ΜΕΡΟΣ ΙΙ ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗ Ή ΥΠΟΚΛΟΠΗ ΙΔΙΩΤΙΚΗΣ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ
Αδικήματα

3.-(1) Εκτός όπου ειδικά προβλέπεται διαφορετικά στον παρόντα Νόμο, κάθε πρόσωπο το οποίο-

(α) εσκεμμένα υποκλέπτει ή παρακολουθεί ή με οποιοδήποτε τρόπο αποκτά πρόσβαση ή αποπειράται να υποκλέψει ή να παρακολουθήσει ή με οποιοδήποτε τρόπο να αποκτήσει πρόσβαση ή προκαλεί ή επιτρέπει ή εξουσιοδοτεί οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο να υποκλέψει ή να παρακολουθήσει ή να αποκτήσει πρόσβαση ή να αποπειραθεί να υποκλέψει ή να παρακολουθήσει ή να αποκτήσει πρόσβαση στο περιεχόμενο οποιασδήποτε ιδιωτικής επικοινωνίας· ή

(β) εσκεμμένα χρησιμοποιεί, αποπειράται να χρησιμοποιήσει ή προκαλεί ή επιτρέπει ή εξουσιοδοτεί οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο να χρησιμοποιήσει ή να αποπειραθεί να χρησιμοποιήσει οποιαδήποτε ηλεκτρονική, μηχανική, ηλεκτρομαγνητική, ακουστική ή άλλη συσκευή ή μηχάνημα, προς το σκοπό υποκλοπής ή παρακολούθησης ή πρόσβασης στο περιεχόμενο οποιασδήποτε ιδιωτικής επικοινωνίας· ή

(γ) εσκεμμένα αποκαλύπτει ή αποπειράται να αποκαλύψει σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο το περιεχόμενο οποιασδήποτε ιδιωτικής επικοινωνίας, γνωρίζοντας ή έχοντας λόγο να γνωρίζει ότι η πληροφορία λήφθηκε από υποκλοπή ή παρακολούθηση ή πρόσβαση στο περιεχόμενο ιδιωτικής επικοινωνίας· ή

(δ) εσκεμμένα χρησιμοποιεί ή αποπειράται να χρησιμοποιήσει το περιεχόμενο οποιασδήποτε ιδιωτικής επικοινωνίας, γνωρίζοντας ή έχοντας λόγο να γνωρίζει ότι η πληροφορία λήφθηκε από υποκλοπή ή παρακολούθηση ή πρόσβαση στο περιεχόμενο ιδιωτικής επικοινωνίας,

είναι ένοχο αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα πέντε (5) χρόνια.

(2) Οι διατάξεις του εδαφίου (1) δεν εφαρμόζονται σε σχέση με πρόσωπο το οποίο-

(α) Έχει την προηγούμενη ρητή έγκριση για παρακολούθηση ή πρόσβαση στο περιεχόμενο της ιδιωτικής επικοινωνίας από το πρόσωπο που προβαίνει ή έχει προβεί στην επικοινωνία αυτή και από το πρόσωπο το οποίο έλαβε ή σκοπείται να λάβει την επικοινωνία αυτή ή από το ένα από τα δύο σε περίπτωση άσεμνων, ενοχλητικών ή απειλητικών ανώνυμων τηλεφωνικών συνδιαλέξεων˙

(β) προβαίνει σε καταγραφή αριθμών τηλεφωνικών κλήσεων, αφού προηγουμένως εξασφαλίσει διάταγμα δικαστηρίου ή εφόσον  πρόκειται για σκοπούς χρέωσης και είναι εν γνώσει του προσώπου που προβαίνει στην επικοινωνία αυτή˙

(γ) προβαίνει σε παρακολούθηση ιδιωτικής επικοινωνίας, σύμφωνα με εξουσιοδότηση ή έγκριση η οποία δόθηκε δυνάμει των άρθρων 8, 9 και 19 του παρόντος Νόμου ή καλόπιστα υποβοηθεί με οποιοδήποτε τρόπο στην παρακολούθηση ιδιωτικής επικοινωνίας άλλο πρόσωπο ή πρόσωπα το οποίο ή τα οποία έχει εύλογη και πιθανή αιτία να πιστεύει ότι ενεργούν σύμφωνα με τέτοια εξουσιοδότηση ή έγκριση˙

