ΜΕΡΟΣ IV ΕΠΟΠΤΕΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΑΝΤΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ ΠΟΥ ΑΝΗΚΟΥΝ ΣΕ ΟΜΙΛΟ
ΠΡΩΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΠΟΠΤΕΙΑ ΟΜΙΛΟΥ: ΕΡΜΗΝΕΙΑ, ΠΕΡΙΠΤΩΣΕΙΣ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ, ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΚΑΙ ΕΠΙΠΕΔΑ
ΤΜΗΜΑ 1 - ΕΡΜΗΝΕΙΑ
Ερμηνεία

250. (1) Στο παρόν Μέρος, εκτός εάν από το κείμενο προκύπτει διαφορετική έννοια-

«αρχή εποπτείας του ομίλου» σημαίνει την εποπτική αρχή που είναι υπεύθυνη για την άσκηση εποπτείας του ομίλου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 247 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ.

«ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου» σημαίνει τη μητρική επιχείρηση, η οποία δεν είναι εταιρεία χρηματοπιστωτικών συμμετοχών και της οποίας η κύρια δραστηριότητα είναι η απόκτηση και κατοχή συμμετοχών σε θυγατρικές επιχειρήσεις, εφόσον οι εν λόγω θυγατρικές είναι αποκλειστικά ή κυρίως ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, ή ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις τρίτης χώρας ενώ μία τουλάχιστον από αυτές τις θυγατρικές είναι ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση·

«ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου μεικτής δραστηριότητας» σημαίνει τη μητρική επιχείρηση, η οποία δεν είναι ασφαλιστική επιχείρηση, ασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας, αντασφαλιστική επιχείρηση, αντασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας, ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου ή εταιρεία χρηματοπιστωτικών συμμετοχών, η οποία περιλαμβάνει τουλάχιστον μία ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση μεταξύ των θυγατρικών της·

«εταιρεία χρηματοπιστωτικών συμμετοχών» σημαίνει τη μητρική επιχείρηση, εκτός από την ασφαλιστική ή αντασφαλιστική εταιρεία, η οποία, μαζί με τις θυγατρικές της, από τις οποίες μία τουλάχιστον είναι ασφαλιστική επιχείρηση, Ε.Π.Ε.Υ. ή πιστωτικό ίδρυμα, κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς και άλλες οντότητες, συνιστά χρηματοπιστωτικό όμιλο ετερογενών δραστηριοτήτωνֹ

«όμιλος» σημαίνει ένα όμιλο επιχειρήσεων-

(α) που αποτελείται από μία συμμετέχουσα επιχείρηση, τις θυγατρικές της και τις οντότητες στις οποίες η συμμετέχουσα επιχείρηση ή οι θυγατρικές της διαθέτουν συμμετοχή, καθώς και συνδεδεμένες επιχειρήσεις∙ ή

(β) που βασίζεται στη σύναψη συμβατικών ή άλλων μακροχρόνιων, ισχυρών και διαρκών χρηματοοικονομικών δεσμών μεταξύ όλων αυτών των επιχειρήσεων, και μπορεί να περιλαμβάνει ενώσεις αλληλασφάλισης ή αλληλασφαλιστικού τύπου, υπό την προϋπόθεση ότι-

(i) μία από τις επιχειρήσεις αυτές ασκεί ουσιαστικά, με κεντρικό συντονισμό, δεσπόζουσα επιρροή στις αποφάσεις, συμπεριλαμβανομένων των χρηματοοικονομικών αποφάσεων, όλων των επιχειρήσεων οι οποίες αποτελούν μέρος του ομίλου∙ και

(ii) η σύναψη ή διάλυση τέτοιου είδους οικονομικών σχέσεων για τους σκοπούς του παρόντος τίτλου υπόκειται σε εκ των προτέρων έγκριση της αρχής εποπτείας ομίλου, και

η επιχείρηση που ασκεί τον κεντρικό συντονισμό θεωρείται μητρική επιχείρηση, ενώ οι άλλες επιχειρήσεις θεωρούνται θυγατρικές∙

«συγκέντρωση κινδύνων» σημαίνει κάθε έκθεση σε κίνδυνο με πιθανότητα ζημιάς, η οποία είναι αρκετά μεγάλη ώστε να απειλεί τη φερεγγυότητα ή τη γενική χρηματοοικονομική κατάσταση των ρυθμιζόμενων οντοτήτων του χρηματοπιστωτικού ομίλου ετερογενών δραστηριοτήτων· η έκθεση μπορεί να είναι αποτέλεσμα κινδύνων αντισυμβαλλομένου ή πιστωτικών κινδύνων, επενδυτικών κινδύνων, ασφαλιστικών κινδύνων, κινδύνων της αγοράς ή άλλων κινδύνων, ή συνδυασμού ή αλληλεπίδρασης αυτών των κινδύνων·

«συμμετέχουσα επιχείρηση» σημαίνει την επιχείρηση, η οποία είναι, είτε μητρική επιχείρηση ή άλλη επιχείρηση που διαθέτει συμμετοχή, είτε επιχείρηση που, χωρίς να συνδέεται με άλλη επιχείρηση κατά την έννοια του άρθρου 148 του περί Εταιρειών Νόμου, έχει τεθεί με την επιχείρηση αυτή υπό ενιαία διεύθυνση κατόπιν συμβάσεως ή σύμφωνα με όρους των καταστατικών τους ή τα διοικητικά τους όργανα να αποτελούνται κατά πλειοψηφία κατά τη διάρκεια της χρήσης και μέχρι την κατάρτιση των ενοποιημένων λογαριασμών από τα ίδια πρόσωπα·

«συμμετοχή» σημαίνει την κατοχή δικαιωμάτων στο κεφάλαιο άλλων επιχειρήσεων, ενσωματωμένα σε τίτλους ή όχι, τα οποία, δημιουργώντας διαρκή δεσμό ανάμεσα σε δύο επιχειρήσεις, προορίζονται να συμβάλουν στις δραστηριότητες της επιχείρησης αυτής ή την άμεση ή έμμεση κατοχή ποσοστού μεγαλύτερου ή ίσου του είκοσι τοις εκατόν (20%) των δικαιωμάτων ψήφου ή του κεφαλαίου μίας επιχείρησης·

«συνδεδεμένη επιχείρηση» σημαίνει τη θυγατρική ή άλλη επιχείρηση, στην οποία υπάρχει συμμετοχή ή επιχείρηση που, χωρίς να συνδέεται με άλλη επιχείρηση κατά την έννοια του άρθρου 148 του περί Εταιρειών Νόμου, έχει τεθεί με την επιχείρηση αυτή υπό ενιαία διεύθυνση κατόπιν συμβάσεως ή σύμφωνα με όρους των καταστατικών τους ή τα διοικητικά τους όργανα να αποτελούνται κατά πλειοψηφία κατά τη διάρκεια της χρήσης και μέχρι την κατάρτιση των ενοποιημένων λογαριασμών από τα ίδια πρόσωπα·

«Σώμα εποπτών» σημαίνει μια μόνιμη αλλά ευέλικτη δομή για τη συνεργασία, τον συντονισμό και τη διευκόλυνση της λήψης αποφάσεων σχετικά με την εποπτεία ομίλου·

(2) Για τους σκοπούς του παρόντος Μέρους, ο Έφορος θεωρεί επίσης-

(α) ως μητρική επιχείρηση οποιαδήποτε επιχείρηση η οποία, κατά τη γνώμη του, ασκεί πραγματικά δεσπόζουσα επιρροή σε άλλη επιχείρηση·

(β) ως θυγατρική επιχείρηση οποιαδήποτε επιχείρηση επί της οποίας, κατά τη γνώμη του, μια μητρική επιχείρηση ασκεί πραγματικά δεσπόζουσα επιρροή·

(γ) ως συμμετοχή την κατοχή, άμεση ή έμμεση, δικαιωμάτων ψήφου ή κεφαλαίου σε επιχείρηση επί της οποίας, κατά τη γνώμη του, ασκείται πραγματικά σημαντική επιρροή.

ΤΜΗΜΑ 2 - ΠΕΡΙΠΤΩΣΕΙΣ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΚΑΙ ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ
Περιπτώσεις εφαρμογής εποπτείας ομίλου

251.-(1) Η εποπτεία ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων σε επίπεδο ομίλου ασκείται από τον Έφορο, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Μέρους, όταν ο Έφορος αποτελεί την αρμόδια αρχή εποπτείας του ομίλου κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 286 του παρόντος Νόμου.

(2) Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου (1), οι διατάξεις του παρόντος Νόμου, οι οποίες ορίζουν τους κανόνες για την εποπτεία ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων σε ατομική βάση, εξακολουθούν να ισχύουν σε επιχειρήσεις που ανήκουν σε όμιλο, εκτός εάν προβλέπεται διαφορετικά στο παρόν Μέρος.

(3) Η εποπτεία σε επίπεδο ομίλου ασκείται ως ακολούθως:

(α) σε ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, οι οποίες είναι συμμετέχουσες επιχειρήσεις σε μία τουλάχιστον ασφαλιστική επιχείρηση, αντασφαλιστική επιχείρηση, ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας, σύμφωνα με τα άρθρα 256 έως 298 του παρόντος Νόμου.

(β) σε ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, των οποίων η μητρική επιχείρηση είναι ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου ή εταιρεία χρηματοπιστωτικών συμμετοχών με έδρα στην Ένωση, σύμφωνα με τα άρθρα 256 έως 298·

(γ) σε ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, η μητρική επιχείρηση των οποίων είναι ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου ή εταιρεία χρηματοπιστωτικών συμμετοχών με έδρα σε τρίτη χώρα ή ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας, σύμφωνα με τα άρθρα 299 έως 302 του παρόντος Νόμου·

(δ) σε ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, η μητρική επιχείρηση των οποίων είναι ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου μεικτής δραστηριότητας, σύμφωνα με το άρθρο 304 του παρόντος Νόμου.

(4) Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στις παραγράφους (α) και (β) του εδαφίου (2), όταν η συμμετέχουσα ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση ή η ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου ή η εταιρεία χρηματοπιστωτικών συμμετοχών, η οποία έχει την έδρα της στην Ένωση, είναι, είτε συνδεδεμένη επιχείρηση, είτε είναι η ίδια ρυθμιζόμενη οντότητα ή μεικτή εταιρεία χρηματοπιστωτικών συμμετοχών, η οποία υπόκειται σε συμπληρωματική εποπτεία εποπτικής αρχής άλλου κράτους μέλους, ο Έφορος, ως η αρμόδια αρχή εποπτείας του ομίλου, δύναται, μετά από διαβουλεύσεις με τις άλλες ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές, να αποφασίσει να μη διενεργήσει την εποπτεία της συγκέντρωσης κινδύνου που αναφέρεται στο άρθρο 282 του παρόντος Νόμου ή την εποπτεία των συναλλαγών εντός του ομίλου που αναφέρεται στο άρθρο 284 του παρόντος Νόμου ή και τα δύο, στο επίπεδο της εν λόγω συμμετέχουσας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης ή της εν λόγω ασφαλιστικής εταιρείας χαρτοφυλακίου ή εταιρείας χρηματοπιστωτικών συμμετοχών.

(5) Σε περίπτωση που εταιρεία χρηματοπιστωτικών συμμετοχών υπόκειται σε ισοδύναμο εποπτικό έλεγχο στο πλαίσιο των εκάστοτε Οδηγιών του Εφόρου αναφορικά με τη συμπληρωματική εποπτεία ασφαλιστικών επιχειρήσεων που ανήκουν σε χρηματοπιστωτικό όμιλο ετερογενών δραστηριοτήτων, με τον εποπτικό έλεγχο που καθορίζεται δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου, ειδικότερα όσον αφορά την εποπτεία με βάση τον κίνδυνο, ο Εφόρος, ως η αρμόδια αρχή εποπτείας του ομίλου, δύναται να αποφασίσει, μετά από διαβούλευση με τις άλλες ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές, να εφαρμόσει στην εν λόγω εταιρεία χρηματοπιστωτικών συμμετοχών μόνο τις διατάξεις αναφορικά με την συμπληρωματική εποπτεία.

(6) Σε περίπτωση που εταιρεία χρηματοπιστωτικών συμμετοχών υπόκειται σε ισοδύναμες διατάξεις δυνάμει του παρόντος Νόμου και δυνάμει των περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμων του 1997 έως 2015, όπως αυτοί εκάστοτε τροποποιούνται ή αντικαθίστανται, ειδικότερα όσον αφορά την εποπτεία με βάση τον κίνδυνο, ο Έφορος, ως αρμόδια αρχή εποπτείας του ομίλου, δύναται να αποφασίσει, μετά από συμφωνία με τις άλλες ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές του χρηματοπιστωτικού τομέα όπως εφαρμοστούν μόνο εκείνες οι νομοθετικές διατάξεις σχετικά με τον πλέον σημαντικό τομέα, όπως καθορίζεται στις εκάστοτε Οδηγίες του Εφόρου ή/και της Κεντρικής Τράπεζας ή/και της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς αναφορικά με τη συμπληρωματική εποπτεία ασφαλιστικών ‘η αντασφαλιστικών επιχειρήσεων που ανήκουν σε χρηματοπιστωτικό όμιλο ετερογενών δραστηριοτήτων.

(7) Ο Έφορος, ως η αρχή εποπτείας του ομίλου, ενημερώνει την Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών και την ΕΙΟPA για τις αποφάσεις που λαμβάνονται δυνάμει των εδαφίων (4) και (5).

Πεδίο εφαρμογής της εποπτείας ομίλου

252.-(1) Η άσκηση της εποπτείας ομίλου από τον Έφορο σύμφωνα με το άρθρο 251 του παρόντος Νόμου, δεν απαιτεί την άσκηση του εποπτικού του ρόλου σε ατομική βάση, σε σχέση με την ασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας, την αντασφαλιστική επιχείρησης τρίτης χώρας, την ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου, την εταιρεία χρηματοπιστωτικών συμμετοχών ή την ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου μεικτής δραστηριότητας, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 297 όσον αφορά τις ασφαλιστικές εταιρείες χαρτοφυλακίου ή τις εταιρείες χρηματοπιστωτικών συμμετοχών.

(2) Ο Έφορος, ως αρχή εποπτείας του ομίλου, δύναται να αποφασίσει, κατά περίπτωση, να μην συμπεριλάβει μια επιχείρηση στην εποπτεία του ομίλου που αναφέρεται στο άρθρο 251 του παρόντος Νόμου -

(α) εάν η επιχείρηση ευρίσκεται σε τρίτη χώρα, όπου υπάρχουν νομικά εμπόδια στη διαβίβαση των απαραίτητων πληροφοριών, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 267·

(β) εάν η επιχείρηση που πρέπει να συμπεριληφθεί έχει αμελητέα σημασία όσον αφορά τους στόχους της εποπτείας σε επίπεδο ομίλου· ή

(γ) εάν ο συνυπολογισμός της επιχείρησης δεν είναι κατάλληλος ή είναι παραπλανητικός σε σχέση με τους στόχους της εποπτείας σε επίπεδο ομίλου.

(3) Ανεξάρτητα από τις διατάξεις της παραγράφου (β) του εδαφίου (2), όταν αρκετές επιχειρήσεις του ιδίου ομίλου, λαμβανόμενες υπόψη ατομικά, μπορούν να εξαιρεθούν σύμφωνα με την εν λόγω παράγραφο, ο Έφορος ως αρχή εποπτείας τους ομίλου, οφείλει να τις συμπεριλάβει στην εποπτεία εφόσον, συλλογικά, είναι μη αμελητέας σημασίας.

(4) Όταν ο Έφορος, ως αρχή εποπτείας του ομίλου, θεωρεί ότι μία ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση δεν θα πρέπει να περιλαμβάνεται στην εποπτεία ομίλου δυνάμει μιας των περιπτώσεων που προβλέπονται στις παραγράφους (β) και (γ) του εδαφίου (2), συμβουλεύεται, προτού λάβει απόφαση, τις ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές των άλλων κρατών μελών.

(5) Σε περίπτωση που αρμόδια εποπτική αρχή του ομίλου είναι εποπτική αρχή άλλου κράτους μέλους, και δεν περιλαμβάνει κυπριακή ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση στην εποπτεία του ομίλου δυνάμει των αντίστοιχων παραγράφων (β) και (γ) του εδαφίου (2) της εθνικής της νομοθεσίας του εν λόγω κράτους μέλους, ο Έφορος δύναται να ζητά από την επιχείρηση που είναι επικεφαλής του ομίλου οποιαδήποτε πληροφορία η οποία μπορεί να διευκολύνει την εποπτεία των κυπριακών ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων από τον ίδιο.

ΤΜΗΜΑ 3 - ΕΠΙΠΕΔΑ
Τελική μητρική επιχείρηση σε ενωσιακό επίπεδο

253.-(1) Όταν η συμμετέχουσα ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση ή η ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου ή η εταιρεία χρηματοπιστωτικών συμμετοχών που αναφέρεται στις παραγράφους (α) και (β) του εδαφίου (3) του άρθρου 251 του παρόντος Νόμου είναι η ίδια θυγατρική εταιρεία άλλης ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης ή ασφαλιστικής εταιρείας χαρτοφυλακίου ή εταιρείας χρηματοπιστωτικών συμμετοχών η οποία έχει την έδρα της στην Ένωση, τα άρθρα 256 μέχρι 298 εφαρμόζονται μόνο στο επίπεδο της τελικής μητρικής ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης ή ασφαλιστικής εταιρείας χαρτοφυλακίου ή εταιρείας χρηματοπιστωτικών συμμετοχών η οποία έχει την έδρα της στην Ένωση.

(2) Όταν η τελική μητρική ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση ή ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου ή εταιρείας χρηματοπιστωτικών συμμετοχών που έχει την έδρα της στην Ένωση, όπως αναφέρεται στο εδάφιο (1), είναι θυγατρική επιχείρηση άλλης επιχείρησης η οποία υπόκειται σε συμπληρωματική εποπτεία σύμφωνα με την παράγραφο 5 (2) των Οδηγιών χρηματοπιστωτικού ομίλου ετερογενών δραστηριοτήτων που εκδίδονται από τον Έφορο, ο Έφορος δύναται, αφού συμβουλευθεί τις άλλες ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές, να αποφασίσει να μην πραγματοποιήσει την εποπτεία της συγκέντρωσης κινδύνου που αναφέρεται στο άρθρο 286 ή την εποπτεία των συναλλαγών εντός του ομίλου που αναφέρονται στο άρθρο 284 του παρόντος Νόμου ή και τα δύο, στο επίπεδο της τελικής αυτής μητρικής επιχείρησης.

Τελική μητρική επιχείρηση σε εθνικό επίπεδο

254. (1) Όταν η συμμετέχουσα ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση ή η ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου ή η εταιρεία χρηματοπιστωτικών συμμετοχών, η οποία έχει την έδρα της στη Δημοκρατία, και η τελική μητρική επιχείρηση σε ενωσιακό επίπεδο, όπως αναφέρεται στο άρθρο 253 του παρόντος Νόμου έχει την έδρα της σε άλλο κράτος μέλος, ο Έφορος ως εθνική εποπτική αρχή, δύναται, μετά από διαβούλευση με την αρχή εποπτείας του ομίλου και με την αρχή εποπτείας της τελικής μητρικής επιχείρησης σε ενωσιακό επίπεδο, να υπαγάγει την τελική μητρική ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση ή την ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου ή την εταιρεία χρηματοπιστωτικών συμμετοχών στην εποπτεία του ομίλου και σε τέτοια περίπτωση εξηγεί την απόφασή του τόσο στον επόπτη του ομίλου όσο και στην μητρική επιχείρηση σε ενωσιακό επίπεδο. Τα άρθρα 256 έως 298 του παρόντος Νόμου εφαρμόζονται, τηρουμένων των αναλογιών, με την επιφύλαξη των εδαφίων (2) έως (6).

(2) Ο Έφορος, ως αρχή εποπτείας του ομίλου, δύναται να περιορίζει την εποπτεία του ομίλου της τελικής μητρικής επιχείρησης σε ένα ή περισσότερα από τα Τμήματα του Δεύτερου Κεφαλαίου του παρόντος Μέρους.

(3) Όταν ο Έφορος, ως εθνική εποπτική αρχή, αποφασίζει να εφαρμόσει στην τελική μητρική επιχείρηση σε εθνικό επίπεδο τις διατάξεις του Τμήματος 1 του Δεύτερου Κεφαλαίου του παρόντος Μέρους, η επιλογή της μεθόδου που γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 258 του παρόντος Νόμου, σε σχέση με την τελική μητρική επιχείρηση σε ενωσιακό επίπεδο, από την εποπτική αρχή εποπτείας του ομίλου, θεωρείται καθοριστική και εφαρμόζεται από τον Έφορο.

