ΜΕΡΟΣ I ΠΡΟΟΙΜΙΟΝ
Συνοπτικός τίτλος

1. Οι περί Τελωνείων και Φόρων Καταναλώσεως Νόμοι του 1967 μέχρι 2001 θα αναφέρονται μαζί ως οι περί Τελωνείων και Φόρων Καταναλώσεως Νόμοι του 1967 μέχρι 2001.

Ερμηνεία

2.-(1) Εν τω παρόντι Νόμω, εκτός εάν άλλως προκύπτη εκ του κειμένου, οι ακόλουθοι όροι κέκτηνται την εν τοις εφεξής έννοιαν: "αδειούχος κατασκευαστής μετουσιωμένου οινοπνεύματος" σημαίνει πρόσωπον κατέχον άδειαν δυνάμει του εδαφίου (2) του άρθρου 102·

"αεροδρόμιον" σημαίνει οιανδήποτε περιοχήν ξηράς ή ύδατος, προοριζομένην, εξωπλισμένην, παραχωρηθείσαν ή κοινώς χρησιμοποιουμένην διά την εξασφάλισιν των προς προσγείωσιν και αναχώρησιν αεροσκαφών αναγκαίων μέσων·

"αεροσκάφος" σημαίνει οιονδήποτε αεροπλάνον, υδροπλάνον, αεράκατον, υδροτομήν, περιλαμβάνει δε τα ελικόπτερα ως και έτερα πάσης φύσεως μηχανικά μέσα, μετά ή άνευ προωστηρίου δυνάμεως, άτινα κέκτηνται ικανότητα πτήσεως, αφ' εαυτών ή εν συνδυασμώ μεθ' ετέρου αεροσκάφους και δι' ων είναι δυνατή η μεταφορά εμπορευμάτων ή επιβατών εν τη Δημοκρατία ή εκτός αυτής·

"ακτοπλοϊκόν" κέκτηται οίαν έννοιαν απέδωκε τω όρω τούτω το άρθρον 50·

"άμβυξ" σημαίνει συσκευήν τινα, πλην των απλών αμβύκων, εν η είναι δυνατή η παραγωγή οινοπνευματωδών δι' αποστάξεως, και περιλαμβάνει παν ουσιώδες μέρος του άμβυκος, πλην των κρουνών και ετέρων εξαρτημάτων, άτινα, αποχωριζόμενα του άμβυκος, χρησιμοποιούνται συνήθως δι' ετέρους σκοπούς·

"απλούς άμβυξ" σημαίνει τον γνωστόν ως "καζάνι" άμβυκα, όστις σύγκειται εξ ενός διαμερίσματος διά την θέρμανσιν του περιεχομένου και εξ ου οινοπνευματούχοι ατμοί δύνανται να αχθώσιν μέσω κλειστού σωλήνος προς συμπύκνωσιν και περισυλλογήν, περιλαμβάνει δε παν ουσιώδες μέρος του τοιούτου άμβυκος, πλην των κρουνών και ετέρων εξαρτημάτων, άτινα, αποχωριζόμενα του άμβυκος, χρησιμοποιούνται συνήθως δι' ετέρους σκοπούς·

"απαιτητής", καθ' όσον αφορά εις οιανδήποτε διαδικασίαν αφορώσαν εις την κήρυξιν πράγματος τινός εις δήμευσιν, σημαίνει το πρόσωπον, όπερ αξιοί ότι το πράγμα τούτο ουδόλως υπόκειται εις δήμευσιν·

"αποθήκη αποταμιεύσεως", πλην εν τοις όροις "Δημοσία αποθήκη αποταμιεύσεως" και "αποθήκη ωριμάνσεως", σημαίνει τόπον ασφαλούς εναποθέσεως εμπορευμάτων, εγκεκριμένον υπό του Διευθυντού δυνάμει του άρθρου 71 και, εκτός καθ' όσον αφορά εις το άρθρον τούτο, περιλαμβάνει ωσαύτως και αποθήκην ωριμάνσεως' ο όρος "αποταμιευμένος" και έτεραι συγγενείς εκφράσεις τυγχάνουν αναλόγου ερμηνείας·

"αποθήκη αποταμιεύσεως εγχωρίου καπνού" σημαίνει κτίριον εγκεκριμένον δυνάμει του εδαφίου (2) του άρθρου 127·

"αποθήκη ωριμάνσεως" σημαίνει τόπον ασφαλούς εναποθέσεως οινοπνευματωδών, ανήκοντα εις οινοπνευματοποιόν Α' ή Β' κατηγορίας και εγκεκριμένον υπό του Διευθυντού δυνάμει του άρθρου 86·

"απορρίματα καπνού" περιλαμβάνει υπολείμματα καπνού και άχρηστον καπνόν·

"αργία" σημαίνει οιανδήποτε ημέραν, ήτις δυνάμει του άρθρου 4 τηρείται ως αργία υπό των Τελωνείων της Δημοκρατίας·

"αρμόδιος" καθ' όσον αφορά εις το πρόσωπον υφ' ου, ή μεθ' ου ή τον τόπον, εν ω απαιτείται η διενέργεια οιασδήποτε πράξεως, σημαίνει το πρόσωπον ή τόπον, όστις θέλει επί τούτω καθορισθή ή εξουσιοδοτηθή υπό του Διευθυντού·

"Δημοσία αποθήκη αποταμιεύσεως" σημαίνει τόπον προνοηθέντα υπό της Δημοκρατίας ή υποδειχθέντα υπό του Διευθυντού, διά την αποταμίευσιν εμπορευμάτων προς εξασφάλισιν τούτων ως και των αναλογούντων αυτοίς δασμών και φόρων·

"διαμετακόμισις ή μεταφόρτωσις" καθ' όσον αφορά εις την διασάφησιν εισαγωγής εμπορευμάτων, σημαίνει διαμετακόμισιν μέσω της Δημοκρατίας ή μεταφόρτωσιν επί τω τέλει επανεξαγωγής των ειρημένων εμπορευμάτων·

"Διευθυντής" σημαίνει τον Διευθυντήν του Τμήματος Τελωνείων·

"δοχείον" περιλαμβάνει οιονδήποτε δέμα ή συσκευασίαν ως και κιβώτια, βυτία ή έτερα πάσης φύσεως δοχεία·

"εγκεκριμένη αποβάθρα" κέκτηται οίαν έννοιαν απέδωκε τω όρω τούτω το άρθρον 12·

"εγχώριος καπνός" σημαίνει καπνόν παραχθέντα εν τη Δημοκρατία·

"εθνική διαμετακόμιση" σημαίνει μεταφορά εντός της Δημοκρατίας εμπορευμάτων επί των οποίων οφείλονται δασμοί και φόροι·

"ειδικόν βάρος" και "αρχικόν ειδικόν βάρος" κέκτηνται οίαν έννοιαν απέδωκε τοις όροις τούτοις το άρθρον 118·

"εισαγωγεύς" καθ' όσον αφορά εις οιαδήποτε εμπορεύματα από του χρόνου του μεσολαβούντος από της εισαγωγής των και της παραδόσεως αυτών εκ του τελωνειακού ελέγχου, περιλαμβάνει τον κύριον ως και παν έτερον πρόσωπον, έχον εκάστοτε κατοχήν ή νόμιμον συμφέρον επί των εμπορευμάτων·

"εμπορεύματα" ο όρος ούτος περιλαμβάνει ωσαύτως εφόδια και αποσκευάς·

"εμπορεύματα δικαιούμενα εις επιστροφήν του καταβληθέντος δασμού ή φόρου" σημαίνει εμπορεύματα, δι' α ηγέρθη ή μέλλει να εγερθή αξίωσις προς επιστροφήν του καταβληθέντος επ' αυτών δασμού ή φόρου·

"εμπορεύματα υπό διαμετακόμισιν" σημαίνει εισαγόμενα εμπορεύματα, άτινα εν τη διασαφήσει εισαγωγής δηλούνται ως προοριζόμενα να διαμετακομισθώσιν ή μεταφορτωθώσι·

"εμπορεύματα υπό εθνική διαμετακόμιση" σημαίνει εμπορεύματα για τα οποία έχει επιτραπεί εθνική διαμετακόμιση·

"εμπορεύματα υποκείμενα εις δασμόν ή φόρον" σημαίνει εμπορεύματα κατηγορίας τινός ή κλάσεως, υποκειμένης εις δασμόν ή φόρον καταναλώσεως, ανεξαρτήτως εάν τα εν λόγω εμπορεύματα βαρύνονται τω όντι διά της καταβολής του εν λόγω δασμού ή φόρου και ανεξαρτήτως εάν ο δασμός ούτος ή φόρος κατεβλήθη·

"εμπόριον υποκείμενον εις τας διατάξεις των περί Φόρων Καταναλώσεως Νόμων" σημαίνει επιχείρησιν ή εμπόριον, διά την ενάσκησιν ούτινος απαιτείται άδεια χορηγουμένη δυνάμει των διατάξεων των περί Φόρων Καταναλώσεως Νόμων·

"έμπορος" σημαίνει πρόσωπον κατέχον άδειαν δυνάμει του περί Πωλήσεως Οινοπνευματούχων Ποτών Νόμου, δι' ης εξουσιοδοτείται η πώλησις οινοπνευματούχων ποτών άλλως ή διά λιανικής τοιαύτης·

"έμπορος εγχωρίου καπνού" σημαίνει πρόσωπον κατέχον άδειαν δυνάμει του

εδαφίου (1) του άρθρου 127, όπως εμπορεύεται εγχώριον καπνόν·

"έμπορος υποκείμενος εις τας διατάξεις των περί Φόρων Καταναλώσεως Νόμων" σημαίνει πρόσωπον όπερ ήθελεν ενασκή εμπόριον ή επιχείρησιν δυνάμει οιασδήποτε των διατάξεων του παρόντος ή ετέρου τινός, αφορώντος εις τους φόρους καταναλώσεως, νόμου, ανεξαρτήτως εάν διά την ενάσκησιν του εν λόγω εμπορίου ή επιχειρήσεως απαιτήται άδεια συμφώνως ταις διατάξεσι των περί Φόρων Καταναλώσεως Νόμων·

"εξαγωγεύς" καθ' όσον αφορά εις εμπορεύματα προοριζόμενα δι' εξαγωγήν ή προς χρήσιν αυτών ως εφοδίων, περιλαμβάνει και τον φορτωτήν·

"εξουσιοδοτημένος κατασκευαστής μετουσιωμένου οινοπνεύματος" σημαίνει παν πρόσωπον, όπερ θέλει εξουσιοδοτηθή εις την κατασκευήν μετουσιωμένου οινοπνεύματος, δυνάμει του εδαφίου (1) του άρθρου 102·

"εξουσιοδοτημένος οινοπνευματοποιός Β' κατηγορίας (ανακαθαριστής)" σημαίνει παν πρόσωπον, όπερ θέλει εξουσιοδοτηθή διά τον ανακαθαρισμόν οινοπνευματωδών δυνάμει του εδαφίου (1) του άρθρου 88·

"έτος αδείας" καθ' όσον αφορά εις άδειαν διεπομένην υπό των διατάξεων των περί Φόρων Καταναλώσεως Νόμων και ετησίως εκδιδομένην, σημαίνει περίοδον δώδεκα μηνών, λήγουσαν καθ' ην ημέραν εκπνέει η ισχύς της αδείας ταύτης εν οιωδήποτε έτει·

"εφόδια" σημαίνει εμπορεύματα προς χρήσιν εν τινι πλοίω ή αεροσκάφει ή προς λιανικήν πώλησιν εις τα εν τω πλοίω ή αεροσκάφει κομιζόμενα πρόσωπα, περιλαμβάνει δε καύσιμα, ανταλλακτικά ως και έτερα είδη εξοπλισμού, προς άμεσον χρήσιν ή μη·

"ζιβανία" σημαίνει οινοπνευματούχον ποτόν προκύπτον εκ της εν απλώ άμβυκι πρωταρχικής αποστάξεως οίνου, εν ζυμώσει σταφυλών ή σταφίδος ή οιωνδήποτε υπολειμμάτων τούτων·

"ζυθοποιός" σημαίνει πρόσωπον κατέχον άδειαν δυνάμει του άρθρου 108·

"ζύθος" περιλαμβάνει ελαφρόν ζύθον, μαύρον και δυνατόν τοιούτον (ale, porter, stout, black beer) ως και ζύθον παντός ετέρου χαρακτηρισμού ως και παν ποτόν, όπερ ήθελε κατασκευάζεται ή πωλείται υπό τον χαρακτηρισμόν του ζύθου ή ως υποκατάστατον αυτού και όπερ, κατόπιν αναλύσεως δείγματος αυτού, εξευρίσκεται ως έχον δύναμιν υπερβαίνουσαν τους δύο βαθμούς προύφ, δεν περιλαμβάνει όμως οιονδήποτε ποτόν, κατασκευασθέν εις οιονδήποτε μέρος εκτός αδειούχου ζυθοποιείου, όπερ, κατόπιν αναλύσεως δείγματος αυτού, ήθελεν εξευρεθή ως έχον αρχικόν ειδικόν βάρος μη υπερβαίνον τους χιλίους και δεκαέξι βαθμούς και δύναμιν μη υπερβαίνουσαν τους δύο βαθμούς προυφ·

"ιδιοκτήτης" καθ' όσον αφορά εις οιαδήποτε εμπορεύματα περιλαμβάνει τον κύριον, τον εισαγωγέα, εξαγωγέα, φορτωτήν ή έτερον πρόσωπον, όπερ ήθελεν εκάστοτε έχει κατοχήν ή νόμιμον συμφέρον επί των τοιούτων εμπορευμάτων·

"καθαρά χωρητικότης" σημαίνει καθαράν χωρητικότητα πλοίου, ως αύτη ήθελε βεβαιωθή και εγγραφή εν τω νηολογίω, συμφώνως προς τους αφορώντας εις την χωρητικότητα Κανονισμούς του περί Εμπορικής Ναυτιλίας (Νηολόγησις, Πώλησις και Υποθήκευσις Πλοίων) Νόμου του 1963·

"καπνέμπορος" και "καπνοβιομήχανος" σημαίνει πρόσωπον κατέχον άδειαν δυνάμει των άρθρων 127 και 122·

"καπνός" περιλαμβάνει βιομηχανοποιημένον και μη βιομηχανοποιημένον καπνόν παντός χαρακτηρισμού, μίσχους και απορρίμματα καπνού·

"κάτοχος" καθ' όσον αφορά εις οιανδήποτε αποθήκην αποταμιεύσεως, σημαίνει το πρόσωπον, όπερ παρέσχεν εγγύησιν τη Δημοκρατία αναφορικώς προς την αποθήκην·

"Κυβερνήτης" καθ' όσον αφορά εις οιονδήποτε αεροσκάφος, περιλαμβάνει παν πρόσωπον έχον ή ΑΝΑΛΑΒΑΝ την ευθύνη ή διακυβέρνησαν του αεροσκάφους·

"ΚΥΠΡΙΑΚΩΝ πλοίο" σημαίνει ΚΥΠΡΙΑΚΩΝ πλοίο εν τη εννοίας του περί Εμπορικής Ναυτιλίας (Νηολόγησες, Πώλησες και Υποθήκευσες Πλοίων) Νόμου του 1963·

"κύριος" ΚΑΘΕ όσον αφορά εις αεροσκάφη, περιλαμβάνει και τον ΧΕΙΡΙΣΤΩΝ του αεροσκάφους·

"λειτουργός", τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου (2) του άρθρου 5, σημαίνει πρόσωπον εντεταλμένο υπό του Διευθυντού·

"λιανική πώλησες" ΚΑΘΕ όσον αφορά εις την πώλησαν οινοπνευματούχων ποτών, σημαίνει την πώλησιν τοιούτων ποτών εις ποσότητας ελάσσονα των τριών οκάδων·

"λιανοπώλης" σημαίνει πρόσωπον κατέχον άδειαν δυνάμει του περί Πωλήσεως Οινοπνευματούχων Ποτών Νόμου, δι' ης εξουσιοδοτείται η λιανική πώλησις τοιούτων ποτών·

"λιμήν" σημαίνει λιμένα καθωρισμένον υπό του Υπουργικού Συμβουλίου δυνάμει του άρθρου 11·

"μετουσιωμένον οινόπνευμα" σημαίνει οινοπνεύματα μεμιγμένα εν τη Δημοκρατία μεθ' ετέρας τινός ουσίας, συμφώνως προς κανονισμούς γενομένους δυνάμει του άρθρου 103·

"ναυτικόν μίλιον" σημαίνει απόστασιν εξ χιλιάδων ογδοήκοντα ποδών·

"νομοθέτημα" περιλαμβάνει πάσαν νομοθετικής φύσεως διάταξιν·

"νυξ" σημαίνει το χρονικόν διάστημα το μεσολαβούν μεταξύ της ογδόης βραδυνής και της πέμπτης πρωινής ώρας·

"Οινοπνευματοποιός Α' Κατηγορίας (Αποσταγματοποιός)" σημαίνει πρόσωπον κατέχον άδειαν δυνάμει του άρθρου 84, και "οινοπνευματοποιείον" σημαίνει το κτίριον ένθα κατασκευάζονται οινοπνευματώδη, δι' αποστάξεως υποστάντος ζύμωσιν υγρού ή δι' ετέρας τινός μεθόδου·

"Οινοπνευματοποιός Β' Κατηγορίας (Ανακαθαριστής)" σημαίνει πρόσωπον κατέχον άδειαν Οινοπνευματοποιού Β' κατηγορίας δυνάμει του εδαφίου (1) του άρθρου 88 και περιλαμβάνει πάντα Οινοπνευματοποιόν Α' Κατηγορίας εξουσιοδοτηθέντα δυνάμει του εν λόγω άρθρου προς ανακαθαρισμόν οινοπνευματωδών·

"οινοπνευματούχα ποτά" σημαίνει τα οινοπνευματώδη ποτά και τον ζύθον·

"Οινοπνευματούχα σκευάσματα" σημαίνει οινοπνευματώδη ποτά, εις άτινα προσετέθη εν τη Δημοκρατία οιονδήποτε άρωμα ή άτινα εν τη Δημοκρατία εμίχθησαν μεθ' οιασδήποτε ουσίας, πλην του μετουσιωμένου οινοπνεύματος·

"Οινοπνευματώδη" σημαίνει οινοπνεύματα παντός χαρακτηρισμού και περιλαμβάνει άπαντα τα ποτά τα μεμιγμένα μετ' οινοπνευμάτων ως και άπαντα τα μίγματα και σκευάσματα εξ οινοπνευμάτων, ωσαύτως δε την ζιβανίαν" ο όρος ούτος δεν περιλαμβάνει το μετουσιωμένον οινόπνευμα·

"ορυκτέλαια" κέκτηνται οίαν έννοιαν απέδωκεν αυτοίς το άρθρον 131·

"παραγωγός" σημαίνει πρόσωπον κατέχον άδειαν δυνάμει του εδαφίου (1) του άρθρου 98 ως και παν πρόσωπον διά λογαριασμόν του οποίου παρήχθη ζιβανία υπό προσώπου κατέχοντος τοιαύτην άδειαν·

"παραχωρηθείσα αρμοδιότης" σημαίνει οιονδήποτε θέμα, αναφορικώς προς ο, δυνάμει νομοθετικής τινός διατάξεως, ο Διευθυντής εκάστοτε υποχρεούται εις την εκτέλεσιν οιουδήποτε καθήκοντος·

"πλοίαρχος" καθ' όσον αφορά εις οιονδήποτε πλοίον, περιλαμβάνει παν πρόσωπον έχον ή αναλαβόν την ευθύνην ή διακυβέρνησιν του πλοίου·

"πλοίον" και "σκάφος" περιλαμβάνουν τας λέμβους ως και τα πάσης φύσεως σκάφη·

"ποτοποιός" σημαίνει πρόσωπον κατέχον άδειαν ποτοποιού δυνάμει του άρθρου

88·

"προσγείωσις" καθ' όσον εις αεροσκάφη ενέχει και την έννοιαν της προσθαλασσώσεως·

"προυφ" καθ' όσον αφορά εις την δύναμιν των οινοπνευματωδών, κέκτηται οίαν έννοιαν απέδωκε τω όρω τούτω το άρθρον 119·

"σταθμός ελέγχου" κέκτηται οίαν έννοιαν απέδωκε τω όρω τούτω το εδάφιον (1) του άρθρου 14·

"σταθμός επιβιβάσεως" σημαίνει σταθμόν, όστις ήθελεν εκάστοτε καθορισθή ως τοιούτος δυνάμει του εδαφίου (2) του άρθρου 11·

"τελειωτική διασάφησες" σημαίνει διασάφησαν ΓΕΝΟΜΈΝΩΝ ΣΥΜΦΏΝΩΝ τω άρθρα 24 ή, αναλόγως της περιπτώσεως, τω άρθρα 77·

"τελωνειακή αποθήκη" κέκτηται οίαν έννοιαν απέδωκε τω όρω τούτω το εδάφιον (1) του άρθρου 15·

"τελωνειακό καθεστώς" σημαίνει την εσωτερική κατανάλωση, τη διαμετακόμιση, την τελωνειακή αποταμίευση, την τελειοποίηση προς επανεξαγωγή, την προσωρινή εισαγωγή, τη μεταποίηση υπό τελωνειακό έλεγχο, τη τελειοποίηση προς επανεισαγωγή και την εξαγωγή·

"τελωνειακοί νόμοι" και "νόμοι αφορώντας εις τους Φόρους Καταναλώσεως" σημαίνουν τας διατάξεις του παρόντος Νόμου και παντός ετέρου, εκάστοτε εν ισχύ νομοθετήματος, αφορώντας εις τα τελωνεία ή, αναλόγως της περιπτώσεως, εις τους φόρους καταναλώσεως·

"τελωνειακός αερολιμένα" κέκτηται οίαν έννοιαν απέδωκε τω όρω τούτω το εδάφιον (5) του άρθρου 13·

"τελωνείο αναχώρησης" σημαίνει το τελωνείο το οποίο έχει την αρμοδιότητα ελέγχου του τόπου αναχώρησης·

"τελωνείο προορισμού" σημαίνει το τελωνείο το οποίο έχει την αρμοδιότητα ελέγχου του τόπου προορισμού·

"τελώνης" σημαίνει τελώνη του Τμήματος Τελωνείων·

"τοπική αρχή" σημαίνει το δημοτικό συμβούλιο ή το συμβούλιο περιοχής βελτιώσεως ή οιανδήποτε αρχήν, κηρυχθεί σαν ως τοιαύτη διά τους σκοπούς του παρόντος Νόμου·

"Υπουργός" σημαίνει τον Υπουργόν Οικονομικών·

"φόρτωσις" περιλαμβάνει την επί του αεροσκάφους φόρτωσιν, "φορτωθέν" δε και έτεραι συγγενείς εκφράσεις τυγχάνουν αναλόγου ερμηνείας·

"χονδρική πώλησις" καθ' όσον αφορά εις την πώλησιν οινοπνευματούχων ποτών, σημαίνει την πώλησιν τοιούτων ποτών εις ποσότητας τριών τουλάχιστον οκάδων.

(2) Κατά τον υπολογισμόν, διά τους σκοπούς του παρόντος Νόμου, οιασδήποτε χρονικής περιόδου, εκπεφρασμένης εν αυτώ εις ημέρας, ουδόλως λαμβάνονται υπ' όψιν η ημέρα του συμβεβηκότος, εξ ου άρχεται ο υπολογισμός, ουδέ αι Κυριακαί και λοιπαί ημέραι αργίας.

(3) Εκτός ως άλλως προκύπτει εκ του κειμένου, εν πάση περιπτώσει, καθ' ην εν τω παρόντι Νόμω θέλει μνημονευθή οιονδήποτε έτερον νομοθέτημα, τούτο θα ερμηνεύηται ως διαλαμβάνον ωσαύτως και τον παρόντα Νόμον.

ΜΕΡΟΣ II ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗ ΕΦΑΡΜΟΓΗ
Διορισμός και καθήκοντα Διευθυντού, Βοηθού Διευθυντού, λειτουργών, κ.λ.π.
Διευθυντής και Βοηθός Διευθυντής, κ.λ.π.

3.-(1) Του Τμήματος Τελωνείων προΐσταται Διευθυντής, όστις είναι δημόσιος υπάλληλος εν τη μονίμω υπηρεσία της Δημοκρατίας.

(2) Υπό την γενικήν εποπτείαν του Υπουργού, ο Διευθυντής υπέχει καθήκον όπως εισπράττη, λογοδοτή και άλλως διαχειρίζηται τας εκ δασμών και φόρων καταναλώσεως δημοσίας προσόδους.

(3)Δυνατόν να ανατεθώσι καθήκοντα Βοηθού Διευθυντού του Τμήματος Τελωνείων εις δημόσιον υπάλληλον εν τη μονίμω υπηρεσία της Δημοκρατίας, όστις θα βοηθή τον Διευθυντήν εν τη ενασκήσει των καθηκόντων του.

(4) Ο Διευθυντής δύναται να εξουσιοδοτήση δημοσίους υπαλλήλους και να διορίση ή εξουσιοδοτήση έτερα πρόσωπα προς ενάσκησιν ωρισμένων καθηκόντων αναφορικώς προς παραχωρηθείσαν αυτώ αρμοδιότητα· τα καθήκοντα των προσώπων τούτων, οι όροι ασκήσεως των καθηκόντων, η καταβλητέα αυτοίς αντιμισθία και λοιπά επιδόματα (πλην της περιπτώσεως των δημοσίων υπαλλήλων) καθορίζονται υπό του Διευθυντού, τη εγκρίσει του Υπουργού· ο Διευθυντής δύναται να αναστείλη ή ανακαλέση πάσαν ούτω παρασχεθείσαν εξουσιοδότησιν.

Ώραι εργασίας, αργίαι, κ.λ.π.

4.-(1) Τηρουμένων των εν τοις εφεξής διατάξεων του παρόντος άρθρου, αι ημέραι και ώραι, καθ' ας τα τελωνειακά γραφεία παραμένουσιν ανοικτά διά το κοινόν ή οι λειτουργοί αυτών είναι διαθέσιμοι προς εκτέλεσιν ειδικών καθηκόντων, καθορίζονται υπό του Υπουργικού Συμβουλίου, διά γνωστοποιήσεως αυτού δημοσιευομένης εν τη επισήμω εφημερίδι της Δημοκρατίας: Νοείται ότι ο Διευθυντής δύναται να επιτρέψη όπως τα τελωνειακά γραφεία παραμένωσιν ανοικτά και οι λειτουργοί είναι διαθέσιμοι εν αυτοίς ή αλλαχού προς διεκπεραίωσιν εργασίας εις ετέρας ημέρας και ώρας πλην των άνω οριζομένων, εφ' όσον ήθελε πεισθή ότι ούτω επιβάλλουσιν αι δημόσιαι ανάγκαι· εν πάση τοιαύτη περιπτώσει καταβάλλονται τα υπό του Υπουργικού Συμβουλίου καθωρισμένα τέλη υπερωρίας, υφ' ους όρους το Υπουργικόν Συμβούλιον θέλει εκάστοτε ορίσει.

(2) Υπό των Τελωνείων θα τηρώνται αι αυταί αργίαι ως αι τηρούμεναι και υπό της λοιπής Δημοσίας Υπηρεσίας.

Ενάσκησις εξουσίας και εκτέλεσις καθηκόντων

5.-(1) Παν ό,τι ο Διευθυντής είναι, δυνάμει νομοθετικής τίνος διατάξεως, υπόχρεως, ή εντεταλμένος να πράξη, δυνατόν να διενεργηθή- (α)υπό του Βοηθού Διευθυντού· ή

(β) υπό παντός ετέρου προσώπου, γενικώς ή ειδικώς, επί τούτω εξουσιοδοτηθέντος εγγράφως υπό του Διευθυντού.

(2) Παν πρόσωπον, λειτουργός ή μη, όπερ τη διαταγή του Διευθυντού ή τη συναινέσει αυτού (προγενομένη ή μεταγενομένη) ήθελεν αναλάβει την διενέργειαν οιασδήποτε πράξεως ή την εκτέλεσιν καθήκοντος, αφορώντος εις παραχωρηθείσαν αρμοδιότητα, ήτις κατά νόμον ενασκείται υπό τίνος ή μετά τίνος λειτουργού, λογίζεται ως ο αρμόδιος λειτουργός διά την διενέργειαν της εν λόγω πράξεως ή την εκτέλεσιν του εν λόγω καθήκοντος· ο ούτω δε λογιζόμενος ως αρμόδιος λειτουργός κέκτηται καθ' όσον αφορά εις την τοιαύτην πράξιν ή καθήκον, απάσας τας εξουσίας λειτουργού.

Συνδρομή Αστυνομίας

6. Τηρουμένων των εκάστοτε οδηγιών του Διευθυντού, τα μέλη της Κυπριακής Αστυνομίας υπέχουν καθήκον όπως συνδράμωσιν εν τη εφαρμογή του νόμου του διέποντος παραχωρηθείσαν τινά αρμοδιότητα.

Αδικήματα περί τον Διευθυντήν, τους Λειτουργούς, κ.λ.π.
Αντιποίησις ιδιότητος λειτουργού, κ.λ.π.

7. Πας όστις, ίνα επιτύχη είσοδον εις οιανδήποτε οικίαν ή τόπον ή ίνα επιτύχη ή προκαλέση την διενέργειαν οιασδήποτε πράξεως, καίτοι ουδέν προς τούτο δικαίωμα κέκτηται, ή δι' οιονδήποτε έτερον παράνομον σκοπόν αντιποιείται το όνομα, χαρακτηρισμόν ή ιδιότητα του Διευθυντού, λειτουργού ή προσώπου διορισθέντος υπό του Διευθυντού, υπόκειται, επιπροσθέτως οιασδήποτε ετέρας ποινικής ευθύνης ην δυνατόν να υπέχη, εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας £1500 ή εις φυλάκισιν μέχρι δύο ετών ή εις αμφοτέρας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης.

Παράλειψις επιστροφής εξουσιοδοτήσεως, κ.λ.π.

8. Πας όστις, έχων εντολήν ή ετέραν έγγραφον εξουσιοδότησιν του Διευθυντού, καλείται υπό του Διευθυντού όπως επιστρέψη ταύτην ή παράσχη ικανοποιητικός εξηγήσεις διά την εν λόγω εντολήν ή εξουσιοδότησιν και παραλείπει να πράξη ούτω εντός της υπό του Διευθυντού τεταγμένης προθεσμίας, υπόκειται εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας £100· εάν δε η παράλειψις εξακολούθηση και μετά την καταδίκην αυτού, ούτος είναι ένοχος κατ' εξακολούθησιν διαπραττομένου αδικήματος και υπόκειται εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας £25 δι' εκάστην ημέραν, καθ' ην θέλει εξακολουθήσει η παράλειψις.

Δωροδοκία και δολία συνεννόησις

9.-(1) Εάν ο Διευθυντής, λειτουργός ή οιονδήποτε έτερον πρόσωπον, διορισθέν η εξουσιοδοτηθέν υπό του Διευθυντού προς εκτέλεσιν οιουδήποτε καθήκοντος αναφορικώς προς παραχωρηθείσαν αρμοδιότητα· (α) αμέσως ή εμμέσως ζητήση ή λάβη, σχετικώς προς οιονδήποτε των καθηκόντων του, πληρωμήν ή ετέραν πάσης φύσεως αμοιβήν, χρηματικήν ή μη, ή οιανδήποτε υπόσχεσιν ή εξασφάλισιν τοιαύτης πληρωμής ή αμοιβής, ην ούτος δεν δύναται κατά νόμον να απαίτηση ή λάβη· ή

(β)συνάψη ή συναινέση εις την σύναψιν συμφωνίας, όπως πράξη τι ή παραλείψη να πράξη, επιτρέψη, συγκαλύψη ή ανεχθή πράξιν αφορώσαν εις παραχωρηθείσαν αρμοδιότητα και επαγομένην καταδολίευσιν της Δημοκρατίας ή άλλως πως παράνομον,

είναι ένοχος αδικήματος δυνάμει του παρόντος άρθρου.

(2) Πας όστις-

(α) αμέσως ή εμμέσως προσφέρει ή παρέχει τω Διευθυντή ή οιωδήποτε λειτουργώ ή ετέρω προσώπω διορισθέντι ή εξουσιοδοτηθέντι ως εν τοις ανωτέρω, οιανδήποτε πληρωμήν ή ετέραν πάσης φύσεως αμοιβήν, χρηματικήν ή μη, ή οιανδήποτε υπόσχεσιν ή εξασφάλισιν τοιαύτης πληρωμής ή αμοιβής· ή

(β)προτείνει ή συνάπτει συμφωνίαν μετά του Διευθυντού, λειτουργού ή προσώπου διορισθέντος ή εξουσιοδοτηθέντος ως εν τοις ανωτέρω,

ίνα πείση τούτον όπως πράξη τι ή απόσχη της διενεργείας οιασδήποτε πράξεως, επιτρέψη, συγκάλυψη ή ανεχθή οιανδήποτε πράξιν, αφορώσαν εις παραχωρηθείσαν αρμοδιότητα και επαγομένην καταδολίευσιν της Δημοκρατίας ή άλλως πως παράνομον ή άλλως πως πράξη τι κατά παρέκκλισιν των καθηκόντων του, είναι ένοχος αδικήματος δυνάμει του παρόντος άρθρου.

(3) Πας όστις εξευρίσκεται ένοχος αδικήματος δυνάμει του παρόντος άρθρου υπόκειται εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας £1000.

Παρακώλυσις λειτουργών, κ.λ.π.

10. Πας όστις- (α)παρακωλύει, παρεμποδίζει, παρενοχλεί ή παρανόμως επιτίθεται εναντίον προσώπου προσηκόντως ασχολουμένου εις την ενάσκησιν οιουδήποτε καθήκοντος ή εξουσίας ανατεθειμένης αυτώ δυνάμει νομοθετικής τίνος διατάξεως αφορώσης εις παραχωρηθείσαν αρμοδιότητα ή εναντίον προσώπου προσδραμόντος εις βοήθειαν αυτού· ή

(β)πράττει τι, όπερ παρακωλύει ή αποσκοπεί εις την παρεμπόδισιν της διεξαγωγής ερεύνης προς εξεύρεσιν πράγματος τίνος, υποκειμένου εις δήμευσιν δυνάμει οιασδήποτε τοιαύτης νομοθετικής διατάξεως ή την παρεμπόδισιν κατακρατήσεως, κατασχέσεως ή μεταφοράς του εν λόγω πράγματος· ή

(γ) αποσπά, επάγει ζημίαν ή καταστρέφει οιονδήποτε ούτω υποκείμενον εις δήμευσιν πράγμα, ή πράττει τι αποσκοπούν εις την παρεμπόδισιν της προσαγωγής πειστηρίων ή της μαρτυρικής καταθέσεως περί το νόμιμον ή μη της τοιαύτης δημεύσεως· ή

(δ) παρεμποδίζει την κράτησιν οιουδήποτε προσώπου υπό τίνος προσηκόντως ενεργούντος ως εν τοις ανωτέρω προσώπου, ή απελευθερώνει ούτω κρατούμενον πρόσωπον,

ή όστις πειράται, να πράξη τι των ανωτέρω, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας £1500 ή εις φυλάκισιν μέχρι δύο ετών ή εις αμφοτέρας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης.

ΜΕΡΟΣ III ΕΙΣΑΓΩΓΗ, ΕΞΑΓΩΓΗ ΚΑΙ ΑΚΤΟΠΛΟΪΚΗ ΜΕΤΑΦΟΡΑ ΕΜΠΟΡΕΥΜΑΤΩΝ
Λιμένες, τελωνειακοί αερολιμένες, σταθμοί ελέγχου κ.λ.π.
Καθορισμός λιμένων, κ.λ.π.

11.-(1) Το Υπουργικόν Συμβούλιον δύναται, διά Διατάγματος αυτού δημοσιευθησομένου εν τη επισήμω εφημερίδι της Δημοκρατίας- (α)να καθορίση και κατονομάση ως λιμένα, διά σκοπούς τελωνειακούς, οιανδήποτε περιοχήν εν τη Δημοκρατία, εκάστοτε καθοριζομένην εν τω τοιούτω Διατάγματι·

(β) να ανακαλέση τον καθορισμόν παντός τοιούτου λιμένος, τον γενόμενον διά τους άνω σκοπούς, προ της ψηφίσεως του παρόντος Νόμου ή να τροποποιήση το όνομα ή τα όρια παντός τοιούτου λιμένος·

(γ) να ανακαλέση ή τροποποιήση οιονδήποτε, δυνάμει του παρόντος εδαφίου γενόμενον Διάταγμα.

(2)Ο Διευθυντής δύναται εκάστοτε να καθορίζη εν οιωδήποτε λιμένι σταθμούς επιβιβάσεως και αποβιβάσεως των λειτουργών εκ τίνος πλοίου.

Εγκεκριμένοι αποβάθραι

12.-(1) Ο Διευθυντής δύναται να εγκρίνη εν οιωδήποτε λιμένι, διά χρονικάς περιόδους και υπό όρους και περιορισμούς καθοριζομένους υπ' αυτού κατά το δοκούν, τόπους φορτώσεως και εκφορτώσεως εμπορευμάτων ή οιασδήποτε κατηγορίας ή κλάσεως εμπορευμάτων· πας δε ούτω εγκρινόμενος τόπος αναφέρεται εν τω παρόντι Νόμω ως "εγκεκριμένη αποβάθρα".

(2) Ο Διευθυντής δύναται κατά πάντα χρόνον και δι' εύλογον αιτίαν να ανακαλέση ή τροποποιήση τους όρους εγκρίσεως δυνάμει του παρόντος άρθρου παρασχεθείσης.

(3) Πας όστις παραβαίνει ή παραλείπει να συμμορφωθή προς όρον ή περιορισμόν, τεθέντα υπό του Διευθυντού δυνάμει του παρόντος άρθρου, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας £500.

Γενικαί διατάξεις περί την διακίνησιν αεροσκαφών εντός και εκτός της Δημοκρατίας

13.-(1) Εξαιρέσει των περιπτώσεων, καθ' ας άλλως ήθελεν επιτρέψει ο Διευθυντής, ο κυβερνήτης αεροσκάφους εισερχομένου εν τη Δημοκρατία εκ της αλλοδαπής δεν δύναται να προσγειώση ή επιτρέψη προσγείωσιν του αεροσκάφους·

(α)το πρώτον από της αφίξεως αυτού εν τη Δημοκρατία· ή

(β) καθ' οιονδήποτε χρόνον, εν όσω μεταφέρει επιβάτας ή εμπορεύματα, κομιζόμενα διά του αεροσκάφους εκ της αλλοδαπής και μη εισέτι τελωνισθέντα,

εις οιονδήποτε μέρος πλην εν τελωνειακώ αερολιμένι· ουδείς δε εισάγων ή ενδιαφερόμενος εις την εισαγωγήν εμπορευμάτων δι' αεροσκάφους δύναται να κομίση ταύτα εν τη Δημοκρατία εις οιονδήποτε μέρος πλην εν τελωνειακώ αερολιμένι.

(2) Εξαιρέσει των περιπτώσεων, καθ' ας άλλως ήθελεν επιτρέψει ο Διευθυντής, ουδείς δύναται να αναχωρήση δι' αεροσκάφους εις την αλλοδαπήν, εξ οιουδήποτε τόπου εν τη Δημοκρατία πλην εκ τελωνειακού αερολιμένος· ο κυβερνήτης παντός αεροσκάφους προοριζομένου διά πτήσιν εκ τίνος τελωνειακού αερολιμένος εις την αλλοδαπήν, δεν δύναται να προσγειωθή ή επιτρέψη προσγείωσιν του αεροσκάφους εις οιονδήποτε τόπον εν τη Δημοκρατία εκτός του τελωνειακού αερολιμένος, του καθοριζομένου εν τη αιτήσει προς παροχήν αδείας διά την διενέργειαν της εν λόγω πτήσεως.

(3) Τα δύο ανωτέρω εδάφια ουδόλως τυγχάνουσιν εφαρμογής, καθ' όσον αφορά εις αεροσκάφος εκτελούν πτήσιν εκ της αλλοδαπής εις τινα τόπον εν τη Δημοκρατία ή αντιθέσεως, όπερ υποχρεούται δυνάμει νομοθετικής διατάξεως, εις την αεροπλοϊαν αφορώσης, ή όπερ εξαναγκάζεται λόγω τυχαίου συμβεβηκότος, κακοκαιρίας ή ετέρας αφεύκτου αιτίας, να προσγειωθή εις τόπον εκτός τελωνειακού αερολιμένος κείμενον· εν τοιαύτη όμως περιπτώσει ο κυβερνήτης του αεροσκάφους υπέχει υποχρέωσιν όπως-

(α)αναφέρη αμελητί την προσγείωσιν εις τινα λειτουργόν ή αστυνομικόν και, εφ' όσον κληθή προς τούτο, προσαγάγη αυτώ το ημερολόγιον του αεροσκάφους·

(β) μη επιτρέψη, άνευ της αδείας λειτουργού την εκφόρτωσιν των διά του αεροσκάφους κομιζομένων εμπορευμάτων ή την απομάκρυνσιν οιουδήποτε των μελών του πληρώματος ή των επιβατών εκ της περιοχής του αεροσκάφους· και

(γ) συμμορφούται προς τας οδηγίας, αίτινες θέλουσι δοθή αυτώ υπό τίνος λειτουργού, καθ' όσον αφορά εις τα τοιαύτα εμπορεύματα,

ουδείς, δε επιβάτης ή μέλος του πληρώματος δύναται να εγκαταλείψη την άμεσον περιοχήν του αεροσκάφους άνευ της προς τούτο αδείας λειτουργού τίνος ή αστυνομικού:

Νοείται ότι ουδέν των εν τω παρόντι εδαφίω διαλαμβανομένων απαγορεύει την απομάκρυνσιν του πληρώματος ή των επιβατών εκ της περιοχής του αεροσκάφους ή την μετακίνησιν εμπορευμάτων εξ αυτού, εφ' όσον παραστή ανάγκη προς τούτο διά λόγους υγείας, ασφαλείας ή προς διασφάλισιν ζωών ή περιουσιακών στοιχείων.

(4) Πας όστις, διά πράξεως ή παραλείψεως αυτού παραβαίνει οιανδήποτε των διατάξεων του παρόντος άρθρου, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας £450 ή εις φυλάκισιν μέχρι εξ μηνών ή εις αμφοτέρας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης.

(5) Εν τω παρόντι Νόμω, ο όρος "τελωνειακός αερολιμήν" σημαίνει οιονδήποτε αεροδρόμιον όπερ, διά Διατάγματος του Υπουργικού Συμβουλίου δημοσιευομένου εν τη επισήμω εφημερίδι της Δημοκρατίας, ορίζεται εκάστοτε ως τόπος προσγειώσεως και αναχωρήσεως αεροσκαφών διά τους σκοπούς των περί Τελωνείων Νόμων.

Έγκρισις σταθμών ελέγχου εις τελωνειακούς αερολιμένας

14.-(1) Ο Διευθυντής δύναται να εγκρίνη εν οιωδήποτε τελωνειακώ αερολιμένι, διά χρονικός περιόδους και υπό όρους και περιορισμούς καθοριζομένους κατά το δοκούν, μέρος ή τόπον τινά εν τω αερολιμένι τούτω, προοριζόμενον διά την φόρτωσιν και εκφόρτωσιν εμπορευμάτων και την επιβίβασιν και αποβίβασιν επιβατών· πας δε ούτω εγκρινόμενος τόπος ή μέρος αναφέρεται εν τω παρόντι Νόμω ως "σταθμός ελέγχου".

(2) Ο Διευθυντής δύναται κατά πάντα χρόνον και δι' εύλογον αιτίαν να ανακαλέση ή τροποποιήση τους όρους εγκρίσεως δυνάμει του εδαφίου (1) παρασχεθείσης.

(3) Πας όστις διά πράξεως ή παραλείψεως αυτού παραβαίνει όρον ή περιορισμόν τεθέντα υπό του Διευθυντού δυνάμει του εδαφίου (1), είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας £500.

Έγκρισις τελωνειακών αποθηκών εις λιμένας και τελωνειακούς αερολιμένας

15.-(1) Ο Διευθυντής δύναται να εγκρίνη εις οιονδήποτε λιμένα ή τελωνειακόν αερολιμένα, διά χρονικός περιόδους και υπό όρους και περιορισμούς καθοριζομένους κατά το δοκούν, τόπους εναποθέσεως εμπορευμάτων εισαχθέντων εν τω λιμένι ή αερολιμένι τούτω και μη εισέτι τελωνισθέντων, περιλαμβανομένων και εμπορευμάτων μη εισέτι δηλωθέντων και διασαφησθέντων δυνάμει του παρόντος Νόμου· παν δε ούτω εγκρινόμενον μέρος εν τω παρόντι Νόμω αναφέρεται ως "τελωνειακή αποθήκη".

(2) Ο Διευθυντής δύναται κατά πάντα χρόνον και δι' εύλογον αιτίαν να ανακαλέση ή τροποποιήση τους όρους εγκρίσεως δυνάμει του εδαφίου (1) παρασχεθείσης.

(3) Πας όστις διά πράξεως ή παραλείψεως αυτού παραβαίνει όρον ή περιορισμόν τεθέντα υπό του Διευθυντού δυνάμει του εδαφίου (1), είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας £500.

Εξουσία λειτουργού προς επιβίβασιν πλοίου ή αεροσκάφους

16.-(1) Εν όσω πλοίον τι ευρίσκεται εντός των ορίων λιμένος ή αεροσκάφος εις τελωνειακόν αερολιμένα, οιοσδήποτε λειτουργός ή έτερον πρόσωπον προσηκόντως ασχολούμενον εις την καταστολήν της λαθρεμπορίας, δύναται κατά πάντα χρόνον να επιβιβασθή του πλοίου ή αεροσκάφους και να διεξαγάγη ερεύνας εν οιωδήποτε μέρει αυτού.

(2) Ο Διευθυντής δύναται να τοποθετήση λειτουργούς επί παντός πλοίου, ευρισκομένου εντός των ορίων λιμένος, και εάν ο πλοίαρχος αυτού αμελήση ή αρνηθή να παράσχη εύλογον κατάλυμα κάτωθι του καταστρώματος διά τους ούτω τοποθετουμένους λειτουργούς ή μέσα ασφαλούς επιβιβάσεως και αποβιβάσεως των λειτουργών εκ του πλοίου κατά τας απαιτήσεις αυτών, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας £100.

Εξουσία εισόδου λειτουργών

17.-(1) Άνευ επηρεασμού των διατάξεων του αμέσως προηγουμένου άρθρου, ο αρμόδιος λειτουργός κέκτηται δικαίωμα ελευθέρας εισόδου εις οιονδήποτε μέρος πλοίου ευρισκομένου εντός των ορίων οιουδήποτε λιμένος ή αεροσκάφους εντός τελωνειακού αερολιμένος, δύναται δε-

(α)να διατάξη την σήμανσιν παντός εμπορεύματος προ της εκφορτώσεως αυτού εκ του πλοίου ή αεροσκάφους·

(β) να κλειδώση, σφράγιση, σημάνη ή άλλως εξασφαλίση τα εν τω πλοίω ή αεροσκάφει κομιζόμενα εμπορεύματα ή οιονδήποτε χώρον ή δοχείον, εν ω ταύτα ούτω κομίζονται·

(γ)παραβιάση οιονδήποτε κλειδωμένον χώρον ή δοχείον, ούτινος αι κλείδες κατακρατούνται εξ αυτού.

(2)Άπαντα τα εμπορεύματα, άτινα εξευρίσκονται κεκρυμμένα επί πλοίου ή αεροσκάφους, υπόκεινται εις δήμευσιν.

Εξουσία λειτουργών προς κράτησιν πλοίων κ.λ.π.

18.-(1) Εάν, επί τη παρόδω είκοσι και μιας ημερών, εν τη περιπτώσει πλοίου ή επτά ημερών εν τη περιπτώσει αεροσκάφους, αφ' ης κατετέθη δυνάμει του άρθρου 23 το κατά νόμον κατατιθέμενον δηλωτικόν πλοίου ή αεροσκάφους ή επί τη παρόδω τοιαύτης μείζονος προθεσμίας, ως ο Διευθυντής ήθελεν εκάστοτε ορίσει, ευρίσκονται εισέτι επί του πλοίου ή αεροσκάφους οιαδήποτε εμπορεύματα, ο αρμόδιος λειτουργός δύναται να προβή εις κράτησιν του πλοίου ή αεροσκάφους, μέχρις ου καταβληθώσιν τω Διευθυντή-

(α)αι προσηκόντως γενόμεναι δαπάναι φυλάξεως των εμπορευμάτων πέραν της νομίμου προθεσμίας, εξαιρέσει της ημέρας καθ' ην συνεπληρώθησαν αι σχετικαί προς το πλοίον ή αεροσκάφος τελωνειακοί διατυπώσεις·

(β) οσάκις τα εμπορεύματα μεταφέρονται δυνάμει οιασδήποτε των διατάξεων του παρόντος Νόμου εκ του πλοίου ή αεροσκάφους εις τινα δημοσίαν αποθήκην αποταμιεύσεως, αι δαπάναι της τοιαύτης μεταφοράς.

(2) Οσάκις, εν τη περιπτώσει ναυαγίου ή ετέρου πλοίου ή αεροσκάφους οδηγουμένου ή αγομένου εν τη Δημοκρατία δυνάμει νομικής τίνος διαδικασίας, λόγω κακοκαιρίας ή δι' ασφάλειαν, καθίσταται αναγκαία η τοποθέτησις λειτουργού προς φύλαξιν αυτού, είτε επ' αυτού είτε άλλως πως, προς εξασφάλισιν των δημοσίων προσόδων, ο αρμόδιος λειτουργός δύναται να προβή εις κράτησιν του πλοίου ή αεροσκάφους μέχρις ου αποπληρωθώσιν αι ούτω διενεργούμενοι υπό του Διευθυντού δαπάναι.

Έλεγχος κινήσεως μη τελωνισθέντων εμπορευμάτων, κ.λ.π.

19.-(1) Ο Διευθυντής δύναται εκάστοτε να εκδίδη γενικάς ή ειδικάς οδηγίας, ως προς τον τρόπον, καθ' ον ή τους όρους, υφ' ους επιτρέπεται η μετακίνησις εμπορευμάτων υποκειμένων εις δασμόν, μη καταβληθέντα εισέτι, ή εμπορευμάτων δικαιουμένων εις επιστροφήν του καταβληθέντος επί τη εισαγωγή των δασμού ή οιωνδήποτε ετέρων εμπορευμάτων, μη τελωνισθέντων εισέτι ή οιασδήποτε κατηγορίας ή κλάσεως τοιούτων εμπορευμάτων, εντός των ορίων οιουδήποτε λιμένος ή τελωνειακού αερολιμένος ή μεταξύ λιμένος ή τελωνειακού αερολιμένος και ετέρου τινός μέρους.

(2) Αι εν λόγω οδηγίαι δυνατόν να προβλέπωσιν ότι η μεταφορά των εμπορευμάτων θα διενεργήται μόνον-

(α)υπό προσώπων, εις α παρεσχέθη επί τούτω άδεια του Διευθυντού·

(β) υπό των υπό του Διευθυντού επί τούτω εγκεκριμένων πλοίων, αεροσκαφών ή ετέρων μεταγωγικών μέσων,

η προθεσμία, οι όροι και περιορισμοί, υφ' ους χορηγείται άδεια ή έγκρισις ως εν τοις ανωτέρω, καθορίζονται υπό του Διευθυντού κατά το δοκούν, όστις και δύναται κατά πάντα χρόνον να ανακαλέση ούτω παρασχεθείσαν άδειαν ή έγκρισιν.

(3) Πας όστις διά πράξεως ή παραλείψεως αυτού παραβαίνει οδηγίαν εκδοθείσαν υπό του Διευθυντού ή όρον ή περιορισμόν τεθέντα επ' αδείας παρασχεθείσης υπό του Διευθυντού δυνάμει του παρόντος άρθρου, υπόκειται εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας £100.

Ποινή διά μεταφοράν λειτουργού άνευ της βουλήσεως του

20.-(1) Εάν πλοίον ή αεροσκάφος αναχωρήση εξ οιουδήποτε τόπου, κομίζον επ' αυτού, άνευ της βουλήσεως του, οιονδήποτε τελωνειακόν ή έτερον δημόσιον λειτουργόν, ο πλοίαρχος ή ο κυβερνήτης του αεροσκάφους είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας £500.

(2) Ανεξαρτήτως της ποινικής ευθύνης, ην πρόσωπον τι δυνατόν να υπέχη δυνάμει του προηγουμένου εδαφίου, αι δαπάναι, αίτινες ήθελον διενεργηθή υπό του Διευθυντού ή υφ' οιουδήποτε τμήματος, ως εκ της τοιαύτης μεταφοράς λειτουργού, εισπράττονται ως αστικόν χρέος εκ του υπέχοντος, ως εν τοις ανωτέρω, ποινικήν ευθύνην προσώπου ή εκ του πλοιοκτήτου ή του κυρίου του ενεχομένου εις την μεταφοράν αεροσκάφους.

Εξουσία επιθεωρήσεως αεροσκαφών, αεροδρομίων, εγγράφων κ.λ.π.

21 .-(1) Ο κυβερνήτης του αεροσκάφους οφείλει κατά πάντα χρόνον να επιτρέπη εις τους λειτουργούς όπως επιβιβάζωνται του αεροσκάφους και επιθεωρώσι τούτο, τα τυχόν κομιζόμενα επ' αυτού εμπορεύματα ως και άπαντα τα έγγραφα, τα αφορώντα εις το αεροσκάφος ή τα επ' αυτού κομιζόμενα εμπορεύματα ή πρόσωπα· προς τούτοις οι λειτουργοί κέκτηνται κατά πάντα χρόνον δικαίωμα εισόδου εις οιονδήποτε μέρος, εφ' όσον ήθελε παραστή ανάγκη διά τους σκοπούς της τοιαύτης επιθεωρήσεως.

(2) Ο υπεύθυνος αεροδρομίου οφείλει να επιτρέπη εις τους λειτουργούς όπως κατά πάντα χρόνον εισέρχωνται εις το αεροδρόμιον και επιθεωρώσι τούτο ως και τας εν αυτώ οικοδομάς και εμπορεύματα.

(3) Ο υπεύθυνος αεροδρομίου, κατέχοντος άδειαν δυνάμει νομοθετικής τίνος πράξεως, αφορώσης εις την αεροπλοϊαν και, εφ' όσον ήθελεν απαιτήσει τούτο ο Διευθυντής, ο υπεύθυνος παντός ετέρου αεροδρομίου, οφείλει όπως-

(α)τηρή, εν ω τρόπω και τύπω ήθελεν εγκρίνει ο Διευθυντής, βιβλίον εισόδου και εξόδου απάντων των εν τω αεροδρομίω αφικνουμένων ή αναχωρούντων αεροσκαφών·

(β) διαθέτη και, τη απαιτήσει οιουδήποτε λειτουργού, προσκομίζη το εν λόγω βιβλίον, ομού μετά παντός εγγράφου, τηρουμένου εν τω αεροδρομίω και αφορώντος εις την κίνησιν των αεροσκαφών· και

(γ) επιτρέπη εις οιονδήποτε λειτουργόν να λαμβάνη αντίγραφα και αποσπάσματα εκ παντός τοιούτου βιβλίου ή εγγράφου.

(4) Πας όστις διά πράξεως ή παραλείψεως αυτού παραβαίνει οιανδήποτε των διατάξεων του παρόντος άρθρου, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας £450 ή εις φυλάκισιν μέχρι εξ μηνών ή εις αμφοτέρας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης.

Εξουσία προς παρεμπόδισιν πτήσεως αεροσκάφους

22.-(1) Εν περιπτώσει υπονοίας λειτουργού τίνος ή αστυνομικού ότι αεροσκάφος προτίθεται ή ενδέχεται να αναχωρήση διά την αλλοδαπήν, εξ οιουδήποτε τόπου εκτός τελωνειακού αερολιμένος ή εκ τελωνειακού αερολιμένος πριν ή συμπληρωθώσιν αι προς τούτο τελωνειακαί διατυπώσεις, ούτος δύναται να δώση οδηγίας και να λάβη πάντα τα αναγκαία μέτρα, διά κρατήσεως του αεροσκάφους ή άλλως πως, προς παρεμπόδισιν της πτήσεως.

(2) Πας όστις παραβαίνει οδηγίαν, δυνάμει του προηγουμένου εδαφίου παρασχεθείσαν, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας £1000 ή εις φυλάκισιν μέχρις ενός έτους ή εις αμφοτέρας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης· εάν δε το αεροσκάφος αναχωρήση κατά παράβασιν οιασδήποτε τοιαύτης οδηγίας ή παρά τα ληφθέντα προς παρεμπόδισιν της πτήσεως μέτρα, μη αποκλεισμένης της ευθύνης οιουδήποτε ετέρου προσώπου δυνάμει του παρόντος εδαφίου, ο κύριος του αεροσκάφους και ο κυβερνήτης αυτού λογίζονται παρομοίως ένοχοι, εκτός εάν εκάτερος τούτων απόδειξη ότι η πτήσις έλαβε χώραν άνευ της συναινέσεως ή συνενοχής του.

Εισαγωγή Εμπορευμάτων
Δηλωτικόν εισαγωγής

23.-(1) Άπαντα τα εις τας διατάξεις του παρόντος άρθρου υποκείμενα πλοία και αεροσκάφη δέον όπως υποβάλλωσι δηλωτικόν εισαγωγής, εν ω τύπω και τρόπω και περιέχον τοιαύτα στοιχεία ως ο Διευθυντής ήθελε καθορίσει.

(2) Το παρόν άρθρον τυγχάνει εφαρμογής επί παντός πλοίου αφικνουμένου εις τινα λιμένα-

(α) εκ της αλλοδαπής· ή

(β) κομίζοντος εμπορεύματα, φορτωθέντα επί του πλοίου εν τη αλλοδαπή και μη εισέτι τελωνισθέντα επί τη εισαγωγή των.

(3) Το παρόν άρθρον τυγχάνει εφαρμογής επί παντός αεροσκάφους αφικνουμένου εις οιονδήποτε τόπον της Δημοκρατίας-

(α) εκ της αλλοδαπής· ή

(β) κομίζοντος επιβάτας επιβιβασθέντας ή εμπορεύματα φορτωθέντα επί του αεροσκάφους εν τη αλλοδαπή, εφ' όσον οι επιβάται ή εμπορεύματα-

(i) προορίζονται διά τινα τόπον εν τη Δημοκρατία και δεν υπέστησαν εισέτι τον κατά νόμον τελωνειακόν έλεγχον εν τινι τελωνειακώ αερολιμένι· ή

(ii) προορίζονται διά την αλλοδαπήν.

(4) Το Υπουργικόν Συμβούλιον δύναται να εκδώση Κανονισμούς, οίτινες θα καθορίζωσι την διαδικασίαν υποβολής δηλωτικού δυνάμει του παρόντος άρθρου.

(5) Πας όστις, ων υπόχρεως εις την υποβολήν δηλωτικού, παραλείπει να πράξη ούτω συμφώνως τω παρόντι άρθρω, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας £500· άπαντα δε τα εμπορεύματα άτινα, καίτοι υποκείμενα εις τας περί δηλωτικού διατάξεις, δεν δηλούνται κατά νόμον, δυνατόν να κατακρατηθώσιν υφ' οιουδήποτε λειτουργού, μέχρις ου υποβληθή περί τούτων κατά νόμον δηλωτικόν ή δοθώσιν εξηγήσεις διά την τοιαύτην παράλειψιν, ικανοποιούσαι τον Διευθυντήν· εν τω μεταξύ δε διαστήματι ταύτα εναποτίθενται εις δημοσίαν αποθήκην αποταμιεύσεως.

(6) O καταθείς δηλωτικόν εισαγωγής οφείλει να απαντήση εις παν ερώτημα, αφορών εις το πλοίον ή αεροσκάφος, τα εν αυτώ κομιζόμενα εμπορεύματα, το πλήρωμα και τον πλουν ή πτήσιν, όπερ ήθελε τεθή αυτώ υπό του αρμοδίου λειτουργού κατά την κατάθεσιν του δηλωτικού· εάν δε αρνηθή να απαντήση εις τοιαύτα ερωτήματα είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις χρηματικήν ποινήν, μη υπερβαίνουσαν τας £500.

