυτό σε άλλο δημόσιο λειτουργό:

Νοείται ότι η αποκάλυψη αυτή θα τύχει απόλυτα εμπιστευτικής χρήσης και η αποκάλυψη αυτή είναι κατάλληλη και απαραίτητη για την αναγκαία άσκηση των επίσημων καθηκόντων του δημόσιου λειτουργού ο οποίος προβαίνει στην αποκάλυψη και του δημόσιου λειτουργού ο οποίος τη λαμβάνει˙

(η) είναι δημόσιος λειτουργός ο οποίος κατά την άσκηση των συνήθων καθηκόντων του έλαβε γνώση του περιεχομένου παρακολούθησης ιδιωτικής επικοινωνίας που πραγματοποιήθηκε σύμφωνα με εξουσιοδότηση ή έγκριση που δόθηκε δυνάμει διατάξεων του παρόντος Νόμου ή μαρτυρίας που προκύπτει από τέτοια παρακολούθηση και έκανε χρήση του περιεχομένου αυτού, νοουμένου ότι η χρήση αυτή είναι απόλυτα εμπιστευτική και κατάλληλη και απαραίτητη για την αναγκαία άσκηση των επίσημων καθηκόντων του˙

(θ) έλαβε οποιαδήποτε πληροφορία σχετική με παρακολούθηση ιδιωτικής επικοινωνίας ή το περιεχόμενο αυτής ή μαρτυρία που προκύπτει από τέτοια παρακολούθηση ή πρόσβαση στο περιεχόμενο ιδιωτικής επικοινωνίας και αποκαλύπτει αυτήν, καταθέτοντας ως μάρτυρας σ’ οποιαδήποτε ποινική ή πολιτική διαδικασία ενώπιον αρμόδιου δικαστηρίου, νοουμένου ότι η εν λόγω παρακολούθηση ή πρόσβαση πραγματοποιήθηκε σύμφωνα με εξουσιοδότηση ή έγκριση που δόθηκε δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου ή κατόπιν προηγούμενης ρητής έγκρισης του προσώπου που προέβη στην επικοινωνία και του προσώπου που έλαβε αυτή ή από το ένα από τα δύο σε περίπτωση άσεμνων, ενοχλητικών ή απειλητικών ανώνυμων τηλεφωνικών συνδιαλέξεων˙

(ι) αποκτά πρόσβαση στο περιεχόμενο ιδιωτικής επικοινωνίας, σύμφωνα με εξουσιοδότηση ή έγκριση, η οποία δόθηκε δυνάμει των διατάξεων των άρθρων 21, 22 και 23, ή καλόπιστα υποβοηθεί με οποιοδήποτε τρόπο στη λήψη του περιεχομένου ιδιωτικής επικοινωνίας από άλλο πρόσωπο ή πρόσωπα που έχουν εύλογη και πιθανή αιτία να πιστεύουν ότι ενεργούν σύμφωνα με τέτοια εξουσιοδότηση ή έγκριση.

(3) Στις περιπτώσεις που η ιδιωτική επικοινωνία γίνεται από περισσότερα από ένα πρόσωπα ή σκοπείται να λάβουν την επικοινωνία περισσότερα από ένα πρόσωπα, η απαιτούμενη από το εδάφιο (2)(α) προηγούμενη ρητή έγκριση για παρακολούθηση δέον να ληφθεί από όλα τα πρόσωπα που προβαίνουν στην επικοινωνία και από όλα τα πρόσωπα που σκοπείται να λάβουν αυτή ή από το ένα από αυτά σε περίπτωση άσεμνων, ενοχλητικών ή απειλητικών ανώνυμων τηλεφωνικών συνδιαλέξεων.

Συσκευές ή μηχανήματα υποκλοπών ή παρακολουθήσεων

4.-(1) Κανένας δεν μπορεί να εισάγει, κατασκευάζει, διαφημίζει, πωλεί ή άλλως πως διαθέτει ηλεκτρονική, μηχανική, ηλεκτρομαγνητική, ακουστική ή άλλη συσκευή ή μαχάνημα που γνωρίζει ή οφείλει να γνωρίζει ότι μπορεί να χρησιμοποιηθεί για υποκλοπή ή παρακολούθηση ιδιωτικής επικοινωνίας, χωρίς την προς τούτο άδεια της Αρχής και με τέτοιους όρους που επιβλήθηκαν από την Αρχή.

(2) Κάθε πρόσωπο που παραβαίνει τις διατάξεις του εδαφίου (1) ή οποιοδήποτε όρο της χορηγούμενης σ’ αυτό άδειας είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τους τρεις μήνες ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις χίλιες λίρες ή και στις δύο ποινές.

(3) Άδεια που χορηγείται δυνάμει του εδαφίου (1) θα πρέπει απαραίτητα να είναι δεόντως αιτιολογημένη και να κοινοποιείται στο Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας.

Κατάσχεση ή/και δήμευση συσκευών ή μηχανημάτων υποκλοπών ή παρακολουθήσεων

5. Οποιαδήποτε ηλεκτρονική, μηχανική, ηλεκτρομαγνητική, ακουστική ή άλλη συσκευή ή μηχάνημα χρησιμοποιείται, εισάγεται, κατασκευάζεται, διαφημίζεται, πωλείται ή άλλως πως διατίθεται κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 3 και 4 του παρόντος Νόμου μπορεί να κατασχεθεί ή/και να δημευθεί.

Αίτηση για εξουσιοδότηση παρακολούθησης ιδιωτικής επικοινωνίας

6.-(1) Ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας δύναται, κατόπιν παρακλήσεως του Αρχηγού της Αστυνομίας ή του Διευθυντή του Τμήματος Τελωνείων, να απευθύνει αίτηση (ex parte) στο επαρχιακό δικαστήριο της επαρχίας στην οποία διαμένει, μόνιμα ή προσωρινά, το πρόσωπο που θα προβεί στην ιδιωτική επικοινωνία ή στο επαρχιακό δικαστήριο της επαρχίας στην οποία διαμένει, μόνιμα ή προσωρινά, το πρόσωπο που θα λάβει την επικοινωνία αυτή, ζητώντας έκδοση δικαστικού εντάλματος, το οποίο να εξουσιοδοτεί ή να εγκρίνει ή να παρατείνει την παρακολούθηση ιδιωτικής επικοινωνίας από την Αρχή ή από ή εκ μέρους του Αρχηγού της Αστυνομίας ή του Διευθυντή του Τμήματος Τελωνείων, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 8, 9 και 19 του παρόντος Νόμου, εφόσον ο Γενικός Εισαγγελέας ικανοποιηθεί ότι η παρακολούθηση αυτή μπορεί να παράσχει ή να έχει παράσχει μαρτυρία για τη διάπραξη αδικήματος.

(2) Καμιά αίτηση εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα δεν μπορεί να υποβληθεί και καμιά εξουσιοδότηση ή έγκριση δεν μπορεί να δοθεί από δικαστή για παρακολούθηση ιδιωτικής επικοινωνίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 8, 9 και 19 του παρόντος Νόμου, παρά μόνο στις περιπτώσεις ιδιωτικής επικοινωνίας-

(α) Προσώπου ή προσώπων που τελούν σε φυλάκιση ή προφυλάκιση0 και

(β) που διεξάγεται με μέσα απαγορευμένα από το νόμο.