(δ) προβαίνει σε παρακολούθηση του περιεχόμενου ιδιωτικής επικοινωνίας με τρίτα πρόσωπα ατόμων που τελούν σε φυλάκιση˙

(ε) είναι αξιωματούχος ή μέλος ή υπάλληλος της Αρχής ή πρόσωπο το οποίο ενεργεί κατόπιν άδειας της Αρχής και με τέτοιους όρους που επιβλήθηκαν από την Αρχή σύμφωνα με τις πρόνοιες των εν ισχύι νόμων, ασχολείται με την παροχή τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών προς το κοινό και προβαίνει σε παρακολούθηση ιδιωτικής επικοινωνίας, εφόσον η παρακολούθηση αυτή είναι τυχαία και απόλυτα αναγκαία για σκοπούς παροχής τέτοιων υπηρεσιών ή για σκοπούς συντήρησης ή ελέγχου της ποιότητας τηλεπικοινωνιακού εξοπλισμού˙

(στ) είναι αξιωματούχος ή μέλος ή υπάλληλος της Αρχής ή πρόσωπο το οποίο ενεργεί κατόπιν άδειας της Αρχής και με τέτοιους όρους που επιβλήθηκαν από την Αρχή, σύμφωνα με τις πρόνοιες των εν ισχύι νόμων, και παρείχε πληροφορίες, διευκολύνσεις ή τεχνική βοήθεια για παρακολούθηση ιδιωτικής επικοινωνίας δυνάμει των προνοιών των άρθρων 8, 9 και 19 του παρόντος Νόμου˙

(ζ) είναι δημόσιος λειτουργός ο οποίος κατά την άσκηση των συνήθων καθηκόντων του έλαβε γνώση του περιεχομένου παρακολούθησης ιδιωτικής επικοινωνίας η οποία πραγματοποιήθηκε σύμφωνα με εξουσιοδότηση ή έγκριση που δόθηκε δυνάμει διατάξεων του παρόντος Νόμου ή μαρτυρίας που προκύπτει από τέτοια παρακολούθηση ή πρόσβαση στο περιεχόμενο ιδιωτικής επικοινωνίας και αποκάλυψε το περιεχόμενο αυτό σε άλλο δημόσιο λειτουργό:

Νοείται ότι η αποκάλυψη αυτή θα τύχει απόλυτα εμπιστευτικής χρήσης και η αποκάλυψη αυτή είναι κατάλληλη και απαραίτητη για την αναγκαία άσκηση των επίσημων καθηκόντων του δημόσιου λειτουργού ο οποίος προβαίνει στην αποκάλυψη και του δημόσιου λειτουργού ο οποίος τη λαμβάνει˙

(η) είναι δημόσιος λειτουργός ο οποίος κατά την άσκηση των συνήθων καθηκόντων του έλαβε γνώση του περιεχομένου παρακολούθησης ιδιωτικής επικοινωνίας που πραγματοποιήθηκε σύμφωνα με εξουσιοδότηση ή έγκριση που δόθηκε δυνάμει διατάξεων του παρόντος Νόμου ή μαρτυρίας που προκύπτει από τέτοια παρακολούθηση και έκανε χρήση του περιεχομένου αυτού, νοουμένου ότι η χρήση αυτή είναι απόλυτα εμπιστευτική και κατάλληλη και απαραίτητη για την αναγκαία άσκηση των επίσημων καθηκόντων του˙

(θ) έλαβε οποιαδήποτε πληροφορία σχετική με παρακολούθηση ιδιωτικής επικοινωνίας ή το περιεχόμενο αυτής ή μαρτυρία που προκύπτει από τέτοια παρακολούθηση ή πρόσβαση στο περιεχόμενο ιδιωτικής επικοινωνίας και αποκαλύπτει αυτήν, καταθέτοντας ως μάρτυρας σ’ οποιαδήποτε ποινική ή πολιτική διαδικασία ενώπιον αρμόδιου δικαστηρίου, νοουμένου ότι η εν λόγω παρακολούθηση ή πρόσβαση πραγματοποιήθηκε σύμφωνα με εξουσιοδότηση ή έγκριση που δόθηκε δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου ή κατόπιν προηγούμενης ρητής έγκρισης του προσώπου που προέβη στην επικοινωνία και του προσώπου που έλαβε αυτή ή από το ένα από τα δύο σε περίπτωση άσεμνων, ενοχλητικών ή απειλητικών ανώνυμων τηλεφωνικών συνδιαλέξεων˙

(ι) αποκτά πρόσβαση στο περιεχόμενο ιδιωτικής επικοινωνίας, σύμφωνα με εξουσιοδότηση ή έγκριση, η οποία δόθηκε δυνάμει των διατάξεων των άρθρων 21, 22 και 23, ή καλόπιστα υποβοηθεί με οποιοδήποτε τρόπο στη λήψη του περιεχομένου ιδιωτικής επικοινωνίας από άλλο πρόσωπο ή πρόσωπα που έχουν εύλογη και πιθανή αιτία να πιστεύουν ότι ενεργούν σύμφωνα με τέτοια εξουσιοδότηση ή έγκριση.

(3) Στις περιπτώσεις που η ιδιωτική επικοινωνία γίνεται από περισσότερα από ένα πρόσωπα ή σκοπείται να λάβουν την επικοινωνία περισσότερα από ένα πρόσωπα, η απαιτούμενη από το εδάφιο (2)(α) προηγούμενη ρητή έγκριση για παρακολούθηση δέον να ληφθεί από όλα τα πρόσωπα που προβαίνουν στην επικοινωνία και από όλα τα πρόσωπα που σκοπείται να λάβουν αυτή ή από το ένα από αυτά σε περίπτωση άσεμνων, ενοχλητικών ή απειλητικών ανώνυμων τηλεφωνικών συνδιαλέξεων.

Συσκευές ή μηχανήματα υποκλοπών ή παρακολουθήσεων

4.-(1) Κανένας δεν μπορεί να εισάγει, κατασκευάζει, διαφημίζει, πωλεί ή άλλως πως διαθέτει ηλεκτρονική, μηχανική, ηλεκτρομαγνητική, ακουστική ή άλλη συσκευή ή μαχάνημα που γνωρίζει ή οφείλει να γνωρίζει ότι μπορεί να χρησιμοποιηθεί για υποκλοπή ή παρακολούθηση ιδιωτικής επικοινωνίας, χωρίς την προς τούτο άδεια της Αρχής και με τέτοιους όρους που επιβλήθηκαν από την Αρχή.

(2) Κάθε πρόσωπο που παραβαίνει τις διατάξεις του εδαφίου (1) ή οποιοδήποτε όρο της χορηγούμενης σ’ αυτό άδειας είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τους τρεις μήνες ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις χίλιες λίρες ή και στις δύο ποινές.

(3) Άδεια που χορηγείται δυνάμει του εδαφίου (1) θα πρέπει απαραίτητα να είναι δεόντως αιτιολογημένη και να κοινοποιείται στο Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας.

Κατάσχεση ή/και δήμευση συσκευών ή μηχανημάτων υποκλοπών ή παρακολουθήσεων

5. Οποιαδήποτε ηλεκτρονική, μηχανική, ηλεκτρομαγνητική, ακουστική ή άλλη συσκευή ή μηχάνημα χρησιμοποιείται, εισάγεται, κατασκευάζεται, διαφημίζεται, πωλείται ή άλλως πως διατίθεται κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 3 και 4 του παρόντος Νόμου μπορεί να κατασχεθεί ή/και να δημευθεί.

Αίτηση για εξουσιοδότηση παρακολούθησης ιδιωτικής επικοινωνίας

6.-(1) Ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας δύναται, κατόπιν παρακλήσεως του Αρχηγού της Αστυνομίας ή του Διευθυντή του Τμήματος Τελωνείων, να απευθύνει αίτηση (ex parte) στο επαρχιακό δικαστήριο της επαρχίας στην οποία διαμένει, μόνιμα ή προσωρινά, το πρόσωπο που θα προβεί στην ιδιωτική επικοινωνία ή στο επαρχιακό δικαστήριο της επαρχίας στην οποία διαμένει, μόνιμα ή προσωρινά, το πρόσωπο που θα λάβει την επικοινωνία αυτή, ζητώντας έκδοση δικαστικού εντάλματος, το οποίο να εξουσιοδοτεί ή να εγκρίνει ή να παρατείνει την παρακολούθηση ιδιωτικής επικοινωνίας από την Αρχή ή από ή εκ μέρους του Αρχηγού της Αστυνομίας ή του Διευθυντή του Τμήματος Τελωνείων, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 8, 9 και 19 του παρόντος Νόμου, εφόσον ο Γενικός Εισαγγελέας ικανοποιηθεί ότι η παρακολούθηση αυτή μπορεί να παράσχει ή να έχει παράσχει μαρτυρία για τη διάπραξη αδικήματος.

(2) Καμιά αίτηση εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα δεν μπορεί να υποβληθεί και καμιά εξουσιοδότηση ή έγκριση δεν μπορεί να δοθεί από δικαστή για παρακολούθηση ιδιωτικής επικοινωνίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 8, 9 και 19 του παρόντος Νόμου, παρά μόνο στις περιπτώσεις ιδιωτικής επικοινωνίας-

(α) Προσώπου ή προσώπων που τελούν σε φυλάκιση ή προφυλάκιση0 και

(β) που διεξάγεται με μέσα απαγορευμένα από το νόμο.

Περιεχόμενο αιτήσεως

7.-(1) Αίτηση για την έκδοση δικαστικού εντάλματος για εξουσιοδότηση ή έγκριση ή παράταση παρακολούθησης ιδιωτικής επικοινωνίας γίνεται εγγράφως, υπογράφεται από ή εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα και συνοδεύεται από ένορκο δήλωση αρμόδιου δημόσιου λειτουργού, η οποία περιέχει τις ακόλουθες πληροφορίες και στοιχεία:

(α) Την ιδιότητα του αρμόδιου δημόσιου λειτουργού˙

(β) πλήρη και εμπεριστατωμένη έκθεση γεγονότων και περιστατικών στα οποία βασίζεται ο αιτητής για να δικαιολογήσει την πεποίθηση του ότι το ζητούμενο δικαστικό ένταλμα πρέπει να εκδοθεί που να περιλαμβάνει-

(i) Λεπτομέρειες του αδικήματος το οποίο διαπράχθηκε, διαπράττεται ή αναμένεται να διαπραχθεί˙

(ii) γενική περιγραφή της φύσης και του τόπου, αν είναι γνωστά, απ’ όπου η ιδιωτική επικοινωνία ζητείται να παρακολουθηθεί, καθώς επίσης του οργάνου ή προσώπου το οποίο ζητείται να προβεί στην παρακολούθηση και το οποίο μπορεί να είναι η Αρχή ή όργανο ή πρόσωπο κατόπιν άδειας της Αρχής και με τέτοιους όρους που επιβάλλονται από την Αρχή ή ο Αρχηγός της Αστυνομίας ή ο Διευθυντής του Τμήματος Τελωνείων˙

(iii) γενική περιγραφή του είδους της ιδιωτικής επικοινωνίας, καθώς και του τρόπου με τον οποίο θα πραγματοποιηθεί η παρακολούθηση˙

(iv) την ταυτότητα του προσώπου που διέπραξε ή διαπράττει ή αναμένεται να διαπράξει το αδίκημα, αν είναι γνωστή, και του οποίου η ιδιωτική επικοινωνία ζητείται να παρακολουθηθεί˙

(v) το όνομα, τη διεύθυνση και το επάγγελμα, αν είναι γνωστά, όλων των προσώπων των οποίων η παρακολούθηση της ιδιωτικής επικοινωνίας εύλογα πιστεύεται ότι μπορεί να βοηθήσει στη διερεύνηση του αδικήματος˙(vi) πλήρη και εμπεριστατωμένη έκθεση σχετικά με το κατά πόσο έχουν δοκιμαστεί και άλλες συνήθεις ανακριτικές ή διερευνητικές διαδικασίες και απέτυχαν ή γιατί φαίνεται λογικό ότι δεν αναμένεται να πετύχουν, αν δοκιμαστούν ή γιατί είναι επικίνδυνες για την πρόσφορη διερεύνηση του αδικήματος ή γιατί το επείγον της περίπτωσης είναι τέτοιο, ώστε δεν ήταν πρακτικό να διεκπεραιωθούν οι έρευνες ή οι ανακρίσεις για το αδίκημα με τη χρήση άλλων διαδικασιών˙

(γ) έκθεση ως προς τη χρονική διάρκεια της παρακολούθησης0 αν η φύση της έρευνας για το αδίκημα είναι τέτοια, ώστε η εξουσιοδότηση για παρακολούθηση δεν πρέπει να τερματίζεται αυτόματα με τη λήψη του περιγραφόμενου είδους της ιδιωτικής επικοινωνίας, πλήρη περιγραφή των γεγονότων τα οποία στηρίζουν εύλογη υποψία ή πεποίθηση ότι μπορεί να ακολουθήσουν και επιπρόσθετες ιδιωτικές επικοινωνίες του ίδιου είδους˙

(δ) πλήρη και εμπεριστατωμένη έκθεση των γεγονότων που αφορούν όλες τις προηγούμενες γνωστές αιτήσεις οι οποίες καταχωρήθηκαν προς αρμόδιο επαρχιακό δικαστήριο για εξουσιοδότηση ή παράταση παρακολουθήσεων, στις οποίες εμπλέκονται οποιαδήποτε πρόσωπα που αναφέρονται και στην παρούσα αίτηση που να συμπεριλαμβάνει και την απόφαση του αρμόδιου Δικαστή σε κάθε μια απ’ αυτές˙

(ε) όταν η αίτηση αφορά παράταση της ισχύος δικαστικού εντάλματος, έκθεση που να παραθέτει τα μέχρι στιγμής αποτελέσματα από την παρακολούθηση ή λογική εξήγηση για την αποτυχία λήψης τέτοιων αποτελεσμάτων.

(2) Ο Δικαστής μπορεί να ζητήσει από τον αιτητή την παροχή περαιτέρω λεπτομερειών ή στοιχείων ή μαρτυρίας για υποστήριξη της αίτησης με τη μορφή συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως ή ενόρκου μαρτυρικής καταθέσεως ή άλλως πως.

Έκδοση δικαστικού εντάλματος παρακολούθησης

8.-(1) Ο Δικαστής μπορεί να εκδώσει δικαστικό ένταλμα παρακολούθησης, όπως ζητήθηκε με την αίτηση ή με τέτοιες τροποποιήσεις ή με τέτοιους όρους με το οποίο να εξουσιοδοτεί την παρακολούθηση ιδιωτικής επικοινωνίας, αν ικανοποιηθεί ότι με βάση τα γεγονότα τα οποία υποβλήθηκαν από τον αιτητή-

(α) Υπάρχει εύλογη υποψία ή πιθανότητα ότι πρόσωπο διαπράττει, διέπραξε ή αναμένεται να διαπράξει αδίκημα˙

(β) υπάρχει εύλογη υποψία ή πιθανότητα ότι συγκεκριμένη ιδιωτική επικοινωνία συνδέεται ή είναι συναφής με το αδίκημα˙

(γ) συνήθεις ανακριτικές ή διερευνητικές διαδικασίες έχουν δοκιμαστεί και απέτυχαν ή λογικά φαίνεται ότι δεν αναμένεται να πετύχουν, αν δοκιμαστούν ή ότι είναι επικίνδυνες για την πρόσφορη διερεύνηση του αδικήματος ή ότι το επείγον της περίπτωσης είναι τέτοιο, ώστε δεν ήταν πρακτικό να διεκπεραιωθούν οι έρευνες ή ανακρίσεις για το αδίκημα με τη χρήση άλλων διαδικασιών˙

(δ) υπάρχει εύλογη υποψία ή πιθανότητα ότι η τηλεπικοινωνιακή συσκευή ή το μηχάνημα με το οποίο, ή το μέρος όπου, θα πραγματοποιηθεί ιδιωτική επικοινωνία που ζητείται να παρακολουθηθεί, χρησιμοποιείται ή επίκειται ή αναμένεται να χρησιμοποιηθεί ή χρησιμοποιήθηκε, σε σχέση με τη διάπραξη τέτοιου αδικήματος ή κατέχεται ή είναι εγγεγραμμένο στο όνομα προσώπου ή συνήθως χρησιμοποιείται από πρόσωπο, για το οποίο γίνεται αναφορά στο εδάφιο (1)(α) ανωτέρω˙

(ε) είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης η έκδοση του ανωτέρω δικαστικού εντάλματος.

(2) Δικαστικό ένταλμα που εκδίδεται σύμφωνα με το εδάφιο (1) δυνατό να περιέχει τέτοιους όρους και προϋποθέσεις, όπως ο δικαστής κρίνει σκόπιμο και περιγράφει-

(α) Την ταυτότητα του προσώπου, αν είναι γνωστή, για το οποίο ζητείται η παρακολούθηση της ιδιωτικής επικοινωνίας του˙

(β) τη φύση και τον τόπο, αν είναι γνωστά, απ’ όπου σκοπείται να παρακολουθείται η ιδιωτική επικοινωνία, τα οποία καθορίζονται από την Αρχή˙

(γ) το είδος της ιδιωτικής επικοινωνίας της οποίας ζητείται η παρακολούθηση και το συγκεκριμένο αδίκημα με το οποίο αυτή σχετίζεται˙

(δ) τον τρόπο με τον οποίο σκοπείται να πραγματοποιηθεί η παρακολούθηση˙

(ε) το όργανο ή το πρόσωπο το οποίο είναι υπεύθυνο για την παρακολούθηση και το οποίο είναι η Αρχή ή όργανο ή πρόσωπο κατόπιν άδειας της Αρχής και με τέτοιους όρους που επιβάλλονται από την Αρχή ή ο Αρχηγός της Αστυνομίας ή ο Διευθυντής του Τμήματος Τελωνείων˙

(στ) τη χρονική περίοδο για την οποία παραχωρείται η εξουσιοδότηση που περιλαμβάνει διαταγή κατά πόσο η παρακολούθηση τερματίζεται αυτόματα ή όχι, όταν η περιγραφόμενη ιδιωτική επικοινωνία ληφθεί.

(3) Δικαστικό ένταλμα που εκδίδεται δυνάμει του παρόντος άρθρου, κατόπιν σχετικής αίτησης του αιτητή, διατάσσει την Αρχή ή πρόσωπο που ενεργεί κατόπιν άδειας της Αρχής και με τέτοιους όρους που επιβλήθηκαν από την Αρχή, να παράσχει στον αιτητή ή στον Αρχηγό της Αστυνομίας ή στο Διευθυντή του Τμήματος Τελωνείων, χωρίς καθυστέρηση, όλες τις αναγκαίες πληροφορίες, διευκολύνσεις και τεχνική βοήθεια για την εκτέλεση του δικαστικού εντάλματος.

(4) Το δικαστικό ένταλμα μπορεί να εξουσιοδοτήσει είσοδο σ’ οποιαδήποτε υποστατικά καθορίζονται σ’ αυτό με σκοπό την εγκατάσταση, συντήρηση, χρησιμοποίηση ή απομάκρυνση οποιουδήποτε τηλεπικοινωνιακού εξοπλισμού, ο οποίος χρησιμοποιείται για την παρακολούθηση, τηρουμένων των διατάξεων οποιουδήποτε εν ισχύι νόμου.

(5) Κανένα δικαστικό ένταλμα που εκδίδεται δυνάμει του παρόντος άρθρου δεν εξουσιοδοτεί ή εγκρίνει την παρακολούθηση οποιασδήποτε ιδιωτικής επικοινωνίας για χρονική περίοδο μεγαλύτερη από την αναγκαία, κατά την κρίση του Δικαστή, για επίτευξη του στόχου της εξουσιοδότησης και, εν πάση περιπτώσει, για περίοδο που δεν υπερβαίνει τις τριάντα ημέρες. Παρατάσεις του δικαστικού εντάλματος μπορεί να δοθούν από καιρό σε καιρό κατόπιν αιτήσεως που γίνεται σύμφωνα με το άρθρο 7, και εφόσον εξακολουθούν να συντρέχουν οι λόγοι που περιγράφονται στο εδάφιο (1). Η χρονική περίοδος κάθε παράτασης δεν είναι μεγαλύτερη από την αναγκαία, κατά την κρίση του Δικαστή, για επίτευξη του στόχου αυτής και, εν πάση περιπτώσει, δεν υπερβαίνει τις τριάντα ημέρες.

Έναρξη παρακολούθησης πριν από την έκδοση δικαστικού εντάλματος

9.-(1) Ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας μπορεί, αν ικανοποιηθεί ότι-

(α) Υφίσταται άμεση και επείγουσα ανάγκη παρακολούθησης ιδιωτικής επικοινωνίας σε σχέση με αδίκημα, προτού εκδοθεί δικαστικό ένταλμα δυνάμει των άρθρων 8 και 19 του παρόντος Νόμου, ή

(β) η ιδιωτική αυτή επικοινωνία διεξάγεται ή αναμένεται να διεξαχθεί με μέσα απαγορευμένα από το νόμο, και

(γ) υφίστανται λόγοι που να πιθανολογούν ότι, αν υποβαλλόταν αίτηση, ο δικαστής θα εξέδιδε δικαστικό ένταλμα για παρακολούθηση της εν λόγω ιδιωτικής επικοινωνίας,

να δώσει οδηγίες για παρακολούθηση της ιδιωτικής αυτής επικοινωνίας από την Αρχή ή όργανο ή πρόσωπο κατόπιν άδειας της Αρχής και με τέτοιους όρους που επιβάλλονται από την Αρχή ή από τον Αρχηγό της Αστυνομίας ή το Διευθυντή του Τμήματος Τελωνείων, εφόσον καταχωρηθεί μέσα σε είκοσι τέσσερις ώρες από την παροχή τέτοιων οδηγιών του Γενικού Εισαγγελέα, αίτηση δυνάμει των άρθρων 6 και 7 του παρόντος Νόμου για έκδοση δικαστικού εντάλματος που να εγκρίνει την παρακολούθηση. Δικαστικό ένταλμα που εκδίδεται δυνάμει των διατάξεων του παρόντος εδαφίου διέπεται από τις διατάξεις του άρθρου 8.

(2) Στην απουσία δικαστικού εντάλματος που εγκρίνει την παρακολούθηση ή σε περίπτωση άρνησης του Δικαστή να εκδώσει τέτοιο δικαστικό ένταλμα, η παρακολούθηση αυτή τερματίζεται αμέσως και το περιεχόμενο της παρακολούθησης θεωρείται ότι λήφθηκε κατά παράβαση των διατάξεων του παρόντος Νόμου:

Νοείται ότι η παρακολούθηση αυτή δεν αποτελεί ποινικό αδίκημα.

Παρακολούθηση ιδιωτικής επικοινωνίας που διεξάγεται με παράνομα μέσα

10. Σε περίπτωση που η ιδιωτική επικοινωνία διεξάγεται ή αναμένεται να διεξαχθεί με μέσα απαγορευμένα από το νόμο, ο δικαστής μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις μπορεί να αρνηθεί την έκδοση δικαστικού εντάλματος δυνάμει των άρθρων 8 και 9 του παρόντος Νόμου.

Παρακώλυση εκτέλεσης δικαστικού εντάλματος

11. Κάθε πρόσωπο το οποίο εσκεμμένα παρακωλύει παρακολούθηση ιδιωτικής επικοινωνίας η οποία διενεργείται δυνάμει του άρθρου 9 του παρόντος Νόμου και εγκρίνεται εκ των υστέρων δυνάμει δικαστικού εντάλματος είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τους τρεις μήνες ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις χίλιες λίρες ή και στις δύο ποινές.