Ερμηνεία

2.-(1) Στον παρόντα Νόμο, εκτός εάν από το κείμενο προκύπτει διαφορετική έννοια-

«αναθέτοντες φορείς» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 2 του περί της Ρύθμισης των Διαδικασιών Σύναψης Συμβάσεων Φορέων που Δραστηριοποιούνται στους Τομείς του Ύδατος, της Ενέργειας, των Μεταφορών και των Ταχυδρομικών Υπηρεσιών και για Συναφή Θέματα Νόμου και το άρθρο 2 του περί της Ρύθμισης των Διαδικασιών Ανάθεσης Συμβάσεων Παραχώρησης και για Συναφή Θέματα Νόμου·

«αναθέτουσες αρχές» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 2 του περί της Ρύθμισης των Διαδικασιών Σύναψης Δημοσίων Συμβάσεων και για Συναφή Θέματα Νόμου, το άρθρο 2 του περί της Ρύθμισης των Διαδικασιών Σύναψης Συμβάσεων Φορέων που Δραστηριοποιούνται στους Τομείς του Ύδατος, της Ενέργειας, των Μεταφορών και των Ταχυδρομικών Υπηρεσιών και για Συναφή Θέματα Νόμου και το άρθρο 2 του περί της Ρύθμισης των Διαδικασιών Ανάθεσης Συμβάσεων Παραχώρησης και για Συναφή Θέματα Νόμου·

«αποδοτικότητα συστήματος» σημαίνει την επιλογή των ενεργειακά αποδοτικών λύσεων που καθιστούν επίσης δυνατές μία οικονομικά αποδοτική πορεία απανθρακοποίησης, την πρόσθετη ευελιξία και την αποδοτική χρήση των πόρων·

«αρμόδια αρχή» σημαίνει τον Διευθυντή της Υπηρεσίας Ενέργειας του Υπουργείου Ενέργειας, Εμπορίου και Βιομηχανίας και περιλαμβάνει λειτουργό δεόντως εξουσιοδοτημένο γραπτώς από τον Διευθυντή προκειμένου να ενεργεί εκ μέρους αυτού·

«αρχαίο μνημείο» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 2 του περί Αρχαιοτήτων Νόμου·

«βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης» σημαίνει την αύξηση της ενεργειακής απόδοσης λόγω οποιωνδήποτε τεχνολογικών, συμπεριφορικών ή οικονομικών αλλαγών·

«δημόσια αρχή επιβολής» σημαίνει τον φορέα ο οποίος διέπεται από το δημόσιο δίκαιο και είναι υπεύθυνος για την επιβολή ή την παρακολούθηση της φορολόγησης της ενέργειας ή του άνθρακα, των χρηματοδοτικών καθεστώτων και μέσων, των φορολογικών κινήτρων, προτύπων και κανόνων, των καθεστώτων ενεργειακής επισήμανσης, της εκπαίδευσης ή της κατάρτισης·

«δημόσιοι φορείς» σημαίνει τις εθνικές, περιφερειακές ή τοπικές αρχές και οντότητες που χρηματοδοτούνται και διοικούνται άμεσα από τις εν λόγω αρχές, αλλά δεν έχουν βιομηχανικό ή εμπορικό χαρακτήρα·

«διανομέας ενέργειας» σημαίνει το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, συμπεριλαμβανομένου του διαχειριστή συστήματος διανομής ηλεκτρισμού και του διαχειριστή συστήματος διανομής φυσικού αερίου, που είναι υπεύθυνο για τη μεταφορά ενέργειας, με σκοπό να την παραδώσει στους τελικούς πελάτες ή σε σταθμούς διανομής που πωλούν ενέργεια στους τελικούς πελάτες·

«διάταγμα» σημαίνει διάταγμα που εκδίδει ο Υπουργός δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 22·

«διατηρητέα οικοδομή» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 2 του περί Διατηρητέων Οικοδομών Νόμου·

«διαχειριστής ενέργειας» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το περί Ενεργειακής Απόδοσης (Διαχειριστές Ενέργειας) Διάταγμα του 2016·

«διαχειριστής συστήματος διανομής ηλεκτρισμού» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο «Διαχειριστής Συστήματος Διανομής» από το άρθρο 2 του περί Ρύθμισης της Αγοράς Ηλεκτρισμού Νόμου·

