Προοίμιο

Για σκοπούς εναρμόνισης με την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο:

"Οδηγία 2014/57/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 16ης Απριλίου 2014, περί ποινικών κυρώσεων για την κατάχρηση αγοράς (οδηγία για την κατάχρηση αγοράς)",

Η Βουλή των Αντιπροσώπων ψηφίζει ως ακολούθως:

Συνοπτικός τίτλος

1. Ο παρών Νόμος θα αναφέρεται ως ο περί Ποινικών Κυρώσεων για την Κατάχρηση της Αγοράς Νόμος του 2016.

Ερμηνεία

2. Στον παρόντα Νόμο, εκτός εάν από το κείμενο προκύπτει διαφορετική έννοια -

«αποδεκτές πρακτικές αγοράς» σημαίνει τις συγκεκριμένες πρακτικές στην αγορά οι οποίες γίνονται αποδεκτές από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 13 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 596/2014·

«Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς» ή «Επιτροπή» σημαίνει το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, που συστάθηκε και λειτουργεί δυνάμει των διατάξεων του περί της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου Νόμου∙

«δικαίωμα εκπομπής» σημαίνει το δικαίωμα εκπομπής όπως ορίζεται στο παράρτημα I τμήμα Γ σημείο 11 της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ·

«εκδότης» σημαίνει τον εκδότη κατά την έννοια του άρθρου 3 παράγραφος 1 σημείο 21 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 596/2014·

«ενεργειακό προϊόν χονδρικής πώλησης» σημαίνει το ενεργειακό προϊόν χονδρικής πώλησης όπως ορίζεται στο άρθρο 2 σημείο 4 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1227/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Οκτωβρίου 2011, για την ακεραιότητα και τη διαφάνεια στη χονδρική αγορά ενέργειας·

«εμπιστευτικές πληροφορίες» σημαίνει τις πληροφορίες κατά την έννοια του άρθρου 7 παράγραφοι 1 έως 4 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 596/2014·

«Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 596/2014» σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 596/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Απριλίου 2014, για την κατάχρηση της αγοράς (κανονισμός για την κατάχρηση της αγοράς) και την κατάργηση της οδηγίας 2003/6/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και των οδηγιών της Επιτροπής 2003/124/ΕΚ, 2003/125/ΕΚ και 2004/72/ΕΚ», ως εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται·

«δείκτης αναφοράς» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό στο άρθρο 3, παράγραφος 1, σημείο 29, του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 596/2014·

«Οδηγία 2014/65/ΕΕ» σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Οδηγία 2014/65/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαΐου 2014, για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων και την τροποποίηση της οδηγίας 2002/92/ΕΚ και της οδηγίας 2011/61/ΕΕ», ως εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται·

«οργανωμένος μηχανισμός διαπραγμάτευσης», ή «ΟΜΔ», σημαίνει τον οργανωμένο μηχανισμό διαπραγμάτευσης όπως ορίζεται στο άρθρο 4, παράγραφος 1, σημείο 23, της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ·

«πολυμερής μηχανισμός διαπραγμάτευσης» ή «ΠΜΔ», σημαίνει τον πολυμερή μηχανισμό διαπραγμάτευσης όπως ορίζεται στο άρθρο 4, παράγραφος 1, σημείο 22, της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ·

«πρόγραμμα επαναγοράς», σημαίνει τις συναλλαγές σε ίδιες μετοχές κατά τα άρθρα 21 έως 27 της Οδηγίας 2012/30/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Οκτωβρίου 2012, περί συντονισμού των εγγυήσεων που απαιτούνται στα κράτη μέλη εκ μέρους των εταιρειών, κατά την έννοια του άρθρου 54 δεύτερο εδάφιο της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, για την προστασία των συμφερόντων των εταίρων και των τρίτων, με σκοπό να καταστούν οι εγγυήσεις αυτές ισοδύναμες όσον αφορά τη σύσταση ανωνύμων εταιρειών και τη διατήρηση και τις μεταβολές του κεφαλαίου τους·

«ρυθμιζόμενη αγορά», σημαίνει τη ρυθμιζόμενη αγορά κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, σημείο 21, της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ·

«σταθεροποίηση», σημαίνει την σταθεροποίηση κατά την έννοια του άρθρου 3 παράγραφος 2 στοιχείο (δ) του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 596/2014·

«συμβόλαιο άμεσης παράδοσης επί εμπορευμάτων», σημαίνει το συμβόλαιο άμεσης παράδοσης επί εμπορευμάτων κατά την έννοια του άρθρου 3 παράγραφος 1 σημείο 15 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 596/2014·

«τόπος διαπραγμάτευσης» σημαίνει τον τόπο διαπραγμάτευσης κατά την έννοια του άρθρου 4 παράγραφος 1 σημείο 24 της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ·

«χρηματοπιστωτικό μέσο» σημαίνει το χρηματοπιστωτικό μέσο κατά την έννοια του σημείου 15 του άρθρου 4 παράγραφος 1 της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ.

Αντικείμενο και πεδίο εφαρμογής

3. (1) Σκοπός του παρόντος Νόμου είναι η θέσπιση κανόνων που επιβάλλουν ποινικές κυρώσεις για πράξεις προσώπων που συνιστούν κατάχρηση εμπιστευτικών πληροφοριών, για παράνομη δημοσιοποίηση εμπιστευτικών πληροφοριών και για τη χειραγώγηση της αγοράς, ώστε να διασφαλισθεί η ακεραιότητα των χρηματοπιστωτικών αγορών στην Δημοκρατία και να ενισχυθεί η προστασία και η εμπιστοσύνη των επενδυτών στις εν λόγω αγορές.

(2) (α) Οι διατάξεις του παρόντος Νόμου εφαρμόζονται-

(i) Στα χρηματοπιστωτικά μέσα, τα εισηγμένα προς διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενη αγορά, ή για τα οποία έχει υποβληθεί αίτηση εισαγωγής σε ρυθμιζόμενη αγορά·

(ii) στα χρηματοπιστωτικά μέσα, που έχουν εισαχθεί προς διαπραγμάτευση, που είναι δεκτά για διαπραγμάτευση ή για τα οποία έχει ζητηθεί η εισαγωγή προς διαπραγμάτευση σε ένα πολυμερή μηχανισμό διαπραγμάτευσης (ΠΜΔ)·

(iii) στα χρηματοπιστωτικά μέσα, που αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης σε οργανωμένο μηχανισμό διαπραγμάτευσης (ΟΜΔ)·

(iv) στα χρηματοπιστωτικά μέσα, που δεν καλύπτονται από τις υποπαραγράφους (i), (ii) ή (iii), των οποίων η τιμή ή η αξία εξαρτάται από ή έχει επίπτωση στην τιμή ή την αξία ενός χρηματοπιστωτικού μέσου που αναφέρεται στις εν λόγω υποπαραγράφους, συμπεριλαμβανομένων, ενδεικτικά, συμφωνιών ανταλλαγής κινδύνου αθέτησης ή συμβάσεων επί διαφοράς.

(β) Οι διατάξεις του παρόντος Νόμου εφαρμόζονται επίσης σε συμπεριφορές και συναλλαγές, περιλαμβανομένων των προσφορών, οι οποίες είναι συναφείς με δημοπρατήσεις σε χώρους πλειστηριασμού εγκεκριμένους ως ρυθμιζόμενη αγορά δικαιωμάτων εκπομπής ή άλλων εκπλειστηριαζόμενων προϊόντων βασιζόμενων στα δικαιώματα αυτά, περιλαμβανομένης της περίπτωσης που τα εκπλειστηριαζόμενα προϊόντα δεν είναι χρηματοπιστωτικά μέσα, σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1031/2010 της Επιτροπής, της 12ης Νοεμβρίου 2010 για το χρόνο διεξαγωγής, τη διαχείριση και τις λοιπές πτυχές των πλειστηριασμών δικαιωμάτων εκπομπής αερίων θερμοκηπίου κατ’ εφαρμογήν των διατάξεων του περί της Θέσπισης Συστήματος Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπής Αερίων του Θερμοκηπίου Νόμου σχετικά με τη θέσπιση συστήματος εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής αερίων θερμοκηπίου εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

(γ) Τηρουμένων οποιονδήποτε ειδικών διατάξεων που αναφέρονται σε προσφορές υποβαλλόμενες στο πλαίσιο πλειοδοτικής διαδικασίας, κάθε υποχρέωση ή διάταξη του παρόντος Νόμου η οποία αναφέρεται σε εντολές διαπραγμάτευσης εφαρμόζεται στις εν λόγω προσφορές.

(3) Ο παρών Νόμος δεν εφαρμόζεται-

(α) Στις πράξεις επί ιδίων μετοχών στο πλαίσιο προγραμμάτων επαναγοράς, όταν οι εν λόγω πράξεις διενεργούνται κατά το άρθρο 5 παράγραφοι 1, 2 και 3 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 596/2014·

(β) στις πράξεις επί κινητών αξιών ή συνδεόμενων με αυτές μέσων για τη σταθεροποίηση των κινητών αξιών, όπως αναφέρονται στα στοιχεία (α) και (β) του άρθρου 3 παράγραφος 2 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 596/2014, όταν οι εν λόγω πράξεις διενεργούνται κατά το άρθρο 5 παράγραφοι 4 και 5 του εν λόγω Κανονισμού·

(γ) στις συναλλαγές, εντολές ή ενέργειες που διεξάγονται στο πλαίσιο της διαχείρισης της νομισματικής πολιτικής, της συναλλαγματικής ισοτιμίας ή του δημόσιου χρέους, κατά το άρθρο 6 παράγραφος 1 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 596/2014, στις εντολές συναλλαγών ή συμπεριφορές που διεξάγονται κατά το άρθρο 6 παράγραφος 2 του εν λόγω Κανονισμού, στις δραστηριότητες στο πλαίσιο άσκησης της κλιματικής πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κατά το άρθρο 6 παράγραφος 3 του Κανονισμού, ή στις δραστηριότητες στο πλαίσιο της κοινής γεωργικής πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή της κοινής αλιευτικής πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά το άρθρο 6 παράγραφος 4 του εν λόγω Κανονισμού.

(4) Το άρθρο 9 του παρόντος Νόμου εφαρμόζεται επίσης-

(α) Σε συμβάσεις άμεσης παράδοσης εμπορευμάτων, που δεν είναι ενεργειακά προϊόντα χονδρικής πώλησης, εάν η συναλλαγή, εντολή ή άλλη ενέργεια έχει ή ενδέχεται ή πρόκειται να έχει επίπτωση στην τιμή ή αξία ενός χρηματοπιστωτικού μέσου που αναφέρεται στο εδάφιο (2)∙

(β) σε είδη χρηματοπιστωτικών μέσων, συμπεριλαμβανομένων συμβάσεων παραγώγων ή παράγωγων μέσων για τη μεταφορά πιστωτικού κινδύνου, εάν η συναλλαγή, εντολή, προσφορά ή άλλη ενέργεια έχει επίπτωση στην τιμή ή την αξία συμβολαίου άμεσης παράδοσης επί εμπορευμάτων του οποίου η τιμή ή η αξία εξαρτάται από την τιμή ή την αξία των εν λόγω χρηματοπιστωτικών μέσων·

(γ) σε συμπεριφορά σε σχέση με δείκτες αναφοράς.

(5) Ο παρών Νόμος εφαρμόζεται σε κάθε συναλλαγή, εντολή ή ενέργεια που αφορά κάθε χρηματοπιστωτικό μέσο, όπως ορίζεται στα εδάφια (2) και (4), ανεξάρτητα από το αν η εν λόγω συναλλαγή, εντολή ή ενέργεια λαμβάνει χώρα σε τόπο διαπραγμάτευσης.

Πράξεις προσώπων που κατέχουν εμπιστευτικές πληροφορίες, σύσταση ή ενθάρρυνση προσώπου να συμμετάσχει σε κατάχρηση εμπιστευτικών πληροφοριών

4. (1) Η κατάχρηση εμπιστευτικών πληροφοριών ή/και η σύσταση σε άλλο πρόσωπο ή/και η παρακίνησή του να συμμετέχει σε κατάχρηση εμπιστευτικών πληροφοριών, όπως αναφέρεται στα εδάφια (2) έως (8), συνιστά ποινικό αδίκημα, δυνάμει του άρθρου 5 σε σοβαρές περιπτώσεις, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 8, και εφόσον διαπράττεται εκ προθέσεως.

(2) Για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου, κατάχρηση εμπιστευτικών πληροφοριών διαπράττεται όταν ένα πρόσωπο κατέχει εμπιστευτικές πληροφορίες και τις χρησιμοποιεί αγοράζοντας ή πουλώντας, για ίδιο λογαριασμό ή για λογαριασμό τρίτου, άμεσα ή έμμεσα, χρηματοπιστωτικά μέσα στα οποία αφορούν οι εν λόγω πληροφορίες.

(3) Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου τυγχάνουν εφαρμογής και για πρόσωπο που κατέχει εμπιστευτικές πληροφορίες λόγω του ότι το πρόσωπο αυτό-

(α) Είναι μέλος των διοικητικών, διευθυντικών ή εποπτικών οργάνων του εκδότη ή συμμετέχων σε αγορά δικαιωμάτων εκπομπής∙

(β)είναι κάτοχος συμμετοχής στο κεφάλαιο του εκδότη ή συμμετέχων σε αγορά δικαιωμάτων εκπομπής∙

(γ) έχει πρόσβαση στις πληροφορίες κατά την εργασία ή την άσκηση επαγγέλματος ή καθηκόντων∙

(δ) εμπλέκεται σε εγκληματικές δραστηριότητες∙

(ε) έχει αποκτήσει εμπιστευτικές πληροφορίες, υπό περιστάσεις διαφορετικές από εκείνες των παραγράφων (α) έως (δ), όταν γνωρίζει ότι πρόκειται για πληροφορίες εμπιστευτικές.

(4) Η χρήση εμπιστευτικών πληροφοριών μέσω ακύρωσης ή τροποποίησης μιας εντολής σχετικά με ένα χρηματοπιστωτικό μέσο που αφορούν οι πληροφορίες, εάν η εντολή εστάλη πριν αποκτήσει το πρόσωπο τις εμπιστευτικές πληροφορίες, θεωρείται επίσης πράξη προσώπου που κατέχει εμπιστευτικές πληροφορίες.

(5) Όσον αφορά πλειστηριασμούς δικαιωμάτων εκπομπής ή άλλων εκπλειστηριαζόμενων προϊόντων που βασίζονται σε αυτά, οι οποίοι λαμβάνουν χώρα σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1031/2010 της Επιτροπής, της 12ης Νοεμβρίου 2010, για το χρόνο διεξαγωγής, τη διαχείριση και τις λοιπές πτυχές των πλειστηριασμών δικαιωμάτων εκπομπής αερίων θερμοκηπίου κατ’ εφαρμογήν των διατάξεων του περί της Θέσπισης Συστήματος Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπής Αερίων του Θερμοκηπίου Νόμου, σχετικά με τη θέσπιση συστήματος εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής αερίων θερμοκηπίου εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η χρήση εμπιστευτικών πληροφοριών που αναφέρεται στο εδάφιο (4) περιλαμβάνει επίσης υποβολή, τροποποίηση ή απόσυρση μιας προσφοράς για ίδιο λογαριασμό του προσώπου που κατέχει εμπιστευτικές πληροφορίες ή για λογαριασμό τρίτου.

(6) Για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου, η σύσταση να πραγματοποιήσει άλλο πρόσωπο πράξεις βάσει εμπιστευτικών πληροφοριών ή η παρότρυνση άλλου προσώπου να πραγματοποιήσει πράξεις βάσει εμπιστευτικών πληροφοριών, θεωρείται ότι διενεργείται στις περιπτώσεις στις οποίες το εν λόγω πρόσωπο κατέχει εμπιστευτικές πληροφορίες και-

(α) Συστήνει, βάσει των εν λόγω πληροφοριών, σε άλλο πρόσωπο να αγοράσει ή να διαθέσει χρηματοπιστωτικά μέσα τα οποία αφορούν οι εν λόγω πληροφορίες, ή παροτρύνει το εν λόγω πρόσωπο να προβεί στην εν λόγω αγορά ή διάθεση· ή

(β) συστήνει σε άλλο πρόσωπο, βάσει των εν λόγω πληροφοριών, να ακυρώσει ή να τροποποιήσει μια εντολή σε σχέση με χρηματοπιστωτικό μέσο το οποίο αφορούν οι εν λόγω πληροφορίες, ή παροτρύνει το εν λόγω πρόσωπο να προβεί στην εν λόγω ακύρωση ή τροποποίηση.

(7) Πρόσωπο που ακολουθεί και χρησιμοποιεί τη σύσταση ή την παρότρυνση και γνωρίζει ότι αυτή βασίζεται σε εμπιστευτικές πληροφορίες, θεωρείται ότι διενεργεί πράξη που ισοδυναμεί με κατάχρηση εμπιστευτικής πληροφορίας.

(8) Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, το γεγονός και μόνον ότι ένα πρόσωπο έχει ή είχε στην κατοχή του εμπιστευτικές πληροφορίες δεν συνεπάγεται ότι το πρόσωπο αυτό έχει χρησιμοποιήσει τις πληροφορίες αυτές και κατά συνέπεια έχει διενεργήσει πράξεις που συνιστούν κατάχρηση εμπιστευτικών πληροφοριών στη βάση της απόκτησης ή διάθεσης, αν η ενέργειά του θεωρείται σύννομη συμπεριφορά βάσει του άρθρου 9 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 596/2014.

Παραβάσεις του άρθρου 4

5.- (1) Πρόσωπο το οποίο παραβαίνει ή παραλείπει να συμμορφωθεί με τις διατάξεις του άρθρου 4 του παρόντος Νόμου, είναι ένοχο αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα πέντε έτη ή με χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις τριακόσιες πενήντα χιλιάδες ευρώ (€ 350.000) ή και με τις δύο αυτές ποινές.

(2) Πρόσωπο το οποίο καταδικάζεται για αδίκημα που προβλέπεται στο άρθρο 4 του παρόντος Νόμου, στερείται αυτόματα του δικαιώματος να συναλλάσσεται, άμεσα ή έμμεσα, σε χρηματοπιστωτικά μέσα για διάστημα πέντε ετών από την ημερομηνία της έκδοσης της απόφασης του δικαστηρίου:

Νοείται ότι, η ολοκλήρωση συναλλαγών σε χρηματοπιστωτικά μέσα προγενέστερων της καταδίκης του, επιτρέπεται.

(3) Πρόσωπο το οποίο παραβαίνει τις διατάξεις του εδαφίου (2) είναι ένοχο αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει το ένα έτος ή με χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις πενήντα χιλιάδες ευρώ (€ 50.000) ή και με τις δύο αυτές ποινές.

(4) Πρόσωπο το οποίο παραβαίνει τις διατάξεις του εδαφίου (3), στερείται του δικαιώματος να συναλλάσσεται, άμεσα ή έμμεσα, σε χρηματοπιστωτικά μέσα, για περαιτέρω διάστημα πέντε ετών από τη νέα αυτή καταδίκη.

Παράνομη δημοσιοποίηση εμπιστευτικών πληροφοριών

6.- (1) Η παράνομη δημοσιοποίηση εμπιστευτικών πληροφοριών, όπως αναφέρεται στα εδάφια (2) έως (5), συνιστά ποινικό αδίκημα δυνάμει του άρθρου 7, σε σοβαρές περιπτώσεις, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 8, και εφόσον διαπράττεται εκ προθέσεως.

(2) Για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου, παράνομη δημοσιοποίηση εμπιστευτικών πληροφοριών διενεργείται όταν ένα πρόσωπο κατέχει εμπιστευτικές πληροφορίες και τις γνωστοποιεί σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο, εκτός εάν η γνωστοποίηση γίνεται κατά την άσκηση της εργασίας, του επαγγέλματος ή των καθηκόντων του, καθώς και αν η δημοσιοποίηση χαρακτηρίζεται ως βολιδοσκόπηση της αγοράς, κατά το άρθρο 11 παράγραφοι 1 έως 8 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 596/2014.

(3) Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου τυγχάνουν εφαρμογής και σε πρόσωπο που εμπίπτει στις περιπτώσεις του εδαφίου (3) του άρθρου 4.

(4) Για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου, η επακολουθούσα δημοσιοποίηση των συστάσεων ή παροτρύνσεων κατά το εδάφιο (6) του άρθρου 4, ισοδυναμεί, με παράνομη δημοσιοποίηση εμπιστευτικών πληροφοριών εάν το πρόσωπο που δημοσιοποιεί τη σύσταση ή την παρότρυνση γνωρίζει ότι αυτή βασίζεται σε εμπιστευτικές πληροφορίες.

(5) Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου δεν περιορίζουν την υποχρέωση σεβασμού θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών, όπως αυτές κατοχυρώνονται στο Άρθρο 19 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας και στον περί της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως δια την προάσπισην των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (Κυρωτικό) Νόμο του 1962.

Παραβάσεις του άρθρου 6

7.- Πρόσωπο το οποίο παραβαίνει ή παραλείπει να συμμορφωθεί με τις διατάξεις του άρθρου 6 του παρόντος Νόμου, είναι ένοχο αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία έτη ή με χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις διακόσιες χιλιάδες ευρώ (€ 200.000) ή και με τις δύο αυτές ποινές.

Καθορισμός σοβαρών περιπτώσεων εφαρμογής των άρθρων 4 και 6

8.-(1) Για τους σκοπούς των άρθρων 4 και 6, σοβαρές περιπτώσεις πράξεων προσώπων που κατέχουν εμπιστευτικές πληροφορίες ή δημοσιοποιούν παράνομα εμπιστευτικές πληροφορίες νοούνται, οι περιπτώσεις όπου-

(α) Υπάρχει σοβαρός αντίκτυπος για την ακεραιότητα της αγοράς·

(β) το πραγματικό ή δυνητικό κέρδος που αποκομίζεται ή η πραγματική ή δυνητική ζημία που αποφεύγεται είναι υψηλά·

(γ) το επίπεδο των ζημιών που προκαλούνται στην αγορά είναι υψηλό· ή

(δ) η συνολική αξία των χρηματοπιστωτικών μέσων που διαπραγματεύονται είναι υψηλή.

(2) Για τον προσδιορισμό των σοβαρών περιπτώσεων, λαμβάνονται επίσης υπόψη-

(α) Κατά πόσο η διάπραξη του αδικήματος πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο μιας εγκληματικής οργάνωσης· ή

(β) κατά πόσο ο ύποπτος ή κατηγορούμενος υπέπεσε στο ίδιο ποινικό αδίκημα προηγουμένως.

Χειραγώγηση της αγοράς

9.- (1) Η χειραγώγηση της αγοράς ως καθορίζεται στο εδάφιο (2), συνιστά ποινικό αδίκημα, δυνάμει του άρθρου 11, σε σοβαρές περιπτώσεις, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 10 και εφόσον διαπράττεται εκ προθέσεως.

(2) Ως πράξεις χειραγώγησης της αγοράς νοούνται-

(α) Η πραγματοποίηση συναλλαγής, αποστολή εντολής διαπραγμάτευσης ή οποιαδήποτε άλλη συμπεριφορά ή δραστηριότητα η οποία-

(i) Παρέχει ψευδείς ή παραπλανητικές ενδείξεις σχετικά με την προσφορά, τη ζήτηση ή την τιμή ενός χρηματοπιστωτικού μέσου ή μιας συναφούς με αυτό σύμβασης χρηματιστηριακού εμπορεύματος τοις μετρητοίς, ή

(ii) διαμορφώνει σε μη κανονικό ή σε τεχνητό επίπεδο την τιμή ενός ή περισσότερων χρηματοπιστωτικών μέσων ή ενός συναφούς με αυτά συμβολαίου άμεσης παράδοσης επί εμπορευμάτων,

εκτός εάν οι λόγοι για την ενέργεια αυτή του προσώπου που πραγματοποίησε τη συναλλαγή ή έδωσε τις εντολές διαπραγμάτευσης είναι νόμιμοι και οι εν λόγω συναλλαγές ή εντολές διαπραγμάτευσης είναι σύμφωνες με αποδεκτές πρακτικές της αγοράς στον σχετικό τόπο διαπραγμάτευσης·

(β) η πραγματοποίηση συναλλαγής, διαβίβαση εντολής διαπραγμάτευσης ή οποιαδήποτε άλλη ενέργεια ή συμπεριφορά η οποία επηρεάζει την τιμή ενός ή περισσότερων χρηματοπιστωτικών μέσων ή συναφούς με αυτά συμβολαίου άμεσης παράδοσης επί εμπορευμάτων, με τις οποίες χρησιμοποιούνται παραπλανητικές μεθοδεύσεις ή κάθε άλλη παραπλάνηση ή τέχνασμα·

(γ) η διάδοση πληροφοριών μέσω των μέσων μαζικής ενημέρωσης, συμπεριλαμβανομένου του διαδικτύου, ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο, που παρέχουν ψευδείς ή παραπλανητικές ενδείξεις σχετικά με την προσφορά, τη ζήτηση ή την τιμή ενός χρηματοπιστωτικού μέσου ή συναφούς με αυτά συμβολαίου άμεσης παράδοσης επί εμπορευμάτων, ή η διαμόρφωση σε μη κανονικό ή σε τεχνητό επίπεδο της τιμής ενός ή περισσότερων χρηματοπιστωτικών μέσων ή ενός συναφούς με αυτά συμβολαίου άμεσης παράδοσης επί εμπορευμάτων, όταν τα εν λόγω πρόσωπα προσπορίζονται από τη διάδοση των εν λόγω πληροφοριών ίδιο ή υπέρ τρίτου πλεονέκτημα ή όφελος· ή

(δ) η διαβίβαση ψευδών ή παραπλανητικών πληροφοριών, ή η διενέργεια ψευδών ή παραπλανητικών εισροών, ή κάθε άλλη συμπεριφορά συνεπαγομένη τη χειραγώγηση του τρόπου υπολογισμού του δείκτη αναφοράς.

Καθορισμός σοβαρών περιπτώσεων εφαρμογής του άρθρου 9

10.- Για τους σκοπούς του άρθρου 9, σοβαρές περιπτώσεις χειραγώγησης της αγοράς νοούνται, οι περιπτώσεις όπου-

(α) Υπάρχει σοβαρός αντίκτυπος στην ακεραιότητα της αγοράς·

(β) το πραγματικό ή δυνητικό κέρδος που προσκομίζεται ή η πραγματική ή δυνητική ζημία που αποφεύγεται είναι υψηλή·

(γ) το επίπεδο της ζημίας που προκλήθηκε στην αγορά είναι υψηλό·

(δ) το επίπεδο της μεταβολής της αξίας του χρηματοπιστωτικού μέσου ή του συμβολαίου άμεσης παράδοσης επί εμπορευμάτων ή το ύψος των κεφαλαίων που χρησιμοποιήθηκαν αρχικά είναι υψηλό· ή

(ε) η χειραγώγηση διαπράττεται από πρόσωπο που απασχολείται ή εργάζεται στο χρηματοπιστωτικό τομέα ή σε εποπτική ή ρυθμιστική αρχή.

Παραβάσεις του άρθρου 9

11.- (1) Πρόσωπο το οποίο παραβαίνει ή παραλείπει να συμμορφωθεί με τις διατάξεις του άρθρου 9 του παρόντος Νόμου, είναι ένοχο αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα πέντε έτη ή με χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις τριακόσιες πενήντα χιλιάδες ευρώ (€ 350.000) ή και με τις δύο αυτές ποινές.

(2) Πρόσωπο το οποίο καταδικάζεται για αδίκημα που προβλέπεται στο άρθρο 9 του παρόντος νόμου, στερείται αυτόματα, του δικαιώματος να συναλλάσσεται, άμεσα ή έμμεσα, σε χρηματοπιστωτικά μέσα για διάστημα πέντε ετών από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης του δικαστηρίου.

(3) Πρόσωπο το οποίο παραβαίνει τις διατάξεις του εδαφίου (2) είναι ένοχο αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει το ένα έτος ή με χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις πενήντα χιλιάδες ευρώ (€ 50.000) ή και με τις δύο αυτές ποινές:

Νοείται ότι, η ολοκλήρωση συναλλαγών σε χρηματοπιστωτικά μέσα προγενέστερων της καταδίκης του, επιτρέπεται.

(4) Πρόσωπο το οποίο παραβαίνει τις διατάξεις του εδαφίου (3), στερείται του δικαιώματος να συναλλάσσεται, άμεσα ή έμμεσα, σε χρηματοπιστωτικά μέσα, για περαιτέρω διάστημα πέντε ετών από τη νέα αυτή καταδίκη.

Υποκίνηση, συνέργεια και απόπειρα

12.- (1)(α) Πρόσωπο το οποίο υποκινεί άλλο πρόσωπο να συμμετέχει στη διάπραξη των αδικημάτων που προβλέπονται στα άρθρα 4, 6 και 9 είναι ένοχο ποινικού αδικήματος του ίδιου είδους, υπόκειται στην ίδια ποινή και δύναται να διωχτεί, ως εάν είχε διενεργήσει ο ίδιος τέτοια πράξη.

(β) Σε περίπτωση που δύο ή περισσότερα πρόσωπα διαμορφώσουν κοινή πρόθεση για την από κοινού επιδίωξη παράνομου σκοπού και κατά την επιδίωξη του σκοπού αυτού διαπραχτούν τα αδικήματα που προβλέπονται στα άρθρα 4, 6 και 9, το κάθε πρόσωπο θεωρείται ένοχο ποινικού αδικήματος του ίδιου είδους και υπόκειται στην ίδια ποινή, ως εάν είχε διενεργήσει ο ίδιος τέτοια πράξη.

(2)(α) Πρόσωπο το οποίο αποπειράται να διαπράξει τα αδικήματα που προβλέπονται στα άρθρα 4, 6 και 9, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης του υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα πέντε έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις τριακόσιες πενήντα χιλιάδες ευρώ (€ 350.000) ή και στις δύο αυτές ποινές.

(β) Για τους σκοπούς του παρόντος νόμου πρόσωπο το οποίο προτίθεται να διαπράξει ποινικό αδίκημα, αρχίζει να θέτει την πρόθεση του σε εφαρμογή με μέσα που είναι πρόσφορα για την πραγμάτωση της και έκδηλα φανερώνει τέτοια πρόθεση, αλλά τελικώς δεν πραγματώνει την πρόθεση του σε τέτοιο βαθμό ώστε να διαπράξει το ποινικό αδίκημα, θεωρείται ότι αποπειράται να το διαπράξει.

(3) Το εδάφιο (8) του άρθρου 4 εφαρμόζεται τηρουμένων των αναλογιών.

Ευθύνη νομικών προσώπων

13.-(1) Νομικό πρόσωπο είναι ένοχο για τη διάπραξη αδικήματος που προβλέπεται στα άρθρα 4, 6 και 9, όταν το αδίκημα διαπράττεται προς όφελός του νομικού προσώπου από οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο ενεργεί είτε ατομικά, είτε ως μέλος οργάνου του νομικού αυτού προσώπου και το οποίο κατέχει στο νομικό αυτό πρόσωπο ιθύνουσα θέση, υπό την ιδιότητα-

(α) Εντολοδόχου εκπροσώπησης του νομικού προσώπου·

(β) πληρεξούσιου λήψης αποφάσεων εξ ονόματος του νομικού προσώπου· ή

(γ) πληρεξούσιου άσκησης ελέγχου εντός του νομικού προσώπου.

(2) Νομικό πρόσωπο είναι ένοχο για τη διάπραξη αδικήματος που προβλέπεται στα άρθρα 4, 6 και 9, όταν η έλλειψη εποπτείας ή ελέγχου από πρόσωπο που καθορίζεται στο εδάφιο (1) έχει καταστήσει δυνατή τη διάπραξη του εν λόγω αδικήματος προς όφελος του νομικού προσώπου, από πρόσωπο το οποίο τελεί υπό την εξουσία του προσώπου που καθορίζεται στο εδάφιο (1).

(3) Άνευ επηρεασμού των όσων αναφέρονται στα εδάφια (1) και (2), η ευθύνη του νομικού προσώπου δεν αποκλείει την άσκηση ποινικής δίωξης εναντίον των φυσικών προσώπων που διαπράττουν τα αδικήματα και ή των προσώπων που συμμετέχουν στη διάπραξη των αδικημάτων που προβλέπονται στα άρθρα 4,6, και 9.

(4) Άνευ επηρεασμού των εδαφίων (1) και (2), πρόσωπο το οποίο συμβουλεύει, προάγει ή παρακινεί άλλο πρόσωπο να συμμετέχει στη διάπραξη ή απόπειρα διάπραξης αδικήματος που προβλέπεται στα άρθρα 4, 6 και 9, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος του ίδιου είδους, υπόκειται στην ίδια ποινή και δύναται να διωχτεί, ως εάν είχε διενεργήσει ο ίδιος τέτοια πράξη.

Κυρώσεις κατά νομικών προσώπων

14.- Νομικό πρόσωπο το οποίο καταδικάζεται για τη διάπραξη οποιουδήποτε αδικήματος που προβλέπεται στα άρθρα 4, 6 και 9 υπόκειται σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις πεντακόσιες χιλιάδες ευρώ (€500.000) και το δικαστήριο δύναται να διατάξει-

(α) Αποκλεισμό από παροχές ή ενισχύσεις του δημοσίου·

(β) μέτρα προσωρινής ή οριστικής απαγόρευσης της άσκησης εμπορικής δραστηριότητας·

(γ) δικαστική εκκαθάριση ∙

(δ) προσωρινή ή οριστική διακοπή λειτουργίας των εγκαταστάσεων που χρησιμοποιήθηκαν για την τέλεση του αδικήματος.

Δικαιοδοσία Δικαστηρίων

15.- Χωρίς επηρεασμό των διατάξεων του άρθρου 5 του Ποινικού Κώδικα και παρά τις διατάξεις του άρθρου 6 του Ποινικού Κώδικα, τα Δικαστήρια της Δημοκρατίας έχουν δικαιοδοσία να εκδικάζουν τα αδικήματα των άρθρων 4, 6 και 9 εφόσον τα αδικήματα έχουν διαπραχθεί-

(α) Εξ’ ολοκλήρου ή εν μέρει στη Δημοκρατία·

(β) από υπήκοο της Δημοκρατίας·

(γ) εκτός της Δημοκρατίας, από πρόσωπο που έχει τη συνήθη διαμονή του στη Δημοκρατία· ή

(δ) προς όφελος νομικού προσώπου εγκατεστημένου στη Δημοκρατία.

Έναρξη της ισχύος του παρόντος Νόμου

16. Ο παρών Νόμος τίθεται σε ισχύ από την ημερομηνία δημοσίευσης του στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας.