ΜΕΡΟΣ VII ΜΟΝΑΔΑ ΚΑΤΑΠΟΛΕΜΗΣΗΣ ΑΔΙΚΗΜΑΤΩΝ ΣΥΓΚΑΛΥΨΗΣ, ΣΥΜΒΟΥΛΕΥΤΙΚΗ ΑΡΧΗ ΚΑΤΑΠΟΛΕΜΗΣΗΣ ΑΔΙΚΗΜΑΤΩΝ ΣΥΓΚΑΛΥΨΗΣ
Σύσταση Μονάδας Καταπολέμησης Αδικημάτων Συγκάλυψης

54. (1) Εγκαθιδρύεται Μονάδα Καταπολέμησης Αδικημάτων Συγκάλυψης η οποία θα απαρτίζεται από εκπροσώπους του Γενικού Εισαγγελέα, του Αρχηγού της Αστυνομίας και του Διευθυντή Τμήματος Τελωνείων τους οποίους ο Γενικός Εισαγγελέας, ο Αρχηγός της Αστυνομίας και ο Διευθυντής Τελωνείων, αντίστοιχα, ήθελαν υποδείξει.

(2) Τα μέλη της Μονάδας διορίζονται με απόσπαση ονομαστικά και η διάρκεια του διορισμού τους είναι τουλάχιστο τριετής.

(3) Τα μέλη της Μονάδας θεωρούνται ως ανακριτές δυνάμει του άρθρου 4 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου.

(4) Της Μονάδας προΐσταται εκπρόσωπος του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας.

(5) Άνευ επηρεασμού των υπολοίπων διατάξεων του παρόντος άρθρου, δύνανται να δημιουργούνται οργανικές θέσεις για τις ανάγκες τις Μονάδας, κάτω από τη Νομική Υπηρεσία της Δημοκρατίας.

(6) Παρέχονται στη Μονάδα επαρκείς οικονομικοί, ανθρώπινοι και τεχνικοί πόροι, προκειμένου να είναι σε θέση να φέρει εις πέρας τα καθήκοντά της.

Εξουσίες της Μονάδας

55. (1) Η Μονάδα είναι λειτουργικά ανεξάρτητη και αυτόνομη και έχει τις ακόλουθες αρμοδιότητες και εξουσίες:

(α) είναι υπεύθυνη για τη λήψη, αξιολόγηση και ανάλυση ύποπτων συναλλαγών που υποβάλλονται από πρόσωπα που ασκούν χρηματοοικονομικές ή άλλες δραστηριότητες ή άλλα πρόσωπα, σε σχέση με αδικήματα νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, σχετιζόμενα γενεσιουργά αδικήματα και αδικήματα χρηματοδότησης της τρομοκρατίας και για το σκοπό αυτό δύναται να λαμβάνει συμπληρωματικές πληροφορίες από υπόχρεες οντότητες˙

(α1) έχει, εγκαίρως, άμεση ή έμμεση πρόσβαση, στις πληροφορίες χρηματοοικονομικής και διοικητικής φύσεως και στις πληροφορίες που αφορούν την επιβολή του νόμου, τις οποίες χρειάζεται, προκειμένου να επιτελέσει σωστά τα καθήκοντά της˙

(α2) ανταποκρίνεται, κατά την κρίση της, σε αιτήματα παροχής πληροφοριών από αρμόδιες αρχές της Κυπριακής Δημοκρατίας, τα οποία αφορούν υποψίες για νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, συναφή γενεσιουργά αδικήματα ή χρηματοδότηση της τρομοκρατίας:

