Για σκοπούς εναρμόνισης με τις πράξεις της Ευρωπαϊκής Κοινότητας με τίτλο—
«Οδηγία 90/435/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 23ης Ιουλίου 1990 σχετικά με το κοινό φορολογικό καθεστώς για τις μητρικές και τις θυγατρικές εταιρείες διαφορετικών κρατών μελών», (EE L 225 της 20.8.1990 σ. 6-9),
1. Ο παρών Νόμος θα αναφέρεται ως ο περί Έκτακτης Εισφοράς για την Άμυνα της Δημοκρατίας Νόμος του 2002.
2.—(1) Στον παρόντα Νόμο, εκτός αν από το κείμενο προκύπτει διαφορετικά-
«αναδιάρθρωση σημαίνει την άμεση ή έμμεση διάθεση και μεταβίβαση ακίνητης ιδιοκτησίας, καθώς και μεταβίβαση δικαιωμάτων δυνάμει πωλητηρίου εγγράφου κατατεθειμένο στο Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, μεταξύ ενός ή περισσότερων δανειοληπτών και/ή οφειλετών και/ή εγγυητών σχετικά με την ίδια πιστωτική διευκόλυνση ή χορήγηση ή οφειλή και ενός ή περισσότερων δανειστών, η οποία διενεργείται εντός έντεκα (11) ετών από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Έκτακτης Εισφοράς για την Άμυνα της Δημοκρατίας (Τροποποιητικού) (Αρ. 2) Νόμου του 2015 και αποσκοπεί στη μείωση ή εξόφληση των πιστωτικών διευκολύνσεων ή χορηγήσεων ή οφειλών που δόθηκαν προς δανειολήπτες από έναν ή περισσότερους δανειστές:
«δανειολήπτης» σημαίνει πρόσωπο το οποίο συμβλήθηκε με το δανειστή και περιλαμβάνει πρόσωπο του οποίου η πιστωτική διευκόλυνση εξαγοράστηκε σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και για Συναφή Θέματα Νόμου και είτε αναλήφθηκε από είτε μεταφέρθηκε σε δημόσιο φορέα ή εταιρεία που είναι αδειοδοτημένος/η και ο οποίος ή η οποία διατηρεί ή στον οποίο ή στην οποία έχουν μεταφερθεί χορηγήσεις από πιστωτικό ίδρυμα, οι οποίες έχουν καθυστερήσεις και/ή έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμες δυνάμει των τεχνικών προτύπων της Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών τα οποία καθορίζουν τα κριτήρια για ταξινόμηση μιας χορήγησης ως μη εξυπηρετούμενης και/ή ρυθμισμένης ως έχει θεσπιστεί από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή μέσω του Εκτελεστικού Κανονισμού 2015/227:
«δανειστής» σημαίνει αδειοδοτημένο πιστωτικό ίδρυμα, όπως αυτό ορίζεται στο άρθρο 2 του περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου, και περιλαμβάνει τα πιστωτικά και χρηματοδοτικά ιδρύματα που λειτουργούν στη Δημοκρατία δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 10Α αυτού, καθώς και τις θυγατρικές εταιρείες αυτών ή εταιρεία εξαγοράς πιστώσεων όπως αυτή ορίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 2 του περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και για Συναφή Θέματα Νόμου, καθώς και τις θυγατρικές εταιρείες αυτής ή δημόσιο φορέα ή εταιρεία που είναι αδειοδοτημένος/η και ο οποίος ή η οποία διατηρεί ή στον οποίο ή στην οποία έχουν μεταφερθεί από πιστωτικό ίδρυμα χορηγήσεις οι οποίες έχουν καθυστερήσεις και/ή έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμες δυνάμει των τεχνικών προτύπων της Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών, τα οποία καθορίζουν τα κριτήρια για ταξινόμηση μιας χορήγησης ως μη εξυπηρετούμενης και/ή ρυθμισμένης ως έχει θεσπιστεί από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή μέσω του Εκτελεστικού Κανονισμού 2015/227·
«Δημοκρατία», σημαίνει την Κυπριακή Δημοκρατία·
«Διευθυντής» σημαίνει το Διευθυντή Τμήματος Εσωτερικών Προσόδων και οποιοδήποτε δεόντως εξουσιοδοτημένο από αυτόν λειτουργό του Τμήματος Εσωτερικών Προσόδων·
«δικαιοδοσία με χαμηλό φορολογικό συντελεστή» σημαίνει δικαιοδοσία τρίτης χώρας στην οποία ο εταιρικός φορολογικός συντελεστής είναι χαμηλότερος του πενήντα τοις εκατό (50%) του εταιρικού συντελεστή σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 25 του περί Φορολογίας του Εισοδήματος Νόμου·
«δικαιοδοσία με μη χαμηλό φορολογικό συντελεστή» σημαίνει δικαιοδοσία η οποία δεν εμπίπτει στον όρο “δικαιοδοσία με χαμηλό φορολογικό συντελεστή”·
«έκτακτη εισφορά» σημαίνει την έκτακτη εισφορά που καταβάλλεται δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου·
«εταιρεία» [Διαγράφηκε]·
«έτος» σημαίνει φορολογικό έτοςˑ
«Έφορος» σημαίνει τον Έφορο Φορολογίας, όπως ορίζεται στον περί Τμήματος Φορολογίας Νόμο και οποιονδήποτε δεόντως εξουσιοδοτημένο από αυτόν λειτουργό του Τμήματος Φορολογίας·
«κάτοικος της Δημοκρατίας», όταν ο όρος αυτός εφαρμόζεται στην περίπτωση ατόμου, σημαίνει άτομο που είναι κάτοικος της Δημοκρατίας, όπως ορίζεται από τις διατάξεις του περί Φορολογίας του Εισοδήματος Νόμου, το οποίο επιπλέον έχει κατοικία (domicile) στη Δημοκρατία·
«μέτοχος», περιλαμβάνει και τον κάτοχο μεριδίου σε συλλογικό επενδυτικό σχέδιο ανοικτού ή κλειστού τύπου.
«μη συνεργάσιμη δικαιοδοσία» σημαίνει δικαιοδοσία που περιλαμβάνεται στην τελευταία επικαιροποιημένη έκδοση του καταλόγου με δικαιοδοσίες τρίτων χωρών που έχουν αξιολογηθεί από τα κράτη μέλη, συλλογικά, ως μη συνεργάσιμες για φορολογικούς σκοπούς, όπως αυτός δημοσιεύεται στο Παράρτημα Ι της Επίσημης Εφημερίδας της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά το προηγούμενο ημερολογιακό έτος και περιλαμβάνεται επίσης στην τελευταία εν ισχύι έκδοση του εν λόγω καταλόγου·
«Οδηγία (ΕΕ) 2022/2523» σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο “Οδηγία (ΕΕ) 2022/2523 του Συμβουλίου της 14ης Δεκεμβρίου 2022 σχετικά με την εξασφάλιση παγκόσμιου ελάχιστου επιπέδου φορολογίας των ομίλων πολυεθνικών επιχειρήσεων και των εγχώριων ομίλων μεγάλης κλίμακας στην Ένωση”·
«πρότυποι κανόνες ΟΟΣΑ» σημαίνει τους κανόνες σχετικά με τις φορολογικές προκλήσεις που προκύπτουν από την ψηφιοποίηση της οικονομίας - Παγκόσμιοι πρότυποι κανόνες κατά της διάβρωσης της φορολογικής βάσης (δεύτερος πυλώνας), όπως αυτοί εγκρίθηκαν στις 14 Δεκεμβρίου 2021 από το πλαίσιο, χωρίς αποκλεισμούς του ΟΟΣΑ / G20 για την BEPS·
«ρυθμιζόμενη αγορά» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από τον περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμο·
«τιμή αναδιάρθρωσης» σημαίνει την τιμή στην οποία ακίνητη ιδιοκτησία μεταβιβάζεται στο πλαίσιο αναδιάρθρωσης, και η οποία καθορίζεται σε γραπτή συμφωνία που συνάπτεται στο πλαίσιο αυτό.
«τρίτη χώρα» σημαίνει δικαιοδοσία η οποία δεν είναι κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
(2) Οι όροι που χρησιμοποιούνται στον παρόντα Νόμο που δεν ορίζονται διαφορετικά έχουν την έννοια που αποδίδεται στους όρους αυτούς από τον περί Φορολογίας του Εισοδήματος Νόμο.
(3) Για σκοπούς του παρόντος Νόμου, άτομο θεωρείται ότι έχει κατοικία (domicile) στη Δημοκρατία εάν έχει κατοικία καταγωγής στη Δημοκρατία με βάση τις διατάξεις του περί Διαθηκών και Διαδοχής Νόμου εξαιρουμένου-
(i) Ατόμου το οποίο έχει αποκτήσει και διατηρεί κατοικία επιλογής (domicile of choice) εκτός της Δημοκρατίας, με βάση τις διατάξεις του περί Διαθηκών και Διαδοχής Νόμου νοουμένου ότι ήταν μη κάτοικος ή κάτοικος εκτός Δημοκρατίας όπως ορίζεται από τις διατάξεις του περί Φορολογίας του Εισοδήματος Νόμου, για οποιαδήποτε περίοδο τουλάχιστον είκοσι (20) συνεχόμενων ετών πριν από το φορολογικό έτος, ή
(ii) ατόμου το οποίο ήταν μη κάτοικος ή κάτοικος εκτός Δημοκρατίας, όπως ορίζεται από τις διατάξεις του περί Φορολογίας του Εισοδήματος Νόμου, για περίοδο τουλάχιστον είκοσι (20) συνεχόμενων ετών αμέσως πριν από την έναρξη της ισχύος του παρόντος Νόμου:
(i) ανεξαρτήτως της κατοικίας καταγωγής, οποιοδήποτε άτομο είναι κάτοικος στη Δημοκρατία, όπως ορίζεται στις διατάξεις του περί Φορολογίας του Εισοδήματος Νόμου, για τουλάχιστον δεκαεπτά (17) από τα τελευταία είκοσι (20) έτη πριν από το φορολογικό έτος, λογίζεται ότι αποκτά κατοικία (domicile) στη Δημοκρατίαˑ
(ii) άτομο, το οποίο σε οποιοδήποτε έτος λογίστηκε ότι έχει αποκτήσει κατοικία (domicile) στη Δημοκρατία δυνάμει της υποπαραγράφου (i), λογίζεται ότι τη διατηρεί μέχρι τη συμπλήρωση είκοσι (20) ετών κατά τα οποία δεν είναι κάτοικος της Δημοκρατίας, όπως ορίζεται στις διατάξεις του περί Φορολογίας του Εισοδήματος Νόμου.