(7) Εάν καθ' οιονδήποτε χρόνον από της αφίξεως εις τα χωρικά ύδατα της Δημοκρατίας πλοίου ή αεροσκάφους, κομίζοντος εμπορεύματα εκ της αλλοδαπής, και προ της καταθέσεως δηλωτικού συμφώνως τω παρόντι άρθρω-

(α)αρχίση η εκφόρτωσις· ή

(β) επαχθή οιαδήποτε αλλαγή εις την στοιβασίαν μεταφερομένων εμπορευμάτων, ίνα καταστή ευχερεστέρα η εκφόρτωσις οιουδήποτε μέρους τούτων, πριν ή κατατεθή κατά νόμον δηλωτικόν· ή

(γ) οιονδήποτε μέρος των εμπορευμάτων καταστραφή ή εκκριφθή του πλοίου ή ανοιγή οιονδήποτε δοχείον,

και δεν παρασχεθώσιν εξηγήσεις ικανοποιούσαι τον Διευθυντήν, ο πλοίαρχος ή ο κυβερνήτης του αεροσκάφους είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας £500.

Διασάφηση εισαγωγής

24.-(1) Ο εισαγωγέας οιωνδήποτε εμπορευμάτων οφείλει να καταθέσει στον αρμόδιο λειτουργό διασάφηση εισαγωγής σε προκαθορισμένο από τον Διευθυντή τύπο και τρόπο και η οποία θα περιέχει τέτοια στοιχεία τα οποία ο Διευθυντής καθορίζει. Στην διασάφηση εισαγωγής πρέπει να επισυνάπτονται όλα τα έγγραφα τα οποία είναι απαραίτητα για την εφαρμογή των διατάξεων των τελωνειακών νόμων.

(2) Η διασάφηση εισαγωγής που κατατίθεται  σύμφωνα με το πιο πάνω εδάφιο γίνεται αμέσως αποδεκτή νοουμένου ότι τα εμπορεύματα τα οποία αφορά προσκομίζονται σε τελωνειακή αποθήκη:

Νοείται ότι, το παρόν εδάφιο δεν εφαρμόζεται σε -

(α) Κυπριακά νωπά ψάρια (περιλαμβανομένων και των οστρακοειδών και μαλακοστράκων) που μεταφέρονται με κυπριακά πλοία· ή

(β) αποσκευές επιβατών.

(3) Η διασάφηση που κατατίθεται δυνάμει του παρόντος άρθρου δυνατό να αφορά εμπορεύματα που διασαφίζονται για τα ακόλουθα τελωνειακά καθεστώτα -

(α) Για εσωτερική κατανάλωση εφόσον δύνανται να χρησιμοποιηθούν σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου για το σκοπό αυτό· ή

(β) για τελωνειακή αποταμίευση· ή

(γ) για διαμετακόμιση ή μεταφόρτωση· ή

(δ) για τελειοποίηση προς επανεξαγωγή· ή

(ε) για προσωρινή εισαγωγή με σκοπό την επανεξαγωγή στις περιπτώσεις εκείνες τις οποίες θα επιτρέψει ο Διευθυντής:

Νοείται ότι ο Διευθυντής δύναται -

(i) να μην επιτρέψει την κατάθεση διασάφησης, σε προθεσμία  που  καθορίζεται κατά την κρίση του ανάλογα με την περίσταση. Η διασάφηση αυτή θα γίνεται αποδεκτή εφ’ όσον τα εμπορεύματα στα οποία αναφέρεται εισάγονται και προσκομίζονται σε τελωνειακή αποθήκη πριν από την εκπνοή της προθεσμίας αυτής·

(ii) να μην επιτρέψει την κατάθεση της διασάφησης για αποταμίευση εμπορευμάτων, οποιασδήποτε κατηγορίας ή κλάσης ειδικά καθοριζομένης από το Διευθυντή.

(4) Στην περίπτωση εμπορευμάτων που δεν υπόκεινται σε δασμό εισαγωγής, εάν η διασάφηση που κατατίθεται όπως αναφέρεται πιο πάνω είναι ανακριβής σε κάποιο στοιχείο της, ο εισαγωγέας οφείλει όπως μέσα σε δεκατέσσερις ημέρες από την κατάθεση της διασάφησης ή μέσα σε μεγαλύτερη προθεσμία όπως ο Διευθυντής καθορίζει κατά περίπτωση, να καταθέσει στον αρμόδιο λειτουργό πλήρη και ακριβή έκθεση για τα εμπορεύματα, εάν δε ο εισαγωγέας συμμορφωθεί και ο Διευθυντής ικανοποιηθεί ότι η ανακρίβεια έγινε από αμέλεια και εκτός από στατιστικούς σκοπούς είναι επουσιώδης, τότε ανεξάρτητα από οποιαδήποτε διάταξη που περιλαμβάνεται στον παρόντα Νόμο ή σε οποιαδήποτε διοικητική πράξη που έγινε δυνάμει του παρόντος Νόμου, τα εμπορεύματα   δεν υπόκεινται  σε  δήμευση  ούτε  ο εισαγωγέας τους σε χρηματική ποινή.

Αρχική και συμπληρωματική διασάφηση

24Α-(1) Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 24, ο Διευθυντής δύναται, σε δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις και μετά από γραπτή αίτηση του εισαγωγέα, να αποδεκτεί διασάφηση στην οποία-

(α) Δεν περιλαμβάνονται ορισμένα στοιχεία που πρέπει να περιλαμβάνονταιֹ

(β) δεν επισυνάπτονται σε αυτή ορισμένα από τα έγγραφα που πρέπει να επισυνάπτονται όπως προβλέπεται στο εδάφιο (1) του άρθρου 24.

Η απλουστευμένη αυτή διασάφηση συνίσταται στην προσκόμιση αρχικής διασάφησης με μεταγενέστερη προσκόμιση συμπληρωματικής διασάφησης τηρούμενων των διατάξεων του εδαφίου (3).

(2) Οι όροι και προϋποθέσεις για την χορήγηση έγκρισης εφαρμογής της απλουστευμένης διαδικασίας και οι πρακτικοί τρόποι λειτουργίας της διαδικασίας αυτής καθορίζονται με γνωστοποίηση του Διευθυντή που δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας.

(3) Ο εισαγωγέας υποχρεούται να υποβάλει στον αρμόδιο λειτουργό συμπληρωματική διασάφηση, μέσα στην προθεσμία που καθορίζει ο Διευθυντής, εκτός εάν ο Διευθυντής κρίνει διαφορετικά.

(4) Οι συμπληρωματικές διασαφήσεις θεωρούνται ότι αποτελούν μαζί με τις απλουστευμένες διασαφήσεις που αναφέρει το εδάφιο (1), ενιαία και αδιαίρετη πράξη και ισχύουν από την ημερομηνία αποδοχής των απλουστευμένων διασαφήσεων.

(5) Οποιοδήποτε πρόσωπο παραβαίνει οποιεσδήποτε από τις διατάξεις του παρόντος άρθρου, είναι ένοχο αδικήματος και υπόκειται σε χρηματική ποινή που να μην υπερβαίνει τις διακόσιες λίρες (£200).

Αποδοχή ελλιπούς διασάφησης εισαγωγής

25-(1) Τηρουμένων των διατάξων του άρθρου 24, ο αρμόδιος λειτουργός δύναται, σε δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις και  μετά από γραπτή αίτηση του εισαγωγέα, ν’ αποδεχθεί διασάφηση στην οποία-

(α) Δεν περιλαμβάνονται ορισμένα στοιχεία που πρέπει να περιλαμβάνονται ή,

(β) δεν επισυνάπτονται σε αυτή ορισμένα από τα έγγραφα που πρέπει να επισυνάπτονται όπως προβλέπεται στο εδάφιο (1) του άρθρου 24:

Νοείται ότι, καμιά τέτοια διασάφηση γίνεται αποδεκτή εφόσον δεν περιέχει τα στοιχεία που απαιτούνται για την εξακρίβωση της ταυτότητας των εμπορευμάτων.

(2)  Όταν η διασάφηση γίνεται αποδεκτή σύμφωνα με το εδάφιο (1), ο εισαγωγέας οφείλει, εντός της προθεσμίας που καθορίζει ο Διευθυντής:

(α) Είτε να συμπληρώσει τη διασάφηση με τα απαραίτητα στοιχεία ή να προσκομίσει τα δικαιολογητικά που λείπουν, ή

(β) εφόσον το επιτρέπει ο αρμόδιος λειτουργός, να αντικαταστήσει την υπό αναφορά διασάφηση με άλλη διασάφηση σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 24.

(3)  Οι όροι και προϋποθέσεις για την χορήγηση έγκρισης εφαρμογής της ελλιπούς διασάφησης και οι πρακτικοί τρόποι λειτουργίας της διαδικασίας αυτής καθορίζονται με γνωστοποίηση του Διευθυντή που δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας.

(4) Οποιοδήποτε πρόσωπο παραβαίνει χωρίς εύλογη αίτια οποιεσδήποτε από τις διατάξεις του παρόντος άρθρου, είναι ένοχο αδικήματος και υπόκειται σε χρηματική ποινή που να μην υπερβαίνει τις διακόσιες λίρες (£200).

Εξέταση εμπορευμάτων και λήψη δειγμάτων με σκοπό τη συμπλήρωση διασάφησης εισαγωγής

25Α-(1) Για σκοπούς συμπλήρωσης της διασάφησης εισαγωγής αναφορικά με εμπορεύματα που ευρίσκονται σε τελωνειακές αποθήκες, ο αρμόδιος λειτουργός δύναται σε δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις και μετά από γραπτή αίτηση του εισαγωγέα να επιτρέπει την εξέταση των εμπορευμάτων και τη λήψη δειγμάτων.

(2) Η αίτηση του εισαγωγέα υποβάλλεται σύμφωνα με τον τύπο και τρόπο και περιλαμβάνει τέτοια στοιχεία που καθορίζει ο Διευθυντής.

(3) Οποιαδήποτε εξέταση ή λήψη δειγμάτων πραγματοποιείται υπό τον έλεγχο του Τελωνείου και σύμφωνα με τους όρους και τη διαδικασία που καθορίζει ο Διευθυντής, λαμβάνοντας υπόψη την συγκεκριμένη περίπτωση. Η εξέταση και λήψη δειγμάτων πραγματοποιούνται με ευθύνη του ενδιαφερομένου ο οποίος επιβαρύνεται με τα πιθανά έξοδα ανάλυσης.

Διόρθωση και ακύρωση της διασάφησης

25Β.-(1) Εφόσον τα εμπορεύματα έχουν δηλωθεί για επιτόπια κατανάλωση, ο εισαγωγέας δύναται μετά από αίτηση του να διορθώνει ένα ή περισσότερα στοιχεία στην διασάφηση η οποία έγινε αποδεκτή εάν -

(α) Για τα εν λόγω εμπορεύματα δεν έχει χορηγηθεί άδεια παραλαβής·

(β) ο εισαγωγέας δεν έχει πληροφορηθεί από τον αρμόδιο λειτουργό ότι προτίθεται να εξετάσει τα εμπορεύματα· και

(γ) ο αρμόδιος λειτουργός δεν έχει διαπιστώσει ότι τα πιο πάνω δηλωθέντα στοιχεία στην διασάφηση είναι λανθασμένα ή ανακριβή.

(2) Ο αρμόδιος λειτουργός δύναται να επιτρέψει ή να απαιτήσει όπως η διόρθωση που επιτρέπεται από το εδάφιο (1) πραγματοποιείται με την κατάθεση νέας διασάφησης που αντικαθιστά την αρχική διασάφηση. Στην περίπτωση αυτή ως ημερομηνία αποδοχής της νέας διασάφησης, λογίζεται η ημερομηνία αποδοχής της αρχικής διασάφησης:

Νοείται ότι, η διόρθωση δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα να αφορά η διασάφηση εμπορεύματα άλλα από εκείνα τα οποία αφορούσε αρχικά.

(3) Ακύρωση της διασάφησης που έχει ήδη γίνει αποδεκτή επιτρέπεται μετά από αίτηση του εισαγωγέα και πριν από την έκδοση άδειας παραλαβής των εμπορευμάτων εφόσον ο εισαγωγέας ικανοποιεί τον Διευθυντή ότι τα εμπορεύματα διασαφίστηκαν κατά λάθος για το τελωνειακό καθεστώς που αντιστοιχεί στην διασάφηση ή ότι λόγω   ειδικών περιστάσεων, η υπαγωγή του εμπορεύματος στο τελωνειακό καθεστώς για το οποίο διασαφήθηκε δεν αιτιολογείται πλέον.

(4) Ο Διευθυντής δύναται με γνωστοποίηση που δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας να ρυθμίσει τους όρους και τις προϋποθέσεις που θα ισχύουν κατά περίπτωση ανάλογα με το τελωνειακό καθεστώς αναφορικά με  την ακύρωση της διασάφησης που έχει γίνει αποδεκτή.

(5) Η ακύρωση της διασάφησης δεν επηρεάζει την εφαρμογή απαγορευτικών διατάξεων οποιουδήποτε νομοθετήματος που βρίσκεται σε ισχύ.

Διασάφησις πλεονάσματος εφοδίων

26. Τη αδεία του αρμοδίου λειτουργού τα πλεονάσματα των εφοδίων παντός πλοίου ή αεροσκάφους-

(α)εάν μεν προορίζωνται δι' ιδιωτικήν χρήσιν και δεν είναι υπερβολικής κατά την κρίσιν αυτού ποσότητος δυνατόν να δηλωθώσι και άλλως λογισθώσιν ως εμπορεύματα εισαχθέντα διά του πλοίου ή αεροσκάφους· ή

(β)εν πάση ετέρα περιπτώσει, δυνατόν να δηλωθώσι προς αποταμίευσιν, και εάν έτι ταύτα δεν θα ηδύναντο νομίμως να εισαχθώσιν υπό μορφήν εμπορευμάτων:

Νοείται ότι εμπορεύματα δηλωθέντα προς αποταμίευσιν δυνάμει της παραγράφου (β) του παρόντος άρθρου δεν δύνανται, ειμή τη εγκρίσει του Διευθυντού, να δηλωθώσι περαιτέρω ή να μεταφερθώσιν εκ της αποθήκης αποταμιεύσεως, άλλως ή προς χρήσιν αυτών ως εφοδίων.

Μεταφορά μη τελωνισθέντων εμπορευμάτων εις δημοσίαν αποθήκην αποταμιεύσεως

27.-(1) Οσάκις, εν τη περιπτώσει οιωνδήποτε εισαγομένων εμπορευμάτων-

(α)δεν κατατεθή διασάφησις εντός της νομίμου προθεσμίας· ή

(β) κατατεθείσης της διασαφήσεως, επί τη παρόδω είκοσι και μιας ημερών από της σχετικής ημερομηνίας, ταύτα δεν εκφορτωθώσιν ή εκφορτωθέντα δεν προσαχθώσι προς εξέτασιν ή τελωνισμόν· ή

(γ) επί εμπορευμάτων μικράς ποσότητος, εισαχθέντων διά θαλάσσης, ταύτα καθ' οιονδήποτε χρόνον μετά την άφιξιν του πλοίου της εισαγωγής, ευρίσκωνται εν τω λιμένι εν ω θα λάβη χώραν η εκφόρτωσις, και παραμένωσι τα μόνα μη εκφορτωθέντα εισέτι εκ του πλοίου, εν τω λιμένι τούτω, εμπορεύματα,

ο αρμόδιος λειτουργός δύναται να διατάξη εναπόθεσιν των εμπορευμάτων εις τινα δημοσίαν αποθήκην αποταμιεύσεως.

(2) Εφ' όσον πρόκειται περί μικρού δέματος ή αποστολής εμπορευμάτων, ο αρμόδιος λειτουργός δύναται κατά πάντα χρόνον, μετά την σχετικήν ημερομηνίαν, να διατάξη εναπόθεσιν τούτων εις τινα δημοσίαν αποθήκην αποταμιεύσεως, μέχρις ου κατατεθή η περί τούτων διασάφησις.

(3)Ανεξαρτήτως των διατάξεων του εδαφίου (3) του άρθρου 82, ο Διευθυντής δύναται να εκποιήση εμπορεύματα αποτεθειμένα εις τινα δημοσίαν αποθήκην αποταμιεύσεως υπό του αρμοδίου λειτουργού και μη εισέτι τελωνισθέντα υπό του εισαγωγέως αυτών-

(α)αμελητί μεν, εφ' όσον πρόκειται περί εμπορευμάτων, άτινα κατά την κρίσιν του Διευθυντού υπόκεινται εις φθοράν· ή

(β) εν πάση ετέρα περιπτώσει, εντός τριών μηνών από της αποθέσεως αυτών εν τη τοιαύτη αποθήκη ή εντός τοιαύτης μείζονος προθεσμίας,

ως ο Διευθυντής ήθελεν εκάστοτε ορίσει.

(4) Εν τω παρόντι άρθρω-

(α)ο όρος "νόμιμος προθεσμία" σημαίνει, εν μεν τη περιπτώσει εμπορευμάτων εισαγομένων δι' αέρος περίοδον επτά, εν πάση δε ετέρα περιπτώσει, περίοδον δεκατεσσάρων ημερών από της σχετικής ημερομηνίας· και

(β)ο όρος "σχετική ημερομηνία" σημαίνει την ημερομηνίαν, καθ' ην κατετέθη το δηλωτικόν εισαγωγής υπό του εισάγοντος πλοίου ή αεροσκάφους δυνάμει του άρθρου 23 ή, εφ' όσον δεν κατετέθη τοιούτον δηλωτικόν, την ημερομηνίαν, καθ' ην έδει κατά νόμον να κατετίθετο το τοιούτον δηλωτικόν:

Νοείται ότι οσάκις ήθελε τεθή οιοσδήποτε περιορισμός επί της εκφορτώσεως εμπορευμάτων εξ οιουδήποτε πλοίου ή αεροσκάφους, δυνάμει νομοθετικής διατάξεως σκοπούσης εις την προστασίαν εναντίον επιδημικών και λοιμωδών ασθενειών, τότε καθ' όσον αφορά εις το τοιούτον πλοίον ή αεροσκάφος, ο όρος "σχετική ημερομηνία" σημαίνει την ημερομηνίαν άρσεως του περιορισμού.

Παράλειψις τηρήσεως των αφορωσών εις τας διασαφήσεις διατάξεων

28. Ανεξαρτήτως της ευθύνης, ην δυνατόν τις να υπέχη δυνάμει οιασδήποτε ετέρας διατάξεως του παρόντος Νόμου, πας όστις, καταθείς διασάφησιν επί τη εισαγωγή εμπορευμάτων, παραλείπει να συμμορφωθή προς οιανδήποτε των διατάξεων του παρόντος Μέρους, καθ' όσον αφορά εις την τοιαύτην διασάφησιν, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις χρηματικήν ποινήν, μη υπερβαίνουσαν τας £100, τα δε ειρημένα εμπορεύματα υπόκεινται εις δήμευσιν.

Εξουσία προς ρύθμισιν της εκφορτώσεως, μεταφοράς, κ.λ.π., εισαγομένων εμπορευμάτων

29.-(1) Το Υπουργικόν Συμβούλιον δύναται να εκδώση Κανονισμούς-

(α) καθορίζοντας την διαδικασίαν, την ακολουθητέαν υπό πλοίου, αφικνουμένου εις τινα λιμένα ή αεροσκάφους, αφικνουμένου εις τινα τελωνειακόν αερολιμένα·

(β) διέποντας την εκφόρτωσιν, αποβίβασιν, διακίνησιν και μεταφοράν εμπορευμάτων επί τη εισαγωγή των,

δυνατόν δε να εκδοθώσι διαφορετικοί Κανονισμοί, διέποντες αντιστοίχως την διά θαλάσσης ή αέρος εισαγωγήν.

(2) Πας όστις, διά πράξεως ή παραλείψεως αυτού παραβαίνει οιονδήποτε Κανονισμόν δυνάμει του παρόντος άρθρου γενόμενον ή οιανδήποτε οδηγίαν του Διευθυντού ή του αρμοδίου λειτουργού, συμφώνως τοις τοιούτοις Κανονισμοίς εκδοθείσαν, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις χρηματικήν ποινήν, μη υπερβαίνουσαν τας £500, τα δε εμπορεύματα, αναφορικώς προς άτινα διαπράττεται το αδίκημα υπόκεινται εις δήμευσιν.

Διατάξεις αφορώσαι εις την επιβολήν δασμών επί εισαγομένων εμπορευμάτων
Δασμός εισαγωγής

30.-(1) Εξαιρουμένων των περιπτώσεων, καθ' ας άλλως προβλέπεται εν τω παρόντι Νόμω ή εν οιωδήποτε νομοθετήματι αφορώντι εις τα τελωνεία, απαγορεύεται η παράδοσις ή μεταφορά εισαγομένων εμπορευμάτων, μέχρις ου ο εισαγωγεύς καταβάλει τω αρμοδίω λειτουργώ τους αναλογούντος τοις εμπορεύμασι δασμούς· εν τη περιπτώσει δε εμπορευμάτων, δι' α απαιτείται κατάθεσις διασαφήσεως ο δασμός καταβάλλεται άμα τη καταθέσει της διασαφήσεως·

(2) Εάν δεν παρασχεθώσιν επαρκείς εξηγήσεις εις τον τελώνην, καθ' όσον αφορά εις εμπορεύματα υποκείμενα εις δασμόν, άτινα περιλαμβάνονται εν τω δηλωτικώ εισαγωγής πλοίου ή αεροσκάφους, ο πλοίαρχος ή πλοιοκτήτης ή ο κύριος ή κυβερνήτης του αεροσκάφους ή ο αντιπρόσωπος αυτού οφείλει να καταβάλη, εφ' όσον απαιτήσει τούτο ο τελώνης, τον επί των εμπορευμάτων τούτων οφειλόμενον δασμόν, ως ο δασμός ήθελε βεβαιωθή υπό του τελώνου, κατά τους κρατούντος, κατά την κατάθεσιν του δηλωτικού, συντελεστάς.

(3) Οι τελωνειακοί δασμοί και οι συντελεσταί των, οι βαρύνοντες εισαγόμενα εμπορεύματα, βεβαιούνται ως ακολούθως:

(α) εξαιρουμένης της περιπτώσεως, καθ' ην η διασάφησις ή, εφ' όσον εγένετο πρόχειρος διασάφησις, η τελειωτική διασάφησις είναι προς αποταμίευσιν των εμπορευμάτων, εν πάση περιπτώσει, καθ' ην κατατίθεται διασάφησις εισαγωγής οφείλονται δασμοί βάσει των συντελεστών, των κρατούντων αναφορικώς προς τα τοιαύτα εμπορεύματα κατά την αποδοχήν της διασαφήσεως·

(β) εάν η διασάφησις ή, εφ' όσον εγένετο πρόχειρος τοιαύτη, η τελειωτική διασάφησις είναι προς αποταμίευσιν, ούτοι βεβαιούνται ως προνοείται εν άρθρω 79·

(γ) εφ' όσον δεν κατατεθή διασάφησις, καταβάλλονται οι δασμοί βάσει των συντελεστών των κρατούντων, αναφορικώς προς τα τοιαύτα εμπορεύματα, κατά τον χρόνον της εισαγωγής.

(4) Εάν η διασάφηση διενεργείται με συστήματα πληροφορικής, η διασάφηση λογίζεται αποδεκτή κατά το χρόνο που τα δηλωθέντα στοιχεία στη διασάφηση γίνονται αποδεκτά από το σύστημα πληροφοριών:

Νοείται ότι, σε περίπτωση εισαγωγής των στοιχείων της διασάφησης στα τελωνειακά συστήματα πληροφορικής από τον αρμόδιο λειτουργό, εφαρμόζονται κατ’ αναλογία οι διατάξεις του παρόντος άρθρου.

(5) Είδη κομιζόμενα ή αγόμενα διά θαλάσσης εν τη Δημοκρατία άλλως ή υπό μορφήν φορτίου, εφοδίων ή αποσκευών, υπόκεινται εις τον αυτόν δασμόν, εις ον τυχόν θα υπέκειντο εάν εισήγοντο υπό μορφήν εμπορευμάτων· εάν δε ανακύψη οιαδήποτε αμφισβήτησις ως προς την προέλευσιν των, ταύτα λογίζονται ως προϊόντα της χώρας, ην ο Διευθυντής ήθελε κατόπιν ερεύνης καθορίσει.

(6) Τα εμπορεύματα τα οποία εισάγονται και για τα οποία δεν έχουν καταβληθεί οι αναλογούντες εισαγωγικοί δασμοί και φόροι, σύμφωνα με το παρόν άρθρο, μπορούν να καταστρέφονται ή να εγκαταλείπονται από τον ιδιοκτήτη τους υπέρ της Δημοκρατίας, εφ' όσον τηρηθούν οι όροι και περιορισμοί τους οποίους ο Διευθυντής επιβάλλει σε κάθε περίπτωση.

(7) Η καταστροφή ή η εγκατάλειψη υπέρ της Δημοκρατίας που αναφέρεται στο εδάφιο (5) δεν συνεπάγεται κανένα έξοδο για τη Δημοκρατία.

(8) Υπό την επιφύλαξιν των δύο αμέσως επομένων άρθρων και των προνοιών οιουδήποτε ετέρου νομοθετήματος αφορώντος εις τα τελωνεία, εμπορεύματα, άτινα επανεισάγονται εν τη Δημοκρατία, ανεξαρτήτως εάν κατεσκευάσθησαν ή παρήχθησαν εν τη Δημοκρατία ή αλλαχού και ανεξαρτήτως εάν κατεβλήθη οιοσδήποτε δασμός επ' αυτών κατά προηγουμένην αυτών εισαγωγήν, θα λογίζωνται διά σκοπούς δασμολογήσεως ως εμπορεύματα το πρώτον εισαγόμενα εν τη Δημοκρατία, εν τη περιπτώσει δε εμπορευμάτων κατασκευασθέντων ή παραχθέντων εν τη Δημοκρατία, ως εμπορεύματα μη ούτω κατασκευασθέντα ή παραχθέντα.

Απαλλαγή εκ του δασμού ωρισμένων επανεισαγομένων εγχωρίων εμπορευμάτων

31.-(1) Ανεξαρτήτως των διατάξεων οιουδήποτε ετέρου νομοθετήματος αφορώντος εις τα τελωνεία, καθ' όσον αφορά εις εμπορεύματα κατασκευασθέντα ή παραχθέντα εν τη Δημοκρατία, άτινα εξαχθέντα εκ της Δημοκρατίας είτα επανεισάγονται εντός τριών ετών, θα τυγχάνωσιν εφαρμογής αι εν τοις εφεξής διατάξεις του παρόντος άρθρου.

(2) Εάν-

(α) τα εμπορεύματα κατά την ημερομηνίαν της επανεισαγωγής των δεν υπόκεινται εις τινα φόρον καταναλώσεως· και

(β)αποδειχθή επαρκώς τω Διευθυντή ότι από της εξαγωγής των ουδεμίαν υπέστησαν επεξεργασίαν εν τη αλλοδαπή,

τα εμπορεύματα δύνανται επί τη επανεισαγωγή των να παραδοθώσιν εις εσωτερικήν κατανάλωσιν, άνευ της καταβολής οιουδήποτε δασμού.

(3) Εάν τα εμπορεύματα κατά την ημερομηνίαν της επανεισαγωγής των υπόκεινται εις τινα φόρον καταναλώσεως, δυνατόν επί τη επανεισαγωγή των να παραδοθώσιν εις εσωτερικήν κατανάλωσιν άνευ της καταβολής δασμού, εάν αποδειχθή επαρκώς τω Διευθυντή ότι-

(α)κατά την ημερομηνίαν της εξαγωγής των ταύτα δεν υπέκειντο εις την καταβολήν φόρου τίνος καταναλώσεως ή, εφ' όσον υπέκειντο, ότι κατεβλήθη ο αναλογών αυτοίς φόρος καταναλώσεως προ της εξαγωγής των· και

(β) επί τη εξαγωγή των δεν επεστράφη ο καταβληθείς επ' αυτών φόρος καταναλώσεως ή ότι επιστραφείς κατεβλήθη εκ νέου τω Δημοσίω Ταμείω· και

(γ) ότι τα εμπορεύματα ουδεμίαν υπέστησαν από της εξαγωγής των επεξεργασίαν εν τη αλλοδαπή.

(4) Εάν τα εμπορεύματα τόσον κατά την επανεισαγωγήν των όσον και κατά την εξαγωγήν των υπέκειντο εις τινα φόρον καταναλώσεως, εξήχθησαν όμως άνευ της καταβολής του αναλογούντος αυτοίς φόρου εκ τίνος αποθήκης αποταμιεύσεως ή εκ του τόπου της κατασκευής ή παραγωγής των, τότε, εφ' όσον αποδειχθή επαρκώς τω Διευθυντή ότι από της εξαγωγής των ουδεμίαν υπέστησαν επεξεργασίαν εν τη αλλοδαπή, τα εμπορεύματα δύνανται επί τη επανεισαγωγή των-

(α)εφ' όσον εν τη κατατεθείση διασαφήσει δηλούνται ότι προορίζονται δι' εσωτερικήν κατανάλωσιν, να παραδοθώσιν άνευ της καταβολής οιουδήποτε τελωνειακού δασμού, επί τη πληρωμή ποσού ίσου προς τον φόρον καταναλώσεως, τον κρατούντα κατά την ημέραν της επανεισαγωγής των· ή

(β) τηρουμένων των όρων και περιορισμών, ους ο Διευθυντής ήθελεν εν εκάστη περιπτώσει επιβάλει, να μεταφερθώσιν, άνευ της καταβολής οιουδήποτε δασμού ή φόρου, εν τινι αποθήκη αποταμιεύσεως ή, αναλόγως της περιπτώσεως, να επιστραφώσιν εκ νέου εις τον τόπον της κατασκευής ή παραγωγής των.

(5) Το παρόν άρθρον δεν τυγχάνει εφαρμογής επί εμπορευμάτων, εις την κατασκευήν ή παρασκευήν των οποίων εχρησιμοποιήθη οιονδήποτε εισαχθέν είδος όπερ, εάν εισήγετο κατά την ημερομηνίαν της επανεισαγωγής των τοιούτων εμπορευμάτων, θα υπέκειτο εις την καταβολήν τελωνειακού δασμού, εκτός εάν αποδειχθή επαρκώς τω Διευθυντή ότι-

(α)εις ουδένα τελωνειακόν δασμόν υπέκειτο το είδος τούτο κατά την ημερομηνίαν της αρχικής αυτού εισαγωγής ή ότι κατεβλήθη ο τυχόν οφειλόμενος δασμός· και

(β)δεν επεστράφη ο καταβληθείς εισαγωγικός δασμός επί τη εξαγωγή των εμπορευμάτων ή ότι επιστραφείς κατεβλήθη εκ νέου τω Δημοσίω Ταμείω.

(6) Ουδέν των εν τω παρόντι άρθρω διαλαμβανομένων εξουσιοδοτεί την παράδοσιν προς εσωτερικήν κατανάλωσιν εμπορευμάτων μη άλλως δυναμένων κατά νόμον να χρησιμοποιηθώσι προς τούτο.

(7) Εν τω παρόντι άρθρω οι ακόλουθοι όροι κέκτηνται αντιστοίχως την εν τοις εφεξής έννοιαν-

''εμπορεύματα υποκείμενα εις φόρον καταναλώσεως" σημαίνει εμπορεύματα-

(α) κλάσεως ή κατηγορίας υποκειμένης κατά δεδομένον χρόνον εις τινα φόρον καταναλώσεως, εφ' όσον ήθελον κατασκευασθή ή παραχθή εν τη Δημοκρατία κατά τον εν λόγω χρόνον ή εφ' όσον ήθελον εξέλθει του οικήματος του κατασκευαστού προς χρήσιν εν τη Δημοκρατία κατά τον εν λόγω χρόνον· ή

(β) εν τη κατασκευή ή παρασκευή των οποίων εχρησιμοποιήθησαν εμπορεύματα τοιαύτης κλάσεως ή κατηγορίας.

"φόρος καταναλώσεως" σημαίνει τον φόρον εις ον υπόκεινται ή εις δεδομένον χρόνον υπέκειντο εμπορεύματα υποκείμενα εις φόρον καταναλώσεως.

Απαλλαγή εκ του δασμού ωρισμένων επανεισαγομένων εμπορευμάτων της Κοινοπολιτείας ή αλλοδαπής προελεύσεως

32.-(1) Ανεξαρτήτως των διατάξεων οιουδήποτε ετέρου νομοθετήματος αφορώντος εις τα τελωνεία, εμπορεύματα κατασκευασθέντα ή παραχθέντα εν τη αλλοδαπή, άτινα επανεισάγονται εν τη Δημοκρατία εντός τριών ετών, δυνατόν επί τη επανεισαγωγή των να παραδοθώσι προς εσωτερικήν κατανάλωσιν, εφ' όσον κατά νόμον δύνανται να χρησιμοποιηθώσι προς τούτο, άνευ της καταβολής οιουδήποτε δασμού, εάν αποδειχθή τω Διευθυντή ότι-

(α) ταύτα εις ουδένα υπέκειντο δασμόν κατά την προγενεστέραν εισαγωγήν των ή ότι κατεβλήθη ο εις ον τότε υπέκειντο δασμός· και

(β) επί τη εξαγωγή των δεν επεστράφη ο καταβληθείς δασμός ή έτερος φόρος ή ότι παν ούτω επιστραφέν ποσόν κατεβλήθη εκ νέου τω Δημοσίω Ταμείω· και

(γ) τα εμπορεύματα από της εξαγωγής των ουδεμίαν επεξεργασίαν υπέστησαν εν τη αλλοδαπή:

Νοείται ότι εμπορεύματα, άτινα κατά προγενεστέραν αυτών εισαγωγήν εδηλώθησαν εν τη περί αυτών διασαφήσει ως προοριζόμενα προς διαμετακόμισιν ή μεταφόρτωσιν ή, ων επετράπη παράδοσις άνευ της καταβολής οιουδήποτε δασμού, ως εκ του γεγονότος ότι εισήχθησαν μόνον προσωρινώς επί τω τέλει μεταγενεστέρας επανεξαγωγής των και άτινα κατ' ακολουθίαν επανενήχθησαν, επανεισαγόμενα λογίζονται ως το πρώτον εισαγόμενα εμπορεύματα.

(2) Η απαλλαγή από τους εισαγωγικούς δασμούς που προβλέπεται στο εδάφιο (1) δεν παρέχεται για-

(α) Τα εμπορεύματα που εξάγονται εκτός του εδάφους της Δημοκρατίας στο πλαίσιο του καθεστώτος τελειοποίησης προς επανεισαγωγή εκτός εάν τα εν λόγω εμπορεύματα βρίσκονται ακόμα στην κατάσταση που εξήχθησανֹ και

(β) τα παράγωγα προϊόντα που αρχικά εξήχθησαν ή επανεξήχθησαν από τη Δημοκρατία υπό το καθεστώς τελειοποίησης προς επανεξαγωγή.

Αποταμίευσις εμπορευμάτων άνευ της καταβολής δασμού

33. Εισαγόμενα εμπορεύματα, ων η περί αποταμιεύσεως διασάφησις ήθελεν εγκριθή, εναποτίθενται εν τη αποθήκη αποταμιεύσεως άνευ της καταβολής οιουδήποτε δασμού.

Απαλλαγή εμπορευμάτων προς διαμετακόμισιν ή μεταφόρτωσιν εκ του δασμού

34. Οσάκις εν τη διασαφήσει εισαγωγής δηλούται ότι οιαδήποτε εμπορεύματα προορίζονται να διαμετακομισθώσιν ή μεταφορτωθώσιν, ο Διευθυντής δύναται να επιτρέψη μεταφοράν των εμπορευμάτων επί τω σκοπώ τούτω, υφ' ους όρους και περιορισμούς ήθελε κατά το δοκούν καθορίσει, και άνευ της καταβολής οιουδήποτε δασμού.

Εθνική διαμετακόμιση

34Α-(1) Ο Διευθυντής δύναται να επιτρέψει εντός της Δημοκρατίας την μεταφορά εμπορευμάτων για τα οποία δεν έχουν καταβληθεί οι νενομισμένοι δασμοί και φόροι, με την προϋπόθεση ότι έχει κατατεθεί γι’ αυτά διασάφηση εθνικής διαμετακόμισης και υπό τους όρους που κατά την κρίση του θα κριθούν αναγκαίοι.  Δύναται ακόμη να καθορίσει χρονικά περιθώρια για τη λήξη της εθνικής διαμετακόμισης:

Νοείται ότι, δεν απαιτείται διασάφηση εθνικής διαμετακόμισης για εμπορεύματα τα οποία -

(α) Έχουν εισαχθεί ταχυδρομικώς και η εθνική διαμετακόμιση αναλαμβάνεται από την ταχυδρομική υπηρεσίαֹ

(β) Διακινούνται με δελτία TIR ή ATA CARNET.

(2) Ο Διευθυντής δύναται να καθορίσει τα έντυπα που μπορούν να χρησιμοποιηθούν για τη διασάφηση εθνικής διαμετακόμισης, καθώς και τα στοιχεία που αυτή πρέπει να περιέχει.

(3) Για να επιτραπεί η εθνική διαμετακόμιση, ο Διευθυντής μπορεί να ζητήσει την κατάθεση ικανοποιητικής εγγύησης.  Δύναται επίσης να επιθέσει σφραγίδες επί των εμπορευμάτων ή της συσκευασίας αυτών, ώστε να διασφαλίζεται η αναγνώριση της ταυτότητάς τους στο τόπο παραλαβής τους.  Η διασάφηση εθνικής διαμετακόμισης συνοδεύει τα υπό εθνική διαμετακόμιση εμπορεύματα κατά την μεταφορά τους.

(4) Στην περίπτωση που η διασάφηση εθνικής διαμετακόμισης αφορά εισαγόμενα εμπορεύματα για μεταφορά από μια τελωνειακή αποθήκη σε άλλη, ενημερώνεται σχετικά το δηλωτικό εισαγωγής.

(5) Λάθη ή παραλείψεις που εντοπίζονται σε διασάφηση εθνικής διαμετακόμισης τυγχάνουν χειρισμού ανάλογου με αυτόν που αφορά τις διασαφήσεις εισαγωγής και εξαγωγής.

(6) Η εθνική διαμετακόμιση θεωρείται ότι έληξε όταν τα υπό εθνική διαμετακόμιση εμπορεύματα και η διασάφηση εθνικής διαμετακόμισης παρουσιαστούν στο Τελωνείο προορισμού. Το Τελωνείο προορισμού οφείλει να ενημερώσει το Τελωνείο αποστολής για την άφιξη των εμπορευμάτων.  Η ενημέρωση αυτή θα πρέπει να γίνει μέσα σε ένα μήνα από την ημερομηνία που κατατίθεται η διασάφηση εθνικής διαμετακόμισης.

(7) Η εθνική διαμετακόμιση εκκαθαρίζεται όταν ο Διευθυντής, με βάση τη σύγκριση των στοιχείων που διατίθενται στο Τελωνείο αναχώρησης και των στοιχείων που διατίθενται στο Τελωνείο προορισμού, είναι σε θέση να ορίσει ότι η εθνική διαμετακόμιση έχει λήξει με το ορθό τρόπο.

(8) Η κατατεθείσα εγγύηση επιστρέφεται ή αποδεσμεύεται όταν ο Διευθυντής διαπιστώσει ότι η εθνική διαμετακόμιση εκκαθαρίστηκε και ότι διακανονίστηκε οποιαδήποτε διαφορά προέκυψε:

Νοείται ότι, εάν η διασάφηση εθνικής διαμετακόμισης γίνεται με διαδικασίες πληροφορικής, οι διατάξεις του εδαφίου (4) του άρθρου 30 για τη διασάφηση τυγχάνουν ανάλογης εφαρμογής.

Απαλλαγή εμπορευμάτων προσωρινώς εισαγομένων εκ του δασμού, κ.λ.π.

35. Εις περιπτώσεις, άτινας το Υπουργικόν Συμβούλιον ήθελε, διά Κανονισμών καθορίσει, εφ' όσον ο Διευθυντής πεισθή ότι εμπορεύματα εισάγονται προσωρινώς επί τω τέλει επανεξαγωγής των ή εισάγονται επί τω τέλει επανεξαγωγής των υπό μορφή παράγωγων προϊόντων ούτος δύναται να επιτρέψη παράδοσιν αυτών, υπό όρους εκάστοτε καθοριζομένους κατά το δοκούν, και άνευ της καταβολής οιουδήποτε δασμού.

Εξουσία Υπουργικού Συμβουλίου να παρέχει ατέλεια

36.-(1) Ανεξάρτητα από οποιεσδήποτε άλλες διατάξεις του παρόντος ή οποιουδήποτε άλλου Νόμου, το Υπουργικό Συμβούλιο δύναται με διάταγμά του το οποίο δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας να παρέχει ατέλεια από τελωνειακούς δασμούς σε ειδικά καθορισμένα εμπορεύματα που εισάγονται στη Δημοκρατία:

Νοείται ότι, το διάταγμα που εκδίδεται δυνάμει του παρόντος εδαφίου δύναται να επιβάλλει σε σχέση με ατέλεια που προνοείται από αυτό, όρους, συμπεριλαμβανομένων και όρων που θα εκπληρωθούν μετά την εισαγωγή των εμπορευμάτων.

(2) Η συμπερίληψη οποιουδήποτε είδους εμπορευμάτων σε διάταγμα που θα εκδοθεί δυνάμει του εδαφίου (1) δε θα ερμηνεύεται ότι επιτρέπει την εισαγωγή τέτοιων εμπορευμάτων κατά παράβαση οποιασδήποτε απαγορευτικής διάταξης ή περιορισμού που βρίσκεται κατά καιρούς σε ισχύ σχετικά με το είδος αυτό δυνάμει οποιουδήποτε νομοθετήματος.

Απαλλαγή ετικεττών ή ετέρων ειδών εκ του δασμού

37. Υπό όρους και περιορισμούς επιβαλλομένους κατά το δοκούν, ο Διευθυντής δύναται να επιτρέψη την παράδοσιν, άνευ της καταβολής οιωνδήποτε δασμών εισαγωγής, ετικεττών ή ετέρων ειδών, παρεχομένων άνευ οιασδήποτε επιβαρύνσεως επί τω τέλει επανεξαγωγής των μετ' εμπορευμάτων, κατασκευαζομένων ή παραγομένων εν τη Δημοκρατία και προοριζομένων δι' εξαγωγήν.

Απαλλαγή αρχαιοτήτων

38. Ουδείς τελωνειακός δασμός επιβάλλεται επί τη εισαγωγή οιωνδήποτε εμπορευμάτων (εξαιρουμένων των οινοπνευματωδών και οίνων), άτινα, ως ήθελεν αποδειχθή τω Διευθυντή, κατεσκευάσθησαν ή παρήχθησαν πλέον των εκατόν ετών προ της εισαγωγής των.

Αδικήματα περί την Εισαγωγήν
Δήμευσις εμπορευμάτων παρανόμως εισαγομένων

39. Οσάκις-

(α) εκτός ως άλλως προνοείται εν τω παρόντι Νόμω, εισαγόμενα εμπορεύματα, υποκείμενα εις τελωνειακόν δασμόν, εκφορτώνται εν οιωδήποτε λιμένι ή εξ οιουδήποτε αεροσκάφους εν τη Δημοκρατία ή μεταφέρονται εκ του τόπου της εισαγωγής ή εξ οιασδήποτε εγκεκριμένης αποβάθρας, σταθμού ελέγχου ή τελωνειακής αποθήκης, άνευ της καταβολής του εις ον υπόκεινται δασμού· ή

(β) εμπορεύματα, ουσίες ή υλικά, περιλαμβανομένων πυρηνικών υλικών ή ουσιών εισάγονται, αποβιβάζονται, εκφορτώνονται ή ευρίσκονται εν διαμετακομίσει κατά παράβαση οποιασδήποτε απαγορευτικής διάταξης ή περιορισμού, που εκάστοτε ισχύει αναφορικά με τα εν λόγω εμπορεύματα, ουσίες ή υλικά, δυνάμει οποιασδήποτε νομοθετικής πράξης ή συνθήκης η οποία δεσμεύει την Κυπριακή Δημοκρατία· ή

(γ) εμπορεύματα υποκείμενα εις τελωνειακόν δασμόν ή εμπορεύματα, ων η εισαγωγή απαγορεύεται ή υπόκειται εις περιορισμούς δυνάμει οιασδήποτε νομοθετικής πράξεως, εξευρίσκονται, προ ή μετά την εκφόρτωσιν των, ότι ήσαν κεκρυμμένα καθ' οιονδήποτε τρόπον επί πλοίου ή αεροσκάφους· ή

(δ) εμπορεύματα εισάγονται κεκρυμμένα εντός δοχείου, περιέχοντος εμπορεύματα διαφορετικής κλάσεως· ή

(ε) εισαγόμενα εμπορεύματα εξευρίσκονται, προ ή μετά την παράδοσιν των, ως μη συνάδοντα προς τα εν τη διασαφήσει καθοριζόμενα τοιαύτα· ή

(στ) εισαγόμενα εμπορεύματα αποκρύπτονται ή συσκευάζονται καθ' οιονδήποτε τρόπον επί τω τέλει εξαπατήσεως λειτουργού,

τα εμπορεύματα ταύτα υπόκεινται εις δήμευσιν:

Νοείται ότι οσάκις επί τη εισαγωγή εμπορευμάτων, ων η εισαγωγή, δυνάμει νομοθετικής πράξεως, τελεί εκάστοτε υπό απαγόρευσιν ή περιορισμόν-

(i) ορίζεται εν τω δηλωτικώ ότι προορίζονται να εξαχθώσι διά του αυτού πλοίου ή αεροσκάφους· ή

(ii)δηλώνται εν τη διασαφήσει ως προοριζόμενα να διαμετακομισθώσιν ή μεταφερθώσιν· ή

(iii)δηλώνται εν τη διασαφήσει ως προοριζόμενα δι' αποταμίευσιν και εξαγωγήν ή χρήσιν αυτών ως εφοδίων,

ο Διευθυντής δύναται κατά το δοκούν να επιτρέψη ανάλογον μεταχείρησιν των.

Ποινή διά παράνομον εισαγωγήν εμπορευμάτων κ.λ.π.

40.-(1) Πας όστις εκφορτώνει ή αποβιβάζει εν οιωδήποτε λιμένι ή εκφορτώνει εξ οιουδήποτε αεροσκάφους εν τη Δημοκρατία ή μεταφέρει εκ του τόπου της εισαγωγής ή εξ εγκεκριμένης αποβάθρας, σταθμού ελέγχου ή τελωνειακής αποθήκης-

(α)εμπορεύματα υποκείμενα εις μη καταβληθέντα εισέτι δασμόν· ή

(β) εμπορεύματα εισαχθέντα, αποβιβασθέντα ή εκφορτωθέντα κατά παράβασιν οιασδήποτε απαγορευτικής διατάξεως ή περιορισμού, εκάστοτε τελούντος εν ισχύϊ, αναφορικώς προς τα τοιαύτα εμπορεύματα, δυνάμει νομοθετικής τίνος πράξεως,

ή συνδράμει ή άλλως ενέχεται εις την τοιαύτην εκφόρτωσιν, αποβίβασιν ή μεταφοράν, προσέτι δε πας όστις εισάγει ή ενέχεται εις την εισαγωγήν οιωνδήποτε εμπορευμάτων κατά παράβασιν τοιαύτης, ως εν τοις ανωτέρω, απαγορευτικής διατάξεως ή περιορισμού, ανεξαρτήτως εάν έλαβε χώραν η εκφόρτωσις των εμπορευμάτων ή όχι, εφ' όσον πράττει ούτω επί τω τέλει καταδολιεύσεως της Δημοκρατίας, εκ του εις ον υπόκεινται τα εμπορεύματα δασμού ή επί τω τέλει καταστρατηγήσεως της εν λόγω απαγορευτικής διατάξεως ή περιορισμού, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν την εις τριπλούν αξίαν των εμπορευμάτων ή τας £1500 ή το εν εκάστη περιπτώσει μείζον των άνω ποσών ή εις φυλάκισιν μέχρι δύο ετών ή εις αμφοτέρας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης.

(2) Πας όστις-

(α) εισάγει ή προκαλεί την εισαγωγήν οιωνδήποτε εμπορευμάτων κεκρυμμένων εν δοχείω περιέχοντι εμπορεύματα διαφορετικής κλάσεως· ή

(β) αμέσως ή εμμέσως εισάγει ή προκαλεί την εισαγωγήν ή κατάθεσιν διασαφήσεως αναφορικώς προς εμπορεύματα, άτινα, προ ή μετά την παράδοσιν των εξευρίσκονται ως μη συνάδοντα προς τα εν τη κατατεθείση διασαφήσει καθοριζόμενα τοιαύτα,

είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν την εις τριπλούν αξίαν των εμπορευμάτων ή τας £500 ή το εν εκάστη περιπτώσει μείζον των άνω ποσών.

(3) Αι δυνάμει του παρόντος άρθρου επιβαλλόμενοι ποιναί δεν τυγχάνουσιν εφαρμογής ως εν τη περιπτώσει αδικήματος σχέσιν έχοντος προς την εισαγωγήν εμπορευμάτων, την γενομένην κατά παράβασιν απαγορευτικής διατάξεως ή περιορισμού, εφ' όσον ρητώς προνοείται ετέρα ποινή διά το εν λόγω αδίκημα υπό της νομοθετικής ή ετέρας πράξεως, δι' ης επιβάλλεται η τοιαύτη απαγόρευσις ή περιορισμός.

Εξαγωγή, εφόδια, άδεια απόπλου ή αναχωρήσεως αεροσκάφους
Διασάφησις εξαγωγής ωρισμένων εμπορευμάτων

41 .-(1) Ο εξαγωγεύς εμπορευμάτων προοριζομένων δι' εξαγωγήν ή προς χρήσιν αυτών ως εφοδίων διά τινα πλουν ή πτήσιν εν τη αλλοδαπή, οφείλει όπως-

(α) καταθέση παρά τω αρμοδίω λειτουργώ διασάφησιν εξαγωγής και λοιπά έγγραφα εν ω τύπω και τρόπω και περιέχουσαν τοιαύτα στοιχεία, ως ο Διευθυντής ήθελε καθορίσει· και

(β) παράσχη εγγύησιν ικανοποιούσαν τον Διευθυντήν, ότι τα εμπορεύματα ταύτα θα φορτωθώσιν, εξαχθώσιν και εφορτωθώσιν προσηκόντως, εις τον εν τη κατατεθείση διασαφήσει καθοριζόμενον προορισμόν, εντός ευλόγου κατά την κρίσιν του Διευθυντού προθεσμίας ή, εν τη περιπτώσει εμπορευμάτων προοριζομένων ως εφοδίων, ότι θα χρησιμοποιηθώσι δεόντως ως τοιαύτα ή άλλως θα δοθώσιν εξηγήσεις ικανοποιούσαι τον Διευθυντήν:

Νοείται ότι ο Διευθυντής δύναται κατά το δοκούν να εξαιρέση οιαδήποτε τοιαύτα εμπορεύματα απασών ή τίνων των διατάξεων του παρόντος εδαφίου.

(2) Η διασάφησις εξαγωγής γίνεται αποδεκτή δυνάμει του παρόντος άρθρου άμα τη υπογραφή αυτής υπό του αρμοδίου λειτουργού:

Νοείται ότι, εάν η διασάφηση διενεργείται με διαδικασίες πληροφορικής, οι διατάξεις του εδαφίου (4) του άρθρου 30, τυγχάνουν ανάλογης εφαρμογής.

(3) Εάν εμπορεύματα φορτωθώσι προς εξαγωγήν ή ως εφόδια ή δι' υδάτινης οδού μεταφερθώσι προς τοιαύτην φόρτωσιν, πριν ή κατατεθή δεόντως και γίνει αποδεκτή η αφορώσα εις ταύτα διασάφησις εξαγωγής, τα εμπορεύματα υπόκεινται εις δήμευσιν και, εφ' όσον οιαδήποτε των άνω πράξεων γενή με δολίαν πρόθεσιν, πας όστις ενέχεται εις αυτήν, τελών εν γνώσει της τοιαύτης προθέσεως, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν την εις τριπλούν αξίαν των εμπορευμάτων ή τας £1500 ή το εν εκάστη περιπτώσει μείζον των άνω ποσών ή εις φυλάκισιν μέχρι δύο ετών ή εις αμφοτέρας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης.

(4) Εμπορεύματα διαφέροντα των καθοριζομένων εν τη διασαφήσει εξαγωγής, τη κατατεθειμένη δυνάμει του παρόντος άρθρου, υπόκεινται εις δήμευσιν.

Αποδοχή ελλιπούς διασάφησης εξαγωγής

41Α-(1) Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 41, ο αρμόδιος λειτουργός δύναται σε δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις, και μετά από γραπτή αίτηση του ειξαγωγέα, ν’ αποδεχθεί διασάφηση στην οποία-

(α) Δεν περιλαμβάνονται ορισμένα στοιχεία που πρέπει να περιλαμβάνονταιֹ ή

(β) δεν επισυνάπτονται στη διασάφηση αυτή ορισμένα από τα έγγραφα που πρέπει να επισυνάπτονται όπως προβλέπεται από το εδάφιο (1) του άρθρου 41:

Νοείται ότι, καμία τέτοια διασάφηση γίνεται αποδεκτή εφόσον τα εμπορεύματα τα οποία αφορά δεν προσκομίζoνται σε τελωνειακή αποθήκη.

(2) Όταν η διασάφηση γίνεται αποδεκτή σύμφωνα με το εδάφιο (1), ο εξαγωγέας οφείλει, εντός της προθεσμίας που καθορίζει ο Διευθυντής, είτε να συμπληρώσει τη διασάφηση με τα απαραίτητα  στοιχεία ή να προσκομίσει τα δικαιολογητικά που λείπουν ή εφόσον το επιτρέπει ο αρμόδιος λειτουργός, να αντικαταστήσει την υπό αναφορά διασάφηση με άλλη διασάφηση σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 41.

(3)  Οι όροι και προϋποθέσεις για τη χορήγηση έγκρισης εφαρμογής της ελλιπούς διασάφησης και οι πρακτικοί τρόποι λειτουργίας της διαδικασίας αυτής καθορίζονται με γνωστοποίηση του Διευθυντή που δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας.

(4) Οποιοδήποτε πρόσωπο παραβαίνει  οποιεσδήποτε από τις διατάξεις του παρόντος άρθρου, είναι ένοχο αδικήματος και υπόκειται σε χρηματική ποινή που να μην υπερβαίνει τις διακόσιες λίρες (£200).

Απλουστευμένη διασάφηση

41Β-(1) Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 41, ο Διευθυντής δύναται, μετά από γραπτή αίτηση του εξαγωγέα που περιέχει όλα τα απαραίτητα στοιχεία για την χορήγηση της άδειας, να επιτρέπει την κατάθεση διασάφησης εξαγωγής υπό απλουστευμένη μορφή, όταν τα εμπορεύματα προσκομίζονται στο Τελωνείο. Η απλουστευμένη αυτή διασάφηση συνίσταται στην προσκόμιση αρχικής διασάφησης με μεταγενέστερη προσκόμιση συμπληρωματικής διασάφησης τηρούμενων των διατάξεων του εδαφίου (3):

Νοείται ότι, η αρχική διασάφηση πρέπει να περιλαμβάνει όλα τα απαραίτητα στοιχεία για την διαπίστωση της ταυτότητας των εμπορευμάτων.

(2) Οι όροι και προϋποθέσεις για την χορήγηση έγκρισης εφαρμογής των απλουστευμένων διαδικασιών και οι πρακτικοί τρόποι λειτουργίας των διαδικασιών αυτών καθορίζονται με γνωστοποίηση του Διευθυντή που δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας:

Νοείται ότι, η πιο πάνω έγκριση μπορεί να περιορίζεται σε ορισμένα εμπορεύματα, να εκδίδεται ανάλογα με τις περιστάσεις ή να έχει διαρκή χαρακτήρα και να είναι πάντοτε ανακλητή.

(3) Ο εξαγωγέας υποχρεούται να υποβάλει στον αρμόδιο λειτουργό συμπληρωματική διασάφηση, μέσα στην προθεσμία που καθορίζει ο Διευθυντής εκτός εάν ο Διευθυντής κρίνει διαφορετικά.

(4) Οι συμπληρωματικές διασαφήσεις θεωρούνται ότι αποτελούν μαζί με τις απλουστευμένες διασαφήσεις που αναφέρει το εδάφιο (1), ενιαία και αδιαίρετη πράξη και ισχύουν από την ημερομηνία αποδοχής των απλουστευμένων διασαφήσεων.

(5) Οποιοδήποτε πρόσωπο παραβαίνει οποιεσδήποτε από τις διατάξεις του παρόντος άρθρου, είναι ένοχο αδικήματος και υπόκειται σε χρηματική ποινή που να μην υπερβαίνει  τις διακόσιες λίρες (£200).

Διόρθωση και ακύρωση της διασάφησης εξαγωγής

41Γ.-(1) Ο εξαγωγέας δύναται μετά από αίτησή του να διορθώνει ένα ή περισσότερα στοιχεία στη διασάφηση η οποία έγινε αποδεκτή εάν -

(α) Δεν έχει χορηγηθεί άδεια μετακίνησης των εμπορευμάτων που αναφέρονται στην διασάφηση από τις τελωνειακές αποθήκες ή τους χώρους που έχουν εγκριθεί από το Τμήμα Τελωνείων·

(β) ο εξαγωγέας δεν έχει πληροφορηθεί από τον αρμόδιο λειτουργό ότι προτίθεται να εξετάσει τα εμπορεύματα· και

(γ) δεν έχει διαπιστωθεί ανακρίβεια των δηλωθέντων στοιχείων.

(2) Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου (1), στοιχεία της διασάφησης εξαγωγής δυνατόν να διορθωθούν με αίτηση του εξαγωγέα και μετά  την  χορήγηση  άδειας  μετακίνησης  των εμπορευμάτων στις περιπτώσεις όπου η διόρθωση αναφέρεται σε στοιχείο τοοποίο μπορεί να επαληθευθεί από τον αρμόδιο λειτουργό χωρίς εξέταση των εμπορευμάτων.

(3) Η διόρθωση της διασάφησης που αναφέρεται στα εδάφια (1) και (2) μπορεί, μετά από έγκριση του αρμόδιου λειτουργού, να γίνεται είτε στο σώμα της διασάφησης είτε με κατάθεση νέας διασάφησης που αντικαθιστά την αρχική διασάφηση:

Νοείται ότι, η διόρθωση δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα να αφορά η διασάφηση εμπορεύματα άλλα από εκείνα τα οποία αφορούσε αρχικά.

(4) Ακύρωση της διασάφησης που έχει ήδη γίνει αποδεκτή δυνατόν να επιτρέπεται, μετά από αίτηση του εξαγωγέα εφόσον ο εξαγωγέας -

(α) Αποδεικνύει ότι τα εμπορεύματα δεν έχουν απομακρυνθεί από το έδαφος της  Δημοκρατίας·

(β) προσκομίζει στον αρμόδιο λειτουργό όλα τα αντίτυπα της διασάφησης εξαγωγής καθώς και όλα τα άλλα έγγραφα που του παραδόθηκαν μετά την αποδοχή της διασάφησης· και

(γ) εκπληρώνει άλλες υποχρεώσεις που προβλέπονται από τις ισχύουσες διατάξεις.

(5) Στην περίπτωση κατά την οποία έχει τεθεί από τον Διευθυντή, όρος για εξαγωγή εμπορευμάτων εκτός της Δημοκρατίας μέσα σε ορισμένη προθεσμία από την κατάθεση της διασάφησης, η μη τήρηση της προθεσμίας αυτής συνεπάγεται την ακύρωση της σχετικής διασάφησης, εκτός αν δοθεί παράταση από το Τμήμα Τελωνείων.

(6) Η ακύρωση της διασάφησης δεν επηρεάζει την εφαρμογή των απαγορευτικών διατάξεων οποιουδήποτε νομοθετήματος που τελεί σε ισχύ στη Δημοκρατία.

Συμπληρωματικοί διατάξεις καθ' όσον αφορά εις εμπορεύματα χρήζοντα διασαφήσεως εξαγωγής

42.-(1) Απαγορεύεται η εξαγωγή ή η διασάφησις προς εξαγωγήν εμπορευμάτων, υποκειμένων εις τας διατάξεις του παρόντος άρθρου, διά πλοίου καθαράς χωρητικότητος μικροτέρας των τεσσαράκοντα τόννων, πάσα δε παράβασις της παρούσης διατάξεως επάγεται δήμευσιν των εις α αφορά η παράβασις εμπορευμάτων.

(2) Εάν τα εμπορεύματα, εις α αφορά κατατεθείσα διασάφησις εξαγωγής εν οιωδήποτε λιμένι ή τελωνειακά) αερολιμένι, δυνάμει του αμέσως προηγουμένου άρθρου, δεν φορτωθώσι προσηκόντως πριν ή συμπληρωθώσιν αι τελωνειακαί διατυπώσεις προς απόπλουν ή αναχώρησιν του εν τη διασαφήσει καθοριζομένου πλοίου ή αεροσκάφους, τα εμπορεύματα ταύτα υπόκεινται εις δήμευσιν, εκτός εάν το γεγονός της ματαιώσεως της φορτώσεως ή εξαγωγής γνωστοποιηθή εις τον αρμόδιον λειτουργόν, αμέσως μετά την περάτωσιν των προς απόπλουν ή αναχώρησιν του αεροσκάφους αναγκαίων τελωνειακών διατυπώσεων.

