ΜΕΡΟΣ VII ΕΠΙΤΡΟΠΟΙ, ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΟΙ ΚΛΠ
Φορολογική υποχρέωση επιτρόπων

31. Σύνδικοι ή παραλήπτες, επίτροποι, εκτελεστές διαθήκης ή διαχειριστές περιουσίας ή κηδεμόνες εμπεπιστευμένοι με τη διεύθυνση, έλεγχο ή διαχείριση περιουσίας ή μιας επιχείρησης για λογαριασμό κάποιου προσώπου, θα υπόκεινται σε φορολογία αναφορικά με το εισόδημα που προκύπτει από τέτοια περιουσία ή επιχείρηση με τον ίδιο τρόπο και για το ίδιο ποσό όπως τέτοιο πρόσωπο θα φορολογείτο αν ελάμβανε προσωπικά τέτοιο εισόδημα, κάθε δε τέτοιος σύνδικος, παραλήπτης, επίτροπος, εκτελεστής διαθήκης ή διαχειριστής περιουσίας, ή κηδεμόνας θα είναι υπεύθυνος για τη διενέργεια όλων των αναγκαίων δυνάμει του παρόντος Νόμου για τη βεβαίωση και καταβολή του φόρου:

Νοείται ότι τίποτε που διαλαμβάνεται στο παρόν άρθρο δέν θα αποκλείει την επιβολή φορολογίας στο όνομα του προσώπου, το οποίο αντιπροσωπεύεται από τέτοιο σύνδικο, παραλήπτη, επίτροπο, εκτελεστή διαθήκης ή διαχειριστή περιουσίας, ή κηδεμόνα.

Φορολογική υποχρέωση αντιπροσώπου κατοίκου εκτός της Δημοκρατίας

32. (1) Κάθε πρόσωπο που δεν είναι κάτοικος στη Δημοκρατία, θα φορολογείται στο όνομα του πληρεξουσίου του, πράκτορα ή αντιπροσώπου, συνδίκου, παραλήπτη, διαχειριστή ή θεματοφύλακα του, είτε ο εν λόγω πληρεξούσιος, αντιπρόσωπος, πράκτορας, σύνδικος, παραλήπτης, διαχειριστής ή θεματοφύλακας εισπράττει το εισόδημα είτε όχι, με τον ίδιο τρόπο και για το ίδιο ποσό όπως τέτοιο πρόσωπο που δεν είναι κάτοικος στη Δημοκρατία θα φορολογείτο αν ελάμβανε προσωπικά τέτοιο εισόδημα.

(2) Κάθε πρόσωπο που δεν είναι κάτοικος στη Δημοκρατία θα υπόκειται σε φορολογία αναφορικά με εισόδημα που προκύπτει, άμεσα ή έμμεσα, από οποιαδήποτε πληρεξουσιότητα, πρακτορεία, αντιπροσωπεία, συνεταιρισμό ή από πράξεις του συνδίκου ή παραλήπτη, διαχειριστή ή θεματοφύλακά του και τέτοια φορολογία θα γίνεται στο όνομα του πληρεξουσίου, πράκτορα, αντιπροσώπου, συνδίκου ή παραλήπτη, διαχειριστή ή θεματοφύλακα αυτού.

(3) Καμιά διάταξη του παρόντος άρθρου καθιστά πρόσωπο που δεν είναι κάτοικος στη Δημοκρατία υποκείμενο σε φορολογία στο όνομα μεσίτη ή παραγγελιοδόχου ή άλλου αντιπροσώπου σε περιπτώσεις στις οποίες ο εν λόγω μεσίτης, παραγγελιοδόχος ή άλλος αντιπρόσωπος δεν είναι εξουσιοδοτημένο πρόσωπο, το οποίο ενεργεί τη γενική αντιπροσώπευση του μη κατοίκου στη Δημοκρατία προσώπου ή πρόσωπο υποκείμενο σε φορολογία ως να ήταν αντιπρόσωπος σύμφωνα με τα εδάφια (1) και (2) του παρόντος άρθρου αναφορικά με κέρδη ή οφέλη που προέκυψαν από πωλήσεις ή δοσοληψίες που διενεργήθηκαν μέσω του εν λόγω μεσίτη ή αντιπροσώπου.