(4) Όταν ο Έφορος, ως εθνική εποπτική αρχή, αποφασίζει να εφαρμόσει στην τελική μητρική επιχείρηση τις διατάξεις του Τμήματος 1, του Δεύτερου Κεφαλαίου του παρόντος Μέρους, και όταν η τελική μητρική επιχείρηση σε ενωσιακό επίπεδο που αναφέρεται στο άρθρο 290 του παρόντος Νόμου έχει λάβει, σύμφωνα με το άρθρο 269 ή το εδάφιο (5) του άρθρου 272, την άδεια να υπολογίζει τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας του ομίλου, καθώς και τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων στον όμιλο, στη βάση εσωτερικού υποδείγματος, η απόφαση αυτή θεωρείται καθοριστική και εφαρμόζεται από τον Έφορο.

(5) Στην περίπτωση του εδαφίου (4), όταν ο Έφορος αποφασίζει ότι το προφίλ κινδύνου της τελικής μητρικής επιχείρησης αποκλίνει σημαντικά από το εσωτερικό υπόδειγμα που έχει εγκριθεί σε ενωσιακό επίπεδο, και εφόσον η επιχείρηση αυτή δεν ανταποκρίνεται ικανοποιητικά στις ανησυχίες του Εφόρου, ο Έφορος δύναται να αποφασίσει να επιβάλει πρόσθετη κεφαλαιακή επιβάρυνση στις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας του ομίλου της εν λόγω επιχείρησης, όπως αυτές προκύπτουν από την εφαρμογή ενός τέτοιου υποδείγματος, ή, σε εξαιρετικές περιστάσεις όπου η πρόσθετη αυτή κεφαλαιακή επιβάρυνση κρίνεται ακατάλληλη, να απαιτήσει από την επιχείρηση να υπολογίσει τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας του ομίλου της βάσει της τυποποιημένης μεθόδου. Κάθε απόφαση του Εφόρου που λαμβάνεται δυνάμει του παρόντος εδαφίου πρέπει να είναι δεόντως αιτιολογημένη και να κοινοποιείται στην επιχείρηση και στην αρμόδια αρχή εποπτείας του ομίλου.

(5α) Ο Έφορος ως εθνική εποπτική αρχή, επεξηγεί τις αποφάσεις που λαμβάνει δυνάμει των διατάξεων των εδαφίων (4) και (5) τόσο στην επιχείρηση όσο και στον επόπτη ομίλου· σε περίπτωση που ο Έφορος είναι η αρχή εποπτείας του ομίλου ενημερώνει το Σώμα εποπτών, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου (α) του εδαφίου (1) του άρθρου 287.

(6) Όταν ο Έφορος αποφασίζει να εφαρμόσει το Τμήμα 1, του Δεύτερου Κεφαλαίου του παρόντος Μέρους, στην τελική μητρική επιχείρηση με έδρα στη Δημοκρατία, η εν λόγω επιχείρηση δεν επιτρέπεται να ζητήσει, σύμφωνα με τα άρθρα 275 ή 282 του παρόντος Νόμου την άδεια να υπαγάγει οποιαδήποτε από τις θυγατρικές της στα άρθρα 277 και 278.

(7) Ο Έφορος δεν δύναται να λάβει ή να διατηρήσει απόφαση δυνάμει του εδαφίου (1) του παρόντος άρθρου, εφόσον η τελική μητρική επιχείρηση με έδρα στη Δημοκρατία είναι θυγατρική της τελικής μητρικής επιχείρησης σε ενωσιακό επίπεδο που αναφέρεται στο άρθρο 253 του παρόντος Νόμου και η τελευταία αυτή επιχείρηση έχει λάβει σύμφωνα με τα άρθρα 276 ή 281 την άδεια να υπαγάγει τη θυγατρική αυτή στα άρθρα 277 έως 278.

(8) Οι περιστάσεις υπό τις οποίες ο Έφορος δύναται να λαμβάνει αποφάσεις δυνάμει του εδαφίου (1) καθορίζονται με κατ΄εξουσιοδότηση πράξεις.

Μητρική επιχείρηση που καλύπτει περισσότερα κράτη μέλη

255.-(1) Ο Έφορος, για τους σκοπούς εφαρμογής του άρθρου 254 του παρόντος Νόμου, δύναται να αποφασίζει τη σύναψη συμφωνίας με τις εποπτικές αρχές των άλλων κρατών μελών, στα οποία λειτουργεί άλλη συνδεδεμένη τελική μητρική επιχείρηση σε εθνικό επίπεδο, με σκοπό την άσκηση εποπτείας του ομίλου στο επίπεδο υπο-ομίλου που καλύπτει περισσότερα κράτη μέλη και, σε τέτοια περίπτωση, ο Έφορος αιτιολογεί την απόφασή του τόσο στον επόπτη του ομίλου όσο και στην μητρική επιχείρηση σε ενωσιακό επίπεδο.

(2) Σε περίπτωση σύναψης συμφωνίας δυνάμει του εδαφίου (1), η εποπτεία του ομίλου δεν ασκείται στο επίπεδο οποιασδήποτε τελικής μητρικής επιχείρησης που αναφέρεται στο άρθρο 254 και η οποία είναι παρούσα σε κράτος μέλος, άλλο από αυτό στο οποίο βρίσκεται ο υπο-όμιλος που αναφέρεται στο εδάφιο (1).

(3) Οι διατάξεις των εδαφίων (2) μέχρι (6) του άρθρου 254 εφαρμόζονται κατ΄αναλογία.

(4) Οι περιστάσεις υπό τις οποίες ο Έφορος δύναται να λαμβάνει αποφάσεις δυνάμει του εδαφίου (1) καθορίζονται με κατ΄εξουσιοδότηση μέτρα.

ΔΕΥΤΕΡΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΘΕΣΗ
ΤΜΗΜΑ 1 - ΦΕΡΕΓΓΥΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΟΜΙΛΟΥ
Ενότητα 1 Γενικές Διατάξεις
Εποπτεία της φερεγγυότητας του ομίλου

256.-(1) Η εποπτεία της φερεγγυότητας του ομίλου ασκείται σύμφωνα με τα εδάφια (2) και (3), τις διατάξεις του άρθρου 285 και με τις διατάξεις του Τρίτου Κεφαλαίου του παρόντος Νόμου.

(2) Αναφορικά με τις περιπτώσεις που καθορίζονται στην παράγραφο (α) του εδαφίου (3) του άρθρου 251 του παρόντος Νόμου, οι συμμετέχουσες ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις οφείλουν να μεριμνούν ώστε να υπάρχουν διαθέσιμα επιλέξιμα ίδια κεφάλαια στον όμιλο, τα οποία να είναι πάντοτε τουλάχιστον ίσα με τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας του ομίλου, όπως αυτές υπολογίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων που περλαμβάνονται στις Ενότητες 2, 3 και 4 του παρόντος Τμήματος.

(3) Αναφορικά με τις περιπτώσεις που καθορίζονται στην παράγραφο (β) του εδαφίου (3) του άρθρου 251, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις σε ένα όμιλο οφείλουν να μεριμνούν ώστε να υπάρχουν διαθέσιμα επιλέξιμα κεφάλαια στον όμιλο, τα οποία να είναι πάντοτε ίσα με τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας του ομίλου, όπως αυτές υπολογίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων που περιλαμβάνονται στην Ενότητα 5 του παρόντος Τμήματος.

(4) Οι απαιτήσεις των εδαφίων (2) και (3) υπόκεινται σε εποπτική εξέταση από τον Έφορο, εφόσον είναι η αρμόδια εποπτική αρχή του ομίλου σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 286 του παρόντος Νόμου και οι διατάξεις των άρθρων 143 και των εδαφίων (1) μέχρι (4) του άρθρου 145 εφαρμόζονται τηρουμένων των αναλογιών.

(5) Μόλις η συμμετέχουσα επιχείρηση παρατηρήσει και πληροφορήσει τον Έφορο ότι ο όμιλος δεν συμμορφώνεται πλέον προς τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας ή ότι υπάρχει κίνδυνος να πάψει να συμμορφώνεται μέσα στους επόμενους τρεις μήνες, ο Έφορος ενημερώνει τις άλλες εποπτικές αρχές του σώματος εποπτικών αρχών, το οποίο προβαίνει σε ανάλυση της κατάστασης του ομίλου.

Συχνότητα υπολογισμού

257.-(1) Ο Έφορος, ως αρχή εποπτείας του ομίλου, μεριμνά ώστε οι υπολογισμοί που αναφέρονται στις παραγράφους (2) και (3) του άρθρου 256 του παρόντος Νόμου να διενεργούνται τουλάχιστον μία φορά ετησίως, είτε από τη συμμετέχουσα ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, είτε από την ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου είτε από την εταιρεία χρηματοπιστωτικών συμμετοχών.

(2) Τα σχετικά δεδομένα για τον υπολογισμό και τα αποτελέσματα του υπολογισμού υποβάλλονται στον Έφορο από τη συμμετέχουσα ασφαλιστική ή την αντασφαλιστική επιχείρηση ή, όταν του ομίλου δεν ηγείται ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, από την ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου ή από την εταιρεία χρηματοπιστωτικών συμμετοχών ή από την επιχείρηση που ανήκει στον όμιλο και καθορίζεται από τον Έφορο, μετά από διαβουλεύσεις με τις υπόλοιπες ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές και με τον ίδιο τον όμιλο.

(3) Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, η ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου και η εταιρεία χρηματοπιστωτικών συμμετοχών επιβλέπουν σε συνεχή βάση τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας του ομίλου και σε περίπτωση που το προφίλ κινδύνου του ομίλου αποκλίνει σημαντικά από τις παραδοχές στις οποίες βασίζονται οι τελευταίες αναφερθείσες κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας του ομίλου, οι κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας του ομίλου υπολογίζονται εκ νέου αμελλητί και υποβάλλονται στον Έφορο, ως αρχή εποπτείας του ομίλου.

(4) Σε περίπτωση που υπάρχουν στοιχεία που υποδηλώνουν ότι το προφίλ κινδύνου του ομίλου έχει αλλάξει σημαντικά από την τελευταία ημερομηνία κατά την οποία αναφέρθηκαν οι κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας του ομίλου, ο Έφορος, ως αρχή εποπτείας του ομίλου, δύναται να ζητήσει επανυπολογισμό των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας του ομίλου.

Ενότητα 2 Επιλογή της μεθόδου υπολογισμού και γενικές αρχές
Επιλογή της μεθόδου

258.-(1) Ο υπολογισμός της φερεγγυότητας στο επίπεδο του ομίλου των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων που καθορίζονται στην παράγραφο (α) του εδαφίου (3) του άρθρου 251 του παρόντος Νόμου πραγματοποιείται σύμφωνα με τις τεχνικές αρχές και μία από τις μεθόδους που παρατίθενται στα άρθρα 259 έως 272.

(2) Ο υπολογισμός της φερεγγυότητας στο επίπεδο του ομίλου των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων που καθορίζονται στην παράγραφο (α), του εδαφίου (3), του άρθρου 251 διενεργείται σύμφωνα με τη μέθοδο 1, η οποία καθορίζεται στα άρθρα 268 έως 271:

Νοείται ότι, ο Έφορος, εφόσον αποτελεί την αρμόδια αρχή εποπτείας του ομίλου, δύναται να αποφασίζει, μετά από διαβουλεύσεις με τις λοιπές ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές και με τον ίδιο τον όμιλο, να εφαρμόζουν στο συγκεκριμένο όμιλο τη μέθοδο 2 που περιγράφεται στα άρθρα 272 έως 273 ή συνδυασμό των μεθόδων 1 και 2, εφόσον η αποκλειστική εφαρμογή της μεθόδου 1 κρίνεται ακατάλληλη.

Συμπερίληψη αναλογικού μεριδίου

259.-(1) Στον υπολογισμό της φερεγγυότητας του ομίλου λαμβάνεται υπόψη το αναλογικό μερίδιο που κατέχει η συμμετέχουσα επιχείρηση στις συνδεδεμένες επιχειρήσεις της και για το σκοπό αυτό το αναλογικό μερίδιο περιλαμβάνει οποιοδήποτε από τα πιο κάτω:

(α) Όταν χρησιμοποιείται η μέθοδος 1, τα ποσοστά που χρησιμοποιούνται για την κατάρτιση των ενοποιημένων λογαριασμών·

(β) όταν χρησιμοποιείται η μέθοδος 2, την αναλογία του εκδοθέντος κεφαλαίου που κατέχεται, άμεσα ή έμμεσα, από τη συμμετέχουσα επιχείρηση:

Νοείται ότι, ανεξάρτητα από τη χρησιμοποιούμενη μέθοδο, όταν η συνδεδεμένη επιχείρηση είναι θυγατρική και δεν διαθέτει επαρκή επιλέξιμα ίδια κεφάλαια για να καλύψει τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας, λαμβάνεται υπόψη το συνολικό έλλειμμα φερεγγυότητας της θυγατρικής:

Νοείται περαιτέρω ότι όταν, κατά τη γνώμη των εποπτικών αρχών, η ευθύνη της μητρικής επιχείρησης που κατέχει μερίδιο του κεφαλαίου είναι αυστηρά περιορισμένη στο τμήμα αυτό του κεφαλαίου, ο Έφορος ως εποπτική αρχή του ομίλου, δύναται να επιτρέψει να ληφθεί υπόψη σε αναλογική βάση το έλλειμμα φερεγγυότητας της θυγατρικής επιχείρησης.

(2) Ο Έφορος, ως εποπτική αρχή του ομίλου, καθορίζει μετά από διαβουλεύσεις με τις άλλες ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές και τον ίδιο τον όμιλο, το αναλογικό μερίδιο που λαμβάνεται υπόψη στις ακόλουθες περιπτώσεις:

(α) Όταν δεν υπάρχουν δεσμοί κεφαλαίου μεταξύ ορισμένων από τις επιχειρήσεις ενός ομίλου·

(β) όταν ο Έφορος έχει καθορίσει ότι η κατοχή, άμεση ή έμμεση, δικαιωμάτων ψήφου ή κεφαλαίου σε μια επιχείρηση θεωρείται ως συμμετοχή επειδή, κατά τη γνώμη του, ασκείται στην πραγματικότητα σημαντική επιρροή στην επιχείρηση αυτή·

(γ) όταν ο Έφορος έχει καθορίσει ότι μια επιχείρηση είναι η μητρική επιχείρηση μιας άλλης διότι, κατά τη γνώμη του, ασκεί ουσιαστικά δεσπόζουσα επιρροή στην άλλη αυτή επιχείρηση.

Εξάλειψη του διπλού υπολογισμού των επιλέξιμων ιδίων κεφαλαίων

260. (1) Δεν επιτρέπεται ο διπλός υπολογισμός ιδίων κεφαλαίων που είναι επιλέξιμα για τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας μεταξύ των διαφόρων ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων που λαμβάνονται υπόψη κατά τον υπολογισμό αυτό και, για σκοπούς εφαρμογής της παρούσας απαγόρευσης, κατά τον υπολογισμό της φερεγγυότητας σε επίπεδο ομίλου, και εφόσον οι μέθοδοι που περιγράφονται στην Ενότητα 4 του παρόντος Τμήματος δεν προνοούν σχετικά, αποκλείονται τα ακόλουθα ποσά:

(α) Η αξία οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου της συμμετέχουσας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, που αντιπροσωπεύει τη χρηματοδότηση στοιχείων των ιδίων κεφαλαίων τα οποία είναι επιλέξιμα για τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας μιας από τις συνδεδεμένες της ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις·

(β) η αξία οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου συνδεδεμένης ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης της συμμετέχουσας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, που αντιπροσωπεύει τη χρηματοδότηση στοιχείων των ιδίων κεφαλαίων τα οποία είναι επιλέξιμα για τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας της εν λόγω συμμετέχουσας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης·

(γ) η αξία οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου συνδεδεμένης ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης της συμμετέχουσας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, που αντιπροσωπεύει τη χρηματοδότηση στοιχείων των ιδίων κεφαλαίων τα οποία είναι επιλέξιμα για τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας οποιασδήποτε άλλης συνδεδεμένης ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης της εν λόγω συμμετέχουσας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης.

(2) Με την επιφύλαξη των διατάξεων του εδαφίου (1), τα ακόλουθα στοιχεία μπορούν να συμπεριλαμβάνονται στον υπολογισμό, μόνον εφόσον είναι επιλέξιμα για την κάλυψη των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας της σχετικής συνδεδεμένης επιχείρησης:

(α) τα πλεονάζοντα κεφάλαια που εμπίπτουν στο εδάφιο (2) του άρθρου 97 του παρόντος Νόμου, συνδεδεμένης ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης Ασφάλισης Κλάδου Ζωής της συμμετέχουσας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, για την οποία υπολογίζεται το επίπεδο φερεγγυότητας σε επίπεδο ομίλου·

(β) το εκδοθέν και μη καταβεβλημένο κεφάλαιο συνδεδεμένης ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης της συμμετέχουσας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, για την οποία υπολογίζονται τα αναγκαία επιλέξιμα ίδια κεφάλαια για την κάλυψη των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας σε επίπεδο ομίλου:

Νοείται ότι, τα ακόλουθα στοιχεία εξαιρούνται σε κάθε περίπτωση από τον υπολογισμό:

(i) το εγγεγραμμένο αλλά μη καταβεβλημένο κεφάλαιο, το οποίο αντιπροσωπεύει δυνητική υποχρέωση της συμμετέχουσας επιχείρησης·

(ii) το εκδοθέν αλλά μη καταβεβλημένο κεφάλαιο της συμμετέχουσας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, το οποίο αντιπροσωπεύει δυνητική υποχρέωση της συνδεδεμένης ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης·

(iii) το εκδοθέν αλλά μη καταβεβλημένο κεφάλαιο συνδεδεμένης ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, το οποίο αντιπροσωπεύει δυνητική υποχρέωση άλλης συνδεδεμένης ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης της ιδίας συμμετέχουσας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης.

(3) Εάν οι αρμόδιες εποπτικές αρχές θεωρήσουν ότι ορισμένα στοιχεία των ιδίων κεφαλαίων που είναι επιλέξιμα για τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας μιας συνδεδεμένης ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, πέραν εκείνων που αναφέρονται στο εδάφιο (2), δεν μπορούν ουσιαστικά να διατεθούν για την κάλυψη των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας της συνδεδεμένης ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης για την οποία υπολογίζεται η φερεγγυότητα σε επίπεδο ομίλου, τα εν λόγω στοιχεία των ιδίων κεφαλαίων μπορούν να συμπεριληφθούν στον υπολογισμό μόνον εφόσον είναι επιλέξιμα για την κάλυψη των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας της συνδεδεμένης επιχείρησης.

(4) Το άθροισμα των ιδίων κεφαλαίων που αναφέρονται στα εδάφια (2) και (3) δεν υπερβαίνει τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας της συνδεδεμένης ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης.

(5) Τα επιλέξιμα ίδια κεφάλαια συνδεδεμένης ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης της συμμετέχουσας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης για την οποία υπολογίζεται η φερεγγυότητα σε επίπεδο ομίλου, τα οποία υπόκεινται σε προηγούμενη έγκριση από την αρμόδια εποπτική αρχή σύμφωνα με το άρθρο 96 του παρόντος Νόμου, μπορούν να συμπεριλαμβάνονται στον υπολογισμό μόνον εφόσον έχουν δεόντως εγκριθεί από τον Έφορο, εφόσον είναι η αρμόδια εποπτική αρχή, η οποία είναι υπεύθυνη για την εποπτεία της συνδεδεμένης αυτής επιχείρησης.

Κατάργηση της σύστασης κεφαλαίου στο πλαίσιο ομίλου

261.-(1) Κατά τον υπολογισμό της φερεγγυότητας σε επίπεδο ομίλου, δεν λαμβάνονται υπόψη για τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας επιλέξιμα ίδια κεφάλαια τα οποία απορρέουν από αμοιβαία χρηματοδότηση μεταξύ της συμμετέχουσας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης και οποιασδήποτε από τις πιο κάτω:

(α) συνδεδεμένης επιχείρησης·

(β) συμμετέχουσας επιχείρησης· ή

(γ) άλλης συνδεδεμένης επιχείρησης οποιασδήποτε από τις συμμετέχουσες επιχειρήσεις.

