ΜΕΡΟΣ IV ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΚΑΙ ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΧΗ ΚΑΙ ΤΗ ΧΡΗΣΗ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΠΛΗΡΩΜΩΝ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α - ΚΟΙΝΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Πεδίο εφαρμογής του Μέρους ΙV

61.-(1) Σε περίπτωση που ο χρήστης υπηρεσιών πληρωμών δεν είναι καταναλωτής, ο χρήστης υπηρεσιών πληρωμών και ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών επιτρέπεται να συμφωνούν ότι δεν εφαρμόζονται εν όλω ή εν μέρει το άρθρο 62(1), το άρθρο 64(3) και (4) και τα άρθρα 72, 74, 76, 77, 80, 89 και 90 :

Νοείται ότι, ο χρήστης υπηρεσιών πληρωμών και ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών επιτρέπεται να συμφωνούν χρονικά περιθώρια διαφορετικά από εκείνα που προβλέπονται στο άρθρο 71.

(2) Το παρόν Μέρος εφαρμόζεται επί πολύ μικρών επιχειρήσεων κατά τον ίδιο τρόπο, όπως και επί των καταναλωτών.

(3) Ο παρών Νόμος δεν θίγει την εφαρμογή των διατάξεων του περί Συμβάσεων Καταναλωτικής Πίστης Νόμου και άλλων σχετικών ενωσιακών ή εθνικών μέτρων που αφορούν τις προϋποθέσεις για τη χορήγηση πιστώσεων στους καταναλωτές που δεν εναρμονίζονται με την Οδηγία (ΕΕ) 2015/2366, οι οποίες είναι σύμφωνες με το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Επιβαλλόμενες επιβαρύνσεις

62.-(1) Ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών δεν χρεώνει τον χρήστη υπηρεσιών πληρωμών για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων ενημέρωσης που υπέχει ή για τα διορθωτικά και προληπτικά μέτρα που οφείλει να λαμβάνει δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Μέρους, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά στο άρθρο 79(1), (2) και (3), στο άρθρο 80(5), (6) και (7) και στο άρθρο 88(5):

Νοείται ότι, οι επιβαρύνσεις συμφωνούνται μεταξύ του χρήστη υπηρεσιών πληρωμών και του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών και είναι εύλογες και ανάλογες με το πραγματικό κόστος στο οποίο υποβάλλεται ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών.

(2) Για πράξεις πληρωμής που παρέχονται εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όταν οι πάροχοι υπηρεσιών πληρωμών τόσο του πληρωτή όσο και του δικαιούχου ή ο μοναδικός πάροχος υπηρεσιών πληρωμών για την πράξη πληρωμής είναι εγκατεστημένοι σε αυτήν, ο δικαιούχος επωμίζεται τις επιβαρύνσεις που επιβάλλει ο δικός του πάροχος υπηρεσιών πληρωμών και ο πληρωτής επωμίζεται τις επιβαρύνσεις που επιβάλλει ο δικός του πάροχος υπηρεσιών πληρωμών.

(3) Ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών δεν εμποδίζει τον δικαιούχο να ζητεί από τον πληρωτή επιβάρυνση ή να του προσφέρει έκπτωση ή άλλως να τον κατευθύνει προς τη χρήση του συγκεκριμένου μέσου πληρωμών:

Νοείται ότι, οι επιβαλλόμενες επιβαρύνσεις δεν πρέπει να υπερβαίνουν τα άμεσα έξοδα που βαρύνουν τον δικαιούχο για τη χρήση του συγκεκριμένου μέσου πληρωμών.

(4) Η επιβάρυνση σε καμία περίπτωση δεν επιβάλλεται για τη χρήση μέσων πληρωμών στα οποία εφαρμόζονται διατραπεζικές προμήθειες δυνάμει του Κεφαλαίου ΙΙ του Κανονισμού (ΕΕ) 2015/751 ή για τις υπηρεσίες πληρωμών που διέπονται από τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 260/2012.

(5) Ο δικαιούχος δεν επιτρέπεται να ζητεί επιβαρύνσεις για τη χρήση συγκεκριμένου μέσου πληρωμών.

Παρέκκλιση σε σχέση με τα μέσα πληρωμών μικρής αξίας και το ηλεκτρονικό χρήμα

63.-(1) Στις περιπτώσεις μέσων πληρωμών τα οποία, σύμφωνα με τη σύμβαση-πλαίσιο, αφορούν αποκλειστικά επιμέρους πράξεις πληρωμής που δεν υπερβαίνουν τα τριάντα ευρώ (€30), είτε έχουν όριο δαπανών εκατόν πενήντα ευρώ (€150), είτε αποθηκεύουν χρηματικά ποσά που δεν υπερβαίνουν ποτέ τα εκατόν πενήντα ευρώ (€150), οι πάροχοι υπηρεσιών πληρωμών δύναται να συμφωνούν με τους χρήστες των υπηρεσιών πληρωμών τους ότι-

(α) Το άρθρο 69(1)(β), το άρθρο 70(1)(γ) και (δ) και το άρθρο 74(5) και (6) δεν εφαρμόζονται, αν το μέσο πληρωμής δεν μπορεί να δεσμευτεί ή δεν μπορεί να αποτραπεί περαιτέρω χρήση του∙

(β) τα άρθρα 72 και 73 και το άρθρο 74(1), (5) και (6) δεν εφαρμόζονται, αν το μέσο πληρωμής χρησιμοποιείται ανωνύμως ή ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών δεν είναι σε θέση, για άλλους λόγους που είναι εγγενείς στο μέσο πληρωμής, να αποδείξει ότι μια πράξη πληρωμής είναι εγκεκριμένη·

(γ) ανεξάρτητα από το άρθρο 79(1), (2) και (3), ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών δεν υποχρεούται να ενημερώσει τον χρήστη των υπηρεσιών πληρωμών για την άρνηση εκτέλεσης εντολής πληρωμής, εάν o λόγος μη εκτέλεσης στο εν λόγω πλαίσιο είναι πρόδηλος·

(δ) ανεξάρτητα από το άρθρο 80, ο πληρωτής δεν επιτρέπεται να ανακαλέσει την εντολή πληρωμής μετά τη διαβίβαση της εντολής πληρωμής ή τη συγκατάθεσή του να εκτελεστεί η πράξη πληρωμής από τον δικαιούχο·

(ε) ανεξάρτητα από τα άρθρα 83 και 84, εφαρμόζονται άλλες προθεσμίες εκτέλεσης.

(2) Τα άρθρα 73 και 74 δεν εφαρμόζονται επί μέσου ηλεκτρονικού χρήματος κατά την έννοια του άρθρου 2 του περί Ηλεκτρονικού Χρήματος Νόμου, εκτός αν ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών του πληρωτή δεν έχει τη δυνατότητα να προβαίνει σε δέσμευση του λογαριασμού πληρωμών στον οποίο είναι αποθηκευμένο το ηλεκτρονικό χρήμα ή σε φραγή του μέσου πληρωμών, και το ποσό στον λογαριασμό πληρωμών ή στα μέσα πληρωμών στα οποία είναι αποθηκευμένο το ηλεκτρονικό χρήμα δεν υπερβαίνει τα χίλια ευρώ (€1.000).

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β - ΕΓΚΡΙΣΗ ΠΡΑΞΕΩΝ ΠΛΗΡΩΜΗΣ
Συγκατάθεση για την εκτέλεση πράξης πληρωμής και άρση της συγκατάθεσης

64.-(1) Η πράξη πληρωμής θεωρείται εγκεκριμένη, μόνο εάν ο πληρωτής έχει συναινέσει στην εκτέλεσή της:

Νοείται ότι, η πράξη πληρωμής επιτρέπεται να εγκρίνεται από τον πληρωτή πριν ή, εφόσον έχουν συμφωνήσει ο πληρωτής και ο οικείος του πάροχος υπηρεσιών πληρωμών, μετά την εκτέλεσή της.

(2) Η συγκατάθεση για την εκτέλεση πράξης πληρωμής ή σειράς πράξεων πληρωμής δίνεται υπό τη μορφή που συμφωνήθηκε μεταξύ του πληρωτή και του οικείου του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών και επιτρέπεται να παρέχεται μέσω του δικαιούχου ή του παρόχου υπηρεσίας εκκίνησης πληρωμής:

Νοείται ότι, στην απουσία συγκατάθεσης, η πράξη πληρωμής θεωρείται μη εγκεκριμένη.

(3) Η συγκατάθεση επιτρέπεται να ανακληθεί από τον πληρωτή σε οποιαδήποτε στιγμή, αλλά όχι αργότερα από το χρονικό σημείο έναρξης του ανεκκλήτου σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 80.

(4) Η συγκατάθεση που παρέχεται για την εκτέλεση μιας σειράς πράξεων πληρωμής επιτρέπεται να ανακληθεί, οπότε κάθε μελλοντική πράξη πληρωμής θεωρείται μη εγκεκριμένη.

(5) Η διαδικασία με την οποία δίνεται η συγκατάθεση συμφωνείται μεταξύ του πληρωτή και του παρόχου ή των παρόχων υπηρεσιών πληρωμών.

Επιβεβαίωση σχετικά με τη διαθεσιμότητα των κεφαλαίων

65.-(1) Ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών εξυπηρέτησης λογαριασμού, κατόπιν αιτήματος του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών που εκδίδει μέσα πληρωμών με κάρτα, επιβεβαιώνει, αμέσως μόλις του ζητηθεί, κατά πόσο το ποσό που απαιτείται για την εκτέλεση της πράξης πληρωμής με κάρτα είναι διαθέσιμο στον λογαριασμό πληρωμών του πληρωτή, υπό την προϋπόθεση ότι πληρούνται σωρευτικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

(α) Ο λογαριασμός πληρωμών του πληρωτή είναι προσβάσιμος μέσω διαδικτύου κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης∙

(β) ο πληρωτής έχει δώσει ρητή συγκατάθεση στον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών εξυπηρέτησης λογαριασμού να ανταποκρίνεται στο αίτημα συγκεκριμένου παρόχου υπηρεσιών πληρωμών να επιβεβαιώνει ότι το ποσό που αντιστοιχεί σε ορισμένες πράξεις πληρωμής με κάρτα είναι διαθέσιμο στον λογαριασμό πληρωμών του πληρωτή·

(γ) η συναίνεση που αναφέρεται στην παράγραφο (β) έχει δοθεί πριν από τη διατύπωση της πρώτης αίτησης επιβεβαίωσης.

(2) Ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών επιτρέπεται να ζητεί την επιβεβαίωση που αναφέρεται στο εδάφιο (1), εφόσον πληρούνται σωρευτικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

(α) Ο πληρωτής έχει δώσει ρητή συγκατάθεση στον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών να ζητήσει την επιβεβαίωση που αναφέρεται στο εδάφιο (1)∙

(β) ο πληρωτής έχει διενεργήσει την έναρξη της πράξης πληρωμής με κάρτα για το εν λόγω ποσό με ένα μέσο πληρωμής με κάρτα που εκδίδεται από τον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών·

(γ) ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών επαληθεύει την ταυτότητά του στον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών εξυπηρέτησης λογαριασμού του χρήστη πριν από κάθε αίτημα επιβεβαίωσης και επικοινωνεί με ασφάλεια με τον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών εξυπηρέτησης λογαριασμού, σύμφωνα με τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο Άρθρο 98, παράγραφος 1, στοιχείο δ) της Οδηγίας (ΕΕ) 2015/2366 και εγκρίνονται σύμφωνα με το άρθρο 98, παράγραφος 4 της εν λόγω οδηγίας.

(3) Σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Επεξεργασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (Προστασία του Ατόμου) Νόμο, η επιβεβαίωση που προβλέπεται στο εδάφιο (1) συνίσταται σε μια απλή θετική ή αρνητική απάντηση μόνο και όχι σε αντίγραφο κίνησης λογαριασμού, η οποία δεν αποθηκεύεται, αλλά ούτε και χρησιμοποιείται για σκοπούς άλλους από την εκτέλεση της πράξης πληρωμής με κάρτα.

(4) Η επιβεβαίωση που προβλέπεται στο εδάφιο (1) δεν επιτρέπει στον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών εξυπηρέτησης λογαριασμού να δεσμεύει κεφάλαια στον λογαριασμό πληρωμών του πληρωτή.

(5) Ο πληρωτής επιτρέπεται να ζητά από τον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών εξυπηρέτησης λογαριασμού να κοινοποιεί στον πληρωτή την ταυτοποίηση του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών και τη σχετική απάντηση.

(6) Το παρόν άρθρο δεν εφαρμόζεται στις πράξεις πληρωμής που κινούνται διαμέσου μέσων πληρωμών με κάρτες, στα οποία είναι αποθηκευμένο ηλεκτρονικό χρήμα, κατά την έννοια του άρθρου 2 του περί Ηλεκτρονικού Χρήματος Νόμου.