(3)Ματαιωθείσης ως εν τοις ανωτέρω της φορτώσεως ή εξαγωγής εμπορευμάτων, εις α αφορά κατατεθείσα διασάφησις εξαγωγής, εάν εντός προθεσμίας δεκατεσσάρων ημερών από της εκδόσεως της αδείας απόπλου ή αναχωρήσεως του καθοριζομένου εν τη διασαφήσει πλοίου ή αεροσκάφους, τα εμπορεύματα ταύτα δεν αποταμιευθώσιν εν τινι αποθήκη ή δεν κατατεθή νέα περί τούτων διασάφησις προς εξαγωγήν ή χρήσιν αυτών ως εφοδίων ή εάν δεν παρασχεθώσιν άλλως πως εξηγήσεις ικανοποιούσαι τον Διευθυντήν, ο καταθείς την διασάφησιν εξαγωγής υπόκειται εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας £25:

Νοείται ότι το παρόν εδάφιον δεν τυγχάνει εφαρμογής οσάκις, προ της παρόδου της ειρημένης προθεσμίας, τα εμπορεύματα κατάσχονται δυνάμει του αμέσως προηγουμένου εδαφίου.

(4) Εις το παρόν άρθρον υπόκεινται τα εν τοις εφεξής εμπορεύματα-

(α) εμπορεύματα εκ τίνος αποθήκης αποταμιεύσεως·

(β)εμπορεύματα υπό διαμετακόμισιν·

(γ) εμπορεύματα υποκείμενα εις μη καταβληθέντα εισέτι δασμόν ή φόρον·

(δ) εμπορεύματα δικαιούμενα εις επιστροφήν του επ' αυτών καταβληθέντος δασμού ή φόρου.

(ε) παράγωγα προϊόντα πού προκύπτουν από εργασίες τελειοποίησης στα πλαίσια του καθεστώτος τελειοποίησης προς επανεξαγωγή·

(5) Ο Διευθυντής δύναται με γνωστοποιήσεις που δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, να ρυθμίσει τις λεπτομέρειες αναφορικά με την εξαγωγή εμπορευμάτων.

Διατάξεις καθ'όσον αφορά εις εφόδια πλοίων ή αεροσκαφών

43.-(1) Ο διευθυντής δύναται να εκδώση οδηγίας-

(α) ως προς την ποσότητα των εμπορευμάτων, άτινα δύναται να κομίζη επ' αυτού πλοίον ή αεροσκάφος ως εφόδια διά τινα πλουν ή πτήσιν εκτός της Δημοκρατίας·

(β) ως προς την απαιτουμένην άδειαν προμηθείας και μεταφοράς των προοριζομένων ως εν τοις ανωτέρω εμπορευμάτων, την ακολουθητέαν διαδικασίαν προμηθείας τούτων, εάν υπόκεινται εις δασμόν ή όχι, ως προς τον καταβληθέντα δασμόν και εάν ενδείκνυται υπό τας περιστάσεις επιστροφή του καταβληθέντος δασμού ή φόρου.

(2) Ανεξαρτήτως οιωνδήποτε διατάξεων των περί Τελωνείων Νόμων απαγορεύεται η φόρτωσις εφοδίων άνευ της καταβολής δασμού ή επί τη επιστροφή του καταβληθέντος δασμού, ειμή μόνον επί πλοίου καθαράς χωρητικότητος τεσσαράκοντα τουλάχιστον τόννων, ή επί αεροσκάφους αναχωρούντος διά πλουν ή πτήσιν εις την αλλοδαπήν:

Νοείται ότι ο Διευθυντής δύναται εις ωρισμένας περιπτώσεις και υπό όρους και περιορισμούς καθοριζομένους κατά το δοκούν, να επιτρέψη τοιαύτην ως εν τοις ανωτέρω φόρτωσιν εφοδίων, επί παντός πλοίου αποπλέοντος εκ της Δημοκρατίας διά την αλλοδαπήν.

(3) Εάν εμπορεύματα φορτωθέντα ή κομιζόμενα ως εφόδια διά τινα πλουν ή πτήσιν εν τη αλλοδαπή αποβιβασθώσιν ή εκφορτωθώσιν άνευ αδείας του αρμοδίου λειτουργού εις οιονδήποτε τόπον εν τη Δημοκρατία, τα εμπορεύματα ταύτα υπόκεινται εις δήμευσιν και ο πλοίαρχος ή ο κυβερνήτης του αεροσκάφους ως και ο πλοιοκτήτης ή ο κύριος του αεροσκάφους υπόκειται εις έκαστος εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν την εις τριπλούν αξίαν των εμπορευμάτων ή τας £500, ή το εν εκάστη περιπτώσει μείζον των άνω ποσών.

(4) Ο αρμόδιος λειτουργός δύναται να κλειδώση, σημάνη, σφραγίση ή άλλως ασφαλίση εμπορεύματα καθορισθέντα εν τη διασαφήσει, φορτωθέντα ή κομισθέντα ως εφόδια κατά τα ανωτέρω ή οιονδήποτε μέρος ή δοχείον, εν ω περιέχονται ή φυλάττονται ταύτα.

(5) Εάν πλοίον ή αεροσκάφος αποπλεύσαν ή αναχωρήσαν εκ τίνος λιμένος ή τελωνειακού αερολιμένος διά την αλλοδαπήν κομίζον επ' αυτού εφόδια, επιστρέψη εις οιονδήποτε τόπον εντός της Δημοκρατίας-

(α)και η ματαίωσις του πλου ή πτήσεως δεν οφείλεται εις κακοκαιρίαν, μηχανικήν βλάβην ή ετέραν άφευκτον αιτίαν και ανακαλυφθή οιονδήποτε έλλειμμα εις τα υπό του πλοίου ή αεροσκάφους κομιζόμενα εφόδια· ή

(β) εάν η ματαίωσις του πλου ή πτήσεως οφείλεται εις οιανδήποτε αιτίαν ως εν τοις ανωτέρω και ανακαλυφθή οιονδήποτε έλλειμμα εις τα επί του πλοίου ή αεροσκάφους κομιζόμενα εφόδια, όπερ κατά την κρίσιν του Διευθυντού υπερβαίνει την ποσότητα, ήτις ευλόγως έδει να αναλωθή, λαμβανομένου υπ' όψιν του διαρρεύσαντος χρόνου μεταξύ της αναχωρήσεως και επανόδου του πλοίου ή αεροσκάφους, ο πλοίαρχος ή ο κυβερνήτης του αεροσκάφους υπόκειται εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας £100, προσέτι δε οφείλει να καταβάλη επί του παρατηρηθέντος ελλείμματος ή, αναλόγως της περιπτώσεως, επί του υπερβάλλοντος ελλείμματος, τον καταβλητέον επί της εισαγωγής των τοιούτων εμπορευμάτων δασμόν· πας ούτω οφειλόμενος δασμός εισπράττεται διά συνοπτικής διαδικασίας ως αστικόν χρέος.

Δήλωσις απόπλου πλοίου

44.-(1) Πριν ή φορτωθώσιν οιαδήποτε εμπορεύματα επί πλοίου εις τινα λιμένα, δι' εξαγωγήν ή ως εφόδια διά τινα πλουν εν τη αλλοδαπή, ο πλοίαρχος οφείλει όπως καταθέση παρά τω αρμοδίω λειτουργώ-

(α)δήλωσιν απόπλου του πλοίου, εν ω τύπω και τρόπω και περιέχουσαν τοιαύτα στοιχεία, ως ο Διευθυντής ήθελε καθορίσει· και

(β)πιστοποιητικόν του αρμοδίου λειτουργού περί της παρασχεθείσης τω πλοίω αδείας είσπλου ή αδείας ακτοπλοΐας καθ' όσον αφορά εις τον τελευταίον πλουν αυτού μετά φορτίου· και

(γ) εν η περιπτώσει το πλοίον ήθελεν ήδη φορτώσει εμπορεύματα εις έτερον λιμένα δι' εξαγωγήν ή ως εφόδια προς χρήσιν αυτώ ως εν τοις ανωτέρω, ή εάν εδόθη άδεια απόπλου άνευ φορτίου του πλοίου εκ τίνος ετέρου λιμένος, την άδειαν απόπλου του πλοίου εκ του ετέρου τούτου λιμένος.

(2) Εάν επί τη αφίξει εις τινα λιμένα ακτοπλοϊκού, κομίζοντος εμπορεύματα εκ τίνος τόπου εν τη Δημοκρατία εις έτερον τόπον εν αυτή, σκοπήται όπως το πλοίον τούτο πλεύση μετά των εν λόγω εμπορευμάτων ή τίνων εξ αυτών εις την αλλοδαπήν, επιβάλλεται κατάθεσις δηλώσεως απόπλου του εν λόγω πλοίου, ως και η κατάθεσις δηλωτικού εξαγωγής των επ' αυτού κομιζομένων εμπορευμάτων, ανεξαρτήτως εάν ταύτα εφορτώθησαν εν τω λιμένι τούτω ή εις έτερον τινα τόπον.

(3) Δυνατόν να κατατεθή δήλωσις απόπλου πλοίου εκ τίνος λιμένος δυνάμει του παρόντος άρθρου, ανεξαρτήτως εάν προ της αναχωρήσεως αυτού διά την αλλοδαπήν σκοπήται προσέγγισις του πλοίου εις έτερον εν τη Δημοκρατία λιμένα:

Νοείται ότι δυνατόν να κατατεθή δυνάμει του παρόντος εδαφίου δήλωσις απόπλου αναφορικώς προς πλοίον κομίζον φορτίον, φορτωθέν επ' αυτού εν τη αλλοδαπή και προοριζόμενον προς εκφόρτωσιν εν τη Δημοκρατία, μόνον υφ' ους όρους ήθελεν επιβάλει ο Διευθυντής κατά το δοκούν.

(4) Οσάκις δυνάμει του παρόντος άρθρου απαιτείται η κατάθεσις δηλώσεως απόπλου πλοίου εις οιονδήποτε λιμένα, εάν φορτωθώσιν επί του πλοίου εν τω λιμένι τούτω οιαδήποτε εμπορεύματα, πριν ή κατατεθή τοιαύτη δήλωσις, τα εμπορεύματα υπόκεινται εις δήμευσιν, ο δε πλοίαρχος είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας £500 οσάκις δε η φόρτωσις ή δι' υδάτινης οδού μεταφορά προς φόρτωσιν των εμπορευμάτων γίνεται με δολίαν πρόθεσιν, πας όστις ενέχεται εις ταύτην, εν γνώσει της τοιαύτης δόλιας προθέσεως, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν την εις τριπλούν αξίαν των εμπορευμάτων ή τας £1500 ή το εν εκάστη περιπτώσει μείζον των άνω ποσών, ή εις φυλάκισιν μέχρι δύο ετών ή εις αμφοτέρας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης.

Άδεια απόπλου πλοίων και αναχωρήσεως αεροσκαφών

45.-(1) Εκτός ως ήθελεν επιστρέψει ο Διευθυντής, απαγορεύεται ο απόπλους πλοίου ή η αναχώρησις αεροσκάφους εξ οιουδήποτε λιμένος ή τελωνειακού αερολιμένος, εξ ου άρχεται ο πλους ή πτήσις ή εις ο τούτο ήθελε προσεγγίσει ή προσγειωθή διαρκούντος πλου ή πτήσεως αυτού εκτός της Δημοκρατίας, μέχρις ου εκδοθή άδεια διά τον απόπλουν ή αναχώρησιν του πλοίου ή αεροσκάφους υπό του αρμοδίου λειτουργού εν τω λιμένι ή αερολιμένι τούτω. (2) Ο Διευθυντής δύναται να εκδώση οδηγίας-

(α)καθ' όσον αφορά εις την διαδικασίαν εκδόσεως αδείας απόπλου ή αναχωρήσεως δυνάμει του παρόντος άρθρου·

(β) καθ' όσον αφορά εις τα έγγραφα, άτινα δέον να προσαχθώσι και τα στοιχεία, άτινα δέον να παρασχεθώσιν υπό του αιτούντος την τοιαύτην άδειαν.

(3) Οσάκις αιτείται η παροχή αδείας δυνάμει του παρόντος άρθρου διά τον απόπλουν οιουδήποτε πλοίου, όπερ αποπλέει άνευ φορτίου ή όπερ δεν φέρει επ' αυτού έτερα εμπορεύματα πλην των εφοδίων, των αποσκευών των επί του πλοίου κομιζομένων επιβατών ή κενά επιστρεφόμενα δοχεία μη αποδίδοντα ναύλον ή κέρδος, ο αρμόδιος λειτουργός εκδίδει τη αιτήσει του πλοιάρχου άδειαν απόπλου ως εάν τούτο ήτο κενόν φορτίου.

(4) Οιοσδήποτε λειτουργός ή αστυνομικός δύναται να επιβιβασθή πλοίου αποπλέοντος εκ τίνος λιμένος, κατά πάντα χρόνον εν όσω το πλοίον ευρίσκεται εντός των ορίων λιμένος τινός ή εντός δώδεκα ναυτικών μιλίων από των ακτών της Δημοκρατίας και να απαιτήση την προσαγωγήν της αδείας απόπλου του πλοίου, εάν δε ο πλοίαρχος αρνηθή να προσαγάγη ταύτα ή να απαντήση εις ερωτήσεις αφορώσας εις το πλοίον, φορτίον και σκοπούμενον πλουν, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας £250.

(5) Παν πλοίον όπερ, αποπλέον εκ τίνος λιμένος καλείται να αποβιβάση λειτουργόν ή να υποστή περαιτέρω έλεγχον οφείλει όπως συμμορφωθή και προσέγγιση εις επί τούτω σταθμόν επιβιβάσεως· εάν δε παραλείψη να συμμορφωθή προς τοιαύτην διαταγήν ο πλοίαρχος είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας £100.

(6) Εάν πλοίον ή αεροσκάφος, υποκείμενον εις τας περί αδείας απόπλου ή αναχωρήσεως διατάξεις του παρόντος άρθρου, αποπλεύση εκ τίνος λιμένος ή αναχωρήση εκ τελωνειακού αερολιμένος άνευ εγκύρου αδείας, ο πλοίαρχος ή ο κυβερνήτης του αεροσκάφους είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας £500.

Νοείται ότι παράλειψις συμμορφώσεως προς τας προνοίας του εδαφίου τούτου δεν αποτελεί αδίκημα εάν ο Διευθυντής ήθελεν ικανοποιηθή ότι η τοιαύτη παράλειψις ωφείλετο εις δυσμενείς καιρικός συνθήκας ή εις άλλην αναπόφευκτον αιτίαν.

(7) Εάν επί αεροσκάφους, υποκειμένου εις τας περί αδείας αναχωρήσεως εκ τίνος τελωνειακού αερολιμένος διατάξεις του παρόντος άρθρου, φορτωθώσιν οιαδήποτε εμπορεύματα ή δι' υδάτινης οδού μεταφερθώσι τοιαύτα εμπορεύματα προς φόρτωσιν εν τω αεροσκάφει εις τον εν λόγω αερολιμένα, πριν ή υποβληθή αίτησις προς έκδοσιν της σχετικής αδείας αναχωρήσεως, τα εμπορεύματα υπόκεινται εις δήμευσιν' οσάκις δε η τοιαύτη φόρτωσις ή μεταφορά διενεργείται με δολίαν πρόθεσιν, πας όστις ενέχεται εις ταύτην εν γνώσει της τοιαύτης προθέσεως, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν την εις τριπλούν αξίαν των εμπορευμάτων ή τας £1500 ή το εν εκάστη περιπτώσει μείζον των άνω ποσών ή εις φυλάκισιν μέχρι δύο ετών ή εις αμφοτέρας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης.

Εξουσία αρνήσεως παροχής ή ακυρώσεως αδείας απόπλου πλοίου ή αναχωρήσεως αεροσκάφους

46.-(1) Ίνα επιτύχη κατακράτησιν αυτού εν τη ενασκήσει οιασδήποτε εξουσίας ή αρμοδιότητος, εκχωρηθείσης αυτώ υφ' οιασδήποτε νομοθετικής πράξεως ή ίνα εξασφαλίση την τήρησιν οιασδήποτε διατάξεως του παρόντος Νόμου ή οιασδήποτε ετέρας νομοθετικής ή διοικητικής πράξεως δυνάμει νόμου γενομένης, αφορώσης εις την εισαγωγήν ή εξαγωγήν εμπορευμάτων-

(α)ο αρμόδιος λειτουργός δύναται κατά πάντα χρόνον να αρνηθή την παροχήν αδείας απόπλου πλοίου ή αναχωρήσεως αεροσκάφους· και

(β) εφ' όσον ήθελε παρασχεθή άδεια απόπλου πλοίου ή αναχωρήσεως αεροσκάφους, οιοσδήποτε λειτουργός δύναται κατά πάντα χρόνον, εν όσω το πλοίον ευρίσκεται εντός των ορίων οιουδήποτε λιμένος ή το αεροσκάφος εις οιονδήποτε τελωνειακόν αερολιμένα, να απαιτήση όπως επιστροφή αυτώ η παρασχεθείσα άδεια.

(2) Η τοιαύτη απαίτησις υποβάλλεται προφορικώς ή εγγράφως προς τον πλοίαρχον ή τον κυβερνήτην του αεροσκάφους, εφ' όσον δε είναι έγγραφος επιδίδεται-

(α) διά προσωπικής παραδόσεως· ή

(β) καταλείπεται εις την τελευταίαν αυτού γνωστήν κατοικίαν· ή

(γ) παραδίδεται επί του πλοίου ή αεροσκάφους εις το πρόσωπον, όπερ εμφανίζεται ως έχον την ευθύνην ή διακυβέρνησιν του πλοίου ή αεροσκάφους.

(3) Οσάκις η απαίτησις επιστροφής αδείας απόπλου πλοίου ή αναχωρήσεως αεροσκάφους ενεργείται ως εν τοις ανωτέρω-

(α) η άδεια καθίσταται παραχρήμα άκυρος· και

(β) εάν ο πλοίαρχος ή κυβερνήτης του αεροσκάφους δεν συμμορφωθή προς ταύτην, ούτος είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας £500.

Εξουσία εκδόσεως Κανονισμών διεπόντων την εξαγωγήν κ.λ.π.

47.-(1) Το Υπουργικόν Συμβούλιον δύναται να εκδώση Κανονισμούς-

(α) διέποντας, καθ' όσον αφορά εις πλοία και αεροσκάφη, την φόρτωσιν και δι' υδάτινης οδού μεταφοράν προς φόρτωσιν εμπορευμάτων, προοριζομένων προς εξαγωγήν ή ως εφοδίων και την επιβίβασιν επιβατών διά τινα προορισμόν εν τη αλλοδαπή·

(β)προνοούντας την κατάθεσιν δηλωτικού παντός φορτίου κομιζομένου εν τινι πλοίω εξαγωγής·

(γ) προνοούντας κατάθεσιν πιστοποιητικού περί των καυσίμων υλών, αίτινες ήθελον φορτωθή επί παντός πλοίου, αποπλέοντος εκ τίνος λιμένος διά την αλλοδαπήν.

(2) Πας όστις διά πράξεως ή παραλείψεως αυτού παραβαίνει Κανονισμόν δυνάμει του παρόντος άρθρου γενόμενον, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας £500, τα δε εμπορεύματα, αναφορικώς προς άτινα ήθελε διαπραχθή το αδίκημα, υπόκεινται εις δήμευσιν.

Αδικήματα περί την εξαγωγήν εμπορευμάτων

48.-(1) Εν η περιπτώσει εμπορεύματα φορτωθέντα ή κομιζόμενα εφ' οιουδήποτε πλοίου ή αεροσκάφους προς εξαγωγήν εκφορτωθώσιν εν τη Δημοκρατία και ουχί εν τη αλλοδαπή, εκτός εάν η εκφόρτωσις εγένετο τη εξουσιοδοτήσει του αρμοδίου λειτουργού και, εκτός εάν άλλως ο αρμόδιος λειτουργός διατάξη, δέον όπως ο πληρωτέος επί των εμπορευμάτων και μη καταβληθείς δασμός ή φόρος πληρωθή ή ο επιστραφείς επί τούτων δασμός ή φόρος πληρωθή εκ νέου, άλλως ο πλοίαρχος ή ο κυβερνήτης του αεροσκάφους και πας όστις ενέχεται εις την εκφόρτωσιν, αποβίβασιν ή μεταφοράν των εμπορευμάτων εκ του πλοίου ή αεροσκάφους άνευ τοιαύτης εξουσιοδοτήσεως ή πληρωμής, είναι εις έκαστος ένοχοι αδικήματος δυνάμει του παρόντος άρθρου.

(2) Ο Διευθυντής δύναται να επιβάλη όρους, κατά το δοκούν, καθ' όσον αφορά εις εμπορεύματα φορτωθέντα ή κομιζόμενα επί πλοίου ή αεροσκάφους ως εν τοις ανωτέρω, εις άτινα ήθελεν επιτραπή εκφόρτωσις εν τη Δημοκρατία, πας δε όστις διά πράξεως ή παραλείψεως αυτού παραβαίνει ούτω τεθέντα όρον ή όστις άλλως πως ενέχεται εις τοιαύτην πράξιν ή παράλειψιν, είναι ένοχος αδικήματος δυνάμει του παρόντος άρθρου.

(3) Οσάκις επί πλοίου ή αεροσκάφους φορτώνται ή κομίζονται ως εν τοις ανωτέρω εμπορεύματα εξ αποταμιεύσεως, εμπορεύματα υπό διαμετακόμισιν ή έτερα εμπορεύματα υποκείμενα εις μη καταβληθέντα εισέτι δασμόν ή φόρον ή δι' α επεστράφη ο καταβληθείς δασμός ή φόρος, εν πάση τοιαύτη περιπτώσει εάν το περιέχον ταύτα δοχείον, άνευ της αδείας του αρμοδίου λειτουργού ανοιχθή ή οιονδήποτε σήμα, γράμμα ή σημείον επί παντός τοιούτου δοχείου ή δέματος άνευ εξουσιοδοτήσεως εξαλειφθή, διαγραφή ή αλλοιωθή, ο ενεχόμενος εις πράξιν ως εν τοις ανωτέρω είναι ένοχος αδικήματος δυνάμει του παρόντος άρθρου.

(4) Τα εμπορεύματα αναφορικώς προς άτινα διαπράττεται αδίκημα δυνάμει του παρόντος άρθρου υπόκεινται εις δήμευσιν, ο ένοχος δε τοιούτου αδικήματος υπόκειται εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν την εις τριπλούν αξίαν των εμπορευμάτων ή τας £500 ή το εν εκάστη περιπτώσει μείζον των άνω ποσών.

Αδικήματα περί την εξαγωγήν εμπορευμάτων υπό απαγόρευσιν ή περιορισμόν

49.-(1) Εάν οιαδήποτε εμπορεύματα-

(α)εξαχθώσιν ή φορτωθώσιν ως εφόδια· ή

(β)αχθώσιν εν οιωδήποτε τόπω εν τη Δημοκρατία επί τω τέλει εξαγωγής ή φορτώσεως αυτών ως εφοδίων,

και η εξαγωγή ή φόρτωσις αυτών αντίκειται εις απαγορευτικήν διάταξιν ή περιορισμόν, εκάστοτε τελούντα εν ισχύϊ αναφορικώς προς τα τοιαύτα εμπορεύματα δυνάμει νομοθετικής τίνος πράξεως, τα εμπορεύματα υπόκεινται εις δήμευσιν και ο εξαγωγεύς ή ο σκοπών την εξαγωγήν τούτων ως και ο αντιπρόσωπος αυτού, όστις ήθελεν ενέχεται εις την εξαγωγήν ή φόρτωσιν ή την σκοπουμένην εξαγωγήν ή φόρτωσιν, είναι εις έκαστος ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν την εις τριπλούν αξίαν των εμπορευμάτων ή τας £500 ή το εν εκάστη περιπτώσει μείζον των άνω ποσών.

(2) Πας όστις εν γνώσει αυτού ενέχεται εις την εξαγωγήν εμπορευμάτων ή την φόρτωσιν αυτών ως εφοδίων ή εις απόπειραν τοιαύτης εξαγωγής ή φορτώσεως, έχων ως πρόθεσιν την καταστρατήγησιν απαγορευτικής διατάξεως ή περιορισμού ως εν τοις ανωτέρω, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν την εις τριπλούν αξίαν των εμπορευμάτων ή τας £1500 ή το εν εκάστη περιπτώσει μείζον των άνω ποσών ή εις φυλάκισιν μέχρι δύο ετών ή εις αμφοτέρας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης.

(3) Εάν δυνάμει περιορισμού ως εν τοις ανωτέρω επιτρέπεται η εξαγωγή εμπορευμάτων μόνον εφ' όσον ταύτα αποστέλλονται εις ωρισμένον τόπον ή πρόσωπον και τα εμπορεύματα αποσταλώσι και παραδοθώσιν εις έτερον τόπον ή πρόσωπον, το πλοίον ή αεροσκάφος εν ω εγένετο η εξαγωγή υπόκειται εις δήμευσιν, εκτός εάν αποδειχθή τω Διευθυντή ότι τόσον ο πλοιοκτήτης ή ο κύριος του αεροσκάφους όσον και ο πλοίαρχος ή ο κυβερνήτης του αεροσκάφους έλαβον παν ευλόγως αναγκαίον μέτρον, ίνα εξασφαλισθή παράδοσις των εμπορευμάτων εις το ειδικόν μέρος ή πρόσωπον, εις ο έδει να αποσταλώσι και ουδόλως συνήργησαν ή συνήνεσαν, ειμή κατόπιν εξαναγκασμού, εις την παράδοσιν των εμπορευμάτων εις το έτερον τούτο μέρος ή πρόσωπον.

(4) Αι εν τω παρόντι άρθρω προβλεπόμενοι χρηματικαί ποιναί δεν τυγχάνουσιν εφαρμογής εν περιπτώσει αδικήματος, δι' ο ρητώς προβλέπεται ετέρα χρηματική ποινή εν τη νομοθετική ή διοικητική πράξει, εν η προνοείται η ειρημένη απαγόρευσις ή περιορισμός.

Ακτοπλοϊκή μεταφορά εμπορευμάτων
Ακτοπλοϊκόν εμπόριον

50.-(1) Επιφυλαττομένων των διατάξεων του αμέσως επομένου άρθρου, παν πλοίον, όπερ θέλει εκάστοτε χρησιμοποιείται εις την ακτοπλοϊκήν μεταφοράν εμπορευμάτων, μεταξύ διαφόρων τόπων εν τη Δημοκρατία, λογίζεται διά τους σκοπούς του παρόντος Νόμου ως ακτοπλοϊκόν.

(2) Επιφυλαττομένων των διατάξεων του αμέσως επομένου άρθρου, απαγορεύεται η μεταφορά εμπορευμάτων δι' α δεν κατετέθη εισέτι διασάφησις επί τη εισαγωγή των ή εμπορευμάτων προοριζομένων προς εξαγωγήν, επί πλοίου χρησιμοποιουμένου εις την ακτοπλοϊκήν μεταφοράν εμπορευμάτων.

(3) Ο Διευθυντής δύναται εκάστοτε να εκδίδη οδηγίας, καθ' όσον αφορά εις το εάν εμπόριον δι' υδατίνων οδών μεταξύ διαφόρων μερών εν τη Δημοκρατία θα λογίζεται ως ακτοπλοϊκή μεταφορά εμπορευμάτων.

Εξαιρετικοί διατάξεις καθ'όσον αφορά εις ακτοπλοϊκόν εμπόριον

51 .-(1) Τηρουμένων των όρων και περιορισμών ους ήθελεν εν εκάστη περιπτώσει επιβάλει κατά το δοκούν, ο Διευθυντής δύναται να επιτρέψη εις πλοίον όπως μεταφέρη εμπορεύματα ακτοπλοϊκώς, παρά το γεγονός ότι τούτο μεταφέρει εμπορεύματα κομισθέντα επ' αυτού εκ της αλλοδαπής, δι' α δεν κατετέθη εισέτι διασάφησις επί τη εισαγωγή των: Νοείται ότι πλοίον, εις ο επετράπη τοιαύτη ακτοπλοϊκή μεταφορά δεν λογίζεται διά τους σκοπούς του παρόντος Νόμου ως ακτοπλοϊκόν.

(2) Τηρουμένων των όρων και περιορισμών, ους ήθελεν εν εκάστη περιπτώσει επιβάλει κατά το δοκούν, ο Διευθυντής δύναται να επιτρέψη όπως, εμπορεύματα κομισθέντα υπό του πλοίου εισαγωγής εις τινα τόπον εν τη Δημοκρατία, αποστελλόμενα όμως και προοριζόμενα προς παράδοσιν εις έτερον τόπον ωσαύτως εν τη Δημοκρατία, μεταφορτωθώσι πριν ή κατατεθή η κατά νόμον διασάφησις εισαγωγής, εις έτερον πλοίον προς ακτοπλοϊκήν μεταφοράν αυτών εν τω ετέρω τούτω τόπω.

(3) Εν η περιπτώσει πλοίον τι ήρξατο την φόρτωσιν εμπορευμάτων εις τινα τόπον εν τη Δημοκρατία προς εξαγωγήν ή ως εφοδίων διά πλουν εκτός της Δημοκρατίας, και προτίθεται να πλεύση εις οιονδήποτε έτερον τόπον εν τη Δημοκρατία ίνα συμπληρώση την φόρτωσιν αυτού, ο Διευθυντής δύναται, τηρουμένων των όρων ους ήθελε κατά το δοκούν εν εκάστη περιπτώσει επιβάλει, να επιτρέψη εις το πλοίον όπως μεταφέρη έτερα εμπορεύματα ακτοπλοϊκώς, μέχρις ου περατωθή η φόρτωσις αυτού.

(4) Εν η περιπτώσει ήθελεν επιτραπή η ακτοπλοϊκή μεταφορά εμπορευμάτων δυνάμει του παρόντος άρθρου, άπαντα τα εμπορεύματα άτινα φορτούνται, εκφορτούνται, κομίζονται ή άλλως πως υπόκεινται εις μεταχείρισιν κατά παράβασιν όρου ή περιορισμού τεθέντος υπό του Διευθυντού, υπόκεινται εις δήμευσιν και ο πλοίαρχος είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας £100.

Άδεια απόπλου ακτοπλοϊκού

52.-(1) Επιφυλαττομένων των προνοιών του παρόντος άρθρου και των όρων, ους ο Διευθυντής ήθελεν επιβάλει, πριν ή ακτοπλοϊκόν αποπλεύση εξ οιουδήποτε λιμένος, ο πλοίαρχος αυτού οφείλει να καταθέση παρά τω αρμοδίω λειτουργώ έγγραφον εν ω τύπω και τρόπω και περιέχον τοιαύτα στοιχεία, ως ο Διευθυντής ήθελε καθορίσει· το έγγραφον τούτο υπογραφέν υπό του αρμοδίου λειτουργού συνιστά άδειαν απόπλου του πλοίου εκ του λιμένος τούτου και άδειαν μεταφοράς των εμπορευμάτων, εις α αφορά το κατατεθέν έγγραφον. (2) Εάν ακτοπλοϊκόν αποπλεύση εκ τίνος λιμένος πριν ή κατατεθή έγγραφον επακριβές ως εν τοις ανωτέρω, ο πλοίαρχος αυτου υπόκειται εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας £100.

Πρόσθετοι εξουσίαι λειτουργών αναφορικώς προς ακτοπλοϊκά

53.-(1) Ο αρμόδιος λειτουργός δύναται να εξετάση οιαδήποτε εμπορεύματα κομιζόμενα υπό ακτοπλοϊκού ή προοριζόμενα προς μεταφοράν υπό τοιούτου πλοίου-

(α)κατά πάντα χρόνον, εν όσω ταύτα ευρίσκονται επί του πλοίου· ή

(β) εις οιονδήποτε τόπον εν τη Δημοκρατία εις ον τα εμπορεύματα ήχθησαν προς φόρτωσιν, ή εις ον εξεφορτώθησαν εκ του πλοίου,

και επί τούτω δύναται να απαιτήση όπως ανοιχθή και κενωθή οιονδήποτε δοχείον, δαπάναις του ιδιοκτήτου των εμπορευμάτων, δαπάναις ούτινος διενεργείται και η εκ νέου συσκευασία τούτων.

(2) Ο αρμόδιος λειτουργός-

(α) δύναται να επιβιβασθή επί ακτοπλοϊκού και ερευνήση τούτο κατά πάντα χρόνον διαρκούντος του πλου·

(β)δύναται κατά πάντα χρόνον να απαιτήση την προσκόμισιν παντός εγγράφου, όπερ κατά νόμον έδει να ευρίσκετο επί του πλοίου προς εξέτασιν εάν δε ο πλοίαρχος κληθείς προς τούτο παραλείψη να προσκομίση τοιούτον έγγραφον τω αρμοδίω λειτουργώ, υπόκειται εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας £100.

Εξουσία εκδόσεως Κανονισμών καθ' όσον αφορά εις την ακτοπλοϊκήν μεταφοράν εμπορευμάτων

54.-(1) Το Υπουργικόν Συμβούλιον δύναται να εκδώση Κανονισμούς καθ' όσον αφορά εις την ακτοπλοϊκήν μεταφοράν εμπορευμάτων-

(α) διέποντας την φόρτωσιν και εκφόρτωσιν εμπορευμάτων και την δι' υδάτινης οδού μεταφοράν προς φόρτωσιν·

(β)προνοούντος την τήρησιν και προσαγωγήν υπό του πλοιάρχου ακτοπλοϊκού εγγράφου επί του μεταφερομένου εν τω πλοίω φορτίου ως ήθελε καθορισθή υπό των Κανονισμών.

(2) Πας όστις διά πράξεως ή παραλείψεως αυτού παραβαίνει Κανονισμόν δυνάμει του παρόντος άρθρου γενόμενον, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας £250, τα δε εμπορεύματα αναφορικώς προς άτινα διεπράχθη το αδίκημα υπόκεινται εις δήμευσιν.

Αδικήματα περί την ακτοπλοϊκήν μεταφοράν εμπορευμάτων

55.-(1) Εάν εν τη περιπτώσει ακτοπλοϊκού-

(α)αχθώσιν επ' αυτού ή μεταφερθώσιν εξ αυτού οιαδήποτε εμπορεύματα, εν θαλάσση ή εις οιονδήποτε τόπον εκτός της Δημοκρατίας·

(β) εξαιρέσει αφεύκτου τινός αιτίας, το πλοίον προσέγγιση εις οιονδήποτε τόπον εκτός της Δημοκρατίας ή παρεκκλίνη τον πλου του· ή

(γ) το πλοίον προσέγγιση εις οιονδήποτε τόπον εκτός της Δημοκρατίας και ο πλοίαρχος αυτού δεν αναφέρη εγγράφως το συμβεβηκός εις τον αρμόδιον λειτουργόν εν τω πρώτο λιμένι, εις ον ήθελε μετά ταύτα πλεύσει το πλοίον, ο πλοίαρχος είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας £500.

(2)Άπαντα τα εμπορεύματα άτινα φορτούνται ή κομίζονται ακτοπλοϊκώς ή άτινα κομισθέντα ακτοπλοϊκώς εκφορτούνται εν οιωδήποτε τόπω εν τη Δημοκρατία κατά παράβασιν των διατάξεων των άρθρων 50 έως 52 ή κατά παράβασιν οιωνδήποτε Κανονισμών δυνάμει του αμέσως προηγουμένου άρθρου γενομένων ή, άτινα κομίζονται εις οιονδήποτε τόπον ίνα ούτω φορτωθώσι και μεταφερθώσιν ακτοπλοϊκώς, υπόκεινται εις δήμευσιν.

(3)Άπαντα τα εμπορεύματα, άτινα μεταφέρονται ακτοπλοϊκώς ή φορτούνται ως εφόδια ακτοπλοϊκού κατά παράβασιν οιασδήποτε απαγορεύσεως ή περιορισμού, εκάστοτε τελούντος εν ισχύϊ αναφορικώς προς ταύτα δυνάμει οιασδήποτε νομοθετικής πράξεως ή, άτινα κομίζονται εις οιονδήποτε τόπον εν τη Δημοκρατία, ίνα ούτω μεταφερθώσιν ή φορτωθώσιν, υπόκεινται εις δήμευσιν και, εκτός οσάκις ρητώς προνοείται εν τη νομοθετική ή διοικητική πράξει, δι' ης επιβάλλεται η απαγόρευσις ή περιορισμός ετέρα χρηματική ποινή διά το αδίκημα, ο φορτωτής ή μέλλων φορτωτής είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας £500.

Ειδική διάταξις ως προς την διακίνησιν ωρισμένων εμπορευμάτων
Εκρηκτικαί ύλαι

56.-(1) Απαγορεύεται η φόρτωσις οιασδήποτε ύλης εκρηκτικής εν τη εννοία του περί Εκρηκτικών Υλών Νόμου, εν οιωδήποτε πλοίω ή αεροσκάφει προς εξαγωγήν ή η φόρτωσις αυτής προς ακτοπλοϊκήν μεταφοράν ως φορτίου, μέχρις ου υποβληθή σχετική διασάφησις, εν ω τύπω και τρόπω και περιέχουσα τοιαύτα στοιχεία, ως ο Διευθυντής ήθελε καθορίσει.

(2) Άνευ επηρεασμού των διατάξεων των άρθρων 41 και 42, άπασαι αι ύλαι, αίτινες υποκείμενοι εις τας περί διασαφήσεως διατάξεις του παρόντος άρθρου εξάγονται ή φορτούνται ως εν τοις ανωτέρω άνευ της καταθέσεως τοιαύτης διασαφήσεως υπόκεινται εις δήμευσιν και ο εξαγωγεύς ή αναλόγως της περιπτώσεως ο φορτωτής είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας £500.

Εξουσία Υπουργικού Συμβουλίου όπως επιβάλη υποχρέωσιν προς διασάφησιν και τελωνισμόν

57.-(1) Άνευ επηρεασμού οιασδήποτε ετέρας διατάξεως του παρόντος Νόμου, αφορώσης εις την διασάφησιν ή τελωνισμόν εμπορευμάτων, το Υπουργικόν Συμβούλιον, εφ' όσον ήθελε κρίνει τούτο σκόπιμον εν τω δημοσίω συμφέροντι, δύναται διά Διατάγματος αυτού, να απαιτήση, αναφορικώς προς οιαδήποτε εμπορεύματα, διασάφησιν και τελωνισμόν τούτων εν ω τρόπω το Υπουργικόν Συμβούλιον ήθελε καθορίσει προ της εξαγωγής ή της φορτώσεως αυτών προς εξαγωγήν, προς ακτοπλοϊκήν μεταφοράν ή ως εφοδίων.

(2)Άνευ επηρεασμού των διατάξεων των άρθρων 41 και 42, πας όστις ων υπόχρεως, δυνάμει Διατάγματος συμφώνως τω παρόντι άρθρω εκδοθέντος, όπως καταθέτη διασάφησιν ή επιτύχη τελωνισμόν αναφορικώς προς οιαδήποτε εμπορεύματα, φορτώνει ή εξάγει ή πειράται να φορτώση ή εξαγάγη τα εμπορεύματα ταύτα χωρίς να καταθέση τοιαύτην διασάφησιν ή πριν ή επιτύχη τελωνισμόν τούτων ή άλλως πως κατά παράβασιν του Διατάγματος, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας £500.

Πρόσθετοι διατάξεις καθ' όσον αφορά εις την παροχήν πληροφοριών
Πληροφορίαι καθ' όσον αφορά εις εισαγόμενα ή εξαγόμενα εμπορεύματα

58.-(1) Οιοσδήποτε λειτουργός δύναται να ζητήση παρά παντός προσώπου ενδιαφερομένου εις την εισαγωγήν, εξαγωγήν ή φόρτωσιν προς ακτοπλοϊκήν μεταφοράν εμπορευμάτων, δι' α απαιτείται η επί τούτω κατάθεσις διασαφήσεως δυνάμει του παρόντος Νόμου ή παρά παντός προσώπου ενεχομένου εις την μεταφοράν, εκφόρτωσιν, αποβίβασιν ή φόρτωσιν εισαγομένων ή εξαγομένων εμπορευμάτων, όπως παράσχη αυτώ, εν ω τρόπω ήθελεν ούτος απαιτήσει, πάσαν πληροφορίαν αναφορικώς προς τα εμπορεύματα και όπως προσαγάγη τω λειτουργώ προς εξέτασιν και επιτρέψη τούτω όπως λάβη αποσπάσματα ή αντίγραφα εκ τιμολογίων, φορτωτικών ή ετέρων βιβλίων ή εγγράφων, σχέσιν εχόντων προς τα τοιαύτα εμπορεύματα, πας δε όστις άνευ ευλόγου προς τούτο αιτίας παραλείπει να συμμορφωθή προς τοιαύτην απαίτησιν είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας £1000.

(2) Ο Διευθυντής δύναται με γνωστοποίηση του να καθορίσει το είδος και τύπο των βιβλίων ή άλλων εγγράφων που αναφέρονται στο εδάφιο (1), τα οποία κάθε ενδιαφερόμενο πρόσωπο εις την εισαγωγή, εξαγωγή ή φόρτωση προς ατμοπλοϊκή μεταφορά εμπο ρευμάτων οφείλει να έχει στη φύλαξή του, καθώς και για τον τρόπο, τόπο και διάρκεια της φύλαξης τους· οποιοδήποτε δε πρό σωπο ενεργεί κατά παράβαση της γνωστοποίησης αυτής είναι ένοχο αδικήματος και υπόκειται σε χρηματική ποινή η οποία δεν υπερβαίνει τις πεντακόσιες λίρες.

(3) Οσάκις εκάστοτε τελεί εν ισχύϊ απαγορευτική διάταξις ή περιορισμός δυνάμει νομοθετικής τίνος πράξεως, καθ' όσον αφορά εις την εξαγωγήν εμπορευμάτων ή ειδικής τίνος κλάσεως ή κατηγορίας εμπορευμάτων ή εμπορευμάτων ειδικού προορισμού, τότε εάν πρόσωπον τι μέλλον να φορτώση προς εξαγωγήν οιαδήποτε εμπορεύματα ή, αναλόγως της περιπτώσεως, εμπορεύματα της εν λόγω κλάσεως ή κατηγορίας, εν τη διενεργεία διασαφήσεως περί τα εν λόγω εμπορεύματα προ της φορτώσεως ή εξαγωγής προβαίνει εις δήλωσιν περί του τελικού προορισμού αυτών και ο Διευθυντής έχη υπονοίας ότι η δήλωσις είναι αναληθής εις ουσιώδες τι σημείον αυτής, τα εμπορεύματα δυνατόν να κατακρατηθώσι, μέχρις ου ο Διευθυντής ικανοποιηθή περί το αληθές της δηλώσεως, εν εναντία δε περιπτώσει τα εμπορεύματα υπόκεινται εις δήμευσιν.

(4) Πας ενεχόμενος εις την εξαγωγήν οιωνδήποτε εμπορευμάτων υποκειμένων εις τοιαύτην απαγορευτικήν διάταξιν ή περιορισμόν ως εν τοις ανωτέρω, καλούμενος υπό του Διευθυντού οφείλει να παράσχη τούτω στοιχεία εμφαίνοντα ότι τα εμπορεύματα ταύτα δεν έφθασαν εις προορισμόν έτερον του μνημονευομένου εν τη κατατεθείση διασαφήσει, εάν δε παραλείψη να πράξη ούτω είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν την εις τριπλούν αξίαν των εμπορευμάτων ή τας £500 ή το εν εκάστη περιπτώσει μείζον των άνω ποσών, εκτός εάν απόδειξη ότι ουδόλως συνήνεσεν ή συνήργησεν εις το γεγονός ότι τα εμπορεύματα έφθασαν εις προορισμόν έτερον του μνημονευομένου εν τη διασαφήσει και ότι ούτος έλαβε παν εύλογον μέτρον ίνα εξασφαλίση ότι τελικός προορισμός των εμπορευμάτων ουδείς έτερος θα ήτο πλην του ούτω μνημονευομένου τοιούτου.

Τελωνειακός έλεγχος προσώπων εισερχομένων ή εξερχομένων της Δημοκρατίας και απαλλαγαί εκ τελωνειακών δασμών

59.-(1) Πας εισερχόμενος εν τη Δημοκρατία οφείλει όπως δηλώση εν ω τόπω, χρόνω και τρόπω, ως ο Διευθυντής ήθελε καθορίσει, παν ό,τι περιέχεται εν ταις αποσκευαίς του ή κομίζεται υπ' αυτού-

(α)όπερ ούτος απέκτησεν εκτός της Δημοκρατίας· ή

(β)προκειμένου περί εμπορευμάτων υποκειμένων εις δασμόν, όπερ ούτος απέκτησεν άνευ καταβολής του εις ον υπόκειται δασμού ή αναφορικώς προς ο επεστράφη ο καταβληθείς δασμός, και αναφορικώς προς ο δεν δικαιούται απαλλαγής εκ της καταβολής του αναλογούντος αυτώ δασμού δυνάμει οιουδήποτε Διατάγματος εκδοθησομένου δυνάμει του παρόντος άρθρου:

Νοείται ότι, τη αιτήσει οιουδήποτε προσώπου εισερχομένου εν τη Δημοκρατία, η δήλωσις γίνεται εις ιδιαίτερον χώρον καθοριζόμενον επί τούτω υπό του Διευθυντού.

(2) Πας εισερχόμενος ή εξερχόμενος της Δημοκρατίας οφείλει να απαντά εις ερωτήσεις, αίτινες ήθελον τεθή αυτώ υπό του αρμοδίου λειτουργού, καθ' όσον αφορά εις τας αποσκευάς αυτού και οιονδήποτε είδος περιεχόμενον εν αυταίς ή κομιζόμενον υπ' αυτού προς τούτοις δε, εφ' όσον κληθή υπό του αρμοδίου λειτουργού, να προσκομίζη προς έλεγχον τας αποσκευάς του και παν τοιούτον είδος, εν ω τόπω, χρόνω και τρόπω, ως ο Διευθυντής ήθελε καθορίσει:

Νοείται ότι, τη αιτήσει οιουδήποτε προσώπου εισερχομένου ή εξερχομένου της Δημοκρατίας, ο έλεγχος διενεργείται εις ιδιαίτερον χώρον καθοριζόμενον επί τούτω υπό του Διευθυντού.

(3) Πας όστις παραλείπει να δηλώση ό,τιδήποτε ή να προσκομίση αποσκευάς ή έτερα είδη προς έλεγχον συμφώνως ταις διατάξεσι του παρόντος άρθρου είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν την εις τριπλούν αξίαν του μη δηλωθέντος είδους ή των μη προσκομισθεισών προς έλεγχον αποσκευών ή ειδών αναλόγως της περιπτώσεως, ή τας £500 ή το εν εκάστη περιπτώσει μείζον των άνω ποσών προς τούτοις, παν είδος υποκείμενον εις οιονδήποτε δασμόν ή φόρον, όπερ ήθελεν εξευρεθή κεκρυμμένον ή όπερ δεν ήθελε δηλωθή, ως και παν είδος, όπερ εισέρχεται ή εξέρχεται της Δημοκρατίας κατά παράβασιν οιασδήποτε απαγορευτικής διατάξεως ή περιορισμού, εκάστοτε τελούντος εν ισχύϊ, καθ' όσον αφορά εις τα τοιαύτα είδη δυνάμει οιουδήποτε νομοθετήματος υπόκειται εις δήμευσιν.

(4) Διά Διατάγματος δημοσιευομένου εν τη επισήμω εφημερίδι της Δημοκρατίας το Υπουργικόν Συμβούλιον δύναται να προνοήση περί της παραχωρήσεως απαλλαγών εκ των τελωνειακών δασμών εις πρόσωπα εισερχόμενα εν τη Δημοκρατία· οιαδήποτε τοιαύτη απαλλαγή δύναται να περιβληθή τον τύπον είτε απαλλαγής εκ της καταβολής του δασμού είτε προνοίας δυνάμει της οποίας το πληρωτέον υπό μορφήν δασμού ποσόν θα είναι έλασσον του άλλως πως πληρωτέου τοιούτου.

(5)Άνευ επηρεασμού των διατάξεων του εδαφίου (4), διά Διατάγματος δημοσιευομένου εν τη επισήμω εφημερίδι της Δημοκρατίας, το Υπουργικών Συμβούλιον δύναται να προνοήση ότι, εις τοιαύτας περιπτώσεις και εις τοιαύτην έκτασιν, ως ήθελε καθορισθή εν τω Διατάγματι, εν ποσόν υπολογιζόμενον κατά τον καθοριζόμενον εν τω Διατάγματι συντελεστήν, θέλει λογισθή ως το κατ' αποκοπήν συνολικόν ποσόν, το πληρωτέον υπό μορφήν τελωνειακών δασμών καθ' όσον αφορά εις εμπορεύματα εισαγόμενα υπό προσώπου εισερχομένου εν τη Δημοκρατία· ουχ ήττον όμως παν Διάταγμα περιέχον πρόνοιαν ως η προμνησθείσα δέον όπως παρέχη τω ενδιαφερομένω το δικαίωμα να επιλέξη όπως ο τελωνειακός δασμός επιβληθή επί των ειρημένων εμπορευμάτων κατά τους συντελεστάς, οίτινες θα εφηρμόζοντο ελλείψει της τοιαύτης προνοίας.

(6) Διάταγμα εκδιδόμενον δυνάμει του παρόντος άρθρου-

(α) δύναται να υπαγάγη οιανδήποτε υπ' αυτού προνοουμένην απαλλαγήν εις όρους, περιλαμβανομένων και όρων εκπληρωθησομένων μετά την εισαγωγήν των εμπορευμάτων, εφ' ων τυγχάνει εφαρμογής η απαλλαγή·

(β) δύναται να περιέχη τοιαύτας παρεμπίπτουσας και συμπληρωματικός προνοίας, ως το Υπουργικόν Συμβούλιον ήθελε κρίνει αναγκαίας ή σκοπίμους, περιλαμβανομένων και προνοιών διά την δήμευσιν εμπορευμάτων εν περιπτώσει μη εκπληρώσεως οιουδήποτε όρου, υφ' ον τα εμπορεύματα έτυχον απαλλαγής εκ του δασμού·

(γ) δύναται να περιέχη διαφορετικός προνοίας διά διαφορετικός περιπτώσεις ή περιστάσεις ή διά διαφορετικός κατηγορίας περιπτώσεων, περιστάσεων ή προσώπων.

(7) Ουδέν των εν Διατάγματι δυνάμει του παρόντος άρθρου εκδοθησομένων θέλει ερμηνευθή ως επιτρέπον την εισαγωγήν οιουδήποτε είδους κατά παράβασιν οιασδήποτε απαγορευτικής διατάξεως ή περιορισμού εκάστοτε τελούντος εν ισχύϊ καθ' όσον αφορά εις το τοιούτον είδος, δυνάμει οιουδήποτε νομοθετήματος.

Προσκόμισις αποδεικτικών στοιχείων προς ενίσχυσιν παρασχεθεισών πληροφοριών

60. Ο Διευθυντής δύναται, εφ' όσον κρίνει τούτο αναγκαίον, να απαιτήση την προσκόμισιν αποδεικτικών στοιχείων προς ενίσχυσιν των δυνάμει του παρόντος Μέρους παρεχομένων πληροφοριών περί τα εισαγόμενα ή εξαγόμενα εμπορεύματα.

Καταστολή Λαθρεμπορίας
Ποινή διά την παραβίασιν σφραγίδων, κ.λ.π.

61. Εν η περιπτώσει άνευ εξουσιοδοτήσεως του αρμοδίου λειτουργού, καθ' οιονδήποτε χρόνον εν όσω το πλοίον ευρίσκεται εντός των ορίων οιουδήποτε λιμένος ή διαπλέει μεταξύ λιμένων ή εν όσω το αεροσκάφος ευρίσκεται εν τη Δημοκρατία, εκουσίως ανοίγεται, αλλοιούται ή παραβιάζεται οιονδήποτε κλείθρον, σήμα ή σφραγίς τεθειμένη υπό τίνος λειτουργού, εν τη ενασκήσει εξουσίας παραχωρηθείσης αυτώ υπό του παρόντος Νόμου, επί εμπορευμάτων ευρισκομένων εν πλοίω ή αεροσκάφει ή εφ' οιουδήποτε μέρους ή δοχείου, εν ω φυλάττονται τα εν λόγω εμπορεύματα ή εάν, πριν ή κατά νόμον αφαιρέθη το κλείθρον, σήμα ή σφραγίς μεταφερθώσι κρυφίως οιαδήποτε των εμπορευμάτων τούτων, ο πλοίαρχος ή ο κυβερνήτης του αεροσκάφους είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας £500.

Ποινή διά σηματοδοσίαν εις λαθρεμπόρους

62.-(1) Πας όστις δι' οιωνδήποτε μέσων σηματοδοτεί ή διαβιβάζει μήνυμα εξ οιουδήποτε μέρους της Δημοκρατίας ή εξ οιουδήποτε πλοίου ή αεροσκάφους προς παροχήν πληροφοριών εις οιονδήποτε πρόσωπον εν τινι πλοίω ή αεροσκάφει, επί τω τέλει λαθραίας εν τη Δημοκρατία εισαγωγής ή εξαγωγής εμπορευμάτων, ανεξαρτήτως του γεγονότος εάν το πρόσωπον, δι' ο προορίζεται το σήμα ή μήνυμα είναι εις θέσιν να δεχθή τούτο ή είναι εν τη πραγματικότητι απησχολημένον κατά τον δεδομένον τούτον χρόνον εις λαθρεμπορίαν, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας £1000 ή εις φυλάκισιν μέχρις ενός έτους ή εις αμφοτέρας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης ο εξοπλισμός δε ή μηχάνημα όπερ ήθελε χρησιμοποιηθή διά την σηματοδοσίαν ή διαβίβασιν μηνυμάτων υπόκειται εις δήμευσιν.

(2) Εάν οιοσδήποτε λειτουργός ή αστυνομικός ευλόγως υποψιάζεται ότι διενεργείται σηματοδοσία ή διαβιβάζεται μήνυμα ως εν τοις ανωτέρω ή μέλλει να διενεργηθή ή διαβιβασθή εξ οιουδήποτε πλοίου, αεροσκάφους, οχήματος, οικίας ή τόπου, ούτος δύναται να επιβιβασθή ή εισέλθη εις το εν λόγω πλοίον, αεροσκάφος, όχημα, οικίαν ή τόπον και να λάβη παν ευλόγως αναγκαίον μέτρον, ίνα ανακόψη ή παρεμπόδιση την τοιαύτην σηματοδότησιν ή διαβίβασιν μηνύματος.

Ποινή διά παρέμβασιν εις δημόσια σκάφη, κ.λ.π.

63.-(1) Πας όστις, άνευ νομίμου και επαρκούς αιτίας παρεμβαίνει καθ' οιονδήποτε τρόπον εις πλοίον, αεροσκάφος, όχημα, σημαντήρα, άγκυραν, άσυλον, σχοινίον ή σήμα, χρησιμοποιούμενον διά τους σκοπούς οιωνδήποτε των δυνάμει του παρόντος Μέρους αρμοδιοτήτων του Διευθυντού, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας £50.

(2) Πας όστις βάλλει εναντίον οιουδήποτε σκάφους, αεροσκάφους ή οχήματος εν τη υπηρεσία της Δημοκρατίας, εν όσω τούτω χρησιμοποιείται εις την καταστολήν της λαθρεμπορίας, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν μέχρι πέντε ετών.

Ειδική ποινή οσάκις ο αδικοπραγών είναι ένοπλος ή μετημφιεσμένος

64.-(1) Πας όστις ενέχεται εις την διακίνησιν, μεταφοράν ή απόκρυψιν εμπορευμάτων κατά παράβασιν ή επί τω τέλει παραβάσεως οιασδήποτε απαγορευτικής διατάξεως ή περιορισμού, εκάστοτε τελούντος εν ισχύϊ δυνάμει οιασδήποτε νομοθετικής πράξεως, αφορώσης εις την εισαγωγήν ή εξαγωγήν τούτων, ή άνευ της καταβολής του αναλογούντος αυτοίς δασμού ή φόρου ή της παροχής εγγυήσεως διά την πληρωμήν του αναλογούντος αυτοίς δασμού ή φόρου, πράττει δε ούτω φέρων επιθετικά όπλα ή μετημφιεσμένος καθ' οιονδήποτε τρόπον, και πας όστις ούτω ωπλισμένος ή μετημφιεσμένος εξευρίσκεται εν τη Δημοκρατία εν τη κατοχή εμπορευμάτων υποκειμένων εις δήμευσιν δυνάμει των περί Τελωνείων νόμων, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν μέχρι τριών ετών.

Ποινή διά προσφοράν εμπορευμάτων προς πώλησιν ως λαθραίων

65. Εάν πρόσωπον τι προσφέρη προς πώλησιν εμπορεύματα, ως εισαχθέντα άνευ της καταβολής δασμού ή ως άλλως πως παρανόμως εισαχθέντα, τότε ανεξαρτήτως εάν τα εμπορεύματα ούτω εισήχθησαν ή εάν υπέκειντο εν τη πραγματικότητι εις την καταβολήν δασμού ή μη, ταύτα υπόκεινται εις δήμευσιν και ο προσφέρων ταύτα εις πώλησιν είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν την εις τριπλούν αξίαν των εμπορευμάτων ή τας £500 ή το εν εκάστη περιπτώσει μείζον των άνω ποσών.

Δήμευσις πλοίων κ.λ.π., δι' ωρισμένα αδικήματα
Δήμευσις πλοίου κατεσκευασμένου διά την απόκρυψιν εμπορευμάτων

66. Οσάκις-

(α) πλοίον τι είναι ή ήτο εντός των ορίων οιουδήποτε λιμένος ή εντός δώδεκα ναυτικών μιλίων από των ακτών της Δημοκρατίας· ή

(β) αεροσκάφος είναι ή ήτο εις οιονδήποτε μέρος εν τη Δημοκρατία, επί τη ξηρά ή εν ύδασι,

κατεσκευασμένον, προσηρμοσμένον, διεσκευασμένον ή καθ' οιονδήποτε τρόπον συνηρμολογημένον προς απόκρυψιν εμπορευμάτων, το πλοίον ή αεροσκάφος υπόκειται εις δήμευσιν.

Δήμευσις πλοίου εκρίπτοντος φορτίον, κ.λ.π.

67.-(1) Εάν οιονδήποτε μέρος του φορτίου πλοίου εκριφθή εκ του πλοίου ή καταστροφή προς αποφυγήν κατασχέσεως αυτού-

(α) ενόσω το πλοίον είναι εντός δώδεκα ναυτικών μιλίων από των ακτών της Δημοκρατίας· ή

(β) καθ' οιονδήποτε χρόνον διαρκούσης της διώξεως πλοίου, προσηκόντως κληθέντος υπό σκάφους εν τη υπηρεσία της Δημοκρατίας όπως ανακωχεύση και μη συμμορφωθέντος προς τούτο,

το πλοίον υπόκειται εις δήμευσιν.

(2) Διά τους σκοπούς του παρόντος άρθρου πλοίον τι λογίζεται προσηκόντως κληθέν όπως ανακωχεύση-

(α) εάν το καλούν σκάφος χρησιμοποιήση διεθνή κώδικα σημάτων ή έτερα ανεγνωρισμένα μέσα και εφ' όσον φέρει αναπεπταμένην την νόμιμον αυτού σημαίαν·

(β) εάν καθ' ον χρόνον εγένετο η κλήσις το πλοίον ευρίσκετο εντός δώδεκα ναυτικών μιλίων από των ακτών της Δημοκρατίας.

Δήμευσις πλοίου ή αεροσκάφους μη δυναμένου να εξηγήση την απώλειαν φορτίου

68. Οσάκις πλοίον είναι εντός των ορίων οιουδήποτε λιμένος ή αεροσκάφος εν τη Δημοκρατία κομίζον επ' αυτού φορτίον, και σημαντικόν μέρος του φορτίου εξευρίσκεται μεταγενεστέρως ως ελλείπον, τότε εάν ο πλοίαρχος ή ο κυβερνήτης του αεροσκάφους δεν δυνηθή να εξηγήση την απώλειαν κατά τρόπον ικανοποιούντα τον Διευθυντήν, το πλοίον ή αεροσκάφος υπόκειται εις δήμευσιν.

Πλοία μη ανακωχεύοντα

69.-(1) Πλην εν περιπτώσει, καθ' ην ήθελε συντρέξει νόμιμος και επαρκής προς τούτο αιτία, εάν οιονδήποτε πλοίον υποκείμενον εις δήμευσιν ή επιθεώρησιν δυνάμει οιασδήποτε των διατάξεων του παρόντος Νόμου, κληθέν προς τούτο δεν ανακωχεύση, ο πλοίαρχος υπόκειται εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας £50.

(2) Μετά προειδοποιητικήν βολήν δυνατόν να βληθή παν πλοίον όπερ, υποκείμενον εις δήμευσιν ή επιθεώρησιν ως εν τοις ανωτέρω, κληθέν προς τούτο δεν ανακωχεύει και ούτω διώκεται υπό σκάφους εν τη υπηρεσία της Δημοκρατίας, έχοντος αναπεπταμένην την νόμιμον αυτού σημαίαν.

Γενικαί Διατάξεις
Χρόνος εισαγωγής, εξαγωγής, κ.λ.π.

70.-(1) Αι διατάξεις του παρόντος άρθρου θα τυγχάνωσιν εφαρμογής διά τους σκοπούς του παρόντος Νόμου ως και πάσης ετέρας εις τα τελωνεία αφορώσης νομοθετικής πράξεως. (2) Χρόνος εισαγωγής εμπορευμάτων λογίζεται-

(α) οσάκις μεν τα εμπορεύματα κομίζονται διά θαλάσσης, ο χρόνος καθ' ον το κομίζον ταύτα πλοίον αφικνείται εντός των ορίων λιμένος τινός·

(β)οσάκις τα εμπορεύματα κομίζονται δι' αέρος, ο χρόνος καθ' ον το κομίζον ταύτα αεροσκάφος προσγειούται εν τη Δημοκρατία ή ο χρόνος, καθ' ον τα εμπορεύματα εκφορτούνται εν τη Δημοκρατία ή καθ' οιονδήποτε των δύο τούτων χρονικών σημείων ήθελεν επισυμβή πρώτον:

Νοείται ότι εν τη περιπτώσει εμπορευμάτων κομιζομένων διά θαλάσσης, δι' α δεν απαιτείται η κατάθεσις διασαφήσεως δυνάμει του άρθρου 24, χρόνος εισαγωγής λογίζεται ο χρόνος καθ' ον το κομίζον ταύτα πλοίον αφικνείται εντός των ορίων του λιμένος εις ον εκφορτούνται.

(3) Χρόνος εξαγωγής διά θαλάσσης ή αέρος οιωνδήποτε εμπορευμάτων εκ της Δημοκρατίας λογίζεται ο χρόνος, καθ' ον ταύτα φορτούνται προς εξαγωγήν:

Νοείται ότι εν τη περιπτώσει εμπορευμάτων οιασδήποτε κατηγορίας ή κλάσεως, διά την εξαγωγήν των οποίων θέλει εκάστοτε τελεί εν ισχύϊ οιαδήποτε απαγορευτική διάταξις ή περιορισμός δυνάμει νομοθετικής τίνος πράξεως, άτινα εξάγονται διά θαλάσσης ή αέρος, χρόνος εξαγωγής λογίζεται ο χρόνος, καθ' ον το πλοίον ή αεροσκάφος εξαγωγής αναχωρεί εκ του τελευταίου λιμένος ή τελωνειακού αερολιμένος, εις ον εξεδόθη και η άδεια απόπλου ή αναχωρήσεως, πριν ή τούτο αποπλεύση ή αναχωρήση διά τινα προορισμόν εν τη αλλοδαπή.

(4) Πλοίον τι λογίζεται εισπλεύσαν ή απολεύσαν εκ τίνος λιμένος, καθ' ον χρόνον το πλοίον εισέρχεται ή, αναλόγως της περιπτώσεως, καταλείπει τα όρια του λιμένος τούτου.

ΜΕΡΟΣ IV ΙΔΙΩΤΙΚΑΙ ΚΑΙ ΔΗΜΟΣΙΑΙ ΑΠΟΘΗΚΑΙ ΑΠΟΤΑΜΙΕΥΣΕΩΣ
Έγκρισις αποθηκών αποταμιεύσεως

71.-(1) Ο Διευθυντής δύναται να εγκρίνη διά χρονικά διαστήματα και υπό όρους καθοριζομένους κατά το δοκούν και επί τω όρω καταβολής των υπό του Υπουργού καθοριζομένων τελών, τόπους ασφαλούς εναποθέσεως, φυλάξεως και αποταμιεύσεως-

(α) υποκειμένων εμπορευμάτων άνευ της πληρωμής του εις ον υπόκεινται δασμού, υπό όρους και περιορισμούς επιβαλλομένους υπό του Διευθυντού κατά το δοκούν·

(β) υπό τους άνω όρους και περιορισμούς, εμπορευμάτων προοριζομένων δι' εξαγωγήν ή ως εφοδίων, εφ' όσον πρόκειται περί εμπορευμάτων μη δυναμένων κατά νόμον να χρησιμοποιηθώσι δι' εσωτερικήν κατανάλωσιν·

(γ) εμπορευμάτων, άτινα δύνανται να αποταμιευθώσι δυνάμει των περί Φόρων Καταναλώσεως Νόμων, άνευ της καταβολής του αναλογούντος αυτοίς φόρου καταναλώσεως·

(δ) εμπορευμάτων, άτινα δύνανται να αποταμιευθώσι δυνάμει των εις τα τελωνεία ή τους φόρους καταναλώσεως αφορώντων νόμων, επί τη επιστροφή του καταβληθέντος δασμού ή φόρου,

πας δε ούτω εγκεκριμένος τόπος αποταμιεύσεως καλείται εν τω παρόντι Νόμω "αποθήκη αποταμιεύσεως".

(2) Ο Διευθυντής δύναται να εκδίδη εκάστοτε οδηγίας-

(α)καθ' όσον αφορά εις εμπορεύματα, άτινα δύνανται ή δεν δύνανται να εναποτεθώσιν εις ειδικήν τινα αποθήκην ή κατηγορίαν αποθηκών αποταμιεύσεως·

(β) καθ' όσον αφορά εις το διαμέρισμα οιασδήποτε αποθήκης, εν ω δυνατόν να αποταμιεύωνται εμπορεύματα οιασδήποτε κατηγορίας ή κλάσεως.

(3) Εάν μετά την έγκρισιν αποθήκης αποταμιεύσεως ο κάτοχος αυτής προβή, άνευ της προηγουμένης αδείας του Διευθυντού, εις οιανδήποτε μετατροπήν ή προσθήκην εν αυτή, ούτος είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας £750.

(3Α) Ο Διευθυντής δύναται με γνωστοποιήσεις που δημοσιεύο νται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας να ρυθμίσει τις λε πτομέρειες καθ' όσον αφορά την έγκριση, τη λειτουργία και τον έλεγ χο των αποθηκών αποταμιεύσεως.

(4) Πας όστις διά πράξεως ή παραλείψεως αυτού παραβαίνει οιανδήποτε γνωστοποίηση γενομένη ή οιονδήποτε όρον επιβληθέντα ή οδηγίαν εκδοθείσαν υπό του Διευθυντού δυνάμει του παρόντος άρθρου, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας £500.

Διασάφησις, σήμανσις κ.λ.π. εμπορευμάτων προς αποταμίευσιν

72.-(1) Εάν η κατατεθείσα διασάφησις εισαγωγής ωρισμένων εμπορευμάτων περιέχη ρήτραν αποταμιεύσεως, ταύτα λογίζονται προσηκόντως αποταμιευθέντα, αφ' ης ο αρμόδιος λειτουργός πιστοποίηση ότι συνεπληρώθη η εις ταύτα αφορώσα διαδικασία καταθέσεως και αποταμιεύσεως.

(2) Πριν ή αποταμιευθώσιν έτερα εμπορεύματα, ο ιδιοκτήτης των εμπορευμάτων οφείλει να καταθέση παρά τω αρμοδίω λειτουργώ διασάφησιν εν ω τύπω και τρόπω και περιέχουσαν τοιαύτα στοιχεία ως ο Διευθυντής ήθελε καθορίσει.

(3) Εμπορεύματα, μεταγόμενα εις τινα αποθήκην αποταμιεύσεως εξ ετέρας τοιαύτης, λογίζονται ως εμπορεύματα το πρώτον αποταμιευόμενα, ειμή μόνον ότι τα δύο αμέσως προηγούμενα εδάφια δεν θα τυγχάνωσιν εφαρμογής.

(4) Εξαιρέσει της περιπτώσεως, καθ' ην ήθελεν άλλως προνοεί ο παρών Νόμος, τα εμπορεύματα αποταμιεύονται εντός των δοχείων ή δεμάτων, εν οις περιείχοντο, ότε το πρώτον κατετέθη διασάφησις αποταμιεύσεως.

(5) Ο ιδιοκτήτης αποταμιευμένων εμπορευμάτων δέον όπως σημειοί τα περιέχοντα ταύτα δοχεία ή δέματα εν ω τρόπω θέλει ορίσει ο αρμόδιος λειτουργός και τηρουμένης οιασδήποτε ετέρας τοιαύτης οδηγίας, διατηρή ταύτα ούτω σεσημασμένα εν όσω ευρίσκονται αποταμιευμένα· πας όστις παραλείπει να συμμορφωθή προς τας διατάξεις του παρόντος εδαφίου είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας £250.

(6) Εκτός ως άλλως προνοεί ο παρών Νόμος οσάκις άνευ της αδείας του αρμοδίου λειτουργού

(α) τα εμπορεύματα αποταμιεύονται εις δοχεία ή δέματα μη συνάδοντα προς τα καθοριζόμενα εν τη διασαφήσει αποταμιεύσεως· ή

(β)επενεχθή οιαδήποτε αλλαγή εις αποταμιευμένα εμπορεύματα ή εις την συσκευασίαν, σήμανσιν των δοχείων ή δεμάτων, μετά την προσηκόντως γενομένην αποταμίευσιν των,

τα εμπορεύματα ταύτα υπόκεινται εις δήμευσιν.

Ευθύνη διά την επίδειξιν και ασφαλή φύλαξιν αποταμιευμένων εμπορευμάτων

73.-(1) Ο κάτοχος αποθήκης αποταμιεύσεως οφείλει όπως, καλούμενος προς τούτο υπό τίνος λειτουργού επιδεικνύη αυτώ άπαντα τα αποταμιευμένα εν τη αποθήκη εμπορεύματα, δι' α δεν παρεσχέθη κατά νόμον εξουσιοδότησις προς μεταφοράν αυτών εκ της αποθήκης· εάν δε παραλείψη να πράξη ούτω, ούτος υπόκειται εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας £25 δι' έκαστον μη επιδειχθέν δοχείον ή δέμα.

(2) Ο κάτοχος αποθήκης αποταμιεύσεως οφείλει όπως στοιβάζη έκαστον δοχείον ή δέμα εμπορευμάτων αποταμιευμένων εν αυτή κατά τρόπον ώστε ευχερώς να δύναται τις να πλησίαση ταύτα· διά παν δοχείον ή δέμα μη ούτω στοιβασθέν υπόκειται εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας £25.

(3) Ο Διευθυντής ως και πας λειτουργός, ενεργών εντός των ορίων της αρμοδιότητος αυτού, ουδεμίαν ευθύνην προς αποζημίωσιν υπέχουν ουδέ δύνανται να εναχθώσι διά ζημίαν ή βλάβην επενεχθείσαν εις εμπορεύματα, εν όσω ταύτα ευρίσκονται εν τινι αποθήκη αποταμιεύσεως, ή διά παράνομον μεταφοράν εμπορευμάτων εξ αυτής:

Νοείται ότι, εν η περιπτώσει αποταμιευμένα εμπορεύματα ήθελον καταστραφή, κλαπή ή παρανόμως μεταφερθή τη συνδρομή ή τη συνεργεία λειτουργού τίνος και ο λειτουργός ούτος ευρεθή ένοχος του αδικήματος τότε, εκτός εάν ο κάτοχος της αποθήκης ή ο ιδιοκτήτης των εμπορευμάτων μετέσχεν εις την διάπραξιν του αδικήματος, η Δημοκρατία υπέχει ευθύνην προς καταβολήν αποζημιώσεως διά πάσαν ζημίαν επενεχθείσαν εκ της τοιαύτης καταστροφής, κλοπής ή μεταφοράς και ανεξαρτήτως οιασδήποτε διατάξεως του παρόντος Νόμου ουδείς δασμός ή φόρος καταβάλλεται αναφορικώς προς τα εμπορεύματα υπό του ως είρηται κατόχου ή ιδιοκτήτου· παν δε ποσόν όπερ ήθελε καταβληθή υπό μορφήν δασμού ή φόρου επί των τοιούτων εμπορευμάτων παρ' εκατέρου των άνω προσώπων προ της καταδίκης επιστρέφεται.

Επιθεώρησις, δειγματοληψία κ.λ.π., αποταμιευμένων εμπορευμάτων υπό του ιδιοκτήτου

74.-(1) Επιφυλασσομένου παντός περιορισμού ή όρου, ον ήθελεν επιβάλει ο κάτοχος της αποθήκης αποταμιεύσεως, ο ιδιοκτήτης οιωνδήποτε αποταμιευμένων εμπορευμάτων δύναται τη αδεία του αρμοδίου λειτουργού-

(α) να επιθεωρή τα εμπορεύματα και τα περιέχοντα ταύτα δοχεία και να παρεμποδίζη οιανδήποτε απώλειαν εξ αυτών· και

(β)επιδεικνύη ταύτα προς πώλησιν.

(2) Εν η περιπτώσει ο αρμόδιος λειτουργός απαιτήσει όπως η επιθεώρησις ή επίδειξις των εμπορευμάτων διενεργήται παρουσία αυτού, ούτος οφείλει όπως, εφ' όσον είναι πρακτικώς εφικτόν, παραστή κατά πάντα εύλογον, προς τούτο υποδειχθέντα αυτώ, χρόνον ουδεμίαν όμως υποχρέωσιν υπέχει όπως παρίσταται διά τους σκοπούς του παρόντος άρθρου πλείονας της μιας φοράς εν ενί διαστήματι εικοσιτεσσάρων ωρών, τη αιτήσει του αυτού προσώπου ή αναφορικώς προς τα αυτά εμπορεύματα.

(3) Ο Διευθυντής δύναται να επιτρέψη εις τον κύριον αποταμιευμένων εμπορευμάτων όπως λαμβάνη δείγματα υπό τοιούτους όρους και επί τη προϋποθέσει καταθέσεως διασαφήσεως ή καταβολής του δασμού, ως ούτος ήθελεν εκάστοτε καθορίσει κατά το δοκούν.

Επιχείρησις πράξεων επί αποταμιευμένων εμπορευμάτων

75.-(1) Άνευ επηρεασμού οιασδήποτε ετέρας διατάξεως του παρόντος ή οιουδήποτε ετέρου Νόμου, δι' ης επιτρέπεται η επιχείρησις οιασδήποτε πράξεως επί εμπορευμάτων εν αποταμιεύσει, ο Διευθυντής δύναται, εν τη περιπτώσει τοιούτων εμπορευμάτων και υπό τοιούτους όρους και περιορισμούς ως ήθελεν εκάστοτε καθορίσει κατά το δοκούν, να επιτρέψη την διαλογήν, διαχωρισμόν, συσκευασίαν ή εκ νέου συσκευασίαν εν αποθήκη αποταμιεύσεως τεθειμένων εμπορευμάτων και την επ' αυτών διενέργειαν οιασδήποτε ετέρας πράξεως, ήτις ήθελεν είναι αναγκαία διά την συντήρησιν, πώλησιν, φόρτωσιν ή διάθεσιν των εμπορευμάτων, ην ήθελε κρίνει σκόπιμον, δύναται δε να εκδώση οδηγίας αναφορικώς προς τας αποθήκας αποταμιεύσεως ή τα διαμερίσματα αυτών, εν οις δυνατόν να διενεργηθώσι πράξεις ως αι ανωτέρω.

(2) Πας όστις επιχειρεί οιανδήποτε πράξιν επί εμπορευμάτων εν αποταμιεύσει κατά παρέκκλισιν αδείας παρασχεθείσης δυνάμει του παρόντος άρθρου ή κατά παρέκκλισιν οιασδήποτε ετέρας διατάξεως ως εν τοις ανωτέρω, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας £500, τα δε εμπορεύματα υπόκεινται εις δήμευσιν.

Έλλειμμα εις αποταμιευμένα εμπορεύματα

76.-(1) Εάν καθ' οιονδήποτε χρόνον, αφ' ης εμπορεύματα ετέθησαν εις αποθήκην αποταμιεύσεως, και πριν ή ταύτα νομίμως μεταφερθώσιν εκ της αποθήκης συμφώνως τη περί τούτων κατατεθείση διασαφήσει, αποδειχθή ότι τα εμπορεύματα ελλείπουσιν ή ότι είναι ελλιπή και δεν αποδειχθή τω Διευθυντή ότι τούτο οφείλεται εις φυσικήν φθοράν ή μείωσιν ή ετέραν νόμιμον αιτίαν, ανεξαρτήτως της ποινής ή δημεύσεως, ην τοιούτον έλλειμμα δυνατόν να επάγεται δυνάμει ετέρας διατάξεως του παρόντος Νόμου ο Διευθυντής δύναται να απαιτήση παρά του κατόχου της αποθήκης αποταμιεύσεως ή του ιδιοκτήτου των εμπορευμάτων, όπως καταβάλη πάραυτα αναφορικώς προς τα ελλείποντα εμπορεύματα ή την επί το έλαττον διαφοράν, εν όλω ή εν μέρει, ως ήθελε καθορίσει κατά το δοκούν, τον αναλογούντα τοις εμπορεύμασι δασμόν ή φόρον ή, εν τη περιπτώσει εμπορευμάτων αποταμιευθέντων επί τη επιστροφή του καταβληθέντος δασμού ή φόρου, άτινα δεν ηδύναντο κατά νόμον να διατεθώσιν προς εσωτερικήν κατανάλωσιν, ποσόν ίσον προς τον επιστραφέντα δασμόν ή φόρον:

Νοείται ότι το παρόν εδάφιον δεν τυγχάνει εφαρμογής καθ' όσον αφορά εις έλλειμμα σημειούμενον εις εμπορεύματα αποταμιευθέντα και τελωνισθέντα εκ της αποθήκης προς εξαγωγήν ή φόρτωσιν αυτών ως εφοδίων, εκτός εάν ο αρμόδιος λειτουργός έχει εύλογον υπόνοιαν ότι η επί το έλαττον διαφορά οφείλεται εν όλω ή εν μέρει, εις παράνομον υπεξαίρεσιν.

(2) Ο κάτοχος της αποθήκης αποταμιεύσεως ή ο ιδιοκτήτης των εμπορευμάτων όστις, τη εγγράφω απαιτήσει λειτουργού, αρνείται να καταβάλη οιονδήποτε ποσόν, δι' ο υπέχει υποχρέωσιν συμφώνως τω προηγουμένω εδαφίω, υπόκειται επιπροσθέτως εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν το διπλάσιον του τοιούτου ποσού.

(3) Εν η περιπτώσει επιτραπή κατά νόμον η μεταφορά εμπορευμάτων εξ αποθήκης αποταμιεύσεως άνευ της καταβολής του δασμού ή φόρου εις ετέραν αποθήκην ή εις έτερον τι μέρος, το παρόν άρθρον, εξαιρουμένης της τεθειμένης τω εδαφίω (1) επιφυλάξεως, τυγχάνει εφαρμογής καθ' όσον αφορά εις τα εμπορεύματα ταύτα διαρκούσης της μεταφοράς των, ως εάν ταύτα ευρίσκοντο εισέτι εν αποθήκη αποταμιεύσεως:

Νοείται ότι παν ποσόν δυνάμει του εδαφίου (1) οφειλόμενον, αναφορικώς προς τα τοιαύτα εμπορεύματα, εισπράττεται μόνον εκ του ιδιοκτήτου των εμπορευμάτων.

Μεταφορά εμπορευμάτων εξ αποθήκης αποταμιεύσεως

77.-(1) Πριν ή μεταφερθώσιν οιαδήποτε εμπορεύματα εκ τίνος αποθήκης αποταμιεύσεως, ο ιδιοκτήτης τούτων οφείλει να καταθέση παρά τω αρμοδίω λειτουργώ διασάφησιν, εν ω τύπω και τρόπω και περιέχουσαν τοιαύτα στοιχεία, ως ο Διευθυντής ήθελε καθορίσει.

(2) Τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος ή οιουδήποτε ετέρου Νόμου ή των δυνάμει τούτων γενομένων διοικητικών πράξεων, καθ' όσον αφορά εις τους σκοπούς, δι' ους επιτρέπεται η αποταμίευσις εμπορευμάτων, δυνάμει του παρόντος άρθρου επιτρέπεται αποταμίευσις εμπορευμάτων δι' οιονδήποτε των ακολούθων σκοπών:

(α) δι' εσωτερικήν κατανάλωσιν·

(β) δι' εξαγωγήν·

(γ) προς χρήσιν αυτών ως εφοδίων·

(δ) τηρουμένων των όρων και περιορισμών, ους ο Διευθυντής ήθελε κατά το δοκούν επιβάλει, προς μεταφοράν αυτών εις ετέραν αποθήκην, εγκεκριμένην διά την αποταμίευσιν τοιούτων εμπορευμάτων·

(ε) τηρουμένων των ως είρηται όρων και περιορισμών, προς μεταφοράν αυτών δι' ετέρους σκοπούς, εις τόπους και διά χρονικός περιόδους εκάστοτε καθοριζομένας υπό του Διευθυντού.

(3) Εμπορεύματα λογίζονται προσηκόντως αποταμιευθέντα δυνάμει του παρόντος άρθρου, άμα τη υπογραφή της περιεχούσης την ρήτραν αποταμιεύσεως διασαφήσεως υπό του αρμοδίου λειτουργού.

(4) Εκτός ως άλλως προνοείται εν τω παρόντι Νόμω, απαγορεύεται η μεταφορά εμπορευμάτων εξ αποθήκης αποταμιεύσεως, μέχρις ου καταβληθώσιν οι αναλογούντες αυτοίς δασμοί και φόροι.

(5) Δεν επιτρέπεται η μεταφορά αποταμιευμένων εμπορευμάτων εκ της εις ην είναι αποταμιευμένα αποθήκης ή φόρτωσις αυτών εις πλοίον ή αεροσκάφος, προς μεταφοράν ή εξαγωγήν ή προς χρήσιν αυτών ως εφοδίων ειμή μόνον τη αδεία του αρμοδίου λειτουργού και συμφώνως προς τας οδηγίας, ας ούτος ήθελε παράσχει.

Νέα διασάφησις εμπορευμάτων δηλωθέντων προς αποταμίευσιν

78. Εμπορεύματα αναφορικώς προς άτινα κατετέθη διασάφησις περιέχουσα ρήτραν αποταμιεύσεως ή δι' α παρεσχέθη άδεια μεταφοράς αυτών εκ τίνος αποθήκης αποταμιεύσεως δι' οιονδήποτε σκοπόν επί τω τέλει εκ νέου αποταμιεύσεως τούτων εν τινι αποθήκη, δυνατόν τη αδεία του αρμοδίου λειτουργού, καθ' οιονδήποτε χρόνον πριν ή προσηκόντως αποταμιευθώσιν ή αναλόγως της περιπτώσεως, εκ νέου αποταμιευθώσιν εν τινι αποθήκη-

(α) να δηλωθώσιν, τη καταθέσει νέας διασαφήσεως υπό του ιδιοκτήτου των προς εσωτερικήν κατανάλωσιν, εφ' όσον δύνανται κατά νόμον να χρησιμοποιηθώσι προς τούτο, προς εξαγωγήν ή προς χρήσιν αυτών ως εφοδίων και να υποστώσι την αυτήν μεταχείρισιν, ως εάν η ούτω κατατιθεμένη νέα διασάφησις εγένετο, εν όσω τα εμπορεύματα ήσαν αποταμιευμένα εν τη αποθήκη·

(β) τηρουμένης της αυτής διαδικασίας, ως εάν είχον προσηκόντως εναποτεθή εις αποθήκην αποταμιεύσεως ή, αναλόγως της περιπτώσεως, εκ νέου εναποτεθή εις τοιαύτην αποθήκην, μεταφερθώσιν εις ετέραν αποθήκην εγκεκριμένην διά την αποταμίευσιν τοιούτων εμπορευμάτων:

Νοείται ότι, οσάκις τα εμπορεύματα περιέχωνται εις δοχεία και η ούτω γενομένη νέα διασάφησις ή μεταφορά ως εν τοις ανωτέρω, αφορά εις μέρος μόνον των εμπορευμάτων, το μέρος τούτο δέον όπως περιέχηται εις ένα ή πλείονα πλήρη δοχεία.

Δασμοί και φόροι επί αποταμιευμένων εμπορευμάτων

79.-(1) Οι τελωνειακοί δασμοί ή φόροι καταναλώσεως ως και οι συντελεσταί αυτών, οι βαρύνοντες αποταμιευμένα εμπορεύματα, θα είναι οι κρατούντες αναφορικώς προς εμπορεύματα της κλάσεως ή κατηγορίας ταύτης κατά την ημερομηνίαν της μεταφοράς αυτών εκ της αποθήκης αποταμιεύσεως.

(2) Τηρουμένου του αμέσως επομένου εδαφίου, ο πληρωτέος δυνάμει του παρόντος άρθρου δασμός ή φόρος βεβαιούται βάσει της γενομένης εξελέγξεως των εμπορευμάτων ότε ταύτα το πρώτον ετέθησαν εις αποθήκην αποταμιεύσεως.

(3) Εν τη περιπτώσει οιουδήποτε των κατωτέρω εμπορευμάτων, ήτοι καπνού, οίνων, οινοπνευματωδών και ορυκτελαίων, ο πληρωτέος δυνάμει του παρόντος άρθρου δασμός ή φόρος βεβαιούται-

(α) βάσει της γενομένης εξελέγξεως τούτων ότε το τελευταίον ετέθησαν εις αποθήκην αποταμιεύσεως· ή

(β) εν η περιπτώσει ταύτα εξηλέγχθησαν μετά την επ' αυτών διενέργειαν οιασδήποτε επιτρεπομένης πράξεως εν τη αποθήκη αποταμιεύσεως, αφ' ης ταύτα το τελευταίον απεταμιεύθησαν, συμφώνως προς την ούτω γενομένην τελευταίαν εξέλεγξιν, ή, τη εκλογή του ιδιοκτήτου των εμπορευμάτων, δι' αναφοράς εις την ποσότητα των εμπορευμάτων, βεβαιουμένην κατά βάρος, μέτρον, ή δύναμιν κατά τον χρόνον της παραδόσεως αυτών προς εσωτερικήν κατανάλωσιν:

Νοείται ότι το παρόν εδάφιον δεν τυγχάνει εφαρμογής αναφορικώς προς οιονδήποτε δασμόν ή φόρον πληρωτέον δυνάμει του άρθρου 76.

(4) Εν η περιπτώσει κατεβλήθη οιοσδήποτε δασμός ή φόρος προ της δυνάμει του παρόντος άρθρου νομίμου ημερομηνίας, καταβάλλεται παν ελλιπώς εισπραχθέν ή επιστρέφεται παν αχρεωστήτως καταβληθέν ποσόν όπερ ήθελε βεβαιωθή βάσει της διαφοράς του ούτω καταβληθέντος και του κατά νόμον πληρωτέου ποσού.

Μεταφορά εξ αποθήκης αποταμιεύσεως άνευ πληρωμής του δασμού ή φόρου

80. Ανεξαρτήτως οιασδήποτε ετέρας διατάξεως του παρόντος Νόμου, δι' ης επιτρέπεται η μεταφορά εμπορευμάτων εκ τίνος αποθήκης αποταμιεύσεως, άνευ πληρωμής δασμού ή φόρου, ο Διευθυντής δύναται να επιτρέψη όπως αποταμιευμένα εμπορεύματα, άτινα εν τη κατατεθείση διασαφήσει εδηλώθησαν προς μεταφοράν δι' οιονδήποτε έτερον σκοπόν πλην του προς εσωτερικήν κατανάλωσιν τοιούτου, μεταφερθώσιν άνευ της καταβολής δασμού ή φόρου εκ της αποθήκης διά τον ούτω καθορισθέντα σκοπόν, υπό τους κατά το δοκούν εκάστοτε καθοριζομένους υπό του Διευθυντού όρους και περιορισμούς.

Άρσις εγκρίσεως αποθήκης αποταμιεύσεως

81 .-(1) Εφ' όσον ο Διευθυντής σκοπεί να ανακαλέση ή να μη ανανέωση την έγκρισιν αυτού διά τινα αποθήκην αποταμιεύσεως, ούτος οφείλει όπως, τρεις τουλάχιστον μήνας προ της ημερομηνίας της ανακλήσεως ή της λήξεως της ισχύος της εγκρίσεως, αναλόγως της περιπτώσεως, γνωστοποιήση την τοιαύτην πρόθεσιν αυτού, καθορίζων άμα εν τη γνωστοποιήσει και την ημερομηνίαν, καθ' ην άρχεται η ανάκλησις ή λήγει η ισχύς της παρασχεθείσης εγκρίσεως.

(2) Η ως είρηται γνωστοποίησις δέον όπως είναι έγγραφος, λογίζεται δε επιδοθείσα εις άπαντα τα πρόσωπα, τα έχοντα συμφέρον επί εμπορευμάτων ήδη εναποτεθειμένων εν τη αποθήκη ταύτη ή επί εμπορευμάτων δικαιουμένων δυνάμει του παρόντος Νόμου αποταμιεύσεως εν αυτή μεταξύ της ημερομηνίας της εκδόσεως της γνωστοποιήσεως και της εν αυτή καθοριζομένης ημερομηνίας, εφ' όσον αύτη απευθύνεται εις τον κάτοχον της αποθήκης και καταλειφθή εν αυτή.

(3) Εάν μετά την καθοριζομένην εν τη ειρημένη γνωστοποιήσει ημερομηνίαν ή οιανδήποτε μεταγενεστέραν ημερομηνίαν, ως ο Διευθυντής ήθελεν εν εκάστη περιπτώσει ορίσει, παραμείνωσιν εν τη αποθήκη μη προσηκόντως τελωνισθέντα εμπορεύματα, ταύτα δύνανται να μεταφερθώσιν υπό τίνος λειτουργού εις δημοσίαν τινά αποθήκην αποταμιεύσεως και άνευ επηρεασμού των διατάξεων του εδαφίου (3) του αμέσως επομένου άρθρου, εάν δεν τελωνισθώσιν εξ αυτής εντός μηνός, δυνατόν να εκποιηθώσι.

Διατάξεις αφορώσαι εις εναπόθεσιν εμπορευμάτων εις δημοσίας αποθήκας αποταμιεύσεως

82.-(1) Αι εν τοις εφεξής διατάξεις του παρόντος άρθρου τυγχάνουσιν εφαρμογής εφ' οιωνδήποτε εμπορευμάτων άτινα αποταμιεύονται εν τινι δημοσία αποθήκη δυνάμει οιασδήποτε των διατάξεων του παρόντος Νόμου.

(2) Διαρκούσης της αποταμιεύσεως των εμπορευμάτων καταβάλλονται τα υπό του Διευθυντού οριζόμενα τέλη.

(3) Εάν τα εμπορεύματα είναι καυσίμου ή ευφλέκτου φύσεως ή άλλως πως φύσεως χρηζούσης ιδιαιτέραν επιμέλειαν ή μεταχείρισιν-

(α) επιπροσθέτως οιασδήποτε ετέρας επιβαρύνσεως πληρωτέας επ' αυτών, ταύτα βαρύνονται και διά πάσης δαπάνης, ήτις θέλει καταστή αναγκαία διά την ασφάλειαν και φύλαξιν αυτών, ως ο Διευθυντής ήθελεν εκάστοτε καθορίσει·

(β)ο Διευθυντής και οι λειτουργοί ουδεμίαν υπέχουσιν ευθύνην προς αποζημίωσιν διά ζημίαν τυχόν επενεχθησομένην εις τα εμπορεύματα" και

(γ) εάν ο ιδιοκτήτης των εμπορευμάτων δεν τελωνίση ταύτα εντός δεκατεσσάρων ημερών από της αποταμιεύσεως, ο Διευθυντής δύναται να εκποιήση ταύτα:

Νοείται ότι, εν τη περιπτώσει εμπορευμάτων αποταμιευθέντων δυνάμει του εδαφίου (2) του άρθρου 27, η παράγραφος (γ) του παρόντος άρθρου τυγχάνει εφαρμογής μόνον εάν τα εμπορεύματα είναι καυσίμου ή ευφλέκτου φύσεως.

(4) Εκτός ως άλλως προνοείται εν τω παρόντι Νόμω, απαγορεύεται η μεταφορά εμπορευμάτων εκ της αποθήκης αποταμιεύσεως, μέχρις ου οι αναλογούντες αυτοίς δασμοί ή φόροι και έτεραι δαπάναι, περιλαμβανομένων και των τελών αποβάθρας-

(α)διά την μεταφοράν αυτών εις την αποθήκην· και

(β) δυνάμει των δύο αμέσως προηγουμένων εδαφίων,

καταβληθώσι και εν τη περιπτώσει εμπορευμάτων χρηζόντων διασαφήσεως μη εισέτι κατατεθείσης, μέχρις ου κατατεθή η περί τούτων διασάφησις.

(5) Ο έχων την φύλαξιν των εμπορευμάτων λειτουργός δύναται να αρνηθή να επιτρέψη μεταφοράν τούτων, μέχρις ου αποδειχθή αυτώ ότι κατεβλήθησαν άπαντα τα επ' αυτών οφειλόμενα ναυλωτικά.

(6) Παν ποσόν, όπερ θέλει προκύψει εκ της εκποιήσεως εμπορευμάτων δυνάμει οιασδήποτε διατάξεως του παρόντος Νόμου, διατίθεται-

(α)κατά πρώτον διά την πληρωμήν παντός δασμού ή φόρου βαρύνοντος τα εμπορεύματα·

(β) κατά δεύτερον λόγον διά την κάλυψιν των εν εδαφίω (4) μνημονευομένων δαπανών·

(γ) είτα δε διά την κάλυψιν των ναυλωτικών,

εάν δε ο αμέσως προ της εκποιήσεως ιδιοκτήτης των εμπορευμάτων υποβάλη επί τούτω αίτησιν, καταβάλλεται αυτώ παν τυχόν εναπομένον ποσόν.

(7) Οσάκις οιαδήποτε διάταξις του παρόντος Νόμου προνοή την εκποίησιν εμπορευμάτων δεν επιτυγχάνεται όμως εκποίησις τούτων εις δύο διαδοχικός δημοπρασίας-

(α)διά ποσόν επαρκές διά την διενέργειαν της εν παραγράφω (β) του αμέσως προηγουμένου εδαφίου πληρωμής, εν τη περιπτώσει εμπορευμάτων προοριζομένων δι' εξαγωγήν· ή

(β) διά ποσόν επαρκές διά την διενέργειαν των εν παραγράφοις (α) και (β) του εν λόγω εδαφίου πληρωμών, εν πάση ετέρα περιπτώσει,

τα εν λόγω εμπορεύματα θεωρούνται ως εγκαταλελειμμένα και περιέρχονται εις την κυριότητα της Δημοκρατίας, οπότε ο Διευθυντής δύναται να τα εκποιήσει ή καταστρέψει ή διαθέσει ελεύθερα εισαγωγικών δασμών και φόρων προς όφελος της Δημοκρατίας ή φιλανθρωπικών ιδρυμάτων.

(8) Σε περίπτωση που ο Διευθυντής αποφασίσει, δυνάμει του εδαφίου (7), την καταστροφή των εμπορευμάτων ενημερώνει σχετικά τον ιδιοκτήτη τους ο οποίος και επιβαρύνεται με τα έξοδα της καταστροφής.

Γενικά αδικήματα περί τας αποθήκας αποταμιεύσεως και τα αποταμιευμένα εμπορεύματα

83.-(1) Πας όστις, άνευ αδείας του αρμοδίου λειτουργού ή άνευ νομίμου και επαρκούς αιτίας ανοίγει οιανδήποτε θύραν ή κλείθρον ιδιωτικής ή δημοσίας αποθήκης αποταμιεύσεως ή εισέρχεται ή επιτυγχάνει πρόσβασιν εις οιανδήποτε τοιαύτην αποθήκην ή εις εμπορεύματα αποταμιευμένα εν αυτή, υπόκειται εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας £1000.

(2) Οσάκις-

(α) εμπορεύματα καθορισθέντα προς αποταμίευσιν εν τη κατατεθείση διασαφήσει τίθενται εν τη αποθήκη αποταμιεύσεως άνευ της αδείας του αρμοδίου λειτουργού ή κατά παράβασιν των υπ' αυτού εκδοθεισών οδηγιών· ή

(β) εκτός ως άλλως προνοείται εν τω παρόντι Νόμω, εμπορεύματα καθορισθέντα προς αποταμίευσιν εν τη κατατεθείση διασαφήσει μεταφέρωνται χωρίς να αποταμιευθώσι προσηκόντως ή άλλως πως δεν αποταμιευθώσι προσηκόντως· ή

(γ) εμπορεύματα εναποτεθέντα εν τινι ιδιωτική ή δημοσία αποθήκη αποταμιεύσεως μεταφερθώσιν εξ αυτής παρανόμως ή παρανόμως φορτούνται εις πλοίον, αεροσκάφος ή όχημα προς μεταφοράν ή εξαγωγήν ή χρήσιν αυτών ως εφοδίων· ή

(δ) εμπορεύματα καθορισθέντα προς αποταμίευσιν εν τη κατατεθείση διασαφήσει αποκρύπτωνται προ ή μετά την αποταμίευσιν αυτών· ή

(ε) εμπορεύματα, ων επετράπη κατά νόμον ή μεταφορά εκ τίνος ιδιωτικής ή δημοσίας αποθήκης αποταμιεύσεως άνευ πληρωμής του αναλογούντος αυτοίς δασμού ή φόρου δεν παραδοθώσι προσηκόντως εις τον προορισμόν εις ον ταύτα έδει να αχθώσι συμφώνως τη παρασχεθείση αδεία,

τα εμπορεύματα ταύτα υπόκεινται εις δήμευσιν, πας δε όστις λαμβάνει, μεταφέρει, φορτώνει ή αποκρύπτει εμπορεύματα ως εν τοις ανωτέρω με πρόθεσιν καταδολιεύσεως της Δημοκρατίας εκ των αναλογούντων αυτοίς δασμών και φόρων ή ίνα καταστρατηγήση απαγορευτικήν διάταξιν ή περιορισμόν, εκάστοτε τελούντα εν ισχυί αναφορικώς προς τα εν λόγω εμπορεύματα, δυνάμει οιασδήποτε νομοθετικής πράξεως, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν την εις τριπλούν αξίαν των εμπορευμάτων ή τας £1500 ή το εν εκάστη περιπτώσει μείζον των άνω ποσόν ή εις φυλάκισιν μέχρι δύο ετών ή εις αμφοτέρας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης.

ΜΕΡΟΣ V ΟΙΝΟΠΝΕΥΜΑΤΩΔΗ ΚΑΙ ΖΥΘΟΣ
Κατασκευή Οινοπνευματωδών
Άδεια κατασκευής οινοπνευματωδών

84.-(1) Απαγορεύεται η υπό παντός προσώπου, πλην του παραγωγού ζιβανίας, κατασκευή, οινοπνευματωδών δι' αποστάξεως υποστάντος ζύμωσιν υγρού ή δι' οιασδήποτε ετέρας μεθόδου, εκτός εάν κατέχη επί τούτω άδειαν δυνάμει του παρόντος άρθρου παρεχομένην (εν τω παρόντι Νόμω αναφερομένην ως "άδεια οινοπνευματοποιού Α' κατηγορίας")· πάσα τοιαύτη άδεια υπόκειται εις την καταβολήν τέλους εξ εκατόν λιρών, η ισχύς δε ταύτης εκπνέει τη τριακοστή πρώτη ημέρα, του αμέσως επομένου της εκδόσεως αυτής, μηνός Δεκεμβρίου.

(2) Η άδεια οινοπνευματοποιού Α' κατηγορίας παρέχει τω κατόχω αυτής το δικαίωμα όπως πωλή χονδρικώς οινοπνευματώδη ιδικής του κατασκευής εν τω ιδίω αυτού αδειούχω οικήματι.

Εξουσία εκδόσεως Κανονισμών προς ρύθμισιν της κατασκευής οινοπνευματωδών

85.-(1) Επί τω τέλει διασφαλίσεως των δημοσίων προσόδων το Υπουργικόν Συμβούλιον δύναται να εκδώση Κανονισμούς-

(α) διέποντας την υπό οινοπνευματοποιών Α' κατηγορίας κατασκευήν οινοπνευματωδών, είτε δι' αποστάξεως υποστάντος ζύμωσιν υγρού είτε δι' ετέρας τινός μεθόδου·

(β)προς εξασφάλισιν και είσπραξιν των επί οινοπνευματωδών καταβλητέων φόρων καταναλώσεως·

(γ) διέποντας την μεταφοράν οινοπνευματωδών εκ τίνος οινοπνευματοποιείου, δυνατόν δε να εκδοθώσι διαφορετικοί Κανονισμοί διέποντες την διά διαφορετικούς σκοπούς ή διά διαφορετικών μεθόδων κατασκευήν οινοπνευματωδών.

(2) Οσάκις το Υπουργικόν Συμβούλιον-

(α) ήθελε πεισθή ότι οιαδήποτε μέθοδος κατασκευής οινοπνευματωδών αποβλέπει πρωταρχικώς εις την κατασκευήν ετέρου είδους πλην των οινοπνευματωδών· ή

(β) ήθελε κρίνει σκόπιμον, εν τη περιπτώσει οιουδήποτε προσώπου κατασκευάζοντος οινοπνευματώδη δι' οιασδήποτε ετέρας μεθόδου πλην της δι' αποστάξεως υποστάντος ζύμωσιν υγρού τοιαύτης,

δύναται να ορίση ότι, εφ' όσον τηρηθώσιν οι όροι, ους ήθελε κατά το δοκούν επιβάλει, ωρισμέναι των διατάξεων του παρόντος Μέρους, των αφορωσών εις την κατασκευήν ή τους κατασκευαστάς οινοπνευματωδών ή ωρισμένοι Κανονισμοί δυνάμει του παρόντος άρθρου γενόμενοι, ους ήθελε το Υπουργικόν Συμβούλιον ωσαύτως καθορίσει, δεν θα τυγχάνωσιν εφαρμογής εις την περίπτωσιν του εν λόγω προσώπου.

(3) Εκτός ως προνοείται εν τω αμέσως προηγουμένω εδαφίω πας όστις διά πράξεως ή παραλείψεως αυτού παραβαίνει Κανονισμόν δυνάμει του εδαφίου (1) του παρόντος άρθρου γενόμενον, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας £750, τα δε οινοπνευματώδη και οιαδήποτε αγγεία, σκεύη και υλικά, άτινα ήθελον χρησιμοποιηθή διά την απόσταξιν ή άλλως πως κατασκευήν ή παρασκευήν οινοπνευματωδών και αναφορικώς προς άτινα διεπράχθη το αδίκημα, υπόκεινται εις δήμευσιν.

(4) Πας όστις, υποκείμενος εις διαταγήν εκδοθείσαν υπό του Υπουργικού Συμβουλίου δυνάμει του εδαφίου (2), πράττει τι κατά παράβασιν ή παραλείπει να συμμορφωθή προς οιονδήποτε όρον επιβληθέντα δυνάμει του ως είρηται εδαφίου και εφαρμοστέον εις την περίπτωσιν αυτού, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας £500, τα δε οινοπνευματώδη, αναφορικώς προς άτινα διεπράχθη το αδίκημα, υπόκεινται εις δήμευσιν.

Αποθήκη ωριμάνσεως

86.-(1) Ο οινοπνευματοποιός Α' κατηγορίας ή ο αδειούχος ή εξουσιοδοτημένος οινοπνευματοποιός Β' κατηγορίας, όστις εξουσιοδοτήθη υπό του Διευθυντού δυνάμει του άρθρου 100(1) εις την παραλαβήν ζιβανίας, εφ' ης δεν κατεβλήθη φόρος καταναλώσεως δύναται να εφοδιάση το οίκημα του διά τόπου ασφαλούς εναποθέσεως οινοπνευματωδών, κατασκευαζομένων εν τω οικήματι τούτω, και εφ' όσον ο τόπος ούτος ήθελε τύχει της εγκρίσεως του Διευθυντού, να εναποθηκεύη εν αυτώ, άνευ της πληρωμής φόρου, τα ούτω κατασκευαζόμενα οινοπνευματώδη· ο Διευθυντής δύναται να παράσχη την έγκρισιν αυτού υπό όρους καθοριζομένους κατά το δοκούν, και εάν οι όροι ούτοι δεν τηρηθώσι καθ' οιονδήποτε χρόνον, ο τόπος ούτος λογίζεται ως μηδέποτε εγκριθείς υπό του Διευθυντού.

(2) Πας τόπος ασφαλούς εναποθέσεως οινοπνευματωδών, όστις ήθελεν εκάστοτε τύχει της εγκρίσεως του Διευθυντού δυνάμει του προηγουμένου εδαφίου, αναφέρεται εν τω παρόντι Νόμω ως "αποθήκη ωριμάνσεως".

(3) Ο οινοπνευματοποιός Α' ή Β' κατηγορίας, όστις είναι εφωδιασμένος δι' αποθήκης ωριμάνσεως, οφείλει όπως παραχωρή ωσαύτως κατά τρόπον ικανοποιούντα τον Διευθυντήν τόπον εν τη αποθήκη διά την διαμονήν του υπευθύνου λειτουργού, εάν δε παραλείψη να πράξη ούτω είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας £250:

Νοείται ότι ουδέν των εν τω παρόντι εδαφίω διαλαμβανομένων επηρεάζει κατά τινα τρόπον οιανδήποτε εξουσίαν του Διευθυντού, όπως απαιτή την τοιαύτην παραχώρησιν τόπου διαμονής ως προϋπόθεσιν προς παροχήν της εγκρίσεως αυτού δι' οιονδήποτε έτερον οίκημα ή τόπον δυνάμει του παρόντος Νόμου.

(4) Ο οινοπνευματοποίος Α' ή Β' κατηγορίας όστις, μετά την έγκρισιν της αποθήκης ωριμάνσεως, δι' ης ούτος είναι εφωδιασμένος, προβαίνει άνευ της προηγουμένης αδείας του Διευθυντού εις οιανδήποτε αλλαγήν ή προσθήκην εν αυτή, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας £750.

(5)Το Υπουργικόν Συμβούλιον δύναται να εκδώση Κανονισμούς-

(α) διέποντας την αποθήκευσιν οινοπνευματωδών εις αποθήκας ωριμάνσεως·

(β) επιτρέποντας, καθ' ην έκτασιν ήθελε κριθή τούτο αναγκαίον προς αντιμετώπισιν των περιστάσεων ειδικής τίνος περιπτώσεως και υπό όρους, ους το Υπουργικόν Συμβούλιον ήθελε κατά το δοκούν επιβάλει, την υπό οινοπνευματοποιού Α' ή Β' κατηγορίας εναπόθεσιν εν τη ιδία αυτού αποθήκη ωριμάνσεως, άνευ της πληρωμής φόρου, και ετέρων οινοπνευματωδών, πλην των κατασκευαζομένων εν τω οινοπνευματοποιείω, εις ο ανήκει η τοιαύτη αποθήκη·

(γ) προς εξασφάλισιν των φόρων καταναλώσεως, των αναλογούντων εις τα ούτω αποθηκευμένα οινοπνευματώδη,

τηρουμένων δε των ούτω δημοσιευομένων εν τη επισήμω εφημερίδι της Δημοκρατίας Κανονισμών, αι διατάξεις των Μερών IV και Χ, εξαιρουμένων των του άρθρου 71, θα τυγχάνωσιν εφαρμογής επί αποθήκων ωριμάνσεως και οινοπνευματωδών αποθηκευμένων εν αυταίς, ως αύται τυγχάνουσιν εφαρμογής επί αποθηκών αποταμιεύσεως, εγκεκριμένων δυνάμει του ως είρηται άρθρου 71 και επί εμπορευμάτων αποθηκευμένων εν αυταίς.

(6) Πας όστις διά πράξεως ή παραλείψεως αυτού παραβαίνει οιονδήποτε Κανονισμόν δυνάμει του αμέσως προηγουμένου εδαφίου γενόμενον, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας £750, τα δε οινοπνευματώδη αναφορικώς προς άτινα διεπράχθη το αδίκημα, υπόκεινται εις δήμευσιν.

Αδικήματα περί την μεταφοράν οινοπνευματωδών έκτου οινοπνευματοποιείου, κ.λ.π.

87. Πας όστις

(α)αποκρύπτει εν οινοπνευματοποιείω ή άνευ της συναινέσεως του αρμοδίου λειτουργού μεταφέρει εκ του οινοπνευματοποιείου οιαδήποτε οινοπνευματώδη' ή

(β) εν γνώσει αυτού αγοράζει ή λαμβάνει αποκρυπτόμενα ή μεταφερόμενα οινοπνευματώδη· ή

(γ) εν γνώσει αυτού αγοράζει ή λαμβάνει ή έχει εν τη κατοχή αυτού οινοπνευματώδη, άτινα μετεφέρθησαν εκ του τόπου ένθα ταύτα έδει κατά νόμον να ευρίσκοντο διά την επιβολήν του αναλογούντος αυτοίς φόρου καταναλώσεως, πριν ή βεβαιωθή ο αναλογών αυτοίς φόρος και είτε πληρωθή ή παρασχεθή περί τούτου εγγύησις, και εφ' όσον ταύτα δεν ήσαν οινοπνευματώδη κηρυχθέντα ή λογιζόμενα ως κηρυχθέντα εις δήμευσιν,

τα οινοπνευματώδη υπόκεινται εις δήμευσιν και ούτος είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν την εις τριπλούν αξίαν των οινοπνευματωδών ή τας £1500 ή το εν εκάστη περιπτώσει μείζον των άνω ποσών ή εις φυλάκισιν μέχρι δύο ετών ή εις αμφοτέρας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης.

Ανακαθορισμός Οινοπνευμάτων και Ποτοποιία
Άδεια Οινοπνευματοποιού Β' Κατηγορίας και Ποτοποιού

88.-(1) Απαγορεύεται ο υπό παντός προσώπου ανακαθορισμός οινοπνευματωδών ή ποτοποιία και η επί τούτω διατήρησις άμβυκος εκτός εάν κατέχη άδειαν οινοπνευματοποιού Β' κατηγορίας δυνάμει του παρόντος άρθρου παρασχεθείσαν: Νοείται ότι, υπό την προϋπόθεσιν τηρήσεως απάντων των όρων, ους ο Διευθυντής ήθελε κατά το δοκούν επιβάλει, ο οινοπνευματοποιός Α' κατηγορίας δύναται δυνάμει της αδείας, ην ούτος κατέχει, να προβαίνη εις τον ανακαθαρισμόν ζιβανίας, λαμβανομένης εκ της υπό του Διευθυντού καθοριζομένης αρχής ή προσώπου, ή οινοπνευματωδών ιδικής του κατασκευής· παν δε ούτω εξουσιοδοτημένον πρόσωπον εν τω παρόντι Νόμω αναφέρεται ως "εξουσιοδοτημένος οινοπνευματοποιός Β' κατηγορίας".

(2) Εκτός ως ήθελε επιτρέψει ο Διευθυντής και εφ' όσον τηρηθώσιν οι όροι, ους ούτος ήθελε κατά το δοκούν επιβάλει, ουδείς δύναται να προβαίνη εις την κατασκευήν ποτών, εκτός εάν κατέχη άδειαν ποτοποιού δυνάμει του παρόντος άρθρου παρασχεθείσαν.

(3) Η ισχύς αδείας, δυνάμει του παρόντος άρθρου παρασχεθείσης εκπνέει τη τριακοστή πρώτη ημέρα του αμέσως επομένου της εκδόσεως αυτής μηνός Δεκεμβρίου' αύτη υπόκειται εις την καταβολήν τέλους εξ εκατόν λιρών.

(4) Άδεια ή εξουσιοδότησις δυνάμει του παρόντος άρθρου παρασχεθείσα επιτρέπει εις τον κάτοχον αυτής την χονδρικήν εμπορίαν οινοπνευματωδών, ιδικής του παραγωγής, εν τω αδειούχω οικήματι αυτού.

(5)Άνευ επηρεασμού των διατάξεων του άρθρου 92 και εκτός ως προνοείται εν τω παρόντι άρθρω, πας όστις, μη ων εξουσιοδοτημένος οινοπνευματοποιός Β' κατηγορίας, προβαίνει εις τον ανακαθαρισμόν οινοπνευματωδών ή την κατασκευήν ποτών άλλως ή δυνάμει αδείας ή κατά παρέκκλισιν των όρων αδείας παρασχεθείσης αυτώ δυνάμει του παρόντος άρθρου, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας £750.

Κανονισμοί αφορώντες εις τον ανακαθαρισμόν οινοπνευματωδών και την ποτοποιίαν

89.-(1) Επί τω τέλει διασφαλίσεως των δημοσίων προσόδων το Υπουργικόν Συμβούλιον δύναται να εκδώση Κανονισμούς-

(α) διέποντας τον ανακαθαρισμόν οινοπνευματωδών και την ποτοποιϊαν·

(β) διέποντας την παραλαβήν, αποθήκευσιν, μεταφοράν και παράδοσιν οινοπνευματωδών υπό εξουσιοδοτημένων οινοπνευματοποιών Β' κατηγορίας και αδειούχων οινοπνευματοποιών Β' κατηγορίας και ποτοποιών,

δυνατόν δε να εκδοθώσι διαφορετικοί Κανονισμοί δυνάμει του παρόντος άρθρου, καθ' όσον αφορά εις τους εξουσιοδοτημένους οινοπνευματοποιούς Β' κατηγορίας και τους αδειούχους οινοπνευματοποιούς Β' κατηγορίας και ποτοποιούς.

(2) Πας όστις διά πράξεως ή παραλείψεως αυτού παραβαίνει Κανονισμόν δυνάμει του παρόντος άρθρου γενόμενον, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας £750, τα δε οινοπνευματώδη και έτερα είδη, αναφορικώς προς άτινα διεπράχθη το αδίκημα υπόκεινται εις δήμευσιν.

Χρηματική ποινή διά πλεόνασμα ή έλλειμμα

90.-(1) Εάν καθ' οιονδήποτε χρόνον κατά την διενέργειαν ελέγχου υπό τίνος λειτουργού, εις τα αποθέματα οινοπνευματωδών εξουσιοδοτημένου ή αδειούχου οινοπνευματοποιού Β' κατηγορίας, εξευρεθή οιονδήποτε πλεόνασμα, η επί πλέον αύτη διαφορά υπόκειται εις δήμευσιν και ο οινοπνευματοποιός είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν το διπλάσιον του φόρου, του αναλογούντος εις ίσην προς την επί πλέον διαφοράν ποσότητα οινοπνευματωδών εις προυφ.

(2) Εάν καθ' οιονδήποτε χρόνον κατά την διενέργειαν ελέγχου ως εν τοις ανωτέρω, εξευρεθή οιονδήποτε έλλειμμα, δι' ο δεν δύνανται να δοθώσιν εξηγήσεις ικανοποιούσαι τον Διευθυντήν, και όπερ υπολογιζόμενον εις προυφ υπερβαίνει τα πέντε επί τοις εκατόν του συνόλου-

(α)του εξευρεθέντος υπολοίπου, ότε το τελευταίον διενηργήθη έλεγχος·

(β)οιασδήποτε ποσότητος οινοπνευματωδών, ούτω υπολογισθείσης, ήτις έκτοτε νομίμως παρελήφθη υπό του εξουσιοδοτημένου ή αδειούχου οινοπνευματοποιού Β' κατηγορίας,

είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν το διπλάσιον του φόρου του αναλογούντος εις ποσότητα οινοπνευματωδών εις προυφ, ίσην προς την ποσότητα καθ' ην η επί το έλαττον διαφορά υπερβαίνει τα εν λόγω πέντε επί τοις εκατόν.

(3) Διά την διενέργειαν ελέγχου ως εν τοις ανωτέρω και τους σκοπούς του παρόντος άρθρου-

(α) οσάκις αδειούχος οινοπνευματοποιός Β' κατηγορίας μετέρχεται ωσαύτως και την εμπορίαν οινοπνευματωδών εν τω αυτώ οικήματι, άπαντα τα εν τη κατοχή αυτού οινοπνευματώδη λογίζονται ως αποθέματα αυτού ως οινοπνευματοποιού Β' κατηγορίας·

(β)ο εξουσιοδοτημένος οινοπνευματοποιός Β' κατηγορίας δεν θα περιλαμβάνη οινοπνευματώδη κατασκευασθέντα υπ' αυτού υπό την ιδιότητα του οινοπνευματοποιού Α' κατηγορίας.

Περιορισμοί αφορώντες εις τους Οινοπνευματοποιούς Β'Κατηγορίας

91.-(1) Ο εξουσιοδοτημένος ή αδειούχος οινοπνευματοποιός Β' κατηγορίας δεν δύναται να αποστάζη ή εξάγη οινοπνευματώδη εξ υλών ετέρων ή των νομίμως υπ' αυτού λαμβανομένων οινοπνευματωδών.

(2) Ο εξουσιοδοτημένος ή αδειούχος οινοπνευματοποιός Β' κατηγορίας δεν δύναται να έχη εν τη κατοχή αυτού-

(α)πλην των ως άνω οινοπνευματωδών, οιανδήποτε ύλην, εξ ης είναι δυνατή η απόσταξις οινοπνευματωδών, εκτός εάν είναι ούτω εξουσιοδοτημένος εγγράφως υπό του Διευθυντού και υπό τοιούτους όρους και περιορισμούς, ως ήθελον καθορισθή εν τη τοιαύτη εξουσιοδοτήσει·

(β) οινοπνευματώδη, δι' α ούτος δεν κατέχει ουδέ παρέδωσε τω αρμοδίω λειτουργώ άδειαν ή πιστοποιητικόν.

(3) Πας εξουσιοδοτημένος ή αδειούχος οινοπνευματοποιός, όστις παραβαίνει οιανδήποτε των εν τοις ανωτέρω διατάξεων του παρόντος άρθρου ή ούτινος ο άμβυξ εξευρίσκεται περιέχων ύλας δυναμένας να αποσταχθώσιν ως εν τοις ανωτέρω, πλην των νομίμως παραληφθέντων υπ' αυτού οινοπνευματωδών, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας £750 ή το διπλάσιον του φόρου, του αναλογούντος εις ποσότητα οινοπνευματωδών εις προυφ, ίσην προς την ποσότητα των υλών ή οινοπνευματωδών, αναφορικώς προς άτινα διεπράχθη το αδίκημα ή το εν εκάστη περιπτώσει μείζον των άνω ποσών.

(4) Εάν εξουσιοδοτημένος ή αδειούχος οινοπνευματοποιός Β' κατηγορίας καταδικασθή πλείονας της μιας φοράς δυνάμει του παρόντος άρθρου, το εκδικάζον το αδίκημα δικαστήριον δύναται να διατάξη ακύρωσιν της εξουσιοδοτήσεως ή αδείας αυτού και όπως ούτος στερηθή της ικανότητος προς κατοχήν εξουσιοδοτήσεως ή αδείας οινοπνευματοποιού Β' κατηγορίας διά περίοδον τριών ετών από της καταδίκης.

Γενικαί διατάξεις αφορώσαι εις την κατασκευήν οινοπνευματωδών και οινοπνευματούχων σκευασμάτων
Ποινή διά παράνομον κατασκευήν οινοπνευματωδών κ.λ.π.

92.-(1) Εκτός ως προνοείται εν τω παρόντι Νόμω, πας όστις, μη ων παραγωγός ζιβανίας ή κάτοχος αδείας δυνάμει του παρόντος Νόμου παρασχεθείσης και ούτω εξουσιοδοτούσης τούτον-

(α) κατασκευάζει οινοπνευματώδη είτε δι' αποστάξεως υποστάντος ζύμωσιν υγρού είτε δι' ετέρας τινός μεθόδου· ή

(β) έχει εν τη κατοχή του ή ποιείται χρήσιν άμβυκος διά την απόσταξιν ή ανακαθαρισμόν οινοπνευματωδών ή διά ποτοποιϊαν· ή

(γ) κατασκευάζει, παρασκευάζει, αποστάζει ή έχει εν τη καταχή του οιανδήποτε ύλην κατάλληλον προς απόσταξιν,

είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας £750.

(2) Εφ' όσον τα υπάρχοντα αποδεικτικά στοιχεία δεν επαρκούν διά την καταδίκην προσώπου τινός δυνάμει του προηγουμένου εδαφίου, αποδεικνύεται όμως ότι διεπράχθη τοιούτο αδίκημα εν τινι μέρει οικήματος ανήκοντος ή κατεχομένου υπό του εν λόγω προσώπου, υπό τοιαύτας περιστάσεις ώστε θα ήτο αδύνατος η διάπραξις του αδικήματος άνευ γνώσεως αυτού, το πρόσωπον τούτο υπόκειται εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας £500.

(3)Άπαντα τα οινοπνευματώδη, άμβυκες, αγγεία, σκεύη και υλικά, τα προοριζόμενα διά την κατασκευήν, απόσταξιν ή παραλαβήν οινοπνευματωδών-

(α)άτινα ήθελον εξευρεθή εν τη κατοχή οιουδήποτε προσώπου, διαπράξαντος αδίκημα δυνάμει του εδαφίου (1)· ή

(β) άτινα ήθελον εξευρεθή εν οιωδήποτε οικήματι, εν ω διεπράχθη τοιούτο αδίκημα, υπόκεινται εις δήμευσιν.

Γενικαί διατάξεις αφορώσαι εις τα οινοπνευματώδη
Εισαγωγή και εξαγωγή οινοπνευματωδών

93.-(1) Εκτός δυνάμει αδείας του Διευθυντού, απαγορεύεται η εισαγωγή ή εξαγωγή οινοπνευματωδών-

(α)διά πλοίου καθαράς χωρητικότητος κατωτέρας των τεσσαράκοντα τόννων·

(β) εις δοχεία, άτινα έχουσιν εν έκαστον περιεκτικότητα ελάσσονα των εννέα γαλονιών, ειμή μόνον εντός φιαλών προσηκόντως συσκευασμένων εις κιβώτια.

(2)Άπαντα τα οινοπνευματώδη, άτινα εισάγονται, εξάγονται, μεταφέρονται ή κομίζονται κατά παράβασιν του παρόντος άρθρου υπόκεινται εις δήμευσιν.

(3) Οσάκις πλοίον ευρίσκεται ή ήτο εντός δώδεκα ναυτικών μιλίων από των ακτών της Δημοκρατίας, φέρον ή καθ' οιονδήποτε τρόπον έχον επ' αυτού οινοπνευματώδη εντός δοχείων μη συναδόντων προς τας διατάξεις του εδαφίου (1), το πλοίον και τα επ' αυτού ούτω εξευρισκόμενα οινοπνευματώδη υπόκεινται εις δήμευσιν.

Περιορισμοί επί της μεταβιβάσεως της κυριότητος κυπριακών οινοπνευματωδών, ευρισκομένων εις αποθήκας αποταμιεύσεως

94.-(1) Απαγορεύεται η μεταβίβασις κυριότητος οινοπνευματωδών, εναποτεθειμένων εν τινι αποθήκη ωριμάνσεως εις τινα αγοραστήν, μέχρις ου ο οινοπνευματοποιός Α' κατηγορίας παράσχει εγγύησιν διά την πληρωμήν του φόρου καταναλώσεως, ως ο Διευθυντής ήθελε καθορίσει· και η κυριότης επί των ούτω μεταβιβαζομένων οινοπνευματωδών δεν δύναται να μεταβιβασθή εκ νέου, ενόσω τα εν λόγω οινοπνευματώδη παραμένουν εν τη τοιαύτη αποθήκη ωριμάνσεως.

(2) Οινοπνευματώδη υποκείμενα εις μη καταβληθέντα εισέτι φόρον καταναλώσεως, άτινα ευρίσκονται εν οιαδήποτε αποθήκη αποταμιεύσεως πλην εν αποθήκη ωριμάνσεως δεν δύνανται να μεταβιβασθώσιν επ' ονόματι οιουδήποτε αγοραστού, μέχρις ου ο αγοραστής προσκομίση εις τον υπεύθυνον διά την αποθήκην λειτουργόν έγγραφον ένταλμα παραδόσεως των οινοπνευματωδών, υπογεγραμμένον υπό του προσώπου επ' ονόματι ούτινος είναι αποθηκευμένα και προσυπογεγραμμένον υπό του κατόχου της αποθήκης αποταμιεύσεως ή υπαλλήλου αντιπροσωπεύοντος αυτόν εν τη αποθήκη.

(3) Οινοπνευματώδη, προσηκόντως μεταβιβασθέντα συμφώνως ταις διατάξεσι του παρόντος άρθρου, απαλλάσσονται οιασδήποτε δυνάμει του παρόντος άρθρου ευθύνης καθ' όσον αφορά εις την μη πληρωμήν οιουδήποτε φόρου ή χρηματικής ποινής υπό του εκχωρητού.

Μείωσις ή απαλλαγή εκ του δασμού ή φόρου επί οινοπνευματωδών δι'εγκεκριμένους σκοπούς

95.-(1) Εάν πρόσωπον τι απόδειξη τω Διευθυντή ότι η χρήσις μετουσιωμένου οινοπνεύματος είναι ακατάλληλος ή επιβλαβής δι' εγκεκριμένον τινά σκοπόν, ο Διευθυντής δύναται, εφ' όσον κρίνη σκόπιμον και υπό όρους επιβαλλομένους κατά το δοκούν, να εξουσιοδοτήση το εν λόγω πρόσωπον, όπως παραλάβη εκ τίνος αποθήκης αποταμιεύσεως οινοπνευματώδη διά τον εγκεκριμένον τούτον σκοπόν.

(α) εν τη περιπτώσει οινοπνευματωδών παραγομένων εν τη Δημοκρατία ή εισαγομένων και δασμολογουμένων κατά τον συντελεστήν προτιμήσεως, άνευ της καταβολής οιουδήποτε δασμού ή φόρου·

(β) εν τη περιπτώσει ετέρων εισαγομένων οινοπνευματωδών, τη καταβολή της διαφοράς μεταξύ του δασμού, εις ον ταύτα υπόκεινται και του δασμού επί παρομοίων οινοπνευματωδών δασμολογουμένων κατά τον συντελεστήν προτιμήσεως:

Νοείται ότι ουδέν των εν παραγράφω (β) του παρόντος εδαφίου διαλαμβανομένων επηρεάζει την υποχρέωσιν προς καταβολήν οιουδήποτε ετέρου δασμού ή φόρου πλην του επί οινοπνευματωδών καταβλητέου τελωνειακού δασμού.

(2) Πας όστις διά πράξεως ή παραλείψεως αυτού παραβαίνει όρον, όστις ήθελεν επιβληθή δυνάμει του παρόντος άρθρου, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται, επιπροσθέτως οιασδήποτε ετέρας χρηματικής ποινής, εις ην ούτος δυνατόν να υπόκειται, εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας £250.

(3) Διά τους σκοπούς του παρόντος άρθρου "εγκεκριμένος σκοπός" σημαίνει-

(α)χρήσιν παρά τίνος των ιατρικών υπηρεσιών της Δημοκρατίας, ήτις ήθελε τύχει της πιστοποιήσεως του Γενικού Διευθυντού του Υπουργείου Υγείας·

(β) χρήσιν προς ενδυνάμωσιν των κυπριακών οίνων·

(γ) πάντα έτερον σκοπόν, όστις ήθελε τύχει της εγκρίσεως του Υπουργικού Συμβουλίου.

Μείωσις ή απαλλαγή εκ του φόρου καταναλώσεως οινοπνευματωδών

96. Οινοπνευματώδη υποκείμενα εις φόρον καταναλώσεως δυνατόν να παραδοθώσιν άνευ πληρωμής του εν λόγω φόρου εκ των κατεχομένων υπό τίνος οινοπνευματοποιού Α' κατηγορίας αποθεμάτων εν τω οινοπνευματοποιείω αυτού ή εν αποθήκη ωριμάνσεως, προσέτι δε δυνατόν να επιστραφή ο καταβληθείς φόρος επί οινοπνευματωδών παραδιδομένων εκ των αποθεμάτων αδειούχου ή εξουσιοδοτημένου οινοπνευματοποιού Β' κατηγορίας, νοουμένου ότι ο Διευθυντής ήθελεν ικανοποιηθή ότι τα τοιαύτα οινοπνευματώδη πρόκειται να χρησιμοποιηθώσι δι' εγκεκριμένον τινά σκοπόν, ως ούτος καθορίζεται εν εδαφίω (3) του άρθρου 95 και προϋποτιθεμένου ότι θα τηρηθώσιν οι όροι, ους ο Διευθυντής ήθελε κατά το δοκούν επιβάλει.

Περιορισμοί επί της χρήσεως ωρισμένων εμπορευμάτων απαλλαγέντων του δασμού ή φόρου οινοπνευματωδών

97. Πας όστις ποιείται χρήσιν, διά σκοπόν έτερον ή εγκεκριμένον τοιούτον, οινοπνευματωδών απαλλαγέντων του αναλογούντος αυτοίς φόρου ή δασμού, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν την εις τριπλούν αξίαν του κατά νόμον πληρωτέου επ' αυτοίς δασμού ή φόρου ή τας £500 ή το εν εκάστη περιπτώσει μείζον των άνω ποσών, προσέτι δε υπόκεινται εις δήμευσιν άπαντα τα είδη εις ων την κατασκευήν ή παρασκευήν εχρησιμοποιήθησαν τοιαύτα οινοπνευματώδη.

Ειδικαί διατάξεις αφορώσαι εις την κατασκευήν, χρήσιν και διάθεσιν ζιβανίας
Άδεια κατοχής ή χρήσεως απλού άμβυκος

98.-(1) Ουδείς δύναται να κατέχη ή ποιήται χρήσιν απλού άμβυκος εκτός εάν είναι κατασκευαστής ή πωλητής τοιούτων αμβύκων ή κατέχη άδειαν, δυνάμει του παρόντος άρθρου εκδοθείσαν.

(2) Η ισχύς της τοιαύτης αδείας εκπνέει τη τριακοστή πρώτη ημέρα του μηνός Δεκεμβρίου του τρίτου έτους από της ημερομηνίας της εκδόσεως αυτής:

Νοείται ότι ουδεμία άδεια εκδίδεται διά την κατοχήν ή χρήσιν απλού άμβυκος εκτός εάν ο αιτητής ικανοποιήση τον Διευθυντήν ότι ο τοιούτος άμβυξ θα εγκατασταθή εις χωρίον ένθα καλλιεργούνται σταφυλαί διά την απόσταξιν ζιβανίας.

(3) Πας όστις διά πράξεως ή παραλείψεως αυτού παραβαίνει τας διατάξεις του παρόντος άρθρου είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας £1000 ή εις φυλάκισιν μέχρις ενός έτους ή εις αμφοτέρας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης, και ο άμβυξ αναφορικώς προς ον διαπράττεται το αδίκημα υπόκειται εις δήμευσιν.

Περιορισμοί επί της διαθέσεως ζιβανίας

99.-(1) Ουδείς δύναται να πωλή ή άλλως πως διαθέτει ζιβανίαν, εφ' ης δεν κατεβλήθη φόρος οινοπνευματωδών, εκτός εάν-

(α) είναι ο παραγωγός· και

(β)πωλή ή διαθέτη ταύτην εις τον Διευθυντήν της Επιτροπής Αμπελουργικών Προϊόντων:

Νοείται ότι ο παραγωγός δύναται να πωλήση ή άλλως πως διαθέση ποσότητα ζιβανίας, μη υπερβαίνουσαν εν εκάστη περιπτώσει την μίαν οκάν προς χρήσιν ή κατανάλωσιν υπό προσώπου τινός εν τω οίκω του και ουχί προς μεταπώλησιν.

(2) Ουδείς πλην του παραγωγού ή προσώπου νομίμως κομίζοντος ή μεταφέροντος ζιβανίαν, εν τη ενασκήσει της επιχειρήσεως αυτού, δύναται να έχη εν τη κατοχή ή υπό τον έλεγχον αυτού ζιβανίαν, εφ' ης δεν κατεβλήθη φόρος οινοπνευματωδών, ειμή μόνον προς ιδίαν χρήσιν ή κατανάλωσιν εν τω ιδίω αυτού οίκω και εις ποσότητα, μη υπερβαίνουσαν την μίαν οκάν.

(3) Πας όστις διά πράξεως ή παραλείψεως αυτού παραβαίνει τας διατάξεις του παρόντος άρθρου είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας £500 η δε ζιβανία, αναφορικώς προς ην διαπράττεται το αδίκημα υπόκειται εις δήμευσιν.

(4) Διά τους σκοπούς του παρόντος άρθρου "Διευθυντής της Επιτροπής Αμπελουργικών Προϊόντων" σημαίνει λειτουργόν, όστις ήθελε διορισθή ως Διευθυντής της Επιτροπής Αμπελουργικών Προϊόντων.

Αποστολή ή μεταφορά ζιβανίας

100.-(1) Εξαιρέσει δυνάμει αδείας του Διευθυντού, απαγορεύεται η μεταφορά ή αποστολή ζιβανίας εις εξουσιοδοτημένον ή αδειούχον οινοπνευματοποιόν Β' κατηγορίας ή ποτοποιόν ή υπό των προσώπων τούτων παραλαβή ζιβανίας, εκτός εάν αύτη συνοδεύηται υπό εγγράφου υπογεγραμμένου υπό του αποστολέως εμφαίνοντος-

(α)τα ονόματα και τας διευθύνσεις του αποστολέως και παραλήπτου·

(β) τα διακριτικά σημεία και αριθμούς εκάστου δοχείου·

(γ) την ποσότητα και δύναμην ως και τον ολικόν αριθμόν των γαλονιών εις προυφ·

(δ) την ημερομηνίαν και τον χρόνον αποστολής εκ του οικήματος του αποστολέως, εν ω πιστοποιείται υπό του αποστολέως ότι κατεβλήθη άπας ο οφειλόμενος επί της ζιβανίας φόρος:

Νοείται ότι ουδέν των εν τω παρόντι άρθρω διαλαμβανομένων τυγχάνει εφαρμογής επί ζιβανίας αποστελλομένης ή μεταφερομένης υπό ή διά λογαριασμόν του παραγωγού εις τον Διευθυντήν της Επιτροπής Αμπελουργικών Προϊόντων ή τον αντιπρόσωπον αυτού ή επί ζιβανίας μεταφερομένης υπό προσώπου, όπερ δυνάμει της τεθειμένης τω εδαφίω (1) του άρθρου 99 επιφυλάξεως κέκτηται το δικαίωμα όπως έχη εν τη κατοχή αυτού την τοιαύτην ζιβανίαν.

(2) Πας όστις διά πράξεως ή παραλείψεως αυτού παραβαίνει οιανδήποτε διάταξιν του εδαφίου (1) είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας £1000 ή εις φυλάκισιν μέχρις ενός έτους ή εις αμφοτέρας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης, η δε ζιβανία, αναφορικώς προς ην διαπράττεται το αδίκημα υπόκειται εις δήμευσιν.

Όροι παραλαβής ζιβανίας

101 .-(1) Ουδείς εξουσιοδοτημένος ή αδειούχος οινοπνευματοποιός Β' κατηγορίας ή ποτοποιός δύναται να παραλαμβάνη, αμέσως ή εμμέσως, οιανδήποτε ζιβανίαν, ειμή μόνον τη αδεία του Διευθυντού υπό όρους, ους ήθελεν ούτος κατά το δοκούν επιβάλει, και εκ του Διευθυντού της Επιτροπής Αμπελουργικών Προϊόντων ή του αντιπροσώπου αυτού ή εκ τοιούτου ετέρου προσώπου ως ο Διευθυντής ήθελεν εκάστοτε ορίσει.

(2) Πας όστις διά πράξεως ή παραλείψεως αυτού παραβαίνει οιανδήποτε των διατάξεων του εδαφίου (1) είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας £1000 ή εις φυλάκισιν μέχρις ενός έτους ή εις αμφοτέρας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης, η δε ζιβανία αναφορικώς προς ην διαπράττεται το αδίκημα υπόκειται εις δήμευσιν.

Κατασκευή, πώλησις και χρήσις μετουσιωμένου οινοπνεύματος
Άδεια ή εξουσιοδότησις κατασκευής και χονδρικής εμπορίας μετουσιωμένου οινοπνεύματος

102.-(1) Ο Διευθυντής δύναται να εξουσιοδοτήση οιονδήποτε εξουσιοδοτημένον ή αδειούχον οινοπνευματοποιόν Β' κατηγορίας ή ποτοποιόν προς μετουσίωσιν οινοπνεύματος και παν πρόσωπον ούτω εξουσιοδοτηθέν εν τω παρόντι Νόμω αναφέρεται ως "εξουσιοδοτημένος κατασκευαστής μετουσιωμένου οινοπνεύματος".

(2) Εξαιρέσει του εξουσιοδοτημένου κατασκευαστού μετουσιωμένου οινοπνεύματος, απαγορεύεται η υπό παντός προσώπου κατασκευή ή χονδρική εμπορία μετουσιωμένου οινοπνεύματος, εκτός εάν κατέχη άδειαν κατασκευαστού μετουσιωμένου οινοπνεύματος δυνάμει του παρόντος άρθρου παρασχεθείσαν· η ισχύς της τοιαύτης αδείας εκπνέει τη τριακοστή πρώτη ημέρα του αμέσως επομένου της εκδόσεως αυτής μηνός Δεκεμβρίου.

(3) Πάσα άδεια δυνάμει του παρόντος άρθρου χορηγουμένη υπόκειται εις τέλος δέκα λιρών.

(4) Πας όστις, μη ων εξουσιοδοτημένος κατασκευαστής μετουσιωμένου οινοπνεύματος, προβαίνει εις την μετουσίωσιν οινοπνεύματος άλλως ή δυνάμει αδείας και συμφώνως τοις όροις αδείας δυνάμει του παρόντος άρθρου παρασχεθείσης, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας £250.

(5) Ο Διευθυντής δύναται κατά πάντα χρόνον να ανακαλέση ή αναστείλη οιανδήποτε εξουσιοδότησιν ή άδειαν δυνάμει του παρόντος άρθρου παρασχεθείσαν.

(6) Διά τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, χονδρική εμπορία σημαίνει την καθ' οιονδήποτε χρόνον πώλησιν εις εν πρόσωπον ποσότητος μετουσιωμένου οινοπνεύματος ουχί ελάσσονος των δέκα οκάδων ή τοιαύτης ετέρας ελάσσονος ποσότητος, ως το Υπουργικόν Συμβούλιον ήθελε διά Διατάγματος ορίσει.

Εξουσία εκδόσεως Κανονισμών αφορώντων εις το μετουσιωμένον οινόπνευμα

103.-(1) Επί τω τέλει διασφαλίσεως των δημοσίων προσόδων, το Υπουργικόν Συμβούλιον δύναται να εκδώση Κανονισμούς-

(α) διέποντας την μετουσίωσιν οινοπνεύματος και την προμήθειαν, αποθήκευσιν, μεταφοράν, πώλησιν, παράδοσιν, παραλαβήν, χρήσιν και εξαγωγήν ή φόρτωσιν ως εφοδίων μετουσιωμένου οινοπνεύματος·

(β) καθορίζοντας τα οινοπνευματώδη, άτινα δυνατόν να χρησιμοποιηθώσι, και τας ουσίας μεθ' ων δυνατόν να μιχθώσι, προς μετουσίωσιν·

(γ) επιτρέποντας την μετουσίωσιν οινοπνεύματος εν τινι αποθήκη αποταμιεύσεως·

(δ) επιτρέποντας την άνευ αδείας πώλησιν τοιούτου μετουσιωμένου οινοπνεύματος·

(ε) διέποντας την εισαγωγήν, παραλαβήν, μεταφοράν, εναποθήκευσιν και χρήσιν οινοπνευματωδών προς μετουσίωσιν·

(στ) διέποντας την εναποθήκευσιν και μεταφοράν ουσιών, χρησιμοποιηθησομένων εις την μετουσίωσιν οινοπνεύματος·

(ζ) καθορίζοντας τον τρόπον, εν ω θα τηρώνται λογαριασμοί αποθεμάτων μετουσιωμένου οινοπνεύματος, εν τη κατοχή εξουσιοδοτημένων ή αδειούχων κατασκευαστών και λιανοπωλών μετουσιωμένου οινοπνεύματος·

(η) διά την εξασφάλισιν των φόρων καταναλώσεως των καταβλητέων αναφορικώς προς μετουσιωμένον οινόπνευμα οιασδήποτε κατηγορίας.

(2)Δυνατόν να εκδοθώσι δυνάμει του παρόντος άρθρου διαφορετικοί Κανονισμοί, αναφορικώς προς διαφορετικός κατηγορίας ή είδη μετουσιωμένου οινοπνεύματος.

(3) Πας όστις διά πράξεως ή παραλείψεως αυτού παραβαίνει Κανονισμόν, δυνάμει του παρόντος άρθρου γενόμενον, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας £500.

(4) Εκτός ως άλλως προνοείται εν οιωδήποτε Κανονισμώ δυνάμει του παρόντος άρθρου γενομένω, πας όστις πωλεί χονδρικώς μετουσιωμένον οινόπνευμα άλλως ή δυνάμει αδείας και συμφώνως τοις όροις αδείας δυνάμει του αμέσως προηγουμένου άρθρου εκδοθείσης, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας £250.

(5)Τα οινοπνευματώδη ή μετουσιωμένον οινόπνευμα, αναφορικώς προς άτινα διαπράττεται αδίκημα δυνάμει του αμέσως προηγουμένου άρθρου, υπόκεινται εις δήμευσιν.

Πρόσθετοι διατάξεις αφορώσαι εις το μετουσιωμένον οινόπνευμα

104.-(1) Εάν, εξελεγχθείσης καθ' οιονδήποτε χρόνον, της ποσότητος οιουδήποτε είδους μετουσιωμένου οινοπνεύματος, εν τη κατοχή εξουσιοδοτημένου ή αδειούχου κατασκευαστού μετουσιωμένου οινοπνεύματος, εξευρίσκεται ότι η ποσότης αύτη, υπολογιζομένη εις προυφ, διαφέρει της ποσότητος, ήτις ούτω υπολογιζομένη ώφειλε να ευρίσκετο εν τη κατοχή αυτού κατά τους λογαριασμούς τους τηρουμένους δυνάμει των Κανονισμών, των δυνάμει του αμέσως προηγουμένου άρθρου γενομένων τότε-

(α)εάν η πρώτον μνημονευθείσα ποσότης υπερβαίνη την τελευταίαν, η επί πλέον διαφορά ή οιονδήποτε μέρος αυτής, ως ήθελεν ο Διευθυντής εκάστοτε ορίσει, υπόκειται εις δήμευσιν·

(β) εάν η πρώτον μνημονευθείσα ποσότης είναι κατωτέρα της τελευταίας, ο κατασκευαστής του μετουσιωμένου οινοπνεύματος οφείλει όπως, τη απαιτήσει του Διευθυντού, καταβάλη επί της επί το έλαττον διαφοράς ή επί τοιούτου μέρους αυτής, ως ήθελεν ο Διευθυντής εκάστοτε ορίσει, τον αναλογούντα αυτή φόρον οινοπνευματωδών:

Νοείται ότι το παρόν εδάφιον δεν τυγχάνει εφαρμογής εάν η επί πλέον διαφορά δεν υπερβαίνη το εν επί τοις εκατόν ή η επί το έλαττον τοιαύτη τα δύο επί τοις εκατόν επί του αθροίσματος, υπολογιζομένου εις προυφ-

(i) του υπολοίπου, του εξευρισκομένου κατά τον τελευταίον διενεργηθέντα έλεγχον· και

(ii) οιασδήποτε ποσότητος, ήτις ήθελεν έκτοτε νομίμως προστεθή εις τα αποθέματα του κατασκευαστού μετουσιωμένου οινοπνεύματος.

(2) Πας όστις, εξουσιοδοτηθείς υπό Κανονισμών δυνάμει του αμέσως προηγουμένου άρθρου γενομένων, εις την προμήθειαν οιουδήποτε είδους μετουσιωμένου οινοπνεύματος, εν γνώσει αυτού προμηθεύει τοιούτον οινόπνευμα εις πρόσωπον μη εξουσιοδοτημένον υπό των εν λόγω Κανονισμών εις την παραλαβήν του, ανεξαρτήτως οιασδήποτε ποινικής ευθύνης, ην δυνατόν να υπέχη, οφείλει να καταβάλη τον επί τούτου πληρωτέον φόρον οινοπνευματωδών.

(3) Εξαιρουμένων των εξουσιοδοτημένων ή αδειούχων κατασκευαστών μετουσιωμένου οινοπνεύματος, πας όστις έχει εν τη κατοχή αυτού μετουσιωμένον οινόπνευμα, όπερ ούτος παρέλαβε κατά παράβασιν των ως εν τοις ανωτέρω Κανονισμών, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας £500, το δε μετουσιωμένον οινόπνευμα υπόκειται εις δήμευσιν.

Επιθεώρησις οικημάτων, κ.λ.π.

105.Ανεξαρτήτως οιασδήποτε ετέρας εξουσίας δυνάμει του παρόντος Νόμου παραχωρηθείσης αυτώ οιοσδήποτε λειτουργός δύναται εν καιρώ ημέρας να εισέλθη και επιθεωρήση οιονδήποτε οίκημα, πλην της κατοικίας, παντός προσώπου εξουσιοδοτημένου διά Κανονισμών δυνάμει του άρθρου 103 γενομένων εις την παραλαβήν μετουσιωμένου οινοπνεύματος, και να επιθεωρήση και εξετάση το εν αυτώ μετουσιωμένον οινόπνευμα και λάβη δείγματα αυτού και παντός εμπορεύματος, όπερ ήθελε περιέχει μετουσιωμένον οινόπνευμα, καταβάλλον εύλογον τίμημα δι' έκαστον ούτω λαμβανόμενον δείγμα.

Απαγόρευσις χρήσεως μετουσιωμένου οινοπνεύματος ως ποτού ή φαρμάκου

106.-(1) Παςόστις-

(α) παρασκευάζει ή πειράται να παρασκευάση οιονδήποτε υγρόν υποκείμενον εις τας διατάξεις του παρόντος άρθρου προς πόσιν ή ως μίγμα ποτού· ή

(β)πωλεί τοιούτον υγρόν, ούτω παρασκευασθέν ή μη, ως ποτόν ή μεμιγμένον μετά ποτού· ή

(γ) ποιείται χρήσιν αυτού ή οιουδήποτε παραγώγου του εν τη παρασκευή είδους δυναμένου να χρησιμοποιηθή εξ ολοκλήρου ή μερικώς ως ποτόν ή εσωτερικώς ως φάρμακον· ή

(δ) πωλεί ή έχει εν τη κατοχή του οιονδήποτε τοιούτον είδος, εν τη παρασκευή ούτινος εχρησιμοποιήθη τοιούτον υγρόν ή παράγωγον αυτού· ή

(ε) εκτός ως άλλως ήθελεν ο Διευθυντής επιτρέψει και συμφώνως προς τους υπ' αυτού επιβληθέντος όρους, προβαίνει εις τον καθαρμόν ή πειράται να πράξη ούτω, τοιούτου υγρού, ή μετά προηγουμένην χρήσιν τοιούτου υγρού, επανακτά ή πειράται να επανακτήση το περιεχόμενον οινόπνευμα ή αλκοόλην δι' αποστάξεως ή συμπυκνώσεως ή καθ' οιονδήποτε έτερον τρόπον,

είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας £500, το δε ποτόν, αναφορικώς προς ο διαπράττεται το αδίκημα υπόκειται εις δήμευσιν.

(2) Ουδέν των εν τω παρόντι άρθρω διαλαμβανομένων απαγορεύει την χρήσιν οιουδήποτε υγρού, υποκειμένου εις τας διατάξεις του παρόντος άρθρου ή οιουδήποτε παραγώγου αυτού-

(α)εν τη παρασκευή θειικού αιθέρος ή χλωροφορμίου ή παντός ετέρου είδους, ο το Υπουργικόν Συμβούλιον ήθελε διά Διατάγματος αυτού καθορίσει, προς χρήσιν αυτού ως φαρμάκου· ή

(β)εν τη κατασκευή, προς εξωτερικήν μόνον χρήσιν, οιουδήποτε είδους, ούτινος η πώλησις ή προμήθεια διενεργείται συμφώνως προς Κανονισμούς υπό του Υπουργικού Συμβουλίου γενομένους δυνάμει του άρθρου 103· ή

(γ) εν οιαδήποτε τέχνη ή βιομηχανία, ή την πώλησιν ή κατοχήν οιουδήποτε είδους, ούτινος η παρασκευή ή κατασκευή επιτρέπεται δυνάμει της παραγράφου (α) ή (β) του παρόντος εδαφίου, εφ' όσον το είδος τούτο πωλείται ή κατέχεται, δι' ην χρήσιν καθορίζει η τοιαύτη παράγραφος.

(3) Τα υγρά, άτινα υπόκεινται εις τας διατάξεις του παρόντος άρθρου είναι το μετουσιωμένον οινόπνευμα και παν μίγμα περιέχον μετουσιωμένον οινόπνευμα.

Απαλλαγή εκ του δασμού ή φόρου και επιστροφή του ήδη καταβληθέντος εν σχέσει προς μετουσιωμένον οινόπνευμα
Μείωσις ή απαλλαγή εκ του δασμού ή φόρου επί οινοπνευματωδών προοριζομένων προς μετουσίωσιν

107.Ο Διευθυντής δύναται, υπό όρους, ους ούτος ήθελε κατά το δοκούν επιβάλει, να επιτρέψη παράδοσιν και χρήσιν οινοπνευματωδών προς μετουσίωσιν ως εν τοις κατωτέρω-

(α)οινοπνευματώδη εν αποταμιεύσει·

(i) εν τη περιπτώσει εισαγομένων οινοπνευματωδών, υποκειμένων εις δασμόν κατά τον γενικόν συντελεστήν, επί τη πληρωμή της διαφοράς μεταξύ του εν λόγω δασμού και του δασμού του πληρωτέου επί παρομοίων οινοπνευματωδών, υποκειμένων εις δασμόν κατά τον συντελεστήν προτιμήσεως·

(ii) εν τη περιπτώσει οιωνδήποτε ετέρων οινοπνευματωδών, άνευ της πληρωμής οιουδήποτε δασμού ή φόρου·

(β) οινοπνευματώδη μη καταβαλόντα οιονδήποτε φόρον, κατασκευασθέντα εν τη Δημοκρατία και νομίμως κατεχόμενα υπό τίνος οινοπνευματοποιού Α' κατηγορίας, άνευ της πληρωμής οιουδήποτε φόρου·

(γ) οινοπνευματώδη καταβαλόντα φόρον, κατασκευασθέντα εν τη Δημοκρατία και κατεχόμενα υπό τίνος οινοπνευματοποιού Α' ή Β' κατηγορίας ή υπό τίνος ποτοποιού, επί τη επιστροφή του καταβληθέντος φόρου, καθ' ον συντελεστήν ήθελε το Υπουργικόν Συμβούλιον ορίσει.

Παρασκευή ζύθου και αεριούχων αναφυκτικών ποτών
Άδεια και τέλη

108.-(1) Ουδείς δύναται να παρασκευάζη ζύθον ή αεριούχα αναψυκτικά ποτά εκτός εάν κατέχη άδειαν επί τούτω παρασχεθείσαν δυνάμει του παρόντος άρθρου, τη καταβολή τέλους χιλίων λιρών· η ισχύς της τοιαύτης αδείας εκπνέει τη τριακοστή πρώτη ημέρα του αμέσως επομένου της εκδόσεως αυτής μηνός Δεκεμβρίου.

Νοείται ότι για τη χορήγηση άδειας χρήσεως συσκευής δοσομετρικής άντλησης αεριούχων αναψυκτικών θα καταβάλλεται ετήσιο τέλος τριάντα λιρών για κάθε τέτοια συσκευή.

(2) O Διευθυντής δύναται να αρνηθή την παροχήν αδείας δυνάμει του παρόντος άρθρου αναφορικώς προς οιονδήποτε οίκημα, εφ' όσον λόγω της θέσεως του είναι ασύμφορος η εν αυτώ παρασκευή ζύθου ή αεριούχων αναψυκτικών ποτών ή εφ' όσον δεν επιτρέπει ικανοποιητικήν άσκησιν εφορειακής εποπτείας επ' αυτού.

(3) Πας όστις παρασκευάζει ζύθον ή αεριούχα αναψυκτικά ποτά άλλως ή δυνάμει αδείας δυνάμει του παρόντος άρθρου παρασχεθείσης ή κατά παρέκκλισιν των όρων τοιαύτης αδείας, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας £750, ο δε ζύθος ή τα αεριούχα αναψυκτικά ποτά, αγγεία, σκεύη και υλικά παρασκευής ζύθου ή αεριούχων αναψυκτικών ποτών άτινα ήθελον εξευρεθή εν τη κατοχή του υπόκεινται εις δήμευσιν.

(4)Άδεια παρασκευής ζύθου ή αεριούχων αναψυκτικών ποτών εξουσιοδοτεί ωσαύτως τον ζυθοποιόν ή κατασκευαστήν αεριούχων αναψυκτικών ποτών όπως εμπορεύηται χονδρικώς ζύθον ή αεριούχα αναψυκτικά ποτά της ιδίας αυτού κατασκευής και εν τω αδειούχω αυτού οικήματι.

Εξουσία εκδόσεως Κανονισμών αφορώντων εις την κατασκευήν ζύθου ή αεριούχων αναψυκτικών ποτών

109.-(1) Επί τω τέλει διασφαλίσεως των δημοσίων προσόδων το Υπουργικόν Συμβούλιον δύναται να εκδώση Κανονισμούς-

(α) διέποντας την κατασκευήν ζύθου ή αεριούχων αναψυκτικών ποτών·

(β)προς εξασφάλισιν των επί ζύθου ή αεριούχων αναψυκτικών ποτών καταβλητέων φόρων.

(2) Πας όστις διά πράξεως ή παραλείψεως αυτού παραβαίνει Κανονισμόν δυνάμει του παρόντος άρθρου γενόμενον, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας £500, παν δε είδος, αναφορικώς προς ο διαπράττεται το αδίκημα, υπόκειται εις δήμευσιν.

Προσαγωγή βιβλίων ζυθοποιών ή κατασκευαστών αεριούχων αναψυκτικών ποτών

110. Οσάκις ο Διευθυντής ήθελε κρίνει τούτο αναγκαίον προς είσπραξιν του επί του ζύθου ή αεριούχων αναψυκτικών ποτών πληρωτέου φόρου, παν πρόσωπον επί τούτω ειδικώς και εγγράφως εξουσιοδοτηθέν υπό του Διευθυντού δύναται να απαιτήση παρά παντός ζυθοποιού ή κατασκευαστού αεριούχων αναψυκτικών ποτών όπως προσαγάγη αυτώ οιονδήποτε βιβλίον ή έγγραφον, αφορών εις την επιχείρησιν αυτού ως ζυθοποιού ή κατασκευαστού αεριούχων αναψυκτικών ποτών, εάν δε ο ζυθοποιός ή ο κατασκευαστής αεριούχων αναψυκτικών ποτών παραλείψη να πράξη ούτως εντός μιας ώρας, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας £500 και εις πρόσθετον χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας £50 δι' εκάστην ημέραν ή μέρος της ημέρας καθ' ην μετά ταύτα ήθελεν εξακολουθήσει η παράλειψις.

Αδικήματα ζυθοποιών

111.-(1) Πας ζυθοποιός, όστις αποκρύπτει ζύθον ίνα παρεμπόδιση την εξέλεγξιν αυτού υπό τίνος λειτουργού, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας £500, ο δε ζύθος, αναφορικώς προς ον διαπράττεται το αδίκημα, υπόκειται εις δήμευσιν.

(2) Ο ζυθοποιός όστις προσθέτει εις τον ζύθον, πριν ή ούτος παραδοθή εκ του εγγεγραμμένου οικήματος αυτού, οιανδήποτε ετέραν ουσίαν πλην του ύδατος, διαυγαστικών ή τοιούτων ετέρων ουσιών, ως ο Διευθυντής ήθελεν εκάστοτε εγκρίνει, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας £250· εάν εξευρεθή οιοσδήποτε ζύθος εν τη κατοχή ζυθοποιού, περιέχων οιανδήποτε πρόσθετον ουσίαν πλην των άνω μνημονευομένων τοιούτων, ο ζυθοποιός υπόκειται εις την αυτήν χρηματικήν ποινήν ο δε ζύθος υπόκειται εις δήμευσιν.

Ποικίλαι διατάξεις αφορώσαι εις την πώλησιν οινοπνευματούχων ποτών
Εξουσία εκδόσεως Κανονισμών αφορώντων εις την λιανικήν πώλησιν ποτών

112.-(1) Επί τω τέλει διασφαλίσεως των δημοσίων προσόδων το Υπουργικόν Συμβούλιον δύναται να εκδώση Κανονισμούς διέποντας θησομένους εν τη επισήμω εφημερίδι της Δημοκρατίας, διέποντας την κατοχήν οινοπνευματωδών ή ζύθου αντιστοίχως υπό λιανοπωλών.

(2) Πας όστις διά πράξεως ή παραλείψεως αυτού παραβαίνει Κανονισμόν, δυνάμει του παρόντος άρθρου γενόμενον, υπόκειται εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας £500, παν δε ποτόν, δοχείον ή σκεύος, αναφορικώς προς ο διαπράττεται το αδίκημα, υπόκειται εις δήμευσιν.

Απόδειξις καταβολής του δασμού ή φόρου

113. Εάν καθ' οιονδήποτε χρόνον, κληθείς υπό του αρμοδίου λειτουργού όπως πράξη ούτω, οιοσδήποτε έμπορος ή λιανοπώλης οινοπνευματωδών δεν παράσχη αποδείξεις, ότι τα εν τη κατοχή του οινοπνευματώδη υπέστησαν τον ανήκοντα αυτοίς νόμιμον δασμόν ή φόρον, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας £500, τα δε οινοπνευματώδη ταύτα υπόκεινται εις δήμευσιν.

Ποινή δι' εσφαλμένον χαρακτηρισμόν ποτού τίνος ως οινοπνευματώδους

114.-(1) Παςόστις- (α)επί τω τέλει πωλήσεως οιουδήποτε ποτού, χαρακτηρίζει τούτο (διά γνωστοποιήσεως, διαφημίσεως, δι' ετικέττας, περιτυλίγματος ή άλλως πως) δι' ονομασίας ή λέξεων, υποδηλουσών ότι το ποτόν τούτο ανήκει εις οιανδήποτε κατηγορίαν οινοπνευματωδών ή είναι υποκατάστατον ή φέρει οιανδήποτε ομοιότητα προς τοιαύτην κατηγορίαν οινοπνευματωδών ή ότι το ποτόν είναι οίνος ενδεδυναμωμένος ή μεμιγμένος μετ' οινοπνευματωδών ή οιασδήποτε κατηγορίας οινοπνευματωδών· ή

(β)πωλεί, προσφέρει εις πώλησιν ή έχει εν τη κατοχή του προς πώλησιν, οιονδήποτε ούτω χαρακτηριζόμενον ποτόν,

είναι ένοχος αδικήματος δυνάμει του παρόντος άρθρου εκτός εάν απόδειξη ότι κατεβλήθη ο αναλογών εις τα ενενήκοντα επτά και ήμισυ επί τοις εκατόν του ποτού τελωνειακός δασμός ή φόρος καταναλώσεως οινοπνευματωδών.

(2) Ανεξαρτήτως παντός εν τω παρόντι άρθρω διαλαμβανομένου-

(α)η ονομασία "port" ή "sherry" ή η ονομασία οιασδήποτε ετέρας κατηγορίας γνησίου οίνου' ή

(β) η ονομασία, ήτις προ της ενάρξεως της ισχύος του παρόντος Νόμου εχρησιμοποιείτο προς χαρακτηρισμόν ποτού περιέχοντος βερμούτ (vermouth) και οινοπνευματώδη, της ποσότητος του βερμούτ μη ούσης ελάσσονος της ποσότητος των οινοπνευματωδών, υπολογιζομένων εις προυφ,

δεν λογίζεται διά τους σκοπούς του παρόντος άρθρου ως συνιστώσα αφ' εαυτής τοιούτον χαρακτηρισμόν, υποδηλούντα τα εν τοις ανωτέρω, εάν δε τις επώλησε, προσέφερεν εις πώλησιν ή είχεν εν τη κατοχή του προς πώλησιν οιονδήποτε ποτόν χαρακτηριζόμενον μόνον διά τοιαύτης ονομασίας, ως η μνημονευομένη εν

παραγράφω (α) του παρόντος εδαφίου, δεν είναι ένοχος αδικήματος δυνάμει του παρόντος άρθρου εκ μόνου του λόγου ότι το ποτόν εχαρακτηρίσθη παρ' ετέρου τινός προσώπου (πλην του αντιπροσώπου ή υπαλλήλου του πρώτου μνησθέντος προσώπου), διά της ονομασίας ταύτης εν συνδυασμώ μεθ' ετέρου χαρακτηρισμού δυναμένου να υποδηλώση τα εν τοις ανωτέρω.

(3) Πας όστις εξευρίσκεται ένοχος αδικήματος δυνάμει του παρόντος άρθρου υπόκειται εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας £500, επί τη τοιαύτη καταδίκη δε αυτού το Δικαστήριον δύναται να διατάξη δήμευσιν παντός ποτού και ετέρου είδους, δι' ων ή αναφορικώς προς άτινα διεπράχθη το αδίκημα.

(4) Ουδέν των εν τω παρόντι άρθρω διαλαμβανομένων τυγχάνει εφαρμογής επί ποτού παρασκευαζομένου εν οιωδήποτε οικήματι, αναφορικώς προς ο ισχύει άδεια αμέσου εν αυτώ καταναλώσεως οινοπνευματούχων ποτών.

Αδικήματα λιανοπώλου ζύθου

115. Εάν λιανοπώλης ζύθου αραιώνη ζύθον ή προσθετή αυτώ οιανδήποτε ουσίαν πλην των διαυγαστικών τοιούτων, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας £250· εις την αυτήν ποινήν υπόκειται εάν εξευρεθή εν τη κατοχή αυτού ζύθος, ως εν τοις ανωτέρω ο δε τοιούτος ζύθος υπόκειται εις δήμευσιν.

Ποινή διά ψευδή χαρακτηρισμόν ουσιών ως ζύθου

116.-(1) Πας όστις- (α)επί τω τέλει πωλήσεως οιασδήποτε ουσίας χαρακτηρίζει ταύτην (διά γνωστοποιήσεως, διαφημίσεως, ετικέττας ή άλλως πως) δι' ονομασίας ή λέξεων υποδηλουσών ότι η ουσία είναι ζύθος, υποκατάστατον αυτού ή φέρει οιανδήποτε ομοιότητα προς ζύθον ή οιανδήποτε κατηγορίαν ζύθου· ή

(β) πωλεί, προσφέρει εις πώλησιν ή έχει εν τη κατοχή αυτού προς πώλησιν οιανδήποτε ούτω χαρακτηριζομένην ουσίαν,

είναι ένοχος αδικήματος δυνάμει του παρόντος άρθρου, εκτός εάν απόδειξη ότι κατεβλήθησαν αναφορικώς προς πάσαν τοιαύτην ουσίαν οι καταβλητέοι επί ζύθου τελωνειακοί δασμοί ή φόροι καταναλώσεως.

(2) Διά τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, η ονομασία "ginger beer" ή "ginger ale" δεν λογίζεται αφ' εαυτής ως χαρακτηρισμός υποδηλών τα ανωτέρω.

(3) Πας όστις εξευρίσκεται ένοχος αδικήματος δυνάμει του παρόντος άρθρου υπόκειται εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας £500· επί τη τοιαύτη δε καταδίκη το δικαστήριον δύναται να διατάξη δήμευσιν παντός είδους, δi' ου ή αναφορικώς προς ο διεπράχθη το αδίκημα.

Ποτόν λογιζόμενον ως οίνος ή οινοπνευματώδες

117. Διά τους σκοπούς του παρόντος Μέρους, καθ' όσον αφορά εις οιονδήποτε πρόσωπον, όπερ πωλεί ή προσφέρει εις πώλησιν οιονδήποτε ποτόν, τούτο λογίζεται ως οινοπνευματώδες, εφ' όσον πρόκειται περί υποστάντος ζύμωσιν υγρού δυνάμεως υπερβαινούσης τους τεσσαράκοντα βαθμούς προυφ, εξαιρουμένων των οίνων, των παραδοθέντων προς εσωτερικήν κατανάλωσιν εν τη καταστάσει ταύτη και εφ' ων κατεβλήθη ο κατά νόμον αναλογών αυτοίς δασμός.

Έννοια ειδικού βάρους υγρών και μέθοδος βεβαιώσεως αυτού

118.-(1) Διά τους σκοπούς των περί Τελωνείων και Φόρων Καταναλώσεως νόμων-

(α)ο όρος "ειδικόν βάρος", καθ' όσον αφορά εις οιονδήποτε υγρόν, σημαίνει τον λόγον του βάρους όγκου τινός του εν λόγω υγρού προς το βάρος ίσου όγκου απεσταγμένου ύδατος, του όγκου εκάστου υγρού υπολογιζομένου εις θερμοκρασίαν εξήκοντα βαθμών Φάρεναϊτ·

(β) οσάκις το ειδικόν βάρος υγρού είναι εκπεφρασμένον εις βαθμούς, ο αριθμός των βαθμών τούτων θα είναι ο ως είρηται λόγος, πολλαπλασιασθείς επί χίλια·

(γ) ο όρος "αρχικόν ειδικόν βάρος", καθ' όσον αφορά εις υποστάν ζύμωσιν υγρόν, σημαίνει το ειδικόν αυτού βάρος πριν ή χωρήση η ζύμωσις.

(2) Το ειδικόν βάρος οιουδήποτε υγρού βεβαιούται κατά πάντα χρόνον δι' ων μέσων ήθελε εγκρίνει το Υπουργικόν Συμβούλιον, το δε ούτω βεβαιωμένον ειδικόν βάρος λογίζεται ως το αληθές ειδικόν βάρος του υγρού.

(3) Οσάκις διά τους σκοπούς των ως είρηται νόμων καθίσταται αναγκαία η βεβαίωσις του αρχικού ειδικού βάρους του γλεύκους, εν ω ήρξατο ζύμωσις ή οιουδήποτε υγρού παραχθέντος εκ τοιούτου γλεύκους, το εν λόγω ειδικόν βάρος καθορίζεται, εν ω τρόπω το Υπουργικόν Συμβούλιον ήθελε διά Κανονισμών καθορίσει· το Υπουργικόν Συμβούλιον δύναται να εκδώση διαφορετικούς Κανονισμούς καθ' όσον αφορά εις διαφορετικά είδη υγρών.

Βεβαίωσις δυνάμεως, βάρους και όγκου οινοπνευματωδών, κ.λ.π.

119.-(1) Διά τους σκοπούς των περί Τελωνείων και Φόρων Καταναλώσεως νόμων, η δύναμις, το βάρος ή όγκος οιουδήποτε οινοπνευματώδους εξευρίσκεται συμφώνως προς τας εν τοις εφεξής διατάξεις του παρόντος άρθρου.

(2)Τα οινοπνευματώδη λογίζονται ως προυφ εάν ο όγκος της περιεχομένης εν αυτοίς αιθυλαλκοόλης αναγόμενος εις τον όγκον οινοπνευματωδών μετ' απεσταγμένου ύδατος έχη βάρος ίσον προς τα δώδεκα δέκατα τρίτα όγκου απεσταγμένου ύδατος, ίσου προς τον όγκον των οινοπνευματωδών, του όγκου εκάστου υγρού υπολογιζομένου εις θερμοκρασίαν πεντήκοντα και ενός βαθμών Φάρεναϊτ.

(3) Οι όροι "βαθμός προυφ", "βαθμός υπέρ το προυφ" και "βαθμός υπό το προυφ" ερμηνεύονται δι' αναφοράς εις κλίμακα, εις ην εκατόν βαθμοί δηλούσι την δύναμιν των οινοπνευματωδών εις προυφ-

(α) εκατόν και εις βαθμοί ή εις βαθμός υπέρ το προυφ, δηλοί την δύναμιν των οινοπνευματωδών, ήτις θα ήτο εις προυφ εάν προσετίθετο αυτοίς ποσότης απεσταγμένου ύδατος αυξάνουσα κατά εν επί τοις εκατόν τον όγκον των οινοπνευματωδών, υπολογιζόμενον εις θερμοκρασίαν πεντήκοντα βαθμών Φάρεναϊτ·

(β)ενενήκοντα εννέα βαθμοί ή εις βαθμός υπό το προυφ, δηλοί την δύναμιν των οινοπνευματωδών, ήτις θα ήτο εις προυφ εάν αφηρήτο εξ αυτών ποσότης απεσταγμένου ύδατος, μειούσα κατά εν επί τοις εκατόν τον όγκον των οινοπνευματωδών, υπολογιζόμενον εις πεντήκοντα βαθμών Φάρεναϊτ, και ούτω κατ' αναλογίαν δι' οιονδήποτε έτερον βαθμόν.

(4)Το ισοδύναμον εις προυφ οιωνδήποτε οινοπνευματωδών εξευρίσκεται διά τους σκοπούς των ως είρηται νόμων, εάν ο όγκος αυτών-

(α)πολλαπλασιασθή επί του αριθμού των βαθμών εις προυφ, του παριστώντος την δύναμιν αυτών· και

(β)διαιρεθή διά του εκατόν·

(5)Το Υπουργικόν Συμβούλιον δύναται να εκδώση Κανονισμούς καθορίζοντας τα μέσα, άτινα δέον να χρησιμοποιώνται προς βεβαίωσιν, δι' οιονδήποτε σκοπόν της δυνάμεως, βάρους ή όγκου των οινοπνευματωδών· οι τοιούτοι Κανονισμοί δυνατόν να προνοώσι ότι κατά την διά τινα σκοπόν βεβαίωσιν της δυνάμεως οινοπνευματωδών οιαδήποτε ουσία περιεχομένη εν αυτοίς ήτις δεν είναι αιθυλαλκοόλη ή απεσταγμένον ύδωρ, δυνατόν να λογισθή ως ούσα τοιαύτη· διαφορετικοί δε Κανονισμοί δυνατόν να εκδοθώσι διά βεβαίωσιν γενομένην διά διαφορετικούς σκοπούς.

(6) Το παρόν άρθρον τυγχάνει εφαρμογής επί μετουσιωμένου οινοπνεύματος και επί παντός υποστάντος ζύμωσιν υγρού, καθ' ον τρόπον τυγχάνει εφαρμογής και επί οινοπνευματωδών.

ΜΕΡΟΣ VI ΚΑΠΝΟΣ
Εισαγωγή, εξαγωγή και μεταφορά καπνού
Εισαγωγή, εξαγωγή και κατοχή καπνού

120.-(1) Απαγορεύεται η εισαγωγή καπνού-

(α)εις οιονδήποτε λιμένα, μη επί τούτω εγκριθέντα υπό του Διευθυντού·

(β) εν οιωδήποτε πλοίω καθαράς χωρητικότητος κατωτέρας των εκατόν είκοσι τόννων, ειμή δυνάμει αδείας και συμφώνως τοις όροις αδείας, παρασχεθείσης αναφορικώς προς το τοιούτον πλοίον υπό του Διευθυντού.

(2) Εκτός εάν άλλως ορίση ο Διευθυντής, πας μη βιομηχανοποιημένος καπνός, οιασδήποτε κατηγορίας, εναποτίθεται επί τη εισαγωγή του εις επί τούτω εγκεκριμένην υπό του Διευθυντού αποθήκην αποταμιεύσεως.

(3) Απαγορεύεται η εξαγωγή καπνού εκ λιμένος μη εγκεκριμένου προς εισαγωγήν καπνού.

Απαγορεύεται η άνευ αδείας μεταφορά μη βιομηχανοποιημένου καπνού

121. Εκτός της περιπτώσεως, καθ' ην ο Διευθυντής ήθελεν επιτρέψει τούτο επί δειγμάτων, απαγορεύεται η μεταφορά φύλλων καπνού ή ετέρου μη βιομηχανοποιημένου καπνού εξ αποθήκης αποταμιεύσεως, εξαιρέσει δυνάμει αδείας του Διευθυντού, εξ οιουδήποτε τόπου εν τη Δημοκρατία, εις οιονδήποτε έτερον εν τη Δημοκρατία τόπον, εκτός εάν ο καπνός ούτος συνοδεύεται υπό αδείας ή ετέρου εγγράφου καθωρισμένου υπό του Διευθυντού.

Βιομηχανοποΐησις καπνού
Άδεια εργοστασίου και τέλη

122.-(1) Απαγορεύεται η υπό παντός προσώπου βιομηχανοποίηση καπνού, εκτός εάν-

(α)κατέχη άδειαν επί τούτω παρασχεθείσαν δυνάμει του παρόντος άρθρου· η ισχύς της τοιαύτης αδείας εκπνέει τη τελευταία ημέρα του αμέσως επομένου της εκδόσεως αυτής μηνός Δεκεμβρίου·

(β)πράττη ούτω εν αποθήκη ή διαμερίσματι αποθήκης αποταμιεύσεως, επί τούτω εγκεκριμένης υπό του Διευθυντού, και εφ' όσον παράσχει εγγύησιν εν τω καθωρισμένω τύπω περί της προσηκούσης εκτελέσεως των σχετικών υποχρεώσεων αυτού·

(2) Πάσα άδεια δυνάμει του παρόντος άρθρου χορηγουμένη υπόκειται εις τέλος εκατόν λιρών.

(3) Πας όστις βιομηχανοποιεί καπνόν κατά παράβασιν του εδαφίου (1), υπόκειται εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας £1000 ή εις φυλάκισιν μέχρι δώδεκα μηνών ή εις αμφοτέρας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης, το εκδικάζον δε το αδίκημα δικαστήριον δύναται να διατάξη δήμευσιν παντός καπνού, βιομηχανοποιημένου καπνού, οργάνου, μηχανήματος, εργαλείου ή ετέρου μηχανήματος, αναφορικώς προς άτινα διαπράττεται το αδίκημα.

Απαλλαγή εκ του φόρου καπνού μετουσιωθέντος, κ.λ.π.

123. Ο Διευθυντής δύναται να επιτρέψη όπως καπνός εν αποθήκη αποταμιεύσεως·

(α)μετουσιώθη· ή

(β) μετατραπή εις νικοτίνην, παρασιτοκτόνον ή έτερον είδος ή σκεύασμα διά γεωργικούς, κτηνοτροφικούς ή ετέρους τινάς σκοπούς,

εν ω τρόπω ο Διευθυντής ήθελε καθορίσει, πας δε καπνός ούτω μετουσιωθείς ή μετατραπείς και παν τοιούτον είδος ή σκεύασμα και οιονδήποτε υπόλοιπον εκ της μετατροπής του καπνού ως εν τοις ανωτέρω, εξαιρείται εφ' όσον ο Διευθυντής ήθελε πεισθή ότι δεν είναι κατάλληλος προς χρήσιν ως καπνός ή εν τη βιομηχανία του καπνού, εκ της καταβολής φόρου επί τη μεταφορά αυτού εκ της αποθήκης αποταμιεύσεως.

Επιστροφή του καταβληθέντος φόρου επί καπνού ακαταλλήλου προς εσωτερικήν κατανάλωσιν

124.Τηρουμένων των όρων, ους ο Διευθυντής ήθελε κατά το δοκούν επιβάλει, επιστρέφεται ο καταβληθείς επί του καπνού φόρος, εάν ο καπνός, βιομηχανοποιηθείς εν τη Δημοκρατία, καταστή, μετά την παράδοσιν αυτού εκ τίνος αποθήκης αποταμιεύσεως προς εσωτερικήν κατανάλωσιν, επί τη καταβολή του νομίμου φόρου, ακατάλληλος προς ανάλωσιν λόγω υπερβολικής ξηρότητος ή ετέρας φυσικής αιτίας, και ο καπνός ούτος επιστραφή εις το εργαστάσιον, εν ω εβιομηχανοποιήθη και καταστροφή ή άλλως καταστή κατά τρόπον ικανοποιούντα τον Διευθυντήν ακατάλληλος προς χρήσιν ως καπνός ή εν τη βιομηχανία του καπνού.

Έκδοσις Κανονισμών αφορώντων εις την καπνοβιομηχανίαν Εγχώριος καπνός

125.-(1) Επί τω τέλει διασφαλίσεως των δημοσίων προσόδων, το Υπουργικόν Συμβούλιον δύναται να εκδώση Κανονισμούς-

(α)προνοούντας την δήλωσιν παντός οικήματος, όπερ ήθελε χρησιμοποιείται διά την βιομηχανοποίησιν καπνού·

(β)προνοούντας την τήρησιν, προσαγωγήν και επιθεώρησιν των βιβλίων και λογαριασμών, των εις καπνόν και ετέρας ύλας αποθεμάτων των καπνοβιομηχάνων·

(γ) διέποντας την βιομηχανοποίησιν καπνού εν αποθήκη αποταμιεύσεως·

(δ) διέποντας την παραλαβήν φύλλων καπνού και ετέρου μη βιομηχανοποιημένου καπνού υπό καπνοβιομηχάνων·

(ε) διασφαλίζοντας την καταβολήν των επί καπνού, βιομηχανοποιημένου εν αποθήκη αποταμιεύσεως, καταβλητέων τελωνειακών δασμών ή φόρων καταναλώσεως·

(στ) επιτρέποντας, υπό τους εν τοις Κανονισμοίς καθωρισμένους όρους και περιορισμούς, την ελευθέραν δασμού ή φόρου χρήσιν οιασδήποτε ύλης, εν τη βιομηχανία ή παρασκευή προς πώλησιν καπνού, εν τινι αποθήκη αποταμιεύσεως·

(ζ) διέποντας την μεταφοράν μίσχων και απορριμμάτων καπνού·

(η) διέποντας την πώλησιν καπνού υπό των καπνοβιομηχάνων.

(2) Πας όστις διά πράξεως ή παραλείψεως αυτού παραβαίνει Κανονισμόν δυνάμει του παρόντος άρθρου γενόμενον, υπόκειται εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας £750· παν δε είδος, αναφορικώς προς ο διαπράττεται το αδίκημα ή όπερ εξευρίσκεται εν οικήματι, αναφορικώς προς ο διαπράττεται το αδίκημα, υπόκειται εις δήμευσιν.

(3) Εάν καθ' οιονδήποτε χρόνον από της υπό τίνος λειτουργού εξελέγξεως αποθεμάτων καπνού των αποταμιευμένων υπό τίνος καπνοβιομηχάνου, προς χρήσιν εν τη βιομηχανία καπνού, εντός αποθήκης αποταμιεύσεως, η κατά βάρος ποσότης του καπνού, η εναπομένουσα εν τη αποθήκη, είναι ελάσσων της ποσότητος, ήτις έδει να ευρίσκετο εν αυτή συμφώνως προς τους λογαριασμούς τους τηρουμένους βάσει Κανονισμών εκδιδομένων δυνάμει του παρόντος άρθρου και δεν δύνανται να δοθώσιν εξηγήσεις ικανοποιούσαι τον Διευθυντήν διά το επί το έλαττον ποσόν ή μέρος αυτού, τότε διά τους σκοπούς του άρθρου 76 ολόκληρον το επί το έλαττον ποσόν λογίζεται ως βιομηχανοποιημένος καπνός και υπόκειται εις φόρον καταναλώσεως κατά τον εκάστοτε μέγιστον εν ισχύϊ συντελεστήν τον βαρύνοντα βιομηχανοποιημένα καπνά, ως ούτος δείκνυται εν τω Τρίτω Πινάκι του περί Τελωνειακών Δασμών και Φόρων Καταναλώσεως (Επιβολή και Επιστροφή τούτων) Νόμου και, άνευ επηρεασμού του εν λόγω άρθρου, ο καπνοβιομήχανος υπόκειται εις χρηματικήν ποινήν £500.

Εγχώριος Καπνός
Απαγορεύεται η άνευ αδείας καλλιέργεια καπνού

126.-(1) Εκτός ως ήθελεν επιτρέψει ο Διευθυντής, ουδείς δύναται να φυτεύη ή καλλιεργή καπνόν εν τη Δημοκρατία, εκτός εάν κατέχη επί τούτω άδειαν δυνάμει του παρόντος άρθρου παρασχεθείσαν· η ισχύς της τοιαύτης αδείας εκπνέει τη τελευταία ημέρα του αμέσως επομένου της εκδόσεως αυτής μηνός Οκτωβρίου.

(2) Ο Διευθυντής δύναται να αρνηθή την χορήγησιν αδείας δυνάμει του παρόντος άρθρου, αναφορικώς προς οιανδήποτε γαίαν ή οίκημα, εφ' όσον λόγω του μεγέθους ή θέσεως αυτού ή δι' ετέραν εύλογον αιτίαν, ήθελε κρίνει ότι αντεδείκνυται η εν αυτώ καλλιέργεια καπνού.

(3) Πας όστις άνευ αδείας του Διευθυντού φυτεύει ή καλλιεργεί καπνόν εν τη Δημοκρατία άλλως ή δυνάμει αδείας και συμφώνως τοις όροις αδείας δυνάμει του παρόντος άρθρου παρασχεθείσης, υπόκειται εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας £250, ο δε καπνός υπόκειται εις δήμευσιν:

Νοείται ότι αι διατάξεις του παρόντος άρθρου, ουδόλως τυγχάνουσιν εφαρμογής επί της σποράς καπνού εν φυτωρίω επί τω τέλει καλλιεργείας φυτών καπνού, άτινα εκριζούνται ή καταστρέφονται προ της τελευταίας ημέρας του μηνός Μαΐου εν εκάστω έτει.

Άδεια εμπορίας εγχωρίου καπνού και αποθήκης αποταμιεύσεως εγχωρίου καπνού

127.-(1) Ουδείς δύναται να αγοράζη εξ οιουδήποτε καπνοπαραγωγού καπνόν παραχθέντα εν τη Δημοκρατία, εκτός εάν κατέχη επί τούτω άδειαν εμπορίας εγχωρίου καπνού· η ισχύς της τοιαύτης αδείας εκπνέει τη πρώτη ημέρα του αμέσως επομένου της εκδόσεως αυτής μηνός Ιουνίου.

(2) Ο Διευθυντής δύναται να αρνηθή την παροχήν αδείας δυνάμει του παρόντος άρθρου, αναφορικώς προς οιονδήποτε οίκημα, εφ' όσον λόγω του μεγέθους, κατασκευής, θέσεως ή δι' ετέραν εύλογον αιτίαν, ήθελε κρίνει ότι αντενδείκνυται η εν αυτώ διενέργεια εμπορίας εγχωρίου καπνού ή εφ' όσον δεν παρασχεθή επαρκής προσωπική ή ετέρα εγγύησις αναφορικώς προς τον καταβλητέον φόρον επί του εν αυτώ εναποθηκευομένου, υποκειμένου εις επεξεργασίαν υφισταμένου συσκευασίαν ή άλλως πως εμπορευομένου καπνού συμφώνως τη αδεία· παν οίκημα δι' ο παρέχεται άδεια δυνάμει του εδαφίου (1), εν τω παρόντι Νόμω αναφέρεται ως αποθήκη εγχωρίου καπνού.

(3) Εκτός ως άλλως ο Διευθυντής ήθελεν επιτρέψει, ο κάτοχος αδείας δυνάμει του παρόντος άρθρου δύναται να αγοράζη καπνόν παραχθέντα εν τη Δημοκρατία μόνον εκ καπνοπαραγωγού κατέχοντος επί τούτω άδειαν, δυνάμει του προηγουμένου άρθρου παρασχεθείσαν ή εξ ετέρου αδειούχου εμπόρου εγχωρίου καπνού, μόνον δε ούτω αγοραζόμενος καπνός δυνατόν να παραληφθή, υποστή οιανδήποτε επεξεργασίαν, συσκευασθή, αποθηκευθή ή άλλως πως αποτελέση το αντικείμενον εμπορίας, εν οιαδήποτε τοιαύτη αποθήκη εγχωρίου καπνού.

(4) Πας όστις αγοράζει καπνόν παραχθέντα εν τη Δημοκρατία άλλως ή δυνάμει αδείας και συμφώνως τοις όροις αδείας δυνάμει του παρόντος άρθρου παρασχεθείσης, υπόκειται εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας £250, ο δε καπνός υπόκειται εις δήμευσιν.

(5) Εάν καθ' οιονδήποτε χρόνον μετά την υπό λειτουργού εξέλεγξιν των αποθεμάτων καπνού εν αποθήκη εγχωρίου καπνού, το βάρος του εναπομένοντος εν αυτή καπνού είναι έλασσον του ποσού, όπερ έδει να εξευρίσκετο εν αυτή και δεν δοθώσιν εξηγήσεις ικανοποιούσαι τον Διευθυντήν διά την επί το έλαττον διαφοράν ή οιονδήποτε μέρος αυτής, ανεξαρτήτως των διατάξεων του άρθρου 76 του παρόντος Νόμου, ο έμπορος είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας £500.

Κανονισμοί αφορώντες εις την καλλιέργειαν, κ.λ.π. καπνού

128.-(1) Το Υπουργικόν Συμβούλιον δύναται να εκδώση Κανονισμούς-

(α) διέποντας την φύτευσιν, καλλιέργειαν, επεξεργασίαν, μεταφοράν και αποθήκευσιν του φυομένου εν τη Δημοκρατία καπνού·

(β) καθορίζοντας την μέθοδον επιβολής φόρου καταναλώσεως επί ούτω καλλιεργουμένου καπνού·

(γ) προς διασφάλισιν και είσπραξιν του ως είρηται φόρου.

(2) Πας όστις διά πράξεως ή παραλείψεως αυτού παραβαίνει Κανονισμόν δυνάμει του παρόντος άρθρου γενόμενον, υπόκειται εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας £250, παν δε είδος αναφορικώς προς ο διαπράττεται το αδίκημα υπόκειται εις δήμευσιν.

Πώλησις βιομηχανοποιημένου καπνού
Άδεια εμπορίας ή πωλήσεως καπνού

129.-(1) Τηρουμένων των εν τοις εφεξής διατάξεων του παρόντος άρθρου, ουδείς δύναται να εμπορεύηται ή πωλή βιομηχανοποιημένον καπνόν, εκτός εάν κατέχη άδειαν επί τούτω παρασχεθείσαν δυνάμει του παρόντος άρθρου' η ισχύς της τοιαύτης αδείας εκπνέει τη δωδεκάτη ημέρα του αμέσως επομένου της εκδόσεως αυτής μηνός Μαρτίου.

(2) Πάσα άδεια δυνάμει του παρόντος άρθρου χορηγούμενη, υπόκειται εις την καταβολήν τέλους δέκα λιρών. Ο τρόπος εκδόσεως των αδειών και διαθέσεως των επ' αυτών πληρωτέων τελών θέλει καθορισθή υπό του Υπουργικού Συμβουλίου.

(3) Η άδεια πωλήσεως, προσφοράς ή εκθέσεως προς πώλησιν βιομηχανοποιημένου καπνού καθορίζει άμα και το οίκημα ένθα δυνατόν να λάβη χώραν οιαδήποτε ως εν τοις ανωτέρω πράξις· βιομηχανοποιημένος καπνός δυνατόν να πωληθή μόνον εν ούτω καθοριζομένω οικήματι:

Νοείται ότι δύναται να εκδοθή άδεια πλανοδιοπώλου διά την πώλησιν βιομηχανοποιημένου καπνού εν ανοικτώ χώρω μόνον και υπό τους όρους ους η εκδούσα αρχή θέλει κατά το δοκούν επιβάλει.

(4) Καπνός βιομηχανοποιηθείς υπό προσώπου κατέχοντος άδειαν, δυνάμει του άρθρου 122 παρασχεθείσαν ή παραχθείς εν τη Δημοκρατία βάσει αδείας δυνάμει του άρθρου 126 παρασχεθείσης, δυνατόν να πωληθή άνευ αδείας δυνάμει του παρόντος άρθρου-

(α)εν τω τόπω της βιομηχανοποιήσεως ή αναλόγως της περιπτώσεως της παραγωγής του· ή

(β) εάν η προμήθεια αυτού διενεργήται εις τον αγοραστήν ευθέως εκ του ως άνω τόπου, εν οιωδήποτε ετέρω τόπω υπό του κατόχου της αδείας ή υπαλλήλου ή αντιπροσώπου αυτού.

(5) Δεν απαιτείται άδεια δυνάμει του παρόντος άρθρου διά την πώλησιν καπνού δυνάμει αδείας εν επιβατικώ αεροσκάφει ή πλοίω.

Ποιναί διά την νοθείαν καπνού

130.-(1) Εάν εις βιομηχανοποιημένον καπνόν προστεθή, μετά την παράδοσιν αυτού προς εσωτερικήν κατανάλωσιν οιαδήποτε ουσία, ο καπνός υπόκειται εις δήμευσιν και-

(α)εάν η ουσία προσετέθη υπό του καπνοβιομηχάνου ή καπνεμπόρου, ούτος υπόκειται εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας £750· και

(β)πας καπνοβιομήχανος ή καπνέμπορος, όστις λαμβάνει, έχει εν τη κατοχή του, πωλεί ή αποστέλλει τοιούτον καπνόν, υπόκειται εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας £750.

ΜΕΡΟΣ VII ΟΡΥΚΤΕΛΑΙΑ ΚΑΙ ΥΠΟΚΑΤΑΣΤΑΤΑ ΒΕΝΖΙΝΗΣ
Φόροι Ορυκτελαίων και Γενικαί Διατάξεις αφορώσαι εις Ορυκτέλαια
Κατηγορίαι ορυκτελαίων

131.-(1) Διά τους σκοπούς των περί Τελωνείων και Φόρων Καταναλώσεως Νόμων, οι ακόλουθοι όροι κέκτηνται την εν τοις εφεξής έννοιαν αντιστοίχως- "Ορυκτέλαια" σημαίνει πετρελαιοειδή, ανθρακόπισσαν και έλαια παραγόμενα εκ του άνθρακος, σχιστολίθου, τύρφης ή εξ ετέρας ασφαλτούχου ουσίας και πάντας τους υγρούς υδρογονάνθρακας, δεν περιλαμβάνει όμως τοιούτους υδρογονάνθρακας ή ασφαλτούχους ή ασφαλτώδεις ουσίας αίτινες είναι-

(α)στερεαί ή ημιστερεαί εις θερμοκρασίαν εξήκοντα βαθμών Φάρεναϊτ· ή

(β)αεριώδεις εις θερμοκρασίαν εξήκοντα βαθμών Φάρεναϊτ και υπό πίεσιν μιας ατμοσφαίρας.

"ελαφρά έλαια" σημαίνει ορυκτέλαια-

(α)των οποίων ουχί έλασσον των πεντήκοντα επί τοις εκατόν κατ' όγκον, αποστάσσεται εις θερμοκρασίαν μη υπερβαίνουσαν τους εκατόν και ογδοήκοντα πέντε βαθμούς του εκατόνταβάθμου· ή

(β) των οποίων ουχί έλασσον των ενενήκοντα πέντε επί τοις εκατόν κατ' όγκον, αποστάσσεται εις θερμοκρασίαν μη υπερβαίνουσαν τους διακοσίους τεσσαράκοντα βαθμούς του εκατονταβάθμου· ή

(γ) άτινα αναδίδουσιν εύφλεκτον ατμόν εις θερμοκρασίαν ελάσσονα των 22.8 βαθμών του εκατονταβάθμου, δοκιμαζόμενα εν τω τρόπω τω καθοριζομένω υπό των αφορώντων εις το πετρέλαιον νόμων·

"βαρέα έλαια" σημαίνει ορυκτέλαια πλην των ελαφρών τοιούτων·

"καύσιμα έλαια" σημαίνει βαρέα έλαια περιέχοντα εν διαλύματι ποσόν σκληράς ασφάλτου, ουχί έλασσον του ημίσεως επί τοις εκατόν·

"ελαφρόν πετρέλαιον" (gas oil) σημαίνει βαρέα έλαια, ων ουχί πλέον των πεντήκοντα επί τοις εκατόν κατ' όγκον αποστάσσεται εις θερμοκρασίαν μη υπερβαίνουσαν τους διακοσίους τεσσαράκοντα βαθμούς του εκατονταβάθμου και ων πλέον των πεντήκοντα επί τοις εκατόν κατ' όγκον αποστάσσεται εις θερμοκρασίαν μη υπερβαίνουσαν τους τριακοσίους τεσσαράκοντα βαθμούς του εκατονταβάθμου·

"κηροσίνη" σημαίνει βαρέα έλαια, ων ουχί πλέον των πεντήκοντα επί τοις εκατόν κατ' όγκον αποστάσσεται εις θερμοκρασίαν μη υπερβαίνουσαν τους διακοσίους τεσσαράκοντα βαθμούς του εκατονταβάθμου·

και καθ' ην έκτασιν οι ειρημένοι νόμοι αφορώσιν εις ορυκτέλαια-

"διϋλιστήριον" σημαίνει οιονδήποτε μέρος, εγκριθέν υπό του Διευθυντού διά την επεξεργασίαν ορυκτελαίων.

(2) Η μέθοδος δοκιμασίας οιωνδήποτε ελαίων επί τω τέλει κατατάξεως αυτών εις τινα κατηγορίαν συμφώνως τω προηγουμένω εδαφίω, θέλει καθορισθή υπό του Υπουργικού Συμβουλίου, τηρουμένης της εν παραγράφω (γ) προνοίας, της αφορώσης εις τον ορισμόν των "ελαφρών ελαίων".

(3) Το Υπουργικόν Συμβούλιον δύναται εκάστοτε να ορίζη ότι διά τους σκοπούς δασμολογήσεως και φορολογίας ειδική τις κατηγορία ελαφρών ελαίων θέλει λογίζεται ως ανήκουσα εις τα βαρέα έλαια:

Νοείται ότι το Υπουργικόν Συμβούλιον δεν θα προβαίνει εις τοιαύτην ενέργειαν, εκτός εάν πεισθή ότι η κατηγορία αύτη θα έδει, λόγω της χρήσεως αυτής, να καταταχθή εν τη κατηγορία των βαρέων ελαίων.

(4) Διά τους σκοπούς των περί τελωνείων και Φόρων Καταναλώσεως Νόμων, η παραγωγή ορυκτελαίων περιλαμβάνει-

(α)την λήψιν μιας κατηγορίας ορυκτελαίων εξ ετέρας τοιαύτης· και

(β) την υπαγωγήν ορυκτελαίων εις οιανδήποτε επεξεργασίαν καθαρισμού ή αναμίξεως,

ωσαύτως δε την λήψιν ορυκτελαίων εξ ετέρων ουσιών ή εξ οιασδήποτε φυσικής πηγής.

Διατάξεις αφορώσαι εις τους επί ορυκτελαίων τελωνειακούς δασμούς

132. Οσάκις εισαγόμενα ορυκτέλαια μεταφέρονται εις διϋλιστήριον, οι αναλογούντες αυτοίς τελωνειακοί δασμοί δεν επιβάλλονται επί τη εισαγωγή των, αλλά επί τη παραδόσει τούτων εκ του διυλιστηρίου προς εσωτερικήν ανάλωσιν, θα είναι δε οι αυτοί μετά των καταβλητέων επί τη εισαγωγή παρομοίων εμπορευμάτων.

Γενική εξουσία εκδόσεως Κανονισμών αφορώντων εις ορυκτέλαια, κ.λ.π.

133.-(1) Επί τω τέλει διασφαλίσεως των δημοσίων προσόδων το Υπουργικόν Συμβούλιον δύναται να εκδώση Κανονισμούς-

(α) απαγορεύοντας την παραγωγήν ορυκτελαίων ή οιασδήποτε κατηγορίας τούτων, ειμή μόνον υπό προσώπου κατέχοντος επί τούτω άδειαν·

(β) καθορίζοντας την ημερομηνίαν λήξεως της ισχύος οιασδήποτε τοιαύτης αδείας·

(γ) διέποντας την παραγωγήν, αποθήκευσιν και αποταμίευσιν ορυκτελαίων ή οιασδήποτε κατηγορίας τούτων και την μεταφοράν αυτών εις τον χρησιμοποιούμενον διά την παραγωγήν των ορυκτελαίων τούτων τόπον·

(δ) απαγορεύοντας την διϋλισιν ορυκτελαίων αλλαχού ή εις διϋλιστήριον·

(ε) απαγορεύοντας την ανάμιξιν αερίου εν ορυκτελαίοις αλλαχού ή εις διϋλιστήριον·

(στ) διέποντας την χρήσιν και αποθήκευσιν ορυκτελαίων εν τινι διϋλιστηρίω·

(ζ) διέποντας ή απαγορεύοντας την μεταφοράν εις διϋλιστήριον ορυκτελαίων, αναφορικώς προς α επεστράφη ο καταβληθείς δασμός ή φόρος·

(η) διέποντας την μεταφοράν εισαγομένων ορυκτελαίων εις διϋλιστήριον άνευ πληρωμής του αναλογούντος αυτοίς τελωνειακού δασμού·

(θ)προνοούντας την παροχήν εγγυήσεως διά την καταβολήν του τελωνειακού δασμού του αναλογούντος εις οιαδήποτε εισαγόμενα ορυκτέλαια, άτινα ήχθησαν εις τι διϋλιστήριον·

(ι) γενικώτερον διά την διασφάλισιν και είσπραξιν του ειρημένου φόρου καταναλώσεως,

δυνατόν δε να εκδοθώσιν διαφορετικοί Κανονισμοί διά διαφορετικός κατηγορίας ορυκτελαίων.

(2) Πας όστις διά πράξεως ή παραλείψεως αυτού παραβαίνει Κανονισμόν δυνάμει του παρόντος άρθρου γενόμενον, υπόκειται εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν την εις τριπλούν αξίαν των εμπορευμάτων, αναφορικώς προς άτινα διαπράττεται το αδίκημα ή τας £500 ή το εν εκάστη περιπτώσει μείζον των άνω ποσών, τα δε τοιαύτα εμπορεύματα υπόκεινται εις δήμευσιν.

Ποικίλαι Διατάξεις
Ανάμιξις ελαίων

134.-(1) Ουδείς δύναται να προβαίνη εις την ανάμιξιν οιουδήποτε υποκειμένου εις δασμόν ή φόρον ορυκτελαίου μεθ' ετέρου τινός ορυκτελαίου, ειμή δυνάμει αδείας και συμφώνως τοις όροις αδείας υπό του Διευθυντού χορηγουμένης και επί τη καταβολή δασμού ή φόρου επί του ετέρου τούτου ορυκτελαίου κατά τον συντελεστήν, τον εκάστοτε κρατούντα αναφορικώς προς το υποκείμενον εις δασμόν ή φόρον ορυκτέλαιον: Νοείται ότι το παρόν εδάφιον δεν τυγχάνει εφαρμογής επί βαρέων ελαίων, πλην των καυσίμων ελαίων, του ελαφρού πετρελαίου (gas oil) και της κηροσίνης.

(2) Πας όστις προβαίνει εις την ανάμιξιν ορυκτελαίων κατά παράβασιν των διατάξεων του προηγουμένου εδαφίου, υπόκειται εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν την εις τριπλούν αξίαν των μιγνυομένων ορυκτελαίων ή τας £500 ή το εν εκάστη περιπτώσει μείζον των άνω ποσών, το δε μίγμα υπόκειται εις δήμευσιν.

Υποκατάστατα Βενζίνης
Υποκατάστατα βενζίνης

135.-(1) Επί τω τέλει διασφαλίσεως των δημοσίων προσόδων, το Υπουργικόν Συμβούλιον δύναται να εκδώση Κανονισμούς·

(α) απαγορεύοντας την παραγωγήν υποκαταστάτων βενζίνης και την εμπορίαν υποκαταστάτων βενζίνης, εφ' ων δεν κατεβλήθη ο αναλογών τούτοις φόρος υποκαταστάτων βενζίνης, ειμή υπό προσώπων κατεχόντων επί τούτω άδειαν·

(β) καθορίζοντας την ημερομηνίαν λήξεως οιασδήποτε τοιαύτης αδείας·

(γ) διέποντας την παραγωγήν, εμπορίαν, αποθήκευσιν και αποταμίευσιν υποκαταστάτων βενζίνης και την μεταφοράν αυτών εις το επί τούτω οίκημα και εξ αυτού·

(δ) διά την απαλλαγήν εκ του ειρημένου φόρου υποκαταστάτων βενζίνης προοριζομένων προς εξαγωγήν ή φόρτωσιν ως εφοδίων·

(ε) γενικώς διά την διασφάλισιν και είσπραξιν των ειρημένων φόρων.

(2) Πας όστις-

(α)χρησιμοποιεί ως καύσιμον δι' εσωτερικής καύσεως μηχανικόν έμβολον οιονδήποτε υγρόν, όπερ δεν είναι ορυκτέλαιον και εφ' ου ούτος γνωρίζει ή έχει επαρκείς λόγους να πιστεύη ότι δεν κατεβλήθη ο αναλογών αυτώ φόρος· ή

(β) διά πράξεως ή παραλείψεως αυτού παραβαίνει Κανονισμόν δυνάμει του παρόντος άρθρου γενόμενον,

είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν την εις τριπλούν αξίαν των εμπορευμάτων, αναφορικώς προς άτινα διαπράττεται το αδίκημα ή τας £500 ή το εν εκάστη περιπτώσει μείζον των άνω ποσών, τα δε εμπορεύματα υπόκεινται εις δήμευσιν.

(3) Διά τους σκοπούς των περί Φόρων Καταναλώσεως Νόμων, ο όρος "υποκατάστατα βενζίνης" σημαίνει παν υγρόν, αποσκοπούν να υποκαταστήση την βενζίνην ως καύσιμον ύλην δι' εσωτερικής καύσεως μηχανικά έμβολα και όπερ δεν είναι ορυκτέλαιον.

(4) Εν τω παρόντι άρθρω ο όρος "υγρόν" δεν περιλαμβάνει οιανδήποτε ουσίαν, ήτις είναι αεριώδης εις θερμοκρασίαν εξήκοντα βαθμών Φάρεναϊτ και υπό πίεσιν μιας ατμοσφαίρας.

ΜΕΡΟΣ VIII ΠΥΡΕΙΑ
Άδεια κατασκευής πυρείων

136.-(1) Απαγορεύεται η υπό παντός προσώπου καθίδρυσις εργοστασίου κατασκευής πυρείων εν τη Δημοκρατία εκτός εάν κατέχη επί τούτω εξουσιοδότησιν υπό του Υπουργικού Συμβουλίου.

(2) Εκάστη εξουσιοδότησις δυνατόν να περιέχη όρους επιβαλλομένους υπό του Υπουργικού Συμβουλίου κατά το δοκούν, αναφορικώς προς άπαντα ή τινα των ακολούθων θεμάτων-

(α)το κατώτατον κεφάλαιον, όπερ δέον να επενδυθή εν τη επιχειρήσει του προς ον η εξουσιοδότησις·

(β)το κατώτατον ποσόν φόρου, όπερ δέον να εγγυηθή εν εκάστω έτει·

(γ) την θέσιν, κατασκευήν και διαχείρισιν του εργοστασίου·

(δ) την χρήσιν ξύλου παραχθέντος εν τη Δημοκρατία διά την κατασκευήν των πυρείων εν τω εργοστασίω.

(3) Επί τη παροχή εξουσιοδοτήσεως του Υπουργικού Συμβουλίου συμφώνως τοις εδαφίοις (1) και (2) εκδίδεται ετησία άδεια υποκειμένη εις την καταβολήν τέλους εκατόν λιρών κατ' έτος.

(4) Η ισχύς εκάστης τοιαύτης αδείας εκπνέει τη τριακοστή πρώτη ημέρα του μηνός Δεκεμβρίου εκάστου έτους, ανανεούται δε ετησίως.

(5) Πας όστις-

(α) κατασκευάζει πυρεία άνευ αδείας δυνάμει του παρόντος άρθρου εκδοθείσης·

(β)παραβαίνει οιονδήποτε των όρων, υφ' ους παρεσχέθη άδεια δυνάμει του παρόντος άρθρου,

είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας £450 ή εις φυλάκισιν μέχρις εξ μηνών ή εις αμφοτέρας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης.

'Ετεραι διατάξεις περί τα πυρεία

137.-(1) Επί τω τέλει διασφαλίσεως των δημοσίων προσόδων, το Υπουργικόν Συμβούλιον δύναται να εκδώση Κανονισμούς-

(α) διέποντας την κατασκευήν πυρείων και την μεταφοράν αυτών εκ του τόπου της κατασκευής των·

(β) διά την διασφάλισιν και είσπραξιν του επιβλητέου επί πυρείων φόρου καταναλώσεως·

(γ) προνοούντας, καθ' όσον αφορά εις εισαγόμενα πυρεία, την εφ' εκάστου δοχείου αναγραφήν του περιεχομένου αυτού ή του ανωτάτου ή κατωτάτου περιεχομένου του εν λόγω δοχείου.

(2) Πας όστις διά πράξεως ή παραλείψεως αυτού παραβαίνει Κανονισμόν δυνάμει του παρόντος άρθρου γενόμενον, υπόκειται εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας £250, παν δε είδος αναφορικώς προς ο διαπράττεται το αδίκημα υπόκειται εις δήμευσιν.

(3) Καθ' όσον αφορά εις τους εκάστοτε πληρωτέους επί πυρείων δασμούς ή φόρους, πυρείον έχον πλείονα του ενός σημεία αναφλέξεως λογίζεται ως πλείονα του ενός πυρεία, τόσα όσα και τα σημεία αναφλέξεως.

ΜΕΡΟΣ IX ΑΔΕΙΑΙ, ΕΓΓΡΑΦΑΙ, ΕΜΠΟΡΟΙ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟΙ ΕΙΣ ΤΑΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΤΩΝ ΠΕΡΙ ΦΟΡΩΝ ΚΑΤΑΝΑΛΩΣΕΩΣ ΝΟΜΩΝ, Κ.Λ.Π. - ΓΕΝΙΚΑΙ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Άδειαι - Γενικαί Διατάξεις
Άδειαι

138.-(1) Αι άδειαι εκδίδονται εν ω τύπω και περιέχουσι τοιαύτα στοιχεία, ως ο Διευθυντής ήθελε καθορίσει, υπόκεινται δε εις τας διατάξεις παντός νομοθετήματος, αφορώντος εις την προκειμένην άδειαν ή εμπορίαν, και χορηγούνται υπό του αρμοδίου λειτουργού τη καταβολή του νενομισμένου τέλους.

(2) Η άδεια ενασκήσεως εμπορίας τινός χορηγείται αναφορικώς προς εν μόνον κτιριακόν συγκρότημα, δυνατόν όμως να χορηγηθώσιν πλείονες της μιας αδείας εις το αυτό πρόσωπον διά την αυτήν εμπορίαν, εφ' όσον ούτος κέκτηται πλείονα του ενός κτιριακά συγκροτήματα.

(3) Τηρουμένων των διατάξεων παντός νομοθετήματος αφορώντος εις την προκειμένην άδειαν ή εμπορίαν, οσάκις ενασκείται εμπορία υπό δύο ή πλειόνων προσώπων συνεταιρικώς, εν ενί κτιριακώ συγκροτήματι, δεν απαιτείται η χορήγησις πλειόνων της μιας αδειών αναφορικώς προς το εν λόγω κτιριακόν συγκρότημα δι' έκαστον έτος αδείας.

(4) Άνευ επηρεασμού οιασδήποτε ετέρας διατάξεως περιεχομένης εν τω παρόντι Νόμω, ως προς την προσαγωγήν αδειών, πας όστις, κατέχων άδειαν ενασκήσεως οιασδήποτε εμπορίας ή κατασκευής ή πωλήσεως εμπορευμάτων, παραλείπει να προσαγάγη ταύτην προς εξέλεγξιν εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος, αφ' ης κληθή προς τούτο υπό τίνος λειτουργού, υπόκειται εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας £100.

Πληρωμή τέλους αδειών δι'επιταγής

139.-(1) Οιονδήποτε τμήμα ή τοπική αρχή, ήθελεν έχει εξουσίαν χορηγήσεως αδειών, δύναται κατά το δοκούν να παράσχη ταύτην επί τη λήψει επιταγής διά το ποσόν του πληρωτέου δι' αυτών νενομισμένου τέλους.

(2) Οσάκις χορηγείται άδεια εις οιονδήποτε πρόσωπον έναντι επιταγής, ήτις μετέπειτα ήθελε διαμαρτυρηθή, η άδεια είναι άκυρος από της χορηγήσεως αυτής, και το εκδόν ταύτην τμήμα ή τοπική αρχή αποστέλλει τω προσώπω τούτω διά συστημένης επιστολής, αποστελλομένης εν τη διευθύνσει τη σημειουμένη επί της αιτήσεως του προς παροχήν αδείας, ειδοποίησιν καλούσαν τούτο όπως επιστρέψη την άδειαν εντός επτά ημερών από της ταχυδρομήσεως της ειδοποιήσεως, εάν δε παραλείψη να πράξη ούτω εντός της νενομισμένης προθεσμίας, υπόκειται εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας £250.

Ανανέωσις αδειών

140. Οσάκις ετησία άδεια, αναφορικώς προς οιανδήποτε εμπορίαν, ανανεούται υπό του αδειούχου διά την αυτήν εμπορίαν και διά το αμέσως επόμενον έτος, εν τοιαύτη περιπτώσει, τηρουμένων των διατάξεων παντός νομοθετήματος, όπερ ήθελεν αφορά εις την προκειμένην άδειαν ή εμπορίαν, η ανανεουμένη άδεια φέρει την ημερομηνίαν της αμέσως επομένης της λήξεως της προηγουμένης αδείας ημέρας:

Νοείται ότι, εν η περιπτώσει η αίτησις ανανεώσεως της αδείας ήθελεν υποβληθή μετά την ως είρηται ημερομηνίαν ή τοιαύτην μετέπειτα ημερομηνίαν ως ο Διευθυντής ήθελεν εν εκάστη περιπτώσει καθορίσει, η άδεια φέρει την ημερομηνίαν της υποβολής της προς ανανέωσιν αιτήσεως.

Μεταβίβασις και μεταφορά εμπορίας και αδειών

141 .-(1) Τηρουμένων των εν τω παρόντι Νόμω διαλαμβανομένων διατάξεων ή των διατάξεων οιουδήποτε ετέρου νομοθετήματος αφορώντος εις την προκειμένην άδειαν ή εμπορίαν, οσάκις ο κάτοχος αδείας ενασκήσεως οιασδήποτε εμπορίας αποβιοί ή οσάκις ο κάτοχος τοιαύτης αδείας αναφορικώς προς οίκημα εν αυτή καθοριζομένω εγκαταλείπει τούτο, ο αρμόδιος λειτουργός δύναται να μεταβιβάση την άδεαν, εν ω τρόπω ο Διευθυντής ήθελε καθορίσει, άνευ προσθέτου καταβολής τέλους, εις έτερον τι πρόσωπον διά τον υπόλοιπον της ισχύος της εν λόγω αδείας χρόνον.

(2) Τηρουμένων των ως άνω διατάξεων, οσάκις πρόσωπον, κατέχον άδειαν αναφορικώς προς οιονδήποτε οίκημα, μεταφέρει την άσκησιν της εμπορίας του εις έτερον οίκημα, εν ω νομίμως δύναται να ενασκήση ταύτην, ο αρμόδιος λειτουργός δύναται να επιτρέψη, εν ω τρόπω ήθελεν ο Διευθυντής καθορίσει, άνευ προσθέτου καταβολής τέλους, την ενάσκησιν της εμπορίας ταύτης εν τω ετέρω τούτω οικήματι διά τον υπόλοιπον της ισχύος της εν λόγω αδείας χρόνον.

(3) Ανεξαρτήτως οιασδήποτε των προηγουμένων διατάξεων του παρόντος άρθρου, οσάκις δυνάμει οιουδήποτε ετέρου νομοθετήματος, αφορώντος εις την προκειμένην άδειαν ή εμπορίαν, απαιτείται διά τοιαύτην μεταβίβασιν ή μεταφοράν εμπορίας, ως η μνημονευομένη εν τω παρόντι άρθρω, η εξουσιοδότησις δικαστηρίου ή ετέρας τινός αρχής ή η προσκόμισις πιστοποιητικού τίνος, δεν επιτρέπεται η μεταβίβασις ή μεταφορά αδείας ενασκήσεως της εν λόγω εμπορίας, εκτός εάν αποδειχθή τω αρμοδίω λειτουργώ ότι παρεσχέθη η τοιαύτη εξουσιοδότησις ή εξεδόθη το τοιούτον πιστοποιητικόν.

Αδικήματα περί ωρισμένας αδείας

142.-(1) Πας όστις, κατέχων άδειαν πωλήσεως οιωνδήποτε εμπορευμάτων, παραβαίνει τους όρους ταύτης ή πωλεί άλλως ή ως προβλέπεται εν τη αδεία, ή διά πράξεως ή παραλείψεως αυτού παραβαίνει οιανδήποτε διάταξιν του παρόντος ή ετέρου νόμου εφαρμοστέου επί τη αδείας, και δεν προβλέπεται ετέρα ποινή διά το εν λόγω αδίκημα, ούτος υπόκειται εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας £250.

(2) Εν τη περιπτώσει εμπορευμάτων, διά την πώλησιν των οποίων απαιτείται η έκδοσις αδείας, πας όστις αγρεύει ή λαμβάνει παραγγελίας διά τοιαύτα εμπορεύματα άλλως ή δυνάμει αδείας εκδοθείσης διά την πώλησιν τούτων και αφορώσης εις το οίκημα, εν ω αγρεύεται ή λαμβάνεται η παραγγελία, υπόκειται εις την αυτήν ποινήν ως και ο πωλών τοιαύτα εμπορεύματα άνευ αδείας:

Νοείται ότι το παρόν εδάφιον δεν τυγχάνει εφαρμογής-

(α) αναφορικώς προς την πώλησιν εμπορευμάτων αποταμιευμένων εν τινι αποθήκη, δι' α δυνάμει του αμέσως προηγουμένου άρθρου δεν απαιτείται άδεια· ή

(β) επί παντός καλής πίστεως περιοδεύοντος αντιπροσώπου όστις λαμβάνει παραγγελίας διά εμπορεύματα, δι' άτινα ο εργοδότης αυτού κέκτηται νόμιμον άδειαν πωλήσεως των.

Εξουσία εξελέγξεως μεταφερομένων εμπορευμάτων

143.-(1) Πας λειτουργός δύναται να σταματήση οιονδήποτε πρόσωπον μεταφέρον ή, όπερ ως ούτος δεδικαιολογημένως πιστεύει μεταφέρει εμπορεύματα, άτινα δυνάμει των περί Τελωνείων ή Φόρων Καταναλώσεως Νόμων δέον να συνοδεύωνται κατά την μεταφοράν των υπό αδείας, πιστοποιητικού ή ετέρου καθωρισμένου εγγράφου και να απαίτηση την προσαγωγήν του εξουσιοδοτούντος την μεταφοράν εγγράφου, και να αναγράψη επ' αυτού τον τόπον και χρόνον της διενεργηθείσης εξελέγξεως.

Αδικήματα περί τας αδείας και πιστοποιητικά

144.-(1) Οσάκις, δυνάμει των περί Τελωνείων ή Φόρων Καταναλώσεως Νόμων απαιτείται άδεια, πιστοποιητικόν ή έτερον καθωρισμένον έγγραφον διά την μεταφοράν οιωνδήποτε εμπορευμάτων, εν τοιαύτη περιπτώσει πας όστις-

(α) αποστέλλει, μεταφέρει ή λαμβάνει εν τη κατοχή του ή προκαλεί την αποστολήν, μεταφοράν, ή την παραλαβήν τοιούτων εμπορευμάτων, μη συνοδευομένων υπό της κατά νόμον απαιτουμένης αδείας, πιστοποιητικού ή ετέρου εγγράφου ή πράττει ούτω κατά παράβασιν των όρων της συνοδευούσης ταύτα αδείας, πιστοποιητικού ή ετέρου καθωρισμένου εγγράφου· ή

(β) εφ' όσον ήθελεν εκδοθή άδεια, πιστοποιητικόν ή έτερον καθωρισμένον έγγραφον μη χρησιμοποιηθέν υπ' αυτού, δεν μεριμνά διά την ακύρωσιν και επιστροφήν αυτού· ή

(γ) ζητεί, λαμβάνει ή ποιείται χρήσιν ή προκαλεί ή επιτρέπει όπως ζητηθή, ληφθή ή χρησιμοποιηθή άδεια ή πιστοποιητικόν δι' οιονδήποτε σκοπόν κατά παράβασιν των όρων αυτού· ή

(δ) καθ' οιονδήποτε τρόπον ποιείται χρήσιν ή προκαλεί ή επιτρέπει την χρήσιν οιασδήποτε αδείας ή πιστοποιητικού ή του εντύπου οιουδήποτε πιστοποιητικού συμπεπληρωμένου ή μη, κατά τρόπον δυνάμενον να ματαιώση ή αποτρέψη την λήψιν ή εξέλεγξιν οιωνδήποτε λογαριασμών ή την διενέργειαν ελέγχου υπό τίνος λειτουργού· ή

(ε) προσκομίζει ή προκαλεί ή επιτρέπει την προσκόμισιν οιασδήποτε αδείας, πιστοποιητικού ή ετέρου καθωρισμένου εγγράφου εις λειτουργόν, ως παραληφθέντος μετά εμπορευμάτων ετέρων ή εκείνων, εις α τούτο αφορά,

υπόκειται, επιπροσθέτως οιασδήποτε ετέρας ποινής, εις ην ούτος δυνατόν να υπόκειται, εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν την εις τριπλούν αξίαν των εμπορευμάτων, αναφορικώς προς άτινα διαπράττεται το αδίκημα ή τας £500 ή το εν εκάστη περιπτώσει μείζον των άνω ποσών.

(2) Εμπορεύματα χρήζοντα ως εν τοις ανωτέρω αδείας, πιστοποιητικού ή ετέρου καθωρισμένου εγγράφου, άτινα αποστέλλονται, μεταφέρονται ή παραλαμβάνονται άνευ της κατά νόμον αδείας, πιστοποιητικού ή ετέρου καθωρισμένου εγγράφου ή συνοδευόμενα υπό ηλλοιωμένης ή αναληθούς αδείας, πιστοποιητικού ή ετέρου καθωρισμένου εγγράφου, υπόκεινται εις δήμευσιν, πας δε όστις εξευρίσκεται, έχων εν τη κατοχή του τοιαύτα εμπορεύματα, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν της εις τριπλούν αξίαν των εμπορευμάτων ή τας £500 ή το εν εκάστη περιπτώσει μείζον των άνω ποσών.

Ειδικαί διατάξεις περί αδείας και πιστοποιητικά αφορώντα εις οινοπνευματώδη

145.-(1) Εάν εις οιανδήποτε διαδικασίαν δυνάμει του αμέσως προηγουμένου άρθρου αρξαμένην, αμφισβητηθή το ακριβές του χαρακτηρισμού οιωνδήποτε οινοπνευματωδών εν αδεία, πιστοποιητικώ ή ετέρω καθωρισμένω εγγράφω- (α)το βάρος της αποδείξεως, ότι τα οινοπνευματώδη ανταποκρίνονται εις τον γενόμενον χαρακτηρισμόν, κείται επί του ισχυριζομένου ότι ταύτα τω όντι ανταποκρίνονται εις τούτον, όστις και αποδεικνύει τον ισχυρισμόν αυτού διά της μαρτυρίας δύο προσώπων, αρμοδίων να αποφανθώσιν επί τούτω δι' εξετάσεως των οινοπνευματωδών·

(β) ο χαρακτηρισμός των οινοπνευματωδών δεν λογίζεται ανακριβής εκ μόνου του γεγονότος ότι είναι δυνάμεως διαφόρου της καθοριζομένης εν τη αδεία, πιστοποιητικώ ή ετέρω καθωρισμένω εγγράφω, εφ' όσον η πραγματική δύναμις δεν είναι κατά πλέον του ενός βαθμού προυφ ανωτέρα ή κατά δύο βαθμούς προυφ κατωτέρα της ούτω καθορισθείσης.

(2) Εάν οινοπνευματοποιός Α' ή Β' κατηγορίας ή ποτοποιός, έμπορος ή λιανοπώλης οινοπνευματωδών καταδικασθή δι' αδίκημα τι, αφορών εις τα οινοπνευματώδη δυνάμει του αμέσως προηγουμένου άρθρου, ο Διευθυντής δύναται να ανακαλέση την άδειαν αυτού και να αρνηθή να τω παράσχη άδειαν εκ νέου, διαρκούντος του υπολειπομένου της ισχύος της ανακληθείσης αδείας χρόνου.

Γενικαί διατάξεις καθ' όσον αφορά εις την δήλωσιν οικημάτων, κ.λ.π.
Ειδικαί διατάξεις περί αδείας και πιστοποιητικά αφορώντα εις οινοπνευματώδη

145.-(1) Εάν εις οιανδήποτε διαδικασίαν δυνάμει του αμέσως προηγουμένου άρθρου αρξαμένην, αμφισβητηθή το ακριβές του χαρακτηρισμού οιωνδήποτε οινοπνευματωδών εν αδεία, πιστοποιητικώ ή ετέρω καθωρισμένω εγγράφω- (α)το βάρος της αποδείξεως, ότι τα οινοπνευματώδη ανταποκρίνονται εις τον γενόμενον χαρακτηρισμόν, κείται επί του ισχυριζομένου ότι ταύτα τω όντι ανταποκρίνονται εις τούτον, όστις και αποδεικνύει τον ισχυρισμόν αυτού διά της μαρτυρίας δύο προσώπων, αρμοδίων να αποφανθώσιν επί τούτω δι' εξετάσεως των οινοπνευματωδών·

(β) ο χαρακτηρισμός των οινοπνευματωδών δεν λογίζεται ανακριβής εκ μόνου του γεγονότος ότι είναι δυνάμεως διαφόρου της καθοριζομένης εν τη αδεία, πιστοποιητικώ ή ετέρω καθωρισμένω εγγράφω, εφ' όσον η πραγματική δύναμις δεν είναι κατά πλέον του ενός βαθμού προυφ ανωτέρα ή κατά δύο βαθμούς προυφ κατωτέρα της ούτω καθορισθείσης.

(2) Εάν οινοπνευματοποιός Α' ή Β' κατηγορίας ή ποτοποιός, έμπορος ή λιανοπώλης οινοπνευματωδών καταδικασθή δι' αδίκημα τι, αφορών εις τα οινοπνευματώδη δυνάμει του αμέσως προηγουμένου άρθρου, ο Διευθυντής δύναται να ανακαλέση την άδειαν αυτού και να αρνηθή να τω παράσχη άδειαν εκ νέου, διαρκούντος του υπολειπομένου της ισχύος της ανακληθείσης αδείας χρόνου.

Γενικαί διατάξεις καθ' όσον αφορά εις την δήλωσιν οικημάτων, κ.λ.π. Διενέργεια δηλώσεων

146.-(1) Οσάκις δυνάμει των περί Φόρων Καταναλώσεως Νόμων απαιτείται η παρά τίνος προσώπου δήλωσις οικήματος ή αντικειμένου-

(α) η δήλωσις δέον όπως διενεργήται εν ω τύπω και τρόπω και περιέχη τοιαύτα στοιχεία, ως ο Διευθυντής ήθελεν εκάστοτε ορίσει· και

(β)το εν λόγω οίκημα ή αντικείμενον σημαίνεται και τηρείται σημασμένον εν ω τρόπω, ως ο Διευθυντής ήθελεν εκάστοτε ορίσει.

(2) Η δήλωσις δεν είναι έγκυρος εκτός εάν ο διενεργών ταύτην-

(α)έχη συμπεπληρωμένην, κατά τον χρόνον της διενεργείας της δηλώσεως, την ηλικίαν των δεκαοκτώ ετών· και

(β) κατά τον χρόνον τούτον ήτο και εξακολουθή να είναι ο αληθής και πραγματικός κύριος της εμπορίας, αναφορικώς προς ην εγένετο η δήλωσις.

(3) Οσάκις ο υπόχρεως προς διενέργειαν δηλώσεως είναι νομικόν πρόσωπον-

(α)η δήλωσις δέον όπως φέρη την υπογραφήν διευθύνοντος συμβούλου, γενικού διευθυντού, γραμματέως ή ετέρου παρομοίου αξιωματούχου του νομικού προσώπου, ωσαύτως δε την σφραγίδα του νομικού προσώπου, εκτός των περιπτώσεων καθ' ας η προς υπογραφήν εξουσιοδότησις του εν λόγω προσώπου παρεσχέθη αυτώ υπό την σφραγίδα του νομικού προσώπου·

(β)τόσον το νομικόν πρόσωπον όσον και το πρόσωπον, υφ' ου υπογράφεται η δήλωσις ενέχονται εις την πληρωμήν παντός δασμού και φόρου βαρύνοντος την εμπορίαν, εις ην αφορά η γενομένη δήλωσις.

(4) Πας όστις, εν τη διενεργεία δηλώσεως οικήματος τίνος ή αντικειμένου παραβαίνει ή παραλείπει να συμμορφωθή προς σχετικήν προς τούτο οδηγίαν του Διευθυντού, δυνάμει του παρόντος άρθρου εκδοθείσαν, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας £500.

Νέα δήλωσις του αυτού οικήματος

147.-(1) Ο Διευθυντής δύναται κατά πάντα χρόνον δι' εγγράφου αυτού ειδοποιήσεως, απευθυνομένης προς το πρόσωπον, υφ' ου υπεγράφη υφισταμένη δήλωσις εις το υπ' αυτού δηλωθέν οίκημα, να απαιτήση την διενέργειαν νέας δηλώσεως του οικήματος ή αντικειμένου, εις ο αφορά η υφισταμένη δήλωσις, ήτις, άνευ επηρεασμού οιασδήποτε τυχόν υπεχομένης ευθύνης, καθίσταται άκυρος επί τη παρόδω δεκατεσσάρων ημερών από της επιδόσεως της ειδοποιήσεως.

(2) Εκτός ως ήθελεν επιτρέψει ο Διευθυντής, και υπό τους όρους, ους ούτος ήθελεν επιβάλει, ουδέν οίκημα ή αντικείμενον δηλωθέν υπό τίνος προσώπου δύναται, εν όσω η τοιαύτη δήλωσις παραμένη εν ισχύϊ, να δηλωθή υπό ετέρου τινός προσώπου δι' οιονδήποτε έτερον σκοπόν δυνάμει του παρόντος Νόμου· πάσα δήλωσις κατά παράβασιν του παρόντος εδαφίου γενομένη είναι άκυρος.

(3) Οσάκις το πρόσωπον, υφ' ου εγένετο η δήλωσις οικήματος, φυγοδική ή καταλείπη την κατοχήν του οικήματος και διακόπτη την εμπορίαν, αναφορικώς προς ην εγένετο η δήλωσις, και ο Διευθυντής επιτρέπη την διενέργειαν νέας δηλώσεως υπό ετέρου τινός προσώπου, η προηγουμένη δήλωσις λογίζεται ανακληθείσα και καθίσταται άκυρος.

Απόδειξις δηλώσεων

148.Διά τους σκοπούς οιασδήποτε δικαστικής διαδικασίας, εφ' όσον ήθελεν ανακύψει αμφισβήτησις περί την διενέργειαν δηλώσεως υπό τίνος προσώπου δυνάμει των περί Φόρων Καταναλώσεως Νόμων, οικήματος ή αντικειμένου ή δι' οιονδήποτε σκοπόν-

(α)εάν έγγραφον φερόμενον ως πρωτότυπον, ούτω γενομένης δηλώσεως, προσαχθή τω Δικαστηρίω υπό λειτουργού, συνιστά, μέχρις αποδείξεως του εναντίου, επαρκή απόδειξιν της διενεργείας της δηλώσεως· και

(β) εάν λειτουργός υπό την φύλαξιν, ούτινος θα ετέλει οιαδήποτε ούτω γενομένη δήλωσις, προσέλθη τω Δικαστηρίω και μαρτυρήση, ότι αι προσκομιζόμενοι υπ' αυτού τω Δικαστηρίω δηλώσεις είναι άπασαι αι υπό την φύλαξιν αυτού τελούσαι πρωτότυποι δηλώσεις και ότι η περί ης η αμφισβήτησις δήλωσις δεν περιλαμβάνεται εν αυτοίς, τεκμαίρεται, μέχρις αποδείξεως του εναντίου, ότι η τοιαύτη δήλωσις μηδέποτε εγένετο.

Αδικήματα περί τας δηλώσεις

149.-(1) Πας όστις ποιείται χρήσιν δι' εμπορικόν τινα σκοπόν οικήματος ή είδους αναγκαίως δηλουμένου διά τον σκοπόν τούτον δυνάμει των περί Φόρων Καταναλώσεως Νόμων, χωρίς να δηλώση κατά νόμον τούτο, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας £750, παν δε τοιούτον αντικείμενον και άπαντα τα εμπορεύματα, άτινα θέλουσιν εξευρεθή εν τω τοιούτω οικήματι ή αντικειμένω υπόκεινται εις δήμευσιν.

(2) Πας όστις, δηλώσας οιονδήποτε οίκημα ή αντικείμενον, δολίως ποιείται χρήσιν τούτου διά σκοπόν έτερον ή τον σκοπόν, δι' ον εγένετο η δήλωσις, υπόκειται εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας £500.

Γενικαί διατάξεις αφορώσαι εις εμπόρους υποκειμένους εις τας διατάξεις των περί Φόρων Καταναλώσεως Νόμων
Εξουσία εισόδου εις το οίκημα εμπόρου υποκειμένου εις τας διατάξεις των περί Φόρων Καταναλώσεως Νόμων

150.-(1) Οιοσδήποτε λειτουργός δύναται κατά πάντα χρόνον (εν καιρώ όμως νυκτός μόνον τη συνοδεία αστυνομικού, εξαιρέσει της περιπτώσεως των μνημονευομένων εν τω επομένω εδαφίω εμπόρων) να εισέλθη εις οίκημα δηλωθέν ή χρήζον δηλώσεως δυνάμει των περί Φόρων Καταναλώσεως Νόμων, ή εις οιονδήποτε έτερον οίκημα, ανήκον κατά κυριότητα ή χρησιμοποιούμενον υπό εμπόρου υποκειμένου εις τας διατάξεις των περί Φόρων Καταναλώσεως Νόμων διά τους σκοπούς της εμπορίας αυτού, και να επιθεωρήση τούτο, διεξαγάγη ερεύνας, εξετάση και καταμετρήση τα μηχανήματα, αγγεία, σκεύη, εμπορεύματα ή υλικά, τα ανήκοντα ή καθ' οιονδήποτε έτερον τρόπον σχετιζόμενα μετά της εν λόγω εμπορίας.

(2) Ο λειτουργός όστις, απαιτήσας όπως τω επιτραπή είσοδος εις οίκημα, ανήκον εις οινοπνευματοποιόν Α' ή Β' κατηγορίας, ποτοποιόν ή ζυθοποιόν και δηλώσας το όνομα και την ιδιότητα αυτού εν τη εισόδω, δεν γενή πάραυτα δεκτός, ως και πας έτερος προστρέχων εις βοήθειαν αυτού δύναται (εν καιρώ νυκτός όμως, μόνον τη συνοδεία αστυνομικού) να παραβιάση οιανδήποτε θύραν ή παράθυρον οικήματος ή να ανοίξη ρήγμα εις οιονδήποτε τοίχον αυτού και να επιτύχη είσοδον εις αυτό.

Εξουσία διεξαγωγής ερεύνης διά κεκρυμμένους σωλήνας, κ.λ.π.

151.-(1) Πας λειτουργός όστις ευλόγως υποψιάζεται ότι έμπορος υποκείμενος εις τας διατάξεις των περί Φόρων Καταναλώσεως Νόμων, εφ' ου τυγχάνει εφαρμογής το παρόν άρθρον, διατηρεί ή ποιείται χρήσιν μυστικού σωλήνος ή ετέρου αγωγού, κρουνού, αγγείου ή σκεύους, ο λειτουργός ούτος δύναται κατά πάντα χρόνον, εν καιρώ νυκτός όμως μόνον τη συνοδεία αστυνομικού, να παραβιάση οιονδήποτε μέρος του οικήματος του εν λόγω εμπόρου, να εισέλθη εν αυτώ βιαίως, και εφ' όσον δεδικαιολογημένως ήθελε παραστή ανάγκη να ανασκάψη το έδαφος του τοιούτου οικήματος ή παρακείμενον τοιούτο ή οιονδήποτε τοίχον αυτού, και να διεξαγάγη ερεύνας προς ανεύρεσιν του εν λόγω σωλήνος, αγωγού, κρουνού, αγγείου ή σκεύους.

(2) Εάν ο λειτουργός εξεύρη τοιούτον σωλήνα ή έτερον αγωγόν, άγοντα εις το οίκημα του εμπόρου ή εξ αυτού, ούτος δύναται να εισέλθη εις παν έτερον οίκημα εξ ου άρχεται ή εις ο αγάγει σωλήν ή έτερος αγωγός και, καθ' ην έκτασιν ήθελε παραστή δεδικαιολογημένως ανάγκη, να κατεδαφίση ή ανασκάψη οιονδήποτε μέρος του ετέρου τούτου οικήματος, ίνα καθορίση την πορείαν αυτού, αποκόψη τούτον και να κλείση οιονδήποτε επ' αυτού κρουνόν και εξετάση εάν τούτο μεταφέρη ή αποκρύπτη εμπορεύματα, υποκείμενα εις τίνα φόρον καταναλώσεως ή υλικά χρησιμοποιούμενα εις την κατασκευήν τοιούτων εμπορευμάτων κατά τρόπον παρακωλύοντα την επακριβή εξέλεγξιν τούτων.

(3) Πας ως εν τοις ανωτέρω σωλήν ή έτερος αγωγός, κρουνός, αγγείον ή σκεύος ως και άπαντα τα εμπορεύματα, τα υποκείμενα εις τινα φόρον καταναλώσεως ή τα χρησιμοποιούμενα διά την κατασκευήν αυτών υλικά, άτινα ήθελον εξευρεθή εν αυτώ, υπόκεινται εις δήμευσιν, ο δε έμπορος είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας £500.

(4) Ο Διευθυντής δέον όπως αποκαθιστά πάσαν ζημίαν επαχθείσαν κατά την διάρκειαν ερεύνης, ήτις ήθελεν αποδειχθή ανεπιτυχής.

(5) Το παρόν άρθρον τυγχάνει εφαρμογής επί των οινοπνευματοποιών Α' και Β' κατηγορίας, ποτοποιών και ζυθοποιών.

Εξουσία απαγορεύσεως της χρήσεως ωρισμένων ουσιών εις εμπορεύματα υποκείμενα εις φόρον καταναλώσεως

152.-(1) Εφ' όσον ήθελε καταδειχθή τω Υπουργώ, ότι οιαδήποτε ουσία ή υγρόν χρησιμοποιείται ή δυνατόν να χρησιμοποιηθή εν τη κατασκευή ή παρασκευή προς πώλησιν οιωνδήποτε εμπορευμάτων υποκειμένων εις τινα φόρον καταναλώσεως, και ότι η ουσία αύτη ή υγρόν είναι μολυσματικής ή επιβλαβούς φύσεως ή, εφ' όσον πρόκειται περί χημικού ή τεχνητού αποστάγματος ή προϊόντος, δύναται να επηρεάση δυσμενώς τας δημοσίας προσόδους, ο Υπουργός δύναται διά κανονισμών να απαγορεύση την χρήσιν της τοιαύτης ουσίας ή υγρού εν τη κατασκευή ή παρασκευή προς πώλησιν οιωνδήποτε εμπορευμάτων, άτινα θέλουσι καθορισθή εν τοις Κανονισμοίς.

(2) Εν όσω τοιούτοι Κανονισμοί ήθελον τελή εν ισχύϊ, πας όστις εν γνώσει αυτού ποιείται χρήσιν οιασδήποτε διά των τοιούτων Κανονισμών απαγορευμένης ουσίας ή υγρού εν τη κατασκευή ή παρασκευή προς πώλησιν εμπορευμάτων, οριζομένων ωσαύτως εν τοις Κανονισμοίς, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας £250.

(3)Ουσίαι ή υγρά, εκάστοτε απηγορευμένα υπό τοιούτων Κανονισμών, άτινα ήθελον εξευρεθή εν τη κατοχή προσώπου κατέχοντος άδειαν κατασκευής ή πωλήσεως οιωνδήποτε εμπορευμάτων, καθωρισμένων εν τοις Κανονισμοίς, ως και άπαντα τα εμπορεύματα, εν τη κατασκευή ή παρασκευή των οποίων εχρησιμοποιήθη τοιαύτη ουσία ή υγρόν κατά παράβασιν οιουδήποτε τοιούτου Κανονισμού, υπόκεινται εις δήμευσιν.

Καταβολή φόρων υπό εμπόρων υποκειμένων εις τας διατάξεις των περί Φόρων Καταναλώσεως Νόμων

153.-(1) Έκαστος έμπορος, υποκείμενος εις τας διατάξεις των περί Φόρων Καταναλώσεως Νόμων, δέον όπως καταβάλλη πάντα φόρον καταναλώσεως σχετικώς προς την εμπορίαν αυτού, εν ω χρόνω ή εντός τοιαύτης προθεσμίας και εις τοιούτον τόπον και πρόσωπον, ως ο Διευθυντής ήθελεν εκάστοτε ορίσει, ανεξαρτήτως εάν η πληρωμή του εν λόγω φόρου εξησφαλίσθη διά προσωπικής εγγυήσεως ή άλλως πως.

(2) Εάν οιοσδήποτε ούτω οφειλόμενος φόρος δεν καταβληθή ως εν τοις ανωτέρω, ούτος καταβάλλεται τη προσκλήσει του Διευθυντού είτε προσωπικώς είτε εγγράφως γενομένη και καταλειπομένη εις την κατοικίαν ή επαγγελματικήν αυτού εγκατάστασιν· εάν δεν καταβληθή δε κατόπιν της τοιαύτης προσκλήσεως, ο έμπορος υπόκειται επιπροσθέτως εις χρηματικήν ποινήν ίσην προς το διπλάσιον του οφειλομένου ποσού.

Εκτέλεσις και κατάσχεσις εναντίον εμπόρων υποκειμένων εις τας διατάξεις των περί Φόρων Καταναλώσεως Νόμων

154.-(1) Οσάκις έμπορος υποκείμενος εις τας διατάξεις των περί Φόρων Καταναλώσεως Νόμων οφείλει ποσόν τι αναφορικώς προς οιονδήποτε φόρον καταναλώσεως ή διά ποινήν επιβληθείσαν αυτώ δυνάμει των ως είρηται Νόμων, άπαντα τα υποκείμενα εις φόρον καταναλώσεως εμπορεύματα, ανεξαρτήτως εάν ο αναλογών αυτοίς φόρος κατεβλήθη ή όχι και άπαντα τα υλικά κατασκευής ή παραγωγής τοιούτων εμπορευμάτων ως και άπασαι αι συσκευαί, εξοπλισμός, μηχανήματα, εργαλεία, σκεύη και αγγεία, τα χρησιμοποιούμενα εις την τοιαύτην κατασκευήν ή παραγωγήν ή εις την παρασκευήν των τοιούτων υλικών ή δι' ων ενασκείται η εμπορία, αναφορικώς προς ην οφείλεται ο τοιούτος φόρος, άτινα εξευρίσκονται εν τη κατοχή ή υπό την φύλαξιν του εν λόγω εμπόρου ή του αντιπροσώπου του ή οιουδήποτε ετέρου προσώπου ενεργούντος διά λογαριασμόν του ή άτινα διετέλεσαν εν τη κατοχή ή υπό την φύλαξιν τοιούτου προσώπου-

(α)καθ' ον χρόνον επεβλήθη ο φόρος ή ηδύνατο κατά νόμον να επιβληθή ή εν όσω ο τοιούτος φόρος ήτο πληρωτέος και απαιτητός· ή

(β) καθ' ον χρόνον διεπράχθη το αδίκημα δι' ο επεβλήθη η τοιαύτη ποινή, υπόκεινται εις κατάσχεσιν εν περιπτώσει μη πληρωμής του εν λόγω ποσού.

(2) Παν εν εδαφίω (1) μνημονευόμενον ποσόν εισπράττεται δυνάμει των διατάξεων του περί Εισπράξεως Φόρων Νόμου του 1962 ή της Ποινικής Δικονομίας, αναλόγως της περιπτώσεως.

Ευθύνη προσώπου εμφανιζομένου ως ιδιοκτήτου

155. Πας όστις εμφανίζεται ως ιδιοκτήτης ή όστις είναι ο κύριος διευθυντής επιχειρήσεως εμπόρου υποκειμένου εις τας διατάξεις των περί Φόρων Καταναλώσεως Νόμων σχετικώς προς ην εδηλώθη οιονδήποτε οίκημα ή αντικείμενον ή όστις κατέχει ή ποιείται χρήσιν οιουδήποτε δηλωθέντος οικήματος ή αντικειμένου, υπέχει την αυτήν ευθύνην, και εάν έτι δεν συνεπλήρωσε την ηλικίαν των δεκαοκτώ ετών, ως και ο πραγματικός και αληθής ιδιοκτήτης της επιχειρήσεως, δι' άπαντας τους φόρους τους βαρύνοντας την εν λόγω επιχείρησιν και πάσας τας χρηματικός ποινάς, αίτινες ήθελον επιβληθή αναφορικώς, προς την επιχείρησιν ταύτην.

ΜΕΡΟΣ Χ ΔΑΣΜΟΙ ΚΑΙ ΦΟΡΟΙ ΚΑΤΑΝΑΛΩΣΕΩΣ, ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΚΑΤΑΒΛΗΘΕΝΤΩΝ ΔΑΣΜΩΝ ΚΑΙ ΦΟΡΩΝ - ΓΕΝΙΚΑΙ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Γενικαί διατάξεις αφορώσαι εις εισαγόμενα εμπορεύματα
Παράδοσις εισαγομένων εμπορευμάτων επί τη παροχή εγγυήσεως

156.-(1) Οσάκις είναι πρακτικώς ανέφικτος η άμεσος βεβαίωσις του γεγονότος εάν οφείλεται οιοσδήποτε δασμός και τις ο πληρωτέος δασμός αναφορικώς προς οιαδήποτε εισαγόμενα εμπορεύματα, άτινα ως καθορίζεται εν τη περί τούτω διασαφήσει προορίζονται προς εσωτερικήν κατανάλωσιν είτε επί τη εισαγωγή είτε εκ τίνος αποθήκης αποταμιεύσεως, ο Διευθυντής δύναται κατά το δοκούν και ανεξαρτήτως οιασδήποτε ετέρας διατάξεως του παρόντος Νόμου, να επιτρέψη παράδοσιν των εμπορευμάτων ευθύς ως ο εισαγωγεύς παράσχει επαρκή εγγύησιν, διά καταθέσεως χρημάτων ή άλλως πως, διά την πληρωμήν παντός μη πληρωθέντος ποσού, όπερ δυνατόν να οφείλεται υπό μορφήν δασμού.

(2) Ο Διευθυντής δύναται διά τους σκοπούς του αμέσως προηγουμένου εδαφίου να θεώρηση εμπορεύματα ως προοριζόμενα δι' εσωτερικήν κατανάλωσιν, ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι η κατατεθείσα περί τούτων διασάφησις δεν περιέχει άπαντα τα απαιτούμενα διά τελειωτικήν διασάφησιν στοιχεία, εφ' όσον περιέχει τα εκ των στοιχείων τούτων τότε γνωστά τω εισαγωγεί·εν τοιαύτη περιπτώσει ο εισαγωγεύς οφείλει να παράσχη το ταχύτερον τα εναπομένοντα στοιχεία εις τον Διευθυντήν.

(3) Εν η περιπτώσει επιτρέπεται παράδοσις εμπορευμάτων δυνάμει του παρόντος άρθρου, ο Διευθυντής επιδίδει τω εισαγωγεί ειδοποίησιν, καθορίζουσαν το ποσόν του κατ' αυτόν πληρωτέου δασμού, όπερ καθίσταται πάραυτα πληρωτέον ή, εάν κατετέθη οιονδήποτε ποσόν δυνάμει του εδαφίου (1), καθίσταται πάραυτα πληρωτέα η μεταξύ των δύο ποσών διαφορά ή επιστρέφεται παν αχρεωστήτως καταβληθέν τοιούτο:

Νοείται ότι εάν ο εισαγωγεύς αμφισβητή την ορθότητα του ούτω καθοριζομένου ποσού, ούτος δύναται, καθ' οιονδήποτε χρόνον εντός τριών μηνών από της ημερομηνίας της ειρημένης ειδοποιήσεως, να ζητήση παραπομπήν της διαφοράς εις διαιτησίαν ή να υποβάλη αίτησιν τω δικαστηρίω συμφώνως ταις διατάξεσι του άρθρου 161· το άρθρον 161 θα τυγχάνη αναλόγου εφαρμογής, εν πάση όμως περιπτώσει δεν επιτρέπεται τοιαύτη παραπομπή ή αίτησις, μέχρις ου καταληθή παν δυνάμει του παρόντος εδαφίου οφειλόμενον ποσόν· δεν καταβάλλεται δε τόκος υπερημερίας δυνάμει του εδαφίου (2) του εν λόγω άρθρου επί παντός ούτω οφειλομένου ποσού, αναφορικώς προς οιονδήποτε χρονικόν διάστημα προ της πληρωμής του ποσού τούτου.

Επιστροφή του δασμού επί εμπορευμάτων επιστρεφομένων ή καταστρεφομένων υπό του εισαγωγέως

157.-(1) Τηρουμένων των όρων, ους ο Διευθυντής ήθελε κατά το δοκούν επιβάλει, εφ' όσον αποδειχθή τω Διευθυντή ότι-

(α)τα εμπορεύματα εισήχθησαν δυνάμει συμβάσεως πωλήσεως και ότι ο χαρακτηρισμός, ποιότης ή κατάστασις των εμπορευμάτων αντίκειται προς τας προνοίας της τοιαύτης συμβάσεως ή ότι τα εμπορεύματα κατά την διαμετακόμισιν αυτών υπέστησαν βλάβην· και

(β) ότι ο εισαγωγεύς τη συναινέσει του πωλητού είτε-

(i) επέστρεψε τα μη χρησιμοποιηθέντα εμπορεύματα εις τον πωλητήν και επί τω σκοπώ τούτω συνεμορφώθη προς τας διατάξεις του άρθρου 41, καθ' όσον αφορά εις την κατάθεσιν διασαφήσεως εξαγωγής, ως εάν επρόκειτο περί εμπορευμάτων υποκειμένων εις τας διατάξεις του εν λόγω άρθρου· ή

(ii) κατέστρεψε τα μη χρησιμοποιηθέντα εμπορεύματα, ο εισαγωγεύς κέκτηται το δικαίωμα όπως απαιτήση παρά του Διευθυντού επιστροφήν παντός τελωνειακού δασμού καταβληθέντος επί τη εισαγωγή των εμπορευμάτων.

(2) Ουδέν των εν τω παρόντι άρθρω διαλαμβανομένων τυγχάνει εφαρμογής επί εμπορευμάτων εισαγομένων υπό τον όρον εγκρίσεως τούτων, πωλήσεως ή επιστροφής ή υπό παρόμοιον τινά όρον.

Δήμευσις διά παράβασιν ωρισμένων όρων

158.-(1) Εάν δυνάμει οιασδήποτε διατάξεως του παρόντος ή ετέρου τινός Νόμου ή εθίμου, δι' ης-

(α) επιτρέπεται όπως εμπορεύματα υποκείμενα εις τελωνειακόν δασμόν παραδοθώσιν άνευ της πληρωμής του αναλογούντος αυτοίς δασμού, επί τω όρω ότι ταύτα δεν θα πωληθώσιν ή θα επανεξαχθώσιν ή επί παρομοίω τινί όρω· ή

(β) το ποσόν του πληρωτέου εφ' οιωνδήποτε εμπορευμάτων δασμού ήρτηται εκ της εισαγωγής αυτών επί παρομοίω όρω, επιτραπή η παράδοσις εμπορευμάτων άνευ πληρωμής του αναλογούντος αυτοίς

δασμού ή επί τη πληρωμή δασμού υπολογισθέντος συμφώνως προς την εν λόγω διόταξιν ή έθιμον και ο όρος δεν τηρηθή, τα εμπορεύματα υπόκεινται εις δήμευσιν, εκτός εάν η μη τήρησις του όρου έτυχεν της εγκρίσεως του Διευθυντού.

(2) Αι διατάξεις του παρόντος άρθρου τυγχάνουσιν εφαρμογής, ανεξαρτήτως εάν παρεσχέθη δέσμευσις ή εγγύησις, διά την τήρησιν του όρου ή διά την καταβολήν του πληρωτέου ανεξαρτήτως της τοιαύτης δεσμεύσεως ή εγγυήσεως δασμού, η δε δήμευσις εμπορευμάτων δυνάμει του παρόντος άρθρου ουδόλως επηρεάζει την ενοχήν του παρασχόντος την τοιαύτην δέσμευσιν ή εγγύησιν προσώπου.

Εκτίμησις εμπορευμάτων επί τω τέλει καταβολής των κατ'αξίαν πληρωτέων δασμών

159.-(1) Διά τους σκοπούς οιασδήποτε- εκάστοτε τελούσης εν ισχύι νομοθετικής πράξεως, δυνάμει της οποίας επιβάλλεται δασμός επί εμπορευμάτων κατ' εκτίμησιν της αξίας τούτων, η αξία παντός εισαγομένου εμπορεύματος καθορίζεται βάσει των διατάξεων της Συμφωνίας διά την Εφαρμογήν του Άρθρου VII της Γενικής Συμφωνίας Δασμών και Εμπορίου και του Πρωτοκόλλου αυτής (εν τοις εφεξής αναφερομένης ως "η Συμφωνία").

(2) Τα εν τω εδαφίω (2) του άρθρου 8 της Συμφωνίας αναφερόμενα στοιχεία θα περιλαμβάνονται εν όλω εις την τελωνειακήν αξίαν παντός εισαγομένου εμπορεύματος.

(3) Οσάκις διά τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας ενός εμπορεύματος είναι αναγκαία η μετατροπή νομίσματος, η τιμή συναλλάγματος που χρησιμοποιείται είναι η τιμή που ισχύει για το σκοπό αυτό, σύμφωνα με Κανονισμούς που εκδίδονται δυνάμει του εδαφίου (4), κατά τη στιγμή της καταθέσεως της διασαφήσεως προς εσωτερική κατανάλωση.

(4) Το Υπουργικόν Συμβούλιον δύναται να εκδώση Κανονισμούς ίνα θέση εν εφαρμογή τας προηγουμένας διατάξεις του παρόντος άρθρου, και ειδικώτερον ίνα επιβάλη εις τον εισαγωγέα ή έτερον ενδιαφερόμενον εις την εισαγωγήν εμπορευμάτων πρόσωπον όπως παράσχη τω Διευθυντή, εν οίω τύπω θέλει ούτως απαιτήσει, τας κατ' αυτόν αναγκαίας προς δικαίαν εκτίμησιν της αξίας των εμπορευμάτων πληροφορίας και όπως προσκομίση οιαδήποτε λογιστικά βιβλία ή έτερα πάσης φύσεως έγγραφα, άτινα αφορώσιν εις την αγοράν, εισαγωγήν ή πώλησιν των εμπορευμάτων υπό του εν λόγω προσώπου.

(5) Πας όστις διά πράξεως ή παραλείψεως αυτού παραβαίνει οιονδήποτε Κανονισμόν δυνάμει του παρόντος άρθρου γενόμενον, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας πεντακόσιας λίρας.

Επιβολή δασμού επί βιομηχανοποιημένων ή συνθέτων ειδών

160.-(1) Εξαιρέσει των περιπτώσεων, καθ' ας άλλως προνοείται υπό ετέρας νομοθετικής πράξεως αφορώσης εις τα τελωνεία, εάν εισαγόμενα εμπορεύματα περιέχωσιν ή έχωσιν ως συστατικόν τούτων οιονδήποτε αντικείμενον, υποκείμενον εις τελωνειακόν δασμόν, επιβάλλεται επί των εμπορευμάτων τούτων δασμός αναφορικώς προς έκαστον τοιούτον αντικείμενον, αναλόγως της ποσότητος αυτού, ήτις, κατά τον Διευθυντήν, εχρησιμοποιήθη εν τη κατασκευή ή παρασκευή των εμπορευμάτων: Νοείται ότι, εάν προς διασφάλισιν των δημοσίων προσόδων ο Υπουργός θέλει κρίνει τούτο αναγκαίον, τα εμπορεύματα θα υπόκεινται εις ον δασμόν θα υπέκειντο εάν απετελούντο εξ ολοκλήρου εκ του δασμολογητέου αντικειμένου ή, εάν τα εμπορεύματα περιέχωσιν πλείονα του ενός τοιαύτα αντικείμενα, εκ του αντικειμένου όπερ αποδίδει τον υψηλότερον δασμόν.

(2) Πάσα μείωσις δασμού ήτις, κατά νόμον επιτρέπεται επί αντικειμένου, κεχωρισμένως δασμολογουμένου, επιτρέπεται ωσαύτως και κατά την δασμολόγησιν εμπορευμάτων δυνάμει του εδαφίου (1) του παρόντος άρθρου, αναφορικώς προς οιανδήποτε ποσότητα του αντικειμένου τούτου, ήτις θέλει χρησιμοποιηθή εν τη κατασκευή ή παρασκευή των εμπορευμάτων.

Επίλυσις διαφορών περί των πληρωτέων τελωνειακών δασμών

161 .-(1) Εάν, πριν ή εισαχθέντα εμπορεύματα παραδοθώσιν εκ του τελωνειακού ελέγχου, αναφυή οιαδήποτε διαφορά καθ' όσον αφορά εις το εάν οφείλεται επ' αυτών οιοσδήποτε δασμός ή το ποσόν τούτου, ο εισαγωγεύς οφείλει να καταβάλη το αιτούμενον υπό του αρμοδίου λειτουργού ποσόν, δύναται όμως εντός τριών μηνών το βραδύτερον από της πληρωμής-

(α)εάν μεν η διαφορά αφορά εις την αξίαν των εμπορευμάτων, να απαιτήση όπως το ζήτημα παραπεμφθή εις την διαιτησίαν προσώπου, διοριζομένου υπό Δικαστού του Ανωτάτου Δικαστηρίου, και μη τελούντος εν τη υπηρεσία οιουδήποτε Κυβερνητικού Τμήματος, ούτινος η απόφασις είναι τελειωτική και ανέκκλητος· ή

(β) εν πάση ετέρα περιπτώσει να υποβάλη αίτησιν τω αρμοδίω δικαστηρίω δι' απόφασιν αυτού περί το ποσόν του τυχόν κατά νόμον πληρωτέου επί των εμπορευμάτων δασμού.

(2) Εάν επί τη τοιαύτη αιτήσει προς παραπομπήν της διαφοράς εις διαιτησίαν ή εκδίκασιν υπό του Δικαστηρίου, ο διαιτητής ή το δικαστήριον αποφασίση ότι ουδείς δασμός οφείλεται ή ότι οφείλεται ποσόν έλασσον του ήδη καταβληθέντος αναφορικώς προς τα εμπορεύματα, ο Διευθυντής επιστρέφει το αχρεωστήτως καταβληθέν ποσόν ομού μετά τόκου επ' αυτού από της ημερομηνίας της αχρεωστήτως γενομένης πληρωμής του ποσοστού του τόκου καθοριζομένου ωσαύτως υπό του διαιτητού ή δικαστηρίου· το ούτω επιστρεφόμενον ως αχρεωστήτως καταβληθέν ποσόν λαμβάνεται υπό του εισαγωγέως προς ικανοποίησιν πάσης αξιώσεως αυτού, καθ' όσον αφορά εις την εισαγωγήν των ειρημένων εμπορευμάτων και τον επ' αυτών πληρωτέον δασμόν ως και πάσαν συναφή προς την διαφοράν αποζημίωσιν ή δαπάνην, εξαιρουμένων των εξόδων της διαιτητικής ή δικαστικής διαδικασίας.

(3) Η διαδικασία, η διέπουσα αίτησιν παραπομπής εις διαιτησίαν δυνάμει του παρόντος άρθρου, καθορίζεται υπό του διαιτητού.

Γενικαί διατάξεις αφορώσαι εις την επιβολήν δασμού και την παράδοσιν των εμπορευμάτων
Μείωσις ή απόδοσις δασμού ή φόρου επί μετουσιωμένων εμπορευμάτων

162.-(1) Οσάκις οιαδήποτε εμπορεύματα-

(α) εισαχθέντα αλλά μη εισέτι τελωνισθέντα, δι' ον σκοπόν εδηλώθη εν τη κατατεθείση διασαφήσει εισαγωγής· ή

(β)τελούντα εν αποταμιεύσει, παύσωσι, λόγω της καταστάσεως αυτών, να αξίζωσιν τον αναλογούντα αυτοίς πλήρη δασμόν ή φόρον και υποστώσι μετουσίωσιν, καθ' ον τρόπον ο Διευθυντής θέλει καθορίσει και υφ' ους όρους ούτος κατά το δοκούν θέλει επιβάλει, ο Διευθυντής δύναται να μειώση ή επιστρέψη εν όλω ή εν μέρει τον επ' αυτών επιβλητέον ή καταβληθέντα δασμόν ή φόρον ή να παραιτηθή πάσης αξιώσεως προς επαναπληρωμήν εν όλω ή εν μέρει οιουδήποτε δασμού ή φόρου επιστραφέντος επί τη αποταμιεύσει τούτων, άμα τη παραδόσει των εμπορευμάτων, δι' ην χρήσιν ο Διευθυντής ήθελεν εκάστοτε καθορίσει:

Νοείται ότι το παρόν εδάφιον δεν τυγχάνει εφαρμογής επί οινοπνευματωδών.

(2) Οσάκις, είτε δυνάμει του προηγουμένου εδαφίου είτε άλλως πως, εμπορεύματα υποκείμενα εις δασμόν ή φόρον δίδονται προς εσωτερικήν κατανάλωσιν, υποστάντα μετουσίωσιν διά μίξεως αυτών μεθ' ετέρας τινός ουσίας, πας όστις διαχωρίζει τα εμπορεύματα εκ της τοιαύτης ουσίας είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν την εις τριπλούν αξίαν των εμπορευμάτων ή τας £1500 ή το εν εκάστη περιπτώσει μείζον των άνω ποσών ή εις φυλάκισιν μέχρι δύο ετών ή εις αμφοτέρας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης, τα δε εμπορεύματα υπόκεινται εις δήμευσιν.

Απαλλαγή εκ του δασμού ή φόρου εμπορευμάτων απολεσθέντων ή καταστραφέντων

163.-(1) Εφ' όσον αποδειχθή τω Διευθυντή ότι εμπορεύματα υποκείμενα εις τινα δασμόν ή φόρον απωλέσθησαν ή κατεστράφησαν εξ αφεύκτου τινός αιτίας-

(α)μετά την εισαγωγήν των, αλλά πριν ή ταύτα τελωνισθώσιν, δι' ον σκοπόν εδηλώθη εν τη κατατεθείση διασαφήσει εισαγωγής· ή

(β) εν τη περιπτώσει εμπορευμάτων υποκειμένων εις τινα φόρων καταναλώσεως επί τη κατασκευή ή παραγωγή των ή επί τη μεταφορά αυτών εκ του τόπου της κατασκευής ή παραγωγής, καθ' οιονδήποτε χρόνον προ της μεταφοράς των εκ του τόπου τούτου· ή

(γ) εν όσω είναι αποταμιευμένα εν τινι δημοσία ή ιδιωτική αποθήκη· ή

(δ) καθ' οιονδήποτε χρόνον, εν όσω ο δασμός ή φόρος παραμένει εισέτι νομίμως απλήρωτος, εκτός οσάκις η πληρωμή του δασμού ή φόρου κατέστη μεν απαιτητή παρεσχέθη όμως υπό του Διευθυντού παράτασις του χρόνου πληρωμής· ή

(ε) καθ' οιονδήποτε χρόνον μετά την επιστροφήν του επ' αυτών καταβληθέντος δασμού ή φόρου,

ο Διευθυντής απαλλάττει τα εμπορεύματα του φόρου ή δασμού ή επιστρέφει τον καταβληθέντα δασμόν ή φόρον ή παραιτείται πάσης αξιώσεως προς επαναπληρωμήν οιουδήποτε δασμού ή φόρου επιστραφέντος επί τη αποταμιεύσει τούτων.

(2) Ο Διευθυντής δύναται, τη αιτήσει του κυρίου των ειρημένων εμπορευμάτων και υπό την προϋπόθεσιν τηρήσεως των υπό του Διευθυντού κατά το δοκούν επιβληθέντων όρων, να επιτρέψη την καταστροφήν και να παραιτηθή πάσης αξιώσεως προς πληρωμήν του αναλογούντος αυτοίς δασμού ή φόρου ή επαναπληρωμήν του επιστραφέντος δασμού ή φόρου-

(α)επί παντός μέρους αποταμιευμένων εμπορευμάτων, όπερ υφίσταται ζημίαν ή καθίσταται πλεόνασμα ως εκ της διενεργείας οιασδήποτε νομίμου πράξεως επί των εν λόγω αποταμιευμένων εμπορευμάτων εν τη αποθήκη, και επί παντός απορρίμματος προκύπτοντος εκ τοιούτων πράξεων· και

(β) επί εισαχθέντων εμπορευμάτων μη εισέτι τελωνισθέντων, δι' ον σκοπόν εδηλώθη εν τη κατατεθείση διασαφήσει εισαγωγής ή εφ' οιωνδήποτε αποταμιευμένων εμπορευμάτων, εφ' όσον εν εκατέρα περιπτώσει πρόκειται περί εμπορευμάτων, άτινα λόγω της καταστάσεως αυτών δεν αξίζουν πλέον πλήρη τον αναλογούντα αυτοίς δασμόν ή φόρον.

(3) Εφ' όσον αποδειχθή τω Διευθυντή, εν τη περιπτώσει οιουδήποτε ζυθοποιού, ότι ζύθος κατασκευασθείς υπ' αυτού κατεστράφη ή υπέστη φθοράν ή άλλως κατέστη ακατάλληλος προς ανάλωσιν λόγω αφεύκτου τινός συμβεβηκότος, εν όσω ευρίσκετο εν τω δεδηλωμένω αυτού οικήματι και εν τη περιπτώσει ζύθου υποστάντος φθοράν ή άλλως καταστάντος ακαταλλήλου προς ανάλωσιν, ότι ούτος κατεστράφη τη αδεία του αρμοδίου λειτουργού και τη παρουσία αυτού, ο Διευθυντής απαλλάττει ή επιστρέφει τον επιβληθέντα ή καταβληθέντα αναφορικώς προς τούτον φόρον.

Εκτέλεσις εγγυητηρίου αναφορικώς προς εμπορεύματα μεταφερθέντα άνευ πληρωμής του δασμού ή φόρου

164. Εάν εμπορεύματα, ων επετράπη κατά νόμον η μεταφορά δι' οιονδήποτε σκοπόν, άνευ πληρωμής του αναλογούντος αυτοίς δασμού ή φόρου, ληφθώσιν παρανόμως εξ οιουδήποτε πλοίου, αεροσκάφους ή τόπου, πριν ή επιτευχθή ο τοιούτος σκοπός, ο Διευθυντής δύναται κατά το δοκούν να προβή εις την εκτέλεσιν του παρασχεθέντος διά ταύτα εγγυητηρίου, και εάν έτι δεν παρήλθεν εισέτι ο εν τω εγγυητηρίω καθωρισμένος χρόνος προς επίτευξιν του εν λόγω σκοπού.

Επιστροφή καταβληθέντος δασμού ή φόρου κ.λ.π. - Γενικαί Διατάξεις
Επέκτασις εφαρμογής των αφορωσών εις επιστροφήν του καταβληθέντος δασμού ή φόρου διατάξεων

165.-(1) Άνευ επηρεασμού οιασδήποτε ετέρας διατάξεως του παρόντος ή οιουδήποτε ετέρου Νόμου, εφ' όσον επιτρέπεται η επιστροφή του καταβληθέντος δασμού ή φόρου επί τη φορτώσει εμπορευμάτων ως εφοδίων, το αυτό επιτρέπεται, τηρουμένων των όρων και περιορισμών, ους ο Διευθυντής ήθελε κατά το δοκούν επιβάλει, και επί τη αποταμιεύσει των εμπορευμάτων τούτων προς χρήσιν αυτών ως εφοδίων.

(2) Άνευ επηρεασμού οιασδήποτε ετέρας διατάξεως του παρόντος ή οιουδήποτε ετέρου Νόμου, οσάκις ο καταβληθείς δασμός ή φόρος επιστρέφεται επί τη εξαγωγή των εμπορευμάτων ή επί τη αποταμιεύσει τούτων προς εξαγωγήν, τηρουμένων των όρων και περιορισμών, ους ο Διευθυντής ήθελε κατά το δοκούν επιβάλει, επιστρέφεται ωσαύτως ούτος επι τη φορτώσει των εμπορευμάτων ως εφοδίων ή, αναλόγως της περιπτώσεως, επί τη αποταμιεύσει τούτων ως εφοδίων.

Γενική διάταξις περί τας αξιώσεις επιστροφής του καταβληθέντος δασμού ή φόρου

166.-(1) Πάσα αξίωσις προς επιστροφήν του καταβληθέντος δασμού ή φόρου δέον όπως υποβάλληται εν ω τύπω και περιέχη τοιαύτα στοιχεία, ως ο Διευθυντής ήθελεν εκάστοτε ορίσει.

(2) Οσάκις υποβάλληται αξίωσις προς επιστροφήν καταβληθέντος δασμού ή φόρου, αναφορικώς προς οιαδήποτε εμπορεύματα-

(α) ούτος δεν επιστρέφεται, εκτός εάν καταδειχθή τω Διευθυντή ότι ο δασμός ή φόρος επί των τοιούτων εμπορευμάτων ή του εν αυτοίς περιεχομένου ή χρησιμοποιηθέντος εν τη κατασκευή ή παρασκευή των αντικειμένου, αναφορικώς προς ον προβάλλεται η αξίωσις, κατεβλήθη κατά νόμον και μηδέποτε επεστράφη· και

(β)ο καταβληθείς δασμός ή φόρος δεν επιστρέφεται, μέχρις ου το δικαιούμενον εις τούτον πρόσωπον ή ο αντιπρόσωπος αυτού προβή εις δήλωσιν, εν ω τύπω και τρόπω και περιέχουσαν τοιαύτα στοιχεία, ως ο Διευθυντής θέλει καθορίσει, ότι επληρώθησαν άπαντες οι όροι, υφ' ους επιτρέπεται κατά νόμον η επιστροφή καταβληθέντος δασμού ή φόρου· και

(γ)ο Διευθυντής δύναται να απαιτήση εκ παντός προσώπου, όπερ καθ' οιονδήποτε στάδιον είχεν οιονδήποτε συμφέρον επί των εμπορευμάτων ή αντικειμένου, όπως παράσχη πάσαν ευλόγως αναγκαίαν πληροφορίαν, ίνα ο Διευθυντής δυνηθή να αποφασίση, εάν ο δασμός ή φόρος κατεβλήθη κατά νόμον και μηδέποτε επεστράφη και ίνα καταστή δυνατός ο υπολογισμός του ποσού του εκάστοτε επιστρεπτέου δασμού ή φόρου και όπως προσαγάγη οιονδήποτε λογιστικόν βιβλίον ή έτερον πάσης φύσεως έγγραφον, αφορών εις τα εμπορεύματα ή αντικείμενον.

(3) Πας όστις παραλείπει να συμμορφωθή προς απαίτησιν του Διευθυντού δυνάμει της παραγράφου (γ) του αμέσως προηγουμένου εδαφίου γενομένην, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας £250.

Επιστροφή καταβληθέντος δασμού ή και φόρου επί παράγωγων προϊόντων

166Α. Το Υπουργικό Συμβούλιο δύναται με Κανονισμούς να καθορίσει τους όρους και προϋποθέσεις επιστροφής των εισαγωγικών δασμών ή και φόρων που αναλογούν σε εμπορεύματα σε σχέση με τα οποία ο Διευθυντής ικανοποιείται ότι, μετά τον τελωνισμό τους για επιτόπια κατανάλωση, έχουν υποβληθεί σε μια ή περισσότερες εργασίες τελειοποίησης και στη συνέχεια έχουν επανεξαχθεί ως παράγωγα προϊόντα.

Επιστροφή καταβληθέντος δασμού ή φόρου επί εμπορευμάτων υποστάντων βλάβην ή καταστραφέντων μετά την φόρτωσιν

167.-(1) Εφ' όσον αποδειχθή τω Διευθυντή, ότι εμπορεύματα, μετά την προσηκόντως γενομένην φόρτωσιν αυτών προς εξαγωγήν κατεστράφησαν εκ τυχαίου συμβεβηκότος επί του πλοίου ή αεροσκάφους της εξαγωγής, επιστρέφεται ο καταβληθείς δασμός ή φόρος κατά τον αυτόν τρόπον, ως εάν τα εμπορεύματα εξήγοντο εις τον προορισμόν των.

(2) Εφ' όσον αποδειχθή τω Διευθυντή, ότι οιαδήποτε εμπορεύματα, μετά την προσηκόντως γενομένην φόρτωσιν αυτών προς εξαγωγήν, υπέστησαν ουσιώδη ζημίαν εκ τυχαίου συμβεβηκότος επί του πλοίου ή αεροσκάφους της εξαγωγής, και τη συναινέσει του Διευθυντού και υπό τους όρους, ους ούτος θέλει επιβάλει, τα εμπορεύματα αποβιβασθώσιν ή εκφορτωθώσι και εκ νέου κομισθώοιν εν τη Δημοκρατία και είτε εγκαταλειφθώσιν εις τον Διευθυντήν ή καταστραφώσιν, επιστρέφεται ο αναφορικώς προς τα εμπορεύματα καταβληθείς δασμός ή φόρος, ως εάν ταύτα εξήγοντο προσηκόντως εις τον προορισμόν των· ανεξαρτήτως δε οιασδήποτε διατάξεως του παρόντος ή οιουδήποτε ετέρου νόμου, αφορώντος εις την επανεισαγωγήν εξαχθέντων εμπορευμάτων, το πρόσωπον εις ο οφείλεται ή εις ο επεστράφη οιονδήποτε τοιούτο ποσόν, δεν υποχρεούται να πληρώση δασμόν επί των εμπορευμάτων των δυνάμει του παρόντος εδαφίου αποβιβαζομένων, εκφορτουμένων ή εκ νέου προσκομιζομένων εν τη Δημοκρατία.

Αδικήματα περί τας αξιώσεις επιστροφής καταβληθέντος δασμού ή φόρου

168.-(1) Πας όστις λαμβάνει ή πειράται να λάβη, ή πράττει τι ως εκ του οποίου έτερον τι πρόσωπον θα ηδύνατο να λάβη, οιονδήποτε ποσόν υπό μορφήν επιστρεφομένου, εκπιπτουμένου ή μειουμένου δασμού ή φόρου αναφορικώς προς οιαδήποτε εμπορεύματα, μη τω όντι κατά νόμον οφειλομένου ή όπερ είναι μείζον του κατά νόμον οφειλομένου-

(α)εάν μεν το αδίκημα διαπράττεται με πρόθεσιν καταδολιεύσεως της Δημοκρατίας, ούτος υπόκειται εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν την εις τριπλούν αξίαν των εμπορευμάτων ή τας £750 ή το εν εκάστη περιπτώσει μείζον των άνω ποσών·

(β) εν πάση ετέρα περιπτώσει, ούτος υπόκειται εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν την εις τριπλούν αξίαν του ποσού, του παρανόμως ληφθέντος ή εκπεσθέντος ή όπερ παρανόμως θα ελαμβάνετο ή εξεπίπτετο ή τας £500 ή το εν εκάστη περιπτώσει μείζον των άνω ποσών.

(2) Άπαντα τα εμπορεύματα, αναφορικώς προς άτινα διαπράττεται αδίκημα δυνάμει του προηγουμένου εδαφίου, υπόκεινται εις δήμευσιν:

Νοείται ότι εν τη περιπτώσει αξιώσεως προς επιστροφήν καταβληθέντος δασμού ή φόρου ο Διευθυντής δύναται κατά το δοκούν, αντί να προβή εις κατάσχεσιν των εμπορευμάτων, να αρνηθή να επιτρέψη επιστροφήν του καταβληθέντος επ' αυτών δασμού ή φόρου ή να διατάξη επιστροφήν μέρους μόνον του δασμού ή φόρου, ως ούτος ήθελεν εκάστοτε κατά το δοκούν ορίσει.

(3) Άνευ επηρεασμού των προηγουμένων διατάξεων του παρόντος άρθρου, εάν εν τη περιπτώσει οιωνδήποτε εμπορευμάτων, εφ' ων προεβλήθη αξίωσις επιστροφής καταβληθέντος δασμού ή φόρου, εκπτώσεως ή απαλλαγής εκ του δασμού ή φόρου, ευρεθή ότι-

(α)τα εμπορεύματα ταύτα δεν ανταποκρίνονται προς διασάφησιν κατατεθείσαν επ' αυτών, σχετικώς προς την τοιαύτην αξίωσιν· ή

(β)ότι τα εμπορεύματα πωλούμενα προς εσωτερικήν κατανάλωσιν, θα απέδιδον ελάσσονα του αξιουμένου ποσού, τα εμπορεύματα υπόκεινται εις δήμευσιν, ο δε καταθείς την διασάφησιν ή υποβαλών την αξίωσιν, υπόκειται εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν την εις τριπλούν αξίαν του απαιτουμένου ποσού ή τας £500 ή το εν εκάστη περιπτώσει μείζον των άνω ποσών:

Νοείται ότι η παράγραφος (β) του παρόντος εδαφίου ουδόλως τυγχάνει εφαρμογής επί αξιώσεως υποβαλλομένης δυνάμει οιασδήποτε των ακολούθων διατάξεων του παρόντος Νόμου, ήτοι-

(i) άρθρον 157·

(ii) εδάφιον 3, άρθρον 163· και

(iii)εδάφιον 2, άρθρον 167.

Δασμοί, Φόροι, Επιστροφή Καταβληθέντων δασμών και φόρων - Γενικαί Διατάξεις
Είσπραξις δασμών και φόρων, υπολογισμός και επιστροφή τούτων

169.-(1) Άνευ επηρεασμού οιασδήποτε ετέρας διατάξεως του παρόντος Νόμου, παν ποσόν οφειλόμενον υπό μορφήν δασμού ή φόρου καταναλώσεως εισπράττεται ως χρέος οφειλόμενον τη Δημοκρατία.

(2) Ο δασμός ή φόρος, ο επιστρεπτέος δασμός ή φόρος ή το ποσόν της εκπτώσεως δασμού ή φόρου, ούτινος ο συντελεστής είναι εκπεφρασμένος κατ' αναφοράν εις καθωρισμένην ποσότητα ή βάρος οιωνδήποτε εμπορευμάτων, επιβάλλεται ή εκπίπτεται και επί παντός κλάσματος της εν λόγω ποσότητος ή βάρους, το δε ποσόν το πληρωτέον ή επιστρεπτέον επί παντός τοιούτου κλάσματος υπολογίζεται αναλόγως:

Νοείται ότι ο Διευθυντής δύναται να καθορίζη τίνα κλάσματα θα λαμβάνωνται υπ' όψιν αναφορικώς προς οιονδήποτε βάρος ή ποσότητα.

(3) Κατά τον υπολογισμόν οιουδήποτε ποσού, οφειλομένου υπό τίνος προσώπου ή εις τι πρόσωπον δυνάμει των περί Τελωνείων ή Φόρων Καταναλώσεως Νόμων υπό μορφήν δασμού ή φόρου, επιστρεφομένου δασμού ή φόρου ή εκπτώσεως, ουδόλως λαμβάνεται υπ' όψιν ποσόν έλασσον των δέκα μιλς.

ΜΕΡΟΣ XI ΔΗΜΕΥΣΙΣ ΚΑΙ ΝΟΜΙΚΑΙ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΙ
Δήμευσις
Διατάξεις αφορώσαι εις την κατακράτησιν, κατάσχεσιν και δήμευσιν εμπορευμάτων

170.-(1) Παν ό,τι υπόκειται εις δήμευσιν δυνάμει των περί Τελωνείων ή Φόρων Καταναλώσεως Νόμων δυνατόν να κατασχεθή ή κατακρατηθή υπό παντός λειτουργού ή αστυνομικού.

(2) Οσάκις τι κατάσχεται και κατακρατείται ως υποκείμενον εις δήμευσιν δυνάμει των ως είρηται Νόμων, υπό προσώπου ετέρου ή λειτουργού, το εν λόγω πρόσωπον οφείλει όπως, τηρουμένων των διατάξεων του αμέσως επομένου εδαφίου-

(α)παραδώση τούτο εις το πλησιέστερον τελωνειακόν γραφείον· ή

(β) εφ' όσον η τοιαύτη παράδοσις δεν είναι πρακτικώς εφικτή, όπως παράσχη τω Διευθυντή εν τω πλησιεστέρω τελωνειακώ γραφείω, έγγραφον δηλοποίησιν περί της κατασχέσεως ή κατακρατήσεως, ομού μετά πλήρων στοιχείων, αναφορικώς προς το κατασχεθέν ή κατακρατηθέν πράγμα.

(3) Οσάκις ο προβαίνων εις την κατάσχεσιν ή κατακράτησιν πράγματος, ως υποκειμένου εις δήμευσιν δυνάμει των ως είρηται Νόμων, είναι αστυνομικός και το πράγμα τούτο δυνατόν να χρησιμεύση εις οιανδήποτε δικαστικήν διαδικασίαν, αρχομένην άλλως ή δυνάμει των Νόμων τούτων, το κατασχεθέν δυνατόν να παραμείνη υπό την φύλαξιν της αστυνομίας, μέχρις ου είτε περατωθή η τοιαύτη διαδικασία είτε ληφθή απόφασις περί μη ενάρξεως ταύτης:

Νοείται ότι-

(α)παρέχεται τω Διευθυντή, εν τω πλησιεστέρω τελωνειακώ γραφείω, έγγραφος δηλοποίησις της κατασχέσεως ή κατακρατήσεως του πράγματος και της αποφάσεως προς κατακράτησιν του κατασχεθέντος εν τη φυλάξει της αστυνομίας, ομού μετά πλήρων στοιχείων περί το κατασχεθέν·

(β) επιτρέπεται εις πάντα λειτουργόν όπως εξετάση το κατασχεθέν και εξελέγξη τούτο καθ' οιονδήποτε χρόνον, εν όσω τούτο τελεί εν τη φυλάξει της αστυνομίας·

(γ) ουδέν των εν άρθρω 170 της Ποινικής Δικονομίας διαλαμβανομένων τυγχάνει εφαρμογής επί του ούτω κατασχεθέντος πράγματος.

(4) Εξαιρουμένων των λειτουργών, εάν πρόσωπον, υφ' ου εγένετο η κατάσχεσις ή κατακράτησις πράγματος ή όπερ μετά ταύτα έχει τούτο υπό την φύλαξιν αυτού, παραλείψη να συμμορφωθή προς οιανδήποτε των διατάξεων του παρόντος άρθρου ή προς οδηγίαν του Διευθυντού δυνάμει του εν λόγω άρθρου εκδοθείσαν, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας £100.

(5) Τα εδάφια (2) έως (4) τυγχάνουσιν εφαρμογής επί παντός εμπορεύματος υποκειμένου εις δασμόν ή φόρον, όπερ θέλει κατασχεθή ή κατακρατηθή υφ' οιουδήποτε ετέρου προσώπου πλην λειτουργού τίνος, ανεξαρτήτως εάν ταύτα δεν κατεσχέθησαν ως υποκείμενα εις δήμευσιν δυνάμει των περί Τελωνείων ή Φόρων Καταναλώσεως Νόμων.

Δήμευσις οινοπνευματωδών

171. Οσάκις δυνάμει οιασδήποτε διατάξεως του παρόντος Νόμου ή διοικητικής πράξεως δυνάμει τούτου γενομένης, οινοπνευματώδη ποτά υπόκεινται εις δήμευσιν ως εκ της διαπράξεως αδικήματος τίνος υπό εμπόρου υποκειμένου εις τας διατάξεις των περί Φόρων Καταναλώσεως Νόμων-

(α)εάν η διάταξις αύτη καθορίζη την ποσότητα των υποκειμένων εις δήμευσιν οινοπνευματωδών, δεν καθορίζη όμως ειδικώς τινα οινοπνευματώδη υπόκεινται ούτω εις δήμευσιν, ο Διευθυντής δύναται να κατάσχη το ισοδύναμον της εν λόγω ποσότητος, υπολογιζομένης εις προυφ, εξ οιωνδήποτε οινοπνευματωδών εν τοις αποθέμασι του εμπόρου' και

(β)οσάκις η διάταξις καθορίζει ειδικώς τινα τα ούτω υποκείμενα εις δήμευσιν οινοπνευματώδη, ο Διευθυντής δύναται κατά το δοκούν να κατάσχη, αντί των ούτω καθοριζομένων, ισοδύναμον ποσότητα, υπολογιζομένην εις προυφ, παντός ετέρου οινοπνευματώδους εν τοις αποθέμασι του εμπόρου.

Δήμευσις πλοίων, κ.λ.π., χρησιμοποιουμένων αναφορικώς προς εμπορεύματα υποκείμενα εις δήμευσιν

172.-(1) Ανεξαρτήτως οιασδήποτε ετέρας διατάξεως του παρόντος Νόμου, οσάκις πράγμα τι υπόκειται εις δήμευσιν δυνάμει των περί Τελωνείων και Φόρων Καταναλώσεως Νόμων-

(α)παν πλοίον, αεροσκάφος, όχημα, ζώον, δοχείον (περιλαμβανομένου παντός αντικειμένου των αποσκευών των επιβατών) ή οιονδήποτε έτερον πράγμα, όπερ ήθελε χρησιμοποιηθή εις την μεταφοράν, χειρισμόν, εναπόθεσιν ή απόκρυψιν του ούτω υποκειμένου εις δήμευσιν πράγματος, είτε καθ' ον χρόνον τούτο υπέκειτο εις δήμευσιν, είτε επί τω τέλει διαπράξεως του αδικήματος, δι' ο βραδύτερον ούτω εκηρύχθη εις δήμευσιν· και

(β)παν έτερον πράγμα μεμιγμένον, συσκευασμένον ή εξευρισκόμενον μετά του ούτω υποκειμένου εις δήμευσιν πράγματος,

υπόκειται ωσαύτως εις δήμευσιν.

(2) Οσάκις πλοίον, αεροσκάφος, όχημα ή ζώον υπόκειται εις δήμευσιν δυνάμει των ως είρηται νόμων, είτε δυνάμει του ανωτέρω εδαφίου είτε άλλως πως, άπαντα τα σύνεργα, εξαρτισμός ή έπιπλα αυτού υπόκεινται ωσαύτως εις δήμευσιν.

(3) Οσάκις πλοίον, ούτινος η καθαρά χωρητικότης δεν υπερβαίνει τους εκατόν τόννους ή οιονδήποτε αεροσκάφος υπόκειται εις δήμευσιν δυνάμει του παρόντος άρθρου, ως εκ του ότι εχρησιμοποιήθη εν τη εισαγωγή, εξαγωγή ή μεταφορά εμπορευμάτων κατά παρέκκλισιν ή επί τω τέλει παραβιάσεως οιασδήποτε απαγορευτικής διατάξεως ή περιορισμού, εκάστοτε τελούντος εν ισχύϊ αναφορικώς προς τα τοιαύτα εμπορεύματα ή, πριν ή γενή η πληρωμή του επί τούτων πληρωτέου δασμού ή φόρου ή παρασχεθή εγγύησις, ο πλοιοκτήτης ή κύριος του αεροσκάφους και ο πλοίαρχος ή κυβερνήτης του αεροσκάφους είναι εις έκαστος κεχωρισμένως ένοχοι αδικήματος και υπόκεινται εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν την αξίαν του πλοίου ή αεροσκάφους ή τας £1000 ή το εν εκάστη περιπτώσει έλασσον των άνω ποσών.

Ειδική διάταξις περί την δήμευσιν μεγαλυτέρων πλοίων

173.-(1) Ανεξαρτήτως οιασδήποτε ετέρας διατάξεως του παρόντος Νόμου, πλοίον καθαράς χωρητικότητος διακοσίων πεντήκοντα τόννων και άνω δεν υπόκειται εις δήμευσιν δυνάμει οιασδήποτε διατάξεως του παρόντος Νόμου, ειμή δυνάμει του άρθρου 68, εκτός εάν το αδίκημα δi' ο αξιούται δήμευσις του πλοίου-

(α)ήτο κατ' ουσίαν ο αντικειμενικός σκοπός του πλου, κατά την διάρκειαν ούτινος διεπράχθη το αδίκημα· ή

(β)διεπράχθη εν όσω το πλοίον εδιώκετο υπό σκάφους εν τη υπηρεσία της Δημοκρατίας, αφού παρέλειψε να ανακωχεύση κληθέν προς τούτο υπό του εν λόγω σκάφους.

(2) Διά τους σκοπούς του παρόντος άρθρου πλοίον τι λογίζεται προσηκόντως κληθέν όπως ανακωχεύση-

(α)εάν κληθή προς τούτο διά διεθνούς κώδικος σηματοδοσίας ή ετέρου αναγνωρισμένου μέσου υπό του εν λόγω σκάφους εν όσω τούτο έφερεν αναπεπταμένην την νόμιμον αυτού σημαίαν· και

(β) εάν, ότε εγένετο η κλήσις, το πλοίον ευρίσκετο εντός δώδεκα ναυτικών μιλίων από των ακτών της Δημοκρατίας.

(3) Η διάταξις περί εξαιρέσεως εκ της δημεύσεως πλοίων δυνάμει του παρόντος άρθρου, ουδόλως επηρεάζει την δυνατότητα δημεύσεως των εν αυτώ μεταφερομένων εμπορευμάτων.

Χρηματική ποινή αντί δημεύσεως μεγαλυτέρου πλοίου εις περιπτώσεις, καθ'ας ο υπεύθυνος αξιωματικός ενέχεται εις το αδίκημα

174.-(1) Εν η περιπτώσει πλοίον καθαράς χωρητικότητος διακοσίων πεντήκοντα τόννων και άνω θα υπέκειτο ελλείψει του αμέσως προηγουμένου άρθρου εις δήμευσιν δi' αδίκημα τι δυνάμει των περί Τελωνείων και Φόρων Καταναλώσεως Νόμων, και κατά την γνώμην του Διευθυντού υπεύθυνος αξιωματικός του πλοίου ενέχεται εις την διάπραξιν του αδικήματος διά πράξεως ή παραλείψεως αυτού, ο Διευθυντής δύναται κατά το δοκούν να επιβάλη εις το εν λόγω πλοίον πρόστιμον μη υπερβαίνον τας £250.

(2) Οσάκις πλοίον υπόκειται εις πρόστιμον δυνάμει του προηγουμένου εδαφίου, ο Διευθυντής όμως κρίνει ότι το πρόστιμον τούτο είναι ανεπαρκής κύρωσις διά το αδίκημα, δύναται παρά τας διατάξεις του αμέσως προηγουμένου άρθρου να προβή εις την λήψιν μέτρων διά την καταδίκην του πλοίου συμφώνως τω Δευτέρω Παραρτήματι, εις πρόστιμον μη υπερβαίνον τας £1000, ως το Δικαστήριον ήθελε κατά το δοκούν επιβάλει.

(3) Οσάκις επίκειται επιβολή προστίμου ή η λήψις μέτρων δυνάμει του παρόντος άρθρου, ο Διευθυντής δύναται να απαιτήση την παρ' αυτώ κατάθεσιν ποσού μη υπερβαίνοντος τας πεντήκοντα ή αναλόγως της περιπτώσεως τας £1000, μέχρις ου εκδοθή τελεσίδικος επί του θέματος απόφασις αυτού ή, αναλόγως της περιπτώσεως, του Δικαστηρίου, δύναται δε να προβή εις κράτησιν του πλοίου μέχρι της καταθέσεως του εν λόγω ποσού.

(4) O Διευθυντής ουδεμίαν υπέχει ευθύνην προς αποζημίωσιν αναφορικώς προς κατάθεσιν ή κράτησιν πλοίου δυνάμει του παρόντος άρθρου γενομένην.

(5) Διά τους σκοπούς του παρόντος άρθρου-

(α)ο όρος "υπεύθυνος αξιωματικός" σημαίνει τον πλοίαρχον, αξιωματικόν τινα ή μηχανικόν του πλοίου και εν τη περιπτώσει επιβατικού πλοίου, τον λογιστήν του πλοίου ή τον αρχιθαλαμηπόλον·

(β)ανεξαρτήτως οιουδήποτε ετέρου λόγου, δi' ον υπεύθυνος αξιωματικός δυνατόν να λογισθή ως εκ παραλείψεως ενεχόμενος εις την διάπραξιν αδικήματος, ούτος λογίζεται ούτω ενεχόμενος εάν εμπορεύματα, μη ανήκοντα κατά κυριότητα εις οιονδήποτε μέλος του πληρώματος ανακαλυφθώσιν εις τόπον τελούντα, υπό την εποπτείαν του εν λόγω αξιωματικού, εν ω ταύτα δεν θα ηδύναντο λογικώς να τεθώσιν, εάν ούτος κατέβαλλε προσήκουσαν επιμέλειαν κατά τον χρόνον της φορτώσεως του πλοίου ή μεταγενεστέρως.

Προστασία λειτουργών, κ.λ.π., καθ' όσον αφορά εις την κατάσχεσιν και κατακράτησιν εμπορευμάτων, κ.λ.π.

175.-(1) Εν η περιπτώσει εις διαδικασίαν αρξαμένην διά την κήρυξιν κατασχεθέντων πραγμάτων ως υποκειμένων εις δήμευσιν δυνάμει των περί Τελωνείων και Φόρων Καταναλώσεως Νόμων, ήθελεν εκδοθή απόφασις υπέρ του απαιτητού, το Δικαστήριον δύναται κατά το δοκούν να πιστοποιήση ότι ευλόγως εγένετο η κατάσχεσις.

(2) Οσάκις εγείρεται αγωγή ή άρχεται ποινική δίκη εναντίον του Διευθυντού, του Γενικού Εισαγγελέως της Δημοκρατίας ή ετέρου, δυνάμει του παρόντος Νόμου, εξουσιοδοτημένου προσώπου προς κατάσχεσιν ή κατακράτησιν πράγματος ως υποκειμένου εις δήμευσιν δυνάμει των ως είρηται Νόμων, ως εκ της κατασχέσεως ή κατακρατήσεως οιουδήποτε πράγματος, και εκδοθή απόφασις υπέρ του ενάγοντος ή του μηνυτού τότε, εάν-

(α) εξεδόθη δυνάμει του αμέσως προηγουμένου εδαφίου πιστοποιητικόν αφορών εις την κατάσχεσιν· ή

(β) το Δικαστήριον δεχθή ότι ευλόγως εγένετο η κατάσχεσις ή κατακράτησις του πράγματος δυνάμει των ειρημένων Νόμων,

ο ενάγων ή μηνυτής δεν δύναται να απαιτήση αποζημίωσιν διά ζημίας ή δαπάνας, ας ούτος υπέστη, ο δε εναγόμενος ή καθ' ου η μήνυσις εις ουδεμίαν ποινήν υπόκειται:

Νοείται ότι ουδέν των εν τω παρόντι εδαφίω διαλαμβανομένων επηρεάζει το δικαίωμα προς επιστροφήν του κατασχεθέντος ή κατακρατηθέντος πράγματος ή εις αποζημίωσιν αναφορικώς προς ζημίαν επενεχθείσαν τω κατασχεθέντι ή κατακρατηθέντι πράγματι ή διά καταστροφήν αυτού.

(3) Η απόδειξις πιστοποιητικού δυνάμει του εδαφίου (1) παρασχεθέντος επιτεύγνυται διά της προσαγωγής είτε του πρωτοτύπου πιστοποιητικού ή κεκυρωμένου αντιγράφου τούτου, φέροντος την υπογραφήν αξιωματούχου του υφ' ου τούτο παρεσχέθη δικαστηρίου.

Τελωνειακή δίωξις

176.-(1) Αι ποινικαί διώξεις δi' αδικήματα εναντίον του παρόντος Νόμου ως και πάσα διαδικασία προς είσπραξιν των τελωνειακών δασμών ή χρηματικών ποινών ή διά την κήρυξιν εις δήμευσιν σκαφών ή ετέρων μεταγωγικών μέσων ή εμπορευμάτων, αναφέρονται εν τω παρόντι Νόμω ως "τελωνειακοί διώξεις" και ασκούνται, τηρουμένων των οδηγιών, ας ο Γενικός Εισαγγελεύς της Δημοκρατίας ήθελεν εκάστοτε παράσχει. Τελωνειακή δίωξις.

(2) Η τελωνειακή δίωξις ασκείται εν ονόματι του Διευθυντού εν παντί Δικαστηρίω. Εν τη περιπτώσει εφέσεως, οσάκις η εκκαλουμένη απόφασις αφορά εις τελωνειακόν δασμόν ή πρόστιμον εναντίον σκάφους ή μεταγωγικού μέσου ή εμπορευμάτων ο εφεσείων δέον όπως, εκκρεμούσης της εφέσεως, καταθέση παρά τω Δικαστηρίω το πληρωτέον δυνάμει της πρωτοδίκου αποφάσεως ποσόν, εκτός εάν το εκδικάζον την έφεσιν δικαστήριον άλλως διατάξη.

(3) Η τελωνειακή δίωξις δυνατόν να ασκήται καθ' οιονδήποτε χρόνον εντός τριών ετών, αφ' ης το αδίκημα διεπράχθη ή λογίζεται διαπραχθέν.

(4) Ουδείς μάρτυς εμφανιζόμενος εκ μέρους του Διευθυντού εις τελωνειακήν δίωξιν υποχρεούται να γνωστοποίηση το γεγονός, ότι ούτος έλαβεν οιανδήποτε πληροφορίαν ή την φύσιν αυτής ή το όνομα του παρασχόντος αυτώ την πληροφορίαν προσώπου.

Απόδειξις ωρισμένων ζητημάτων

177.-(1) Ισχυρισμός καθ' οιονδήποτε στάδιον διαδικασίας αρξαμένης δυνάμει των περί Τελωνείων ή Φόρων Καταναλώσεως Νόμων-

(α)ότι αύτη ήρξατο τη εντολή του Διευθυντού· ή

(β) ότι πρόσωπον τι φέρει ή έφερεν την ιδιότητα του Διευθυντού, λειτουργού ή δημοσίου υπαλλήλου· ή

(γ) ότι πρόσωπον είναι ή ήτο διωρισμένον ή εξουσιοδοτημένον υπό του Διευθυντού προς ενάσκησιν οιουδήποτε καθήκοντος ή ότι ησχολήθη κατ' εντολήν ή τη συναινέσει του Διευθυντού εις την ενάσκησιν οιουδήποτε καθήκοντος· ή

(δ) ότι απεδείχθη ή μη επαρκώς τω Διευθυντή οιονδήποτε ζήτημα συμφώνως οιασδήποτε των διατάξεων των ως είρηται νόμων· ή

(ε) ότι πλοίον τι είναι κυπριακόν· ή

(στ) ότι η απόρριψις ή καταστροφή εμπορευμάτων εγένετο ίνα αποφευχθή κατάσχεσις τούτων,

συνιστά μέχρις αποδείξεως του εναντίου επαρκή απόδειξιν του γεγονότος.

(2) Οσάκις εις οιανδήποτε διαδικασίαν, σχέσιν έχουσαν προς τα τελωνεία και τους όρους καταναλώσεως, ανακύπτει αμφισβήτησις περί τον τόπον προελεύσεως εμπορευμάτων ή καθ' όσον αφορά εις-

(α)το γεγονός της καταβολής δασμού ή φόρου αναφορικώς προς οιαδήποτε εμπορεύματα ή την παροχήν εγγυήσεως περί της καταβολής του τοιούτου δασμού ή φόρου· ή

(β) εάν ο χαρακτηρισμός ή φύσις εμπορευμάτων ή ετέρων πάσης φύσεως πραγμάτων είναι ο καθοριζόμενος εν τω κατηγορητηρίω, εντάλματι ή ετέρω δικονομικώ εγγράφω· ή

(γ) το νόμιμον της εισαγωγής ή εκφορτώσεως εμπορευμάτων εκ τίνος πλοίου ή σκάφους· ή

(δ) το νόμιμον της φορτώσεως εμπορευμάτων εν οιωδήποτε πλοίω ή αεροσκάφει ή το νόμιμον της εξαγωγής ή της διά υδάτινης οδού μεταφοράς αυτών· ή

(ε) το νόμιμον της μεταγωγής εμπορευμάτων εις οιονδήποτε τόπον, επί τω τέλει φορτώσεως τούτων εν οιωδήποτε πλοίω ή αεροσκάφει· ή

(στ) εάν εμπορεύματα υπόκεινται ή υπέκειντο εις απαγορευτικήν διάταξιν ή περιορισμόν επί τη εισαγωγή ή εξαγωγή των,

τότε, εφ' όσον η διαδικασία άρχεται υπό ή εναντίον του Διευθυντού ή λειτουργού τίνος, ή εναντίον οιουδήποτε ετέρου προσώπου, αναφορικώς προς οιανδήποτε πράξιν φερομένην ως γενομένην δυνάμει εξουσίας ή αρμοδιότητος εκχωρηθείσης δυνάμει των περί Τελωνείων ή Φόρων Καταναλώσεως Νόμων, το βάρος της αποδείξεως φέρει το έτερον των μερών της τοιαύτης διαδικασίας.

Εξουσία προς συμβιβασμόν αδικημάτων

178.-(1) Εξαιρουμένης της περιπτώσεως αδικημάτων δυνάμει των άρθρων 9 και 10, ο Διευθυντής και πας επί τούτω εξουσιοδοτημένος υπό του Υπουργικού Συμβουλίου δύνανται να συμβιβάζωσιν οιονδήποτε αδίκημα ή πράξιν, ήτις ήθελε διαπραχθή ή δι' ην υπάρχει εύλογος υποψία ότι διεπράχθη υπό τίνος προσώπου κατά παρέκκλισιν ή παράβασιν των διατάξεων οιουδήποτε των περί Τελωνείων ή Φόρων Καταναλώσεως Νόμων, υπό όρους καθοριζομένους υπ' αυτών κατά το δοκούν, κέκτηται δε πλήρη εξουσίαν, όπως αποδέχωνται εκ του προσώπου τούτου χρηματικήν πληρωμήν, μη υπερβαίνουσαν την ανωτάτην χρηματικήν ποινήν την προβλεπομένην υπό τίνος τελωνειακού νόμου διά το τοιούτο αδίκημα ή πράξιν.

(2) Επί τη πληρωμή του τοιούτου ποσού εις τον Διευθυντήν ή εξουσιοδοτημένον λειτουργόν, απαγορεύεται η λήψις περαιτέρω δικαστικών μέτρων διά το εν λόγω αδίκημα ή πράξιν εναντίον του ούτω συμβιβασθέντος, εάν δε ούτος τελή υπό κράτησιν αφίεται ελεύθερος.

ΜΕΡΟΣ XII ΠΟΙΚΙΛΑΙ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Γενικαί εξουσίαι, κ.λ.π.
Έγγυητήρια και εγγύησις

179.-(1) Ανεξαρτήτως οιασδήποτε ρητής διατάξεως περί εγγυήσεως, διαλαμβανομένης εν τοις περί Τελωνείων και Φόρων Καταναλώσεως Νόμοις, ο Διευθυντής δύναται κατά το δοκούν να απαιτήση παρά παντός προσώπου, όπως παράσχη εγγύησιν δι' εγγυητηρίου ή άλλως πως διά την τήρησιν παντός όρου, σχέσιν έχοντος προς τα τελωνεία ή τους φόρους καταναλώσεως.

(2) Παν εγγυητήριον εκδιδόμενον διά τους σκοπούς οιασδήποτε παραχωρηθείσης αρμοδιότητος-

(α) εκδίδεται διά την Δημοκρατίαν·

(β) είναι έγκυρον και εάν έτι υπογραφή υπό προσώπου μη συμπληρώσαντος το δέκατον όγδοον έτος της ηλικίας του·

(γ) δυνατόν να ακυρωθή κατά πάντα χρόνον υπό του Διευθυντού ή τη εντολή αυτού.

Εξουσία προς απαίτησιν διευκολύνσεων, κ.λ.π.

180.-(1) Πας έμπορος υποκείμενος εις τας διατάξεις των περί Φόρων Καταναλώσεως Νόμων και πας έτερος, όστις ήθελεν κληθή υπό του Διευθυντού δυνάμει του παρόντος Νόμου όπως παράσχη εγγύησιν αναφορικώς προς οιονδήποτε οίκημα ή τόπον προοριζόμενον διά τον έλεγχον εμπορευμάτων υπό τίνος λειτουργού, υπέχει υποχρέωσιν όπως-

(α)παρέχη πάντα ευλόγως αναγκαίον μέσον και διευκόλυνσιν, ίνα ο λειτουργός δυνηθή να εξελέγξη ή εξετάση ή ερευνήση ή ενασκήση οιονδήποτε έτερον καθήκον εν τω οικήματι του εν λόγω εμπόρου ή εις τας αποθήκας αποταμιεύσεως ή τόπου, ως ο Διευθυντής ήθελε καθορίσει·

(β)φυλάττη τα ούτω παρεχόμενα μέσα εις πρόσφορον μέρος, επί τούτω εγκριθέν υπό του αρμοδίου λειτουργού· και

(γ) επιτρέπη τω αρμοδίω λειτουργώ, όπως κατά πάντα χρόνον, ποιήται χρήσιν παντός ούτω παρεχομένου μέσου και παρέχη αυτώ πάσαν προς εκτέλεσιν των καθηκόντων του αναγκαίαν βοήθειαν,

πας δε όστις διά πράξεως ή παραλείψεως αυτού παραβαίνει οιανδήποτε διάταξιν του παρόντος εδαφίου, υπόκειται εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας £500.