3.-(1) Παρά τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου νόμου, τα πιο κάτω πρόσωπα καταβάλλουν έκτακτη εισφορά στο ποσό των μερισμάτων που λαμβάνουν:
(α) Κάθε άτομο που είναι κάτοικος στη Δημοκρατία, σε ποσοστό πέντε τοις εκατό (5%):
(i) το μέρισμα το οποίο λαμβάνει ο μέτοχος μειώνεται με οποιοδήποτε μέρισμα-
(αα) είχε λογιστεί ως διανεμηθέν δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 3Γ ή του εδαφίου (3) του άρθρου 3 του Νόμου, ως ίσχυε πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Έκτακτης Εισφοράς για την Άμυνα της Δημοκρατίας (Τροποποιητικού) (Αρ. 4) Νόμου του 2025· ή
(ββ) εκδίδεται από εισοδήματα που προέρχονται άμεσα ή έμμεσα από μερίσματα στα οποία καταβλήθηκε έκτακτη εισφορά·
(ii) επί των μερισμάτων που λαμβάνει ο μέτοχος από εταιρεία κάτοικο της Δημοκρατίας μέχρι και έξι (6) έτη από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Έκτακτης Εισφοράς για την Άμυνα της Δημοκρατίας (Τροποποιητικού) (Αρ. 4) Νόμου του 2025 και τα οποία εκδίδονται από κέρδη των φορολογικών ετών μέχρι και το φορολογικό έτος 2025, συμπεριλαμβανομένου, καταβάλλεται έκτακτη εισφορά σε ποσοστό δεκαεπτά τοις εκατό (17%):
(β)(i) Κάθε εταιρεία που είναι κάτοικος στη Δημοκρατία αναφορικά με μερίσματα τα οποία λαμβάνει έμμεσα από εταιρεία που είναι κάτοικος στη Δημοκρατία μετά την παρέλευση τεσσάρων (4) ετών από το τέλος του έτους στο οποίο πραγματοποιήθηκαν τα κέρδη από τα οποία το εν λόγω μέρισμα προέρχεται, σε ποσοστό δεκαεπτά τοις εκατό (17%):
Νοείται ότι, οι διατάξεις της παρούσας υποπαραγράφου εφαρμόζονται αναφορικά με-
(αα) κέρδη που πραγματοποιήθηκαν μέχρι και το φορολογικό έτος 2023·
(ββ) μερίσματα που λαμβάνονται μέχρι και έξι (6) έτη από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Έκτακτης Εισφοράς για την Άμυνα της Δημοκρατίας (Τροποποιητικού) (Αρ. 4) Νόμου του 2025 και τα οποία εκδίδονται από κέρδη των φορολογικών ετών μέχρι και το φορολογικό έτος 2023 συμπεριλαμβανομένου.
(ii) Κάθε εταιρεία που είναι κάτοικος στη Δημοκρατία αναφορικά με μερίσματα τα οποία λαμβάνει από εταιρεία που είναι κάτοικος στη Δημοκρατία-
(αα) κατά το έτος 2026, τα οποία καταβάλλονται από κέρδη του έτους 2024· και
(ββ) κατά τα έτη 2026 και 2027, τα οποία καταβάλλονται από κέρδη του έτους 2025,σε ποσοστό δεκαεπτά τοις εκατό (17%):
Νοείται ότι, για τους σκοπούς των υποπαραγράφων (i) και (ii)-
(αα) το μέρισμα το οποίο λαμβάνει η εταιρεία μειώνεται με οποιοδήποτε μέρισμα είχε λογιστεί ως διανεμηθέν δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 3Γ ή του εδαφίου (3) του άρθρου 3, ως ίσχυε πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Έκτακτης Εισφοράς για την Άμυνα της Δημοκρατίας (Τροποποιητικού) (Αρ. 4) Νόμου του 2025ˑ
(ββ) μέρισμα που εκδίδεται από εισοδήματα που προέρχονται άμεσα ή έμμεσα από μερίσματα στα οποία καταβλήθηκε έκτακτη εισφορά απαλλάσσεται από την καταβολή έκτακτης εισφοράς·
(γγ) μέρισμα που αναλογεί άμεσα ή έμμεσα σε άτομο που κατά την ημέρα καταβολής του μερίσματος δεν ήταν κάτοικος της Δημοκρατίας απαλλάσσεται από την καταβολή έκτακτης εισφοράς.
(γ) Κάθε εταιρεία που είναι κάτοικος στη Δημοκρατία ή εταιρεία που δεν είναι κάτοικος στη Δημοκρατία αναφορικά με μόνιμη εγκατάσταση που έχει στη Δημοκρατία σε ποσοστό πέντε τοις εκατό (5%) επί των μερισμάτων που λαμβάνει από εταιρεία που δεν είναι κάτοικος στη Δημοκρατία, στην περίπτωση που-
(i) η καταβάλλουσα το μέρισμα εταιρεία επιδίδεται άμεσα ή έμμεσα περισσότερο από πενήντα τοις εκατό (50%) σε δραστηριότητες οι οποίες απολήγουν σε εισόδημα από επένδυση·και
(ii) η επιβάρυνση του αλλοδαπού φόρου πάνω στο εισόδημα της καταβάλλουσας το μέρισμα εταιρείας είναι χαμηλότερη του πενήντα τοις εκατό (50%) της φορολογικής επιβάρυνσης της εταιρείας που είναι κάτοικος στη Δημοκρατία ή της εταιρείας που δεν είναι κάτοικος στη Δημοκρατία, αλλά έχει μόνιμη εγκατάσταση στη Δημοκρατία.
(δ)(i) Εταιρεία μη κάτοικος της Δημοκρατίας, η οποία-
(αα) είναι κάτοικος σε δικαιοδοσία με χαμηλό φορολογικό συντελεστή ή η οποία έχει συσταθεί ή εγγραφεί σε δικαιοδοσία με χαμηλό φορολογικό συντελεστή και δεν είναι κάτοικος σε δικαιοδοσία με μη χαμηλό φορολογικό συντελεστή, αναφορικά με οποιαδήποτε μερίσματα λαμβάνει από εταιρεία κάτοικο της Δημοκρατίας σε ποσοστό πέντε τοις εκατόν (5%)·
(ββ) είναι κάτοικος σε μη συνεργάσιμη δικαιοδοσία ή η οποία έχει συσταθεί ή εγγραφεί σε τέτοια δικαιοδοσία και δεν είναι φορολογικός κάτοικος σε άλλη δικαιοδοσία που δεν είναι μη συνεργά-σιμη δικαιοδοσία, αναφορικά με οποιαδήποτε μερίσματα λαμβάνει από εταιρεία κάτοικο της Δημοκρατίας σε ποσοστό δεκαεπτά τοις εκατό (17%):
Νοείται περαιτέρω ότι,
(i) σε περίπτωση διανομής οποιωνδήποτε περιουσιακών στοιχείων στους μετόχους εταιρείας κατοίκου της Δημοκρατίας στο πλαίσιο μείωσης κεφαλαίου, η εταιρεία μη κάτοικος της Δημοκρατίας που λαμβάνει τέτοια περιουσιακά στοιχεία θεωρείται ότι λαμβάνει μέρισμα στον βαθμό που η αξία των διανεμηθέντων περιουσιακών στοιχείων υπερβαίνει το ποσό του κεφαλαίου που πραγματικά καταβλήθηκε στην εταιρεία κάτοικο της Δημοκρατίας με ή χωρίς την έκδοση μετοχών·
(ii) οποιαδήποτε μεταφορά περιουσιακών στοιχείων στο πλαίσιο διανομής κερδών ή μείωσης κεφαλαίου λογίζεται ότι γίνεται με βάση την αγοραία αξία των διανεμηθέντων περιουσιακών στοιχείων.
(ii) Oι διατάξεις της παραγράφου (δ) εφαρμόζονται μόνο στην περίπτωση που-
(αα) η εταιρεία που λαμβάνει το μέρισμα συμμετέχει άμεσα ή έμμεσα, είτε μόνη της είτε από κοινού με συνδεδεμένα με αυτήν πρόσωπα, στην εταιρεία κάτοικο της Δημοκρατίας που καταβάλλει το μέρισμα είτε µε δικαιώματα ψήφου σε ποσοστό άνω του πενήντα τοις εκατό (50%) είτε µε κεφάλαιο σε ποσοστό άνω του πενήντα τοις εκατό (50%) είτε δικαιούται να εισπράττει άνω του πενήντα τοις εκατό (50%) των κερδών· ή
(ββ) η εταιρεία κάτοικος της Δημοκρατίας που καταβάλλει το μέρισμα συμμετέχει άμεσα ή έμμεσα, είτε μόνη της είτε από κοινού με συνδεδεμένα με αυτήν πρόσωπα, στην εταιρεία στην οποία καταβάλλεται το μέρισμα είτε µε δικαιώματα ψήφου σε ποσοστό άνω του πενήντα τοις εκατό (50%) είτε µε κεφάλαιο σε ποσοστό άνω του πενήντα τοις εκατό (50%) είτε δικαιούται να εισπράττει άνω του πενήντα τοις εκατό (50%) των κερδών· ή
(γγ) το ίδιο πρόσωπο και πρόσωπα συνδεδεμένα μαζί του συμμετέχουν άμεσα ή έμμεσα στην εταιρεία κάτοικο της Δημοκρατίας που καταβάλλει το μέρισμα και στην εταιρεία στην οποία καταβάλλεται το μέρισμα είτε µε δικαιώματα ψήφου σε ποσοστό άνω του πενήντα τοις εκατό (50%) είτε µε κεφάλαιο σε ποσοστό άνω του πενήντα τοις εκατό (50%) είτε δικαιούται να εισπράττει άνω του πενήντα τοις εκατό (50%) των κερδών.