Κανόνες για την πρόσβαση σε λογαριασμό πληρωμών σε περίπτωση υπηρεσιών εκκίνησης πληρωμών

66.-(1) Ο πληρωτής δικαιούται να χρησιμοποιεί έναν πάροχο υπηρεσίας εκκίνησης πληρωμής για την παροχή υπηρεσιών πληρωμών, όπως αναφέρεται στο σημείο 7 του Παραρτήματος Ι και το εν λόγω δικαίωμα του πληρωτή δεν εφαρμόζεται όταν ο λογαριασμός πληρωμών δεν είναι προσβάσιμος διαδικτυακά.

(2) Στην περίπτωση που ο πληρωτής δίνει ρητή συγκατάθεση για την εκτέλεση πληρωμής σύμφωνα με το άρθρο 64, ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών εξυπηρέτησης λογαριασμού εκτελεί τις ενέργειες που προβλέπονται στο εδάφιο (4), ούτως ώστε να διασφαλίζει το δικαίωμα του πληρωτή να χρησιμοποιεί την υπηρεσία εκκίνησης πληρωμής.

(3) Ο πάροχος υπηρεσίας εκκίνησης πληρωμής οφείλει-

(α) Να μη διακρατά ποτέ κεφάλαια του πληρωτή σε σχέση με την παροχή της υπηρεσίας εκκίνησης πληρωμής∙

(β) να διασφαλίζει ότι τα εξατομικευμένα διαπιστευτήρια ασφαλείας του χρήστη υπηρεσιών πληρωμών δεν είναι, με εξαίρεση αυτά του χρήστη και του εκδότη των εξατομικευμένων διαπιστευτηρίων ασφαλείας, προσβάσιμα σε άλλα μέρη και ότι διαβιβάζονται από τον πάροχο υπηρεσίας εκκίνησης πληρωμής μέσω ασφαλών και αποτελεσματικών διαύλων·

(γ) να διασφαλίζει ότι οποιεσδήποτε άλλες πληροφορίες για τον χρήστη υπηρεσιών πληρωμών, που λαμβάνονται κατά την παροχή υπηρεσιών εκκίνησης πληρωμής, χορηγούνται μόνο στον δικαιούχο και μόνο με τη ρητή συγκατάθεση του χρήστη υπηρεσιών πληρωμών·

(δ) κάθε φορά που διενεργείται έναρξη πληρωμών, να ταυτοποιείται στον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών εξυπηρέτησης λογαριασμού του πληρωτή και να επικοινωνεί με τον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών εξυπηρέτησης λογαριασμού, τον πληρωτή και τον δικαιούχο κατά τρόπο ασφαλή, σύμφωνα με τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο Άρθρο 98, παράγραφος 1, στοιχείο δ) της Οδηγίας (ΕΕ) 2015/2366 και εγκρίνονται σύμφωνα με το άρθρο 98, παράγραφος 4, της εν λόγω οδηγίας·

(ε) να μην αποθηκεύει τα ευαίσθητα δεδομένα πληρωμών του χρήστη υπηρεσιών πληρωμών·

(στ) να μη ζητεί από τον χρήστη υπηρεσιών πληρωμών οποιοδήποτε άλλο στοιχείο πέραν αυτών που είναι αναγκαία για την παροχή της υπηρεσίας εκκίνησης πληρωμών∙

(ζ) να αποφεύγει τη χρήση, πρόσβαση και αποθήκευση δεδομένων για σκοπούς άλλους από την εκτέλεση της υπηρεσίας εκκίνησης πληρωμών που ζητεί ρητά ο πληρωτής·

(η) να μην τροποποιεί το ποσό, τον δικαιούχο ή οποιοδήποτε άλλο στοιχείο της συναλλαγής.

(4) Ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών εξυπηρέτησης λογαριασμού οφείλει-

(α) Να επικοινωνεί με ασφάλεια με τους παρόχους υπηρεσιών πληρωμών, σύμφωνα με τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο Άρθρο 98, παράγραφος 1, στοιχείο δ) της Οδηγίας (ΕΕ) 2015/2366 και εγκρίνονται σύμφωνα με το Άρθρο 98, παράγραφος 4 της εν λόγω οδηγίας∙

(β) αμέσως μετά την παραλαβή της εντολής πληρωμής από τον πάροχο υπηρεσίας εκκίνησης πληρωμής, να παρέχει ή να καθιστά διαθέσιμες όλες τις πληροφορίες σχετικά με την έναρξη της πράξης πληρωμής και όλες τις πληροφορίες που είναι προσβάσιμες στον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών εξυπηρέτησης λογαριασμού για την εκτέλεση της πράξης πληρωμής στον πάροχο υπηρεσίας εκκίνησης πληρωμής·

(γ) να αντιμετωπίζει τις εντολές πληρωμής που διαβιβάζονται μέσω των υπηρεσιών παρόχου υπηρεσίας εκκίνησης πληρωμής χωρίς καμία διάκριση, εκτός αν αυτό δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους, ιδίως όσον αφορά το χρονοδιάγραμμα, την προτεραιότητα ή τις επιβαρύνσεις σε σχέση με τις εντολές πληρωμών που διαβιβάστηκαν απευθείας από τον πληρωτή.

(5) Η παροχή υπηρεσιών εκκίνησης πληρωμών δεν επιτρέπεται να εξαρτάται από την ύπαρξη συμβατικής σχέσης μεταξύ των παρόχων υπηρεσίας εκκίνησης πληρωμής και των παρόχων υπηρεσιών πληρωμών εξυπηρέτησης λογαριασμού για τον σκοπό αυτό.

Κανόνες για την πρόσβαση και χρήση των πληροφοριών λογαριασμού πληρωμής σε περίπτωση υπηρεσιών πληροφοριών λογαριασμού

67.-(1) Ο χρήστης υπηρεσιών πληρωμών δικαιούται να χρησιμοποιεί τις υπηρεσίες πληροφοριών που επιτρέπουν την πρόσβαση σε πληροφορίες λογαριασμού, όπως αναφέρεται στο σημείο 8 του Παραρτήματος I:

Νοείται ότι, το εν λόγω δικαίωμα δεν εφαρμόζεται, όταν ο λογαριασμός πληρωμών δεν είναι προσβάσιμος μέσω διαδικτύου.

(2)Ο πάροχος υπηρεσιών πληροφοριών λογαριασμού οφείλει-

(α) Να παρέχει υπηρεσίες μόνο με βάση τη ρητή συγκατάθεση του χρήστη υπηρεσιών πληρωμών·

(β) να διασφαλίζει ότι τα εξατομικευμένα διαπιστευτήρια ασφαλείας του χρήστη υπηρεσιών πληρωμών δεν είναι, με εξαίρεση αυτά του χρήστη και του εκδότη των εξατομικευμένων διαπιστευτηρίων ασφαλείας, προσβάσιμα σε άλλα μέρη και ότι, κατά τη διαβίβασή τους από τον πάροχο υπηρεσιών πληροφοριών λογαριασμού, αυτό γίνεται μέσω ασφαλών και αποτελεσματικών διαύλων·

(γ) για κάθε κύκλο επικοινωνίας να ταυτοποιείται στον πάροχο ή στους παρόχους υπηρεσιών πληρωμών εξυπηρέτησης λογαριασμού του χρήστη υπηρεσιών πληρωμών και να επικοινωνεί με ασφάλεια με τον πάροχο ή τους παρόχους υπηρεσιών πληρωμών εξυπηρέτησης λογαριασμού και τον χρήστη υπηρεσιών πληρωμών, σύμφωνα με τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο Άρθρο 98, παράγραφος 1, στοιχείο δ) της Οδηγίας (ΕΕ) 2015/2366 και εγκρίνονται σύμφωνα με το Άρθρο 98, παράγραφος 4 της εν λόγω οδηγίας·

(δ) να έχει πρόσβαση μόνο στις πληροφορίες από καθορισμένους λογαριασμούς πληρωμών και τις συναφείς πράξεις πληρωμής·

(ε) να μη ζητεί ευαίσθητα δεδομένα πληρωμών που συνδέονται με τους λογαριασμούς πληρωμών·

(στ) να αποφεύγει τη χρήση, πρόσβαση ή αποθήκευση δεδομένων για σκοπούς άλλους από την εκτέλεση της υπηρεσίας πληροφοριών λογαριασμού που έχει ζητήσει ρητά ο χρήστης υπηρεσιών πληρωμών, σύμφωνα με τους κανόνες προστασίας των δεδομένων.

(3) Σε σχέση με λογαριασμούς πληρωμών, ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών εξυπηρέτησης λογαριασμού οφείλει-

(α) Να επικοινωνεί με ασφάλεια με τους παρόχους υπηρεσιών πληροφοριών λογαριασμού, σύμφωνα με τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο Άρθρο 98, παράγραφος 1, στοιχείο δ) της Οδηγίας (ΕΕ) 2015/2366 και εγκρίνονται σύμφωνα με το Άρθρο 98, παράγραφος 4 της εν λόγω οδηγίας∙

(β) να αντιμετωπίζει τα αιτήματα που διαβιβάζονται μέσω παρόχου υπηρεσιών πληροφοριών λογαριασμού χωρίς καμία διάκριση, εκτός αν αυτό δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους.

(4) Η παροχή υπηρεσιών πληροφοριών λογαριασμού δεν επιτρέπεται να εξαρτάται από την ύπαρξη συμβατικής σχέσης μεταξύ των παρόχων υπηρεσιών πληροφοριών λογαριασμού και των παρόχων υπηρεσιών πληρωμών εξυπηρέτησης λογαριασμού για τον σκοπό αυτό.

Όρια στη χρήση του μέσου πληρωμών και στην πρόσβαση σε λογαριασμούς πληρωμών από παρόχους υπηρεσιών πληρωμών

68.-(1) Στις περιπτώσεις που χρησιμοποιείται συγκεκριμένο μέσο πληρωμών για την κοινοποίηση της συγκατάθεσης, ο πληρωτής και ο αντίστοιχος πάροχος υπηρεσιών πληρωμών επιτρέπεται να συμφωνήσουν όρια δαπάνης όσον αφορά τις πράξεις πληρωμής που εκτελούνται μέσω αυτού του μέσου πληρωμών.

(2) Σε περίπτωση που έχει συμφωνηθεί στη σύμβαση-πλαίσιο, ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών επιτρέπεται να επιφυλάσσεται του δικαιώματος να αναστείλει τη χρήση του μέσου πληρωμών για αντικειμενικά αιτιολογημένους λόγους, σχετικούς με την ασφάλεια του μέσου πληρωμών, την υπόνοια μη εγκεκριμένης ή δόλιας χρήσης του μέσου πληρωμών ή, στην περίπτωση μέσου πληρωμών με πιστωτικό άνοιγμα, σημαντικά αυξημένο κίνδυνο να ενδέχεται να μην είναι ο πληρωτής σε θέση να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις πληρωμής του.

(3) Στις περιπτώσεις που εφαρμόζεται το εδάφιο (2), ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών ενημερώνει τον πληρωτή για την αναστολή του μέσου πληρωμών, όπως και για τους λόγους που έγινε η ενέργεια αυτή με τρόπο που έχει συμφωνηθεί, ει δυνατόν, προτού ανασταλεί η χρήση του μέσου πληρωμών ή, το αργότερο, αμέσως μετά, εκτός αν η εν λόγω ενημέρωση αντιβαίνει σε αντικειμενικά αιτιολογημένους λόγους ασφαλείας ή απαγορεύεται από άλλη συναφή διάταξη του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή του δικαίου του οικείου κράτους μέλους.

(4) Ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών αίρει την αναστολή του μέσου πληρωμών ή το αντικαθιστά με νέο μέσο πληρωμών, μόλις οι λόγοι της αναστολής πάψουν να υφίστανται.

(5) Ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών εξυπηρέτησης λογαριασμού επιτρέπεται να αρνηθεί σε πάροχο υπηρεσιών πληροφοριών ή σε πάροχο υπηρεσίας εκκίνησης πληρωμής την πρόσβαση σε λογαριασμό πληρωμών για αντικειμενικά δικαιολογημένους και δεόντως τεκμηριωμένους λόγους που σχετίζονται με τη μη εγκεκριμένη ή παράνομη πρόσβαση σε λογαριασμό πληρωμών, είτε από τον εν λόγω πάροχο υπηρεσιών πληροφοριών λογαριασμού είτε από τον εν λόγω πάροχο υπηρεσίας εκκίνησης πληρωμής, συμπεριλαμβανομένης της μη εγκεκριμένης ή της δόλιας έναρξης της πράξης πληρωμής.

(6) Στις περιπτώσεις που προβλέπονται στο εδάφιο (5), ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών εξυπηρέτησης λογαριασμού ενημερώνει τον πληρωτή για την άρνηση πρόσβασης στον λογαριασμό πληρωμών, όπως και για τους λόγους που έγινε η ενέργεια αυτή με τον τρόπο που έχει συμφωνηθεί.