(2) Κατά τον υπολογισμό της φερεγγυότητας σε επίπεδο ομίλου, δεν λαμβάνονται υπόψη επιλέξιμα ίδια κεφάλαια για τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας συνδεδεμένης ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης της συμμετέχουσας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης για την οποία υπολογίζεται η φερεγγυότητα σε επίπεδο ομίλου, όταν τα σχετικά ίδια κεφάλαια προκύπτουν από αμοιβαία χρηματοδότηση με οποιαδήποτε άλλη συνδεδεμένη επιχείρηση της εν λόγω συμμετέχουσας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης.

(3) Θεωρείται ότι υπάρχει αμοιβαία χρηματοδότηση όταν τουλάχιστον μία ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, ή οποιαδήποτε από τις συνδεδεμένες επιχειρήσεις της, κατέχει μερίδια σε άλλη επιχείρηση ή δανειοδοτεί άλλη επιχείρηση η οποία, άμεσα ή έμμεσα, κατέχει ίδια κεφάλαια επιλέξιμα για τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας των πρώτων επιχειρήσεων.

Αποτίμηση

262. Η αξία των περιουσιακών στοιχείων και των υποχρεώσεων αποτιμάται σύμφωνα με το άρθρο 77 του παρόντος Νόμου.

Ενότητα 3 Εφαρμογή των μεθόδων υπολογισμού
Συνδεδεμένες ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις

263.-(1) Όταν η ασφαλιστική ή η αντασφαλιστική επιχείρηση έχει περισσότερες της μιας συνδεδεμένες ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, ο υπολογισμός της φερεγγυότητας σε επίπεδο ομίλου διενεργείται με συνεκτίμηση της κάθε μίας από τις συνδεδεμένες αυτές ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις.

(2) Εφόσον η συνδεδεμένη ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση έχει την έδρα της σε κράτος μέλος διαφορετικό από εκείνο της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης για την οποία υπολογίζεται η φερεγγυότητα σε επίπεδο ομίλου, κατά τον υπολογισμό λαμβάνονται υπόψη, ως προς τη συνδεδεμένη επιχείρηση, οι κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας και τα επιλέξιμα ίδια κεφάλαια για την ικανοποίηση των απαιτήσεων αυτών, όπως ορίζεται σε αυτό το άλλο κράτος μέλος.

Ενδιάμεσες ασφαλιστικές εταιρείες χαρτοφυλακίου

264.-(1) Κατά τον υπολογισμό της φερεγγυότητας σε επίπεδο ομίλου ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, η οποία κατέχει συμμετοχή σε συνδεδεμένη ασφαλιστική επιχείρηση, συνδεδεμένη αντασφαλιστική επιχείρηση, ασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας ή αντασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας, μέσω ασφαλιστικής εταιρείας χαρτοφυλακίου ή εταιρείας χρηματοπιστωτικών συμμετοχών, λαμβάνεται υπόψη η κατάσταση αυτής της ασφαλιστικής εταιρείας χαρτοφυλακίου ή εταιρείας χρηματοπιστωτικών συμμετοχών.

(2) Για το σκοπό του υπολογισμού της φερεγγυότητας δυνάμει του εδαφίου (1) και μόνο, η ενδιάμεση ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου ή η ενδιάμεση εταιρεία χρηματοπιστωτικών συμμετοχών αντιμετωπίζεται ως εάν να ήταν ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση που υπόκειται στις διατάξεις του Μέρους ΙΙ, Έκτο Κεφάλαιο, Τμήμα 4, Ενότητες 1, 2 και 3 του παρόντος Νόμου, σε σχέση με τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας και στις ίδιες προϋποθέσεις με αυτές που ορίζονται στο Μέρος ΙΙ, Έκτο Κεφάλαιο, Τμήμα 3, Ενότητες 1, 2 και 3, σε σχέση με τα επιλέξιμα ίδια κεφάλαια για τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας.

(3) Στις περιπτώσεις στις οποίες μια ενδιάμεση ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου ή ενδιάμεση εταιρεία χρηματοπιστωτικών συμμετοχών κατέχει οφειλές μειωμένης εξασφάλισης ή άλλα επιλέξιμα ίδια κεφάλαια που υπόκεινται σε περιορισμό σύμφωνα με το άρθρο 104, αναγνωρίζονται ως επιλέξιμα ίδια κεφάλαια μέχρι τα ποσά που υπολογίζονται με την εφαρμογή των ορίων που προβλέπονται στο άρθρο 104, στα συνολικά οφειλόμενα επιλέξιμα ίδια κεφάλαια σε επίπεδο ομίλου σε σύγκριση με τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας σε επίπεδο ομίλου.

(4) Τα επιλέξιμα ίδια κεφάλαια ενδιάμεσης ασφαλιστικής εταιρείας χαρτοφυλακίου ή ενδιάμεσης εταιρείας χρηματοπιστωτικών συμμετοχών, για τα οποία απαιτείται προηγούμενη έγκριση από την αρμόδια εποπτική αρχή σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 96 του παρόντος Νόμου εάν κρατούνται από ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, μπορούν να συμπεριληφθούν στον υπολογισμό της φερεγγυότητας σε επίπεδο ομίλου μόνον εφόσον έχουν εγκριθεί δεόντως από τον Έφορο ως εποπτική αρχή του ομίλου.

Συνδεδεμένες ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις τρίτων χωρών

265.-(1) Κατά τον υπολογισμό της φερεγγυότητας, σε επίπεδο ομίλου, ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης η οποία είναι συμμετέχουσα επιχείρηση σε ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας, σύμφωνα με το άρθρο 272, η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας αντιμετωπίζεται, μόνο για τους σκοπούς του υπολογισμού, ως συνδεδεμένη ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση:

Νοείται ότι, αν η τρίτη χώρα στην οποία η συγκεκριμένη επιχείρηση έχει την έδρα της, την υπαγάγει σε απαίτηση αδείας και της επιβάλει καθεστώς φερεγγυότητας τουλάχιστον ισοδύναμο με εκείνο που ορίζεται στο Μέρος ΙΙ, Έκτο Κεφάλαιο, για τη συγκεκριμένη επιχείρηση λαμβάνεται υπόψη η κεφαλαιακή απαίτηση φερεγγυότητας και τα επιλέξιμα ίδια κεφάλαια για την κάλυψη της συγκεκριμένης απαίτησης, όπως ορίζεται από την ενδιαφερόμενη τρίτη χώρα.

(2) Σε περίπτωση που δεν έχει εκδοθεί κατ' εξουσιοδότηση πράξη σύμφωνα με τα εδάφια (5) και (6), η εξακρίβωση του κατά πόσο το καθεστώς της τρίτης χώρας είναι τουλάχιστον ισοδύναμο στη βάση των κριτηρίων του εδαφίου (4) πραγματοποιείται από τον Έφορο, εάν αυτός ενεργεί ως επόπτης ομίλου, μετά από αίτημα της συμμετέχουσας επιχείρησης ή με δική του πρωτοβουλία και σε τέτοια περίπτωση-

(α) η EIOPA επικουρεί τον Έφορο, ως εποπτική αρχή ομίλου, σύμφωνα με το άρθρο 33 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010.

(β) ο Έφορος, ως εποπτική αρχή ομίλου, επικουρούμενος από την EIOPA, διαβουλεύεται με τις άλλες ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές πριν λάβει απόφαση σχετικά με την ισοδυναμία.

(3) Ο Έφορος, ως επόπτης ομίλου δεν λαμβάνει, σε σχέση με τρίτη χώρα, αποφάσεις οι οποίες έρχονται σε σύγκρουση με παλαιότερες αποφάσεις για τη συγκεκριμένη τρίτη χώρα, παρά μόνο όταν αυτό είναι αναγκαίο για να ληφθούν υπόψη σημαντικές αλλαγές στο καθεστώς εποπτείας που καθορίζεται στον Μέρος ΙΙ, Έκτο Κεφάλαιο του παρόντος Νόμου και στο καθεστώς εποπτείας της τρίτης χώρας.

(4) Τα κριτήρια αξιολόγησης του κατά πόσο το καθεστώς φερεγγυότητας σε τρίτη χώρα είναι ισοδύναμο με εκείνο που ορίζεται στο Μέρος ΙΙ, Έκτο Κεφάλαιο, καθορίζονται με κατ΄εξουσιοδότηση πράξεις.

(5) Κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις δύνανται να καθορίζουν ότι το εποπτικό καθεστώς τρίτης χώρας είναι ισοδύναμο με εκείνο που ορίζεται στο Μέρος ΙΙ, Έκτο Κεφάλαιο.

(6) Κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις δύνανται να καθορίζουν ότι το εποπτικό καθεστώς τρίτης χώρας είναι προσωρινά ισοδύναμο με εκείνο που ορίζεται στο Μέρος ΙΙ, Έκτο Κεφάλαιο και σε τέτοια περίπτωση, για τους σκοπούς του εδαφίου (1), η εν λόγω τρίτη χώρα θεωρείται ισοδύναμη.

(7) Σε περίπτωση που η απόφαση περί ισοδυναμίας έχει ληφθεί από εποπτική αρχή άλλης χώρας, η οποία ενεργεί ως επόπτης ομίλων, και ο Έφορος διαφωνεί με τέτοια απόφαση, δύναται να παραπέμψει το θέμα στην EIOPA και να ζητήσει τη βοήθειά της σύμφωνα με το άρθρο 19 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010, μέσα σε τρεις μήνες από την κοινοποίηση της απόφασης από τον επόπτη ομίλου.

Συνδεδεμένα πιστωτικά ιδρύματα, εταιρείες επενδύσεων και χρηματοδοτικά ιδρύματα

266.-(1) Κατά τον υπολογισμό της φερεγγυότητας σε επίπεδο ομίλου ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, η οποία είναι συμμετέχουσα επιχείρηση σε πιστωτικό ίδρυμα, εταιρεία επενδύσεων ή χρηματοδοτικό ίδρυμα, οι συμμετέχουσες ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις τους μπορούν να εφαρμόζουν, τηρουμένων των αναλογιών, τις μεθόδους 1 και 2 που περιλαμβάνονται στο Παράρτημα Ι των Οδηγιών που εκδίδει ο Έφορος, αναφορικά με τη συμπληρωματική εποπτεία ασφαλιστικών επιχειρήσεων που ανήκουν σε χρηματοπιστωτικό όμιλο ετερογενών δραστηριοτήτων:

Νοείται ότι η μέθοδος 1 που αναφέρεται στο εν λόγω Παράρτημα Ι εφαρμόζεται μόνο εάν ο Έφορος, ως αρχή εποπτείας του ομίλου, είναι ικανοποιημένος ως προς το επίπεδο της ενοποιημένης διοίκησης και του εσωτερικού ελέγχου αναφορικά με τις οντότητες οι οποίες συμπεριλαμβάνονται στο πεδίο της ενοποίησης. Η επιλεγείσα μέθοδος εφαρμόζεται με διαχρονικά σταθερό τρόπο.

(2) Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου (1), ο Έφορος, ως αρχή εποπτείας του ομίλου, δύναται να αποφασίζει, μετά από αίτημα της συμμετέχουσας επιχείρησης ή με δική του πρωτοβουλία, να αφαιρεί οποιαδήποτε συμμετοχή που προβλέπεται στο εδάφιο (1) από τα επιλέξιμα ίδια κεφάλαια για την κάλυψη της φερεγγυότητας του ομίλου της συμμετέχουσας επιχείρησης.

Μη διαθεσιμότητα των αναγκαίων πληροφοριακών στοιχείων

267. Όταν οι πληροφορίες που είναι αναγκαίες για τον υπολογισμό της φερεγγυότητας του ομίλου ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, σχετικά με συνδεδεμένη επιχείρηση της οποίας η καταστατική έδρα βρίσκεται σε κράτος μέλος ή σε τρίτη χώρα, δεν είναι διαθέσιμες στον Έφορο, η λογιστική αξία της επιχείρησης αυτής στη συμμετέχουσα ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση αφαιρείται από τα ίδια κεφάλαια που είναι επιλέξιμα για τη φερεγγυότητα σε επίπεδο ομίλου. Σε τέτοια περίπτωση, τα μη πραγματοποιηθέντα κέρδη που συνδέονται με τη συμμετοχή αυτή δεν αναγνωρίζονται ως επιλέξιμα ίδια κεφάλαια για τη φερεγγυότητα του ομίλου.

Ενότητα 4 Μέθοδοι υπολογισμού
Μέθοδος 1 (προκαθορισμένη μέθοδος): μέθοδος με βάση τη λογιστική ενοποίηση

268.-(1) Ο υπολογισμός της φερεγγυότητας του ομίλου της συμμετέχουσας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης πραγματοποιείται στη βάση των ενοποιημένων λογαριασμών και η φερεγγυότητα του ομίλου της συμμετέχουσας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης είναι η διαφορά μεταξύ των ακολούθων στοιχείων:

(α) Των επιλέξιμων ιδίων κεφαλαίων για την κάλυψη των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας, που υπολογίζονται στη βάση ενοποιημένων δεδομένων·

(β) των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας σε επίπεδο ομίλου που υπολογίζονται στη βάση ενοποιημένων δεδομένων.

(2) Οι κανόνες που ορίζονται στο Μέρος ΙΙ, Έκτο Κεφάλαιο, Τμήμα 3, Ενότητες 1, 2 και 3 και στο Μέρος ΙΙ Έκτο Κεφάλαιο, Τμήμα 4, Ενότητες 1, 2 και 3 του παρόντος Νόμου εφαρμόζονται για τον υπολογισμό των ιδίων κεφαλαίων που είναι επιλέξιμα για τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας και για τον υπολογισμό των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας του ομίλου βάσει ενοποιημένων δεδομένων.

(3) Οι κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας σε επίπεδο ομίλου με βάση τα ενοποιημένα δεδομένα (ενοποιημένες κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας ομίλου) υπολογίζονται σύμφωνα είτε με την τυποποιημένη μέθοδο είτε με εγκεκριμένο εσωτερικό υπόδειγμα, κατά τρόπο συνεπή προς τις γενικές αρχές που περιλαμβάνονται στο Μέρος ΙΙ, Έκτο Κεφάλαιο, Τμήμα 4, Ενότητες 1 και 2 και στο Μέρος ΙΙ, Έκτο Κεφάλαιο, Τμήμα 4, Ενότητες 2 και 3 αντίστοιχα.

(4) Οι ενοποιημένες κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας του ομίλου περιλαμβάνουν, κατ’ ελάχιστο, το άθροισμα των πιο κάτω:

(α) Των ελάχιστων κεφαλαιακών απαιτήσεων, όπως αυτές αναφέρονται στο άρθρο 136 του παρόντος Νόμου, της συμμετέχουσας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης·

(β) το αναλογικό μερίδιο των ελάχιστων κεφαλαιακών απαιτήσεων των συνδεδεμένων ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων.

(5) Το ελάχιστο ποσό του εδαφίου (4) καλύπτεται από επιλέξιμα βασικά ίδια κεφάλαια σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου (4) του άρθρου 104 του παρόντος Νόμου.

(6) Για τον καθορισμό του κατά πόσον τα επιλέξιμα αυτά ίδια κεφάλαια είναι κατάλληλα για την κάλυψη των ελάχιστων κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας του ομίλου, εφαρμόζονται κατ’ αναλογία οι αρχές που προβλέπονται στα άρθρα 259 έως 267 και οι διατάξεις των εδαφίων (1) και (2) του άρθρου του άρθρου 146 του παρόντος Νόμου.

Εσωτερικό υπόδειγμα του ομίλου

269. -(1) Στην περίπτωση κατά την οποία ο Έφορος είναι η αρμόδια εποπτική αρχή του ομίλου και υποβάλλεται σε αυτόν αίτηση από ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση και τις συνδεδεμένες επιχειρήσεις της ή από κοινού από τις συνδεδεμένες επιχειρήσεις ασφαλιστικής εταιρείας χαρτοφυλακίου για να επιτραπεί ο υπολογισμός της ενοποιημένης κεφαλαιακής απαίτησης του ομίλου και της κεφαλαιακής απαίτησης φερεγγυότητας ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων του ομίλου βάσει εσωτερικού υποδείγματος, ενημερώνει χωρίς καθυστέρηση τα άλλα μέλη του Σώματος εποπτών, περιλαμβανομένης και της ΕΙΟΡΑ, σχετικά με την παραλαβή της αίτησης και διαβιβάζει στα εν λόγω μέλη την πλήρη αίτηση, περιλαμβανομένης της τεκμηρίωσης που υπέβαλε η επιχείρηση, ώστε να αποφασίσουν σε συνεργασία μεταξύ τους για την  έγκριση ή μη της αίτησης και να καθορίσουν τυχόν όρους και προϋποθέσεις. ο Έφορος δύναται να υποβάλει αίτημα στην ΕΙΟΡΑ για παροχή τεχνικής συνδρομής, σύμφωνα με το Άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο β) του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010, σχετικά με την απόφαση για την αίτηση.

(2) Ο Έφορος, ως η αρμόδια εποπτική αρχή του ομίλου, σε συνεργασία με τις άλλες αρμόδιες εποπτικές αρχές, καταβάλλει κάθε δυνατή προσπάθεια προκειμένου να καταλήξουν σε κοινή απόφαση αναφορικά με την αίτηση εντός έξι μηνών από την ημερομηνία παραλαβής της πλήρους αίτησης.

(3) Ο Έφορος, ως αρχή εποπτείας του ομίλου, ενημερώνει τις άλλες αρμόδιες εποπτικές αρχές αναφορικά με την παραλαβή της αίτησης, και κατά τη διάρκεια της προθεσμίας που αναφέρεται στο εδάφιο (2), οποιαδήποτε από τις αρμόδιες εποπτικές αρχές δύναται να παραπέμψει το θέμα στην EIOPA σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 19 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010 και σε τέτοια περίπτωση ο Έφορος, ως αρχή εποπτείας του ομίλου, αναβάλλει την απόφασή του και αναμένει την ενδεχόμενη έκδοση απόφασης από την EIOPA σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 19 παράγραφος 3 του πιο πάνω αναφερόμενου Κανονισμού και λαμβάνει την απόφασή του σύμφωνα με την απόφαση της EIOPA, η οποία είναι καθοριστική και εφαρμόζεται από τις ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές.

(4) Σε περίπτωση κατά την οποία η ΕΙΟΡΑ δεν λάβει απόφαση, όπως προβλέπεται στο Άρθρο 231, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ, σύμφωνα με τις διατάξεις του Άρθρου 19, παράγραφος 3, του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010, ο Έφορος, ως επόπτης του ομίλου, λαμβάνει την τελική απόφαση, η οποία είναι καθοριστική και εφαρμόζεται από τις ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές.

(5) Εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα δύνανται να καθορίζουν τους ενιαίους όρους εφαρμογής της διαδικασίας για τη λήψη κοινής απόφασης που αναφέρεται στο εδάφιο (1), όσον αφορά τις αιτήσεις για χορήγηση άδειας.

(6) Σε περίπτωση που δεν ληφθεί κοινή απόφαση μέσα σε έξι μήνες από την ημερομηνία της παραλαβής της πλήρους αίτησης του ομίλου, ο Έφορος αποφασίζει ο ίδιος σχετικά με την αίτηση, λαμβάνοντας δεόντως υπόψη ενδεχόμενες απόψεις και επιφυλάξεις άλλων ενδιαφερόμενων εποπτικών αρχών που διατυπώθηκαν μέσα στην εν λόγω εξάμηνη προθεσμία και η απόφασή του είναι καθοριστική και εφαρμόζεται από τις ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές.

(7) Ο Έφορος, σε όλες τις πιο πάνω περιπτώσεις, και ανεξάρτητα από τη διαδικασία βάσει της οποίας εκδόθηκε η απόφαση, διαβιβάζει στον αιτούντα και σε όλες τις ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές έγγραφο, στο οποίο εκθέτει την πλήρως αιτιολογημένη απόφασή του.

Έγκριση εσωτερικού υποδείγματος του ομίλου από την αρμόδια εποπτική αρχή του ομίλου και υποχρεώσεις του Εφόρου

270.-(1) Ο Έφορος, όταν του διαβιβαστεί από την αρμόδια εποπτική αρχή ομίλου αίτηση που της έχει υποβληθεί για την έγκριση εσωτερικού υποδείγματος, αποστέλλει τις απόψεις του στην αρμόδια εποπτική αρχή του ομίλου, εντός της ταχθείσας από την εν λόγω αρχή προθεσμίας.

(2) Ο Έφορος καταβάλλει, μαζί με την αρμόδια εποπτική αρχή του ομίλου και τις άλλες αρμόδιες εποπτικές αρχές, κάθε δυνατή προσπάθεια με στόχο την κατάληξή τους σε κοινή απόφαση αναφορικά με την αίτηση καθώς και σε ενδεχόμενες προϋποθέσεις που μπορούν να τεθούν.

(3) Ο Έφορος δύναται, εντός προθεσμίας έξι μηνών από την παραλαβή της αίτησης από την εποτπική αρχή του ομίλου, εφόσον κρίνει απαραίτητο, να παραπέμψει το θέμα στην EIOPA σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 19 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010.

(4) Ο Έφορος συμμορφώνεται και δεσμεύεται από την απόφαση της αρμόδιας εποπτικής αρχής του ομίλου, την οποία και εφαρμόζει από την ημέρα που του κοινοποιείται η τελική απόφαση της αρμόδιας εποπτικής αρχής του ομίλου.

(5) Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου (3), εάν ο Έφορος θεωρήσει ότι το προφίλ κινδύνου ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης που υπόκειται στην εποπτεία της αποκλίνει σημαντικά από τις παραδοχές στις οποίες βασίζεται το εσωτερικό υπόδειγμα που εγκρίθηκε σε επίπεδο ομίλου και, εφόσον η επιχείρηση αυτή δεν έχει ανταποκριθεί ικανοποιητικά στις ανησυχίες που εξέφρασε ο Έφορος, ο Έφορος δύναται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 40 του παρόντος Νόμου, να επιβάλει πρόσθετη κεφαλαιακή απαίτηση στην κεφαλαιακή απαίτηση φερεγγυότητας της συγκεκριμένης ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης που προκύπτει από την εφαρμογή του εσωτερικού αυτού υποδείγματος.

(6) Σε εξαιρετικές περιστάσεις, αν δεν ενδείκνυται η επιβολή της πρόσθετης αυτής κεφαλαιακής απαίτησης, ο Έφορος μπορεί να ζητήσει από τη συγκεκριμένη επιχείρηση να υπολογίζει την κεφαλαιακή απαίτηση φερεγγυότητάς της χρησιμοποιώντας τον κανονικό τύπο που αναφέρεται στο Μέρος ΙΙ, Έκτο Κεφάλαιο Τμήμα 4, Ενότητες 1 και 2 του παρόντος Νόμου. Σύμφωνα με τις παραγράφους (α) και (γ) του εδαφίου (1) του άρθρου 40, ο Έφορος δύναται να επιβάλει πρόσθετη κεφαλαιακή απαίτηση στην κεφαλαιακή απαίτηση φερεγγυότητας της εν λόγω ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης που προκύπτει από την εφαρμογή του κανονικού τύπου.

(7) Κάθε απόφαση του Εφόρου δυνάμει των διατάξεων των εδαφίων (5) και (6) επεξηγείται τόσο στην ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση όσο και στα άλλα μέλη του Σώματος εποπτών.

Πρόσθετη κεφαλαιακή απαίτηση ομίλου

271.-(1) Για να διαπιστωθεί αν η ενοποιημένη κεφαλαιακή απαίτηση φερεγγυότητας του ομίλου αντικατοπτρίζει κατάλληλα το προφίλ κινδύνου του ομίλου, ο Έφορος ως αρχή εποπτείας του ομίλου, δίνει ιδιαίτερη προσοχή στις περιπτώσεις στις οποίες μπορεί να ανακύψουν οι περιστάσεις που αναφέρονται στις παραγράφους (α) μέχρι (δ) του εδαφίου (1) του άρθρου 40, επίπεδο ομίλου, ιδίως όταν-

(α) τυχόν υφιστάμενοι ειδικοί κίνδυνοι σε επίπεδο ομίλου δεν καλύπτονται επαρκώς από την τυποποιημένη μέθοδο ή το χρησιμοποιούμενο εσωτερικό υπόδειγμα, επειδή είναι δύσκολη η επιμέτρησή τους∙

(β) επιβάλλεται από τις αρμόδιες εποπτικές αρχές τυχόν πρόσθετη κεφαλαιακή απαίτηση στις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας των συνδεδεμένων ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων, σύμφωνα με το άρθρο 40 και τα εδάφια (4) και (5) του άρθρου 300 του παρόντος Νόμου.

(2) Σε περίπτωση που το προφίλ κινδύνου του ομίλου δεν αντικατοπτρίζεται κατάλληλα, ο Έφορος, ως αρχή εποπτείας του ομίλου, δύναται να επιβάλει πρόσθετη κεφαλαιακή απαίτηση στις ενοποιημένες κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας του ομίλου και σε τέτοια περίπτωση, τα εδάφια (1) μέχρι (5) του άρθρου 40, σε συνδυασμό με τις κατ' εξουσιοδότηση πράξεις και τα εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα που εκδίδονται σύμφωνα με τα εδάφια (6), (7) και (8) του ιδίου άρθρου, εφαρμόζονται τηρουμένων των αναλογιών.

Μέθοδος 2 (Εναλλακτική μέθοδος): μέθοδος αφαίρεσης και άθροισης

272.-(1) Η φερεγγυότητα του ομίλου της συμμετέχουσας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης αποτελεί τη διαφορά μεταξύ των πιο κάτω:

(α) των συνολικών επιλέξιμων ιδίων κεφαλαίων του ομίλου, όπως προβλέπεται στο εδάφιο (2)·

(β) της αξίας στη συμμετέχουσα ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση των συνδεδεμένων ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων και των συνολικών κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας του ομίλου, όπως προβλέπεται στο εδάφιο (3).

(2) Τα συνολικά επιλέξιμα ίδια κεφάλαια του ομίλου αποτελούν το άθροισμα των πιο κάτω:

(α) των ιδίων κεφαλαίων που είναι επιλέξιμα για τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας της συμμετέχουσας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης·

(β) του αναλογικού μεριδίου της συμμετέχουσας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης στα ίδια κεφάλαια που είναι επιλέξιμα για τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας των συνδεδεμένων ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων.

(3) Οι συνολικές κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας του ομίλου αποτελούν το άθροισμα των πιο κάτω:

(α) των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας της συμμετέχουσας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης·

(β) του αναλογικού μεριδίου των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας των συνδεδεμένων ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων.

(4) Όταν η συμμετοχή στις συνδεδεμένες ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις συνίσταται, εξ ολοκλήρου ή εν μέρει, σε έμμεση κυριότητα, η αξία στη συμμετέχουσα ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση των συνδεδεμένων ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων ενσωματώνει την αξία της έμμεσης αυτής κυριότητας, με συνεκτίμηση των σχετικών διαδοχικών συμφερόντων και τα στοιχεία που αναφέρονται στην παράγραφο (β) του εδαφίου (2) και στην παράγραφο (β) του εδαφίου (3, περιλαμβάνουν αντίστοιχα τα αναλογικά μερίδια των ιδίων κεφαλαίων που είναι επιλέξιμα για τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας των συνδεδεμένων ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων και τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας των συνδεδεμένων ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων.

(5) Στην περίπτωση αίτησης έγκρισης υπολογισμού των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων του ομίλου με βάση κάποιο εσωτερικό υπόδειγμα, που έχει υποβληθεί από ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση και τις συνδεδεμένες επιχειρήσεις της ή από κοινού από τις συνδεδεμένες επιχειρήσεις ασφαλιστικής εταιρείας χαρτοφυλακίου ή εταιρείας χρηματοπιστωτικών συμμετοχών, εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 269 του παρόντος Νόμου, τηρουμένων των αναλογιών.

(6) Για να καθορισθεί εάν οι συνολικές κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας του ομίλου, που έχουν υπολογιστεί όπως προβλέπεται στο εδάφιο (3), αντικατοπτρίζουν κατάλληλα το προφίλ κινδύνου του ομίλου, ο Έφορος, δίνει ιδιαίτερη προσοχή σε τυχόν ειδικούς κινδύνους που υφίστανται σε επίπεδο ομίλου, και οι οποίοι δεν καλύπτονται επαρκώς, επειδή είναι δύσκολη η επιμέτρησή τους. Εάν το προφίλ κινδύνου του ομίλου αποκλίνει σημαντικά από τις παραδοχές στις οποίες βασίζονται οι συνολικές κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας του ομίλου, μπορεί να επιβάλλεται πρόσθετη κεφαλαιακή απαίτηση στις συνολικές κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας του ομίλου. Τα εδάφια (1) μέχρι (5) του άρθρου 40 του παρόντος Νόμου, σε συνδυασμό με τις κατ' εξουσιοδότηση πράξεις και τα εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα που εκδίδονται σύμφωνα με τα εδάφια (6) μέχρι (8) του ιδίου άρθρου, εφαρμόζονται τηρουμένων των αναλογιών.

Κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σε σχέση με τα άρθρα 258 έως 267 και 268 έως 272

273. Κατ' εξουσιοδότηση πράξεις καθορίζουν τις τεχνικές αρχές και μεθόδους που αναφέρονται στα άρθρα 220 έως 229 και για την εφαρμογή των άρθρων 230 έως 233, στις οποίες αντανακλάται η οικονομική φύση των συγκεκριμένων νομικών διαρθρώσεων.

ΕΝΟΤΗΤΑ 5 ΕΠΟΠΤΕΙΑ ΦΕΡΕΓΓΥΟΤΗΤΑΣ ΟΜΙΛΟΥ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΑΝΤΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΘΥΓΑΤΡΙΚΕΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΧΑΡΤΟΦΥΛΑΚΙΟΥ Η ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΧΡΗΜΑΤΟΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΣΥΜΜΕΤΟΧΩΝ
Φερεγγυότητα ομίλου ασφαλιστικής εταιρείας χαρτοφυλακίου ή εταιρείας χρηματοπιστωτικών συμμετοχών

274.-(1) Όταν οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις είναι θυγατρικές ασφαλιστικής εταιρείας χαρτοφυλακίου ή εταιρείας χρηματοπιστωτικών συμμετοχών, ο Έφορος, ως εποπτική αρχή του ομίλου, μεριμνά ώστε ο υπολογισμός της φερεγγυότητας του ομίλου να διεξάγεται στο επίπεδο της ασφαλιστικής εταιρείας χαρτοφυλακίου ή της εταιρείας χρηματοπιστωτικών συμμετοχών, σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου (2) του άρθρου 258 μέχρι το άρθρο 272, του παρόντος Νόμου.

(2) Για τους σκοπούς του υπολογισμού αυτού, η μητρική επιχείρηση αντιμετωπίζεται ως εάν να ήταν ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση που υπόκειται στις διατάξεις που περιλαμβάνονται στο Μέρος ΙΙ, Έκτο Κεφάλαιο, Τμήμα 4, Ενότητες 1, 2, 3 του παρόντος Νόμου, όσον αφορά τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας, και στις ίδιες προϋποθέσεις που προβλέπονται στο Μέρος 2, Έκτο Κεφάλαιο, Τμήμα 3, Ενότητες 1, 2 και 3 όσον αφορά τα ίδια κεφάλαια που είναι επιλέξιμα για τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας.

ΕΝΟΤΗΤΑ 6 ΕΠΟΠΤΕΙΑ ΦΕΡΕΓΓΥΟΤΗΤΑΣ ΟΜΙΛΟΥ ΓΙΑ ΟΜΙΛΟΥΣ ΜΕ ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΚΙΝΔΥΝΟΥ
Θυγατρικές ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης: προϋποθέσεις

275. Τα άρθρα 277 και 278 του παρόντος Νόμου εφαρμόζονται σε οποιαδήποτε ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, η οποία είναι θυγατρική ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, εφόσον πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

(α) η θυγατρική, σε σχέση με την οποία η αρμόδια αρχή εποπτείας του ομίλου δεν έχει λάβει κάποια απόφαση δυνάμει του εδαφίου (2) του άρθρου 252 του παρόντος Νόμου, περιλαμβάνεται στην εποπτεία του ομίλου που ασκείται από την αρμόδια αρχή στο επίπεδο της θυγατρικής επιχείρησης σύμφωνα με το παρόν Μέρος ·

(β) οι διαδικασίες διαχείρισης του κινδύνου και οι μηχανισμοί εσωτερικού ελέγχου της μητρικής επιχείρησης καλύπτουν τη θυγατρική και η μητρική επιχείρηση ικανοποιεί την αρμόδια εποπτική αρχή του ομίλου, όσον αφορά τη συνετή διαχείριση της θυγατρικής·

(γ) η μητρική επιχείρηση έχει λάβει τη συμφωνία που αναφέρεται στην παράγραφο (γ) του εδαφίου (5) του άρθρου 285∙

(δ) η μητρική επιχείρηση έχει λάβει τη συμφωνία που αναφέρεται στο εδάφιο (2) του άρθρου 295∙

(ε) έχει υποβληθεί αίτηση στην αρμόδια εποπτική αρχή, για έγκριση υπαγωγής στις διατάξεις των άρθρων 277 και 278 από τη μητρική επιχείρηση και έχει ληφθεί θετική απόφαση επί της αιτήσεως αυτής σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 277.

Θυγατρικές ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης: απόφαση επί της αιτήσεως

276.-(1) Σε περίπτωση υποβολής αίτησης για έγκριση υπαγωγής στους κανόνες που προβλέπονται στα άρθρα 277 και 278 του παρόντος Νόμου, ο Έφορος συνεργάζεται μαζί με τις άλλες αρμόδιες εποπτικές αρχές στο πλαίσιο του Σώματος εποπτών, σε πλήρη συνεργασία, προκειμένου να αποφασίσουν για τη χορήγηση ή μη της έγκρισης και για τους άλλους όρους και προϋποθέσεις, εφόσον υπάρχουν, στους οποίους πρέπει να υπαχθεί ή έγκριση αυτή.

(2) Σε περίπτωση θυγατρικής ασφαλιστικής επιχείρησης η οποία έχει αδειοδοτηθεί από τον Έφορο, η αίτηση υποβάλλεται στον Έφορο, ο οποίος ενημερώνει τις υπόλοιπες εποπτικές αρχές και διαβιβάζει την πλήρη αίτηση στο Σώμα εποπτών χωρίς καθυστέρηση.

(3) Ο Έφορος μαζί με τις άλλες αρμόδιες εποπτικές αρχές καταβάλλουν κάθε δυνατή προσπάθεια προκειμένου να καταλήξουν σε κοινή απόφαση σχετικά με την αίτηση εντός τριών μηνών από την ημερομηνία παραλαβής της πλήρους αίτησης από όλες τις εποπτικές αρχές στο πλαίσιο του Σώματος εποπτών.

(4) Κατά τη διάρκεια της περιόδου που αναφέρεται στο εδάφιο (3), εάν οποιαδήποτε από τις ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές έχει παραπέμψει το θέμα στην EIOPA σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 19 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010, ο Έφορος ως επόπτης ομίλου αναβάλλει την απόφασή του, και, αναμένει την ενδεχόμενη έκδοση απόφασης από την EIOPA σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 19 παράγραφος 3 του εν λόγω Κανονισμού, και στη συνέχεια, λαμβάνει την απόφασή του σύμφωνα με την απόφαση της EIOPA, η οποία απόφαση είναι καθοριστική και εφαρμόζεται από τις ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές:

Νοείται ότι το θέμα δεν παραπέμπεται στην EIOPA μετά την παρέλευση της τρίμηνης περιόδου ή μετά τη λήψη κοινής απόφασης του Σώματος εποπτών.

(5) Σε περίπτωση κατά την οποία η ΕΙΟΡΑ δεν λάβει απόφαση, όπως προβλέπεται στο Άρθρο 237, παράγραφος 3, τρίτο εδάφιο, της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ, σύμφωνα με τις διατάξεις του Άρθρου 19, παράγραφος 3, του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010, ο Έφορος, ως επόπτης του ομίλου, λαμβάνει την τελική απόφαση, η οποία είναι καθοριστική και εφαρμόζεται από τις ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές.

(6) Εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα εξασφαλίζουν ενιαίους όρους εφαρμογής της διαδικασίας για τη λήψη κοινής απόφασης που αναφέρεται στην παράγραφο 2 όσον αφορά τις αιτήσεις για έγκριση που αναφέρονται στο εδάφιο (1), για να διευκολύνεται η λήψη κοινών αποφάσεων.

(7) Ο Έφορος, εφόσον είναι η αρχή αδειοδότησης της θυγατρικής, διαβιβάζει γραπτώς στον αιτούντα όμιλο την κοινή απόφαση των αρμόδιων εποπτικών αρχών που αναφέρεται στα εδάφια (3) και (4), η οποία είναι πλήρως αιτιολογημένη και η οποία αναγνωρίζεται και εφαρμόζεται από όλες τις σχετικές εποπτικές αρχές, ενώ σε περίπτωση που ο Έφορος δεν είναι η εποπτική αρχή του ομίλου, υποχρεούται να αναγνωρίζει και να εφαρμόζει την απόφαση των εποπτικών αρχών του ομίλου.

(8) Εάν δεν ληφθεί κοινή απόφαση από τις ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές εντός της προθεσμίας των τριών μηνών, ο Έφορος, εφόσον είναι η αρμόδια αρχή εποπτείας του ομίλου σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 286 του παρόντος Νόμου, λαμβάνει ο ίδιος απόφαση για την αίτηση, συνεκτιμώντας δεόντως τα πιο κάτω:

(α) οποιεσδήποτε απόψεις και επιφυλάξεις που εξέφρασαν οι ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές.

(β) οποιεσδήποτε επιφυλάξεις που εξέφρασαν άλλες εποπτικές αρχές από το Σώμα εποπτών.

(9) Η απόφαση του Εφόρου, εφόσον είναι η αρμόδια αρχή εποπτείας του ομίλου, είναι πλήρως αιτιολογημένη, περιλαμβάνει επεξήγηση κάθε σημαντικής απόκλισης από τις επιφυλάξεις των άλλων ενδιαφερόμενων εποπτικών αρχών και διαβιβάζεται στον αιτούντα και στις υπόλοιπες αρμόδιες εποπτικές αρχές.

Θυγατρικές ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης: προσδιορισμός των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας

277.-(1) Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 269, οι κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας της θυγατρικής υπολογίζονται σύμφωνα με τα εδάφια (2), (4) και (5) του παρόντος άρθρου.

(2) Όταν οι κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας της θυγατρικής υπολογίζονται με βάση εσωτερικό υπόδειγμα που έχει εγκριθεί σε επίπεδο ομίλου σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 269, ο Έφορος, εφόσον έχει χορηγήσει την άδεια στη θυγατρική, δύναται όταν θεωρεί ότι το προφίλ κινδύνου της θυγατρικής αποκλίνει σημαντικά από το εσωτερικό αυτό υπόδειγμα και η θυγατρική δεν έχει αντιμετωπίσει ικανοποιητικά τις ανησυχίες του, εφόσον η περίπτωση εμπίπτει στις διατάξεις του άρθρου 40, να προτείνει στην αρχή εποπτείας του ομίλου τον καθορισμό πρόσθετης κεφαλαιακής απαίτησης στις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας της θυγατρικής αυτής που προκύπτουν από την εφαρμογή του υποδείγματος ή, σε εξαιρετικές περιστάσεις, στις οποίες μια τέτοια πρόσθετη κεφαλαιακή απαίτηση θα κρινόταν ακατάλληλη, να απαιτεί από την επιχείρηση να υπολογίσει τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας με βάση την τυποποιημένη μέθοδο και για το σκοπό αυτό συζητεί την πρότασή του στο Σώμα των εποπτικών αρχών και ανακοινώνει την αιτιολόγηση των προτάσεων αυτών τόσο στη θυγατρική όσο και στο Σώμα των εποπτικών αρχών.

(3) Εάν οι κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας της θυγατρικής υπολογίζονται με βάση εσωτερικό υπόδειγμα και ο Έφορος, εφόσον έχει χορηγήσει την άδεια στη θυγατρική, κρίνει ότι το προφίλ κινδύνου της επιχείρησης αποκλίνει σημαντικά από το εσωτερικό αυτό υπόδειγμα και εφόσον η επιχείρηση αυτή δεν έχει αντιμετωπίσει ικανοποιητικά τις ανησυχίες που έχουν εκφρασθεί από τον Έφορο, δύναται, σε εξαιρετικές περιστάσεις, να προτείνει στην αρχή εποπτείας του ομίλου να αντικαταστήσει ένα υποσύνολο των παραμέτρων που χρησιμοποιούνται στον υπολογισμό με βάση την τυποποιημένη μέθοδο από παραμέτρους που χρησιμοποιούνται ειδικά για τις εν λόγω επιχειρήσεις κατά τον υπολογισμό των ενοτήτων που αφορούν τον αναλαμβανόμενο κίνδυνο στην ασφάλιση Ζωής, Γενικής Φύσεως και στον κλάδο ασθενείας, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 117 του παρόντος Νόμου ή, στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 40, να καθορίσει πρόσθετη κεφαλαιακή απαίτηση στις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας της θυγατρικής αυτής και για το σκοπό αυτό συζητεί την πρότασή του στο Σώμα των εποπτικών αρχών και κοινοποιεί τους λόγους για την πρόταση αυτή τόσο στη θυγατρική όσο και στο Σώμα των εποπτικών αρχών.

