Προοίμιο

Για σκοπούς εναρμόνισης με την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Οδηγία 2011/83/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Οκτωβρίου 2011, σχετικά με τα δικαιώματα των καταναλωτών, την τροποποίηση της οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου και της οδηγίας 1999/44/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και την κατάργηση της οδηγίας 85/577/ΕΟΚ του Συμβουλίου και της οδηγίας 97/7/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου»,

Για  σκοπούς  μερικής εναρμόνισης με  το άρθρο 27 της Οδηγίας με τίτλο «Οδηγία (ΕΕ) 2015/2302 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Νοεμβρίου 2015 σχετικά με τα οργανωμένα ταξίδια και τους συνδεδεμένους ταξιδιωτικούς διακανονισμούς, η οποία τροποποιεί τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2006/2004 και την οδηγία 2011/83/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και καταργεί την οδηγία 90/314/ΕΟΚ του Συμβουλίου»,

Η Βουλή των Αντιπροσώπων ψηφίζει ως ακολούθως:

ΜΕΡΟΣ Ι ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Συνοπτικός τίτλος

1. Ο παρών Νόμος θα αναφέρεται ως ο περί των Δικαιωμάτων των Καταναλωτών Νόμος του 2013.

Ερμηνεία

2.-(1) Στον παρόντα Νόμο, εκτός εάν από το κείμενο προκύπτει διαφορετική έννοια-

«αγαθό» σημαίνει κάθε ενσώματο κινητό πράγμα, πλην των πραγμάτων τα οποία πωλούνται στο πλαίσιο μέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης ή με άλλο τρόπο από νόμιμη αρχή, καθώς και το νερό, το φυσικό αέριο και η ηλεκτρική ενέργεια, εφόσον διατίθενται προς πώληση σε περιορισμένο όγκο ή καθορισμένη ποσότητα·

«αγαθό κατασκευασμένο σύμφωνα με τις προδιαγραφές του πελάτη» σημαίνει κάθε αγαθό το οποίο δεν είναι προκατασκευασμένο και κατασκευάζεται βάσει της ατομικής επιλογής ή απόφασης του πελάτη·

«δευτερεύουσα σύμβαση» σημαίνει μια σύμβαση με την οποία ο καταναλωτής αποκτά αγαθά ή υπηρεσίες που συνδέονται με εξ αποστάσεως σύμβαση ή με σύμβαση εκτός εμπορικού καταστήματος και όπου τα εν λόγω αγαθά ή οι υπηρεσίες παρέχονται από τον έμπορο ή από ένα τρίτο μέρος με βάση μια ρύθμιση μεταξύ του εν λόγω τρίτου μέρους και του εμπόρου·

«Δημοκρατία» σημαίνει την Κυπριακή Δημοκρατία·

«δημόσιος πλειστηριασμός» σημαίνει τη μέθοδο πώλησης κατά την οποία τα αγαθά ή οι υπηρεσίες προσφέρονται από τον έμπορο σε καταναλωτές, οι οποίοι συμμετέχουν ή έχουν τη δυνατότητα να συμμετέχουν στον πλειστηριασμό οι ίδιοι, μέσω διαφανούς ανταγωνιστικής διαδικασίας προσφορών που διεξάγεται από έναν εκπλειστηριαστή και όπου ο νικητής πλειοδότης δεσμεύεται να αγοράσει τα αγαθά ή τις υπηρεσίες·

«Δικαστήριο» σημαίνει αρμόδιο δικαστήριο της Κυπριακής Δημοκρατίας·

«εμπορική εγγύηση» σημαίνει κάθε ανάληψη υποχρέωσης εκ μέρους του εμπόρου ή παραγωγού («εγγυητής») προς τον καταναλωτή, επιπλέον των νομικών του υποχρεώσεων σχετικά με την εγγύηση συμμόρφωσης, για επιστροφή του καταβληθέντος τιμήματος ή για αντικατάσταση, επισκευή ή συντήρηση καθ’ οιονδήποτε τρόπο των αγαθών σε περίπτωση που αυτά δεν ικανοποιούν τις προδιαγραφές ή οποιαδήποτε άλλη απαίτηση πέραν της συμμόρφωσης που αναφέρονται στη δήλωση της εγγύησης ή στη σχετική διαφήμιση και που είναι διαθέσιμες κατά τη στιγμή ή πριν από τη σύναψη της σύμβασης·

«εμπορική πρακτική» σημαίνει κάθε πράξη, παράλειψη, τρόπο συμπεριφοράς ή εκπροσώπησης, εμπορική επικοινωνία, συμπεριλαμβανομένης της διαφήμισης και του μάρκετινγκ, ενός εμπόρου, άμεσα συνδεόμενη με την προώθηση, πώληση ή προμήθεια ενός αγαθού σε καταναλωτές·

«εμπορικό κατάστημα» σημαίνει-

(α) κάθε ακίνητο χώρο λιανικής πώλησης, όπου ο έμπορος πραγματοποιεί τη δραστηριότητά του σε μόνιμη βάση, ή

(β) κάθε κινητό χώρο λιανικής πώλησης, όπου ο έμπορος πραγματοποιεί τη δραστηριότητά του σε συνήθη βάση·

«έμπορος» σημαίνει κάθε φυσικό πρόσωπο ή κάθε νομικό πρόσωπο, ανεξάρτητα από το εάν διέπεται από το ιδιωτικό ή δημόσιο δίκαιο, το οποίο ενεργεί, ακόμη και μέσω κάθε άλλου προσώπου ενεργούντος εξ ονόματός του ή για λογαριασμό του, για σκοπούς οι οποίοι σχετίζονται με τις εμπορικές, επιχειρηματικές, βιοτεχνικές ή επαγγελματικές δραστηριότητές του σε σχέση με συμβάσεις καλυπτόμενες από τον παρόντα Νόμο·

«Εντεταλμένη Υπηρεσία» σημαίνει το Διευθυντή της Υπηρεσίας Ανταγωνισμού και Προστασίας Καταναλωτών του Υπουργείου Ενέργειας, Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού και οποιοδήποτε λειτουργό της εν λόγω Υπηρεσίας εξουσιοδοτημένο γραπτώς από το Διευθυντή για να ενεργεί εκ μέρους αυτού·

«εξ αποστάσεως σύμβαση» σημαίνει κάθε σύμβαση η οποία συνάπτεται μεταξύ του εμπόρου και του καταναλωτή στο πλαίσιο ενός οργανωμένου συστήματος πωλήσεων εξ αποστάσεως ή παροχής υπηρεσιών χωρίς την ταυτόχρονη φυσική παρουσία του εμπόρου και του καταναλωτή, με αποκλειστική χρήση ενός ή περισσότερων μέσων επικοινωνίας εξ αποστάσεως μέχρι και τη στιγμή σύναψης της σύμβασης·

«Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 2006/2004» σημαίνει τον Κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2006/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 27ης Οκτωβρίου 2004 σχετικά με τη συνεργασία μεταξύ των εθνικών αρχών που είναι αρμόδιες για την επιβολή της νομοθεσίας για την προστασία των καταναλωτών («κανονισμός για τη συνεργασία όσον αφορά την προστασία των καταναλωτών»)·

«καταναλωτής» σημαίνει κάθε φυσικό πρόσωπο το οποίο, όσον αφορά τις συμβάσεις που καλύπτει ο παρών Νόμος, ενεργεί για λόγους οι οποίοι δεν εμπίπτουν στην εμπορική, επιχειρηματική, βιοτεχνική ή ελεύθερη επαγγελματική του δραστηριότητα·

«Κράτος-Μέλος» σημαίνει κράτος που είναι μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή/και συμβαλλόμενο μέρος της Συμφωνίας για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο·

«μέλος της Εντεταλμένης Υπηρεσίας» σημαίνει κάθε λειτουργό της Υπηρεσίας Ανταγωνισμού και Προστασίας Καταναλωτών του Υπουργείου Ενέργειας, Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού·

«Οδηγία 2011/24/ΕΕ» σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Οδηγία 2011/24/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 9ης Μαρτίου 2011 περί εφαρμογής των δικαιωμάτων των ασθενών στο πλαίσιο της διασυνοριακής υγειονομικής περίθαλψης»·

«Οδηγία (EE) 2015/2302» σημαίνει την Οδηγία (EE) 2015/2302 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Νοεμβρίου 2015 σχετικά με τα οργανωμένα ταξίδια και τους συνδεδεμένους ταξιδιωτικούς διακανονισμούς, η οποία τροποποιεί τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2006/2004 και την οδηγία 2011/83/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και καταργεί την οδηγία 90/314/ΕΟΚ του Συμβουλίου·

«Οδηγία 90/314/ΕΟΚ» σημαίνει την Οδηγία του Συμβουλίου της 13ης Ιουνίου 1990 για τα οργανωμένα ταξίδια και τις οργανωμένες διακοπές και περιηγήσεις∙

«πακέτο» ή «οργανωμένο ταξίδι» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό στο άρθρο 2 του περί των Οργανωμένων Ταξιδιών και Συνδεδεμένων Ταξιδιωτικών Διακανονισμών Νόμου του 2017∙

«πρόσωπο» σημαίνει φυσικό και νομικό πρόσωπο·

«σταθερό μέσο» σημαίνει κάθε μέσο που επιτρέπει στον καταναλωτή ή στον έμπορο να αποθηκεύει πληροφορίες που απευθύνονται προσωπικά σε αυτόν κατά τρόπο προσπελάσιμο για μελλοντική πρόσβαση επί χρονικό διάστημα επαρκές για τους σκοπούς που εξυπηρετούν οι πληροφορίες και το οποίο επιτρέπει την ακριβή αναπαραγωγή των αποθηκευμένων πληροφοριών·

«σύμβαση εκτός εμπορικού καταστήματος» σημαίνει κάθε σύμβαση μεταξύ του εμπόρου και του καταναλωτή:

(α) η οποία συνάπτεται με ταυτόχρονη φυσική παρουσία του εμπόρου και του καταναλωτή σε χώρο που δεν είναι το εμπορικό κατάστημα του εμπόρου, ή

(β) για την οποία έγινε προσφορά από τον καταναλωτή κάτω από τις ίδιες συνθήκες που περιγράφονται στην παράγραφο (α), ή

(γ) η οποία συνάπτεται στο εμπορικό κατάστημα του εμπόρου ή με χρήση οποιουδήποτε μέσου εξ αποστάσεως επικοινωνίας αμέσως μετά από προσωπική και ατομική επαφή με τον καταναλωτή σε χώρο που δεν είναι το εμπορικό κατάστημα του εμπόρου, με την ταυτόχρονη φυσική παρουσία του εμπόρου και του καταναλωτή, ή

(δ) η οποία συνάπτεται στη διάρκεια εκδρομής οργανωμένης από τον έμπορο με σκοπό ή αποτέλεσμα τη διαφήμιση και πώληση αγαθών ή υπηρεσιών στον καταναλωτή·

«σύμβαση παροχής υπηρεσιών» σημαίνει κάθε σύμβαση πλην σύμβασης πώλησης βάσει της οποίας ο έμπορος παρέχει ή αναλαμβάνει να παράσχει υπηρεσία στον καταναλωτή, ο δε καταναλωτής καταβάλλει ή αναλαμβάνει να καταβάλει το τίμημα·

«σύμβαση πώλησης» σημαίνει κάθε σύμβαση βάσει της οποίας ο έμπορος μεταβιβάζει ή αναλαμβάνει να μεταβιβάσει την κυριότητα αγαθών στον καταναλωτή, ο δε καταναλωτής καταβάλλει ή αναλαμβάνει να καταβάλει το τίμημα, καθώς και κάθε σύμβαση που έχει ως αντικείμενο ταυτόχρονα την παροχή αγαθών και υπηρεσιών·

«Συμφωνία για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο» σημαίνει τη Συμφωνία για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο, η οποία κυρώθηκε από τη Δημοκρατία με τον περί της Συμφωνίας Συμμετοχής της Τσεχικής Δημοκρατίας, της Δημοκρατίας της Εσθονίας, της Κυπριακής Δημοκρατίας, της Δημοκρατίας της Λετονίας, της Δημοκρατίας της Λιθουανίας, της Δημοκρατίας της Μάλτας, της Δημοκρατίας της Ουγγαρίας, της Δημοκρατίας της Πολωνίας, της Δημοκρατίας της Σλοβενίας και της Σλοβακικής Δημοκρατίας στον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο του 2004 και της Τελικής Πράξης (Κυρωτικό) Νόμο, και όπως η Συμφωνία αυτή εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται·

«ταξιδιώτης» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό στο άρθρο 2 του περί των Οργανωμένων Ταξιδιών και Συνδεδεμένων Ταξιδιωτικών Διακανονισμών Νόμου του 2017·

«υπηρεσίες» σημαίνει την επί κέρδει ή επ’ αμοιβή ανάληψη και εκτέλεση υποχρεώσεων για οποιοδήποτε θέμα, εκτός από την παραγωγή ή προμήθεια αγαθών, αλλά δεν περιλαμβάνει την παροχή υπηρεσιών προς εργοδότη δυνάμει σύμβασης εργοδότησης·

«Υπουργός» σημαίνει τον Υπουργό Ενέργειας, Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού·

«χρηματοοικονομική υπηρεσία» σημαίνει κάθε υπηρεσία τραπεζικής, πιστωτικής, ασφαλιστικής ή επενδυτικής φύσης ή σχετική με ατομικές συντάξεις, με επενδύσεις ή με πληρωμές·

«ψηφιακό περιεχόμενο» σημαίνει δεδομένα που παράγονται και παρέχονται σε ψηφιακή μορφή.

