ΜΕΡΟΣ ΙΙΙ ΔΙΑΣΦΑΛΙΣΗ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟΥ ΙΔΙΩΤΙΚΗΣ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ
Εκθέσεις αναφορικά με παρακολούθηση

12. O δικαστής, εκδίδοντας το δικαστικό ένταλμα, μπορεί να δώσει οδηγίες να ενημερώνεται ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας από τον Αρχηγό της Αστυνομίας ή το Διευθυντή του Τμήματος Τελωνείων, ανάλογα με την περίπτωση, με τακτικές εβδομαδιαίες εκθέσεις, ή κατά τέτοια τακτά χρονικά διαστήματα, όπως κρίνει σκόπιμο, που να αναφέρονται στην πρόοδο που έχει επιτελεστεί σχετικά με την παρακολούθηση που εξουσιοδοτήθηκε ή εγκρίθηκε και την ανάγκη συνέχισης της.

Αποτύπωση, φύλαξη του περιεχομένου της ιδιωτικής επικοινωνίας

13.-(1) Το περιεχόμενο οποιασδήποτε ιδιωτικής επικοινωνίας που λαμβάνεται από παρακολούθηση που εξουσιοδοτήθηκε δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου αποτυπώνεται, καταγράφεται ή μαγνητοφωνείται ή μαγνητοσκοπείται σε μαγνητοταινία ή οποιαδήποτε άλλη ταινία ή έντυπο ή κείμενο ή μηχάνημα ή συσκευή κατάλληλα προς τούτο. Η αποτύπωση, καταγραφή ή μαγνητοφώνηση ή μαγνητοσκόπηση αυτή θα γίνεται με τέτοιο τρόπο που να προστατεύει το περιεχόμενο της ιδιωτικής επικοινωνίας από οποιαδήποτε αλλοίωση, διαρροή, τροποποίηση ή άλλη παρέμβαση.

(2) Αμέσως μετά την εκπνοή του δικαστικού εντάλματος ή οποιωνδήποτε παρατάσεων του, η αποτύπωση, καταγραφή, μαγνητοφώνηση ή μαγνητοσκόπηση του περιεχομένου της ιδιωτικής επικοινωνίας τίθεται στη διάθεση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, ο οποίος δίνει οδηγίες για την ασφαλή φύλαξη της και δεν καταστρέφεται, εκτός κατόπιν σχετικών οδηγιών του Γενικού Εισαγγελέα, σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου (3).

(3) Αποτύπωση, καταγραφή, μαγνητοφώνηση ή μαγνητοσκόπηση, εν όλω ή εν μέρει, που αναφέρεται στα εδάφια (1) και (2) ανωτέρω, η οποία κατά τη γνώμη του Γενικού Εισαγγελέα, κρίνεται ότι δεν υποβοηθεί ή δε σχετίζεται ή δεν είναι αναγκαία στη διερεύνηση του αδικήματος, καταστρέφεται.

(4) Το περιεχόμενο οποιασδήποτε ιδιωτικής επικοινωνίας που έχει ληφθεί κατά παράβαση των διατάξεων του παρόντος Νόμου καταστρέφεται.

Αποκάλυψη περιεχομένου αιτήσεων και δικαστικών ενταλμάτων

14.-(1) Αιτήσεις που καταχωρήθηκαν και δικαστικά εντάλματα που εκδόθηκαν δυνάμει των διατάξεων άρθρων 8, 9 και 19 του παρόντος Νόμου σφραγίζονται από το δικαστή, ο οποίος δίνει οδηγίες για την ασφαλή φύλαξη τους.

(2) Αποκάλυψη ή χρήση του περιεχομένου τέτοιων αιτήσεων ή/και δικαστικών ενταλμάτων μπορεί να γίνει κατόπιν οδηγιών του δικαστηρίου μόνο ύστερα από σχετική αίτηση οποιουδήποτε ενδιαφερόμενου προσώπου που να δικαιολογεί τέτοια αποκάλυψη ή χρήση ενώπιον οποιασδήποτε ποινικής ή πολιτικής διαδικασίας.

