Συνοπτικός τίτλος

1. Οι περί του Κεντρικού Φορέα Ισότιμης Κατανομής Βαρών (Σύσταση, Σκοποί, Αρμοδιότητες και Άλλα Συναφή Θέματα) Νόμοι του 1989, 1998 και 1999 θα αναφέρονται μαζί ως οι περί του Κεντρικού Φορέα Ισότιμης Κατανομής Βαρών (Σύσταση, Σκοποί, Αρμοδιότητες και Άλλα Συναφή Θέματα) Νόμοι του 1989 έως 1999.

Ερμηνεία

2. Στον παρόντα Νόμο, εκτός αν από το κείμενο προκύπτει διαφορετική έννοια:

“Αναθεωρητική Αρχή” σημαίνει την κατά το άρθρο 11 καθιστάμενη Αρχή˙

“Κεντρικός Φορέας Ισότιμης Κατανομής Βαρών” ή συνοπτικά “Κεντρικός Φορέας” σημαίνει τον κατά το άρθρο 3 καθιστάμενο Φορέα, την εγκαθίδρυση του οποίου προέβλεψε ο περί Εγκαθιδρύσεως Κεντρικού Φορέως διά την Ισότιμον Κατανομήν των εκ της Τουρκικής Εισβολής και Συνεπεία αυτής Προκυψάντων Βαρών Νόμος του 1988˙

“Συμβούλιο” σημαίνει το κατά το άρθρο 6 καθιστάμενο Συμβούλιο Κεντρικού Φορέα Ισότιμης Κατανομής Βαρών˙

“Υπουργός” σημαίνει τον Υπουργό Οικονομικών.

Σύσταση Κεντρικού Φορέα

3.-(1) Συνιστάται νομικό πρόσωπο δημόσιου δικαίου, καλούμενο “Κεντρικός Φορέας Ισότιμης Κατανομής Βαρών”.

(2) Ο Κεντρικός Φορέας τελεί υπό την εποπτεία του Κράτους και διοικείται από το Συμβούλιο.

Σκοποί και αρμοδιότητες του Κεντρικού Φορέα

4. Πρωταρχικοί σκοποί και αρμοδιότητες του Κεντρικού Φορέα, με συναφείς εξουσίες και υποχρεώσεις, είναι οι ακόλουθοι:

(α) Να αναλαμβάνει ενέργειες για την επίτευξη της ισότιμης κατανομής των βαρών που προέκυψαν από την τουρκική εισβολή και κατοχή και την κατά το δυνατόν αποκατάσταση της προπολεμικής φερεγγυότητας σύμφωνα με την κατεχόμενη περιουσία εκάστου, με βάση συγκεκριμένο διαχρονικό σχέδιο που θα καθοριστεί από τον Κεντρικό Φορέα σε συνεργασία με άλλες αρμόδιες δημόσιες υπηρεσίες, λαμβάνοντας υπόψη τις προσόδους του Κεντρικού Φορέα σε συσχετισμό με τις δημοσιονομικές δυνατότητες του Κράτους και της οικονομίας εν γένει˙

(β) να παρέχει οικονομική ή άλλη χορηγία ή οικονομική στήριξη σε κατά νόμο δικαιούμενα πρόσωπα, εφόσον συντρέχουν οι προς τούτο νόμιμες προϋποθέσεις:

Νοείται ότι, για σκοπούς παροχής της ως άνω οικονομικής στήριξης, «δικαιούχος» σημαίνει ιδιοκτήτη ακίνητης ιδιοκτησίας που είναι απροσπέλαστη ή της οποίας η οικονομική αξιοποίηση είναι πρακτικά ή νομικά αδύνατη συνεπεία της τουρκικής εισβολής της 20ής Ιουλίου 1974:

Νοείται περαιτέρω ότι, προς εξασφάλιση των απαραίτητων πόρων για χορήγηση της ως άνω οικονομικής στήριξης, εισπράττεται από τον πωλητή που μεταβιβάζει ακίνητη ιδιοκτησία, η οποία βρίσκεται στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές, ποσό ίσο με ποσοστό ύψους 0,40% επί του εισπραχθησομένου τιμήματος πώλησης της υπό αναφορά ιδιοκτησίας:

Νοείται έτι περαιτέρω ότι, το ποσό επί του πιο πάνω ποσοστού, εισπράττεται, και σε περίπτωση μεταβίβασης μετοχών οποιασδήποτε εταιρείας η οποία είναι ιδιοκτήτρια ακίνητης ιδιοκτησίας, επί της τελευταίας εκτιμημένης από το Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας αξίας της εν λόγω ακίνητης ιδιοκτησίας, νοουμένου ότι η εν λόγω μεταβίβαση  έχει ως αποτέλεσμα την απόκτηση του ελέγχου της εταιρείας από τον αγοραστή των μετοχών:

Νοείται έτι έτι περαιτέρω ότι, ο Κεντρικός Φορέας Ισότιμης Κατανομής Βαρών τηρεί λογαριασμούς για τα χρηματικά  ποσά τα οποία εισπράττονται ή τα οποία δαπανώνται, στο πλαίσιο παροχής της ως άνω οικονομικής στήριξης.

(γ) να εισηγείται τη λήψη των αναγκαίων προς επίτευξη των σκοπών των νομοθετικών ή άλλων μέτρων˙

(δ) να υποβάλλει συγκεκριμένες εισηγήσεις σε ότι αφορά τις σχέσεις του με άλλες δημόσιες υπηρεσίες, αρμόδιες σε θέματα εκτοπισθέντων και πληγέντων από την τουρκική εισβολή και κατοχή, ιδιαίτερα όμως να υποδεικνύει τις δημόσιες υπηρεσίες που οφείλουν να τον συνδράμουν στην άσκηση των αρμοδιοτήτων του σύμφωνα με τον παρόντα Νόμο˙ και

(ε) να καταρτίζει και υποβάλλει προς έγκριση τους αναγκαίους προς εκτέλεση του παρόντος Νόμου Κανονισμούς.

Κρατική εποπτεία

5.-(1) Η εποπτεία του Κεντρικού Φορέα ανατίθεται στον Υπουργό και ασκείται κατά τα οριζόμενα στον παρόντα Νόμο και τους δυνάμει αυτού εκδιδόμενους Κανονισμούς.

(2) Το Συμβούλιο οφείλει να παρέχει στον Υπουργό οποιαδήποτε πληροφορία ζητήσει σχετικά με τον Κεντρικό Φορέα, τη λειτουργία και τις δραστηριότητες του, που ο Υπουργός κρίνει αναγκαία για την άσκηση της κατά τον παρόντα Νόμο κρατικής εποπτείας επί του Κεντρικού Φορέα.

Σύσταση Συμβουλίου

6. Συνιστάται Συμβούλιο, καλούμενο “Συμβούλιο Κεντρικού Φορέα Ισότιμης Κατανομής Βαρών”, στο οποίο ανατίθεται η διοίκηση του Κεντρικού Φορέα και η ευθύνη για την εφαρμογή της πολιτικής του.

Αρμοδιότητες Συμβουλίου

7.-(1) Το Συμβούλιο εφορεύει τις δραστηριότητες του Κεντρικού Φορέα και έχει πλήρη εξουσία προς διοίκηση και διαχείριση της περιουσίας αυτού, κατά τα οριζόμενα στον παρόντα Νόμο και τους δυνάμει αυτού εκδιδόμενους Κανονισμούς.

(2) Το Συμβούλιο ειδικότερα:

(α) Εκπροσωπεί διά του προέδρου του τον Κεντρικό Φορέα ενώπιον των δικαστικών και άλλων δημόσιων αρχών·

(β) εισηγείται τη λήψη νομοθετικών και άλλων μέτρων, αναγκαίων προς επίτευξη των σκοπών του Κεντρικού Φορέα, ιδιαίτερα σε ότι αφορά τα προς επίτευξη των σκοπών του και τη λειτουργία αυτού αναγκαία έσοδα·

(γ) εξετάζει αιτήσεις προς παροχή οικονομικής ή άλλης χορηγίας και αποφασίζει επ’ αυτών, κατά τα οριζόμενα στον παρόντα Νόμο και τους δυνάμει αυτού εκδιδόμενους Κανονισμούς·