(7) Η κατά το εδάφιο (6) ενημέρωση παρέχεται στον πληρωτή, ει δυνατόν, προτού υπάρξει άρνηση πρόσβασης ή, το αργότερο, αμέσως μετά, εκτός αν η εν λόγω ενημέρωση αντιβαίνει σε αντικειμενικά αιτιολογημένους λόγους ασφαλείας ή απαγορεύεται από άλλη συναφή διάταξη του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή του δικαίου του οικείου κράτους μέλους.

(8) Ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών εξυπηρέτησης λογαριασμού επιτρέπει την πρόσβαση σε λογαριασμό πληρωμών, μόλις εκλείψουν οι λόγοι για την άρνηση της πρόσβασης.

(9) Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στα εδάφια (5) έως (8), ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών εξυπηρέτησης λογαριασμού αναφέρει αμέσως το περιστατικό που σχετίζεται με τον πάροχο υπηρεσιών πληροφοριών λογαριασμού ή τον πάροχο υπηρεσίας εκκίνησης πληρωμής στην Κεντρική Τράπεζα με τις λεπτομέρειες της υπόθεσης και τους λόγους για την ανάληψη δράσης.

(10) Η Κεντρική Τράπεζα αξιολογεί την υπόθεση και, εφόσον το κρίνει σκόπιμο, λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα.

Υποχρεώσεις του χρήστη υπηρεσιών πληρωμών όσον αφορά τα μέσα πληρωμών και τα εξατομικευμένα διαπιστευτήρια ασφαλείας

69.-(1) Ο χρήστης υπηρεσιών πληρωμών που έχει το δικαίωμα να χρησιμοποιεί το μέσο πληρωμών-

(α) Χρησιμοποιεί το μέσο πληρωμών σύμφωνα με τους όρους που διέπουν την έκδοση και χρήση του, οι οποίοι πρέπει να είναι αντικειμενικοί, χωρίς διακρίσεις και αναλογικοί∙

(β) ειδοποιεί χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση τον πάροχο των υπηρεσιών πληρωμών ή τον φορέα που αυτός ορίζει, μόλις υποπέσει στην αντίληψή του η απώλεια, η κλοπή, η υπεξαίρεση ή η μη εγκεκριμένη χρήση του μέσου πληρωμών.

(2) Για τους σκοπούς της παραγράφου (α) του εδαφίου (1), μόλις ο χρήστης υπηρεσιών πληρωμών λάβει το μέσο πληρωμών, λαμβάνει κάθε εύλογο μέτρο για την ασφαλή φύλαξη των εξατομικευμένων διαπιστευτηρίων ασφαλείας.

Υποχρεώσεις του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών όσον αφορά τα μέσα πληρωμών

70.-(1) Ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών που εκδίδει το μέσο πληρωμών οφείλει-

(α) Να διασφαλίζει ότι τα εξατομικευμένα διαπιστευτήρια ασφαλείας δεν είναι προσβάσιμα σε οποιοδήποτε άλλο μέρος παρά μόνο στον χρήστη υπηρεσιών πληρωμών που έχει το δικαίωμα να χρησιμοποιεί το μέσο πληρωμών, χωρίς επηρεασμό των κατά το άρθρο 69 υποχρεώσεων του χρήστη υπηρεσιών πληρωμών∙

(β) να μην αποστέλλει μέσο πληρωμών που δεν έχει ζητηθεί, εκτός αν αυτό αποστέλλεται προς αντικατάσταση μέσου που κατέχει ήδη ο χρήστης υπηρεσιών πληρωμών·

(γ) να διασφαλίζει ανά πάσα στιγμή στον χρήστη τα κατάλληλα μέσα για να προβαίνει σε γνωστοποίηση σύμφωνα με το άρθρο 69(1)(β), ή να ζητεί άρση της αναστολής της χρήσης του μέσου πληρωμής σύμφωνα με το άρθρο 68(4), και κατόπιν αιτήματος να παρέχει στον χρήστη υπηρεσιών πληρωμών τα μέσα για να αποδείξει, εντός δεκαοκτώ (18) μηνών από τη γνωστοποίηση, ότι ο χρήστης υπηρεσιών πληρωμών όντως προέβη στην εν λόγω γνωστοποίηση·

(δ) να παρέχει στον χρήστη υπηρεσιών πληρωμών τη δυνατότητα να προβεί σε γνωστοποίηση σύμφωνα με το άρθρο 69(1)(β) χωρίς επιβάρυνση και να χρεώνει μόνο, αν όχι καθόλου, το κόστος αντικατάστασης που αποδίδεται άμεσα στο μέσο πληρωμών·

(ε) να αποτρέπει κάθε χρήση του μέσου πληρωμών μόλις πραγματοποιηθεί η γνωστοποίηση, σύμφωνα με το άρθρο 69(1)(β).

(2) Ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών επωμίζεται τον κίνδυνο της αποστολής μέσου πληρωμών ή κάθε εξατομικευμένου διαπιστευτηρίου ασφαλείας που σχετίζεται με τον χρήστη υπηρεσιών πληρωμών.

Γνωστοποίηση και αποκατάσταση μη εγκεκριμένων ή εσφαλμένα εκτελεσθείσων πράξεων πληρωμής

71.-(1) Ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών αποκαθιστά μία μη εγκεκριμένη ή εσφαλμένα εκτελεσθείσα πράξη πληρωμής στον χρήστη υπηρεσιών πληρωμών, μόνο αν ο τελευταίος ειδοποιήσει χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση τον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών, μόλις πληροφορηθεί οποιαδήποτε τέτοια πράξη πληρωμής που θεμελιώνει δικαίωμα απαίτησης, συμπεριλαμβανομένων των προβλεπομένων στο άρθρο 89, και το αργότερο έως δεκατρείς (13) μήνες από την ημερομηνία χρέωσης.

(2) Τα χρονικά περιθώρια για την ειδοποίηση, που προβλέπονται στο εδάφιο (1), δεν εφαρμόζονται, όταν ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών δεν παρείχε ούτε κατέστησε διαθέσιμες τις πληροφορίες για την πράξη αυτή σύμφωνα με το Μέρος ΙΙΙ.

(3) Σε περίπτωση που εμπλέκεται πάροχος υπηρεσίας εκκίνησης πληρωμής, ο χρήστης υπηρεσιών πληρωμών λαμβάνει την αποκατάσταση από τον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών εξυπηρέτησης λογαριασμού, σύμφωνα με το εδάφιο (1), χωρίς επηρεασμό του άρθρου 73(3) και (4) και του άρθρου 89(1).

Στοιχεία που τεκμηριώνουν τη γνησιότητα και την εκτέλεση πράξεων πληρωμών

72.-(1) Στην περίπτωση που ο χρήστης υπηρεσιών πληρωμών αρνείται ότι έχει εγκρίνει εκτελεσθείσα πράξη πληρωμής ή ισχυρίζεται ότι η πράξη πληρωμής δεν εκτελέστηκε σωστά, ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών αποδεικνύει ότι εξακριβώθηκε η γνησιότητα της πράξης πληρωμής, ότι αυτή καταγράφηκε επακριβώς, καταχωρίστηκε στους λογαριασμούς και δεν επηρεάσθηκε από τεχνική βλάβη ή άλλη δυσλειτουργία της υπηρεσίας που παρέχεται από τον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών.

(2) Σε περίπτωση που η έναρξη της πράξης πληρωμής διενεργείται μέσω παρόχου υπηρεσίας εκκίνησης πληρωμής, ο πάροχος υπηρεσίας εκκίνησης πληρωμής φέρει το βάρος της απόδειξης ότι, εντός του πεδίου αρμοδιότητάς του, έχει εξακριβωθεί η γνησιότητα της πράξης πληρωμής και ότι αυτή καταγράφηκε επακριβώς και δεν επηρεάστηκε από τεχνική βλάβη ή άλλη δυσλειτουργία που συνδέεται με την υπηρεσία πληρωμών με την οποία έχει επιφορτισθεί.

(3) Σε περίπτωση που χρήστης υπηρεσιών πληρωμών αρνείται ότι έχει εγκρίνει εκτελεσθείσα πράξη πληρωμής, η χρήση ενός μέσου πληρωμών που έχει καταγραφεί από τον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών, περιλαμβανομένου κατά περίπτωση του παρόχου υπηρεσίας εκκίνησης πληρωμής, δεν αποτελεί αναγκαστικά, αφ’ εαυτού της, επαρκή απόδειξη ότι ο πληρωτής είχε εγκρίνει την πράξη πληρωμής ή ότι ενήργησε με δόλο ή δεν εκπλήρωσε από πρόθεση ή βαριά αμέλεια μία ή περισσότερες από τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 69.

(4) Ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών, συμπεριλαμβανομένου, κατά περίπτωση, του παρόχου υπηρεσίας εκκίνησης πληρωμής, παρέχει αποδεικτικά στοιχεία για την απόδειξη απάτης ή βαριάς αμέλειας από τον χρήστη υπηρεσιών πληρωμών.

Ευθύνη του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών για μη εγκεκριμένες πράξεις πληρωμής

73.-(1) Χωρίς επηρεασμό του άρθρου 71, σε περίπτωση μη εγκεκριμένης πράξης πληρωμής, ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών του πληρωτή επιστρέφει στον πληρωτή το ποσό της μη εγκεκριμένης πράξης πληρωμής αμέσως και, σε κάθε περίπτωση, το αργότερο έως το τέλος της επόμενης εργάσιμης ημέρας, μετά από ενημέρωση ή ειδοποίηση σχετικά με τη συναλλαγή, εκτός αν ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών του πληρωτή έχει βάσιμες υπόνοιες απάτης και κοινοποιεί τους λόγους αυτούς στην Κεντρική Τράπεζα γραπτώς.

(2) Κατά περίπτωση, ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών του πληρωτή επαναφέρει τον λογαριασμό πληρωμών που χρεώθηκε στην κατάσταση που θα βρισκόταν εάν η μη εγκεκριμένη πράξη πληρωμής δεν είχε πραγματοποιηθεί, ενέργεια η οποία διασφαλίζει ότι η ημερομηνία αξίας για την πίστωση του λογαριασμού πληρωμών του πληρωτή δεν είναι μεταγενέστερη της ημερομηνίας κατά την οποία χρεώθηκε το ποσό.

(3) Σε περίπτωση που η έναρξη της πράξης πληρωμής έχει διενεργηθεί μέσω παρόχου υπηρεσίας εκκίνησης πληρωμής, ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών εξυπηρέτησης λογαριασμού επιστρέφει αμέσως και, σε κάθε περίπτωση, το αργότερο έως το τέλος της επόμενης εργάσιμης ημέρας το ποσό της μη εγκεκριμένης πράξης πληρωμής και, εφόσον συντρέχει περίπτωση, επαναφέρει τον λογαριασμό χρέωσης των πληρωμών που χρεώθηκε στην κατάσταση που θα βρισκόταν, εάν δεν είχε πραγματοποιηθεί η μη εγκεκριμένη πράξη πληρωμής.

(4) Σε περίπτωση που ο πάροχος υπηρεσίας εκκίνησης πληρωμής ευθύνεται για τη μη εγκεκριμένη πράξη πληρωμής, αποζημιώνει αμέσως τον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών εξυπηρέτησης λογαριασμού, κατόπιν αιτήματός του, για τις ζημιές που υπέστη ή τα ποσά που κατέβαλε ως αποτέλεσμα της επιστροφής στον πληρωτή, περιλαμβανομένου του ποσού της μη εγκεκριμένης πράξης πληρωμής και, σύμφωνα με το άρθρο 72(1) και (2), ο πάροχος υπηρεσίας εκκίνησης πληρωμής φέρει το βάρος της απόδειξης ότι, εντός του πεδίου αρμοδιότητάς του, έχει εξακριβωθεί η γνησιότητα της πράξης πληρωμής και ότι αυτή καταγράφηκε επακριβώς και δεν επηρεάστηκε από τεχνική βλάβη ή άλλη δυσλειτουργία που συνδέεται με την υπηρεσία πληρωμών με την οποία έχει επιφορτισθεί.

(5) Η χορήγηση περαιτέρω οικονομικής αποζημίωσης επιτρέπεται να καθορίζεται σύμφωνα με το δίκαιο που διέπει τη σύμβαση που έχει συναφθεί μεταξύ του πληρωτή και του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών ή τη σύμβαση που έχει συναφθεί μεταξύ του πληρωτή και του παρόχου υπηρεσίας εκκίνησης πληρωμής, κατά περίπτωση.

Ευθύνη του πληρωτή για μη εγκεκριμένες πράξεις πληρωμής

74.-(1) Ανεξαρτήτως των διατάξεων του άρθρου 73, ο πληρωτής επιτρέπεται να υποχρεωθεί να αναλάβει όλες τις ζημιές που σχετίζονται με μη εγκεκριμένες πράξεις πληρωμής μέχρι ανώτατου ποσού πενήντα ευρώ (€50) για τις ζημιές που απορρέουν από τη χρήση απολεσθέντος ή κλαπέντος μέσου πληρωμών ή από υπεξαίρεση μέσου πληρωμών, με εξαίρεση την περίπτωση-

(α) Απώλειας, κλοπής ή υπεξαίρεσης του μέσου πληρωμών, η οποία δεν ήταν δυνατό να εντοπιστεί από τον πληρωτή πριν από την πληρωμή και εφόσον ο πληρωτής δεν ενήργησε με δόλο· ή

(β) ζημιάς που προκλήθηκε από πράξεις ή παραλείψεις υπαλλήλου, αντιπροσώπου ή υποκαταστήματος ενός παρόχου υπηρεσιών πληρωμών ή οντότητας στην οποία ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών είχε αναθέσει τις δραστηριότητές του.

(2) Ο πληρωτής ευθύνεται για όλες τις ζημιές που σχετίζονται με μη εγκεκριμένες πράξεις πληρωμής, εφόσον οι ζημιές αυτές οφείλονται στο γεγονός ότι ενήργησε με δόλο ή δεν εκπλήρωσε μία ή περισσότερες από τις κατά το άρθρο 69 υποχρεώσεις του από πρόθεση ή βαριά αμέλεια.

(3) Στις κατά το εδάφιο (2) αναφερόμενες περιπτώσεις δεν εφαρμόζεται το ανώτατο χρηματικό ποσό που αναφέρεται στο εδάφιο (1).

(4) Σε περίπτωση που ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών του πληρωτή δεν απαιτεί αυστηρή εξακρίβωση της ταυτότητας του πελάτη, ο πληρωτής ευθύνεται για τυχόν οικονομικές συνέπειες μόνο σε περίπτωση που ενήργησε με δόλο, και, σε περίπτωση που ο δικαιούχος ή ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών του δικαιούχου αδυνατεί να δεχτεί αυστηρή εξακρίβωση της ταυτότητας του πελάτη, οφείλει να αποζημιώσει τον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών του πληρωτή για την οικονομική ζημιά που υπέστη.

(5) Ο πληρωτής δεν επωμίζεται οικονομικές συνέπειες που απορρέουν από τη χρήση του απολεσθέντος, κλαπέντος ή υπεξαιρεθέντος μέσου πληρωμών μετά την ειδοποίηση σύμφωνα με το άρθρο 69(1)(β), εκτός αν ο πληρωτής έχει ενεργήσει με δόλο.

(6) Σε περίπτωση που ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών δεν παρέχει τα κατάλληλα μέσα, τα οποία να επιτρέπουν ανά πάσα στιγμή την ειδοποίηση για την απώλεια, κλοπή ή υπεξαίρεση του μέσου πληρωμών, όπως ορίζεται στο άρθρο 70(1)(γ), ο πληρωτής δεν ευθύνεται για τις οικονομικές συνέπειες που απορρέουν από τη χρήση του εν λόγω μέσου, εκτός εάν ο πληρωτής ενήργησε με δόλο.

Πράξεις πληρωμής στις οποίες το ποσό της πράξης δεν είναι γνωστό εκ των προτέρων

75.-(1) Στην περίπτωση που διενεργείται έναρξη πράξης πληρωμής από τον δικαιούχο ή μέσω αυτού στο πλαίσιο πράξης πληρωμής με κάρτα και το ακριβές ποσό δεν είναι γνωστό τη στιγμή που ο πληρωτής συναινεί να εκτελεστεί η πράξη πληρωμής, ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών του πληρωτή επιτρέπεται να δεσμεύσει χρηματικά ποσά στον λογαριασμό πληρωμών του πληρωτή, μόνο στην περίπτωση που αυτός έχει δώσει τη συγκατάθεσή του για το ακριβές ύψος του ποσού που πρόκειται να δεσμευτεί.

(2) Ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών του πληρωτή αποδεσμεύει πάραυτα τα χρηματικά ποσά που έχουν δεσμευτεί στον λογαριασμό πληρωμών του πληρωτή δυνάμει του εδαφίου (1), χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση και εν πάση περιπτώσει μόλις λάβει την πληροφορία για το ακριβές ποσό της πράξης πληρωμής, ήτοι το αργότερο αμέσως μετά τη λήψη της εντολής πληρωμής.

Επιστροφές χρηματικών ποσών για πράξεις πληρωμής των οποίων η έναρξη διενεργείται από δικαιούχο ή μέσω αυτού

76.-(1) Ο πληρωτής έχει το δικαίωμα επιστροφής, από τον οικείο πάροχο υπηρεσιών πληρωμών, των χρηματικών ποσών που αντιστοιχούν σε εγκεκριμένη πράξη πληρωμής της οποίας η έναρξη διενεργήθηκε από δικαιούχο ή μέσω δικαιούχου και η οποία έχει ήδη εκτελεσθεί, εφόσον πληρούνται σωρευτικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

(α) Κατά την έγκριση δεν προσδιορίστηκε το ακριβές ποσό της πράξης πληρωμής·

(β) το ποσό της πράξης πληρωμής υπερβαίνει το ποσό που θα ανέμενε εύλογα ο πληρωτής, λαμβάνοντας υπόψη τις προηγούμενες χρεώσεις του, τους όρους της σύμβασης-πλαισίου και τις σχετικές περιστάσεις της υπόθεσης.

(2) Κατόπιν αιτήματος του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών, ο πληρωτής φέρει την ευθύνη να αποδείξει την εκπλήρωση των προϋποθέσεων που αναφέρονται στο εδάφιο (1).

(3) Η επιστροφή των χρηματικών ποσών, που προβλέπονται στο εδάφιο (1), αφορά ολόκληρο το ποσό της εκτελεσθείσας πράξης πληρωμής και η ημερομηνία αξίας, για την πίστωση του λογαριασμού πληρωμών του πληρωτή, δεν είναι μεταγενέστερη της ημερομηνίας κατά την οποία χρεώθηκε το ποσό.

(4) Χωρίς επηρεασμό του εδαφίου (6), επιπροσθέτως του δικαιώματος που προβλέπεται στα εδάφια (1) έως (3), για τις άμεσες χρεώσεις, όπως αναφέρεται στο Άρθρο 1 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 260/2012, ο πληρωτής τηρεί ανεπιφύλακτο δικαίωμα επιστροφής χρηματικών ποσών εντός των χρονικών προθεσμιών που προβλέπονται στο άρθρο 77.

(5) Ανεξάρτητα από το εδάφιο (4), για τους σκοπούς της παραγράφου (β) του εδαφίου (1), ο πληρωτής δεν επικαλείται λόγους που συνδέονται με μετατροπή συναλλάγματος, εφόσον εφαρμόσθηκε η ισοτιμία αναφοράς που έχει συμφωνήσει με τον οικείο του πάροχο υπηρεσιών πληρωμών, σύμφωνα με το άρθρο 45(1)(δ) και το άρθρο 52(γ)(ii).

(6) Στη σύμβαση-πλαίσιο μεταξύ του πληρωτή και του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών επιτρέπεται να συμφωνείται ότι ο πληρωτής δεν δικαιούται την επιστροφή χρηματικών ποσών που προβλέπονται στο εδάφιο (1), σε περίπτωση που-

(α) Ο πληρωτής έχει δώσει τη συγκατάθεσή του για να εκτελεστεί η πράξη πληρωμής απευθείας στον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών του∙ και

(β) κατά περίπτωση, οι πληροφορίες για τη μελλοντική πράξη πληρωμής παρέχονται ή τίθενται στη διάθεση του πληρωτή, κατά τον συμφωνηθέντα τρόπο, τουλάχιστον τέσσερις (4) εβδομάδες πριν από την προβλεπόμενη ημερομηνία από τον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών ή από τον δικαιούχο.

Αιτήσεις επιστροφής χρηματικών ποσών για πράξεις πληρωμής των οποίων η έναρξη διενεργείται από δικαιούχο ή μέσω αυτού

77.-(1) Ο πληρωτής δύναται να ζητήσει την επιστροφή των χρηματικών ποσών που προβλέπονται στο άρθρο 76 και η οποία αντιστοιχεί σε εγκεκριμένη πράξη πληρωμής η οποία κινήθηκε από δικαιούχο ή μέσω αυτού εντός οκτώ (8) εβδομάδων από την ημερομηνία χρέωσης των χρηματικών ποσών.

(2) Ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών, εντός δέκα (10) εργάσιμων ημερών από την παραλαβή της αίτησης επιστροφής, είτε επιστρέφει ολόκληρο το ποσό της πράξης πληρωμής είτε κοινοποιεί στον πληρωτή αιτιολογημένη άρνηση επιστροφής, υποδεικνύοντας ταυτόχρονα τα όργανα στα οποία μπορεί να προσφύγει ο πληρωτής, σύμφωνα με τα άρθρα 98 έως 101, σε περίπτωση που δεν αποδέχεται την παρεχόμενη αιτιολόγηση.

(3) Το δικαίωμα του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών δυνάμει του εδαφίου (2) να αρνείται επιστροφή χρηματικών ποσών δεν εφαρμόζεται στην περίπτωση του άρθρου 76(4).

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ - ΕΚΤΕΛΕΣΗ ΠΡΑΞΕΩΝ ΠΛΗΡΩΜΗΣ
Λήψη εντολών πληρωμής

78.-(1) Ως χρόνος λήψης εντολής πληρωμής, ορίζεται ο χρόνος κατά τον οποίο ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών του πληρωτή λαμβάνει την εντολή πληρωμής.

(2) Ο λογαριασμός του πληρωτή δεν χρεώνεται πριν από την παραλαβή της εντολής πληρωμής και, σε περίτπωση που ο χρόνος λήψης δεν είναι εργάσιμη ημέρα για τον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών του πληρωτή, η εντολή πληρωμής λογίζεται ως ληφθείσα την επόμενη εργάσιμη ημέρα.

(3) Ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών επιτρέπεται να ορίσει ένα οριακό χρονικό σημείο προς το τέλος της εργάσιμης ημέρας πέραν του οποίου κάθε λαμβανόμενη εντολή πληρωμής λογίζεται ως ληφθείσα την επόμενη εργάσιμη ημέρα.

(4) Σε περίπτωση που, ο χρήστης υπηρεσιών πληρωμών που κίνησε εντολή πληρωμής και ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών του συμφωνήσουν ότι η εκτέλεση της εντολής πληρωμής αρχίζει σε συγκεκριμένη ημέρα ή στο τέλος συγκεκριμένης περιόδου ή την ημέρα που ο πληρωτής θα έχει θέσει χρηματικά ποσά στη διάθεση του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών του, ως χρόνος λήψης της εντολής πληρωμής για τους σκοπούς του άρθρου 83 θεωρείται η συμφωνηθείσα ημέρα.

(5) Σε περίπτωση που, η κατά το εδάφιο (4) συμφωνηθείσα ημέρα δεν είναι εργάσιμη ημέρα για τον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών, η εντολή πληρωμής που λαμβάνεται λογίζεται ως ληφθείσα την επόμενη εργάσιμη ημέρα.

Άρνηση εντολών πληρωμής

79.-(1) Σε περίπτωση που, ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών αρνείται να εκτελέσει εντολή πληρωμής ή να εκκινήσει πράξη πληρωμής, οφείλει να γνωστοποιήσει στον χρήστη υπηρεσιών πληρωμών την άρνηση και, ει δυνατόν, τους λόγους της άρνησης και τη διαδικασία αποκατάστασης των τυχόν λαθών που οδήγησαν στην άρνηση, εκτός αν αυτό απαγορεύεται από άλλη σχετική διάταξη του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή του δικαίου του οικείου κράτους μέλους.

(2) Ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών παρέχει ή καθιστά διαθέσιμη, κατά τον συμφωνηθέντα τρόπο, τη γνωστοποίηση με την πρώτη ευκαιρία και, σε κάθε περίπτωση, εντός των προθεσμιών που προβλέπονται στο άρθρο 83.

(3) Η σύμβαση-πλαίσιο επιτρέπεται να περιλαμβάνει όρο, σύμφωνα με τον οποίο ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών θα έχει δικαίωμα να επιβάλει εύλογη επιβάρυνση για την άρνηση αυτή, εάν η άρνηση είναι αντικειμενικώς αιτιολογημένη.

(4) Ο πάροχος των υπηρεσιών πληρωμών εξυπηρέτησης λογαριασμού του πληρωτή, εφόσον πληρούνται όλοι οι όροι που προβλέπονται στη σύμβαση-πλαίσιο του πληρωτή, δεν αρνείται να εκτελέσει εγκεκριμένη εντολή πληρωμής, ανεξαρτήτως του εάν η έναρξη της εντολής πληρωμής διενεργήθηκε απευθείας από τον πληρωτή ή μέσω του παρόχου υπηρεσίας εκκίνησης πληρωμής ή από δικαιούχο ή μέσω αυτού, εκτός αν η εκτέλεση της εντολής πληρωμής απαγορεύεται από άλλη σχετική διάταξη του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή δικαίου του οικείου κράτους μέλους.