Νοείται ότι, εάν υπάρχουν αντικειμενικοί λόγοι με βάση τους οποίους η παροχή αυτών των πληροφοριών από τη Μονάδα δυνατό να έχει αρνητική επίπτωση στις διεξαγόμενες έρευνες ή αναλύσεις ή, σε εξαιρετικές περιστάσεις, στην περίπτωση που η γνωστοποίηση των πληροφοριών θα ήταν σαφώς δυσανάλογη προς τα έννομα συμφέροντα ενός φυσικού ή νομικού προσώπου ή άσχετη με τους σκοπούς για τους οποίους ζητήθηκαν, η Μονάδα δεν είναι υποχρεωμένη να ανταποκριθεί στα αιτήματα παροχής πληροφοριών·

(β) διαβιβάζει στην Αστυνομία και σε άλλες κρατικές Υπηρεσίες, όπως το Τμήμα Φορολογίας και το Τμήμα Τελωνείων, όταν το κρίνει σκόπιμο, πληροφορίες και στοιχεία -

(i) για σκοπούς διεξαγωγής ανακρίσεων εφ’ όσον υπάρχουν εύλογες υποψίες ότι έχει διαπραχθεί αδίκημα νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, άλλα αδικήματα ή αδικήματα χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, ή/και

(ii) για σκοπούς πληροφόρησης:

Νοείται ότι οι εν λόγω Αρχές και Υπηρεσίες ενημερώνουν τη Μονάδα σχετικά με τη χρήση των πληροφοριών που τους διαβίβασε, καθώς και για το αποτέλεσμα των ερευνών ή/και ενεργειών που διενεργήθηκαν με βάση τις εν λόγω πληροφορίες·

(γ) (i) συνεργάζεται με άλλες αντίστοιχες Μονάδες του εξωτερικού ανεξάρτητα από το είδος της οργανωτικής δομής των εν λόγω Μονάδων, αυτεπάγγελτα ή κατόπιν αιτήματος, για σκοπούς ανάλυσης πληροφοριών και/ή διερεύνησης αδικημάτων για νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και αδικημάτων χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, καθώς και σχετιζόμενων γενεσιουργών αδικημάτων, με την ανταλλαγή πληροφοριών τις οποίες η Μονάδα έχει εξουσία να λαμβάνει σε εθνικό επίπεδο, ανεξάρτητα από το είδος των γενεσιουργών αδικημάτων και ακόμη κι αν το είδος των γενεσιουργών αδικημάτων τα οποία ενδεχομένως να αφορούν δεν καθορίζονται κατά την ανταλλαγή των πληροφοριών·

(ii) συνεργάζεται με αντίστοιχες Υπηρεσίες Ανάκτησης Περιουσιακών Στοιχείων, προς ανίχνευση και εντοπισμό προϊόντων εγκλήματος ή άλλων συναφών περιουσιακών στοιχείων, με την ανταλλαγή πληροφοριών και άλλους συναφείς τρόπους συνεργασίας περιλαμβανομένης της έγκρισης για διαβίβαση των πληροφοριών που παρασχέθηκαν σε οποιαδήποτε άλλη Αρχή ή Υπηρεσία εντός του πεδίου εφαρμογής του παρόντος Νόμου·

(δ) εκδίδει οδηγίες για την καλύτερη άσκηση των αρμοδιοτήτων της.

(ε) (i) δίδει εντολή προς υπόχρεη οντότητα για την αναστολή ή τη μη εκτέλεση συναλλαγής ή τον έλεγχο της κίνησης τραπεζικού λογαριασμού, όταν υπάρχει εύλογη υποψία ότι η συναλλαγή σχετίζεται με νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή χρηματοδότηση της τρομοκρατίας  για σκοπούς ανάλυσης ύποπτης συναλλαγής ή για μελλοντική έκδοση ή εγγραφή διατάγματος δέσμευσης ή δήμευσης περιουσίας

(ii) Η αναφερόμενη στην υποπαράγραφο (i) εξουσία δύναται να ασκηθεί και στις περιπτώσεις που λαμβάνονται από τη Μονάδα σχετικά αιτιολογημένα αιτήματα από αντίστοιχες Μονάδες ή αρμόδιες Δικαστικές Αρχές των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή τρίτης χώρας.