Για τους σκοπούς της υποπαραγράφου (ii), πρόσωπο θεωρείται συνδεδεμένο με άλλο πρόσωπο-
(αα) εάν κατέχει άμεσα ή έμμεσα περισσότερο από το πενήντα τοις εκατό (50%) των δικαιωμάτων ψήφου ή του μετοχικού κεφαλαίου ή έχει δικαίωμα σε μερίδιο περισσότερο από το πενήντα τοις εκατό (50%) επί των κερδών του άλλου προσώπου· ή
(ββ) εάν το άλλο πρόσωπο κατέχει άμεσα ή έμμεσα περισσότερο από το πενήντα τοις εκατό (50%) των δικαιωμάτων ψήφου ή του μετοχικού κεφαλαίου ή έχει δικαίωμα σε μερίδιο περισσότερο από το πενήντα τοις εκατό (50%) επί των κερδών του προσώπου· ή
(γγ) εάν τρίτο πρόσωπο κατέχει άμεσα ή έμμεσα περισσότερο από το πενήντα τοις εκατό (50%) των δικαιωμάτων ψήφου ή του μετοχικού κεφαλαίου ή έχει δικαίωμα σε μερίδιο περισσότερο από το πενήντα τοις εκατό (50%) επί των κερδών και των δύο προσώπων· ή
(δδ) στην περίπτωση φυσικών προσώπων, άτομο είναι συνδεδεμένο με άλλο άτομο εάν είναι σύζυγος ή συγγενής μέχρι τρίτου βαθμού του άλλου ατόμου, ή είναι σύζυγος συγγενή μέχρι τρίτου βαθμού του άλλου ατόμου, ή είναι συγγενής μέχρι τρίτου βαθμού του συζύγου ή της συζύγου του άλλου ατόμου.
(iii) Oι διατάξεις της παραγράφου (δ) δεν εφαρμόζονται στην περίπτωση που το μέρισμα καταβάλλεται αναφορικά με τίτλους εισηγμένους σε ρυθμιζόμενη αγορά αναγνωρισμένου χρηματιστηρίου αξιών, όταν είναι εύλογο να θεωρηθεί ότι η εταιρεία που καταβάλλει το μέρισμα δεν γνωρίζει ότι το μέρισμα καταβάλλεται άμεσα ή έμμεσα σε συνδεδεμένη εταιρεία που εμπίπτει στην αμέσως προηγούμενη επιφύλαξη.
(iv) Στην περίπτωση που μία ρύθμιση ή σειρά ρυθμίσεων έχουν τεθεί σε εφαρμογή με κύριο σκοπό ή έναν από τους κύριους σκοπούς την απόκτηση φορολογικού πλεονεκτήματος που ματαιώνει το αντικείμενο ή τον σκοπό των διατάξεων της παραγράφου (δ) και, με βάση όλα τα σχετικά γεγονότα και τις συνθήκες, η εν λόγω ρύθμιση ή σειρά ρυθμίσεων δεν τίθεται σε εφαρμογή για βάσιμους εμπορικούς λόγους που απηχούν την οικονομική πραγματικότητα, οι διατάξεις της παρούσας παραγράφου εφαρμόζονται αγνοώντας τη συγκεκριμένη ρύθμιση ή σειρά ρυθμίσεων:
(v) Οι διατάξεις της παραγράφου (δ) εφαρμόζονται ομοίως και στην περίπτωση μόνιμης εγκατάστασης που διατηρεί εταιρεία μη κάτοικος της Δημοκρατίας σε-
(αα) δικαιοδοσία με χαμηλό φορολογικό συντελεστή· ή
(ββ) μη συνεργάσιμη δικαιοδοσία:
(i) υπόκειται σε φορολογία και δεν απαλλάσσεται στη δικαιοδοσία στην οποία η εταιρεία μη κάτοικος της Δημοκρατίας είναι κάτοικος· ή
(ii) υπόκειται σε φορολογία με ελάχιστο εταιρικό συντελεστή ύψους δεκαπέντε τοις εκατό (15%) με βάση τη νομοθεσία των κρατών μελών για εναρμόνιση με την Οδηγία (ΕΕ) 2022/2523 ή με βάση νομοθεσία που υιοθετεί τους πρότυπους κανόνες ΟΟΣΑ.
(2) Για τους σκοπούς των παραγράφων (α), (β) και (γ) του εδαφίου (1)-
(α) σε περίπτωση διανομής οποιωνδήποτε περιουσιακών στοιχείων σε μέτοχο εταιρείας στο πλαίσιο μείωσης κεφαλαίου ή διάλυσης ή εκκαθάρισης, η διαφορά μεταξύ της αγοραίας αξίας των διανεμηθέντων περιουσιακών στοιχείων και του ποσού του κεφαλαίου που πραγματικά καταβλήθηκε στην εταιρεία από τέτοιο μέτοχο, μειωμένο με τον φόρο κεφαλαιουχικών κερδών που πληρώθηκε επί των εν λόγω περιουσιακών στοιχείων με βάση τις διατάξεις του περί Φορολογίας Κεφαλαιουχικών Κερδών Νόμου, συνιστά μέρισμα που λαμβάνει ο μέτοχος:
(i) σε περίπτωση διανομής περιουσιακού στοιχείου για το οποίο το άτομο μέτοχος κατέβαλε έκτακτη εισφορά σε συγκεκαλυμμένη διανομή μερίσματος σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου (α) του εδαφίου (2) του άρθρου 3Α, το ποσό του μερίσματος που λαμβάνει το άτομο μέτοχος μειώνεται με το ποσό τέτοιας συγκεκαλυμένης διανομής μερίσματος αναφορικά με το συγκεκριμένο περιουσιακό στοιχείο·
(ii) το ποσό του κεφαλαίου που πραγματικά καταβλήθηκε στην εταιρεία από το άτομο μέτοχο μειώνεται με οποιοδήποτε ποσό κεφαλαίου επιστράφηκε στον μέτοχο στο πλαίσιο προγενέστερης μείωσης κεφαλαίου ή/και συγκεκαλυμμένης διανομής μερίσματος:
(β) Οποιαδήποτε μεταφορά περιουσιακών στοιχείων στο πλαίσιο διανομής κερδών ή μείωσης κεφαλαίου υπολογίζεται ότι γίνεται με βάση την αγοραία αξία των διανεμηθέντων περιουσιακών στοιχείων.
(γ) Σε περίπτωση αύξησης του εκδομένου κεφαλαίου εταιρείας με κεφαλαιοποίηση αποθεματικών διαθέσιμων προς διανομή, το ποσό της κεφαλαιοποίησης συνιστά μέρισμα που λαμβάνουν οι μέτοχοι:
(3) Σε περίπτωση που εταιρεία καταβάλλει μέρισμα, περιλαμβανομένης και της συγκεκαλυμμένης διανομής μερίσματος που υπολογίζεται με βάση το άρθρο 3Α, εφοδιάζει κάθε μέτοχο με πιστοποιητικό, στο οποίο δηλώνονται τα πιο κάτω:
(α) Το ποσό του μερίσματος το οποίο καταβάλλεται στον μέτοχο και το ποσό της συγκεκαλυμένης διανομής μερίσματος·
(β) το ποσό της έκτακτης εισφοράς που παρακρατήθηκε από την εταιρεία αναφορικά με το μέρισμα που καταβλήθηκε και τη συγκεκαλυμένη διανομή μερίσματος·
(γ) το έτος στο οποίο πραγματοποιήθηκαν τα κέρδη από τα οποία καταβλήθηκε το μέρισμα.
- 117(I)/2002
- 223(I)/2002
- 188(I)/2003
- 23(I)/2009
- 44(I)/2009
- 75(I)/2009
- 111(I)/2009
- 40(I)/2010
- 132(I)/2010
- 114(I)/2011
- 190(I)/2011
- 72(I)/2012
- 29(I)/2013
- 119(I)/2015
- 208(Ι)/2015
- 209(I)/2015
- 68(Ι)/2016
- 98(I)/2018
- 118(I)/2018
- 87(I)/2019
- 172(I)/2019
- 32(I)/2021
- 195(I)/2021
- 78(I)/2022
- 157(I)/2023
- 158(I)/2023
- 36(I)/2025
- 48(I)/2025
- 245(I)/2025
3Α.-(1) Παρά τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου νόμου, άτομο που είναι κάτοικος στη Δημοκρατία καταβάλλει έκτακτη εισφορά επί ποσού συγκεκαλυμμένης διανομής μερίσματος που λαμβάνει από εταιρεία κάτοικο της Δημοκρατίας, στην οποία είναι μέτοχος, σε ποσοστό δέκα τοις εκατό (10%).
(2) Το ποσό της συγκεκαλυμμένης διανομής μερίσματος ισούται με το άθροισμα των ακόλουθων:
(α) Της αγοραίας αξίας περιουσιακού στοιχείου εταιρείας που χρησιμοποιείται από άτομο μέτοχο ή συνδεδεμένο με αυτόν άτομο:
(i) η αγοραία αξία του περιουσιακού στοιχείου υπολογίζεται κατά την ημερομηνία που το περιουσιακό στοιχείο αρχίζει να χρησιμοποιείται από τον μέτοχο ή από συνδεδεμένο με αυτόν άτομο για προσωπική χρήση·
(ii) το ποσό της συγκεκαλυμένης διανομής μερίσματος υπολογίζεται με βάση το ποσοστό προσωπικής χρήσης του περιουσιακού στοιχείου από τον μέτοχο ή από συνδεδεμένο με αυτόν άτομο:
(iii) σε περίπτωση που το ποσοστό προσωπικής χρήσης του περιουσιακού στοιχείου από τον μέτοχο ή από συνδεδεμένο με αυτόν άτομο αυξηθεί, το επιπρόσθετο ποσό συγκεκαλυμένης διανομής μερίσματος υπολογίζεται με βάση την αγοραία αξία του περιουσιακού στοιχείου κατά την ημερομηνία της αύξησης του ποσοστού προσωπικής χρήσης·
(iv) σε περίπτωση που το ποσοστό προσωπικής χρήσης του περιουσιακού στοιχείου από τον μέτοχο ή από συνδεδεμένο με αυτόν άτομο μειωθεί, κανένα ποσό έκτακτης εισφοράς που καταβλήθηκε δυνάμει των διατάξεων του παρόντος άρθρου δεν επιστρέφεται:
(β) της διαφοράς μεταξύ της αγοραίας αξίας οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου που διατίθεται από εταιρεία σε άτομο μέτοχο αυτής ή σε συνδεδεμένο με αυτόν άτομο κατά την ημερομηνία διάθεσης και του ποσού της αντιπαροχής που καταβάλλεται:
Νοείται ότι,
(i) οι διατάξεις της παρούσας παραγράφου δεν εφαρμόζονται σε περίπτωση που η εταιρεία απέκτησε με δωρεά το περιουσιακό στοιχείο από τον συγκεκριμένο μέτοχό της ή από συνδεδεμένο με αυτόν άτομο·
(ii) το ποσό της συγκεκαλυμένης διανομής μερίσματος μειώνεται με το ποσό της συγκεκαλυμένης διανομής μερίσματος επί του οποίου ο μέτοχος κατέβαλε έκτακτη εισφορά δυνάμει των διατάξεων της παραγράφου (α) αναφορικά με το ίδιο περιουσιακό στοιχείο.
(3) Κανένα ποσό έκτακτης εισφοράς που καταβλήθηκε δυνάμει των διατάξεων του παρόντος άρθρου δεν επιστρέφεται προς οποιοδήποτε πρόσωπο, σε περίπτωση που σε οποιοδήποτε έτος που έπεται του έτους εντός του οποίου επιβλήθηκε ή καταβλήθηκε έκτακτη εισφορά ο μέτοχος-
(α) λαμβάνει μέρισμα από την εταιρεία, το οποίο εμπίπτει στις διατάξεις του άρθρου 3· ή
(β) συνεισφέρει στην εταιρεία περιουσιακά στοιχεία χρηματικής ή άλλης μορφής έναντι του ποσού της συγκεκαλυμμένης διανομής μερίσματος· ή
(γ) παύει να χρησιμοποιεί για προσωπική του χρήση περιουσιακό στοιχείο της εταιρείας.
(4) Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, άτομο είναι συνδεδεμένο με άλλο άτομο σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων (α) και (β) του εδαφίου (3) του άρθρου 33 του περί Φορολογίας του Εισοδήματος Νόμου.
(5) Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου δεν εφαρμόζονται στην περίπτωση-
(α) που εφαρμόζονται οι διατάξεις της παραγράφου (β) του εδαφίου (1) του άρθρου 5 και οι διατάξεις της παραγράφου (β) του εδαφίου (2) του άρθρου 5 του περί Φορολογίας του Εισοδήματος Νόμου· ή
(β) διανομής περιουσιακών στοιχείων σε μέτοχο στο πλαίσιο μείωσης κεφαλαίου ή διάλυσης ή εκκαθάρισης εταιρείας.
(6) Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται και στην περίπτωση έμμεσου μετόχου.
3Β. Παρά τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου νόμου, τα πιο κάτω πρόσωπα καταβάλλουν έκτακτη εισφορά στο ποσό των τόκων που λαμβάνουν ή πιστώνονται:
(α) Τηρουμένων των διατάξεων της παραγράφου (β)-
(i) κάθε άτομο που είναι κάτοικος στη Δημοκρατία αναφορικά με τόκο που λαμβάνει ή πιστώνεται, σε ποσοστό δεκαεπτά τοις εκατό (17%):
(ii) κάθε θρησκευτικό, φιλανθρωπικό ή εκπαιδευτικό ίδρυμα δημόσιου χαρακτήρα που είναι κάτοικος της Δημοκρατίας, το εισόδημα του οποίου απαλλάσσεται από τον φόρο με βάση το εδάφιο (13) του άρθρου 8 του περί Φορολογίας του Εισοδήματος Νόμου και κάθε εταιρεία που είναι κάτοικος της Δημοκρατίας και συστάθηκε αποκλειστικά και μόνο για την προαγωγή της τέχνης, της επιστήμης ή του αθλητισμού, το εισόδημα της οποίας απαλλάσσεται από τον φόρο με βάση το εδάφιο (17) του άρθρου 8 του περί Φορολογίας του Εισοδήματος Νόμου αναφορικά με τόκο που λαμβάνει ή πιστώνεται, σε ποσοστό δεκαεπτά τοις εκατό (17%)∙
(β)(i) κάθε πρόσωπο που εμπίπτει στην παράγραφο (α) αναφορικά με τόκους που λαμβάνει ή πιστώνεται από πιστοποιητικά αποταμιεύσεως ή χρεόγραφα αναπτύξεως της Κυπριακής Κυβέρνησης ή της κυβέρνησης άλλου κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εταιρικά χρεόγραφα εισηγμένα σε αναγνωρισμένο χρηματιστήριο αξιών, ομόλογα ή χρεόγραφα εισηγμένα σε αναγνωρισμένο χρηματιστήριο αξιών που εκδίδονται από αρχή τοπικής διοίκησης ή κρατικό οργανισμό της Κυπριακής Δημοκρατίας ή άλλου κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σε ποσοστό τρία τοις εκατό (3%)∙
(ii) κρατικός οργανισμός, αρχή τοπικής διοίκησης και οντότητα Γενικής Κυβέρνησης αναφορικά με τόκους που λαμβάνουν ή πιστώνονται, σε ποσοστό τρία τοις εκατό (3%):
(iii) ταμείο συντάξεως, ταμείο προνοίας, το Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων και το Ταμείο Ασφάλισης Υγείας αναφορικά με τόκους που λαμβάνουν ή πιστώνονται, σε ποσοστό τρία τοις εκατό (3%)·
(γ)(i) εταιρεία μη κάτοικος της Δημοκρατίας, η οποία είναι κάτοικος σε μη συνεργάσιμη δικαιοδοσία ή η οποία έχει συσταθεί ή εγγραφεί σε τέτοια δικαιοδοσία και δεν είναι φορολογικός κάτοικος σε άλλη δικαιοδοσία που δεν είναι μη συνεργάσιμη δικαιοδοσία, αναφορικά με τόκους που λαμβάνει ή πιστώνεται από πηγές εντός της Δημοκρατίας, ανεξάρτητα εάν έχουν καταβληθεί ή όχι, σε ποσοστό δεκαεπτά τοις εκατό (17%).
(ii) Οι διατάξεις της παρούσας παραγράφου εφαρμόζονται στην περίπτωση που-
(αα) η εταιρεία στην οποία καταβάλλεται το ποσό τόκου συμμετέχει άμεσα ή έμμεσα, είτε μόνη της είτε από κοινού με συνδεδεμένα με αυτήν πρόσωπα στην εταιρεία κάτοικο της Δημοκρατίας που καταβάλλει τον τόκο είτε µε δικαιώματα ψήφου σε ποσοστό άνω του πενήντα τοις εκατό (50%) είτε µε κεφάλαιο σε ποσοστό άνω του πενήντα τοις εκατό (50%) είτε δικαιούται να εισπράττει άνω του πενήντα τοις εκατό (50%) των κερδών· ή
(ββ) η εταιρεία κάτοικος της Δημοκρατίας που καταβάλλει τον τόκο συμμετέχει άμεσα ή έμμεσα, είτε μόνη της είτε από κοινού με συνδεδεμένα με αυτήν πρόσωπα στην εταιρεία στην οποία καταβάλλεται το ποσό τόκου είτε µε δικαιώματα ψήφου σε ποσοστό άνω του πενήντα τοις εκατόν (50%) είτε µε κεφάλαιο σε ποσοστό άνω του πενήντα τοις εκατόν (50%) είτε δικαιούται να εισπράττει άνω του πενήντα τοις εκατόν (50%) των κερδών· ή
(γγ) το ίδιο πρόσωπο και πρόσωπα συνδεδεμένα μαζί του συμμετέχουν άμεσα ή έμμεσα στην εταιρεία κάτοικο της Δημοκρατίας που καταβάλλει τον τόκο και στην εταιρεία στην οποία καταβάλλεται το ποσό τόκου είτε µε δικαιώματα ψήφου σε ποσοστό άνω του πενήντα τοις εκατό (50%) είτε µε κεφάλαιο σε ποσοστό άνω του πενήντα τοις εκατό (50%) είτε δικαιούται να εισπράττει άνω του πενήντα τοις εκατό (50%) των κερδών:
(iii) Οι διατάξεις της παρούσας παραγράφου δεν εφαρμόζονται στις περιπτώσεις-
(αα) τόκου καταβαλλόμενου από άτομο·
(ββ) τόκου καταβαλλόμενου αναφορικά με τίτλους εισηγμένους σε ρυθμιζόμενη αγορά αναγνωρισμένου χρηματιστηρίου αξιών, όταν είναι εύλογο να θεωρηθεί ότι η εταιρεία που καταβάλλει τον τόκο δεν γνωρίζει ότι ο τόκος καταβάλλεται άμεσα ή έμμεσα σε συνδεδεμένη εταιρεία που εμπίπτει στην υποπαράγραφο (ii) της παραγράφου (δ) του εδαφίου (1) του άρθρου 3.
(iv) Στην περίπτωση που μία ρύθμιση ή σειρά ρυθμίσεων έχουν τεθεί σε εφαρμογή με κύριο σκοπό ή έναν από τους κύριους σκοπούς την απόκτηση φορολογικού πλεονεκτήματος που ματαιώνει το αντικείμενο ή τον σκοπό των διατάξεων της παρούσας παραγράφου και, με βάση όλα τα σχετικά γεγονότα και τις συνθήκες, η εν λόγω ρύθμιση ή σειρά ρυθμίσεων δεν τίθεται σε εφαρμογή για βάσιμους εμπορικούς λόγους που απηχούν την οικονομική πραγματικότητα, οι διατάξεις της παρούσας παραγράφου εφαρμόζονται παρά τη συγκεκριμένη ρύθμιση ή σειρά ρυθμίσεων:
(v) Οι διατάξεις της παρούσας παραγράφου εφαρμόζονται ομοίως και στην περίπτωση μόνιμης εγκατάστασης που διατηρεί εταιρεία μη κάτοικος της Δημοκρατίας σε μη συνεργάσιμη δικαιοδοσία:
(αα) τα κέρδη της μόνιμης εγκατάστασης υπόκεινται σε φορολογία και δεν απαλλάσσονται στη δικαιοδοσία στην οποία η εταιρεία μη κάτοικος της Δημοκρατίας είναι κάτοικος· ή
(ββ) ο τόκος που λαμβάνει ή πιστώνεται η μόνιμη εγκατάσταση υπόκειται σε φορολογία με ελάχιστο εταιρικό συντελεστή ύψους δεκαπέντε τοις εκατό (15%) με βάση τη νομοθεσία των κρατών μελών για εναρμόνιση με την Οδηγία (ΕΕ) 2022/2523 ή με βάση νομοθεσία που υιοθετεί τους πρότυπους κανόνες ΟΟΣΑ.
3Γ.-(1)(α) Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου (4), εταιρεία η οποία είναι κάτοικος στη Δημοκρατία λογίζεται ότι έχει διανείμει εβδομήντα τοις εκατό (70%) των κερδών της που κτήθηκαν ή προέκυψαν στα φορολογικά έτη 2024 και 2025, μετά τη μείωσή τους από τον εταιρικό φόρο που πληρώθηκε ή που είναι πληρωτέος πάνω στα εν λόγω κέρδη, υπό μορφή μερισμάτων, στους ενδιαφερόμενους μετόχους της κατά το τέλος της περιόδου των δύο (2) ετών από το τέλος του φορολογικού έτους στο οποίο τα κέρδη αναφέρονται, και οι ενδιαφερόμενοι μέτοχοι φορολογούνται, ανάλογα, σε έκτακτη εισφορά πάνω σε τέτοια μερίσματα σε ποσοστό δεκαεπτά τοις εκατό (17%).
(β) Σε περίπτωση διάλυσης εταιρείας, το σύνολο των κερδών των τελευταίων πέντε (5) ετών στην έκταση που κτήθηκαν ή προέκυψαν κατά τα φορολογικά έτη μέχρι και το φορολογικό έτος 2025, τα οποία δεν έχουν διανεμηθεί ή δεν έχουν λογιστεί ότι έχουν διανεμηθεί δυνάμει των διατάξεων της παραγράφου (α) ή των διατάξεων του εδαφίου (3) του άρθρου 3 ως ίσχυε πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Έκτακτης Εισφοράς για την Άμυνα της Δημοκρατίας (Τροποποιητικού) (Αρ. 4) Νόμου του 2025 λογίζονται κατά τη διάλυση ως διανεμηθέντα μερίσματα και λογίζεται ότι οι μέτοχοι λαμβάνουν τέτοια μερίσματα και φορολογούνται, ανάλογα, σε έκτακτη εισφορά πάνω σε τέτοια μερίσματα σε ποσοστό δεκαεπτά τοις εκατό (17%):
(2) Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου-
(α) ο όρος “κέρδη” σημαίνει τα λογιστικά κέρδη όπως υπολογίζονται σύμφωνα με αποδεκτές λογιστικές αρχές, μετά την αφαίρεση οποιωνδήποτε μεταφορών στα αποθεματικά που προβλέπονται σε οποιονδήποτε νόμο:
(β) ο όρος “εταιρικός φόρος” περιλαμβάνει την έκτακτη εισφορά που επιβάλλεται σύμφωνα με τον παρόντα Νόμο, τον φόρο που επιβάλλεται σύμφωνα με τον εκάστοτε σε ισχύ περί Φορολογίας Κεφαλαιουχικών Κερδών Νόμο και οποιοδήποτε ποσό αλλοδαπού φόρου που δεν πιστώνεται έναντι του φόρου εισοδήματος ή και έναντι της έκτακτης εισφοράς για το έτος στο οποίο οφείλονται.
(3) Στην περίπτωση οργανισμού δημοσίου δικαίου-
(α) ο όρος “κέρδη” περιορίζεται στα κέρδη που προκύπτουν από τη διεξαγωγή επιχείρησης· και
(β) οι όροι “μέτοχος” και “ενδιαφερόμενος μέτοχος” περιλαμβάνουν και την Κυπριακή Δημοκρατία.
(4) Το ποσό των λογιζόμενων μερισμάτων δυνάμει του εδαφίου (1) μειώνεται με οποιοδήποτε πραγματικό μέρισμα διανεμήθηκε στη διάρκεια των δύο (2) ετών από το τέλος του έτους στο οποίο τα κέρδη αναφέρονται:
(i) η φράση “πραγματικό μέρισμα” περιλαμβάνει πραγματικό μέρισμα που διανεμήθηκε στη διάρκεια του φορολογικού έτους στο οποίο τα κέρδη αναφέρονται·
(ii) στην περίπτωση οργανισμού δημοσίου δικαίου ο όρος “μέρισμα” περιλαμβάνει το ποσό από τα πλεονάσματα που κατατίθεται στο Πάγιο Ταμείο της Δημοκρατίας, σύμφωνα με απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου.
(5) Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου δεν εφαρμόζονται αναφορικά με-
(α) λογιστικά κέρδη που προκύπτουν στη διάρκεια της διάλυσης ή εκκαθάρισης εταιρείας, όταν τα περιουσιακά στοιχεία αυτής δεν επαρκούν για την εξόφληση των πιστωτών της και κανένα ποσό δεν δύναται να διανεμηθεί ή να καταβληθεί στους μετόχους αυτής·
(β) το λογιστικό κέρδος το οποίο προκύπτει στο πλαίσιο αναδιάρθρωσης:
(i) κατά την αναδιάρθρωση· ή
(ii) κατά τη διάθεση ή κατοχή για ιδία χρήση ακίνητης ιδιοκτησίας από τον δανειστή, η οποία αποκτήθηκε στο πλαίσιο αναδιάρθρωσης, επιστρέφεται ή περισσεύει, κατά περίπτωση, στον δανειολήπτη οποιοδήποτε μέρος από το προϊόν διάθεσης, το ποσό αυτό περιλαμβάνεται στο λογιστικό κέρδος του δανειολήπτη στο φορολογικό έτος στο οποίο επιστράφηκε ή περισσεύει, κατά περίπτωση, το ποσό και υπόκειται σε λογιζόμενη διανομή κερδών:
(γ) το λογιστικό κέρδος που προκύπτει λόγω διαγραφής μέρους ή του συνόλου πιστωτικής διευκόλυνσης ή χορήγησης που πραγματοποιείται από δανειστή η οποία αποτελούσε μη εξυπηρετούμενη χορήγηση κατά ή πριν από την 31η Δεκεμβρίου 2015, όπως ο όρος αυτός ερμηνεύεται από την Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών·
(δ) τα λογιστικά κέρδη που προκύπτουν κατά την αναδιοργάνωση, σύμφωνα με προϋποθέσεις που καθορίζει ο Έφορος.
(6) Έκτακτη εισφορά που είναι πληρωτέα από μέτοχο συνεπεία λογιζόμενης διανομής μερίσματος καταβάλλεται κατά πρώτο λόγο από την εταιρεία, η οποία χρεώνει τέτοια εισφορά στους μετόχους.
(7)Τηρουμένων των διατάξεων της πιο κάτω επιφύλαξης, κανένα ποσό έκτακτης εισφοράς που καταβλήθηκε επί λογιζόμενης διανομής κερδών δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου (1) του παρόντος άρθρου ή των διατάξεων του εδαφίου (3) άρθρου 3, ως ίσχυαν πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Έκτακτης Εισφοράς για την Άμυνα της Δημοκρατίας (Τροποποιητικού) (Αρ. 4) Νόμου του 2025, δεν επιστρέφεται σε οποιοδήποτε πρόσωπο κατά την πραγματική διανομή μερισμάτων ή συνεπεία πραγματικής διανομής μερίσματος:
3Δ.-(1) Ανεξαρτήτως των διατάξεων του παρόντος Νόμου, άτομο που δεν έχει κατοικία καταγωγής στη Δημοκρατία και το οποίο λογίζεται ότι έχει αποκτήσει κατοικία (domicile) στη Δημοκρατία, σύμφωνα με την επιφύλαξη του εδαφίου (3) του άρθρου 2, δύναται να επιλέξει να υπαχθεί σε εναλλακτικό τρόπο φορολόγησης, καταβάλλοντας κατ’ αποκοπή ετήσιο ποσό έκτακτης εισφοράς ύψους πενήντα χιλιάδων ευρώ (€50.000), ανεξαρτήτως του ύψους του εισοδήματός του.