(5) Για τους σκοπούς των άρθρων 83 και 89, εντολή πληρωμής της οποίας η εκτέλεση απορρίφθηκε θεωρείται ως μη ληφθείσα.

Ανέκκλητο εντολής πληρωμής

80.-(1) Ο χρήστης υπηρεσιών πληρωμών απαγορεύεται να ανακαλέσει εντολή πληρωμής σε περίπτωση που αυτή λήφθηκε από τον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών του πληρωτή, νοουμένου ότι δεν προβλέπεται διαφορετική ρύθμιση στο παρόν άρθρο.

(2) Στην περίπτωση που διενεργείται έναρξη πράξης πληρωμής από πάροχο υπηρεσίας εκκίνησης πληρωμής ή από τον δικαιούχο ή μέσω αυτού, ο πληρωτής δεν ανακαλεί την εντολή πληρωμής μετά την παραχώρηση της συγκατάθεσής του στον πάροχο υπηρεσίας εκκίνησης πληρωμής να διενεργήσει την έναρξη της πράξης πληρωμής ή μετά την παραχώρηση της συγκατάθεσής του να εκτελεστεί η πράξη πληρωμής προς τον δικαιούχο.

(3) Ανεξάρτητα από το εδάφιο (2), στην περίπτωση άμεσης χρέωσης και χωρίς επηρεασμό των δικαιωμάτων επιστροφής, ο πληρωτής επιτρέπεται να ανακαλέσει την εντολή πληρωμής το αργότερο έως το τέλος της εργάσιμης ημέρας που προηγείται της ημέρας που συμφωνήθηκε για τη χρέωση των χρηματικών ποσών.

(4) Στην περίπτωση που προβλέπεται στο άρθρο 78(4) και (5), ο χρήστης υπηρεσιών πληρωμών επιτρέπεται να ανακαλέσει εντολή πληρωμής το αργότερο έως το τέλος της εργάσιμης ημέρας που προηγείται της συμφωνηθείσας ημέρας.

(5) Μετά την παρέλευση των προθεσμιών που προβλέπονται στα εδάφια (1) έως (4), η εντολή πληρωμής επιτρέπεται να ανακληθεί μόνο με συμφωνία μεταξύ του χρήστη υπηρεσιών πληρωμών και του οικείου παρόχου υπηρεσιών πληρωμών.

(6) Στην περίπτωση που αναφέρεται στα εδάφια (2) και (3), απαιτείται η συμφωνία του δικαιούχου.

(7) Σε περίπτωση που προβλέπεται στη σύμβαση-πλαίσιο, ο οικείος πάροχος υπηρεσιών πληρωμών επιτρέπεται να επιβάλει χρέωση σε περίπτωση ανάκλησης εντολής πληρωμής.

Μεταφορά και λήψη χρηματικών ποσών

81.-(1) Τηρουμένου του εδαφίου (2), ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών του πληρωτή, ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών του δικαιούχου και οι τυχόν ενδιάμεσοι των παρόχων υπηρεσιών πληρωμών μεταφέρουν το πλήρες ποσό της πράξης πληρωμής και δεν αφαιρούν επιβαρύνσεις από το μεταφερόμενο ποσό.

(2) Ο δικαιούχος και ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών επιτρέπεται να συμφωνούν ότι ο σχετικός πάροχος των υπηρεσιών πληρωμών αφαιρεί τη χρέωσή του από το μεταφερόμενο ποσό πριν αυτό πιστωθεί στον δικαιούχο και, στην περίπτωση αυτή, το πλήρες ποσό της πράξης πληρωμής και οι επιβαρύνσεις εμφαίνονται χωριστά στις πληροφορίες που παρέχονται στον δικαιούχο.

(3) Σε περίπτωση που από το μεταφερόμενο ποσό αφαιρούνται επιβαρύνσεις άλλες από εκείνες που αναφέρονται στο εδάφιο (2), ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμής του πληρωτή μεριμνά, ώστε ο δικαιούχος να λαμβάνει το πλήρες ποσό της πράξης πληρωμής της οποίας η έναρξη διενεργήθηκε από τον πληρωτή και, όταν διενεργείται έναρξη πράξης πληρωμής από τον δικαιούχο ή μέσω αυτού, ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών του δικαιούχου μεριμνά, ώστε ο δικαιούχος να λαμβάνει το πλήρες ποσό της πράξης πληρωμής.

Πεδίο εφαρμογής των άρθρων 82 έως 87

82.-(1) Τα άρθρα 82 έως 87 εφαρμόζονται όσον αφορά-

(α) Πράξεις πληρωμών σε ευρώ·

(β) εθνικές πράξεις πληρωμών στο νόμισμα του κράτους μέλους εκτός της Ζώνης του Ευρώ·

(γ) πράξεις πληρωμών που απαιτούν μόνο μία μετατροπή νομίσματος μεταξύ του ευρώ και του επίσημου νομίσματος κράτους μέλους εκτός της Ζώνης του Ευρώ, εφόσον η απαιτούμενη μετατροπή νομίσματος πραγματοποιείται στο κράτος μέλος εκτός της Ζώνης του Ευρώ και, στην περίπτωση διασυνοριακών συναλλαγών πληρωμών, η διασυνοριακή μεταφορά πραγματοποιείται σε ευρώ.

(2) Τα άρθρα 82 έως 87 εφαρμόζονται και επί πράξεων πληρωμών που δεν προβλέπονται στο εδάφιο (1), εκτός αν υπάρχει διαφορετική συμφωνία μεταξύ του χρήστη των υπηρεσιών πληρωμών και του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών, με εξαίρεση το άρθρο 87 η εφαρμογή του οποίου δεν εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια των μερών.

(3) Σε περίπτωση που ο χρήστης υπηρεσιών πληρωμών και ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών του συμφωνούν περίοδο μεγαλύτερη από την οριζόμενη στο άρθρο 83 για πράξεις πληρωμής εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η περίοδος αυτή δεν υπερβαίνει τις τέσσερις (4) εργάσιμες ημέρες μετά τον χρόνο λήψης, όπως αυτός καθορίζεται στο άρθρο 78.

Πράξεις πληρωμής προς λογαριασμό πληρωμών

83.-(1) Ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών του πληρωτή μεριμνά, ώστε, μετά τη λήψη της εντολής όπως προβλέπεται στο άρθρο 78, το ποσό της πράξης πληρωμής να πιστώνεται στον λογαριασμό του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών του δικαιούχου έως το τέλος της επόμενης εργάσιμης ημέρας, με δικαίωμα παράτασης της εν λόγω προθεσμίας κατά μία (1) επιπλέον εργάσιμη ημέρα για τις πράξεις πληρωμής των οποίων η έναρξη διενεργείται σε έγχαρτη μορφή.

(2) Ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών του δικαιούχου καθορίζει ημερομηνία αξίας και καθιστά διαθέσιμο το ποσό της πράξης πληρωμής στον λογαριασμό πληρωμών του δικαιούχου μετά την παραλαβή των χρηματικών ποσών από τον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών, σύμφωνα με το άρθρο 87.

(3) Ο πάροχος των υπηρεσιών πληρωμών του δικαιούχου διαβιβάζει εντολή πληρωμής της οποίας η έναρξη διενεργήθηκε από τον δικαιούχο ή μέσω αυτού στον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών του πληρωτή εντός της προθεσμίας που συμφωνήθηκε μεταξύ του δικαιούχου και του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών, καθιστώντας δυνατή την τακτοποίησή της, όσον αφορά την άμεση χρέωση, κατά τη συμφωνηθείσα καταληκτική ημερομηνία.

Περιπτώσεις κατά τις οποίες ο δικαιούχος δεν διαθέτει λογαριασμό πληρωμών στον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών

84. Στην περίπτωση που ο δικαιούχος δεν διαθέτει λογαριασμό πληρωμών στον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών, τα χρηματικά ποσά τίθενται στη διάθεση του δικαιούχου από τον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών, ο οποίος τα παραλαμβάνει για λογαριασμό του δικαιούχου, εντός της προθεσμίας που προβλέπεται στο άρθρο 83.

Μετρητά που κατατίθενται σε λογαριασμό πληρωμών

85. Σε περίπτωση που καταναλωτής καταθέτει μετρητά σε λογαριασμό πληρωμών τηρούμενο από τον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών στο νόμισμα του εν λόγω λογαριασμού πληρωμών, ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών μεριμνά, ώστε το ποσό να καθίσταται διαθέσιμο αμέσως μετά τη λήψη του, με την αντίστοιχη ημερομηνία αξίας:

Νοείται ότι, εάν ο χρήστης υπηρεσιών πληρωμών δεν είναι καταναλωτής, το ποσό καθίσταται διαθέσιμο με ημερομηνία αξίας το αργότερο την επόμενη εργάσιμη ημέρα μετά τη λήψη του.

Εθνικές πράξεις πληρωμής

86. Η Κεντρική Τράπεζα δύναται με οδηγία της να ορίσει, εάν το κρίνει σκόπιμο, συντομότερες ανώτατες προθεσμίες εκτέλεσης από εκείνες που προβλέπονται στα άρθρα 82, 83, 84, 85 και 87, αναφορικά με πράξεις πληρωμής που διενεργούνται στη Δημοκρατία.

Ημερομηνία αξίας και διαθεσιμότητα χρηματικών ποσών

87.-(1) Η ημερομηνία αξίας για την πίστωση του λογαριασμού πληρωμών του δικαιούχου είναι, το αργότερο, η εργάσιμη ημέρα κατά την οποία πιστώνεται ο λογαριασμός του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών του δικαιούχου με το ποσό της πράξης πληρωμής.

(2) Ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών του δικαιούχου μεριμνά, ώστε το ποσό της πράξης πληρωμής να είναι στη διάθεση του δικαιούχου ευθύς ως ο λογαριασμός του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών του δικαιούχου πιστωθεί με το ποσό της πράξης πληρωμής, όταν από την πλευρά του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών του δικαιούχου-

(α) Δεν υπάρχει μετατροπή συναλλάγματος, ή

(β) υπάρχει μετατροπή συναλλάγματος μεταξύ του ευρώ και νομίσματος κράτους μέλους ή μεταξύ δύο νομισμάτων κρατών μελών.

(3) Η υποχρέωση που προβλέπεται στο εδάφιο (2) εφαρμόζεται επίσης επί πληρωμών εντός του πλαισίου ενός παρόχου υπηρεσιών πληρωμών.

(4) Η ημερομηνία αξίας για τη χρέωση του λογαριασμού πληρωμών του πληρωτή δεν είναι προγενέστερη του χρόνου κατά τον οποίο γίνεται η χρέωση του εν λόγω λογαριασμού πληρωμών με το ποσό της πράξης πληρωμής.

Ευθύνη για λανθασμένα αποκλειστικά μέσα ταυτοποίησης

88.-(1) Σε περίπτωση που η πράξη πληρωμής εκτελεστεί σύμφωνα με το αποκλειστικό μέσο ταυτοποίησης, θεωρείται ότι εκτελέστηκε ορθά όσον αφορά τον δικαιούχο που αναγράφεται στο αποκλειστικό μέσο ταυτοποίησης.

(2) Σε περίπτωση που το αποκλειστικό μέσο ταυτοποίησης που παρέχει ο χρήστης υπηρεσιών πληρωμών είναι λανθασμένο, ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών δεν φέρει ευθύνη δυνάμει του άρθρου 89, για τη μη εκτέλεση ή την εσφαλμένη εκτέλεση της πράξης πληρωμής.

(3) Ανεξάρτητα από το εδάφιο (2), ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών του πληρωτή καταβάλλει εύλογες προσπάθειες για την ανάκτηση των χρηματικών ποσών που αφορά η πράξη πληρωμής, ο δε πάροχος υπηρεσιών πληρωμών του δικαιούχου οφείλει να συνεργάζεται σε αυτές τις προσπάθειες, παρέχοντας, μεταξύ άλλων, στον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών του πληρωτή όλες τις σχετικές πληροφορίες για την είσπραξη των χρηματικών ποσών.

(4) Σε περίπτωση που η συλλογή των χρηματικών ποσών, σύμφωνα με το εδάφιο (3), δεν είναι δυνατή, ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών του πληρωτή παρέχει στον πληρωτή κατόπιν γραπτού αιτήματος, όλες τις πληροφορίες που έχει στη διάθεσή του, οι οποίες είναι σημαντικές για τον πληρωτή προκειμένου αυτός να προβάλει νομική αξίωση για ανάκτηση των χρηματικών ποσών.

(5) Σε περίπτωση που γίνεται πρόβλεψη στη σύμβαση-πλαίσιο, ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών επιτρέπεται να επιβάλει χρέωση στον χρήστη υπηρεσιών πληρωμών για την ανάκτηση των ποσών.

(6) Σε περίπτωση που ο χρήστης των υπηρεσιών πληρωμών προσκομίσει πρόσθετες πληροφορίες πέραν των προβλεπομένων στο άρθρο 45(1)(α) ή στο άρθρο 52(β)(ii), ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών ευθύνεται μόνο για την εκτέλεση πράξεων πληρωμής σύμφωνα με το παρασχεθέν από τον χρήστη των υπηρεσιών πληρωμών αποκλειστικό μέσο ταυτοποίησης.

Ευθύνη του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών για μη εκτέλεση, εσφαλμένη ή καθυστερημένη εκτέλεση πράξεων πληρωμής

89.-(1)(α) Σε περίπτωση που η έναρξη της εντολής πληρωμής διενεργείται απευθείας από τον πληρωτή, ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών του πληρωτή, χωρίς επηρεασμό του άρθρου 71 του άρθρου 88(2) έως (4) και του άρθρου 93, είναι υπεύθυνος έναντι του πληρωτή για την ορθή εκτέλεση της πράξης πληρωμής, εκτός εάν ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών του πληρωτή μπορεί να αποδείξει στον πληρωτή και, κατά περίπτωση, στον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών του δικαιούχου ότι ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών του δικαιούχου έλαβε το ποσό της πράξης πληρωμής, σύμφωνα με το άρθρο 83(1) και, στην περίπτωση αυτή, ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών του δικαιούχου είναι υπεύθυνος έναντι του δικαιούχου για την ορθή εκτέλεση της πράξης πληρωμής.

(β) Σε περίπτωση που ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών του πληρωτή είναι υπεύθυνος βάσει της παραγράφου (α), επιστρέφει χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση στον πληρωτή το ποσό της ανεκτέλεστης ή εσφαλμένης πράξης πληρωμής και, κατά περίπτωση, επαναφέρει τον λογαριασμό πληρωμών που χρεώθηκε στην κατάσταση που θα βρισκόταν, εάν δεν είχε πραγματοποιηθεί η εσφαλμένη πράξη πληρωμής, και η ημερομηνία αξίας για την πίστωση του λογαριασμού πληρωμών του πληρωτή δεν είναι μεταγενέστερη της ημερομηνίας κατά την οποία χρεώθηκε το ποσό.

(γ) Σε περίπτωση που ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών του δικαιούχου είναι υπεύθυνος βάσει της παραγράφου (α), θέτει αμέσως το ποσό της πράξης πληρωμής στη διάθεση του δικαιούχου και, κατά περίπτωση, πιστώνει το αντίστοιχο ποσό στον λογαριασμό πληρωμών του δικαιούχου, με ημερομηνία αξίας για τον λογαριασμό πληρωμών του δικαιούχου, η οποία δεν είναι μεταγενέστερη της ημερομηνίας αξίας που θα είχε το ποσό στην περίπτωση ορθής εκτέλεσης της πράξης πληρωμής, σύμφωνα με το άρθρο 87.

(δ) Σε περίπτωση που η πράξη πληρωμής εκτελεστεί με καθυστέρηση, ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών του δικαιούχου εξασφαλίζει κατόπιν αιτήματος του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών του πληρωτή που ενεργεί για λογαριασμό του πληρωτή, ότι η ημερομηνία αξίας για τον λογαριασμό πληρωμών του δικαιούχου δεν είναι μεταγενέστερη της ημερομηνίας αξίας που θα είχε το ποσό στην περίπτωση ορθής εκτέλεσης της πράξης πληρωμής.

(ε) Σε περίπτωση μη εκτέλεσης ή εσφαλμένης εκτέλεσης πράξης πληρωμής, όταν η έναρξη της εντολής πληρωμής διενεργείται από τον πληρωτή, ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών του πληρωτή, ανεξαρτήτως της ευθύνης που υπέχει στο πλαίσιο του παρόντος εδαφίου, προσπαθεί αμέσως, αν του ζητηθεί, να ανιχνεύσει την πράξη πληρωμής και ειδοποιεί τον πληρωτή για το αποτέλεσμα, το οποίο δεν επιβαρύνει τον πληρωτή.

(2)(α) Σε περίπτωση που η έναρξη της εντολής πληρωμής διενεργείται από τον δικαιούχο ή μέσω αυτού, ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών του δικαιούχου είναι, χωρίς επηρεασμό του άρθρου 71, του άρθρου 88(2) έως (4) και του άρθρου 93, υπεύθυνος έναντι του δικαιούχου για την ορθή διαβίβαση της εντολής πληρωμής στον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών του πληρωτή, σύμφωνα με το άρθρο 83(3).

(β) Σε περίπτωση που ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών του δικαιούχου είναι υπεύθυνος βάσει της παραγράφου (α), διαβιβάζει, εκ νέου, αμέσως την εν λόγω εντολή πληρωμής στον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών του πληρωτή και, σε περίπτωση καθυστερημένης διαβίβασης της εντολής πληρωμής, το ποσό έχει ημερομηνία αξίας στον λογαριασμό πληρωμών του δικαιούχου που δεν είναι μεταγενέστερη της ημερομηνίας αξίας που θα είχε το ποσό στην περίπτωση ορθής εκτέλεσης της πράξης πληρωμής.

(γ) Χωρίς επηρεασμό της παραγράφου (α), ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών του δικαιούχου είναι, χωρίς επηρεασμό του άρθρου 71, του άρθρου 88(2) έως (4) και του άρθρου 93, υπεύθυνος έναντι του δικαιούχου για τη διεκπεραίωση της εντολής πληρωμής, σύμφωνα με τις υποχρεώσεις που υπέχει δυνάμει του άρθρου 87.

(δ) Σε περίπτωση που ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών του δικαιούχου είναι υπεύθυνος δυνάμει της παραγράφου (γ), μεριμνά, ώστε το ποσό της πράξης πληρωμής να είναι στη διάθεση του δικαιούχου αμέσως μόλις το ποσό αυτό πιστωθεί στον λογαριασμό του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών του δικαιούχου, και το ποσό έχει ημερομηνία αξίας στον λογαριασμό πληρωμών του δικαιούχου, η οποία δεν είναι μεταγενέστερη της ημερομηνίας αξίας που θα είχε το ποσό στην περίπτωση ορθής εκτέλεσης της πράξης πληρωμής.

(ε) Σε περίπτωση μη εκτέλεσης ή εσφαλμένης εκτέλεσης πράξης πληρωμής για την οποία ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών του δικαιούχου δεν είναι υπεύθυνος στο πλαίσιο των παραγράφων (α), (γ) και (δ) ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών του πληρωτή είναι υπεύθυνος έναντι του πληρωτή.

(στ) Σε περίπτωση που ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών του πληρωτή είναι υπεύθυνος σύμφωνα με την παράγραφο (ε), τότε, κατά περίπτωση και χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, επιστρέφει στον πληρωτή το ποσό της ανεκτέλεστης ή εσφαλμένης πράξης πληρωμής και επαναφέρει τον λογαριασμό πληρωμών που χρεώθηκε στην κατάσταση που θα βρισκόταν, εάν δεν είχε πραγματοποιηθεί η εσφαλμένη πράξη πληρωμής, και η ημερομηνία αξίας για την πίστωση του λογαριασμού πληρωμών του πληρωτή δεν είναι μεταγενέστερη της ημερομηνίας κατά την οποία χρεώθηκε το ποσό.

(ζ) Οι υποχρεώσεις που προβλέπονται στις παραγράφους (ε) και (στ) δεν εφαρμόζονται επί του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών του πληρωτή, εφόσον ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών του πληρωτή αποδεικνύει ότι ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών του δικαιούχου έχει λάβει το ποσό της πράξης πληρωμής, ακόμη και στην περίπτωση που η εκτέλεση της πράξης πληρωμής καθυστέρησε ελάχιστα.

(η) Στην περίπτωση που αναφέρεται στην παράγραφο (ζ), ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών του δικαιούχου ορίζει για το ποσό ημερομηνία αξίας στον λογαριασμό πληρωμών του δικαιούχου που δεν είναι μεταγενέστερη της ημερομηνίας αξίας, που το ποσό θα είχε στην περίπτωση ορθής εκτέλεσης.

(θ) Σε περίπτωση μη εκτέλεσης ή εσφαλμένης εκτέλεσης πράξης πληρωμής, που η έναρξη της εντολής πληρωμής διενεργείται από τον δικαιούχο ή μέσω του δικαιούχου, ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών του δικαιούχου, ανεξαρτήτως της ευθύνης που υπέχει στο πλαίσιο του παρόντος εδαφίου, καταβάλλει άμεσα, αφού του ζητηθεί, προσπάθειες να εντοπίσει τις πράξεις πληρωμής και ειδοποιεί τον δικαιούχο για το αποτέλεσμα, το οποίο δεν επιβαρύνει τον δικαιούχο.

(3) Χωρίς επηρεασμό των εδαφίων (1) και (2), ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών είναι υπεύθυνος έναντι των αντίστοιχων χρηστών υπηρεσιών πληρωμών τους για τυχόν χρεώσεις για τις οποίες φέρουν την ευθύνη και για τόκους που επιβαρύνουν τον χρήστη υπηρεσιών πληρωμών ως συνέπεια της μη εκτέλεσης ή της εσφαλμένης, συμπεριλαμβανομένης της καθυστερημένης, εκτέλεσης της πράξης πληρωμής.

Ευθύνη για τη μη εκτέλεση, για την εσφαλμένη ή για την καθυστερημένη εκτέλεση πράξεων πληρωμής, στην περίπτωση υπηρεσιών εκκίνησης πληρωμής

90.-(1) Σε περίπτωση που η έναρξη εντολής πληρωμής διενεργείται από τον πληρωτή μέσω παρόχου υπηρεσίας εκκίνησης πληρωμής, ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών εξυπηρέτησης λογαριασμού επιστρέφει στον πληρωτή, χωρίς επηρεασμό του άρθρου 71 και του άρθρου 88(2) έως (4), το ποσό της μη εκτελεσθείσας ή της εσφαλμένης πράξης πληρωμής και, κατά περίπτωση, επαναφέρει τον λογαριασμό πληρωμών που χρεώθηκε στην κατάσταση που θα βρισκόταν αν δεν είχε πραγματοποιηθεί η εσφαλμένη πράξη πληρωμής.

(2) Ο πάροχος υπηρεσίας εκκίνησης πληρωμής φέρει το βάρος της απόδειξης ότι η εντολή πληρωμής λήφθηκε από τον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών εξυπηρέτησης λογαριασμού του πληρωτή, σύμφωνα με το άρθρο 78 και ότι, εντός του πεδίου αρμοδιότητάς του, έχει εξακριβωθεί η γνησιότητα της πράξης πληρωμής, ότι αυτή έχει καταγραφεί επακριβώς και δεν έχει επηρεαστεί από τεχνική βλάβη ή άλλη δυσλειτουργία που συνδέεται με μη εκτέλεση, εσφαλμένη ή καθυστερημένη εκτέλεση της συναλλαγής.

(3) Σε περίπτωση που ο πάροχος υπηρεσίας εκκίνησης πληρωμής ευθύνεται για τη μη εκτέλεση, την εσφαλμένη ή την καθυστερημένη εκτέλεση της πράξης πληρωμής, αποζημιώνει αμέσως τον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών εξυπηρέτησης λογαριασμού, κατόπιν αιτήματός του, για τις ζημιές που υπέστη ή τα ποσά που κατέβαλε ως αποτέλεσμα της επιστροφής στον πληρωτή.

Πρόσθετη οικονομική αποζημίωση

91. Τυχόν πρόσθετη οικονομική αποζημίωση σε σχέση με αυτή που προβλέπεται στα άρθρα 88 έως 90, 92 και 93, επιτρέπεται να καθορίζεται σύμφωνα με το εφαρμοστέο δίκαιο στη συναφθείσα σύμβαση μεταξύ του χρήστη και του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών.

Αποζημίωση όταν η ευθύνη παρόχου υπηρεσιών πληρωμών αποδίδεται σε άλλον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών ή σε μεσάζοντα

92.-(1) Σε περίπτωση που η ευθύνη ενός παρόχου υπηρεσιών πληρωμών, σύμφωνα με τα άρθρα 73, 89 και 90, αποδίδεται σε άλλον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών ή σε μεσάζοντα, ο δεύτερος πάροχος υπηρεσιών πληρωμών ή ο μεσάζων αποζημιώνει τον πρώτο πάροχο υπηρεσιών πληρωμών για κάθε ζημιά που υπέστη ή για κάθε ποσό που κατέβαλε στο πλαίσιο των άρθρων 73, 89 και 90.

(2) Η κατά το εδάφιο (1) ευθύνη περιλαμβάνει αποζημίωση σε περίπτωση που οποιοσδήποτε πάροχος υπηρεσιών πληρωμών δεν προβαίνει σε αυστηρή εξακρίβωση της ταυτότητας του πελάτη.

(3) Η χορήγηση περαιτέρω οικονομικής αποζημίωσης επιτρέπεται να αποφασίζεται βάσει συμφωνιών μεταξύ των παρόχων υπηρεσιών πληρωμών ή/και των μεσαζόντων και βάσει του δικαίου που εφαρμόζεται στη μεταξύ τους συμφωνία.

Ασυνήθεις και απρόβλεπτες περιστάσεις

93. Δεν υφίσταται ευθύνη σύμφωνα με τα Κεφάλαια Β ή Γ στις περιπτώσεις που υπάρχουν ασυνήθεις και απρόβλεπτες περιστάσεις, οι οποίες εκφεύγουν του ελέγχου του μέρους που τις επικαλείται, προκειμένου να εφαρμοστούν, και των οποίων οι συνέπειες δεν θα μπορούσε να αποφευχθούν, παρ’ όλες τις προσπάθειες για το αντίθετο, ούτε όταν ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών δεσμεύεται από άλλες νομικές υποχρεώσεις που προβλέπονται στο δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή το δίκαιο του οικείου κράτους μέλους.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ - ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΤΩΝ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ
Προστασία δεδομένων

94.-(1) Η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τα συστήματα πληρωμών και τους παρόχους υπηρεσιών πληρωμών επιτρέπεται, στην περίπτωση που αυτή είναι αναγκαία για την πρόληψη, τη διερεύνηση και τον εντοπισμό απάτης στον τομέα των πληρωμών.

(2) Η παροχή πληροφοριών σε άτομα σχετικά με την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, η επεξεργασία και αποθήκευση των εν λόγω δεδομένων, καθώς και κάθε άλλη επεξεργασία προσωπικών δεδομένων για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου πραγματοποιείται σύμφωνα με τον περί Επεξεργασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (Προστασία του Ατόμου) Νόμο και τον Κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 45/2001.

(3) Οι πάροχοι υπηρεσιών πληρωμών έχουν πρόσβαση, επεξεργάζονται και διατηρούν τα προσωπικά δεδομένα που είναι απαραίτητα για την παροχή υπηρεσιών πληρωμών μόνο με τη ρητή συγκατάθεση του χρήστη των υπηρεσιών πληρωμών.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε - ΚΙΝΔΥΝΟΙ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ ΚΑΙ ΑΦΑΛΕΙΑΣ ΚΑΙ ΕΞΑΚΡΙΒΩΣΗ ΓΝΗΣΙΟΤΗΤΑΣ
Διαχείριση των κινδύνων λειτουργίας και ασφάλειας

95.-(1) Οι πάροχοι υπηρεσιών πληρωμών-

(α) Καταρτίζουν πλαίσιο με κατάλληλα μέτρα μείωσης κινδύνων και μηχανισμούς ελέγχου για τη διαχείριση των λειτουργικών κινδύνων και των κινδύνων ασφαλείας που σχετίζονται με τις υπηρεσίες πληρωμών τις οποίες παρέχουν∙ και

(β) ως μέρος του εν λόγω πλαισίου, θεσπίζουν και διατηρούν αποτελεσματικές διαδικασίες διαχείρισης συμβάντων, μεταξύ άλλων, για τον εντοπισμό και την ταξινόμηση των μειζόνων συμβάντων που άπτονται της λειτουργίας και της ασφάλειας.

(2) Οι πάροχοι υπηρεσιών πληρωμών παρέχουν στην Κεντρική Τράπεζα επί ετήσιας βάσης ή/και σε μικρότερα διαστήματα που ορίζει η Κεντρική Τράπεζα, επικαιροποιημένη και ολοκληρωμένη αξιολόγηση των κινδύνων λειτουργίας και ασφάλειας που συνδέονται με τις παρεχόμενες υπηρεσίες πληρωμών και για την επάρκεια των μέτρων μείωσης κινδύνων και των μηχανισμών ελέγχου που εφαρμόζονται για την αντιμετώπιση αυτών των κινδύνων.

Αναφορά συμβάντων

96.-(1) Σε περίπτωση μείζονος λειτουργικού συμβάντος ή συμβάντος που αφορά την ασφάλεια, οι πάροχοι υπηρεσιών πληρωμών το γνωστοποιούν χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, στην Κεντρική Τράπεζα, ως την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους προέλευσης του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών.

(2) Σε περίπτωση που το συμβάν επηρεάζει ή μπορεί να επηρεάσει τα οικονομικά συμφέροντα των χρηστών υπηρεσιών πληρωμών του, ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών ενημερώνει, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, τους χρήστες των υπηρεσιών πληρωμών του για το συμβάν και για όλα τα διαθέσιμα μέτρα που μπορούν να λάβουν για τη μείωση των αρνητικών επιπτώσεων του συμβάντος.

(3) Μετά τη λήψη της γνωστοποίησης που προβλέπεται στο εδάφιο (1), η Κεντρική Τράπεζα, ως η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους προέλευσης του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών, παρέχει, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, τις σχετικές λεπτομέρειες του συμβάντος στην ΕΑΤ και στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και, αφού αξιολογήσει τη σπουδαιότητα του συμβάντος, τις ενημερώνει αναλόγως.

(4) Η Κεντρική Τράπεζα, ως η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους προέλευσης του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών, συνεργάζεται με την ΕΑΤ και την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα για τους σκοπούς αξιολόγησης εκ των δύο τελευταίων αρχών της σπουδαιότητάς του, κατά το εδάφιο (1), συμβάντος για τις άλλες σχετικές ενωσιακές και εθνικές αρχές.

(5) Στην περίπτωση που η Κεντρική Τράπεζα ενημερώνεται σύμφωνα με το Άρθρο 96, παράγραφος 2, εδάφιο (2) της Οδηγίας (ΕΕ) 2015/2366, λαμβάνει όλα τα αναγκαία μέτρα για την προστασία της άμεσης ασφάλειας του χρηματοπιστωτικού συστήματος.

(6) Οι πάροχοι υπηρεσιών πληρωμών παρέχουν, τουλάχιστον επί ετήσιας βάσης, στατιστικά στοιχεία σχετικά με οποιαδήποτε απάτη σχετίζεται με τα διάφορα μέσα πληρωμών στην Κεντρική Τράπεζα, η οποία διαβιβάζει στην ΕΑΤ και την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα τα δεδομένα αυτά σε συγκεντρωτική μορφή.

Εξακρίβωση της ταυτότητας του πελάτη

97.-(1) Οι πάροχοι υπηρεσιών πληρωμών εφαρμόζουν αυστηρή εξακρίβωση της ταυτότητας του πελάτη, όταν ο πληρωτής-

(α) Έχει πρόσβαση στον λογαριασμό πληρωμών του διαδικτυακά·

(β) διενεργεί την έναρξη πράξης πληρωμής ηλεκτρονικά·

(γ) εκτελεί οποιαδήποτε ενέργεια, μέσω εξ αποστάσεως διαύλου, η οποία μπορεί να ενέχει κίνδυνο απάτης στον τομέα των πληρωμών ή άλλων παραβιάσεων.

(2) Αναφορικά με τη διενέργεια έναρξης πράξεων πληρωμής ηλεκτρονικά, που αναφέρεται στην παράγραφο (β) του εδαφίου (1), για πράξεις ηλεκτρονικής πληρωμής εξ αποστάσεως, οι πάροχοι υπηρεσιών πληρωμών εφαρμόζουν αυστηρή εξακρίβωση της ταυτότητας του πελάτη που περιλαμβάνει στοιχεία τα οποία συνδέουν δυναμικά τη συναλλαγή με συγκεκριμένο ποσό και συγκεκριμένο δικαιούχο.

(3) Αναφορικά με το εδάφιο (1), οι πάροχοι υπηρεσιών πληρωμών εφαρμόζουν κατάλληλα μέτρα ασφαλείας, με σκοπό την προστασία της εμπιστευτικότητας και της ακεραιότητας των εξατομικευμένων διαπιστευτηρίων ασφαλείας των χρηστών υπηρεσιών πληρωμών.

(4) Τα εδάφια (2) και (3) εφαρμόζονται όταν η έναρξη των πληρωμών διενεργείται μέσω παρόχου υπηρεσίας εκκίνησης πληρωμής, και τα εδάφια (1) και (3) εφαρμόζονται επίσης όταν οι πληροφορίες ζητούνται μέσω παρόχου υπηρεσίας πληροφοριών λογαριασμού.

(5) Ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών εξυπηρέτησης λογαριασμού επιτρέπει στον πάροχο υπηρεσιών εκκίνησης πληρωμής και στον πάροχο υπηρεσίας πληροφοριών λογαριασμού να επαφίεται στις διαδικασίες εξακρίβωσης που παρέχει ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών εξυπηρέτησης λογαριασμού για τον χρήστη της υπηρεσίας πληρωμών, σύμφωνα με τα εδάφια (1) και (3), και, εφόσον εμπλέκεται ο πάροχος υπηρεσίας εκκίνησης πληρωμής, σύμφωνα με τα εδάφια (1), (2) και (3).

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΣΤ - ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΗΣ ΕΠΙΛΥΣΗΣ ΔΙΑΦΟΡΩΝ (ΕΕΔ) ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΙΛΥΣΗ ΔΙΑΦΟΡΩΝ
Υποβολή καταγγελιών στην Κεντρική Τράπεζα

98.-(1) Οι χρήστες υπηρεσιών πληρωμών και άλλα ενδιαφερόμενα μέρη, περιλαμβανομένων των ενώσεων καταναλωτών, επιτρέπεται να υποβάλλουν στην Κεντρική Τράπεζα, ως την αρμόδια αρχή, καταγγελίες, γραπτώς ή με ηλεκτρονικά μέσα, σχετικά με ισχυρισμούς για παραβάσεις των διατάξεων του παρόντος Νόμου και/ή του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 924/2009, από πάροχο υπηρεσιών πληρωμών.

(2) Κατά περίπτωση και χωρίς επηρεασμό του δικαιώματος προσφυγής σύμφωνα με το Άρθρο 146 του Συντάγματος, η Κεντρική Τράπεζα, ως η αρμόδια αρχή, ενημερώνει με την απάντησή της τον καταγγέλλοντα για τις προβλεπόμενες από το άρθρο 101 διαδικασίες εναλλακτικής επίλυσης διαφορών.

Αρμόδιες αρχές

99.-(1) Με την επιφύλαξη των διατάξεων του εδαφίου (1Α), η Κεντρική Τράπεζα ορίζεται ως η αρμόδια αρχή της Δημοκρατίας για τη διασφάλιση και την παρακολούθηση της αποτελεσματικής συμμόρφωσης με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου και των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων οδηγιών.

(1Α) Η Υπηρεσία ορίζεται ως η αρμόδια αρχή της Δημοκρατίας για τη διασφάλιση και την παρακολούθηση της αποτελεσματικής συμμόρφωσης των δικαιούχων με τις διατάξεις των άρθρων 60 και 62.

(1Β) Η Κεντρική Τράπεζα και η Υπηρεσία, ως οι αρμόδιες αρχές, συνεργάζονται μεταξύ τους, ώστε να εκπληρώνουν αποτελεσματικά τα καθήκοντά τους

(2) Χωρίς επηρεασμό των άρθρων 6(7) και (8), 23, 24 και 25, για σκοπούς εκτέλεσης των καθηκόντων της δυνάμει του εδαφίου (1), η Κεντρική Τράπεζα διαθέτει τις ακόλουθες εξουσίες:

(α) Να απαιτεί την παροχή από πάροχο υπηρεσιών πληρωμών εντός προκαθορισμένης χρονικής προθεσμίας, κάθε πληροφορίας απαραίτητης για την παρακολούθηση της συμμόρφωσης, διευκρινίζοντας κατά το δέον, τον σκοπό του αιτήματος∙

(β) να πραγματοποιεί επιτόπιους ελέγχους σε κάθε πάροχο υπηρεσιών πληρωμών∙

(γ) να εκδίδει συστάσεις και κατευθυντήριες γραμμές και, εφόσον ενδείκνυται, δεσμευτικές διοικητικές διατάξεις σε πάροχο υπηρεσιών πληρωμών∙

(δ) να αναστέλλει ή να ανακαλεί την άδεια λειτουργίας κάθε παρόχου υπηρεσιών πληρωμών.

(3) Η Κεντρική Τράπεζα και η Υπηρεσία ασκούν τις εξουσίες τους σύμφωνα με το κυπριακό δίκαιο-

(α)  απευθείας υπό τη δική τους εξουσία· ή

(β) υποβάλλοντας, όπου το κυπριακό δίκαιο το προνοεί, αίτηση στο δικαστήριο που είναι αρμόδιο για την έκδοση της αναγκαίας απόφασης, περιλαμβανομένης, εφόσον ενδείκνυται, της άσκησης έφεσης στην περίπτωση ανεπιτυχούς έκβασης της αίτησης έκδοσης της αναγκαίας απόφασης.

(4) Σε περίπτωση παράβασης ή εικαζόμενης παράβασης των Μερών ΙΙΙ και IV του παρόντος Νόμου, η Κεντρική Τράπεζα είναι υπεύθυνη για τη διασφάλιση και την παρακολούθηση της αποτελεσματικής συμμόρφωσης με τον παρόντα Νόμο, όταν αποτελεί την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους προέλευσης του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών, εκτός αν ο εν λόγω πάροχος παρέχει υπηρεσίες πληρωμών μέσω υποκαταστήματος ή αντιπροσώπου που λειτουργεί σύμφωνα με το δικαίωμα εγκατάστασης.

(5) Το Υπουργείο Οικονομικών εκπληρώνει την υποχρέωση την οποία επιβάλλει το Άρθρο 100, παράγραφος 5 της Οδηγίας (ΕΕ) 2015/2366 στη Δημοκρατία ως κράτος μέλος.

Εξουσίες Υπηρεσίας

99Α.-(1) Για σκοπούς εκτέλεσης των καθηκόντων της, δυνάμει του εδαφίου (1Α) του άρθρου 99, η Υπηρεσία δύναται να-

(α) απαιτεί, τηρουμένων των διατάξεων του Κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Απριλίου 2016, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών και την κατάργηση της οδηγίας 95/46/ΕΚ και του περί της Προστασίας των Φυσικών Προσώπων Έναντι της Επεξεργασίας των Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα και της Ελεύθερης Κυκλοφορίας των Δεδομένων αυτών Νόμου, την παροχή από δικαιούχο, εντός καθορισμένης χρονικής προθεσμίας, κάθε πληροφορίας απαραίτητης για την παρακολούθηση της συμμόρφωσης αυτού, διευκρινίζοντας κατά το δέον, το σκοπό του αιτήματος.

(β) πραγματοποιεί, τηρουμένων των διατάξεων του Κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Απριλίου 2016, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών και την κατάργηση της οδηγίας 95/46/ΕΚ και του περί της Προστασίας των Φυσικών Προσώπων Έναντι της Επεξεργασίας των Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα και της Ελεύθερης Κυκλοφορίας των Δεδομένων αυτών Νόμου, επιτόπιους ελέγχους στο υποστατικό και χώρο εργασίας κάθε δικαιούχου, ώστε να εξετάζει, κατάσχει, λαμβάνει ή αποκτά αντίγραφα στοιχείων, δεδομένων ή εγγράφων, ανεξαρτήτως του μέσου αποθήκευσής τους.

(γ) διατάσσει το δικαιούχο, σε περίπτωση που κατά την κρίση της παραβαίνει ή παραλείπει να συμμορφωθεί με οποιεσδήποτε διατάξεις των άρθρων 60 ή/και 62, όπως τερματίσει αμέσως την παράβαση και αποφύγει την επανάληψή της στο μέλλον και, σε περίπτωση που ο δικαιούχος δεν συμμορφωθεί, η Υπηρεσία επιβάλλει ανάλογα με τη βαρύτητα και τη διάρκεια της παράβασης διοικητικό πρόστιμο δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 99Β.

(δ) λαμβάνει κάθε μέτρο για την εξασφάλιση της συνεχούς συμμόρφωσης του δικαιούχου με τις διατάξεις των άρθρων 60 ή/και 62.

(2) Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο οφείλει, τηρουμένων των διατάξεων του Κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Απριλίου 2016, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών και την κατάργηση της οδηγίας 95/46/ΕΚ και του περί της Προστασίας των Φυσικών Προσώπων Έναντι της Επεξεργασίας των Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα και της Ελεύθερης Κυκλοφορίας των Δεδομένων αυτών Νόμου, όταν κληθεί από την Υπηρεσία δυνάμει του εδαφίου (1), να θέσει στη διάθεσή της πληροφορίες, έγγραφα ή στοιχεία, που κατέχει ή έχει υπό τον έλεγχό του σχετικά με δικαιούχο, καθώς και να προσέλθει στον τόπο διεξαγωγής των εργασιών της Υπηρεσίας, εάν το απαιτήσει.

(3)  Απαγορεύεται σε οποιοδήποτε πρόσωπο να παρακωλύει ή παρεμποδίζει με πράξη ή παράλειψή του την Υπηρεσία κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της, δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου.

(4) Η παροχή ψευδών ή παραπλανητικών στοιχείων ή εγγράφων και/ή η απόκρυψη ουσιώδους πληροφορίας από οποιαδήποτε γνωστοποίηση που υποβάλλεται στην Υπηρεσία δυνάμει των διατάξεων του παρόντος άρθρου, αποτελεί, εκτός από παράβαση η οποία υπόκειται σε διοικητική κύρωση κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 99Β, ποινικό αδίκημα και το πρόσωπο που διαπράττει αυτό, σε περίπτωση καταδίκης του, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τους έξι (6) μήνες ή με χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000) ή και με τις δύο αυτές ποινές.

Διοικητικές κυρώσεις επιβαλλόμενες από την Υπηρεσία

99Β.-(1) Σε περίπτωση κατά την οποία η Υπηρεσία διαπιστώνει ότι δικαιούχος ο οποίος βρίσκεται υπό την εποπτεία της, παραβαίνει ή παραλείπει να συμμορφωθεί με οποιεσδήποτε διατάξεις των άρθρων 60 ή/και 62, δύναται, αφού προηγουμένως ακούσει ή δώσει την ευκαιρία στο δικαιούχο ή εκπρόσωπό του να ακουστεί, προφορικά και/ή γραπτά, να επιβάλει σε αυτόν, ανάλογα με τη βαρύτητα και τη διάρκεια της παράβασης,  διοικητικό πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις δύο χιλιάδες ευρώ (€2.000), και, σε περίπτωση συνέχισης της παράβασης, δύναται επιπρόσθετα να του επιβάλει διοικητικό πρόστιμο, που δεν υπερβαίνει τα εκατό ευρώ (€100) για κάθε ημέρα συνέχισης της παράβασης ανάλογα με τη βαρύτητα αυτής.

(2) Σε περίπτωση άρνησης ή παράλειψης πληρωμής διοικητικού προστίμου το οποίο επιβλήθηκε σε πρόσωπο δυνάμει του εδαφίου (1), η Υπηρεσία έχει εξουσία να λάβει δικαστικά μέτρα εναντίον του με σκοπό την είσπραξη του οφειλόμενου ποσού ως αστικού χρέους οφειλόμενου στη Δημοκρατία.

Επίλυση διαφορών

100.-(1) Οι πάροχοι υπηρεσιών πληρωμών θεσπίζουν και εφαρμόζουν κατάλληλες και αποτελεσματικές διαδικασίες για τη διευθέτηση των καταγγελιών των χρηστών των υπηρεσιών πληρωμών, όσον αφορά τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τα Μέρη ΙΙΙ και IV, και η Κεντρική Τράπεζα παρακολουθεί τις επιδόσεις τους σχετικά, οι δε εν λόγω διαδικασίες εφαρμόζονται στη Δημοκρατία όπου ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών προσφέρει τις υπηρεσίες πληρωμών και είναι διαθέσιμες σε επίσημη γλώσσα της Δημοκρατίας ή σε άλλη γλώσσα, εφόσον αυτό συμφωνηθεί μεταξύ του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών και του χρήστη υπηρεσιών πληρωμών.

(2)(α) Ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών, καταβάλλει κάθε δυνατή προσπάθεια να απαντά, σε έγχαρτη μορφή ή, εφόσον αυτό συμφωνηθεί μεταξύ του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών και του χρήστη υπηρεσιών πληρωμών, σε άλλο σταθερό μέσο, στις καταγγελίες των χρηστών πληρωμών.

(β) Ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών εξετάζει όλα τα ζητήματα αναφορικά με τις καταγγελίες των χρηστών υπηρεσιών πληρωμών που έχουν τεθεί εντός εύλογου χρονικού διαστήματος και δίδει απάντηση σε αυτούς, το αργότερο εντός δεκαπέντε (15) εργάσιμων ημερών από τη λήψη της καταγγελίας.

(γ) Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, εάν η απάντηση που αναφέρεται στην παράγραφο (α) δεν μπορεί να δοθεί μέσα σε δεκαπέντε (15) εργάσιμες ημέρες, για λόγους που εκφεύγουν του ελέγχου του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών, ο τελευταίος υποχρεούται να αποστέλλει ενδιάμεση απάντηση, αναφέροντας σαφώς τους λόγους για την καθυστέρηση στην απάντηση της καταγγελίας και προσδιορίζοντας την προθεσμία εντός της οποίας θα λάβει την τελική απάντηση ο χρήστης των υπηρεσιών πληρωμών και σε κάθε περίπτωση η προθεσμία για τη λήψη της τελικής απάντησης δεν υπερβαίνει τις τριάντα πέντε (35) εργάσιμες ημέρες.

(3) Ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών ενημερώνει τον χρήστη υπηρεσιών πληρωμών τουλάχιστον για έναν φορέα εναλλακτικής επίλυσης διαφορών που είναι αρμόδιος για την επίλυση των διαφορών σχετικά με τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τα Μέρη ΙΙΙ και IV, προσδιορίζει τον τρόπο πρόσβασης σε περαιτέρω πληροφορίες σχετικά με τον εν λόγω φορέα εναλλακτικής επίλυσης διαφορών, καθώς και τις προϋποθέσεις χρήσης αυτού.

(4) Οι κατά το εδάφιο (3) πληροφορίες αναφέρονται με σαφή, πλήρη και ευχερώς προσβάσιμο τρόπο στον διαδικτυακό τόπο του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών, εφόσον υπάρχει, στο υποκατάστημα και στους γενικούς όρους και προϋποθέσεις της σύμβασης μεταξύ του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών και του χρήστη υπηρεσιών πληρωμών.

Διαδικασίες εναλλακτικής επίλυσης διαφορών

101.-(1) Για την εναλλακτική επίλυση των διαφορών οι οποίες ανακύπτουν μεταξύ των χρηστών και των παρόχων υπηρεσιών πληρωμών και αφορούν δικαιώματα και/ή υποχρεώσεις που απορρέουν από τα Μέρη ΙΙΙ και/ή IV και/ή από τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 924/2004, εφαρμόζονται οι διαδικασίες που προβλέπονται στον περί της Εναλλακτικής Επίλυσης Καταναλωτικών Διαφορών Νόμο.

(2) Η Κεντρική Τράπεζα διασφαλίζει ότι οι διαδικασίες εναλλακτικής επίλυσης διαφορών εφαρμόζονται επί των παροχών υπηρεσιών πληρωμών.

(3) Οι κατά το εδάφιο (1) φορείς εναλλακτικής επίλυσης διαφορών συνεργάζονται αποτελεσματικά με άλλους φορείς εναλλακτικής επίλυσης διαφορών άλλων κρατών μελών, που ορίζονται σύμφωνα με το Άρθρο 102 της Οδηγίας (ΕΕ) 2015/2366, για την επίλυση των διασυνοριακών διαφορών που αφορούν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τα Μέρη ΙΙΙ και IV ή, κατά περίπτωση, τις διατάξεις που θεσπίζονται από άλλο κράτος μέλος για σκοπούς ενσωμάτωσης των Τίτλων ΙΙΙ και IV της Οδηγίας (ΕΕ) 2015/2366.

Δημοσιοποίηση των κυρώσεων

102.-(1) Η Κεντρική Τράπεζα δύναται να δημοσιοποιεί οποιαδήποτε διοικητική κύρωση επιβάλλει υπό την ιδιότητά της ως της αρμόδιας αρχής, σε περίπτωση παράβασης των διατάξεων του παρόντος Νόμου και των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων οδηγιών, εκτός εάν, κατά την κρίση της, η δημοσιοποίηση αυτή ενδέχεται να διαταράξει σοβαρά τις χρηματοπιστωτικές αγορές ή να προκαλέσει δυσανάλογη ζημιά στα εμπλεκόμενα μέρη.

(2) Σε περίπτωση που δημοσιοποιημένη κατά το εδάφιο (1) απόφαση για επιβολή διοικητικών κυρώσεων προσβάλλεται με προσφυγή δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος ενώπιον αρμόδιου δικαστηρίου, η Κεντρική Τράπεζα δημοσιεύει αμέσως τις πληροφορίες αυτές και κάθε μεταγενέστερη πληροφορία σχετική με τα αποτελέσματα της προσφυγής και δημοσιεύει και κάθε απόφαση δικαστηρίου, πρωτόδικα ή κατ’ έφεση, που ακυρώνει απόφαση της Κεντρικής Τράπεζας η οποία προσβλήθηκε δυνάμει του άρθρου 146 του Συντάγματος, οι δε δημοσιεύσεις που προβλέπονται στο παρόν εδάφιο γίνονται κατά τον ίδιο τρόπο με τον οποίο δημοσιεύεται η διοικητική κύρωση δυνάμει του εδαφίου (1).