Λήψη ιδιωτικής επικοινωνίας που σχετίζεται με άλλα αδικήματα

15. Αν κατά την παρακολούθηση ιδιωτικής επικοινωνίας που λαμβάνει χώρα σύμφωνα με εξουσιοδότηση ή έγκριση κατόπιν δικαστικού εντάλματος δυνάμει των άρθρων 8, 9 και 19 του παρόντος Νόμου, το άτομο που προβαίνει στην παρακολούθηση λαμβάνει ιδιωτική επικοινωνία η οποία σχετίζεται με άλλο αδίκημα από αυτό που περιγράφεται στο δικαστικό ένταλμα, το περιεχόμενο της επικοινωνίας αυτής θεωρείται ότι λήφθηκε, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου, νοουμένου ότι καταχωρείται, το συντομότερο δυνατό, συμπληρωματική αίτηση δυνάμει των άρθρων 6 και 7 του παρόντος Νόμου για έκδοση δικαστικού εντάλματος που εγκρίνει την παρακολούθηση και εκδίδεται το σχετικό δικαστικό ένταλμα.

Χρήση μαρτυρίας που λήφθηκε έπειτα από παρακολούθηση ενώπιον ποινικής ή πολιτικής διαδικασίας

16.-(1) Το περιεχόμενο οποιασδήποτε ιδιωτικής επικοινωνίας το οποίο λήφθηκε έπειτα από υποκλοπή ή παρακολούθηση ή μαρτυρία που πηγάζει από τέτοια υποκλοπή ή παρακολούθηση, δεν μπορεί να γίνει δεχτό ως μαρτυρία ενώπιον οποιασδήποτε ποινικής ή πολιτικής διαδικασίας, αν η εν λόγω υποκλοπή ή παρακολούθηση έλαβε χώρα κατά παράβαση των διατάξεων του παρόντος Νόμου.

(2) Τηρουμένων των διατάξεων οποιουδήποτε εν ισχύι Νόμου, το περιεχόμενο οποιασδήποτε ιδιωτικής επικοινωνίας το οποίο λήφθηκε έπειτα από παρακολούθηση ή μαρτυρία που πηγάζει από τέτοια παρακολούθηση, η οποία έλαβε χώρα σύμφωνα με εξουσιοδότηση ή έγκριση που δόθηκε δυνάμει των άρθρων 8, 9 και 19 του παρόντος Νόμου ή σύμφωνα με προηγούμενη ρητή έγκριση που δόθηκε από το πρόσωπο που προέβη στην επικοινωνία ή από το πρόσωπο που έλαβε αυτή, μπορεί να γίνει δεχτό ως μαρτυρία ενώπιον οποιασδήποτε ποινικής ή πολιτικής διαδικασίας:

Νοείται ότι κάθε πρόσωπο που θίγηκε ή ενδιαφερόμενο μέρος στην εν λόγω διαδικασία εφοδιάζεται μέσα σε εύλογο χρόνο με αντίγραφο του σχετικού δικαστικού εντάλματος και την αίτηση, που συνοδεύει, δυνάμει του οποίου εξουσιοδοτήθηκε ή εγκρίθηκε η παρακολούθηση, εκτός αν το θιγέν πρόσωπο ή το ενδιαφερόμενο μέρος απουσιάζει στο εξωτερικό ή είναι άγνωστης διαμονής:

Νοείται επίσης ότι το περιεχόμενο ιδιωτικής επικοινωνίας το οποίο λήφθηκε έπειτα από παρακολούθηση ή μαρτυρία που πηγάζει από τέτοια παρακολούθηση, η οποία έλαβε χώρα, σύμφωνα με προηγούμενη ρητή έγκριση που δόθηκε από το πρόσωπο που προέβη στην επικοινωνία ή από το πρόσωπο που έλαβε αυτή, μπορεί να μη γίνει δεχτό ως μαρτυρία, αν το δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι αυτό είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης.

(3) Τηρουμένων των διατάξεων οποιουδήποτε εν ισχύι νόμου, το πρόσωπο που θίγηκε μπορεί, σε οποιαδήποτε ποινική ή πολιτική διαδικασία, να προσβάλει ως μη αποδεκτή μαρτυρία το περιεχόμενο οποιασδήποτε ιδιωτικής επικοινωνίας το οποίο λήφθηκε έπειτα από υποκλοπή ή παρακολούθηση ή μαρτυρία που πηγάζει από τέτοια υποκλοπή ή παρακολούθηση για τους λόγους ότι-

(α) Το περιεχόμενο της ιδιωτικής επικοινωνίας λήφθηκε κατά παράβαση των διατάξεων του παρόντος Νόμου0

(β) η παρακολούθηση έλαβε χώρα με τρόπο που δεν αναφερόταν στο δικαστικό ένταλμα.