(4) Το Σώμα εποπτών καταβάλλει κάθε δυνατή προσπάθεια για την επίτευξη συμφωνίας σχετικά με την πρόταση του Εφόρου, ως εποπτικής αρχής που έχει χορηγήσει άδεια στη θυγατρική, ή για άλλα δυνατά μέτρα και σε περίπτωση επίτευξης συμφωνίας, η εν λόγω συμφωνία αναγνωρίζεται ως καθοριστική και εφαρμόζεται από τις ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές.

(5) Σε περίπτωση διαφωνίας μεταξύ του Εφόρου, είτε ως εθνικής εποπτικής αρχής είτε ως Επόπτη ομίλου, και του επόπτη ομίλου ή της εθνικής εποπτικής αρχής, αντίστοιχα και ανάλογα με την περίπτωση, ο Έφορος, δύναται μέσα σε ένα μήνα από την πρόταση της εποπτικής αρχής ή του επόπτη ομίλου, ανάλογα με την περίπτωση, να παραπέμψει το θέμα στην EIOPA και να ζητήσει τη βοήθειά της, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 19 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010:

Νοείται ότι ο Έφορος δεν δύναται να παραπέμψει το θέμα στην EIOPA μετά την παρέλευση της περιόδου ενός μηνός που αναφέρεται στο παρόν εδάφιο ή μετά την επίτευξη συμφωνίας στο πλαίσιο του Σώματος σύμφωνα με το εδάφιο (4).

(6) Ο Έφορος, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις του εδαφίου (5), αναβάλλει την απόφασή του και αναμένει την έκδοση απόφασης από την EIOPA και σε περίπτωση έκδοσης τέτοιας απόφασης λαμβάνει την απόφασή του σύμφωνα με την απόφαση της EIOPA και η απόφαση του Εφόρου αναγνωρίζεται ως καθοριστική και εφαρμόζεται από τις ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές.

(7) Η απόφαση του Εφόρου που λαμβάνεται σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου (6) συνοδεύεται από πλήρη αιτιολόγηση και διαβιβάζεται στη θυγατρική και στο Σώμα εποπτών.

Θυγατρικές ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης: μη συμμόρφωση προς τις ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας

278.-(1) Σε περίπτωση μη συμμόρφωσης προς τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας και με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 145 του παρόντος Νόμου, ο Έφορος, ως η εποπτική αρχή που έχει χορηγήσει άδεια στη θυγατρική διαβιβάζει το συντομότερο δυνατόν, στο Σώμα των εποπτικών αρχών το σχέδιο ανάκαμψης που έχει υποβάλει η θυγατρική, προκειμένου να επιτευχθεί, εντός έξι μηνών από τότε που διαπιστώθηκε η μη συμμόρφωση με τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας, η αποκατάσταση του επιπέδου επιλέξιμων ιδίων κεφαλαίων ή η μείωση του προφίλ κινδύνου της, ώστε να εξασφαλισθεί συμμόρφωση προς τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας.

(2) Σε περίπτωση που το Σώμα των εποπτικών αρχών δεν κατορθώσει να επιτευχθεί συμφωνία σχετικά με την πρόταση του Εφόρου όσον αφορά την έγκριση του σχεδίου ανάκαμψης, μέσα σε τέσσερεις μήνες από την ημερομηνία κατά την οποία διαπιστώθηκε η μη συμμόρφωση προς τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας, ο Έφορος ως η εποπτική αρχή που έχει χορηγήσει άδεια στη θυγατρική, λαμβάνει ο ίδιος απόφαση σχετικά με την έγκριση του σχεδίου ανάκαμψης, λαμβάνοντας δεόντως υπόψη του τις απόψεις των άλλων εποπτικών αρχών που συμμετέχουν στο Σώμα των εποπτικών αρχών

(3) Σε περίπτωση που ο Έφορος, ως η εποπτική αρχή που έχει χορηγήσει άδεια στη θυγατρική, διαπιστώσει, σύμφωνα με το άρθρο 143 του παρόντος Νόμου, υποβάθμιση των οικονομικών συνθηκών, ενημερώνει αμέσως το Σώμα εποπτικών αρχών και δύναται, σε περίπτωση που συντρέχει κατάσταση έκτακτης ανάγκης, κατ΄εξαίρεση να λαμβάνει έκτακτα μέτρα, πριν ακόμα αυτά συζητηθούν στο Σώμα των εποπτικών αρχών.

(4) Σε περίπτωση που το Σώμα των εποπτικών αρχών δεν κατορθώσει να επιτευχθεί συμφωνία σχετικά με την πρόταση του Εφόρου όσον αφορά τα μέτρα που θα πρέπει να ληφθούν στην περίπτωση του εδαφίου (3), μέσα σε ένα μήνα από την κοινοποίηση της πρότασής του, ο Έφορος ως η εποπτική αρχή που έχει χορηγήσει άδεια στη θυγατρική, λαμβάνει ο ίδιος απόφαση σχετικά με την έγκριση του σχεδίου ανάκαμψης, λαμβάνοντας δεόντως υπόψη της τις απόψεις των άλλων εποπτικών αρχών που συμμετέχουν στο Σώμα των εποπτικών αρχών.

(5) Σε περίπτωση μη συμμόρφωσης προς τις ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις και με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 146 του παρόντος Νόμου, ο Έφορος ως η εποπτική αρχή που έχει χορηγήσει άδεια στη θυγατρική, διαβιβάζει, το συντομότερο δυνατόν, στο Σώμα των εποπτικών αρχών, το σχέδιο ανάκαμψης που έχει υποβάλει η θυγατρική, προκειμένου να επιτευχθεί, μέσα σε τρεις μήνες από την ημερομηνία κατά την οποία διαπιστώθηκε η μη συμμόρφωση προς τις ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις, η αποκατάσταση του επιπέδου επιλέξιμων ιδίων κεφαλαίων για την κάλυψη των ελάχιστων κεφαλαιακών απαιτήσεων ή η μείωση του προφίλ κινδύνου της επιχείρησης, ώστε να εξασφαλισθεί συμμόρφωση προς τις ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις και ενημερώνει επίσης το Σώμα των εποπτικών αρχών σχετικά με οποιοδήποτε μέτρο λαμβάνεται για την ενίσχυση των ελάχιστων κεφαλαιακών απαιτήσεων στο επίπεδο της θυγατρικής.

(6) Σε περίπτωση διαφωνίας μεταξύ του Εφόρου, είτε ως εθνικής εποπτικής αρχής είτε ως Επόπτη ομίλου και του επόπτη ομίλου ή της εθνικής εποπτικής αρχής, αντίστοιχα και ανάλογα με την περίπτωση, δύνανται να παραπέμψουν το θέμα στην EIOPA και να ζητήσουν τη βοήθειά της, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 19 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010, σε περίπτωση διαφωνίας μεταξύ τους σχετικά με οποιοδήποτε από τα εξής:

(α) την έγκριση του σχεδίου ανάκαμψης, συμπεριλαμβανομένης οποιασδήποτε παράτασης της περιόδου ανάκαμψης, μέσα στην τετράμηνη περίοδο που αναφέρεται στο εδάφιο (2)· ή

(β) την έγκριση των προτεινόμενων μέτρων μέσα στο χρονικό διάστημα ενός μηνός που αναφέρεται στο εδάφιο (4).

(7) Το θέμα δεν παραπέμπεται στην ΕΙΟΡΑ-

(α) μετά την παρέλευση του τετράμηνου ή του ενός μηνός αντιστοίχως, που αναφέρεται στα εδάφια (2) και (4)·

(β) μετά την επίτευξη συμφωνίας στο πλαίσιο του Σώματος σύμφωνα με το εδάφιο (1) ή το εδάφιο (4)·

(γ) στην περίπτωση καταστάσεων έκτακτης ανάγκης, όπως αναφέρεται στο εδάφιο (3):

Νοείται ότι το χρονικό διάστημα των τεσσάρων μηνών ή του ενός μηνός αντιστοίχως,  θεωρείται περίοδος συμβιβασμού κατά την έννοια του άρθρου 19 παράγραφος 2 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010.

(8) Ο Έφορος, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις του εδαφίου (6), αναβάλλει την απόφασή του και αναμένει την έκδοση απόφασης από την EIOPA και σε περίπτωση έκδοσης τέτοιας απόφασης λαμβάνει την απόφασή του σύμφωνα με την απόφαση της EIOPA και η απόφαση του Εφόρου αναγνωρίζεται ως καθοριστική και εφαρμόζεται από τις ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές.

(9) Η απόφαση του Εφόρου που λαμβάνεται σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου (8) συνοδεύεται από πλήρη αιτιολόγηση και διαβιβάζεται στη θυγατρική και στο Σώμα εποπτών.

Θυγατρικές ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης: λήξη των παρεκκλίσεων για θυγατρικές

279.-(1) Οι διατάξεις των άρθρων 277 και 278 του παρόντος Νόμου, δεν εφαρμόζονται στις ακόλουθες περιπτώσεις:

(α) Όταν δεν συντρέχει πλέον η προϋπόθεση που αναφέρεται στην παράγραφο (α) του άρθρου 275:

Νοείται ότι, σε αυτή την περίπτωση, ο Έφορος, εφόσον είναι η αρμόδια εποπτική αρχή του ομίλου σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 275, όταν αποφασίζει, μετά από διαβούλευση με το Σώμα των εποπτικών αρχών, να μην συμπεριλάβει πλέον τη θυγατρική στην εποπτεία που ασκεί, ενημερώνει αμέσως την αρμόδια εποπτική αρχή της θυγατρικής και τη μητρική επιχείρηση·

(β) όταν δεν συντρέχει πλέον η προϋπόθεση που αναφέρεται στην παράγραφο (β) του άρθρου 275 και δεν αποκαθίσταται η συμμόρφωση του ομίλου με την προϋπόθεση αυτή εντός της ενδεδειγμένης χρονικής περιόδου·

(γ) όταν δεν συντρέχουν πλέον οι προϋποθέσεις των παραγράφων (γ) και (δ) του άρθρου 275.

(2) Για σκοπούς εφαρμογής του εδαφίου (1), παράγραφοι (β) και (γ) σε ό,τι αφορά την αναφορά στις παραγράφους (β), (γ) και (δ) του άρθρου 275, η μητρική επιχείρηση είναι υπεύθυνη να εξασφαλίσει ότι οι προϋποθέσεις πληρούνται σε συνεχή βάση και σε περίπτωση μη συμμόρφωσης ενημερώνει αμελλητί τον Έφορο, εφόσον είναι η αρμόδια αρχή εποπτείας του ομίλου και την αρμόδια εποπτική αρχή της θυγατρικής επιχείρησης ενώ υποβάλλει σχέδιο αποκατάστασης της συμμόρφωσης εντός της κατάλληλης χρονικής περιόδου.

(3) Με την επιφύλαξη των διατάξεων του εδαφίου (2), ο Έφορος, εφόσον είναι η αρμόδια αρχή εποπτείας του ομίλου, εξακριβώνει, τουλάχιστον σε ετήσια βάση, με δική του πρωτοβουλία, ότι εξακολουθούν να πληρούνται οι προϋποθέσεις των παραγράφων (β), (γ) και (δ) του άρθρου 275 και προβαίνει επίσης στην εξακρίβωση αυτή, μετά από αίτημα της ενδιαφερόμενης εποπτικής αρχής, όταν αυτή εκφράζει σοβαρούς ενδοιασμούς αναφορικά με τη συνεχιζόμενη συμμόρφωση με τις εν λόγω προϋποθέσεις.

(4) Εάν από την εξακρίβωση προκύπτουν ελλείψεις, ο Έφορος ως αρμόδια εποπτική αρχή του ομίλου, ζητεί από τη μητρική επιχείρηση να υποβάλει σχέδιο αποκατάστασης της συμμόρφωσης εντός της ενδεδειγμένης χρονικής περιόδου το οποίο θέτει προς διαβούλευση στο Σώμα των εποπτικών αρχών.

(5) Εάν, μετά από διαβούλευση με το Σώμα εποπτικών αρχών, ο Έφορος ως εποπτική αρχή του ομίλου αποφασίσει ότι το σχέδιο που αναφέρεται στα εδάφια (2) και (4) είναι ανεπαρκές ή στη συνέχεια ότι δεν εφαρμόζεται εντός της συμφωνηθείσας χρονικής περιόδου, ο Έφορος καταλήγει στο συμπέρασμα ότι οι προϋποθέσεις των παραγράφων (β), (γ) και (δ) του άρθρου 275 δεν πληρούνται πλέον και ενημερώνει άμεσα την εποπτική αρχή της θυγατρικής επιχείρησης.

(6) Οι διατάξεις των άρθρων 277 και 278 του παρόντος Νόμου εφαρμόζονται εκ νέου εάν η μητρική επιχείρηση υποβάλει νέα αίτηση και επιτύχει ευνοϊκή απόφαση σύμφωνα με τη διαδικασία που καθορίζεται στο άρθρο 276.

Κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις - Θυγατρικές ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης

280. Κατ' εξουσιοδότηση πράξεις καθορίζουν-

(α) Τα κριτήρια που πρέπει να εφαρμόζονται για να διαπιστωθεί αν τηρούνται οι όροι που αναφέρονται στο άρθρο 275 του παρόντος Νόμου·

(β) τα κριτήρια που πρέπει να εφαρμόζονται για να αποφασιστεί τι συνιστά κατάσταση έκτακτης ανάγκης δυνάμει του εδαφίου (2) του άρθρου 278·

(γ) τις διαδικασίες που πρέπει να ακολουθούνται από τις εποπτικές αρχές κατά την ανταλλαγή πληροφοριών, την άσκηση των δικαιωμάτων τους και την εκπλήρωση των καθηκόντων τους σύμφωνα με τα άρθρα 276 έως 279.

Θυγατρικές ασφαλιστικής εταιρείας χαρτοφυλακίου και εταιρείας χρηματοπιστωτικών συμμετοχών

281. Οι διατάξεις των άρθρων 275 μέχρι 280 του παρόντος Νόμου εφαρμόζονται κατ’ αναλογία σε ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, οι οποίες είναι θυγατρικές ασφαλιστικής εταιρείας χαρτοφυλακίου ή εταιρείας χρηματοπιστωτικών συμμετοχών.

ΤΜΗΜΑ 2 - ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΗ ΚΙΝΔΥΝΩΝ ΚΑΙ ΣΥΝΑΛΛΑΓΕΣ ΕΝΤΟΣ ΤΟΥ ΟΜΙΛΟΥ
Εποπτεία της συγκέντρωσης κινδύνων

282.-(1) Η εποπτεία της συγκέντρωσης κινδύνων σε επίπεδο ομίλου ασκείται από τον Έφορο, ως αρμόδια εποπτική αρχή ομίλου, σύμφωνα με τις διατάξεις των εδαφίων (2) μέχρι (4) με το άρθρο 285 και τις διατάξεις του Τρίτου Κεφαλαίου του παρόντος Μέρους.

(2) Για σκοπούς εποπτείας των συγκεντρώσεων κινδύνου στις οποίες αναφέρεται το εδάφιο (1), οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις ή οι ασφαλιστικές εταιρείες χαρτοφυλακίου ή οι εταιρείες χρηματοπιστωτικών συμμετοχών οφείλουν να αναφέρουν, σε τακτική βάση, και τουλάχιστον ανά έτος, στον Έφορο οποιαδήποτε σημαντική συγκέντρωση κινδύνων στο επίπεδο του ομίλου, εκτός εάν τυγχάνει εφαρμογής το εδάφιο (2) του άρθρου 253 του παρόντος Νόμου.

(3) Οι αναγκαίες πληροφορίες υποβάλλονται στον Έφορο από την ασφαλιστική ή την αντασφαλιστική επιχείρηση η οποία ηγείται του ομίλου ή, εάν του ομίλου δεν ηγείται ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, από την ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου, από την εταιρεία χρηματοπιστωτικών συμμετοχών ή από την ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση στον όμιλο που έχει καθορισθεί από τον Έφορο μετά από διαβουλεύσεις με τις λοιπές ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές και με τον ίδιο τον όμιλο:

Νοείται ότι οι συγκεντρώσεις κινδύνων αποτελούν αντικείμενο εποπτικής εξέτασης του Έφορου.

(4) Ο Έφορος, μετά από διαβούλευση με τις υπόλοιπες ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές και τον όμιλο, καθορίζει το είδος των κινδύνων που πρέπει να αναφέρουν σε κάθε περίπτωση οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις κάποιου συγκεκριμένου ομίλου αφού λάβει υπόψη τον συγκεκριμένο όμιλο και τη δομή διαχείρισης των κινδύνων του ομίλου και επιβάλλει τα κατάλληλα όρια με βάση τις απαιτήσεις του κεφαλαίου φερεγγυότητας ή τις τεχνικές προβλέψεις ή και τα δύο.

(5) Ο Έφορος, κατά την εξέταση των συγκεντρώσεων κινδύνων όπως αναφέρεται στο εδάφιο (4), παρακολουθεί ιδίως τον πιθανό κίνδυνο μετάδοσης στον όμιλο, τον κίνδυνο σύγκρουσης συμφερόντων και το επίπεδο ή το μέγεθος των κινδύνων.

(6) Κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις καθορίζουν τα σχετικά με τον ορισμό της σημαντικής συγκέντρωσης κινδύνου για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα καθορίζουν τρόπους εντοπισμού σημαντικών συγκεντρώσεων κινδύνων και προσδιορισμού των κατάλληλων ορίων για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου.

(7) Εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα καθορίζουν τους μορφότυπους και υποδείγματα για τον τρόπο αναφοράς αυτών των συγκεντρώσεων κινδύνων για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου.

Υποχρέωση κυπριακών επιχειρήσεων να κοινοποιούν στοιχεία αναφορικά με τη συγκέντρωση κινδύνων

283. Κυπριακές ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις ή κυπριακές ασφαλιστικές εταιρείες χαρτοφυλακίου ή εταιρείες χρηματοπιστωτικών συμμετοχών, οι οποίες είναι μέλη ομίλου κατά την έννοια του παρόντος Μέρους, έχουν υποχρέωση να αναφέρουν, μέσω της ασφαλιστικής ή της αντασφαλιστικής επιχείρησης η οποία ηγείται του ομίλου ή, εάν του ομίλου δεν ηγείται ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, της ασφαλιστικής εταιρείας χαρτοφυλακίου, της εταιρείας χρηματοπιστωτικών συμμετοχών ή της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης στον όμιλο που έχει καθορισθεί από την εποπτική αρχή του ομίλου, σε τακτική βάση, και τουλάχιστον ανά έτος, στην αρμόδια εποπτική αρχή του ομίλου, οποιαδήποτε σημαντική συγκέντρωση κινδύνων στο επίπεδο του ομίλου, εκτός εάν εξαιρούνται από αυτή την υποχρέωση με απόφαση της αρμόδιας εποπτικής αρχής του ομίλου δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 215, παράγραφος 2 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ.

Εποπτεία συναλλαγών στο εσωτερικό του ομίλου

284.-(1) Η εποπτεία των συναλλαγών στο εσωτερικό του ομίλου ασκείται από τον Έφορο, όταν αποτελεί την αρμόδια εποπτική αρχή του ομίλου κατά τα οριζόμενα στις διατάξεις του άρθρου 286 του παρόντος Νόμου, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου, του άρθρου 285 και με τις διατάξεις του Τρίτου Κεφαλαίου του παρόντος Μέρους.

(2) Για σκοπούς εποπτείας των συναλλαγών στο εσωτερικό του ομίλου στις οποίες αναφέρεται το εδάφιο (1), ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, ασφαλιστικές εταιρείες χαρτοφυλακίου και εταιρείες χρηματοπιστωτικών συμμετοχών που ανήκουν στον όμιλο, οφείλουν να αναφέρουν σε τακτική βάση, τουλάχιστον ανά έτος, στον Έφορο όλες τις σημαντικές εντός του ομίλου συναλλαγές από ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που ανήκουν σε όμιλο, συμπεριλαμβανομένων των συναλλαγών με φυσικό πρόσωπο συνδεόμενο στενά με οποιαδήποτε επιχείρηση του ομίλου, εκτός εάν έχουν εξαιρεθεί από τον Έφορο σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου (2) του άρθρου 253, καθώς επίσης να δηλώνουν το συντομότερο δυνατό τις πολύ σημαντικές συναλλαγές εντός του ομίλου.

