ΜΕΡΟΣ Ι ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Ερμηνεία

2. Στον παρόντα Νόμο, εκτός αν από το κείμενο προκύπτει διαφορετική έννοια-

“αδίκημα” σημαίνει αδίκημα, το οποίο περιλαμβάνεται στην υποπαράγραφο Β της παραγράφου 2 του Άρθρου 17 του Συντάγματος·

“ανακριτής” σημαίνει μέλος της Αστυνομίας που διερευνά τη διάπραξη αδικήματος ή/και οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο που εξουσιοδοτείται να διενεργεί ανακρίσεις σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου (2) του άρθρου 4 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου ή σύμφωνα με τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου νόμου·

“Αρχή” σημαίνει την Αρχή Τηλεπικοινωνιών Κύπρου και περιλαμβάνει τους αξιωματούχους, τα μέλη και τους υπαλλήλους της

“δημόσιος λειτουργός” έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 4 του Ποινικού Κώδικα

“Δικαστής” σημαίνει Πρόεδρο Επαρχιακού Δικαστηρίου ή Ανώτερο Επαρχιακό Δικαστή και έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από τα άρθρα 2 και 4 του περί Δικαστηρίων Νόμου, και “Δικαστήριο” “ποινική διαδικασία” και “πολιτική διαδικασία” έχουν την έννοια που αποδίδεται στους όρους αυτούς από το άρθρο 2 του περί Δικαστηρίων Νόμου:

Νοείται ότι για σκοπούς του παρόντος Νόμου ποινική ή πολιτική διαδικασία σημαίνει μόνο τη διαδικασία εκείνη που είναι σχετική με το αδίκημα ή τους λόγους για τους οποίους εκδόθηκε δικαστικό ένταλμα.

“δικαστικό ένταλμα” σημαίνει ένταλμα που εκδίδεται δυνάμει των άρθρων 8, 9 και 19 ή 21, 22 και 23 του παρόντος Νόμου·

“ενσύρματη επικοινωνία” σημαίνει οποιαδήποτε επικοινωνία που διενεργείται εν όλω ή εν μέρει με τη χρήση διευκολύνσεων ή τηλεπικοινωνιακού εξοπλισμού για τη μεταβίβαση, εκπομπή ή λήψη σημείων, σημάτων, κειμένων, εικόνων και ήχων ή πληροφοριών οποιασδήποτε φύσεως με τη βοήθεια σύρματος, καλωδίου ή οποιασδήποτε άλλης σύνδεσης μεταξύ του σημείου εκπομπής και του σημείου λήψης ο οποίος διατίθεται, προμηθεύεται ή λειτουργεί από την Αρχή ή από πρόσωπο ή πρόσωπα κατόπιν ειδικής άδειας της Αρχής και με τέτοιους όρους που μπορεί να επιβληθούν από την Αρχή σύμφωνα με τις πρόνοιες των εν ισχύι νόμων

“εξουσιοδότηση” σημαίνει εξουσιοδότηση ή έγκριση για παρακολούθηση ιδιωτικής επικοινωνίας η οποία δίνεται δυνάμει των άρθρων 8, 9 και 19 του παρόντος Νόμου

“ηλεκτρονική, μηχανική, ηλεκτρομαγνητική, ακουστική ή άλλη συσκευή ή μηχάνημα” σημαίνει οποιαδήποτε συσκευή ή μηχάνημα που χρησιμοποιείται ή μπορεί να χρησιμοποιηθεί για υποκλοπή ή παρακολούθηση ιδιωτικής επικοινωνίας, αλλά δεν περιλαμβάνει-

(α) Οποιοδήποτε τηλεφωνικό ή τηλεγραφικό όργανο, εργαλείο, συσκευή ή τηλεπικοινωνιακό εξοπλισμό ή εγκατάσταση ή διευκόλυνση, ή οποιοδήποτε συστατικό τους, το οποίο προμηθεύεται ο συνδρομητής από την Αρχή ή από πρόσωπο κατόπιν ειδικής άδειας της Αρχής και με τέτοιους όρους που μπορεί να επιβληθούν από την αρχή, σύμφωνα με τις πρόνοιες των εν ισχύι νόμων, και χρησιμοποιείται από το συνδρομητή ή τον κάτοχο ειδικής άδειας ή την Αρχή κατά τη συνήθη πορεία των εργασιών τους,

(β) ακουστική συσκευή ή εργαλείο ή μηχάνημα το οποίο χρησιμοποιείται από την Αρχή για διόρθωση υποτονικού ή κάτω του συνήθους ήχου σε επίπεδο όχι καλύτερο του συνήθους, για εξυπηρέτηση του συνδρομητή˙