(4) Το δικαστήριο, κατόπιν αιτήσεως του θιγέντος προσώπου, μπορεί, κατά την κρίση του, να διατάξει να προσκομιστούν σ’ αυτό ή στο δικηγόρο του για έρευνα τέτοια αποσπάσματα περιεχομένου ιδιωτικής επικοινωνίας η οποία λήφθηκε έπειτα από υποκλοπή ή παρακολούθηση ή μαρτυρία που πηγάζει από τέτοια υποκλοπή ή παρακολούθηση, τα οποία κρίνει ότι πρέπει να γνωστοποιηθούν στο πρόσωπο που ζημιώθηκε για σκοπούς απονομής δικαιοσύνης.

Κοινοποίηση προς το θιγέν πρόσωπο

17.-(1) Μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει εν πάση περιπτώσει τις ενενήντα (90) ημέρες από την έκδοση του δικαστικού εντάλματος, δυνάμει των διατάξεων των άρθρων 8, 9 και 19 του παρόντος Νόμου ή που δεν υπερβαίνει τις τριάντα (30) ημέρες από την εκτέλεση δικαστικού εντάλματος δυνάμει των διατάξεων των άρθρων 21, 22 και 23, ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας κοινοποιεί προς το θιγέν πρόσωπο, αν αυτό κατοικεί, διαμένει ή βρίσκεται στη Δημοκρατία, έκθεση η οποία περιγράφει τα ακόλουθα:

(α) Το γεγονός της έκδοσης του δικαστικού εντάλματος,

(β) την ημερομηνία έκδοσης του δικαστικού εντάλματος και την καθοριζόμενη στο ένταλμα χρονική περίοδο εντός της οποίας δόθηκε εξουσιοδότηση ή έγκριση παρακολούθησης ή πρόσβασης στο περιεχόμενο ιδιωτικής επικοινωνίας, και

(γ) το γεγονός ότι κατά την ανωτέρω περίοδο έλαβε χώρα ή όχι παρακολούθηση ή πρόσβαση στο περιεχόμενο ιδιωτικής επικοινωνίας.

(2) Το δικαστήριο, κατόπιν αίτησης του θιγέντος προσώπου, δύναται, κατά την κρίση του, να διατάξει να προσκομιστούν σε αυτό ή στο δικηγόρο του για έρευνα τέτοια αποσπάσματα περιεχομένου ιδιωτικής επικοινωνίας η οποία λήφθηκε έπειτα από παρακολούθηση ή πρόσβαση στο περιεχόμενο ιδιωτικής επικοινωνίας, τα οποία κρίνει ότι πρέπει να γνωστοποιηθούν στο θιγέν πρόσωπο για σκοπούς απονομής της δικαιοσύνης, εκτός αν αυτά έχουν ήδη καταστραφεί σύμφωνα με τις διατάξεις των εδαφίων (2), (3) και (4) του άρθρου 13 ή έχουν ήδη επιστραφεί και τυχόν αντίγραφά τους έχουν καταστραφεί δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 25 του παρόντος Νόμου.

(3) Κατόπιν μονομερούς (ex parte) αίτησης του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, το δικαστήριο δύναται κατά καιρούς να αναβάλλει την ημερομηνία κοινοποίησης προς το θιγέν πρόσωπο της έκθεσης που προβλέπεται στο εδάφιο (1), αν κρίνει ότι απαιτείται προς το συμφέρον της ασφάλειας της Δημοκρατίας ή της συνταγματικής τάξης ή της δημόσιας ασφάλειας ή της δημόσιας τάξης ή της δημόσιας υγείας ή των δημόσιων ηθών ή της προστασίας των δικαιωμάτων ή των ελευθεριών ή της υπόληψης άλλων και προς παρεμπόδιση της αποκάλυψης πληροφοριών που λήφθηκαν εμπιστευτικά ή προς το δημόσιο συμφέρον ή για την ανάγκη προστασίας του ανακριτικού έργου.

(4) Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου δεν εφαρμόζονται όταν ο Δικαστής αρνείται την έκδοση δικαστικού εντάλματος δυνάμει των διατάξεων των άρθρων 8, 9 και 19 ή των άρθρων 23 και 24.