Περιεχόμενο αιτήσεως

7.-(1) Αίτηση για την έκδοση δικαστικού εντάλματος για εξουσιοδότηση ή έγκριση ή παράταση παρακολούθησης ιδιωτικής επικοινωνίας γίνεται εγγράφως, υπογράφεται από ή εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα και συνοδεύεται από ένορκο δήλωση αρμόδιου δημόσιου λειτουργού, η οποία περιέχει τις ακόλουθες πληροφορίες και στοιχεία:

(α) Την ιδιότητα του αρμόδιου δημόσιου λειτουργού˙

(β) πλήρη και εμπεριστατωμένη έκθεση γεγονότων και περιστατικών στα οποία βασίζεται ο αιτητής για να δικαιολογήσει την πεποίθηση του ότι το ζητούμενο δικαστικό ένταλμα πρέπει να εκδοθεί που να περιλαμβάνει-

(i) Λεπτομέρειες του αδικήματος το οποίο διαπράχθηκε, διαπράττεται ή αναμένεται να διαπραχθεί˙

(ii) γενική περιγραφή της φύσης και του τόπου, αν είναι γνωστά, απ’ όπου η ιδιωτική επικοινωνία ζητείται να παρακολουθηθεί, καθώς επίσης του οργάνου ή προσώπου το οποίο ζητείται να προβεί στην παρακολούθηση και το οποίο μπορεί να είναι η Αρχή ή όργανο ή πρόσωπο κατόπιν άδειας της Αρχής και με τέτοιους όρους που επιβάλλονται από την Αρχή ή ο Αρχηγός της Αστυνομίας ή ο Διευθυντής του Τμήματος Τελωνείων˙

(iii) γενική περιγραφή του είδους της ιδιωτικής επικοινωνίας, καθώς και του τρόπου με τον οποίο θα πραγματοποιηθεί η παρακολούθηση˙

(iv) την ταυτότητα του προσώπου που διέπραξε ή διαπράττει ή αναμένεται να διαπράξει το αδίκημα, αν είναι γνωστή, και του οποίου η ιδιωτική επικοινωνία ζητείται να παρακολουθηθεί˙

(v) το όνομα, τη διεύθυνση και το επάγγελμα, αν είναι γνωστά, όλων των προσώπων των οποίων η παρακολούθηση της ιδιωτικής επικοινωνίας εύλογα πιστεύεται ότι μπορεί να βοηθήσει στη διερεύνηση του αδικήματος˙(vi) πλήρη και εμπεριστατωμένη έκθεση σχετικά με το κατά πόσο έχουν δοκιμαστεί και άλλες συνήθεις ανακριτικές ή διερευνητικές διαδικασίες και απέτυχαν ή γιατί φαίνεται λογικό ότι δεν αναμένεται να πετύχουν, αν δοκιμαστούν ή γιατί είναι επικίνδυνες για την πρόσφορη διερεύνηση του αδικήματος ή γιατί το επείγον της περίπτωσης είναι τέτοιο, ώστε δεν ήταν πρακτικό να διεκπεραιωθούν οι έρευνες ή οι ανακρίσεις για το αδίκημα με τη χρήση άλλων διαδικασιών˙

(γ) έκθεση ως προς τη χρονική διάρκεια της παρακολούθησης0 αν η φύση της έρευνας για το αδίκημα είναι τέτοια, ώστε η εξουσιοδότηση για παρακολούθηση δεν πρέπει να τερματίζεται αυτόματα με τη λήψη του περιγραφόμενου είδους της ιδιωτικής επικοινωνίας, πλήρη περιγραφή των γεγονότων τα οποία στηρίζουν εύλογη υποψία ή πεποίθηση ότι μπορεί να ακολουθήσουν και επιπρόσθετες ιδιωτικές επικοινωνίες του ίδιου είδους˙

(δ) πλήρη και εμπεριστατωμένη έκθεση των γεγονότων που αφορούν όλες τις προηγούμενες γνωστές αιτήσεις οι οποίες καταχωρήθηκαν προς αρμόδιο επαρχιακό δικαστήριο για εξουσιοδότηση ή παράταση παρακολουθήσεων, στις οποίες εμπλέκονται οποιαδήποτε πρόσωπα που αναφέρονται και στην παρούσα αίτηση που να συμπεριλαμβάνει και την απόφαση του αρμόδιου Δικαστή σε κάθε μια απ’ αυτές˙

(ε) όταν η αίτηση αφορά παράταση της ισχύος δικαστικού εντάλματος, έκθεση που να παραθέτει τα μέχρι στιγμής αποτελέσματα από την παρακολούθηση ή λογική εξήγηση για την αποτυχία λήψης τέτοιων αποτελεσμάτων.

(2) Ο Δικαστής μπορεί να ζητήσει από τον αιτητή την παροχή περαιτέρω λεπτομερειών ή στοιχείων ή μαρτυρίας για υποστήριξη της αίτησης με τη μορφή συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως ή ενόρκου μαρτυρικής καταθέσεως ή άλλως πως.

Έκδοση δικαστικού εντάλματος παρακολούθησης

8.-(1) Ο Δικαστής μπορεί να εκδώσει δικαστικό ένταλμα παρακολούθησης, όπως ζητήθηκε με την αίτηση ή με τέτοιες τροποποιήσεις ή με τέτοιους όρους με το οποίο να εξουσιοδοτεί την παρακολούθηση ιδιωτικής επικοινωνίας, αν ικανοποιηθεί ότι με βάση τα γεγονότα τα οποία υποβλήθηκαν από τον αιτητή-

(α) Υπάρχει εύλογη υποψία ή πιθανότητα ότι πρόσωπο διαπράττει, διέπραξε ή αναμένεται να διαπράξει αδίκημα˙

(β) υπάρχει εύλογη υποψία ή πιθανότητα ότι συγκεκριμένη ιδιωτική επικοινωνία συνδέεται ή είναι συναφής με το αδίκημα˙

(γ) συνήθεις ανακριτικές ή διερευνητικές διαδικασίες έχουν δοκιμαστεί και απέτυχαν ή λογικά φαίνεται ότι δεν αναμένεται να πετύχουν, αν δοκιμαστούν ή ότι είναι επικίνδυνες για την πρόσφορη διερεύνηση του αδικήματος ή ότι το επείγον της περίπτωσης είναι τέτοιο, ώστε δεν ήταν πρακτικό να διεκπεραιωθούν οι έρευνες ή ανακρίσεις για το αδίκημα με τη χρήση άλλων διαδικασιών˙

(δ) υπάρχει εύλογη υποψία ή πιθανότητα ότι η τηλεπικοινωνιακή συσκευή ή το μηχάνημα με το οποίο, ή το μέρος όπου, θα πραγματοποιηθεί ιδιωτική επικοινωνία που ζητείται να παρακολουθηθεί, χρησιμοποιείται ή επίκειται ή αναμένεται να χρησιμοποιηθεί ή χρησιμοποιήθηκε, σε σχέση με τη διάπραξη τέτοιου αδικήματος ή κατέχεται ή είναι εγγεγραμμένο στο όνομα προσώπου ή συνήθως χρησιμοποιείται από πρόσωπο, για το οποίο γίνεται αναφορά στο εδάφιο (1)(α) ανωτέρω˙

(ε) είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης η έκδοση του ανωτέρω δικαστικού εντάλματος.