«διαχειριστής συστήματος διανομής φυσικού αερίου» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο «διαχειριστής συστήματος διανομής» από το άρθρο 2 του περί Ρύθμισης της Αγοράς Φυσικού Αερίου Νόμου·

«διαχειριστής συστήματος μεταφοράς ηλεκτρισμού» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο «Διαχειριστής Συστήματος Μεταφοράς Κύπρου» από το άρθρο 2 του περί Ρύθμισης της Αγοράς Ηλεκτρισμού Νόμου·

«διαχειριστής συστήματος μεταφοράς φυσικού αερίου» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο «διαχειριστής συστήματος μεταφοράς» από το άρθρο 2 του περί Ρύθμισης της Αγοράς Φυσικού Αερίου Νόμου·

«διεθνές πρότυπο» σημαίνει πρότυπο το οποίο έχει εκδοθεί από τον Διεθνή Οργανισμό Τυποποίησης και διατίθεται προς δημόσια χρήση·

«διχασμός κινήτρων» σημαίνει την έλλειψη δίκαιης και εύλογης κατανομής των οικονομικών υποχρεώσεων και ωφελημάτων που σχετίζονται με επενδύσεις ενεργειακής απόδοσης μεταξύ των ενδιαφερόμενων υποκειμένων, για παράδειγμα, των ιδιοκτητών και των ενοικιαστών ή των διαφορετικών ιδιοκτητών κτιριακών μονάδων, ή των ιδιοκτητών και των ενοικιαστών ή διαφορετικών ιδιοκτητών πολυκατοικιών ή κτιρίων πολλαπλών χρήσεων·

«δυναμικό υπερθέρμανσης του πλανήτη καθ’ όλο τον κύκλο ζωής» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το στοιχείο 25) του άρθρου 2 της Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1275·

«ελάχιστα πρότυπα ενεργειακής απόδοσης» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το στοιχείο 4) του άρθρου 2 της Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1275·

«ενέργεια» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο «ενεργειακά προϊόντα» από το στοιχείο δ) του άρθρου 2 του Κανονισμού (ΕΚ) 1099/2008·

«ενέργεια του περιβάλλοντος» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 2 του περί Προώθησης και Ενθάρρυνσης της Χρήσης των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας Νόμου·

«ενεργειακή απόδοση» σημαίνει τον λόγο της εκροής επιδόσεων, υπηρεσιών, αγαθών ή ενέργειας προς την εισροή ενέργειας·

«ενεργειακή υπηρεσία» σημαίνει το φυσικό όφελος, τη χρησιμότητα ή το πλεονέκτημα που προκύπτει από συνδυασμό ενέργειας με ενεργειακά αποδοτική τεχνολογία ή με δράση, που δύναται να περιλαμβάνει τις εργασίες, τη συντήρηση και τον έλεγχο που απαιτούνται για την παροχή της υπηρεσίας η οποία παρέχεται βάσει σύμβασης και υπό κανονικές συνθήκες έχει αποδείξει ότι οδηγεί σε βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης ή σε εξοικονόμηση πρωτογενούς ενέργειας που δύναται να επαληθευθεί και να μετρηθεί ή εκτιμηθεί·

«ενεργειακό σύστημα» σημαίνει σύστημα που έχει σχεδιαστεί κυρίως για την παροχή ενεργειακών υπηρεσιών για την κάλυψη της ζήτησης για ενέργεια στους τομείς τελικής χρήσης υπό τη μορφή θερμότητας, καυσίμων και ηλεκτρικής ενέργειας·

«ενεργειακός ελεγκτής» σημαίνει φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο διενεργεί ενεργειακούς ελέγχους και κατέχει άδεια ενεργειακού ελεγκτή·

«ενεργειακός έλεγχος» σημαίνει συστηματική διαδικασία με σκοπό την απόκτηση επαρκούς γνώσης του συνόλου χαρακτηριστικών ενεργειακής κατανάλωσης ενός κτιρίου ή μίας ομάδας κτιρίων, μίας βιομηχανικής ή εμπορικής δραστηριότητας ή εγκατάστασης, μίας ιδιωτικής ή δημόσιας υπηρεσίας, με την οποία εντοπίζονται και προσδιορίζονται ποσοτικά οι οικονομικώς αποδοτικές δυνατότητες εξοικονόμησης ενέργειας, προσδιορίζεται το δυναμικό οικονομικά αποδοτικής χρήσης ή παραγωγής ανανεώσιμης ενέργειας και συντάσσεται έκθεση αποτελεσμάτων·