(2) Στον παρόντα Νόμο και τις κανονιστικού περιεχομένου πράξεις που εκδίδονται δυνάμει αυτού, αναφορά σε νομοθετική πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως Οδηγία, Κανονισμός ή Απόφαση, σημαίνει την εν λόγω πράξη, όπως αυτή εκάστοτε διορθώνεται, τροποποιείται ή αντικαθίσταται, εκτός αν προκύπτει διαφορετική έννοια από το κείμενο.

Πεδίο εφαρμογής

3.-(1) Ο παρών Νόμος εφαρμόζεται, βάσει των όρων και στο βαθμό που ορίζεται στις διατάξεις του, σε οποιαδήποτε σύμβαση συνάπτεται μεταξύ ενός εμπόρου και ενός καταναλωτή. Εφαρμόζεται επίσης σε συμβάσεις προμήθειας νερού, φυσικού αερίου, ηλεκτρικής ενέργειας ή τηλεθέρμανσης, μεταξύ άλλων και από δημόσιους παρόχους, στο βαθμό που τα αγαθά αυτά παρέχονται σε συμβατική βάση.

(2) Εάν οποιαδήποτε διάταξη του παρόντος Νόμου έρχεται σε σύγκρουση με διάταξη άλλης πράξης του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης που ρυθμίζει ειδικούς τομείς, η διάταξη της άλλης πράξης του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης υπερισχύει και εφαρμόζεται στους ειδικούς αυτούς τομείς.

(3) Ο παρών Νόμος δεν εφαρμόζεται στις συμβάσεις-

(α) για κοινωνικές υπηρεσίες που σχετίζονται με την κοινωνική στέγαση, την παιδική μέριμνα και τη στήριξη των οικογενειών και των ατόμων που έχουν μονίμως ή προσωρινώς ανάγκη, περιλαμβανομένης της μακροπρόθεσμης μέριμνας·

(β) για υπηρεσίες υγειονομικής περίθαλψης όπως ορίζεται στο άρθρο 3 στοιχείο (α) της Οδηγίας 2011/24/ΕΕ, είτε παρέχονται μέσω υγειονομικών εγκαταστάσεων είτε όχι·

(γ) για δραστηριότητες τζόγου, που περιλαμβάνουν τυχερά παιχνίδια στα οποία ο παίκτης στοιχηματίζει χρηματικά, περιλαμβανομένων των λαχειοφόρων αγορών, τα παιχνίδια σε καζίνα και τις συναλλαγές που αφορούν στοιχήματα·

(δ) για χρηματοοικονομικές υπηρεσίες·

(ε) για τη δημιουργία, απόκτηση ή μεταβίβαση δικαιωμάτων επί ακινήτων ή δικαιωμάτων εντός ακίνητης περιουσίας·

(στ) για την κατασκευή νέων κτιρίων, τη ριζική μετατροπή υφιστάμενων κτιρίων και τη μίσθωση στέγης ως κατοικίας·

(ζ) σχετικά με τα πακέτα, με εξαίρεση το εδάφιο (7) του άρθρου 5, τα εδάφια (2) και (6) του άρθρου 7 και τα άρθρα 18, 20 και 21 τα οποία εφαρμόζονται, τηρουμένων των αναλογιών, στα πακέτα όσον αφορά τους ταξιδιώτες·

(η) οι οποίες εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του περί της Χρονομεριστικής Σύμβασης, Μακροπρόθεσμων Προϊόντων Διακοπών, Μεταπώλησης και Ανταλλαγής Νόμου, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται·

(θ) οι οποίες, σύμφωνα με την υφιστάμενη νομοθεσία, καταρτίζονται από εντεταλμένο από δημόσια αρχή πρόσωπο με καταστατική υποχρέωση ανεξαρτησίας και αμεροληψίας και καθήκον να διασφαλίζει, μέσω της παροχής εκτενών νομικών πληροφοριών, ότι ο καταναλωτής συνάπτει τη σύμβαση μόνο μετά από ώριμη νομική σκέψη και με γνώση των νομικών συνεπειών της·

(ι) για την προμήθεια τροφίμων, ποτών ή άλλων αγαθών που προορίζονται για τρέχουσα κατανάλωση στο πλαίσιο του νοικοκυριού και τα οποία παραδίδονται από τον έμπορο σε συχνή και τακτική βάση στο σπίτι, στην κατοικία ή στο χώρο εργασίας του καταναλωτή·

(ια) για υπηρεσίες μεταφοράς επιβατών, με την εξαίρεση του εδαφίου (2) του άρθρου 7 και των άρθρων 18 και 21·

(ιβ) οι οποίες συνάπτονται μέσω αυτόματων μηχανών πώλησης ή εμπορικών καταστημάτων αυτόματης πώλησης·

(ιγ) οι οποίες συνάπτονται με τηλεπικοινωνιακούς φορείς μέσω δημόσιων τηλεφωνικών θαλάμων για τη χρήση αυτών ή οι οποίες συνάπτονται για τη χρήση μιας μοναδικής κλήσης που πραγματοποιεί ο καταναλωτής μέσω τηλεφώνου, διαδικτύου ή τηλεομοιοτυπίας·

(ιδ) οι οποίες συνάπτονται εκτός εμπορικού καταστήματος για τις οποίες ο καταναλωτής καταβάλλει ποσό που δεν υπερβαίνει τα είκοσι ευρώ (€20).

(4) Ο παρών Νόμος δεν θίγει τον περί Συμβάσεων Νόμο, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται, και ειδικά τους κανόνες εγκυρότητας, διαμόρφωσης ή αποτελέσματος μιας σύμβασης, στο βαθμό που στον παρόντα Νόμο δεν ρυθμίζονται γενικές έννοιες του δικαίου των συμβάσεων.

(5) Ο παρών Νόμος δεν εμποδίζει τους εμπόρους να προσφέρουν στους καταναλωτές συμβατικές διευθετήσεις με ευνοϊκότερη προστασία από αυτήν που παρέχει ο παρών Νόμος.

ΜΕΡΟΣ ΙΙ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΗ ΓΙΑ ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ ΑΛΛΕΣ ΑΠΟ ΤΙΣ ΣΥΝΑΠΤΟΜΕΝΕΣ ΕΞ ΑΠΟΣΤΑΣΕΩΣ Ή ΕΚΤΟΣ ΕΜΠΟΡΙΚΟΥ ΚΑΤΑΣΤΗΜΑΤΟΣ
Υποχρεώσεις ενημέρωσης για συμβάσεις άλλες από τις συναπτόμενες εξ αποστάσεως ή εκτός εμπορικού καταστήματος

4.-(1) Πριν δεσμευθεί ο καταναλωτής με σύμβαση άλλη από τη συναπτόμενη εξ αποστάσεως ή εκτός εμπορικού καταστήματος ή με οποιαδήποτε αντίστοιχη προσφορά, ο έμπορος παρέχει στον καταναλωτή τις ακόλουθες πληροφορίες με ευκρινή και κατανοητό τρόπο, εάν οι εν λόγω πληροφορίες δεν είναι ήδη εμφανείς από τις περιστάσεις:

(α) τα κύρια χαρακτηριστικά των αγαθών ή των υπηρεσιών, στο βαθμό που ενδείκνυται σε σχέση με το μέσο και τα αγαθά ή τις υπηρεσίες·

(β) την ταυτότητα του εμπόρου, όπως η εμπορική επωνυμία του, τη γεωγραφική διεύθυνση στην οποία είναι εγκατεστημένος και τον αριθμό του τηλεφώνου του·

(γ) τη συνολική τιμή των αγαθών ή των υπηρεσιών, συμπεριλαμβανομένων των φόρων, ή αν, λόγω της φύσεως των αγαθών ή των υπηρεσιών, η τιμή δεν μπορεί ευλόγως να καθοριστεί εκ των προτέρων, τον τρόπο με τον οποίο πρόκειται να υπολογιστεί η τιμή και, κατά περίπτωση, όλες τις πρόσθετες επιβαρύνσεις αποστολής, παράδοσης ή ταχυδρομείου ή, όταν αυτές οι επιβαρύνσεις δεν μπορούν ευλόγως να υπολογιστούν εκ των προτέρων, το γεγονός ότι μπορεί να απαιτηθούν τέτοιες πρόσθετες επιβαρύνσεις·

(δ) κατά περίπτωση, τις ρυθμίσεις για την πληρωμή, την παράδοση, την εκτέλεση, την προθεσμία εντός της οποίας ο έμπορος αναλαμβάνει την υποχρέωση να παραδώσει τα αγαθά ή να παράσχει την υπηρεσία και την πολιτική που εφαρμόζει ο έμπορος για την αντιμετώπιση των παραπόνων·

(ε) επιπλέον της υπενθύμισης για την ύπαρξη νόμιμης εγγύησης για τη συμμόρφωση των αγαθών, την υπενθύμιση περί ύπαρξης εξυπηρέτησης μετά την πώληση και, κατά περίπτωση, εμπορικών εγγυήσεων, μαζί με τις σχετικές προϋποθέσεις·

(στ) τη διάρκεια της σύμβασης, όπου ενδείκνυται, ή, εάν η σύμβαση είναι αορίστου χρόνου ή αυτόματης παράτασης, τους όρους για τον τερματισμό της σύμβασης·

(ζ) κατά περίπτωση, τις δυνατότητες λειτουργίας του ψηφιακού περιεχομένου, μαζί με τα ισχύοντα τεχνικά μέτρα προστασίας·

(η) κατά περίπτωση, κάθε αξιόλογη διαλειτουργικότητα ψηφιακού περιεχομένου με υλισμικό και λογισμικό της οποίας ο έμπορος έχει γνώση ή ευλόγως αναμένεται να έχει γνώση·

(θ) κατά περίπτωση, τη δυνατότητα προσφυγής σε εξωδικαστικό μηχανισμό παραπόνων και επανόρθωσης, στον οποίο υπάγεται ο έμπορος, καθώς και τους τρόπους πρόσβασης σε αυτόν·

(ι) τυχόν άλλους συμβατικούς όρους και προϋποθέσεις.

(2) Το εδάφιο (1) εφαρμόζεται επίσης σε συμβάσεις παροχής νερού, φυσικού αερίου ή ηλεκτρικής ενέργειας, όταν δεν διατίθενται προς πώληση σε περιορισμένο όγκο ή καθορισμένη ποσότητα, παροχής τηλεθέρμανσης ή παροχής ψηφιακού περιεχομένου που δεν παρέχεται πάνω σε υλικό μέσο.

(3) Το εδάφιο (1) δεν εφαρμόζεται σε συμβάσεις που αφορούν καθημερινές συναλλαγές και που εκτελούνται αμέσως μόλις συναφθούν.