(iii) Η εντολή για αναβολή ή μη εκτέλεση συναλλαγής δυνατό να ισχύει μέχρι επτά (7) εργάσιμες ημέρες, αλλά η ισχύς της δύναται να ανανεωθεί για περίοδο που δεν υπερβαίνει συνολικά τις τριάντα (30) εργάσιμες ημέρες˙

(στ) ενημερώνει, όπου είναι εφικτό, τις υπόχρεες οντότητες, για την αποτελεσματικότητα, καθώς και την παρακολούθηση  των αναφορών που έχουν υποβληθεί σ’ αυτήν, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου·

(ζ) διεξάγει έρευνες για εντοπισμό παράνομων εσόδων και άλλων συναφών περιουσιακών στοιχείων, τα οποία δυνατό να αποτελέσουν αντικείμενο διατάγματος δέσμευσης ή/και δήμευσης·

(η) εκτελεί αιτήματα δικαστικής συνδρομής σύμφωνα με τις διατάξεις του περί της Διεθνούς Συνεργασίας σε Ποινικά Θέματα Νόμου τα οποία σχετίζονται με αδικήματα νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή/και τον εντοπισμό ή/και τη δέσμευση ή/και τη δήμευση παράνομων εσόδων ή άλλων συναφών περιουσιακών στοιχείων.

(2) Για σκοπούς του εδαφίου (1)-

(α) η αρμοδιότητα της Μονάδας για ανάλυση ύποπτων συναλλαγών συνίσταται στα ακόλουθα:

(i) σε επιχειρησιακή ανάλυση, η οποία εστιάζεται σε συγκεκριμένες περιπτώσεις και ειδικούς στόχους ή σε κατάλληλα επιλεγμένες πληροφορίες, ανάλογα με το είδος και τον όγκο των πληροφοριών και την αναμενόμενη χρήση τους, μετά την κοινοποίηση· και

(ii) σε στρατηγική ανάλυση των τάσεων και των συνήθων πρακτικών της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας·

(β) η μονάδα δύναται, ύστερα από αίτηση στο Δικαστήριο, να εξασφαλίσει διάταγμα αποκάλυψης πληροφοριών· και

(γ) η Μονάδα έχει εξουσία να ζητήσει και να εξασφαλίσει πληροφορίες ή/και έγγραφα αναφορικά με τους πραγματικούς δικαιούχους νομικών προσώπων και οντοτήτων, περιλαμβανομένων και εμπιστευμάτων, ή την ύπαρξη επιχειρηματικής σχέσης και τη φύση της και/ή δικαιούχους τραπεζικών ή άλλου είδους λογαριασμών, υπογράφοντες τραπεζικών ή άλλου είδους λογαριασμών και υπόλοιπα τραπεζικών ή άλλου είδους λογαριασμών, περιλαμβανομένων και πληροφοριών που σχετίζονται με συγκεκριμένες ύποπτες συναλλαγές, ή άλλα περιουσιακά στοιχεία, που βρίσκονται στην κατοχή προσώπων, που ασκούν χρηματοοικονομικές ή άλλες δραστηριότητες ή πληροφορίες ή έγγραφα, που βρίσκονται στην κατοχή Τμημάτων της δημόσιας υπηρεσίας, όταν αυτά είναι αναγκαία για σκοπούς ανάλυσης ύποπτων συναλλαγών, που ενδέχεται να σχετίζονται με γενεσιουργά αδικήματα, αδικήματα νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και χρηματοδότηση της τρομοκρατίας ή εντοπισμό παράνομων εσόδων ή άλλων συναφών περιουσιακών στοιχείων, χωρίς να απαιτείται εξασφάλιση δικαστικού διατάγματος αποκάλυψης πληροφοριών.  Η εξουσία αυτή δύναται να ασκηθεί και στις περιπτώσεις που λαμβάνονται από τη Μονάδα σχετικά αιτήματα από αρμόδιες αρχές του εξωτερικού·