«ενεργειακή φτώχεια» σημαίνει την έλλειψη πρόσβασης ενός νοικοκυριού σε απαραίτητες ενεργειακές υπηρεσίες, όταν οι εν λόγω υπηρεσίες παρέχουν βασικά επίπεδα και αξιοπρεπή πρότυπα διαβίωσης και υγείας, περιλαμβανομένων της επαρκούς θέρμανσης, του ζεστού νερού, της ψύξης, του φωτισμού και της ενέργειας τροφοδοσίας ηλεκτρικών συσκευών, στο σχετικό εθνικό πλαίσιο, την υφιστάμενη εθνική κοινωνική πολιτική και άλλες σχετικές εθνικές πολιτικές, η οποία προκαλείται από συνδυασμό παραγόντων, περιλαμβανομένων τουλάχιστον της οικονομικής αδυναμίας, του ανεπαρκούς διαθέσιμου εισοδήματος, των υψηλών ενεργειακών δαπανών και της χαμηλής ενεργειακής απόδοσης των κατοικιών·

«Ένωση» σημαίνει την Ευρωπαϊκή Ένωση·

«εξοικονόμηση ενέργειας» σημαίνει την ποσότητα εξοικονομούμενης ενέργειας, η οποία προσδιορίζεται με τη μέτρηση ή/και τον κατ’ εκτίμηση υπολογισμό της κατανάλωσης ή αμφότερα πριν από και μετά από την υλοποίηση ενός μέτρου βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης με ταυτόχρονη εξασφάλιση της σταθερότητας των εξωτερικών συνθηκών που επηρεάζουν την ενεργειακή κατανάλωση·

«εξουσιοδοτηθέν μέρος» σημαίνει νομική οντότητα στην οποία έχει ανατεθεί από κυβέρνηση ή από άλλο δημόσιο φορέα εξουσία ανάπτυξης, διαχείρισης ή λειτουργίας ενός χρηματοδοτικού προγράμματος εξ ονόματος της κυβέρνησης ή του άλλου δημόσιου φορέα·

«εξουσιοδοτημένος λειτουργός» σημαίνει λειτουργό που έχει εξουσιοδοτηθεί για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος Νόμου·

«επιμέρους δράση» σημαίνει δράση η οποία οδηγεί σε βελτιώσεις της ενεργειακής απόδοσης που δύναται να επαληθευτούν και να μετρηθούν ή εκτιμηθούν και η οποία αναλαμβάνεται ως αποτέλεσμα μέτρου πολιτικής·

«Επιτροπή Ενεργειακών Ελεγκτών» σημαίνει την επιτροπή που συστήνεται με βάση Κανονισμούς που εκδίδονται δυνάμει των διατάξεων της παραγράφου (ζ) του εδαφίου (2) του άρθρου 23·

«επιχείρηση» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 1 του παραρτήματος της Σύστασης 2003/361/ΕΚ·

«εταιρεία λιανικής πώλησης ενέργειας» σημαίνει φυσικό ή νομικό πρόσωπο που πωλεί ενέργεια σε τελικούς πελάτες·

«ετήσια έκθεση επιχείρησης» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο «ετήσια έκθεση» από το άρθρο 2 του περί Εταιρειών Νόμου·

«ευάλωτοι πελάτες» σημαίνει τους ευάλωτους πελάτες που καθορίζονται με διάταγμα που εκδίδεται δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 129 του περί Ρύθμισης της Αγοράς Ηλεκτρισμού Νόμου και της παραγράφου (η) του εδαφίου (1) του άρθρου 6 του περί Ρύθμισης της Αγοράς Φυσικού Αερίου Νόμου·

«Ευρωπαϊκή Επιτροπή» ή «Επιτροπή» σημαίνει την Επιτροπή της Ευρωπαϊκής Ένωσης·

«ευρωπαϊκό πρότυπο» σημαίνει πρότυπο που εκδίδεται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή Τυποποίησης, την Ευρωπαϊκή Επιτροπή Ηλεκτροτεχνικής Τυποποίησης ή το Ευρωπαϊκό Ινστιτούτο Τηλεπικοινωνιών Προτύπων και διατίθεται προς δημόσια χρήση·