ΜΕΡΟΣ ΙΙΙ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ ΤΟΥ ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΗ ΚΑΙ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΥΠΑΝΑΧΩΡΗΣΗΣ ΓΙΑ ΕΞ ΑΠΟΣΤΑΣΕΩΣ ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ ΚΑΙ ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ ΕΚΤΟΣ ΕΜΠΟΡΙΚΟΥ ΚΑΤΑΣΤΗΜΑΤΟΣ
Υποχρεώσεις ενημέρωσης για συμβάσεις εξ αποστάσεως και συμβάσεις εκτός εμπορικού καταστήματος

5.-(1) Πριν δεσμευθεί ο καταναλωτής με σύμβαση συναπτόμενη εξ αποστάσεως ή εκτός εμπορικού καταστήματος ή με οποιαδήποτε αντίστοιχη προσφορά, ο έμπορος παρέχει στον καταναλωτή τις ακόλουθες πληροφορίες με ευκρινή και κατανοητό τρόπο:

(α) τα κύρια χαρακτηριστικά των αγαθών ή των υπηρεσιών, στο βαθμό που ενδείκνυται σε σχέση με το μέσο και τα αγαθά ή τις υπηρεσίες·

(β) την ταυτότητα του εμπόρου, ιδίως την εμπορική επωνυμία του·

(γ) τη γεωγραφική διεύθυνση όπου ο έμπορος είναι εγκατεστημένος και τον αριθμό τηλεφώνου του εμπόρου, τον αριθμό τηλεομοιοτυπίας και τη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου του, εάν υπάρχει, ώστε να μπορεί ο καταναλωτής να επικοινωνήσει με τον έμπορο γρήγορα και αποτελεσματικά και, κατά περίπτωση, τη γεωγραφική διεύθυνση και την ταυτότητα του εμπόρου για λογαριασμό του οποίου ενεργεί·

(δ) εάν διαφέρει από τη διεύθυνση που παρέχεται βάσει της παραγράφου (γ), τη γεωγραφική διεύθυνση της εμπορικής έδρας του εμπόρου και, όπου ενδείκνυται, τη διεύθυνση του εμπόρου για λογαριασμό του οποίου ενεργεί, όπου ο καταναλωτής μπορεί να απευθύνει τυχόν παράπονά του·

(ε) τη συνολική τιμή των αγαθών ή υπηρεσιών, συμπεριλαμβανομένων των φόρων, ή αν, λόγω της φύσεως των αγαθών ή των υπηρεσιών, η τιμή δεν μπορεί ευλόγως να καθοριστεί εκ των προτέρων, τον τρόπο με τον οποίο πρόκειται να υπολογιστεί η τιμή, καθώς και, όπου ενδείκνυται, όλες τις πρόσθετες επιβαρύνσεις αποστολής, παράδοσης ή ταχυδρομείου και κάθε άλλη δαπάνη ή, όταν αυτές οι επιβαρύνσεις δεν μπορούν ευλόγως να υπολογιστούν εκ των προτέρων, το γεγονός ότι μπορεί να απαιτηθούν τέτοιες πρόσθετες επιβαρύνσεις. Σε περίπτωση σύμβασης αορίστου χρόνου ή σύμβασης που περιλαμβάνει συνδρομή, η συνολική τιμή περιλαμβάνει τη συνολική δαπάνη ανά περίοδο χρέωσης. Εάν οι συμβάσεις αυτές επιβαρύνονται με σταθερή τιμή, η συνολική τιμή σημαίνει επίσης τη συνολική μηνιαία δαπάνη. Εάν η συνολική δαπάνη δεν μπορεί ευλόγως να υπολογισθεί εκ των προτέρων, περιγράφεται ο τρόπος με τον οποίο η τιμή πρόκειται να υπολογιστεί·

(στ) το κόστος χρησιμοποιήσεως του μέσου επικοινωνίας εξ αποστάσεως για τη σύναψη της σύμβασης, όταν αυτό υπολογίζεται με βάση άλλη εκτός των βασικών τιμολογίων·

(ζ) τις διευθετήσεις πληρωμής, παράδοσης, εκτέλεσης, της προθεσμίας εντός της οποίας ο έμπορος αναλαμβάνει να παραδώσει τα αγαθά ή να παράσχει τις υπηρεσίες και, κατά περίπτωση, της πολιτικής που εφαρμόζει ο έμπορος για την αντιμετώπιση των παραπόνων·

(η) όπου υπάρχει δικαίωμα υπαναχώρησης, τις προϋποθέσεις, την προθεσμία και τις διαδικασίες άσκησης του δικαιώματος σύμφωνα με το εδάφιο (1) του άρθρου 10, καθώς και το υπόδειγμα του εντύπου υπαναχώρησης που παρατίθεται στο Τμήμα Β του Παραρτήματος I ·

(θ) κατά περίπτωση, ότι ο καταναλωτής θα επιβαρυνθεί με τη δαπάνη επιστροφής των αγαθών σε περίπτωση υπαναχώρησης και, για τις εξ αποστάσεως συμβάσεις, εάν τα αγαθά από τη φύση τους δεν μπορούν υπό κανονικές συνθήκες να επιστραφούν ταχυδρομικώς, τη δαπάνη επιστροφής τους·

(ι) σε περίπτωση που ο καταναλωτής ασκήσει το δικαίωμα υπαναχώρησης αφού το ζητήσει δυνάμει του εδαφίου (3) του άρθρου 6 ή του εδαφίου (8) του άρθρου 7, ότι ο καταναλωτής δεσμεύεται να καταβάλει το λογικό κόστος στον έμπορο σύμφωνα με το εδάφιο (3) του άρθρου 13·

(ια) όταν δεν παρέχεται δικαίωμα υπαναχώρησης σύμφωνα με το άρθρο 15, την πληροφορία ότι ο καταναλωτής δεν θα έχει δικαίωμα υπαναχώρησης ή, κατά περίπτωση, τις περιστάσεις υπό τις οποίες ο καταναλωτής χάνει το δικαίωμά υπαναχώρησής του·

(ιβ) υπενθύμιση της ύπαρξης νόμιμης εγγύησης για τη συμμόρφωση των αγαθών·

(ιγ) κατά περίπτωση, την ύπαρξη και τους όρους εφαρμογής υπηρεσιών υποστήριξης του πελάτη μετά την πώληση, εξυπηρέτησης μετά την πώληση και εμπορικών εγγυήσεων·

(ιδ) την ύπαρξη σχετικών κωδίκων συμπεριφοράς, όπως ορίζονται στο άρθρο 2 του περί των Αθέμιτων Εμπορικών Πρακτικών των Επιχειρήσεων προς τους Καταναλωτές Νόμο, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται, και του τρόπου απόκτησης αντιγράφων τους, κατά περίπτωση·

(ιε) τη διάρκεια της σύμβασης, κατά περίπτωση, ή, εάν η σύμβαση είναι αορίστου χρόνου ή αυτόματης παράτασης, τους όρους για τον τερματισμό της σύμβασης·

(ιστ) κατά περίπτωση, την ελάχιστη διάρκεια των υποχρεώσεων του καταναλωτή βάσει της σύμβασης·

(ιζ) κατά περίπτωση, την ύπαρξη και τους όρους κατάθεσης χρημάτων ή άλλων χρηματοοικονομικών εγγυήσεων που πρέπει να καταβληθούν ή να παρασχεθούν από τον καταναλωτή όποτε το ζητήσει ο έμπορος·

(ιη) κατά περίπτωση, τις δυνατότητες λειτουργίας του ψηφιακού περιεχομένου, μαζί με τα ισχύοντα τεχνικά μέτρα προστασίας·

(ιθ) κατά περίπτωση, κάθε αξιόλογη διαλειτουργικότητα ψηφιακού περιεχομένου με υλισμικό και λογισμικό της οποίας ο έμπορος έχει γνώση ή ευλόγως αναμένεται να έχει γνώση·

(κ) κατά περίπτωση, τη δυνατότητα προσφυγής σε εξωδικαστικό μηχανισμό παραπόνων και επανόρθωσης, στον οποίο υπάγεται ο έμπορος, καθώς και τους τρόπους πρόσβασης σε αυτόν.

(2) Το εδάφιο (1) ισχύει επίσης για συμβάσεις παροχής νερού, φυσικού αερίου ή ηλεκτρικής ενέργειας, όταν δεν διατίθενται προς πώληση σε περιορισμένο όγκο ή καθορισμένη ποσότητα, παροχής τηλεθέρμανσης ή παροχής ψηφιακού περιεχομένου που δεν παρέχεται πάνω σε υλικό μέσο.

(3) Σε περίπτωση δημόσιου πλειστηριασμού, οι πληροφορίες που προβλέπονται στις παραγράφους (β), (γ) και (δ) του εδαφίου (1) μπορούν να αντικαθίστανται από αντίστοιχα στοιχεία του εκπλειστηριαστή.

(4) Οι πληροφορίες που προβλέπονται στις παραγράφους (η), (θ) και (ι) του εδαφίου (1) μπορούν να παρέχονται με το υπόδειγμα οδηγιών για την υπαναχώρηση που παρατίθεται στο Τμήμα Α του Παραρτήματος I. Ο έμπορος έχει εκπληρώσει τις υποχρεώσεις παροχής πληροφοριών που ορίζονται στις παραγράφους (η), (θ) και (ι) του εδαφίου (1), εφόσον έχει παράσχει αυτές τις οδηγίες, ορθά συμπληρωμένες, στον καταναλωτή.

(5) Οι πληροφορίες που αναφέρονται στο εδάφιο (1) αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα της σύμβασης που συνάπτεται εξ αποστάσεως ή εκτός του εμπορικού καταστήματος και δεν μεταβάλλονται πλην διά ρητής συμφωνίας των συμβαλλόμενων μερών.

(6) Εάν ο έμπορος δεν έχει τηρήσει τις υποχρεώσεις ενημέρωσης για τις πρόσθετες επιβαρύνσεις ή άλλες δαπάνες κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο (ε) του εδαφίου (1) ή για τις δαπάνες επιστροφής των αγαθών κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο (θ) του εδαφίου (1), ο καταναλωτής δεν πληρώνει τις εν λόγω επιβαρύνσεις ή δαπάνες.

(7) Οι πληροφορίες που αναφέρονται στο εδάφιο (1) συντάσσονται σε τουλάχιστον ΅ια από τις επίσημες γλώσσες της Κυπριακής Δημοκρατίας ή στη γλώσσα επιλογής του καταναλωτή, εφόσον ο έμπορος και ο καταναλωτής συμφωνούν προς τούτο.

(8) Οι οριζόμενες στον παρόντα Νόμο υποχρεώσεις ενημέρωσης είναι επιπρόσθετες με τις απαιτήσεις πληροφόρησης που προβλέπονται στον περί Ελευθερίας Εγκατάστασης Παρόχων Υπηρεσιών και της Ελεύθερης Κυκλοφορίας των Υπηρεσιών Νόμο, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται, και του περί Ορισμένων Πτυχών των Υπηρεσιών της Κοινωνίας της Πληροφορίας και ειδικά του Ηλεκτρονικού Εμπορίου καθώς και για Συναφή Θέματα Νόμου, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται:

Νοείται ότι, αν μια διάταξη του περί Ελευθερίας Εγκατάστασης Παρόχων Υπηρεσιών και της Ελεύθερης Κυκλοφορίας των Υπηρεσιών Νόμου, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται, και του περί Ορισμένων Πτυχών των Υπηρεσιών της Κοινωνίας της Πληροφορίας και ειδικά του Ηλεκτρονικού Εμπορίου καθώς και για Συναφή Θέματα Νόμου, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται, σχετικά με το περιεχόμενο και τον τρόπο με τον οποίο παρέχονται οι πληροφορίες έρχεται σε σύγκρουση με διάταξη του παρόντος Νόμου, υπερισχύει η διάταξη του παρόντος Νόμου.

(9) Ως προς την εκπλήρωση των υποχρεώσεων ενημέρωσης που ορίζονται στο Μέρος ΙΙΙ του παρόντος Νόμου, το βάρος της απόδειξης το έχει ο έμπορος.

Τυπικές απαιτήσεις για συμβάσεις εκτός εμπορικού καταστήματος

6.-(1) Όσον αφορά τις συμβάσεις εκτός εμπορικού καταστήματος, ο έμπορος παρέχει τις πληροφορίες που προβλέπονται στο εδάφιο (1) του άρθρου 5 στον καταναλωτή σε χαρτί ή, εάν συμφωνεί ο καταναλωτής, σε άλλο σταθερό μέσο. Οι πληροφορίες αυτές πρέπει να είναι ευανάγνωστες και διατυπωμένες σε απλή και κατανοητή γλώσσα.

(2) Ο έμπορος παρέχει στον καταναλωτή αντίγραφο της υπογεγραμμένης σύμβασης ή την επιβεβαίωση της σύμβασης σε χαρτί ή, εάν συμφωνεί ο καταναλωτής, σε άλλο σταθερό μέσο, συμπεριλαμβανομένης, κατά περίπτωση, της επιβεβαίωσης της προηγούμενης ρητής συγκατάθεσης και αποδοχής του καταναλωτή σύμφωνα με την παράγραφο (ιγ) του άρθρου 15.

(3) Εφόσον ο καταναλωτής επιθυμεί η παροχή υπηρεσιών ή η παροχή νερού, φυσικού αερίου ή ηλεκτρικής ενέργειας, όταν δεν διατίθενται προς πώληση σε περιορισμένο όγκο ή σε καθορισμένη ποσότητα, ή η παροχή τηλεθέρμανσης να αρχίζει στη διάρκεια της περιόδου υπαναχώρησης που προβλέπεται στο εδάφιο (2) του άρθρου 8, ο έμπορος απαιτεί από τον καταναλωτή να καταθέσει τη ρητή αίτησή του πάνω σε σταθερό μέσο.

(4) Όσον αφορά τις συμβάσεις εκτός εμπορικού καταστήματος, εάν ο καταναλωτής έχει ζητήσει ρητώς τις υπηρεσίες του εμπόρου για την εκτέλεση επισκευών ή συντήρησης για την οποία ο έμπορος και ο καταναλωτής αμέσως εκτελούν τις συμβατικές υποχρεώσεις τους και εάν το ποσόν που πρέπει να καταβάλει ο καταναλωτής δεν υπερβαίνει τα διακόσια ευρώ (€200) -

(α) ο έμπορος οφείλει να παράσχει στον καταναλωτή τις πληροφορίες που προβλέπονται στις παραγράφους (β) και (γ) του εδαφίου (1) του άρθρου 5 και πληροφορίες για την τιμή και τον τρόπο με τον οποίο πρόκειται να υπολογιστεί η τιμή, μαζί με εκτίμηση της συνολικής τιμής, σε χαρτί ή, εάν ο καταναλωτής συμφωνεί, πάνω σε άλλο σταθερό μέσο. Ο έμπορος οφείλει να παράσχει τις πληροφορίες που προβλέπονται στις παραγράφους (α), (η) και (ια) του εδαφίου (1) του άρθρου 5, αλλά δύναται επίσης να μην τις παράσχει σε χαρτί ή άλλο σταθερό μέσο εάν ο καταναλωτής συμφωνήσει ρητώς·

(β) η επιβεβαίωση της σύμβασης που γίνεται σύμφωνα με το εδάφιο (2) του παρόντος άρθρου οφείλει να περιέχει τις πληροφορίες που προβλέπονται στο εδάφιο (1) του άρθρου 5.