(δ) μεριμνά για την τήρηση λογαριασμών, την κατάρτιση Απολογισμού, Ισολογισμού και Προϋπολογισμού και υποβάλλει αυτούς προς έλεγχο και έγκριση στο Υπουργικό Συμβούλιο και τη Βουλή των Αντιπροσώπων·

(ε) συνάπτει, με την έγκριση του Υπουργικού Συμβουλίου, δάνεια για τη συμπλήρωση των χρηματοδοτικών του αναγκών·

(στ) επενδύει, με την έγκριση του Υπουργού, τα τυχόν πλεονάσματα του Κεντρικού Φορέα· και

(ζ) αποφασίζει την εκμίσθωση όλης ή μέρους της κινητής ή ακίνητης ιδιοκτησίας του Κεντρικού Φορέα, την παραχώρηση μέσω σχεδίων των δανείων ή εγγυήσεων για δάνεια που παραχωρούνται από χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και τους όρους και προϋποθέσεις αυτών, καθώς και την αποδοχή οποιασδήποτε κληρονομιάς, κληροδοτήματος ή δωρεάς· και

(η) γενικά είναι αρμόδιο για κάθε ενέργεια που κατά τον παρόντα Νόμο ή τους δυνάμει αυτού εκδιδόμενους Κανονισμούς προσιδιάζει στους σκοπούς και τις αρμοδιότητες του Κεντρικού Φορέα.

(3)(α) Χωρίς επηρεασμό της δυνάμει του εδαφίου (1) του παρόντος άρθρου γενικής εποπτικής αρμοδιότητας του Συμβουλίου, αυτό μπορεί οποτεδήποτε, ύστερα από ομόφωνη απόφασή του, να αναθέτει, υπό όρους που κρίνει σκόπιμο να καθορίσει, την άσκηση οποιασδήποτε από τις αρμοδιότητές του είτε στον Πρόεδρο του Συμβουλίου, είτε στο Διευθυντή, είτε σε οποιαδήποτε για το σκοπό αυτό συγκροτούμενη επιτροπή από μέλη του·

(β) Στην επιτροπή μπορούν να παρίστανται, χωρίς δικαίωμα ψήφου, ο Διευθυντής ή άλλοι λειτουργοί του Φορέα Ισότιμης Κατανομής Βαρών·

(γ) η δυνάμει του παρόντος εδαφίου ανάθεση άσκησης οποιασδήποτε αρμοδιότητας μπορεί, οποτεδήποτε, με απόφαση των παρόντων μελών του Συμβουλίου λαμβανομένη κατά πλειοψηφία, να ανακληθεί.

Σύνθεση Συμβουλίου

8.-(1) Το Συμβούλιο απαρτίζεται από έναν Πρόεδρο και δώδεκα μέλη που διορίζονται για τετραετή θητεία από το Υπουργικό Συμβούλιο ύστερα από πρόταση του Υπουργού και αφού τηρηθούν οι διατάξεις του εδαφίου (2).

(2) Ο Πρόεδρος και τα μέλη του Συμβουλίου διορίζονται ως ακολούθως:

(α) Επτά ανώτεροι λειτουργοί, εκπρόσωποι Υπουργείων ή Ανεξάρτητων Υπηρεσιών˙

(β) πέντε εκπρόσωποι ιδιοκτητών τουρκοκρατούμενων περιουσιών και πληγέντων και εκτοπισθέντων επιχειρηματιών που υποδεικνύονται ως ακολούθως:

(i) Δύο από την Παγκύπρια Επιτροπή Προσφύγων˙

(ii) δύο από το Σύνδεσμο Ιδιοκτητών Τουρκοκρατούμενων Περιουσιών Κύπρου˙ και

(iii) ένας από τον Παγκύπριο Σύνδεσμο Πληγέντων και Εκτοπισθέντων Επιχειρηματιών.

(γ) Ένα πρόσωπο εγνωσμένης πείρας και αξίας σε δημόσια θέματα το οποίο ασκεί καθήκοντα Προέδρου του Συμβουλίου.

(3) Σε περίπτωση απουσίας του Προέδρου του Συμβουλίου ή άλλου προσωρινού κωλύματος του, αυτόν αναπληρώνει το μέλος που επιλέγεται για το σκοπό αυτό από το Συμβούλιο.

(4) Κενή θέση στο Συμβούλιο, για οποιοδήποτε λόγο, δεν επηρεάζει τη νόμιμη υπόσταση, ούτε και την εγκυρότητα των αποφάσεων ή πράξεων του Συμβουλίου, νοουμένου ότι ο αριθμός των εναπομεινάντων μελών δεν είναι μικρότερος του απαιτούμενου αριθμού απαρτίας για τις συνεδριάσεις του.

Συνεδρίες του Συμβουλίου

9.-(1) Οι συνεδρίες του Συμβουλίου συγκαλούνται από τον πρόεδρο αυτού.

(2) Ο πρόεδρος συγκαλεί το Συμβούλιο σε συνεδρία όποτε κρίνει τούτο αναγκαίο, οφείλει όμως να συγκαλέσει συνεδρία αν το ζητήσουν γραπτώς δύο τουλάχιστο μέλη, που καθορίζουν συγχρόνως και τα προς συζήτηση θέματα. Συνεδρία συγκαλείται οπωσδήποτε μια φορά τουλάχιστον ανά μήνα.

(3) Η πρόσκληση σε συνεδρία είναι γραπτή και απευθύνεται προς τα μέλη του Συμβουλίου, επτά τουλάχιστον ημέρες πριν από την ορισμένη για τη συνεδρία ημερομηνία. Κατ’ εξαίρεση, σε έκτακτες και δικαιολογημένες περιπτώσεις, συνεδρία του Συμβουλίου συγκαλείται με πρόσκληση που επιδίδεται στα μέλη είκοσι τέσσερις ώρες πριν από την ορισμένη για τη συνεδρία ημερομηνία.

(4) Στις συνεδρίες του Συμβουλίου προεδρεύει ο πρόεδρος που μεριμνά για την τήρηση πρακτικών και υπογράφει αυτά.

(5) Επτά μέλη παριστάμενα στη συνεδρία συνιστούν απαρτία. Οι αποφάσεις λαμβάνονται κατά πλειοψηφία και σε περίπτωση ισοψηφίας επικρατεί η ψήφος του προέδρου.

(6) Τηρουμένων των ανωτέρω διατάξεων και των δυνάμει του παρόντος Νόμου εκδιδόμενων Κανονισμών, το Συμβούλιο αποφασίζει ελεύθερα σε ότι αφορά τον τρόπο διεξαγωγής των εργασιών του και την ενώπιον του διαδικασία.

(7) Κατά τις συνεδρίες του Συμβουλίου δύναται να παρίσταται και εκφέ ρει γνώμη, χωρίς δικαίωμα ψήφου, ο Διευθυντής, εκτός αν το Συμβούλιο σε συγκεκριμένη περίπτωση κατά την απόλυτη κρίση του αποφασίσει διαφορετικά.

Αντιμισθία μελών του Συμβουλίου

10. Στον πρόεδρο και τα λοιπά μέλη του Συμβουλίου καταβάλλεται η οριζόμενη από το Υπουργικό Συμβούλιο αντιμισθία.

Διευθυντής και άλλο προσωπικό

11.-(1) Η γενική διεύθυνση των εργασιών του Κεντρικού Φορέα ανατίθεται στο Διευθυντή. Ο Διευθυντής διορίζεται, τηρουμένων κατά τα λοιπά των σχετικών διατάξεων των περί του Κεντρικού Φορέα Ισότιμης Κατανομής Βαρών (΄Οροι Πρόσληψης και Υπηρεσίας Υπαλλήλων) Κανονισμών του 1995 και των περί του Κεντρικού Φορέα Ισότιμης Κατανομής Βαρών (Σχέδια Υπηρεσίας) Κανονισμών του 1995, αποκλειστικά επί συμβάσει για περίοδο πέντε ετών, ή για τόση μικρότερη χρονική περίοδο ώστε να μην υπάρχει υπέρβαση του καθορισμένου για τη θέση αυτή ηλικιακού ορίου αφυπηρέτησης.

(2) Ο Διευθυντής βοηθείται στο έργο του από άλλους υπαλλήλους που είτε θα αποσπασθούν από άλλες δημόσιες υπηρεσίες είτε θα προσληφθούν στην υπηρεσία του Κεντρικού Φορέα ύστερα από έγκριση του Υπουργικού Συμβουλίου.

(3) Ο Διευθυντής και οι λοιποί υπάλληλοι του Κεντρικού Φορέα διορίζονται από το Συμβούλιο, που καθορίζει και τα απαραίτητα προς διορισμό προσόντα και τους άλλους όρους υπηρεσίας~

Σύσταση Αναθεωρητικής Αρχής

12.-(1) Συνιστάται Αναθεωρητική Αρχή αρμοδία για την εξέταση των κατά το άρθρο 15 ασκούμενων ιεραρχικών προσφυγών εναντίον αποφάσεων του Συμβουλίου.

(2) Η Αναθεωρητική Αρχή απαρτίζεται από τον πρόεδρο και άλλα δύο μέλη, που διορίζονται από το Υπουργικό Συμβούλιο για τετραετή θητεία.

Συνεδρίες της Αναθεωρητικής Αρχής

13.-(1) Οι συνεδρίες της Αναθεωρητικής Αρχής συγκαλούνται από τον πρόεδρο που προεδρεύει αυτών, μεριμνά για την τήρηση πρακτικών και υπογράφει τα πρακτικά.

(2) Ο πρόεδρος της Αρχής καταρτίζει την ημερήσια διάταξη και μεριμνά όπως αυτή κοινοποιείται στα μέλη δύο τουλάχιστον ημέρες πριν από την ορισμένη για τη συνεδρία ημερομηνία. Κατ’ εξαίρεση, σε έκτακτες και δικαιολογημένες περιπτώσεις, η ημερήσια διάταξη δύναται να κυκλοφορήσει μεταξύ των μελών αμέσως πριν τη συνεδρία.

(3) Δύο μέλη παριστάμενα στη συνεδρία συνιστούν απαρτία.

(4) Οι αποφάσεις της Αναθεωρητικής Αρχής λαμβάνονται κατά πλειοψηφία, σε περίπτωση όμως ισοψηφίας επικρατεί η ψήφος του προεδρεύσαντος της συνεδρίας.

(5) Αφού τηρηθούν οι ανωτέρω διατάξεις και οι δυνάμει του παρόντα Νόμου εκδιδόμενοι Κανονισμοί, η Αναθεωρητική Αρχή αποφασίζει ελεύθερα σε ότι αφορά τον τρόπο διεξαγωγής των εργασιών της και την ενώπιον της διαδικασία.

Αντιμισθία μελών Αναθεωρητικής Αρχής

14. Στον πρόεδρο και τα λοιπά μέλη της Αναθεωρητικής Αρχής καταβάλλεται η οριζόμενη από το Υπουργικό Συμβούλιο αντιμισθία.

Ιεραρχική προσφυγή

15.-(1) Κατά των αποφάσεων του Συμβουλίου επί αιτήσεων προς παροχή οικονομικής ή άλλης χορηγίας επιτρέπεται η άσκηση προσφυγής ενώπιον της Αναθεωρητικής Αρχής.

(2) Η προσφυγή ασκείται μέσα σε προθεσμία τριάντα ημερών από της κοινοποίησης της απόφασης του Συμβουλίου στον ενδιαφερόμενο.

(3) Η κατά τις διατάξεις του παρόντος άρθρου προσφυγή είναι γραπτή, εκθέτει τους λόγους πάνω στους οποίους στηρίζεται και απευθύνεται στον πρόεδρο της Αναθεωρητικής Αρχής.

(4) Η Αναθεωρητική Αρχή εξετάζει την ενώπιον της ασκηθείσα προσφυγή με κάθε δυνατή σπουδή και, αφού ακούσει τους ενδιαφερομένους ή δώσει σε αυτούς την ευκαιρία να εκθέσουν τις απόψεις τους, αποφασίζει επί της προσφυγής.

Έκδοση Κανονισμών

16.-(1) Το Συμβούλιο καταρτίζει και υποβάλλει, διά του Υπουργού, στο Υπουργικό Συμβούλιο προς έγκριση Κανονισμούς προς ρύθμιση οποιουδήποτε θέματος που κατά τον παρόντα Νόμο χρήζει ή είναι δεκτικό καθορισμού.

(2) Χωρίς επηρεασμό της γενικότητας του εδαφίου (1), κανονισμοί που εκδίδονται δυνάμει του παρόντος άρθρου δύναται να προβλέπουν για όλα ή οποιαδήποτε από τα ακόλουθα θέματα:

(α) Για τη δημιουργία και διαχείριση σχεδίου αποκαλούμενου ως Σχεδίου Αποκατάστασης Προπολεμικής Φερεγγυότητας Ιδιοκτητών Κατεχόμενης ή Απροσπέλαστης Ακίνητης Ιδιοκτησίας∙

(β) για τον καθορισμό των δικαιούχων προσώπων δυνάμει του προβλεπόμενου στην παράγραφο (α) σχεδίου, καθώς και των δικαιούχων προσώπων στα οποία δίνεται προτεραιότητα στην εξέταση των αιτήσεών τους από τον Κεντρικό Φορέα∙

(γ) για την παροχή δανείων αναφορικά με-

(i) σπουδές ποσού μέχρι εκατό πέντε χιλιάδες ευρώ (€105.000)∙

(ii) βοήθεια σε νεοδημιουργούμενα ζευγάρια ποσού μέχρι δεκαεπτά χιλιάδες ευρώ (€17.000)∙

(iii) ιατροφαρμακευτική περίθαλψη ποσού μέχρι ογδόντα πέντε χιλιάδες ευρώ (€85.000)∙

(iv) επαγγελματική στέγη ή επαγγελματική δραστηριοποίηση ή επέκταση ποσού μέχρι εβδομήντα χιλιάδες ευρώ (€70.000)∙

(v) αγορά, ανέγερση, επέκταση οικήματος, δημιουργία γηπέδου ή κατασκευή έργων υποδομής σε υφιστάμενο γήπεδο και εξοπλισμό σωματείων, οργανώσεων και ενώσεων προσώπων ποσού μέχρι εκατό χιλιάδες ευρώ (€100.000) για εξοπλισμό και ποσού μέχρι εκατό χιλιάδες ευρώ (€100.000) για κτιριακές εγκαταστάσεις∙

(δ) για τη δυνατότητα του Κεντρικού Φορέα να εξετάζει αιτήσεις που υποβάλλονται μέσα σε έξι (6) μήνες από την ημερομηνία έκδοσης δανείου μέσω χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων∙

(ε) για την επιβολή όρων, προϋποθέσεων, περιορισμών ή επιφυλάξεων σε οποιαδήποτε από τις περιπτώσεις των παραγράφων (β) και (γ) του παρόντος εδαφίου∙

(στ) για τη ρύθμιση οποιουδήποτε θέματος χρήζει ρύθμισης δυνάμει του παρόντος Νόμου∙ και

(ζ) για σκοπούς ρύθμισης του πλαισίου παροχής της προβλεπόμενης στην παράγραφο (β) του άρθρου 4 οικονομικής στήριξης, καθώς και για τη ρύθμιση παντός θέματος το οποίο χρήζει ή είναι δεκτικό καθορισμού.

(3) Οι κατά το εδάφιο (1) καταρτιζόμενοι Κανονισμοί που εγκρίνονται από το Υπουργικό Συμβούλιο κατατίθενται στη Βουλή των Αντιπροσώπων, η οποία έχει εξουσία προς έγκριση, τροποποίηση ή απόρριψη τους μέσα σε προθεσμία εξήντα ημερών από την κατάθεση. Αν η Βουλή εγκρίνει τους Κανονισμούς με τροποποίηση ή χωρίς τροποποιήσεις ή η προθεσμία των εξήντα ημερών περάσει άπρακτη, οι Κανονισμοί δημοσιεύονται στην επίσημη εφημερίδα της Δημοκρατίας και τίθενται σε ισχύ από την ημέρα της δημοσίευσης τους.

Απαλλαγή δικαιούχων από την πληρωμή τελών, χαρτοσήμων κτλ.

17. Οι δικαιούχοι με βάση τα εκάστοτε σχέδια ή προγράμματα που εφαρμόζει ο Κεντρικός Φορέας απαλλάσσονται σε σχέση με τα σχέδια ή τα προγράμματα αυτά από την καταβολή-

(α) Κάθε τέλους χαρτοσήμων πληρωτέου δυνάμει οποιουδήποτε εκάστοτε σε ισχύ νόμου περί τελών χαρτοσήμων, για σκοπούς υποθήκευσης κατεχόμενης ή/και απροσπέλαστης ακίνητης περιουσίας τους,

(β) κάθε υποθηκευτικού τέλους του Κτηματολογίου δυνάμει οποιουδήποτε εκάστοτε σε ισχύ νόμου περί πληρωμής υποθηκευτικών τελών Κτηματολογίου για σκοπούς υποθήκευσης κατεχόμενης ή/και απροσπέλαστης ακίνητης περιουσίας τους.

Συνομολόγηση συμβάσεων από τον Κεντρικό Φορέα

18.-(1) Συμβάσεις από ή για λογαριασμό του Κεντρικού Φορέα καταρτίζονται και συνομολογούνται νόμιμα και δεσμευτικά για τον Κεντρικό Φορέα, εφόσον γίνονται γραπτώς και φέρουν τη σφραγίδα του Κεντρικού Φορέα και τις υπογραφές του Προέδρου και δύο οποιωνδήποτε μελών του Συμβουλίου εξουσιοδοτημένων για το σκοπό αυτό από το Συμβούλιο.

(2) Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου δεν επηρεάζουν ή θίγουν την εγκυρότητα οποιασδήποτε σύμβασης που έχει συνομολογηθεί για λογαριασμό του Κεντρικού Φορέα, πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος άρθρου.

Σύσταση επιτροπών

19.-(1) Το Συμβούλιο μπορεί εκάστοτε να καταρτίζει από τα μέλη του ή από άλλα πρόσωπα, που κατέχουν ειδικές γνώσεις ή πείρα, ειδικές ή άλλες επιτροπές με τέτοιο αριθμό μελών, όπως το Συμβούλιο ήθελε αποφασίσει για οποιοδήποτε σκοπό ο οποίος, κατά τη γνώμη του Συμβουλίου, εξυπηρετείται αποτελεσματικότερα μέσω μιας επιτροπής:

Νοείται ότι σε κάθε επιτροπή διορίζεται και ένα μέλος της Παγκύπριας Ένωσης Προσφύγων ή του Συνδέσμου Τουρκοκρατούμενων Περιουσιών ή του Παγκύπριου Συνδέσμου Πληγέντων και Εκτοπισθέντων Επιχειρηματιών.

(2) Το Συμβούλιο μπορεί εκάστοτε, τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου (1), να διαφοροποιεί τον αριθμό ή τη σύνθεση οποιασδήποτε επιτροπής, να παύει οποιαδήποτε μέλη ή να διορίζει νέα μέλη καθώς και να προβαίνει στην πλήρωση κενών θέσεων σε οποιαδήποτε τέτοια επιτροπή.

(3) Οι πράξεις, οι αποφάσεις και οι εργασίες οποιασδήποτε τέτοιας επιτροπής υπόκεινται πάντοτε στην έγκριση του Συμβουλίου.

(4) Το Συμβούλιο ρυθμίζει κατά τα λοιπά, με απόφαση του τη διαδικασία των συνεδριάσεων των επιτροπών αυτών.

Σημείωση
3 του Ν70(Ι)/98Έναρξη της ισχύος του παρόντος Νόμου

Η ισχύς του παρόντος Νόμου λογίζεται ότι άρχισε από την 21η Ιουλίου 1995.

Σημείωση
4 του Ν.169(I)/2003Μεταβατική διάταξη

Η θητεία των υφιστάμενων κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος Νόμου [Σ.Σ.: δηλαδή του Ν.169(I)/2003] μελών του Συμβουλίου και της Αναθεωρητικής Αρχής λήγει στις 31 Δεκεμβρίου 2003.