Αρχές εμπορικών συναλλαγών

33. (1) Αν-

(α) Μια επιχείρηση στη Δημοκρατία συμμετέχει άμεσα ή έμμεσα στη διοίκηση ή τον έλεγχο ή το κεφάλαιο μιας επιχείρησης άλλου προσώπου· ή

(β) τα ίδια πρόσωπα συμμετέχουν άμεσα ή έμμεσα στη διοίκηση, τον έλεγχο ή το κεφάλαιο δυο ή περισσοτέρων επιχειρήσεων·

και σε κάθε μια από τις περιπτώσεις αυτές τίθενται ή επιβάλλονται μεταξύ των δύο επιχειρήσεων στις εμπορικές ή οικονομικές τους σχέσεις όροι που διαφέρουν από εκείνους οι οποίοι θα ετίθεντο μεταξύ ανεξαρτήτων επιχειρήσεων, τότε οποιαδήποτε κέρδη ή οφέλη τα οποία, αν δεν υπήρχαν οι όροι αυτοί, θα πραγματοποιούντο από μια από τις επιχειρήσεις, αλλά, λόγω των όρων αυτών, δεν πραγματοποιήθηκαν, μπορεί να περιληφθούν στα κέρδη ή οφέλη της επιχείρησης εκείνης και να φορολογηθούν ανάλογα.

(2) Οι διατάξεις του εδαφίου (1) εφαρμόζονται επίσης αναφορικά με οποιεσδήποτε συναλλαγές μεταξύ συνδεδεμένων προσώπων.

(3) Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου-

(α) Ένα άτομο είναι συνδεδεμένο με άλλο άτομο αν το πρώτο άτομο είναι σύζυγος ή συγγενής του δεύτερου ατόμου, ή είναι σύζυγος συγγενή του δεύτερου ατόμου, ή είναι συγγενής του συζύγου ή της συζύγου του δεύτερου ατόμου·

(β) ένα πρόσωπο είναι συνδεδεμένο με οποιοδήποτε πρόσωπο με το οποίο διατηρεί συνεταιρισμό, και με το σύζυγο ή τη σύζυγο ή συγγενή οποιουδήποτε ατόμου με το οποίο διατηρεί συνεταιρισμό·

(γ) μια εταιρεία είναι συνδεδεμένη με άλλη εταιρεία—

(i) αν το ίδιο πρόσωπο έχει τον έλεγχο και των δύο, ή αν ένα πρόσωπο έχει τον έλεγχο της μιας και πρόσωπα συνδεδεμένα μαζί του, ή ο ίδιος και πρόσωπα συνδεδεμένα μαζί του, έχουν τον έλεγχο της άλλης· ή

(ii) αν μια ομάδα δύο ή περισσότερων προσώπων έχει τον έλεγχο της καθεμιάς εταιρείας, και οι ομάδες είτε αποτελούνται από τα ίδια πρόσωπα είτε θα μπορούσαν να θεωρηθούν ότι αποτελούνται από τα ίδια πρόσωπα θεωρώντας (σε μια ή περισσότερες περιπτώσεις) ένα μέλος είτε της μιας είτε της άλλης ομάδας ότι αντικαθίσταται από άλλο πρόσωπο με το οποίο είναι συνδεδεμένο·

(δ) μια εταιρεία είναι συνδεδεμένη με άλλο πρόσωπο αν το πρόσωπο αυτό έχει τον έλεγχο της ή το πρόσωπο αυτό και πρόσωπα συνδεδεμένα μαζί του έχουν τον έλεγχο της·