Τυπικές απαιτήσεις για εξ αποστάσεως συμβάσεις

7.-(1) Όσον αφορά τις εξ αποστάσεως συμβάσεις, ο έμπορος παρέχει τις πληροφορίες που προβλέπονται στο εδάφιο (1) του άρθρου 5 ή θέτει αυτές τις πληροφορίες στη διάθεση του καταναλωτή με τρόπο κατάλληλο για το μέσο της επικοινωνίας εξ αποστάσεως που χρησιμοποιείται σε απλή και κατανοητή γλώσσα. Εφόσον οι εν λόγω πληροφορίες παρέχονται πάνω σε σταθερό μέσο, οφείλουν να είναι ευανάγνωστες.

(2) Εάν μια εξ αποστάσεως σύμβαση που πρόκειται να συναφθεί με ηλεκτρονικό μέσο επιβάλλει στον καταναλωτή την υποχρέωση να πληρώσει, ο έμπορος οφείλει να παράσχει στον καταναλωτή με σαφή και ευκρινή τρόπο και αμέσως προτού ο καταναλωτής υποβάλει την παραγγελία του τις πληροφορίες που προβλέπονται στις παραγράφους (α), (ε), (ιε) και (ιστ) του εδαφίου (1) του άρθρου 5. Ο έμπορος οφείλει να μεριμνήσει ώστε ο καταναλωτής, υποβάλλοντας την παραγγελία του, να αναγνωρίσει ρητώς ότι η παραγγελία συνεπάγεται υποχρέωση πληρωμής. Εάν η υποβολή παραγγελίας απαιτεί την ενεργοποίηση ενός πλήκτρου ή ανάλογη λειτουργία, το πλήκτρο ή η ανάλογη λειτουργία πρέπει να φέρουν ευανάγνωστη σήμανση που να αναγράφει τις λέξεις «παραγγελία με υποχρέωση πληρωμής» ή μια ανάλογη σαφή διατύπωση που να δείχνει ότι η υποβολή παραγγελίας συνεπάγεται υποχρέωση πληρωμής στον έμπορο. Εάν ο έμπορος δεν συμμορφωθεί με το παρόν εδάφιο, ο καταναλωτής δεν δεσμεύεται από τη σύμβαση ή την παραγγελία.

(3) Οι εμπορικές ιστοσελίδες οφείλουν να αναγράφουν σαφώς και ευανάγνωστα το αργότερο με την έναρξη της διαδικασίας υποβολής παραγγελίας κατά πόσο ισχύουν περιορισμοί στην παράδοση και ποια μέσα πληρωμής είναι δεκτά.

(4) Εάν η σύμβαση συνάπτεται με μέσο επικοινωνίας εξ αποστάσεως το οποίο παρέχει περιορισμένο χώρο ή χρόνο για την απεικόνιση των πληροφοριών, ο έμπορος παρέχει, πάνω στο συγκεκριμένο μέσο πριν από τη σύναψη αυτής της σύμβασης, τουλάχιστον τις προσυμβατικές πληροφορίες που αφορούν τα βασικά χαρακτηριστικά των αγαθών ή των υπηρεσιών, την ταυτότητα του εμπόρου, τη συνολική τιμή, το δικαίωμα υπαναχώρησης, τη διάρκεια της σύμβασης και, εάν η σύμβαση είναι αορίστου χρόνου, τις προϋποθέσεις τερματισμού της σύμβασης, κατά τα οριζόμενα στις παραγράφους (α), (β), (ε), (η) και (ιε) του εδαφίου (1) του άρθρου 5. Οι λοιπές πληροφορίες που αναφέρονται στο εδάφιο (1) του άρθρου 5 παρέχονται από τον έμπορο στον καταναλωτή κατά κατάλληλο τρόπο σύμφωνα με το εδάφιο (1) του παρόντος άρθρου.

(5) Με την επιφύλαξη του εδαφίου (4), εάν ο έμπορος προβεί σε τηλεφωνική κλήση προς τον καταναλωτή με σκοπό τη σύναψη εξ αποστάσεως σύμβασης, οφείλει, στην αρχή της συνομιλίας με τον καταναλωτή, να δηλώσει την ταυτότητά του και, όπου τούτο έχει εφαρμογή, την ταυτότητα του προσώπου εξ ονόματος του οποίου τηλεφωνεί και τον εμπορικό σκοπό της επικοινωνίας.

(6) Εάν πρόκειται να συναφθεί εξ αποστάσεως σύμβαση μέσω τηλεφώνου, ο έμπορος υποχρεούται να επιβεβαιώσει την προσφορά του σε χαρτί ή σταθερό μέσο προς τον καταναλωτή, ο οποίος δεσμεύεται μόνον όταν υπογράψει την προσφορά ή έχει στείλει τη γραπτή συγκατάθεσή του.

(7) Ο έμπορος παρέχει στον καταναλωτή την επιβεβαίωση της συναφθείσας σύμβασης, σε χαρτί ή σταθερό μέσο σε εύλογο χρονικό διάστημα μετά τη σύναψη της εξ αποστάσεως σύμβασης και το αργότερο κατά τη στιγμή της παράδοσης των αγαθών ή προτού αρχίσει η εκτέλεση της υπηρεσίας. Η εν λόγω επιβεβαίωση περιλαμβάνει:

(α) το σύνολο των πληροφοριών που αναφέρονται στο εδάφιο (1) του άρθρου 5, εκτός εάν ο έμπορος έχει ήδη παράσχει τις πληροφορίες στον καταναλωτή πριν από τη σύναψη της εξ αποστάσεως σύμβασης σε σταθερό μέσο, και

(β) κατά περίπτωση, την επιβεβαίωση της προηγούμενης ρητής συγκατάθεσης και αναγνώρισης του καταναλωτή σύμφωνα με την παράγραφο (ιγ) του άρθρου 15.

(8) Εφόσον ο καταναλωτής επιθυμεί η παροχή υπηρεσιών ή η παροχή νερού, φυσικού αερίου ή ηλεκτρικής ενέργειας, εάν δεν διατίθενται προς πώληση σε περιορισμένο όγκο ή σε καθορισμένη ποσότητα, ή η παροχή τηλεθέρμανσης να αρχίζει στη διάρκεια της περιόδου υπαναχώρησης που προβλέπεται στο εδάφιο (2) του άρθρου 8, ο έμπορος απαιτεί από τον καταναλωτή να καταθέσει ρητή αίτηση.

(9) Το παρόν άρθρο εφαρμόζεται με την επιφύλαξη των διατάξεων σχετικά με τη σύναψη ηλεκτρονικών συμβάσεων και την αποστολή ηλεκτρονικών παραγγελιών, όπως καθορίζονται στα άρθρα 12 και 14 του περί Ορισμένων Πτυχών των Υπηρεσιών της Κοινωνίας της Πληροφορίας και ειδικά του Ηλεκτρονικού Εμπορίου καθώς και για Συναφή Θέματα Νόμου, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται.

Δικαίωμα υπαναχώρησης

8.-(1) Εκτός εάν ισχύουν οι εξαιρέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 15, ο καταναλωτής δύναται μέσα σε χρονικό διάστημα δεκατεσσάρων (14) ημερών να υπαναχωρήσει από την εξ αποστάσεως σύμβαση ή τη σύμβαση εκτός εμπορικού καταστήματος χωρίς να αναφέρει τους λόγους και χωρίς καμία επιβάρυνση πέρα από τις προβλεπόμενες στο εδάφιο (2) του άρθρου 12 και στο άρθρο 13.

(2) Με την επιφύλαξη του άρθρου 9, η προβλεπόμενη στο εδάφιο (1) του παρόντος άρθρου προθεσμία υπαναχώρησης λήγει δεκατέσσερις (14) ημέρες:

(α) από την ημερομηνία σύναψης της σύμβασης, για τις συμβάσεις υπηρεσιών·

(β) για τις συμβάσεις πώλησης, από την ημέρα κατά την οποία ο καταναλωτής ή ένα τρίτο μέρος το οποίο υποδεικνύεται από αυτόν, διαφορετικό από τον μεταφορέα, αποκτά τη φυσική κατοχή των αγαθών ή:

(i) από την ημέρα κατά την οποία ο καταναλωτής ή ένα τρίτο μέρος το οποίο υποδεικνύεται από αυτόν, διαφορετικό από τον μεταφορέα, αποκτά τη φυσική κατοχή του τελευταίου αγαθού, σε περίπτωση πολλών αγαθών παραγγελθέντων από τον καταναλωτή με μια παραγγελία και παραδιδόμενων χωριστά,

(ii) από την ημέρα κατά την οποία ο καταναλωτής ή ένα τρίτο μέρος το οποίο υποδεικνύεται από αυτόν, διαφορετικό από τον μεταφορέα, αποκτά τη φυσική κατοχή της τελευταίας παρτίδας ή του τελευταίου τεμαχίου, σε περίπτωση παράδοσης αγαθού αποτελούμενου από πολλές παρτίδες ή πολλά τεμάχια,

(iii) από την ημέρα κατά την οποία ο καταναλωτής ή ένα τρίτο μέρος το οποίο υποδεικνύεται από αυτόν, διαφορετικό από τον μεταφορέα, αποκτά τη φυσική κατοχή του πρώτου αγαθού, σε περίπτωση σύμβασης τακτικής παράδοσης αγαθών σε καθορισμένη χρονική περίοδο·

(γ) από την ημέρα σύναψης της σύμβασης, σε περίπτωση συμβάσεων παροχής νερού, φυσικού αερίου ή ηλεκτρικής ενέργειας, εάν δεν διατίθενται προς πώληση σε περιορισμένο όγκο ή καθορισμένη ποσότητα, παροχής τηλεθέρμανσης ή παροχής ψηφιακού περιεχομένου που δεν παρέχεται πάνω σε σταθερό μέσο.

(3) Τα συμβαλλόμενα μέρη δύνανται να εκτελέσουν τις συμβατικές τους υποχρεώσεις κατά τη διάρκεια της περιόδου υπαναχώρησης.

Παράλειψη ενημέρωσης σχετικά με το δικαίωμα υπαναχώρησης

9.-(1) Εάν ο έμπορος δεν παρέσχε στον καταναλωτή τις πληροφορίες σχετικά με το δικαίωμα υπαναχώρησης όπως απαιτείται από την παράγραφο (η) του εδαφίου (1) του άρθρου 5, η προθεσμία υπαναχώρησης λήγει δώδεκα (12) μήνες μετά το τέλος της αρχικής προθεσμίας υπαναχώρησης, όπως αυτή προσδιορίζεται βάσει του εδαφίου (2) του άρθρου 8.

(2) Εάν ο έμπορος παρέσχε στον καταναλωτή τις πληροφορίες που προβλέπονται στο εδάφιο (1) του παρόντος άρθρου εντός δώδεκα (12) μηνών από την ημέρα που ορίζεται στο εδάφιο (2) του άρθρου 8, η περίοδος υπαναχώρησης λήγει δεκατέσσερις (14) ημέρες από την ημέρα που ο καταναλωτής λαμβάνει τις εν λόγω πληροφορίες.

’σκηση δικαιώματος υπαναχώρησης

10.-(1) Πριν από την εκπνοή της προθεσμίας υπαναχώρησης, ο καταναλωτής ενημερώνει τον έμπορο για την απόφασή του να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση. Προς τον σκοπό αυτό, ο καταναλωτής δύναται-

(α) είτε να χρησιμοποιήσει το υπόδειγμα εντύπου υπαναχώρησης όπως ορίζεται στο Τμήμα Β του Παραρτήματος I·

(β) είτε να κάνει οποιαδήποτε άλλη σαφή δήλωση που να παρουσιάζει την απόφασή του να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση.

(2) Ο καταναλωτής έχει κάνει χρήση του δικαιώματος υπαναχώρησης εντός της προθεσμίας υπαναχώρησης που αναφέρεται στο εδάφιο (2) του άρθρου 8 και στο άρθρο 9, εάν η ανακοίνωση περί άσκησης του δικαιώματος υπαναχώρησης αποσταλεί από τον καταναλωτή πριν από την εκπνοή της προθεσμίας.

(3) Ο έμπορος μπορεί, επιπλέον των δυνατοτήτων που αναφέρονται στο εδάφιο (1), να παράσχει την επιλογή στον καταναλωτή να συμπληρώσει και να υποβάλει ηλεκτρονικά είτε το υπόδειγμα εντύπου υπαναχώρησης που παρατίθεται στο Τμήμα Β του Παραρτήματος I, είτε οποιαδήποτε άλλη σαφή δήλωση που βρίσκεται στον δικτυακό τόπο του εμπόρου. Σε αυτές τις περιπτώσεις, ο έμπορος κοινοποιεί στον καταναλωτή επιβεβαίωση παραλαβής αυτής της υπαναχώρησης πάνω σε σταθερό μέσο αμελλητί.

(4) Ο καταναλωτής φέρει το βάρος της απόδειξης ότι άσκησε το δικαίωμα υπαναχώρησης δυνάμει του παρόντος άρθρου.

Έννομα αποτελέσματα της υπαναχώρησης

11. Η άσκηση του δικαιώματος υπαναχώρησης τερματίζει τις υποχρεώσεις των συμβαλλόμενων μερών:

(α) να εκτελέσουν την εξ αποστάσεως σύμβαση ή τη σύμβαση εκτός εμπορικού καταστήματος ή

(β) να συνάψουν σύμβαση εξ αποστάσεως ή εκτός εμπορικού καταστήματος σε περιπτώσεις που υποβλήθηκε προσφορά από τον καταναλωτή.

Υποχρεώσεις του εμπόρου σε περίπτωση υπαναχώρησης

12.-(1) Ο έμπορος επιστρέφει κάθε πληρωμή που έλαβε από τον καταναλωτή, συμπεριλαμβανομένων, κατά περίπτωση, των δαπανών παράδοσης, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση και οπωσδήποτε εντός 14 ημερών από την ημέρα κατά την οποία ενημερώθηκε για την απόφαση του καταναλωτή να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση δυνάμει του άρθρου 10. Ο έμπορος προβαίνει στην επιστροφή χρημάτων χρησιμοποιώντας τα ίδια μέσα πληρωμής με εκείνα που ο καταναλωτής χρησιμοποίησε για την αρχική συναλλαγή, εκτός κι αν ο καταναλωτής έχει ρητώς συμφωνήσει διαφορετικά και υπό τον όρο να μην επιβαρυνθεί ο καταναλωτής με δαπάνες προκύπτουσες από την επιστροφή των χρημάτων.

(2) Κατά παρέκκλιση από το εδάφιο (1), ο έμπορος δεν απαιτείται να επιστρέψει τις πρόσθετες δαπάνες παράδοσης, εάν ο καταναλωτής ρητώς είχε επιλέξει τρόπο παράδοσης άλλο από τον φθηνότερο τυποποιημένο τρόπο παράδοσης που προσφέρει ο έμπορος.

(3) Εκτός εάν ο έμπορος προσφέρθηκε να παραλάβει ο ίδιος τα αγαθά, όσον αφορά τις συμβάσεις πώλησης, ο έμπορος μπορεί να παρακρατήσει την επιστροφή του τιμήματος μέχρι να λάβει πίσω τα αγαθά ή μέχρι ο καταναλωτής να παράσχει αποδείξεις ότι έστειλε πίσω τα αγαθά, όποιο από τα δύο συμβεί πρώτο.

Υποχρεώσεις του καταναλωτή σε περίπτωση υπαναχώρησης

13.-(1) Εκτός εάν ο έμπορος έχει προσφερθεί να παραλάβει τα αγαθά ο ίδιος, ο καταναλωτής επιστρέφει τα αγαθά ή τα μεταβιβάζει στον έμπορο ή σε άτομο εξουσιοδοτημένο από τον έμπορο να λάβει τα αγαθά, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση και οπωσδήποτε εντός δεκατεσσάρων (14) ημερών από την ημέρα κατά την οποία ανακοίνωσε στον έμπορο την απόφασή του να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση σύμφωνα με το άρθρο 10. Η προθεσμία τηρείται εάν ο καταναλωτής στείλει πίσω τα αγαθά πριν από την εκπνοή της προθεσμίας των δεκατεσσάρων (14) ημερών. Ο καταναλωτής επιβαρύνεται μόνο με το άμεσο κόστος επιστροφής των αγαθών, εκτός εάν ο έμπορος έχει συμφωνήσει να επιβαρυνθεί ο ίδιος με το εν λόγω κόστος ή εάν ο έμπορος έχει παραλείψει να ενημερώσει τον καταναλωτή ότι ο καταναλωτής οφείλει να επιβαρυνθεί με αυτό. Στην περίπτωση συμβάσεων εκτός εμπορικού καταστήματος, εφόσον τα αγαθά έχουν παραδοθεί στην οικία του καταναλωτή τη στιγμή της σύναψης της σύμβασης, ο έμπορος παραλαμβάνει με δικά του έξοδα τα αγαθά, εφόσον πρόκειται για αγαθά που από τη φύση τους δεν μπορούν κανονικά να επιστραφούν ταχυδρομικώς.

(2) Ο καταναλωτής ευθύνεται για τυχόν μείωση της αξίας των αγαθών μόνο ως αποτέλεσμα της διαχείρισης των αγαθών άλλης πλην εκείνης που είναι αναγκαία για τη διαπίστωση της φύσης, των χαρακτηριστικών και της λειτουργίας των αγαθών. Ο καταναλωτής δεν ευθύνεται σε καμία περίπτωση για οποιαδήποτε μείωση της αξίας των αγαθών όταν ο έμπορος δεν παρέσχε κοινοποίηση του δικαιώματος υπαναχώρησης σύμφωνα με την παράγραφο (η) του εδαφίου (1) του άρθρου 5.

(3) Εάν ο καταναλωτής ασκήσει το δικαίωμα υπαναχώρησης, αφού έχει κάνει αίτηση σύμφωνα με το εδάφιο (3) του άρθρου 6 ή το εδάφιο (8) του άρθρου 7, οφείλει ο καταναλωτής να καταβάλει στον έμπορο, σε σύγκριση με την πλήρη κάλυψη της σύμβασης, ένα ποσό ανάλογο προς τα παρασχεθέντα μέχρι τη στιγμή που ο καταναλωτής ενημέρωσε τον έμπορο ότι θα ασκήσει το δικαίωμα υπαναχώρησης. Το αναλογούν ποσό που ο καταναλωτής οφείλει να καταβάλει στον έμπορο υπολογίζεται βάσει της συνολικής τιμής που είχε συμφωνηθεί στη σύμβαση. Εάν η συνολική τιμή είναι υπερβολική, το αναλογούν ποσό θα πρέπει να υπολογιστεί βάσει της αγοραίας αξίας των παρασχεθέντων.

(4) Ο καταναλωτής δεν επιβαρύνεται:

(α) για την παροχή υπηρεσιών, την παροχή νερού, φυσικού αερίου ή ηλεκτρικής ενέργειας, εάν δεν διατίθενται προς πώληση σε περιορισμένο όγκο ή σε καθορισμένη ποσότητα, ή για παροχή τηλεθέρμανσης, εν μέρει ή εν όλω, κατά τη διάρκεια της περιόδου υπαναχώρησης, εφόσον:

(i) ο έμπορος έχει παραλείψει να παράσχει τις πληροφορίες που προβλέπονται στις παραγράφους (η) ή (ι) του εδαφίου (1) του άρθρου 5, ή

(ii) ο καταναλωτής δεν έδωσε την προηγούμενη ρητή συγκατάθεσή του να ξεκινήσει η εκτέλεση της σύμβασης στη διάρκεια της προθεσμίας υπαναχώρησης που προβλέπεται στο εδάφιο (3) του άρθρου 6 και στο εδάφιο (8) του άρθρου 7· ή

(β) για την εν όλω ή εν μέρει παροχή ψηφιακού περιεχομένου που δεν παραδίδεται πάνω σε υλικό μέσο, εφόσον:

(i) ο καταναλωτής δεν έδωσε την προηγούμενη ρητή συγκατάθεσή του να ξεκινήσει η εκτέλεση της σύμβασης πριν από το τέλος της περιόδου των δεκατεσσάρων (14) ημερών που προβλέπεται στο άρθρο 8,

(ii) ο καταναλωτής δεν αναγνώρισε ότι χάνει το δικαίωμα υπαναχώρησης όταν έδινε τη συγκατάθεσή του ή

(iii) ο έμπορος έχει παραλείψει να παράσχει την επιβεβαίωση που προβλέπεται στο εδάφιο (2) του άρθρου 6 ή στο εδάφιο (7) του άρθρου 7.

(5) Εκτός αν άλλως ορίζεται στο εδάφιο (2) του άρθρου 12 και στο παρόν άρθρο, ο καταναλωτής δεν φέρει καμία ευθύνη αν ασκήσει το δικαίωμα υπαναχώρησης.

Συνέπειες της άσκησης του δικαιώματος υπαναχώρησης σε συνδεδεμένες συμβάσεις

14.-(1) Με την επιφύλαξη του άρθρου 15 του περί Συμβάσεων Καταναλωτικής Πίστης Νόμου, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται, εάν ο καταναλωτής ασκήσει το δικαίωμα υπαναχώρησης του από εξ αποστάσεως σύμβαση ή σύμβαση εκτός εμπορικού καταστήματος σύμφωνα με τα άρθρα 8 έως 13 του παρόντος Νόμου, τυχόν συνδεδεμένες συμβάσεις λήγουν αυτομάτως, χωρίς κανένα κόστος για τον καταναλωτή, εκτός όπως προβλέπεται στο εδάφιο (2) του άρθρου 12 και στο άρθρο 13 του παρόντος Νόμου. Ο έμπορος οφείλει, σε περίπτωση κατά την οποία οι συνδεδεμένες συμβάσεις εκτελούνται από άλλο πρόσωπο από τον ίδιο, κατά την παραλαβή της κοινοποίησης υπαναχώρησης από την σύμβαση να πληροφορήσει αμέσως το άλλο πρόσωπο σχετικά.

(2) Με την επιφύλαξη του άρθρου 15 του περί των Συμβάσεων Καταναλωτικής Πίστης Νόμου, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται, εάν ο καταναλωτής ασκήσει το δικαίωμα υπαναχώρησης του από εξ αποστάσεως σύμβαση ή σύμβαση εκτός εμπορικού καταστήματος σύμφωνα με τα άρθρα 8 έως 13 του παρόντος Νόμου, και το τίμημα καλύπτεται, είτε εν όλω είτε εν μέρει, από πίστωση που έχει χορηγήσει στον αγοραστή ο έμπορος ή τρίτο πρόσωπο, βάσει διακανονισμού του τρίτου προσώπου και του εμπόρου, τότε η σύμβαση πίστωσης λύεται αυτομάτως και ο καταναλωτής δεν υπόκειται σε οποιαδήποτε έξοδα. Ο έμπορος οφείλει, σε περίπτωση κατά την οποία ο πιστωτής είναι άλλο πρόσωπο από τον ίδιο, κατά την παραλαβή της κοινοποίησης υπαναχώρησης από την σύμβαση να πληροφορήσει αμέσως τον πιστωτή σχετικά.

Εξαιρέσεις από το δικαίωμα υπαναχώρησης

15. Το δικαίωμα υπαναχώρησης, που προβλέπεται στα άρθρα 8 έως 14 για τις εξ αποστάσεως και εκτός εμπορικού καταστήματος συναπτόμενες συμβάσεις, δεν παρέχεται στις ακόλουθες περιπτώσεις:

(α) συμβάσεις υπηρεσιών μετά την πλήρη παροχή της υπηρεσίας, εάν η εκτέλεση άρχισε με την προηγούμενη ρητή συγκατάθεση του καταναλωτή, και με την εκ μέρους του αναγνώριση ότι θα απολέσει το δικαίωμα υπαναχώρησής του, μόλις η σύμβαση εκτελεσθεί πλήρως από τον έμπορο·

(β) την προμήθεια αγαθών ή την παροχή υπηρεσιών η τιμή των οποίων εξαρτάται από διακυμάνσεις της χρηματαγοράς τις οποίες δεν είναι δυνατόν να ελέγξει ο έμπορος και οι οποίες ενδέχεται να συμβούν εντός της προθεσμίας υπαναχώρησης·

(γ) την προμήθεια αγαθών που κατασκευάζονται σύμφωνα με τις προδιαγραφές του καταναλωτή ή σαφώς εξατομικευμένων·

(δ) την προμήθεια αγαθών τα οποία μπορούν να αλλοιωθούν ή λήγουν σύντομα·

(ε) την προμήθεια σφραγισμένων αγαθών τα οποία δεν είναι κατάλληλα προς επιστροφή, για λόγους προστασίας της υγείας ή για λόγους υγιεινής, και τα οποία έχουν αποσφραγιστεί μετά την παράδοση·

(στ) την προμήθεια αγαθών τα οποία, μετά την παράδοση, λόγω της φύσης τους, είναι αναπόσπαστα αναμεμειγμένα με άλλα στοιχεία·

(ζ) την προμήθεια οινοπνευματωδών ποτών, η τιμή των οποίων έχει συμφωνηθεί κατά τη στιγμή της σύναψης της σύμβασης πώλησης, η παράδοση των οποίων μπορεί όμως να πραγματοποιηθεί μόνο μετά από τριάντα (30) ημέρες και η πραγματική τιμή των οποίων εξαρτάται από διακυμάνσεις στην αγορά, τις οποίες δεν είναι δυνατόν να ελέγξει ο έμπορος·

(η) συμβάσεις κατά τις οποίες ο καταναλωτής έχει ζητήσει ειδικά επίσκεψη από τον έμπορο με σκοπό να πραγματοποιήσει επείγουσες επιδιορθώσεις ή την εκτέλεση εργασιών συντήρησης. Εάν, στην περίπτωση τέτοιας επίσκεψης, ο έμπορος παράσχει υπηρεσίες επιπλέον εκείνων που ζητήθηκαν συγκεκριμένα από τον καταναλωτή ή αγαθά πέρα από τα ανταλλακτικά που χρησιμοποιήθηκαν υποχρεωτικά κατά την εκτέλεση εργασιών συντήρησης ή κατά τις επιδιορθώσεις, το δικαίωμα υπαναχώρησης εφαρμόζεται στις εν λόγω πρόσθετες υπηρεσίες ή αγαθά·

(θ) την προμήθεια σφραγισμένων ηχητικών εγγραφών ή σφραγισμένων εγγραφών βίντεο ή σφραγισμένου λογισμικού για υπολογιστές, που αποσφραγίστηκαν μετά την παράδοση·

(ι) την προμήθεια εφημερίδων και παντός είδους περιοδικών, εξαιρουμένων των συνδρομητικών συμβάσεων για την προμήθεια αυτών των εντύπων·

(ια) συμβάσεις συναφθείσες σε δημόσιο πλειστηριασμό·

(ιβ) την παροχή στέγασης πλην για σκοπούς κατοικίας, μεταφοράς αγαθών, υπηρεσιών ενοικίασης αυτοκινήτων, εστίασης ή υπηρεσιών σχετιζόμενων με δραστηριότητες αναψυχής εάν η σύμβαση προβλέπει συγκεκριμένη ημερομηνία ή προθεσμία εκτέλεσης·

(ιγ) την προμήθεια ψηφιακού περιεχομένου μη παρεχόμενου πάνω σε υλικό μέσο, εάν η εκτέλεση άρχισε με την προηγούμενη ρητή συγκατάθεση του καταναλωτή και την επιβεβαίωση εκ μέρους του ότι χάνει έτσι το δικαίωμά υπαναχώρησής του.

ΜΕΡΟΣ ΙV ΑΛΛΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΤΟΥ ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΗ
Πεδίο εφαρμογής του Μέρους ΙV

16.-(1) Τα άρθρα 17 και 19 εφαρμόζονται στις συμβάσεις πώλησης. Τα εν λόγω άρθρα δεν εφαρμόζονται σε συμβάσεις παροχής νερού, φυσικού αερίου ή ηλεκτρικής ενέργειας, όταν δεν διατίθενται προς πώληση σε περιορισμένο όγκο ή σε καθορισμένη ποσότητα, παροχής τηλεθέρμανσης ή παροχής ψηφιακού περιεχομένου μη ευρισκόμενου πάνω σε υλικό μέσο.

(2) Τα άρθρα 18, 20 και 21 εφαρμόζονται σε συμβάσεις πωλήσεων και υπηρεσιών και σε συμβάσεις παροχής νερού, φυσικού αερίου, ηλεκτρικής ενέργειας, τηλεθέρμανσης ή ψηφιακού περιεχομένου.

Παράδοση

17.-(1) Εκτός εάν τα συμβαλλόμενα μέρη έχουν συμφωνήσει διαφορετικά ως προς τον χρόνο παράδοσης, ο έμπορος παραδίδει τα αγαθά με τη μεταβίβαση της φυσικής κατοχής ή ελέγχου των αγαθών στον καταναλωτή χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, αλλά οπωσδήποτε εντός τριάντα (30) ημερών από τη σύναψη της σύμβασης.

(2) Όταν ο έμπορος δεν εκπληρώνει την υποχρέωσή του να παραδώσει τα αγαθά τη χρονική στιγμή που συμφώνησε με τον καταναλωτή ή εντός της προθεσμίας που ορίζεται στο εδάφιο (1), ο καταναλωτής πρέπει να του ζητήσει να πραγματοποιήσει την παράδοση εντός επιπλέον προθεσμίας ανάλογης των περιστάσεων. Εάν ο έμπορος δεν παραδώσει τα αγαθά εντός αυτής της επιπλέον προθεσμίας, ο καταναλωτής δικαιούται να τερματίσει τη σύμβαση.

(3) Το εδάφιο (2) δεν εφαρμόζεται σε συμβάσεις πωλήσεων, εάν ο έμπορος έχει αρνηθεί να παραδώσει τα αγαθά ή εάν η παράδοση εντός της συμφωνημένης προθεσμίας παράδοσης είναι σημαντική, λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων που περιέβαλαν τη σύναψη της σύμβασης, ή εάν ο καταναλωτής έχει ενημερώσει τον έμπορο, πριν από τη σύναψη της σύμβασης, ότι η παράδοση απαιτείται να γίνει σε ή μέχρι μία ορισμένη ημερομηνία. Σε αυτές τις περιπτώσεις, εάν ο έμπορος παραλείψει να παραδώσει τα αγαθά κατά τη χρονική στιγμή που συμφώνησε με τον καταναλωτή ή εντός της προθεσμίας που ορίζεται στο εδάφιο (1), ο καταναλωτής δικαιούται να τερματίσει τη σύμβαση αμέσως.

(4) Μόλις τερματιστεί η σύμβαση, ο έμπορος οφείλει να επιστρέψει, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, όλα τα χρήματα που είχαν πληρωθεί βάσει της σύμβασης.

(5) Επιπλέον του τερματισμού της σύμβασης δυνάμει των εδαφίων (2) και (3), ο καταναλωτής μπορεί να χρησιμοποιήσει και άλλα νομικά μέσα που έχει στη διάθεσή του.

Έξοδα για χρήση μέσων πληρωμής

18. Οι έμποροι απαγορεύεται να χρεώνουν τους καταναλωτές, για τη χρήση ενός συγκεκριμένου μέσου πληρωμής, δαπάνη υπερβαίνουσα του κόστους χρήσης αυτού του μέσου από τον έμπορο.

Μετάθεση κινδύνου

19. Στις συμβάσεις κατά τις οποίες ο έμπορος αποστέλλει τα αγαθά στον καταναλωτή, ο κίνδυνος απώλειας ή βλάβης των αγαθών μετατίθεται στον καταναλωτή, όταν αυτός ή κάποιο τρίτο μέρος το οποίο ορίζεται σχετικά από τον καταναλωτή και είναι διαφορετικό από τον μεταφορέα του εμπόρου έχει αποκτήσει τη φυσική κατοχή των αγαθών. Εντούτοις, ο κίνδυνος μετατίθεται στον καταναλωτή με την παράδοση στον μεταφορέα, εάν ο μεταφορέας έχει λάβει εντολή από τον καταναλωτή να μεταφέρει τα αγαθά και η εν λόγω επιλογή δεν προσφέρθηκε από τον έμπορο, με την επιφύλαξη των δικαιωμάτων του καταναλωτή έναντι του μεταφορέα.

Τηλεφωνική επικοινωνία

20.-(1) Όταν ο έμπορος χρησιμοποιεί τηλεφωνική γραμμή για τηλεφωνική επικοινωνία μαζί με τον καταναλωτή σχετικά με τις συναπτόμενες συμβάσεις, ο καταναλωτής, τη στιγμή που επικοινωνεί με τον έμπορο, δεν υποχρεούται να πληρώσει πέραν από τη βασική τιμή χρέωσης της τηλεφωνικής γραμμής.

(2) Το εδάφιο (1) ισχύει με την επιφύλαξη του δικαιώματος των παρόχων των τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών να επιβάλλουν χρέωση για αυτές τις κλήσεις.

Πρόσθετες πληρωμές

21. Προτού ο καταναλωτής δεσμευθεί από τη σύμβαση ή προσφορά, ο έμπορος επιδιώκει τη ρητή συναίνεση του καταναλωτή για κάθε πρόσθετη πληρωμή επιπλέον της αμοιβής που συμφωνείται για την κύρια συμβατική υποχρέωση του εμπόρου. Εάν ο έμπορος δεν έχει λάβει τη ρητή συγκατάθεση του καταναλωτή, αλλά την έχει συναγάγει, χρησιμοποιώντας τις προκαθορισμένες επιλογές τις οποίες ο καταναλωτής απαιτείται να απορρίψει προκειμένου να αποφύγει την πρόσθετη πληρωμή, ο καταναλωτής δικαιούται την επιστροφή αυτής της πληρωμής.

ΜΕΡΟΣ V ΚΑΘΗΚΟΝΤΑ, ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΕΣ ΚΑΙ ΕΞΟΥΣΙΕΣ ΤΗΣ ΕΝΤΕΤΑΛΜΕΝΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ
Εξουσίες της Εντεταλμένης Υπηρεσίας για έρευνα και έλεγχο

22.-(1) Η Εντεταλμένη Υπηρεσία και τα μέλη της, μέσα στα πλαίσια εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος Νόμου, έχουν τις ακόλουθες εξουσίες:

(α) να εισέρχονται, να επιθεωρούν, να ερευνούν και να διενεργούν έλεγχο σε οποιοδήποτε υποστατικό ή άλλο χώρο (εκτός από κατοικία), που έχουν εύλογη αιτία να πιστεύουν ότι τελείται παράβαση ή παράλειψη συμμόρφωσης ΅ε τον παρόντα Νόμο·

(β) να ανακόπτουν, να εισέρχονται, να επιθεωρούν, να ερευνούν και να διενεργούν έλεγχο σε οποιοδήποτε μεταφορικό ΅έσο ξηράς, θάλασσας ή αέρα, το οποίο έχουν εύλογη αιτία να πιστεύουν ότι συνδέεται ΅ε παράβαση ή παράλειψη συμμόρφωσης ΅ε τον παρόντα Νόμο·

(γ) να εξετάζουν οποιαδήποτε στοιχεία, καταχωρισμένα σε μηχανικό, ηλεκτρικό ή ηλεκτρονικό σύστημα δεδομένων, και οποιαδήποτε βιβλία και έγγραφα, τα οποία βρίσκονται σε υποστατικό ή άλλο χώρο ή σε μεταφορικό ΅έσο, για τα οποία έχουν εύλογη αιτία να πιστεύουν ότι περιέχουν οποιαδήποτε πληροφορία ή καταχώριση σχετικά ΅ε πιθανή παράβαση και να παίρνουν αντίγραφα, φωτοτυπίες και αποσπάσ΅ατά τους, νοουμένου, όσον αφορά τα αποσπάσματα, ότι έχουν εύλογη αιτία να πιστεύουν ότι τα αποσπάσματα αυτά ενδεχομένως να χρειαστούν για αποδεικτικούς σκοπούς αναφορικά ΅ε οποιαδήποτε παράβαση ή παράλειψη συμμόρφωσης ΅ε τον παρόντα Νόμο·

(δ) να εισέρχονται σε υποστατικό ή άλλο χώρο και σε μεταφορικό ΅έσο-

(i) συνοδευόμενοι από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο, του οποίου την παρουσία κρίνουν αναγκαία για οποιοδήποτε σκοπό για τον οποίο ασκούν εξουσία δυνάμει του παρόντος άρθρου,

(ii) φέροντας μαζί τους οποιοδήποτε εξοπλισμό ή υλικά, που κρίνουν αναγκαία για οποιοδήποτε σκοπό για τον οποίο ασκούν εξουσία δυνάμει του παρόντος άρθρου, και

(iii) να παίρνουν δείγματα αγαθών που κρίνουν αναγκαία για οποιοδήποτε σκοπό για τον οποίο ασκούν εξουσία δυνάμει του παρόντος Νόμου.

(2) Ανεξάρτητα από το εδάφιο (1), δεν επιτρέπεται η είσοδος σε κατοικία ή η άσκηση σε κατοικία οποιασδήποτε άλλης εξουσίας την οποία χορηγεί το εδάφιο (1), εκτός κατόπιν δικαστικού διατάγματος.

(3) Ο κάτοχος και ο υπεύθυνος οποιουδήποτε υποστατικού ή άλλου χώρου ή μεταφορικού μέσου και ο κάτοχος σχετικού ΅ε την υπό διερεύνηση παράβαση αγαθού και αυτός που προσφέρει ή παρέχει σχετική ΅ε την υπό διερεύνηση παράβαση υπηρεσία και οποιοδήποτε πρόσωπο απασχολείται σε υποστατικό ή άλλο χώρο ή μεταφορικό ΅έσο, στο οποίο εισέρχονται μέλη της Εντεταλμένης Υπηρεσίας, δυνάμει του εδαφίου (1), έχουν έκαστος υποχρέωση να παρέχουν στα μέλη της Εντεταλμένης Υπηρεσίας οποιαδήποτε πληροφορία που κατέχουν και κάθε διευκόλυνση, την οποία τα μέλη της Εντεταλμένης Υπηρεσίας εύλογα απαιτούν, τα δε μέλη της Εντεταλμένης Υπηρεσίας έχουν εξουσία να απαιτούν και να λαμβάνουν οποιαδήποτε τέτοια πληροφορία και διευκόλυνση.

(4) Κάθε ΅έλος της Εντεταλμένης Υπηρεσίας έχει υποχρέωση να επιδεικνύει, εφόσον του ζητηθεί, πριν και κατά την άσκηση οποιασδήποτε από τις εξουσίες που του χορηγούνται δυνάμει του παρόντος άρθρου, πιστοποιητικό της ιδιότητάς του.

(5) Σε περίπτωση που, δυνάμει του παρόντος άρθρου, ΅έλος της Εντεταλμένης Υπηρεσίας –

(α) παίρνει δείγμα αγαθού, ή/και

(β) παίρνει αντίγραφο, φωτοτυπία ή απόσπασμα στοιχείων, βιβλίων ή εγγράφων, ή/και

(γ) κατακρατεί ή δεσμεύει μεταφορικό ΅έσο ή αγαθά ή μέρος των αγαθών,

πληροφορεί σχετικά το πρόσωπο του οποίου τα συμφέροντα επηρεάζονται από τη σχετική προαναφερόμενη πράξη ή απόφαση ή το πρόσωπο το οποίο κατά τη στιγμή που δεσμεύονται ή κατακρατούνται τα αντικείμενα που αναφέρονται στις παραγράφους (α), (β) και (γ) είναι υπεύθυνο του υποστατικού ή του μεταφορικού μέσου.

(6) Στην περίπτωση που αναφέρεται στην παράγραφο (γ) του εδαφίου (5), το ΅έλος της Εντεταλμένης Υπηρεσίας, επιπλέον πληροφορεί, το συντομότερο δυνατό, το προαναφερόμενο πρόσωπο γραπτώς ή ΅ε άλλο προσιτό υπό τις περιστάσεις τρόπο:

(α) για τους λόγους στους οποίους βασίζεται η σχετική πράξη ή απόφαση,

(β) περί του δικαιώματος του προαναφερόμενου προσώπου να προσβάλει την πράξη ή την απόφαση ΅ε προσφυγή στον Υπουργό, σύμφωνα ΅ε τα διαλαμβανόμενα στο εδάφιο (2) του άρθρου 25, και

(γ) περί της προθεσμίας εντός της οποίας δύναται να ασκηθεί το προαναφερόμενο δικαίωμα, η οποία καθορίζεται στο ίδιο εδάφιο του άρθρου 25.

Παράλειψη παροχής πληροφοριών και παρακώλυση ΅έλους της Εντεταλμένης Υπηρεσίας

23.-(1) Πρόσωπο είναι ένοχο αδικήματος, σε περίπτωση που:

(α) αποκρύπτει, καταστρέφει ή παραποιεί πληροφορία, στοιχεία, βιβλίο ή έγγραφο, ή παρέχει σε ΅έλος της Εντεταλμένης Υπηρεσίας ψευδή, ελλιπή, ανακριβή ή παραπλανητική πληροφορία, στοιχεία, βιβλίο ή έγγραφο, ή αρνείται να προσκομίσει στο ΅έλος της Εντεταλμένης Υπηρεσίας πληροφορία, στοιχεία, βιβλίο ή έγγραφο, την οποία πληροφορία, στοιχεία, βιβλίο ή έγγραφο το ΅έλος της Εντεταλμένης Υπηρεσίας απαιτεί κατά την άσκηση των εξουσιών που του χορηγεί ο παρών Νόμος, ή

(β) μετακινεί, μεταβάλλει ή επεμβαίνει, ΅ε οποιοδήποτε τρόπο, χωρίς την εξουσιοδότηση του ΅έλους της Εντεταλμένης Υπηρεσίας, σε οποιοδήποτε μεταφορικό ΅έσο ή αγαθό, το οποίο ΅έλος της Εντεταλμένης Υπηρεσίας κατακράτησε ή δέσμευσε δυνάμει της παραγράφου (γ) του εδαφίου (5) του άρθρου 22, ή

(γ) παραλείπει να συμμορφωθεί ΅ε διαταγή της Εντεταλμένης Υπηρεσίας δυνάμει της παραγράφου (α) του εδαφίου (2) του άρθρου 24.

(2) Πρόσωπο που διαπράττει το αδίκημα που περιγράφεται στο εδάφιο (1) τιμωρείται, σε περίπτωση καταδίκης του, ΅ε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις εκατό χιλιάδες ευρώ (€100.000) ή ΅ε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τους έξι (6) μήνες ή και ΅ε τις δυο αυτές ποινές.

(3) Ανεξάρτητα από την ποινική ευθύνη ή ποινική δίωξη οποιουδήποτε προσώπου, η Εντεταλμένη Υπηρεσία δύναται να επιβάλλει διοικητικό πρόστιμο σύμφωνα ΅ε την παράγραφο (δ) του εδαφίου (2) του άρθρου 24:

(α) στον παραγωγό ή στο διανομέα, ανάλογα ΅ε την περίπτωση, όταν δεν παραχωρούν σε αυτήν, μέσα σε τακτή προθεσμία, τα απαιτούμενα έγγραφα ή τις πληροφορίες που αφορούν συγκεκριμένα αγαθά ή παρακωλύουν ΅ε οποιοδήποτε τρόπο τις διαδικασίες αυτές ή παρέχουν ψευδείς ή παραπλανητικές πληροφορίες·

(β) σε οποιοδήποτε πρόσωπο που εσκεμμένα παρακωλύει ΅έλος της Εντεταλμένης Υπηρεσίας να ασκήσει τις εξουσίες που έχει δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου·

(γ) σε οποιοδήποτε πρόσωπο που δεν συμμορφώνεται ΅ε διαταγή της Εντεταλμένης Υπηρεσίας, σύμφωνα ΅ε την παράγραφο (α) του εδαφίου (2) του άρθρου 24.

(4) Σε περίπτωση συνέχισης της παράβασης, η Εντεταλμένη Υπηρεσία δύναται να επιβάλλει πρόστιμο σύμφωνα ΅ε την παράγραφο (ε) του εδαφίου (2) του άρθρου 24, για κάθε μέρα συνέχισης της παράβασης ανάλογα ΅ε τη βαρύτητα αυτής.

Εξέταση παραβάσεων, επιβολή διοικητικών προστίμων και έκδοση απαγορευτικού ή προστακτικού διατάγματος

24.-(1) Η Εντεταλμένη Υπηρεσία έχει καθήκον και αρμοδιότητα να εξετάζει, κατόπιν υποβολής παραπόνου ή και αυτεπάγγελτα, τυχόν παραβάσεις διατάξεων του παρόντος Νόμου.

(2) Όταν η Εντεταλμένη Υπηρεσία, κατά τη δυνάμει του εδαφίου (1) του παρόντος άρθρου διερεύνηση παραπόνου ή αυτεπάγγελτη έρευνα, διαπιστώσει παράβαση του παρόντος Νόμου, έχει εξουσία να προβαίνει στις πιο κάτω ενέργειες:

(α) να διατάσσει ή να συστήνει στον παραβάτη ή οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο, κατά την κρίση της, ενέχεται ή ευθύνεται για την παράβαση αυτή, ή ακόμα και οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο, κατά την κρίση της, στην περίπτωση που η παράβαση δεν έχει ακόμα γίνει, αλλά εύλογα κρίνεται από την Εντεταλμένη Υπηρεσία ότι επίκειται να γίνει, έστω και αν δεν αποδεικνύεται πραγματική ζημιά ή βλάβη, ούτε δόλος ή αμέλεια εκ μέρους του εμπόρου, όπως, άμεσα ή μέσα σε τακτή προθεσμία, τερματίσει την παράβαση και αποφύγει επανάληψή της στο μέλλον·

(β)να δημοσιεύει ή να απαιτεί από τον παραβάτη τη δημοσίευση της απόφασής της στο σύνολό της ή εν μέρει, ΅ε την μορφή και τον τρόπο που κρίνει κατάλληλο·

(γ) να απαιτεί επιπλέον από τον παραβάτη τη δημοσίευση μέσα σε τακτή προθεσμία, επανορθωτικής δήλωσης ΅ε τη μορφή και τον τρόπο που κρίνει υπό τις περιστάσεις κατάλληλο·

(δ) να επιβάλλει διοικητικό πρόστιμο, ύστερα από έγκριση του Γενικού Διευθυντή του Υπουργείου Ενέργειας, Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού, ανάλογα ΅ε τη φύση, τη βαρύτητα και τη διάρκεια της παράβασης, ύψους μέχρι και το πέντε τοις εκατόν (5%) του κύκλου εργασιών του παραβάτη κατά το αμέσως προηγούμενο της παράβασης έτος ή πρόστιμο ύψους μέχρι διακόσιες χιλιάδες ευρώ (€200,000):

Νοείται ότι, αναφορικά ΅ε ίδρυμα ή οργανισμό που κρίνεται ότι δεν έχει κύκλο εργασιών, για τον υπολογισμό του πιο πάνω διοικητικού προστίμου χρησιμοποιείται, ως βάση, αντί του κύκλου εργασιών, το πέντε τοις εκατόν (5%) του συνόλου του ενεργητικού του:

Νοείται περαιτέρω ότι, σε καμία περίπτωση το διοικητικό πρόστιμο δε θα υπερβαίνει τις διακόσιες χιλιάδες ευρώ (€200,000)·

(ε) να αποφασίζει ότι σε περίπτωση συνέχισης της παράβασης, θα επιβάλλεται διοικητικό πρόστιμο μέχρι και χίλια ευρώ (€1000), για κάθε ημέρα συνέχισης της παράβασης, ανάλογα ΅ε τη βαρύτητα αυτής·

(στ) να ζητεί ΅ε αίτησή της προς το Δικαστήριο, σύμφωνα ΅ε τις διατάξεις του άρθρου 26 του παρόντος Νόμου, την έκδοση απαγορευτικού ή προστακτικού διατάγματος, περιλαμβανομένου και προσωρινού διατάγματος, εναντίον οποιουδήποτε προσώπου το οποίο, κατά την κρίση της, ενέχεται στην παράβαση αυτή ή ευθύνεται για την εν λόγω παράβαση·

(ζ) να διατάσσει τους προμηθευτές μέσων επικοινωνίας εξ αποστάσεως και οποιαδήποτε πρόσωπα δημοσιεύουν ή διευθετούν τη δημοσίευση διαφημίσεων, να τερματίσουν, εφόσον είναι σε θέση να το πράξουν, τις πρακτικές εκείνες που έχουν κηρυχθεί ως παράνομες δυνάμει δικαστικής απόφασης σύμφωνα ΅ε το άρθρο 26 του παρόντος Νόμου ή τις διαφημίσεις που η Εντεταλμένη Υπηρεσία έχει διαπιστώσει ότι παραβαίνουν πρόνοιες του παρόντος Νόμου.

(3) Κατά τη δυνάμει του εδαφίου (1) διερεύνηση οποιασδήποτε παράβασης, η Εντεταλμένη Υπηρεσία δύναται, αν το θεωρήσει σκόπιμο, να λάβει υπόψη την οποιαδήποτε ανάληψη δέσμευσης που παρέχεται έναντι του καταναλωτή από ή εκ μέρους του παραβάτη, αναφορικά ΅ε τη γενόμενη παράβαση και την προοπτική του χρόνου και του τρόπου άρσης ή αποκατάστασης αυτής.

(4) Η Εντεταλμένη Υπηρεσία οφείλει να αιτιολογεί δεόντως την απόφασή της σε σχέση ΅ε την άσκηση οποιασδήποτε από τις εξουσίες που προβλέπονται στα εδάφια (3) και (4) του άρθρου 23 και στις παραγράφους (δ) και (ε) του εδαφίου (2) του παρόντος άρθρου.

Επιβολή διοικητικών προστίμων και άσκηση ιεραρχικής προσφυγής

25.-(1) Τα προβλεπόμενα στα εδάφια (3) και (4) του άρθρου 23 και στις παραγράφους (δ) και (ε) του εδαφίου (2) του άρθρου 24 διοικητικά πρόστιμα, επιβάλλονται στον παραβάτη, ΅ε αιτιολογημένη απόφαση της Εντεταλμένης Υπηρεσίας, αφού ακούσει ή δώσει την ευκαιρία στον παραβάτη ή εκπρόσωπό του να ακουστεί, προφορικά ή/ και γραπτά.

(2) Κατά της απόφασης για επιβολή διοικητικού προστίμου σύμφωνα ΅ε το εδάφιο (1), όπως επίσης και στην περίπτωση της παραγράφου (γ), του εδαφίου (5) του άρθρου 22, επιτρέπεται η άσκηση ιεραρχικής προσφυγής ενώπιον του Υπουργού, μέσα σε προθεσμία τριάντα (30) ημερών από την κοινοποίηση της απόφασης στον παραβάτη.

(3) Ο Υπουργός εξετάζει την προσφυγή και, αφού ακούσει τους ενδιαφερόμενους ή δώσει την ευκαιρία σε αυτούς να εκθέσουν τις απόψεις τους, αποφασίζει σύμφωνα ΅ε το εδάφιο (4) του παρόντος άρθρου.

(4) Ο Υπουργός μπορεί να εκδώσει ΅ια από τις ακόλουθες αποφάσεις:

(α) να επικυρώσει την προσβληθείσα απόφαση·

(β) να ακυρώσει την προσβληθείσα απόφαση·

(γ) να τροποποιήσει την προσβληθείσα απόφαση·

(δ) να προβεί σε έκδοση νέας απόφασης σε αντικατάσταση της προσβληθείσας.

(5) Το ποσό του διοικητικού προστίμου εισπράττεται από την Εντεταλμένη Υπηρεσία μετά την παρέλευση της προθεσμίας προς άσκηση προσφυγής ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου, σύμφωνα με το άρθρο 146 του Συντάγματος.

(6) Τα διοικητικά πρόστιμα που επιβάλλονται δυνάμει των άρθρων 23 και 24, εισπράττονται ως χρηματικές ποινές επιβαλλόμενες από Δικαστήριο κατά την άσκηση ποινικής δικαιοδοσίας.

Έκδοση διαταγ΅άτων

26.-(1) Το Δικαστήριο ενώπιον του οποίου εκδικάζεται οποιαδήποτε αίτηση δυνάμει της παραγράφου (στ) του εδαφίου (2) του άρθρου 24 και του άρθρου 30 του παρόντος Νόμου, έχει εξουσία, τηρουμένων των διατάξεων του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, του περί Δικαστηρίων Νό΅ου και των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, όπως αυτοί εκάστοτε τροποποιούνται ή αντικαθίστανται, να εκδώσει απαγορευτικό ή προστακτικό διάταγμα, συμπεριλαμβανομένου και προσωρινού διατάγματος, ΅ε το οποίο να διατάσσει-

(α) την άμεση παύση και/ή ΅η επανάληψη της γενόμενης παράβασης,

(β) την εντός ορισμένης προθεσμίας λήψη τέτοιων διορθωτικών, κατά την κρίση του Δικαστηρίου μέτρων, προς άρση της παράνομης κατάστασης που δημιουργήθηκε η σχετική παράβαση,

(γ) τη δημοσίευση του συνόλου ή μέρους της σχετικής απόφασης του Δικαστηρίου, ή τη δημοσίευση επανορθωτικής ανακοίνωσης ΅ε σκοπό την απάλειψη των τυχόν συνεχιζόμενων επιπτώσεων της παράβασης,

(δ) οποιαδήποτε άλλη ενέργεια ή μέτρο ήθελε κριθεί αναγκαίο ή εύλογο υπό τις περιστάσεις της συγκεκριμένης υπόθεσης.

(2) Το διάταγμα, που εκδίδεται δυνάμει του εδαφίου (1), δύναται να αφορά όχι ΅όνο τις συγκεκριμένες πράξεις, παραλείψεις ή τη συμπεριφορά του παραβάτη, αλλά και παρόμοιες πράξεις ή παραλείψεις ή συμπεριφορά αυτού για το μέλλον.

(3) Οι διατάξεις του περί Δικαστηρίων Νόμου, του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου και των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, όπως αυτοί εκάστοτε τροποποιούνται ή αντικαθίστανται, που εφαρμόζονται σχετικά ΅ε αιτήσεις έκδοσης διαταγμάτων σε πολιτικές υποθέσεις, εφαρμόζονται κατ’ αναλογία, αναφορικά ΅ε τον τύπο, τη σύνταξη, την καταχώριση και την εκδίκαση της προβλεπόμενης στην παράγραφο (στ) του εδαφίου (2) του άρθρου 24 αίτησης.

Επίδοση απόφασης

27.-(1) Κάθε απόφαση της Εντεταλμένης Υπηρεσίας ή του Υπουργού δυνάμει του παρόντος Νόμου, δύναται να επιδοθεί σε κάθε επηρεαζόμενο πρόσωπο -

(α) ΅ε ιδιόχειρη παράδοση ή ΅ε την αποστολή της απόφασης στην προσήκουσα διεύθυνση ή ΅ε την αποστολή της απόφασης διά συστημένου ταχυδρομείου, ή

(β) αν το πρόσωπο αυτό είναι νομικό πρόσωπο, ΅ε επίδοση της απόφασης σύμφωνα ΅ε την παράγραφο (α) στο γραμματέα ή στο διευθυντή ή σε οποιοδήποτε διευθύνοντα σύμβουλο του νομικού προσώπου, ή

(γ) αν πρόκειται για ομόρρυθμη ή ετερόρρυθμη εταιρεία, ΅ε επίδοση του εγγράφου σύμφωνα ΅ε την παράγραφο (α) σε έναν από τους εταίρους ή σε πρόσωπο το οποίο έχει τον έλεγχο ή τη διεύθυνση των εργασιών της εταιρείας αυτής.

(2) Για τους σκοπούς του εδαφίου (1), η προσήκουσα διεύθυνση οποιουδήποτε προσώπου στο οποίο μπορεί να επιδοθεί απόφαση δυνάμει του παρόντος Νόμου, είναι η τελευταία γνωστή διεύθυνση αυτού, εξαιρουμένων των ακόλουθων περιπτώσεων:

(α) στην περίπτωση επίδοσης σε νομικό πρόσωπο ή στο γραμματέα ή στο διευθυντή ή στο διευθύνοντα σύμβουλό του, η προσήκουσα διεύθυνση θα είναι η διεύθυνση του εγγεγραμμένου ή του κεντρικού γραφείου του νομικού προσώπου·

(β) στην περίπτωση επίδοσης σε ομόρρυθμη ή ετερόρρυθμη εταιρεία ή σε εταίρο ή σε πρόσωπο το οποίο έχει τον έλεγχο ή τη διεύθυνση των εργασιών της εταιρείας αυτής, η προσήκουσα διεύθυνση θα είναι το κεντρικό γραφείο της εταιρείας αυτής.

(3) Για τους σκοπούς του εδαφίου (2), το κεντρικό γραφείο ενός νομικού προσώπου εγγεγραμμένου εκτός της Δημοκρατίας ή μιας εταιρείας η οποία διεξάγει εργασία εκτός της Δημοκρατίας θα είναι το κεντρικό γραφείο αυτών στη Δημοκρατία.

ΜΕΡΟΣ VI ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Τεκμηρίωση ισχυρισμών ενώπιον των διοικητικών αρχών

28. Κατά την εκδίκαση της ιεραρχικής προσφυγής που προβλέπεται στο άρθρο 25, ο Υπουργός, δύναται-

(α) να ζητά από τον έμπορο όπως προσκομίσει μέσα σε εύλογο, υπό τις περιστάσεις, χρονικό διάστημα αποδεικτικά στοιχεία σχετικά ΅ε την ακρίβεια των πραγματικών ισχυρισμών που αναφέρονται σε ΅ια εμπορική πρακτική, εφόσον αυτό κρίνεται αναγκαίο, επί τη βάσει των δεδομένων της συγκεκριμένης υπόθεσης και λαμβάνοντας υπόψη τα έννομα συμφέροντα του εμπόρου και των λοιπών επηρεαζόμενων, και

(β) να απορρίπτει τους πραγματικούς ισχυρισμούς, εφόσον τα αποδεικτικά στοιχεία που ζητούνται σύμφωνα ΅ε την παράγραφο (α) δεν προσκομιστούν έγκαιρα ή θεωρηθούν ανεπαρκή από τον Υπουργό.

Δικαίωμα προσφυγής

29.-(1) Πρόσωπα, τα οποία έχουν προς τούτο έννομο συμφέρον, δύνανται:

(α) να καταγγείλουν ΅ια εμπορική πρακτική για την οποία έχουν εύλογες υποψίες ότι δυνατό να παραβιάζει τις διατάξεις του παρόντος Νόμου, στην Εντεταλμένη Υπηρεσία·

(β) να υποβάλουν αίτηση στο Δικαστήριο για έκδοση διατάγματος σύμφωνα ΅ε τις διατάξεις του άρθρου 26, σε περίπτωση που παραβιάζονται οι διατάξεις του παρόντος Νόμου.

(2) Το δικαίωμα προσφυγής του εδαφίου (1) έχουν:

(α) δημόσιοι οργανισμοί ή εκπρόσωποί τους·

(β) καταναλωτές των οποίων τα δικαιώματα επηρεάζονται άμεσα από την παράβαση των διατάξεων του παρόντος Νόμου ή νόμιμα συνεστημένοι οργανισμοί ή σύνδεσμοι που είτε δυνάμει νόμου είτε δυνάμει του καταστατικού τους έχουν ανάμεσα στους σκοπούς τους την προστασία των καταναλωτών·

(γ) επαγγελματικές οργανώσεις που έχουν έννομο συμφέρον να ενεργήσουν.

Εξουσία Εντεταλμένης Υπηρεσίας για τη διάδοση πληροφοριών

30. Η Εντεταλμένη Υπηρεσία μεριμνά για τη διάδοση τέτοιων πληροφοριών και συμβουλών, περιλαμβανομένων των αποφάσεών της αναφορικά ΅ε την εφαρμογή του παρόντος Νόμου, εξαιρουμένων των πληροφοριών που κρίνονται ως απόρρητες, τις οποίες αυτή θεωρεί χρήσιμες για την εξυπηρέτηση ή την ενημέρωση των καταναλωτών, καθώς και όλων των προσώπων που ενδεχομένως να επηρεάζονται από τις διατάξεις του παρόντος Νόμου.

Ευθύνη αξιωματούχων και υπαλλήλων νομικών προσώπων

31. Όταν οποιαδήποτε παράβαση του παρόντος Νόμου διαπράττεται από νομικό πρόσωπο ή από πρόσωπο που ενεργεί εκ μέρους νομικού προσώπου και αποδεικνύεται ότι αυτή έχει διαπραχθεί ΅ε τη συγκατάθεση, συνέργεια ή έγκριση ή έχει διευκολυνθεί από την επιδειχθείσα αμέλεια συμβούλου, διευθυντή, γραμματέα ή οποιουδήποτε άλλου αξιωματούχου του νομικού προσώπου ή οποιουδήποτε άλλου φυσικού προσώπου που φαίνεται ότι ενεργεί υπό τέτοια ιδιότητα, το φυσικό αυτό πρόσωπο είναι, επίσης, υπεύθυνο για την προαναφερθείσα παράβαση.

Έκδοση διαταγμάτων

32. Ο Υπουργός δύναται, ΅ε διάταγ΅ά του που δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, να τροποποιεί τα Παραρτήματα και τους Κανονισμούς που εκδίδονται δυνάμει του παρόντος Νόμου.

Κανονισμοί

33. Το Υπουργικό Συμβούλιο έχει εξουσία να εκδίδει Κανονισμούς για την καλύτερη εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος Νόμου.

Επιτακτικός χαρακτήρας των δικαιωμάτων των καταναλωτών

34.-(1) Εάν το δίκαιο που είναι εφαρμοστέο στη σύμβαση είναι το δίκαιο άλλου Κράτους-Μέλους, οι καταναλωτές δεν μπορούν να παραιτηθούν από τα δικαιώματα που τους παραχωρούνται δυνάμει του παρόντος Νόμου.

(2) Οποιεσδήποτε συμβατικές ρήτρες καταργούν ή περιορίζουν, άμεσα ή έμμεσα, τα δικαιώματα που προκύπτουν από τον παρόντα Νόμο δεν είναι δεσμευτικές για τον καταναλωτή.

Παροχή μη παραγγελθέντων

35. Ο καταναλωτής απαλλάσσεται από την υποχρέωση να λάβει καθ’ οποιονδήποτε τρόπο υπόψη την παροχή μη παραγγελθέντων αγαθών, νερού, φυσικού αερίου, ηλεκτρικής ενέργειας, τηλεθέρμανσης ή ψηφιακού περιεχομένου ή μη ζητηθείσης παροχής υπηρεσιών, που απαγορεύεται από την παράγραφο (4) του άρθρου 4 και την παράγραφο 29 του παραρτήματος Ι του περί των Αθέμιτων Εμπορικών Πρακτικών των Επιχειρήσεων προς τους Καταναλωτές Νόμου. Σε τέτοιες περιπτώσεις, η απουσία απάντησης από τον καταναλωτή ύστερα από περίπτωση παροχής μη παραγγελθέντων δεν ισοδυναμεί με συναίνεση.

Κατάργηση

36. Με τη θέση σε ισχύ του παρόντος Νόμου, ο περί της Σύναψης Καταναλωτικών Συμβάσεων Εκτός Εμπορικού Καταστήματος Νόμος και ο περί της Σύναψης Καταναλωτικών Συμβάσεων εξ Αποστάσεως Νόμος καταργούνται.

Έναρξη της ισχύος του παρόντος Νόμου

37. Ο παρών Νόμος τίθεται σε ισχύ από την 13η Ιουνίου 2014.

Σημείωση
4 του Ν. 187(Ι)/2017Έναρξη της ισχύος του Ν. 187(Ι)/2017

Ο παρών Νόμος [Σ.Σ.: δηλαδή ο Ν. 187(Ι)/2017) τίθεται σε ισχύ την 1η Ιουλίου 2018.