(2) Δικαστικό ένταλμα που εκδίδεται σύμφωνα με το εδάφιο (1) δυνατό να περιέχει τέτοιους όρους και προϋποθέσεις, όπως ο δικαστής κρίνει σκόπιμο και περιγράφει-

(α) Την ταυτότητα του προσώπου, αν είναι γνωστή, για το οποίο ζητείται η παρακολούθηση της ιδιωτικής επικοινωνίας του˙

(β) τη φύση και τον τόπο, αν είναι γνωστά, απ’ όπου σκοπείται να παρακολουθείται η ιδιωτική επικοινωνία, τα οποία καθορίζονται από την Αρχή˙

(γ) το είδος της ιδιωτικής επικοινωνίας της οποίας ζητείται η παρακολούθηση και το συγκεκριμένο αδίκημα με το οποίο αυτή σχετίζεται˙

(δ) τον τρόπο με τον οποίο σκοπείται να πραγματοποιηθεί η παρακολούθηση˙

(ε) το όργανο ή το πρόσωπο το οποίο είναι υπεύθυνο για την παρακολούθηση και το οποίο είναι η Αρχή ή όργανο ή πρόσωπο κατόπιν άδειας της Αρχής και με τέτοιους όρους που επιβάλλονται από την Αρχή ή ο Αρχηγός της Αστυνομίας ή ο Διευθυντής του Τμήματος Τελωνείων˙

(στ) τη χρονική περίοδο για την οποία παραχωρείται η εξουσιοδότηση που περιλαμβάνει διαταγή κατά πόσο η παρακολούθηση τερματίζεται αυτόματα ή όχι, όταν η περιγραφόμενη ιδιωτική επικοινωνία ληφθεί.

(3) Δικαστικό ένταλμα που εκδίδεται δυνάμει του παρόντος άρθρου, κατόπιν σχετικής αίτησης του αιτητή, διατάσσει την Αρχή ή πρόσωπο που ενεργεί κατόπιν άδειας της Αρχής και με τέτοιους όρους που επιβλήθηκαν από την Αρχή, να παράσχει στον αιτητή ή στον Αρχηγό της Αστυνομίας ή στο Διευθυντή του Τμήματος Τελωνείων, χωρίς καθυστέρηση, όλες τις αναγκαίες πληροφορίες, διευκολύνσεις και τεχνική βοήθεια για την εκτέλεση του δικαστικού εντάλματος.

(4) Το δικαστικό ένταλμα μπορεί να εξουσιοδοτήσει είσοδο σ’ οποιαδήποτε υποστατικά καθορίζονται σ’ αυτό με σκοπό την εγκατάσταση, συντήρηση, χρησιμοποίηση ή απομάκρυνση οποιουδήποτε τηλεπικοινωνιακού εξοπλισμού, ο οποίος χρησιμοποιείται για την παρακολούθηση, τηρουμένων των διατάξεων οποιουδήποτε εν ισχύι νόμου.

(5) Κανένα δικαστικό ένταλμα που εκδίδεται δυνάμει του παρόντος άρθρου δεν εξουσιοδοτεί ή εγκρίνει την παρακολούθηση οποιασδήποτε ιδιωτικής επικοινωνίας για χρονική περίοδο μεγαλύτερη από την αναγκαία, κατά την κρίση του Δικαστή, για επίτευξη του στόχου της εξουσιοδότησης και, εν πάση περιπτώσει, για περίοδο που δεν υπερβαίνει τις τριάντα ημέρες. Παρατάσεις του δικαστικού εντάλματος μπορεί να δοθούν από καιρό σε καιρό κατόπιν αιτήσεως που γίνεται σύμφωνα με το άρθρο 7, και εφόσον εξακολουθούν να συντρέχουν οι λόγοι που περιγράφονται στο εδάφιο (1). Η χρονική περίοδος κάθε παράτασης δεν είναι μεγαλύτερη από την αναγκαία, κατά την κρίση του Δικαστή, για επίτευξη του στόχου αυτής και, εν πάση περιπτώσει, δεν υπερβαίνει τις τριάντα ημέρες.

Έναρξη παρακολούθησης πριν από την έκδοση δικαστικού εντάλματος

9.-(1) Ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας μπορεί, αν ικανοποιηθεί ότι-

(α) Υφίσταται άμεση και επείγουσα ανάγκη παρακολούθησης ιδιωτικής επικοινωνίας σε σχέση με αδίκημα, προτού εκδοθεί δικαστικό ένταλμα δυνάμει των άρθρων 8 και 19 του παρόντος Νόμου, ή

(β) η ιδιωτική αυτή επικοινωνία διεξάγεται ή αναμένεται να διεξαχθεί με μέσα απαγορευμένα από το νόμο, και

(γ) υφίστανται λόγοι που να πιθανολογούν ότι, αν υποβαλλόταν αίτηση, ο δικαστής θα εξέδιδε δικαστικό ένταλμα για παρακολούθηση της εν λόγω ιδιωτικής επικοινωνίας,

να δώσει οδηγίες για παρακολούθηση της ιδιωτικής αυτής επικοινωνίας από την Αρχή ή όργανο ή πρόσωπο κατόπιν άδειας της Αρχής και με τέτοιους όρους που επιβάλλονται από την Αρχή ή από τον Αρχηγό της Αστυνομίας ή το Διευθυντή του Τμήματος Τελωνείων, εφόσον καταχωρηθεί μέσα σε είκοσι τέσσερις ώρες από την παροχή τέτοιων οδηγιών του Γενικού Εισαγγελέα, αίτηση δυνάμει των άρθρων 6 και 7 του παρόντος Νόμου για έκδοση δικαστικού εντάλματος που να εγκρίνει την παρακολούθηση. Δικαστικό ένταλμα που εκδίδεται δυνάμει των διατάξεων του παρόντος εδαφίου διέπεται από τις διατάξεις του άρθρου 8.

(2) Στην απουσία δικαστικού εντάλματος που εγκρίνει την παρακολούθηση ή σε περίπτωση άρνησης του Δικαστή να εκδώσει τέτοιο δικαστικό ένταλμα, η παρακολούθηση αυτή τερματίζεται αμέσως και το περιεχόμενο της παρακολούθησης θεωρείται ότι λήφθηκε κατά παράβαση των διατάξεων του παρόντος Νόμου:

Νοείται ότι η παρακολούθηση αυτή δεν αποτελεί ποινικό αδίκημα.

Παρακολούθηση ιδιωτικής επικοινωνίας που διεξάγεται με παράνομα μέσα

10. Σε περίπτωση που η ιδιωτική επικοινωνία διεξάγεται ή αναμένεται να διεξαχθεί με μέσα απαγορευμένα από το νόμο, ο δικαστής μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις μπορεί να αρνηθεί την έκδοση δικαστικού εντάλματος δυνάμει των άρθρων 8 και 9 του παρόντος Νόμου.

Παρακώλυση εκτέλεσης δικαστικού εντάλματος

11. Κάθε πρόσωπο το οποίο εσκεμμένα παρακωλύει παρακολούθηση ιδιωτικής επικοινωνίας η οποία διενεργείται δυνάμει του άρθρου 9 του παρόντος Νόμου και εγκρίνεται εκ των υστέρων δυνάμει δικαστικού εντάλματος είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τους τρεις μήνες ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις χίλιες λίρες ή και στις δύο ποινές.