(ε) οποιαδήποτε δύο ή περισσότερα πρόσωπα που ενεργούν μαζί για να εξασφαλίσουν ή να ασκήσουν τον έλεγχο μιας εταιρείας θεωρούνται σε σχέση με την εν λόγω εταιρεία ότι είναι συνδεδεμένα το ένα με το άλλο και με οποιοδήποτε πρόσωπο που ενεργεί με τις οδηγίες οποιουδήποτε από αυτά για να εξασφαλίσει ή να ασκήσει τον έλεγχο της εταιρείας·

(4) στο παρόν άρθρο—

(α) «έλεγχος», σε σχέση με εταιρεία, σημαίνει την εξουσία προσώπου να εξασφαλίσει—

(i) μέσω κατοχής μετοχών ή δικαιώματος ψήφου στην εταιρεία ή σε σχέση με αυτή, ή σε σχέση με οποιαδήποτε άλλη εταιρεία, ή

(ii) δυνάμει οποιωνδήποτε εξουσιών που της παραχωρεί το καταστατικό ή άλλο έγγραφο που διέπει τη λειτουργία της εν λόγω εταιρείας ή οποιασδήποτε άλλης εταιρείας,

ότι οι υποθέσεις της πρώτης εταιρείας διεξάγονται σύμφωνα με τις επιθυμίες του προσώπου αυτού, και,

(β) «έλεγχος», σε σχέση με συνεταιρισμό, σημαίνει το δικαίωμα σε μερίδιο πέραν του ενός δευτέρου των περιουσιακών στοιχείων ή πέραν του ενός δευτέρου του εισοδήματος του συνεταιρισμού·

(γ) «συγγενής» σημαίνει σύζυγο και άτομο μέχρι τρίτου βαθμού συγγενείας είτε αυτό είναι άγαμο είτε είναι έγγαμο.

(5)  Σε περίπτωση που ο Έφορος αυξήσει τα κέρδη ή οφέλη επιχείρησης που ασκείται από κάτοικο της Δημοκρατίας ή από πρόσωπο μη κάτοικο στη Δημοκρατία με μόνιμη εγκατάσταση στη Δημοκρατία, λόγω του ότι οι συναλλαγές του ή οι οικονομικές του σχέσεις με άλλο πρόσωπο κάτοικο της Δημοκρατίας ή με άλλο πρόσωπο μη κάτοικο στη Δημοκρατία με μόνιμη εγκατάσταση στη Δημοκρατία, που ασκεί επιχείρηση έγιναν με όρους οι οποίοι διαφέρουν από εκείνους που θα ετίθεντο μεταξύ ανεξάρτητων επιχειρήσεων και εφαρμόστηκαν οι διατάξεις του εδαφίου (1), παραχωρείται στο άλλο πρόσωπο έκπτωση ίση με την αύξηση των κερδών ή του οφέλους της επιχείρησης:

Νοείται ότι, η έκπτωση που παραχωρείται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος εδαφίου λογίζεται ως δαπάνη, στην οποία εφαρμόζονται οι διατάξεις του Νόμου αναφορικά με τον περιορισμό της αφαίρεσης οποιασδήποτε δαπάνης, σε περίπτωση δε που η αύξηση των κερδών ή του οφέλους του πρώτου προσώπου υπολογίζεται πάνω σε δάνειο, χρηματική διευκόλυνση ή χρεωστικό υπόλοιπο, η έκπτωση που παραχωρείται  στο άλλο πρόσωπο λογίζεται ως τόκος στον οποίο εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 11.

Γενικός κανόνας απαγόρευσης των καταχρήσεων

33Α.(1) Για τον υπολογισμό του οφειλόμενου εταιρικού φόρου δεν λαμβάνεται υπόψη οποιαδήποτε ρύθμιση ή σειρά ρυθμίσεων που έχουν τεθεί σε εφαρμογή με κύριο σκοπό ή έναν από τους κύριους σκοπούς, την απόκτηση φορολογικού πλεονεκτήματος που ματαιώνει το αντικείμενο ή τον σκοπό των εφαρμοστέων φορολογικών διατάξεων και οι οποίες δεν είναι γνήσιες, λαμβανομένων υπόψη όλων των σχετικών στοιχείων και περιστάσεων:

Νοείται ότι, ρύθμιση ή σειρά ρυθμίσεων μπορεί να περιλαμβάνει περισσότερα από ένα στάδια ή μέρη:

Νοείται περαιτέρω ότι, για τους σκοπούς του παρόντος εδαφίου, ρύθμιση ή σειρά ρυθμίσεων θεωρούνται μη γνήσιες, στον βαθμό που δεν τίθενται σε εφαρμογή για βάσιμους εμπορικούς λόγους που απηχούν την οικονομική πραγματικότητα.

(2) Σε περίπτωση που ρύθμιση ή σειρά ρυθμίσεων δεν λαμβάνονται υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου (1), ο οφειλόμενος εταιρικός φόρος υπολογίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου.

Φορολόγηση κατά την έξοδο

33Β.-(1) Στο εισόδημα εταιρείας κατοίκου της Δημοκρατίας ή μόνιμης εγκατάστασης στη Δημοκρατία εταιρείας μη κατοίκου της Δημοκρατίας, ανάλογα με την περίπτωση, προστίθεται ποσό ίσο με τη διαφορά μεταξύ της αγοραίας αξίας των μεταβιβασθέντων περιουσιακών στοιχείων κατά τη χρονική στιγμή της εξόδου αυτών και της αξίας τους για φορολογικούς σκοπούς, σε οποιαδήποτε από τις ακόλουθες περιπτώσεις:

(α) Eταιρείας κατοίκου της Δημοκρατίας, η οποία μεταβιβάζει περιουσιακά στοιχεία από την έδρα της στη μόνιμη εγκατάσταση που διατηρεί σε άλλο κράτος μέλος ή σε τρίτη χώρα, εφόσον η Δημοκρατία δεν έχει πλέον το δικαίωμα φορολόγησης των μεταβιβασθέντων περιουσιακών στοιχείων λόγω της μεταβίβασηςˑ

(β) εταιρείας μη κατοίκου της Δημοκρατίας με μόνιμη εγκατάσταση στη Δημοκρατία, η οποία μεταβιβάζει περιουσιακά στοιχεία από τη μόνιμη εγκατάσταση που διατηρεί στη Δημοκρατία στην έδρα της ή σε άλλη μόνιμη εγκατάσταση που  διατηρεί σε άλλο κράτος μέλος ή σε τρίτη χώρα, εφόσον η Δημοκρατία δεν έχει πλέον το δικαίωμα φορολόγησης των μεταβιβασθέντων περιουσιακών στοιχείων λόγω της μεταβίβασηςˑ

(γ) εταιρείας κατοίκου της Δημοκρατίας, η οποία μεταφέρει τη φορολογική της κατοικία σε άλλο κράτος μέλος ή σε τρίτη χώρα, περιουσιακά δε στοιχεία, τα οποία παραμένουν ουσιωδώς συνδεδεμένα με μόνιμη εγκατάσταση που δύναται να δημιουργηθεί στη Δημοκρατία μετά την μεταφορά της φορολογικής κατοικίας και για τα οποία η Δημοκρατία διατηρεί δικαίωμα φορολόγησης δεν υπόκεινται στις διατάξεις του παρόντος άρθρουˑ

(δ) εταιρείας μη κατοίκου της Δημοκρατίας με μόνιμη εγκατάσταση στη Δημοκρατία, η οποία μεταφέρει την επιχείρηση που ασκείται από τη μόνιμη εγκατάσταση που διατηρεί στη Δημοκρατία σε άλλο κράτος μέλος ή σε τρίτη χώρα, εφόσον η Δημοκρατία δεν έχει πλέον το δικαίωμα φορολόγησης των μεταβιβασθέντων περιουσιακών στοιχείων λόγω της μεταβίβασης.

(2) Σε περίπτωση που εφαρμόζονται οι διατάξεις του εδαφίου (1), το ποσό που προστίθεται στο εισόδημα εταιρείας κάτοικου της Δημοκρατίας ή μόνιμης εγκατάστασης στη Δημοκρατία εταιρείας μη κάτοικου της Δημοκρατίας υπόκειται στις διατάξεις του παρόντος Νόμου.

(3) Σε περίπτωση που η μεταβίβαση στη Δημοκρατία  περιουσιακών στοιχείων ή η μεταφορά στη Δημοκρατία της φορολογικής κατοικίας εταιρείας ή επιχείρησης που ασκείται μέσω μόνιμης εγκατάστασης γίνεται από άλλο κράτος μέλος, ως αρχική φορολογική αξία των μεταβιβασθέντων περιουσιακών στοιχείων για σκοπούς του παρόντος Νόμου θεωρείται η αξία ως αυτή έχει ορισθεί από το κράτος μέλος από το οποίο έγινε η μεταβίβαση ή η μεταφορά, εκτός εάν αυτή δεν αντικατοπτρίζει την αγοραία αξία των μεταβιβασθέντων περιουσιακών στοιχείων.

(4) Σε περίπτωση που περιουσιακά στοιχεία, τα οποία έχουν μεταβιβασθεί εκτός Δημοκρατίας δυνάμει των διατάξεων των παραγράφων (α), (β), (γ) ή (δ) του εδαφίου (1) πρόκειται να επανέλθουν στη Δημοκρατία εντός περιόδου δώδεκα (12) μηνών, οι διατάξεις του παρόντος άρθρου δεν εφαρμόζονται σε μεταβιβάσεις περιουσιακών στοιχείων που σχετίζονται με τη χρηματοδότηση κινητών αξιών,  περιουσιακών στοιχείων που παρέχονται ως εξασφάλιση ή όταν η μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων πραγματοποιείται για την κάλυψη κεφαλαιακών απαιτήσεων προληπτικής εποπτείας ή για σκοπούς διαχείρισης ρευστότητας.

(5)  Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου:

“αγοραία αξία” σημαίνει το ποσό έναντι του οποίου περιουσιακό στοιχείο δύναται να ανταλλαγεί ή οι αμοιβαίες υποχρεώσεις μπορούν να διακανονιστούν μεταξύ εθελουσίως ενεργούντων μη συνδεδεμένων αγοραστών και πωλητών σε απευθείας συναλλαγή·

“μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων” σημαίνει πράξη με την οποία η Δημοκρατία χάνει το δικαίωμα φορολόγησης των μεταβιβασθέντων περιουσιακών στοιχείων, ενώ τα περιουσιακά στοιχεία παραμένουν υπό τη νομική ή την οικονομική κυριότητα του ίδιου προσώπουˑ

“μεταφορά της φορολογικής κατοικίας” σημαίνει πράξη με την οποία πρόσωπο παύει να είναι κάτοικος της Δημοκρατίας, ενώ αποκτά φορολογική κατοικία σε άλλο κράτος μέλος ή τρίτη χώραˑ

“μεταφορά της επιχείρησης που ασκείται μέσω μόνιμης εγκατάστασης” σημαίνει πράξη με την οποία πρόσωπο παύει να υπόκειται σε φόρο στη Δημοκρατία, ενώ ταυτόχρονα υπόκειται σε φόρο σε άλλο κράτος μέλος ή τρίτη χώρα, χωρίς να καθίσταται κάτοικος για φορολογικούς σκοπούς στο εν λόγω κράτος μέλος ή στην τρίτη χώρα.