(δ) Τηρουμένων των διατάξεων της παραγράφου (ε) του άρθρου 69, η Μονάδα δύναται να ζητεί, να λαμβάνει και να χρησιμοποιεί πληροφορίες από κάθε υπόχρεη οντότητα, έστω και εάν δεν έχει υποβληθεί προηγούμενη έκθεση σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου (δ) του άρθρου 69·

(ε) η Μονάδα έχει πρόσβαση σε πληροφορίες που επιτρέπουν την έγκαιρη εξακρίβωση κατά πόσον συγκεκριμένα φυσικά ή νομικά πρόσωπα κατέχουν ακίνητη ιδιοκτησία, μεταξύ άλλων, μέσω μητρώων ή ηλεκτρονικών συστημάτων ανάκτησης δεδομένων.

(2Α) Για σκοπούς της συνεργασίας που αναφέρεται στην υποπαράγραφο (i) της παραγράφου (γ) του εδαφίου (1) εφαρμόζονται τα ακόλουθα:

(α) Το αίτημα περιλαμβάνει τα πραγματικά περιστατικά, το σχετικό πλαίσιο, τους λόγους υποβολής του αιτήματος και τον τρόπο με τον οποίο θα χρησιμοποιηθούν οι ζητούμενες πληροφορίες·

(β) σε περίπτωση που η Μονάδα λάβει αναφορά από υπόχρεη οντότητα που αφορά άλλο κράτος μέλος, την προωθεί άμεσα στην αντίστοιχη Μονάδα του εν λόγω κράτους μέλους·

(γ) η Μονάδα απαντά έγκαιρα σε αίτημα για πληροφορίες που λήφθηκε από άλλη Μονάδα και, για το σκοπό αυτό, χρησιμοποιεί όλες τις διαθέσιμες εξουσίες της που θα χρησιμοποιούσε σε εθνικό επίπεδο για τη λήψη και την ανάλυση πληροφοριών·

(δ) η Μονάδα δύναται να αρνηθεί την ανταλλαγή πληροφοριών μόνο σε εξαιρετικές περιστάσεις, που η ανταλλαγή δυνατό να αντίκειται σε θεμελιώδεις αρχές του δικαίου της Δημοκρατίας·

(ε) οι διαφορές μεταξύ των ορισμών των γενεσιουργών βασικών αδικημάτων δεν εμποδίζουν την ικανότητα των μονάδων να παρέχουν συνδρομή μεταξύ τους και δεν περιορίζουν την ανταλλαγή, τη διαβίβαση και τη χρήση των πληροφοριών σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου·

(στ) πληροφορίες και έγγραφα που λαμβάνονται ή διαβιβάζονται κατά την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των Μονάδων, χρησιμοποιούνται για την εκπλήρωση των καθηκόντων και αρμοδιοτήτων των Μονάδων:

Νοείται ότι η Μονάδα, όταν διαβιβάζει πληροφορίες και έγγραφα σε αντίστοιχη Μονάδα, δύναται να επιβάλει τον όρο ότι οι εν λόγω πληροφορίες και έγγραφα δυνατό να χρησιμοποιηθούν μόνο για σκοπούς πληροφόρησης ή/και στα πλαίσια του ανακριτικού έργου μόνο ως πληροφόρηση και όχι ως μαρτυρία στο πλαίσιο δικαστικής διαδικασίας:

Νοείται περαιτέρω ότι σε περίπτωση που η Μονάδα λαμβάνει πληροφορίες και έγγραφα από αντίστοιχη μονάδα συμμορφώνεται με τους περιορισμούς και τις προϋποθέσεις ως προς τη χρήση των πληροφοριών και εγγράφων, που ενδέχεται να επιβάλλονται από τη διαβιβάζουσα μονάδα∙