ΜΕΡΟΣ ΙΙΙ ΔΙΑΣΦΑΛΙΣΗ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟΥ ΙΔΙΩΤΙΚΗΣ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ
Εκθέσεις αναφορικά με παρακολούθηση

12. O δικαστής, εκδίδοντας το δικαστικό ένταλμα, μπορεί να δώσει οδηγίες να ενημερώνεται ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας από τον Αρχηγό της Αστυνομίας ή το Διευθυντή του Τμήματος Τελωνείων, ανάλογα με την περίπτωση, με τακτικές εβδομαδιαίες εκθέσεις, ή κατά τέτοια τακτά χρονικά διαστήματα, όπως κρίνει σκόπιμο, που να αναφέρονται στην πρόοδο που έχει επιτελεστεί σχετικά με την παρακολούθηση που εξουσιοδοτήθηκε ή εγκρίθηκε και την ανάγκη συνέχισης της.

Αποτύπωση, φύλαξη του περιεχομένου της ιδιωτικής επικοινωνίας

13.-(1) Το περιεχόμενο οποιασδήποτε ιδιωτικής επικοινωνίας που λαμβάνεται από παρακολούθηση που εξουσιοδοτήθηκε δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου αποτυπώνεται, καταγράφεται ή μαγνητοφωνείται ή μαγνητοσκοπείται σε μαγνητοταινία ή οποιαδήποτε άλλη ταινία ή έντυπο ή κείμενο ή μηχάνημα ή συσκευή κατάλληλα προς τούτο. Η αποτύπωση, καταγραφή ή μαγνητοφώνηση ή μαγνητοσκόπηση αυτή θα γίνεται με τέτοιο τρόπο που να προστατεύει το περιεχόμενο της ιδιωτικής επικοινωνίας από οποιαδήποτε αλλοίωση, διαρροή, τροποποίηση ή άλλη παρέμβαση.

(2) Αμέσως μετά την εκπνοή του δικαστικού εντάλματος ή οποιωνδήποτε παρατάσεων του, η αποτύπωση, καταγραφή, μαγνητοφώνηση ή μαγνητοσκόπηση του περιεχομένου της ιδιωτικής επικοινωνίας τίθεται στη διάθεση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, ο οποίος δίνει οδηγίες για την ασφαλή φύλαξη της και δεν καταστρέφεται, εκτός κατόπιν σχετικών οδηγιών του Γενικού Εισαγγελέα, σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου (3).

(3) Αποτύπωση, καταγραφή, μαγνητοφώνηση ή μαγνητοσκόπηση, εν όλω ή εν μέρει, που αναφέρεται στα εδάφια (1) και (2) ανωτέρω, η οποία κατά τη γνώμη του Γενικού Εισαγγελέα, κρίνεται ότι δεν υποβοηθεί ή δε σχετίζεται ή δεν είναι αναγκαία στη διερεύνηση του αδικήματος, καταστρέφεται.

(4) Το περιεχόμενο οποιασδήποτε ιδιωτικής επικοινωνίας που έχει ληφθεί κατά παράβαση των διατάξεων του παρόντος Νόμου καταστρέφεται.

Αποκάλυψη περιεχομένου αιτήσεων και δικαστικών ενταλμάτων

14.-(1) Αιτήσεις που καταχωρήθηκαν και δικαστικά εντάλματα που εκδόθηκαν δυνάμει των διατάξεων άρθρων 8, 9 και 19 του παρόντος Νόμου σφραγίζονται από το δικαστή, ο οποίος δίνει οδηγίες για την ασφαλή φύλαξη τους.

(2) Αποκάλυψη ή χρήση του περιεχομένου τέτοιων αιτήσεων ή/και δικαστικών ενταλμάτων μπορεί να γίνει κατόπιν οδηγιών του δικαστηρίου μόνο ύστερα από σχετική αίτηση οποιουδήποτε ενδιαφερόμενου προσώπου που να δικαιολογεί τέτοια αποκάλυψη ή χρήση ενώπιον οποιασδήποτε ποινικής ή πολιτικής διαδικασίας.

Λήψη ιδιωτικής επικοινωνίας που σχετίζεται με άλλα αδικήματα

15. Αν κατά την παρακολούθηση ιδιωτικής επικοινωνίας που λαμβάνει χώρα σύμφωνα με εξουσιοδότηση ή έγκριση κατόπιν δικαστικού εντάλματος δυνάμει των άρθρων 8, 9 και 19 του παρόντος Νόμου, το άτομο που προβαίνει στην παρακολούθηση λαμβάνει ιδιωτική επικοινωνία η οποία σχετίζεται με άλλο αδίκημα από αυτό που περιγράφεται στο δικαστικό ένταλμα, το περιεχόμενο της επικοινωνίας αυτής θεωρείται ότι λήφθηκε, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου, νοουμένου ότι καταχωρείται, το συντομότερο δυνατό, συμπληρωματική αίτηση δυνάμει των άρθρων 6 και 7 του παρόντος Νόμου για έκδοση δικαστικού εντάλματος που εγκρίνει την παρακολούθηση και εκδίδεται το σχετικό δικαστικό ένταλμα.

Χρήση μαρτυρίας που λήφθηκε έπειτα από παρακολούθηση ενώπιον ποινικής ή πολιτικής διαδικασίας

16.-(1) Το περιεχόμενο οποιασδήποτε ιδιωτικής επικοινωνίας το οποίο λήφθηκε έπειτα από υποκλοπή ή παρακολούθηση ή μαρτυρία που πηγάζει από τέτοια υποκλοπή ή παρακολούθηση, δεν μπορεί να γίνει δεχτό ως μαρτυρία ενώπιον οποιασδήποτε ποινικής ή πολιτικής διαδικασίας, αν η εν λόγω υποκλοπή ή παρακολούθηση έλαβε χώρα κατά παράβαση των διατάξεων του παρόντος Νόμου.

(2) Τηρουμένων των διατάξεων οποιουδήποτε εν ισχύι Νόμου, το περιεχόμενο οποιασδήποτε ιδιωτικής επικοινωνίας το οποίο λήφθηκε έπειτα από παρακολούθηση ή μαρτυρία που πηγάζει από τέτοια παρακολούθηση, η οποία έλαβε χώρα σύμφωνα με εξουσιοδότηση ή έγκριση που δόθηκε δυνάμει των άρθρων 8, 9 και 19 του παρόντος Νόμου ή σύμφωνα με προηγούμενη ρητή έγκριση που δόθηκε από το πρόσωπο που προέβη στην επικοινωνία ή από το πρόσωπο που έλαβε αυτή, μπορεί να γίνει δεχτό ως μαρτυρία ενώπιον οποιασδήποτε ποινικής ή πολιτικής διαδικασίας:

Νοείται ότι κάθε πρόσωπο που θίγηκε ή ενδιαφερόμενο μέρος στην εν λόγω διαδικασία εφοδιάζεται μέσα σε εύλογο χρόνο με αντίγραφο του σχετικού δικαστικού εντάλματος και την αίτηση, που συνοδεύει, δυνάμει του οποίου εξουσιοδοτήθηκε ή εγκρίθηκε η παρακολούθηση, εκτός αν το θιγέν πρόσωπο ή το ενδιαφερόμενο μέρος απουσιάζει στο εξωτερικό ή είναι άγνωστης διαμονής:

Νοείται επίσης ότι το περιεχόμενο ιδιωτικής επικοινωνίας το οποίο λήφθηκε έπειτα από παρακολούθηση ή μαρτυρία που πηγάζει από τέτοια παρακολούθηση, η οποία έλαβε χώρα, σύμφωνα με προηγούμενη ρητή έγκριση που δόθηκε από το πρόσωπο που προέβη στην επικοινωνία ή από το πρόσωπο που έλαβε αυτή, μπορεί να μη γίνει δεχτό ως μαρτυρία, αν το δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι αυτό είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης.

(3) Τηρουμένων των διατάξεων οποιουδήποτε εν ισχύι νόμου, το πρόσωπο που θίγηκε μπορεί, σε οποιαδήποτε ποινική ή πολιτική διαδικασία, να προσβάλει ως μη αποδεκτή μαρτυρία το περιεχόμενο οποιασδήποτε ιδιωτικής επικοινωνίας το οποίο λήφθηκε έπειτα από υποκλοπή ή παρακολούθηση ή μαρτυρία που πηγάζει από τέτοια υποκλοπή ή παρακολούθηση για τους λόγους ότι-

(α) Το περιεχόμενο της ιδιωτικής επικοινωνίας λήφθηκε κατά παράβαση των διατάξεων του παρόντος Νόμου0

(β) η παρακολούθηση έλαβε χώρα με τρόπο που δεν αναφερόταν στο δικαστικό ένταλμα.

(4) Το δικαστήριο, κατόπιν αιτήσεως του θιγέντος προσώπου, μπορεί, κατά την κρίση του, να διατάξει να προσκομιστούν σ’ αυτό ή στο δικηγόρο του για έρευνα τέτοια αποσπάσματα περιεχομένου ιδιωτικής επικοινωνίας η οποία λήφθηκε έπειτα από υποκλοπή ή παρακολούθηση ή μαρτυρία που πηγάζει από τέτοια υποκλοπή ή παρακολούθηση, τα οποία κρίνει ότι πρέπει να γνωστοποιηθούν στο πρόσωπο που ζημιώθηκε για σκοπούς απονομής δικαιοσύνης.

Κοινοποίηση προς το θιγέν πρόσωπο

17.-(1) Μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει εν πάση περιπτώσει τις ενενήντα (90) ημέρες από την έκδοση του δικαστικού εντάλματος, δυνάμει των διατάξεων των άρθρων 8, 9 και 19 του παρόντος Νόμου ή που δεν υπερβαίνει τις τριάντα (30) ημέρες από την εκτέλεση δικαστικού εντάλματος δυνάμει των διατάξεων των άρθρων 21, 22 και 23, ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας κοινοποιεί προς το θιγέν πρόσωπο, αν αυτό κατοικεί, διαμένει ή βρίσκεται στη Δημοκρατία, έκθεση η οποία περιγράφει τα ακόλουθα:

(α) Το γεγονός της έκδοσης του δικαστικού εντάλματος,

(β) την ημερομηνία έκδοσης του δικαστικού εντάλματος και την καθοριζόμενη στο ένταλμα χρονική περίοδο εντός της οποίας δόθηκε εξουσιοδότηση ή έγκριση παρακολούθησης ή πρόσβασης στο περιεχόμενο ιδιωτικής επικοινωνίας, και

(γ) το γεγονός ότι κατά την ανωτέρω περίοδο έλαβε χώρα ή όχι παρακολούθηση ή πρόσβαση στο περιεχόμενο ιδιωτικής επικοινωνίας.

(2) Το δικαστήριο, κατόπιν αίτησης του θιγέντος προσώπου, δύναται, κατά την κρίση του, να διατάξει να προσκομιστούν σε αυτό ή στο δικηγόρο του για έρευνα τέτοια αποσπάσματα περιεχομένου ιδιωτικής επικοινωνίας η οποία λήφθηκε έπειτα από παρακολούθηση ή πρόσβαση στο περιεχόμενο ιδιωτικής επικοινωνίας, τα οποία κρίνει ότι πρέπει να γνωστοποιηθούν στο θιγέν πρόσωπο για σκοπούς απονομής της δικαιοσύνης, εκτός αν αυτά έχουν ήδη καταστραφεί σύμφωνα με τις διατάξεις των εδαφίων (2), (3) και (4) του άρθρου 13 ή έχουν ήδη επιστραφεί και τυχόν αντίγραφά τους έχουν καταστραφεί δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 25 του παρόντος Νόμου.

(3) Κατόπιν μονομερούς (ex parte) αίτησης του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, το δικαστήριο δύναται κατά καιρούς να αναβάλλει την ημερομηνία κοινοποίησης προς το θιγέν πρόσωπο της έκθεσης που προβλέπεται στο εδάφιο (1), αν κρίνει ότι απαιτείται προς το συμφέρον της ασφάλειας της Δημοκρατίας ή της συνταγματικής τάξης ή της δημόσιας ασφάλειας ή της δημόσιας τάξης ή της δημόσιας υγείας ή των δημόσιων ηθών ή της προστασίας των δικαιωμάτων ή των ελευθεριών ή της υπόληψης άλλων και προς παρεμπόδιση της αποκάλυψης πληροφοριών που λήφθηκαν εμπιστευτικά ή προς το δημόσιο συμφέρον ή για την ανάγκη προστασίας του ανακριτικού έργου.

(4) Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου δεν εφαρμόζονται όταν ο Δικαστής αρνείται την έκδοση δικαστικού εντάλματος δυνάμει των διατάξεων των άρθρων 8, 9 και 19 ή των άρθρων 23 και 24.

ΜΕΡΟΣ IV ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΗΛΕΓΡΑΦΗΜΑ
Αίτηση για εξουσιοδότηση επιθεώρησης και λήψης αντιγράφων τηλεγραφήματος

18.-(1) Ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας μπορεί, κατόπιν παρακλήσεως του Αρχηγού της Αστυνομίας ή του Διευθυντή του Τμήματος Τελωνείων, να απευθύνει αίτηση ex parte στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, ζητώντας έκδοση δικαστικού εντάλματος το οποίο να εξουσιοδοτεί ή να εγκρίνει την επιθεώρηση και λήψη από ή εκ μέρους του Αρχηγού της Αστυνομίας ή του Διευθυντή του Τμήματος Τελωνείων αντιγράφων οποιουδήποτε τηλεγραφήματος, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 8 και 9 του παρόντος Νόμου, εφόσον ο Γενικός Εισαγγελέας ικανοποιηθεί ότι το περιεχόμενο τέτοιου τηλεγραφήματος μπορεί να παρέχει μαρτυρία για τη διάπραξη του αδικήματος.

(2) Καμιά αίτηση εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα δεν μπορεί να υποβληθεί και καμιά εξουσιοδότηση ή έγκριση δεν μπορεί να δοθεί από δικαστή για επιθεώρηση ή λήψη αντιγράφων τηλεγραφήματος, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου, παρά μόνο στις περιπτώσεις τηλεγραφήματος το οποίο στάλθηκε ή λήφθηκε από ή εκ μέρους ή απευθύνεται προς ή αναμένεται να ληφθεί-

(α) Από πρόσωπο ή πρόσωπα που τελούν υπό νόμιμη κράτηση0 ή

(β) με μέσα απαγορευμένα από το νόμο.

(3) Οι διατάξεις του άρθρου 7 εφαρμόζονται κατ’ αναλογία και στην περίπτωση της αίτησης για έκδοση δικαστικού εντάλματος δυνάμει των εδαφίων (1) και (2).

Έκδοση δικαστικού εντάλματος για επιθεώρηση ή λήψη αντιγράφων τηλεγραφήματος

19. Ο Δικαστής μπορεί να εκδώσει δικαστικό ένταλμα για επιθεώρηση και λήψη αντιγράφων τηλεγραφήματος, τηρουμένων των διατάξεων των άρθρων 8, 9 και 10 του παρόντος Νόμου, οι οποίες εφαρμόζονται κατ’ αναλογία εκτός από την παράγραφο (δ) του εδαφίου (1) του άρθρου 8 η οποία δεν τυγχάνει εφαρμογής.

Εφαρμογή διατάξεων που αφορούν παρακολούθηση ιδιωτικής επικοινωνίας και στην περίπτωση τηλεγραφημάτων

20. Για σκοπούς εφαρμογής του Μέρους IV, θα εφαρμόζονται κατ’ αναλογία οι διατάξεις των άρθρων 11, 12, 14, 15, 16, 17 εκτός από το εδάφιο (2) του άρθρου 17 το οποίο δεν εφαρμόζεται.

ΜΕΡΟΣ IVA ΠΡΟΣΒΑΣΗ ΣΕ ΚΑΤΑΓΕΓΡΑΜΜΕΝΟ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ ΙΔΙΩΤΙΚΗΣ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ
Αίτηση για πρόσβαση σε καταγεγραμμένο περιεχόμενο ιδιωτικής επικοινωνίας

21.(1) Ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας δύναται να υποβάλει μονομερή (ex parte) αίτηση στο Δικαστήριο, ζητώντας έκδοση δικαστικού εντάλματος, με το οποίο εξουσιοδοτείται ή εγκρίνεται η πρόσβαση, η επιθεώρηση και η λήψη καταγεγραμμένου περιεχομένου ιδιωτικής επικοινωνίας από ή εκ μέρους του ιδίου ή του Αρχηγού της Αστυνομίας ή οποιουδήποτε ανακριτή.

(2) H προβλεπόμενη στο εδάφιο (1) αίτηση δύναται να υποβληθεί αναφορικά με περιεχόμενο επικοινωνίας, που βρίσκεται καταγεγραμμένο σε έγγραφα ή σε συσκευές ή σε αντικείμενα που έχουν περιέλθει ή πρόκειται να περιέλθουν στην κατοχή της Αστυνομίας ή οποιουδήποτε ανακριτή, κατόπιν εκτέλεσης δικαστικού εντάλματος έρευνας, το οποίο εκδόθηκε δυνάμει των διατάξεων των άρθρων 27, 28, 29 και 30 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου ή κατόπιν έγκρισης από το Δικαστή αιτήματος, δυνάμει των διατάξεων της παραγράφου (β) του εδαφίου (3) του παρόντος άρθρου, ή κατόπιν εκτέλεσης αιτήματος δικαστικής συνδρομής είτε από την αρμόδια αρχή ξένης χώρας είτε από την αρμόδια αρχή της Δημοκρατίας, δυνάμει των διατάξεων του περί Διεθνούς Συνεργασίας σε Ποινικά Θέματα Νόμου ή με βάση διεθνείς συμβάσεις στις οποίες προσχώρησε η Κυπριακή Δημοκρατία ή με τη γραπτή συγκατάθεση του  κατόχου τους ή με άλλο νόμιμο τρόπο.

(3) Η προβλεπόμενη στο εδάφιο (1) αίτηση δύναται να περιλαμβάνει, εάν είναι αναγκαίο, τα ακόλουθα αιτήματα:

(α) Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του περί Διατήρησης Τηλεπικοινωνιακών Δεδομένων με Σκοπό τη Διερεύνηση Σοβαρών Ποινικών Αδικημάτων Νόμου,  αίτημα για πρόσβαση σε  δεδομένα, ως αυτά ορίζονται στον πιο πάνω Νόμο, τα οποία εύλογα πιστεύεται ότι βρίσκονται καταγεγραμμένα σε έγγραφα ή σε συσκευές ή σε αντικείμενα που έχουν περιέλθει ή πρόκειται να περιέλθουν στην κατοχή της Αστυνομίας ή οποιουδήποτε ανακριτή, όπως προβλέπεται στο εδάφιο (2)· ή/και

(β) αίτημα εξουσιοδότησης για είσοδο και έρευνα σε οποιοδήποτε τόπο, στον οποίο εύλογα  πιστεύεται ότι υπάρχουν έγγραφα ή συσκευές ή αντικείμενα επί των οποίων βρίσκεται καταγεγραμμένο περιεχόμενο ιδιωτικής επικοινωνίας και την κατάσχεση και κατακράτηση αυτών, μέχρι την αποπεράτωση οποιασδήποτε ποινικής ή άλλης διαδικασίας, η οποία δυνατόν να διεξαχθεί σε σχέση με αυτά.

(4) Καμιά αίτηση από ή εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας δεν μπορεί να υποβληθεί και καμιά εξουσιοδότηση ή έγκριση δεν μπορεί να δοθεί από Δικαστή για πρόσβαση, επιθεώρηση και λήψη καταγεγραμμένου περιεχομένου ιδιωτικής επικοινωνίας, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου, παρά μόνο στις περιπτώσεις που αυτό είναι αναγκαίο-

(α) Προς το συμφέρον της ασφάλειας της Δημοκρατίας· ή

(β) για την αποτροπή, διερεύνηση ή δίωξη σε σχέση με αδικήματα, τα οποία περιλαμβάνονται στην υποπαράγραφο Β της παραγράφου 2 του Άρθρου 17 του Συντάγματος.

Περιεχόμενο αίτησης

22. Η αίτηση για την έκδοση δικαστικού εντάλματος για εξουσιοδότηση ή έγκριση πρόσβασης, επιθεώρησης και λήψης καταγεγραμμένου περιεχομένου ιδιωτικής επικοινωνίας γίνεται εγγράφως, υπογράφεται από το Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ή, εκ μέρους αυτού, από Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και συνοδεύεται από ένορκο δήλωση αρμόδιου δημόσιου λειτουργού, η οποία περιέχει τις ακόλουθες πληροφορίες και τα ακόλουθα στοιχεία:

(α) Την ιδιότητα του αρμόδιου δημόσιου λειτουργού·

(β) πλήρη και εμπεριστατωμένη έκθεση γεγονότων και περιστατικών, στα οποία βασίζεται ο αιτητής για να δικαιολογήσει την πεποίθησή του ότι το ζητούμενο δικαστικό ένταλμα πρέπει να εκδοθεί, η οποία έκθεση περιλαμβάνει-

(i) λεπτομέρειες του αδικήματος, το οποίο εύλογα πιστεύεται ότι διαπράχθηκε, διαπράττεται ή αναμένεται να διαπραχθεί, ή περιγραφή του κινδύνου που πιστεύεται ότι υπάρχει για την ασφάλεια της Δημοκρατίας, ανάλογα με την περίπτωση,

