ΜΕΡΟΣ V ΑΔΙΚΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΠΕΙΘΑΡΧΙΑ
Στάση, λιποταξία κ.λπ

33.- (1) Οποιοδήποτε μέλος της Αστυνομίας το οποίο-

(α) αρχίζει, εγείρει, υποκινεί, ενθαρρύνει εξέγερση ή στάση·

(β) προκαλεί ή μετέχει σε οποιαδήποτε στάση ή ταραχή οποιασδήποτε μορφής·

(γ) ενώ βρίσκεται σε οποιαδήποτε συγκέντρωση που τείνει σε οχλαγωγία, τηρουμένων οποιωνδήποτε υπαρχουσών οδηγιών ή οποιασδήποτε διαταγής η οποία δυνατό να δοθεί από παριστάμενο ανώτερο μέλος της Αστυνομίας, δεν καταβάλλει κάθε δυνατή από μέρους του προσπάθεια, για να καταστείλει τη συγκέντρωση αυτή·

(δ) στην περίπτωση οποιασδήποτε στάσης ή σκοπούμενης στάσης ή ανταρσίας που περιέρχεται στη γνώση του, παραλείπει να πληροφορήσει γι’ αυτήν χωρίς καθυστέρηση τον ανώτερό του·

(ε) λιποτακτεί ή βοηθά ή υποκινεί τη λιποταξία οποιουδήποτε μέλους της Αστυνομίας από την Αστυνομία·

είναι ένοχο αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του υπόκειται σε φυλάκιση για περίοδο που δεν υπερβαίνει τα τρία έτη.

(2) Μέλος της Αστυνομίας δύναται να διωχθεί, βάσει των διατάξεων του άρθρου αυτού, για λιποταξία χωρίς αναφορά στο χρόνο κατά τη διάρκεια του οποίου δυνατόν να απουσίαζε και γι’ αυτό δυνατό να βρεθεί ένοχο είτε λιποταξίας είτε απουσίας χωρίς άδεια:

Νοείται ότι μέλος της Αστυνομίας δεν καταδικάζεται ως λιποτάκτης ή για απόπειρα λιποταξίας, εκτός αν το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι υπήρξε πρόθεση από μέρους του μέλους αυτού είτε να μην επιστρέψει στην Αστυνομία είτε να αποφύγει ειδική σοβαρή υπηρεσία.

Πειθαρχικά αδικήματα

34. Μέλος της Αστυνομίας είναι ένοχο πειθαρχικού αδικήματος, αν διαπράξει οποιαδήποτε από τις πράξεις ή παραλείψεις που εκτίθενται στον περί Σύστασης και Λειτουργίας της Υπηρεσίας Εσωτερικού Ελέγχου της Αστυνομίας Νόμο, ή στον παρόντα Νόμο ή στον Πειθαρχικό Κώδικα που περιέχεται στους Κανονισμούς που εκδίδονται βάσει του παρόντος Νόμου και υπόκειται σε τέτοια ποινή ή ποινές που δυνατόν να επιβληθούν σε αυτόν βάσει των Κανονισμών που αναφέρονται στο πειθαρχικό αδίκημα.

Σύλληψη για αδίκημα κατά παράβαση του παρόντος Νόμου

35.- (1) Κάθε μέλος της Αστυνομίας βαθμού Λοχία ή ανώτερου, δύναται να συλλάβει ή να διατάξει τη σύλληψη οποιουδήποτε άλλου μέλους της Αστυνομίας, που δεν είναι του ιδίου ή ανώτερου βαθμού, το οποίο διαπράττει οποιοδήποτε αυτόφωρο αδίκημα που τιμωρείται με φυλάκιση κατά παράβαση του Νόμου αυτού.

(2) Πριν από την έναρξη της διαδικασίας για καταχώριση αίτησης για έκδοση δικαστικού εντάλματος σύλληψης εναντίον οποιουδήποτε μέλους της Αστυνομίας πληροφορείται γι’ αυτό ο Αρχηγός.

Υποχρέωση παρουσίασης μαρτύρων

36. Κάθε πρόσωπο το οποίο, αφού κληθεί να προσέλθει, για να δώσει μαρτυρία κατά την ακρόαση πειθαρχικής υπόθεσης εναντίον οποιουδήποτε μέλους της Αστυνομίας, παραλείπει, χωρίς εύλογη αιτία, να προσέλθει κατά το χρόνο και τόπο που ορίστηκε στην κλήση ή κατά το χρόνο και τόπο που ορίστηκε κατά τη διάρκεια της υπόθεσης είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τους δύο μήνες ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις πεντακόσιες λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές:

Νοείται ότι κανένα πρόσωπο δεν υποχρεώνεται να απαντήσει σε οποιαδήποτε ερώτηση η οποία τείνει να τον ενοχοποιήσει.

Συμβούλιο Παραπόνων

37. [Διαγράφηκε]
Υποχρέωση αναφοράς και παροχής πληροφοριών σε σχέση με πράξεις διαφθοράς ή πράξεις εν δυνάμει διαφθοράς

38. Κάθε μέλος της Αστυνομίας οφείλει να καταγγείλει ή να αναφέρει στο Διευθυντή της Υπηρεσίας Εσωτερικού Ελέγχου της Αστυνομίας ή να παράσχει σ΄ αυτόν οποιαδήποτε πληροφορία ή στοιχεία που αφορούν πράξεις ή και παραλείψεις άλλου μέλους που συνιστούν πράξεις διαφθοράς ή πράξεις εν δυνάμει διαφθοράς που υπέπεσαν στην αντίληψή του ή/και περιήλθαν σε γνώση του ή στη κατοχή του ή/και εύλογα πιστεύει ότι έχουν τελεστεί είτε εν ώρα καθήκοντος είτε οποτεδήποτε.

Διάπραξη πειθαρχικού αδικήματος από μέλος της Αστυνομίας για πράξεις διαφθοράς

38Α. Μέλος της Αστυνομίας που διαπράττει, συμμετέχει, συμπράττει, συνεργάζεται, συνωμοτεί για να διαπραχθεί ή αποπειράται να διαπράξει ή/και παρέχει συνδρομή, βοήθεια, καθοδήγηση ή συμβουλή στη διάπραξη οποιασδήποτε πράξης διαφθοράς διαπράττει πειθαρχικό αδίκημα, και σε περίπτωση που διαπιστωθεί πειθαρχική ευθύνη, υπόκειται στην ποινή της απόλυσης ή της υποχρεωτικής αφυπηρέτησης.

Αδικήματα συγκάλυψης.

38Β. (1) Μέλος της Αστυνομίας που εν γνώσει του, αμελεί ή παραλείπει ή συγκαλύπτει ή αποκρύπτει αληθή γεγονότα ή ανέχεται τέτοια γεγονότα και δεν αναφέρει στο Διευθυντή της  Υπηρεσίας Εσωτερικού Ελέγχου της Αστυνομίας τη διάπραξη αδικημάτων διαφθοράς ή πράξεων εν δυνάμει διαφθοράς από άλλο μέλος, ανώτερου ή κατώτερου βαθμού του βαθμού που κατέχει, ανεξάρτητα αν το ποινικό αδίκημα που διαπράχτηκε είναι πράγματι το ίδιο ή διαφορετικό από εκείνο το οποίο γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει, νοουμένου ότι η εκτέλεση του ποινικού αδικήματος που διαπράχτηκε είναι πιθανή συνέπεια των περιστατικών που ήταν σε γνώση του, ή παρέχει πληροφορίες σχετικά με έρευνες που γίνονται για συγκάλυψή τους, διαπράττει αδίκημα, και, σε περίπτωση καταδίκης του υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα πέντε (5) έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις πενήντα χιλιάδες ευρώ (€50.000) ή και στις δύο αυτές ποινές:

Νοείται ότι, η γνώση, η πρόθεση ή ο σκοπός που απαιτούνται ως συστατικά στοιχεία των πιο πάνω αδικημάτων, δύνανται να συναχθούν από αντικειμενικές πραγματικές περιστάσεις:

Νοείται περαιτέρω, ότι η παράλειψη μέλους της Αστυνομίας, που ασκεί καθήκοντα διοικητικού προϊστάμενου να αναφέρει ή να παραδώσει ή να διαβιβάσει στο Διευθυντή της  Υπηρεσίας Εσωτερικού Ελέγχου της Αστυνομίας οποιαδήποτε στοιχεία ή οποιαδήποτε καταγγελία ή πληροφορία, επώνυμη ή ανώνυμη, που περιήλθαν στην αντίληψή του ή στην κατοχή του, συνιστά επιβαρυντικό παράγοντα που προσμετράται κατά την επιβολή της ποινής.

(2) Μέλος της Αστυνομίας που προβαίνει σε οποιαδήποτε πράξη ή ενέργεια, η οποία αποσκοπεί ή είναι ενδεχόμενο να αποτρέψει άλλο μέλος της Αστυνομίας από το να ενεργήσει σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 38 ή η οποία ενδέχεται να παρεμποδίσει ή με οποιοδήποτε τρόπο να επηρεάσει τις εξουσίες ή αρμοδιότητες της Υπηρεσίας Εσωτερικού Ελέγχου της Αστυνομίας ή έρευνα που διεξάγεται με βάση τις διατάξεις του περί Σύστασης και Λειτουργίας της Υπηρεσίας Εσωτερικού Ελέγχου της Αστυνομίας Νόμου, διαπράττει αδίκημα και σε περίπτωση καταδίκης του υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα πέντε (5) έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις πενήντα χιλιάδες ευρώ (€50.000) ή και στις δύο αυτές ποινές.

Προστασία μελών που αναφέρουν πράξεις διαφθοράς

38Γ. Ο Αρχηγός της Αστυνομίας, χωρίς επηρεασμό των διατάξεων οποιουδήποτε άλλου νόμου ή κανονισμών που εκδίδονται δυνάμει αυτού, δύναται με διαταγές ή οδηγίες να λαμβάνει επιπρόσθετα μέτρα ή να εφαρμόζει μηχανισμούς για την προστασία των μελών της Αστυνομίας που καταγγέλλουν ή παρέχουν στοιχεία ή πληροφορίες για πράξεις διαφθοράς ή πράξεις εν δυνάμει διαφθοράς ή για την διευκόλυνση αντίστοιχων καταγγελιών ή την παροχή στοιχείων ή πληροφοριών.