(ζ) πληροφορίες που ανταλλάσσονται μεταξύ των Μονάδων χρησιμοποιούνται μόνο για το σκοπό για τον οποίο ζητήθηκαν ή παρασχέθηκαν και οποιαδήποτε διαβίβαση των εν λόγω πληροφοριών από την παραλήπτρια Μονάδα σε οποιαδήποτε άλλη αρχή, οργανισμό ή υπηρεσία ή οποιαδήποτε χρήση των πληροφοριών αυτών για σκοπούς πέραν των αρχικώς εγκριθέντων υπόκειται σε προηγούμενη άδεια από τη Μονάδα που παρέχει τις πληροφορίες∙

(ζ1)(i) Σε περίπτωση που η Μονάδα επιδιώκει να λάβει επιπρόσθετες πληροφορίες από υπόχρεη οντότητα που εδρεύει σε άλλο κράτος μέλος και που δραστηριοποιείται στο έδαφός του, απευθύνει αίτημα στην αντίστοιχη μονάδα του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου εδρεύει η υπόχρεη οντότητα.

(ii) Σε περίπτωση που απευθυνθεί στη Μονάδα αίτημα από αντίστοιχη μονάδα κράτους μέλους για επιπρόσθετες πληροφορίες τις οποίες η αντίστοιχη μονάδα θέλει να λάβει από υπόχρεη οντότητα που εδρεύει στη Δημοκρατία ή που δραστηριοποιείται σε αυτή, η Μονάδα λαμβάνει πληροφορίες σύμφωνα με την παράγραφο (δ1) του άρθρου 69 αυτού και διαβιβάζει χωρίς καθυστέρηση τις απαντήσεις∙

(ζ2) η προηγούμενη συγκατάθεση για διαβίβαση των πληροφοριών στις αρμόδιες αρχές της χώρας της μονάδας που υπέβαλε το αίτημα παρέχεται από τη Μονάδα έγκαιρα και στο μεγαλύτερο δυνατό βαθμό, ανεξάρτητα από τον τύπο των συναφών βασικών αδικημάτων:

Νοείται ότι, η Μονάδα δεν δύναται να αρνείται τη συγκατάθεσή της για τη διαβίβαση των πληροφοριών, εκτός εάν το αίτημα για διαβίβαση είναι εκτός του πεδίου εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος Νόμου ή δυνατό να παρακωλύσει τη διενέργεια ποινικής έρευνας ή διαφορετικά δεν θα συμμορφωνόταν με θεμελιώδεις αρχές του εθνικού δικαίου και  οποιαδήποτε τέτοια άρνηση συγκατάθεσης επεξηγείται δεόντως· και

(η) για την ανταλλαγή πληροφοριών, περιλαμβανομένης της σύγκρισης δεδομένων, με αντίστοιχη Μονάδα κράτους μέλους, η Μονάδα χρησιμοποιεί τον ασφαλή δίαυλο επικοινωνίας «FIU.Net» ή διάδοχό του και για ανταλλαγή πληροφοριών, τόσο με αντίστοιχη Μονάδα κράτους μέλους όσο και με αντίστοιχη Μονάδα τρίτης χώρας η Μονάδα χρησιμοποιεί τον ασφαλή δίαυλο επικοινωνίας «Egmont Secure Web·

(θ) Η Μονάδα ορίζει τουλάχιστον ένα λειτουργό ως σημείο επικοινωνίας, ο οποίος λαμβάνει αιτήματα παροχής πληροφοριών από αντίστοιχες Μονάδες άλλων κρατών.

(3) Η Μονάδα ετοιμάζει και δημοσιεύει Ετήσια Έκθεση αναφορικά με της δραστηριότητές της.

