ΜΕΡΟΣ ΙΙ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΚΑΤΟΧΗ, ΧΡΗΣΗ ΚΑΙ ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΩΝ ΕΜΠΙΣΤΕΥΤΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ - ΠΟΙΝΙΚΑ ΑΔΙΚΗΜΑΤΑ, ΑΣΤΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ
Προνομιακή εμπιστευτική πληροφορία

3.-(1) Για τους σκοπούς του παρόντος Μέρους, “προνομιακή εμπιστευτική πληροφορία” είναι κάθε πληροφορία που αφορά μια ή περισσότερες συγκεκριμένες κινητές αξίες ή έναν ή περισσότερους εκδότες, είναι συγκεκριμένης φύσεως, δεν κατέστη δημόσια γνωστή και, αν καθίστατο δημόσια γνωστή, θα μπορούσε να επηρεάσει ουσιωδώς την τιμή των αξιών αυτών.

(2) Μια πληροφορία αφορά έναν εκδότη τίτλων όχι μόνο στην περίπτωση που αναφέρεται στον ίδιο τον εκδότη, αλλά και στην περίπτωση που αυτή αναφέρεται σε γεγονός που δύναται να επηρεάσει τις επιχειρησιακές προοπτικές του εκδότη αυτού.

(3) Μια πληροφορία λογίζεται ότι κατέστη “δημόσια γνωστή” -

(α) Εφόσον δημοσιεύτηκε σύμφωνα με τους κανόνες που διέπουν μια οργανωμένη χρηματιστηριακή αγορά με σκοπό την πληροφόρηση των επενδυτών και των κατ’ επάγγελμα συμβούλων τους ή με βάση τον παρόντα Νόμο ή άλλο νόμο που εκάστοτε ισχύει στη Δημοκρατία˙

(β) εφόσον περιέχεται σε αρχεία ή άλλα έγγραφα κατά νόμο διαθέσιμα στο κοινό προς επιθεώρηση˙

(γ) εφόσον ευχερώς δύναται να αποκτηθεί˙ ή

(δ) εφόσον απέρρευσε από πληροφορία που κατέστη δημόσια γνωστή.

(4) Ενδεικτικά, και ανάλογα με τα πραγματικά περιστατικά της κάθε περίπτωσης, μία πληροφορία δύναται να λογιστεί ότι κατέστη “δημόσια γνωστή”, έστω και αν η πληροφορία αυτή -

(α) Μπορεί να αποκτηθεί επί τη βάσει δημόσια γνωστών πληροφοριών μόνο από πρόσωπα που επιδεικνύουν ειδική επιμέλεια ή εμπειρία˙

(β) κοινοποιείται σε μέρος μόνο του κοινού και όχι στο κοινό εν γένει˙

(γ) μπορεί να αποκτηθεί επί τη βάσει δημόσια γνωστών πληροφοριών μόνο κατόπιν ειδικής παρατηρήσεως ή εκτιμήσεως˙

(δ) κοινοποιείται μόνο κατόπιν καταβολής ενός λογικού δικαιώματος˙

(ε) δημοσιεύεται μόνο εκτός της Δημοκρατίας.

Κάτοχος προνομιακής εμπιστευτικής πληροφορίας

4. Για τους σκοπούς του παρόντος Μέρους, “κάτοχος προνομιακής εμπιστευτικής πληροφορίας” είναι κάθε πρόσωπο που λόγω των περιπτώσεων που αναφέρονται στις υποπαραγράφους (α) και (β) του παρόντος άρθρου κατέχει προνομιακή εμπιστευτική πληροφορία που εν γνώσει του είναι τέτοια-

(α) (i) Λόγω της ιδιότητας του ως μέλους των διοικητικών, διευθυντικών ή εποπτικών οργάνων οποιουδήποτε εκδότη˙

(ii) λόγω της συμμετοχής του στο κεφάλαιο οποιουδήποτε εκδότη˙

(iii) επειδή έχει πρόσβαση στην πληροφορία αυτή λόγω της άσκησης της εργασίας, του επαγγέλματος ή των καθηκόντων του˙ ή

(β) λόγω του γεγονότος ότι προέρχεται άμεσα ή έμμεσα από πηγή ή πρόσωπο που εμπίπτει στις διατάξεις της παραγράφου (α):

Νοείται ότι, για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, πρόσωπο που συνδέεται με σχέση συγγένειας μέχρι δεύτερου βαθμού και που εκ των υστέρων αποδεικνύεται ότι έχει συναλλαχθεί σε σχετικό χρόνο σε κινητές αξίες κατά παράβαση του άρθρου 5 εμπίπτει στον κατάλογο των προσώπων που αναφέρονται στο παρόν άρθρο, εκτός αν το εν λόγω πρόσωπο αποδείξει ότι κάτω από το σύνολο των περιστάσεων δεν είχε ευχέρεια ή ευκαιρία πρόσβασης ή γνώσης της σχετικής πληροφορίας.

Απαγόρευση ορισμένων πράξεων από κάτοχο προνομιακών εμπιστευτικών πληροφοριών και ποινικά αδικήματα

5.-(1) Απαγορεύεται στον κάτοχο προνομιακής εμπιστευτικής πληροφορίας να αγοράζει, πωλεί, διαθέτει, δεσμεύει, υποθηκεύει ή άλλως πως διαθέτει κινητές αξίες των οποίων η τιμή δύναται να επηρεαστεί ουσιωδώς από την πληροφορία αυτή. Παράβαση της διατάξεως αυτής συνιστά ποινικό αδίκημα που τιμωρείται σύμφωνα με το άρθρο 6 του παρόντος Νόμου.

(2) Απαγορεύεται στον κάτοχο προνομιακής εμπιστευτικής πληροφορίας να προτρέπει ή να διευκολύνει τρίτο ή να συνιστά σε τρίτο συναλλαγή σε κινητές αξίες των οποίων η τιμή δύναται ουσιωδώς να επηρεαστεί από την πληροφορία αυτή, ανεξάρτητα αν ο άλλος αυτός γνωρίζει το γεγονός. Παράβαση της διατάξεως αυτής συνιστά ποινικό αδίκημα, που τιμωρείται σύμφωνα με το άρθρο 6 του παρόντος Νόμου.

(3) Απαγορεύεται στον κάτοχο προνομιακής εμπιστευτικής πληροφορίας να ανακοινώνει σε τρίτο την πληροφορία αυτή, εκτός από τις περιπτώσεις κατά τις οποίες η ανακοίνωση της πληροφορίας αυτής γίνεται μέσα στα συνήθη πλαίσια της άσκησης της εργασίας, του επαγγέλματος ή των καθηκόντων του. Παράβαση της διατάξεως αυτής συνιστά ποινικό αδίκημα, που τιμωρείται σύμφωνα με το άρθρο 6 του παρόντος Νόμου.

(4) Οι απαγορεύσεις που προνοούνται στο παρόν άρθρο δεν ισχύουν προκειμένου περί πράξεων που διενεργούνται αποκλειστικά με σκοπό την άσκηση νομισματικής ή συναλλαγματικής πολιτικής ή με σκοπό τη διαχείριση του δημόσιου χρέους από την κυβέρνηση της Δημοκρατίας, την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου ή από άλλο εξουσιοδοτημένο από την κυβέρνηση ή την Κεντρική Τράπεζα οργανισμό ή κατ’ εντολήν τους.

(5) (α) Σε περίπτωση που ο ενεργών κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου αυτού είναι νομικό πρόσωπο, ποινική ευθύνη για το αδίκημα που διαπράττεται υπέχουν μόνο τα φυσικά πρόσωπα που έλαβαν μέρος στη λήψη της απόφασης προς τέλεση της πράξεως που στοιχειοθετεί το αδίκημα.

(β) “Ενεργών” για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου περιλαμβάνει και το πρόσωπο που είναι ή συμπεριφέρεται ως αντιπρόσωπος ή εντολοδόχος.

(6) (α) “Συναλλαγή σε αξίες”, για τους σκοπούς του παρόντος Μέρους, σημαίνει-

(i) Την κτήση ή τη διάθεση κινητών αξιών για ίδιο λογαριασμό ή για λογαριασμό τρίτου˙

(ii) την πρόκληση, άμεση ή έμμεση, της κτήσεως ή της διαθέσεως κινητών αξιών από άλλο πρόσωπο, που ενεργεί ως αντιπρόσωπος, εντολοδόχος ή σύμφωνα με τις οδηγίες του προσώπου αυτού.

(β) Ο όρος “κτήση κινητής αξίας”, για τους σκοπούς του παρόντος Μέρους, περιλαμβάνει -

(i) Τη συμφωνία προς κτήση των κινητών αξιών˙ και

(ii) τη σύναψη συμβάσεως με την οποία συνιστάται η κινητή αξία.

(γ) Ο όρος “διάθεση κινητής αξίας” περιλαμβάνει -

(i) Τη συμφωνία προς διάθεση της κινητής αξίας˙ και

(ii) τον τερματισμό της συμβάσεως με την οποία συνεστήθη η κινητή αξία.

(7) Οι διατάξεις του άρθρου αυτού δεν επηρεάζουν το έγκυρο των κατά παράβαση των διατάξεων του συναπτόμενων συμβάσεων.

Ποινές για τα αδικήματα περί της συναλλαγής σε κινητές αξίες από κάτοχο προνομιακής εμπιστευτικής πληροφορίας, της προτροπής, διευκόλυνσις ή σύστασης σε συναλλαγή ή της ανακοίνωσης προνομιακής εμπιστευτικής πληροφορίας

6.-(1) Το κατά τις διατάξεις του εδαφίου (1), του εδαφίου (2) ή του εδαφίου (3) του άρθρου 5 του παρόντος Νόμου διαπραττόμενο ποινικό αδίκημα τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μέχρι επτά έτη ή με χρηματική ποινή μέχρι πενήντα χιλιάδες λίρες ή και με τις δύο αυτές ποινές.

(2) Πρόσωπο που καταδικάζεται για αδίκημα που στοιχειοθετείται σύμφωνα με τα εδάφια (1), (2) ή (3) του άρθρου 5 του παρόντος Νόμου στερείται του δικαιώματος να συναλλάσσεται, άμεσα ή έμμεσα, σε κινητές αξίες για διάστημα πέντε ετών από την καταδίκη του, εκτός αν πρόκειται για την ολοκλήρωση προγενέστερων της καταδίκης του νόμιμων πράξεων.

(3) (α) Παράβαση των διατάξεων του εδαφίου (2) του άρθρου αυτού συνιστά ποινικό αδίκημα τιμωρούμενο με ποινή φυλάκισης μέχρι ένα έτος ή με χρηματική ποινή μέχρι δύο χιλιάδες λίρες ή και με τις δύο αυτές ποινές.

(β) Το αδίκημα αυτό συνεπάγεται στέρηση του δικαιώματος του υπαιτίου να συναλλάσσεται, άμεσα ή έμμεσα, σε κινητές αξίες, υπό τις ίδιες όπως και στο εδάφιο (2) προϋποθέσεις, για περαιτέρω διάστημα πέντε ετών από τη νέα αυτή καταδίκη.

Γενικοί λόγοι που αποκλείουν το άδικο της πράξεως

7.-(1) Αποκλείεται το άδικο της πράξεως και ο υπαίτιος του κατά το άρθρο 5(1) του παρόντος Νόμου ποινικού αδικήματος δεν τιμωρείται, αν αποδείξει ότι κατά την τέλεση της πράξεως συνέτρεχε οποιαδήποτε από τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

(α) Δεν προσδοκούσε στην αποκόμιση κέρδους ή στην αποτροπή ζημιάς, εξαιτίας της πληροφορίας που κατείχε.

(β) Με βάση το άρθρο 3(3) είχε την εύλογη πεποίθηση πως η πληροφορία αυτή ήταν ευρέως γνωστή, σε έκταση που να αποτρέπεται το ενδεχόμενο ένα εκ των δύο μερών στη συναλλαγή να βρίσκεται σε προνομιακή θέση έναντι του άλλου που δεν κατείχε την πληροφορία αυτή.

(γ) Θα τελούσε την πράξη αυτή οπωσδήποτε, έστω και αν δεν κατείχε την πληροφορία αυτή ως εκκαθαριστής, παραλήπτης, διαχειριστής πτωχεύσεως, εμπιστευματοδόχος, εντολοδόχος, εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος ή άλλως πως.

(δ) Ανακοινώνοντας την πληροφορία που κατείχε στην Επιτροπή, η Επιτροπή έκρινε σκόπιμο υπό τις περιστάσεις να μην τη γνωστοποιήσει στο ευρύ κοινό και παρήλθε διάστημα είκοσι μιας ημερών από την ανακοίνωση της πληροφορίας στην Επιτροπή.

(2) Αποκλείεται το άδικο της πράξεως και ο υπαίτιος του κατά το άρθρο 5(2) του παρόντος Νόμου ποινικού αδικήματος δεν τιμωρείται, αν αποδείξει ότι κατά την τέλεση της πράξεως συνέτρεχε οποιαδήποτε από τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

(α) Δεν προσδοκούσε ότι η συναλλαγή θα απέληγε στην αποκόμιση κέρδους ή στην αποτροπή ζημιάς εξαιτίας της πληροφορίας αυτής.

(β) Είχε την εύλογη πεποίθηση πως η πληροφορία αυτή ήταν ή θα γινόταν ευρέως γνωστή, σε έκταση που να αποτρέπεται το ενδεχόμενο ένα εκ των δύο μερών στη συναλλαγή να βρίσκεται σε προνομιακή θέση έναντι του άλλου που δεν κατείχε την πληροφορία αυτή.

(γ) Ανακοινώνοντας την πληροφορία που κατείχε στην Επιτροπή, η Επιτροπή έκρινε σκόπιμο υπό τις περιστάσεις να μην τη γνωστοποιήσει στο ευρύ κοινό και παρήλθε διάστημα είκοσι μιας ημερών από την ανακοίνωση της πληροφορίας στην Επιτροπή.

(3) Αποκλείεται το άδικο της πράξεως και ο υπαίτιος του κατά το άρθρο 5(3) ποινικού αδικήματος δεν τιμωρείται, αν αποδείξει ότι κατά την τέλεση της πράξεως δεν προσδοκούσε ότι εξαιτίας της ανακοίνωσης της πληροφορίας αυτής οποιοδήποτε πρόσωπο θα προέβαινε σε συναλλαγή στις αξίες που αφορούσε η πληροφορία ή ότι, παρότι το προσδοκούσε εντούτοις δεν ανέμενε ότι η συναλλαγή θα απέληγε σε αποκόμιση κέρδους ή στην αποτροπή ζημιάς εξαιτίας της πληροφορίας που ανακοίνωσε.

Ειδικοί λόγοι που αποκλείουν το άδικο της πράξεως

8.-(1) Αποκλείεται το άδικο της πράξεως και δεν τιμωρείται ο υπαίτιος του κατά το άρθρο 5(1) ή 5(2) ποινικού αδικήματος, αν αποδείξει ότι κατά την τέλεση της πράξεως συνέτρεχαν οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

(α) Η προνομιακή εμπιστευτική πληροφορία που κατείχε λογίζεται “επαγγελματική πληροφορία” κατά την έννοια του εδαφίου (4) του άρθρου αυτού~ και

(β) ήταν εύλογο, ως εκ της ιδιότητας του, να ενεργήσει όπως ενήργησε, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι κατείχε την πληροφορία αυτή.

(2) Για να κριθεί κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις της παραγράφου (β) του εδαφίου (1) του άρθρου αυτού, λαμβάνονται υπόψη τα ακόλουθα στοιχεία:

(α) Το περιεχόμενο της πληροφορίας~

(β) οι περιστάσεις υπό τις οποίες περιήλθε σε γνώση του η πληροφορία και η ιδιότητα που τότε κατείχε~

(γ) η ιδιότητα υπό την οποία ενήργησε~

(δ) ο αριθμός και η αξία των κινητών αξιών που ήταν αντικείμενο της συναλλαγής του υπαιτίου.

(3) Αποκλείεται το άδικο της πράξεως και δεν τιμωρείται ο υπαίτιος του κατά το άρθρο 5(1) ή (2) ποινικού αδικήματος, αν αποδείξει ότι κατά την τέλεση της πράξεως συνέτρεχαν οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

(α) Η πράξη του είχε ως αντικείμενο την κτήση ή διάθεση αξιών η οποία τελούσε υπό μελέτη ή ήταν αντικείμενο διαπραγματεύσεων ή έγινε στα πλαίσια μιας σειράς τέτοιων ανάλογων πράξεων και προς το σκοπό ολοκλήρωσης τους~ και

(β) η προνομιακή εμπιστευτική πληροφορία που κατείχε λογίζεται “επαγγελματική πληροφορία” κατά την έννοια του εδαφίου (4) του παρόντος άρθρου και κατείχε την πληροφορία αυτή εξαιτίας της συμμετοχής του στις πιο πάνω πράξεις.

(4) Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, “επαγγελματική πληροφορία” λογίζεται κάθε πληροφορία που αφορά ένα ή περισσότερα από τα ακόλουθα γεγονότα:

(α) Το γεγονός ότι συντελέστηκε ή επίκειται να συντελεστεί η κτήση ή η διάθεση αξιών συγκεκριμένης κατηγορίας ή ότι η κτήση ή η διάθεση των αξιών αυτών τελεί υπό μελέτη ή είναι αντικείμενο διαπραγματεύσεων, ο αριθμός και η τιμή των αξιών αυτών.

(β) Το γεγονός ότι δε συντελέστηκε ούτε επίκειται να συντελεστεί η κτήση ή η διάθεση αξιών συγκεκριμένης κατηγορίας.

(γ) Η ταυτότητα των προσώπων που εμπλέκονται, υπό οποιαδήποτε ιδιότητα, στη κτήση ή στη διάθεση των αξιών.

Αστική ευθύνη

9. Πρόσωπο, φυσικό ή νομικό, που ενεργεί κατά παράβαση των διατάξεων του εδαφίου (1) ή (2) ή (3) του άρθρου 5 του παρόντος Νόμου ευθύνεται για κάθε ζημιά, περιλαμβανομένης και της απώλειας κέρδους, που γίνεται σε τρίτους ένεκα της πράξεως του, εκτός εάν αποδείξει ότι συντρέχει οποιοσδήποτε γενικός ή ειδικός λόγος που αποκλείει το άδικο της πράξεως, κατά τα οριζόμενα στα άρθρα 7 και 8 του παρόντος Νόμου.

Έκταση εφαρμογής

10. Οι προβλεπόμενες στο άρθρο 5 απαγορεύσεις ισχύουν αναφορικά με πράξεις που τελούνται στο έδαφος της Δημοκρατίας.