“θιγέν πρόσωπο” σημαίνει πρόσωπο το οποίο συμμετείχε σε ιδιωτική επικοινωνία που έτυχε υποκλοπής ή παρακολούθησης ή το πρόσωπο εναντίον του οποίου κατευθυνόταν τέτοια υποκλοπή ή παρακολούθηση ή, για σκοπούς έκδοσης και εκτέλεσης εντάλματος πρόσβασης σε καταγεγραμμένο περιεχόμενο ιδιωτικής επικοινωνίας, το πρόσωπο ή τα πρόσωπα που αναφέρονται στην παράγραφο (iv) του άρθρου 22˙

“ιδιωτική επικοινωνία” σημαίνει οποιαδήποτε προφορική ή γραπτή ή άλλης μορφής επικοινωνία ή οποιαδήποτε τηλεπικοινωνία ή ηλεκτρονική επικοινωνία γίνεται από πρόσωπο κάτω από περιστάσεις κατά τις οποίες είναι λογικό το πρόσωπο αυτό να αναμένει ότι δε θα υποκλαπεί ή θα παρακολουθηθεί από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο, εκτός από εκείνο το οποίο σκοπείται να λάβει την επικοινωνία αυτή και περιλαμβάνει τη ραδιοεπικοινωνία και την ενσύρματη επικοινωνία˙

«καταγεγραμμένο περιεχόμενο ιδιωτικής επικοινωνίας” σημαίνει περιεχόμενο ιδιωτικής επικοινωνίας οποιασδήποτε μορφής, το οποίο βρίσκεται καταγεγραμμένο ή αποθηκευμένο σε οποιοδήποτε έγγραφο, συσκευή ή αντικείμενο και περιλαμβάνει επικοινωνία καταγεγραμμένη σε επιστολές, ηλεκτρονικά μηνύματα και μηνύματα μέσω υπηρεσίας σύντομων μηνυμάτων (sms) ή μέσω υπηρεσίας μηνυμάτων πολυμέσων (mms) ή ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (emails) ή άλλων μηνυμάτων διαδικτύου·

“παρακολούθηση” σημαίνει την ακουστική ή άλλως πως λήψη του περιεχομένου οποιασδήποτε ιδιωτικής επικοινωνίας με τη χρήση οποιασδήποτε ηλεκτρονικής, μηχανικής, ηλεκτρομαγνητικής, ακουστικής ή άλλης συσκευής ή μηχανήματος και περιλαμβάνει ακρόαση, μαγνητοφώνηση ή οποιασδήποτε άλλης μορφής καταγραφή ή λήψη του περιεχομένου της επικοινωνίας αυτής είτε στο σύνολο είτε εν μέρει είτε ως προς την ουσία είτε τη σημασία ή την έννοια ή το σκοπό της˙

“περιεχόμενο” [Διαγράφηκε]˙

“περιεχόμενο ιδιωτικής επικοινωνίας” σημαίνει οτιδήποτε περιέχεται σε ιδιωτική επικοινωνία·

“πτωχεύσας” έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από τον περί Πτωχεύσεως Νόμο˙

“ραδιοεπικοινωνία” σημαίνει τηλεπικοινωνία που πραγματοποιείται με τη βοήθεια των ραδιοηλεκτρικών κυμάτων˙

“συνδρομητής”, “εγκατάσταση” και “τηλεπικοινωνιακός εξοπλισμός” έχουν την έννοια που αποδίδεται στους όρους αυτούς από το άρθρο 2 του περί Υπηρεσίας Τηλεπικοινωνιών Νόμου˙

“τηλεπικοινωνία” σημαίνει οποιαδήποτε ενσύρματη, ασύρματη, ραδιοηλεκτρική, οπτική ή μέσω άλλου ηλεκτρομαγνητικού συστήματος, μεταβίβαση, εκπομπή ή λήψη σημείων, σημάτων, κειμένων, εικόνων και ήχων, ή πληροφορία οποιασδήποτε φύσεως˙

“τηλεπικοινωνιακές υπηρεσίες προς το κοινό” σημαίνει τις σταθερές ή κινητές τηλεπικοινωνιακές υπηρεσίες που μπορούν να παρασχεθούν και διατίθενται προς χρήση από το κοινό και περιλαμβάνουν την τηλεφωνία, τηλεγραφία, τέλεξ, τηλεομοιοτυπία, μεταβίβαση δεδομένων, εκπομπή ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών προγραμμάτων και εκμισθωμένα κυκλώματα για οποιουσδήποτε από τους ανωτέρω σκοπούς, καθώς και υπηρεσίες ραδιοπλοηγήσεως, εξερευνήσεως του διαστήματος, μετεωρολογικές και άλλες υπηρεσίες˙

“τηλέφωνο”, “τηλέγραφος” και “τηλεγράφημα” έχουν την έννοια που αποδίδεται στους όρους αυτούς από το άρθρο 2 του περί Τηλεγράφων Νόμου˙

“υποκλοπή” σημαίνει παρακολούθηση ιδιωτικής επικοινωνίας κατά παράβαση των διατάξεων του παρόντος Νόμου.