Σύσταση Συμβουλευτικής Αρχής

56. (1) Το Υπουργικό Συμβούλιο προβαίνει στη σύσταση Συμβουλευτικής Αρχής Καταπολέμησης Αδικημάτων Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες και Χρηματοδότησης της Τρομοκρατίας στην οποία συμμετέχει ένας εκπρόσωπος-

(α) Της Μονάδας Καταπολέμησης Αδικημάτων Συγκάλυψης˙

(β) της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου˙

(γ) όλων των άλλων Εποπτικών Αρχών του χρηματοοικονομικού τομέα·

(δ) του Υπουργείου Οικονομικών˙

(ε) του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως˙

(στ) του Υπουργείου Εξωτερικών∙

(ζ) του Τμήματος Τελωνείων∙

(η) της Αστυνομίας Κύπρου∙

(θ) του Τμήματος Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη∙

(ι) του Συνδέσμου Διεθνών Τραπεζών∙

(ια) του Συνδέσμου Εμπορικών Τραπεζών˙

(ιβ) του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου, του Συνδέσμου Εγκεκριμένων Λογιστών Κύπρου και άλλων επαγγελματικών σωμάτων τα οποία το Υπουργικό Συμβούλιο ήθελε αποφασίσει˙

(ιβ1) του Εφόρου Φορολογίας·

(ιβ2) της Εθνικής Αρχής Στοιχημάτων·

(ιβ3) της Εθνικής Αρχής Παιγνίων και Εποπτείας Καζίνο·

(ιβ4) του Υπουργείου Εσωτερικών·

(ιβ5) του Συμβουλίου Εγγραφής Κτηματομεσιτών·

(ιγ) οποιουδήποτε άλλου Οργανισμού ή Υπηρεσίας το Υπουργικό Συμβούλιο ήθελε αποφασίσει.

(2) Της Συμβουλευτικής Αρχής προεδρεύει εκπρόσωπος του Υπουργείου Οικονομικών και ο Προϊστάμενος της Μονάδας.

(3) Η Αρχή βρίσκεται σε απαρτία όταν παρευρίσκονται τουλάχιστο πέντε μέλη.

Εξουσίες της Συμβουλευτικής Αρχής

57.-(1) Η Συμβουλευτική Αρχή έχει τις ακόλουθες αρμοδιότητες:

(α) Ενημερώνει το Υπουργικό Συμβούλιο για τα μέτρα που λαμβάνονται και γενικά για την πολιτική που εφαρμόζεται για την καταπολέμηση αδικημάτων νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας˙

(β) συμβουλεύει το Υπουργικό Συμβούλιο για επιπρόσθετα μέτρα τα οποία πιστεύει ότι πρέπει να ληφθούν για την καλύτερη εφαρμογή του Νόμου αυτού˙

(β1) συντονίζει τις αρμόδιες υπηρεσίες του Δημοσίου και τους φορείς του ιδιωτικού τομέα, για τον εντοπισμό, την εκτίμηση, την κατανόηση και τον μετριασμό των κινδύνων από παράνομες δραστηριότητες και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, καθώς και για την επικαιροποίηση της εκτίμησης των εν λόγω κινδύνων και η σχετική εκτίμηση των κινδύνων χρησιμοποιείται για τους ακόλουθους σκοπούς:

(i) Τη βελτίωση του ισχύοντος εθνικού συστήματος για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, ιδίως εντοπίζοντας ενδεχόμενους τομείς στους οποίους πρέπει να εφαρμόζονται αυξημένα μέτρα και προσδιορίζοντας τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν·

(ii) τον εντοπισμό τομέων χαμηλότερου ή υψηλότερου κινδύνου για νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή χρηματοδότηση της τρομοκρατίας·

(iii) την εκτίμηση και την ιεράρχηση των προτεραιοτήτων όσον αφορά τους πόρους που πρέπει να διατεθούν για την καταπολέμηση τέτοιων δραστηριοτήτων·

(iv) τη διασφάλιση ότι θεσπίζονται κατάλληλοι κανόνες για κάθε τομέα ή πεδίο, ανάλογα με τους κινδύνους νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας·