«Κανονισμοί» σημαίνει Κανονισμούς που εκδίδονται δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 23·

«Κανονισμός (ΕΕ) 575/2013» σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβούλιού και του Συμβουλίου της 26ης Ιουνίου 2013 σχετικά με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας για πιστωτικά ιδρύματα και επιχειρήσεις επενδύσεων και την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012»·

«Κανονισμός (ΕΕ) 2016/679» σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Κανονισμός (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Απριλίου 2016, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών και την κατάργηση της οδηγίας 95/46/ΕΚ (Γενικός Κανονισμός για την Προστασία Δεδομένων)»

«Κανονισμός (ΕΕ) 2017/1369» σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Κανονισμός (ΕΕ) 2017/1369 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 4ης Ιουλίου 2017 σχετικά με τον καθορισμό ενός πλαισίου για την ενεργειακή σήμανση και για την κατάργηση της οδηγίας 2010/30/ΕΕ»·

«Κανονισμός (ΕΕ) 2018/842» σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Κανονισμός (ΕΕ) 2018/842 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 30ής Μαΐου 2018 σχετικά με τις δεσμευτικές ετήσιες μειώσεις των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου από τα κράτη μέλη από το 2021 έως το 2030, στο πλαίσιο της συμβολής στη δράση για το κλίμα για την τήρηση των δεσμεύσεων που απορρέουν από τη συμφωνία του Παρισιού και για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 525/2013»·

«Κανονισμός (ΕΕ) 2018/1999» σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Κανονισμός (ΕΕ) 2018/1999 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 11ης Δεκεμβρίου 2018 για τη διακυβέρνηση της Ενεργειακής Ένωσης και της Δράσης για το Κλίμα, για την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 663/2009 και (ΕΚ) αριθ. 715/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, των οδηγιών 94/22/ΕΚ, 98/70/ΕΚ, 2009/31/ΕΚ, 2009/73/ΕΚ, 2010/31/ΕΕ, 2012/27/ΕΕ και 2013/30/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, των οδηγιών 2009/119/ΕΚ και (ΕΕ) 2015/652 του Συμβουλίου και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 525/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου»·

«Κανονισμός (ΕΕ) 2018/2066» σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Εκτελεστικό Κανονισμό (ΕΕ) 2018/2066 της Επιτροπής της 19ης Δεκεμβρίου 2018 για την παρακολούθηση και την υποβολή εκθέσεων σχετικά με τις εκπομπές αερίων θερμοκηπίου κατ' εφαρμογή της οδηγίας 2003/87/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 601/2012 της Επιτροπής»·

«Κανονισμός (ΕΕ) 2019/631» σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Κανονισμός (ΕΕ) 2019/631 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 17ης Απριλίου 2019 σχετικά με τα πρότυπα επιδόσεων για τις εκπομπές CO2 από τα καινούργια επιβατικά αυτοκίνητα και από τα καινούργια ελαφρά επαγγελματικά οχήματα και με την κατάργηση των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 443/2009 και (ΕΕ) αριθ. 510/2011»·

«Κανονισμός (ΕΕ) 2019/943» σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Κανονισμός (ΕΕ) 2019/943 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 5ης Ιουνίου 2019 σχετικά με την εσωτερική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας»·

«Κανονισμός (ΕΕ) 2020/740» σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Κανονισμός (ΕΕ) 2020/740 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 25ης Μαΐου 2020 σχετικά με τη σήμανση των ελαστικών επισώτρων όσον αφορά την εξοικονόμηση καυσίμου και άλλες παραμέτρους, την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) 2017/1369 και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1222/2009»·

«Κανονισμός (ΕΕ) 2021/2178» σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Κατ’ Εξουσιοδότηση Κανονισμός (ΕΕ) 2021/2178 της Επιτροπής της 6ης Ιουλίου 2021 για τη συμπλήρωση του κανονισμού (ΕΕ) 2020/852 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου με τη διευκρίνιση του περιεχομένου και της παρουσίασης των πληροφοριών που πρέπει να δημοσιοποιούνται από τις επιχειρήσεις που εμπίπτουν στο άρθρο 19α ή στο άρθρο 29α της οδηγίας 2013/34/ΕΕ όσον αφορά τις περιβαλλοντικά βιώσιμες οικονομικές δραστηριότητες, και τον καθορισμό της μεθοδολογίας για τη συμμόρφωση με την υποχρέωση γνωστοποίησης»·

