Κανόνες για την πρόσβαση σε λογαριασμό πληρωμών σε περίπτωση υπηρεσιών εκκίνησης πληρωμών

66.-(1) Ο πληρωτής δικαιούται να χρησιμοποιεί έναν πάροχο υπηρεσίας εκκίνησης πληρωμής για την παροχή υπηρεσιών πληρωμών, όπως αναφέρεται στο σημείο 7 του Παραρτήματος Ι και το εν λόγω δικαίωμα του πληρωτή δεν εφαρμόζεται όταν ο λογαριασμός πληρωμών δεν είναι προσβάσιμος διαδικτυακά.

(2) Στην περίπτωση που ο πληρωτής δίνει ρητή συγκατάθεση για την εκτέλεση πληρωμής σύμφωνα με το άρθρο 64, ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών εξυπηρέτησης λογαριασμού εκτελεί τις ενέργειες που προβλέπονται στο εδάφιο (4), ούτως ώστε να διασφαλίζει το δικαίωμα του πληρωτή να χρησιμοποιεί την υπηρεσία εκκίνησης πληρωμής.

(3) Ο πάροχος υπηρεσίας εκκίνησης πληρωμής οφείλει-

(α) Να μη διακρατά ποτέ κεφάλαια του πληρωτή σε σχέση με την παροχή της υπηρεσίας εκκίνησης πληρωμής∙

(β) να διασφαλίζει ότι τα εξατομικευμένα διαπιστευτήρια ασφαλείας του χρήστη υπηρεσιών πληρωμών δεν είναι, με εξαίρεση αυτά του χρήστη και του εκδότη των εξατομικευμένων διαπιστευτηρίων ασφαλείας, προσβάσιμα σε άλλα μέρη και ότι διαβιβάζονται από τον πάροχο υπηρεσίας εκκίνησης πληρωμής μέσω ασφαλών και αποτελεσματικών διαύλων·

(γ) να διασφαλίζει ότι οποιεσδήποτε άλλες πληροφορίες για τον χρήστη υπηρεσιών πληρωμών, που λαμβάνονται κατά την παροχή υπηρεσιών εκκίνησης πληρωμής, χορηγούνται μόνο στον δικαιούχο και μόνο με τη ρητή συγκατάθεση του χρήστη υπηρεσιών πληρωμών·

(δ) κάθε φορά που διενεργείται έναρξη πληρωμών, να ταυτοποιείται στον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών εξυπηρέτησης λογαριασμού του πληρωτή και να επικοινωνεί με τον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών εξυπηρέτησης λογαριασμού, τον πληρωτή και τον δικαιούχο κατά τρόπο ασφαλή, σύμφωνα με τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο ’ρθρο 98, παράγραφος 1, στοιχείο δ) της Οδηγίας (ΕΕ) 2015/2366 και εγκρίνονται σύμφωνα με το άρθρο 98, παράγραφος 4, της εν λόγω οδηγίας·

(ε) να μην αποθηκεύει τα ευαίσθητα δεδομένα πληρωμών του χρήστη υπηρεσιών πληρωμών·

(στ) να μη ζητεί από τον χρήστη υπηρεσιών πληρωμών οποιοδήποτε άλλο στοιχείο πέραν αυτών που είναι αναγκαία για την παροχή της υπηρεσίας εκκίνησης πληρωμών∙

(ζ) να αποφεύγει τη χρήση, πρόσβαση και αποθήκευση δεδομένων για σκοπούς άλλους από την εκτέλεση της υπηρεσίας εκκίνησης πληρωμών που ζητεί ρητά ο πληρωτής·

(η) να μην τροποποιεί το ποσό, τον δικαιούχο ή οποιοδήποτε άλλο στοιχείο της συναλλαγής.

(4) Ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών εξυπηρέτησης λογαριασμού οφείλει-

(α) Να επικοινωνεί με ασφάλεια με τους παρόχους υπηρεσιών πληρωμών, σύμφωνα με τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο ’ρθρο 98, παράγραφος 1, στοιχείο δ) της Οδηγίας (ΕΕ) 2015/2366 και εγκρίνονται σύμφωνα με το ’ρθρο 98, παράγραφος 4 της εν λόγω οδηγίας∙

(β) αμέσως μετά την παραλαβή της εντολής πληρωμής από τον πάροχο υπηρεσίας εκκίνησης πληρωμής, να παρέχει ή να καθιστά διαθέσιμες όλες τις πληροφορίες σχετικά με την έναρξη της πράξης πληρωμής και όλες τις πληροφορίες που είναι προσβάσιμες στον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών εξυπηρέτησης λογαριασμού για την εκτέλεση της πράξης πληρωμής στον πάροχο υπηρεσίας εκκίνησης πληρωμής·

(γ) να αντιμετωπίζει τις εντολές πληρωμής που διαβιβάζονται μέσω των υπηρεσιών παρόχου υπηρεσίας εκκίνησης πληρωμής χωρίς καμία διάκριση, εκτός αν αυτό δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους, ιδίως όσον αφορά το χρονοδιάγραμμα, την προτεραιότητα ή τις επιβαρύνσεις σε σχέση με τις εντολές πληρωμών που διαβιβάστηκαν απευθείας από τον πληρωτή.

(5) Η παροχή υπηρεσιών εκκίνησης πληρωμών δεν επιτρέπεται να εξαρτάται από την ύπαρξη συμβατικής σχέσης μεταξύ των παρόχων υπηρεσίας εκκίνησης πληρωμής και των παρόχων υπηρεσιών πληρωμών εξυπηρέτησης λογαριασμού για τον σκοπό αυτό.