(3) Οι πληροφορίες του εδαφίου (2) υποβάλλονται στον Έφορο από την ασφαλιστική ή την αντασφαλιστική επιχείρηση η οποία ηγείται του ομίλου ή, εάν του ομίλου δεν ηγείται ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, από την ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου, από την εταιρεία χρηματοπιστωτικών συμμετοχών ή από την ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση στον όμιλο που έχει καθορισθεί από τον Έφορο μετά από διαβουλεύσεις με τις λοιπές ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές και με τον όμιλο:

Νοείται ότι οι συναλλαγές εντός του ομίλου υπόκεινται στην εποπτική εξέταση του Εφόρου.

(4) Ο Έφορος, μετά από διαβουλεύσεις με τις λοιπές ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές και τον όμιλο, προσδιορίζει το είδος των συναλλαγών εντός του ομίλου που οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις σε κάποιο συγκεκριμένο όμιλο πρέπει να αναφέρουν σε κάθε περίσταση και για το σκοπό αυτό εφαρμόζονται κατ΄αναλογία οι διατάξεις του εδαφίου (4) του άρθρου 282 του παρόντος Νόμου.

(5) (α) Κατ' εξουσιοδότηση πράξεις καθορίζουν τα σχετικά με τον ορισμό σημαντικών συναλλαγών εντός ομίλου για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου.

(β) Ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα καθορίζουν τρόπους εντοπισμού των σημαντικών συναλλαγών εντός του ομίλου για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου.

(γ) Εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα καθορίζουν τις διαδικασίες, μορφοτύπους και υποδείγματα για τον τρόπο αναφοράς σημαντικών συναλλαγών εντός ομίλου για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου.

ΤΜΗΜΑ 3 - ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΚΙΝΔΥΝΟΥ ΚΑΙ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΣ ΕΛΕΓΧΟΣ
Εποπτεία του συστήματος διακυβέρνησης

285.-(1) Οι απαιτήσεις που ορίζονται στο Μέρος ΙΙ, Τέταρτο Κεφάλαιο, Τμήμα 2 εφαρμόζονται κατ΄αναλογία στο επίπεδο του ομίλου.

(2) Με την επιφύλαξη των διατάξεων του εδαφίου (1), τα συστήματα διαχείρισης των κινδύνων και εσωτερικού ελέγχου και οι διαδικασίες αναφοράς εφαρμόζονται με συνέπεια σε όλες τις επιχειρήσεις που περιλαμβάνονται στο πεδίο εποπτείας του ομίλου σύμφωνα με το άρθρο 251, εδάφιο (3), παράγραφοι (α) και (β), έτσι ώστε τα εν λόγω συστήματα και οι διαδικασίες αναφοράς να μπορούν να ελέγχονται σε επίπεδο ομίλου.

(3) Με την επιφύλαξη των διατάξεων των εδαφίων (1) και (2), οι μηχανισμοί εσωτερικού ελέγχου του ομίλου περιλαμβάνουν τουλάχιστον τα ακόλουθα:

(α) Κατάλληλους μηχανισμούς όσον αφορά τη φερεγγυότητα του ομίλου για τον εντοπισμό και τη μέτρηση όλων των σημαντικών κινδύνων που αντιμετωπίζονται και για την κατάλληλη σύνδεση των επιλέξιμων ιδίων κεφαλαίων με τους κινδύνους·

(β) ορθές διαδικασίες αναφοράς και λογιστικής για την παρακολούθηση και τη διαχείριση των συναλλαγών στο εσωτερικό του ομίλου και της συγκέντρωσης των κινδύνων.

(4) Τα συστήματα και οι διαδικασίες πληροφόρησης που αναφέρονται στα εδάφια (1) μέχρι (3) υπόκεινται σε εποπτική αξιολόγηση από τον Έφορο ως αρχή εποπτείας του ομίλου, σύμφωνα με τους κανόνες που καθορίζονται στο Τρίτο Κεφάλαιο, του παρόντος Μέρους.

(5)(α) Κάθε συμμετέχουσα ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση ή ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου ή εταιρεία χρηματοπιστωτικών συμμετοχών οφείλει να αναλαμβάνει, στο επίπεδο του ομίλου, την αξιολόγηση που απαιτείται από το άρθρο 46 του παρόντος Νόμου, η οποία υπόκειται στην εποπτεία του Εφόρου ως αρμόδιας αρχής εποπτείας του ομίλου.

(β) Όταν ο υπολογισμός της φερεγγυότητας στο επίπεδο του ομίλου εκτελείται με τη μέθοδο 1, στην οποία παραπέμπει το άρθρο 268 του παρόντος Νόμου, η συμμετέχουσα επιχείρηση ασφάλισης ή αντασφάλισης ή η ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου ή η εταιρεία χρηματοπιστωτικών συμμετοχών διευκρινίζει σαφώς στον Έφορο τη διαφορά μεταξύ του ύψους των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας καθεμιάς από τις συνδεδεμένες επιχειρήσεις ασφάλισης ή αντασφάλισης και των ενοποιημένων κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας του ομίλου.

(γ) H συμμετέχουσα ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση ή η ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου ή η εταιρεία χρηματοπιστωτικών συμμετοχών, με την επιφύλαξη της σύμφωνης γνώμης του Εφόρου, δύναται να προβεί σε όλες τις εκτιμήσεις που απαιτούνται από το άρθρο 46 στο επίπεδο του ομίλου και στο επίπεδο οποιασδήποτε θυγατρικής στον όμιλο, ταυτοχρόνως, και μπορεί να εκπονήσει ένα ενιαίο έγγραφο που να καλύπτει όλες αυτές τις εκτιμήσεις.

(δ) Η επιλογή της δυνατότητας αυτής δεν απαλλάσσει τις οικείες θυγατρικές από την υποχρέωση να εξασφαλίζουν ότι πληρούνται οι απαιτήσεις του άρθρου 46.

(6) Ο Έφορος, πριν δώσει τη συγκατάθεσή του σύμφωνα με το εδάφιο (5), ζητεί τη γνώμη και λαμβάνει δεόντως υπόψη τις απόψεις και τις επιφυλάξεις όλων των μελών του Σώματος των εποπτικών αρχών που αναφέρεται στο άρθρο 287 του παρόντος Νόμου και σε περίπτωση που ο όμιλος επέλεξε τη δυνατότητα που προβλέπεται στη δεύτερη επιφύλαξη του εδαφίου (5), υποβάλλει ταυτοχρόνως το σχετικό έγγραφο σε όλες τις ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές.

ΤΡΙΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΜΕΤΡΑ ΓΙΑ ΤΗ ΔΙΕΥΚΟΛΥΝΣΗ ΤΗΣ ΕΠΟΠΤΕΙΑΣ ΤΟΥ ΟΜΙΛΟΥ
Άσκηση της εποπτείας του ομίλου από τον Έφορο

286.-(1) Μεταξύ των εποπτικών αρχών των ενδιαφερομένων κρατών μελών ορίζεται μία μοναδική αρχή εποπτείας, υπεύθυνη για το συντονισμό και την άσκηση της εποπτείας του ομίλου η αρχή εποπτείας του ομίλου. Ο Έφορος αποτελεί την αρμόδια αρχή εποπτείας του ομίλου στις πιο κάτω περιπτώσεις:

(α) Όταν ο Έφορος είναι η αρμόδια εποπτική αρχή δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου για όλες τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις σε ένα όμιλο.

(β) όταν ο Έφορος έχει χορηγήσει άδεια δυνάμει του παρόντος Νόμου στην ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση που ηγείται του ομίλου·

(γ) όταν του ομίλου δεν ηγείται ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση και -

(i) όταν η μητρική ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης είναι ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου ή εταιρεία χρηματοπιστωτικών συμμετοχών και ο Έφορος έχει χορηγήσει άδεια δυνάμει του παρόντος Νόμου στην ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου ή εταιρεία χρηματοπιστωτικών συμμετοχών·

(ii) όταν περισσότερες της μιας ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις με έδρα στην Ένωση έχουν ως μητρική τους την ίδια ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου ή εταιρεία χρηματοπιστωτικών συμμετοχών με έδρα τη Δημοκρατία, και μία από τις επιχειρήσεις αυτές έχει λάβει επίσης άδεια από τον Έφορο δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου·

(iii) όταν επικεφαλής του ομίλου βρίσκονται περισσότερες της μιας ασφαλιστικές εταιρείες χαρτοφυλακίου ή εταιρείες χρηματοπιστωτικών συμμετοχών που έχουν τις έδρες τους σε διαφορετικά κράτη μέλη, περιλαμβανομένης της Δημοκρατίας, και υπάρχει ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση σε καθένα από αυτά τα κράτη μέλη, εφόσον η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση με έδρα τη Δημοκρατία έχει το υψηλότερο σύνολο ισολογισμού·

(iv) όταν περισσότερες της μιας ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις με έδρα στην Ένωση, περιλαμβανομένης της Δημοκρατίας, έχουν ως μητρική τους την ίδια ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου ή εταιρεία χρηματοπιστωτικών συμμετοχών, και καμία από τις επιχειρήσεις αυτές δεν έχει λάβει άδεια στο κράτος μέλος στο οποίο η ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου ή η εταιρεία χρηματοπιστωτικών συμμετοχών έχει την έδρα της, εφόσον ο Έφορος αδειοδότησε την ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση που έχει το υψηλότερο σύνολο ισολογισμού· ή

(v) όταν ο όμιλος είναι όμιλος χωρίς μητρική επιχείρηση, ή σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση που δεν αναφέρεται στις παραγράφους (i) μέχρι (iv), εφόσον ο Έφορος έχει αδειοδοτήσει την ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση με το υψηλότερο σύνολο ισολογισμού.

(2) Σε ιδιαίτερες περιπτώσεις, μετά από αίτημα οποιασδήποτε ενδιαφερόμενης εποπτικής αρχής, δύναται να λαμβάνεται κοινή απόφαση των εποπτικών αρχών και να καθορίζεται ως εποπτική αρχή του ομίλου, εποπτική αρχή άλλου κράτους μέλους αντί του Εφόρου, παρά το γεγονός ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του εδαφίου (1), εάν θα ήταν απρόσφορο η εποπτεία να ασκείται από τον Έφορο, λαμβανομένης υπόψη της δομής του ομίλου και της σχετικής βαρύτητας των δραστηριοτήτων των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων στις διάφορες χώρες. Η απόφαση δυνάμει του παρόντος εδαφίου λαμβάνεται σύμφωνα με τις διατάξεις και τη διαδικασία που καθορίζεται στο άρθρο 247, παράγραφος 4 και παράγραφος 5 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ.

(3) Για τους σκοπούς του εδαφίου (2), ο Έφορος δύναται να ζητεί την έναρξη συζήτησης σχετικά με την καταλληλότητα των κριτηρίων του παρόντος άρθρου, λαμβάνοντας υπόψη ότι τέτοιες  συζητήσεις δεν λαμβάνουν χώρα πάνω από μια φορά κατ’ έτος.

(4) Οι ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές καταβάλλουν κάθε δυνατή προσπάθεια για να καταλήξουν σε κοινή απόφαση σχετικά με την επιλογή του επόπτη ομίλου μέσα σε τρεις (3) μήνες από την υποβολή του αιτήματος για συζήτηση, παρέχοντας το δικαίωμα στον όμιλο να εκφράσει την γνώμη του, πριν λάβουν την απόφασή τους, και σε περίπτωση που ο Έφορος ορίζεται ως επόπτης ομίλου, διαβιβάζει την κοινή απόφαση στον όμιλο μαζί με πλήρη αιτιολόγηση.

(5) Σε περίπτωση που δεν ληφθεί κοινή απόφαση και συντρέχουν οι προϋποθέσεις του εδαφίου (1), ο Έφορος ασκεί τα καθήκοντα του επόπτη.

(6) Τα κριτήρια που ορίζονται στα εδάφια (1) και (2) του άρθρου αυτού δυνατόν να εξειδικεύονται περαιτέρω με κατ' εξουσιοδότηση πράξεις της Επιτροπής.

Εξουσίες και καθήκοντα της αρχής εποπτείας του ομίλου και των άλλων εποπτικών αρχών – Σώμα των εποπτικών αρχών

287.-(1) Σε περίπτωση που ο Έφορος είναι η αρχή εποπτείας του ομίλου, έχει τις πιο κάτω εξουσίες και υποχρεώσεις:

(α) Τον συντονισμό της συγκέντρωσης και διάδοσης των χρήσιμων ή ουσιωδών πληροφοριών κατά τη συνήθη πορεία των δραστηριοτήτων και σε επείγουσες καταστάσεις, συμπεριλαμβανομένης της διάδοσης πληροφοριών που είναι σημαντικές για το εποπτικό έργο της εποπτικής αρχής·

(β) τον εποπτικό έλεγχο και την εκτίμηση της χρηματοοικονομικής κατάστασης του ομίλου·

(γ) την εκτίμηση της συμμόρφωσης του ομίλου με τους κανόνες για τη φερεγγυότητα και τη συγκέντρωση των κινδύνων και τις εντός του ομίλου συναλλαγές σύμφωνα με τα άρθρα 256 μέχρι 284 του παρόντος Νόμου·

(δ) την αξιολόγηση του συστήματος διακυβέρνησης του ομίλου, όπως ορίζεται στο άρθρο 285, και του κατά πόσον τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου της συμμετέχουσας επιχείρησης πληρούν τις απαιτήσεις που προβλέπονται στα άρθρα 44 και 297 του παρόντος Νόμου∙

(ε) τον προγραμματισμό και τον συντονισμό, με τακτικές συνεδριάσεις τουλάχιστον σε ετήσια βάση, ή άλλα ενδεδειγμένα μέσα, των εποπτικών δραστηριοτήτων σε συνεχή βάση καθώς και σε έκτακτες καταστάσεις, σε συνεργασία με τις ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές, λαμβανομένων επίσης υπόψη της φύσης, της κλίμακας και της πολυπλοκότητας των ενυπαρχόντων κινδύνων της επιχειρηματικής δραστηριότητας όλων των επιχειρήσεων που απαρτίζουν τον όμιλο·

(στ) άλλα καθήκοντα, μέτρα και αποφάσεις που ανατίθενται στον Έφορο, ως αρχή εποπτείας του ομίλου, δυνάμει του παρόντος Νόμου ή που απορρέουν από την εφαρμογή του παρόντος Νόμου, ιδίως τη διεξαγωγή της διαδικασίας για την επικύρωση οποιουδήποτε εσωτερικού υποδείγματος σε επίπεδο ομίλου, όπως αναφέρεται στα άρθρα 269 και 272 του παρόντος Νόμου, και τη διεξαγωγή της διαδικασίας έγκρισης της εφαρμογής του καθεστώτος που θεσπίζεται με τα άρθρα 276 μέχρι 279.

(2) Σε περίπτωση που ο Έφορος είναι η αρχή εποπτείας του ομίλου, προεδρεύει του Σώματος Εποπτικών Αρχών που συστήνεται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 248 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ, στο οποίο συμμετέχουν οι εποπτικές αρχές όλων των κρατών μελών στα οποία εδρεύουν όλες οι θυγατρικές επιχειρήσεις και η ΕΙΟΡΑ σύμφωνα με το άρθρο 21 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ.1094/201· το Σώμα Εποπτικών Αρχών διασφαλίζει ότι η συνεργασία, η ανταλλαγή πληροφοριών και οι διαδικασίες διαβούλευσης μεταξύ των εποπτικών αρχών του Σώματος εφαρμόζονται αποτελεσματικά σύμφωνα με το Τέταρτο Μέρος του παρόντος Νόμου, με στόχο την προώθηση της σύγκλισης των αντίστοιχων αποφάσεων και δραστηριοτήτων τους∙ στο Σώμα συμμετέχουν και οι εποπτικές αρχές σημαντικών υποκαταστημάτων και συνδεδεμένων επιχειρήσεων,  ωστόσο η συμμετοχή τους περιορίζεται στην επίτευξη του στόχου της αποτελεσματικής ανταλλαγής πληροφοριών:

Νοείται ότι,  ο  Έφορος συμμετέχει στο Σώμα Εποπτικών Αρχών ως εποπτική αρχή θυγατρικής επιχείρησης που εδρεύει στη Δημοκρατία και ανήκει σε όμιλο που εποπτεύεται από εποπτική αρχή άλλου κράτους μέλους:

Νοείται περαιτέρω ότι, ο Έφορος ως αρχή εποπτείας του ομίλου, δύναται να αποφασίζει ότι η αποτελεσματική λειτουργία του Σώματος Εποπτικών Αρχών δύναται να απαιτεί την εκτέλεση ορισμένων δραστηριοτήτων από μειωμένο αριθμό εποπτικών αρχών στο πλαίσιο του Σώματος.

(3) Σε περίπτωση που ο Έφορος δεν έχει εκτελέσει τα καθήκοντα τα οποία αναφέρονται στο εδάφιο (1) ή τα μέλη του Σώματος Εποπτών δεν συνεργάζονται στον βαθμό ο οποίος απαιτείται στο εδάφιο (2), οποιαδήποτε από τις ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές, περιλαμβανομένου του Εφόρου, μπορεί να παραπέμψει το θέμα στην EIOPA και να ζητήσει τη βοήθειά της, σύμφωνα με το άρθρο 19 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010. Στην περίπτωση αυτή, η EIOPA μπορεί να ενεργήσει σύμφωνα με τις εξουσίες που της εκχωρεί το εν λόγω άρθρο.

(4) Με την επιφύλαξη οποιουδήποτε μέτρου που θεσπίζεται σύμφωνα με την Οδηγία 2009/138/ΕΚ αναφορικά με το Σώμα Εποπτών, η συγκρότηση και λειτουργία του Σώματος βασίζεται σε συμφωνίες συντονισμού που συνάπτει η εποπτική αρχή του ομίλου με τις άλλες ενδιαφερόμενες αρχές και σε περίπτωση διάστασης απόψεων σχετικά με τις ρυθμίσεις συντονισμού, κάθε μέλος του Σώματος Εποπτών μπορεί να παραπέμψει το θέμα στην EIOPA και να ζητήσει τη βοήθειά της σύμφωνα με το άρθρο 19 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ.1094/2010. Στην περίπτωση αυτή, η EIOPA μπορεί να ενεργήσει σύμφωνα με τις εξουσίες που της εκχωρεί το εν λόγω άρθρο. Ο Έφορος, ως επόπτης ομίλου, λαμβάνει την τελική του απόφαση σύμφωνα με την απόφαση της EIOPA και διαβιβάζει την απόφαση στις λοιπές ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές.

(5) [Διαγράφηκε].

(6) Με την επιφύλαξη οποιουδήποτε μέτρου λαμβάνεται δυνάμει της Οδηγίας 2009/138ΕΚ, η συμφωνία συντονισμού που αναφέρεται στο εδάφιο (4) προσδιορίζει τις διαδικασίες αναφορικά με -

(α) τη διαδικασία λήψης αποφάσεων μεταξύ των αρμόδιων εποπτικών αρχών σύμφωνα με τα άρθρα 269, 271 και 286 του παρόντος Νόμου·

(β) τη διαβούλευση που αναφέρεται στο εδάφιο (4) του παρόντος άρθρου και στο εδάφιο (5) του άρθρου 256.

(7) Με την επιφύλαξη των δικαιωμάτων και των καθηκόντων του Εφόρου, ως επόπτη ομίλου και των άλλων εποπτικών αρχών, σύμφωνα με τον παρόντα Νόμο και την Οδηγία 2009/138/ΕΚ, οι συντονιστικές διευθετήσεις μπορούν να προβλέπουν πρόσθετα καθήκοντα για τον Έφορο ως επόπτη ομίλου, τις άλλες εποπτικές αρχές ή την EIOPA, στις περιπτώσεις που αυτό θα είχε ως αποτέλεσμα την αποτελεσματικότερη εποπτεία του ομίλου και δεν θα εμπόδιζε τις εποπτικές δραστηριότητες των μελών του Σώματος εποπτών σε σχέση με τις επιμέρους αρμοδιότητές τους, καθώς επίσης και-

(α) για τη διαβούλευση μεταξύ των αρμόδιων εποπτικών αρχών, ιδίως σύμφωνα με τα άρθρα 251 έως 288, 257 έως 259, 265, 282 έως 285, 289, 295, 299 και 301 του παρόντος Νόμου·

(β) για τη συνεργασία με τις υπόλοιπες εποπτικές αρχές.

(8) Ο Έφορος, ως η εποπτική αρχή του ομίλου, διαβιβάζει στην EIOPA τις πληροφορίες σχετικά με τη λειτουργία του Σώματος Εποπτών και τις τυχόν δυσχέρειες που αντιμετώπισε έτσι ώστε να ληφθούν υπόψη από την EIOPA κατά την αξιολόγηση της επιχειρησιακής λειτουργίας των Σωμάτων των εποπτικών αρχών δυνάμει της παραγράφου 6, του άρθρου 248 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ.