(ii) γενική περιγραφή του είδους της ιδιωτικής επικοινωνίας και των εγγράφων ή των συσκευών ή των αντικειμένων επί των οποίων βρίσκεται αποθηκευμένο ή καταγεγραμμένο το περιεχόμενό της,

(iii) τον τρόπο με τον οποίο τα έγγραφα ή οι συσκευές  ή τα αντικείμενα επί των οποίων βρίσκεται αποθηκευμένο το περιεχόμενο ιδιωτικής επικοινωνίας, περιήλθαν ή πρόκειται να περιέλθουν στην κατοχή της Αστυνομίας ή οποιουδήποτε ανακριτή, ανάλογα με την περίπτωση,

(iv) την ταυτότητα, εάν είναι γνωστή, του προσώπου που εύλογα πιστεύεται ότι διέπραξε ή διαπράττει ή αναμένεται να διαπράξει το αδίκημα και στο περιεχόμενο ιδιωτικής επικοινωνίας του οποίου ζητείται η πρόσβαση, επιθεώρηση και λήψη,

(v) το όνομα, τη διεύθυνση και το επάγγελμα, εάν είναι γνωστά, όλων των προσώπων, η πρόσβαση, επιθεώρηση και λήψη του καταγεγραμμένου περιεχομένου επικοινωνίας των οποίων εύλογα πιστεύεται ότι μπορεί να βοηθήσει στην αποτροπή, στη διερεύνηση ή στη δίωξη αδικήματος ή να χρησιμεύσει προς το συμφέρον της ασφάλειας της Δημοκρατίας·

(γ) το πρόσωπο το οποίο θα διενεργήσει την πρόσβαση, επιθεώρηση και λήψη του καταγεγραμμένου περιεχομένου ιδιωτικής επικοινωνίας·

(δ) το αίτημα, εάν είναι αναγκαίο, για πρόσβαση σε δεδομένα, ως αυτά ορίζονται στον περί Διατήρησης Τηλεπικοινωνιακών Δεδομένων με Σκοπό τη Διερεύνηση Σοβαρών Ποινικών Αδικημάτων Νόμο, τα οποία εύλογα πιστεύεται ότι βρίσκονται καταγεγραμμένα σε έγγραφα ή σε συσκευές ή σε αντικείμενα, στα οποία  βρίσκεται καταγεγραμμένο περιεχόμενο  ιδιωτικής επικοινωνίας∙

(ε) το αίτημα, εάν είναι αναγκαίο, εξουσιοδότησης για είσοδο και έρευνα σε οποιοδήποτε καθορισμένο στο ένταλμα τόπο, και κατάσχεση εγγράφων ή συσκευών ή αντικειμένων που βρίσκονται σε αυτόν, στα οποία εύλογα πιστεύεται ότι βρίσκεται καταγεγραμμένο περιεχόμενο ιδιωτικής επικοινωνίας και κατακράτηση αυτών, μέχρι την αποπεράτωση οποιασδήποτε ποινικής ή άλλης διαδικασίας, η οποία δυνατόν να διεξαχθεί σε σχέση με αυτά·

(στ) εμπεριστατωμένη έκθεση που να δικαιολογεί τη ζητούμενη με την αίτηση χρονική διάρκεια της πρόσβασης, επιθεώρησης και λήψης καταγεγραμμένου περιεχομένου ιδιωτικής επικοινωνίας και σε περίπτωση που η αίτηση αφορά παράταση της ισχύος του δικαστικού εντάλματος, έκθεση στην οποία παρατίθεται λογική εξήγηση για την αποτυχία λήψης τέτοιων αποτελεσμάτων:

Νοείται ότι, ο Δικαστής δύναται να ζητήσει από τον αιτητή την παροχή περαιτέρω λεπτομερειών ή στοιχείων ή μαρτυρίας για υποστήριξη της αίτησης, με τη μορφή συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως ή ενόρκου μαρτυρικής καταθέσεως ή άλλως πως.

Έκδοση δικαστικού εντάλματος πρόσβασης σε καταγεγραμμένο περιεχόμενο ιδιωτικής επικοινωνίας

23.(1) Ο Δικαστής δύναται να εκδώσει το αναφερόμενο στα άρθρα 21 και 22 δικαστικό ένταλμα, όπως αυτό ζητήθηκε με την αίτηση ή με τέτοιες τροποποιήσεις ή με τέτοιους όρους που ο ίδιος κρίνει αναγκαίους, εάν ικανοποιηθεί ότι, με βάση τα γεγονότα τα οποία υποβλήθηκαν από τον αιτητή-

(α) Υπάρχει εύλογη υποψία ή πιθανότητα ότι πρόσωπο διέπραξε, διαπράττει ή αναμένεται να διαπράξει αδίκημα ή υπάρχει εύλογη υποψία ή πιθανότητα να κινδυνεύει η ασφάλεια της Δημοκρατίας.

(β) υπάρχει εύλογη υποψία ή πιθανότητα ότι συγκεκριμένη ιδιωτική επικοινωνία συνδέεται ή είναι συναφής με το αδίκημα ή με τον κίνδυνο για την ασφάλεια της Δημοκρατίας.

(γ) η έκδοση του δικαστικού εντάλματος είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης.

(2) Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του περί Διατήρησης Τηλεπικοινωνιακών Δεδομένων με Σκοπό τη Διερεύνηση Σοβαρών Ποινικών Αδικημάτων Νόμου, με το δικαστικό ένταλμα που εκδίδεται δυνάμει των διατάξεων του παρόντος άρθρου δύναται να εξουσιοδοτείται πρόσβαση σε  δεδομένα, ως αυτά ορίζονται στον περί Διατήρησης Τηλεπικοινωνιακών Δεδομένων με Σκοπό τη Διερεύνηση Σοβαρών Ποινικών Αδικημάτων Νόμο, τα οποία εύλογα πιστεύεται ότι βρίσκονται καταγεγραμμένα σε συσκευές ή αντικείμενα, τα οποία έχουν περιέλθει ή πρόκειται να περιέλθουν στην κατοχή της Αστυνομίας ή οποιουδήποτε ανακριτή, όπως προβλέπεται στο εδάφιο (2) του άρθρου 21.

(3) Ο Δικαστής δύναται, περαιτέρω, με δικαστικό ένταλμα, που εκδίδεται δυνάμει των διατάξεων του παρόντος άρθρου, να εξουσιοδοτήσει, υπό τους όρους  και  τις προϋποθέσεις που ο ίδιος κρίνει σκόπιμο-

(α) Είσοδο και έρευνα σε οποιοδήποτε τόπο καθορίζεται σε αυτό, και

(β) κατάσχεση οποιωνδήποτε εγγράφων ή συσκευών ή αντικειμένων, που βρίσκονται στον εν λόγω τόπο, στα οποία εύλογα πιστεύεται ότι βρίσκεται καταγεγραμμένο περιεχόμενο ιδιωτικής επικοινωνίας και κατακράτηση αυτών, μέχρι την αποπεράτωση οποιασδήποτε ποινικής ή άλλης διαδικασίας, η οποία δυνατόν να διεξαχθεί σε σχέση με αυτά.

(4)(α) Δικαστικό ένταλμα που εκδίδεται δυνάμει του παρόντος άρθρου εξουσιοδοτεί ή εγκρίνει την πρόσβαση, επιθεώρηση και λήψη καταγεγραμμένου περιεχομένου ιδιωτικής επικοινωνίας εντός χρονικής περιόδου η οποία, κατά την κρίση του Δικαστή, είναι αναγκαία για την επίτευξη του στόχου της εξουσιοδότησης και η οποία δεν υπερβαίνει τις τριάντα (30) ημέρες:

Νοείται ότι το δικαστικό ένταλμα εκτελείται άπαξ.

(β) Παράταση ανεκτέλεστου δικαστικού εντάλματος δυνατό να εγκριθεί από το Δικαστή μέχρι δύο φορές κατόπιν συμπληρωματικής αίτησης που υποβάλλεται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 22-

(i) για χρονική περίοδο η οποία κάθε φορά κρίνεται αναγκαία από το Δικαστή για επίτευξη του στόχου αυτής και η οποία δεν υπερβαίνει τις τριάντα (30) ημέρες. και

(ii) εφόσον εξακολουθούν να συντρέχουν οι λόγοι που αναφέρονται στο εδάφιο (1).

Λήψη ιδιωτικής επικοινωνίας που σχετίζεται με άλλα αδικήματα

24.Εάν κατά την πρόσβαση, επιθεώρηση και λήψη καταγεγραμμένου περιεχομένου ιδιωτικής επικοινωνίας που λαμβάνει χώρα σύμφωνα με εξουσιοδότηση ή έγκριση, κατόπιν δικαστικού εντάλματος που εκδίδεται δυνάμει των διατάξεων των άρθρων 21, 22 και 23, λαμβάνεται ιδιωτική επικοινωνία, η οποία σχετίζεται με άλλο αδίκημα από αυτό που περιγράφεται στο δικαστικό ένταλμα, το περιεχόμενο της επικοινωνίας αυτής θεωρείται ότι λήφθηκε, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου, νοουμένου ότι υποβάλλεται, το συντομότερο δυνατό, συμπληρωματική αίτηση δυνάμει των διατάξεων των άρθρων 21, 22 και 23 για έκδοση δικαστικού εντάλματος, που να εγκρίνει την πρόσβαση, επιθεώρηση και λήψη του καταγεγραμμένου περιεχομένου ιδιωτικής επικοινωνίας και εκδίδεται το σχετικό δικαστικό ένταλμα.

Διάθεση εγγράφων, συσκευών ή αντικειμένων και καταστροφή περιεχομένου ιδιωτικής επικοινωνίας

25.(1) Όταν διαπιστωθεί, με τη σύμφωνη γνώμη του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, ότι το περιεχόμενο ιδιωτικής επικοινωνίας, το οποίο έχει ληφθεί βάσει δικαστικού εντάλματος, όπως καθορίζεται στα άρθρα 21, 22 και 23, δεν συνδέεται με τη διάπραξη του αδικήματος ή τον κίνδυνο για την ασφάλεια της Δημοκρατίας, για τα οποία έχει εκδοθεί το ένταλμα, οποιοδήποτε έγγραφο, συσκευή ή αντικείμενο επί του οποίου βρίσκεται καταγεγραμμένο το εν λόγω περιεχόμενο ιδιωτικής επικοινωνίας, επιστρέφεται στο πρόσωπο, στην κατοχή του οποίου βρισκόταν όταν παραλήφθηκε και οποιοδήποτε αντίγραφο του περιεχομένου της ιδιωτικής επικοινωνίας το οποίο αναπαράχθηκε καταστρέφεται.

(2) Στην περίπτωση διακοπής της διαδικασίας διερεύνησης αδικήματος, για τo οποίo έχει εκδοθεί το δικαστικό ένταλμα, οποιοδήποτε έγγραφο, συσκευή ή αντικείμενο επί του οποίου βρίσκεται καταγεγραμμένο περιεχόμενο  ιδιωτικής  επικοινωνίας, το οποίο αποτελείμέρος μαρτυρίας, επιστρέφεται στο πρόσωπο, στην κατοχή του οποίου βρισκόταν όταν παραλήφθηκε και οποιοδήποτε αντίγραφο του περιεχομένου της ιδιωτικής επικοινωνίας το οποίο αναπαράχθηκε καταστρέφεται εντός ευλόγου χρόνου που καθορίζεται από το Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας.

(3) Οποιοδήποτε έγγραφο, συσκευή ή αντικείμενο επί του οποίου βρίσκεται καταγεγραμμένο περιεχόμενο ιδιωτικής επικοινωνίας, το οποίο αποτελεί μέρος μαρτυρίας, στην περίπτωση περάτωσης της διαδικασίας ενώπιον του δικαστηρίου, επιστρέφεται στο πρόσωπο, το οποίο, κατά την κρίση του δικαστηρίου, έχει δικαίωμα σε αυτό και οποιοδήποτε αντίγραφο του περιεχομένου της ιδιωτικής επικοινωνίας το οποίο αναπαράχθηκε καταστρέφεται.

ΜΕΡΟΣ V ΠΟΙΚΙΛΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Διαδικαστικοί Κανονισμοί

26. Το Ανώτατο Δικαστήριο μπορεί να εκδίδει Διαδικαστικούς Κανονισμούς για την καλύτερη εφαρμογή του παρόντος Νόμου, ο οποίος δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας.

Ο περί Ασυρμάτου Τηλεγραφίας Νόμος

27. Οι διατάξεις των άρθρων 7 και 11 του περί Ασυρμάτου Τηλεγραφίας Νόμου ερμηνεύονται και εφαρμόζονται τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος Νόμου.

Κανένας επηρεασμός του περί Διατήρησης Τηλεπικοινωνιακών Δεδομένων με Σκοπό τη Διερεύνηση Σοβαρών Ποινικών Αδικημάτων Νόμου

27A. Καμιά διάταξη του παρόντος Νόμου δεν επηρεάζει ούτε μπορεί να θεωρηθεί ότι επηρεάζει την εφαρμογή των διατάξεων του περί Διατήρησης Τηλεπικοινωνιακών Δεδομένων με Σκοπό τη Διερεύνηση Σοβαρών Ποινικών Αδικημάτων Νόμου.

Καταργήσεις

28. Οι πιο κάτω διατάξεις του περί Τηλεγράφων Νόμου καταργούνται από την έναρξη της ισχύος του παρόντος Νόμου:

(α) Οι λέξεις “ή θα παρακολουθηθεί (intercepted)” (7η γραμμή) και “ή θα αποκαλυφθεί στον κυβερνήτη ή σ’ οποιοδήποτε πρόσωπο προσδιοριζόμενο κατ’ όνομα ή αξίωμα στο διάταγμα” (8η και 9η γραμμή) της παραγράφου (β) του εδαφίου (1) του άρθρου 60

(β) η παράγραφος (γ) του εδαφίου (1) του άρθρου 60

(γ) η παράγραφος (γ) του άρθρου 160

(δ) οι λέξεις “παρακολουθεί (intercepts)” (4η γραμμή) και “ή αποκαλύπτει το περιεχόμενο ή οποιοδήποτε τμήμα του περιεχόμενου οποιουδήποτε μηνύματος σ’ οποιοδήποτε πρόσωπο μη δικαιούμενο να λάβει τούτο” (5η, 6η και 7η γραμμή) της παραγράφου (β) του εδαφίου (5) του άρθρου 21.