(2) Πας έμπορος υποκείμενος εις τας διατάξεις των περί Φόρων Καταναλώσεως Νόμων και παν τοιούτον έτερον πρόσωπον ως εν τοις ανωτέρω, δέον όπως παρέχωσιν και φυλάττωσιν άπαντα τα σύνεργα τα αναγκαία διά την τοποθέτησιν κλείθρων υπό του αρμοδίου λειτουργού επί του οικήματος του εν λόγω εμπόρου ή προσώπου ή εφ' οιουδήποτε διαμερίσματος τοιούτου οικήματος ή επί παντός αγγείου, σκεύους ή ετέρας πάσης φύσεως συσκευής φυλαττομένης εν αυτώ, εάν δε παραλείψη να πράξη ούτω-

(α)ο αρμόδιος λειτουργός προμηθεύεται τα σύνεργα και εκτελεί πάσαν διά την συντήρησιν αυτών αναγκαίαν εργασίαν, αι δε διενεργούμενοι προς τούτο δαπάναι καταβάλλονται, εφ' όσον απαιτηθώσιν, υπό του εμπόρου ή ετέρου τοιούτου προσώπου· και

(β)ο ως εν τοις ανωτέρω έμπορος ή έτερον πρόσωπον, όστις παραλείπει να καταβάλη τας δαπάνας ταύτας, απαιτηθείσας εξ αυτού, υπόκειται επιπροσθέτως εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας £500.

(3) Εάν έμπορος υποκείμενος εις τας διατάξεις των περί Φόρων Καταναλώσεως Νόμων ή πρόσωπον ως εν τοις ανωτέρω ή οιοσδήποτε υπάλληλος αυτού-

(α) εκουσίως καταστρέψη ή επαγάγη βλάβην εις τοιούτον σύνεργον ή κλείθρον ή προς τούτο χρησιμοποιουμένην κλείδα ή οιανδήποτε επιγραφήν ή σφραγίδα τεθειμένη επί τοιούτου κλείθρου· ή

(β) παρανόμως επιτύχη είσοδον εις τόπον ή αντικείμενον ησφαλισμένον υπό του τοιούτου κλείθρου· ή

(γ) έχη οιονδήποτε σύνεργον ή αντικείμενον, ούτινος σκοπείται η ασφάλεια, ούτω κατεσκευασμένον, ώστε να ματαιούται ο αντικειμενικός ούτος σκοπός,

είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας £750.

Εξουσία εξετάσεως και εξελέγξεως εμπορευμάτων

181.-(1) Ανεξαρτήτως οιασδήποτε ετέρας εξουσίας παραχωρουμένης διά του παρόντος Νόμου, ο λειτουργός κέκτηται εξουσίαν εξετάσεως και εξελέγξεως εμπορευμάτων-

(α) εισαγομένων· ή

(β) αποταμιευμένων εν τινι δημοσία ή ιδιωτική αποθήκη αποταμιεύσεως· ή

(γ) φορτωθέντων εν πλοίω ή αεροσκάφει εις οιονδήποτε τόπον εν τη Δημοκρατία· ή

(δ) δηλουμένων προς εξαγωγήν ή προς χρήσιν αυτών ως εφοδίων· ή

(ε) κομιζομένων εις οιονδήποτε τόπον εν τη Δημοκρατία προς εξαγωγήν ή φόρτωσιν αυτών προς εξαγωγήν ή ως εφοδίων· ή

(στ) εν πάση περιπτώσει, καθ' ην προβάλλεται οιαδήποτε αξίωσις προς επιστροφήν, έκπτωσιν ή απαλλαγήν ή απόδοσιν καταβληθέντος δασμού ή φόρου, επί τούτω δε δύναται να απαιτήση όπως ανοιχθή και κενωθή οιονδήποτε δοχείον.

(2) Πάσα δυνάμει του παρόντος Νόμου εξέτασις εμπορευμάτων διενεργείται εις τον επί τούτω υπό του Διευθυντού καθοριζόμενον τόπον.

(3) Εν τη περιπτώσει τοιούτων εμπορευμάτων, ως ο Διευθυντής ήθελεν εκάστοτε καθορίσει, και υπό τους κατά το δοκούν υπ' αυτού επιβαλλομένους όρους, ο λειτουργός δύναται να επιτρέψη όπως τα εμπορεύματα συσσωρευθώσιν, ταξινομηθώσιν, τεθώσιν καθ' ομάδας, συσκευασθώσιν ή ανασυσκευασθώσιν πριν ή διενεργηθή η εξέλεγξις τούτων.

(4) Το άνοιγμα, αποσυσκευασία, ζύγισις, καταμέτρησις, ανασυσκευασία, συσσώρευσις, ταξινόμησις, θέσις καθ' ομάδας, σήμανσις, αρίθμησις, φόρτωσις, εκφόρτωσις, μεταφορά ή αποβίβασις εμπορευμάτων ή των περιεχόντων ταύτα δοχείων, η γενομένη επί τω τέλει εξετάσεως αυτών υπό τίνος λειτουργού, μεταφοράς ή αποταμιεύσεως τούτων, διενεργείται υπό του ιδιοκτήτου των εμπορευμάτων ή δαπάναις αυτού, όστις και οφείλει να παράσχη πάσαν προς τούτο αναγκαίαν διευκόλυνσιν ή βοήθειαν.

(5) Εισαγόμενα εμπορεύματα, υποκείμενα δυνάμει του παρόντος Νόμου εις την εξουσίαν λειτουργού τίνος προς εξέτασιν, άτινα άνευ αδείας του αρμοδίου λειτουργού μεταφέρονται εκ του τελωνειακού ελέγχου, πριν ή ταύτα υποστώσιν την αναγκαίαν εξέτασιν, υπόκεινται εις δήμευσιν· πας δε όστις ούτω μεταφέρει ταύτα, πράττων ούτω με πρόθεσιν καταδολιεύσεως της Δημοκρατίας εξ οιουδήποτε δασμού ή φόρου, βαρύνοντος τα εν λόγω εμπορεύματα ή ίνα καταστρατηγήση απαγορευτικήν διάταξιν ή περιορισμόν, εκάστοτε τελούντα εν ισχύϊ, καθ' όσον αφορά εις τα τοιαύτα εμπορεύματα δυνάμει νομοθετικής τίνος πράξεως, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν την εις τριπλούν αξίαν των εμπορευμάτων ή τας £1500 ή το εν εκάστη περιπτώσει μείζον των άνω ποσών ή εις φυλάκισιν μέχρι δύο ετών ή εις αμφοτέρας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης.

(6) Ανεξαρτήτως των προηγουμένων διατάξεων του παρόντος άρθρου, οσάκις η υπό του παρόντος άρθρου ή ετέρας τινός διατάξεως του παρόντος Νόμου επιτρέπεται ή επιβάλλεται η δι' οιονδήποτε σκοπόν εξέλεγξις εμπορευμάτων υπό τίνος λειτουργού, ο Διευθυντής δύναται τη συναινέσει του ιδιοκτήτου των εμπορευμάτων, να αποδεχθή εξέλεγξιν των εμπορευμάτων διενεργηθείσαν υπό ετέρου τινός προσώπου επί τούτω εγκεκριμένου υπ' αμφοτέρων, του Διευθυντού και του ιδιοκτήτου των εμπορευμάτων.

Δειγματοληψία

182.-(1) Ο λειτουργός δύναται κατά πάντα χρόνον να λαμβάνη δείγματα εμπορευμάτων-

(α)εφ' ων κέκτηται δυνάμει του παρόντος Νόμου εξουσίαν εξετάσεως· ή

(β) άτινα κείνται εν οικήματι ένθα κατασκευάζονται, παρασκευάζονται ή υπόκεινται εις οιανδήποτε επεξεργασίαν εμπορεύματα υποκείμενα εις τινα δασμόν ή φόρον· ή

(γ) άτινα, υποκείμενα εις δασμόν ή φόρον καταναλώσεως κατέχονται υπό τίνος προσώπου ως αποθέματα της επιχειρήσεως του ή ως υλικά βιομηχανοποιήσεως ή επεξεργασίας.

(2) Οσάκις λειτουργός τις λαμβάνει εξ οιουδήποτε σκεύους, σωλήνος ή αγγείου εν τω οικήματι οινοπνευματοποιού Α' κατηγορίας ή ζυθοποιού, δείγμα οιουδήποτε προϊόντος ή υλικού κατασκευής-

(α)ο οινοπνευματοποιός ή ζυθοποιός ούτος δύναται, εφ' όσον το επιθυμεί να ανακινήση και αναμίξη το περιεχόμενον του σκεύους, σωλήνος ή αγγείου πριν ή ληφθή το δείγμα· και

(β) το ληφθέν υπό του λειτουργού δείγμα λογίζεται αντιπροσωπευτικόν ολοκλήρου του περιεχομένου του εν λόγω σκεύους, σωλήνος ή αγγείου.

(3) Άπαντα τα δυνάμει του παρόντος άρθρου λαμβανόμενα δείγματα διατίθενται, καθ' ον τρόπον ο Διευθυντής θέλει εκάστοτε ορίσει.

(4) Εν η περιπτώσει δυνάμει του παρόντος άρθρου διενεργείται δειγματοληψία εξ εμπορευμάτων υποκειμένων εις τελωνειακόν δασμόν ή φόρον τινά καταναλώσεως μετά την καταβολήν του εν λόγω δασμού ή φόρου, εξαιρουμένων-

(α) δειγμάτων λαμβανομένων, ότε το πρώτον κατατίθεται διασάφησις επί τη εισαγωγή των·

(β) δειγμάτων λαμβανομένων εξ εμπορευμάτων, αναφορικώς προς άτινα προβάλλεται αξίωσις επιστροφής, εκπτώσεως απαλλαγής ή αποδόσεως του εν λόγω δασμού ή φόρου,

και σκοπείται κατακράτησις του ούτω λαμβανομένου δείγματος, ο διενεργών την δειγματοληψίαν λειτουργός οφείλει όπως, τη αιτήσει του κατέχοντος τα εμπορεύματα προσώπου, καταβάλη διά το δείγμα, εκ μέρους του Διευθυντού, εύλογον ποσόν ανάλογον προς την χονδρικήν αξίαν τούτου.

Εξουσία ερεύνης οικημάτων

183.-(1) Ανεξαρτήτως οιασδήποτε ετέρας εξουσίας παραχωρουμένης υπό του παρόντος Νόμου, εφ' όσον υπάρχει εύλογος υποψία ότι οιονδήποτε πράγμα υποκείμενον εις δήμευσιν δυνάμει των περί Τελωνείων ή Φόρων Καταναλώσεως Νόμων φυλάττεται ή αποκρύπτεται εν οιαδήποτε οικοδομή ή τόπω, των κατοικιών εξαιρουμένων, οιοσδήποτε λειτουργός δύναται να εισέλθη εν τη οικοδομή ή τόπω τούτω καθ' οιονδήποτε χρόνον, εν καιρώ ημέρας ή νυκτός, και να ερευνήση, κατάσχη, κατακρατήση ή μεταφέρη παν τοιούτον πράγμα, προσέτι δε, καθ' ην έκτασιν ήθελε παραστή εύλογος προς τούτο ανάγκη, να διαρρήξη οιανδήποτε θύραν, παράθυρον ή δοχείον και να παραβιάση και μεταφέρη παν έτερον κώλυμα ήθελε παρουσιασθή: Νοείται ότι δεν επιτρέπεται είσοδος εν καιρώ νυκτός ειμή τη συνοδεία αστυνομικού.

(2) Άνευ επηρεασμού των διατάξεων του προηγουμένου εδαφίου ή οιασδήποτε ετέρας εξουσίας παραχωρουμένης δυνάμει του παρόντος Νόμου, εάν δικαστής επαρχιακού Δικαστηρίου πεισθή, επί τη ενόρκω καταγγελία λειτουργού τίνος, ότι υφίσταται εύλογος υποψία ως εν τοις ανωτέρω, ούτος δύναται δι' εντάλματος φέροντος την υπογραφήν αυτού, παρεχομένου καθ' οιανδήποτε ημέραν, να εξουσιοδοτήση τον εν λόγω λειτουργόν ή παν έτερον εν τω εντάλματι κατονομαζόμενον πρόσωπον, όπως εισέλθη και ερευνήση πάσαν ούτω κατονομαζομένην οικοδομήν ή τόπον.

(3) Οσάκις υφίσταται εύλογος υποψία ότι άμβυξ, σκεύος, αγγείον, οινοπνευματώδη ή υλικά κατασκευής οινοπνευματωδών παρανόμως φυλάττονται ή είναι εναποτεθεί μένα εν οιαδήποτε οικοδομή ή τόπω, το αμέσως προηγούμενον εδάφιον τυγχάνει εφαρμογής και επί παντός αστυνομικού καθ' ον τρόπον τυγχάνει εφαρμογής και επί λειτουργού.

Εξουσία ερεύνης οχημάτων και σκαφών

184.-(1) Ανεξαρτήτως οιασδήποτε ετέρας εξουσίας παραχωρουμένης δυνάμει του παρόντος Νόμου, οσάκις υφίσταται εύλογος υποψία ότι οιονδήποτε όχημα ή σκάφος μεταφέρει ή δυνατόν να μεταφέρη εμπορεύματα, άτινα-

(α) υπόκεινται εις δασμόν ή φόρον μη καταβληθέντα εισέτι ή δι' ον δεν παρεσχέθη εγγύησις·

(β) μεταφέρονται παρανόμως εκ τίνος τόπου εις έτερον·

(γ) άλλως υπόκεινται εις δήμευσιν δυνάμει των περί Τελωνείων και Φόρων Καταναλώσεως Νόμων,

πας λειτουργός ή αστυνομικός δύναται να σταματήση και ερευνήση το όχημα ή σκάφος.

(2) Εάν ο έχων την ευθύνην του οχήματος ή σκάφους, κληθείς υπό λειτουργού ή αστυνομικού αρνηθή να σταματήση ή να επιτρέψη την διεξαγωγήν ερεύνης επί του οχήματος ή σκάφους, ούτος υπόκειται εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας £500.

Εξουσία προσωπικής ερεύνης

185.-(1) Οσάκις υφίσταται εύλογος υποψία ότι πρόσωπον τι μεταφέρει οιονδήποτε αντικείμενον-

(α)όπερ υπόκειται εις δασμόν ή φόρον, μη καταβληθέντα εισέτι ή δι' ον δεν παρεσχέθη εγγύησις·

(β) διά την εισαγωγήν ή εξαγωγήν, ούτινος εκάστοτε τελεί εν ισχύϊ απαγορευτική διάταξις ή περιορισμός δυνάμει οιασδήποτε νομοθετικής πράξεως, πας λειτουργός ή έτερον πρόσωπον, όπερ θέλει ενεργεί υπό τας εντολάς λειτουργού, δύναται να ερευνήση τούτο και παν επ' αυτού φερόμενον αντικείμενον:

Νοείται ότι-

(i) το πρόσωπον, εφ' ου θα διενεργηθή η έρευνα δύναται να απαιτήση όπως προσαχθή ενώπιον του δικαστηρίου ή προϊσταμένου του διεξάγοντος την έρευναν λειτουργού ή ετέρου προσώπου, όστις και θα εξετάση τους λόγους, εφ' ων εδράζεται η υποψία και θα αποφασίση εάν θα διενεργηθή έρευνα ή όχι·

(ii) απαγορεύεται η επί γυναικών ή κορασίδων διενέργεια ερεύνης δυνάμει του παρόντος άρθρου ειμή μόνον υπό γυναικών.

Εξουσία πληρωμής αμοιβών

186.Τηρουμένων των εντολών του Υπουργού, καθ' όσον αφορά εις το ποσόν, ο Διευθυντής κέκτηται διακριτικήν εξουσίαν όπως καταβάλη αμοιβάς δι' οιανδήποτε υπηρεσίαν, ήτις κατ' αυτόν χρήζει αμοιβής, παρασχεθείσαν αυτώ αναφορικώς προς οιανδήποτε παραχωρηθείσαν αρμοδιότητα.

Εξουσιοδοτημένοι αντιπρόσωποι και προσκόμισις εξουσιοδοτήσεως

187.-(1) Εάν πρόσωπον τι ζητήση παρά τίνος λειτουργού ή ετέρου προσώπου, διοριζομένου υπό του Διευθυντού όπως διενεργήση μετ' αυτού ως αντιπρόσωπος ετέρου τινός προσώπου οιανδήποτε πράξιν, αναφορικώς προς παραχωρηθείσαν αρμοδιότητα, ο λειτουργός ή το ούτω διοριζόμενον πρόσωπον δύναται να αρνηθή να προβή εις οιανδήποτε τοιαύτην ενέργειαν, πριν ή προσκομισθή αυτώ έγγραφος εξουσιοδότησις του υπ' αυτού αντιπροσωπευομένου προσώπου, εν ω τύπω ο Διευθυντής ήθελεν εκάστοτε ορίσει.

(2) Τηρουμένων των διατάξεων του προηγουμένου εδαφίου, ο εισαγωγεύς ή εξαγωγεύς εμπορευμάτων δύναται, εκτός οσάκις άλλως ορίζη ο Διευθυντής, να πράξη παν ό,τι επιβάλλεται αυτώ υπό του παρόντος Νόμου, δι' αντιπροσώπου ενεργούντος διά λογαριασμόν αυτού.

(3) Ουδείς δύναται να ενεργή διά λογαριασμόν εισαγωγέως ή εξαγωγέως ως προνοείται εν εδαφίω (2), εκτός εάν-

(α) είναι πρόσωπον αποκλειστικώς και πλήρως απασχολούμενον εν τη υπηρεσία του ενδιαφερομένου εισαγωγέως ή εξαγωγέως, επί μηνιαίας τουλάχιστον βάσεως, προσηκόντως εξουσιοδοτημένον εγγράφως υπό του εργοδότου αυτού, εν ω τύπω ο Διευθυντής ήθελεν ορίσει, να ενεργή διά λογαριασμόν αυτού· ή

(β) είναι τελωνειακός πράκτωρ ή βοηθός τελωνειακός πράκτωρ προσηκόντως αδειούχος εν τω τρόπω τω καθωρισμένω εν Κανονισμοίς εκδοθησομένοις δυνάμει του παρόντος άρθρου.

(4) Το Υπουργικόν Συμβούλιον δύναται να εκδώση Κανονισμούς καθορίζοντας-

(α)την χορήγησιν αδειών και την εγγραφήν τελωνειακών πρακτόρων και βοηθών τελωνειακών πρακτόρων, ως και την ακολουθητέαν διαδικασίαν καθ' όσον αφορά εις την υποβολήν αιτήσεων, την χορήγησιν αδειών και οιονδήποτε συναφές θέμα·

(β)τους όρους και περιορισμούς, υφ' ους δύνανται να χορηγηθώσιν αι άδειαι·

(γ) τα προσόντα, εξουσίας, καθήκοντα και συμπεριφοράν των τελωνειακών πρακτόρων και βοηθών τελωνειακών πρακτόρων·

(δ) τας υποχρεώσεις και ευθύνην τελωνειακών πρακτόρων και βοηθών τελωνειακών πρακτόρων, εισαγωγέων και εξαγωγέων·

(ε) την ακύρωσιν ή αναστολήν της ισχύος οιασδήποτε αδείας, την στέρησιν του δικαιώματος του ενεργείν ως τελωνειακός πράκτωρ ή βοηθός τελωνειακός πράκτωρ και τον πειθαρχικόν έλεγχον τελωνειακών πρακτόρων και βοηθών τελωνειακών πρακτόρων εν γένει·

(στ) τα πληρωτέα τέλη δι' οιανδήποτε άδειαν, αίτησιν ή έτερον έγγραφον·

(ζ) την εξαίρεσιν οιωνδήποτε προσώπων ή κατηγοριών προσώπων εκ των διατάξεων οιωνδήποτε Κανονισμών εκδιδομένων δυνάμει του παρόντος άρθρου·

(η) παν ό,τι ήθελε κριθή αναγκαίον ή σκόπιμον διά την καλλιτέραν εκπλήρωσιν των σκοπών του παρόντος άρθρου ή διά την ρύθμισιν οιουδήποτε ζητήματος συναφούς προς τας διατάξεις αυτού.

(5) Πας όστις ενεργεί κατά παράβασιν των διατάξεων του παρόντος άρθρου ή των δυνάμει τούτου εκδιδομένων Κανονισμών ή παραλείπει να πράξη ο,τιδήποτε καθωρισμένον εν αυτοίς, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται επί πλέον οιασδήποτε ετέρας ποινής εις ην δυνατόν να υπόκειται δυνάμει του παρόντος ή οιουδήποτε ετέρου νομοθετήματος, εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας £500· επί πλέον, εν τη περιπτώσει αδειούχου τελωνειακού πράκτορος ή βοηθού τελωνειακού πράκτορος, ο Διευθυντής κέκτηται διακριτικήν εξουσίαν να προβή εις την ακύρωσιν ή την αναστολήν της ισχύος της αδείας αυτού.

Γενικά αδικήματα
Αναληθείς δηλώσεις, κ.λ.π.

188.-(1) Πας όστις-

(α) εκδίδει ή υπογράφει ή προκαλεί την έκδοσιν ή υπογραφήν ή παραδίδει ή προκαλεί την παράδοσιν εις τον Διευθυντήν ή τινα λειτουργόν, οιασδήποτε δηλώσεως, γνωστοποιήσεως, πιστοποιητικού ή ετέρου πάσης φύσεως εγγράφου· ή

(β)προβαίνει εις δήλωσιν εις απάντησιν ερωτήματος τεθέντος αυτώ υπό τίνος λειτουργού, ως ούτος υπέχει υποχρέωσιν δυνάμει νομοθετικής τίνος πράξεως, η δε δήλωσις ή έγγραφον, σχέσιν έχον προς τινα σκοπόν αφορώντα εις παραχωρηθείσαν αρμοδιότητα είναι αναληθής εις τι ουσιώδες στοιχείον αυτού, ούτος είναι ένοχος αδικήματος δυνάμει του παρόντος άρθρου.

(2) Οσάκις, συνεπεία δηλώσεως ή εγγράφου ως εν τοις ανωτέρω, δεν καταβληθή το πλήρες ποσόν του πληρωτέου δασμού ή φόρου ή επιστραφή, παρασχεθή έκπτωσις ή αποδοθή δασμός ή φόρος κατά ποσόν μείζον του κατά νόμον προβλεπομένου, ο επί το έλαττον καταβληθείς ή ο αχρεωστήτως επιστραφείς, εκπεσθείς δασμός ή φόρος εισπράττεται ως χρέος οφειλόμενον τη Δημοκρατία ή ως αστικόν τοιούτον.

(3)Άνευ επηρεασμού των διατάξεων του αμέσως προηγουμένου εδαφίου, πας όστις παραβαίνει οιανδήποτε των διατάξεων του παρόντος άρθρου, πράττων ούτω είτε εν γνώσει αυτού είτε εκ βαρείας αμελείας, ούτος είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας £1500 ή εις φυλάκισιν μέχρι δύο ετών ή εις αμφοτέρας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης· άπαντα δε τα εμπορεύματα, εις α αφορά η γενομένη δήλωσις ή το προσκομισθέν έγγραφον υπόκεινται εις δήμευσιν.

(4) Άνευ επηρεασμού των διατάξεων του εδαφίου (2) του παρόντος άρθρου, πας όστις παραβαίνει τας διατάξεις του παρόντος άρθρου υπό περιστάσεις, αίτινες αποκλείουσιν ενοχήν αυτού δυνάμει του αμέσως προηγουμένου εδαφίου, ούτος είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας £750.

Πλαστογράφησις εγγράφων

189.-(1) Πας όστις-

(α)πλαστογραφεί ή παραποιεί έγγραφον, προνοούμενον υπό τίνος νομοθετικής πράξεως, αφορώσης εις παραχωρηθείσαν αρμοδιότητα ή όπερ χρησιμοποιείται εν τη διενεργεία οιασδήποτε πράξεως αφορώσης εις τοιαύτην αρμοδιότητα· ή

(β) εν γνώσει αυτού αποδέχεται, λαμβάνει ή ποιείται χρήσιν ούτω πλαστογραφηθέντος ή παραποιηθέντος εγγράφου· ή

(γ) αλλοιοί τοιούτον έγγραφον μετά την επίσημον αυτού έκδοσιν· ή

(δ)πλαστογραφεί οιανδήποτε σφραγίδα, υπογραφήν, αρχικά ή έτερον σημείον χρησιμοποιούμενον υφ' οιουδήποτε λειτουργού διά την βεβαίωσιν τοιούτου εγγράφου ή διά την ασφάλειαν εμπορευμάτων ή δι' οιονδήποτε έτερον σκοπόν, αφορώντα εις παραχωρηθείσαν αρμοδιότητα,

είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας £1500 ή εις φυλάκισιν μέχρι δύο ετών ή εις αμφοτέρας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης.

Ψευδής ζυγός, κ.λ.π.

190.-(1) Πας όστις, υπέχων υποχρέωσιν δυνάμει των περί Τελωνείων ή Φόρων Καταναλώσεως Νόμων, όπως προμηθεύση ζυγόν δι' οιονδήποτε των προνοουμένων εν τοις ειρημένοις νόμοις σκοπών, ποιείται χρήσιν ή επιτρέπει την χρήσιν ψευδούς ή ανακριβούς ζυγού, είναι ένοχος αδικήματος δυνάμει του παρόντος άρθρου.

(2) Εάν κατά την ζύγισιν, υπολογισμόν ή καταμέτρησιν οιουδήποτε αντικειμένου επί τω τέλει εξελέγξεως ή εξετάσεως τούτου υπό τίνος λειτουργού, οιονδήποτε πρόσωπον ως εν τοις ανωτέρω ή το πρόσωπον υφ' ου ή διά λογαριασμόν ούτινος διενεργείται η ζύγισις, υπολογισμός ή καταμέτρησις πράξη τι, προ, κατά ή μετά την ζύγισιν, υπολογισμόν ή καταμέτρησιν ως εκ του οποίου ο λειτουργός παρακωλύεται ή εξαπατείται ή δυνατόν να παρακωλυθή ή εξαπατηθή εν τη διενεργεία αληθούς και ακριβούς εξελέγξεως ή προσηκούσης εξετάσεως, ούτος είναι ένοχος αδικήματος δυνάμει του παρόντος άρθρου.

(3) Πας όστις διαπράττει αδίκημα δυνάμει του παρόντος άρθρου υπόκειται εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας £750 και πας ψευδής ή αναληθής ζυγός ως και παν έτερον αντικείμενον, σχέσιν έχον προς το διαπραχθέν αδίκημα, υπόκειται εις δήμευσιν.

(4) Εν τω παρόντι άρθρω ο όρος ζυγός περιλαμβάνει μέτρα και σταθμά ως και μηχανάς ή όργανα ζυγίσεως ή μετρήσεως.

Ποινή διά δολίαν αποφυγήν πληρωμής δασμού ή φόρου, κ.λ.π.

191.-(1) Ανεξαρτήτως οιασδήποτε ετέρας διατάξεως του παρόντος Νόμου, πας όστις-

(α)εν γνώσει αυτού και επί τω τέλει καταδολιεύσεως της Δημοκρατίας εκ τίνος πληρωτέου δασμού ή φόρου ή επί τω τέλει καταστρατηγήσεως απαγορευτικής διατάξεως ή περιορισμού, εκάστοτε τελούντος εν ισχύϊ δυνάμει νομοθετικής τίνος πράξεως, αποκτά κατοχήν ή καθ' οιονδήποτε τρόπον ενέχεται εις την μεταγωγήν, μεταφοράν, αποθήκευσιν, στέγασιν, φύλαξιν, απόκρυψιν ή πάσης φύσεως εμπορίαν εμπορευμάτων παρανόμως μεταφερθέντων εκ τίνος δημοσίας ή ιδιωτικής αποθήκης αποταμιεύσεως ή εμπορευμάτων υποκειμένων εις μη καταβληθέντα εισέτι δασμόν ή φόρον καταναλώσεως ή διά την εισαγωγήν ή εξαγωγήν των οποίων θέλει εκάστοτε τελή εν ισχύϊ απαγορευτική διάταξις ή περιορισμός, ως εν τοις ανωτέρω· ή

(β) καθ' όσον αφορά εις οιαδήποτε εμπορεύματα, ενέχεται καθ' οιονδήποτε τρόπον εν γνώσει αυτού, εις δολίαν αποφυγήν ή απόπειραν αποφυγής καταβολής δασμού τίνος ή φόρου βαρύνοντος τα τοιαύτα εμπορεύματα ή εις την καταστρατήγησιν απαγορευτικής διατάξεως ή περιορισμού ως εν τοις ανωτέρω ή οιασδήποτε των διατάξεων του εφαρμοστέου επί των τοιούτων εμπορευμάτων νόμου,

υπόκειται εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν την εις τριπλούν αξίαν των εμπορευμάτων η τας £1500 ή το εν εκάστη περιπτώσει μείζον των άνω ποσών ή εις φυλάκισιν μέχρι δύο ετών ή εις αμφοτέρας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης, πλην της περιπτώσεως αδικήματος, σχέσιν έχοντος προς απαγορευτικήν διάταξιν ή περιορισμόν, καθ' ην ρητώς προνοείται ετέρα τις ποινή διά το εν λόγω αδίκημα υπό της νομοθετικής ή ετέρας πράξεως, εν η διαλαμβάνεται η τοιαύτη απαγορευτική διάταξις ή περιορισμός.

(2) Πας λειτουργός κέκτηται εξουσίαν όπως άνευ δικαστικού εντάλματος συλλαμβάνη παν πρόσωπον το οποίον ευρίσκει διαπράττον ή αποπειρώμενον όπως διαπράξη ή καθ' οιονδήποτε τρόπον ενεχόμενον εις την διάπραξιν οιουδήποτε αδικήματος προνοουμένου υπό του εδαφίου (1).

(3) Άνευ επηρεασμού των διατάξεων του εδαφίου (2) πας λειτουργός κέκτηται εξουσίαν όπως, εάν έχη εύλογον αιτίαν να πιστεύη ότι αδίκημα εκ των προνοουμένων υπό του εδαφίου (1) διαπράττεται ή υφίσταται αρχή διαπράξεως τούτου, απαιτήση παρ' οιουδήποτε προσώπου το οποίον ευλόγως πιστεύει ότι ενέχεται εις την τοιαύτην διάπραξιν όπως παραστή εις το γραφείον αυτού ή οιονδήποτε άλλον εύλογον μέρος επί τω σκοπώ όπως εξετασθή και ληφθή κατάθεσις παρ' αυτού εν σχέσει προς την τοιαύτην διάπραξιν και εν τοιαύτη περιπτώσει εφαρμόζονται τηρουμένων των αναλογιών, αι διατάξεις του εδαφίου (2) του άρθρου 5 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου.

(4) Πας όστις άνευ ευλόγου αιτίας αρνείται να παραστή ως απαιτείται υπό του εδαφίου (3), είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας £1000 ή εις φυλάκισιν μη υπερβαίνουσαν το εν έτος ή εις αμφοτέρας τας ποινάς ταύτας και τη αναιτιολογήτω αρνήσει του δύναται να συλληφθή άνευ δικαστικού εντάλματος.

Γενικαί διατάξεις περί τα αδικήματα και τας ποινάς

192.-(1) Οσάκις εν τινι νομοθετική διατάξει, αφορώση εις παραχωρηθείσαν αρμοδιότητα, προνοείται ποινή, εις ην υπόκειται παν εν τη διατάξει προνοούμενον αδίκημα ή πάσα πράξις ή παράλειψις γενομένη κατά παράβασιν Κανονισμού, οδηγίας, ή όρου δυνάμει της τοιαύτης διατάξεως εκδοθέντος ή επιβληθέντος, εάν πρόσωπον τι καταδικασθή εν τη αυτή δικαστική διαδικασία διά πλείονα τοιαύτα αδικήματα ή παραβάσεις, το πρόσωπον τούτο υπόκειται εις την εν λόγω ποινήν κεχωρισμένως δι' εν έκαστον αδίκημα ή παράβασιν, δι' ην θέλει εξευρεθή ένοχος.

(2) Οσάκις η προβλεπομένη εν τινι νομοθετική πράξει ποινή, καθορίζεται αναλόγως της αξίας οιουδήποτε εμπορεύματος, η τοιαύτη αξία υπολογίζεται βάσει της τιμής, ην ευλόγως δύναται τις να αναμένη ότι τα εμπορεύματα ταύτα θα απεκόμιζον, μετά την καταβολήν του φόρου ή δασμού, εις ον ταύτα τυχόν υπόκεινται, εάν επωλούντο εν τη ελευθέρα αγορά κατά ή περί την ημερομηνίαν, καθ' ην διεπράχθη το αδίκημα, δι' ο επιβάλλεται η ποινή.

(3) Εάν αποδειχθή ότι αδίκημα προνοούμενον εν τινι νομοθετική πράξει, αφορώση εις παραχωρηθείσαν αρμοδιότητα, διεπράχθη υπό νομικού προσώπου τη συναινέσει ή συνεργασία ή εξ αμελείας συμβούλου, διευθυντού, γραμματέως ή ετέρου παρομοίου αξιωματούχου του νομικού προσώπου ή υπό προσώπου φερομένου ως ενεργούντος υπό τοιαύτην ιδιότητα, ούτος μετά του νομικού προσώπου λογίζεται ένοχος του εν λόγω αδικήματος και υπόκειται ωσαύτως εις ποινικήν δίωξιν και ανάλογον ποινήν.

Εν τω παρόντι εδαφίω ο όρος "σύμβουλος", αναφορικώς προς νομικόν πρόσωπον ή οργανισμόν δημοσίου δικαίου, η διαχείρισις ούτινος είναι εμπεπιστευμένη εις τα μέλη αυτού, σημαίνει μέλος του νομικού τούτου προσώπου ή οργανισμού.

(4) Οσάκις εις διαδικασίαν αρξαμένην αναφορικώς προς αδίκημα διαπραχθέν κατά παράβασιν των τελωνειακών νόμων αναφυή αμφισβήτησις περί τον πληρωτέον επί εισαγομένων εμπορευμάτων δασμόν και τον συντελεστήν αυτού, και είναι ανέφικτος ο προσδιορισμός του χρόνου του καθορίζοντος τον πληρωτέον δασμόν και τον συντελεστήν αυτού συμφώνως ταις διατάξεσι του άρθρου 30 του παρόντος Νόμου, ο υπό αμφισβήτησιν δασμός και ο συντελεστής αυτού καθορίζονται ως εάν τα εμπορεύματα είχον εισαχθή άνευ διασαφήσεως καθ' ον χρόνον ήρξατο η τοιαύτη διαδικασία.

Γενική ποινή

192Α. Πας όστις παραβαίνει οιανδήποτε των διατάξεων του παρόντος Νόμου, δι' ην δεν προνοείται ειδικώς ποινή ή δι' ην η μόνη προβλεπομένη ποινή είναι η της δημεύσεως, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν μη υπερβαίνουσαν το εν έτος ή εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας £1000, ή εις αμφοτέρας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης.

Εφαρμογή, επιφυλάξεις, κ.λ.π.
Η μεταφορά εμπορευμάτων μεταξύ των Κυριάρχων Περιοχών των Βάσεων και της Δημοκρατίας δεν λογίζεται εισαγωγή ή εξαγωγή

193. Ανεξαρτήτως οιουδήποτε εν τω παρόντι ή οιωδήποτε ετέρω εις τα Τελωνεία αφορώντι Νόμω διαλαμβανομένου, η μεταφορά εμπορευμάτων μεταξύ των Κυριάρχων Περιοχών των Βάσεων και του εδάφους της Δημοκρατίας δεν λογίζεται διά τους σκοπούς του παρόντος ή οιουδήποτε ετέρου νόμου εισαγωγή ή εξαγωγή των τοιούτων εμπορευμάτων.

Εξουσία εφαρμογής του Νόμου επί δασμών και φόρων εκχωρηθέντων εις τοπικάς αρχάς

194.-(1) Αι εν τοις εφεξής διατάξεις του παρόντος άρθρου τυγχάνουσιν εφαρμογής εις περιπτώσεις, καθ' ας η εξουσία εισπράξεως δασμών και φόρων εξεχωρήθη δυνάμει νομοθετικής πράξεως εις τοπικήν τινα αρχήν.

(2) Τηρουμένων των εν τοις εφεξής διατάξεων του παρόντος άρθρου και εκτός ως ρητώς προνοείται εν άρθρω 139, αι προηγούμενοι διατάξεις του παρόντος Νόμου, αι αφορώσαι εις φόρους καταναλώσεως δεν τυγχάνουσιν εφαρμογής επί ούτω εκχωρουμένων φόρων καταναλώσεως.

(3) Το Υπουργικόν Συμβούλιον δύναται διά Διατάγματος αυτού δημοσιευθησομένου εν τη επισήμω εφημερίδι της Δημοκρατίας να ορίση ότι, υπό τας εν τω Διατάγματι τυχόν προβλεφθησομένας τροποποιήσεις, πάσα ούτω καθοριζομένη διάταξις του παρόντος Νόμου, ήτις εκχωρεί εξουσίας ή επιβάλλει καθήκοντα ή υποχρεώσεις, αναφορικώς προς φόρους καταναλώσεως και την έκδοσιν και ακύρωσιν αδειών, εφ' ων επιβάλλονται τοιούτοι φόροι και προς έτερα θέματα αφορώντα εις φόρους καταναλώσεως και αδείας, θα τυγχάνη εφαρμογής και επί της τοπικής αρχής και των λειτουργών αυτής καθ' όσον αφορά εις εκχωρηθέντας φόρους και τας αδείας, εφ' ων καταβάλλονται τοιούτοι φόροι, ως τυγχάνει εφαρμογής και επί του Διευθυντού και των λειτουργών, αναφορικώς προς ετέρους φόρους καταναλώσεως και αδείας" αι εν λόγω διατάξεις και υπό την επιφύλαξιν των ανωτέρω, αι διατάξεις αι αφορώσαι εις την επιβολήν ποινών και κυρώσεων, θα τυγχάνωσιν αναλόγου εφαρμογής.

(4) Παν Διάταγμα εκδιδόμενον δυνάμει του παρόντος άρθρου τροποποιείται ή ανακαλείται διά μεταγενεστέρου Διατάγματος, δυνάμει του παρόντος άρθρου εκδιδομένου.

Επιφυλάξεις.

195.-(1) Παν Διάταγμα, Κανονισμός, οδηγία, έντυπον ή ετέρα πράξις, ήτις θέλει είναι εν ισχύϊ αμέσως προ της ενάρξεως της ισχύος του παρόντος Νόμου δυνάμει νομοθετικής τίνος πράξεως διά του παρόντος Νόμου καταργηθείσης, αφορώσα εις οιονδήποτε ζήτημα, δι' ο το Υπουργικόν Συμβούλιον ή ο Διευθυντής κέκτηται εξουσίαν δυνάμει του παρόντος όπως εκδίδη Διατάγματα ή Κανονισμούς ή να παρέχη οδηγίας ή επιβάλλη όρους ή περιορισμούς, τυγχάνει εφαρμογής, μέχρις ου ανακληθή ή τροποποιηθή υπό του Υπουργικού Συμβουλίου, καθ' ην έκτασιν δεν αντίκειται προς τας διατάξεις του παρόντος Νόμου ως εάν είχε εκδοθή, παρασχεθή ή επιβληθή δυνάμει τοιαύτης εξουσίας.

Νοείται ότι το Υπουργικόν Συμβούλιον δύναται διά Κανονισμών να προσδιορίζη-

(α)τα πληρωτέα τέλη διά πιστοποιητικά ή έντυπα εκδιδόμενα υπό του Διευθυντού·

(β) εκτός ως προνοείται υπό του εδαφίου (2) του άρθρου 82 του παρόντος Νόμου, τα πληρωτέα τέλη διά την αποθήκευσιν εμπορευμάτων εν οιωδήποτε χώρω τελούντι υπό τελωνειακόν έλεγχον.

(2)Διορισμοί γενόμενοι, εντολαί, εξουσιοδοτήσεις, άδειαι ή εγκρίσεις παρασχεθείσαι υπό του Διευθυντού δυνάμει οιουδήποτε νομοθετήματος υπό του παρόντος Νόμου καταργηθέντος, οι τελούντες εν ισχύϊ αμέσως προ της ενάρξεως της ισχύος του παρόντος Νόμου, θα ισχύωσιν ως εάν εγένοντο ή παρείχοντο δυνάμει της αντιστοίχου διατάξεως του παρόντος Νόμου.

(3) Αρμοδιότητες, αίτινες αμέσως προ της ενάρξεως της ισχύος του παρόντος Νόμου, ενησκούντο διά λογαριασμόν ετέρου τινός προσώπου υπό του Διευθυντού ή υπό λειτουργού ή υπό προσώπων επί τούτω διοριζομένων υπό του Διευθυντού, θα συνεχίσωσιν ενασκούμενοι υπ' αυτών, μέχρις ου γενώσιν έτεραι διευθετήσεις, και εάν έτι αι τοιαύται αρμοδιότητες δεν μνημονεύωνται ρητώς εν τω παρόντι Νόμω.

(4)Έγγραφον αναφερόμενον εις νομοθέτημα καταργηθέν υπό του παρόντος Νόμου, ερμηνεύεται, εκτός οσάκις προκύπτει πρόθεσις περί του εναντίου, ως αναφερόμενον εις την αντίστοιχον διάταξιν του παρόντος Νόμου.

Καταργήσεις

196.-(1) Καταργούνται ώδε, καθ' ην έκτασιν καθορίζεται εν τη τρίτη στήλη του Τρίτου Παραρτήματος του παρόντος Νόμου, άπαντα τα εν τω Παραρτήματι τούτω εκτιθέμενα νομοθετήματα, άτινα αφορώσιν εις ζητήματα διεπόμενα υπό των προνοιών του παρόντος Νόμου ή την ρύθμισιν των οποίων ο παρών Νόμος προνοεί διά Κανονισμών, οδηγιών ή όρων δυνάμει τούτου γενομένων, παρεχομένων ή επιβαλλομένων.

(2) Εν η περιπτώσει η διάταξις Νόμου τινός αντεκατέστησε διάταξιν ετέρου τινός Νόμου διά του παρόντος άρθρου καταργουμένου, η κατάργησις ουδόλως εκτείνεται επί της πρώτον μνησθείσης διατάξεως, εκτός εάν καταργηθή ρητώς αυτή αύτη η διάταξις.

Κατάθεσις Κανονισμών εις την Βουλήν

197. Κανονισμοί γενόμενοι επί τη βάσει του παρόντος Νόμου κατατίθενται εις την Βουλήν των Αντιπροσώπων και ισχύουν από της ημερομηνίας καταθέσεως των. Εντός περιόδου είκοσι και μιας ημερών από της τοιαύτης καταθέσεως των η Βουλή των Αντιπροσώπων αποφασίζει επί τούτων και εάν ήθελε τροποποιήσει τούτους, τότε η ισχύς του ούτω τροποποιηθέντος μέρους των Κανονισμών θα άρχεται από της ημερομηνίας εγκρίσεως των υπό της Βουλής. Εν περιπτώσει απορρίψεως των Κανονισμών ούτοι παύουσιν ισχύοντες από της ημερομηνίας απορρίψεως των υπό της Βουλής. Μετά πάροδον είκοσι και μιας ημερών από της καταθέσεως των εις την Βουλήν οι Κανονισμοί, τροποποιηθέντες ή μη, δημοσιεύονται εις την επίσημον εφημερίδα της Δημοκρατίας.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑΤΑ
ΠΡΩΤΟΝ ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ (Καταργήθηκε)

(Καταργήθηκε).

ΔΕΥΤΕΡΟΝ ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

(Αρθρα 170, 174 και 175.)

ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΑΦΟΡΩΣΑΙ ΕΙΣ ΤΗΝ ΔΗΜΕΥΣΙΝ

Δηλοποίησις κατασχέσεως

1. Ο Διευθυντής οφείλει να επιδώση δηλοποίησιν περί της κατασχέσεως πράγματος τίνος ως υποκειμένου εις δήμευσιν ως και περί των λόγων, εφ' ων εδράζεται αύτη, εις παν πρόσωπον, όπερ εφ' όσον ούτος γνωρίζει ήτο κατά τον χρόνον της κατασχέσεως ο κύριος ή εις των κυρίων τούτου:

Νοείται ότι δεν απαιτείται η επίδοσις δυνάμει της παρούσης παραγράφου, εις περίπτωσιν καθ' ην η κατάσχεσις εγένετο τη παρουσία-

(α)του προσώπου, ούτινος το αδίκημα ή πιθανώς διαπραχθέν αδίκημα προεκάλεσε την κατάσχεσιν• ή

(β) του κυρίου ή τίνος των κυρίων του κατασχεθέντος ή τίνος υπαλλήλου ή αντιπροσώπου αυτού• ή

(γ) του πλοιάρχου ή κυβερνήτου, εν τη περιπτώσει πράγματος κατασχομένου εν πλοίω ή αεροσκάφει.

2. Η δυνάμει της προηγουμένης παραγράφου δηλοποίησις είναι έγγραφος, λογίζεται δε προσηκόντως επιδοθείσα τω ενδιαφερομένω προσώπω-

(α)εάν παραδοθή αυτώ προσωπικώς• ή

(β) εάν απευθύνεται αυτώ και καταλειφθή ή αποσταλή ταχυδρομικώς εις την συνήθη ή τελευταίαν γνωστήν κατοικίαν ή επαγγελματικήν διεύθυνσιν ή, εν τη περιπτώσει νομικού προσώπου, εν τη εγγεγραμμένη αυτού έδρα• ή

(γ) οσάκις στερείται διευθύνσεως εν τη Δημοκρατία ή η διεύθυνσις αυτού είναι άγνωστος, εάν δημοσιευθή εν τη επισήμω εφημερίδι της Δημοκρατίας.

Αμφισβήτησις Δημεύσεως

3. Πας όστις αξιοί ότι κατασχεθέν ως υποκείμενον εις δήμευσιν ουδόλως υπόκειται εις τοιαύτην δήμευσιν, δέον όπως εντός μηνός από της ημερομηνίας της δημοσιεύσεως της κατασχέσεως, ή εφ' όσον δεν επεδόθη αυτώ τοιαύτη δηλοποίησις, εντός μηνός από της κατασχέσεως, επιδώση τω Διευθυντή έγγραφον αμφισβήτησιν εν παντί τελωνειακώ γραφείω.

4. Η δυνάμει της αμέσως προηγουμένης παραγράφου αμφισβήτησις δέον όπως καθορίζη το όνομα και την διεύθυνσιν του απαιτητού και, εν η περιπτώσει ο απαιτητής διαβιοί εκτός της Δημοκρατίας, το όνομα και την διεύθυνσιν δικηγόρου εν τη Δημοκρατία, εξουσιοδοτημένου όπως ενεργή ως αντίκλητος αυτού• επίδοσις δε δικονομικού εγγράφου γενομένη τω ούτω καθοριζομένω δικηγορώ λογίζεται ως επίδοσις γενομένη τω απαιτητή.

Κήρυξις εις Δήμευσιν

5. Εάν επί τη παρόδω της νενομισμένης ως άνω προθεσμίας, προς αμφισβήτησιν διενεργηθείσης κατασχέσεως δεν επιδοθή τω Διευθυντή τοιαύτη έγγραφος αμφισβήτησις ή, επιδοθείσης ταύτης δεν τηρηθή οιαδήποτε των διατάξεων της αμέσως προηγουμένης παραγράφου, το κατασχεθέν λογίζεται κηρυχθέν εις δήμευσιν.

6. Εν η περιπτώσει επιδοθή έγγραφος αμφισβήτησις αναφορικώς προς οιονδήποτε πράγμα, συμφώνως ταις προηγουμέναις διατάξεσι του παρόντος Παραρτήματος, ο Διευθυντής δέον όπως ενεργήση ίνα εκδοθή δικαστική απόφασις επί του θέματος της δημεύσεως του εν λόγω πράγματος, και εάν το Δικαστήριον εξεύρη ότι τούτο, ότε κατεσχέθη τω όντι υπέκειτο εις δήμευσιν, κηρύσσεται δικαστικώς η δήμευσις αυτού.

7. Εάν κατασχεθέν πράγμα κηρυχθή ή λογίζεται κηρυχθέν εις δήμευσιν συμφώνως ταις διατάξεσι εκατέρας των αμέσως προηγουμένων παραγράφων τότε, μη επηρεαζομένης οιασδήποτε πράξεως προς απόδοσιν ή πώλησιν του πράγματος υπό του Διευθυντού δυνάμει της παραγράφου 16 του παρόντος Παραρτήματος γενομένης, η δήμευσις λογίζεται ισχύουσα από της ημερομηνίας, καθ' ην ανέκυψεν η προς δήμευσιν ευθύνη.

Η επί δικαστηρίω διαδικασία προς κήρυξιν

κατασχεθέντος πράγματος εις δήμευσιν

8. Η προς κήρυξιν κατασχεθέντος πράγματος εις δήμευσιν επί δικαστηρίω διαδικασία είναι αστική τοιαύτη, δυναμένη να εγερθή εν τη Δημοκρατία.

9. Η προς κήρυξιν κατασχεθέντος πράγματος εις δήμευσιν επί δικαστηρίω διαδικασία άρχεται-

(α)εν παντί δικαστηρίω έχοντι αρμοδιότητα εν τω τόπω, ένθα διεπράχθη αδίκημα, σχέσιν έχον προς το κατασχεθέν ή ένθα ήρξατο ποινική δίωξις του τοιούτου αδικήματος• ή

(β) εν παντί δικαστηρίω έχοντι αρμοδιότητα εν τω τόπω της κατοικίας του απαιτητού ή, εάν ούτος διώρισεν ως αντίκλητον δικηγόρον τινά δυνάμει της παραγράφου 4 του παρόντος Παραρτήματος, εν τω τόπω ένθα ο δικηγόρος έχει το γραφείον αυτού• ή

(γ) εν παντί δικαστηρίω έχοντι αρμοδιότητα εν τω τόπω ένθα το κατασχεθέν εξευρέθη, κατεκρατήθη ή κατεσχέθη ή εις τον τόπον ένθα το πρώτον κομίζεται μετά την εξεύρεσιν, κατακράτησιν ή κατάσχεσιν αυτού.

10.-(1) Εις πάσαν τοιαύτην διαδικασίαν, αρξαμένην εν τη Δημοκρατία, ο απαιτητής ή ο δικηγόρος αυτού δηλοί ενόρκως ότι το κατασχεθέν ανήκε ή, εξ' όσον κάλλιον γνωρίζει και πιστεύει ανήκε κατά κυριότητα εις τον απαιτητήν κατά τον χρόνον της κατασχέσεως.

(2) Εις πάσαν τοιαύτην διαδικασίαν ο απαιτητής οφείλει να παράσχη εγγύησιν διά τα έξοδα της διαδικασίας, ως το Δικαστήριον ήθελε εκάστοτε ορίσει.

(3) Εφ' όσον δεν τηρηθή οιαδήποτε των διατάξεων της παρούσης παραγράφου, το Δικαστήριον εκδίδει απόφασιν υπέρ του Διευθυντού.

11. Ανεξαρτήτως οιουδήποτε δικαιώματος προς αναφοράν δι' υπομνήματος (case stated) υποθέσεως τίνος εις την κρίσιν του Ανωτάτου Δικαστηρίου, εις πάσαν διαδικασίαν προς κήρυξιν κατασχεθέντος πράγματος εις δήμευσιν, αρξαμένην εν τη Δημοκρατία, εκάτερον των μερών δύναται να εκκαλέση την πρωτόδικον απόφασιν ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου.

12. Εν η περιπτώσει ήθελεν υποβληθή έφεσις, περιλαμβανομένης και εφέσεως υπό μορφή ν υπομνήματος (case stated) εναντίον πρωτοδίκου αποφάσεως, εις οιανδήποτε διαδικασίαν διά την κήρυξιν κατασχεθέντος πράγματος εις δήμευσιν, το κατασχεθέν, εκκρεμούσης της εφέσεως, φυλάττεται υπό του Διευθυντού ή εις οιονδήποτε πρόσφορον προς τούτο τελωνειακόν γραφείον.

Διατάξεις αφορώσαι εις την απόδειξιν

13. Μέχρις αποδείξεως του εναντίου, εις πάσαν διαδικασίαν αφορώσαν εις την κατάσχεσιν πράγματος, το γεγονός της κατασχέσεως, ο τύπος και ο τρόπος, καθ' ον αύτη εγένετο, λογίζονται ως έχοντα ως εκτίθεται εν τω κατασχετηρίω, μη χρήζοντα περαιτέρω αποδείξεως.

14. Εις πάσαν διαδικασίαν η κήρυξις κατασχεθέντος εις δήμευσιν παρά τίνος δικαστηρίου αποδεικνύεται διά της προσαγωγής του Διατάγματος ή πράξεως του δικαστηρίου, δι' ης ούτω κηρύσσεται εις δήμευσιν ή κεκυρωμένου αντιγράφου εκατέρου, φέροντος την υπογραφήν υπαλλήλου του Δικαστηρίου, υφ' ου εξεδόθη το τοιούτο Διάταγμα ή πράξις.

Ειδικαί διατάξεις αναφορικώς προς ωρισμένους απαιτητός

15. Διά τους σκοπούς οιασδήποτε αμφισβητήσεως κατασχέσεως ή δικαστικής διαδικασίας προς κήρυξιν κατασχεθέντος εις δήμευσιν, εν η περιπτώσει το κατασχεθέν κατά τον χρόνον της κατασχέσεως ανήκε κατά κυριότητα εις νομικόν πρόσωπον, εις δύο ή πλείονας συνεταίρους ή εις οιονδήποτε αριθμόν προσώπων πέραν των πέντε, η δυνάμει του παρόντος Παραρτήματος γενομένη ένορκος δήλωσις ως και πάσα ετέρα πράξις προβλεπομένη υπό του παρόντος Παραρτήματος ή υπό των δικαστικών θεσμών όπως γενή υπό του απαιτητού ή κυρίου ή υπό προσώπου επί τούτω εξουσιοδοτημένου υπ' αυτού, δυνατόν να γενή υπό των ακολούθων προσώπων αντιστοίχως ή των υπ' αυτών επί τούτω εξουσιοδοτημένων προσώπων-

(α)οσάκις ο κύριος είναι νομικόν πρόσωπον, υπό του γραμματέως ή παντός προσηκόντως εξουσιοδοτημένου αξιωματούχου του νομικού προσώπου•

(β)επί συνεταιρισμού, υφ' οιουδήποτε των συνεταίρων•

(γ) οσάκις το κατασχεθέν ανήκει εις αριθμόν προσώπων πέραν των πέντε, ουχί εν συνεταιρισμώ τελούντων, υφ' οιωνδήποτε δύο των προσώπων τούτων δι' ίδιον λογαριασμόν και διά λογαριασμόν των λοιπών συγκυρίων.

Εξουσία προς διενέργειαν ωρισμένων πράξεων αναφορικώς προς το κατασχεθέν πριν
ή τούτο κηρυχθή εις δήμευσιν

16. Εν η περιπτώσει πράγμα τι κατασχεθή ως υποκείμενον εις δήμευσιν, ο Διευθυντής δύναται κατά πάντα χρόνον, εφ' όσον κρίνει τούτο σκόπιμον και παρά το γεγονός ότι τούτο δεν εκηρύχθη εισέτι εις δήμευσιν ή δεν λογίζεται εισέτι κηρυχθέν εις δήμευσιν-

(α)να αποδώση το κατασχεθέν εις οιονδήποτε απαιτητήν, όστις ήθελε καταβάλει τω Διευθυντή το υπ' αυτού καθοριζόμενον κατά το δοκούν ποσόν, όπερ δεν δύναται να υπερβαίνη την κατά την κρίσιν αυτού αξίαν του πράγματος, περιλαμβανομένου και παντός μη εισέτι καταβληθέντος δασμού ή φόρου, βαρύνοντος το κατασχεθέν• ή 6 του Ν.45/73.

(β) εν τη περιπτώσει κατασχέσεως ζώων ή ειδών άτινα κατά την κρίσιν του Διευθυντού υπόκεινται εις φθοράν, να εκποίηση ή καταστρέψη ταύτα.

17.-(1) Εάν οιονδήποτε κατασχεθέν αποδοθή, πωληθή ή καταστραφή ως εν τοις ανωτέρω και εις δικαστικήν διαδικασίαν, διεξαχθείσαν δυνάμει του παρόντος Παραρτήματος, αποφασισθή ότι το πράγμα τούτο δεν υπέκειτο εις δήμευσιν ότε κατεσχέθη, ο Διευθυντής οφείλει όπως, εφ' όσον το ζητήσει ο απαιτητής, προσφέρη αυτώ-

(α) ποσόν ίσον προς το καταβληθέν υπό του απαιτητού δυνάμει της υποπαραγράφου (α) της αμέσως προηγουμένης παραγράφου• ή

(β) εφ' όσον το κατασχεθέν επωλήθη, ποσόν ίσον προς το προϊόν της πωλήσεως• ή

(γ) εφ' όσον το κατασχεθέν κατεστράφη, ποσόν ίσον προς την αγοραίαν αξίαν του πράγματος κατά τον χρόνον της κατασχέσεως:

Νοείται ότι οσάκις το ειρημένον ποσόν περιλαμβάνει και μη καταβληθέντα προ της κατασχέσεως δασμόν ή φόρον βαρύνοντα το κατασχεθέν, ο Διευθυντής δύναται να αφαιρέση εξ αυτού το παριστών τον δασμόν ή φόρον ποσόν.

(2) Εάν ο απαιτητής αποδεχθή το προσφερόμενον αυτώ ποσόν δυνάμει της προηγουμένης υποπαραγράφου, απεκδύεται παντός δικαιώματος προς άσκησιν αγωγής διά την γενομένην κατάσχεσιν, κατακράτησιν, εκποίησιν ή καταστροφήν του πράγματος.

(3) Διά τους σκοπούς του εδαφίου (γ) της υποπαραγράφου (1) της παρούσης παραγράφου, η αγοραία αξία του πράγματος κατά τον χρόνον της κατασχέσεως λογίζεται ούσα ίση προς ποσόν, όπερ ήθελε διά συμφωνίας του Διευθυντού και του απαιτητού καθορισθή ή, εφ' όσον δεν επιτευχθή τοιαύτη συμφωνία, ίση προς ποσόν καθοριζόμενον υπό διαιτητού διοριζομένου υπό Δικαστού του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ούτινος η απόφασις είναι τελεσίδικος' ο διαιτητής δεν δύναται να είναι υπάλληλος οιουδήποτε κυβερνητικού τμήματος• η κρατούσα ενώπιον του διαιτητού διαδικασία καθορίζεται υπό του διαιτητού.

ΤΡΙΤΟΝ ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

(Άρθρον 196)

Καταργήσεις

Κεφάλαιον Νόμος Τίτλος Έκτασις Καταργήσεως
Κεφ. 129
33/1961
33/1963
Ο περί Ζυθοποιίας Νόμος Ολόκληρος
Κέφ.140 
1/1961 
33/1961 
34/1963
Ο περί Αδείας Κατασκευής Οινοπνευματούχων Ποτών Νόμος Ολόκληρος
Κεφ. 147
2/1961
33/1961
49/1963 
76/1963
Ο περί Καπνού Νόμος Ολόκληρος Ολόκληρος
Κεφ. 315 
26/1961 
36/1963 
70/1963
Ο περί Διοικήσεως Τελωνείων Νόμος Ολόκληρος
Κεφ. 324
33/1961
36/1965
Ο περί Πυρείων (Φόρος Καταναλώσεως) Νόμος Ολόκληρος
Σημείωση
4 του Ν.98/89

Ο παρών Νόμος τίθεται εν ισχύι την 22αν Ιουνίου 1989.

Σημείωση
3 του Ν 12/77Έναρξις ισχύος

Ο παρών Νόμος τίθεται εν ισχύϊ από της 24ης Φεβρουαρίου, 1977

Σημείωση
14 του Ν.109(I)/2003Έναρξη της ισχύος του Ν.109(I)/2003

Οι διατάξεις των άρθρων 4, 5 και 12 τίθενται σε εφαρμογή σε ημερομηνία που θα καθοριστεί με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών η οποία δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας.

Σημείωση
125 του Ν.94(Ι)/2004Καταργήσεις

125.-(1) Οι περί Τελωνείων και Φόρων Καταναλώσεως Νόμοι του 1967 μέχρι (Αρ. 4) του 2003 και οποιεσδήποτε διατάξεις αυτών καταργούνται με απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου που δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας.

(2) Οι περί Ελευθέρων Ζωνών Τελωνειακοί Κανονισμοί του 1981 ή και οποιεσδήποτε διατάξεις αυτών καταργούνται με απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου που δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας.

(3) Η συνέχεια της νομοθεσίας που σχετίζεται με τα τελωνεία δεν επηρεάζεται από την αντικατάσταση των καταργηθέντων Νόμων από την τελωνειακή νομοθεσία.

Σημείωση
127 του Ν.94(I)/2004Έναρξη ισχύος του Ν.94(I)/2004

Ο παρών Νόμος [Σ.Σ.: δηλαδή ο Ν.94(I)/2004] τίθεται σε εφαρμογή από την ημερομηνία της δημοσίευσής του στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας.