Για σκοπούς μερικής εναρμόνισης με το άρθρο 1, τις παραγράφους 1 έως 33, 35, 49, 50, 52, 53, 54, 55 και 56 του άρθρου 2, τα άρθρα 3 έως 12, τα άρθρα 22 έως 24, τα άρθρα 28 έως 32 και το Παράρτημα Ι, τα Παραρτήματα IV έως VI και το Παράρτημα XV της πράξης της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Οδηγία 2023/1791 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 13ης Σεπτεμβρίου 2023 για την ενεργειακή απόδοση και την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) 2023/955»,
Η Βουλή των Αντιπροσώπων ψηφίζει ως ακολούθως:
2.-(1) Στον παρόντα Νόμο, εκτός εάν από το κείμενο προκύπτει διαφορετική έννοια-
«αναθέτοντες φορείς» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 2 του περί της Ρύθμισης των Διαδικασιών Σύναψης Συμβάσεων Φορέων που Δραστηριοποιούνται στους Τομείς του Ύδατος, της Ενέργειας, των Μεταφορών και των Ταχυδρομικών Υπηρεσιών και για Συναφή Θέματα Νόμου και το άρθρο 2 του περί της Ρύθμισης των Διαδικασιών Ανάθεσης Συμβάσεων Παραχώρησης και για Συναφή Θέματα Νόμου·
«αναθέτουσες αρχές» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 2 του περί της Ρύθμισης των Διαδικασιών Σύναψης Δημοσίων Συμβάσεων και για Συναφή Θέματα Νόμου, το άρθρο 2 του περί της Ρύθμισης των Διαδικασιών Σύναψης Συμβάσεων Φορέων που Δραστηριοποιούνται στους Τομείς του Ύδατος, της Ενέργειας, των Μεταφορών και των Ταχυδρομικών Υπηρεσιών και για Συναφή Θέματα Νόμου και το άρθρο 2 του περί της Ρύθμισης των Διαδικασιών Ανάθεσης Συμβάσεων Παραχώρησης και για Συναφή Θέματα Νόμου·
«αποδοτικότητα συστήματος» σημαίνει την επιλογή των ενεργειακά αποδοτικών λύσεων που καθιστούν επίσης δυνατές μία οικονομικά αποδοτική πορεία απανθρακοποίησης, την πρόσθετη ευελιξία και την αποδοτική χρήση των πόρων·
«αρμόδια αρχή» σημαίνει τον Διευθυντή της Υπηρεσίας Ενέργειας του Υπουργείου Ενέργειας, Εμπορίου και Βιομηχανίας και περιλαμβάνει λειτουργό δεόντως εξουσιοδοτημένο γραπτώς από τον Διευθυντή προκειμένου να ενεργεί εκ μέρους αυτού·
«αρχαίο μνημείο» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 2 του περί Αρχαιοτήτων Νόμου·
«βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης» σημαίνει την αύξηση της ενεργειακής απόδοσης λόγω οποιωνδήποτε τεχνολογικών, συμπεριφορικών ή οικονομικών αλλαγών·
«δημόσια αρχή επιβολής» σημαίνει τον φορέα ο οποίος διέπεται από το δημόσιο δίκαιο και είναι υπεύθυνος για την επιβολή ή την παρακολούθηση της φορολόγησης της ενέργειας ή του άνθρακα, των χρηματοδοτικών καθεστώτων και μέσων, των φορολογικών κινήτρων, προτύπων και κανόνων, των καθεστώτων ενεργειακής επισήμανσης, της εκπαίδευσης ή της κατάρτισης·
«δημόσιοι φορείς» σημαίνει τις εθνικές, περιφερειακές ή τοπικές αρχές και οντότητες που χρηματοδοτούνται και διοικούνται άμεσα από τις εν λόγω αρχές, αλλά δεν έχουν βιομηχανικό ή εμπορικό χαρακτήρα·
«διανομέας ενέργειας» σημαίνει το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, συμπεριλαμβανομένου του διαχειριστή συστήματος διανομής ηλεκτρισμού και του διαχειριστή συστήματος διανομής φυσικού αερίου, που είναι υπεύθυνο για τη μεταφορά ενέργειας, με σκοπό να την παραδώσει στους τελικούς πελάτες ή σε σταθμούς διανομής που πωλούν ενέργεια στους τελικούς πελάτες·
«διάταγμα» σημαίνει διάταγμα που εκδίδει ο Υπουργός δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 22·
«διατηρητέα οικοδομή» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 2 του περί Διατηρητέων Οικοδομών Νόμου·
«διαχειριστής ενέργειας» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το περί Ενεργειακής Απόδοσης (Διαχειριστές Ενέργειας) Διάταγμα του 2016·
«διαχειριστής συστήματος διανομής ηλεκτρισμού» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο «Διαχειριστής Συστήματος Διανομής» από το άρθρο 2 του περί Ρύθμισης της Αγοράς Ηλεκτρισμού Νόμου·
«διαχειριστής συστήματος διανομής φυσικού αερίου» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο «διαχειριστής συστήματος διανομής» από το άρθρο 2 του περί Ρύθμισης της Αγοράς Φυσικού Αερίου Νόμου·
«διαχειριστής συστήματος μεταφοράς ηλεκτρισμού» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο «Διαχειριστής Συστήματος Μεταφοράς Κύπρου» από το άρθρο 2 του περί Ρύθμισης της Αγοράς Ηλεκτρισμού Νόμου·
«διαχειριστής συστήματος μεταφοράς φυσικού αερίου» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο «διαχειριστής συστήματος μεταφοράς» από το άρθρο 2 του περί Ρύθμισης της Αγοράς Φυσικού Αερίου Νόμου·
«διεθνές πρότυπο» σημαίνει πρότυπο το οποίο έχει εκδοθεί από τον Διεθνή Οργανισμό Τυποποίησης και διατίθεται προς δημόσια χρήση·
«διχασμός κινήτρων» σημαίνει την έλλειψη δίκαιης και εύλογης κατανομής των οικονομικών υποχρεώσεων και ωφελημάτων που σχετίζονται με επενδύσεις ενεργειακής απόδοσης μεταξύ των ενδιαφερόμενων υποκειμένων, για παράδειγμα, των ιδιοκτητών και των ενοικιαστών ή των διαφορετικών ιδιοκτητών κτιριακών μονάδων, ή των ιδιοκτητών και των ενοικιαστών ή διαφορετικών ιδιοκτητών πολυκατοικιών ή κτιρίων πολλαπλών χρήσεων·
«δυναμικό υπερθέρμανσης του πλανήτη καθ’ όλο τον κύκλο ζωής» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το στοιχείο 25) του άρθρου 2 της Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1275·
«ελάχιστα πρότυπα ενεργειακής απόδοσης» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το στοιχείο 4) του άρθρου 2 της Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1275·
«ενέργεια» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο «ενεργειακά προϊόντα» από το στοιχείο δ) του άρθρου 2 του Κανονισμού (ΕΚ) 1099/2008·
«ενέργεια του περιβάλλοντος» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 2 του περί Προώθησης και Ενθάρρυνσης της Χρήσης των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας Νόμου·
«ενεργειακή απόδοση» σημαίνει τον λόγο της εκροής επιδόσεων, υπηρεσιών, αγαθών ή ενέργειας προς την εισροή ενέργειας·
«ενεργειακή υπηρεσία» σημαίνει το φυσικό όφελος, τη χρησιμότητα ή το πλεονέκτημα που προκύπτει από συνδυασμό ενέργειας με ενεργειακά αποδοτική τεχνολογία ή με δράση, που δύναται να περιλαμβάνει τις εργασίες, τη συντήρηση και τον έλεγχο που απαιτούνται για την παροχή της υπηρεσίας η οποία παρέχεται βάσει σύμβασης και υπό κανονικές συνθήκες έχει αποδείξει ότι οδηγεί σε βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης ή σε εξοικονόμηση πρωτογενούς ενέργειας που δύναται να επαληθευθεί και να μετρηθεί ή εκτιμηθεί·
«ενεργειακό σύστημα» σημαίνει σύστημα που έχει σχεδιαστεί κυρίως για την παροχή ενεργειακών υπηρεσιών για την κάλυψη της ζήτησης για ενέργεια στους τομείς τελικής χρήσης υπό τη μορφή θερμότητας, καυσίμων και ηλεκτρικής ενέργειας·
«ενεργειακός ελεγκτής» σημαίνει φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο διενεργεί ενεργειακούς ελέγχους και κατέχει άδεια ενεργειακού ελεγκτή·
«ενεργειακός έλεγχος» σημαίνει συστηματική διαδικασία με σκοπό την απόκτηση επαρκούς γνώσης του συνόλου χαρακτηριστικών ενεργειακής κατανάλωσης ενός κτιρίου ή μίας ομάδας κτιρίων, μίας βιομηχανικής ή εμπορικής δραστηριότητας ή εγκατάστασης, μίας ιδιωτικής ή δημόσιας υπηρεσίας, με την οποία εντοπίζονται και προσδιορίζονται ποσοτικά οι οικονομικώς αποδοτικές δυνατότητες εξοικονόμησης ενέργειας, προσδιορίζεται το δυναμικό οικονομικά αποδοτικής χρήσης ή παραγωγής ανανεώσιμης ενέργειας και συντάσσεται έκθεση αποτελεσμάτων·
«ενεργειακή φτώχεια» σημαίνει την έλλειψη πρόσβασης ενός νοικοκυριού σε απαραίτητες ενεργειακές υπηρεσίες, όταν οι εν λόγω υπηρεσίες παρέχουν βασικά επίπεδα και αξιοπρεπή πρότυπα διαβίωσης και υγείας, περιλαμβανομένων της επαρκούς θέρμανσης, του ζεστού νερού, της ψύξης, του φωτισμού και της ενέργειας τροφοδοσίας ηλεκτρικών συσκευών, στο σχετικό εθνικό πλαίσιο, την υφιστάμενη εθνική κοινωνική πολιτική και άλλες σχετικές εθνικές πολιτικές, η οποία προκαλείται από συνδυασμό παραγόντων, περιλαμβανομένων τουλάχιστον της οικονομικής αδυναμίας, του ανεπαρκούς διαθέσιμου εισοδήματος, των υψηλών ενεργειακών δαπανών και της χαμηλής ενεργειακής απόδοσης των κατοικιών·
«Ένωση» σημαίνει την Ευρωπαϊκή Ένωση·
«εξοικονόμηση ενέργειας» σημαίνει την ποσότητα εξοικονομούμενης ενέργειας, η οποία προσδιορίζεται με τη μέτρηση ή/και τον κατ’ εκτίμηση υπολογισμό της κατανάλωσης ή αμφότερα πριν από και μετά από την υλοποίηση ενός μέτρου βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης με ταυτόχρονη εξασφάλιση της σταθερότητας των εξωτερικών συνθηκών που επηρεάζουν την ενεργειακή κατανάλωση·
«εξουσιοδοτηθέν μέρος» σημαίνει νομική οντότητα στην οποία έχει ανατεθεί από κυβέρνηση ή από άλλο δημόσιο φορέα εξουσία ανάπτυξης, διαχείρισης ή λειτουργίας ενός χρηματοδοτικού προγράμματος εξ ονόματος της κυβέρνησης ή του άλλου δημόσιου φορέα·
«εξουσιοδοτημένος λειτουργός» σημαίνει λειτουργό που έχει εξουσιοδοτηθεί για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος Νόμου·
«επιμέρους δράση» σημαίνει δράση η οποία οδηγεί σε βελτιώσεις της ενεργειακής απόδοσης που δύναται να επαληθευτούν και να μετρηθούν ή εκτιμηθούν και η οποία αναλαμβάνεται ως αποτέλεσμα μέτρου πολιτικής·
«Επιτροπή Ενεργειακών Ελεγκτών» σημαίνει την επιτροπή που συστήνεται με βάση Κανονισμούς που εκδίδονται δυνάμει των διατάξεων της παραγράφου (ζ) του εδαφίου (2) του άρθρου 23·
«επιχείρηση» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 1 του παραρτήματος της Σύστασης 2003/361/ΕΚ·
«εταιρεία λιανικής πώλησης ενέργειας» σημαίνει φυσικό ή νομικό πρόσωπο που πωλεί ενέργεια σε τελικούς πελάτες·
«ετήσια έκθεση επιχείρησης» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο «ετήσια έκθεση» από το άρθρο 2 του περί Εταιρειών Νόμου·
«ευάλωτοι πελάτες» σημαίνει τους ευάλωτους πελάτες που καθορίζονται με διάταγμα που εκδίδεται δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 129 του περί Ρύθμισης της Αγοράς Ηλεκτρισμού Νόμου και της παραγράφου (η) του εδαφίου (1) του άρθρου 6 του περί Ρύθμισης της Αγοράς Φυσικού Αερίου Νόμου·
«Ευρωπαϊκή Επιτροπή» ή «Επιτροπή» σημαίνει την Επιτροπή της Ευρωπαϊκής Ένωσης·
«ευρωπαϊκό πρότυπο» σημαίνει πρότυπο που εκδίδεται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή Τυποποίησης, την Ευρωπαϊκή Επιτροπή Ηλεκτροτεχνικής Τυποποίησης ή το Ευρωπαϊκό Ινστιτούτο Τηλεπικοινωνιών Προτύπων και διατίθεται προς δημόσια χρήση·
«Κανονισμοί» σημαίνει Κανονισμούς που εκδίδονται δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 23·
«Κανονισμός (ΕΕ) 575/2013» σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβούλιού και του Συμβουλίου της 26ης Ιουνίου 2013 σχετικά με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας για πιστωτικά ιδρύματα και επιχειρήσεις επενδύσεων και την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012»·
«Κανονισμός (ΕΕ) 2016/679» σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Κανονισμός (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Απριλίου 2016, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών και την κατάργηση της οδηγίας 95/46/ΕΚ (Γενικός Κανονισμός για την Προστασία Δεδομένων)»
«Κανονισμός (ΕΕ) 2017/1369» σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Κανονισμός (ΕΕ) 2017/1369 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 4ης Ιουλίου 2017 σχετικά με τον καθορισμό ενός πλαισίου για την ενεργειακή σήμανση και για την κατάργηση της οδηγίας 2010/30/ΕΕ»·
«Κανονισμός (ΕΕ) 2018/842» σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Κανονισμός (ΕΕ) 2018/842 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 30ής Μαΐου 2018 σχετικά με τις δεσμευτικές ετήσιες μειώσεις των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου από τα κράτη μέλη από το 2021 έως το 2030, στο πλαίσιο της συμβολής στη δράση για το κλίμα για την τήρηση των δεσμεύσεων που απορρέουν από τη συμφωνία του Παρισιού και για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 525/2013»·
«Κανονισμός (ΕΕ) 2018/1999» σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Κανονισμός (ΕΕ) 2018/1999 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 11ης Δεκεμβρίου 2018 για τη διακυβέρνηση της Ενεργειακής Ένωσης και της Δράσης για το Κλίμα, για την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 663/2009 και (ΕΚ) αριθ. 715/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, των οδηγιών 94/22/ΕΚ, 98/70/ΕΚ, 2009/31/ΕΚ, 2009/73/ΕΚ, 2010/31/ΕΕ, 2012/27/ΕΕ και 2013/30/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, των οδηγιών 2009/119/ΕΚ και (ΕΕ) 2015/652 του Συμβουλίου και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 525/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου»·
«Κανονισμός (ΕΕ) 2018/2066» σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Εκτελεστικό Κανονισμό (ΕΕ) 2018/2066 της Επιτροπής της 19ης Δεκεμβρίου 2018 για την παρακολούθηση και την υποβολή εκθέσεων σχετικά με τις εκπομπές αερίων θερμοκηπίου κατ' εφαρμογή της οδηγίας 2003/87/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 601/2012 της Επιτροπής»·
«Κανονισμός (ΕΕ) 2019/631» σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Κανονισμός (ΕΕ) 2019/631 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 17ης Απριλίου 2019 σχετικά με τα πρότυπα επιδόσεων για τις εκπομπές CO2 από τα καινούργια επιβατικά αυτοκίνητα και από τα καινούργια ελαφρά επαγγελματικά οχήματα και με την κατάργηση των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 443/2009 και (ΕΕ) αριθ. 510/2011»·
«Κανονισμός (ΕΕ) 2019/943» σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Κανονισμός (ΕΕ) 2019/943 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 5ης Ιουνίου 2019 σχετικά με την εσωτερική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας»·
«Κανονισμός (ΕΕ) 2020/740» σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Κανονισμός (ΕΕ) 2020/740 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 25ης Μαΐου 2020 σχετικά με τη σήμανση των ελαστικών επισώτρων όσον αφορά την εξοικονόμηση καυσίμου και άλλες παραμέτρους, την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) 2017/1369 και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1222/2009»·
«Κανονισμός (ΕΕ) 2021/2178» σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Κατ’ Εξουσιοδότηση Κανονισμός (ΕΕ) 2021/2178 της Επιτροπής της 6ης Ιουλίου 2021 για τη συμπλήρωση του κανονισμού (ΕΕ) 2020/852 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου με τη διευκρίνιση του περιεχομένου και της παρουσίασης των πληροφοριών που πρέπει να δημοσιοποιούνται από τις επιχειρήσεις που εμπίπτουν στο άρθρο 19α ή στο άρθρο 29α της οδηγίας 2013/34/ΕΕ όσον αφορά τις περιβαλλοντικά βιώσιμες οικονομικές δραστηριότητες, και τον καθορισμό της μεθοδολογίας για τη συμμόρφωση με την υποχρέωση γνωστοποίησης»·
«Κανονισμός (ΕΕ) 2021/1119» σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Κανονισμός (ΕΕ) 2021/1119 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 30ής Ιουνίου 2021 για τη θέσπιση πλαισίου με στόχο την επίτευξη κλιματικής ουδετερότητας και για την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 401/2009 και (ΕΕ) 2018/1999 (“ευρωπαϊκό νομοθέτημα για το κλίμα”)»
«Κανονισμός (ΕΚ) 765/2008» σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Kανονισμός (ΕΚ) αριθ. 765/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 9ης Ιουλίου 2008 για τον καθορισμό των απαιτήσεων διαπίστευσης και εποπτείας της αγοράς όσον αφορά την εμπορία των προϊόντων και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 339/93 του Συμβουλίου»·
«Κανονισμός (ΕΚ) 1099/2008» σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Κανονισμός (ΕΚ) 1099/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 22ας Οκτωβρίου 2008 για τις στατιστικές ενέργειας»·
«κατανάλωση πρωτογενούς ενέργειας» ή «PEC» σημαίνει την ακαθάριστη διαθέσιμη ενέργεια, εξαιρουμένων των καυσίμων της διεθνούς ναυτιλίας, της τελικής μη ενεργειακής κατανάλωσης και της ενέργειας του περιβάλλοντος·
«κατηγορία» σημαίνει οποιαδήποτε από τις κατηγορίες που καθορίζονται βάσει Κανονισμών που εκδίδονται δυνάμει των διατάξεων της παραγράφου (δ) του εδαφίου (2) του άρθρου 23·
«κέντρο δεδομένων» σημαίνει έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το σημείο 2.6.3.1.16 του παραρτήματος Α του Κανονισμού (ΕΚ) 1099/2008·
«κλιματικές συνθήκες εσωτερικού χώρου» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 2 του περί Ρύθμισης της Ενεργειακής Απόδοσης των Κτιρίων Νόμου·
«κοινωνικές κατοικίες» σημαίνει οικιστικές μονάδες προς μίσθωση που παρέχονται σε τιμές χαμηλότερες των τιμών της αγοράς, είναι στοχευμένες και διατίθενται σύμφωνα με ειδικούς κανόνες, όπως διαπιστωμένες ανάγκες ή λίστες αναμονής·
«κράτος μέλος» σημαίνει κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης·
«κτίριο» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 2 του περί Ρύθμισης της Ενεργειακής Απόδοσης των Κτιρίων Νόμου·
«κτίριο με σχεδόν μηδενική κατανάλωση ενέργειας» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 2 του περί Ρύθμισης της Ενεργειακής Απόδοσης των Κτιρίων Νόμου·
«κτίριο μηδενικών εκπομπών» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το στοιχείο 2) του άρθρου 2 της Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1275·
«μέτρα βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης» σημαίνει τις δράσεις που κανονικά οδηγούν σε επαληθεύσιμη ή μετρήσιμη βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης·
«μέτρο πολιτικής» σημαίνει κανονιστικό, χρηματοδοτικό, δημοσιονομικό, εθελοντικό ή ενημερωτικό μέσο το οποίο έχει καθιερωθεί και εφαρμόζεται επισήμως σε ένα κράτος μέλος, προκειμένου να δημιουργήσει υποστηρικτικό πλαίσιο, απαίτηση ή κίνητρο για τους παράγοντες της αγοράς, ώστε να παρέχουν και να αγοράζουν ενεργειακές υπηρεσίες και να αναλαμβάνουν άλλα μέτρα, για τη βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης·
«μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις» ή «ΜΜΕ» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο «επιχειρήσεις» από την παράγραφο 1 του άρθρου 2 του παραρτήματος της Σύστασης 2003/361/ΕΚ της Επιτροπής·
«νοικοκυριά χαμηλού εισοδήματος» σημαίνει νοικοκυριά που βρίσκονται σε κίνδυνο φτώχειας, τα οποία έχουν ισοδύναμο διαθέσιμο εισόδημα κάτω από το όριο κινδύνου φτώχειας, το οποίο ορίζεται στο εξήντα τοις εκατό (60%) του εθνικού διάμεσου ισοδύναμου διαθέσιμου εισοδήματος·
«Οδηγία (ΕΕ) 2023/1791» σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Οδηγία 2023/1791 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 13ης Σεπτεμβρίου 2023 για την ενεργειακή απόδοση και σχετικά με την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) 2023/955»·
«Οδηγία (ΕΕ) 2024/1275» σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Οδηγία (ΕΕ) 2024/1275 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 24ης Απριλίου 2024 για την ενεργειακή απόδοση των κτιρίων»·
«Οδηγία 2003/87/ΕΚ» σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Οδηγία 2003/87/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 13ης Οκτωβρίου 2003 σχετικά με τη θέσπιση συστήματος εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής αερίων θερμοκηπίου εντός της Κοινότητας και την τροποποίηση της οδηγίας 96/61/ΕΚ του Συμβουλίου»·
«Οδηγία 2003/96/ΕΚ» σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Οδηγία 2003/96/EK του Συμβουλίου της 27ης Οκτωβρίου 2003 σχετικά με την αναδιάρθρωση του κοινοτικού πλαισίου φορολογίας των ενεργειακών προϊόντων και της ηλεκτρικής ενέργειας»·
«Οδηγία 2006/112/ΕΚ» σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Οδηγία 2006/112/ΕΚ του Συμβουλίου της 28ης Νοεμβρίου 2006 σχετικά με το κοινό σύστημα φόρου προστιθέμενης αξίας»·
«Οδηγία 2009/125/ΕΚ» σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Οδηγία 2009/125/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 21ης Οκτωβρίου 2009 για τη θέσπιση πλαισίου για τον καθορισμό απαιτήσεων οικολογικού σχεδιασμού όσον αφορά τα συνδεόμενα με την ενέργεια προϊόντα»·
«ουσιαστική ανακαίνιση» σημαίνει ανακαίνιση το κόστος της οποίας υπερβαίνει το πενήντα τοις εκατό (50%) του κόστους επένδυσης για νέα συγκρίσιμη μονάδα·
«πάροχος ενεργειακής υπηρεσίας» σημαίνει φυσικό ή νομικό πρόσωπο που παρέχει ενεργειακές υπηρεσίες ή μέτρα βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης σε εγκαταστάσεις ή οίκημα τελικού πελάτη και περιλαμβάνει την έννοια της εταιρείας ενεργειακών υπηρεσιών·
«πιστοποιητικό ενεργειακής απόδοσης κτιρίου» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 2 του περί Ρύθμισης της Ενεργειακής Απόδοσης των Κτιρίων Νόμου·
«πολύ μικρή επιχείρηση» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο «επιχείρηση» από την παράγραφο 3 του άρθρου 2 του παραρτήματος της Σύστασης 2003/361/ΕΚ·
«προτεραιότητα στην ενεργειακή απόδοση» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το σημείο 18 του άρθρου 2 του Κανονισμού (ΕΕ) 2018/1999·
«στατιστικά σημαντικό ποσοστό και αντιπροσωπευτικό δείγμα των μέτρων βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης» σημαίνει την αναλογία και δείγμα που απαιτούν τον καθορισμό ενός υποσυνόλου στατιστικού πληθυσμού των εν λόγω μέτρων εξοικονόμησης ενέργειας, με τρόπο που αντιπροσωπεύει το σύνολο του πληθυσμού όλων των μέτρων εξοικονόμησης ενέργειας, και συνεπώς, επιτρέπει να εξαχθούν ευλόγως αξιόπιστα συμπεράσματα όσον αφορά την εμπιστοσύνη στο σύνολο των μέτρων·
«στοιχείο κτιρίου» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 2 του περί Ρύθμισης της Ενεργειακής Απόδοσης των Κτιρίων Νόμου·
«στρατηγική συμμετοχής» σημαίνει τη στρατηγική που θέτει στόχους, αναπτύσσει τεχνικές και θεσπίζει τη διαδικασία για τη συμμετοχή όλων των σχετικών ενδιαφερόμενων μερών σε εθνικό ή τοπικό επίπεδο, περιλαμβανομένων εκπροσώπων της κοινωνίας των πολιτών, όπως οι οργανώσεις καταναλωτών, στη διαδικασία χάραξης πολιτικής, με στόχο την αύξηση της ευαισθητοποίησης, την απόκτηση ανάδρασης σχετικά με τις πολιτικές αυτές και τη βελτίωση της αποδοχής τους από το κοινό·
«Σύμβαση Ενεργειακής Απόδοσης» ή «ΣΕΑ» σημαίνει συμβατική συμφωνία μεταξύ του δικαιούχου και του παρόχου μέτρου βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης, η οποία επαληθεύεται και παρακολουθείται καθ’ όλη τη διάρκεια ισχύος της σύμβασης, στο πλαίσιο της οποίας πραγματοποιούνται πληρωμές για έργα, προμήθεια ή υπηρεσία για το μέτρο αυτό, οι οποίες συνδέονται με ένα συμβατικώς συμφωνηθέν επίπεδο βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης ή με άλλο συμφωνηθέν κριτήριο ενεργειακής απόδοσης, όπως η εξοικονόμηση χρημάτων·
«συμμετέχον μέρος» σημαίνει επιχείρηση ή δημόσιο φορέα που δεσμεύεται να επιτύχει ορισμένους στόχους βάσει προαιρετικής συμφωνίας ή καλύπτεται από εθνικό κανονιστικό μέσο πολιτικής·
«συνολικό ωφέλιμο εμβαδόν δαπέδου» σημαίνει το εμβαδόν των δαπέδων κτιρίου ή μέρους κτιρίου στο οποίο χρησιμοποιείται ενέργεια για τη ρύθμιση των κλιματικών συνθηκών στο εσωτερικό του·
«Σύσταση (ΕΕ) 2021/1749» σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Σύσταση (ΕΕ) 2021/1749 της Επιτροπής της 28ης Σεπτεμβρίου 2021 για την προτεραιότητα στην ενεργειακή απόδοση: από τις αρχές στην πράξη - Κατευθυντήριες γραμμές και παραδείγματα για την εφαρμογή της αρχής κατά τη λήψη αποφάσεων στον ενεργειακό τομέα και πέραν αυτού»·
«Σύσταση 2003/361/ΕΚ» σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Σύσταση 2003/361/ΕΚ της Επιτροπής της 6ης Μαΐου 2003 σχετικά με τον ορισμό των πολύ μικρών, των μικρών και των μεσαίων επιχειρήσεων»·
«σύστημα ενεργειακής διαχείρισης» σημαίνει το σύνολο των αλληλένδετων ή αλληλεπιδρώντων στοιχείων μίας στρατηγικής που θέτει στόχο ενεργειακής απόδοσης και ενός σχεδίου για την επίτευξη του εν λόγω στόχου, στα οποία περιλαμβάνονται η παρακολούθηση της πραγματικής κατανάλωσης ενέργειας, οι δράσεις που αναλαμβάνονται για την αύξηση της ενεργειακής απόδοσης και η μέτρηση της προόδου·
«Ταμείο Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας και Εξοικονόμησης Ενέργειας» ή «Ταμείο ΑΠΕ και ΕΞ.Ε» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο «Ταμείο» από το άρθρο 2 του περί της Λειτουργίας Ταμείου Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας και Εξοικονόμησης Ενέργειας Νόμου·
«τελική κατανάλωση ενέργειας» ή «FEC» σημαίνει το σύνολο της ενέργειας που παρέχεται στη βιομηχανία, στις μεταφορές, περιλαμβανομένης της ενεργειακής κατανάλωσης από τις διεθνείς αεροπορικές μεταφορές, στα νοικοκυριά, στις δημόσιες και ιδιωτικές υπηρεσίες, στη γεωργία, στη δασοκομία, στην αλιεία και σε άλλους τομείς τελικής χρήσης, εξαιρουμένων της ενεργειακής κατανάλωσης από τα καύσιμα της διεθνούς ναυτιλίας, της ενέργειας του περιβάλλοντος και των παραδόσεων στον τομέα της μετατροπής και στον τομέα της ενέργειας, καθώς και των απωλειών λόγω μεταφοράς και διανομής, όπως ορίζονται στο Παράρτημα A του Κανονισμού (ΕΚ) 1099/2008·
«τελικός πελάτης» σημαίνει φυσικό ή νομικό πρόσωπο που αγοράζει ενέργεια για δική του τελική χρήση·
«τελικός χρήστης» σημαίνει φυσικό ή νομικό πρόσωπο που αγοράζει θέρμανση, ψύξη ή ζεστό νερό οικιακής χρήσης για δική του τελική χρήση ή φυσικό ή νομικό πρόσωπο που καταλαμβάνει μεμονωμένο κτίριο ή μονάδα σε πολυκατοικία ή κτίριο πολλαπλών χρήσεων που τροφοδοτείται με θέρμανση, ψύξη ή ζεστό νερό οικιακής χρήσης από κεντρική πηγή, το οποίο πρόσωπο δεν έχει συνάψει άμεση ή ατομική σύμβαση με τον προμηθευτή ενέργειας·
«ΤΙΠ» σημαίνει Τόνος Ισοδυνάμου Πετρελαίου·
«υπεύθυνες οντότητες» σημαίνει τους δημόσιους φορείς, τις αναθέτουσες αρχές, τους αναθέτοντες φορείς, τη ΡΑΕΚ, κατά την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 2 του περί Σύστασης και Λειτουργίας της Ρυθμιστικής Αρχής Ενέργειας Κύπρου Νόμου, καθώς και άλλες οντότητες που δύναται να καθορίσει ο Υπουργός με διάταγμα·
«Υπηρεσία Ενέργειας» σημαίνει την Υπηρεσία Ενέργειας του Υπουργείου Ενέργειας, Εμπορίου και Βιομηχανίας·
«Υπουργός» σημαίνει τον Υπουργό Ενέργειας, Εμπορίου και Βιομηχανίας·
«υπόχρεο μέρος» σημαίνει διανομέα ενέργειας, εταιρεία λιανικής πώλησης ενέργειας ή διαχειριστή συστήματος μεταφοράς που δεσμεύεται από τα εθνικά καθεστώτα επιβολής της υποχρέωσης ενεργειακής απόδοσης που αναφέρονται στο άρθρο 11.
(2) Όροι οι οποίοι δεν ορίζονται στον παρόντα Νόμο έχουν την έννοια που αποδίδεται σε αυτούς από τον-
(α) περί Ρύθμισης της Αγοράς Ηλεκτρισμού Νόμο·
(β) περί Προώθησης και Ενθάρρυνσης της Χρήσης Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας Νόμο·
(γ) τον περί Προώθησης της Ενεργειακής Απόδοσης στη Θέρμανση και Ψύξη και της Συμπαραγωγής Ηλεκτρισμού και Θερμότητας Νόμο·
(δ) περί της Εναλλακτικής Επίλυσης Καταναλωτικών Διαφορών Νόμο·
(ε) περί Ρύθμισης της Ενεργειακής Απόδοσης των Κτιρίων Νόμο·
(στ) περί Ρύθμισης της Αγοράς Φυσικού Αερίου Νόμο·
(ζ) περί της Ρύθμισης των Διαδικασιών Σύναψης Δημοσίων Συμβάσεων και για Συναφή Θέματα Νόμο·
(η) περί της Ρύθμισης των Διαδικασιών Σύναψης Συμβάσεων Φορέων που Δραστηριοποιούνται στους Τομείς του Ύδατος, της Ενέργειας, των Μεταφορών και των Ταχυδρομικών Υπηρεσιών και για Συναφή Θέματα Νόμο·
(θ) περί της Ρύθμισης των Διαδικασιών Ανάθεσης Συμβάσεων Παραχώρησης και για Συναφή Θέματα Νόμο·
(ι) περί του Συντονισμού των Διαδικασιών Σύναψης Ορισμένων Συμβάσεων Έργων, Προμηθειών και Παροχής Υπηρεσιών που Συνάπτονται από Αναθέτουσες Αρχές ή Αναθέτοντες Φορείς στους Τομείς της Άμυνας και της Ασφάλειας και για Συναφή Θέματα Νόμο·
(ια) περί Ορισμένων Θεμάτων Διαμεσολάβησης σε Αστικές Διαφορές Νόμο·
(ιβ) περί της Λειτουργίας Ταμείου Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας και Εξοικονόμησης Ενέργειας Νόμο.
(3) Στον παρόντα Νόμο και στις δυνάμει αυτού εκδιδόμενες κανονιστικές διοικητικές πράξεις οποιαδήποτε αναφορά σε Οδηγία, Κανονισμό, Απόφαση ή άλλη νομοθετική πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης σημαίνει την εν λόγω πράξη, όπως αυτή εκάστοτε διορθώνεται, τροποποιείται ή αντικαθίσταται, εκτός εάν από το κείμενο προκύπτει διαφορετική έννοια.
3. Σκοπός του παρόντος Νόμου είναι η προώθηση και ενθάρρυνση της ενεργειακής απόδοσης.
4. Ο παρών Νόμος καθορίζει ένα κοινό πλαίσιο μέτρων για προώθηση της ενεργειακής απόδοσης, με στόχο να-
(α) συμβάλει στην επίτευξη των πρωταρχικών στόχων της Ένωσης για το 2030 και στη συλλογική μείωση της κατανάλωσης ενέργειας κατά τουλάχιστον έντεκα κόμμα επτά τοις εκατό (11,7%) έως το 2030 σε σύγκριση με τις προβολές του σεναρίου αναφοράς της Ένωσης του 2020, με καθορισμό ενδεικτικών εθνικών συνεισφορών ενεργειακής απόδοσης για το 2030·
(β) καταστήσει δυνατές περαιτέρω βελτιώσεις της ενεργειακής απόδοσης·
(γ) συμβάλει στην εφαρμογή των διατάξεων του Κανονισμού (ΕΕ) 2021/1119 και στην ασφάλεια του ενεργειακού εφοδιασμού της Ένωσης, μειώνοντας την εξάρτησή της από τις εισαγωγές ενέργειας, περιλαμβανομένων των ορυκτών καυσίμων·
(δ) θεσπίσει κανόνες, με σκοπό την υλοποίηση της ενεργειακής απόδοσης κατά προτεραιότητα σε όλους τους τομείς, την άρση των φραγμών στην αγορά ενέργειας και την εξάλειψη των αδυναμιών της αγοράς που παρεμποδίζουν την απόδοση στον εφοδιασμό, τη μεταφορά, την αποθήκευση και τη χρήση ενέργειας· και
(ε) συμβάλλει στην εφαρμογή της αρχής της προτεραιότητας στην ενεργειακή απόδοση, συμβάλλοντας κατά συνέπεια και στη δημιουργία μίας Ένωσης που θα αποτελεί μία συμπεριληπτική, δίκαιη και ευημερούσα κοινωνία με μία σύγχρονη, αποδοτική ως προς τη χρήση των πόρων και ανταγωνιστική οικονομία.
5.-(1) Η Δημοκρατία από κοινού με τα υπόλοιπα κράτη μέλη-
(α) εξασφαλίζουν συλλογικά μείωση της κατανάλωσης ενέργειας κατά τουλάχιστον έντεκα κόμμα επτά τοις εκατό (11,7%) ως το 2030 σε σύγκριση με τις προβολές του σεναρίου αναφοράς της Ένωσης του 2020, ώστε η τελική κατανάλωση ενέργειας της Ένωσης το 2030 να μην υπερβαίνει τα επτακόσια εξήντα τρία εκατομμύρια (763.000.000) ΤΙΠ·
(β) καταβάλλουν προσπάθεια, ώστε να συμβάλουν συλλογικά στον ενδεικτικό στόχο για κατανάλωση πρωτογενούς ενέργειας της Ένωσης που δεν θα υπερβαίνει τα εννιακόσια ενενήντα δύο κόμμα πέντε εκατομμύρια (992.500.000) ΤΙΠ το 2030.
(2)(α)(i) Η Δημοκρατία θεσπίζει ενδεικτική εθνική συνεισφορά ενεργειακής απόδοσης βασιζόμενη στην τελική κατανάλωση ενέργειας, προκειμένου να συμβάλει στη συλλογική επίτευξη του δεσμευτικού στόχου της Ένωσης για την τελική κατανάλωση ενέργειας που καθορίζεται στην παράγραφο (α) του εδαφίου (1) και καταβάλλει προσπάθεια, με σκοπό τη συλλογική συμβολή στον ενδεικτικό στόχο της Ένωσης για την κατανάλωση πρωτογενούς ενέργειας που αναφέρεται στην παράγραφο (β) του εδαφίου (1).
(ii) Η αναφερόμενη στην υποπαράγραφο (i) συνεισφορά κοινοποιείται στην Επιτροπή, μαζί με ενδεικτική πορεία για αυτή, στο πλαίσιο της επικαιροποίησης του ενοποιημένου εθνικού σχεδίου της για την ενέργεια και το κλίμα που υποβάλλεται από τη Δημοκρατία σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 14 του Κανονισμού (ΕΕ) 2018/1999 και του ενοποιημένου εθνικού σχεδίου της για την ενέργεια και το κλίμα, που κοινοποιείται, σύμφωνα με το άρθρο 3 και τα άρθρα 7 έως 12 του εν λόγω Κανονισμού.
(iii) Κατά την αναφερόμενη στην υποπαράγραφο (ii) κοινοποίηση η αρμόδια αρχή εκφράζει τη συνεισφορά ως απόλυτο επίπεδο κατανάλωσης πρωτογενούς ενέργειας το 2030.
(iv) Κατά τον καθορισμό της ενδεικτικής εθνικής της συνεισφοράς ενεργειακής απόδοσης η αρμόδια αρχή λαμβάνει υπόψη τις απαιτήσεις που ορίζονται στο εδάφιο (3) και εξηγεί με ποιον τρόπο και βάσει ποιων στοιχείων υπολογίστηκε η συνεισφορά και για τον σκοπό αυτό δύναται να χρησιμοποιεί τον τύπο που καθορίζεται στο Παράρτημα I.
(β) Στις εθνικές ενδεικτικές συνεισφορές για την ενεργειακή απόδοση η αρμόδια αρχή παρέχει τα μερίδια κατανάλωσης πρωτογενούς ενέργειας και τελικής κατανάλωσης ενέργειας των τομέων τελικής χρήσης ενέργειας, όπως ορίζονται στον Κανονισμό (ΕΚ) 1099/2008, περιλαμβανομένων της βιομηχανίας, των κατοικιών, των υπηρεσιών και των μεταφορών και αναφέρει επίσης τις προβολές για την κατανάλωση ενέργειας στις τεχνολογίες των πληροφοριών και επικοινωνιών.
(3) Κατά τον καθορισμό των ενδεικτικών εθνικών συνεισφορών ενεργειακής απόδοσης που αναφέρονται στο εδάφιο (2), η αρμόδια αρχή λαμβάνει υπόψη-
(α) τον στόχο της Ένωσης για τελική κατανάλωση ενέργειας το 2030 που δεν θα υπερβαίνει τα επτακόσια εξήντα τρία εκατομμύρια (763.000.000) ΤΙΠ και τον στόχο κατανάλωσης πρωτογενούς ενέργειας που δεν θα υπερβαίνει τα εννιακόσια ενενήντα δύο κόμμα πέντε εκατομμύρια (992.500.000) ΤΙΠ, όπως προβλέπεται στο εδάφιο (1)·
(β) τα μέτρα που προβλέπονται στον παρόντα Νόμο·
(γ) άλλα μέτρα για την προώθηση της ενεργειακής απόδοσης στα κράτη μέλη και σε επίπεδο Ένωσης·
(δ) κάθε σχετικό παράγοντα που επηρεάζει τις προσπάθειες βελτίωσης της απόδοσης που να αφορά-
(i) πρώιμες προσπάθειες και δράσεις στον τομέα της ενεργειακής απόδοσης·
(ii) την ισότιμη κατανομή των προσπαθειών σε ολόκληρη την Ένωση·
(iii) την ενεργειακή ένταση της οικονομίας·
(iv) το οικονομικώς αποδοτικό δυναμικό εξοικονόμησης ενέργειας·
(ε) άλλες εθνικές περιστάσεις που επηρεάζουν την κατανάλωση ενέργειας, ιδίως-
(i) την εξέλιξη και πρόβλεψη του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος (ΑΕΠ) και τη δημογραφική εξέλιξη και πρόβλεψη·
(ii) αλλαγές στις εισαγωγές και τις εξαγωγές ενέργειας, εξελίξεις στο ενεργειακό μίγμα και στην ανάπτυξη νέων βιώσιμων καυσίμων·
(iii) την ανάπτυξη όλων των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, την πυρηνική ενέργεια, τη δέσμευση και αποθήκευση διοξειδίου του άνθρακα·
(iv) την απανθρακοποίηση των ενεργοβόρων βιομηχανιών·
(v) το επίπεδο φιλοδοξίας των εθνικών σχεδίων απανθρακοποίησης ή κλιματικής ουδετερότητας·
(vi) το δυναμικό εξοικονόμησης ενέργειας από οικονομική άποψη· και
(vii) τις τρέχουσες προβλέψεις για τις κλιματικές συνθήκες και την κλιματική αλλαγή.
(4) Κατά την εφαρμογή των απαιτήσεων που ορίζονται στο εδάφιο (3), η αρμόδια αρχή διασφαλίζει ότι η συνεισφορά της σε εκατομμύρια ΤΙΠ δεν υπερβαίνει κατά δύο κόμμα πέντε τοις εκατό (2,5%) εκείνη που θα είχε προκύψει από τον τύπο που προβλέπεται στο Παράρτημα Ι.
(5)(α) Σε περίπτωση κατά την οποία η Επιτροπή καταλήξει στο συμπέρασμα, με βάση την αξιολόγησή της σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 3 του άρθρου 29 του Κανονισμού (ΕΕ) 2018/1999, ότι έχει σημειωθεί ανεπαρκής πρόοδος όσον αφορά την επίτευξη της συνεισφοράς ενεργειακής απόδοσης, δηλαδή υπερβαίνει τη σχετική με την τελική κατανάλωση ενέργειας ενδεικτική πορεία που αναφέρεται στο εδάφιο (2), η αρμόδια αρχή εξασφαλίζει την εφαρμογή πρόσθετων μέτρων εντός ενός (1) έτους από την ημερομηνία παραλαβής της αξιολόγησης της Επιτροπής, προκειμένου να επαναφέρουν σε ορθή τροχιά τις οικείες συνεισφορές ενεργειακής απόδοσης.
(β) Τα αναφερόμενα στην παράγραφο (α) μέτρα καθορίζονται με Απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου και περιλαμβάνουν τουλάχιστον ένα (1) από τα ακόλουθα μέτρα:
(i) Εθνικά μέτρα για την επίτευξη πρόσθετης εξοικονόμησης ενέργειας, περιλαμβανομένης ισχυρότερης παροχής βοήθειας κατά την ανάπτυξη έργων για την εφαρμογή μέτρων επένδυσης στην ενεργειακή απόδοση·
(ii) ενίσχυση της υποχρέωσης εξοικονόμησης ενέργειας που ορίζεται στο άρθρο 10·
(iii) προσαρμογή της υποχρέωσης για τον δημόσιο τομέα·
(iv) εθελοντική χρηματοδοτική συνεισφορά στο Ταμείο ΑΠΕ και ΕΞ.Ε που αναφέρεται στο άρθρο 18 ή σε άλλο χρηματοδοτικό μέσο αφιερωμένο στην ενεργειακή απόδοση, όπου οι ετήσιες χρηματοδοτικές συνεισφορές ισούνται με τις επενδύσεις που απαιτούνται για την επίτευξη της ενδεικτικής πορείας.
(6) Όταν η εθνική τελική κατανάλωση ενέργειας βρίσκεται πάνω από τη σχετική με την τελική κατανάλωση ενέργειας ενδεικτική πορεία του που αναφέρεται στο εδάφιο (2), η αρμόδια αρχή συμπεριλαμβάνει στην ενοποιημένη εθνική έκθεση προόδου για την ενέργεια και το κλίμα, που υποβάλλεται σύμφωνα με το άρθρο 17 του Κανονισμού (ΕΕ) 2018/1999, επεξήγηση των μέτρων τα οποία πρόκειται να λάβει για να καλύψει το έλλειμμα, ώστε να εξασφαλιστεί η επίτευξη των εθνικών συνεισφορών ενεργειακής απόδοσης και της αναμενόμενης ποσότητας της εξοικονόμησης ενέργειας.
6.-(1) Σύμφωνα με την αρχή της προτεραιότητας στην ενεργειακή απόδοση, οι υπεύθυνες οντότητες διασφαλίζουν ότι οι λύσεις ενεργειακής απόδοσης, περιλαμβανομένων των πόρων από την πλευρά της ζήτησης και των δυνατοτήτων ευελιξίας του συστήματος, αξιολογούνται στις αποφάσεις σχεδιασμού, πολιτικής και μεγάλων επενδύσεων, με αξία άνω των εκατό εκατομμυρίων ευρώ (€100.000.000) έκαστη ή των εκατό εβδομήντα πέντε εκατομμυρίων ευρώ (€175.000.000) για έργα υποδομών μεταφορών που αφορούν τους ακόλουθους τομείς:
(α) Ενεργειακά συστήματα· και
(β) μη ενεργειακοί τομείς, όταν οι εν λόγω τομείς έχουν αντίκτυπο στην κατανάλωση ενέργειας και στην ενεργειακή απόδοση, όπως τα κτίρια, οι μεταφορές, τα ύδατα, η τεχνολογία της πληροφορίας και των επικοινωνιών, η γεωργία και ο χρηματο-οικονομικός τομέας.
(2) Οι υπεύθυνες οντότητες εφαρμόζουν την αρχή της προτεραιότητας στην ενεργειακή απόδοση, περιλαμβανομένων, κατά περίπτωση, της ολοκλήρωσης του τομέα και των διατομεακών επιπτώσεων, όταν οι αποφάσεις πολιτικής, σχεδιασμού και επενδύσεων υπόκεινται σε απαιτήσεις έγκρισης και παρακολούθησης.
(3) Κατά την εφαρμογή της αρχής της προτεραιότητας στην ενεργειακή απόδοση από τις υπεύθυνες οντότητες, η αρμόδια αρχή-
(α) προάγει και, όπου απαιτούνται αναλύσεις κόστους-οφέλους, διασφαλίζει την εφαρμογή και τη δημοσιοποίηση μεθοδολογιών κόστους-οφέλους που επιτρέπουν την ορθή αξιολόγηση των ευρύτερων οφελών των λύσεων ενεργειακής απόδοσης, κατά περίπτωση, λαμβάνοντας υπόψη ολόκληρο τον κύκλο ζωής και τη μακροπρόθεσμη προοπτική, την αποδοτικότητα του συστήματος και του κόστους, την ασφάλεια του εφοδιασμού και τον ποσοτικό προσδιορισμό από την άποψη της κοινωνίας, της υγείας, της οικονομικής ουδετερότητας και της κλιματικής ουδετερότητας, καθώς και τις αρχές της βιωσιμότητας και της κυκλικής οικονομίας κατά τη μετάβαση στην κλιματική ουδετερότητα·
(β) μεριμνά, ώστε οι υπεύθυνες οντότητες να αντιμετωπίζουν τις επιπτώσεις της ενεργειακής φτώχειας·
(γ) υποβάλλει έκθεση στην Επιτροπή, στο πλαίσιο των ενοποιημένων εθνικών εκθέσεων προόδου της για την ενέργεια και το κλίμα που υποβάλλονται δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 17 του Κανονισμού (ΕΕ) 2018/1999, σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο ελήφθη υπόψη η αρχή της προτεραιότητας στην ενεργειακή απόδοση κατά τις αποφάσεις σχεδιασμού, πολιτικής και μεγάλων επενδύσεων σε εθνικό και, κατά περίπτωση, περιφερειακό και τοπικό επίπεδο που αφορούν τα εθνικά και περιφερειακά ενεργειακά συστήματα, η οποία περιλαμβάνει, τουλάχιστον, τα ακόλουθα:
(i) Αξιολόγηση της εφαρμογής και των οφελών της αρχής της προτεραιότητας στην ενεργειακή απόδοση στα ενεργειακά συστήματα, ιδίως σε σχέση με την κατανάλωση ενέργειας· και
(ii) κατάλογο των μέτρων που λαμβάνονται για την άρση τυχόν περιττών κανονιστικών ή μη κανονιστικών φραγμών στην εφαρμογή της αρχής της προτεραιότητας στην ενεργειακή απόδοση και λύσεων από την πλευρά της ζήτησης, μεταξύ άλλων, μέσω του εντοπισμού εθνικής νομοθεσίας και μέτρων που αντιβαίνουν στην αρχή της προτεραιότητας στην ενεργειακή απόδοση· και
(δ) μεριμνά, ώστε οι υπεύθυνες οντότητες να λαμβάνουν υπόψη τη Σύσταση (ΕΕ) 2021/1749.
(4)(α) Η αρμόδια αρχή είναι υπεύθυνη για την παρακολούθηση της εφαρμογής της αρχής της προτεραιότητας στην ενεργειακή απόδοση και των επιπτώσεων των κανονιστικών πλαισίων, περιλαμβανομένων των χρηματοοικονομικών κανονισμών, και του σχεδιασμού, της πολιτικής και των μεγάλων αποφάσεων επενδύσεων που αναφέρονται στο εδάφιο (1), στην κατανάλωση ενέργειας, στην ενεργειακή απόδοση και στα ενεργειακά συστήματα, καθώς και σε μη ενεργειακούς τομείς.
(β) Για σκοπούς παρακολούθησης της εφαρμογής της αρχής της προτεραιότητας στην ενεργειακή απόδοση όπως αναφέρεται στην παράγραφο (α), η αρμόδια αρχή δύναται να απαιτεί και να λαμβάνει από τις υπεύθυνες οντότητες τα στοιχεία και τις πληροφορίες που αναφέρονται στις παραγράφους (β), (γ) και (δ) του εδαφίου (3).
(γ) Οι αξιολογήσεις που διενεργούνται δυνάμει των διατάξεων των εδαφίων (1) και (2) υποβάλλονται στην αρμόδια αρχή πριν από τη λήψη των σχετικών αποφάσεων πολιτικής, σχεδιασμού και επενδύσεων.
7.-(1)(α) Η συνολική τελική κατανάλωση ενέργειας όλων των δημόσιων φορέων μειώνεται κατά τουλάχιστον ένα κόμμα εννιά τοις εκατό (1,9%) ετησίως σε σύγκριση με το 2021:
(β)(i) Για σκοπούς της παραγράφου (α), η αρμόδια αρχή καθορίζει βάση αναφοράς η οποία περιλαμβάνει την τελική κατανάλωση ενέργειας όλων των δημόσιων φορέων, εξαιρουμένων των δημόσιων μεταφορών ή των ενόπλων δυνάμεων για το 2021.
(ii) Η μείωση της κατανάλωσης ενέργειας των δημόσιων μεταφορών και των ενόπλων δυνάμεων είναι ενδεικτική και δύναται να ληφθεί υπόψη για την εκπλήρωση της υποχρέωσης σύμφωνα με την παράγραφο (α), ακόμη και αν εξαιρείται από τη βάση αναφοράς δυνάμει των διατάξεων της υποπαραγράφου (i).
(2) Κατά τη διάρκεια μεταβατικής περιόδου που λήγει την 11η Οκτωβρίου 2027, ο στόχος που ορίζεται στο εδάφιο (1) είναι ενδεικτικός και κατά τη διάρκεια της εν λόγω περιόδου, η αρμόδια αρχή δύναται να χρησιμοποιεί κατ’ εκτίμηση δεδομένα κατανάλωσης και, έως την ίδια ημερομηνία, να προσαρμόζει τη βάση αναφοράς και να ευθυγραμμίζει την εκτιμώμενη τελική κατανάλωση ενέργειας όλων των δημόσιων φορέων με την πραγματική τελική κατανάλωση ενέργειας όλων των δημόσιων φορέων.
(3) Η υποχρέωση που προβλέπεται στο εδάφιο (1) δεν περιλαμβάνει, έως την 31η Δεκεμβρίου 2026, την κατανάλωση ενέργειας των δημόσιων φορέων σε τοπικές διοικητικές μονάδες με πληθυσμό μικρότερο των πενήντα χιλιάδων (50.000) κατοίκων και, έως την 31η Δεκεμβρίου 2029, την κατανάλωση ενέργειας των δημόσιων φορέων σε τοπικές διοικητικές μονάδες με πληθυσμό μικρότερο των πέντε χιλιάδων (5.000) κατοίκων.
(4) Κατά τον υπολογισμό της τελικής κατανάλωσης ενέργειας των δημόσιων φορέων, η αρμόδια αρχή δύναται να λαμβάνει υπόψη τις κλιματικές διακυμάνσεις στο εσωτερικό της χώρας.
(5)(α) (i) Η αρμόδια αρχή περιλαμβάνει στις επικαιροποιήσεις, που υποβάλλονται σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 14 του Κανονισμού (ΕΕ) 2018/1999, του εθνικού σχεδίου της για την ενέργεια και το κλίμα, που κοινοποιείται δυνάμει των διατάξεων των άρθρων 3 και 7 έως 12 του εν λόγω Κανονισμού, την ποσότητα της μείωσης της κατανάλωσης ενέργειας που πρέπει να επιτευχθεί από όλους τους δημόσιους φορείς, με ανάλυση ανά τομέα, και τα μέτρα που σκοπεύει να θεσπίσει για την επίτευξη των εν λόγω μειώσεων.
(ii) Στο πλαίσιο των ενοποιημένων εθνικών εκθέσεων προόδου για την ενέργεια και το κλίμα, που υποβάλλονται σύμφωνα με το άρθρο 17 του Κανονισμού (ΕΕ) 2018/1999, η αρμόδια αρχή υποβάλλει στην Επιτροπή έκθεση σχετικά με τη μείωση της τελικής κατανάλωσης ενέργειας που επιτυγχάνεται κάθε έτος.
(β) Οι δημόσιοι φορείς προβαίνουν στους δέοντες σχεδιασμούς και προγραμ-ματισμούς, ώστε να επιτυγχάνουν ετησίως τη μείωση της κατανάλωσης ενέργειας που απορρέει από τα εδάφια (1), (2), (3) και (4) και η αρμόδια αρχή αξιολογεί κατά πόσο η ετήσια ποσότητα της μείωσης της τελικής κατανάλωσης ενέργειας επιτυγχάνεται από όλους τους δημόσιους φορείς.
(γ) Για τους σκοπούς της αξιολόγησης που αναφέρεται στο εδάφιο (β), η αρμόδια αρχή δύναται να απαιτεί και λαμβάνει πληροφορίες από τους δημόσιους φορείς που αφορούν τα ακόλουθα:
(i) Στοιχεία σχετικά με την τελική κατανάλωση ενέργειάς τους για το έτος 2021, αναφορικά με τον ηλεκτρισμό, τα καύσιμα θέρμανσης και κίνησης και ανά είδος κτιρίου/εγκατάστασης, ώστε να καθοριστεί η βάση αναφοράς για το έτος 2021·
(ii) ετήσια στοιχεία για την τελική κατανάλωση ενέργειας του προηγούμενου έτους, με ανάλυση ανά τομέα, αναφορικά με τον ηλεκτρισμό, τα καύσιμα θέρμανσης και κίνησης και ανά είδος κτιρίου/εγκατάστασης·
(iii) στοιχεία σχετικά με τα μέτρα που σκοπεύουν να λάβουν κάθε έτος για την επίτευξη των εν λόγω ετήσιων μειώσεων· και
(iv) στοιχεία που αφορούν την υλοποίηση των μέτρων που είχαν προγραμματίσει κατά το προηγούμενο έτος:
(δ) Η αρμόδια αρχή δύναται να ζητά τον καθορισμό εκπροσώπου από κάθε δημόσιο φορέα για την υποβολή των στοιχείων που αναφέρονται στην παράγραφο (γ), η οποία πραγματοποιείται μέσω πληροφοριακού συστήματος ή με άλλα μέσα που ορίζει η αρμόδια αρχή.
(6) Οι περιφερειακές και οι τοπικές αρχές θεσπίζουν ειδικά μέτρα ενεργειακής απόδοσης στα εργαλεία μακροπρόθεσμου σχεδιασμού τους, όπως, για παράδειγμα, στα σχέδια απανθρακο-ποίησης ή βιώσιμης ενέργειας, κατόπιν διαβούλευσης με τα αρμόδια ενδιαφερόμενα μέρη, μεταξύ άλλων, με οργανισμούς σχετικούς με θέματα ενέργειας, κατά περίπτωση, και το κοινό, περιλαμβανομένων ιδίως των ευάλωτων ομάδων, που κινδυνεύουν να πληγούν από την ενεργειακή φτώχεια ή είναι περισσότερο ευπαθείς στις επιπτώσεις της.
(7) Η αρμόδια αρχή δύναται να παρεμβαίνει κατά τον σχεδιασμό και την εφαρμογή μέτρων ενεργειακής απόδοσης από τις περιφερειακές και τοπικές αρχές, προκειμένου να διασφαλίζει ότι λαμβάνουν και μέτρα για τον μετριασμό των σημαντικών αρνητικών, άμεσων ή έμμεσων, επιπτώσεων των μέτρων ενεργειακής απόδοσης στα νοικοκυριά που αντιμετωπίζουν ενεργειακή φτώχεια, στα νοικοκυριά χαμηλού εισοδήματος ή στις ευάλωτες ομάδες.
(8) Η αρμόδια αρχή παρέχει στήριξη στους δημόσιους φορείς, η οποία στήριξη δύναται, με την επιφύλαξη των κανόνων για τις κρατικές ενισχύσεις, να περιλαμβάνει οικονομική και τεχνική στήριξη, ώστε να υιοθετηθούν μέτρα βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης και να ενθαρρυνθούν οι δημόσιοι φορείς να λαμβάνουν υπόψη τα ευρύτερα οφέλη πέραν της εξοικονόμησης ενέργειας, για παράδειγμα την ποιότητα του περιβάλλοντος εσωτερικών χώρων, μεταξύ άλλων, σε περιφερειακό και τοπικό επίπεδο, παρέχοντας κατευθυντήριες γραμμές, προωθώντας την ανάπτυξη ικανοτήτων, την απόκτηση δεξιοτήτων και ευκαιρίες κατάρτισης και στηρίζοντας τη συνεργασία μεταξύ δημόσιων φορέων.
(9) Η αρμόδια αρχή ενθαρρύνει τους δημόσιους φορείς να λαμβάνουν υπόψη τις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα του κύκλου ζωής, καθώς και τα οικονομικά και κοινωνικά οφέλη των επενδυτικών δραστηριοτήτων και των δραστηριοτήτων πολιτικής τους.
(10) Η αρμόδια αρχή ενθαρρύνει τους δημόσιους φορείς να βελτιώνουν την ενεργειακή απόδοση των κτιρίων που τους ανήκουν ή χρησιμοποιούνται από αυτούς, μεταξύ άλλων, μέσω της αντικατάστασης παλαιών και μη αποδοτικών καυστήρων.
8.-(1)(α) Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 4 του περί Ρύθμισης της Ενεργειακής Απόδοσης των Κτιρίων Νόμου, οι δημόσιοι φορείς προβαίνουν στους δέοντες σχεδιασμούς και προγραμματισμούς, προκειμένου τα κτίρια που τους ανήκουν να μετατραπούν τουλάχιστον σε κτίρια με σχεδόν μηδενική κατανάλωση ενέργειας ή κτίρια μηδενικών εκπομπών, ώστε το τρία τοις εκατό (3%) τουλάχιστον του συνολικού εμβαδού δαπέδου θερμαινόμενων και/ή ψυχόμενων κτιρίων που ανήκουν σε δημόσιους φορείς να ανακαινίζεται κάθε χρόνο.
(β) Οι δημόσιοι φορείς μπορούν να επιλέξουν ποια κτίρια θα συμπεριλάβουν στην απαίτηση ανακαίνισης του τρία τοις εκατό (3%), λαμβάνοντας δεόντως υπόψη τη σχέση κόστους-αποτελεσματικότητας και την τεχνική σκοπιμότητα κατά την επιλογή των κτιρίων προς ανακαίνιση.
(γ) Όταν δημόσιοι φορείς καταλαμβάνουν κτίριο που δεν βρίσκεται στην κυριότητά τους, διαπραγματεύονται με τον ιδιοκτήτη, ιδίως όταν φθάνουν σε σημείο ενεργοποίησης, όπως ανανέωση της μίσθωσης, αλλαγή χρήσης και σημαντικές εργασίες επισκευής ή συντήρησης, με σκοπό τη θέσπιση συμβατικών ρητρών, ώστε το κτίριο να καταστεί κτίριο με τουλάχιστον σχεδόν μηδενική ή μηδενική κατανάλωση ενέργειας.
(δ) Το ποσοστό τουλάχιστον τρία τοις εκατό (3%) υπολογίζεται επί του συνολικού εμβαδού δαπέδου των κτιρίων που έχουν συνολικό ωφέλιμο εμβαδόν δαπέδου άνω των διακοσίων πενήντα τετραγωνικών μέτρων (250 m2) ανήκουν σε δημόσιους φορείς και τα οποία από την 1η Ιανουαρίου 2024 δεν είναι κτίρια με σχεδόν μηδενική κατανάλωση ενέργειας.
(ε) Η αρμόδια αρχή δύναται να εξαιρεί τις κοινωνικές κατοικίες από την υποχρέωση ανακαίνισης που αναφέρεται στο παρόν εδάφιο, όταν οι εν λόγω ανακαινίσεις δεν θα ήταν οικονομικά ουδέτερες ή θα οδηγούσαν σε αυξήσεις των ενοικίων για τα άτομα που ζουν σε αυτές, εκτός εάν οι αυξήσεις ενοικίων δεν είναι υψηλότερες από την οικονομική εξοικονόμησης στον λογαριασμό ενέργειας.
(2) Η αρμόδια αρχή δύναται να εφαρμόζει λιγότερο αυστηρές απαιτήσεις από εκείνες που ορίζονται στο εδάφιο (1) για τις ακόλουθες κατηγορίες κτιρίων:
(α) Κτίρια που έχουν κηρυχθεί ως διατηρητέες οικοδομές, δυνάμει των διατάξεων του περί Διατηρητέων Οικοδομών Νόμου, ή έχουν κηρυχθεί ως αρχαία μνημεία, δυνάμει των διατάξεων του περί Αρχαιοτήτων Νόμου, στον βαθμό που η τήρηση ορισμένων ελάχιστων απαιτήσεων ενεργειακής απόδοσης αλλοιώνει κατά τρόπο µη αποδεκτό το χαρακτήρα ή την εμφάνισή τους·
(β) κτίρια που ανήκουν στις ένοπλες δυνάμεις ή στην κεντρική δημόσια διοίκηση και εξυπηρετούν σκοπούς εθνικής άμυνας, εκτός από τους ενιαίους χώρους διαβίωσης ή τα κτίρια γραφείων που προορίζονται για τις ένοπλες δυνάμεις και το λοιπό προσωπικό των αρχών εθνικής άμυνας· και
(γ) κτίρια που χρησιμοποιούνται ως χώροι λατρείας ή για θρησκευτικές δραστηριότητες:
(3) Προκειμένου να προαχθεί η εξοικονόμηση ενέργειας και να παρασχεθεί κίνητρο για έγκαιρη δράση, εάν ανακαινιστεί περισσότερο από το τρία τοις εκατό (3%) του συνολικού εμβαδού δαπέδου των κτιρίων της σύμφωνα με το εδάφιο (1) σε οποιοδήποτε έτος έως την 31η Δεκεμβρίου 2026, η αρμόδια αρχή δύναται να προσμετρά το πλεόνασμα στο ετήσιο ποσοστό ανακαίνισης οποιουδήποτε από τα επόμενα τρία (3) έτη και εάν ανακαινιστεί περισσότερο από το τρία τοις εκατό (3%) του συνολικού εμβαδού δαπέδου των κτιρίων της από την 1η Ιανουαρίου 2027, η αρμόδια αρχή δύναται να συνυπολογίζει το πλεόνασμα στο ετήσιο ποσοστό ανακαίνισης των επόμενων δύο (2) ετών.
(4)(α) Η αρμόδια αρχή δύναται να συνυπολογίζει στο ετήσιο ποσοστό ανακαίνισης των κτιρίων, τα νέα κτίρια που αποκτήθηκαν ως αντικατάσταση συγκεκριμένων κτιρίων δημόσιων φορέων που κατεδαφίστηκαν κατά τη διάρκεια των δύο (2) προηγούμενων ετών:
(β) Τα γενικά κριτήρια, οι μέθοδοι και οι διαδικασίες προσδιορισμού τέτοιων εξαιρετικών περιπτώσεων καθορίζονται με σαφήνεια και δημοσιεύονται από την αρμόδια αρχή.
(5)(α) Έως την 11η Οκτωβρίου 2025, η αρμόδια αρχή, για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, καταρτίζει, δημοσιοποιεί και καθιστά προσβάσιμο στο κοινό κατάλογο των θερμαινόμενων ή ψυχόμενων κτιρίων και/ή αμφοτέρων που ανήκουν σε δημόσιους φορείς ή χρησιμοποιούνται από αυτούς και έχουν συνολικό ωφέλιμο εμβαδόν δαπέδου πάνω από διακόσια πενήντα τετραγωνικά μέτρα (250 m2).
(β) Η αρμόδια αρχή επικαιροποιεί τον αναφερόμενο στην παράγραφο (α) κατάλογο τουλάχιστον ανά διετία.
(γ) Ο κατάλογος συνδέεται με την επισκόπηση του κτιριακού αποθέματος που διενεργείται στο πλαίσιο των εθνικών σχεδίων ανακαίνισης κτιρίων σύμφωνα με τον περί Ρύθμισης της Ενεργειακής Απόδοσης των Κτιρίων Νόμο και τις σχετικές βάσεις δεδομένων:
(6)Ο αναφερόμενος στο εδάφιο (5) κατάλογος περιλαμβάνει τουλάχιστον τα ακόλουθα στοιχεία:
(α)Το εμβαδόν δαπέδου σε τετραγωνικά μέτρα (m2)·
(β)τη μετρούμενη ετήσια κατανάλωση ενέργειας από θέρμανση, ψύξη, ηλεκτρικό ρεύμα και ζεστό νερό, όταν υπάρχουν τα δεδομένα αυτά· και
(γ) το πιστοποιητικό ενεργειακής απόδοσης κάθε κτιρίου.
(7)(α) Η αρμόδια αρχή δύναται να εφαρμόσει προσέγγιση εναλλακτική της προβλεπόμενης στα εδάφια (1) έως (4), με σκοπό την επίτευξη, σε ετήσια βάση, ποσότητας εξοικονόμησης ενέργειας στα κτίρια των δημόσιων φορέων τουλάχιστον ισοδύναμης με την απαιτούμενη στο εδάφιο (1) ποσότητα.
(β) Για τους σκοπούς της εφαρμογής της αναφερόμενης στην παράγραφο (α) εναλλακτικής προσέγγισης, η αρμόδια αρχή-
(i) διασφαλίζει ότι, σε ετήσια βάση, καθιερώνεται διαβατήριο ανακαίνισης, κατά περίπτωση, για κτίρια που αντιπροσωπεύουν τουλάχιστον το τρία τοις εκατό (3%) του συνολικού εμβαδού δαπέδου θερμαινόμενων και/ή ψυχόμενων κτιρίων που ανήκουν σε δημόσιους φορείς:
(ii) εκτιμά την εξοικονόμηση ενέργειας που θα προέκυπτε με βάση τα εδάφια (1) έως (4), χρησιμοποιώντας ενδεδειγμένες συνήθεις τιμές για την κατανάλωση ενέργειας των κτιρίων αναφοράς δημόσιων φορέων πριν από και μετά την ανακαίνιση, προκειμένου αυτά να μετατραπούν σε κτίρια με σχεδόν μηδενική κατανάλωση ενέργειας·
(iii) εφόσον αποφασίσει την εφαρμογή της εναλλακτικής προσέγγισης, γνωστοποιεί στην Επιτροπή μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2023 την προβλεπόμενη εξοικονόμηση ενέργειας για επίτευξη τουλάχιστον του ισοδύναμου ποσού εξοικονόμησης ενέργειας στα κτίρια που καλύπτονται από τα εδάφια (1) έως (4) έως την 31η Δεκεμβρίου 2030:
9.-(1) Κατά τη σύναψη δημόσιων συμβάσεων και συμβάσεων παραχώρησης αξίας ίσης ή μεγαλύτερης των ορίων που καθορίζονται στο άρθρο 9 του περί της Ρύθμισης των Διαδικασιών Σύναψης Δημοσίων Συμβάσεων και για Συναφή Θέματα Νόμου, στο άρθρο 10 του περί της Ρύθμισης των Διαδικασιών Σύναψης Συμβάσεων Φορέων που Δραστηριοποιούνται στους Τομείς του Ύδατος, της Ενέργειας, των Μεταφορών και των Ταχυδρομικών Υπηρεσιών και για Συναφή Θέματα Νόμου και στο άρθρο 7 του περί της Ρύθμισης των Διαδικασιών Ανάθεσης Συμβάσεων Παραχώρησης και για Συναφή Θέματα Νόμου, οι αναθέτουσες αρχές και οι αναθέτοντες φορείς αγοράζουν μόνο προϊόντα, υπηρεσίες, κτίρια και έργα υψηλής ενεργειακής απόδοσης σύμφωνα με τις απαιτήσεις που αναφέρονται στο Παράρτημα II, εκτός εάν αυτό δεν είναι τεχνικώς εφικτό:
(2) Οι προβλεπόμενες στο εδάφιο (1) υποχρεώσεις-
(α) δεν ισχύουν, εάν υπονομεύουν τη δημόσια ασφάλεια ή παρεμποδίζουν την ανταπόκριση σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης στον τομέα της δημόσιας υγείας·
(β) εφαρμόζονται στις συμβάσεις των ενόπλων δυνάμεων, μόνο στον βαθμό που η εφαρμογή τους δεν συγκρούεται με τον χαρακτήρα και την πρωταρχική επιδίωξη των δραστηριοτήτων των ενόπλων δυνάμεων·
(γ) δεν εφαρμόζονται στις συμβάσεις προμήθειας στρατιωτικού εξοπλισμού, κατά τα οριζόμενα στον περί του Συντονισμού των Διαδικασιών Σύναψης Ορισμένων Συμβάσεων Έργων, Προμηθειών και Παροχής Υπηρεσιών που Συνάπτονται από Αναθέτουσες Αρχές ή Αναθέτοντες Φορείς στους Τομείς της Άμυνας και της Ασφάλειας και για Συναφή Θέματα Νόμο.
(3) Με την επιφύλαξη των διατάξεων του εδαφίου (2) του άρθρου 17, οι αναθέτουσες αρχές και οι αναθέτοντες φορείς αξιολογούν τη σκοπιμότητα της σύναψης μακροχρόνιων συμβάσεων ενεργειακής απόδοσης οι οποίες επιφέρουν μακροπρόθεσμη εξοικονόμηση ενέργειας κατά τη σύναψη συμβάσεων παροχής υπηρεσιών με σημαντικό ενεργειακό περιεχόμενο.
(4) Με την επιφύλαξη των διατάξεων του εδαφίου (1), κατά την αγορά δέσμης προϊόντων η οποία καλύπτεται πλήρως από κατ’ εξουσιοδότηση πράξη εκδοθείσα δυνάμει των διατάξεων του Κανονισμού (ΕΕ) 2017/1369, η συγκεντρωτική ενεργειακή απόδοση δύναται να έχει προτεραιότητα έναντι της ενεργειακής απόδοσης επιμέρους προϊόντων στο πλαίσιο της ίδιας δέσμης, αγοράζοντας τη δέσμη προϊόντων που πληροί το κριτήριο της ανώτερης διαθέσιμης κατηγορίας ενεργειακής απόδοσης.
(5)(α) Κατά τη σύναψη συμβάσεων κατά τα οριζόμενα στο εδάφιο (1), οι αναθέτουσες αρχές και οι αναθέτοντες φορείς λαμβάνουν υπόψη, κατά περίπτωση, ευρύτερες πτυχές βιωσιμότητας, κοινωνικές πτυχές, περιβαλλοντικές πτυχές και πτυχές κυκλικής οικονομίας στις πρακτικές δημόσιων συμβάσεων, με σκοπό την επίτευξη των στόχων απανθρακοποίησης και μηδενικής ρύπανσης της Ένωσης και, κατά περίπτωση, και σύμφωνα με τις απαιτήσεις που καθορίζονται στο Παράρτημα II, το Υπουργικό Συμβούλιο απαιτεί από τις αναθέτουσες αρχές και τους αναθέτοντες φορείς να λαμβάνουν υπόψη τα κριτήρια της Ένωσης για τις πράσινες δημόσιες συμβάσεις ή διαθέσιμα ισοδύναμα εθνικά κριτήρια.
(β) Για σκοπούς διασφάλισης της διαφάνειας κατά την εφαρμογή των απαιτήσεων ενεργειακής απόδοσης στη διαδικασία σύναψης συμβάσεων, οι αναθέτουσες αρχές και οι αναθέτοντες φορείς δημοσιοποιούν πληροφορίες σχετικά με τον αντίκτυπο στην ενεργειακή απόδοση των συμβάσεων αξίας ίσης ή μεγαλύτερης των ορίων που αναφέρονται στο εδάφιο (1), δημοσιεύοντας τις πληροφορίες αυτές στις αντίστοιχες προκηρύξεις που διατίθενται στο Ηλεκτρονικό Σύστημα Σύναψης Συμβάσεων ως προβλέπεται στους περί του Συντονισμού των Διαδικασιών Σύναψης Δημοσίων Συμβάσεων Προμηθειών, Έργων και Υπηρεσιών (Χρήση Ηλεκτρονικών Μεσών) Κανονισμούς και στους περί του Συντονισμού των Διαδικασιών Σύναψης Δημοσίων Συμβάσεων Προμηθειών, Έργων και Υπηρεσιών στους τομείς του Ύδατος, της Ενέργειας, των Μεταφορών και των Ταχυδρομικών Υπηρεσιών (Χρήση Ηλεκτρονικών Μεσών) Κανονισμούς.
(γ) Οι αναθέτουσες αρχές δύναται να αποφασίσουν να απαιτούν από τους προσφέροντες να δημοσιοποιούν πληροφορίες σχετικά με το δυναμικό υπερθέρμανσης του πλανήτη καθ’ όλο τον κύκλο ζωής των νέων κτιρίων και των κτιρίων προς ανακαίνιση, τη χρήση υλικών χαμηλών ανθρακούχων εκπομπών και την κυκλικότητα των υλικών που χρησιμοποιούνται σε αυτά και δύναται να δημοσιοποιούν τις πληροφορίες αυτές για τις συμβάσεις, ιδίως για νέα κτίρια με εμβαδόν δαπέδου άνω των δύο χιλιάδων τετραγωνικών μέτρων (2.000 m2).
(δ) Το Υπουργικό Συμβούλιο αποφασίζει για τη στήριξη των αναθετουσών αρχών και των αναθέτοντων φορέων στην υιοθέτηση των απαιτήσεων ενεργειακής απόδοσης, μεταξύ άλλων, σε περιφερειακό και τοπικό επίπεδο, με παροχή σαφών κανόνων και κατευθυντήριων γραμμών, συμπεριλαμβανομένων μεθοδολογιών για την εκτίμηση του κόστους κύκλου ζωής και των περιβαλλοντικών επιπτώσεων και κόστους, με δημιουργία κέντρων υποστήριξης ικανοτήτων, ενθαρρύνοντας τη συνεργασία μεταξύ των αναθετουσών αρχών, μεταξύ άλλων, σε διασυνοριακό επίπεδο και χρησιμοποιώντας συγκεντρωτικές και ψηφιακές δημόσιες συμβάσεις όπου είναι δυνατό.
(6) Το Υπουργικό Συμβούλιο αποφασίζει για τη θέσπιση νομικών και κανονιστικών διατάξεων και διοικητικών πρακτικών όσον αφορά τις κρατικές προμήθειες και τον ετήσιο προϋπολογισμό και τους λογιστικούς κανόνες που είναι απαραίτητοι, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι οι μεμονωμένες αναθέτουσες αρχές δεν αποτρέπονται από την πραγματοποίηση επενδύσεων για τη βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης και από τη χρησιμοποίηση συμβάσεων ενεργειακής απόδοσης και χρηματοδοτικών μηχανισμών τρίτων μερών σε μακροπρόθεσμη συμβατική βάση.
(7) Το Υπουργικό Συμβούλιο αποφασίζει για την άρση κάθε κανονιστικού ή μη κανονιστικού φραγμού στην ενεργειακή απόδοση, ιδίως όσον αφορά τις νομικές και κανονιστικές διατάξεις και τις διοικητικές πρακτικές, για τις κρατικές προμήθειες και τον ετήσιο προϋπολογισμό και τους λογιστικούς κανόνες και πρακτικές, με σκοπό να διασφαλιστεί ότι μεμονωμένοι δημόσιοι φορείς δεν αποτρέπονται από την πραγματοποίηση επενδύσεων για τη βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης και από τη χρησιμοποίηση συμβάσεων ενεργειακής απόδοσης και χρηματοδοτικών μηχανισμών τρίτων μερών σε μακροπρόθεσμη συμβατική βάση.
(8) H αρμόδια αρχή υποβάλλει έκθεση στην Επιτροπή σχετικά με τα μέτρα που λήφθηκαν στη Δημοκρατία για την αντιμετώπιση των φραγμών στην υιοθέτηση βελτιώσεων ενεργειακής απόδοσης, στο πλαίσιο των ενοποιημένων εθνικών εκθέσεων προόδου της για την ενέργεια και το κλίμα που υποβάλλονται σύμφωνα με το άρθρο 17 του Κανονισμού (ΕΕ) 2018/1999.
10.-(1) Η αρμόδια αρχή μεριμνά για την επίτευξη του σωρευτικού στόχου εξοικονόμησης ενέργειας κατά την τελική χρήση, ο οποίος ισοδυναμεί τουλάχιστον με-
(α) νέα εξοικονόμηση σε ετήσια βάση από την 1η Ιανουαρίου 2014 έως την 31η Δεκεμβρίου 2020 ίση με το ένα κόμμα πέντε τοις εκατό (1,5%) των κατ’ όγκον ετήσιων πωλήσεων ενέργειας σε τελικούς πελάτες, υπολογιζόμενη κατά μέσο όρο κατά την πλέον πρόσφατη τριετή περίοδο που προηγείται της 1ης Ιανουαρίου 2013:
(β) νέα εξοικονόμηση σε ετήσια βάση από την 1η Ιανουαρίου 2021 έως την 31η Δεκεμβρίου 2030 ίση με-
(i) το μηδέν κόμμα είκοσι τέσσερα τοις εκατό (0,24%) της ετήσιας τελικής κατανάλωσης ενέργειας από την 1η Ιανουαρίου 2021 έως την 31η Δεκεμβρίου 2023, υπολογιζόμενη κατά μέσο όρο κατά την πλέον πρόσφατη τριετή περίοδο πριν από την 1η Ιανουαρίου 2019·
(ii) το μηδέν κόμμα σαράντα πέντε τοις εκατό (0,45%) της ετήσιας τελικής κατανάλωσης ενέργειας από την 1η Ιανουαρίου 2024 έως την 31η Δεκεμβρίου 2030, υπολογιζόμενη κατά μέσο όρο κατά την πλέον πρόσφατη τριετή περίοδο πριν από την 1η Ιανουαρίου 2019:
(2) Η αρμόδια αρχή επιτυγχάνει την απαιτούμενη εξοικονόμηση ενέργειας κατά τα προβλεπόμενα στο εδάφιο (1), είτε με την καθιέρωση καθεστώτος επιβολής της υποχρέωσης ενεργειακής απόδοσης, όπως αναφέρεται στο άρθρο 11, είτε με τη λήψη εναλλακτικών μέτρων πολιτικής, όπως αναφέρεται στο άρθρο 12:
(3)(α) Η αρμόδια αρχή μεριμνά, ώστε να εφαρμόζονται καθεστώτα επιβολής της υποχρέωσης ενεργειακής απόδοσης, εναλλακτικά μέτρα πολιτικής ή συνδυασμός των δύο ή προγράμματα ή μέτρα που χρηματοδοτούνται από εθνικό ταμείο ενεργειακής απόδοσης, όπως είναι το Ταμείο ΑΠΕ και ΕΞ.Ε, κατά προτεραιότητα, αλλά όχι αποκλειστικά, μεταξύ ατόμων τα οποία πλήττονται από ενεργειακή φτώχεια, ευάλωτων πελατών, ατόμων σε νοικοκυριά χαμηλού εισοδήματος και, κατά περίπτωση, ατόμων τα οποία ζουν σε κοινωνικές κατοικίες.
(β) Η αρμόδια αρχή μεριμνά, ώστε τα μέτρα πολιτικής που εφαρμόζονται δυνάμει των διατάξεων του παρόντος άρθρου να μην έχουν αρνητικές επιπτώσεις στα αναφερόμενα στην παράγραφο (α) πρόσωπα και κατά περίπτωση, η αρμόδια αρχή προβαίνει στην καλύτερη δυνατή χρήση της χρηματοδότησης, συμπεριλαμβανομένων της δημόσιας χρηματοδότησης, των χρηματοδοτικών διευκολύνσεων που θεσπίζονται σε επίπεδο Ένωσης και των εσόδων από δικαιώματα σύμφωνα με την παράγραφο (β) του εδαφίου (3) του άρθρου 15, με σκοπό την εξάλειψη των δυσμενών επιπτώσεων και τη διασφάλιση δίκαιης και συμπεριληπτικής ενεργειακής μετάβασης.
(γ) Προκειμένου να επιτευχθεί η εξοικονόμηση ενέργειας που απαιτείται σύμφωνα με το εδάφιο (1) και με την επιφύλαξη των διατάξεων του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/943 και των διατάξεων του περί Ρύθμισης της Αγοράς Ηλεκτρισμού Νόμου, η αρμόδια αρχή, για τον σκοπό του σχεδιασμού τέτοιων μέτρων πολιτικής, εξετάζει και προωθεί τον ρόλο που έχουν οι κοινότητες ανανεώσιμης ενέργειας και οι ενεργειακές κοινότητες πολιτών στην εφαρμογή των εν λόγω μέτρων πολιτικής.
(δ) Η αρμόδια αρχή καθορίζει και επιτυγχάνει μερίδιο της απαιτούμενης ποσότητας σωρευτικής εξοικονόμησης ενέργειας κατά την τελική χρήση μεταξύ ατόμων τα οποία πλήττονται από ενεργειακή φτώχεια, ευάλωτων πελατών, ατόμων σε νοικοκυριά χαμηλού εισοδήματος και, κατά περίπτωση, ατόμων τα οποία ζουν σε κοινωνικές κατοικίες, το οποίο ισούται τουλάχιστον με το ποσοστό των νοικοκυριών που πλήττονται από ενεργειακή φτώχεια, όπως εκτιμάται στα εθνικά σχέδια για την ενέργεια και το κλίμα που καταρτίζονται σύμφωνα με το στοιχείο δ) της παραγράφου 3 του άρθρου 3 του Κανονισμού (ΕΕ) 2018/1999.
(4)(α) Η αρμόδια αρχή, κατά την αξιολόγηση του μεριδίου της ενεργειακής φτώχειας στα εθνικά σχέδια για την ενέργεια και το κλίμα, λαμβάνει υπόψη τους ακόλουθους δείκτες:
(i) Την αδυναμία επαρκούς θέρμανσης της κατοικίας (Eurostat, SILC [ilc_mdes01])·
(ii) τις ληξιπρόθεσμες οφειλές λογαριασμών υπηρεσιών κοινής ωφελείας (Eurostat, SILC [ilc_mdes07])·
(iii) τον συνολικό πληθυσμό ο οποίος ζει σε κατοικία με μη στεγανή στέγη, με υγρασία στους τοίχους, στα δάπεδα ή στα θεμέλια ή με σάπια πλαίσια παραθύρων ή δάπεδα (Eurostat, SILC [ilc_mdho01])· και
(iv) το ποσοστό κινδύνου φτώχειας (έρευνες Eurostat, SILC και ECHP [ilc_li02]), με οριακό σημείο το εξήντα τοις εκατό (60%) του διάμεσου ισοδύναμου εισοδήματος, μετά τις κοινωνικές μεταβιβάσεις.
(β) Εάν η αρμόδια αρχή δεν έχει κοινοποιήσει το μερίδιο των νοικοκυριών που πλήττονται από ενεργειακή φτώχεια, όπως εκτιμάται στο οικείο εθνικό σχέδιο για την ενέργεια και το κλίμα, το μερίδιο της απαιτούμενης ποσότητας σωρευτικής εξοικονόμησης ενέργειας κατά την τελική χρήση μεταξύ ατόμων τα οποία πλήττονται από ενεργειακή φτώχεια, ευάλωτων πελατών, ατόμων σε νοικοκυριά χαμηλού εισοδήματος και, κατά περίπτωση, ατόμων τα οποία ζουν σε κοινωνικές κατοικίες, ισούται τουλάχιστον με τον αριθμητικό μέσο όρο του μεριδίου των δεικτών που αναφέρονται στην παράγραφο (α) για το έτος 2019 ή, εάν κάποιος δεν είναι διαθέσιμος για το 2019, για τη γραμμική παρέκταση των τιμών τους από τα τρία (3) τελευταία έτη για τα οποία ήταν διαθέσιμος.
(5) Η αρμόδια αρχή περιλαμβάνει πληροφορίες σχετικά με τους εφαρμοζόμενους δείκτες, τον αριθμητικό μέσο όρο του μεριδίου και το αποτέλεσμα των μέτρων πολιτικής που θεσπίζονται σύμφωνα με το εδάφιο (3) στις επικαιροποιήσεις των ενοποιημένων εθνικών σχεδίων της για την ενέργεια και το κλίμα που υποβάλλονται σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 14 του Κανονισμού (ΕΕ) 2018/1999, στα επακόλουθα ενοποιημένα εθνικά της σχέδια για την ενέργεια και το κλίμα που κοινοποιούνται σύμφωνα με το άρθρο 3 και τα άρθρα 7 έως 12 του εν λόγω Κανονισμού, καθώς και στις σχετικές εθνικές εκθέσεις προόδου για την ενέργεια και το κλίμα, που υποβάλλονται σύμφωνα με το άρθρο 17 του εν λόγω Κανονισμού.
(6) Η αρμόδια αρχή δύναται να συνυπολογίζει την εξοικονόμηση ενέργειας που προκύπτει από μέτρα πολιτικής τα οποία θεσπίστηκαν έως την 31η Δεκεμβρίου 2020 ή μετά την εν λόγω ημερομηνία, εφόσον τα μέτρα αυτά συντελούν σε νέες επιμέρους δράσεις που διεξάγονται μετά την 31η Δεκεμβρίου 2020:
(7) Με την προϋπόθεση ότι η αρμόδια αρχή επιτυγχάνει τουλάχιστον την οικεία υποχρέωση σωρευτικής εξοικονόμησης ενέργειας κατά την τελική χρήση που αναφέρεται στην υποπαράγραφο (i) της παραγράφου (β) του εδαφίου (1), αυτή δύναται να υπολογίζει την απαιτούμενη ποσότητα εξοικονομούμενης ενέργειας που αναφέρεται στο εν λόγω σημείο μέσω ενός ή περισσότερων από τους ακόλουθους τρόπους:
(α) Εφαρμόζοντας ποσοστό ετήσιας εξοικονόμησης στις πωλήσεις ενέργειας σε τελικούς πελάτες ή στην τελική κατανάλωση ενέργειας, υπολογιζόμενη κατά μέσο όρο κατά την πλέον πρόσφατη τριετή περίοδο που προηγείται της 1ης Ιανουαρίου 2019·
(β) εξαιρώντας, εν όλω ή εν μέρει, την ενέργεια που χρησιμοποιείται στις μεταφορές από το βασικό σενάριο υπολογισμού·
(γ) χρησιμοποιώντας οποιαδήποτε από τις προβλεπόμενες επιλογές στο εδάφιο (9).
(8) Σε περίπτωση κατά την οποία η αρμόδια αρχή εφαρμόζει οποιαδήποτε από τις δυνατό-τητες που προβλέπονται στο εδάφιο (7) σχετικά με την απαιτούμενη εξοικονόμηση ενέργειας που αναφέρεται στην υποπαράγραφο (i) της παραγράφου (β) του εδαφίου (1), καθορίζει-
(α) το δικό της ποσοστό ετήσιας εξοικονόμησης που θα ισχύει για τον υπολογισμό της σωρευτικής της εξοικονόμησης ενέργειας κατά την τελική χρήση, το οποίο διασφαλίζει ότι η τελική ποσότητα της καθαρής εξοικονόμησης ενέργειάς της δεν είναι μικρότερη από την απαιτούμενη βάσει του εν λόγω σημείου· και
(β) το δικό της βασικό σενάριο υπολογισμού, από το οποίο δύναται να εξαιρείται, εν όλω ή εν μέρει, η ενέργεια που χρησιμοποιείται στις μεταφορές.
(9) Με την επιφύλαξη των διατάξεων του εδαφίου (10), η αρμόδια αρχή δύναται να-
(α) πραγματοποιεί τον υπολογισμό που προβλέπεται στην παράγραφο (α) του εδαφίου (1), χρησιμοποιώντας τις τιμές ένα τοις εκατό (1%) το 2014 και το 2015, ένα κόμμα είκοσι πέντε τοις εκατό (1,25%) το 2016 και το 2017 και ένα κόμμα πέντε τοις εκατό (1,5%) το 2018, το 2019 και το 2020·
(β) εξαιρεί από τον υπολογισμό το σύνολο ή μέρος των κατ’ όγκον πωλήσεων ενέργειας που χρησιμοποιείται για την περίοδο επιβολής της υποχρέωσης που αναφέρεται στην παράγραφο (α) του εδαφίου (1) ή της τελικής ενέργειας που καταναλώνεται για την περίοδο επιβολής της υποχρέωσης που αναφέρεται στην υποπαράγραφο (i) της παραγράφου (β) του εδαφίου (1) από τις βιομηχανικές δραστηριότητες που απαριθμούνται στο Παράρτημα I της Οδηγίας 2003/87/ΕΚ·
(γ) προσμετρά στην ποσότητα απαιτούμενης εξοικονόμησης ενέργειας σύμφωνα με την παράγραφο (α) του εδαφίου (1) και την υποπαράγραφο (i) της παραγράφου (β) του εδαφίου (1) την εξοικονόμηση ενέργειας που επιτυγχάνεται στους τομείς μετατροπής, μεταφοράς και διανομής ενέργειας, συμπεριλαμβανομένων των υποδομών αποδοτικής τηλεθέρμανσης και τηλεψύξης, ως αποτέλεσμα της εφαρμογής των διατάξεων των εδαφίων (4) και (5) του άρθρου 14Γ και της παραγράφου (β) του εδαφίου (1) του άρθρου 14Α του περί Προώθησης της Ενεργειακής Απόδοσης στη Θέρμανση και Ψύξη και της Συμπαραγωγής Ηλεκτρισμού και Θερμότητας Νόμου και των παραγράφων 1, 5 έως 9 και 11 του άρθρου 27 της Οδηγίας (ΕΕ) 2023/1791:
(δ) προσμετρά στην ποσότητα απαιτούμενης εξοικονόμησης ενέργειας την εξοικονόμηση ενέργειας η οποία προκύπτει από επιμέρους δράσεις που εφαρμόστηκαν για πρώτη φορά από την 31η Δεκεμβρίου 2008 και έπειτα και εξακολουθούν να έχουν αντίκτυπο το 2020 όσον αφορά την περίοδο επιβολής της υποχρέωσης που αναφέρεται στην παράγραφο (α) του εδαφίου (1) και μετά το 2020 όσον αφορά την περίοδο που αναφέρεται στην υποπαράγραφο (i) της παραγράφου (β) του εδαφίου (1) και η οποία είναι δυνατό να μετρηθεί και να επαληθευθεί·
(ε) προσμετρά στην ποσότητα απαιτούμενης εξοικονόμησης ενέργειας την εξοικονόμηση ενέργειας που προκύπτει από μέτρα πολιτικής, εφόσον δύναται να τεκμηριωθεί ότι τα εν λόγω μέτρα οδηγούν σε επιμέρους δράσεις που διεξάγονται από την 1η Ιανουαρίου 2018 έως την 31η Δεκεμβρίου 2020 και επιφέρουν εξοικονόμηση μετά την 31η Δεκεμβρίου 2020·
(στ) εξαιρεί από τον υπολογισμό της ποσότητας απαιτούμενης εξοικονόμησης ενέργειας σύμφωνα με την παράγραφο (α) του εδαφίου (1) και την υποπαράγραφο (i) της παραγράφου (β) του εδαφίου (1) το τριάντα τοις εκατό (30%) της επαληθεύσιμης ποσότητας ενέργειας που παράγεται επί ή εντός κτιρίων προς ιδίαν χρήση συνεπεία μέτρων πολιτικής που προάγουν τη νέα εγκατάσταση τεχνολογιών ανανεώσιμων πηγών ενέργειας·
(ζ) προσμετρά στην ποσότητα απαιτούμενης εξοικονόμησης ενέργειας σύμφωνα με την παράγραφο (α) του εδαφίου (1) και την υποπαράγραφο (i) της παραγράφου (β) του εδαφίου (1) την εξοικονόμηση ενέργειας που υπερβαίνει την εξοικονόμηση ενέργειας που απαιτείται για την περίοδο επιβολής της υποχρέωσης από την 1η Ιανουαρίου 2014 έως την 31η Δεκεμβρίου 2020, υπό τον όρο ότι η εξοικονόμηση αυτή προκύπτει από επιμέρους δράσεις που διεξάγονται στο πλαίσιο των μέτρων πολιτικής που αναφέρονται στα άρθρα 9 και 10, κοινοποιείται από την αρμόδια αρχή στα εθνικά σχέδια δράσης της για την ενεργειακή απόδοση και αναφέρεται στις εκθέσεις προόδου της.
(10) Η αρμόδια αρχή εφαρμόζει και υπολογίζει ξεχωριστά τις επιπτώσεις των προτιμώμενων επιλογών δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου (9) για την περίοδο που αναφέρεται στην παράγραφο (α) του εδαφίου (1) και στην υποπαράγραφο (i) της παραγράφου (β) του εδα- φίου (1)-
(α) για τον υπολογισμό της απαιτούμενης εξοικονόμησης ενέργειας για την περίοδο επιβολής της υποχρέωσης που αναφέρεται στην παράγραφο (α) του εδαφίου (1), η αρμόδια αρχή δύναται να χρησιμοποιεί τις επιλογές που προβλέπονται στις παραγράφους (α) έως (δ) του εδαφίου (9):
(β) για τον υπολογισμό της απαιτούμενης ποσότητας εξοικονόμησης ενέργειας για την περίοδο επιβολής της υποχρέωσης που αναφέρεται στην υποπαράγραφο (i) της παραγράφου (β) του εδαφίου (1), η αρμόδια αρχή δύναται να χρησιμοποιεί τις επιλογές που προβλέπονται στις παραγράφους (β) έως (ζ) του εδαφίου (9), με την προϋπόθεση ότι οι επιμέρους δράσεις που αναφέρονται στην παράγραφο (δ) του εδαφίου (9) εξακολουθούν να έχουν αντίκτυπο που δύναται να επαληθευθεί και να μετρηθεί μετά την 31η Δεκεμβρίου 2020:
(11) Η αρμόδια αρχή περιγράφει στις επικαιροποιήσεις των ενοποιημένων εθνικών σχεδίων της για την ενέργεια και το κλίμα, που υποβάλλονται σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 14 του Κανονισμού (ΕΕ) 2018/1999, στα μεταγενέστερα ενοποιημένα εθνικά σχέδιά της για την ενέργεια και το κλίμα, που κοινοποιούνται σύμφωνα με το άρθρο 3 και τα άρθρα 7 έως 12, καθώς και με το Παράρτημα III του Κανονισμού (ΕΕ) 2018/1999, και στις αντίστοιχες εκθέσεις προόδου τον υπολογισμό της ποσότητας εξοικονόμησης ενέργειας που πρόκειται να επιτευχθεί καθ' όλη τη διάρκεια της περιόδου από την 1η Ιανουαρίου 2021 έως την 31η Δεκεμβρίου 2030 και, ενδεχομένως, εξηγεί πώς καθορίστηκαν το ποσοστό ετήσιας εξοικονόμησης και το βασικό σενάριο υπολογισμού, καθώς και πώς και σε ποιο βαθμό εφαρμόστηκαν οι επιλογές που αναφέρονται στο εδάφιο (9).
(12) Η αρμόδια αρχή κοινοποιεί στην Επιτροπή την ποσότητα της απαιτούμενης εξοικονόμησης ενέργειας που αναφέρεται στην παράγραφο (β) του εδαφίου (1) και στα εδάφια (3) και (4), περιγραφή των μέτρων πολιτικής που πρέπει να εφαρμοστούν για την επίτευξη της απαιτούμενης συνολικής ποσότητας της σωρευτικής εξοικονόμησης ενέργειας κατά την τελική χρήση και τις μεθοδολογίες υπολογισμού τους σύμφωνα με το Παράρτημα III ως μέρος των επικαιροποιήσεων των ενοποιημένων εθνικών σχεδίων της για την ενέργεια και το κλίμα που υποβάλλονται σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 14 του Κανονισμού (ΕΕ) 2018/1999 και στο πλαίσιο των ενοποιημένων εθνικών σχεδίων της για την ενέργεια και το κλίμα, που κοινοποιούνται σύμφωνα με το άρθρο 3 και τα άρθρα 7 έως 12 του Κανονισμού (ΕΕ) 2018/1999.
(13) Εάν η απαιτούμενη σωρευτική εξοικονόμηση ενέργειας κατά την τελική χρήση δεν επιτευχθεί έως το τέλος κάθε περιόδου επιβολής της υποχρέωσης που ορίζεται στο εδάφιο (1), η απομένουσα εξοικονόμηση ενέργειας επιπλέον της σωρευτικής εξοικονόμησης ενέργειας κατά την τελική χρήση που απαιτείται επιτυγχάνεται έως το τέλος της επόμενης περιόδου επιβολής της υποχρέωσης:
(14) Στο πλαίσιο των επικαιροποιήσεων των εθνικών σχεδίων για την ενέργεια και το κλίμα, που υποβάλλονται σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 14 του Κανονισμού (ΕΕ) 2018/1999, των οικείων εθνικών εκθέσεων προόδου για την ενέργεια και το κλίμα, που υποβάλλονται σύμφωνα με το άρθρο 17 του εν λόγω Κανονισμού, και των επακόλουθων ενοποιημένων εθνικών σχεδίων για την ενέργεια και το κλίμα, που κοινοποιούνται σύμφωνα με το άρθρο 3 και τα άρθρα 7 έως 12 του εν λόγω Κανονισμού, η αρμόδια αρχή αποδεικνύει, συμπεριλαμβάνοντας, κατά περίπτωση, αποδεικτικά στοιχεία και υπολογισμούς-
(α) ότι, όταν υπάρχει επικάλυψη του αντικτύπου των μέτρων πολιτικής ή των επιμέρους δράσεων, δεν μετριέται διπλά η εξοικονόμηση ενέργειας·
(β) τον τρόπο με τον οποίο η εξοικονόμηση ενέργειας που επιτυγχάνεται σύμφωνα με την παράγραφο (β) του εδαφίου (1) συμβάλλει στην επίτευξη της εθνικής συνεισφοράς τους σύμφωνα με το άρθρο 5·
(γ) ότι θεσπίζονται μέτρα πολιτικής για την εκπλήρωση της υποχρέωσής της για εξοικονόμηση ενέργειας, σχεδιασμένα σύμφωνα με το παρόν άρθρο και ότι τα εν λόγω μέτρα πολιτικής είναι επιλέξιμα και κατάλληλα να διασφαλίσουν την επίτευξη της απαιτούμενης ποσότητας σωρευτικής εξοικονόμησης ενέργειας κατά την τελική χρήση έως το τέλος κάθε περιόδου επιβολής της υποχρέωσης:
11.-(1) Η αρμόδια αρχή, εφόσον αποφασίσει να τηρήσει την υποχρέωση επίτευξης της απαιτούμενης εξοικονόμησης δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου (1) του άρθρου 10 με την καθιέρωση καθεστώτος επιβολής της υποχρέωσης ενεργειακής απόδοσης, μεριμνά, ώστε τα αναφερόμενα στο εδάφιο (3) υπόχρεα μέρη και δραστηριοποιούνται στην επικράτεια της Δημοκρατίας να επιτυγχάνουν, με την επιφύλαξη των διατάξεων των εδαφίων (7) και (8) του άρθρου 10, την οικεία απαιτούμενη σωρευτική εξοικονόμηση ενέργειας κατά την τελική χρήση, που καθορίζεται στο εδάφιο (1) του άρθρου 10:
(2) Για την τήρηση της υποχρέωσης επίτευξης της απαιτούμενης εξοικονόμησης δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου (1) του άρθρου 10 με την καθιέρωση καθεστώτος επιβολής της υποχρέωσης ενεργειακής απόδοσης, η αρμόδια αρχή λειτουργεί ως δημόσια αρχή επιβολής για τη διαχείριση του καθεστώτος.
(3)(α) Για τους σκοπούς της παραγράφου (η) του εδαφίου (1) του άρθρου 22, η αρμόδια αρχή εισηγείται στον Υπουργό, με βάση αντικειμενικά και αμερόληπτα κριτήρια, υπόχρεα μέρη μεταξύ των διαχειριστών συστημάτων μεταφοράς, των διαχειριστών συστημάτων διανομής, των διανομέων ενέργειας, των εταιρειών λιανικής πώλησης ενέργειας και των διανομέων καυσίμων κίνησης ή των εταιρειών λιανικής πώλησης καυσίμων κίνησης που δραστηριοποιούνται στη Δημοκρατία.
(β) Η απαραίτητη εξοικονόμηση ενέργειας για την εκπλήρωση της υποχρέωσης επιτυγχάνεται από τα υπόχρεα μέρη μεταξύ των τελικών πελατών, ανεξάρτητα από τον υπολογισμό βάσει των διατάξεων του εδαφίου (1) του άρθρου 10 ή με πιστοποιημένη εξοικονόμηση που προκύπτει από άλλα μέρη σύμφωνα με την παράγραφο (α) του εδαφίου (11).
(4) Σε περίπτωση κατά την οποία εταιρείες λιανικής πώλησης ενέργειας ορίζονται ως υπόχρεα μέρη δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου (3), η αρμόδια αρχή διασφαλίζει ότι, κατά την εκπλήρωση της υποχρέωσής τους, οι εταιρείες λιανικής πώλησης ενέργειας δεν δημιουργούν εμπόδια στους καταναλωτές σε σχέση με την αλλαγή προμηθευτή.
(5) Η αρμόδια αρχή δύναται να απαιτεί από τα υπόχρεα μέρη να-
(α) επιτύχουν μερίδιο της υποχρέωσής τους για εξοικονόμηση ενέργειας μεταξύ των ατόμων τα οποία πλήττονται από ενεργειακή φτώχεια, των ευάλωτων πελατών, των ατόμων σε νοικοκυριά χαμηλού εισοδήματος και, κατά περίπτωση, των ατόμων τα οποία ζουν σε κοινωνικές κατοικίες·
(β) επιτύχουν τους στόχους μείωσης του ενεργειακού κόστους, εφόσον συντελούν σε εξοικονόμηση ενέργειας κατά την τελική χρήση και υπολογίζονται σύμφωνα με το Παράρτημα III, και να επιτύχουν εξοικονόμηση ενέργειας με την προώθηση μέτρων βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης, συμπεριλαμβανομένων μέτρων χρηματοδοτικής στήριξης που μετριάζουν τις επιπτώσεις των τιμών των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις και τις πολύ μικρές επιχειρήσεις.
(6)(α) Η αρμόδια αρχή δύναται να απαιτεί από τα υπόχρεα μέρη να συνεργάζονται με τις κοινωνικές υπηρεσίες, τις περιφερειακές αρχές, τις τοπικές αρχές ή τους δήμους για την προώθηση μέτρων βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης μεταξύ των ατόμων τα οποία πλήττονται από ενεργειακή φτώχεια, των ευάλωτων πελατών, των ατόμων σε νοικοκυριά χαμηλού εισοδήματος και, κατά περίπτωση, των ατόμων τα οποία ζουν σε κοινωνικές κατοικίες, περιλαμβανομένου του προσδιορισμού και της αντιμετώπισης των ειδικών αναγκών συγκεκριμένων ομάδων που αντιμετωπίζουν κίνδυνο ενεργειακής φτώχειας ή είναι περισσότερο ευάλωτες στις επιπτώσεις της.
(β) Για την προστασία των ατόμων τα οποία πλήττονται από ενεργειακή φτώχεια, των ευάλωτων πελατών και, κατά περίπτωση, των ατόμων τα οποία ζουν σε κοινωνικές κατοικίες, η αρμόδια αρχή ενθαρρύνει τα υπόχρεα μέρη να υλοποιήσουν δράσεις, όπως είναι η ανακαίνιση κτιρίων, περιλαμβανομένων των κοινωνικών κατοικιών, η αντικατάσταση συσκευών, η χρηματοδοτική στήριξη και παροχή κινήτρων για μέτρα βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης σύμφωνα με τα εθνικά καθεστώτα χρηματοδότησης και στήριξης ή οι ενεργειακοί έλεγχοι και διασφαλίζει την επιλεξιμότητα των μέτρων για μεμονωμένες μονάδες που βρίσκονται σε πολυκατοικίες.
(7) Κατά την εφαρμογή των διατάξεων των εδαφίων (5) και (6), η αρμόδια αρχή απαιτεί από τα υπόχρεα μέρη να υποβάλλουν έκθεση σε ετήσια βάση σχετικά με την εξοικονόμηση ενέργειας που επιτεύχθηκε από αυτά από δράσεις που προωθούνται μεταξύ των ατόμων τα οποία πλήττονται από ενεργειακή φτώχεια, των ευάλωτων πελατών, των ατόμων σε νοικοκυριά χαμηλού εισοδήματος και, κατά περίπτωση, των ατόμων τα οποία ζουν σε κοινωνικές κατοικίες και απαιτεί συγκεντρωτικές στατιστικές πληροφορίες σχετικά με τους τελικούς πελάτες τους, όπου προσδιορίζονται οι αλλαγές στην εξοικονόμηση ενέργειας σε σύγκριση με πληροφορίες που είχαν υποβληθεί παλαιότερα, και σχετικά με την παρεχόμενη τεχνική και χρηματοδοτική στήριξη.
(8) Η αρμόδια αρχή εκφράζει την ποσότητα εξοικονόμησης ενέργειας που απαιτείται από κάθε υπόχρεο μέρος είτε ως κατανάλωση πρωτογενούς ενέργειας είτε ως τελική κατανάλωση ενέργειας, η δε μέθοδος που επιλέγεται, προκειμένου να εκφραστεί η απαιτούμενη εξοικονόμηση ενέργειας χρησιμοποιείται και για τον υπολογισμό της εξοικονόμησης που δηλώνουν τα υπόχρεα μέρη:
(9)(α) Η αρμόδια αρχή καθιερώνει συστήματα μέτρησης, ελέγχου και επαλήθευσης για τη διενέργεια τεκμηριωμένης επαλήθευσης σε τουλάχιστον ένα στατιστικά σημαντικό ποσοστό και αντιπροσωπευτικό δείγμα των μέτρων βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης που εφαρμόζουν τα υπόχρεα μέρη.
(β) Η μέτρηση, ο έλεγχος και η επαλήθευση πραγματοποιούνται ανεξάρτητα από τα υπόχρεα μέρη.
(γ) Όταν μία οντότητα είναι υπόχρεο μέρος στο πλαίσιο εθνικού καθεστώτος επιβολής της υποχρέωσης ενεργειακής απόδοσης δυνάμει των διατάξεων του παρόντος άρθρου και στο πλαίσιο του Συστήματος Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπών για κτίρια και οδικές μεταφορές σύμφωνα με την Οδηγία 2003/87/ΕΚ, το σύστημα παρακολούθησης και επαλήθευσης διασφαλίζει ότι η τιμή των ανθρακούχων εκπομπών που μετακυλίεται κατά τη θέση καυσίμου σε ανάλωση σύμφωνα με την Οδηγία 2003/87/ΕΚ λαμβάνεται υπόψη στον υπολογισμό και στην υποβολή εκθέσεων σχετικά με την εξοικονόμηση ενέργειας μέσω των μέτρων εξοικονόμησης ενέργειας της οντότητας.
(10) Η αρμόδια αρχή ενημερώνει την Επιτροπή στο πλαίσιο των ενοποιημένων εθνικών εκθέσεων προόδου για την ενέργεια και το κλίμα, που υποβάλλονται σύμφωνα με το άρθρο 17 του Κανονισμού (ΕΕ) 2018/1999, σχετικά με τα συστήματα μέτρησης, ελέγχου και επαλήθευσης που έχουν τεθεί σε εφαρμογή, περιλαμβανομένων των μεθόδων που χρησιμοποιήθηκαν, των προβλημάτων που εντοπίστηκαν και του τρόπου αντιμετώπισης των προβλημάτων αυτών.
(11) Στο πλαίσιο του καθεστώτος επιβολής της υποχρέωσης ενεργειακής απόδοσης, η αρμόδια αρχή δύναται να εξουσιοδοτεί τα υπόχρεα μέρη να πράττουν τα ακόλουθα:
(α) Να προσμετρούν, στο πλαίσιο της υποχρέωσής τους, την πιστοποιημένη εξοικονόμηση ενέργειας που πέτυχαν οι πάροχοι ενεργειακών υπηρεσιών ή άλλα τρίτα μέρη, ακόμη και όταν τα υπόχρεα μέρη προωθούν μέτρα μέσω άλλων εγκεκριμένων από το κράτος φορέων ή μέσω δημόσιων αρχών, ανεξαρτήτως εάν σε αυτές συμμετέχουν επίσημες συμπράξεις και σε συνδυασμό ενδεχομένως με άλλες πηγές χρηματοδότησης:
(β) να προσμετρούν την εξοικονόμηση που επιτεύχθηκε σε ένα συγκεκριμένο έτος ωσάν να είχε επιτευχθεί σε ένα από τα τέσσερα (4) προηγούμενα ή τρία (3) επόμενα έτη, εφόσον η σχετική ημερομηνία δεν υπερβαίνει τη λήξη των περιόδων επιβολής της υποχρέωσης που καθορίζονται στο εδάφιο (1) του άρθρου 10:
(12) Η αρμόδια αρχή δημοσιεύει σε ετήσια βάση την εξοικονόμηση ενέργειας που επιτυγχάνεται από κάθε υπόχρεο μέρος ή κάθε υποκατηγορία υπόχρεου μέρους, καθώς και συνολικά στο πλαίσιο του καθεστώτος.
12.-(1) Η αρμόδια αρχή, εφόσον αποφασίσει να τηρήσει την υποχρέωση επίτευξης της απαιτούμενης εξοικονόμησης δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου (1) του άρθρου 10 με τη λήψη εναλλακτικών μέτρων πολιτικής, μεριμνά, με την επιφύλαξη των εδαφίων (7) και (8) του άρθρου 10, ώστε η απαιτούμενη εξοικονόμηση ενέργειας δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου (1) του άρθρου 10 να επιτυγχάνεται μεταξύ των τελικών πελατών.
(2) Η αρμόδια αρχή, για όλα τα μέτρα πλην των φορολογικών, θέτει σε εφαρμογή συστήματα μέτρησης, ελέγχου και επαλήθευσης, με βάση τα οποία διενεργείται τεκμηριωμένη επαλήθευση σε τουλάχιστον ένα στατιστικά σημαντικό ποσοστό και αντιπροσωπευτικό δείγμα των μέτρων βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης που εφαρμόζουν τα συμμετέχοντα ή τα εξουσιοδοτηθέντα μέρη:
(3) Η αρμόδια αρχή ενημερώνει την Επιτροπή στο πλαίσιο των ενοποιημένων εθνικών εκθέσεων προόδου για την ενέργεια και το κλίμα, που υποβάλλονται σύμφωνα με το άρθρο 17 του Κανονισμού (ΕΕ) 2018/1999, σχετικά με τα συστήματα μέτρησης, ελέγχου και επαλήθευσης που έχουν τεθεί σε εφαρμογή, περιλαμβανομένων των μεθόδων που χρησιμοποιήθηκαν, των προβλημάτων που εντοπίστηκαν και του τρόπου αντιμετώπισής τους.
(4) Η αρμόδια αρχή, κατά την αναφορά ενός φορολογικού μέτρου, αποδεικνύει τον τρόπο με τον οποίο έχει διασφαλιστεί στον σχεδιασμό του φορολογικού μέτρου η αποτελεσματικότητα που έχει το μήνυμα της τιμής, όπως μέσω του φορολογικού συντελεστή και της ορατότητας συν τω χρόνω:
13.-(1)(α) Η αρμόδια αρχή, κατόπιν αιτήσεως, δύναται να εκδίδει άδειες ενεργειακού ελεγκτή ή παρόχου ενεργειακών υπηρεσιών, σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται σε Κανονισμούς που εκδίδονται δυνάμει των διατάξεων της παραγράφου (α) του εδαφίου (2) του άρθρου 23.
(β) Ενεργειακοί έλεγχοι διενεργούνται κατά τρόπο ανεξάρτητο και οικονομικώς αποδοτικό μόνο από ειδικευμένους ενεργειακούς ελεγκτές οι οποίοι έχουν εξασφαλίσει άδεια από την αρμόδια αρχή.
(2)(α) Οι επιχειρήσεις με μέση ετήσια τελική κατανάλωση ενέργειας υψηλότερη από ογδόντα πέντε Tera Joule (85 TJ) κατά την προηγούμενη τριετία, για την οποία προσμετρήθηκαν όλοι οι φορείς ενέργειας, εφαρμόζουν σύστημα ενεργειακής διαχείρισης, το οποίο πιστοποιείται από ανεξάρτητο φορέα σύμφωνα με τα σχετικά ευρωπαϊκά ή διεθνή πρότυπα το αργότερο έως την 11η Οκτωβρίου 2027.
(β) Οι επιχειρήσεις με μέση ετήσια τελική κατανάλωση ενέργειας υψηλότερη από δέκα Tera Joule (10 TJ) κατά την προηγούμενη τριετία, για την οποία προσμετρήθηκαν όλοι οι φορείς ενέργειας, οι οποίες δεν εφαρμόζουν σύστημα ενεργειακής διαχείρισης υπόκεινται σε ενεργειακό έλεγχο.
(γ)(i) Οι επιχειρήσεις που αναφέρονται στην παράγραφο (β) διενεργούν τον πρώτο ενεργειακό έλεγχο έως την 11η Οκτωβρίου 2026 και τους επόμενους ενεργειακούς ελέγχους τουλάχιστον ανά τετραετία:
(ii) Οι αναφερόμενες στην παράγραφο (β) επιχειρήσεις καταρτίζουν συγκεκριμένο και εφικτό σχέδιο δράσης με βάση τις συστάσεις που προκύπτουν από αυτούς τους ενεργειακούς ελέγχους, το οποίο προσδιορίζει μέτρα για την εφαρμογή κάθε σύστασης που προκύπτει από τον ενεργειακό έλεγχο, όπου αυτό είναι τεχνικά ή οικονομικά εφικτό, και το οποίο υποβάλλεται στη διοίκηση της επιχείρησης:
(3)(α) Όταν σε ένα δεδομένο έτος μία επιχείρηση που αναφέρεται στην παράγραφο (α) του εδαφίου (2) έχει ετήσια τελική κατανάλωση ενέργειας άνω των ογδόντα πέντε Tera Joule (85 TJ) και όταν μία επιχείρηση που αναφέρεται στην παράγραφο (β) του εδαφίου (2) έχει ετήσια τελική κατανάλωση άνω των δέκα Tera Joule (10 TJ), θέτει τις πληροφορίες αυτές στη διάθεση της αρμόδιας αρχής, μέσω πληροφοριακού συστήματος ή με άλλα μέσα που ορίζει η αρμόδια αρχή.
(β) Για την εφαρμογή της υποχρέωσης που αναφέρεται στο παρόν άρθρο, η αρμόδια αρχή δύναται να διατηρεί κατάλογο επιχειρήσεων που εμπίπτουν στην υποχρέωση και να ζητά και να λαμβάνει στοιχεία από άλλες αρμόδιες αρχές και υπηρεσίες ή/και οργανισμούς, καθώς και από επιχειρήσεις.
(4) Οι επιχειρήσεις που αναφέρονται στο εδάφιο (2) παρέχουν πληροφορίες στην ετήσια έκθεσή τους σχετικά με την ετήσια τελική ενεργειακή τους κατανάλωση σε κιλοβατώρες (kWh), τον ετήσιο όγκο κατανάλωσης νερού σε κυβικά μέτρα (m3) και σύγκριση της τελικής κατανάλωσης ενέργειας και νερού με τα προηγούμενα έτη.
(5)(α) Η αρμόδια αρχή προωθεί τη δυνατότητα διάθεσης, σε όλους τους τελικούς πελάτες, ενεργειακών ελέγχων υψηλής ποιότητας, οι οποίοι είναι οικονομικώς αποδοτικοί, και διενεργούνται ανεξάρτητα από ειδικευμένους ενεργειακούς ελεγκτές που έχουν εξασφαλίσει άδεια από την αρμόδια αρχή.
(β)(i) Οι ενεργειακοί έλεγχοι που αναφέρονται στο παρόν άρθρο δύναται να πραγματοποιούνται από εσωτερικούς ενεργειακούς ελεγκτές, υπό τον όρο ότι τηρούνται οι πρόνοιες των Κανονισμών που εκδίδονται δυνάμει των διατάξεων της παραγράφου (α) του εδαφίου (2) του άρθρου 23 όσον αφορά την ανεξαρτησία των ενεργειακών ελέγχων, τον έλεγχο και την ποιοτική αξιολόγηση.
(ii) Η αρμόδια αρχή δύναται, εάν το κρίνει σκόπιμο, να προβαίνει σε ετήσια τυχαία επιλογή τουλάχιστον ενός στατιστικά σημαντικού ποσοστού όλων των ενεργειακών ελέγχων που πραγματοποιούν οι εσωτερικοί ενεργειακοί ελεγκτές.
(γ)(i) Οι ενεργειακοί έλεγχοι που αναφέρονται στον παρόντα Νόμο, περιλαμβανομένων των ενεργειακών ελέγχων που εφαρμόζονται ως μέρος συστημάτων ενεργειακής διαχείρισης, πληρούν τις απαιτήσεις του Παραρτήματος ΙV και λαμβάνουν υπόψη τα σχετικά ευρωπαϊκά ή διεθνή πρότυπα, όπως καθορίζεται με διάταγμα.
(ii) Η αρμόδια αρχή εξασφαλίζει ότι τηρούνται τα χρονοδιαγράμματα για τη διενέργεια των αναφερόμενων στο εδάφιο (2) ενεργειακών ελέγχων και ότι εφαρμόζονται ορθά τα ελάχιστα κριτήρια που θεσπίζονται στο Παράρτημα IV.
(δ) Οι ενεργειακοί έλεγχοι δεν περιλαμβάνουν ρήτρες που εμποδίζουν τη διαβίβαση των ευρημάτων του ελέγχου σε παρόχους ενεργειακών υπηρεσιών που έχουν εξασφαλίσει άδεια από την αρμόδια αρχή, υπό τον όρο ότι ο πελάτης δεν φέρει αντίρρηση.
(6)(α) Η αρμόδια αρχή καταρτίζει προγράμματα, με σκοπό την ενθάρρυνση και παροχή τεχνικής βοήθειας στις ΜΜΕ που δεν υπόκεινται στις υποχρεώσεις που ορίζονται στο εδάφιο (2), ώστε να υποβάλλονται σε ενεργειακούς ελέγχους και, συνακολούθως, να υλοποιούν τις συστάσεις των ελέγχων αυτών.
(β) Με βάση διαφανή και αμερόληπτα κριτήρια και με την επιφύλαξη της ενωσιακής νομοθεσίας για τις κρατικές ενισχύσεις, το Υπουργικό Συμβούλιο δύναται να-
(i) αποφασίσει τη δημιουργία μηχανισμών, όπως κέντρα ενεργειακού ελέγχου για τις ΜΜΕ και τις πολύ μικρές επιχειρήσεις, υπό την προϋπόθεση ότι οι μηχανισμοί αυτοί δεν ανταγωνίζονται ιδιώτες αδειούχους ενεργειακούς ελεγκτές, για την παροχή ενεργειακών ελέγχων· και
(ii) εγκρίνει άλλα καθεστώτα στήριξης για τις ΜΜΕ, ακόμη και όταν οι εν λόγω ΜΜΕ έχουν συνάψει προαιρετικές συμφωνίες, ώστε να καλύπτουν το κόστος των ενεργειακών ελέγχων και της υλοποίησης των συστάσεων των ενεργειακών ελέγχων και της υλοποίησης των συστάσεων των ενεργειακών ελέγχων που εξασφαλίζουν υψηλή οικονομική απόδοση, εφόσον υλοποιούνται τα μέτρα που προτείνονται στις εν λόγω συστάσεις.
(7) Η αρμόδια αρχή διασφαλίζει ότι τα αναφερόμενα στο εδάφιο (6) προγράμματα περιλαμβάνουν στήριξη προς τις ΜΜΕ για την ποσοτικοποίηση των πολλαπλών οφελών των μέτρων ενεργειακής απόδοσης στο πλαίσιο της λειτουργίας τους, την κατάρτιση χαρτών πορείας για την ενεργειακή απόδοση και την ανάπτυξη δικτύων ενεργειακής απόδοσης για τις ΜΜΕ, με τη βοήθεια ανεξάρτητων εμπειρογνωμόνων:
(8) Η αρμόδια αρχή καταρτίζει προγράμματα, προκειμένου να ενθαρρύνει επιχειρήσεις που δεν είναι ΜΜΕ και δεν υπόκεινται στις υποχρεώσεις που τίθενται στο εδάφιο (2) να υποβάλλονται σε ενεργειακούς ελέγχους και, συνακολούθως, να υλοποιούν τις συστάσεις των ελέγχων αυτών.
(9) Οι ενεργειακοί έλεγχοι συμμορφώνονται με τις διατάξεις του εδαφίου (2), εφόσον-
(α) διενεργούνται με ανεξάρτητο τρόπο, με βάση τα ελάχιστα κριτήρια που καθορίζονται στο Παράρτημα IV·
(β) εφαρμόζονται στο πλαίσιο προαιρετικών συμφωνιών οι οποίες συνάπτονται μεταξύ οργανώσεων ενδιαφερόμενων μερών και φορέα που ορίζεται και εποπτεύεται από την αρμόδια αρχή, από άλλο φορέα στον οποίο η αρμόδια αρχή έχει εκχωρήσει τη σχετική ευθύνη ή από την Επιτροπή:
(10) Οι επιχειρήσεις που εφαρμόζουν σύμβαση ενεργειακής απόδοσης εξαιρούνται από τις προβλεπόμενες στο εδάφιο (2) απαιτήσεις, υπό την προϋπόθεση ότι η σύμβαση ενεργειακής απόδοσης καλύπτει τα στοιχεία ενός συστήματος ενεργειακής διαχείρισης και συμμορφώνεται με τις προβλεπόμενες στην παράγραφο (α) του εδαφίου 3 του άρθρου 17 απαιτήσεις.
(11) Οι επιχειρήσεις που εφαρμόζουν σύστημα περιβαλλοντικής διαχείρισης πιστοποιημένο από ανεξάρτητο φορέα σύμφωνα με τα σχετικά ευρωπαϊκά ή διεθνή πρότυπα εξαιρούνται από τις προβλεπόμενες στο εδάφιο (2) απαιτήσεις, υπό τον όρο ότι το εν λόγω σύστημα περιβαλλοντικής διαχείρισης περιλαμβάνει ενεργειακό έλεγχο που πληροί τα ελάχιστα κριτήρια που ορίζονται στο Παράρτημα ΙV, λαμβάνει υπόψη τις πρόνοιες των σχετικών διαταγμάτων και Κανονισμών και διενεργείται από ενεργειακούς ελεγκτές που έχουν εξασφαλίσει άδεια από την αρμόδια αρχή.
(12)(α) Οι ενεργειακοί έλεγχοι δύναται να είναι μεμονωμένοι ή να αποτελούν μέρος ενός ευρύτερου περιβαλλοντικού ελέγχου.
(β) Η αρμόδια αρχή δύναται να απαιτεί η αξιολόγηση του τεχνικώς και οικονομικώς εφικτού της σύνδεσης ενός υφιστάμενου ή σχεδιαζόμενου δικτύου τηλεθέρμανσης ή τηλεψύξης να αποτελεί μέρος του ενεργειακού ελέγχου.
(13) Με την επιφύλαξη της ενωσιακής νομοθεσίας για τις κρατικές ενισχύσεις, το Υπουργικό Συμβούλιο δύναται να εκδίδει καθεστώτα στήριξης και παροχής κινήτρων για την υλοποίηση των συστάσεων ενεργειακών ελέγχων και συναφών μέτρων.
14.-(1) Η αρμόδια αρχή, σε συνεργασία, κατά περίπτωση, με τις περιφερειακές και τοπικές αρχές, διασφαλίζει ότι οι πληροφορίες σχετικά με τα διαθέσιμα μέτρα, τις μεμονωμένες δράσεις και τα οικονομικά και νομικά πλαίσια βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης είναι διαφανείς, προσβάσιμες και διαδίδονται ευρέως σε όλους τους σχετικούς παράγοντες της αγοράς, όπως οι τελικοί πελάτες, τελικοί χρήστες, οργανώσεις καταναλωτών, εκπρόσωποι της κοινωνίας των πολιτών, κοινότητες ανανεώσιμης ενέργειας, ενεργειακές κοινότητες πολιτών, τοπικές και περιφερειακές αρχές, οργανισμοί ενέργειας, πάροχοι κοινωνικών υπηρεσιών, κατασκευαστές, αρχιτέκτονες, μηχανικοί, περιβαλλοντικοί και ενεργειακοί ελεγκτές, καθώς και εγκαταστάτες στοιχείων κτιρίου.
(2)(α) Η αρμόδια αρχή λαμβάνει ενδεδειγμένα μέτρα, προκειμένου να προαγάγει και να διευκολύνει την αποδοτική χρήση της ενέργειας από τελικούς πελάτες και τελικούς χρήστες, τα οποία αποτελούν μέρος εθνικής στρατηγικής, όπως τα ενοποιημένα εθνικά σχέδια για την ενέργεια και το κλίμα που προβλέπονται στον Κανονισμό (ΕΕ) 2018/1999, ή στο εθνικό σχέδιο ανακαίνισης που θεσπίζεται βάση του περί Ρύθμισης της Ενεργειακής Απόδοσης των Κτιρίων Νόμου.
(β) Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, τα αναφερόμενα στην παράγραφο (α) μέτρα περιλαμβάνουν ένα φάσμα μέσων και πολιτικών που υποστηρίζουν την αλλαγή συμπεριφορών, όπως-
(i) φορολογικά κίνητρα·
(ii) πρόσβαση σε χρηματοδότηση, κουπόνια, επιχορηγήσεις ή επιδοτήσεις·
(iii) δημόσια επιδοτούμενες εκτιμήσεις της κατανάλωσης ενέργειας και στοχευμένες συμβουλευτικές υπηρεσίες, καθώς και στήριξη σε οικιακούς καταναλωτές, ιδίως άτομα τα οποία πλήττονται από ενεργειακή φτώχεια, ευάλωτους πελάτες και, κατά περίπτωση, άτομα τα οποία ζουν σε κοινωνικές κατοικίες·
(iv) στοχευμένες συμβουλευτικές υπηρεσίες για ΜΜΕ και πολύ μικρές επιχειρήσεις·
(v) παροχή πληροφοριών σε μορφή προσβάσιμη από άτομα με αναπηρία·
(vi) υποδειγματικά έργα·
(vii) δραστηριότητες στον χώρο εργασίας·
(viii) δραστηριότητες κατάρτισης·
(ix) ψηφιακά εργαλεία· και
(x) στρατηγικές συμμετοχής.
(3) Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, τα μέτρα που αναφέρονται στο εδάφιο (2) περιλαμβάνουν τη δημιουργία ενός υποστηρικτικού πλαισίου για παράγοντες της αγοράς, όπως οι αναφερόμενοι στο εδάφιο (1) παράγοντες, ιδίως για τα ακόλουθα:
(α) Τη δημιουργία υπηρεσιών μίας στάσης ή παρόμοιων μηχανισμών για την παροχή τεχνικών, διοικητικών και οικονομικών συμβουλών και βοήθειας σχετικά με την ενεργειακή απόδοση, όπως ενεργειακοί έλεγχοι για τα νοικοκυριά, ενεργειακές ανακαινίσεις κτιρίων, πληροφορίες σχετικά με την αντικατάσταση παλαιών και αναποτελεσματικών συστημάτων θέρμανσης με σύγχρονες και αποδοτικότερες συσκευές και τη χρήση ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και αποθήκευσης ενέργειας για τα κτίρια στους τελικούς πελάτες και τους τελικούς χρήστες, ιδίως οικιακούς και μικρούς μη οικιακούς, συμπεριλαμβανομένων των ΜΜΕ και των πολύ μικρών επιχειρήσεων·
(β) τη συνεργασία με ιδιώτες οι οποίοι παρέχουν υπηρεσίες, όπως ενεργειακούς ελέγχους και εκτιμήσεις της κατανάλωσης ενέργειας, λύσεις χρηματοδότησης και εκτέλεση ενεργειακών ανακαινίσεων·
(γ) τη γνωστοποίηση οικονομικώς αποδοτικών αλλαγών εύκολης εφαρμογής στη χρήση της ενέργειας·
(δ) τη διάδοση πληροφοριών για τα μέτρα ενεργειακής απόδοσης και τα χρηματοδοτικά μέσα· και
(ε) την παροχή ενιαίων σημείων επαφής, ώστε να παρέχονται στους τελικούς πελάτες και τους τελικούς χρήστες όλες οι απαραίτητες πληροφορίες σχετικά με τα δικαιώματά τους, το εφαρμοστέο δίκαιο και τους μηχανισμούς επίλυσης διαφορών που έχουν στη διάθεσή τους σε περίπτωση διαφοράς, τα οποία σημεία επαφής μπορεί να αποτελούν τμήμα γενικών σημείων πληροφόρησης των καταναλωτών.
(4) Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, η αρμόδια αρχή, σε συνεργασία με άλλες αρμόδιες αρχές και, κατά περίπτωση, ιδιωτικούς ενδιαφερόμενους φορείς, δημιουργεί ειδικές υπηρεσίες μίας στάσης ή παρόμοιους μηχανισμούς για την παροχή τεχνικών, διοικητικών και οικονομικών συμβουλών όσον αφορά την ενεργειακή απόδοση, οι οποίες-
(α) συμβουλεύουν τα νοικοκυριά, τις ΜΜΕ, τις πολύ μικρές επιχειρήσεις και τους δημόσιους φορείς, παρέχοντάς τους απλουστευμένες πληροφορίες σχετικά με τεχνικές και οικονομικές δυνατότητες και λύσεις·
(β) παρέχουν ολιστική στήριξη σε όλα τα νοικοκυριά, με ιδιαίτερη εστίαση στα νοικοκυριά που πλήττονται από ενεργειακή φτώχεια και στα κτίρια με τις χειρότερες επιδόσεις, καθώς και σε διαπιστευμένες εταιρείες και εγκαταστάτες που παρέχουν υπηρεσίες ανακαίνισης προσαρμοσμένες στις διαφορετικές τυπολογίες κατοικιών και στο διαφορετικό γεωγραφικό πεδίο εφαρμογής, και παρέχουν στήριξη που καλύπτει τα διάφορα στάδια του έργου ανακαίνισης μεταξύ άλλων, για τη διευκόλυνση της εφαρμογής των ελάχιστων προτύπων ενεργειακής απόδοσης, εφόσον τέτοιου είδους πρότυπα προβλέπονται σε ενωσιακή νομοθετική πράξη· και
(γ) παρέχουν συμβουλές σχετικά με τη συμπεριφορά όσον αφορά την κατανάλωση ενέργειας.
(5) Κατά περίπτωση, οι ειδικές υπηρεσίες μίας στάσης που αναφέρονται στο εδάφιο (4)-
(α) παρέχουν πληροφορίες σχετικά με ειδικευμένους επαγγελματίες στον τομέα της ενεργειακής απόδοσης·
(β) συγκεντρώνουν δεδομένα αναλυμένα ανά τυπολογία από έργα ενεργειακής απόδοσης, προβαίνουν σε ανταλλαγή εμπειριών και τις δημοσιοποιούν· και
(γ) συνδέουν πιθανά έργα με παράγοντες της αγοράς, ιδίως τοπικά έργα μικρότερης κλίμακας.
(6) Οι υπηρεσίες μίας στάσης που αναφέρονται στο εδάφιο (4) παρέχουν ειδικές υπηρεσίες για άτομα τα οποία πλήττονται από ενεργειακή φτώχεια, ευάλωτους πελάτες και άτομα σε νοικοκυριά χαμηλού εισοδήματος.
(7) Η αρμόδια αρχή δημιουργεί κατάλληλες συνθήκες για τους παράγοντες της αγοράς, ώστε να παρέχουν επαρκή και στοχοθετημένη ενημέρωση και συμβουλές σχετικά με την ενεργειακή απόδοση στους τελικούς πελάτες, περιλαμβανομένων των ατόμων τα οποία πλήττονται από ενεργειακή φτώχεια, των ευάλωτων πελατών και, κατά περίπτωση, των ατόμων τα οποία ζουν σε κοινωνικές κατοικίες, των ΜΜΕ και των πολύ μικρών επιχειρήσεων.
(8)(α) Οι τελικοί πελάτες, οι τελικοί χρήστες, τα άτομα τα οποία πλήττονται από ενεργειακή φτώχεια, οι ευάλωτοι πελάτες και, κατά περίπτωση, τα άτομα τα οποία ζουν σε κοινωνικές κατοικίες έχουν πρόσβαση σε απλούς, δίκαιους, διαφανείς, ανεξάρτητους, αποτελεσματικούς και αποδοτικούς μηχανισμούς εξωδικαστικής επίλυσης διαφορών για τον διακανονισμό διαφορών που αφορούν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που θεσπίζονται βάσει των διατάξεων του παρόντος Νόμου, μέσω ενός ανεξάρτητου μηχανισμού, όπως ένας διαμεσολαβητής ενέργειας ή ένας φορέας εναλλακτικής επίλυσης διαφορών, ή μέσω ρυθμιστικής αρχής ως ακολούθως:
(i) Με χρήση της διαδικασίας της διαμεσολάβησης και των διαμεσολαβητών οι οποίοι είναι εγγεγραμμένοι στο Μητρώο Διαμεσολαβητών του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Ορισμένων Θεμάτων Διαμεσολάβησης σε Αστικές Διαφορές Νόμου·
(ii) όταν ο τελικός πελάτης είναι καταναλωτής, όπως ορίζεται στον περί της Εναλλακτικής Επίλυσης Καταναλωτικών Διαφορών Νόμο, οι μηχανισμοί εναλλακτικής επίλυσης διαφορών συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις που ορίζονται στον εν λόγω Νόμο.
(β) Η αρμόδια αρχή για την εφαρμογή των διατάξεων του περί της Εναλλακτικής Επίλυσης Καταναλωτικών Διαφορών Νόμου, εφόσον απαιτείται, διασφαλίζει ότι οι φορείς εναλλακτικής επίλυσης διαφορών συνεργάζονται για την παροχή μηχανισμών απλής, δίκαιης, διαφανούς, ανεξάρτητης, αποτελεσματικής και αποδοτικής εξωδικαστικής επίλυσης διαφορών για οποιαδήποτε διαφορά προκύπτει από προϊόντα ή υπηρεσίες που συνδέονται ή είναι δεσμοποιημένα με οποιοδήποτε προϊόν ή υπηρεσία εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος Νόμου:
(9)(α) Με την επιφύλαξη των βασικών αρχών του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου και του περί Ενοικιοστασίου Νόμου, η αρμόδια αρχή λαμβάνει τα μέτρα που είναι απαραίτητα για την άρση των ρυθμιστικών και μη ρυθμιστικών φραγμών στην ενεργειακή απόδοση όσον αφορά τον διχασμό κινήτρων μεταξύ ιδιοκτητών και ενοικιαστών ή μεταξύ ιδιοκτητών κτιρίου ή κτιριακής μονάδας, με σκοπό να διασφαλιστεί ότι τα συγκεκριμένα μέρη δεν αποτρέπονται από την πραγματοποίηση επενδύσεων για τη βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης, τις οποίες θα είχαν ειδάλλως πραγματοποιήσει, από το γεγονός ότι ατομικά δεν αποκομίζουν όλα τα οφέλη ή από την έλλειψη κανόνων επιμερισμού του κόστους και των οφελών μεταξύ τους.
(β) Τα μέτρα άρσης τέτοιων φραγμών δύναται να περιλαμβάνουν παροχή κινήτρων, κατάργηση ή τροποποίηση νομοθετικών ή κανονιστικών διατάξεων, έγκριση κατευθυντήριων γραμμών και ερμηνευτικών ανακοινώσεων, απλοποίηση διοικητικών διαδικασιών, περιλαμβανομένων εθνικών κανόνων και μέτρων που ρυθμίζουν τις διαδικασίες λήψης αποφάσεων σε πολυϊδιοκτησίες και τη δυνατότητα προσφυγής σε λύσεις χρηματοδότησης από τρίτους:
(γ) Η αρμόδια αρχή λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα, προκειμένου να στηρίξει τον πολυμερή διάλογο μεταξύ των σχετικών εταίρων, όπως οι τοπικές και περιφερειακές αρχές, οι κοινωνικοί εταίροι, οργανώσεις ιδιοκτητών και ενοικιαστών, οργανώσεις καταναλωτών, διανομείς ενέργειας ή εταιρείες λιανικής πώλησης ενέργειας, πάροχοι ενεργειακών υπηρεσιών, κοινότητες ανανεώσιμης ενέργειας, ενεργειακές κοινότητες πολιτών, δημόσιες αρχές και οργανισμοί, με στόχο να διατυπωθούν προτάσεις για από κοινού αποδεκτά μέτρα, κίνητρα και κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με τον διχασμό των κινήτρων μεταξύ ιδιοκτητών και ενοικιαστών ή μεταξύ ιδιοκτητών κτιρίου ή κτιριακής μονάδας.
(δ) Η αρμόδια αρχή αναφέρει τους εν λόγω φραγμούς και τα μέτρα που λαμβάνονται στο πλαίσιο του εθνικού σχεδίου ανακαίνισης κτιρίων, όπως καθορίζεται στον περί Ρύθμισης της Ενεργειακής Απόδοσης των Κτιρίων Νόμο και τον Κανονισμό (ΕΕ) 2018/1999.
15.-(1) Η αρμόδια αρχή, με την επιφύλαξη των εθνικών οικονομικών και κοινωνικών της πολιτικών και των υποχρεώσεών της δυνάμει του ενωσιακού δικαίου, λαμβάνει κατάλληλα μέτρα για την ενδυνάμωση και την προστασία των ατόμων τα οποία πλήττονται από ενεργειακή φτώχεια, των ευάλωτων πελατών, των ατόμων σε νοικοκυριά χαμηλού εισοδήματος και, κατά περίπτωση, των ατόμων τα οποία ζουν σε κοινωνικές κατοικίες:
(2) Η αρμόδια αρχή, με την επιφύλαξη των εθνικών οικονομικών και κοινωνικών της πολιτικών και των υποχρεώσεών της δυνάμει του ενωσιακού δικαίου, δύναται να εφαρμόζει μέτρα βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης και συναφή μέτρα προστασίας ή ενημέρωσης των καταναλωτών, ιδίως εκείνα που ορίζονται στα εδάφια (3) και (4) του άρθρου 10 και στο άρθρο 14, κατά προτεραιότητα μεταξύ των ατόμων τα οποία πλήττονται από ενεργειακή φτώχεια, των ευάλωτων πελατών, των ατόμων σε νοικοκυριά χαμηλού εισοδήματος και, κατά περίπτωση, των ατόμων τα οποία ζουν σε κοινωνικές κατοικίες για τον μετριασμό της ενεργειακής φτώχειας:
(3) Για τη στήριξη ατόμων τα οποία πλήττονται από ενεργειακή φτώχεια, ευάλωτων πελατών, ατόμων σε νοικοκυριά χαμηλού εισοδήματος και, κατά περίπτωση, ατόμων τα οποία ζουν σε κοινωνικές κατοικίες, η αρμόδια αρχή, κατά περίπτωση-
(α) εφαρμόζει μέτρα βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης για μετριασμό των διανεμητικών επιπτώσεων άλλων πολιτικών και μέτρων, όπως τα φορολογικά μέτρα που εφαρμόζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 12, ή η εφαρμογή της εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπών στον τομέα των κτιρίων και των μεταφορών σύμφωνα με την Οδηγία 2003/87/ΕΚ·
(β) αξιοποιεί με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τη δημόσια χρηματοδότηση που διατίθεται σε ενωσιακό και εθνικό επίπεδο, περιλαμβανομένης, κατά περίπτωση, της χρηματοδοτικής συνεισφοράς που λαμβάνει η αρμόδια αρχή από το Κοινωνικό Ταμείο για το Κλίμα σύμφωνα με τα άρθρα 9 και 14 του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/955, και τα έσοδα από πλειστηριασμούς δικαιωμάτων στο πλαίσιο της εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπών δυνάμει του Συστήματος Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπών, σύμφωνα με την Οδηγία 2003/87/ΕΚ, για επενδύσεις σε μέτρα βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης ως δράσεις προτεραιότητας·
(γ) πραγματοποιεί έγκαιρες, μελλοντοστραφείς επενδύσεις σε μέτρα βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης, προτού επιδράσει ο διανεμητικός αντίκτυπος άλλων πολιτικών και μέτρων·
(δ) προωθεί την παροχή τεχνικής βοήθειας και την ανάπτυξη μέσων χρηματοδοτικών και χρηματοπιστωτικών μέσων διευκόλυνσης, όπως τα συστήματα βάσει λογαριασμών, τα τοπικά αποθεματικά για ζημιές από χορηγηθέντα δάνεια, τα ταμεία εγγυήσεων, τα κεφάλαια που στοχεύουν σε ριζικές ανακαινίσεις και ανακαινίσεις που πρέπει να εξασφαλίζουν κάποια ελάχιστα ενεργειακά οφέλη·
(ε) ενισχύει την παροχή τεχνικής βοήθειας προς κοινωνικούς φορείς για την προώθηση της ενεργού συμμετοχής των ευάλωτων πελατών στην αγορά ενέργειας και των θετικών αλλαγών στη συμπεριφορά τους όσον αφορά την κατανάλωση ενέργειας·
(στ) διασφαλίζει την πρόσβαση σε χρηματοδότηση, επιχορηγήσεις ή επιδοτήσεις που συνδέονται με τα ελάχιστα ενεργειακά οφέλη και διευκολύνουν, κατά συνέπεια, την πρόσβαση σε οικονομικά προσιτά τραπεζικά δάνεια ή ειδικά πιστωτικά όρια.
(4)(α) Η αρμόδια αρχή συγκροτεί δίκτυο εμπειρογνωμόνων από διάφορους τομείς, όπως ο τομέας της υγείας, ο οικοδομικός τομέας και κοινωνικοί τομείς, με σκοπό την ανάπτυξη στρατηγικών για τη στήριξη των τοπικών και εθνικών φορέων λήψης αποφάσεων στην εφαρμογή μέτρων βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης και την παροχή τεχνικής βοήθειας και χρηματοδοτικών εργαλείων, για μετριασμό της ενεργειακής φτώχειας ή αναθέτει αυτή την αποστολή σε υπάρχον δίκτυο.
(5) Η αρμόδια αρχή δύναται να αναθέσει στο δίκτυο εμπειρογνωμόνων να παρέχει συμβουλές σχετικά με-
(α) εθνικούς ορισμούς, δείκτες και κριτήρια για την ενεργειακή φτώχεια, τους ενεργειακά φτωχούς και τους ευάλωτους πελάτες, περιλαμβανομένων των τελικών χρηστών·
(β) την ανάπτυξη ή τη βελτίωση σχετικών δεικτών και συνόλων δεδομένων, συνδεόμενων με το ζήτημα της ενεργειακής φτώχειας, που πρέπει να χρησιμοποιούνται και να αναφέρονται στις εκθέσεις·
(γ) μεθόδους και μέτρα για τη διασφάλιση της οικονομικής προσιτότητας του κόστους ζωής, την προώθηση της ουδετερότητας του κόστους στέγασης ή τρόπους, για να διασφαλιστεί ότι η δημόσια χρηματοδότηση που επενδύεται σε μέτρα βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης είναι προς όφελος τόσο των ιδιοκτητών όσο και των ενοικιαστών των κτιρίων και των κτιριακών μονάδων, ιδίως όσον αφορά τα άτομα τα οποία πλήττονται από ενεργειακή φτώχεια, τους ευάλωτους πελάτες, των ατόμων σε νοικοκυριά χαμηλού εισοδήματος και, κατά περίπτωση, τα άτομα τα οποία ζουν σε κοινωνικές κατοικίες·
(δ) μέτρα για την πρόληψη ή την αντιμετώπιση καταστάσεων στις οποίες συγκεκριμένες ομάδες πλήττονται περισσότερο ή διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο να πληγούν από ενεργειακή φτώχεια ή είναι πιο ευάλωτες στις δυσμενείς επιπτώσεις της ενεργειακής φτώχειας, όπως βάσει του εισοδήματος, του φύλου, της κατάστασης της υγείας ή της ιδιότητας μέλους τους σε μειονότητα, καθώς και βάσει των δημογραφικών στοιχείων.
16.-(1)(α) Η αρμόδια αρχή δημιουργεί δίκτυο που διασφαλίζει το κατάλληλο επίπεδο ικανοτήτων για τα σχετιζόμενα με την ενεργειακή απόδοση επαγγέλματα το οποίο αντιστοιχεί στις ανάγκες της αγοράς και, σε στενή συνεργασία με τους κοινωνικούς εταίρους, διασφαλίζει ότι τα καθεστώτα πιστοποίησης ή ισοδύναμων επαγγελματικών προσόντων, περιλαμβανομένων, όπου απαιτείται, κατάλληλων προγραμμάτων κατάρτισης, είναι διαθέσιμα για τα επαγγέλματα που σχετίζονται με την ενεργειακή απόδοση, περιλαμβανομένων των παρόχων ενεργειακών υπηρεσιών, των ενεργειακών ελεγκτών, των διαχειριστών ενέργειας, των ανεξάρτητων εμπειρογνωμόνων που αναφέρονται στον περί Ρύθμισης της Ενεργειακής Απόδοσης των Κτιρίων Νόμο, των υπευθύνων εγκατάστασης στοιχείων κτιρίου, και των παρόχων ολοκληρωμένων εργασιών ανακαίνισης, καθώς και ότι είναι αξιόπιστα και συμβάλλουν στην επίτευξη των εθνικών στόχων ενεργειακής απόδοσης και των συνολικών στόχων της Ένωσης για την απανθρακοποίηση.
(β) Η αρμόδια αρχή διασφαλίζει ότι οι πάροχοι καθεστώτων πιστοποίησης ή ισοδύναμων επαγγελματικών προσόντων, περιλαμβανομένων, όπου απαιτείται, κατάλληλων προγραμμάτων κατάρτισης, λαμβάνουν διαπίστευση σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΚ) 765/2008 ή έχουν εξασφαλίσει άδεια ή εγκρίνονται σύμφωνα με συγκλίνουσα εθνική νομοθεσία ή πρότυπα.
(2) Η αρμόδια αρχή προωθεί τη συμμετοχή σε προγράμματα πιστοποίησης, κατάρτισης και εκπαίδευσης για τη διασφάλιση του κατάλληλου επιπέδου ικανοτήτων στα σχετιζόμενα με την ενεργειακή απόδοση επαγγέλματα, ώστε να ανταποκρίνονται στις ανάγκες της αγοράς.
(3) Η αρμόδια αρχή εξασφαλίζει ότι τα εθνικά καθεστώτα πιστοποίησης ή ισοδύναμων επαγγελματικών προσόντων, περιλαμβανομένων, όπου απαιτείται, των προγραμμάτων κατάρτισης, λαμβάνουν υπόψη τα υφιστάμενα ευρωπαϊκά ή διεθνή πρότυπα για την ενεργειακή απόδοση.
(4)(α) Η αρμόδια αρχή δημοσιοποιεί τα καθεστώτα πιστοποίησης, τα ισοδύναμα καθεστώτα επαγγελματικών προσόντων ή τα κατάλληλα προγράμματα κατάρτισης που αναφέρονται στο εδάφιο (1) και συνεργάζεται με τα υπόλοιπα κράτη μέλη και με την Επιτροπή για συγκρίσεις μεταξύ των καθεστώτων και την αναγνώρισή τους.
(β) Η αρμόδια αρχή λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα, προκειμένου να γνωρίζουν οι καταναλωτές την ύπαρξη των καθεστώτων πιστοποίησης ή αδειοδότησης ή έγκρισης των παροχών ενεργειακών υπηρεσιών που αναφέρονται στο άρθρο 17.
(5) Από την 31η Δεκεμβρίου 2024 και στη συνέχεια τουλάχιστον ανά τετραετία, η αρμόδια αρχή-
(α) αξιολογεί κατά πόσο τα καθεστώτα διασφαλίζουν το αναγκαίο επίπεδο ικανοτήτων και ισότιμη πρόσβαση σε όλα τα άτομα σύμφωνα με την αρχή της απαγόρευσης των διακρίσεων για τους παρόχους ενεργειακών υπηρεσιών, τους ενεργειακούς ελεγκτές, τους διαχειριστές ενέργειας, τους ανεξάρτητους εμπειρογνώμονες που αναφέρονται στον περί Ρύθμισης της Ενεργειακής Απόδοσης των Κτιρίων Νόμο, τους εγκαταστάτες στοιχείων κτιρίου, καθώς και τους παρόχους ολοκληρωμένων εργασιών ανακαίνισης·
(β) αξιολογεί το χάσμα μεταξύ των διαθέσιμων και των ζητούμενων επαγγελματιών· και
(γ) δημοσιοποιεί την αξιολόγηση και τις συστάσεις που βασίζονται σε αυτή και τα υποβάλλει μέσω της ηλεκτρονικής πλατφόρμας που δημιουργείται σύμφωνα με το άρθρο 28 του Κανονισμού (ΕΕ) 2018/1999.
17.-(1) Η αρμόδια αρχή προωθεί την αγορά ενεργειακών υπηρεσιών και την πρόσβαση των ΜΜΕ στην εν λόγω αγορά ως ακολούθως:
(α) Διαδίδοντας σαφείς και εύκολα προσβάσιμες πληροφορίες σχετικά με-
(i) τις διαθέσιμες συμβάσεις ενεργειακών υπηρεσιών και τις ρήτρες που πρέπει να περιλαμβάνονται στις εν λόγω συμβάσεις, προκειμένου να διασφαλίζονται η εξοικονόμηση ενέργειας και τα δικαιώματα των τελικών πελατών·
(ii) τα χρηματοοικονομικά μέσα, τα κίνητρα, τις επιχορηγήσεις, τα κεφάλαια κίνησης, τις εγγυήσεις, τα καθεστώτα ασφάλισης και τα δάνεια για τη στήριξη έργων υπηρεσιών ενεργειακής απόδοσης·
(iii) τους διαθέσιμους παρόχους ενεργειακών υπηρεσιών που είναι ειδικευμένοι και έχουν εξασφαλίσει άδεια από την αρμόδια αρχή και τα επαγγελματικά προσόντα ή τις πιστοποιήσεις τους· και
(iv) τις διαθέσιμες μεθοδολογίες παρακολούθησης και επαλήθευσης και τα διαθέσιμα συστήματα ποιοτικού ελέγχου·
(β) ενθαρρύνοντας την ανάπτυξη σημάτων ποιότητας, μεταξύ άλλων, από εμπορικές ενώσεις, με βάση ευρωπαϊκά ή διεθνή πρότυπα, κατά περίπτωση· και
(γ) δημοσιοποιώντας και επικαιροποιώντας τακτικά τον κατάλογο των παρόχων ενεργειακών υπηρεσιών που είναι εγγεγραμμένοι στο μητρώο παρόχων ενεργειακών υπηρεσιών δυνάμει των προνοιών των περί Ενεργειακής Απόδοσης κατά την Τελική Χρήση και τις Ενεργειακές Υπηρεσίες (Πάροχοι Ενεργειακών Υπηρεσιών) Κανονισμών ή παρέχοντας διεπαφή στην οποία οι πάροχοι ενεργειακών υπηρεσιών δύναται να παρέχουν πληροφορίες.
(2)(α) Οι δημόσιοι φορείς προωθούν και διασφαλίζουν, όπου είναι τεχνικά και οικονομικά εφικτό, τη χρήση συμβάσεων ενεργειακής απόδοσης για ανακαινίσεις μεγάλων κτιρίων που ανήκουν σε δημόσιους φορείς.
(β) Για ανακαινίσεις μεγάλων μη οικιστικών κτιρίων με συνολικό ωφέλιμο εμβαδόν δαπέδου άνω των επτακοσίων πενήντα τετραγωνικών μέτρων (750 m2), οι δημόσιοι φορείς αξιολογούν τη σκοπιμότητα της χρήσης συμβάσεων ενεργειακής απόδοσης και άλλων ενεργειακών υπηρεσιών βασισμένων στις επιδόσεις.
(γ) Η αρμόδια αρχή δύναται να ενθαρρύνει τους δημόσιους φορείς να συνδυάζουν συμβάσεις ενεργειακής απόδοσης με διευρυμένες ενεργειακές υπηρεσίες, περιλαμβανομένων της απόκρισης στη ζήτηση και της αποθήκευσης, προκειμένου να διασφαλίζεται η εξοικονόμηση ενέργειας και να διατηρούνται τα αποτελέσματα που επιτυγχάνονται με την πάροδο του χρόνου μέσω συνεχούς παρακολούθησης, αποτελεσματικής λειτουργίας και συντήρησης.
(3) Η αρμόδια αρχή στηρίζει την ανάληψη από τον δημόσιο τομέα προσφορών ενεργειακών υπηρεσιών, κυρίως για ανακαινίσεις κτιρίων-
(α) παρέχοντας-
(i) πορίσματα και συστάσεις μέτρων βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης που ορίζονται σε αναλύσεις και ενεργειακούς ελέγχους που διενεργήθηκαν πριν από τη σύναψη της σύμβασης ενεργειακής απόδοσης και καλύπτουν την ενεργειακή χρήση στα κτίρια, με σκοπό την εφαρμογή μέτρων βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης·
(ii) ημερομηνία ή ημερομηνίες αναφοράς για τον προσδιορισμό της επιτευχθείσας εξοικονόμησης· και
(iii) υποδείγματα συμβάσεων για συνάψεις συμβάσεων ενεργειακής απόδοσης τα οποία περιλαμβάνουν τουλάχιστον τα στοιχεία που παρατίθενται στην παράγραφο (1) του Κανονισμού 9 των περί της Ενεργειακής Απόδοσης κατά την Τελική Χρήση και τις Ενεργειακές Υπηρεσίες (Πάροχοι Ενεργειακών Υπηρεσιών) Κανονισμών:
(β) παρέχοντας πληροφορίες σχετικά με βέλτιστες πρακτικές για συμβάσεις ενεργειακής απόδοσης, οι οποίες περιλαμβάνουν, εφόσον υπάρχει, ανάλυση κόστους-οφέλους, χρησιμοποιώντας προσέγγιση που βασίζεται στον κύκλο ζωής· και
(γ) προωθώντας και διαθέτοντας στο κοινό βάση δεδομένων με τα υλοποιηθέντα και τα εν εξελίξει έργα συμβάσεων ενεργειακής απόδοσης, η οποία να περιλαμβάνει την προβλεπόμενη και την επιτευχθείσα εξοικονόμηση ενέργειας.
(4) Η αρμόδια αρχή υποστηρίζει την ορθή λειτουργία της αγοράς ενεργειακών υπηρεσιών, λαμβάνοντας τα ακόλουθα μέτρα:
(α) Εντοπίζοντας και δημοσιοποιώντας ένα ή περισσότερα σημεία επαφής στα οποία οι τελικοί πελάτες μπορούν να λαμβάνουν τις πληροφορίες που αναφέρονται στο εδά- φιο (1)·
(β) αίροντας τους κανονιστικούς και μη κανονιστικούς φραγμούς που παρεμποδίζουν τη σύναψη συμβάσεων ενεργειακής απόδοσης και άλλα πρότυπα υπηρεσιών ενεργειακής απόδοσης για τον εντοπισμό ή την εφαρμογή μέτρων εξοικονόμησης ενέργειας ή αμφότερα·
(γ) συστήνοντας συμβουλευτικούς φορείς και ανεξάρτητους διαμεσολαβητές της αγοράς και προωθώντας τον ρόλο τους, συμπεριλαμβανομένων των υπηρεσιών μίας στάσης ή παρόμοιων μηχανισμών στήριξης για την τόνωση της ανάπτυξης της αγοράς από την πλευρά της ζήτησης και από την πλευρά της προσφοράς, και εξασφαλίζοντας τη δημοσιοποίηση και την πρόσβαση των παραγόντων της αγοράς σε πληροφορίες σχετικά με τους εν λόγω μηχανισμούς στήριξης.
(5) Η αρμόδια αρχή, για τη στήριξη της εύρυθμης λειτουργίας της αγοράς ενεργειακών υπηρεσιών, παραπέμπει σε διαμεσολαβητή που είναι εγγεγραμμένος στο Μητρώο Διαμεσολαβητών του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Ορισμένων Θεμάτων Διαμεσολάβησης σε Αστικές Διαφορές Νόμου, για να εξασφαλίζεται η αποτελεσματική διαχείριση καταγγελιών και η εξωδικαστική επίλυση διαφορών που ανακύπτουν από συμβάσεις ενεργειακών υπηρεσιών, και, σε περίπτωση κατά την οποία η διαφορά είναι μεταξύ εμπόρου και καταναλωτή, όπως αυτός ορίζεται στον περί της Εναλλακτικής Επίλυσης Καταναλωτικών Διαφορών Νόμο, εφαρμόζονται οι διατάξεις του περί της Εναλλακτικής Επίλυσης Καταναλωτικών Διαφορών Νόμου.
(6) Οι διανομείς ενέργειας, οι διαχειριστές συστημάτων διανομής και οι εταιρείες λιανικής πώλησης ενέργειας απέχουν από οποιεσδήποτε δραστηριότητες που ενδέχεται να παρακωλύσουν τη ζήτηση και την προμήθεια ενεργειακών υπηρεσιών ή μέτρων βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης ή να παρεμποδίσουν την ανάπτυξη αγορών παρόμοιων υπηρεσιών ή μέτρων, μεταξύ άλλων, με αποκλεισμό των ανταγωνιστών από την αγορά ή με κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης.
(7) Ενεργειακές υπηρεσίες και/ή παροχή ενεργειακών υπηρεσιών που γίνονται ή/και παρέχονται για την εξοικονόμηση ενέργειας διενεργούνται μόνο από παρόχους ενεργειακών υπηρεσιών οι οποίοι είναι ειδικευμένοι και έχουν εξασφαλίσει άδεια από την αρμόδια αρχή.
18.-(1) Η αρμόδια αρχή, με την επιφύλαξη των διατάξεων των άρθρων 107 και 108 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, διευκολύνει τη δημιουργία μηχανισμών χρηματοδότησης ή τη χρήση υπαρχόντων μηχανισμών για μέτρα βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης, προκειμένου να μεγιστοποιηθούν τα οφέλη από τη συγκέντρωση διάφορων χρηματοδοτικών ροών και από τον συνδυασμό επιχορηγήσεων, χρηματοδοτικών μέσων και τεχνικής βοήθειας.
(2)(α) Το Υπουργικό Συμβούλιο αποφασίζει-
(i) για μέτρα που προωθούν τα πιστοδοτικά προϊόντα ενεργειακής απόδοσης, όπως τα πράσινα ενυπόθηκα δάνεια και τα πράσινα δάνεια, εξασφαλισμένα και μη, και μεριμνά, ώστε να είναι διαθέσιμα ευρέως και χωρίς διακρίσεις από τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και να είναι ορατά και προσβάσιμα στους καταναλωτές·
(ii) για μέτρα, με σκοπό την διευκόλυνση της εφαρμογής των καθεστώτων χρηματοδότησης βάσει λογαριασμών και επί των φόρων, λαμβάνοντας υπόψη την καθοδήγηση της Επιτροπής.
(β) Η αρμόδια αρχή-
(i) εξασφαλίζει ότι οι τράπεζες και άλλα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα λαμβάνουν πληροφορίες σχετικά με ευκαιρίες συμμετοχής στη χρηματοδότηση μέτρων βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης, μεταξύ άλλων, μέσω της δημιουργίας συμπράξεων ιδιωτικού και δημοσίου τομέα·
(ii) ενθαρρύνει τη δημιουργία μηχανισμών εγγύησης δανείων για επενδύσεις ενεργειακής απόδοσης.
(3) Η αρμόδια αρχή, με την επιφύλαξη των διατάξεων των άρθρων 107 και 108 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, προωθεί τη θέσπιση καθεστώτων χρηματοδοτικής στήριξης για την αύξηση της λήψης μέτρων βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης για την ουσιαστική ανακαίνιση μεμονωμένων συστημάτων και συστημάτων τηλεθέρμανσης και τηλεψύξης.
(4) Η αρμόδια αρχή προωθεί την απόκτηση εμπειρογνωμοσύνης σε τοπικό επίπεδο και την παροχή τεχνικής βοήθειας, κατά περίπτωση μέσω υφιστάμενων δικτύων και δομών, για την παροχή συμβουλών σχετικά με βέλτιστες πρακτικές όσον αφορά την επίτευξη απανθρακο-ποίησης της τοπικής τηλεθέρμανσης και τηλεψύξης, όπως η πρόσβαση σε ειδική χρηματοδοτική στήριξη.
(5) Για τους σκοπούς της κινητοποίησης ιδιωτικής χρηματοδότησης σε μέτρα ενεργειακής απόδοσης και ενεργειακής ανακαίνισης, η αρμόδια αρχή κατά την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος Νόμου-
(α) εξετάζει τρόπους για καλύτερη αξιοποίηση συστημάτων ενεργειακής διαχείρισης και ενεργειακών ελέγχων βάσει των διατάξεων του άρθρου 13 προς επηρεασμό της διαδικασίας λήψης αποφάσεων·
(β) αξιοποιεί με τον καλύτερο τρόπο τις δυνατότητες και τα εργαλεία που είναι διαθέσιμα στον προϋπολογισμό της Ένωσης και προτείνονται στην πρωτοβουλία «Έξυπνη χρηματοδότηση για έξυπνα κτίρια» και στην ανακοίνωση της Επιτροπής, της 14ης Οκτωβρίου 2020, με τίτλο «Κύμα ανακαινίσεων για την Ευρώπη - οικολογικά κτίρια, θέσεις εργασίας, καλύτερη ζωή».
(6)(α) Η αρμόδια αρχή διασφαλίζει ότι το Ταμείο ΑΠΕ και ΕΞ.Ε προωθεί την εφαρμογή μέτρων ενεργειακής απόδοσης για τη στήριξη της Κυπριακής Δημοκρατίας στην επίτευξη των εθνικών συνεισφορών ενεργειακής απόδοσης και των ενδεικτικών πορειών τους που αναφέρονται στον παρόντα Νόμο και για τη χρηματοδότηση ειδικών καθεστώτων και προγραμμάτων για ανακαινίσεις ενεργειακής απόδοσης, με σκοπό την υλοποίηση των αναγκαίων επενδύσεων που περιλαμβάνονται στο εθνικό σχέδιο ανακαίνισης κτιρίων, όπως αυτό αναφέρεται στον περί Ρύθμισης της Ενεργειακής Απόδοσης των Κτιρίων Νόμο, για τη μετατροπή του κτιριακού δυναμικού τους σε κτίρια μηδενικών εκπομπών έως το 2050.
(β) Τηρουμένων των διατάξεων του περί της Λειτουργίας Ταμείου Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας και Εξοικονόμησης Ενέργειας Νόμου, μέρος των εσόδων του Ταμείου ΑΠΕ και ΕΞ.Ε δύναται να προκύπτει από τα έσοδα δημοπράτησης δικαιωμάτων εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου προς όφελος της Δημοκρατίας.
(γ) Στα έσοδα από τη δημοπράτηση εκπομπών αερίου του θερμοκηπίου περιλαμβάνονται και τα έσοδα από πλειστηριασμούς δικαιωμάτων σύμφωνα με το σύστημα εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπών στους τομείς των κτιρίων και των μεταφορών σύμφωνα με την Οδηγία 2003/87/ΕΚ.
(7)(α) Για την αύξηση της απορρόφησης ιδιωτικών επενδύσεων στην ενεργειακή απόδοση και των πιστοδοτικών προϊόντων και των καινοτόμων καθεστώτων ενεργειακής απόδοσης, το Υπουργικό Συμβούλιο αποφασίζει για χρηματοδοτικά μέσα, περιλαμβανομένων δημόσιων εγγυήσεων.
(β) Τηρουμένων των διατάξεων του περί της Λειτουργίας Ταμείου Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας και Εξοικονόμησης Ενέργειας Νόμου, το Ταμείο ΑΠΕ και ΕΞ.Ε στηρίζει κατά προτεραιότητα την εφαρμογή μέτρων μεταξύ των ατόμων τα οποία πλήττονται από ενεργειακή φτώχεια, των ευάλωτων πελατών, των ατόμων σε νοικοκυριά χαμηλού εισοδήματος και, κατά περίπτωση, των ατόμων τα οποία ζουν σε κοινωνικές κατοικίες· η δε στήριξη περιλαμβάνει και χρηματοδότηση για μέτρα ενεργειακής απόδοσης για τις ΜΜΕ, με σκοπό τη μόχλευση και την ενεργοποίηση ιδιωτικής χρηματοδότησης για τις ΜΜΕ.
(8) Το Υπουργικό Συμβούλιο δύναται να αποφασίζει όπως τα έσοδα της Δημοκρατίας από τα ετήσια δικαιώματα εκπομπής, δυνάμει των διατάξεων της πράξης της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Απόφαση αριθ. 406/2009/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Απριλίου 2009, περί των προσπαθειών των κρατών μελών να μειώσουν τις οικείες εκπομπές αερίων θερμοκηπίου, ώστε να τηρηθούν σε δεσμεύσεις της Κοινότητας για μείωση των εκπομπών αυτών μέχρι το 2020», χρησιμοποιούνται για την ανάπτυξη καινοτόμων χρηματοδοτικών μηχανισμών για βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης.
(9) Η αρμόδια αρχή υποβάλλει στην Επιτροπή έως την 15η Μαρτίου 2025 και στη συνέχεια ανά διετία, στο πλαίσιο των ενοποιημένων εθνικών εκθέσεων προόδου της για την ενέργεια και το κλίμα που υποβάλλονται δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 17 και σύμφωνα με το άρθρο 21 του Κανονισμού (ΕΕ) 2018/1999 τα ακόλουθα στοιχεία:
(α) Τον όγκο των δημόσιων επενδύσεων στην ενεργειακή απόδοση και τον μέσο συντελεστή μόχλευσης που επιτυγχάνεται με δημόσια χρηματοδότηση για τη στήριξη μέτρων ενεργειακής απόδοσης·
(β) τον όγκο των πιστοδοτικών προϊόντων ενεργειακής απόδοσης, με διάκριση μεταξύ διαφορετικών προϊόντων· και
(γ) κατά περίπτωση, τα εθνικά χρηματοδοτικά προγράμματα που έχουν θεσπιστεί για την αύξηση της υιοθέτησης της ενεργειακής απόδοσης και των βέλτιστων πρακτικών, καθώς και καινοτόμων συστημάτων χρηματοδότησης για την ενεργειακή απόδοση.
(10) Για τους σκοπούς της εκπλήρωσης της υποχρέωσης που αναφέρεται στην παράγραφο (β) του εδαφίου (9) και με την επιφύλαξη πρόσθετων εθνικών μέτρων, η αρμόδια αρχή λαμβάνει υπόψη τις υφιστάμενες υποχρεώσεις δημοσιοποίησης που υπέχουν τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, στις οποίες περιλαμβάνονται οι ακόλουθες:
(α) Οι κανόνες δημοσιοποίησης που ισχύουν για τα πιστωτικά ιδρύματα σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΕ) 2021/2178· και
(β) οι απαιτήσεις δημοσιοποίησης κινδύνων που ισχύουν για τα πιστωτικά ιδρύματα σύμφωνα με το άρθρο 449α του Κανονισμού (ΕΕ) 575/2013.
19.-(1) Για τους σκοπούς της σύγκρισης της εξοικονόμησης ενέργειας και της μετατροπής σε συγκρίσιμη μονάδα ισχύουν οι τιμές της κατώτερης θερμογόνου δύναμης, ως καθορίζονται στο Παράρτημα VI του Κανονισμού (ΕΕ) 2018/2066 και οι συντελεστές πρωτογενούς ενέργειας, ως προβλέπεται στο εδάφιο (2), εκτός εάν δύναται να δικαιολογηθεί η χρήση άλλων τιμών ή συντελεστών.
(2) Όταν η εξοικονόμηση ενέργειας υπολογίζεται σε όρους πρωτογενούς ενέργειας με χρήση προσέγγισης από κάτω προς τα πάνω με βάση την τελική κατανάλωση ενέργειας, εφαρμόζεται συντελεστής πρωτογενούς ενέργειας.
(3)(α) Για εξοικονόμηση σε κιλοβατώρες (kWh) ηλεκτρικής ενέργειας, η αρμόδια αρχή εφαρμόζει συντελεστή, προκειμένου να υπολογίζεται επακριβώς η προκύπτουσα εξοικονόμηση κατανάλωσης πρωτογενούς ενέργειας, και ειδικότερα, εφαρμόζει προκαθορισμένο συντελεστή ένα κόμμα εννέα (1,9), εκτός εάν ο Υπουργός με διάταγμά του ορίσει διαφορετικό συντελεστή βάσει αιτιολογημένων εθνικών περιστάσεων.
(β) Προκειμένου ο Υπουργός να καθορίσει με διάταγμά του τον διαφορετικό συντελεστή βάσει αιτιολογημένων εθνικών περιστάσεων, η αρμόδια αρχή εισηγείται στον Υπουργό διαφανή μεθοδολογία με βάση τις εθνικές, περιφερειακές ή τοπικές συνθήκες που επηρεάζουν την κατανάλωση πρωτογενούς ενέργειας, οι οποίες είναι αιτιολογημένες και επαληθεύσιμες και βασίζονται σε αντικειμενικά και αμερόληπτα κριτήρια:
(4) Για εξοικονόμηση σε κιλοβατώρες (kWh) άλλων φορέων ενέργειας, η αρμόδια αρχή εφαρμόζει συντελεστή, προκειμένου να υπολογίζεται επακριβώς η προκύπτουσα εξοικονόμηση κατανάλωσης πρωτογενούς ενέργειας.
(5) Κατά τον καθορισμό του συντελεστή σύμφωνα με την παράγραφο (β) του εδαφίου (3) λαμβάνεται το ενεργειακό μίγμα που περιλαμβάνεται στην επικαιροποίηση του ενοποιημένου εθνικού σχεδίου για την ενέργεια και το κλίμα, το οποίο υποβάλλεται σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 14 του Κανονισμού (ΕΕ) 2018/1999 και στο επακόλουθο ενοποιημένο εθνικό σχέδιο για την ενέργεια και το κλίμα, που κοινοποιείται στην Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 3 και τα άρθρα 7 έως 12 του εν λόγω Κανονισμού.
(6) Ο συντελεστής που καθορίζεται σύμφωνα με την παράγραφο (β) του εδαφίου (3) κοινοποιείται στην Επιτροπή μαζί με τη μεθοδολογία υπολογισμού και τα υποκείμενα δεδομένα που περιέχονται στις εν λόγω επικαιροποιήσεις και στα επακόλουθα σχέδια.
20.-(1) Για σκοπούς διαπίστωσης της τήρησης των υποχρεώσεων που καθορίζονται στον παρόντα Νόμο ή/και στους Κανονισμούς και στα διατάγματα που εκδίδονται δυνάμει αυτού, η αρμόδια αρχή και κάθε εξουσιοδοτημένος λειτουργός έχουν τις ακόλουθες εξουσίες:
(α) Να διενεργούν επιτόπιες επιθεωρήσεις και έρευνες, περιλαμβανομένης της πρόσβασης σε κάθε χώρο, έδαφος ή μέσο μεταφοράς, ώστε να εξετάζουν, να κατάσχουν, να λαμβάνουν ή να αποκτούν αντίγραφα στοιχείων, δεδομένων ή εγγράφων, ανεξαρτήτως του μέσου αποθήκευσής τους·
(β) να κατάσχουν κάθε πληροφορία, δεδομένο ή έγγραφο για το χρονικό διάστημα και στον βαθμό που απαιτείται για την έρευνα·
(γ) να απαιτούν από κάθε εκπρόσωπο ή μέλος του προσωπικού του φορέα τον οποίο αφορά η έρευνα να παρέχει εξηγήσεις όσον αφορά τα πραγματικά περιστατικά, τις πληροφορίες, τα δεδομένα ή τα έγγραφα που σχετίζονται με το αντικείμενο της έρευνας και να καταγράφουν τις απαντήσεις·
(δ) να ζητούν και να λαμβάνουν στοιχεία και έγγραφα, περιλαμβανομένων συμβάσεων, δεδομένων, πληροφοριών και/ή άλλων συναφών στοιχείων, καταχωρισμένα σε μηχανικό, ηλεκτρικό ή ηλεκτρονικό σύστημα δεδομένων, και βιβλία και έγγραφα τα οποία βρίσκονται σε υποστατικό ή άλλο χώρο ή σε μεταφορικό μέσο και να λαμβάνουν αντίγραφα σε οποιαδήποτε μορφή, φωτοτυπίες και αποσπάσματά τους, ανεξαρτήτως του μέσου ή του τόπου αποθήκευσής τους·
(ε) να ζητούν την προσκόμιση σε τακτή προθεσμία αποδεικτικών στοιχείων σχετικά με την ακρίβεια των πραγματικών ισχυρισμών του υπό διερεύνηση φορέα αναφορικά με ενδεχόμενη παράβαση των διατάξεων του παρόντος Νόμου, στη βάση των διατάξεων της συγκεκριμένης υπόθεσης και λαμβάνοντας υπόψη τα έννομα συμφέροντα του φορέα και των λοιπών επηρεαζομένων:
(στ) να λαμβάνουν φωτογραφίες και/ή μαγνητοσκοπημένα αρχεία των υποστατικών, του χρησιμοποιούμενου εξοπλισμού, των διαφημίσεων και/ή των μεταδιδόμενων εκπομπών του εμπορευομένου, ανεξαρτήτως του χρησιμοποιούμενου μέσου μετάδοσης αυτών·
(ζ) να εισέρχονται σε υποστατικό ή άλλο χώρο και σε μεταφορικό μέσο-
(i) με συνοδεία οποιουδήποτε άλλου προσώπου, του οποίου η παρουσία κρίνεται αναγκαία για οποιοδήποτε σκοπό για τον οποίο ασκεί εξουσία δυνάμει των διατάξεων του παρόντος άρθρου·
(ii) φέροντας εξοπλισμό ή υλικά που κρίνονται αναγκαία για οποιοδήποτε σκοπό για τον οποίο ασκούν εξουσία δυνάμει των διατάξεων του παρόντος άρθρου· και
(iii) λαμβάνοντας δείγματα προϊόντων δωρεάν και άλλα τεκμήρια τα οποία κρίνονται αναγκαία για οποιοδήποτε σκοπό για τον οποίο ασκούν εξουσία δυνάμει των διατάξεων του παρόντος άρθρου:
(2) Ο κάτοχος και ο υπεύθυνος υποστατικού ή άλλου χώρου ή μεταφορικού μέσου και το πρόσωπο το οποίο προσφέρει ή παρέχει σχετική με την υπό διερεύνηση παράβαση υπηρεσία, καθώς και πρόσωπο το οποίο απασχολείται σε υποστατικό ή άλλο χώρο ή μεταφορικό μέσο στο οποίο εισέρχεται εξουσιοδοτημένος λειτουργός, δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου (1), έχουν έκαστος υποχρέωση να παρέχουν στην αρμόδια αρχή ή/και στον εξουσιοδοτημένο λειτουργό οποιαδήποτε πληροφορία κατέχουν και κάθε διευκόλυνση την οποία αυτοί εύλογα ζητούν· η δε αρμόδια αρχή ή ο εξουσιοδοτημένος λειτουργός έχει εξουσία να ζητεί και να λαμβάνει τέτοια πληροφορία και διευκόλυνση.
(3) Η αρμόδια αρχή και ο εξουσιοδοτημένος λειτουργός επιδεικνύουν, εφόσον τους ζητηθεί, πριν και κατά την άσκηση οποιασδήποτε από τις εξουσίες που τους χορηγούνται δυνάμει των διατάξεων του παρόντος άρθρου, αποδεικτικό έγγραφο της ιδιότητάς τους.
(4) Σε περίπτωση κατά την οποία η αρμόδια αρχή διαπιστώσει ότι δεν τηρούνται οι υποχρεώσεις που προβλέπονται στον παρόντα Νόμο ή/και στους Κανονισμούς και στα διατάγματα που εκδίδονται δυνάμει αυτού, η αρμόδια αρχή ή εξουσιοδοτημένος λειτουργός δύναται να επιδίδει ειδοποίηση σε πρόσωπο που κατά την κρίση της ή του προβαίνει σε τέτοια παράβαση, με την οποία επισημαίνεται η παράβαση και το εν λόγω πρόσωπο καλείται να συμμορφωθεί εντός χρονικού διαστήματος που καθορίζεται στην ειδοποίηση, ανάλογα με τη φύση της παράβασης.
(5) Σε περίπτωση κατά την οποία η αρμόδια αρχή ή εξουσιοδοτημένος λειτουργός έχει επιδώσει ειδοποίηση δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου (4) σε αδειούχο ενεργειακό ελεγκτή ή πάροχο ενεργειακής υπηρεσίας και διαπιστώσει ότι δεν συμμορφώθηκε με τις υποχρεώσεις που περιλαμβάνονται στην ειδοποίηση αυτή, η αρμόδια αρχή δύναται να αναστείλει την άδεια του ενεργειακού ελεγκτή ή του παρόχου ενεργειακής υπηρεσίας, μέχρις ότου τηρηθούν οι καθορισμένες υποχρεώσεις.
21.-(1)(α) Οι διανομείς ενέργειας, οι διαχειριστές συστημάτων διανομής και οι εταιρείες λιανικής πώλησης ενέργειας υποχρεούνται να παρέχουν, κατόπιν αιτήματος της αρμόδιας αρχής, τουλάχιστον μία (1) φορά τον χρόνο συγκεντρωτικές στατιστικές πληροφορίες σχετικά με τους τελικούς καταναλωτές τους.
(β) Οι πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο (α)-
(i) είναι επαρκείς, προκειμένου να σχεδιάζονται και να υλοποιούνται καταλλήλως προγράμματα βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης, και να προάγονται και να παρακολουθούνται οι ενεργειακές υπηρεσίες και άλλα μέτρα βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης·
(ii) δύναται να περιλαμβάνουν ιστορικές πληροφορίες· και
(iii) περιλαμβάνουν επίκαιρες πληροφορίες για την κατανάλωση των τελικών χρηστών, περιλαμβανομένων, κατά περίπτωση, των χαρακτηριστικών φορτίου, του διαχωρισμού των πελατών και της γεωγραφικής θέσης των πελατών, σεβόμενες ταυτόχρονα την ακεραιότητα και την εμπιστευτικότητα πληροφοριών που είναι ιδιωτικού χαρακτήρα ή εμπορικώς ευαίσθητες, σε συμμόρφωση με την εφαρμοστέα κοινοτική νομοθεσία.
(γ) Oι πάροχοι ενεργειακών υπηρεσιών και οι ενεργειακοί ελεγκτές παρέχουν στην αρμόδια αρχή πληροφορίες, για σκοπούς παρακολούθησης και ελέγχου των παρεχόμενων υπηρεσιών ενεργειακής απόδοσης, στο πλαίσιο εφαρμογής των Κανονισμών που εκδίδονται δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 23 και στο πλαίσιο εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος Νόμου.
(2) Οι δημόσιοι φορείς υποχρεούνται να παρέχουν στην αρμόδια αρχή τις πληροφορίες οι οποίες απαιτούνται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 6, 7, 8 και 9 και οι υπεύθυνες οντότητες υποχρεούνται να παρέχουν στην αρμόδια αρχή τις πληροφορίες που απαιτούνται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 6.
(3) Οι επιχειρήσεις υποχρεούνται να παρέχουν στην αρμόδια αρχή τις πληροφορίες που απαιτούνται σύμφωνα με τα εδάφια (1), (2), (3) ,(4), (10) και (11) του άρθρου 13.
(4) Τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα υποχρεούνται να παρέχουν στην αρμόδια αρχή τις πληροφορίες που απαιτούνται σύμφωνα με την παράγραφο (β) του εδαφίου (9) του άρθρου 18.
(5) Η κοινολόγηση πληροφοριών στην αρμόδια αρχή δυνάμει των διατάξεων του παρόντος άρθρου οι οποίες συνιστούν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, με βάση την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από την παράγραφο 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) 2016/679, είναι εμπιστευτική και γίνεται τηρουμένων των διατάξεων του εν λόγω Κανονισμού και του περί της Προστασίας των Φυσικών Προσώπων Έναντι της Επεξεργασίας των Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα και της Ελεύθερης Κυκλοφορίας των Δεδομένων αυτών Νόμου.
(6) Οι πληροφορίες που παρέχονται στην αρμόδια αρχή με βάση το παρόν άρθρο και δυνατόν να περιλαμβάνουν εμπορικά ευαίσθητες πληροφορίες θεωρούνται εμπιστευτικές.
(7) Η αρμόδια αρχή ή εξουσιοδοτημένος λειτουργός που λαμβάνει εμπορικά ευαίσθητες πληροφορίες κατά την έννοια του παρόντος άρθρου και δημοσιεύει ή κοινοποιεί σε μη εξουσιοδοτημένο πρόσωπο οποιαδήποτε τέτοια πληροφορία διαπράττει αδίκημα και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τους δώδεκα (12) μήνες ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις τριάντα χιλιάδες ευρώ (€30.000) ή και στις δύο αυτές ποινές:
Νοείται ότι, η υποχρέωση προς εχεμύθεια δεν ισχύει-
(α) όταν παρέχεται η έγγραφη συγκατάθεση του προσώπου που έχει υποχρέωση παροχής των πληροφοριών με βάση τα εδάφια (1), (2) και (3)∙
(β) έναντι δικαστηρίου∙
(γ) έναντι ερευνητικής επιτροπής που διορίσθηκε και ενεργεί δυνάμει των διατάξεων του περί Ερευνητικών Επιτροπών Νόμου∙
(δ) έναντι ποινικού ανακριτή ο οποίος διεξάγει ανάκριση δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 4 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου·
(ε) έναντι της Μονάδας Καταπολέμησης Αδικημάτων Συγκάλυψης δυνάμει των διατάξεων του περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμο·
(στ) έναντι της Επιτροπής Προστασίας του Ανταγωνισμού, κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων της βάσει του περί της Προστασίας του Ανταγωνισμού Νόμου· και
(ζ) έναντι της Ρυθμιστικής Αρχής Ενέργειας Κύπρου, κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων της δυνάμει των διατάξεων του περί της Ρύθμισης της Αγοράς Ηλεκτρισμού Νόμου και του περί Ρύθμισης της Αγοράς Φυσικού Αερίου Νόμου.
22.-(1) Ο Υπουργός, με διάταγμά του που δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, δύναται-
(α) να καθορίζει διαδικασίες, απαιτήσεις, κατευθύνσεις, μεθοδολογίες, κώδικες πρακτικής, καθώς και τεχνικά πρότυπα, με τα οποία πρέπει να συμμορφώνονται οι ενεργειακοί ελεγκτές και οι πάροχοι ενεργειακών υπηρεσιών σε σχέση με τη λειτουργία τους και την εκτέλεση του έργου τους∙
(β) να καθορίζει την αποζημίωση των μελών της Επιτροπής Ενεργειακών Ελεγκτών ανά συνεδρία·
(γ) να καθορίζει τους συντελεστές μετατροπής και τους συντελεστές πρωτογενούς ενέργειας για εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 19·
(δ) να καθορίζει τα ενεργειακά φτωχά νοικοκυριά∙
(ε) να απαιτεί από τα υπόχρεα μέρη να επιτύχουν μερίδιο της υποχρέωσής τους για εξοικονόμηση ενέργειας μεταξύ των ατόμων που πλήττονται από ενεργειακή φτώχεια·
(στ) να καθορίζει τα καθεστώτα πιστοποίησης ή τα άλλα ισοδύναμα καθεστώτα επαγγελματικών προσόντων για τους εγκαταστάτες δομικών στοιχείων κτιρίου, περιλαμβανομένου και του κελύφους του κτιρίου και για τους διαχειριστές ενέργειας και τον τρόπο δημοσιοποίησής τους·
(ζ) να καθορίζει συνολικό σωρευτικό στόχο, ετήσιο σωρευτικό στόχο και ελάχιστο ετήσιο ποσοστό συμμόρφωσης για τα υπόχρεα μέρη, ως αυτά ορίζονται σε Κανονισμούς·
(η) να καθορίζει σύμφωνα με τις εισηγήσεις της αρμόδιας αρχής, όπως προβλέπεται στις διατάξεις του εδαφίου (3) του άρθρου 11, τα υπόχρεα μέρη για εφαρμογή καθεστώτος ενεργειακής απόδοσης και τον Ετήσιο Σωρευτικό Στόχο υπόχρεου μέρους∙
(θ) να καθορίζει συντελεστή προσαύξησης σε τεχνικά ή/και συμπεριφορικά μέτρα που υλοποιούνται από υπόχρεα μέρη και αφορούν συγκεκριμένες ομάδες καταναλωτών∙
(ι) να δημοσιοποιεί και επικαιροποιεί μεθοδολογίες υπολογισμού της εξοικονομηθείσας ενέργειας ή/και ενδεικτικό κατάλογο επιλέξιμων μέτρων βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης∙
(ια) να καθορίζει τις υποχρεώσεις των ιδιοκτητών και διαχειριστών κέντρων δεδομένων με ζήτηση ισχύος της εγκατεστημένης τεχνολογίας πληροφορίων τουλάχιστον πεντακοσίων κιλοβάτ (500kW) και τις ελάχιστες απαιτήσεις παρακολούθησης και δημοσίευσης των ενεργειακών επιδόσεων των κέντρων δεδομένων∙
(ιβ) να καθορίζει τις διαδικασίες και απαιτήσεις για εφαρμογή της παραγράφου (στ) του Παραρτήματος ΙΙ∙
(ιγ)να καθορίζει τις διαδικασίες και απαιτήσεις για την εφαρμογή των άρθρων 6, 7, 8 και 9 από τους δημόσιους φορείς και τις διαδικασίες και απαιτήσεις για την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 6 από τις υπεύθυνες οντότητες·
(ιδ) να καθορίζει διαδικασίες και τρόπους για κινητοποίηση της ιδιωτικής χρηματοδότησης σε μέτρα ενεργειακής απόδοσης∙ και
(ιε) να καθορίζει τις άλλες οντότητες που θα εμπίπτουν στον ορισμό του όρου «υπεύθυνες οντότητες» για σκοπούς εφαρμογής του άρθρου 6.
23.-(1) Το Υπουργικό Συμβούλιο δύναται να εκδίδει Κανονισμούς, που δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, για τη ρύθμιση οποιουδήποτε θέματος το οποίο δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου χρήζει ή είναι δεκτικό καθορισμού ή για την καλύτερη εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος Νόμου.
(2) Χωρίς επηρεασμό της γενικότητας των διατάξεων του εδαφίου (1), το Υπουργικό Συμβούλιο δύναται να εκδίδει Κανονισμούς για-
(α) τη διαδικασία, τους όρους και τις προϋποθέσεις για έκδοση, ανανέωση, τροποποίηση και ανάκληση άδειας ενεργειακού ελεγκτή και παρόχου ενεργειακών υπηρεσιών από την αρμόδια αρχή·
(β) τον καθορισμό των προσόντων και γνώσεων σε εξειδικευμένα εκπαιδευτικά προγράμματα που πρέπει να κατέχουν οι ενεργειακοί ελεγκτές και οι πάροχοι ενεργειακών υπηρεσιών·
(γ) τον καθορισμό των κανόνων και αρχών που διέπουν την εκτέλεση του έργου των ενεργειακών ελεγκτών και των παρόχων ενεργειακών υπηρεσιών·
(δ) τον καθορισμό των κατηγοριών των αδειούχων ενεργειακών ελεγκτών και του πεδίου εφαρμογής και της έκτασης εργασιών κάθε κατηγορίας, καθώς και ειδικές απαιτήσεις σε σχέση με κάθε συγκεκριμένη κατηγορία·
(ε) τον καθορισμό συγκεκριμένων εργασιών ή ιδιοτήτων που είναι ασυμβίβαστες με το έργο των ενεργειακών ελεγκτών και των παρόχων ενεργειακών υπηρεσιών·
(στ) τη σύσταση και τον καθορισμό του περιεχομένου του μητρώου των ενεργειακών ελεγκτών και των παρόχων ενεργειακών υπηρεσιών·
(ζ) τη σύσταση Επιτροπής Ενεργειακών Ελεγκτών και τον καθορισμό των αρμοδιοτήτων, των καθηκόντων, του τρόπου λειτουργίας και της διαδικασίας λήψης των αποφάσεών της∙
(η) τον καθορισμό των ελάχιστων προνοιών των ΣΕΑ∙
(θ) τις αρμοδιότητες της Επιτροπής Ενεργειακών Ελεγκτών αναφορικά με τους παρόχους ενεργειακών υπηρεσιών∙
(ι) την κατανομή κινήτρων μεταξύ ιδιοκτήτη και ενοικιαστή κτιρίου ή μεταξύ ιδιοκτητών, με σκοπό να διασφαλιστεί ότι τα συγκεκριμένα μέρη δεν αποτρέπονται ως προς την πραγματοποίηση επενδύσεων βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης, τις οποίες θα είχαν ειδάλλως πραγματοποιήσει, από το γεγονός ότι ατομικά δεν αποκομίζουν όλα τα οφέλη ή λόγω έλλειψης κανόνων επιμερισμού του κόστους και των οφελών μεταξύ τους, περιλαμβανομένων κανόνων και μέτρων για τη διευθέτηση των διαδικασιών λήψης αποφάσεων για την πολυϊδιοκτησία∙
(ια) την επιβολή σε υπόχρεα μέρη υποχρέωσης για επίτευξη μέρους του σωρευτικού στόχου εξοικονόμησης ενέργειας στην τελική χρήση όπως καθορίζεται στο άρθρο 11·
(ιβ) τον καθορισμό των λεπτομερειών που αφορούν την ενδυνάμωση και προστασία ευάλωτων πελατών και τον μετριασμό της ενεργειακής φτώχειας σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 15· και
(ιγ) τον καθορισμό πρόσθετων απαιτήσεων και μέτρων για την εφαρμογή των διατάξεων των εδαφίων (5), (6) και (7) του άρθρου 9.
24.-(1) Η αρμόδια αρχή δύναται να εκδίδει γενικές ή ειδικές οδηγίες ή κατευθυντήριες γραμμές, τις οποίες δημοσιεύει στην ιστοσελίδα της ή/και στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας.
(2) Χωρίς επηρεασμό της γενικότητας των διατάξεων του εδαφίου (1), η αρμόδια αρχή εκδίδει οδηγίες αναφορικά με τα ακόλουθα:
(α) Τις διαδικασίες και μεθοδολογίες εφαρμογής της αρχής της ενεργειακής απόδοσης κατά προτεραιότητα σύμφωνα με το άρθρο 6∙
(β) τις κατευθυντήριες γραμμές για τους δημόσιους φορείς που εμπίπτουν στις υποχρεώσεις των άρθρων 7, 8, 9 και του εδαφίου (2) του άρθρου 17·
(γ) τις κατευθυντήριες γραμμές για τις επιχειρήσεις που εμπίπτουν στις υποχρεώσεις του άρθρου 13·
(δ) τις κατευθυντήριες γραμμές, ώστε τα υπόχρεα μέρη ή/και τα εξουσιοδοτηθέντα μέρη ή/και τα συμμετέχοντα μέρη ή/και οι δημόσιες αρχές να εφαρμόζουν ορθά τις υποχρεώσεις που τους αφορούν σύμφωνα με τα άρθρα 10, 11 και 12·
(ε) τις κατευθυντήριες γραμμές, ώστε να διασφαλίζεται ότι δημόσιοι φορείς διευκολύνονται ως προς την πραγματοποίηση επενδύσεων για τη βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης και την ελαχιστοποίηση του κόστους του αναμενόμενου κύκλου ζωής και από τη χρησιμοποίηση συμβάσεων ενεργειακής απόδοσης και άλλων χρηματοδοτικών μηχανισμών τρίτων μερών σε μακροπρόθεσμη ΣΕΑ·
(στ) τις κατευθυντήριες γραμμές για την κινητοποίηση ιδιωτικής χρηματοδότησης σε μέτρα ενεργειακής απόδοσης·
(ζ) τις κατευθυντήριες γραμμές προς τους ενεργειακούς ελεγκτές για την ορθή εφαρμογή των υποχρεώσεων που αφορούν τους ενεργειακούς ελέγχους σύμφωνα με τo άρθρο 13 και το Παράρτημα IV.
25.-(1) Πρόσωπο το οποίο-
(α) δηλώνει ότι είναι ενεργειακός ελεγκτής ή πάροχος ενεργειακών υπηρεσιών ή/και εκτελεί καθήκοντα ενεργειακού ελεγκτή ή παρόχου ενεργειακών υπηρεσιών, όπως αυτά ορίζονται στον παρόντα Νόμο και σε Κανονισμούς, χωρίς να κατέχει ισχύουσα άδεια δυνάμει των διατάξεων τoυ εδαφίου (1) του άρθρου 13∙
(β) παραβιάζει όρους και προϋποθέσεις άδειας που εκδίδεται δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου (1) του άρθρου 13·
(γ) παραβιάζει τις διατάξεις του εδαφίου (7) του άρθρου 17∙
(δ) παραβιάζει τις διατάξεις των εδαφίων (1), (2) και (3) του άρθρου 21∙
(ε) εμποδίζει την αρμόδια αρχή ή/και τους εξουσιοδοτημένους λειτουργούς να ασκήσουν τις εξουσίες που τους παρέχονται δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου (1) του άρθρου 20∙
(στ) παραβιάζει διατάξεις του παρόντος Νόμου ή/και πρόνοιες των Κανονισμών ή/και Διαταγμάτων που εκδίδονται δυνάμει αυτού,
διαπράττει ποινικό αδίκημα και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει το ένα (1) έτος ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις τριακόσιες πενήντα χιλιάδες ευρώ (€350.000) ή και στις δύο αυτές ποινές.
(2) Πρόσωπο το οποίο υπό την ιδιότητα του διευθύνοντος συμβούλου, διευθυντή ή άλλου αξιωματούχου νομικού προσώπου διαπράττει, συνεργεί ή συναινεί στη διάπραξη ποινικού αδικήματος κατά παράβαση διάταξης του παρόντος Νόμου υπόκειται στις ποινές που καθορίζονται στο εδάφιο (1).
(3) Σε περίπτωση κατά την οποία τα μέλη νομικού προσώπου διευθύνουν τις υποθέσεις αυτού, εφαρμόζεται το εδάφιο (1) σε σχέση με τις πράξεις ή παραλείψεις μέλους που αφορούν τις αρμοδιότητες του διευθυντή, ωσάν να ήταν διευθύνων σύμβουλος ή διευθυντής του νομικού προσώπου.
26.-(1) Σε περίπτωση κατά την οποία η αρμόδια αρχή ή/και εξουσιοδοτημένος λειτουργός έχει εύλογη αιτία να πιστεύει ότι πρόσωπο-
(α) δηλώνει ότι είναι ενεργειακός ελεγκτής ή πάροχος ενεργειακών υπηρεσιών ή/και εκτελεί καθήκοντα ενεργειακού ελεγκτή ή παρόχου ενεργειακών υπηρεσιών, όπως αυτά ορίζονται στον παρόντα Νόμο ή/και σε Κανονισμούς, χωρίς να κατέχει ισχύουσα άδεια δυνάμει των διατάξεων τoυ εδαφίου (1) του άρθρου 13·
(β) παραβιάζει όρους και προϋποθέσεις άδειας που εκδίδεται δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου (1) του άρθρου 13·
(γ) παραβιάζει τις διατάξεις του εδαφίου (7) του άρθρου 17∙
(δ) παραβιάζει τις διατάξεις των εδαφίων (1), (2) και (3) του άρθρου 21∙
(ε) εμποδίζει την αρμόδια αρχή ή/και τους εξουσιοδοτημένους λειτουργούς να ασκήσουν τις εξουσίες που τους παρέχονται δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου (1) του άρθρου 20∙
(στ) παραβιάζει οποιεσδήποτε διατάξεις του παρόντος Νόμου ή/και προνοιών των Κανονισμών ή/και διαταγμάτων,
η αρμόδια αρχή, κατόπιν έκθεσης του εξουσιοδοτημένου λειτουργού, δύναται να επιβάλει στο πρόσωπο αυτό, διοικητικό πρόστιμο το οποίο δεν υπερβαίνει τις τρακόσιες πενήντα χιλιάδες ευρώ (€350.000), ανεξάρτητα από το αν συντρέχει περίπτωση ποινικής ευθύνης δυνάμει άλλης νομικής διάταξης, ανάλογα με τη φύση, τη βαρύτητα, τη διάρκεια και την έκταση της παράβασης, και σε περίπτωση κατά την οποία διαπιστωθεί συνέχιση της ίδιας παράβασης από το ίδιο πρόσωπο, η αρμόδια αρχή δύναται να επιβάλει διοικητικό πρόστιμο το οποίο δεν υπερβαίνει τα χίλια ευρώ (€1.000) για κάθε ημέρα συνέχισης της παράβασης.
(2) Προτού η αρμόδια αρχή επιβάλει διοικητικό πρόστιμο δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου (1), ειδοποιεί το επηρεαζόμενο πρόσωπο με γραπτή ειδοποίηση για την πρόθεσή της να επιβάλει το διοικητικό πρόστιμο, ενημερώνοντάς το για τους λόγους για τους οποίους προτίθεται να ενεργήσει τοιουτοτρόπως και παρέχοντας σε αυτό το δικαίωμα υποβολής παραστάσεων εντός δεκαπέντε (15) ημερών από την ημερομηνία κοινοποίησης της ανωτέρω ειδοποίησης:
(3) Σε περίπτωση κατά την οποία η αρμόδια αρχή αποφασίζει να επιβάλει διοικητικό πρόστιμο δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου (1), εκδίδει αιτιολογημένη απόφασή της-
(α) με την οποία καθορίζει την παράβαση ή παράλειψη συμμόρφωσης· και
(β) την οποία κοινοποιεί στο επηρεαζόμενο πρόσωπο.
(4) Πρόσωπο στο οποίο επιβλήθηκε διοικητικό πρόστιμο δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου (1) δικαιούται, εντός τριάντα (30) ημερών από την ημερομηνία κοινοποίησης σε αυτό της απόφασης περί επιβολής του διοικητικού προστίμου, να προσφύγει στον Υπουργό, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 27.
(5) Η αρμόδια αρχή δύναται, εφόσον το θεωρήσει σκόπιμο, να εκδώσει εγκύκλιο με την οποία καθορίζεται ο τρόπος υπολογισμού του διοικητικού προστίμου που επιβάλλει, η οποία αναρτάται στην ιστοσελίδα της.
(6) Το ποσό του διοικητικού προστίμου εισπράττεται από την αρμόδια αρχή, όταν περάσει άπρακτη η προς άσκηση προσφυγής ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου προθεσμία των εβδομήντα πέντε (75) ημερών από την κοινοποίηση της απόφασης για επιβολή του διοικητικού προστίμου στο επηρεαζόμενο πρόσωπο ή σε περίπτωση κατά την οποία ασκείται προσφυγή ενώπιον του Υπουργού σύμφωνα τις διατάξεις του άρθρου 27, από τη διαβίβαση της επί της προσφυγής απόφασης του Υπουργού.
(7) Σε περίπτωση παράλειψης πληρωμής του κατά τον παρόντα Νόμο επιβαλλόμενου από τον εξουσιοδοτημένο λειτουργό διοικητικού προστίμου, ο τελευταίος λαμβάνει δικαστικά μέτρα και εισπράττει το οφειλόμενο ποσό ως αστικό χρέος οφειλόμενο προς τη Δημοκρατία.
27.-(1) Πρόσωπο το οποίο ισχυρίζεται ότι έχει προσβληθεί έννομο συμφέρον του λόγω απόφασης, πράξης ή παράλειψης της αρμόδιας αρχής έχει το δικαίωμα να υποβάλει εγγράφως ιεραρχική προσφυγή στον Υπουργό, αιτιολογώντας τους λόγους στους οποίους βασίζεται η προσφυγή, εντός τριάντα (30) ημερών, είτε από την επίδοση της απόφασης ή πράξης της αρμόδιας αρχής είτε από την ημέρα που η απόφαση ή η πράξη περιήλθε σε γνώση του ενδιαφερομένου είτε, σε περίπτωση παράλειψης, από την ημέρα που η παράλειψη περιήλθε σε γνώση του ενδιαφερομένου.
(2) Ο Υπουργός, αφού ακούσει τον ενδιαφερόμενο ή δώσει την ευκαιρία σε αυτόν να εκθέσει τις απόψεις του προφορικώς ή γραπτώς, αποφασίζει να-
(α) επικυρώσει ή ακυρώσει την προσβληθείσα απόφαση ή πράξη∙
(β) εκδώσει απόφαση σε αντικατάσταση της προσβληθείσας απόφασης ή πράξης ή για θεραπεία της παράλειψης∙
(γ) παραπέμψει την υπόθεση στην αρμόδια αρχή για επανεξέταση, υπό το φως τυχόν στοιχείων ή παρατηρήσεων που έχουν προκύψει από την ενώπιόν του διαδικασία.
28.-(1) Έγγραφη επικοινωνία, περιλαμβανομένης της απόφασης της αρμόδιας αρχής ή του Υπουργού, δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου, δύναται να επιδοθεί σε κάθε επηρεαζόμενο πρόσωπο-
(α) με ιδιόχειρη παράδοση, με παράδοση του εγγράφου στην προσήκουσα διεύθυνση ή με αποστολή διά συστημένου ταχυδρομείου, μέσω τηλεομοιότυπου ή ηλεκτρονικού ταχυδρομείου· ή
(β) εάν το πρόσωπο αυτό είναι νομικό πρόσωπο, με επίδοση του εγγράφου σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου (α) στον γραμματέα, στον διευθυντή ή σε διευθύνοντα σύμβουλο· ή
(γ) εάν πρόκειται για ομόρρυθμη ή ετερόρρυθμη εταιρεία, με επίδοση του εγγράφου σύμφωνα με την παράγραφο (α) σε έναν από τους εταίρους ή σε πρόσωπο το οποίο έχει τον έλεγχο ή τη διεύθυνση των εργασιών της εταιρείας αυτής.
(2) Για σκοπούς εφαρμογής των διατάξεων της παραγράφου (α) του εδαφίου (1), η προσήκουσα διεύθυνση προσώπου στο οποίο δύναται να επιδοθεί έγγραφη επικοινωνία δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου είναι η τελευταία γνωστή διεύθυνση αυτού, εξαιρουμένων των ακόλουθων περιπτώσεων:
(α) Σε περίπτωση επίδοσης σε νομικό πρόσωπο, είναι η διεύθυνση του εγγεγραμμένου ή του κεντρικού γραφείου του νομικού προσώπου·
(β) σε περίπτωση επίδοσης σε ομόρρυθμη ή ετερόρρυθμη εταιρεία, η προσήκουσα διεύθυνση είναι το κεντρικό γραφείο της εταιρείας αυτής:
(3) Κατά την επίδοση απόφασης η αρμόδια αρχή ενημερώνει τον ενδιαφερόμενο για το δικαίωμά του να ασκήσει ιεραρχική προσφυγή ενώπιον του Υπουργού, εντός της προθεσμίας που καθορίζεται στο εδάφιο (1) του άρθρου 27 και για το δικαίωμά του να ασκήσει προσφυγή κατά της απόφασης της αρμόδιας αρχής εντός της προθεσμίας που προβλέπεται στο Άρθρο 146 του Συντάγματος της Δημοκρατίας.
29.-(1) Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου (2), από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου, οι περί της Ενεργειακής Απόδοσης Νόμοι του 2009 έως 2025 καταργούνται.
(2)(α) Γνωστοποιήσεις, Κανονισμοί, διατάγματα ή άλλες κανονιστικές ή ατομικές διοικητικές πράξεις οι οποίες εκδόθηκαν δυνάμει των διατάξεων των περί της Ενεργειακής Απόδοσης Νόμων του 2009 έως 2025 και ίσχυαν αμέσως πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου λογίζεται ότι εκδόθηκαν δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου και συνεχίζουν να ισχύουν, μέχρις ότου τροποποιηθούν, αντικατασταθούν ή καταργηθούν.
(β) Σε περίπτωση προβλεπόμενης στους περί της Ενεργειακής Απόδοσης Νόμους του 2009 έως 2025 προθεσμίας η οποία, κατά την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου, δεν έχει παρέλθει, αυτή συνεχίζει να ισχύει ως εάν είχε θεσπισθεί δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου.
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ I
(Άρθρo 5)
ΕΘΝΙΚΕΣ ΣΥΝΕΙΣΦΟΡΕΣ ΣΤΟΥΣ ΣΤΟΧΟΥΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΗΣ ΑΠΟΔΟΣΗΣ ΤΗΣ ΕΝΩΣΗΣ
ΓΙΑ ΤΟ 2030 ΣΤΗΝ ΤΕΛΙΚΗ ΚΑΤΑΝΑΛΩΣΗ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ ΚΑΙ/Η ΣΤΗΝ ΚΑΤΑΝΑΛΩΣΗ
ΠΡΩΤΟΓΕΝΟΥΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ
1. Το ύψος των εθνικών συνεισφορών υπολογίζεται με βάση τον ενδεικτικό τύπο:
FECC2030 = CEU(1 – Target) FECB2030
PECC2030 = CEU(1 – Target) PECB2030
Όπου CEU ένας συντελεστής διόρθωσης, Target το επίπεδο εθνικής φιλοδοξίας και FECB2030 PECB2030 το σενάριο αναφοράς της ΕΕ του 2020 που χρησιμοποιείται ως βάση αναφοράς για το 2030.
2. Ο ακόλουθος ενδεικτικός τύπος αντιπροσωπεύει τα αντικειμενικά κριτήρια που αντικατοπτρίζουν τους συντελεστές που απαριθμούνται στις υποπαραγράφους (i) έως (iv) της παραγράφου (δ) του εδαφίου (3) του άρθρου 5, καθένας από τους οποίους χρησιμοποιείται για τον καθορισμό του επιπέδου εθνικής φιλοδοξίας σε % (Target) και έχει το ίδιο βάρος στον τύπο (0,25):
(α) συνεισφορά που εξαρτάται από την έγκαιρη δράση («Fearly-action»)·
(β) συνεισφορά που εξαρτάται από το κατά κεφαλήν ΑΕΠ («Fwealth»)·
(γ) συνεισφορά που εξαρτάται από την ενεργειακή ένταση («Fintensity»)·
(δ) συνεισφορά που εξαρτάται από το δυναμικό οικονομικά αποδοτικής εξοικονόμησης ενέργειας («Fpotential»).
3. Ο συντελεστής Fearly-action υπολογίζεται για κάθε κράτος μέλος ως το γινόμενο της ποσότητας εξοικονόμησης ενέργειας που επιτυγχάνει επί τη βελτίωση της ενεργειακής έντασης που έχει επιτύχει κάθε κράτος μέλος. Η ποσότητα εξοικονόμησης ενέργειας για κάθε κράτος μέλος υπολογίζεται με βάση τη μείωση της κατανάλωσης ενέργειας (σε ΤΙΠ) σε σχέση με τη μείωση της κατανάλωσης ενέργειας της Ένωσης μεταξύ του τριετούς μέσου όρου για την περίοδο 2007 - 2009 και του τριετούς μέσου όρου για την περίοδο 2017 - 2019. Η βελτίωση της ενεργειακής έντασης για κάθε κράτος μέλος υπολογίζεται με βάση τη μείωση της ενεργειακής έντασης (σε ΤΙΠ/EUR) σε σχέση με τη μείωση της ενεργειακής έντασης της Ένωσης μεταξύ του τριετούς μέσου όρου για την περίοδο 2007 - 2009 και του τριετούς μέσου όρου για την περίοδο 2017 - 2019.
4. Ο Fwealth υπολογίζεται για κάθε κράτος μέλος με βάση τον τριετή μέσο όρο του δείκτη πραγματικού κατά κεφαλήν ΑΕΠ της Eurostat προς τον τριετή μέσο όρο της Ένωσης κατά την περίοδο 2017 - 2019, εκφρασμένο σε ισοτιμίες αγοραστικής δύναμης (ΙΑΔ).
5. Ο Fintensity υπολογίζεται για κάθε κράτος μέλος με βάση τον τριετή μέσο όρο του δείκτη της έντασης τελικής ενέργειας (FEC ή PEC ανά πραγματικό ΑΕΠ σε ΙΑΔ) προς τον τριετή μέσο όρο της Ένωσης για την περίοδο 2017 - 2019.
6. Ο Fpotential υπολογίζεται για κάθε κράτος μέλος με βάση την εξοικονόμηση τελικής ή πρωτογενούς ενέργειας στο πλαίσιο του σεναρίου PRIMES MIX 55% για το 2030. Η εξοικονόμηση εκφράζεται σε σχέση με τις προβολές του σεναρίου αναφοράς του 2020 της ΕΕ για το 2030.
7. Για κάθε κριτήριο που προβλέπεται στα στοιχεία α) έως δ) του σημείου 2, εφαρμόζεται κατώτατο και ανώτατο όριο. Το επίπεδο φιλοδοξίας για τους συντελεστές Fwealth, Fintensity και Fpotential περιορίζεται στο πενήντα τοις εκατό (50%) και στο εκατόν πενήντα τοις εκατό (150%) του μέσου επιπέδου φιλοδοξίας της Ένωσης βάσει ενός δεδομένου συντελεστή. Το επίπεδο φιλοδοξίας για τον συντελεστή Fearly-action περιορίζεται στο πενήντα τοις εκατό (50%) και στο εκατόν τοις εκατό (100%) του μέσου επιπέδου φιλοδοξίας της Ένωσης.
8. Η πηγή των δεδομένων εισόδου που χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό των συντελεστών είναι η Eurostat, εκτός αν δηλώνεται διαφορετικά.
9. Ο Ftotal υπολογίζεται ως το σταθμισμένο άθροισμα και των τεσσάρων συντελεστών (Fearly action, Fwealth, Fintensity και Fpotential). Ο στόχος (Target) υπολογίζεται στη συνέχεια ως το γινόμενο του συνολικού συντελεστή Ftotal επί τον στόχο της Ένωσης.
10. Η Επιτροπή υπολογίζει συντελεστή διόρθωσης πρωτογενούς και τελικής ενέργειας CEU, ο οποίος εφαρμόζεται για την προσαρμογή του αθροίσματος των αποτελεσμάτων του τύπου για όλες τις εθνικές συνεισφορές στους αντίστοιχους ενωσιακούς στόχους το 2030. Ο συντελεστής CEU είναι ταυτόσημος για όλα τα κράτη μέλη.
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΙΙ
(Άρθρο 9)
ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΗΣ ΑΠΟΔΟΣΗΣ ΓΙΑ ΤΗ ΣΥΝΑΨΗ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΣΥΜΒΑΣΕΩΝ
| Οι αναθέτουσες αρχές και οι αναθέτοντες φορείς που αγοράζουν προϊόντα, υπηρεσίες, κτίρια και έργα, διασφαλίζουν ότι στις διαδικασίες ανάθεσης δημόσιων συμβάσεων και συμβάσεων παραχώρησης- | |
| (α) | εάν ένα προϊόν καλύπτεται από κατ’ εξουσιοδότηση πράξη εκδοθείσα δυνάμει των διατάξεων του Κανονισμού (ΕΕ) 2017/1369 ή από σχετική εκτελεστική πράξη της Επιτροπής, αγοράζουν αποκλειστικά προϊόντα που πληρούν το προβλεπόμενο στην παράγραφο 2 του άρθρου 7 κριτήριο του εν λόγω Κανονισμού· |
| (β) | εάν ένα προϊόν που δεν καλύπτεται από το στοιχείο (α), καλύπτεται από εκτελεστικό μέτρο δυνάμει της Οδηγίας 2009/125/ΕΚ, αγοράζουν αποκλειστικά προϊόντα τα οποία συμμορφώνονται προς τα κριτήρια αναφοράς για την ενεργειακή απόδοση που προσδιορίζονται στο εν λόγω εκτελεστικό μέτρο· |
| (γ) | εάν ένα προϊόν ή μία υπηρεσία καλύπτεται από τα κριτήρια της Ένωσης για τις πράσινες δημόσιες συμβάσεις ή από υφιστάμενα ισοδύναμα εθνικά κριτήρια, σε σχέση με την ενεργειακή απόδοση του προϊόντος ή της υπηρεσίας, καταβάλλουν κάθε δυνατή προσπάθεια για την αγορά αποκλειστικά προϊόντων και υπηρεσιών που τηρούν τουλάχιστον τις τεχνικές προδιαγραφές που ορίζονται σε «βασικό» επίπεδο στα σχετικά κριτήρια της Ένωσης για τις πράσινες δημόσιες συμβάσεις ή σε υφιστάμενα ισοδύναμα εθνικά κριτήρια, μεταξύ άλλων, για κέντρα δεδομένων, αίθουσες διακομιστών και υπηρεσίες υπολογιστικού νέφους, οδικό φωτισμό και σήματα κυκλοφορίας, υπολογιστές, ταμπλέτες και έξυπνα τηλέφωνα· |
| (δ) | αγοράζουν αποκλειστικά ελαστικά που συμμορφώνονται προς το κριτήριο να έχουν την υψηλότερη κατηγορία ενεργειακής απόδοσης καυσίμων, όπως ορίζεται στον Κανονισμό (ΕΕ) 2020/740: |
| Νοείται ότι, οι δημόσιοι φορείς δύναται να αγοράζουν ελαστικά με την υψηλότερη κατηγορία πρόσφυσης σε υγρό οδόστρωμα ή κατηγορία εξωτερικού θορύβου κύλισης, όταν δικαιολογείται για λόγους ασφάλειας ή δημόσιας υγείας· | |
| (ε) |
απαιτούν, στις οικείες προσκλήσεις σύναψης συμβάσεων παροχής υπηρεσιών, από τους παρόχους υπηρεσιών να χρησιμοποιούν, για τους σκοπούς της παροχής των εν λόγω υπηρεσιών, αποκλειστικά προϊόντα που συμμορφώνονται προς τα στοιχεία (α), (β) και (δ), κατά την παροχή των εν λόγω υπηρεσιών: |
| (στ) | αγοράζουν ή συνάπτουν νέες συμφωνίες μίσθωσης για κτίρια που πληρούν τουλάχιστον τις απαιτήσεις για κτίρια με σχεδόν μηδενική κατανάλωση ενέργειας: |
| Νοείται ότι, εξαιρούνται αγορές κτιρίων, εάν σκοπός της αγοράς είναι- | |
| (i) η ανάληψη ριζικής ανακαίνισης ή η κατεδάφισης· | |
| (ii) σε περίπτωση δημόσιων φορέων, η μεταπώληση του κτιρίου χωρίς να χρησιμοποιηθεί για ίδιους σκοπούς του δημόσιου φορέα· ή | |
| (iii) η διατήρηση του κτιρίου ως επισήμως προστατευόμενο τμήμα συγκεκριμένου περιβάλλοντος ή λόγω της ιδιαίτερης αρχιτεκτονικής ή ιστορικής του αξίας: | |
| Νοείται περαιτέρω ότι, η συμμόρφωση προς τις απαιτήσεις του στοιχείου (στ) επαληθεύεται μέσω των πιστοποιητικών ενεργειακής απόδοσης. | |
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΙΙΙ
(Άρθρα 10, 11 και 12)
ΚΟΙΝΕΣ ΜΕΘΟΔΟΙ ΚΑΙ ΑΡΧΕΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟ ΤΩΝ ΕΠΙΠΤΩΣΕΩΝ ΤΩΝ
ΚΑΘΕΣΤΩΤΩΝ ΕΠΙΒΟΛΗΣ ΤΗΣ ΥΠΟΧΡΕΩΣΗΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΗΣ ΑΠΟΔΟΣΗΣ Ή
ΑΛΛΩΝ ΜΕΤΡΩΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΔΥΝΑΜΕΙ ΤΩΝ ΑΡΘΡΩΝ 10, 11 ΚΑΙ 12
1. Μέθοδοι για τον υπολογισμό της εξοικονόμησης ενέργειας, εκτός εκείνης που προκύπτει από φορολογικά μέτρα για τους σκοπούς των άρθρων 10, 11 και 12.
Τα υπόχρεα, συμμετέχοντα ή εξουσιοδοτηθέντα μέρη ή οι δημόσιες αρχές επιβολής μπορούν να χρησιμοποιούν τις ακόλουθες μεθόδους για να υπολογίζουν την εξοικονόμηση ενέργειας:
(α) Την προβλεπόμενη εξοικονόμηση, με βάση τα αποτελέσματα ανεξάρτητου ελέγχου προηγούμενων ενεργειακών βελτιώσεων σε παρόμοιες εγκαταστάσεις. Η γενική προσέγγιση ονομάζεται «εκ των προτέρων»·
(β) την καταμετρημένη εξοικονόμηση, στο πλαίσιο της οποίας η εξοικονόμηση από την εφαρμογή μέτρου ή δέσμης μέτρων προσδιορίζεται με την καταγραφή της πραγματικής μείωσης της χρήσης ενέργειας, λαμβανομένων δεόντως υπόψη παραγόντων, όπως η προσθετικότητα, ο βαθμός πληρότητας, τα επίπεδα παραγωγής και οι καιρικές συνθήκες που ενδέχεται να επηρεάζουν την κατανάλωση. Η γενική προσέγγιση ονομάζεται «εκ των υστέρων»·
(γ) την κλιμακωτή εξοικονόμηση, όταν χρησιμοποιούνται εκτιμήσεις μηχανικού για την εξοικονόμηση. Αυτή η προσέγγιση μπορεί να χρησιμοποιείται μόνο όταν είναι δύσκολη ή δυσανάλογα δαπανηρή η εξαγωγή έγκυρων δεδομένων από μετρήσεις σε συγκεκριμένη εγκατάσταση, φερ’ ειπείν αντικατάσταση συμπιεστή ή ηλεκτρικού κινητήρα διαφορετικής κατάταξης σε κιλοβατώρα (kWh) από εκείνον για τον οποίο υπάρχουν ανεξάρτητες πληροφορίες όσον αφορά την εξοικονόμηση, ή όταν οι εκτιμήσεις αυτές διεξάγονται βάσει εθνικών μεθοδολογιών και κριτηρίων αναφοράς από ειδικευμένους ή πιστοποιημένους εμπειρογνώμονες, οι οποίοι εργάζονται ανεξάρτητα από τα υπόχρεα, τα συμμετέχοντα ή τα εξουσιοδοτηθέντα εμπλεκόμενα μέρη·
(δ) κατά τον υπολογισμό της εξοικονόμησης ενέργειας για τους σκοπούς του εδαφίου (3) του άρθρου 10, η οποία μπορεί να προσμετράται για την εκπλήρωση της υποχρέωσης του εν λόγω άρθρου, η αρμόδια αρχή μπορεί να υπολογίζει την εξοικονόμηση ενέργειας των ατόμων που πλήττονται από ενεργειακή φτώχεια, των ευάλωτων πελατών, των ατόμων σε νοικοκυριά χαμηλού εισοδήματος και, κατά περίπτωση, των ατόμων που ζουν σε κοινωνικές κατοικίες, βάσει εκτιμήσεων μηχανικού που θα χρησιμοποιούν τυποποιημένες συνθήκες ή παραμέτρους για την πληρότητα και τη θερμική άνεση, όπως οι παράμετροι που ορίζονται στους εθνικούς οικοδομικούς κανονισμούς. Ο τρόπος με τον οποίο λαμβάνεται υπόψη η άνεση ενόψει ενεργειών στα κτίρια θα πρέπει να αναφέρεται από την αρμόδια αρχή στην Επιτροπή, μαζί με τις εξηγήσεις της μεθοδολογίας υπολογισμού τους·
(ε) την εξοικονόμηση σύμφωνα με έρευνα, όταν προσδιορίζεται η ανταπόκριση των καταναλωτών σε συμβουλές, ενημερωτικές εκστρατείες, καθεστώτα επισήμανσης ή πιστοποίησης ή έξυπνες μετρήσεις. Η προσέγγιση αυτή χρησιμοποιείται μόνο για εξοικονόμηση που προκύπτει από αλλαγές στη συμπεριφορά των καταναλωτών. Δεν χρησιμοποιείται για εξοικονόμηση που προκύπτει από την εγκατάσταση υλικών μέτρων εξοικονόμησης.
2. Για τον υπολογισμό της εξοικονόμησης ενέργειας από μέτρο ενεργειακής απόδοσης για τους σκοπούς των άρθρων 10, 11 και 12, εφαρμόζονται οι ακόλουθες αρχές:
(α) Η αρμόδια αρχή αποδεικνύει ότι ένας από τους στόχους του μέτρου πολιτικής, είτε νέου είτε υφιστάμενου, είναι η επίτευξη εξοικονόμησης ενέργειας κατά την τελική χρήση σύμφωνα με το εδάφιο (1) του άρθρου 10 και παρέχει αποδεικτικά στοιχεία και τα αντίστοιχα τεκμήρια που καταδεικνύουν ότι η εξοικονόμηση ενέργειας προκαλείται από μέτρο πολιτικής, συμπεριλαμβανομένων προαιρετικών συμφωνιών·
(β) η εξοικονόμηση αποδεικνύεται ότι είναι συμπληρωματική εκείνης που θα είχε επιτευχθεί ούτως ή άλλως χωρίς τη δραστηριότητα των υπόχρεων, των συμμετεχόντων ή των εξουσιοδοτηθέντων μερών ή των αρμόδιων δημόσιων αρχών επιβολής. Για να υπολογίσει την εξοικονόμηση που μπορεί να χαρακτηρισθεί ως συμπληρωματική, η αρμόδια αρχή εξετάζει το πώς θα εξελίσσονταν η χρήση και η ζήτηση ενέργειας χωρίς τη λήψη του συγκεκριμένου μέτρου πολιτικής, λαμβάνοντας υπόψη τουλάχιστον τους εξής παράγοντες: τάσεις κατανάλωσης ενέργειας, αλλαγές στη συμπεριφορά των καταναλωτών, τεχνολογική πρόοδο και αλλαγές που οφείλονται σε άλλα μέτρα που εφαρμόζονται σε ενωσιακό και εθνικό επίπεδο·
(γ) ως εξοικονόμηση που προκύπτει από την εφαρμογή υποχρεωτικού ενωσιακού δικαίου θεωρείται η εξοικονόμηση που θα είχε προκύψει ούτως ή άλλως και, ως εκ τούτου, δεν δηλώνεται ως εξοικονόμηση ενέργειας για τους σκοπούς του εδαφίου (1) του άρθρου 10. Κατά παρέκκλιση από την εν λόγω υποχρέωση, η εξοικονόμηση που αφορά την ανακαίνιση υφιστάμενων κτιρίων, συμπεριλαμβανομένης της εξοικονόμησης που προκύπτει από την εφαρμογή ελάχιστων επιπέδων ενεργειακής απόδοσης στα κτίρια μπορεί να δηλώνεται ως εξοικονόμηση ενέργειας για τους σκοπούς του εδαφίου (1) του άρθρου 10, με την προϋπόθεση ότι διασφαλίζεται το κριτήριο της σημαντικότητας που αναφέρεται στο στοιχείο (η) του σημείου 3 του παρόντος Παραρτήματος. Τα μέτρα που προωθούν βελτιώσεις ενεργειακής απόδοσης στον δημόσιο τομέα σύμφωνα με τα άρθρα 7 και 8 μπορούν να είναι επιλέξιμα να ληφθούν υπόψη για την εκπλήρωση εξοικονόμησης ενέργειας που απαιτείται βάσει του εδαφίου (1) του άρθρου 10, εφόσον συντελούν σε εξοικονόμηση ενέργειας κατά την τελική χρήση που μπορεί να επαληθευθεί και να μετρηθεί ή να εκτιμηθεί. Ο υπολογισμός της εξοικονόμησης ενέργειας είναι σύμφωνος με το παρόν Παράρτημα·
(δ) η εξοικονόμηση ενέργειας κατά την τελική χρήση που προκύπτει από την εφαρμογή μέτρων βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης, τα οποία λαμβάνονται σύμφωνα με κανονισμούς έκτακτης ανάγκης δυνάμει του άρθρου 122 της Συνθήκης Λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μπορεί να δηλώνεται για τους σκοπούς του εδαφίου (1) του άρθρου 10, υπό την προϋπόθεση ότι οδηγεί σε επαληθεύσιμη και μετρήσιμη ή εκτιμώμενη εξοικονόμηση ενέργειας κατά την τελική χρήση, με εξαίρεση την εξοικονόμηση ενέργειας που προκύπτει από μέτρα ελεγχόμενης διανομής ή περικοπής·
(ε) μέτρα που λαμβάνονται σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΕ) 2018/842 μπορούν να θεωρηθούν σημαντικά, αλλά η αρμόδια αρχή πρέπει να αποδείξει ότι οδηγούν σε εξοικονόμηση ενέργειας κατά την τελική χρήση που μπορεί να επαληθευθεί και να μετρηθεί ή να εκτιμηθεί. Ο υπολογισμός της εξοικονόμησης ενέργειας είναι σύμφωνος με το παρόν Παράρτημα·
(στ) η αρμόδια αρχή συνυπολογίζει την εξοικονόμηση ενέργειας κατά την τελική χρήση από μέτρα πολιτικής σε τομείς ή εγκαταστάσεις που καλύπτονται από το κεφάλαιο IVα της Οδηγίας 2003/87/ΕΚ, μόνον εάν αυτή προκύπτει από την εφαρμογή του άρθρου 11 ή 12 του παρόντος Νόμου και υπερβαίνει τις απαιτήσεις της Οδηγίας 2003/87/ΕΚ ή υπερβαίνει την υλοποίηση δράσεων που συνδέονται με τη δωρεάν κατανομή δικαιωμάτων στο πλαίσιο της εν λόγω Οδηγίας. Η αρμόδια αρχή αποδεικνύει ότι τα μέτρα πολιτικής οδηγούν σε εξοικονόμηση ενέργειας κατά την τελική χρήση που μπορεί να επαληθευθεί και να μετρηθεί ή να εκτιμηθεί. Ο υπολογισμός της εξοικονόμησης ενέργειας είναι σύμφωνος με το παρόν παράρτημα. Εάν μια οντότητα είναι υπόχρεο μέρος στο πλαίσιο εθνικού καθεστώτος επιβολής της υποχρέωσης ενεργειακής απόδοσης δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 11 του παρόντος Νόμου και στο πλαίσιο του Συστήματος Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπών για κτίρια και οδικές μεταφορές δυνάμει των διατάξεων του κεφαλαίου IVα της Οδηγίας 2003/87/ΕΚ, το σύστημα παρακολούθησης και επαλήθευσης διασφαλίζει ότι η τιμή ανθρακούχων εκπομπών που μετακυλίεται κατά τη διάθεση καυσίμου για κατανάλωση δυνάμει του εν λόγω κεφαλαίου λαμβάνεται υπόψη κατά τον υπολογισμό και την υποβολή εκθέσεων για την εξοικονόμηση ενέργειας των οικείων μέτρων εξοικονόμησης ενέργειας·
(ζ) λαμβάνεται υπόψη μόνο η εξοικονόμηση που υπερβαίνει τα ακόλουθα επίπεδα:
(i) τα πρότυπα επιδόσεων της Ένωσης για τις εκπομπές από τα καινούργια επιβατικά αυτοκίνητα και τα καινούργια ελαφρά επαγγελματικά οχήματα κατ' εφαρμογή του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/631 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίουη αρμόδια αρχή πρέπει να παρέχει τους λόγους, τις παραδοχές και τη μεθοδολογία υπολογισμού της για να καταδείξουν την προσθετικότητα στις απαιτήσεις της Ένωσης για τις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα (CO2) από καινούργια οχήματα·
(ii) τις απαιτήσεις της Ένωσης που αφορούν την απόσυρση από την αγορά ορισμένων συνδεόμενων με την ενέργεια προϊόντων κατ' εφαρμογή εκτελεστικών μέτρων δυνάμει της Οδηγίας 2009/125/ΕΚ. Η αρμόδια αρχή παρέχει τα στοιχεία, τις παραδοχές και τη μεθοδολογία υπολογισμού της, για να καταδείξουν την προσθετικότητα·
(η) επιτρέπονται πολιτικές με σκοπό να υποστηριχθεί η επίτευξη υψηλότερων επιπέδων ενεργειακής απόδοσης προϊόντων, εξοπλισμού, μεταφορικών συστημάτων, οχημάτων και καυσίμων, κτιρίων και δομικών στοιχείων, διαδικασιών ή αγορών, με εξαίρεση μέτρα πολιτικής:
(i) που αφορούν τη χρήση τεχνολογιών άμεσης καύσης ορυκτών καυσίμων, πρωτοεφαρμοζόμενων από την 1η Ιανουαρίου 2026· και
(ii) για την επιδότηση της χρήσης τεχνολογιών άμεσης καύσης ορυκτών καυσίμων σε οικιστικά κτίρια από την 1η Ιανουαρίου 2026·
(θ) η εξοικονόμηση ενέργειας που προκύπτει ως αποτέλεσμα πρωτοεφαρμοζόμενων, από την 1η Ιανουαρίου 2024, μέτρων πολιτικής σχετικά με τη χρήση άμεσης καύσης ορυκτών καυσίμων σε προϊόντα, εξοπλισμό, συστήματα μεταφορών, οχήματα, κτίρια ή έργα δεν συνυπολογίζεται για τους σκοπούς της εκπλήρωσης της υποχρέωσης εξοικονόμησης ενέργειας δυνάμει της παραγράφου (β) του εδαφίου (1) του άρθρου 10. Στην περίπτωση μέτρων πολιτικής που προωθούν συνδυασμούς τεχνολογιών, το μερίδιο της εξοικονόμησης ενέργειας που σχετίζεται με την τεχνολογία καύσης ορυκτών καυσίμων δεν είναι επιλέξιμο από την 1η Ιανουαρίου 2024·
(ι) κατά παρέκκλιση από το στοιχείο (θ), για την περίοδο από την 1η Ιανουαρίου 2024 έως την 31η Δεκεμβρίου 2030, η εξοικονόμηση ενέργειας από τεχνολογίες άμεσης καύσης ορυκτών καυσίμων που βελτιώνουν την ενεργειακή απόδοση σε επιχειρήσεις υψηλής ενεργειακής έντασης στον βιομηχανικό τομέα μπορεί να υπολογίζεται ως εξοικονόμηση ενέργειας μόνο για τους σκοπούς των παραγράφων (β) και (γ) του εδαφίου (1) του άρθρου 10 έως την 31η Δεκεμβρίου 2030, υπό την προϋπόθεση ότι-
(i) η επιχείρηση έχει διενεργήσει ενεργειακό έλεγχο σύμφωνα με το εδάφιο (2) του άρθρου 13 και εκπονήσει σχέδιο εφαρμογής που περιλαμβάνει-
— επισκόπηση όλων των οικονομικά αποδοτικών μέτρων ενεργειακής απόδοσης με περίοδο αποπληρωμής πέντε ετών ή μικρότερη, βάσει απλών μεθοδολογιών αποπληρωμής παρεχόμενων από την αρμόδια αρχή,
— χρονοδιάγραμμα για την εφαρμογή όλων των συνιστώμενων μέτρων ενεργειακής απόδοσης με περίοδο αποπληρωμής το πολύ πέντε ή λιγότερων ετών,
— υπολογισμό της αναμενόμενης εξοικονόμησης ενέργειας που προκύπτει από τα συνιστώμενα μέτρα ενεργειακής απόδοσης, και
— μέτρα ενεργειακής απόδοσης που αφορούν τη χρήση τεχνολογιών άμεσης καύσης ορυκτών καυσίμων, καθώς και τις σχετικές πληροφορίες που απαιτούνται για-
• να αποδειχθεί ότι το προβλεπόμενο μέτρο δεν αυξάνει την απαιτούμενη ποσότητα ενέργειας ή την παραγωγική ικανότητα μιας εγκατάστασης,
• να αιτιολογηθεί το γεγονός ότι η υιοθέτηση βιώσιμων τεχνολογιών μη ορυκτών καυσίμων δεν είναι τεχνικά εφικτή,
• να καταδειχθεί ότι η τεχνολογία άμεσης καύσης ορυκτών καυσίμων συμμορφώνεται με την πλέον πρόσφατη σχετική ενωσιακή νομοθεσία σχετικά με τις επιδόσεις όσον αφορά τις εκπομπές και παρεμποδίζει φαινόμενα εγκλωβισμού στην τεχνολογία, διασφαλίζοντας τη μελλοντική συμβατότητα με κλιματικά ουδέτερα εναλλακτικά μη ορυκτά καύσιμα και τεχνολογίες·
(ii) η συνέχιση της χρήσης τεχνολογιών άμεσης καύσης ορυκτών καυσίμων αποτελεί μέτρο ενεργειακής απόδοσης για τη μείωση της κατανάλωσης ενέργειας με περίοδο αποπληρωμής πέντε ετών ή μικρότερη, βάσει απλών μεθοδολογιών αποπληρωμής παρεχόμενων από την αρμόδια αρχή, οι οποίες συνιστώνται έπειτα από ενεργειακό έλεγχο σύμφωνα με το εδάφιο (2) του άρθρου 11 και περιλαμβάνονται στο σχέδιο εφαρμογής·
(iii) η χρήση τεχνολογιών άμεσης καύσης ορυκτών καυσίμων συμμορφώνεται με την πλέον πρόσφατη σχετική ενωσιακή νομοθεσία σχετικά με τις επιδόσεις όσον αφορά τις εκπομπές, δεν οδηγεί σε φαινόμενα εγκλωβισμού στην τεχνολογία και διασφαλίζει τη μελλοντική συμβατότητα με κλιματικά ουδέτερα εναλλακτικά καύσιμα και τεχνολογίες·
(iv) η χρήση τεχνολογιών άμεσης καύσης ορυκτών καυσίμων στην επιχείρηση δεν οδηγεί σε αύξηση της κατανάλωσης ενέργειας ή σε αύξηση της παραγωγικής ικανότητας της εγκατάστασης στην εν λόγω επιχείρηση·
(v) παρέχονται στοιχεία που αποδεικνύουν ότι δεν ήταν τεχνικά εφικτή εναλλακτική, βιώσιμη λύση μη ορυκτών καυσίμων·
(vi) η χρήση τεχνολογιών άμεσης καύσης ορυκτών καυσίμων οδηγεί σε εξοικονόμηση ενέργειας στην τελική χρήση που μπορεί να επαληθευθεί και να μετρηθεί ή να εκτιμηθεί, υπολογιζόμενη σύμφωνα με τις απαιτήσεις του παρόντος παραρτήματος· και
(vii) τα στοιχεία δημοσιεύονται σε ιστότοπο ή δημοσιοποιούνται προς ενημέρωση όλων των ενδιαφερόμενων πολιτών·
(ια) τα μέτρα που προάγουν την εγκατάσταση τεχνολογιών ανανεώσιμων πηγών ενέργειας μικρής κλίμακας επί ή εντός κτιρίων μπορούν να είναι επιλέξιμα να ληφθούν υπόψη για την εκπλήρωση εξοικονόμησης ενέργειας που απαιτείται βάσει του εδαφίου (1) του άρθρου 10, εφόσον συντελούν σε εξοικονόμηση ενέργειας κατά την τελική χρήση που μπορεί να επαληθευθεί και να μετρηθεί ή να εκτιμηθεί. Ο υπολογισμός της εξοικονόμησης ενέργειας είναι σύμφωνος με το παρόν παράρτημα·
(ιβ) μέτρα που προάγουν την εγκατάσταση ηλιοθερμικών τεχνολογιών μπορούν να είναι επιλέξιμα να ληφθούν υπόψη για την εκπλήρωση εξοικονόμησης ενέργειας που απαιτείται βάσει του εδαφίου (1) του άρθρου 10, εφόσον συντελούν σε εξοικονόμηση ενέργειας κατά την τελική χρήση που μπορεί να επαληθευθεί και να μετρηθεί ή να εκτιμηθεί. Η θερμότητα που παράγεται με ηλιοθερμική τεχνολογία από ηλιακή ακτινοβολία μπορεί να εξαιρείται από την κατανάλωση ενέργειας κατά την τελική χρήση·
(ιγ) όσον αφορά πολιτικές που επιταχύνουν τη χρήση πιο αποδοτικών προϊόντων και οχημάτων, εκτός από εκείνες που πρωτοεφαρμόζονται από την 1η Ιανουαρίου 2024 και αφορούν τη χρήση άμεσης καύσης ορυκτών καυσίμων, η εξοικονόμηση μπορεί να λαμβάνεται πλήρως υπόψη, εφόσον αποδεικνύεται ότι η εν λόγω χρήση λαμβάνει χώρα προτού λήξει ο μέσος αναμενόμενος κύκλος ζωής των προϊόντων ή των οχημάτων ή πριν από τη συνήθη αντικατάσταση των προϊόντων ή των οχημάτων και η εξοικονόμηση δηλώνεται μόνο για την περίοδο μέχρι τη λήξη του μέσου αναμενόμενου κύκλου ζωής των προϊόντων ή των οχημάτων που πρόκειται να αντικατασταθούν·
(ιδ) όταν προωθούν τη λήψη μέτρων ενεργειακής απόδοσης, η αρμόδια αρχή μεριμνά, όπου συντρέχει περίπτωση, ώστε να διατηρηθούν ή, εφόσον δεν υφίστανται, να καθιερωθούν προδιαγραφές ποιότητας για προϊόντα, υπηρεσίες και την εφαρμογή μέτρων·
(ιε) για να συνυπολογισθούν οι κλιματικές διακυμάνσεις μεταξύ περιοχών, η αρμόδια αρχή μπορεί να επιλέξει να προσαρμόσει την εξοικονόμηση σε μια σταθερή τιμή ή να ορίσει διαφορετικές τιμές εξοικονόμησης ενέργειας συναρτήσει των διακυμάνσεων της θερμοκρασίας μεταξύ περιοχών·
(ιστ) κατά τον υπολογισμό της εξοικονόμησης ενέργειας λαμβάνεται υπόψη ο κύκλος ζωής των μέτρων και ο ρυθμός μείωσης της εξοικονόμησης με την πάροδο του χρόνου. Κατά τον εν λόγω υπολογισμό συνυπολογίζεται η εξοικονόμηση που επιτυγχάνεται με κάθε επιμέρους δράση κατά την περίοδο από την ημερομηνία εφαρμογής της έως τη λήξη της περιόδου επιβολής της υποχρέωσης. Εναλλακτικά, η αρμόδια αρχή δύναται να θεσπίζει διαφορετική μέθοδο, η οποία κρίνεται ότι επιτυγχάνει τουλάχιστον την ίδια συνολική εξοικονόμηση. Κατά τη χρήση άλλης μεθόδου, η αρμόδια αρχή διασφαλίζει ότι η συνολική εξοικονομούμενη ενέργεια η οποία υπολογίζεται βάσει της εν λόγω μεθόδου δεν υπερβαίνει την ποσότητα της εξοικονόμησης ενέργειας που θα προέκυπτε από τον υπολογισμό της, όταν υπολογίζεται η εξοικονόμηση από κάθε επιμέρους δράση κατά την περίοδο από την ημερομηνία εφαρμογής της έως το 2030. Η αρμόδια αρχή περιγράφει λεπτομερώς στα ολοκληρωμένα εθνικά σχέδια της για την ενέργεια και το κλίμα που κοινοποιούνται σύμφωνα με το άρθρο 3 και τα άρθρα 7 έως 12 του Κανονισμού (ΕΕ) 2018/1999 την εν λόγω άλλη μέθοδο και τις διατάξεις που εισήγαγαν για να διασφαλίσουν ότι τηρούν τη δεσμευτική υποχρέωση υπολογισμού.
3. Η αρμόδια αρχή διασφαλίζει ότι τηρούνται οι ακόλουθες απαιτήσεις για τα μέτρα πολιτικής που λαμβάνονται σύμφωνα με το άρθρο 12 και την παράγραφο (β) του εδαφίου (1) του άρθρου 11:
(α) Τα μέτρα πολιτικής και οι επιμέρους δράσεις έχουν ως αποτέλεσμα επαληθεύσιμη εξοικονόμηση ενέργειας κατά την τελική χρήση·
(β) καθορίζεται με σαφήνεια η ευθύνη κάθε συμμετέχοντος μέρους, εξουσιοδοτηθέντος μέρους ή δημόσιας αρχής επιβολής, ανάλογα με την περίπτωση·
(γ) προσδιορίζεται με διαφάνεια η εξοικονόμηση ενέργειας που επιτυγχάνεται ή πρόκειται να επιτευχθεί·
(δ) η ποσότητα της εξοικονόμησης ενέργειας που απαιτείται ή που πρόκειται να επιτευχθεί από το μέτρο πολιτικής εκφράζεται ως κατανάλωση πρωτογενούς ενέργειας είτε ως τελική κατανάλωση ενέργειας, χρησιμοποιώντας τις τιμές της κατώτερης θερμογόνου δύναμης ή τους συντελεστές πρωτογενούς ενέργειας που αναφέρονται στο άρθρο 19·
(ε) υποβάλλεται και δημοσιοποιείται ετήσια έκθεση για την εξοικονόμηση ενέργειας που πέτυχαν τα εξουσιοδοτηθέντα μέρη, τα συμμετέχοντα μέρη και οι δημόσιες αρχές επιβολής, μαζί με τα στοιχεία της ετήσιας τάσης εξοικονόμησης ενέργειας·
(στ) παρακολούθηση των αποτελεσμάτων και λήψη κατάλληλων μέτρων, εάν η πρόοδος δεν είναι ικανοποιητική·
(ζ) η εξοικονόμηση ενέργειας από επιμέρους δράση δεν δηλώνεται από περισσότερα του ενός μέρη·
(η) αποδεικνύεται ότι οι δραστηριότητες του συμμετέχοντος μέρους, του εξουσιοδοτηθέντος μέρους ή της δημόσιας αρχής επιβολής συνέβαλαν σημαντικά στην επίτευξη της δηλούμενης εξοικονόμησης ενέργειας· και
(θ) οι δραστηριότητες του συμμετέχοντος μέρους, του εξουσιοδοτημένου μέρους ή της δημόσιας αρχής επιβολής δεν έχουν αρνητικές επιπτώσεις στα άτομα που πλήττονται από ενεργειακή φτώχεια, στους ευάλωτους πελάτες και, κατά περίπτωση, στα άτομα που ζουν σε κοινωνικές κατοικίες.
4. Για τον προσδιορισμό της εξοικονόμησης ενέργειας από φορολογικά μέτρα που λαμβάνονται δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 12, εφαρμόζονται οι ακόλουθες αρχές:
(α) Λαμβάνεται υπόψη μόνο εξοικονόμηση ενέργειας από φορολογικά μέτρα που υπερβαίνουν τα ελάχιστα επίπεδα φορολογίας των καυσίμων, σύμφωνα με τις απαιτήσεις της Οδηγίας 2003/96/ΕΚ ή της Οδηγίας 2006/112/ΕΚ·
(β) η βραχυπρόθεσμη ελαστικότητα των τιμών για τον υπολογισμό των επιπτώσεων των μέτρων φορολογίας της ενέργειας αντιπροσωπεύει την ανταπόκριση της ζήτησης ενέργειας στις μεταβολές των τιμών και υπολογίζεται με βάση τις πρόσφατες και αντιπροσωπευτικές επίσημες πηγές στοιχείων που ισχύουν για το κράτος μέλος και, κατά περίπτωση, με βάση συνοδευτικές μελέτες από ανεξάρτητο ινστιτούτο. Εάν χρησιμοποιείται διαφορετική ελαστικότητα τιμών από τις βραχυπρόθεσμες ελαστικότητες, η αρμόδια αρχή εξηγεί τον τρόπο με τον οποίο οι βελτιώσεις της ενεργειακής απόδοσης που οφείλονται στην εφαρμογή άλλης ενωσιακής νομοθεσίας έχουν συμπεριληφθεί στη βάση αναφοράς που χρησιμοποιείται για την εκτίμηση της εξοικονόμησης ενέργειας ή πώς έχει αποφευχθεί ο διπλός υπολογισμός της εξοικονόμησης ενέργειας από άλλη νομοθεσία της Ένωσης·
(γ) η εξοικονόμηση ενέργειας από συνοδευτικά μέσα φορολογικής πολιτικής, περιλαμβανομένων των φορολογικών κινήτρων ή της πληρωμής σε ταμείο, υπολογίζεται χωριστά·
(δ) θα πρέπει να χρησιμοποιούνται εκτιμήσεις βραχυπρόθεσμης ελαστικότητας για την εκτίμηση της εξοικονόμησης ενέργειας από φορολογικά μέτρα, ώστε να αποφεύγεται η επικάλυψη με το δίκαιο της Ένωσης και άλλα μέτρα πολιτικής·
(ε) η αρμόδια αρχή προσδιορίζει τις διανεμητικές επιπτώσεις που έχουν η φορολογία και τα ισοδύναμα μέτρα στα άτομα που πλήττονται από ενεργειακή φτώχεια, στους ευάλωτους πελάτες και, κατά περίπτωση, στα άτομα που ζουν σε κοινωνικές κατοικίες, και παρουσιάζουν τα αποτελέσματα των μέτρων μετριασμού που εφαρμόζονται σύμφωνα με τα εδάφια (1), (2) και (3) του άρθρου 15·
(στ) η αρμόδια αρχή παρέχει στοιχεία, συμπεριλαμβανομένων μεθοδολογιών υπολογισμού, με βάση τα οποία, σε περίπτωση αλληλεπικάλυψης των επιπτώσεων των μέτρων φορολόγησης της ενέργειας ή των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα ή της εμπορίας εκπομπών σύμφωνα με την Οδηγία 2003/87/ΕΚ, δεν υπάρχει διπλή μέτρηση της εξοικονόμησης ενέργειας.
5. Κοινοποίηση της μεθοδολογίας
Η αρμόδια αρχή κοινοποιεί στην Επιτροπή, σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΕ) 2018/1999, τη λεπτομερή μεθοδολογία που προτείνουν για τη λειτουργία των καθεστώτων επιβολής της υποχρέωσης ενεργειακής απόδοσης και τα εναλλακτικά μέτρα που αναφέρονται στα άρθρα 11 και 12 του παρόντος Νόμου. Με εξαίρεση την περίπτωση της φορολόγησης, η εν λόγω κοινοποίηση περιλαμβάνει στοιχεία σχετικά με-
(α) το επίπεδο της εξοικονόμησης ενέργειας που απαιτείται δυνάμει των διατάξεων της παραγράφου (α) του εδαφίου (1) του άρθρου 10 ή της εξοικονόμησης που αναμένεται να επιτευχθεί συνολικά κατά την περίοδο από την 1η Ιανουαρίου 2021 έως την 31η Δεκεμβρίου 2030·
(β) τον τρόπο με τον οποίο θα κυμανθεί κατά τη διάρκεια της περιόδου επιβολής της υποχρέωσης η υπολογιζόμενη ποσότητα νέας εξοικονόμησης ενέργειας που απαιτείται βάσει της παραγράφου (α) του εδαφίου (1) του άρθρου 10 ή εξοικονόμησης ενέργειας που αναμένεται να επιτευχθεί·
(γ) τα υπόχρεα, τα συμμετέχοντα ή τα εξουσιοδοτηθέντα μέρη ή τις δημόσιες αρχές επιβολής·
(δ) τους στοχευόμενους τομείς·
(ε) τα μέτρα πολιτικής και τις επιμέρους δράσεις, περιλαμβανομένης της αναμενόμενης συνολικής ποσότητας σωρευτικής εξοικονόμησης ενέργειας για κάθε μέτρο·
(στ) μέτρα ή προγράμματα πολιτικής ή μέτρα που χρηματοδοτούνται από Ταμείο ΑΠΕ και ΕΞ.Ε και εφαρμόζονται κατά προτεραιότητα σε άτομα που πλήττονται από ενεργειακή φτώχεια, ευάλωτους πελάτες και, κατά περίπτωση, άτομα που ζουν σε κοινωνικές κατοικίες·
(ζ) το μερίδιο και την ποσότητα εξοικονόμησης ενέργειας που πρέπει να επιτευχθεί μεταξύ ατόμων που πλήττονται από ενεργειακή φτώχεια, ευάλωτων πελατών και, κατά περίπτωση, ατόμων που ζουν σε κοινωνικές κατοικίες·
(η) κατά περίπτωση, τους εφαρμοζόμενους δείκτες, τον αριθμητικό μέσο όρο του μεριδίου και το αποτέλεσμα των μέτρων πολιτικής που θεσπίζονται σύμφωνα με το άρθρο 10 εδάφιο (3)·
(θ) κατά περίπτωση, τον αντίκτυπο και τις δυσμενείς επιπτώσεις των μέτρων πολιτικής που εφαρμόζονται σύμφωνα με το εδάφιο (3) του άρθρου 10 στα άτομα που πλήττονται από ενεργειακή φτώχεια, στους ευάλωτους πελάτες και, κατά περίπτωση, στα άτομα που ζουν σε κοινωνικές κατοικίες·
(ι) τη διάρκεια της περιόδου επιβολής της υποχρέωσης για το καθεστώς επιβολής της υποχρέωσης ενεργειακής απόδοσης·
(ια) κατά περίπτωση, την ποσότητα των στόχων εξοικονόμησης ενέργειας ή μείωσης του κόστους που πρέπει να επιτευχθούν από τα υπόχρεα μέρη μεταξύ των ατόμων που πλήττονται από ενεργειακή φτώχεια, των ευάλωτων πελατών και, κατά περίπτωση, των ατόμων που ζουν σε κοινωνικές κατοικίες·
(ιβ) τις δράσεις που προβλέπονται με το μέτρο πολιτικής·
(ιγ) τη μεθοδολογία υπολογισμού, καθώς και το πώς προσδιορίστηκαν η προσθετικότητα και η σημαντικότητα και ποιες μεθοδολογίες και κριτήρια αναφοράς χρησιμοποιούνται για την προβλεπόμενη και κλιμακωτή εξοικονόμηση και, κατά περίπτωση, τις τιμές της κατώτερης θερμογόνου δύναμης και τους συντελεστές μετατροπής που χρησιμοποιήθηκαν·
(ιδ) τον κύκλο ζωής των μέτρων και το πώς υπολογίζονται ή σε τι βασίζονται·
(ιε) την προσέγγιση για την αντιμετώπιση των κλιματικών διακυμάνσεων στην αρμόδια αρχή·
(ιστ) τα συστήματα παρακολούθησης και επαλήθευσης των μέτρων δυνάμει των διατάξεων των άρθρων 11 και 12 και με ποιο τρόπο διασφαλίζεται η ανεξαρτησία τους από τα υπόχρεα, τα συμμετέχοντα ή τα εξουσιοδοτηθέντα μέρη· και
(ιζ) στην περίπτωση της φορολόγησης-
(i) τους στοχευόμενους τομείς και την κατηγορία φορολογουμένων·
(ii) τη δημόσια αρχή επιβολής·
(iii) την εξοικονόμηση που αναμένεται να επιτευχθεί·
(iv) τη διάρκεια της ισχύος του φορολογικού μέτρου·
(v) τη μεθοδολογία υπολογισμού, περιλαμβανομένης της χρησιμοποιούμενης ελαστικότητας των τιμών και του τρόπου με τον οποίο έχει προκύψει· και
(vi) με ποιον τρόπο έχουν αποφευχθεί οι επικαλύψεις με το Σύστημα Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπών σύμφωνα με την Οδηγία 2003/87/ΕΚ και ο κίνδυνος διπλής μέτρησης.
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΙV
(Άρθρο 13)
ΕΛΑΧΙΣΤΑ ΚΡΙΤΗΡΙΑ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΟΥΣ ΕΛΕΓΧΟΥΣ ΠΕΡΙΛΑΜΒΑΝΟΜΕΝΩΝ
ΕΚΕΙΝΩΝ ΠΟΥ ΕΦΑΡΜΟΖΟΝΤΑΙ ΩΣ ΜΕΡΟΣ ΣΥΣΤΗΜΑΤΩΝ ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΗΣ
ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ
1. Οι ενεργειακοί έλεγχοι που αναφέρονται στο άρθρο 13-
(α) βασίζονται σε επικαιροποιημένα, μετρώμενα, ανιχνεύσιμα λειτουργικά δεδομένα ως προς την κατανάλωση ενέργειας και, για την ηλεκτρική ενέργεια, σε χαρακτηριστικά φορτίου·
(β) περιλαμβάνουν λεπτομερή επισκόπηση των χαρακτηριστικών της ενεργειακής κατανάλωσης ενός κτιρίου ή μίας ομάδας κτιρίων, μίας βιομηχανικής δραστηριότητας ή εγκατάστασης, περιλαμβανομένων και των μεταφορών·
(γ) προσδιορίζουν τα μέτρα ενεργειακής απόδοσης για τη μείωση της κατανάλωσης ενέργειας·
(δ) προσδιορίζουν το δυναμικό οικονομικά αποδοτικής χρήσης ή παραγωγής ανανεώσιμης ενέργειας·
(ε) βασίζονται, όπου είναι δυνατόν, σε ανάλυση κόστους κύκλου ζωής και όχι σε απλές περιόδους αποπληρωμής, προκειμένου να λαμβάνονται υπόψη οι μακροπρόθεσμες εξοικονομήσεις, οι εναπομένουσες αξίες των μακροπρόθεσμων επενδύσεων και τα προεξοφλητικά επιτόκια· και
(στ) είναι αναλογικοί και επαρκώς αντιπροσωπευτικοί, ώστε να δίδουν μια αξιόπιστη εικόνα της συνολικής ενεργειακής απόδοσης και να εντοπίζουν με αξιοπιστία τις σημαντικότερες ευκαιρίες για βελτίωση.
2. Οι ενεργειακοί έλεγχοι επιτρέπουν λεπτομερείς και επικυρωμένους υπολογισμούς των προτεινόμενων μέτρων ώστε να παρέχονται σαφείς πληροφορίες ως προς την πιθανή εξοικονόμηση.
3. Τα χρησιμοποιούμενα στους ενεργειακούς ελέγχους δεδομένα είναι αποθηκεύσιμα, ώστε να είναι δυνατή η εκ των υστέρων ανάλυση της απόδοσης.