(9)(α) Σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων μπορούν να καθορίζουν την επιχειρησιακή λειτουργία των σωμάτων εποπτικών αρχών με βάση τις κατευθυντήριες γραμμές που εκδίδει η EIOPA δυνάμει της παραγράφου 6, του άρθρου 248 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ.

(β) Σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων καθορίζουν το συντονισμό της εποπτείας ομίλων για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου.

(γ) Κατ' εξουσιοδότηση πράξεις καθορίζουν τα σχετικά με τον ορισμό του όρου “σημαντικό υποκατάστημα”.

Συνεργασία και ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ εποπτικών αρχών

288.-(1) Ο Έφορος, είτε ως αρχή εποπτείας του ομίλου είτε ως αρμόδια εποπτική αρχή για μεμονωμένες ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις σε ένα όμιλο, συνεργάζεται στενά με τις άλλες ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές, ιδίως κατά τις περιπτώσεις στις οποίες κάποια από τις ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις αντιμετωπίζει οικονομικές δυσκολίες.

(2)(α) Με την επιφύλαξη των σχετικών αρμοδιοτήτων του, ο Έφορος, είτε ως αρχή εποπτείας του ομίλου είτε ως αρμόδια εποπτική αρχή για μεμονωμένες ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις σε ένα όμιλο, ανταλλάζει πληροφορίες με τις εποπτικές αρχές των ενδιαφερόμενων κρατών μελών, ανεξάρτητα από το αν είναι εγκατεστημένες ή όχι στο ίδιο κράτος μέλος, προκειμένου να διασφαλίζεται ότι όλες οι εποπτικές αρχές, συμπεριλαμβανομένης της αρχής εποπτείας του ομίλου, έχουν στη διάθεσή τους την ίδια ποσότητα ουσιαστικών πληροφοριών, για να καθίσταται δυνατή και να διευκολύνεται η επιτέλεση των εποπτικών καθηκόντων τους δυνάμει του παρόντος Νόμου και της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ, και στο πλαίσιο αυτό ο Έφορος και οι άλλες ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές και ο επόπτης ομίλου, ανάλογα με την περίπτωση, διαβιβάζουν αμοιβαία και χωρίς καθυστέρηση κάθε ουσιαστική πληροφορία μόλις καθίσταται διαθέσιμη, ή ανταλλάσσουν πληροφορίες όποτε τους ζητηθεί. Οι πληροφορίες που αναφέρονται στο παρόν εδάφιο περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, πληροφορίες σχετικά με ενέργειες του ομίλου και των εποπτικών αρχών, καθώς και πληροφορίες που παρέχονται από τον όμιλο.

(β) Ο Έφορος ως η αρμόδια εποπτική αρχή του ομίλου, διαβιβάζει στις ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές και στην ΕΙΟΡΑ όλες τις σχετικές με τον όμιλο πληροφορίες σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 21, των εδαφίων (1) και (2) του άρθρου 52 και των εδαφίων (2), (3) και (4) του άρθρου 293, και, ιδίως τις πληροφορίες που αφορούν στη νομική δομή του ομίλου, στο πλαίσιο διακυβέρνησης και στην οργανωτική δομή αυτού

(2α) Ο Έφορος ως αρχή εποπτείας του ομίλου διαβιβάζει στις ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές και στην ΕΙΟPΑ όλες τις σχετικές με τον όμιλο πληροφορίες σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 21, του εδαφίου (2) του άρθρου 52 και του άρθρου 293 του παρόντος Νόμου και ιδίως εκείνες που αφορούν τη νομική δομή του ομίλου, το πλαίσιο διακυβέρνησης και την οργανωτική δομή του ομίλου.

(3) Σε περίπτωση που η αρμόδια εποπτική αρχή δεν έχει διαβιβάσει τις σχετικές πληροφορίες ή που αίτημα για συνεργασία, ιδίως όσον αφορά ανταλλαγή ουσιαστικών πληροφοριών, έχει απορριφθεί ή δεν έχει διεκπεραιωθεί μέσα σε δύο εβδομάδες, ο Έφορος δύναται να παραπέμψει το θέμα στην EIOPA, η οποία με την επιφύλαξη του άρθρου 258 ΣΛΕΕ, δύναται να ενεργήσει σύμφωνα με τις εξουσίες που της ανατίθενται με το άρθρο 19 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010.

(4) Ο Έφορος, είτε ως αρμόδια εποπτική αρχή υπεύθυνη για την εποπτεία επιμέρους ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης ενός ομίλου είτε ως αρχή εποπτείας του ομίλου, δύναται να καλεί αμέσως σε συνεδρίαση όλες τις εποπτικές αρχές που συμμετέχουν στην εποπτεία του ομίλου τουλάχιστον στις ακόλουθες περιπτώσεις:

(α) Όταν λάβει γνώση τυχόν σημαντικής παραβίασης των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας ή παραβίασης των ελάχιστων κεφαλαιακών απαιτήσεων μιας επιμέρους ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης· ή

(β) όταν λάβει γνώση τυχόν σημαντικής παραβίασης των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας σε επίπεδο ομίλου βάσει ενοποιημένων δεδομένων ή των συνολικών κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας του ομίλου, σύμφωνα με τη μέθοδο υπολογισμού που χρησιμοποιείται σύμφωνα με τον Μέρος IV, Δεύτερο Κεφάλαιο, Τμήμα 1, Ενότητα 4 του παρόντος Νόμου·

(γ) σε περίπτωση που προκύπτουν άλλες εξαιρετικές περιστάσεις.

(5) Τα στοιχεία τα οποία, σε συστηματική βάση, πρέπει να συγκεντρώνονται από τον Έφορο, ως αρχή εποπτείας του ομίλου και να διαβιβάζονται στις άλλες ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές ή, σε περίπτωση που ο Έφορος ενεργεί ως εποπτική αρχή μεμονωμένης ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης που ανήκει σε όμιλο, τα στοιχεία που αυτός πρέπει να διαβιβάζει στην αρχή εποπτείας του ομίλου όπως επίσης και τα στοιχεία που είναι ουσιώδη ή συναφή για την εποπτεία σε επίπεδο ομίλου, καθορίζονται με εκτελεστικά μέτρα της Επιτροπής.

(6) Ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα καθορίζουν-

(α) τα στοιχεία τα οποία πρέπει να συγκεντρώνονται σε συστηματική βάση από τον επόπτη ομίλου και να κοινοποιούνται στις λοιπές ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές ή να διαβιβάζονται στον επόπτη ομίλου από τις λοιπές ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές·

(β) τα στοιχεία που είναι ουσιώδη ή συναφή με την εποπτεία σε επίπεδο ομίλου, με σκοπό την ενίσχυση της σύγκλισης της εποπτικής αναφοράς.

(7) Εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα καθορίζουν τις διαδικασίες, μορφότυπους, υποδείγματα για την υποβολή πληροφοριών στον επόπτη ομίλου, καθώς και της διαδικασίας για τη συνεργασία και την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ εποπτικών αρχών όπως καθορίζεται στο παρόν άρθρο.

Διαβουλεύσεις μεταξύ εποπτικών αρχών

289. (1) Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 287 του παρόντος Νόμου, ο Έφορος, είτε ως αρμόδια εποπτική αρχή ομίλου είτε ως αρμόδια εποπτική αρχή μεμονωμένης ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης που ανήκει σε όμιλο, στις περιπτώσεις που μια απόφαση είναι σημαντική για τα εποπτικά καθήκοντα άλλων εποπτικών αρχών, πριν να λάβει τη συγκεκριμένη απόφαση, διαβουλεύεται στο πλαίσιο του Σώματος Εποπτών, σχετικά με τα κατωτέρω:

(α) Μεταβολές στη μετοχική διάρθρωση, στην οργανωτική ή στη διοικητική δομή των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων ενός ομίλου, οι οποίες απαιτούν την έγκριση ή την άδεια εποπτικών αρχών·

(β) την απόφαση σχετικά με παράταση της περιόδου ανάκαμψης δυνάμει ων εδαφίων (3) και (4) του άρθρου 145 του παρόντος Νόμου·

(γ) σημαντικές κυρώσεις ή έκτακτα μέτρα που πρόκειται να λάβει, συμπεριλαμβανομένων της επιβολής πρόσθετης κεφαλαιακής απαίτησης στην κεφαλαιακή απαίτηση φερεγγυότητας δυνάμει του άρθρου 40 και της επιβολής οποιουδήποτε περιορισμού στη χρήση εσωτερικού υποδείγματος για τον υπολογισμό της κεφαλαιακής απαίτησης φερεγγυότητας δυνάμει του Μέρους ΙΙ, Έκτο Κεφάλαιο, Τμήμα 4, Ενότητα 3.

(2) Για τους σκοπούς των εδαφίων (β) και (γ) του εδαφίου (1), ο Έφορος ζητά σε κάθε περίπτωση τη γνώμη του επόπτη ομίλου.

(3) Ο Έφορος, όταν αποφασίζει σε σχέση με θέματα που καθορίζονται στο εδάφιο (1) και η απόφασή του βασίζεται σε πληροφορίες που λαμβάνονται από άλλες εποπτικές αρχές, διαβουλεύεται με τις άλλες εποπτικές αρχές πριν να λάβει την εν λόγω απόφασή του.

(4) Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 287 του παρόντος Νόμου, ο Έφορος δύναται να αποφασίσει να μην προβεί σε διαβουλεύσεις σε περιπτώσεις έκτακτης ανάγκης ή όταν οι διαβουλεύσεις αυτές ενδέχεται να υπονομεύσουν την αποτελεσματικότητα της απόφασης, αλλά ενημερώνει αμελλητί τις άλλες ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές.

Αιτήματα από την αρχή εποπτείας του ομίλου προς άλλες εποπτικές αρχές

290. (1) Ο Έφορος, ως αρμόδια αρχή εποπτείας του ομίλου δύναται να καλεί τις εποπτικές αρχές των κρατών μελών στα οποία έχει την έδρα της η μητρική επιχείρηση, και οι οποίες δεν ασκούν οι ίδιες την εποπτεία του ομίλου, να ζητήσουν από τη μητρική επιχείρηση οποιαδήποτε χρήσιμη πληροφορία για την άσκηση των συντονιστικών δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 286 του παρόντος Νόμου, και να του διαβιβάσουν τις πληροφορίες αυτές.

(2) Ο Έφορος, ως αρχή εποπτείας του ομίλου, όταν χρειάζεται τις πληροφορίες που αναφέρονται στο εδάφιο (2) του άρθρου 293 του παρόντος Νόμου, οι οποίες έχουν ήδη παρασχεθεί σε άλλη εποπτική αρχή, απευθύνεται στην εν λόγω αρχή, στο μέτρο του δυνατού, προκειμένου να αποφευχθεί επικάλυψη των πληροφοριών που διαβιβάζονται στις διάφορες αρχές οι οποίες συμμετέχουν στην εποπτεία.

(3) Ο Έφορος, ως αρμόδια αρχή εποπτείας της μητρικής επιχείρησης, η οποία έχει την έδρα της στη Δημοκρατία και η οποία δεν ασκεί η ίδια την εποπτεία του ομίλου, παραχωρεί οποιεσδήποτε χρήσιμες πληροφορίες στην αρχή της εποπτείας του ομίλου για την άσκηση των αρμοδιοτήτων της.

Συνεργασία με τις αρχές που είναι υπεύθυνες για πιστωτικά ιδρύματα και επιχειρήσεις επενδύσεων

291.-(1) Όταν μια ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση και είτε ένα πιστωτικό ίδρυμα ή μια επιχείρηση επενδύσεων ή και τα δύο, συνδέονται άμεσα ή έμμεσα ή έχουν κοινή συμμετέχουσα επιχείρηση, ο Έφορος συνεργάζεται στενά με τις αρχές που είναι υπεύθυνες για την εποπτεία των άλλων αυτών επιχειρήσεων.

(2) Με την επιφύλαξη των αντιστοίχων αρμοδιοτήτων τους, οι αρχές αυτές ανταλλάσσουν μεταξύ τους κάθε πληροφορία η οποία ενδέχεται να απλοποιήσει το έργο τους.

Ανταλλαγή πληροφοριών και επαγγελματικό απόρρητο και εμπιστευτικότητα

292. Ανεξάρτητα από τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου νόμου, επιτρέπεται η ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ του Εφόρου και των εποπτικών αρχών άλλων κρατών μελών καθώς και μεταξύ του Εφόρου και άλλων αρχών όπως καθορίζεται στα άρθρα 288 έως 291 του παρόντος Νόμου και οι πληροφορίες που λαμβάνονται στο πλαίσιο της εποπτείας του ομίλου, και ιδίως οποιαδήποτε ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ του Εφόρου και εποπτικών αρχών ή άλλων αρχών που προβλέπονται στον παρόντα Νόμο καλύπτονται από τις διατάξεις του άρθρου 345.

Πρόσβαση σε πληροφορίες

293. (1) Τα φυσικά και νομικά πρόσωπα που περιλαμβάνονται στο πεδίο της εποπτείας του ομίλου και οι συνδεδεμένες επιχειρήσεις και συμμετέχουσες επιχειρήσεις τους, ανταλλάσσουν μεταξύ τους πληροφορίες οι οποίες είναι χρήσιμες για την άσκηση της εποπτείας του ομίλου.

(2) Ο Έφορος, ως αρμόδια αρχή εποπτείας του ομίλου, καθώς επίσης και οποιαδήποτε αρμόδια αρχή εποπτείας ομίλου άλλης από τον Έφορο, έχουν πρόσβαση σε οιαδήποτε πληροφορία χρήσιμη για τους σκοπούς της εποπτείας αυτής, ανεξάρτητα από τη φύση της σχετικής επιχείρησης και για τους σκοπούς του παρόντος εδαφίου, εφαρμόζονται κατ΄αναλογία οι διατάξεις του άρθρου 38 του παρόντος Νόμου.

(3) Ο Έφορος, εφόσον ενεργεί ως επόπτης ομίλου, δύναται να περιορίζει την τακτική εποπτική αναφορά στο επίπεδο του ομίλου, αν η συχνότητά της είναι μεγαλύτερη της ετήσιας, όταν όλες οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που συμμετέχουν στον όμιλο επωφελούνται από τον συγκεκριμένο περιορισμό σύμφωνα με το εδάφιο (7) του άρθρου 38 του παρόντος Νόμου, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των εγγενών κινδύνων της δραστηριότητας του ομίλου.

(4) Ο Έφορος, εφόσον ενεργεί ως επόπτης ομίλου, δύναται να να χορηγεί εξαίρεση από την υποβολή λεπτομερών πληροφοριών ανά στοιχείο στο επίπεδο του ομίλου, όταν όλες οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που συμμετέχουν στον όμιλο επωφελούνται από τη συγκεκριμένη εξαίρεση σύμφωνα με το εδάφιο (11) του άρθρου 38, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των εγγενών κινδύνων της δραστηριότητας του ομίλου και τον στόχο της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας.

(5) Οι ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές μπορούν να απευθύνονται απευθείας στις επιχειρήσεις του ομίλου προκειμένου να λάβουν τις αναγκαίες πληροφορίες, μόνον εφόσον οι πληροφορίες αυτές έχουν ζητηθεί από την ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση που υπόκειται σε εποπτεία σε επίπεδο ομίλου και δεν έχουν παρασχεθεί από την επιχείρηση αυτή εντός εύλογου χρονικού διαστήματος.

Εξακρίβωση των πληροφοριών

294.-(1) Ο Έφορος έχει εξουσία όπως, για σκοπούς εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος Μέρους, είτε άμεσα είτε μέσω προσώπων τα οποία εξουσιοδοτεί για το σκοπό αυτό, προβαίνει σε επιτόπια εξακρίβωση των πληροφοριών που αναφέρονται στο άρθρο 293 του παρόντος Νόμου στις εγκαταστάσεις οποιασδήποτε των ακολούθων:

(α) της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης που υπόκειται στην εποπτεία του ομίλου·

(β) των συνδεδεμένων επιχειρήσεων της εν λόγω ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης·

(γ) των μητρικών επιχειρήσεων της εν λόγω ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης·

(δ) των συνδεδεμένων επιχειρήσεων μητρικής επιχείρησης της εν λόγω ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης.

(2) Όταν ο Έφορος επιθυμεί, σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, να εξακριβώσει τις πληροφορίες σχετικά με μια επιχείρηση, ρυθμιζόμενη ή μη, η οποία ανήκει σε όμιλο και βρίσκεται σε άλλο κράτος μέλος, υποβάλλει αίτημα προς τις εποπτικές αρχές του άλλου αυτού κράτους μέλους να προβούν στην εξακρίβωση:

Νοείται ότι ο Έφορος, δύναται να υποβάλει αίτημα όπως διενεργήσει ο ίδιος την εξακρίβωση και σε περίπτωση που η εξακρίβωση γίνεται από την άλλη αρμόδια αρχή, ο Έφορος δύναται να συμμετέχει σε αυτήν.

(3) Σε περίπτωση που δεν έχει δοθεί συνέχεια εντός δύο εβδομάδων σε αίτημα του Εφόρου προς άλλη εποπτική αρχή για τη διενέργεια εξακρίβωσης σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου (2) ή σε περίπτωση που ο Έφορος αδυνατεί πρακτικά να ασκήσει το δικαίωμά του για συμμετοχή σύμφωνα με το εδάφιο (2), ο Έφορος δύναται να παραπέμψει το θέμα στην EIOPA και να ζητήσει τη βοήθεια της σύμφωνα με το άρθρο 19 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010, η οποία μπορεί να ενεργήσει σύμφωνα με τις αρμοδιότητες που της ανατίθενται με το εν λόγω άρθρο.

(4) Σε περίπτωση που αρμόδια εποπτική αρχή άλλου κράτους μέλους υποβάλει αίτημα προς τον Έφορο για εξακρίβωση πληροφοριών σχετικά με επιχείρηση που βρίσκεται στη Δημοκρατία, ο Έφορος ανταποκρίνεται σε αυτό, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων του, είτε με την άμεση διεξαγωγή της εξακρίβωσης, είτε επιτρέποντας σε ελεγκτή ή εμπειρογνώμονα να προβεί στην εξακρίβωση αυτή είτε παρέχοντας τη δυνατότητα στην αρχή η οποία υπέβαλε το αίτημα να τη διενεργήσει η ίδια και ενημερώνει την αρχή εποπτείας του ομίλου αναφορικά με τις ενέργειές του.

Έκθεση για τη φερεγγυότητα και τη χρηματοοικονομική κατάσταση του ομίλου

295.-(1) Οι συμμετέχουσες ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, οι ασφαλιστικές εταιρείες χαρτοφυλακίου και οι εταιρείες χρηματοπιστωτικών συμμετοχών οφείλουν να δημοσιεύουν, σε ετήσια βάση, έκθεση για τη φερεγγυότητα και τη χρηματοοικονομική κατάσταση σε επίπεδο ομίλου και για το σκοπό αυτό εφαρμόζονται κατ΄αναλογία τα άρθρα 52, 54, 55 και 56 του παρόντος Νόμου.

(2) Συμμετέχουσα ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση ή ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου ή εταιρεία χρηματοπιστωτικών συμμετοχών δύναται, με την επιφύλαξη της συμφωνίας του Εφόρου, εφόσον είναι η αρμόδια αρχή εποπτείας του ομίλου ή της αρχής εποπτείας του ομίλου εφόσον είναι άλλη από τον Έφορο, να δημοσιεύει ενιαία έκθεση για τη φερεγγυότητα και τη χρηματοοικονομική κατάστασή της, η οποία περιλαμβάνει τα ακόλουθα:

(α) Τις πληροφορίες στο επίπεδο του ομίλου που πρέπει να δημοσιεύονται σύμφωνα με το εδάφιο (1)·

(β) τις πληροφορίες για οποιαδήποτε από τις θυγατρικές του ομίλου, που πρέπει να είναι διακριτές και αναγνωρίσιμες και να δημοσιεύονται σύμφωνα με τα άρθρα 52, 54, 55 και (3) Σε περίπτωση που ο Έφορος είναι η αρμόδια αρχή εποπτείας του ομίλου, πριν δώσει τη συγκατάθεσή του, ζητεί τη γνώμη και λαμβάνει δεόντως υπόψη τις απόψεις και τυχόν επιφυλάξεις των μελών του σώματος αρχών εποπτείας.

(4) Όταν η έκθεση που αναφέρεται στο εδάφιο (2) δεν περιλαμβάνει τις πληροφορίες, τις οποίες η εποπτική αρχή που έχει χορηγήσει άδεια σε θυγατρική του ομίλου απαιτεί από συγκρίσιμες επιχειρήσεις να παρέχουν και εφόσον η παράλειψη αυτή είναι ουσιαστική, ο Έφορος, εφόσον είναι η οικεία εποπτική αρχή, έχει την εξουσία να απαιτήσει από τη σχετική θυγατρική να δημοσιοποιήσει τις αναγκαίες πρόσθετες πληροφορίες.

(5)(α) Κατ' εξουσιοδότηση πράξεις καθορίζουν για την περαιτέρω εξειδίκευση των πληροφοριών που πρέπει να κοινοποιούνται και των προθεσμιών για την ετήσια κοινοποίηση των πληροφοριών όσον αφορά την ενιαία έκθεση σχετικά με τη φερεγγυότητα και τη χρηματοοικονομική κατάσταση σύμφωνα με το εδάφιο (2) και την έκθεση σχετικά με τη φερεγγυότητα και τη χρηματοοικονομική κατάσταση σύμφωνα με το εδάφιο (1).

(β) Εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα καθορίζουν τις διαδικασίες, τους μορφοτύπους και τα υποδείγματα για τη δημοσιοποίηση της ενιαίας έκθεσης και της έκθεσης φερεγγυότητας και χρηματοοικονομικής κατάστασης ομίλου, όπως καθορίζεται στο παρόν άρθρο.

Διάρθρωση ομίλου

296. Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, ασφαλιστικές εταιρείες χαρτοφυλακίου και οι μεικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών οφείλουν να δημοσιοποιούν, σε επίπεδο ομίλου, σε ετήσια βάση, τη νομική, τη διοικητική και την οργανωτική τους διάρθρωση, συμπεριλαμβανομένης περιγραφής όλων των θυγατρικών τους, των σημαντικών συνδεδεμένων επιχειρήσεών τους και των σημαντικών υποκαταστημάτων τους.

Διοικητικό, συμβούλιο χαρτοφυλακίου και εταιρειών χρηματοπιστωτικών συμμετοχών

297. Όλα τα πρόσωπα που διευθύνουν ουσιαστικά τις δραστηριότητες ασφαλιστικής εταιρείας χαρτοφυλακίου ή εταιρείες χρηματοπιστωτικών συμμετοχών πρέπει να πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 44.

Μέτρα επιβολής της εφαρμογής

298.-(1) Εάν οι ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις ενός ομίλου οι οποίες δεν συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις που καθορίζονται στις διατάξεις των άρθρων 256 έως 285 του παρόντος Νόμου, ή παρά το γεγονός ότι πληρούν τις εν λόγω απαιτήσεις προκύπτουν κίνδυνοι για τη φερεγγυότητα ή εάν οι εντός του ομίλου συναλλαγές ή οι συγκεντρώσεις κινδύνων αποτελούν απειλή για τη χρηματοοικονομική θέση των ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων, λαμβάνονται, το συντομότερο δυνατόν, τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να διορθωθεί η κατάσταση-

(α) από τον Έφορο, εφόσον είναι η αρμόδια αρχή εποπτείας του ομίλου, όσον αφορά τις ασφαλιστικές εταιρείες χαρτοφυλακίου ή τις εταιρείες χρηματοπιστωτικών συμμετοχών·

(β) από τον Έφορο ως εποπτική αρχή μεμονωμένης ασφαλιστικής και αντασφαλιστικής επιχείρησης που ανήκει στον όμιλο και υπάγεται, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου, στην εποπτεία του Εφόρου.

(2) Στην περίπτωση που αναφέρεται στην παράγραφο (α) του εδαφίου (1), εφόσον η ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου ή η εταιρεία χρηματοπιστωτικών συμμετοχών δεν έχει την έδρα της στη Δημοκρατία, ο Έφορος ως αρχή εποπτείας του ομίλου, ενημερώνει τις εποπτικές αρχές του κράτους μέλους στο οποίο έχει την έδρα της η επιχείρηση για τις διαπιστώσεις του, προκειμένου να μπορέσουν να λάβουν τα αναγκαία μέτρα.

(3) Σε περίπτωση που η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση δεν έχει την έδρα της στη Δημοκρατία και ο Έφορος είναι η αρμόδια αρχή εποπτείας του ομίλου, ο Έφορος ενημερώνει τις εποπτικές αρχές του κράτους μέλους καταγωγής της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, για τις διαπιστώσεις του προκειμένου να μπορέσουν να λάβουν τα αναγκαία μέτρα. Με την επιφύλαξη των διατάξεων του εδαφίου (4), ο Έφορος δύναται να καθορίζει με οδηγίες τα μέτρα τα οποία μπορούν να λαμβάνονται σε σχέση με τις ασφαλιστικές εταιρείες χαρτοφυλακίου και τις εταιρείες χρηματοπιστωτικών συμμετοχών και συντονίζουν, όπου ενδείκνυται, τα μέτρα που λαμβάνονται.

(4) Κατ' εξουσιοδότηση πράξεις δύνανται να καθορίζουν λεπτομέρειες για τον συντονισμό των μέτρων επιβολής που αναφέρονται στο παρόν άρθρο.

(5) Τηρουμένων των διατάξεων του Μέρους IX του παρόντος Νόμου αναφορικά με τα ποινικά αδικήματα, σε περίπτωση παράβασης των διατάξεων του παρόντος Μέρους από ασφαλιστική επιχείρηση χαρτοφυλακίου, ο Έφορος, είτε ως αρμόδια αρχή εποπτείας του ομίλου είτε ως αρμόδια εποπτική αρχή της ασφαλιστικής επιχείρησης μέλους του ομίλου, ανάλογα με την περίπτωση, επιβάλλει στην επιχείρηση ή/και στο πρόσωπο που ασκεί ουσιαστικά τη διοίκησή της διοικητικό πρόστιμο σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 399 και 400 του παρόντος Νόμου.

(6) Ο Έφορος, συνεργάζεται στενά με τις εποπτικές αρχές των άλλων κρατών μελών προκειμένου να εξασφαλίσει ότι οι ποινές και διοικητικό πρόστιμο του εδαφίου (5) είναι αποτελεσματικά, ιδίως όταν η κεντρική διοίκηση ή η κύρια εγκατάσταση ασφαλιστικής εταιρείας χαρτοφυλακίου δεν ευρίσκεται στον ίδιο τόπο με την έδρα της.

ΤΕΤΑΡΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΤΕΣ ΧΩΡΕΣ
Μητρικές επιχειρήσεις εκτός Κοινότητας: εξακρίβωση της ισοδυναμίας

299.-(1) Στην περίπτωση που αναφέρεται στην παράγραφο (γ) του εδαφίου (3) του άρθρου 251 του παρόντος Νόμου, ο Έφορος, εφόσον αποτελεί ενδιαφερόμενη εποπτική αρχή, εξακριβώνει κατά πόσον οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, η μητρική επιχείρηση των οποίων έχει την έδρα της εκτός της Ένωσης, υπόκεινται σε εποπτεία από εποπτική αρχή τρίτης χώρας, ισοδύναμη με εκείνη που προβλέπεται από το παρόν Μέρος, για την εποπτεία στο επίπεδο του ομίλου ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων που αναφέρονται στις παραγράφους (α) και (β) του εδαφίου (2) του στο άρθρου 251.

(2) Όταν δεν έχει εκδοθεί κατ' εξουσιοδότηση πράξη σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου, η εξακρίβωση πραγματοποιείται από τον Έφορο, εάν αυτός είναι ο επόπτης ομίλου σύμφωνα με τα κριτήρια του εδαφίου (1) του άρθρου 286 (εφεξής “οιονεί επόπτης ομίλου”), κατόπιν αιτήματος της μητρικής επιχείρησης ή μιας από τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που έχουν λάβει άδεια στην Ένωση, ή με δική του πρωτοβουλία. Η EIOPA επικουρεί τον Έφορο, σύμφωνα με το άρθρο 33 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010.

(3) Στο πλαίσιο του εδαφίου (2), πριν λάβει απόφαση σχετικά με την ισοδυναμία, ο Έφορος, ως οιονεί επόπτης ομίλου, επικουρούμενος από την EIOPA, συμβουλεύεται τις άλλες αρμόδιες εποπτικές αρχές, και στη συνέχεια λαμβάνει την απόφασή τους σύμφωνα με τα κριτήρια που έχουν καθοριστεί σύμφωνα με το εδάφιο (5), νοουμένου ότι δεν λαμβάνει, σε σχέση με τρίτη χώρα, αποφάσεις οι οποίες έρχονται σε σύγκρουση με παλιότερες αποφάσεις για τη συγκεκριμένη τρίτη χώρα, παρά μόνο όταν αυτό είναι αναγκαίο για να ληφθούν υπόψη σημαντικές αλλαγές στο καθεστώς εποπτείας που καθορίζεται στο Μέρος ΙI και στο καθεστώς εποπτείας της τρίτης χώρας.

(4) Σε περίπτωση που ο Έφορος αποτελεί ενδιαφερόμενη εποτπική αρχή και δεν ενεργεί ως οιονεί επόπτης ομίλου, και διαφωνεί με απόφαση που εκδόθηκε από τον οινεί επόπτη ομίλου, σύμφωνα με τις αντίστοιχες διατάξεις τη νομοθεσίας κράτους μέλους του εν λόγω επόπτη, δύναται να παραπέμψει το θέμα στην EIOPA και να ζητήσει τη βοήθεια της σύμφωνα με το άρθρο 19 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010, μέσα σε τρεις μήνες από την κοινοποίηση της απόφασης από τον οιονεί επόπτη ομίλου, η οποία ενεργεί σύμφωνα με τις αρμοδιότητες που της ανατίθενται με το εν λόγω άρθρο του Κανονισμού.

(5) Κατ' εξουσιοδότηση πράξεις καθορίζουν τα κριτήρια αξιολόγησης της ισοδυναμίας του καθεστώτος προληπτικής εποπτείας τρίτης χώρας για την εποπτεία ομίλων με το καθεστώς που καθορίζεται στο παρόν Μέρος.

(6) Σε περίπτωση που τρίτη χώρα πληροί τα κριτήρια που καθορίζονται σύμφωνα με το εδάφιο (5), η Επιτροπή μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 301α της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ και επικουρούμενη από την EIOPA σύμφωνα με το άρθρο 33 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010, να εκδίδει κατ' εξουσιοδότηση πράξεις που να καθορίζουν ότι το καθεστώς προληπτικής εποπτείας αυτής της τρίτης χώρας είναι ισοδύναμο με εκείνο που ορίζεται στον παρόν Μέρος.

(7) Αν η Επιτροπή δεν εκδώσει κατ' εξουσιοδότηση πράξη σύμφωνα με τα εδάφια (6) ή (8), εφαρμόζεται το άρθρο 301, του παρόντος Νόμου.

(8) Κατ΄εξουσιοδότηση πράξεις δύνανται να καθορίζουν ότι το καθεστώς προληπτικής εποπτείας μιας τρίτης χώρας, το οποίο εφαρμόζεται στις επιχειρήσεις με έδρα εκτός της Ένωσης, την 1η Ιανουαρίου 2014, είναι προσωρινά ισοδύναμο με εκείνο που καθορίζεται στο Μέρος ΙΙ, αν η συγκεκριμένη τρίτη χώρα έχει συμμορφωθεί με τα κριτήρια που καθορίζονται στο άρθρο 260, παράγραφος 5 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ.

(9) Όταν εκδίδεται κατ' εξουσιοδότηση πράξη, σύμφωνα με το εδάφιο (8), σχετικά με την προσωρινή ισοδυναμία καθεστώτος προληπτικής εποπτείας τρίτης χώρας, ο Έφορος εφαρμόζει τις διατάξεις του άρθρου 300 του παρόντος Νόμου, εκτός αν υπάρχει ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση εγκατεστημένη σε κράτος μέλος, η οποία έχει συνολικό ισολογισμό που υπερβαίνει τον συνολικό ισολογισμό της μητρικής επιχείρησης που είναι εγκατεστημένη εκτός της Ένωσης. Στην περίπτωση αυτή, τα καθήκοντα επόπτη ομίλου ασκούνται από τον οιονεί επόπτη ομίλου.

Μητρικές επιχειρήσεις εκτός της Κοινότητας: ισοδυναμία

300.-(1) Σε περίπτωση ισοδύναμης εποπτείας, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 299, ο Έφορος, εφόσον αποτελεί ενδιαφερόμενη εποπτική αρχή, βασίζεται στην ισοδύναμη εποπτεία ομίλου που ασκείται από τις εποπτικές αρχές τρίτης χώρας, σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου (2).

(2) Τα άρθρα 286 έως 298 εφαρμόζονται, τηρουμένων των αναλογιών, σε σχέση με τη συνεργασία με τις εποπτικές αρχές τρίτων χωρών.

Μητρικές επιχειρήσεις που έχουν συσταθεί σε τρίτη χώρα: απουσία ισοδυναμίας

301. (1) ‘Οταν ο έλεγχος που γίνεται σύμφωνα με το 299 του παρόντος Νόμου δείχνει ότι δεν υπάρχει ισοδύναμη εποπτεία, ή όταν ο Έφορος δεν εφαρμόζει τις διατάξεις του άρθρου 300, σε περίπτωση προσωρινής ισοδυναμίας, σύμφωνα με το εδάφιο (8) του άρθρου 299, εφαρμόζονται στις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις-

(α) οι διατάξεις των άρθρων 256 έως 274 και των άρθρων 282 έως 298, τηρουμένων των αναλογιών˙

(β) μια από τις μεθόδους που προσδιορίζονται στο εδάφιο (2).

(2) Οι γενικές αρχές και μέθοδοι που εκτίθενται στα άρθρα 256 έως 298 εφαρμόζονται στο επίπεδο της ασφαλιστικής εταιρείας χαρτοφυλακίου, της εταιρείας χρηματοπιστωτικών συμμετοχών, της ασφαλιστικής επιχείρησης της τρίτης χώρας ή της αντασφαλιστικής επιχείρησης της τρίτης χώρας. Μόνον για τον σκοπό του υπολογισμού της φερεγγυότητας του ομίλου, η μητρική επιχείρηση αντιμετωπίζεται ως εάν ήταν ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση υποκείμενη στις ίδιες προϋποθέσεις που αναφέρονται στο Μέρος ΙΙ, Έκτο Κεφάλαιο, Τμήμα 3, Ενότητες 1, 2 και 3 σε σχέση με τα ίδια κεφάλαια που είναι επιλέξιμα για τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας και σε ένα από τα ακόλουθα:

(α) κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας καθορισμένες σύμφωνα με τις αρχές του άρθρου 264 του παρόντος Νόμου, εάν πρόκειται για ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου ή για εταιρεία χρηματοπιστωτικών συμμετοχών·

(β) κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας που προσδιορίζονται σύμφωνα με τις αρχές του άρθρου 265 του παρόντος Νόμου, αν πρόκειται για ασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας ή αντασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας.

(3) Ο Έφορος δύναται να εφαρμόζει άλλες μεθόδους οι οποίες εξασφαλίζουν κατάλληλη εποπτεία των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων ενός ομίλου, νοουμένου ότι λαμβάνεται η σύμφωνη γνώμη της αρχής της εποπτείας του ομίλου, μετά από διαβουλεύσεις με τις υπόλοιπες ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές. Ο Έφορος, δύναται, ιδίως, να απαιτεί την ίδρυση ασφαλιστικής εταιρείας χαρτοφυλακίου που να έχει την έδρα της στην Ένωση ή εταιρείας χρηματοπιστωτικών συμμετοχών που να έχει την έδρα της στην Ένωση και να εφαρμόζει τις διατάξεις του παρόντος Μέρους στις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις του ομίλου, του οποίου ηγείται η εν λόγω ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου ή εταιρεία χρηματοπιστωτικών συμμετοχών. Οι επιλεγείσες από τον Έφορο μέθοδοι πρέπει να επιτρέπουν την επίτευξη των στόχων εποπτείας των ομίλων, όπως ορίζονται στον παρόντα Τίτλο, και να κοινοποιούνται από τον Έφορο στις άλλες ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές και στην Επιτροπή.

Μητρικές επιχειρήσεις εκτός Ένωσης: επίπεδα

302.-(1) Όταν η μητρική επιχείρηση που αναφέρεται στο άρθρο 299 του παρόντος Νόμου είναι η ίδια θυγατρική ασφαλιστικής εταιρείας χαρτοφυλακίου ή εταιρείας χρηματοπιστωτικών συμμετοχών που έχει την έδρα της σε τρίτη χώρα ή ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης τρίτης χώρας, ο Έφορος εφαρμόζει την εξακρίβωση που προβλέπεται στο άρθρο 299 μόνο στο επίπεδο της τελικής μητρικής επιχείρησης, η οποία είναι ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου τρίτης χώρας, εταιρεία χρηματοπιστωτικών συμμετοχών τρίτης χώρας ή ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας.

(2) Ο Έφορος δύναται να αποφασίζει, σε περίπτωση απουσίας ισοδύναμης εποπτείας που αναφέρεται στο άρθρο 299, να προβαίνει σε νέα εξακρίβωση σε χαμηλότερο επίπεδο, όταν υφίσταται μητρική επιχείρηση ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων, είτε πρόκειται για ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου τρίτης χώρας, είτε για εταιρεία χρηματοπιστωτικών συμμετοχών τρίτης χώρας, είτε για ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας και σε τέτοια περίπτωση ο Έφορος αιτιολογεί την απόφασή του στον όμιλο.

(3) Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, οι διατάξεις του άρθρου 301 του παρόντος Νόμου εφαρμόζονται κατ΄αναλογία.

Συνεργασία με εποπτικές αρχές τρίτων χωρών

303. Ο Έφορος συνεργάζεται με τις εποπτικές αρχές τρίτων χωρών στο πλαίσιο συμφωνιών που δύναται να συνάπτει η Επιτροπή με τρίτες χώρες σε ό,τι αφορά τα μέσα για την άσκηση της εποπτείας στο επίπεδο των ομίλων ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων που έχουν την έδρα τους στην Ένωση και οι οποίες διαθέτουν θυγατρικές ή κατέχουν συμμετοχές σε επιχειρήσεις εκτός της Ένωσης ή για την εποπτεία στο επίπεδο του ομίλου ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων τρίτων χωρών που έχουν την έδρα τους στο έδαφός τους και οι οποίες διαθέτουν θυγατρικές ή κατέχουν συμμετοχές σε επιχειρήσεις σε ένα ή περισσότερα κράτη μέλη.

ΠΕΜΠΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΕΣ ΕΤΑΙΡΕΙΕΣ ΧΑΡΤΟΦΥΛΑΚΙΟΥ ΜΙΚΤΗΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑΣ
Εντός ομίλου συναλλαγές

304.-(1) Σε περίπτωση που η μητρική επιχείρηση μιας ή περισσοτέρων ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων είναι ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου μεικτής δραστηριότητας, ο Έφορος, ως εποπτική αρχή των εν λόγω ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων ασκεί γενική εποπτεία επί των συναλλαγών μεταξύ αυτών των ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων και της ασφαλιστικής εταιρείας χαρτοφυλακίου μεικτής δραστηριότητας και των συνδεδεμένων της επιχειρήσεων.

(2) Τα άρθρα 284, 288 έως 294 και 298 εφαρμόζονται κατ΄αναλογία.

Συνεργασία με τις τρίτες χώρες

305. Σε ό,τι αφορά στη συνεργασία του Εφόρου με τις εποπτικές αρχές τρίτων χωρών εφαρμόζονται κατ΄αναλογία οι διατάξεις του άρθρου 303 του παρόντος Νόμου.

ΕΚΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΗ ΕΠΟΠΤΕΙΑ ΕΠΙ ΧΡΗΜΑΤΟΠΙΣΤΩΤΙΚΟΥ ΟΜΙΛΟΥ ΕΤΕΡΟΓΕΝΩΝ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΩΝ
Συμπληρωματική εποπτεία Εφόρου

306. Ο Έφορος έχει την αρμοδιότητα να ασκεί συμπληρωματική εποπτεία επί χρηματοπιστωτικού ομίλου ετερογενών δραστηριοτήτων κατά τα οριζόμενα στις Οδηγίες χρηματοπιστωτικού ομίλου ετερογενών δραστηριοτήτων οι οποίες εκδίδονται από τον Έφορο, σχετικά με τη συμπληρωματική εποπτεία πιστωτικών ιδρυμάτων, ασφαλιστικών επιχειρήσεων και επιχειρήσεων επενδύσεων χρηματοπιστωτικού ομίλου ετερογενών δραστηριοτήτων, όπως αυτή εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται.