ΜΕΡΟΣ XIII ΕΠΟΠΤΙΚΗ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΕΦΟΡΟΥ - ΕΞΟΥΣΙΑ ΠΡΟΣ ΣΥΛΛΟΓΗ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ, ΕΙΣΟΔΟ ΚΑΙ ΕΡΕΥΝΑ ΚΑΙ ΕΠΙΒΟΛΗ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΩΝ ΚΥΡΩΣΕΩΝ
ΠΡΩΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ - ΕΠΟΠΤΙΚΗ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑ ΕΦΟΡΟΥ
Χρηματοοικονομική εποπτεία των κυπριακών ασφαλιστικών εταιρειών και των αλλοδαπών ασφαλιστικών επιχειρήσεων

193.—(1) Στον Έφορο ανατίθεται η χρηματοοικονομική εποπτεία των κυπριακών ασφαλιστικών εταιρειών για τις εργασίες, τις οποίες αυτές ασκούν εντός και εκτός της Δημοκρατίας, καθώς και η χρηματοοικονομική εποπτεία των αλλοδαπών ασφαλιστικών επιχειρήσεων, οι οποίες κατέχουν άδεια ασκήσεως ασφαλιστικών εργασιών δυνάμει του παρόντος Νόμου.

(2) Η χρηματοοικονομική εποπτεία, που ασκείται κατά τα ανωτέρω, διαλαμβάνει τη διακρίβωση, για το σύνολο των δραστηριοτήτων των εταιρειών και επιχειρήσεων αυτών, της κατάστασης της φερεγγυότητάς τους, του σχηματισμού τεχνικών και μαθηματικών αποθεμάτων και της κάλυψής τους με αντίστοιχα στοιχεία ενεργητικού, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου.

(3) Σε περίπτωση κατά την οποία οι ασφαλιστικές αυτές εταιρείες ή επιχειρήσεις κατέχουν άδεια ασκήσεως εργασιών στον κλάδο βοήθειας, η εποπτεία επεκτείνεται και στον έλεγχο του προσωπικού και υλικού που έχουν άμεσα και έμμεσα στη διάθεσή τους καθώς και στον έλεγχο των προσόντων του ιατρικού προσωπικού και της ποιότητας του εξοπλισμού που διαθέτουν, προκειμένου να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις οι οποίες απορρέουν από την άσκηση εργασιών στον κλάδο αυτό.

(4) Ο Έφορος, κατά την άσκηση της εποπτικής του αρμοδιότητας δυνάμει του παρόντος Νόμου—

(α) Ελέγχει, όποτε και όπως το κρίνει σκόπιμο, κατά πόσο οι ασφαλιστικές εταιρείες ή επιχειρήσεις που υπόκεινται στην εποπτεία του διαθέτουν σωστή διοικητική και λογιστική οργάνωση, καθώς και κατάλληλες διαδικασίες εσωτερικού ελέγχου·

(β) ελέγχει τους ετήσιους και άλλους λογαριασμούς, έγγραφα και στατιστικά στοιχεία που κατά νόμο του υποβάλλονται, προς εξακρίβωση της οικονομικής τους κατάστασης και της φερεγγυότητάς τους·

(γ) συλλέγει πληροφορίες, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 196 του παρόντος Νόμου, απαραίτητες για την άσκηση των κατά νόμο αρμοδιοτήτων του ιδιαίτερα δε τις πληροφορίες εκείνες, που αφορούν σε στοιχεία τα οποία κατά νόμο θα δικαιολογήσουν απόρριψη της αιτήσεως προς χορήγηση της άδειας ασκήσεως ασφαλιστικών εργασιών ή ανάκλησή της·

(δ) διενεργεί επιτόπιους ελέγχους, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 198 του παρόντος Νόμου, απαραίτητους για την άσκηση των κατά νόμο αρμοδιοτήτων του· και

(ε) επιβάλλει διοικητικές κυρώσεις, κατά τα οριζόμενα στα άρθρα 196, 199 και 201 του παρόντος Νόμου, και προβαίνει στη λήψη κάθε άλλου μέτρου αναγκαίου προκειμένου—

(i) να διασφαλισθεί η συμμόρφωση προς τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που ισχύουν στη Δημοκρατία, ή σε περίπτωση προσχώρησης της Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και από την ημερομηνία προσχώρησής της, που ισχύουν σε άλλα Κράτη Μέλη της Ε.Ε. ή του Ε.Ο.Χ., όπου μια κυπριακή ασφαλιστική εταιρεία ασκεί εργασίες· και

(ii) να αποφευχθεί ή εξαλειφθεί κάθε ανωμαλία που τυχόν θα έθιγε τα συμφέροντα των ασφαλισμένων·

(στ) δύναται να εκδίδει Οδηγίες σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές και συστάσεις που εκδίδονται από την Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών και την Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων.

(5) Οι διατάξεις των εδαφίων (1), (2) και (4) εφαρμόζονται και στις κυπριακές αντασφαλιστικές επιχειρήσεις για τις εργασίες, τις οποίες αυτές ασκούν εντός και εκτός  της Δημοκρατίας, καθώς και στις αλλοδαπές αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, οι οποίες κατέχουν άδεια ασκήσεως αντασφαλιστικών εργασιών δυνάμει του παρόντος Νόμου.

(6) Ο Έφορος, κατά την άσκηση των εποπτικών του καθηκόντων, δεν απορρίπτει σύμβαση αντασφάλισης μεταξύ της εποπτευόμενης κυπριακής ασφαλιστικής επιχείρησης ή αλλοδαπής ασφαλιστικής επιχείρησης που κατέχει άδεια ασκήσεως ασφαλιστικών εργασιών δυνάμει του παρόντος Νόμου, και αντασφαλιστικής επιχείρησης που κατέχει άδεια ασκήσεως αντασφαλιστικών εργασιών δυνάμει του παρόντος Νόμου ή δυνάμει των νομοθετικών διατάξεων άλλου Κράτους Μέλους της Ε.Ε. ή του Ε.Ο.Χ. ή ασφαλιστικής επιχείρησης που κατέχει άδεια ασκήσεως ασφαλιστικών εργασιών δυνάμει του παρόντος Νόμου ή δυνάμει των νομοθετικών διατάξεων άλλου Κράτους Μέλους της Ε.Ε. ή του Ε.Ο.Χ., για λόγους άμεσα συνδεόμενους με την οικονομική ευρωστία της αντισυμβαλλόμενης ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης.

(7) Ο Έφορος, κατά την άσκηση των εποπτικών του καθηκόντων, δεν απορρίπτει σύμβαση αντεκχώρησης μεταξύ της εποπτευόμενης κυπριακής αντασφαλιστικής επιχείρησης ή αλλοδαπής αντασφαλιστικής επιχείρησης που κατέχει άδεια ασκήσεως αντασφαλιστικών εργασιών δυνάμει του παρόντος Νόμου, και άλλης αντασφαλιστικής επιχείρησης που κατέχει άδεια ασκήσεως αντασφαλιστικών εργασιών δυνάμει του παρόντος Νόμου ή δυνάμει των νομοθετικών διατάξεων άλλου Κράτους Μέλους της Ε.Ε. ή του Ε.Ο.Χ. ή ασφαλιστικής επιχείρησης που κατέχει άδεια ασκήσεως ασφαλιστικών εργασιών δυνάμει του παρόντος Νόμου ή δυνάμει των νομοθετικών διατάξεων άλλου Κράτους Μέλους της Ε.Ε. ή του Ε.Ο.Χ., για λόγους άμεσα συνδεόμενους με την οικονομική ευρωστία της αντισυμβαλλόμενης ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης.

Επίσπευση κατάθεσης ορισμένων εγγράφων

194. Ο Έφορος έχει εξουσία να απαιτήσει την επίσπευσητης κατάθεσης:

(α) των προβλεπομένων στο άρθρο 90  εγγράφων,  κατά τρεις το πολύ μήνες πριν από την προβλεπόμενη στο άρθρο αυτό προθεσμία, νοουμένου ότι θα παρασχεθεί στην ενδιαφερόμενη ασφαλιστική εταιρεία ή επιχείρηση, χρόνος ενός τουλάχιστο μηνός ή δύο το πολύ μηνών προς κατάθεση των εγγράφων και

(β) των προβλεπομένων στο άρθρο 92  εγγράφων κατά τρεις το πολύ μήνες πριν από την προβλεπόμενη στο άρθρο αυτό προθεσμία, νοουμένου ότι θα παρασχεθεί στην ενδιαφερόμενη ασφαλιστική εταιρεία ή επιχείρηση χρόνος ενός τουλάχιστο μηνός προς κατάθεση των εγγράφων:

Νοείται ότι, ο Έφορος δύναται να απαιτήσει όπως τα αναφερόμενα στην παράγραφο (β) έγγραφα ελέγχονται από εγκεκριμένο ελεγκτή κατά τον καθορισμένο με Κανονισμούς τρόπο.

Εποπτεία της ασκήσεως εργασιών διαμεσολάβησης

195.—(1) Στον Έφορο ανατίθεται και η εποπτεία της ασκήσεως εργασιών διαμεσολάβησης και των διαμεσολαβητών που ασκούν τις εργασίες αυτές, κατά τα οριζόμενα στο Μέρος XII του Νόμου.

(2) Οι διατάξεις του άρθρου 193 του παρόντος Νόμου, σε ότι αφορά τις εξουσίες του Εφόρου κατά την άσκηση της εποπτικής του αρμοδιότητας, ισχύουν, τηρουμένων των αναλογιών, και στην προκειμένη περίπτωση.

Έκταση συμπληρωματικής εποπτείας και εξαιρέσεις

195Α.-(1) Κατά τη συμπληρωματική εποπτεία των εδαφίων (2), (3) και (4) του άρθρου 5, ο Έφορος λαμβάνει υπόψη -

(α) Τις συνδεδεμένες επιχειρήσεις ασφαλιστικών επιχειρήσεων·

(β) τις συμμετέχουσες επιχειρήσεις στην ασφαλιστική επιχείρηση· και

(γ) τις συνδεδεμένες επιχειρήσεις συμμετέχουσας επιχείρησης της ασφαλιστικής επιχείρησης, όπως αυτές ορίζονται στον παρόντα Νόμο.

(2) Κατά τη συμπληρωματική εποπτεία των εδαφίων (2), (3) και (4) του άρθρου 5, ο Έφορος -

(α) Δεν είναι υποχρεωμένος να εποπτεύει ατομικώς την ασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας, την αντασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας, την ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου, την εταιρεία χρηματοπιστωτικών συμμετοχών ή την ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου μεικτής δραστηριότητας·

(β) δύναται να μην λάβει υπόψη του επιχείρηση με καταστατική έδρα σε τρίτη χώρα όπου υφίστανται νομικά εμπόδια  για τη διαβίβαση των αναγκαίων πληροφοριών, με την επιφύλαξη της παραγράφου Ζ του Μέρους Β, του Έβδομου Παραρτήματος και της Παραγράφου Γ.(1) του Όγδοου Παραρτήματος· και

(γ) δύναται κατά περίπτωση να μην λάβει υπόψη του μία επιχείρηση εάν-

(i) η συγκεκριμένη επιχείρηση είναι αμελητέας σημασίας σε σχέση με τους στόχους της συμπληρωματικής εποπτείας των ασφαλιστικών επιχειρήσεων· ή

(ii) η εποπτεία της χρηματοοικονομικής κατάστασης της επιχείρησης αυτής αντενδείκνυται ή μπορεί να είναι παραπλανητική σε σχέση με τους στόχους της συμπληρωματικής εποπτείας των ασφαλιστικών επιχειρήσεων.

Αντικείμενο συμπληρωματικής εποπτείας

195Β.-(1) Ο Έφορος ασκεί γενική εποπτεία των πράξεων μεταξύ -

(α) Κυπριακής ασφαλιστικής εταιρείας και -

(i) συνδεδεμένης επιχείρησης της εν λόγω κυπριακής ασφαλιστικής εταιρείας·

(ii) συμμετέχουσας επιχείρησης της εν λόγω κυπριακής ασφαλιστικής εταιρείας·

(iii) συνδεδεμένης επιχείρησης μιας συμμετέχουσας επιχείρησης της εν λόγω κυπριακής ασφαλιστικής εταιρείας· και

(β) κυπριακής ασφαλιστικής εταιρείας και φυσικού προσώπου που διαθέτει συμμετοχή-

(i) στην εν λόγω κυπριακή ασφαλιστική εταιρεία ή σε μια από τις συνδεδεμένες επιχειρήσεις της·

(ii)  σε συμμετέχουσα επιχείρηση της εν λόγω κυπριακής ασφαλιστικής εταιρείας·

(iii) σε συνδεδεμένη επιχείρηση συμμετέχουσας επιχείρησης της εν λόγω κυπριακής ασφαλιστικής εταιρείας.

(2) Οι πράξεις που υπόκεινται στην εποπτεία του Εφόρου αφορούν ειδικότερα δάνεια, εγγυήσεις και πράξεις εκτός ισολογισμού, στοιχεία που μπορούν να επιλεγούν για την κάλυψη του περιθωρίου φερεγγυότητας, επενδύσεις, αντασφαλίσεις και συμφωνίες περί κατανομής εξόδων.

(3) Κάθε κυπριακή ασφαλιστική εταιρία υποχρεούται να διαθέτει κατάλληλες διαδικασίες για τη διαχείριση των κινδύνων και επαρκείς μηχανισμούς εσωτερικού ελέγχου, που ελέγχονται από τον Έφορο, συμπεριλαμβανομένων των ορθών διαδικασιών δημοσίευσης στοιχείων και λογιστικής για την  παραγωγή  στοιχείων και πληροφοριών σχετικών με τους στόχους της συμπληρωματικής εποπτείας και του εν γένει εντοπισμού, υπολογισμού, παρακολούθησης και ελέγχου των συναλλαγών που αναφέρονται στο παρόν άρθρο.

(4) Ο Έφορος δύναται να εκδίδει Οδηγίες αναφορικά με την ερμηνεία του όρου “σημαντικές συναλλαγές” σε σχέση με τα όσα προβλέπονται στο εδάφιο (2), και κάθε κυπριακή ασφαλιστική εταιρεία υποχρεούται να γνωστοποιεί, τουλάχιστον μία φορά κατ’ έτος, στον Έφορο τις σημαντικές συναλλαγές της:

Νοείται ότι, εάν από τις πληροφορίες αυτές προκύπτουν ενδείξεις υπονόμευσης ή ενδεχόμενης υπονόμευσης της φερεγγυότητας της εταιρείας, ο Έφορος λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα έναντι της εταιρείας αυτής.

ΔΕΥΤΕΡΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ - ΕΞΟΥΣΙΑ ΠΡΟΣ ΣΥΛΛΟΓΗ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ, ΕΙΣΟΔΟ ΚΑΙ ΕΡΕΥΝΑ ΚΑΙ ΕΠΙΒΟΛΗ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟΥ ΠΡΟΣΤΙΜΟΥ
Εξουσία του Εφόρου προς συλλογή πληροφοριών. Επιβολή Διοικητικού Προστίμου

196.—(1) Ο Έφορος έχει εξουσία να συλλέγει πληροφορίες απαραίτητες για την άσκηση των κατά νόμο αρμοδιοτήτων του και να απευθύνει σχετικό γραπτό αίτημα, σε κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που τελεί υπό τον έλεγχο και την εποπτεία του, καθώς και σε κάθε άλλο φυσικό ή νομικό πρόσωπο, που ευλόγως εικάζεται ότι είναι σε θέση να δώσει τις πληροφορίες.

(2) Στο γραπτό αίτημα του Εφόρου καθορίζονται οι θεμελιούσες το αίτημα διατάξεις του παρόντος Νόμου, η αιτιολογία του αιτήματος, η τασσόμενη προς παροχή των πληροφοριών εύλογη προθεσμία και οι ενδεχόμενες κυρώσεις σε περίπτωση μη συμμορφώσεως προς την ως άνω υποχρέωση της παροχής των πληροφοριών.

Νοείται ότι,  οι πληροφορίες που αναφέρονται στο εδάφιο(1)  και στο παρόν εδάφιο,  περιλαμβάνουν οποιουσδήποτε λογαριασμούς,  εκθέσεις ή καταστάσεις της ασφαλιστικήςεταιρείας ή επιχείρησης:

Νοείται περαιτέρω ότι, ο Έφορος δύναται να απαιτήσει όπως τα έγγραφα που αναφέρονται στην ανωτέρω επιφύλαξη ελέγχονται από εγκεκριμένο ελεγκτή κατά τον καθορισμένομε Κανονισμούς τρόπο.

(3) Το πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται το αίτημα του Εφόρου έχει υποχρέωση προς έγκαιρη, πλήρη και επακριβή παροχή των αιτούμενων πληροφοριών, εκτός εάν με την παροχή της πληροφορίας θίγεται οποιοδήποτε επαγγελματικό, τραπεζικό ή άλλο κατά νόμο προστατευόμενο απόρρητο.

(4) Σε περίπτωση παραλείψεως παροχής των αιτούμενων πληροφοριών μέσα στην τακτή προθεσμία, επιβάλλεται από τον Έφορο στον υπαίτιο της παράλειψης, διοικητικό πρόστιμο εκατό λιρών, για κάθε ημέρα συνέχισης της παράλειψης. Το διοικητικό αυτό πρόστιμο επιβάλλεται και σε περίπτωση κατά την οποία φυσικό ή νομικό πρόσωπο υποκείμενο στην εποπτεία και τον έλεγχο του Εφόρου, παραλείπει να καταθέσει στον Έφορο, μέσα στην τακτή από το Νόμο προθεσμία, λογαριασμούς, εκθέσεις, καταστάσεις, βιβλία ή έγγραφα, των οποίων η κατάθεση προβλέπεται από τον παρόντα Νόμο:

Νοείται ότι, για τους σκοπούς του εδαφίου αυτού, ως παράλειψη παροχής πληροφοριών ή κατάθεσης λογαριασμών και άλλων κατά τα ανωτέρω εγγράφων, λογίζεται και η παροχή πληροφοριών ή η κατάθεση λογαριασμών ή άλλων εγγράφων, έκδηλα πλημμελών, εσφαλμένων ή ανακριβών.

(5) Αντί τούτου, και ανεξάρτητα από τυχόν ποινική ή πειθαρχική ευθύνη του υπαιτίου, σε περίπτωση παράλειψης παροχής των πληροφοριών μέσα στην τακτή προθεσμία ή σε περίπτωση εκ προθέσεως ή εξ αμελείας παροχής ανακριβών ή παραπλανητικών πληροφοριών, ο Έφορος έχει εξουσία, αφού προηγουμένως καλέσει τον υπαίτιο σε απολογία, να επιβάλλει εις αυτόν, με δεόντως αιτιολογημένη απόφασή του, τις προβλεπόμενες στο άρθρο 201 του παρόντος Νόμου, διοικητικές κυρώσεις.

(6) Οι πληροφορίες που παρέχονται στον Έφορο, κατά την άσκηση της εξουσίας του αυτής είναι εμπιστευτικής φύσεως και δύνανται να χρησιμοποιηθούν μόνο για το σκοπό για τον οποίο ζητήθηκαν.

(7) Για τους σκοπούς του άρθρου αυτού «η υποχρέωση προς παροχή πληροφοριών» περιλαμβάνει και την υποχρέωση προς προσκόμιση και κατάθεση κάθε είδους γραπτών στοιχείων και τη διάθεση πληροφοριών εναποθηκευμένων εις ηλεκτρονικούς υπολογιστές.

(8) Ο Έφορος δύναται να απαιτεί όπως οι παρεχόμενες πληροφορίες είναι σε επίσημη γλώσσα της Δημοκρατίας.

(9) Σε συγκεκριμένες περιπτώσεις κατά τη συλλογή πληροφοριών για τις ανάγκες της συμπληρωματικής εποπτείας και την επιτόπια εξακρίβωση των πληροφοριών αυτών, ο Έφορος δύναται, προκειμένου να επαληθεύσει σημαντικές πληροφορίες σχετικά με ασφαλιστική επιχείρηση εγκατεστημένη σε άλλο κράτος μέλος, η οποία είναι συνδεδεμένη ασφαλιστική επιχείρηση, θυγατρική επιχείρηση, μητρική επιχείρηση ή θυγατρική επιχείρηση μιας μητρικής επιχείρησης κυπριακής ασφαλιστικής εταιρείας που υπόκειται σε συμπληρωματική εποπτεία, σύμφωνα με τα οριζόμενα στον παρόντα Νόμο, να ζητήσει από τις αρμόδιες αρχές του άλλου κράτους μέλους τη διενέργεια του ελέγχου αυτού.

(10) Ο  Έφορος, όταν λαμβάνει αντίστοιχη αίτηση των αρμοδίων αρχών άλλου κράτους μέλους, οφείλει είτε να διενεργήσει ο ίδιος τον σχετικό έλεγχο, είτε να επιτρέψει στις αιτούσες αρχές να διενεργήσουν αυτές τον έλεγχο, είτε να επιτρέψει την άσκησή του από ελεγκτή ή εμπειρογνώμονα:

Νοείται ότι, σε περίπτωση που ο έλεγχος διενεργείται από τον Έφορο ή από ελεγκτή ή εμπειρογνώμονα, οι αρμόδιες εποπτικές αρχές του άλλου κράτους μέλους που έχουν υποβάλει το αίτημα μπορούν να συμμετάσχουν στον εν λόγω έλεγχο.

(11) Οι κυπριακές ασφαλιστικές εταιρείες που υπόκεινται σε συμπληρωματική εποπτεία και οι συνδεδεμένες ή συμμετέχουσες επιχειρήσεις τους  δύνανται να ανταλλάσσουν μεταξύ τους κάθε πληροφορία χρήσιμη για τους σκοπούς της συμπληρωματικής εποπτείας, όπως αυτή προβλέπεται στον παρόντα Νόμο.

Αποκάλυψη πληροφοριών από ελεγκτές ασφαλιστικών επιχειρήσεων

197.—(1) Οι ελεγκτές, οι οποίοι διενεργούν δυνάμει του περί Εταιρειών Νόμου και του παρόντος Νόμου, έλεγχο των ετήσιων και ενοποιημένων λογαριασμών των ασφαλιστικών επιχειρήσεων ή κάθε άλλη νόμιμη αποστολή στα πλαίσια των καθηκόντων τους, υποχρεούνται να γνωστοποιούν άμεσα στον Έφορο αναφορικά με την ασφαλιστική επιχείρηση που ελέγχουν, κάθε απόφαση ή γεγονός που περιήλθε σε γνώση τους κατά την άσκηση της αποστολής τους, εφόσον η απόφαση αυτή ή το γεγονός είναι δυνατό—

(α) Να αποτελέσει ουσιαστική παράβαση των νομοθετικών ή κανονιστικών διατάξεων που καθορίζουν τις προϋποθέσεις λειτουργίας ή διέπουν ειδικά την άσκηση δραστηριότητας των ασφαλιστικών επιχειρήσεων

(β) να επηρεάσει τη συνεχή λειτουργία της ασφαλιστικής επιχείρησης·

(γ) να οδηγήσει σε άρνηση της έγκρισης των λογαριασμών ή σε διατύπωση επιφυλάξεων.

(2) Οι ελεγκτές έχουν επίσης την ίδια υποχρέωση σε ότι αφορά τα γεγονότα και τις αποφάσεις των οποίων έλαβαν γνώση στα πλαίσια μιας αποστολής, όπως αναφέρεται στο εδάφιο (1) πιο πάνω, η οποία πραγματοποιείται σε μια εταιρεία που έχει στενούς δεσμούς που πηγάζουν από δεσμό ελέγχου με την ασφαλιστική επιχείρηση στην οποία τα πρόσωπα αυτά εκτελούν την προαναφερόμενη αποστολή.

(3) Η καλή τη πίστει γνωστοποίηση στον Έφορο γεγονότων ή αποφάσεων που αναφέρονται στα προηγούμενα εδάφια (1) και (2) από τους ελεγκτές ασφαλιστικών επιχειρήσεων, δεν αποτελεί παράβαση τυχόν περιορισμού γνωστοποίησης πληροφοριών που επιβάλλεται από σύμβαση ή νομοθετική ή κανονιστική ή διοικητική διάταξη και δε συνεπάγεται οποιαδήποτε ευθύνη για τα πρόσωπα αυτά.

Εξουσία του Εφόρου προς είσοδο και έρευνα

198. (1) Ο Έφορος κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων του δυνάμει του παρόντος Νόμου, έχει εξουσία να διενεργεί επιτόπιους ελέγχους απαραίτητους για την άσκηση των αρμοδιοτήτων του και τη διερεύνηση ενδεχόμενης παραβίασης των δυνάμει του παρόντος Νόμου υποχρεώσεων, και προς τούτο—

(α) Να ελέγχει αρχεία, βιβλία, λογαριασμούς και άλλα έγγραφα καθώς και στοιχεία εναποθηκευμένα εις ηλεκτρονικούς υπολογιστές κάθε προσώπου που ευλόγως εικάζεται πως κατέχει στοιχεία δυνάμενα να βοηθήσουν τον Έφορο στην έρευνά του·

(β) να λαμβάνει αντίγραφα ή αποσπάσματα των πιο πάνω· και

(γ) να εισέρχεται σε γραφεία και επαγγελματικούς χώρους.

(2) Κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων του δυνάμει του εδαφίου (2) του άρθρου 5, ο Έφορος έχει την εξουσία να ζητεί από κάθε πρόσωπο οποιαδήποτε σχετική πληροφορία:

Νοείται ότι, ο Έφορος έχει εξουσία να απευθύνεται απευθείας στις επιχειρήσεις που αναφέρονται στο εδάφιο (1) του άρθρου 195Α μόνον όταν η ασφαλιστική επιχείρηση δεν δίδει τις πληροφορίες που της ζητούνται.

Διαδικασία εισόδου και έρευνας. Επιβολή διοικητικού προστίμου

199.—(1) Οι κατά το προηγούμενο άρθρο επιτόπιοι έλεγχοι διενεργούνται από τον Έφορο είτε ύστερα από προειδοποίηση είτε, σε επείγουσες και ειδικά αιτιολογημένες περιπτώσεις, χωρίς την προηγούμενη ειδοποίηση του προσώπου προς το οποίο απευθύνεται η εντολή.

(2) Η εντολή του Εφόρου είναι γραπτή και καθορίζει το σκοπό του επιτόπιου ελέγχου, ορίζει την ημερομηνία έναρξης του ελέγχου, τη διάταξη πάνω στην οποία στηρίζεται η εξουσία αυτή του Εφόρου και τις ενδεχόμενες κυρώσεις, σε περίπτωση άρνησης του προσώπου, προς το οποίο απευθύνεται η εντολή, να συμμορφωθεί προς την εντολή.

(3) Το πρόσωπο, στο οποίο διενεργείται ο έλεγχος, δύναται να συμβουλευθεί το συνήγορο του κατά τη διάρκεια του ελέγχου, η παρουσία όμως αυτού δε συνιστά νομική προϋπόθεση για το έγκυρο του ελέγχου.

(4) Δεν επιτρέπεται η είσοδος σε κατοικία ή η διεξαγωγή ελέγχου σε κατοικία για τους σκοπούς του Νόμου αυτού, εκτός κατόπιν δικαστικού εντάλματος.

(5) Σε περίπτωση μη συμμορφώσεως προς εντολή του Εφόρου κατά τις διατάξεις του άρθρου αυτού για διενέργεια επιτόπιου ελέγχου, επιβάλλεται από τον Έφορο διοικητικό πρόστιμο εκατό λιρών για κάθε ημέρα που συνεχίζεται η παράλειψη προς συμμόρφωση.

(6) Αντί τούτου, και ανεξάρτητα από τυχόν ποινική ή πειθαρχική ευθύνη του υπαιτίου, σε περίπτωση αρνήσεώς του να συμμορφωθεί προς εντολή του Εφόρου για επιτόπιο έλεγχο ή σε περίπτωση που αυτός επιδεικνύει ελλιπή τα αιτηθέντα αρχεία, βιβλία, λογαριασμούς ή άλλα έγγραφα ή στοιχεία, ο Έφορος έχει εξουσία, αφού προηγουμένως καλέσει τον υπαίτιο σε απολογία, να επιβάλει εις αυτόν, με δεόντως αιτιολογημένη απόφασή του, τις προβλεπόμενες στο άρθρο 201 του παρόντος Νόμου διοικητικές κυρώσεις.

(7) Οι πληροφορίες που αποκτά ο Έφορος κατά την άσκηση της εξουσίας του αυτής είναι εμπιστευτικής φύσεως και δύνανται να χρησιμοποιηθούν μόνο για το σκοπό για τον οποίο διενεργείται ο έλεγχος.

Ενέργειες του Εφόρου σε περίπτωση παραβάσεων

200. Σε περίπτωση που ο Έφορος, κατά την άσκηση της εξουσίας του προς συλλογή πληροφοριών, είσοδο ή έρευνα ή από στοιχεία που άλλωσπως τίθενται ενώπιον του, διαπιστώσει το ενδεχόμενο παράβασης των διατάξεων του παρόντος Νόμου ή των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων Κανονισμών, ο Έφορος ενεργεί ως ακολούθως:

(α) Συντάσσει το πόρισμά του και το υποβάλλει, μαζί με τα στοιχεία που κατέχει, στο Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, ο οποίος αποφασίζει, από τα τεθέντα ενώπιον του στοιχεία, κατά πόσο συντρέχει περίπτωση ποινικής ευθύνης και δικαιολογείται ποινική δίωξη του υπαιτίου·

(β) επιλαμβάνεται ο ίδιος της υπόθεσης και αποφασίζει κατά πόσο δικαιολογείται η επιβολή διοικητικού προστίμου, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 201 του παρόντος Νόμου ή η επιβολή άλλων διοικητικών κυρώσεων, που τυχόν προβλέπονται στον παρόντα Νόμο και τους δυνάμει αυτού εκδιδόμενους Κανονισμούς· και

(γ) αποφασίζει κατά πόσο δικαιολογείται η ανάκληση της άδειας ασκήσεως ασφαλιστικών εργασιών και η υποβολή αιτήσεως στο Δικαστήριο προς αναγκαστική διάλυση και εκκαθάριση της ασφαλιστικής επιχείρησης κατά τα οριζόμενα στο Μέρος XI του παρόντος Νόμου.

Διοικητικό πρόστιμο

201.—(1) Εκτός εάν προβλέπεται η επιβολή διοικητικού προστίμου από οποιαδήποτε διάταξη του παρόντος Νόμου, ο Έφορος έχει εξουσία να επιβάλλει διοικητικό πρόστιμο ύψους μέχρις πενήντα χιλιάδων και σε περίπτωση υποτροπής ύψους μέχρι εκατό χιλιάδων λιρών, ανάλογα με τη βαρύτητα της παράβασης, σε περίπτωση κατά την οποία διαπιστωθεί ότι νομικό πρόσωπο υποκείμενο στις διατάξεις του παρόντος Νόμου παραβιάζει οποιαδήποτε από τις υποχρεώσεις που του επιβάλλουν οι διατάξεις του παρόντος Νόμου και των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων Κανονισμών.

(2) Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου (1), σε περίπτωση κατά την οποία αποδεικνύεται ότι ο υπαίτιος της παράβασης προσπορίστηκε αθέμιτο όφελος από την παράβαση αυτή, ο Έφορος έχει εξουσία να επιβάλλει διοικητικό πρόστιμο ύψους μέχρι του διπλάσιου του οφέλους, που ο υπαίτιος αθεμίτως προσπορίστηκε από την παράβαση.

Κλήση σε απολογία και παραστάσεις

202.—(1) Πριν προβεί στην έκδοση της απόφασής του προς επιβολή διοικητικού προστίμου κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 201, ο Έφορος οφείλει να κοινοποιήσει εγγράφως την πρόθεσή του προς διερεύνηση της παράβασης σε κάθε ενδιαφερόμενο πρόσωπο, να παραθέσει τους λόγους που δικαιολογούν την πρόθεσή του προς διερεύνηση και επιβολή διοικητικού προστίμου και να επισημάνει τα δικαιώματα που τους παρέχονται δυνάμει του εδαφίου (2).

(2) Το πρόσωπο προς το οποίο κοινοποιήθηκε έγγραφο κατά τα ανωτέρω, έχει το δικαίωμα εντός προθεσμίας δεκαπέντε ημερών από της κοινοποιήσεως του εγγράφου, να προβεί σε γραπτές και, εφόσον το επιθυμεί , προφορικές παραστάσεις προς τον Έφορο.

(3) Ο Έφορος οφείλει να λάβει υπόψη τις παραστάσεις αυτές, πριν προβεί στην έκδοση της απόφασής του προς επιβολή διοικητικού προστίμου και καθορίσει το ύψος του οφειλόμενου ποσού.

(4) Οι αποφάσεις του Εφόρου προς επιβολή διοικητικού προστίμου οφείλουν να είναι δεόντως αιτιολογημένες και κοινοποιούνται εγγράφως προς κάθε ενδιαφερόμενο πρόσωπο.

(5) Οι αποφάσεις του Εφόρου προς επιβολή διοικητικού προστίμου κατά τις διατάξεις του άρθρου αυτού, δύνανται να προσβληθούν ενώπιον του Υπουργού, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 43 του παρόντος Νόμου.

Είσπραξη διοικητικού προστίμου

203.—(1) Το διοικητικό πρόστιμο, που επιβάλλεται από τον Έφορο κατά τις διατάξεις του παρόντος Νόμου, περιέρχεται στο Πάγιο Ταμείο της Δημοκρατίας.

(2) Σε περίπτωση παραλείψεως πληρωμής του, όταν η απόφαση προς επιβολή του καταστεί οριστική, είτε λόγω παρελεύσεως άπρακτης της προθεσμίας προς προσφυγή ενώπιον του Υπουργού, είτε λόγω επικυρώσεως της αποφάσεως του Εφόρου από τον Υπουργό, ο Έφορος λαμβάνει δικαστικά μέτρα προς είσπραξη τον και εισπράττεται το οφειλόμενο ποσό ως αστικό χρέος οφειλόμενο προς τη Δημοκρατία.

Προσφυγή στο Ανώτατο Δικαστήριο κατ' αποφάσεων του Εφόρου και του Υπουργού

204. Τηρουμένων των προνοιών του Άρθρου 146 του Συντάγματος, σε προσφυγή ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου υπόκειται—

(α) Κάθε απόφαση του Εφόρου προς απόρριψη της αιτήσεως για χορήγηση άδειας ασκήσεως ή επεκτάσεως ασφαλιστικών εργασιών ή προς ανάκληση ή περιορισμό της άδειας αυτής·

(β) κάθε απόφαση του Εφόρου προς απόρριψη της αιτήσεως για εγγραφή σε ένα από τα τηρούμενα δυνάμει του άρθρου 173 Μητρώα και έκδοση του ανάλογου πιστοποιητικού εγγραφής ή προς διαγραφή ενός προσώπου από τα Μητρώα αυτά·

(γ) κάθε απόφαση του Εφόρου προς επιβολή διοικητικού προστίμου ή άλλων διοικητικών κυρώσεων δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου·

(δ) κάθε άλλη δυσμενής απόφαση του Εφόρου, υποκείμενη σε προσφυγή ενώπιον του Υπουργού ή μη· και

(ε) κάθε απόφαση του Υπουργού που εκδίδεται κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 43 του παρόντος Νόμου και επικυρώνει οποιαδήποτε δυσμενή κατά τα ανωτέρω απόφαση του Εφόρου.

ΤΡΙΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ - ΕΠΟΠΤΙΚΗ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΕΦΟΡΟΥ ΣΕ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΠΡΟΣΧΩΡΗΣΗΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΩΣΗ
Ισχύς του Κεφαλαίου αυτού

205. Οι διατάξεις του Κεφαλαίου αυτού θα ισχύσουν σε περίπτωση προσχώρησης της Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και από την ημερομηνία προσχώρησής της.

Ενημέρωση Υπηρεσίας από ασφαλιστική επιχείρηση Κράτους Μέλους της Ε.Ε. ή του Ε.Ο.Χ.

206.—(1) Ασφαλιστική επιχείρηση με έδρα σε Κράτος Μέλος της Ε.Ε. ή του Ε.Ο.Χ., η οποία ασκεί εργασίες στη Δημοκρατία υπό καθεστώς ελεύθερης εγκατάστασης ή/και ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, οφείλει να υποβάλει στην Υπηρεσία, σύμφωνα με το εδάφιο (8) του άρθρου 34 του παρόντος Νόμου, οποιοδήποτε έγγραφο της ζητηθεί για τους σκοπούς του παρόντος Μέρους, εφόσον και οι κυπριακές ασφαλιστικές εταιρείες υπέχουν την ίδια υποχρέωση. Σε περίπτωση άρνησης υποβολής των ζητηθέντων εγγράφων, ο Έφορος ενεργεί ως ακολούθως:

(α) Εάν η ασφαλιστική αυτή επιχείρηση δεν τηρεί τους κανόνες δικαίου που ισχύουν στη Δημοκρατία, ο Έφορος την καλεί να αποκαταστήσει την τάξη πραγμάτων, σύμφωνα με την κειμένη νομοθεσία και τις ισχύουσες ασφαλιστικές αρχές·

(β) σε περίπτωση κατά την οποία η ασφαλιστική αυτή επιχείρηση δεν συμμορφώνεται, ο Έφορος ενημερώνει την αρμόδια εποπτική αρχή του Κράτους Μέλους καταγωγής της και της ζητά, με συστημένη επιστολή, να λάβει όλα τα κατάλληλα μέτρα ώστε η επιχείρηση αυτή να συμμορφωθεί. Ο Έφορος ζητά επίσης να του ανακοινωθούν τα μέτρα αυτά·

(γ) εάν παρά τα ληφθέντα μέτρα από την αρμόδια εποπτική αρχή του Κράτους Μέλους καταγωγής της ασφαλιστικής επιχείρησης ή σε περίπτωση έλλειψης ή ανεπάρκειας των μέτρων αυτών, εξακολουθεί να παραβιάζει τους κανόνες δικαίου που ισχύουν στη Δημοκρατία, ο Έφορος μετά από ενημέρωση της αρμόδιας εποπτικής αρχής του Κράτους Μέλους καταγωγής, δύναται να λάβει τα κατάλληλα μέτρα για την πρόληψη νέων παραβάσεων και την προστασία των συμφερόντων των ασφαλισμένων στη Δημοκρατία και να απαγορεύσει, εφόσον κρίνεται αναγκαίο, στην επιχείρηση να εξακολουθήσει να ασκεί νέες εργασίες μέσω υποκαταστήματος ή ελεύθερης παροχής υπηρεσιών

(δ) ο Έφορος διατηρεί το δικαίωμα σε περίπτωση έσχατης ανάγκης να προσφύγει στις εποπτικές ή και στις διπλωματικές αρχές του κράτους ή των κρατών στα οποία είναι εγκατεστημένη η επιχείρηση ή να λάβει οποιαδήποτε άλλα μέτρα θεωρεί σκόπιμα·

(ε) εάν η επιχείρηση που έχει διαπράξει παράβαση διαθέτει εγκατάσταση ή/και περιουσιακά στοιχεία στη Δημοκρατία, ο Έφορος δύναται να επιβάλει τις σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου διοικητικές κυρώσεις επί της εγκατάστασης, περιλαμβανομένου και του περιορισμού της ελεύθερης διάθεσης των περιουσιακών στοιχείων της επιχείρησης που ευρίσκεται στη Δημοκρατία.

(2) Κάθε μέτρο που λαμβάνεται βάσει του προηγούμενου εδαφίου και το οποίο συνεπάγεται κυρώσεις ή περιορισμούς στην άσκηση εργασιών, θα πρέπει να είναι δεόντως αιτιολογημένο και να κοινοποιείται στην ενδιαφερόμενη επιχείρηση και στην αρμόδια εποπτική αρχή του Κράτους Μέλους καταγωγής της.

(3) Οι προηγούμενες διατάξεις του άρθρου αυτού δεν επηρεάζουν την εφαρμογή των ποινικής φύσεως διατάξεων που ισχύουν στη Δημοκρατία, περιλαμβανομένων και των ποινικών διατάξεων του παρόντος Νόμου.

(4) Εάν για τον έλεγχο τηρήσεως των κανόνων δικαίου που ισχύουν στη Δημοκρατία, επιβάλλεται έλεγχος στα γραφεία της έδρας της ασφαλιστικής επιχείρησης ή στα γραφεία του υποκαταστήματος της στη Δημοκρατία, ο Έφορος συνεργάζεται με την αρμόδια εποπτική αρχή του Κράτους Μέλους καταγωγής της για την κατά περίπτωση διενέργεια του ελέγχου αυτού από την αρμόδια αυτή εποπτική αρχή. Σε περίπτωση κατά την οποία ο Έφορος το κρίνει αναγκαίο, δύναται να συμμετέχει και ο ίδιος στη διενέργεια του ελέγχου στα γραφεία του υποκαταστήματος στη Δημοκρατία.

Ανταλλαγή πληροφοριών

207.—(1) Ο Έφορος προβαίνει σε ανταλλαγή εγγράφων και πληροφοριών με τις αρμόδιες εποπτικές αρχές άλλων Κρατών Μελών, προκειμένου να διασφαλισθεί η αποτελεσματική εποπτεία των ασφαλιστικών επιχειρήσεων και των διαμεσολαβητών, οι οποίες ασκούν εργασίες τόσο στη Δημοκρατία όσο και εις τα άλλα αυτά Κράτη Μέλη.

(2) Σε περίπτωση κατά την οποία ο Έφορος κρίνει ότι οι δραστηριότητες στη Δημοκρατία μιας ασφαλιστικής επιχείρησης ή ενός διαμεσολαβητή Κράτους Μέλους της Ε.Ε. ή του Ε.Ο.Χ., η οποία ασκεί εργασίες στη Δημοκρατία, είτε υπό καθεστώς ελεύθερης εγκατάστασης είτε/και υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, ενδέχεται να παραβλάψουν τη χρηματοοικονομική της κατάσταση ή τα συμφέροντα των ασφαλισμένων, ο Έφορος ενημερώνει την αρμόδια εποπτική αρχή το Κράτους Μέλους καταγωγής της ασφαλιστικής επιχείρησης ή του διαμεσολαβητή αντίστοιχα.

Απαγόρευση ελεύθερης διάθεσης στοιχείων ενεργητικού

208. Ο Έφορος δύναται να απαγορεύσει την ελεύθερη διάθεση των εντός της Δημοκρατίας στοιχείων ενεργητικού μιας ασφαλιστικής επιχείρησης Κράτους Μέλους της Ε.Ε. ή του Ε.Ο.Χ., κατόπιν σχετικής αιτήσεως της αρμόδιας εποπτικής αρχής του Κράτους Μέλους καταγωγής της, για παράβαση των διατάξεων, που αφορούν στο σχηματισμό και την επένδυση των τεχνικών αποθεμάτων και τη συγκρότηση του περιθωρίου φερεγγυότητας. Στην αίτηση αυτή πρέπει να καθορίζονται τα στοιχεία ενεργητικού, για τα οποία ζητείται η λήψη απαγορευτικών μέτρων.

Ενημέρωση της Επιτροπής της Ευρωπαϊκής Ένωσης

209.—(1) Ο Έφορος ενημερώνει την Επιτροπή της Ευρωπαϊκής Ένωσης—

(α) Για κάθε άδεια άσκησης ασφαλιστικών εργασιών που χορηγείται σε ασφαλιστική επιχείρηση η οποία είναι άμεσα ή έμμεσα θυγατρική μιας ή περισσότερων μητρικών επιχειρήσεων που διέπονται από τη νομοθεσία τρίτης χώρας, γνωστοποιώντας και τη δομή του ομίλου επιχειρήσεων στον οποίο ανήκουν

(β) για τη συμμετοχή τέτοιας μητρικής επιχείρησης σε ασφαλιστική εταιρεία που εδρεύει και λειτουργεί στη Δημοκρατία, η οποία με τον τρόπο αυτό την καθιστά θυγατρική της.

(2) Ο Έφορος ενημερώνει επίσης την Επιτροπή της Ευρωπαϊκής Ένωσης για οποιεσδήποτε δυσκολίες γενικής φύσεως που συναντούν οι κυπριακές ασφαλιστικές εταιρείες κατά την εγκατάστασή τους στην τρίτη αυτή χώρα.

(3) Σε περίπτωση κατά την οποία η Επιτροπή της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποφασίσει τον περιορισμό ή την αναστολή εξέτασης αιτήσεως—

(α) Σε σχέση με τη χορήγηση άδειας λειτουργίας που έχει ήδη κατατεθεί από αλλοδαπή ασφαλιστική επιχείρηση κατά τη στιγμή της απόφασης ή μεταγενέστερα·

(β) σε σχέση με την απόκτηση συμμετοχών στις οποίες προβαίνουν άμεσα ή έμμεσα μητρικές επιχειρήσεις διεπόμενες από το δίκαιο τρίτης χώρας,

ο Έφορος αναστέλλει τη λήψη αποφάσεως σε σχέση με τα όσα αναφέρονται στις παραγράφους (α) και (β) πιο πάνω, για όσο χρονικό διάστημα η Επιτροπή της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχει αποφασίσει αντίστοιχη αναστολή ή περιορισμό γενικής ισχύος σε όλα τα Κράτη Μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή και του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου.

Ο εν λόγω περιορισμός ή η αναστολή, δεν εφαρμόζονται όσον αφορά τη δημιουργία θυγατρικών ασφαλιστικών εταιρειών στη Δημοκρατία από ασφαλιστικές επιχειρήσεις ή τις θυγατρικές τους που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο, ούτε όσον αφορά την απόκτηση συμμετοχής από τέτοια επιχείρηση ή θυγατρική της σε ασφαλιστική εταιρεία που εδρεύει και λειτουργεί στη Δημοκρατία.

(4) Ο Έφορος οφείλει, μετά από αίτημα της Επιτροπής της Ευρωπαϊκής Ένωσης που υποβάλλεται όταν αυτή διαπιστώσει ότι έχει προκύψει η περίπτωση που αναφέρεται στο εδάφιο (2) ή η περίπτωση μη παροχής αποτελεσματικής πρόσβασης σε επιχείρηση Κράτους Μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε τρίτη χώρα, όπως αυτή που απολαμβάνει η επιχείρηση της τρίτης αυτής χώρας στα Κράτη Μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, να την ενημερώνει—

(α) Για κάθε αίτηση προς χορήγηση άδειας ασκήσεως ασφαλιστικών εργασιών μιας άμεσα ή έμμεσα θυγατρικής εταιρείας της οποίας η μητρική ή οι μητρικές επιχειρήσεις διέπονται από τη νομοθεσία της εν λόγω τρίτης χώρας·

(β) για κάθε σχέδιο επιχείρησης αυτού του είδους να αποκτήσει συμμετοχή σε ασφαλιστική επιχείρηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ώστε η τελευταία αυτή να καταστεί θυγατρική της πρώτης.

Ενημέρωση της Επιτροπής της Ευρωπαϊκής Ένωσης για υποχρεωτικές ασφαλίσεις

210.—(1) Ο Έφορος γνωστοποιεί στην Επιτροπή της Ευρωπαϊκής Ένωσης τους κινδύνους για τους οποίους η νομοθεσία της Δημοκρατίας προβλέπει υποχρεωτική ασφάλιση, αναφέροντας—

(α) Τις ειδικές διατάξεις που διέπουν την ασφάλιση αυτή-

(β) τα στοιχεία τα οποία πρέπει να περιλαμβάνει το πιστοποιητικό που ασφαλιστική επιχείρηση υποχρεούται να χορηγήσει στον ασφαλισμένο, όταν αυτή παρέχει κάλυψη σε κλάδους υποχρεωτικής ασφάλισης, ως αποδεικτικό στοιχείο της τήρησης της νομοθεσίας που προβλέπει για υποχρεωτική ασφάλιση. Ο Έφορος δύναται να απαιτήσει δήλωση από κάθε ασφαλιστική επιχείρηση που να βεβαιώνει ότι ασφαλιστήριο το οποίο εκδίδει είναι σύμφωνο με τις ειδικές διατάξεις που διέπουν τη συγκεκριμένη ασφάλιση.

(2) Ο Έφορος δέχεται, ως απόδειξη ότι έχει τηρηθεί η υποχρεωτική ασφάλιση, έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου είναι σύμφωνο με την παράγραφο (β) του προηγούμενου εδαφίου.

Ίση μεταχείριση ασφαλιστικών επιχειρήσεων

210Α.-(1) Ασφαλιστική επιχείρηση με έδρα κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή του ΕΟΧ, και με εγκατάσταση στη Δημοκρατία δύναται να συμμετέχει σε επαγγελματική οργάνωση, με τους ίδιους όρους, δικαιώματα και υποχρεώσεις όπως κυπριακή ασφαλιστική εταιρεία:

Νοείται ότι, το δικαίωμα συμμετοχής συνεπάγεται το δικαίωμα εκλογής ή διορισμού σε διοικητική θέση των οργανώσεων αυτών, νοουμένου ότι οι οργανώσεις αυτές δεμετέχουν στην άσκηση δημόσιας εξουσίας.

(2) Σε καμιά περίπτωση δεν παρέχεται   οποιαδήποτε βοήθεια σε κυπριακή ασφαλιστική εταιρεία που μπορεί να νοθεύσει τους όρους εγκατάστασής της, όταν αυτή δύναται να μεταβεί σε άλλο κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή του ΕΟΧ με σκοπό την άσκηση του δικαιώματος εγκατάστασης, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 33.