(2) Η επιλογή του εναλλακτικού τρόπου επιβολής έκτακτης εισφοράς σύμφωνα με το εδάφιο (1) είναι ανέκκλητη και δεσμευτική και αφορά περίοδο πέντε (5) συναπτών φορολογικών ετών.
(3) Η υπαγωγή στον εναλλακτικό τρόπο επιβολής έκτακτης εισφοράς σύμφωνα με το εδάφιο (1) γίνεται μόνο αφού γίνει δεκτή από τον Έφορο αίτηση του ατόμου, η οποία υποβάλλεται σε καθοριζόμενο έντυπο μέχρι την 30ή Ιουνίου του πρώτου έτους της πενταετούς περιόδου, σύμφωνα με το εδάφιο (2), στην οποία αναφέρεται η αίτηση.
(4) Η έκτακτη εισφορά που επιβάλλεται δυνάμει του εδαφίου (1) καταβάλλεται μέχρι το τέλος του μήνα που έπεται του μήνα εντός του οποίου η αίτηση του ατόμου για υπαγωγή στις διατάξεις του παρόντος άρθρου έγινε δεκτή από τον Έφορο, σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου (3), σε μία συνολική δόση ύψους διακοσίων πενήντα χιλιάδων ευρώ (€250.000), η οποία αντιστοιχεί στο σύνολο των φορολογικών ετών της πενταετούς περιόδου:
(5) Η έκτακτη εισφορά που επιβάλλεται δυνάμει του εδαφίου (1) δεν συμψηφίζεται με άλλες φορολογικές υποχρεώσεις ή τυχόν πιστωτικά υπόλοιπα του ατόμου.
(6) Με την καταβολή του κατ' αποκοπή ποσού έκτακτης εισφοράς σύμφωνα με το εδάφιο (4), εξαντλείται κάθε υποχρέωση του ατόμου αναφορικά με έκτακτη εισφορά για τα πέντε (5) φορολογικά έτη στα οποία αφορά η αίτησή του.
(7) Κανένα ποσό έκτακτης εισφοράς που καταβλήθηκε δυνάμει των διατάξεων του παρόντος άρθρου δεν επιστρέφεται για οποιονδήποτε λόγο.
(8) Καμία έκπτωση αναφορικά με αλλοδαπό φόρο δεν παραχωρείται από την έκτακτη εισφορά που επιβάλλεται δυνάμει των διατάξεων του παρόντος άρθρου.
(9) Άτομο δύναται να επιλέξει τον εναλλακτικό τρόπο επιβολής έκτακτης εισφοράς δυνάμει των διατάξεων του παρόντος άρθρου για μέχρι δύο (2) περιόδους, όπως καθορίζονται στο εδάφιο (2).
4.—(1) Πρόσωπο το οποίο καταβάλλει μερίσματα, εξαιρουμένων των μερισμάτων που εμπίπτουν στην υποπαράγραφο (ii) της παραγράφου (β) του εδαφίου (1) του άρθρου 3, ή τόκους, παρακρατεί έκτακτη εισφορά σύμφωνα με τα άρθρα 3, 3Α και 3Β από οποιαδήποτε πληρωμή διενεργείται ή θα διενεργηθεί:
(1Α) Η έκτακτη εισφορά που παρακρατείται δυνάμει του εδαφίου (1) καταβάλλεται στον Έφορο μαζί με κατάσταση η οποία παρέχει πλήρη στοιχεία των συνθηκών συνεπεία των οποίων έγινε η παρακράτηση και του τρόπου υπολογισμού της έκτακτης εισφοράς που παρακρατήθηκε, μέχρι το τέλος του μήνα ο οποίος έπεται του μήνα κατά τον οποίο έγινε ή έπρεπε να γίνει η παρακράτηση.
(2) Οποιαδήποτε έκτακτη εισφορά, η οποία απαιτείται όπως παρακρατηθεί δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου (1), θεωρείται ως έκτακτη εισφορά που επιβλήθηκε στο πρόσωπο από το οποίο απαιτείται όπως η εν λόγω έκτακτη εισφορά παρακρατηθεί και δύναται να ανακτηθεί από αυτό:
(3) Σε περίπτωση που η έκτακτη εισφορά δεν παρακρατηθεί ή εάν, αφού παρακρατήθηκε, δεν καταβληθεί μέχρι την ημερομηνία που καθορίζεται στον παρόντα Νόμο, προστίθεται σε αυτήν τόκος, σύμφωνα με τις διατάξεις του περί του Ενιαίου Δημοσίου Επιτοκίου Υπερημερίας Νόμου, από την καθοριζόμενη ημερομηνία πάνω στο αρχικό ποσό της οφειλόμενης εισφοράς.
(4) Η έκτακτη εισφορά επί των μερισμάτων ή τόκων από πηγές εκτός της Δημοκρατίας καταβάλλεται μέχρι την προθεσμία υποβολής της φορολογικής δήλωσης για το σχετικό έτος, όπως καθορίζεται στο άρθρο 5 του περί Βεβαιώσεως και Εισπράξεως Φόρων Νόμου:
(4Α) Η έκτακτη εισφορά επί των μερισμάτων που εμπίπτουν στην υποπαράγραφο (ii) της παραγράφου (β) του εδαφίου (1) του άρθρου 3 καταβάλλεται την 31η Δεκεμβρίου 2028, αναφορικά με τα μερίσματα που καταβλήθηκαν από κέρδη του έτους 2024 και την 31η Δεκεμβρίου 2029 αναφορικά με τα μερίσματα που καταβλήθηκαν από κέρδη του έτους 2025.
(5) Η έκτακτη εισφορά επί των κερδών που λογίζονται ότι διανέμονται δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 3Γ αναφορικά με τα κέρδη των ετών 2024 και 2025 ή των διατάξεων του εδαφίου (3) του άρθρου 3 ως ίσχυε πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Έκτακτης Εισφοράς για την Άμυνα (Τροποποιητικού) (Αρ. 4) Νόμου του 2025 καταβάλλεται μαζί με δήλωση, στην οποία παρέχονται πλήρη στοιχεία του τρόπου υπολογισμού της έκτακτης εισφοράς, μέχρι την 31η Ιανουαρίου του τρίτου έτους που έπεται του φορολογικού έτους στο οποίο τα κέρδη αναφέρονται:
(6) Τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος Νόμου, η βεβαίωση, καταβολή, είσπραξη, παρακράτηση και επιστροφή οποιουδήποτε ποσού έκτακτης εισφοράς καθώς και οποιουδήποτε τόκου επ' αυτής διενεργείται σύμφωνα με τις ανάλογες διατάξεις των περί Βεβαιώσεως και Εισπράξεως Φόρων Νόμων και του περί Εισπράξεως Φόρων Νόμου.
4Α. Σε περίπτωση κατά την οποία οποιοδήποτε άτομο το οποίο έχει την κατοικία (domicile) του στη Δημοκρατία, μεταβιβάσει περιουσιακά στοιχεία σε άλλο άτομο το οποίο δεν έχει την κατοικία (domicile) του στη Δημοκρατία και το οποίο είναι σύζυγος ή συγγενής του ή συγγενής του/της συζύγου του μέχρι τρίτου βαθμού συγγενείας και ο Έφορος κρίνει ότι ο βασικός σκοπός ή ένας από τους βασικούς σκοπούς της μεταβίβασης είναι η αποφυγή καταβολής έκτακτης εισφοράς, το εισόδημα που προκύπτει από τα εν λόγω περιουσιακά στοιχεία υπόκειται σε έκτακτη εισφορά, η οποία εισπράττεται είτε από το άτομο που μεταβίβασε τα περιουσιακά στοιχεία, είτε από το άτομο στο οποίο αυτά μεταβιβάστηκαν.
4Β.-(1) Για τον υπολογισμό της οφειλόμενης έκτακτης εισφοράς δεν λαμβάνεται υπόψη οποιαδήποτε ρύθμιση ή σειρά ρυθμίσεων που έχουν τεθεί σε εφαρμογή με κύριο σκοπό ή έναν από τους κύριους σκοπούς την απόκτηση φορολογικού πλεονεκτήματος που ματαιώνει το αντικείμενο ή τον σκοπό των εφαρμοστέων φορολογικών διατάξεων και οι οποίες δεν είναι γνήσιες, λαμβανομένων υπόψη όλων των σχετικών στοιχείων και περιστάσεων:
(2) Σε περίπτωση που ρύθμιση ή σειρά ρυθμίσεων δεν λαμβάνονται υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου (1), η οφειλόμενη έκτακτη εισφορά υπολογίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου.
5. Ανεξάρτητα από τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου νόμου, η έκτακτη εισφορά η οποία είναι πληρωτέα δυνάμει του παρόντος Νόμου δεν εκπίπτει από το φορολογητέο εισόδημα οποιουδήποτε προσώπου.
6.—(1) Τηρουμένων των διατάξεων οποιουδήποτε άλλου νόμου αναφορικά με θέματα ποινικής ευθύνης προσώπων που κατέχουν ή ασκούν οποιοδήποτε αξίωμα, κάθε πρόσωπο το οποίο αρνείται, παραλείπει ή αμελεί να καταβάλει έκτακτη εισφορά, την οποία υποχρεούται να καταβάλει δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου, είναι ένοχο αδικήματος και υπόκειται σε περίπτωση καταδίκης, σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τα πέντε χιλιάδες ευρώ (€5.000), σε περίπτωση δε δεύτερης ή κατ᾿ επανάληψη καταδίκης αυτού για το ίδιο αδίκημα, σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τα δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000) ή σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα δύο (2) έτη ή και στις δύο αυτές ποινές.
(2) Σε περίπτωση καταδίκης οποιουδήποτε προσώπου για το ότι αρνήθηκε ή παρέλειψε ή αμέλησε να καταβάλει έκτακτη εισφορά, αυτό, επιπρόσθετα από οποιαδήποτε άλλη ποινή στην οποία υπόκειται, υποχρεούται όπως καταβάλει ποσό ίσο προς το ποσό το οποίο αρνήθηκε ή παρέλειψε ή αμέλησε να καταβάλει, καθώς και επί πλέον ποσό που δεν υπερβαίνει διπλάσιο του εν λόγω ποσού, σε περίπτωση δε δεύτερης ή κατ᾿ επανάληψη καταδίκης αυτού, ποσό που δεν υπερβαίνει το τετραπλάσιο του ποσού αυτού, όπως το Δικαστήριο ήθελε διατάξει.
(3) Οποιοδήποτε πρόσωπο παραβαίνει ή παραλείπει να συμμορφωθεί προς οποιαδήποτε διάταξη του παρόντος Νόμου και για τέτοια παράβαση ή παράλειψη συμμόρφωσης δεν προνοείται άλλη ποινή, υπόκειται για κάθε αδίκημα που διαπράχθηκε έτσι σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τα χίλια ευρώ (€1.000).
(4) Όταν αποδεικνύεται ότι αδίκημα που διαπράχθηκε από νομικό πρόσωπο, κατά παράβαση των διατάξεων του παρόντος Νόμου και των Κανονισμών που εκδίδονται δυνάμει αυτού, διαπράχθηκε με τη συναίνεση ή συνενοχή ή αμέλεια διευθυντή, συμβούλου, γραμματέα ή άλλου αξιωματούχου του νομικού προσώπου ή οποιουδήποτε προσώπου το οποίο ενεργεί με τέτοια ιδιότητα, τόσο αυτός όσο και το νομικό πρόσωπο είναι ένοχοι του αδικήματος αυτού και υπόκεινται, σε περίπτωση καταδίκης του στις ποινές που προβλέπονται σε κάθε περίπτωση.
(5) Τίποτε από όσα διαλαμβάνονται στο παρόν άρθρο δε δύναται να ερμηνευθεί ότι παρεμποδίζει τη Δημοκρατία να διεκδικεί, με πολιτική αγωγή οποιοδήποτε ποσό οφείλεται σ' αυτή.
7. Ποινική δίωξη για αδίκημα που προβλέπεται από τον παρόντα Νόμο δεν αρχίζει χωρίς τη συναίνεση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας.
7Α.-(1) Ανεξάρτητα από τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου νόμου, κάθε πρόσωπο το οποίο:
(α) από μόνο του ή σε συνεργασία με άλλο πρόσωπο λαμβάνει ή συμφωνεί να λάβει για λογαριασμό άλλου προσώπου προμήθεια ή άλλο οικονομικό όφελος ή οτιδήποτε σχετικό με την κατακύρωση προμήθειας υλικού οπλικών συστημάτων ή για υπηρεσίες αναφορικά με αυτό, όπως αυτά καθορίζονται στον προϋπολογισμό για τις δαπάνες αμυντικής θωράκισης ή
(β) στο οποίο αποδεδειγμένα προτείνεται τέτοια προμήθεια ή άλλο οικονομικό όφελος,
και το οποίο παραλείπει να αναφέρει αυτό γραπτώς και ενυπογράφως στην Κοινοβουλευτική Επιτροπή Άμυνας, είναι ένοχο αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα τρία έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τα τριάντα χιλιάδες ευρώ (€30.000) ή και στις δύο αυτές ποινές.
(2) Κάθε πρόσωπο που κατέχει δημόσιο αξίωμα ή ευρίσκεται στην υπηρεσία της Δημοκρατίας το οποίο αποδέχεται προμήθεια ή άλλο οικονομικό όφελος για την αγορά οποιουδήποτε αντικειμένου που πληρώνεται από το Κεφάλαιο για δαπάνες αμυντικής θωράκισης του Προϋπολογισμού του Υπουργείου Άμυνας είναι ένοχο αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα δέκα έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις εκατό χιλιάδες ευρώ (€100.000) ή και στις δύο αυτές ποινές.
7Β. Ανεξαρτήτως των διατάξεων των άρθρων 6, 7 και 7Α του παρόντος Νόμου-
(α) Πρόσωπο που αρνείται, παραλείπει ή αμελεί να δώσει ειδοποίηση ή να υποβάλει δήλωση ή να παράσχει στοιχεία ή να εκτελέσει οποιοδήποτε καθήκον, το οποίο προβλέπεται ρητά στον παρόντα Νόμο, εντός της χρονικής προθεσμίας που προβλέπεται ή καθορίζεται ρητά από τον παρόντα Νόμο, υπόκειται στην περίπτωση ατόμου, σε χρηματική επιβάρυνση ύψους πεντακοσίων ευρώ (€500), στην περίπτωση εταιρείας της οποίας ο κύκλος εργασιών ή τα περιουσιακά στοιχεία υπερβαίνουν το ποσό του ενός εκατομμυρίου ευρώ (€1.000.000) σε χρηματική επιβάρυνση ύψους δύο χιλιάδων ευρώ (€2.000) και σε κάθε άλλη περίπτωση εταιρείας σε χρηματική επιβάρυνση ύψους χιλίων ευρώ (€1.000)·
(β) πρόσωπο που αρνείται, παραλείπει ή αμελεί να δώσει ειδοποίηση ή να υποβάλει δήλωση ή να παράσχει στοιχεία ή να εκτελέσει οποιοδήποτε καθήκον, για το οποίο ο παρών Νόμος προβλέπει προθεσμία συμμόρφωσης και ο Διευθυντής απαιτήσει από τέτοιο πρόσωπο όπως συμμορφωθεί εντός της προθεσμίας που καθορίζεται ρητά σε ειδοποίηση που επιδίδεται δεόντως στο πρόσωπο αυτό και η οποία δεν πρέπει να είναι μικρότερη των εξήντα (60) ημερών, υπόκειται, σε περίπτωση μη συμμόρφωσης, στην περίπτωση ατόμου σε χρηματική επιβάρυνση ύψους χιλίων ευρώ (€1.000), στην περίπτωση εταιρείας της οποίας ο κύκλος εργασιών ή τα περιουσιακά στοιχεία υπερβαίνουν το ποσό του ενός εκατομμυρίου ευρώ (€1.000.000) σε χρηματική επιβάρυνση ύψους τεσσάρων χιλιάδων ευρώ (€4.000) και σε κάθε άλλη περίπτωση εταιρείας σε χρηματική επιβάρυνση ύψους δύο χιλιάδων ευρώ (€2.000)·
(γ) πρόσωπο που αρνείται, παραλείπει ή αμελεί να δώσει ειδοποίηση ή να υποβάλει δήλωση ή να παράσχει στοιχεία ή να εκτελέσει οποιοδήποτε καθήκον, για το οποίο ο παρών Νόμος δεν προβλέπει προθεσμία συμμόρφωσης και ο Διευθυντής απαιτήσει από τέτοιο πρόσωπο όπως συμμορφωθεί εντός προθεσμίας που καθορίζεται σε ειδοποίηση που επιδίδεται δεόντως στο πρόσωπο αυτό και η οποία δεν πρέπει να είναι μικρότερη των εξήντα (60) ημερών, υπόκειται, σε περίπτωση μη συμμόρφωσης εντός της προθεσμίας που καθορίζεται στην ειδοποίηση, στην περίπτωση ατόμου σε χρηματική επιβάρυνση ύψους χιλίων ευρώ (€1.000), στην περίπτωση εταιρείας της οποίας ο κύκλος εργασιών ή τα περιουσιακά στοιχεία υπερβαίνουν το ποσό του ενός εκατομμυρίου ευρώ (€1.000.000) σε χρηματική επιβάρυνση ύψους τεσσάρων χιλιάδων ευρώ (€4.000) και σε κάθε άλλη περίπτωση εταιρείας σε χρηματική επιβάρυνση ύψους δύο χιλιάδων ευρώ (€2.000)·
(δ) πρόσωπο που αρνείται, παραλείπει ή αμελεί να δώσει ειδοποίηση ή να υποβάλει δήλωση ή να παράσχει στοιχεία ή να εκτελέσει οποιοδήποτε καθήκον, για το οποίο ο παρών Νόμος δεν προβλέπει προθεσμία συμμόρφωσης και η απαιτούμενη ειδοποίηση ή δήλωση ή στοιχεία αφορούν άλλο πρόσωπο και ο Διευθυντής απαιτήσει από τέτοιο πρόσωπο όπως συμμορφωθεί εντός προθεσμίας που καθορίζεται σε σχετική ειδοποίηση που επιδίδεται δεόντως στο πρόσωπο αυτό και η οποία δεν πρέπει να είναι μικρότερη των εξήντα (60) ημερών, υπόκειται, σε περίπτωση μη συμμόρφωσης εντός της προθεσμίας που καθορίζεται στην ειδοποίηση, στην περίπτωση ατόμου σε χρηματική επιβάρυνση ύψους πεντακοσίων ευρώ (€500), στην περίπτωση εταιρείας της οποίας ο κύκλος εργασιών ή τα περιουσιακά στοιχεία υπερβαίνουν το ποσό του ενός εκατομμυρίου ευρώ (€1.000.000) σε χρηματική επιβάρυνση ύψους δύο χιλιάδων ευρώ (€2.000) και σε κάθε άλλη περίπτωση εταιρείας σε χρηματική επιβάρυνση ύψους χιλίων ευρώ (€1.000)·
(ε) πρόσωπο που παραλείπει να καταβάλει οφειλόμενη έκτακτη εισφορά μέχρι την από τον παρόντα Νόμο καθοριζόμενη προθεσμία ή μέχρι την προθεσμία που καθορίζεται σε ειδοποίηση του Εφόρου, υπόκειται σε χρηματική επιβάρυνση ίση προς πέντε τοις εκατό (5%) της οφειλόμενης έκτακτης εισφοράς:
8. Το Υπουργικό Συμβούλιο δύναται να εκδώσει Κανονισμούς για την καλύτερη εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος Νόμου και να προβεί με τέτοιους Κανονισμούς στον καθορισμό ή ρύθμιση κάθε θέματος που χρειάζεται ή είναι δεκτικό καθορισμού ή ρύθμισης.
8Α. Ανεξαρτήτως των διατάξεων του άρθρου 4 του περί Έκτακτης Εισφοράς για την Άμυνα της Δημοκρατίας (Τροποποιητικού) (Αρ. 2) Νόμου του 2015-
(α) οι διατάξεις των άρθρων 2 και 3 του περί Έκτακτης Εισφοράς για την Άμυνα της Δημοκρατίας (Τροποποιητικού) (Αρ. 2) Νόμου του 2015 λογίζεται ότι ισχύουν από την 1η Ιανουαρίου 2018 μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2026.
(β) οι διατάξεις των άρθρων 2 και 3 του περί Έκτακτης Εισφοράς για την Άμυνα της Δημοκρατίας (Τροποποιητικού) Νόμου του 2018 λογίζεται ότι ισχύουν από την 17η Ιουλίου 2018 μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2026.
(γ) οι διατάξεις του άρθρου 2 του περί Έκτακτης Εισφοράς για την Άμυνα της Δημοκρατίας (Τροποποιητικού) Νόμου του 2019 λογίζεται ότι ισχύουν από την 15η Μαρτίου 2019 μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2026.
9. Οι περί Εκτάκτου Εισφοράς για την Άμυνα της Δημοκρατίας Νόμοι του 1985 μέχρι 2002 διά του παρόντος καταργούνται χωρίς να επηρεάζεται οτιδήποτε έγινε ή παραλείφθηκε να γίνει δυνάμει τούτων:
Νοείται ότι όλοι οι κανονισμοί, όλα τα διατάγματα, όλες οι γνωστοποιήσεις και όλοι οι διορισμοί, καθώς επίσης όλες οι ειδοποιήσεις που εκδόθηκαν δυνάμει των διατάξεων των περί Εκτάκτου Εισφοράς για την Άμυνα της Δημοκρατίας Νόμων του 1985 μέχρι 2002, θα θεωρούνται ως να εκδόθηκαν δυνάμει του παρόντος Νόμου και θα εξακολουθήσουν να ισχύουν, τηρουμένων των αναλογιών, μέχρι να ανακληθούν, ακυρωθούν ή αντικατασταθούν:
Νοείται περαιτέρω ότι, οι φορολογίες οι οποίες δεν έχουν γίνει και η έκτακτη εισφορά η οποία δεν έχει επιβληθεί ή εισπραχθεί αναφορικά με το φορολογικό έτος 2002 και όλα τα προηγούμενα φορολογικά έτη θα γίνονται, επιβάλλονται και εισπράττονται σύμφωνα με τις διατάξεις των περί Εκτάκτου Εισφοράς για την Άμυνα της Δημοκρατίας Νόμων του 1985 μέχρι 2002.
Η ισχύς του παρόντος Νόμου [Σ.Σ.: δηλαδή του Ν.223(Ι)/2002] αρχίζει την 1η Ιανουαρίου 2003.
Ο παρών Νόμος [Σ.Σ.: δηλαδή ο Ν.188(I)/2003] τίθεται σε ισχύ από την 1η Ιανουαρίου 2004.
Η ισχύς του παρόντος Νόμου [Σ.Σ.: δηλαδή του Ν.23(I)2009] λογίζεται ότι άρχισε από την 1η Ιανουαρίου 2009.
Η ισχύς του παρόντος Νόμου [Σ.Σ.: δηλαδή του Ν.44(I)/2009] λογίζεται ότι αρχίζει από την 1η Ιανουαρίου 2008.
Η ισχύς του παρόντος Νόμου [Σ.Σ.: δηλαδή του Ν.75(I)/2009] λογίζεται ότι αρχίζει από την 1η Ιανουαρίου 2009.
Ο παρών Νόμος [Σ.Σ.: δηλαδή ο Ν.111(I)/2009] λογίζεται ότι τέθηκε σε ισχύ από το φορολογικό έτος 2009.
O παρών Nόμος [Σ.Σ.: δηλαδή ο Ν.40(I)/2010] τίθεται σε ισχύ από το φορολογικό έτος που αρχίζει την 1η Iανουαρίου, 2010.
(1) Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου (2), η ισχύς του παρόντος Νόμου [Σ.Σ.: δηλαδή του Ν.132(Ι)/2010] αρχίζει έξι μήνες μετά τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας.
(2) Οι διατάξεις του άρθρου 2 του παρόντος Νόμου [Σ.Σ.: δηλαδή του Ν.132(I)/2010] θα ισχύουν αναφορικά με πράξεις διάθεσης που γίνονται από το φορολογικό έτος 2011 και για όλα τα φορολογικά έτη που ακολουθούν.
Η ισχύς του παρόντος Νόμου [Σ.Σ.: δηλαδή του Ν.114(Ι)/2011] αρχίζει από τη δημοσίευση του στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας και εφαρμόζεται αναφορικά με εισοδήματα που κτώνται ή προκύπτουν ή λογίζονται ότι κτώνται ή προκύπτουν από την ημερομηνία δημοσίευσης αυτού στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας και μετά.
Η ισχύς του παρόντος Νόμου [Σ.Σ.: δηλαδή του Ν.190(I)/2011] αρχίζει την 1η Ιανουαρίου 2012 και σε ό,τι αφορά τις διατάξεις της παραγράφου (α) του άρθρου 2 εφαρμόζεται αναφορικά με εισοδήματα που κτώνται ή λογίζεται ότι κτώνται ή προκύπτουν από την 1η Ιανουαρίου 2012 και μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2013.
Ο παρών Νόμος [Σ.Σ.: δηλαδή ο Ν.72(I)/2012] τίθεται σε ισχύ από την Ιη Ιανουαρίου 2012.
Η ισχύς του παρόντος Νόμου [Σ.Σ.: δηλαδή του Ν.29(Ι)/2013] αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας και εφαρμόζεται αναφορικά με τόκους που λαμβάνονται ή πιστώνονται ή λογίζονται ότι λαμβάνονται ή πιστώνονται από την ημερομηνία δημοσίευσης αυτού στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας και μετά.
Η ισχύς του παρόντος Νόμου [Σ.Σ.: δηλαδή του Ν. 119(Ι)/2015] αρχίζει από την ημερομηνία δημοσίευσής του στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας.
Η ισχύς του παρόντος Νόμου [Σ.Σ.: δηλαδή του Ν. 208(I)/2015] αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας και λήγει δύο (2) έτη μετά την ημερομηνία αυτή.
Η ισχύς του παρόντος Νόμου [Σ.Σ.: δηλαδή του Ν. 106(Ι)/2017] λογίζεται ότι άρχισε την 16η Ιουλίου 2015.
Η ισχύς του παρόντος Νόμου [Σ.Σ.: δηλαδή του Ν. 131(Ι)/2017] αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας και λήγει την 31η Δεκεμβρίου 2019.
Η ισχύς του παρόντος Νόμου [Σ.Σ.: δηλαδή του Ν. 118(Ι)/2018] αρχίζει από την ημερομηνία δημοσίευσής του στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας.
Η ισχύς του παρόντος Νόμου [Σ.Σ.: δηλαδή του Ν. 155(Ι)/2019] αρχίζει από την ημερομηνία δημοσίευσής του στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας και λήγει την 31η Δεκεμβρίου 2020.
Ο παρών Νόμος [Σ.Σ.: δηλαδή ο Ν. 172(Ι)/2019] εφαρμόζεται αναφορικά με λογιστικά κέρδη που προκύπτουν στα έτη 2017, 2018, 2019 και 2020.
Η ισχύς του παρόντος Νόμου [Σ.Σ.: δηλαδή του Ν. 6(Ι)/2021] λογίζεται ότι άρχισε την 31η Ιανουαρίου 2021.
Η ισχύς του παρόντος Νόμου [Σ.Σ.: δηλαδή του Ν. 32(Ι)/2021] λογίζεται ότι άρχισε την 1η Ιανουαρίου 2021.
3. Ο παρών Νόμος [Σ.Σ.: δηλαδή ο Ν. 195(Ι)/2021] τίθεται σε ισχύ την 31η Δεκεμβρίου 2022.
Ο παρών Νόμος [Σ.Σ.: δηλαδή ο Ν. 78(Ι)/2022] τίθεται σε ισχύ από την ημερομηνία δημοσίευσής του στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας.
Ο παρών Νόμος [Σ.Σ.: δηλαδή του Ν. 157(Ι)/2023] τίθεται σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 2024.
4.-(1) Με την επιφύλαξη των διατάξεων του εδαφίου (2), ο παρών Νόμος [Σ.Σ.: δηλαδή ο Ν. 48(Ι)/2025] τίθεται σε ισχύ κατά την ημερομηνία δημοσίευσής του στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας.
(2) Οι διατάξεις της παραγράφου (α) του άρθρου 3 του παρόντος Νόμου [Σ.Σ.: δηλαδή του Ν. 48(Ι)/2025], στην έκταση που αφορούν σε δικαιοδοσίες με χαμηλό φορολογικό συντελεστή, τίθενται σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 2026.
10. Ο παρών Νόμος [Σ.Σ.: δηλαδή ο Ν. 145(Ι)/2025] τίθεται σε ισχύ από την 1η Ιανουαρίου 2026.