(v) την παροχή στις υπόχρεες οντότητες κατάλληλων πληροφοριών, ώστε να τις διευκολύνει να πραγματοποιήσουν τις δικές τους εκτιμήσεις κινδύνου νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας·

(vi) την αναφορά της θεσμικής δομής και τις ευρείες διαδικασίες του ισχύοντος εθνικού συστήματος για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας που εφαρμόζουν, μεταξύ άλλων, η Μονάδα, το Τμήμα Φορολογίας, η Αστυνομία, οι Εποπτικές Αρχές και οι εισαγγελικές αρχές, καθώς και των ανθρώπινων και οικονομικών πόρων που διατίθενται, στο βαθμό που είναι διαθέσιμες αυτές οι πληροφορίες·

(vii) την αναφορά των εθνικών προσπαθειών και των πόρων, ήτοι εργατικό δυναμικό και προϋπολογισμός,  που διατίθενται για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας.

(γ) προάγει διεθνώς τη Δημοκρατία ως χώρα η οποία συμμορφώνεται προς όλες τις Συμβάσεις, ψηφίσματα και αποφάσεις διεθνών οργανισμών σε σχέση με την καταπολέμηση αδικημάτων νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας˙

(δ) θέτει στη διάθεση της Επιτροπής, της Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών και των άλλων κρατών μελών τα αποτελέσματα των εκτιμήσεων κινδύνου, συμπεριλαμβανομένων των επικαιροποιήσεων τους και περίληψη της εν λόγω εκτίμησης δημοσιοποιείται με ανάρτηση στην ιστοσελίδα του Υπουργείου Οικονομικών χωρίς να περιέχει διαβαθμισμένες πληροφορίες·

(ε) εκδίδει και τηρεί επικαιροποιημένο κατάλογο στον οποίο προσδιορίζονται τα ακριβή καθήκοντα τα οποία θεωρούνται σημαντικό δημόσιο λειτούργημα για τους σκοπούς του ορισμού του όρου «πολιτικώς εκτεθειμένο πρόσωπο», απαιτεί, για τους σκοπούς του ίδιου ορισμού, από τον κάθε διεθνή οργανισμό που είναι διαπιστευμένος στην Δημοκρατία να εκδίδει και να τηρεί επικαιρο-ποιημένο κατάλογο των σημαντικών δημόσιων λειτουργημάτων στον εν λόγω οργανισμό και διαβιβάζει τους καταλόγους αυτούς στην Επιτροπή τους οποίους δύναται να δημοσιοποιεί:

Νοείται ότι, ο αναφερόμενος στην παρούσα παράγραφο κατάλογος υποβάλλεται σε επεξεργασία τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 70Β·

(στ) διαβιβάζει στην Επιτροπή τον κατάλογο των Εποπτικών Αρχών που αναφέρονται στο εδάφιο (1) του άρθρου 59, συμπεριλαμβανομένων των στοιχείων επικοινωνίας τους, προκειμένου να διευκολυνθεί και να προωθηθεί η αποτελεσματική συνεργασία και ιδίως η ανταλλαγή πληροφοριών:

Νοείται ότι, η Αρχή διασφαλίζει ότι οι πληροφορίες που παρέχονται στην Επιτροπή παραμένουν επικαιροποιημένες.

(2) Τα μέλη της Συμβουλευτικής Αρχής που αναφέρονται στο εδάφιο (1) του άρθρου 56 διαθέτουν αποτελεσματικούς μηχανισμούς που τους επιτρέπουν τη συνεργασία και το συντονισμό  σε εθνικό επίπεδο όσον αφορά την ανάπτυξη και την εφαρμογή πολιτικών και δραστηριοτήτων για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, μεταξύ άλλων, με σκοπό την εκπλήρωση των όσων προβλέπονται στο παρόν άρθρο.