«Κανονισμός (ΕΕ) 2021/1119» σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Κανονισμός (ΕΕ) 2021/1119 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 30ής Ιουνίου 2021 για τη θέσπιση πλαισίου με στόχο την επίτευξη κλιματικής ουδετερότητας και για την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 401/2009 και (ΕΕ) 2018/1999 (“ευρωπαϊκό νομοθέτημα για το κλίμα”)»

«Κανονισμός (ΕΚ) 765/2008» σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Kανονισμός (ΕΚ) αριθ. 765/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 9ης Ιουλίου 2008 για τον καθορισμό των απαιτήσεων διαπίστευσης και εποπτείας της αγοράς όσον αφορά την εμπορία των προϊόντων και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 339/93 του Συμβουλίου»·

«Κανονισμός (ΕΚ) 1099/2008» σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Κανονισμός (ΕΚ) 1099/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 22ας Οκτωβρίου 2008 για τις στατιστικές ενέργειας»·

«κατανάλωση πρωτογενούς ενέργειας» ή «PEC» σημαίνει την ακαθάριστη διαθέσιμη ενέργεια, εξαιρουμένων των καυσίμων της διεθνούς ναυτιλίας, της τελικής μη ενεργειακής κατανάλωσης και της ενέργειας του περιβάλλοντος·

«κατηγορία» σημαίνει οποιαδήποτε από τις κατηγορίες που καθορίζονται βάσει Κανονισμών που εκδίδονται δυνάμει των διατάξεων της παραγράφου (δ) του εδαφίου (2) του άρθρου 23·

«κέντρο δεδομένων» σημαίνει έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το σημείο 2.6.3.1.16 του παραρτήματος Α του Κανονισμού (ΕΚ) 1099/2008·

«κλιματικές συνθήκες εσωτερικού χώρου» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 2 του περί Ρύθμισης της Ενεργειακής Απόδοσης των Κτιρίων Νόμου·

«κοινωνικές κατοικίες» σημαίνει οικιστικές μονάδες προς μίσθωση που παρέχονται σε τιμές χαμηλότερες των τιμών της αγοράς, είναι στοχευμένες και διατίθενται σύμφωνα με ειδικούς κανόνες, όπως διαπιστωμένες ανάγκες ή λίστες αναμονής·

«κράτος μέλος» σημαίνει κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης·

«κτίριο» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 2 του περί Ρύθμισης της Ενεργειακής Απόδοσης των Κτιρίων Νόμου·

«κτίριο με σχεδόν μηδενική κατανάλωση ενέργειας» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 2 του περί Ρύθμισης της Ενεργειακής Απόδοσης των Κτιρίων Νόμου·

«κτίριο μηδενικών εκπομπών» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το στοιχείο 2) του άρθρου 2 της Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1275·

«μέτρα βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης» σημαίνει τις δράσεις που κανονικά οδηγούν σε επαληθεύσιμη ή μετρήσιμη βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης·

«μέτρο πολιτικής» σημαίνει κανονιστικό, χρηματοδοτικό, δημοσιονομικό, εθελοντικό ή ενημερωτικό μέσο το οποίο έχει καθιερωθεί και εφαρμόζεται επισήμως σε ένα κράτος μέλος, προκειμένου να δημιουργήσει υποστηρικτικό πλαίσιο, απαίτηση ή κίνητρο για τους παράγοντες της αγοράς, ώστε να παρέχουν και να αγοράζουν ενεργειακές υπηρεσίες και να αναλαμβάνουν άλλα μέτρα, για τη βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης·

«μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις» ή «ΜΜΕ» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο «επιχειρήσεις» από την παράγραφο 1 του άρθρου 2 του παραρτήματος της Σύστασης 2003/361/ΕΚ της Επιτροπής·

«νοικοκυριά χαμηλού εισοδήματος» σημαίνει νοικοκυριά που βρίσκονται σε κίνδυνο φτώχειας, τα οποία έχουν ισοδύναμο διαθέσιμο εισόδημα κάτω από το όριο κινδύνου φτώχειας, το οποίο ορίζεται στο εξήντα τοις εκατό (60%) του εθνικού διάμεσου ισοδύναμου διαθέσιμου εισοδήματος·

«Οδηγία (ΕΕ) 2023/1791» σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Οδηγία 2023/1791 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 13ης Σεπτεμβρίου 2023 για την ενεργειακή απόδοση και σχετικά με την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) 2023/955»·

«Οδηγία (ΕΕ) 2024/1275» σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Οδηγία (ΕΕ) 2024/1275 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 24ης Απριλίου 2024 για την ενεργειακή απόδοση των κτιρίων»·

«Οδηγία 2003/87/ΕΚ» σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Οδηγία 2003/87/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 13ης Οκτωβρίου 2003 σχετικά με τη θέσπιση συστήματος εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής αερίων θερμοκηπίου εντός της Κοινότητας και την τροποποίηση της οδηγίας 96/61/ΕΚ του Συμβουλίου»·

«Οδηγία 2003/96/ΕΚ» σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Οδηγία 2003/96/EK του Συμβουλίου της 27ης Οκτωβρίου 2003 σχετικά με την αναδιάρθρωση του κοινοτικού πλαισίου φορολογίας των ενεργειακών προϊόντων και της ηλεκτρικής ενέργειας»·

«Οδηγία 2006/112/ΕΚ» σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Οδηγία 2006/112/ΕΚ του Συμβουλίου της 28ης Νοεμβρίου 2006 σχετικά με το κοινό σύστημα φόρου προστιθέμενης αξίας»·

«Οδηγία 2009/125/ΕΚ» σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Οδηγία 2009/125/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 21ης Οκτωβρίου 2009 για τη θέσπιση πλαισίου για τον καθορισμό απαιτήσεων οικολογικού σχεδιασμού όσον αφορά τα συνδεόμενα με την ενέργεια προϊόντα»·

«ουσιαστική ανακαίνιση» σημαίνει ανακαίνιση το κόστος της οποίας υπερβαίνει το πενήντα τοις εκατό (50%) του κόστους επένδυσης για νέα συγκρίσιμη μονάδα·

«πάροχος ενεργειακής υπηρεσίας» σημαίνει φυσικό ή νομικό πρόσωπο που παρέχει ενεργειακές υπηρεσίες ή μέτρα βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης σε εγκαταστάσεις ή οίκημα τελικού πελάτη και περιλαμβάνει την έννοια της εταιρείας ενεργειακών υπηρεσιών·

«πιστοποιητικό ενεργειακής απόδοσης κτιρίου» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 2 του περί Ρύθμισης της Ενεργειακής Απόδοσης των Κτιρίων Νόμου·

«πολύ μικρή επιχείρηση» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο «επιχείρηση» από την παράγραφο 3 του άρθρου 2 του παραρτήματος της Σύστασης 2003/361/ΕΚ·

«προτεραιότητα στην ενεργειακή απόδοση» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το σημείο 18 του άρθρου 2 του Κανονισμού (ΕΕ) 2018/1999·

«στατιστικά σημαντικό ποσοστό και αντιπροσωπευτικό δείγμα των μέτρων βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης» σημαίνει την αναλογία και δείγμα που απαιτούν τον καθορισμό ενός υποσυνόλου στατιστικού πληθυσμού των εν λόγω μέτρων εξοικονόμησης ενέργειας, με τρόπο που αντιπροσωπεύει το σύνολο του πληθυσμού όλων των μέτρων εξοικονόμησης ενέργειας, και συνεπώς, επιτρέπει να εξαχθούν ευλόγως αξιόπιστα συμπεράσματα όσον αφορά την εμπιστοσύνη στο σύνολο των μέτρων·

«στοιχείο κτιρίου» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 2 του περί Ρύθμισης της Ενεργειακής Απόδοσης των Κτιρίων Νόμου·

«στρατηγική συμμετοχής» σημαίνει τη στρατηγική που θέτει στόχους, αναπτύσσει τεχνικές και θεσπίζει τη διαδικασία για τη συμμετοχή όλων των σχετικών ενδιαφερόμενων μερών σε εθνικό ή τοπικό επίπεδο, περιλαμβανομένων εκπροσώπων της κοινωνίας των πολιτών, όπως οι οργανώσεις καταναλωτών, στη διαδικασία χάραξης πολιτικής, με στόχο την αύξηση της ευαισθητοποίησης, την απόκτηση ανάδρασης σχετικά με τις πολιτικές αυτές και τη βελτίωση της αποδοχής τους από το κοινό·

«Σύμβαση Ενεργειακής Απόδοσης» ή «ΣΕΑ» σημαίνει συμβατική συμφωνία μεταξύ του δικαιούχου και του παρόχου μέτρου βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης, η οποία επαληθεύεται και παρακολουθείται καθ’ όλη τη διάρκεια ισχύος της σύμβασης, στο πλαίσιο της οποίας πραγματοποιούνται πληρωμές για έργα, προμήθεια ή υπηρεσία για το μέτρο αυτό, οι οποίες συνδέονται με ένα συμβατικώς συμφωνηθέν επίπεδο βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης ή με άλλο συμφωνηθέν κριτήριο ενεργειακής απόδοσης, όπως η εξοικονόμηση χρημάτων·

«συμμετέχον μέρος» σημαίνει επιχείρηση ή δημόσιο φορέα που δεσμεύεται να επιτύχει ορισμένους στόχους βάσει προαιρετικής συμφωνίας ή καλύπτεται από εθνικό κανονιστικό μέσο πολιτικής·

«συνολικό ωφέλιμο εμβαδόν δαπέδου» σημαίνει το εμβαδόν των δαπέδων κτιρίου ή μέρους κτιρίου στο οποίο χρησιμοποιείται ενέργεια για τη ρύθμιση των κλιματικών συνθηκών στο εσωτερικό του·

«Σύσταση (ΕΕ) 2021/1749» σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Σύσταση (ΕΕ) 2021/1749 της Επιτροπής της 28ης Σεπτεμβρίου 2021 για την προτεραιότητα στην ενεργειακή απόδοση: από τις αρχές στην πράξη - Κατευθυντήριες γραμμές και παραδείγματα για την εφαρμογή της αρχής κατά τη λήψη αποφάσεων στον ενεργειακό τομέα και πέραν αυτού»·

«Σύσταση 2003/361/ΕΚ» σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Σύσταση 2003/361/ΕΚ της Επιτροπής της 6ης Μαΐου 2003 σχετικά με τον ορισμό των πολύ μικρών, των μικρών και των μεσαίων επιχειρήσεων»·

«σύστημα ενεργειακής διαχείρισης» σημαίνει το σύνολο των αλληλένδετων ή αλληλεπιδρώντων στοιχείων μίας στρατηγικής που θέτει στόχο ενεργειακής απόδοσης και ενός σχεδίου για την επίτευξη του εν λόγω στόχου, στα οποία περιλαμβάνονται η παρακολούθηση της πραγματικής κατανάλωσης ενέργειας, οι δράσεις που αναλαμβάνονται για την αύξηση της ενεργειακής απόδοσης και η μέτρηση της προόδου·

«Ταμείο Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας και Εξοικονόμησης Ενέργειας» ή «Ταμείο ΑΠΕ και ΕΞ.Ε» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο «Ταμείο» από το άρθρο 2 του περί της Λειτουργίας Ταμείου Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας και Εξοικονόμησης Ενέργειας Νόμου·

«τελική κατανάλωση ενέργειας» ή «FEC» σημαίνει το σύνολο της ενέργειας που παρέχεται στη βιομηχανία, στις μεταφορές, περιλαμβανομένης της ενεργειακής κατανάλωσης από τις διεθνείς αεροπορικές μεταφορές, στα νοικοκυριά, στις δημόσιες και ιδιωτικές υπηρεσίες, στη γεωργία, στη δασοκομία, στην αλιεία και σε άλλους τομείς τελικής χρήσης, εξαιρουμένων της ενεργειακής κατανάλωσης από τα καύσιμα της διεθνούς ναυτιλίας, της ενέργειας του περιβάλλοντος και των παραδόσεων στον τομέα της μετατροπής και στον τομέα της ενέργειας, καθώς και των απωλειών λόγω μεταφοράς και διανομής, όπως ορίζονται στο Παράρτημα A του Κανονισμού (ΕΚ) 1099/2008·

«τελικός πελάτης» σημαίνει φυσικό ή νομικό πρόσωπο που αγοράζει ενέργεια για δική του τελική χρήση·

«τελικός χρήστης» σημαίνει φυσικό ή νομικό πρόσωπο που αγοράζει θέρμανση, ψύξη ή ζεστό νερό οικιακής χρήσης για δική του τελική χρήση ή φυσικό ή νομικό πρόσωπο που καταλαμβάνει μεμονωμένο κτίριο ή μονάδα σε πολυκατοικία ή κτίριο πολλαπλών χρήσεων που τροφοδοτείται με θέρμανση, ψύξη ή ζεστό νερό οικιακής χρήσης από κεντρική πηγή, το οποίο πρόσωπο δεν έχει συνάψει άμεση ή ατομική σύμβαση με τον προμηθευτή ενέργειας·

«ΤΙΠ» σημαίνει Τόνος Ισοδυνάμου Πετρελαίου·

«υπεύθυνες οντότητες» σημαίνει τους δημόσιους φορείς, τις αναθέτουσες αρχές, τους αναθέτοντες φορείς, τη ΡΑΕΚ, κατά την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 2 του περί Σύστασης και Λειτουργίας της Ρυθμιστικής Αρχής Ενέργειας Κύπρου Νόμου, καθώς και άλλες οντότητες που δύναται να καθορίσει ο Υπουργός με διάταγμα·

«Υπηρεσία Ενέργειας» σημαίνει την Υπηρεσία Ενέργειας του Υπουργείου Ενέργειας, Εμπορίου και Βιομηχανίας·

«Υπουργός» σημαίνει τον Υπουργό Ενέργειας, Εμπορίου και Βιομηχανίας·

«υπόχρεο μέρος» σημαίνει διανομέα ενέργειας, εταιρεία λιανικής πώλησης ενέργειας ή διαχειριστή συστήματος μεταφοράς που δεσμεύεται από τα εθνικά καθεστώτα επιβολής της υποχρέωσης ενεργειακής απόδοσης που αναφέρονται στο άρθρο 11.

(2) Όροι οι οποίοι δεν ορίζονται στον παρόντα Νόμο έχουν την έννοια που αποδίδεται σε αυτούς από τον-

(α) περί Ρύθμισης της Αγοράς Ηλεκτρισμού Νόμο·

(β) περί Προώθησης και Ενθάρρυνσης της Χρήσης Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας Νόμο·

(γ) τον περί Προώθησης της Ενεργειακής Απόδοσης στη Θέρμανση και Ψύξη και της Συμπαραγωγής Ηλεκτρισμού και Θερμότητας Νόμο·

(δ) περί της Εναλλακτικής Επίλυσης Καταναλωτικών Διαφορών Νόμο·

(ε) περί Ρύθμισης της Ενεργειακής Απόδοσης των Κτιρίων Νόμο·

(στ) περί Ρύθμισης της Αγοράς Φυσικού Αερίου Νόμο·

(ζ) περί της Ρύθμισης των Διαδικασιών Σύναψης Δημοσίων Συμβάσεων και για Συναφή Θέματα Νόμο·

(η) περί της Ρύθμισης των Διαδικασιών Σύναψης Συμβάσεων Φορέων που Δραστηριοποιούνται στους Τομείς του Ύδατος, της Ενέργειας, των Μεταφορών και των Ταχυδρομικών Υπηρεσιών και για Συναφή Θέματα Νόμο·

(θ) περί της Ρύθμισης των Διαδικασιών Ανάθεσης Συμβάσεων Παραχώρησης και για Συναφή Θέματα Νόμο·

(ι) περί του Συντονισμού των Διαδικασιών Σύναψης Ορισμένων Συμβάσεων Έργων, Προμηθειών και Παροχής Υπηρεσιών που Συνάπτονται από Αναθέτουσες Αρχές ή Αναθέτοντες Φορείς στους Τομείς της Άμυνας και της Ασφάλειας και για Συναφή Θέματα Νόμο·

(ια) περί Ορισμένων Θεμάτων Διαμεσολάβησης σε Αστικές Διαφορές Νόμο·

(ιβ) περί της Λειτουργίας Ταμείου Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας και Εξοικονόμησης Ενέργειας Νόμο.

(3) Στον παρόντα Νόμο και στις δυνάμει αυτού εκδιδόμενες κανονιστικές διοικητικές πράξεις οποιαδήποτε αναφορά σε Οδηγία, Κανονισμό, Απόφαση ή άλλη νομοθετική πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης σημαίνει την εν λόγω πράξη, όπως αυτή εκάστοτε διορθώνεται, τροποποιείται ή αντικαθίσταται, εκτός εάν από το κείμενο προκύπτει διαφορετική έννοια.