Προοίμιο

Για σκοπούς πληρέστερης εναρμόνισης με το άρθρο 9 παράγραφο 1 στοιχείο (β) και το άρθρο 25 της πράξης της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο -

Για σκοπούς πληρέστερης εναρμόνισης με την παράγραφο 1 του άρθρου 10 της πράξης της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο -

«Οδηγία 2011/16/ΕΚ του Συμβουλίου της 15ης Φεβρουαρίου 2011, σχετικά με τη διοικητική συνεργασία στον τομέα της φορολογίας και με την κατάργηση της Οδηγίας 77/799/ΕΟΚ»,

Για σκοπούς εναρμόνισης με την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο-

«Οδηγία 2014/107/ΕΕ του Συμβουλίου της 9ης Δεκεμβρίου 2014 για την τροποποίηση της Οδηγίας 2011/16/ΕΕ όσον αφορά την υποχρεωτική αυτόματη ανταλλαγή πληροφοριών στονφορολογικό τομέα»,

«Οδηγία (ΕΕ) 2015/2376 του Συμβουλίου της 8ης Δεκεμβρίου 2015 για την τροποποίηση της οδηγίας 2011/16/ΕΕ όσον αφορά την υποχρεωτική αυτόματη ανταλλαγή πληροφοριών στον τομέα της φορολογίας»,

Για σκοπούς εναρμόνισης με την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Οδηγία 2016/881/ΕΕ του Συμβουλίου της 25ης Μαΐου 2016, για την τροποποίηση της οδηγίας 2011/16/ΕΕ όσον αφορά την υποχρεωτική αυτόματη ανταλλαγή πληροφοριών στον τομέα της φορολογίας»,

«Οδηγία (ΕΕ) 2016/2258 του Συμβουλίου της 6ης Δεκεμβρίου 2016 για την τροποποίηση της οδηγίας 2011/16/ΕΕ όσον αφορά την πρόσβαση των φορολογικών αρχών σε πληροφορίες για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες».

Η Βουλή των Αντιπροσώπων ψηφίζει ως ακολούθως:

ΜΕΡΟΣ Ι ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Συνοπτικός τίτλος

1. Ο παρών Νόμος θα αναφέρεται ως ο περί Διοικητικής Συνεργασίας στον Τομέα της Φορολογίας Νόμος του 2012.

Ερμηνεία

2.-(1) Στον παρόντα Νόμο, εκτός εάν από το κείμενο προκύπτει διαφορετική έννοια -

«αιτούσα αρχή» σημαίνει, ανάλογα με την περίπτωση, το κεντρικό γραφείο διασύνδεσης, το γραφείο διασύνδεσης ή το τμήμα διασύνδεσης ή οποιοδήποτε αρμόδιο λειτουργό στη Δημοκρατία ή άλλο κράτος μέλος, που υποβάλλει αίτηση συνεργασίας εξ ονόματος της αρμόδιας αρχής σχετικά με φόρο που προβλέπεται στο άρθρο 4·

«ανταλλαγή πληροφοριών κατόπιν αιτήματος» σημαίνει την ανταλλαγή πληροφοριών βάσει αίτησης, την οποία απευθύνει το αιτούν κράτος μέλος προς το λαμβάνον την αίτηση κράτος μέλος για μια συγκεκριμένη υπόθεση·

«αρμόδια αρχή» σημαίνει τον Έφορο Φορολογίας·

«αρμόδιος λειτουργός» σημαίνει το λειτουργό που δύναται να προβαίνει σε απευθείας ανταλλαγή πληροφοριών με βάση τον παρόντα Νόμο, για την οποία έχει εξουσιοδοτηθεί·

«αυθόρμητη ανταλλαγή» σημαίνει τη μη συστηματική γνωστοποίηση πληροφοριών, ανά πάσα στιγμή και χωρίς προηγούμενη αίτηση, σε άλλο κράτος μέλος·

«αυτόματη ανταλλαγή» σημαίνει:

(α) για τους σκοπούς του άρθρου 7 και των άρθρων 7Α και 7Γ, την συστηματική κοινοποίηση σε άλλο κράτος μέλος χωρίς προηγούμενο αίτημα, προκαθορισμένων πληροφοριών ανά καθορισμένα τακτά διαστήματα· για τους σκοπούς του άρθρου 7, η παραπομπή σε διαθέσιμες πληροφορίες σημαίνει τις πληροφορίες των φορολογικών αρχείων της Δημοκρατίας, οι οποίες μπορούν να ανακτηθούν σύμφωνα με τις διαδικασίες συλλογής και επεξεργασίας πληροφοριών·

(β) για τους σκοπούς του εδαφίου (3Α) του άρθρου 7, την συστηματική γνωστοποίηση προκαθορισμένων πληροφοριών σχετικά με φορολογικούς κατοίκους άλλων κρατών μελών στο οικείο κράτος μέλος φορολογικής κατοικίας, χωρίς προηγούμενη αίτηση και ανά προκαθορισμένα τακτά διαστήματα∙

(γ) για τους σκοπούς των διατάξεων του παρόντος Νόμου, εξαιρουμένων των εδαφίων (1) και (3Α) του άρθρου 7 και των άρθρων 7Α και 7Γ, την συστηματική κοινοποίηση προκαθορισμένων πληροφοριών όπως προβλέπεται στις παραγράφους (α) και (β).

Για τους σκοπούς του εδαφίου (3Α) του άρθρου 7, των παραγράφων Β(1)(γ) και Γ(17)(ζ) του Τμήματος VIII του Παραρτήματος Ι και των εδαφίων (2) και (3) του άρθρου 22, κάθε όρος οι λέξεις του οποίου αρχίζουν με κεφαλαίο γράμμα έχει την έννοια που αποδίδεται σε αυτόν από τους αντίστοιχους ορισμούς που καθορίζονται στο Παράρτημα I και για τους σκοπούς του άρθρου 7Γ και του Παραρτήματος III, κάθε όρος οι λέξεις του οποίου αρχίζουν με κεφαλαίο γράμμα, έχει την έννοια που αποδίδεται σε αυτόν από τους αντίστοιχους ορισμούς που καθορίζονται στο Παράρτημα III.

«Δημοκρατία» σημαίνει την Κυπριακή Δημοκρατία·

«δίκτυο CCN» σημαίνει την κοινή πλατφόρμα που βασίζεται στο κοινό δίκτυο επικοινωνίας (CCN) το οποίο αναπτύχθηκε από την Ευρωπαϊκή Ένωση για όλες τις διαβιβάσεις με ηλεκτρονικά μέσα μεταξύ των αρμόδιων αρχών στον τομέα της φορολογίας·

«διοικητική έρευνα» σημαίνει όλους τους ελέγχους, τις εξακριβώσεις και τις ενέργειες που πραγματοποιούν τα κράτη μέλη κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, με σκοπό τη διασφάλιση της ορθής εφαρμογής της φορολογικής νομοθεσίας·

«εκ των προτέρων διασυνοριακή απόφαση» σημαίνει κάθε συμφωνία, γνωστοποίηση ή κάθε άλλο μέσο ή ενέργεια με παρόμοια αποτελέσματα, περιλαμβανομένων και εκείνων που εκδίδονται, τροποποιούνται ή ανανεώνονται στο πλαίσιο του φορολογικού ελέγχου, που πληροί τους  ακόλουθους όρους:

(α) εκδίδεται, τροποποιείται ή ανανεώνεται από ή για λογαριασμό της κυβέρνησης ή της εκάστοτε φορολογικής αρχής της Δημοκρατίας ανάλογα με τη φύση της φορολογίας ή των εδαφικών ή διοικητικών υποδιαιρέσεων της Δημοκρατίας, περιλαμβανομένων των αρχών τοπικής αυτοδιοίκησης, ασχέτως  αν χρησιμοποιείται πράγματι ·

(β) εκδίδεται, τροποποιείται ή ανανεώνεται για συγκεκριμένο πρόσωπο ή ομάδα προσώπων και την οποία το εν λόγω πρόσωπο ή η εν λόγω ομάδα προσώπων έχει δικαίωμα να επικαλεστεί·

(γ) αφορά την ερμηνεία ή την εφαρμογή νομοθετικής ή διοικητικής διάταξης σχετικά με τη διαχείριση ή την επιβολή της ισχύουσας φορολογικής νομοθεσίας στη Δημοκρατία ή των εδαφικών ή διοικητικών υποδιαιρέσεών της, συμπεριλαμβανομένων των αρχών τοπικής αυτοδιοίκησης·

(δ) αφορά διασυνοριακή συναλλαγή ή το κατά πόσο οι δραστηριότητες που ασκούνται από πρόσωπο σε άλλη δικαιοδοσία δημιουργούν μόνιμη εγκατάσταση∙ και

(ε) εκδίδεται πριν από τις συναλλαγές ή τις δραστηριότητες σε άλλη δικαιοδοσία οι οποίες ενδέχεται να δημιουργούν μόνιμη εγκατάσταση ή πριν από την υποβολή της φορολογικής δήλωσης για την περίοδο κατά την οποία πραγματοποιήθηκαν η συναλλαγή ή η σειρά συναλλαγών ή οι δραστηριότητες.

Για τους σκοπούς του παρόντος ορισμού:

«διασυνοριακή συναλλαγή» σημαίνει συναλλαγή ή σειρά συναλλαγών όπου:

(α) δεν έχουν όλα τα μέρη στη συναλλαγή ή στη σειρά συναλλαγών τη φορολογική κατοικία τους στο κράτος μέλος που εκδίδει, τροποποιεί ή ανανεώνει την εκ των προτέρων διασυνοριακή απόφαση ή

(β) ένα από τα μέρη στη συναλλαγή ή στη σειρά συναλλαγών έχει τη φορολογική κατοικία του ταυτόχρονα σε περισσότερες από μία δικαιοδοσίες∙ ή

(γ) ένα από τα μέρη στη συναλλαγή ή στη σειρά συναλλαγών ασκεί τις δραστηριότητες του σε άλλη δικαιοδοσία μέσω μόνιμης εγκατάστασης και η συναλλαγή αποτελεί μέρος ή το σύνολο της δραστηριότητας της μόνιμης εγκατάστασης∙ ή

(δ)η συναλλαγή ή  σειρά συναλλαγών έχει διασυνοριακή επίπτωση.

Η διασυνοριακή συναλλαγή μπορεί να περιλαμβάνει, χωρίς να περιορίζεται σε αυτά, την πραγματοποίηση επενδύσεων, την παροχή αγαθών, υπηρεσιών, τη χρηματοδότηση ή τη χρησιμοποίηση υλικών ή άυλων περιουσιακών στοιχείων και δεν εμπλέκει κατ’ ανάγκην άμεσα το πρόσωπο στο οποίο απευθύνεται η εκ των προτέρων διασυνοριακή απόφαση∙

Η διασυνοριακή συναλλαγή ή σειρά συναλλαγών περιλαμβάνει επίσης μέτρα που λαμβάνονται από πρόσωπο όσον αφορά τις επιχειρηματικές δραστηριότητες σε άλλη δικαιοδοσία τις οποίες το πρόσωπο αυτό ασκεί μέσω μόνιμης εγκατάστασης·

«εκ των προτέρων συμφωνία ενδοομιλικής τιμολόγησης» σημαίνει κάθε συμφωνία, κοινοποίηση ή κάθε άλλο μέσο ή ενέργεια με παρόμοια αποτελέσματα, περιλαμβανομένων και εκείνων που εκδίδονται, τροποποιούνται ή ανανεώνονται στο πλαίσιο φορολογικού ελέγχου, που πληροί  τους ακόλουθους όρους:

(α) εκδίδεται, τροποποιείται ή ανανεώνεται από ή για λογαριασμό της κυβέρνησης ή της φορολογικής αρχής της Δημοκρατίας ή περισσότερων κρατών μελών, περιλαμβανομένων τυχόν εδαφικών ή διοικητικών  υποδιαιρέσεων του και των αρχών τοπικής αυτοδιοίκησης, ασχέτως αν χρησιμοποιείται πράγματι·

(β) εκδίδεται, τροποποιείται ή ανανεώνεται για συγκεκριμένο πρόσωπο ή ομάδα προσώπων και την οποία το εν λόγω πρόσωπο ή η εν λόγω ομάδα προσώπων έχει δικαίωμα να επικαλεστεί· και

(γ) καθορίζει πριν από τις διασυνοριακές συναλλαγές μεταξύ συνδεδεμένων επιχειρήσεων, ένα σύνολο κατάλληλων κριτηρίων για τον καθορισμό της ενδοομιλικής τιμολόγησης των εν λόγω συναλλαγών ή καθορίζει την κατανομή των κερδών σε μια μόνιμη εγκατάσταση.

Για τους σκοπούς του παρόντος ορισμού:

«διασυνοριακή συναλλαγή» σημαίνει συναλλαγή ή σειρά συναλλαγών στην οποία συμμετέχουν συνδεδεμένες επιχειρήσεις που δεν έχουν όλες τη φορολογική κατοικία τους στο έδαφος μιας μοναδικής δικαιοδοσίας ή όταν συναλλαγή ή σειρά συναλλαγών έχει διασυνοριακή  επίπτωση·

«επιχειρήσεις είναι συνδεδεμένες» όταν μια επιχείρηση συμμετέχει άμεσα ή έμμεσα στη διαχείριση, στον έλεγχο ή στο κεφάλαιο της άλλης επιχείρησης ή τα ίδια πρόσωπα συμμετέχουν άμεσα ή έμμεσα στη διαχείριση, στον έλεγχο ή στο κεφάλαιο των επιχειρήσεων·

«επιχείρηση» σημαίνει κάθε μορφή άσκησης επιχειρηματικής δραστηριότητας·

«τιμές ενδοομιλικών συναλλαγών» σημαίνει τις τιμές με τις οποίες επιχείρηση μεταβιβάζει υλικά  αγαθά και άυλα περιουσιακά στοιχεία ή παρέχει  υπηρεσίες σε συνδεδεμένες με αυτήν επιχειρήσεις και η «ενδοομιλική τιμολόγηση» ερμηνεύεται αναλόγως∙

«Οδηγία 2013/34/ΕΕ» σημαίνει την Οδηγία 2013/34/EE του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 26ης Ιουνίου 2013 σχετικά με τις ετήσιες οικονομικές καταστάσεις, τις ενοποιημένες  οικονομικές  καταστάσεις και συναφείς εκθέσεις επιχειρήσεων ορισμένων μορφών, την τροποποίηση της οδηγίας 2006/43/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και την κατάργηση των οδηγιών 78/660/ΕΟΚ και 83/349/ΕΟΚ του Συμβουλίου·

«Οδηγία (ΕΕ) 2015/2376» σημαίνει την Οδηγία (ΕΕ) 2015/2376 του Συμβουλίου της 8ης Δεκεμβρίου 2015 για την τροποποίηση της οδηγίας 2011/16/ΕΕ όσον αφορά την υποχρεωτική αυτόματη ανταλλαγή πληροφοριών στον τομέα της φορολογίας·

«Επιτροπή» σημαίνει την Επιτροπή της Ευρωπαϊκής Ένωσης·

«κεντρικό γραφείο διασύνδεσης» σημαίνει το γραφείο το οποίο έχει ορισθεί για το λόγο αυτό, με κύρια αρμοδιότητα τις επαφές με άλλα κράτη μέλη στα πλαίσια της διοικητικής συνεργασίας στον τομέα της φορολογίας·

«κράτος μέλος» σημαίνει κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης·

«λαμβάνουσα την αίτηση αρχή» σημαίνει, ανάλογα με την περίπτωση, το κεντρικό γραφείο διασύνδεσης, το γραφείο διασύνδεσης ή το τμήμα διασύνδεσης ή τον οποιοδήποτε αρμόδιο λειτουργό της Δημοκρατίας ή άλλου κράτους μέλους, καλούμενο και ως αποδέκτρια αρχή, προς το οποίο υποβάλλεται αίτηση συνεργασίας αναφορικά με τους φόρους που καθορίζονται στο άρθρο 4·

«με ηλεκτρονικά μέσα» σημαίνει τη χρήση ηλεκτρονικού εξοπλισμού για την επεξεργασία, περιλαμβανομένης της ψηφιακής συμπίεσης, και αποθήκευσης δεδομένων καθώς και τη χρήση καλωδίων, ασυρμάτου, οπτικών τεχνολογιών ή άλλων ηλεκτρομαγνητικών μέσων·

«Οδηγία 2003/48/ΕΚ του Συμβουλίου» σημαίνει την Οδηγία 2003/48/ΕΚ του Συμβουλίου της 3ης Ιουνίου 2003 για τη φορολόγηση των υπό μορφή τόκων εισοδημάτων από αποταμιεύσεις·

«Οδηγία 2011/16/ΕΕ» σημαίνει την Οδηγία 2011/16/ΕΕ του Συμβουλίου της 15ης Φεβρουαρίου 2011, σχετικά με τη διοικητική συνεργασία στον τομέα της φορολογίας και με την κατάργηση της Οδηγίας 77/799/ΕΟΚ·

«πρόσωπο» σημαίνει:

(α) Φυσικό πρόσωπο·

(β) νομικό πρόσωπο· ή

(γ) εφόσον προβλέπεται από την ισχύουσα νομοθεσία, ένωση προσώπων στην οποία αναγνωρίζεται δικαιοπρακτική ικανότητα, χωρίς όμως να έχει το νομικό καθεστώς νομικού προσώπου· ή

(δ) οποιοδήποτε άλλο νομικό μόρφωμα οποιασδήποτε φύσεως και μορφής, είτε διαθέτει νομική προσωπικότητα είτε όχι, που έχει στην κυριότητά του ή διαχειρίζεται περιουσιακά στοιχεία τα οποία, συμπεριλαμβανομένου του εισοδήματος που απορρέει από αυτά, υπόκεινται σε φόρο που καλύπτεται από τον παρόντα Νόμο·

«τμήμα διασύνδεσης» σημαίνει την υπηρεσία, πλην του κεντρικού γραφείου διασύνδεσης, που έχει ορισθεί για την απευθείας ανταλλαγή πληροφοριών με βάση τον παρόντα Νόμο·

«Υπουργός» σημαίνει τον Υπουργό Οικονομικών.

(2) Οποιοιδήποτε άλλοι όροι που περιέχονται στον παρόντα Νόμο και δεν ερμηνεύονται διαφορετικά, έχουν την έννοια που τους αποδίδει η εκάστοτε σε ισχύ νομοθεσία στη Δημοκρατία που αφορά φόρους που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος Νόμου.

(3) Καθόσον αφορά τα άρθρα 7(3Α), 7(3Β), 7 (5)(β), 7(5Α), 18(2),  22(2) έως 22(4), 22Α έως 22Ε, το Παράρτημα Ι και το Παράρτημα ΙΙ, ως αρμόδια αρχή νοείται το Τμήμα Φορολογίας.

(4) Αναφορικά με τις διατάξεις των εδαφίων (3Α) και (5Α) του άρθρου 7, του εδαφίου (2) του άρθρου 18 και των εδαφίων (2) και (3) του άρθρου 22, όροι οι οποίοι εμφαίνονται σε αυτές με κεφαλαίο γράμμα έχουν την έννοια που αποδίδεται στους αντίστοιχους όρους που περιλαμβάνονται στο Παράρτημα Ι.

(5) Καθόσον αφορά το άρθρο 7Α και το Παράρτημα ΙΙΙ, ως αρμόδια αρχή στη Δημοκρατία νοείται το Τμήμα Φορολογίας.

Σκοπός

3.-(1) Σκοπός του παρόντος Νόμου είναι ο καθορισμός των κανόνων και των διαδικασιών βάσει των οποίων η αρμόδια αρχή στη Δημοκρατία παρέχει σε ή αιτείται από άλλο κράτος μέλος, ανάλογα με την περίπτωση, συνεργασία για την ανταλλαγή πληροφοριών, αναφορικά με τους φόρους που καθορίζονται στο άρθρο 4, οι οποίες είναι πιθανόν να έχουν σημασία για τη διοίκηση και επιβολή της νομοθεσίας της Δημοκρατίας ή άλλου κράτους μέλους, αντίστοιχα.

(2) Ο παρών Νόμος ορίζει επίσης διατάξεις για την ηλεκτρονική ανταλλαγή των πληροφοριών που καλύπτονται από το εδάφιο (1), καθώς και κανόνες και διαδικασίες σύμφωνα με τους οποίους η Δημοκρατία και η Επιτροπή συνεργάζονται σε θέματα που αφορούν το συντονισμό και την αξιολόγηση.

(3) Ο παρών Νόμος δεν θίγει την εφαρμογή των κανόνων αμοιβαίας συνδρομής επί ποινικών υποθέσεων στα κράτη μέλη. Επίσης, δεν θίγει την τήρηση τυχόν υποχρεώσεων που έχουν τα κράτη μέλη σε σχέση με την ευρύτερη διοικητική συνεργασία βάσει άλλων νομικών πράξεων, συμπεριλαμβανομένων διμερών ή πολυμερών συμφωνιών.

Πεδίο εφαρμογής

4.-(1) Ο παρών Νόμος ισχύει για όλους τους φόρους οποιουδήποτε είδους οι οποίοι επιβάλλονται από τη Δημοκρατία ή άλλο κράτος μέλος ή εξ’ ονόματος του ή τις εδαφικές ή τις διοικητικές του υποδιαιρέσεις, συμπεριλαμβανομένων των τοπικών αρχών.

(2) Ανεξάρτητα με τις διατάξεις του εδαφίου (1), ο παρών Νόμος δεν εφαρμόζεται στο φόρο προστιθέμενης αξίας και στα τελωνειακά τέλη, ούτε στους ειδικούς φόρους κατανάλωσης που καλύπτονται από άλλη νομοθεσία περί διοικητικής συνεργασίας μεταξύ κρατών μελών. Ο παρών Νόμος δεν εφαρμόζεται επίσης όσον αφορά στις υποχρεωτικές εισφορές κοινωνικής ασφάλισης πληρωτέες προς τη Δημοκρατία ή άλλο κράτος μέλος ή μια υποδιαίρεση αυτών ή προς ιδρύματα κοινωνικών ασφαλίσεων δημοσίου δικαίου.

(3) Σε καμιά περίπτωση οι φόροι που αναφέρονται στο εδάφιο (1) δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι περιλαμβάνουν τα ακόλουθα:

(α) Τέλη, όπως για πιστοποιητικά ή άλλα έγραφα που εκδίδονται από δημόσιες αρχές∙

(β) οφειλές συμβατικού χαρακτήρα, όπως αμοιβές επιχειρήσεων κοινής ωφελείας.

(4) Ο παρών Νόμος ισχύει για φόρους που αναφέρονται στο εδάφιο (1) οι οποίοι εισπράττονται σε έδαφος όπου εφαρμόζονται οι συνθήκες δυνάμει του άρθρου 52 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Οργάνωση

5.-(1) Την κύρια ευθύνη για τις επαφές με τα άλλα κράτη μέλη στον τομέα της συνεργασίας στα πλαίσια του παρόντος Νόμου καθώς και για τις επαφές με την Επιτροπή αναλαμβάνει ένα κεντρικό γραφείο διασύνδεσης, το οποίο καθορίζεται ειδικά και τελεί υπό το συντονισμό του Υπουργού.

(2) Η Δημοκρατία ενημερώνει την Επιτροπή για το κεντρικό γραφείο διασύνδεσης και για κάθε γραφείο διασύνδεσης ή τμήμα διασύνδεσης που έχει καθοριστεί καθώς και για οποιαδήποτε αλλαγή σε σχέση με την πιο πάνω πληροφορία και με τις αρμόδιες αρχές.

(3) Η αρμόδια αρχή της Δημοκρατίας δύναται να ορίζει τμήματα διασύνδεσης, με τις αρμοδιότητες που χορηγούνται σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία ή πολιτική της Δημοκρατίας. Το κεντρικό γραφείο διασύνδεσης είναι υπεύθυνο για την ενημέρωση του καταλόγου των τμημάτων διασύνδεσης και για τη διάθεσή του στα κεντρικά γραφεία διασύνδεσης των άλλων ενδιαφερόμενων κρατών μελών και στην Επιτροπή.

(4) Η αρμόδια αρχή της Δημοκρατίας δύναται να ορίζει αρμόδιους λειτουργούς. Το κεντρικό γραφείο διασύνδεσης είναι υπεύθυνο για την ενημέρωση του καταλόγου των αρμόδιων λειτουργών και για την προώθηση του καταλόγου προς τα κεντρικά γραφεία διασύνδεσης των άλλων ενδιαφερόμενων κρατών μελών και την Επιτροπή.

(5) Οι λειτουργοί οι οποίοι συμμετέχουν στη διοικητική συνεργασία βάσει του παρόντος Νόμου θεωρούνται αρμόδιοι λειτουργοί για το σκοπό αυτό, σύμφωνα με τις διαδικασίες, τις οποίες θεσπίζει η αρμόδια αρχή της Δημοκρατίας.

(6) Όταν ένα τμήμα διασύνδεσης ή ένας αρμόδιος λειτουργός στέλλει ή λαμβάνει αίτηση ή απάντηση σε αίτηση συνεργασίας, ενημερώνει το κεντρικό γραφείο διασύνδεσης της Δημοκρατίας βάσει διαδικασιών, οι οποίες ορίζονται από την αρμόδια αρχή της Δημοκρατίας.

(7) Όταν ένα γραφείο ή τμήμα διασύνδεσης ή ένας αρμόδιος λειτουργός λαμβάνει αίτηση συνεργασίας που απαιτεί ενέργειες εκτός των αρμοδιοτήτων του, τη διαβιβάζει αμελλητί στο κεντρικό γραφείο διασύνδεσης και ενημερώνει σχετικά την αιτούσα αρχή. Στην περίπτωση αυτή, το χρονικό διάστημα που προβλέπεται στο άρθρο 6 αρχίζει από την επόμενη ημέρα της διαβίβασης του αιτήματος συνεργασίας στο κεντρικό γραφείο διασύνδεσης.

ΜΕΡΟΣ ΙΙ ΑΝΤΑΛΛΑΓΗ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ
Αίτηση παροχής πληροφοριών

6.-(1) Μετά από αίτηση της αιτούσας αρχής, η λαμβάνουσα την αίτηση αρχή στη Δημοκρατία γνωστοποιεί στην αιτούσα αρχή οποιαδήποτε πληροφορία καθορίζεται στο εδάφιο (1) του άρθρου 3 την οποία διαθέτει ή η οποία περιέρχεται σε αυτήν ως αποτέλεσμα διοικητικών ερευνών.

(2) Η λαμβάνουσα την αίτηση αρχή στη Δημοκρατία μεριμνά για τη διεξαγωγή οποιωνδήποτε διοικητικών ερευνών, οι οποίες απαιτούνται για τη συγκέντρωση των πληροφοριών.

(3) Η αίτηση δύναται να περιλαμβάνει αιτιολογημένο αίτημα για τη διενέργεια συγκεκριμένης διοικητικής έρευνας. Εάν η λαμβάνουσα την αίτηση αρχή στη Δημοκρατία θεωρεί ότι δεν είναι αναγκαία η διενέργεια διοικητικής έρευνας, πληροφορεί αμέσως την αιτούσα αρχή για τους λόγους άρνησης ικανοποίησης του αιτήματός της.

(4) Για σκοπούς συγκέντρωσης των αιτούμενων πληροφοριών ή διεξαγωγής της αιτούμενης διοικητικής έρευνας, η λαμβάνουσα την αίτηση αρχή στη Δημοκρατία ακολουθεί τις ίδιες διαδικασίες όπως όταν ενεργεί με δική της πρωτοβουλία ή κατόπιν αιτήματος άλλης αρχής της Δημοκρατίας.

(5) Σε περίπτωση συγκεκριμένου αιτήματος από την αιτούσα αρχή, η λαμβάνουσα την αίτηση αρχή στη Δημοκρατία κοινοποιεί τα πρωτότυπα έγγραφα, εφόσον αυτό δεν είναι αντίθετο προς τις διατάξεις οι οποίες ισχύουν στη Δημοκρατία.

(6) Η λαμβάνουσα την αίτηση αρχή στη Δημοκρατία παρέχει τις πληροφορίες το συντομότερο δυνατόν, και οπωσδήποτε εντός έξι μηνών από την ημερομηνία λήψης του αιτήματος:

Νοείται ότι, αν η λαμβάνουσα την αίτηση αρχή στη Δημοκρατία διαθέτει ήδη τις πληροφορίες αυτές, τότε τις διαβιβάζει εντός δύο μηνών από την ημερομηνία λήψης της αίτησης.

(7) Σε συγκεκριμένες ειδικές περιπτώσεις, η λαμβάνουσα την αίτηση αρχή και η αιτούσα αρχή δύνανται να συμφωνούν προθεσμίες διαφορετικές από αυτές που προβλέπονται στο εδάφιο (6).

(8) Η λαμβάνουσα την αίτηση αρχή στη Δημοκρατία επιβεβαιώνει στην αιτούσα αρχή τη λήψη του αιτήματος αμέσως και οπωσδήποτε εντός επτά (7) εργάσιμων ημερών από τη λήψη αυτού, στο βαθμό που είναι δυνατό με ηλεκτρονικά μέσα.

(9) Εντός ενός (1) μηνός από τη λήψη της αίτησης, η λαμβάνουσα την αίτηση αρχή στη Δημοκρατία γνωστοποιεί στην αιτούσα αρχή τυχόν ελλείψεις της αίτησης και την ανάγκη παροχής συμπληρωματικών πληροφοριών. Σε τέτοια περίπτωση, οι προθεσμίες που προβλέπονται στο εδάφιο (6) αρχίζουν την επόμενη μέρα λήψης των απαιτούμενων συμπληρωματικών πληροφοριών.

(10) Όταν η λαμβάνουσα την αίτηση αρχή στη Δημοκρατία δεν είναι σε θέση να απαντήσει στην αίτηση εντός της σχετικής προθεσμίας, ενημερώνει την αιτούσα αρχή αμέσως και οπωσδήποτε εντός τριών (3) μηνών από τη λήψη της αίτησης για τους λόγους μη έγκαιρης απάντησης και για την ημερομηνία έως την οποία θεωρεί ότι ενδεχομένως θα είναι σε θέση να απαντήσει.

(11) Όταν η λαμβάνουσα την αίτηση αρχή στη Δημοκρατία δεν διαθέτει τις ζητούμενες πληροφορίες και δεν είναι σε θέση να απαντήσει στην αίτηση παροχής πληροφοριών ή αρνείται να απαντήσει για τους λόγους που προβλέπονται στο άρθρο 14, ενημερώνει την αιτούσα αρχή για τους λόγους αυτούς το συντομότερο δυνατό, και οπωσδήποτε εντός ενός (1) μηνός από τη λήψη της αίτησης.

Υποχρεωτική αυτόματη ανταλλαγή πληροφοριών

7.-(1) Η αρμόδια αρχή της Δημοκρατίας κοινοποιεί στην αρμόδια αρχή κάθε άλλου κράτους μέλους, με αυτόματη ανταλλαγή, διαθέσιμες πληροφορίες που αφορούν φορολογικές περιόδους από την 1η Ιανουαρίου 2014 και μετέπειτα σχετικά με άτομα που κατοικούν σε αυτό το άλλο κράτος μέλος, όσον αφορά τις ακόλουθες συγκεκριμένες κατηγορίες εισοδήματος και κεφαλαίου:

α) Εισόδημα από απασχόληση·

β) αμοιβές διοικητικών στελεχών·

γ) προϊόντα ασφάλειας ζωής που δεν καλύπτονται από άλλες νομικές πράξεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την ανταλλαγή πληροφοριών και άλλα παρόμοια μέτρα·

δ) συντάξεις·

ε) κυριότητα ακίνητης περιουσίας και εισόδημα από αυτήν.

Για τους σκοπούς του παρόντος εδαφίου, «διαθέσιμες πληροφορίες» σημαίνει τις πληροφορίες στα φορολογικά αρχεία της Δημοκρατίας οι οποίες μπορούν να ανακτηθούν σύμφωνα με τις προβλεπόμενες στη Δημοκρατία διαδικασίες για τη συλλογή και επεξεργασία πληροφοριών.

(2) Πριν από την 1η Ιανουαρίου 2014, η Δημοκρατία ενημερώνει την Επιτροπή σχετικά με τις κατηγορίες που απαριθμούνται στο εδάφιο (1) και για τις οποίες διαθέτει πληροφορίες και γνωστοποιεί στην Επιτροπή οποιεσδήποτε μεταγενέστερες μεταβολές.

(3) Η αρμόδια αρχή της Δημοκρατίας δύναται να δηλώνει στην αρμόδια αρχή οποιουδήποτε άλλου κράτους μέλους ότι δεν επιθυμεί να λαμβάνει πληροφορίες για μία ή μερικές από τις κατηγορίες εισοδήματος και κεφαλαίου που αναφέρονται στο εδάφιο (1). Ενημερώνει δε σχετικά και την Επιτροπή. Η Δημοκρατία ή οποιοδήποτε άλλο κράτος μέλος δύναται να θεωρηθεί ότι δεν επιθυμούν να λαμβάνουν πληροφορίες σύμφωνα με το εδάφιο (1) εάν δεν ενημερώσουν την Επιτροπή για οποιαδήποτε συγκεκριμένη κατηγορία, για την οποία διαθέτουν πληροφορίες.

(3Α)(α) Τα Δηλούντα Κυπριακά Χρηματοοικονομικά Ιδρύματα οφείλουν να υποβάλλουν τα στοιχεία και να τηρούν τους κανόνες δέουσας επιμέλειας που αναφέρονται στο Παράρτημα Ι και στο Παράρτημα ΙΙ.

(β) Δυνάμει των εφαρμοστέων κανόνων υποβολής στοιχείων και δέουσας επιμέλειας που αναφέρονται στο Παράρτημα Ι και στο Παράρτημα ΙΙ, η αρμόδια αρχή της Δημοκρατίας γνωστοποιεί στην αρμόδια αρχή οποιουδήποτε άλλου κράτους μέλους, με αυτόματη ανταλλαγή και εντός της προθεσμίας που ορίζεται στην παράγραφο (β) του εδαφίου (5), τις ακόλουθες πληροφορίες που αφορούν φορολογικές περιόδους από την 1η Ιανουαρίου 2016 και μετέπειτα, όσον αφορά ένα Δηλωτέο Λογαριασμό:

(i) το όνομα, τη διεύθυνση, τον/τους Αριθμό(ούς) Φορολογικής Ταυτότητας (ΑΦΤ) και την ημερομηνία και τον τόπο γέννησης, στην περίπτωση φυσικού προσώπου, κάθε Δηλωτέου Προσώπου που είναι Δικαιούχος Λογαριασμού και, στην περίπτωση Οντότητας η οποία είναι Δικαιούχος Λογαριασμού και για την οποία, κατόπιν εφαρμογής κανόνων δέουσας επιμέλειας σύμφωνων προς το Παράρτημα Ι και το Παράρτημα ΙΙ, διαπιστώνεται ότι διαθέτει ένα ή περισσότερα Ελέγχοντα Πρόσωπα που είναι Δηλωτέα Πρόσωπα, την επωνυμία, τη διεύθυνση και τον/τους Αριθμό(ούς) Φορολογικής Ταυτότητας (ΑΦΤ) της Οντότητας, καθώς και το όνομα, τη διεύθυνση, τον/τους Αριθμό(ούς) Φορολογικής Ταυτότητας (ΑΦΤ) και την ημερομηνία και τον τόπο γέννησης κάθε Δηλωτέου Προσώπου˙

(ii) τον αριθμό λογαριασμού ή το λειτουργικό ισοδύναμο ελλείψει αριθμού λογαριασμού˙

(iii) την επωνυμία και τον αριθμό ταυτοποίησης, εάν υπάρχει, του Δηλούντος Κυπριακού Χρηματοοικονομικού Ιδρύματος˙

(iv) το υπόλοιπο ή την αξία του λογαριασμού, περιλαμβανομένης στην περίπτωση του Ασφαλιστήριου Συμβολαίου με Αξία Εξαγοράς ή της Σύμβασης  Ετήσιων Αποζημιώσεων, της αξίας εξαγοράς κατά τη λήξη ή της τιμής εξαγοράς, σε περίπτωση πρόωρης λύσης του Συμβολαίου, στο τέλος του σχετικού ημερολογιακού έτους ή άλλης αντίστοιχης περιόδου υποβολής στοιχείων ή το κλείσιμο του λογαριασμού, εάν ο λογαριασμός έκλεισε κατά τη διάρκεια του έτους αυτού ή της περιόδου αυτής˙

(v)  σε περίπτωση Λογαριασμού Θεματοφυλακής:

(iα) το συνολικό ακαθάριστο ποσό των τόκων, το συνολικό ακαθάριστο ποσό των μερισμάτων και το συνολικό ακαθάριστο ποσό λοιπών εισοδημάτων που προέκυψαν σε σχέση με τα περιουσιακά στοιχεία  που τηρούνται στον λογαριασμό, σε κάθε περίπτωση που καταβλήθηκαν ή πιστώθηκαν στον λογαριασμό ή σε σχέση με τον λογαριασμό κατά τη διάρκεια του ημερολογιακού έτους ή άλλης αντίστοιχης περιόδου υποβολής στοιχείων· και

(iβ) τα συνολικά ακαθάριστα έσοδα από την πώληση ή την εξαγορά Χρηματοοικονομικών Περιουσιακών Στοιχείων που καταβλήθηκαν ή πιστώθηκαν στον λογαριασμό κατά τη διάρκεια του ημερολογιακού έτους ή άλλης αντίστοιχης περιόδου υποβολής στοιχείων για τα οποία το Δηλούν Κυπριακό Χρηματοοικονομικό Ίδρυμα ενήργησε ως θεματοφύλακας, μεσάζων, εντολοδόχος ή διαφορετικά ως εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος του Δικαιούχου Λογαριασμού˙

(vi) στην περίπτωση Καταθετικού Λογαριασμού, το συνολικό ακαθάριστο ποσό των τόκων που καταβλήθηκε ή πιστώθηκε στον λογαριασμό κατά τη διάρκεια του ημερολογιακού έτους ή άλλης αντίστοιχης περιόδου υποβολής στοιχείων· και

(vii) σε περίπτωση λογαριασμού που δεν ορίζεται  στις παραγράφους (v) ή (vi), το συνολικό ακαθάριστο ποσό που καταβλήθηκε ή πιστώθηκε στο Δικαιούχο Λογαριασμού σε σχέση με το λογαριασμό κατά τη διάρκεια του ημερολογιακού έτους ή άλλης αντίστοιχης περιόδου υποβολής στοιχείων, ως προς το οποίο το Δηλούν Κυπριακό Χρηματοοικονομικό Ίδρυμα είναι οφειλέτης ή χρεώστης, περιλαμβανομένου του συνολικού ποσού τυχόν πληρωμών εξόφλησης προς το Δικαιούχο Λογαριασμού κατά τη διάρκεια του ημερολογιακού έτους ή άλλης αντίστοιχης περιόδου υποβολής στοιχείων.

(γ) Για την ανταλλαγή πληροφοριών στο πλαίσιο του παρόντος εδαφίου, εκτός εάν προβλέπεται διαφορετικά στο παρόν εδάφιο ή στο Παράρτημα Ι και στο Παράρτημα ΙΙ, το ποσό και ο χαρακτηρισμός των πληρωμών που πραγματοποιούνται σε σχέση με Δηλωτέο Λογαριασμό, καθορίζονται σύμφωνα με την νομοθεσία της Δημοκρατίας ή την εθνική νομοθεσία του κράτους μέλους που γνωστοποιεί τις πληροφορίες, ανάλογα με την περίπτωση.

(δ) Οι παράγραφοι (α) και (β) του εδαφίου (3Α) υπερισχύουν τηςπαραγράφου (γ) του εδαφίου (1) ή κάθε άλλης ενωσιακής νομικής πράξης, περιλαμβανομένης της Οδηγίας 2003/48/ΕΚ του Συμβουλίου και των συναφών εναρμονιστικών προς αυτήν διατάξεων δυνάμει των διατάξεων του περί Βεβαιώσεως και Εισπράξεως Φόρων Νόμου και των περί Βεβαιώσεως και Εισπράξεως Φόρων (Παροχή Πληροφοριών αναφορικά με Τόκους) Κανονισμών, στο βαθμό που η σχετική ανταλλαγή πληροφοριών εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της παραγράφου (γ) του εδαφίου (1) ή άλλης ενωσιακής νομικής πράξης, περιλαμβανομένης της Οδηγίας 2003/48/ΕΚ και των συναφών εναρμονιστικών προς αυτήν διατάξεων δυνάμει των διατάξεων του περί Βεβαιώσεως και Εισπράξεως Φόρων Νόμου και των περί Βεβαιώσεως και Εισπράξεως Φόρων (Παροχή Πληροφοριών αναφορικά με Τόκους) Κανονισμών.

(3Β) Τα Δηλούντα Κυπριακά Χρηματοοικονομικά Ιδρύματα οφείλουν να εγγραφούν στην αρμόδια αρχή ως Δηλούντα Κυπριακά Χρηματοοικονομικά Ιδρύματα δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου, σύμφωνα με τον τύπο και τις διαδικασίες που προβλέπονται σε Διάταγμα που εκδίδεται από τον Υπουργό.

(4) [Διαγράφηκε].

(5) Η γνωστοποίηση πληροφοριών πραγματοποιείται από την αρμόδια αρχή της Δημοκρατίας ως ακολούθως:

(α) όσον αφορά τις κατηγορίες που ορίζονται στο εδάφιο (1), αυτές γνωστοποιούνται τουλάχιστον ανά έτος, εντός έξι (6) μηνών από το τέλος του φορολογικού έτους κατά τη διάρκεια του οποίου κατέστησαν διαθέσιμες˙

(β) όσον αφορά τις κατηγορίες που ορίζονται στο εδάφιο (3Α), αυτές γνωστοποιούνται ετησίως, εντός εννέα (9) μηνών από το τέλος του ημερολογιακού έτους ή άλλης αντίστοιχης περιόδου υποβολής στοιχείων που αφορούν οι πληροφορίες.

(5Α)(α) Η αρμόδια αρχή αξιολογεί και καταχωρεί σε κατάλογο ο οποίος δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης τα Μη Δηλούντα Κυπριακά Χρηματοοικονομικά Ιδρύματα και τους Εξαιρούμενους Λογαριασμούς οι οποίοι πληρούν όλες τις προϋποθέσεις που αναφέρονταιστο Τμήμα VΙΙΙ παράγραφος Β υποπαράγραφος 1 στοιχείο (γ) και παράγραφος Γ υποπαράγραφος 17 στοιχείο (ζ) του Παραρτήματος Ι.

(β) Η αρμόδια αρχή κατά την αξιολόγηση που προβλέπεται στην παράγραφο (α) εξετάζει και διαπιστώνει ότι το καθεστώς ενός Χρηματοοικονομικού Ιδρύματος ως Μη Δηλούντος Κυπριακού Χρηματοοικονομικού Ιδρύματος ή το καθεστώς ενός λογαριασμού ως Εξαιρούμενου Λογαριασμού δεν παρακωλύει την επίτευξη των σκοπών του παρόντος Νόμου και της Οδηγίας 2014/107/ΕΕ.

(6) Όταν η Δημοκρατία σε διμερείς ή πολυμερείς συμφωνίες που συνάπτει με άλλα κράτη μέλη συμφωνεί για την αυτόματη ανταλλαγή πληροφοριών σχετικά με πρόσθετες κατηγορίες εισοδήματος και κεφαλαίου, κοινοποιεί τις συμφωνίες αυτές στην Επιτροπή.

Πεδίο εφαρμογής και προϋποθέσεις αυτόματης ανταλλαγής πληροφοριών όσων αφορά τις εκ των προτέρων διασυνοριακές αποφάσεις και τις εκ των προτέρων συμφωνίες ενδοομιλικής τιμολόγησης

7Α.-(1) Η αρμόδια αρχή της Δημοκρατίας  στην οποία εκδόθηκε, τροποποιήθηκε ή ανανεώθηκε εκ των προτέρων διασυνοριακή απόφαση ή εκ των προτέρων συμφωνία ενδοομιλικής τιμολόγησης μετά την 31η Δεκεμβρίου 2016 κοινοποιεί, με αυτόματη ανταλλαγή, συναφείς με τις εν λόγω αποφάσεις ή συμφωνίες πληροφορίες στις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών και στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εξαιρουμένων των περιπτώσεων που αναφέρονται στο εδάφιο (8), σύμφωνα με τις πρακτικές ρυθμίσεις που προβλέπονται στο άρθρο 18.

(2) Η αρμόδια αρχή της Δημοκρατίας κοινοποιεί, σύμφωνα με τις πρακτικές ρυθμίσεις που προβλέπονται στο άρθρο 18, στις αρμόδιες αρχές των  κρατών μελών και στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εξαιρουμένων των περιπτώσεων που αναφέρονται στο εδάφιο (8), πληροφορίες σχετικά με τις εκ των προτέρων διασυνοριακές αποφάσεις και τις εκ των προτέρων συμφωνίες ενδοομιλικής τιμολόγησης που εκδόθηκαν τροποποιήθηκαν ή ανανεώθηκαν εντός της περιόδου η οποία άρχισε πέντε έτη πριν την 1η Ιανουαρίου 2017:

Νοείται ότι, σε περίπτωση που έχουν εκδοθεί, τροποποιηθεί ή ανανεωθεί εκ των προτέρων διασυνοριακές αποφάσεις και εκ των προτέρων συμφωνίες ενδοομιλικής τιμολόγησης μεταξύ της 1ης Ιανουαρίου 2012 και 31ης Δεκεμβρίου 2013, η κοινοποίηση πραγματοποιείται υπό την προϋπόθεση ότι  οι εν λόγω αποφάσεις ή συμφωνίες ίσχυαν την 1η Ιανουαρίου 2014:

Νοείται περαιτέρω ότι, σε περίπτωση που έχουν εκδοθεί, τροποποιηθεί ή ανανεωθεί εκ των προτέρων διασυνοριακές αποφάσεις και εκ των προτέρων συμφωνίες ενδοομιλικής τιμολόγησης  μεταξύ της 1ης Ιανουαρίου 2014 και της 31ης Δεκεμβρίου 2016, η κοινοποίηση πραγματοποιείται ανεξάρτητα από το αν οι εν λόγω αποφάσεις ή συμφωνίες εξακολουθούν να ισχύουν.

(3) Εξαιρούνται από την προβλεπόμενη στο εδάφιο (2) υποχρέωση κοινοποίησης οι πληροφορίες σχετικά με τις εκ των προτέρων διασυνοριακές αποφάσεις και τις εκ των προτέρων συμφωνίες ενδοομιλικής τιμολόγησης που έχουν εκδοθεί, τροποποιηθεί ή ανανεωθεί πριν την 1η Απριλίου 2016 για συγκεκριμένο πρόσωπο ή ομάδα προσώπων, εξαιρουμένων εκείνων  που ασκούν κυρίως χρηματοπιστωτικές ή επενδυτικές δραστηριότητες με ετήσιο καθαρό κύκλο εργασιών σε επίπεδο ομίλου, όπως ορίζεται στο Άρθρο 2 σημείο 5) της Οδηγίας 2013/34/ΕΕ που δεν υπερβαίνει τα σαράντα εκατομμύρια ευρώ (€40.000.000) ή το αντίστοιχο ποσό σε άλλο νόμισμα, κατά το οικονομικό έτος που προηγείται της ημερομηνίας έκδοσης, τροποποίησης ή ανανέωσης των εν λόγω αποφάσεων και συμφωνιών.

(4)(α) Οι διμερείς ή πολυμερείς εκ των προτέρων συμφωνίες ενδοομιλικής τιμολόγησης με τρίτες χώρες εξαιρούνται από το πεδίο της αυτόματης ανταλλαγής πληροφοριών, που προβλέπεται από τις διατάξεις του παρόντος άρθρου, σε περίπτωση που η διεθνής φορολογική συμφωνία βάσει της οποίας έγινε η διαπραγμάτευση της εκ των προτέρων συμφωνίας ενδοομιλικής τιμολόγησης δεν επιτρέπει την κοινοποίησή της σε τρίτους.

(β) Ανταλλαγή των διμερών ή πολυμερών εκ των προτέρων  συμφωνιών ενδοομιλικής τιμολόγησης που αναφέρονται στην υποπαράγραφο (α) πραγματοποιείται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 8, εφόσον επιτρέπεται η κοινοποίησή τους σύμφωνα με τη διεθνή φορολογική συμφωνία βάσει της οποίας έγινε η διαπραγμάτευσή τους και η αρμόδια αρχή της τρίτης χώρας εγκρίνει την κοινοποίηση των πληροφοριών.

(5) Σε περίπτωση εξαίρεσης διμερών ή πολυμερών εκ των προτέρων  συμφωνιών ενδοομιλικής τιμολόγησης από την αυτόματη ανταλλαγή πληροφοριών σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου (α) του εδαφίου (4), ανταλλάσσονται αντί αυτών σύμφωνα με τις διατάξεις των εδαφίων (1), (2) και (3) οι πληροφορίες που προβλέπονται  στο εδάφιο (8) οι οποίες αναφέρονται στο αίτημα που οδήγησε στην έκδοση των ανωτέρω συμφωνιών.

(6) Οι διατάξεις των εδαφίων (1), (2) και (3) δεν τυγχάνουν εφαρμογής σε περίπτωση που η εκ των προτέρων διασυνοριακή απόφαση αφορά και περιλαμβάνει αποκλειστικά τις φορολογικές υποθέσεις ενός ή περισσότερων φυσικών προσώπων.

(7) Η ανταλλαγή πληροφοριών πραγματοποιείται ως ακολούθως:

(α) Όσον αφορά τις διατάξεις του εδαφίου  (1), οι πληροφορίες ανταλλάζονται εντός τριμήνου από το τέλος του εξαμήνου του ημερολογιακού έτους κατά το οποίο οι εκ των προτέρων διασυνοριακές αποφάσεις ή οι εκ των προτέρων συμφωνίες ενδοομιλικής τιμολόγησης έχουν εκδοθεί, τροποποιηθεί ή ανανεωθεί και

(β) όσον αφορά  τις διατάξεις των εδαφίων (2) και (3), οι πληροφορίες ανταλλάζονται πριν από την 1η Ιανουαρίου 2018.

(8) Οι πληροφορίες που κοινοποιούνται σύμφωνα με τις διατάξεις των εδαφίων (1), (2) και (3) περιλαμβάνουν τα ακόλουθα:

(α) Στοιχεία αναγνώρισης του προσώπου, εξαιρουμένου  φυσικού προσώπου, και κατά περίπτωση της ομάδας προσώπων στην οποία ανήκει·

(β) σύνοψη του περιεχομένου της εκ των προτέρων διασυνοριακής απόφασης ή της εκ των προτέρων συμφωνίας ενδοομιλικής τιμολόγησης, περιλαμβανομένης περιγραφής των σχετικών επιχειρηματικών δραστηριοτήτων ή συναλλαγών ή σειράς συναλλαγών υπό γενικούς όρους, χωρίς να αποκαλύπτεται εμπορικό, βιομηχανικό ή επαγγελματικό απόρρητο, εμπορική διαδικασία ή πληροφορία της οποίας η κοινοποίηση αντιβαίνει στη δημόσια τάξη·

(γ) τις ημερομηνίες έκδοσης, τροποποίησης ή ανανέωσης της εκ των προτέρων διασυνοριακής απόφασης ή της εκ των προτέρων συμφωνίας ενδοομιλικής τιμολόγησης·

(δ) την ημερομηνία έναρξης της περιόδου της ισχύος της εκ των προτέρων διασυνοριακής απόφασης ή της εκ των προτέρων συμφωνίας ενδοομιλικής τιμολόγησης, αν αυτή καθορίζεται·

(ε) την ημερομηνία λήξης της περιόδου της ισχύος της εκ των προτέρων διασυνοριακής απόφασης ή της εκ των προτέρων συμφωνίας ενδοομιλικής τιμολόγησης, αν αυτή καθορίζεται·

(στ) το είδος της εκ των προτέρων διασυνοριακής απόφασης ή της εκ των προτέρων συμφωνίας ενδοομιλικής τιμολόγησης·

(ζ) το ποσό της συναλλαγής ή της σειράς συναλλαγών της εκ των προτέρων διασυνοριακής απόφασης ή της εκ των προτέρων συμφωνίας ενδοομιλικής τιμολόγησης, εφόσον το ποσό αυτό αναφέρεται στην ανωτέρω σχετική απόφαση ή συμφωνία·

(η) την περιγραφή των κριτηρίων που χρησιμοποιούνται για τον καθορισμό της ενδοομιλικής τιμολόγησης ή της ίδιας της τιμής των ενδοομιλικών συναλλαγών, στην περίπτωση εκ των προτέρων συμφωνίας ενδοομιλικής τιμολόγησης·

(θ) τον προσδιορισμό της μεθόδου που χρησιμοποιείται για τον καθορισμό της ενδοομιλικής τιμολόγησης ή της τιμής των ενδοομιλικών συναλλαγών, στην περίπτωση εκ των προτέρων συμφωνίας ενδοομιλικής  τιμολόγησης·

(ια) τα στοιχεία αναγνώρισης οποιουδήποτε προσώπου, εξαιρουμένου φυσικού προσώπου, στα άλλα κράτη μέλη που είναι πιθανό να θίγεται από την εκ των προτέρων διασυνοριακή απόφαση ή την εκ των προτέρων συμφωνία ενδοομιλικής τιμολόγησης, αναφέροντας το κράτος μέλος με το οποίο συνδέονται τα θιγόμενα πρόσωπα. και

(ιβ) την ένδειξη κατά πόσο η πληροφορία που κοινοποιείται βασίζεται στην ίδια την εκ των προτέρων διασυνοριακή απόφαση ή στην εκ των προτέρων συμφωνία ενδοομιλικής τιμολόγησης ή στο αίτημα που αναφέρεται στο εδάφιο (5).

(9) Οι πληροφορίες που ορίζονται στις παραγράφους (α), (β), (η) και (ια) του εδαφίου (8) δεν κοινοποιούνται στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

(10) Η αρμόδια αρχή της Δημοκρατίας, επιβεβαιώνει, εάν είναι δυνατόν με ηλεκτρονικά μέσα, αμέσως και οπωσδήποτε το αργότερο εντός επτά (7) εργάσιμων ημερών, τη λήψη πληροφοριών στην αρμόδια αρχή που διαβίβασε τις πληροφορίες:

Νοείται ότι, το μέτρο αυτό εφαρμόζεται μέχρις ότου τεθεί σε λειτουργία το ευρετήριο που αναφέρεται στο Άρθρο 21 παράγραφος 5 της Οδηγίας 2011/16/ΕΚ, όπως έχει τροποποιηθεί από την Οδηγία (ΕΕ) 2015/2376.

(11) Η αρμόδια αρχή της Δημοκρατίας δύναται, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 6 και λαμβάνοντας υπόψη τις διατάξεις του εδαφίου (4) του άρθρου 18, να ζητά πρόσθετες πληροφορίες, μεταξύ των οποίων και το πλήρες κείμενο εκ των προτέρων διασυνοριακής απόφασης ή εκ των προτέρων συμφωνίας ενδοομιλικής τιμολόγησης.

Στατιστικά στοιχεία σχετικά με την αυτόματη ανταλλαγή πληροφοριών

7Β.  Η αρμόδια αρχή της Δημοκρατίας, πριν την 1η Ιανουαρίου 2018, παρέχει στην Επιτροπή σε ετήσια βάση-

(α) Στατιστικά στοιχεία σχετικά με τον όγκο της αυτόματης ανταλλαγής πληροφοριών σύμφωνα με τα άρθρα 7 και 7Α, στο μέτρο του δυνατού,

(β) πληροφορίες σχετικά με τις διοικητικές και άλλες συναφείς δαπάνες και οφέλη που συνδέονται με τις πραγματοποιηθείσες ανταλλαγές καθώς και

(γ) οποιεσδήποτε ενδεχόμενες μεταβολές, τόσο για τις φορολογικές διοικήσεις όσο και για τρίτα μέρη.

Υποχρεωτική αυτόματη ανταλλαγή πληροφοριών όσον αφορά την έκθεση ανά χώρα

7Γ.-(1) Η Τελική Μητρική Οντότητα ενός Ομίλου ΠΕ που έχει τη φορολογική της κατοικία στη Δημοκρατία ή οποιαδήποτε άλλη Αναφέρουσα Οντότητα, σύμφωνα με το Τμήμα ΙΙ του Παραρτήματος ΙΙΙ, υποβάλλει έκθεση ανά χώρα όσον αφορά στο οικείο Λογιστικό Έτος Υποβολής Εκθέσεων εντός δώδεκα (12) μηνών από την τελευταία ημέρα του Λογιστικού Έτους Υποβολής Εκθέσεων του Ομίλου ΠΕ, σύμφωνα με το Τμήμα ΙΙ του Παραρτήματος ΙΙΙ:

Νοείται ότι, το πρώτο Λογιστικό Έτος για το οποίο υποβάλλεται έκθεση ανά χώρα, από την Τελική Μητρική Οντότητα ή από την Παρένθετη Μητρική Οντότητα θεωρείται το Λογιστικό Έτος το οποίο αρχίζει την 1η Ιανουαρίου 2017 ή μετά την ημερομηνία αυτή:

Νοείται περαιτέρω ότι, σε περίπτωση που η υποβολή έκθεσης ανά χώρα ή ισοδύναμης έκθεσης ανά χώρα γίνεται από οποιανδήποτε άλλη Αναφέρουσα Οντότητα εκτός από την Τελική Μητρική Οντότητα ή από την Παρένθετη Μητρική Οντότητα, το πρώτο Λογιστικό Έτος για το οποίο υποβάλλεται έκθεση θεωρείται το Λογιστικό Έτος το οποίο αρχίζει την 1η Ιανουαρίου 2017 ή μετά την ημερομηνία αυτή.

(2) Η έκθεση ανά χώρα υποβάλλεται, κατά τον τύπο του εντύπου που προβλέπεται στους Πίνακες 1, 2 και 3 του Τμήματος ΙΙΙ του Παραρτήματος ΙΙΙ και περιέχει τα ακόλουθα σε σχέση με τον Όμιλο ΠΕ:

(α) Συγκεντρωτικές πληροφορίες για το ποσό των εσόδων, τα κέρδη/ζημίες προ φόρου εισοδήματος, τον καταβληθέντα φόρο εισοδήματος, τον οφειλόμενο φόρο εισοδήματος, το μετοχικό κεφάλαιο, τα συσσωρευμένα κέρδη, τον αριθμό των εργαζομένων και τα υλικά περιουσιακά στοιχεία εκτός των ταμειακών διαθεσίμων ή ταμειακών ισοδύναμων, όσον αφορά κάθε περιοχή δικαιοδοσίας στην οποία δραστηριοποιείται ο Όμιλος ΠΕ· και

(β) ταυτοποίηση κάθε Συνιστώσας Οντότητας του Ομίλου ΠΕ, όπου καθορίζεται η περιοχή δικαιοδοσίας στην οποία έχει τη φορολογική της κατοικία η εν λόγω Συνιστώσα Οντότητα και, σε περίπτωση που διαφέρει από αυτήν την περιοχή δικαιοδοσίας της φορολογικής κατοικίας, η περιοχή δικαιοδοσίας δυνάμει της νομοθεσίας με βάση την οποία οργανώνεται η εν λόγω Συνιστώσα Οντότητα, καθώς και της φύσης της κύριας επιχειρηματικής δραστηριότητας ή επιχειρηματικών δραστηριοτήτων της εν λόγω Συνιστώσας Οντότητας.

(3) Η αρμόδια αρχή της Δημοκρατίας κοινοποιεί με αυτόματη ανταλλαγή, εντός της προθεσμίας που αναφέρεται στο εδάφιο (5), την έκθεση ανά χώρα, στην αρμόδια αρχή κάθε άλλου κράτους μέλους στο οποίο με βάση τις πληροφορίες της έκθεσης ανά χώρα, μία ή περισσότερες Συνιστώσες Οντότητες του Ομίλου ΠΕ της Αναφέρουσας Οντότητας είτε έχουν τη φορολογική κατοικία τους, είτε υπόκεινται σε φόρο όσον αφορά στις επιχειρηματικές δραστηριότητες που ασκούνται μέσω μόνιμης εγκατάστασης.

(4) Η κοινοποίηση έκθεσης ανά χώρα πραγματοποιείται από την αρμόδια αρχή της Δημοκρατίας εντός δεκαπέντε (15) μηνών από την τελευταία ημέρα του Λογιστικού Έτους Υποβολής Εκθέσεων του Ομίλου ΠΕ στον οποίο αναφέρεται η έκθεση ανά χώρα:

Νοείται ότι, η πρώτη έκθεση ανά χώρα κοινοποιείται για το Λογιστικό Έτος του Ομίλου  Πολυεθνικών Επιχειρήσεων που αρχίζει την 1η Ιανουαρίου 2016 ή μετά την ημερομηνία αυτή και πραγματοποιείται εντός δεκαοκτώ (18) μηνών από την τελευταία ημέρα του εν λόγω έτους.

Αυθόρμητη ανταλλαγή πληροφοριών

8.-(1) Η αρμόδια αρχή της Δημοκρατίας παρέχει τις αναφερόμενες στο εδάφιο (1) του άρθρου 3 πληροφορίες στην αρμόδια αρχή κάθε άλλου κράτους μέλους που το αφορούν, σε οποιαδήποτε από τις ακόλουθες περιπτώσεις:

α) Όταν η αρμοδία αρχή της Δημοκρατίας έχει λόγους να υποθέτει ότι υφίσταται απώλεια φόρων στο άλλο κράτος μέλος·

β) όταν ένα πρόσωπο απαλλάσσεται από τη φορολογία ή λαμβάνει μείωση φόρου στη Δημοκρατία και το γεγονός αυτό συνεπάγεται αύξηση φόρου ή υπαγωγή του προσώπου αυτού σε φόρο στο άλλο κράτος μέλος·

γ) όταν επιχειρηματικές δραστηριότητες μεταξύ προσώπου υποκείμενου σε φόρο στη Δημοκρατία και προσώπου που υπόκειται σε φορολογία σε άλλο κράτος μέλος, διεξάγονται μέσω μίας ή περισσότερων χωρών με τέτοιο τρόπο που ενδέχεται να συνεπάγεται μείωση φόρου στη Δημοκρατία, ή στο άλλο κράτος μέλος, ή και στα δυο·

δ) όταν η αρμόδια αρχή της Δημοκρατίας έχει λόγους να υποθέτει ότι υφίσταται μείωση φόρων λόγω εικονικής μεταφοράς κερδών εντός ομάδων επιχειρήσεων·

ε) όταν η αρμόδια αρχή της Δημοκρατίας, έπειτα από πληροφορίες που έχουν χορηγηθεί σ’ αυτήν από την αρμόδια αρχή άλλου κράτους μέλους, συλλέξει πληροφορίες οι οποίες δύνανται να είναι χρήσιμες για τον προσδιορισμό του φόρου στο άλλο κράτος μέλος.

(2) Η αρμόδια αρχή της Δημοκρατίας δύναται να παρέχει αυθόρμητα στις αρμόδιες αρχές των άλλων κρατών μελών κάθε πληροφορία την οποία γνωρίζει και η οποία ενδέχεται να είναι χρήσιμη στις αρμόδιες αρχές των άλλων κρατών μελών.

(3) Η αρμόδια αρχή της Δημοκρατίας παρέχει στην αρμόδια αρχή κάθε άλλου ενδιαφερομένου κράτους μέλους τις αναφερόμενες στο εδάφιο (1) πληροφορίες το ταχύτερο δυνατό και οπωσδήποτε εντός ενός μηνός από τη στιγμή που τις απέκτησε.

(4) Η αρμόδια αρχή στη Δημοκρατία επιβεβαιώνει στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους που παρείχε τις πληροφορίες, τη λήψη των εν λόγω πληροφοριών αμέσως και οπωσδήποτε εντός επτά (7) εργάσιμων ημερών, στο βαθμό που είναι δυνατόν με ηλεκτρονικά μέσα.

ΜΕΡΟΣ ΙΙI ΑΛΛΕΣ ΜΟΡΦΕΣ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗΣ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑΣ
Παρουσία της αιτούσας αρχής σε διοικητικές υπηρεσίες και συμμετοχή της σε διοικητικές έρευνες

9.-(1) Κατόπιν συμφωνίας μεταξύ της λαμβάνουσας την αίτηση αρχής στη Δημοκρατία και της αιτούσας αρχής και σύμφωνα με τις ρυθμίσεις που θεσπίζονται από τη λαμβάνουσα την αίτηση αρχή στη Δημοκρατία, λειτουργοί εξουσιοδοτημένοι από την αιτούσα αρχή δύνανται, για την ανταλλαγή πληροφοριών που προβλέπεται στα πλαίσια του παρόντος Νόμου:

α) Να είναι παρόντες στα γραφεία της λαμβάνουσας την αίτηση αρχής στη Δημοκρατία·

β) να είναι παρόντες κατά τις διοικητικές έρευνες, οι οποίες διεξάγονται στο έδαφος της Δημοκρατίας.

(2) Αν οι ζητούμενες πληροφορίες περιέχονται σε έγγραφα στα οποία έχουν πρόσβαση οι λειτουργοί της λαμβάνουσας την αίτηση αρχής στη Δημοκρατία, αντίγραφα των εν λόγω εγγράφων παρέχονται στους λειτουργούς της αιτούσας αρχής.

(3) Σε περίπτωση που επιτρέπεται από την ισχύουσα νομοθεσία της Δημοκρατίας, η συμφωνία που αναφέρεται στο εδάφιο (1) δύναται να προβλέπει ότι, στην περίπτωση που λειτουργοί της αιτούσας αρχής είναι παρόντες κατά τις διοικητικές έρευνες, δύνανται να διεξάγουν συνέντευξη με άτομα και να εξετάζουν φακέλους.

(4) Η άρνηση του προσώπου που υπόκειται σε έρευνα να συμμορφωθεί προς τα μέτρα ελέγχου των λειτουργών της αιτούσας αρχής αντιμετωπίζεται από τη λαμβάνουσα την αίτηση αρχή στη Δημοκρατία ως άρνηση κατά των δικών της λειτουργών.

(5) Οι εξουσιοδοτημένοι λειτουργοί της αιτούσας αρχής, οι οποίοι ενεργούν με βάση τις διατάξεις του εδαφίου (1) πρέπει, ανά πάσα στιγμή, να είναι σε θέση να παρουσιάζουν γραπτή εξουσιοδότηση, στην οποία να αναφέρονται η ταυτότητά τους και η υπηρεσιακή ιδιότητά τους.

Ταυτόχρονοι έλεγχοι

10. Όταν η Δημοκρατία και ένα ή περισσότερα άλλα κράτη μέλη συμφωνήσουν να διενεργήσουν ταυτόχρονους ελέγχους στο έδαφός τους, για ένα ή περισσότερα πρόσωπα κοινού ή συμπληρωματικού ενδιαφέροντος για τη Δημοκρατία και για ένα ή περισσότερα από τα άλλα κράτη μέλη, με στόχο την ανταλλαγή των πληροφοριών που αποκτώνται από τους ελέγχους αυτούς, τότε ισχύουν τα ακόλουθα:

α) Η αρμόδια αρχή της Δημοκρατίας ορίζει κατά τρόπο ανεξάρτητο, τα πρόσωπα έναντι των οποίων προτίθεται να προτείνει τη διενέργεια ταυτόχρονου ελέγχου. Ενημερώνει τις αρμόδιες αρχές των άλλων ενδιαφερόμενων κρατών μελών για τις περιπτώσεις για τις οποίες προτείνει τη διενέργεια ταυτόχρονου ελέγχου, αιτιολογώντας την επιλογή της και προσδιορίζει τη χρονική περίοδο κατά τη διάρκεια της οποίας θα διενεργηθούν οι εν λόγω έλεγχοι·

β) η αρμόδια αρχή στην Δημοκρατία αποφασίζει κατά πόσο επιθυμεί να λάβει μέρος σε ταυτόχρονους ελέγχους. Η αρμόδια αρχή της Δημοκρατίας ενημερώνει την αρμόδια αρχή του άλλου κράτους μέλους ή των άλλων κρατών μελών που πρότειναν τη διενέργεια ταυτόχρονων ελέγχων για την συμφωνία της να συμμετάσχει στους ταυτόχρονους ελέγχους ή τους ανακοινώνει την αιτιολογημένη άρνησή της για συμμετοχή·

γ) η αρμόδια αρχή της Δημοκρατίας ορίζει αντιπρόσωπο υπεύθυνο να επιβλέπει και να συντονίζει τον έλεγχο.

Αίτηση κοινοποίησης

11.-(1) Μετά από αίτηση της αιτούσας αρχής, η λαμβάνουσα την αίτηση αρχή στη Δημοκρατία, κοινοποιεί στον παραλήπτη, σύμφωνα με τις νομοθετικές, κανονιστικές ή διοικητικές διατάξεις που ισχύουν για την κοινοποίηση αντίστοιχων πράξεων ή αποφάσεων στη Δημοκρατία, όλες τις πράξεις και αποφάσεις που προέρχονται από το κράτος μέλος της αιτούσας αρχής και αφορούν φόρο που αναφέρεται στο άρθρο 4.

(2) Η αίτηση κοινοποίησης, περιλαμβάνει το αντικείμενο της πράξης ή της απόφασης προς κοινοποίηση και διευκρινίζει το όνομα και τη διεύθυνση του παραλήπτη, καθώς και κάθε άλλη πληροφορία χρήσιμη για την εξακρίβωση της ταυτότητάς του.

(3) Η λαμβάνουσα την αίτηση αρχή στη Δημοκρατία πληροφορεί αμέσως την αιτούσα αρχή όσον αφορά τις ενέργειες που έγιναν σε σχέση με την αίτηση για κοινοποίηση και ειδικότερα αναφορικά με την ημερομηνία κατά την οποία η πράξη ή η απόφαση κοινοποιήθηκε στον παραλήπτη.

(4) Η αιτούσα αρχή στη Δημοκρατία υποβάλλει αίτηση κοινοποίησης σύμφωνα με το άρθρο αυτό, μόνο όταν δεν είναι σε θέση να κοινοποιήσει με βάση τους κανόνες και νόμους που διέπουν την κοινοποίηση παρόμοιων πράξεων στη Δημοκρατία ή όταν η κοινοποίηση θα δημιουργούσε δυσανάλογες δυσχέρειες. Η αρμόδια αρχή της Δημοκρατίας δύναται να κοινοποιεί κάθε έγγραφο με συστημένη επιστολή ή ηλεκτρονικά απευθείας σε ένα πρόσωπο εντός της επικράτειας άλλου κράτους μέλους.

Ανατροφοδότηση

12.-(1) Όταν η αρμόδια αρχή της Δημοκρατίας παρέχει πληροφορίες δυνάμει των άρθρων 6 ή 8, δύναται να ζητήσει από την αρμόδια αρχή που τις παρέλαβε να της αποστείλει σχετική ανατροφοδότηση. Σε περίπτωση που ζητείται ανατροφοδότηση, η αρχή που παρέλαβε τις σχετικές πληροφορίες αποστέλλει, με την επιφύλαξη των κανόνων φορολογικού απορρήτου και προστασίας δεδομένων που εφαρμόζονται ανάλογα με την περίπτωση, την ανατροφοδότηση προς την αρμόδια αρχή στη Δημοκρατία που παρείχε τις πληροφορίες, το συντομότερο δυνατόν και οπωσδήποτε εντός τριών (3) μηνών από τη γνωστοποίηση της έκβασης της χρησιμοποίησης των ζητούμενων πληροφοριών.

(2) Η αρμόδια αρχή της Δημοκρατίας στέλλει ετησίως προς τα άλλα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη ανατροφοδότηση σχετικά με την αυτόματη ανταλλαγή πληροφοριών σύμφωνα με πρακτικές ρυθμίσεις που συμφωνούνται διμερώς.

ΜΕΡΟΣ IV ΟΡΟΙ ΟΙ ΟΠΟΙΟΙ ΔΙΕΠΟΥΝ ΤΗ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ
Γνωστοποίηση πληροφοριών και εγγράφων

13.-(1) Οι πληροφορίες που γνωστοποιούνται στη Δημοκρατία από ένα άλλο κράτος μέλος υπό οποιαδήποτε μορφή, καλύπτονται από την υποχρέωση τήρησης του επαγγελματικού απορρήτου και τυγχάνουν της προστασίας που προβλέπεται για τέτοιου είδους πληροφορίες από τις νομοθετικές, κανονιστικές διατάξεις και τις διοικητικές πρακτικές που ισχύουν στη Δημοκρατία.

(2) Οι πληροφορίες που αναφέρονται στο εδάφιο (1) δύνανται να χρησιμοποιούνται ως ακολούθως:

(α) Για την εφαρμογή και την επιβολή της νομοθεσίας της Δημοκρατίας αναφορικά με τους φόρους που καλύπτονται από το άρθρο 4·

(β) για τον προσδιορισμό και την επιβολή άλλων φόρων και δασμών που καλύπτονται από το άρθρο 4 του περί Αμοιβαίας Συνδρομής για την Είσπραξη Απαιτήσεων Σχετικών με Φόρους, Δασμούς και Άλλα Μέτρα Νόμου, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται, καθώς και για τον προσδιορισμό και την επιβολή υποχρεωτικών εισφορών κοινωνικής ασφάλισης·

(γ) σε περίπτωση δικαστικής ή διοικητικής διαδικασίας που ενδέχεται να επισύρει κυρώσεις, όταν η διαδικασία αυτή κινείται κατόπιν παραβάσεων της φορολογικής νομοθεσίας, χωρίς να επηρεάζονται οι γενικοί κανόνες και διατάξεις που διέπουν τα δικαιώματα των κατηγορουμένων και των μαρτύρων σε τέτοια διαδικασία.

(3) Με την άδεια της αρμόδιας αρχής της Δημοκρατίας η οποία γνωστοποιεί πληροφορίες σύμφωνα με τον παρόντα Νόμο και στο μέτρο που αυτό επιτρέπεται δυνάμει της νομοθεσίας του κράτους μέλους της αρμόδιας αρχής που λαμβάνει τις πληροφορίες, οι πληροφορίες και τα έγγραφα που λαμβάνονται σύμφωνα με τον παρόντα Νόμο, δύνανται να χρησιμοποιούνται για σκοπούς διαφορετικούς από εκείνους που αναφέρονται στο εδάφιο (2). Η άδεια αυτή χορηγείται εάν οι πληροφορίες δύνανται να χρησιμοποιηθούν για παρόμοιους σκοπούς στη Δημοκρατία.

(4) Όταν η αρμόδια αρχή στη Δημοκρατία θεωρεί ότι οι πληροφορίες τις οποίες έλαβε από την αρμόδια αρχή ενός άλλου κράτους μέλους ενδέχεται να είναι χρήσιμες για τους σκοπούς που αναφέρονται στο εδάφιο (2) στην αρμόδια αρχή τρίτου κράτους μέλους, δύναται να τις διαβιβάζει σε αυτήν την τελευταία αρμόδια αρχή, νοουμένου ότι η διαβίβαση αυτή είναι σύμφωνη με τους κανόνες και τις διαδικασίες που προβλέπονται στον παρόντα Νόμο. Σε τέτοια περίπτωση, η αρμόδια αρχή της Δημοκρατίας ενημερώνει την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους από το οποίο προήλθαν οι πληροφορίες σχετικά με την πρόθεσή της να γνωστοποιήσει τις πληροφορίες σε τρίτο κράτος μέλος. Το κράτος μέλος από το οποίο προήλθαν οι πληροφορίες δύναται να προβάλει αντίρρηση για τη γνωστοποίηση των πληροφοριών εντός δέκα εργάσιμων ημερών από την ημερομηνία κατά την οποία έλαβε την ενημέρωση από τη Δημοκρατία που επιθυμεί να γνωστοποιήσει τις πληροφορίες:

Νοείται ότι, η άδεια για τη χρησιμοποίηση κατά το εδάφιο (3) πληροφοριών, οι οποίες έχουν διαβιβαστεί σύμφωνα με το παρόν εδάφιο δύναται να χορηγηθεί μόνο από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους από το οποίο προήλθαν οι πληροφορίες.

(5) Όλες οι αρμόδιες αρχές στη Δημοκρατία, δύνανται να επικαλούνται πληροφορίες, εκθέσεις, δηλώσεις και κάθε άλλο έγγραφο, ή επικυρωμένα γνήσια αντίγραφα ή αποσπάσματά αυτών, που έχουν γνωστοποιηθεί στη Δημοκρατία σύμφωνα με τον παρόντα Νόμο, ως αποδεικτικά στοιχεία υπό τους ίδιους όρους που επικαλούνται παρόμοιες πληροφορίες, εκθέσεις, δηλώσεις και οποιαδήποτε άλλα έγγραφα, τα οποία παρέχονται από μια άλλη αρχή της Δημοκρατίας.

(6) Με την επιφύλαξη των εδαφίων (1) έως (4), οι πληροφορίες που κοινοποιούνται μεταξύ κρατών μελών σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 7Γ, χρησιμοποιούνται για σκοπούς αξιολόγησης υψηλών κινδύνων σε σχέση με τις τιμές μεταβίβασης και άλλων κινδύνων σε σχέση με τη διάβρωση της φορολογικής βάσης και τη μετατόπιση κερδών, περιλαμβανομένης της αξιολόγησης του κινδύνου μη συμμόρφωσης μελών του Ομίλου ΠΕ με τους εφαρμοστέους κανόνες για τις τιμές μεταβίβασης και κατά περίπτωση για οικονομικές και στατιστικές αναλύσεις· οι διορθώσεις των τιμών μεταβίβασης από τις φορολογικές αρχές του κράτους μέλους παραλαβής δεν βασίζονται στις πληροφορίες που ανταλλάσσονται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 7Γ:

Νοείται ότι, ανεξαρτήτως των πιο πάνω, κανένας περιορισμός δεν υφίσταται ως προς τη χρήση των πληροφοριών που κοινοποιούνται μεταξύ κρατών μελών σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 7Γ, ως βάσης για την πραγματοποίηση περαιτέρω ερευνών όσον αφορά στις ρυθμίσεις του Ομίλου ΠΕ για τις τιμές μεταβίβασης ή όσον αφορά άλλα φορολογικά θέματα στο πλαίσιο του φορολογικού ελέγχου και, ως εκ τούτου, ενδέχεται να γίνουν οι κατάλληλες προσαρμογές στο φορολογητέο εισόδημα μιας Συνιστώσας Οντότητας.

Όρια

14.-(1) Η λαμβάνουσα την αίτηση αρχή στη Δημοκρατία παρέχει στην αιτούσα αρχή τις πληροφορίες που αναφέρονται στο άρθρο 6 με την προϋπόθεση ότι η αιτούσα αρχή έχει εξαντλήσει τις δικές της συνήθεις διαδικασίες για την εξασφάλιση των πληροφοριών, τις οποίες θα μπορούσε υπό τις περιστάσεις να χρησιμοποιήσει για να αποκτήσει τις αιτούμενες πληροφορίες, χωρίς να υπάρχει κίνδυνος διακύβευσης της επίτευξης του στόχου της.

(2) Η λαμβάνουσα την αίτηση αρχή στη Δημοκρατία δεν υποχρεούται να διεξάγει έρευνες ή να κοινοποιήσει πληροφορίες, εάν η ισχύουσα στη Δημοκρατία νομοθεσία δεν της επιτρέπει να διεξάγει τέτοιες έρευνες ή να συγκεντρώνει τις αιτούμενες πληροφορίες για δικούς της σκοπούς.

(3) Η λαμβάνουσα την αίτηση αρχή στη Δημοκρατία δύναται να αρνηθεί την παροχή πληροφοριών, όταν η αιτούσα αρχή δεν είναι σε θέση, για νομικούς λόγους, να παρέχει στην αρμόδια αρχή της Δημοκρατίας παρόμοιες πληροφορίες.

(4) Η λαμβάνουσα την αίτηση αρχή στη Δημοκρατία δύναται να αρνηθεί την παροχή πληροφοριών σε περίπτωση που τέτοια παροχή θα οδηγούσε στην αποκάλυψη εμπορικού, βιομηχανικού ή επαγγελματικού μυστικού ή εμπορικής μεθόδου ή πληροφορίας, των οποίων η κοινολόγηση θα ήταν αντίθετη προς τη δημόσια τάξη.

(5) Η λαμβάνουσα την αίτηση αρχή στη Δημοκρατία πληροφορεί την αιτούσα αρχή για τους λόγους άρνησης της να ικανοποιήσει αίτηση πληροφοριών.

Υποχρεώσεις

15.-(1) Η Δημοκρατία όταν λαμβάνει αίτηση για πληροφορίες σύμφωνα με τον παρόντα Νόμο, θα χρησιμοποιεί τα μέτρα τα οποία διαθέτει για συλλογή πληροφοριών, για να εξασφαλίσει τις αιτούμενες πληροφορίες, ακόμα και αν η Δημοκρατία δεν χρειάζεται τις πληροφορίες αυτές για δικούς της φορολογικούς σκοπούς. Η υποχρέωση αυτή ισχύει με την επιφύλαξη των εδαφίων (2), (3) και (4) του άρθρου 14, η επίκληση των οποίων δε μπορεί, σε καμία περίπτωση, να θεωρηθεί ότι επιτρέπει στη Δημοκρατία να αρνηθεί την παροχή πληροφοριών αποκλειστικά και μόνο επειδή η Δημοκρατία δεν έχει εσωτερικό συμφέρον στις πληροφορίες αυτές.

(2) Οι διατάξεις των εδαφίων (2) και (4) του άρθρο 14, σε καμία περίπτωση ερμηνεύονται ότι επιτρέπουν στη λαμβάνουσα την αίτηση αρχή στη Δημοκρατία να αρνηθεί την παροχή πληροφοριών αποκλειστικά και μόνο επειδή κάτοχος των πληροφοριών αυτών είναι τράπεζα, άλλο χρηματοπιστωτικό ίδρυμα, εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος ή πρόσωπο που ενεργεί ως πράκτορας ή υπό εχέμυθη ιδιότητα ή επειδή οι πληροφορίες αφορούν ιδιοκτησιακά συμφέροντα προσώπου.

(3) Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου (2), η Δημοκρατία δύναται να αρνηθεί την παροχή της αιτούμενης πληροφορίας όταν η εν λόγω πληροφορία αφορά φορολογικές περιόδους προγενέστερες της 1ης Ιανουαρίου 2011 και όταν η παροχή τέτοιας πληροφορίας θα μπορούσε να έχει απορριφθεί βάσει του άρθρου 6 (β) του περί Αμοιβαίας Συνδρομής των Αρμόδιων Φορολογικών Αρχών των Κρατών Μελών στον Τομέα των Άμεσων Φόρων, και των Φόρων Επί των Ασφαλίστρων Νόμου, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται, αν είχε ζητηθεί πριν από την 11η Μαρτίου 2011.

Επέκταση της ευρύτερης συνεργασίας που παρέχεται σε τρίτη χώρα

16. Όταν η Δημοκρατία παρέχει προς τρίτη χώρα συνεργασία ευρύτερη από αυτήν που προβλέπει ο παρών Νόμος, η Δημοκρατία δεν μπορεί να αρνηθεί την παροχή εξίσου ευρείας συνεργασίας προς οποιοδήποτε άλλο κράτος μέλος που επιθυμεί να συμμετάσχει στην ευρύτερη αυτή αμοιβαία συνεργασία με τη Δημοκρατία.

Τυποποιημένα έντυπα και ηλεκτρονικοί μορφότυποι

17.-(1) Οι αιτήσεις παροχής πληροφοριών και διεξαγωγής διοικητικών ερευνών σύμφωνα με το άρθρο 6 και οι απαντήσεις τους, η αποδοχή παραλαβής τους, το αίτημα επιπρόσθετων πληροφοριών, η αδυναμία ή η άρνηση ικανοποίησης του αιτήματος σύμφωνα με το άρθρο 6, αποστέλλονται, όπου είναι δυνατό, με χρήση τυποποιημένων εντύπων τα οποία εγκρίνει η Επιτροπή.

(2) Τα τυποποιημένα έντυπα είναι δυνατό να συνοδεύονται από εκθέσεις, δηλώσεις και λοιπά έγγραφα ή πιστοποιημένα αντίγραφα ή αποσπάσματά τους.

(3) Η αιτούσα αρχή στη Δημοκρατία πρέπει να παρέχει στο τυποποιημένο έντυπο τουλάχιστον τις ακόλουθες πληροφορίες:

α) Τα στοιχεία ταυτοποίησης του προσώπου που υπόκειται στην εξέταση ή έρευνα·

β) το φορολογικό σκοπό για τον οποίο ζητούνται οι πληροφορίες.

(4) Η αιτούσα αρχή στη Δημοκρατία δύναται, στο βαθμό που γνωρίζει και σύμφωνα με τις διεθνείς εξελίξεις, να παρέχει το όνομα και τη διεύθυνση οποιουδήποτε προσώπου που πιστεύει ότι έχει στην κατοχή του τις αιτούμενες πληροφορίες, καθώς και οποιοδήποτε στοιχείο το οποίο δύναται να διευκολύνει τη συλλογή των πληροφοριών από τη λαμβάνουσα αρχή.

(5) Οι αυθόρμητα παρεχόμενες πληροφορίες και η αποδοχή παραλαβής τους σύμφωνα με το άρθρο 8, τα αιτήματα διοικητικών κοινοποιήσεων σύμφωνα με το άρθρο 11 και οι πληροφορίες ανατροφοδότησης σύμφωνα με το άρθρο 12 αποστέλλονται με χρήση του τυποποιημένου εντύπου που εγκρίνει η Επιτροπή.

(6) Η αυτόματη ανταλλαγή πληροφοριών σύμφωνα με το άρθρο 7 αποστέλλεται χρησιμοποιώντας τυποποιημένο ηλεκτρονικό μορφότυπο με στόχο τη διευκόλυνση της αυτόματης ανταλλαγής πληροφοριών και με βάση τον ισχύοντα ηλεκτρονικό μορφότυπο σύμφωνα με τον Κανονισμό 8 των περί Βεβαιώσεως και Εισπράξεως Φόρων (Παροχή Πληροφοριών Αναφορικά με Τόκους) Κανονισμών του 2005, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται, ο οποίος πρέπει να χρησιμοποιείται για όλους τους τύπους αυτόματης ανταλλαγής πληροφοριών και ο οποίος εγκρίνεται από την Επιτροπή.

(7)(α) Η αυτόματη ανταλλαγή πληροφοριών σχετικά με τις εκ των προτέρων διασυνοριακές αποφάσεις και τις εκ των προτέρων συμφωνίες ενδοομιλικής τιμολόγησης, όπως προβλέπεται από τις διατάξεις του άρθρου 7Α, διενεργείται με τη χρήση τυποποιημένου εντύπου το οποίο εγκρίνεται από την Επιτροπή και περιλαμβάνει μόνον τα στοιχεία που προβλέπονται στο εδάφιο (8)  του άρθρου 7Α για την ανταλλαγή πληροφοριών και τα λοιπά πεδία που συνδέονται με τα στοιχεία αυτά και απαιτούνται για την επίτευξη των στόχων του άρθρου 7Α.

(β) Η γνωστοποίηση των πληροφοριών που αναφέρεται στο άρθρο 7Α δύναται να πραγματοποιηθεί σε οποιαδήποτε από τις επίσημες γλώσσες και γλώσσες εργασίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης· η Επιτροπή δύναται να καθορίσει γλωσσικές ρυθμίσεις οι οποίες να προβλέπουν ότι τα βασικά στοιχεία των εν λόγω πληροφοριών αποστέλλονται επίσης και σε κάποια άλλη επίσημη γλώσσα και γλώσσα εργασίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

(8) Η αυτόματη ανταλλαγή πληροφοριών σχετικά με την έκθεση ανά χώρα σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 7Γ, αποστέλλεται κατά τον τύπο του εντύπου που προβλέπεται στους Πίνακες 1, 2 και 3 του Τμήματος ΙΙΙ του Παραρτήματος ΙΙΙ.

Πρακτικές ρυθμίσεις

18.-(1) Οι πληροφορίες που γνωστοποιούνται σύμφωνα με τον παρόντα Νόμο πρέπει να παρέχονται, όπου είναι δυνατό, με ηλεκτρονικά μέσα χρησιμοποιώντας το δίκτυο CCN:

Νοείται ότι, οι πληροφορίες που κοινοποιούνται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 7Γ παρέχονται μόνο με ηλεκτρονικά μέσα χρησιμοποιώντας το δίκτυο CCN.

(2)(α) Η Δημοκρατία είναι υπεύθυνη για κάθε ανάπτυξη των συστημάτων της, η οποία απαιτείται προκειμένου να καταστεί δυνατή η ανταλλαγή των πληροφοριών αυτών μέσω του δικτύου CCN, καθώς και για τη διασφάλιση της ασφάλειας των συστημάτων της.

(β) Κάθε Δηλωτέο Πρόσωπο ειδοποιείται από την αρμόδια αρχή ή από το Δηλούν Κυπριακό Χρηματοοικονομικό Ίδρυμα ή από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο, υπηρεσία ή οργανισμό που τηρεί δεδομένα του Δηλωτέου Προσώπου σε περίπτωση παραβίασης ασφάλειας που αφορά τα δεδομένα του προσώπου αυτού, όταν η παραβίαση αυτή ενδέχεται να έχει αρνητικές επιπτώσεις στην προστασία των προσωπικών του δεδομένων ή του ιδιωτικού του βίου.

(3) Η Δημοκρατία παραιτείται από κάθε αξίωση επιστροφής δαπανών που προκύπτουν κατά την εφαρμογή του παρόντος Νόμου, εξαιρουμένων, όπου απαιτείται, των αμοιβών εμπειρογνωμόνων.

(4) Οι αιτήσεις συνεργασίας, συμπεριλαμβανομένων των αιτημάτων κοινοποίησης και τα συνημμένα έγγραφα είναι δυνατό να συντάσσονται σε οποιαδήποτε γλώσσα συμφωνούν μεταξύ τους η λαμβάνουσα την αίτηση αρχή και η αιτούσα αρχή:

Νοείται ότι, οι αιτήσεις αυτές συνοδεύονται από μετάφραση στην επίσημη γλώσσα ή σε μία από τις επίσημες γλώσσες του κράτους μέλους της λαμβάνουσας την αίτηση αρχής μόνο σε ειδικές περιπτώσεις, όταν η λαμβάνουσα την αίτηση αρχή δηλώνει το λόγο για τον οποίο ζητά μετάφραση.

(5) Πρόσωπα που είναι δεόντως διαπιστευμένα από την Αρχή Διαπίστευσης Ασφαλείας της Επιτροπής επιτρέπεται να έχουν πρόσβαση στις πληροφορίες που γνωστοποιούνται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου, μόνον εφόσον είναι αναγκαίο για σκοπούς διατήρησης, συντήρησης και ανάπτυξης του ευρετηρίου που προβλέπεται στο Άρθρο 21, παράγραφος (5) της Οδηγίας 2011/16/ΕΚ όπως έχει τροποποιηθεί από την Οδηγία (ΕΕ) 2015/2376 και του δικτύου CCN.

(6) Η αρμόδια Αρχή της Δημοκρατίας έχει πρόσβαση στις πληροφορίες που καταγράφονται στο ευρετήριο που θα τεθεί σε λειτουργία σύμφωνα με το Άρθρο 21, παράγραφος 5 της Οδηγίας 2011/16ΕΚ, όπως έχει τροποποιηθεί από την Οδηγία (ΕΕ) 2015/2376.

ΜΕΡΟΣ V ΣΧΕΣΕΙΣ ΜΕ ΤΗΝ ΕΠΙΤΡΟΠΗ
Ειδικές υποχρεώσεις

19. Η Δημοκρατία λαμβάνει όλα τα αναγκαία μέτρα προκειμένου:

α) Να διασφαλίζει τον αποτελεσματικό εσωτερικό συντονισμό εντός της οργάνωσης που αναφέρεται στο άρθρο 5·

β) να εξασφαλίζει άμεση συνεργασία με τις αρχές των άλλων κρατών μελών που αναφέρονται στο άρθρο 5·

γ) να διασφαλίζει την ομαλή εκτέλεση των διαδικασιών διοικητικής συνεργασίας τις οποίες προβλέπει ο παρών Νόμος.

Αξιολόγηση

20.-(1) Η Δημοκρατία και η Επιτροπή εξετάζουν και αξιολογούν τη λειτουργία της διοικητικής συνεργασίας την οποία προβλέπει ο παρών Νόμος.

(2) Η Δημοκρατία κοινοποιεί στην Επιτροπή κάθε σχετική πληροφορία, αναγκαία για την αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας της διοικητικής συνεργασίας, σύμφωνα με τον παρόντα Νόμο, όσον αφορά τη φοροδιαφυγή και τη φοροαποφυγή.

(3) Η αρμόδια αρχή της Δημοκρατίας γνωστοποιεί στην Επιτροπή ετήσια αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας της αυτόματης ανταλλαγής πληροφοριών που αναφέρεται στο άρθρο 7 και στο άρθρο 7Α και των πρακτικών αποτελεσμάτων που έχουν επιτευχθεί.

(4) Η Δημοκρατία θα παρέχει, για σκοπούς αξιολόγησης του παρόντος Νόμου, τα στατιστικά στοιχεία που θα αναφέρονται σε κατάλογο που θα συντάξει η Επιτροπή.

(5) [Διαγράφηκε].

ΜΕΡΟΣ VI ΣΧΕΣΕΙΣ ΜΕ ΤΡΙΤΕΣ ΧΩΡΕΣ
Ανταλλαγή πληροφοριών με τρίτες χώρες

21.-(1) Όταν η αρμόδια αρχή της Δημοκρατίας λαμβάνει από τρίτη χώρα πληροφορίες οι οποίες πιθανόν να αφορούν την εφαρμογή και την επιβολή της νομοθεσίας που ισχύει στη Δημοκρατία σχετικά με τους φόρους που αναφέρονται στο άρθρο 4, η Δημοκρατία δύναται, εφόσον αυτό επιτρέπεται βάση συμφωνίας με τη συγκεκριμένη τρίτη χώρα, να παρέχει τις πληροφορίες αυτές σε αρμόδια αρχή κράτους μέλους για την οποία ενδέχεται να είναι χρήσιμες και σε όλες τις αιτούσες αρχές που το ζητούν.

(2) Η αρμόδια αρχή της Δημοκρατίας επιτρέπεται να γνωστοποιεί σε τρίτες χώρες, τηρουμένων των διατάξεων του περί Επεξεργασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (Προστασία του Ατόμου) Νόμου, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται, πληροφορίες τις οποίες αποκτά με βάση τον παρόντα Νόμο, εφόσον τηρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

(α) Η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους από το οποίο προέρχονται οι πληροφορίες έχει συναινέσει για τη γνωστοποίησή τους·

(β) η ενδιαφερόμενη τρίτη χώρα έχει δεσμευθεί να παράσχει την απαιτούμενη συνεργασία για τη συγκέντρωση αποδεικτικών στοιχείων σχετικά με την παράτυπη ή παράνομη φύση των συναλλαγών, οι οποίες φαίνεται ότι συνιστούν παραβίαση ή κατάχρηση της φορολογικής νομοθεσίας.

ΜΕΡΟΣ VII ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΤΟΥ ΠΑΡΟΝΤΟΣ ΝΟΜΟΥ
Προστασία δεδομένων

22.(1) Κάθε ανταλλαγή πληροφοριών δυνάμει του παρόντος Νόμου υπόκειται στις διατάξεις του περί Επεξεργασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (Προστασία του Ατόμου) Νόμου, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται. Ωστόσο, η Δημοκρατία, για τον σκοπό της ορθής εφαρμογής του παρόντος Νόμου, περιορίζει την εμβέλεια των  υποχρεώσεων και δικαιωμάτων που προβλέπονται από τις διατάξεις του άρθρου 10, των άρθρων 11, 12 και 24 του περί Επεξεργασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (Προστασία του Ατόμου) Νόμου, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται, στο βαθμό που απαιτείται προκειμένου να διασφαλισθούν σημαντικά οικονομικά ή χρηματοοικονομικά συμφέροντα της Δημοκρατίας, άλλου κράτους μέλους ή της Ευρωπαϊκής Ένωσης, συμπεριλαμβανομένων των νομισματικών, δημοσιονομικών και φορολογικών θεμάτων.

(2) Τα Δηλούντα Κυπριακά Χρηματοοικονομικά Ιδρύματα και η αρμόδια αρχή της Δημοκρατίας θεωρούνται υπεύθυνοι επεξεργασίας σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Επεξεργασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (Προστασία του Ατόμου) Νόμου.

(3)(α) Κατά παρέκκλιση από τα οριζόμενα στο εδάφιο (1), κάθε Δηλούν Κυπριακό Χρηματοοικονομικό Ίδρυμα υπό τη δικαιοδοσία της Δημοκρατίας ενημερώνει κάθε ενδιαφερόμενο Δηλωτέο Πρόσωπο ότι οι πληροφορίες που το αφορούν και  που προβλέπονται στο άρθρο 7(3Α), θα συλλεχθούν και θα διαβιβαστούν σύμφωνα με τον παρόντα Νόμο,

(β) Το Δηλούν Κυπριακό Χρηματοοικονομικό Ίδρυμα παρέχει σε πρόσωπο που αναφέρεται στην παράγραφο (α), κάθε πληροφορία της οποίας δικαιούται να λαμβάνει γνώση δυνάμει των διατάξεων του περί Επεξεργασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (Προστασία του Ατόμου) Νόμου, εντός επαρκούς χρονικού διαστήματος, ώστε το πρόσωπο να ασκήσει τα δικαιώματά του ως προς την προστασία δεδομένων και, σε κάθε περίπτωση, πριν το ενδιαφερόμενο Δηλούν Κυπριακό Χρηματοοικονομικό Ίδρυμα υποβάλει τις πληροφορίες που προβλέπονταιστο άρθρο 7(3Α) στην αρμόδια αρχή, η οποία τις διαβιβάζει στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους φορολογικής κατοικίας του προσώπου που αναφέρεται στην παράγραφο (α).

(4) Οι πληροφορίες που υφίστανται επεξεργασία σύμφωνα με τον παρόντα Νόμο, διατηρούνται μόνο για το χρονικό διάστημα που απαιτείται για την επιδίωξη των σκοπών του παρόντος Νόμου και, σε κάθε περίπτωση, σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Επεξεργασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (Προστασία του Ατόμου) Νόμου.

Αποτελεσματική εφαρμογή

22Α.-(1) Τα Χρηματοοικονομικά Ιδρύματα, πρόσωπα ή ενδιάμεσοι οφείλουν να μην καταστρατηγούν τις διαδικασίες υποβολής στοιχείων και δέουσας επιμέλειας, περιλαμβανομένης της διαδικασίας αυτοπιστοποίησης.

(2)(α) Τα Δηλούντα Κυπριακά Χρηματοοικονομικά Ιδρύματα οφείλουν να τηρούν αρχεία σχετικά με τα μέτρα που λαμβάνουν και τα τυχόν αποδεικτικά στοιχεία στα οποία στηρίζονται για τήρηση των διαδικασιών που προβλέπονται στο εδάφιο (1) και να λαμβάνουν κατάλληλα μέτρα γιατην πρόσβαση στα αρχεία αυτά.

(β) Τα αρχεία τα οποία τηρούνται με βάση την παράγραφο (α), τηρούνται για περίοδο τουλάχιστον πέντε (5) ετών και η περίοδος αυτή αρχίζει από το τέλος του αναφερόμενου στα στοιχεία έτους.

(3) Ο Υπουργός δύναται να καθορίζει, με Διάταγμα που δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας τα ακόλουθα:

(α) Τον τύπο και τη διαδικασία εγγραφής που προβλέπεται στο εδάφιο (3Β) του άρθρου 7·

(β) τη διαδικασία και τον χρόνο υποβολής των στοιχείων που υποβάλλουν τα Δηλούντα Κυπριακά Χρηματοοικονομικά Ιδρύματα δυνάμει του εδαφίου (3Α) του άρθρου 7.

Μέτρα κατά της αποφυγής

22Β. Σε περίπτωση που Χρηματοοικονομικό Ίδρυμα, πρόσωπο ή ενδιάμεσος προβαίνει σε συναλλαγές ή πράξεις, κύριος σκοπός, ή ένας από τους κύριους σκοπούς των οποίων είναι η αποφυγή οποιωνδήποτε υποχρεώσεων απορρέουν από τον παρόντα Νόμο, οι διατάξεις του παρόντος Νόμου θα εφαρμόζονται ως εάν τέτοιες συναλλαγές ή πράξεις δεν έχουν πραγματοποιηθεί.

Πρόσβαση στις πληροφορίες

22Γ. Η αρμόδια αρχή για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου δύναται να απαιτεί και να λαμβάνει σε οποιαδήποτε μορφή, από οποιοδήποτε πρόσωπο, βιβλία, αρχεία ή άλλα έγγραφα ή στοιχεία ή πληροφορίες που βρίσκονται υπό τον έλεγχο, την κατοχή, διάθεση ή δικαιοδοσία του προσώπου αυτού:

Νοείται ότι ανεξαρτήτως των διατάξεων οποιουδήποτε άλλου Νόμου, η αρμόδια αρχή δύναται να έχει πρόσβαση στους μηχανισμούς, στις διαδικασίες, στα έγγραφα και στις πληροφορίες που προβλέπονται στα άρθρα 61, 61Α, 61Β και 68 του περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμου.

Κυρώσεις

22Δ.-(1) Σε περίπτωση που Χρηματοοικονομικό Ίδρυμα, πρόσωπο, ή ενδιάμεσος καταστρατηγεί με οποιοδήποτε τρόπο την υποχρέωση που υπέχει δυνάμει του άρθρου 22Α(1), η αρμόδια αρχή δύναται να επιβάλει διοικητικό πρόστιμο μέχρι δύο χιλιάδες ευρώ (€2.000).

(2) Σε περίπτωση που Δηλούν Κυπριακό Χρηματοοικονομικό Ίδρυμα παραβιάσει την υποχρέωσή του δυνάμει του άρθρου 22Α(2), η αρμόδια αρχή δύναται να επιβάλει διοικητικό πρόστιμο μέχρι χίλια πεντακόσια ευρώ (€1.500).

(3) Σε περίπτωση που οποιοδήποτε πρόσωπο παραλείπει να παρέχει την πρόσβαση στις πληροφορίες η οποία  απαιτείται δυνάμει του άρθρου 22Γ, η αρμόδια αρχή δύναται να επιβάλει διοικητικό πρόστιμο μέχρι πεντακόσια ευρώ (€500).

(4) Η αρμόδια αρχή κατά την άσκηση της αρμοδιότητάς της για επιβολή διοικητικών προστίμων λαμβάνει υπόψη τη σοβαρότητα των παραβιάσεων που αναφέρονται στα εδάφια (1) έως (3).

(5) Σε περίπτωση που οποιοδήποτε πρόσωπο δεν καταβάλλει το διοικητικό πρόστιμο που επιβάλλεται δυνάμει των εδαφίων (1) έως (3) ή συνεχίζει τις παραβάσεις, οι οποίες αναφέρονται στα εδάφια (1) έως (3), η αρμόδια αρχή δύναται να αυξήσει το ποσό του εν λόγω διοικητικού προστίμου, το οποίο όμως δε δύναται να υπερβαίνει το ποσό των είκοσιχιλιάδων ευρώ (€20.000).

(6) Σε περίπτωση που Αναφέρουσα Οντότητα ή Συνιστώσα Οντότητα Ομίλου ΠΕ παραλείπει να συμμορφωθεί με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου ή καταστρατηγεί τις διατάξεις του παρόντος Νόμου εφαρμόζονται, τηρουμένων των αναλογιών, οι διατάξεις του άρθρου 50Δ του περί Βεβαιώσεως και Εισπράξεως Φόρων Νόμου.

(7) Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 22Ε, το διοικητικό πρόστιμο που επιβάλλεται δυνάμει των εδαφίων (1), (2), (3), (5) και (6), εισπράττεται ως αστικό χρέος στη Δημοκρατία.

Ιεραρχική προσφυγή

22Ε.-(1) Πρόσωπο, στο οποίο επιβλήθηκε διοικητικό πρόστιμο, δυνάμει του άρθρου 22Δ, δικαιούται, εντός προθεσμίας τριάντα (30) ημερών, από την ημερομηνία κοινοποίησης σε αυτό της απόφασης περί επιβολής του διοικητικού προστίμου, να προσφύγει στον Υπουργό, αιτούμενο τηναναθεώρηση της εν λόγω απόφασης.

(2) Ο Υπουργός εξετάζει την προσφυγή οφείλοντας να ακούσει τον προσφεύγοντα ή να δώσει σε αυτόν την ευκαιρία να υποστηρίξει γραπτώς τους λόγους στους οποίους στηρίζεται η προσφυγή και αποφασίζει -

(α) Να επικυρώσει την προσβληθείσα απόφαση∙

(β) να ακυρώσει την προσβληθείσα απόφαση∙

(γ) να τροποποιήσει την προσβληθείσα απόφαση∙

(δ) να προβεί σε έκδοση νέας απόφασης σε αντικατάσταση της προσβληθείσας.

(3) Το ποσό του διοικητικού προστίμου εισπράττεται από την αρμόδια αρχή, όταν περάσει άπρακτη η προς άσκηση προσφυγής ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου προθεσμία των εβδομήντα πέντε (75) ημερών από την κοινοποίηση της απόφασης για επιβολή του διοικητικού προστίμου στο επηρεαζόμενο πρόσωπο ή, σε περίπτωση που ασκείται προσφυγή ενώπιον του Υπουργού σύμφωνα με τις διατάξεις των εδαφίων (1) και (2), από τη διαβίβαση της απόφασης του Υπουργού επί της προσφυγής.

(4) Σε περίπτωση παράλειψης πληρωμής του κατά τον παρόντα Νόμο επιβαλλόμενου από την αρμόδια αρχή διοικητικού προστίμου, η αρμόδια αρχή λαμβάνει δικαστικά μέτρα και εισπράττει το οφειλόμενο ποσό ως αστικό χρέος οφειλόμενο προς τη Δημοκρατία.

Εμπιστευτικότητα πληροφοριών

22ΣΤ.-(1)(α) Οι πληροφορίες που κοινοποιούνται στην Επιτροπή δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 20, καθώς και οποιαδήποτε έκθεση ή έγγραφο που συντάσσεται από την Επιτροπή με βάση τις πληροφορίες αυτές, δύναται να διαβιβάζονται σε άλλα κράτη μέλη.

(β) Οι διαβιβαζόμενες πληροφορίες που προβλέπονται στην παράγραφο (α) καλύπτονται από την υποχρέωση υπηρεσιακού απορρήτου και χαίρουν της προστασίας που παρέχεται σε παρόμοιες πληροφορίες δυνάμει της εθνικής νομοθεσίας του κράτους μέλους το οποίο τις λαμβάνει.

(2) Οι εκθέσεις και τα έγγραφα που συντάσσονται από την Επιτροπή και αναφέρονται στο εδάφιο (1) επιτρέπεται να χρησιμοποιούνται μόνον για λόγους ανάλυσης και δεν δημοσιοποιούνται, ούτε καθίστανται διαθέσιμα σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο ή φορέα χωρίς τη ρητή συμφωνία της Επιτροπής.

Γνωστοποιήσεις

23. Ο Υπουργός δύναται να εκδίδει Γνωστοποιήσεις, που δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, για την καλύτερη εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος Νόμου.

Κατάργηση και μεταβατικές διατάξεις

24. Οι περί Αμοιβαίας Συνδρομής των Αρμόδιων Φορολογικών Αρχών των Κρατών Μελών στον Τομέα των Άμεσων Φόρων, και των Φόρων Επί των Ασφαλίστρων Νόμου του 2004 και 2005, καταργούνται από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου:

Νοείται ότι, η συνέχεια της νομοθεσίας δεν επηρεάζεται από την αντικατάσταση του καταργηθέντος Νόμου από τον παρόντα Νόμο.

Έναρξη της ισχύος του παρόντος Νόμου

25. Ο παρών Νόμος τίθεται σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 2013, εκτός από το άρθρο 7 το οποίο θα τεθεί σε ισχύ από την 1η Ιανουαρίου 2015.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑΤΑ
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Ι

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ I

ΚΑΝΟΝΕΣ ΥΠΟΒΟΛΗΣ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΚΑΙ ΔΕΟΥΣΑΣ ΕΠΙΜΕΛΕΙΑΣ ΟΣΟΝ ΑΦΟΡΑ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΕΠΙΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΩΝ

Στο παρόν Παράρτημα ορίζονται οι κανόνες υποβολής στοιχείων και δέουσας επιμέλειας που πρέπει να εφαρμόζουν τα Δηλούντα Κυπριακά Χρηματοοικονομικά Ιδρύματα, ώστε η Δημοκρατία να μπορεί να κοινοποιεί, μέσω αυτόματης ανταλλαγής, τις πληροφορίες που προβλέπονται στο άρθρο 7(3Α) του παρόντος Νόμου και περιγράφονται οι κανόνες που η Δημοκρατία πρέπει να τηρεί και οι διοικητικές διαδικασίες που πρέπει να ακολουθεί, ώστε να διασφαλίζεται ηαποτελεσματική εφαρμογή των παρακάτω διαδικασιών υποβολής στοιχείων και δέουσας επιμέλειας, καθώς και η συμμόρφωση προς αυτές.

 

 

ΤΜΗΜΑ I

ΓΕΝΙΚΕΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ ΥΠΟΒΟΛΗΣ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ

Α. Τηρουμένων των διατάξεων των παραγράφων Γ έως Ε, κάθε Δηλούν Κυπριακό Χρηματοοικονομικό Ίδρυμα παρέχει στην αρμόδια αρχή της Δημοκρατίας τις ακόλουθες πληροφορίες σχετικά με κάθε Δηλωτέο Λογαριασμό:

1. Το όνομα, τη διεύθυνση, το/τα κράτος/η μέλος/η κατοικίας, τον/τους Αριθμό Φορολογικής Ταυτότητας (ΑΦΤ) και την ημερομηνία και τον τόπο γέννησης, στην περίπτωση φυσικού προσώπου, κάθε Δηλωτέου Προσώπου που είναι Δικαιούχος Λογαριασμού και, στην περίπτωση Οντότητας η οποία είναι Δικαιούχος Λογαριασμού και για την οποία, κατόπιν εφαρμογής των διαδικασιών δέουσας επιμέλειας κατά τα Τμήματα V, VI και VII, διαπιστώνεται ότι διαθέτει ένα ή περισσότερα Ελέγχοντα Πρόσωπα που είναι Δηλωτέα Πρόσωπα, την ονομασία, τη διεύθυνση, το/τα κράτος/η μέλος/η και , εάν υπάρχει, άλλη/ες δικαιοδοσία/ες κατοικίας του και τον/τους ΑΦΤ της Οντότητας, καθώς και το όνομα, τη διεύθυνση, το/τα κράτος/η μέλος/η κατοικίας, τον/τους ΑΦΤ και την ημερομηνία και τον τόπο γέννησης κάθε Δηλωτέου Προσώπου·

2. τον αριθμό λογαριασμού ή λειτουργικό ισοδύναμο ελλείψει αριθμού λογαριασμού·

3. την επωνυμία και τον αριθμό ταυτοποίησης, εάν υπάρχει, του Δηλούντος Κυπριακού Χρηματοοικονομικού Ιδρύματος·

4. το υπόλοιπο ή την αξία του λογαριασμού, περιλαμβανομένης, στην περίπτωση του Ασφαλιστήριου Συμβολαίου με Αξία Εξαγοράς ή της Σύμβασης Ετήσιων Αποζημιώσεων, της Αξίας Εξαγοράς κατά τη λήξη ή της τιμής εξαγοράς σε περίπτωση πρόωρης λύσης του συμβολαίου, στο τέλος του σχετικού ημερολογιακού έτους ή άλλης αντίστοιχης περιόδου υποβολής στοιχείων, ή το κλείσιμο του λογαριασμού, εάν ο λογαριασμός έκλεισε κατά τη διάρκεια του εν λόγω έτους ή της εν λόγω περιόδου·

5.  σε περίπτωση Λογαριασμού Θεματοφυλακής:

(α) το συνολικό ακαθάριστο ποσό των τόκων, το συνολικό ακαθάριστο ποσό των μερισμάτων και το συνολικό ακαθάριστο ποσό λοιπών εισοδημάτων που προέκυψαν σε σχέση με τα περιουσιακά στοιχεία που τηρούνται στον λογαριασμό, σε κάθε περίπτωση που καταβλήθηκαν ή πιστώθηκαν στον λογαριασμό ή σε σχέση με τον λογαριασμό κατά τη διάρκεια του ημερολογιακού έτους ή άλλης αντίστοιχης περιόδου υποβολής στοιχείων· και

(β) τα συνολικά ακαθάριστα έσοδα από την πώληση ή την εξαγορά Χρηματοοικονομικών Περιουσιακών Στοιχείων τα οποία καταβλήθηκαν ή πιστώθηκαν στο λογαριασμό κατά τη διάρκεια του ημερολογιακού έτους ή άλλης αντίστοιχης περιόδου δήλωσης στοιχείων και για τα οποία το Δηλούν Κυπριακό Χρηματοοικονομικό Ίδρυμα ενήργησε ως θεματοφύλακας, μεσάζων, εντολοδόχος ή διαφορετικά ως αντιπρόσωπος του Δικαιούχου Λογαριασμού.

6. σε περίπτωση Καταθετικού Λογαριασμού, το συνολικό ακαθάριστο ποσό των τόκων που καταβλήθηκε ή πιστώθηκε στον λογαριασμό κατά τη διάρκεια του ημερολογιακού έτους ή άλλης αντίστοιχης περιόδου υποβολής στοιχείων· και

7. σε περίπτωση λογαριασμού που δεν ορίζεται στην παράγραφο Α υποπαράγραφοι 5 ή 6, το συνολικό ακαθάριστο ποσό που καταβλήθηκε ή πιστώθηκε στον Δικαιούχο Λογαριασμού σε σχέση με τον λογαριασμό, κατά τη διάρκεια του ημερολογιακού έτους ή άλλης αντίστοιχης περιόδου υποβολής στοιχείων, ως προς το οποίο το Δηλούν Κυπριακό Χρηματοοικονομικό Ίδρυμα είναι οφειλέτης ή χρεώστης, περιλαμβανομένου του συνολικού ποσού τυχόν πληρωμών εξόφλησης προς τον Δικαιούχο Λογαριασμού κατά τη διάρκεια του ημερολογιακού έτους ή άλλης αντίστοιχης περιόδου υποβολής στοιχείων.

Β. Στις υποβληθείσες πληροφορίες πρέπει να διευκρινίζεται το νόμισμα στο οποίο εκφράζεται κάθε ποσό.

Γ. Ανεξάρτητα από τις διατάξεις της παραγράφου A υποπαράγραφος 1, όσον αφορά κάθε Δηλωτέο Λογαριασμό που συνιστά Προϋπάρχοντα Λογαριασμό, ο/οι ΑΦΤ ή η ημερομηνία γέννησης δεν είναι υποχρεωτικό να δηλωθούν εάν δεν υπάρχουν στα αρχεία του Δηλούντος Κυπριακού Χρηματοοικονομικού Ιδρύματος και εάν δεν απαιτείται διαφορετικά η απόκτησή τους από το εν λόγω Δηλούν Κυπριακό Χρηματοοικονομικό Ίδρυμα βάσει της νομοθεσίας της Δημοκρατίας ή οιασδήποτε ενωσιακής νομικής πράξης.  Το Δηλούν Κυπριακό Χρηματοοικονομικό Ίδρυμα πρέπει να καταβάλλει κάθε εύλογη προσπάθεια προκειμένου να αποκτήσει τον/τους ΑΦΤ και την ημερομηνία γέννησης όσον αφορά Προϋπάρχοντες Λογαριασμούς έως το τέλος του δεύτερου ημερολογιακού έτους που έπεται του έτους κατά το οποίο οι Προϋπάρχοντες Λογαριασμοί τυτοποιήθηκαν ως Δηλωτέοι Λογαριασμοί.

Δ. Ανεξάρτητα από τις διατάξεις της παραγράφου A υποπαράγραφος 1, ο ΑΦΤ δεν είναι υποχρεωτικό να δηλωθεί εάν δεν έχει εκδοθεί από το οικείο κράτος μέλος ή από άλλη δικαιοδοσία κατοικίας.

Ε. Ανεξάρτητα από τις διατάξεις της παραγράφου A υποπαράγραφος 1, ο τόπος γέννησης δεν είναι υποχρεωτικό να δηλωθεί, εκτός εάν:

1. Το Δηλούν Κυπριακό Χρηματοοικονομικό Ίδρυμα υποχρεούται διαφορετικά να τον πληροφορηθεί και να τον δηλώσει βάσει της νομοθεσίας της Δημοκρατίας ή το Δηλούν Κυπριακό Χρηματοοικονομικό Ίδρυμα υποχρεούται ή έχει διαφορετικά υποχρεωθεί να τον πληροφορηθεί και να τον δηλώσει  δυνάμει οιασδήποτε ενωσιακής νομικής πράξης η οποία ισχύει ή ήταν σε ισχύ την 5η Ιανουαρίου 2015· και

2. διατίθεται στα ηλεκτρονικώς αναζητήσιμα στοιχεία που τηρεί το Δηλούν Χρηματοοικονομικό Ίδρυμα.

 

 

ΤΜΗΜΑ II

ΓΕΝΙΚΕΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ ΔΕΟΥΣΑΣ ΕΠΙΜΕΛΕΙΑΣ

Α.  Ένας λογαριασμός λογίζεται ως Δηλωτέος Λογαριασμός από την ημερομηνία κατά την οποία ταυτοποιείται ως τέτοιος, σύμφωνα με τις διατάξεις περί δέουσας επιμέλειας των Τμημάτων II έως VII και, εάν δεν προβλέπεται διαφορετικά, οι πληροφορίες σχετικά με Δηλωτέο Λογαριασμό πρέπει να υποβάλλονται ετησίως κατά το ημερολογιακό έτος που έπεται του έτους το οποίο αφορούν οι πληροφορίες.

Β. Το υπόλοιπο ή η αξία ενός λογαριασμού προσδιορίζεται την τελευταία ημέρα του ημερολογιακού έτους ή άλλης αντίστοιχης περιόδου υποβολής στοιχείων.

Γ. Όταν το κατώτατο όριο υπολοίπου ή αξίας πρόκειται να προσδιοριστεί την τελευταία ημέρα ημερολογιακού έτους, το σχετικό υπόλοιπο ή αξία προσδιορίζεται την τελευταία ημέρα της περιόδου υποβολής στοιχείων που λήγει το συγκεκριμένο ημερολογιακό έτος ή εντός αυτού.

Δ. Η Δημοκρατία επιτρέπει στα Δηλούντα Κυπριακά Χρηματοοικονομικά Ιδρύματα να χρησιμοποιούν παρόχους υπηρεσιών για να εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις τους σχετικά με την υποβολή στοιχείων και τη δέουσα επιμέλεια,οι οποίες ισχύουν για τα εν λόγω Δηλούντα Κυπριακά Χρηματοοικονομικά Ιδρύματα, όπως προβλέπεται στην νομοθεσία της Δημοκρατίας, αλλά οι υποχρεώσεις αυτές παραμένουν ευθύνη των Δηλούντων Κυπριακών Χρηματοοικονομικών Ιδρυμάτων.

Ε. Η Δημοκρατία επιτρέπει στα Δηλούντα Κυπριακά Χρηματοοικονομικά Ιδρύματα να εφαρμόζουν τις διαδικασίες δέουσας επιμέλειας για Νέους Λογαριασμούς σε Προϋπάρχοντες Λογαριασμούς και τις διαδικασίες δέουσας επιμέλειας για Λογαριασμούς Υψηλής Αξίας σε Λογαριασμούς Χαμηλότερης Αξίας. Όταν τα Δηλούντα Κυπριακά Χρηματοοικονομικά Ιδρύματα εφαρμόζουν τη χρήση των διαδικασιών δέουσας επιμέλειας για Νέους Λογαριασμούς σε Προϋπάρχοντες Λογαριασμούς, παραμένουν σε ισχύ οι υπόλοιποι κανόνες που ισχύουν στους Προϋπάρχοντες Λογαριασμούς.

 

 

ΤΜΗΜΑ III

ΔΕΟΥΣΑ ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΓΙΑ ΠΡΟΫΠΑΡΧΟΝΤΕΣ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΥΣ ΦΥΣΙΚΩΝ ΠΡΟΣΩΠΩΝ

Α. Εισαγωγή.

Οι ακόλουθες διαδικασίες ισχύουν για σκοπούς ταυτοποίησης των Δηλωτέων Λογαριασμών μεταξύ των Προϋπαρχόντων Λογαριασμών Φυσικών Προσώπων.

Β. Λογαριασμοί Χαμηλότερης Αξίας.

Σε ό,τι αφορά τους Λογαριασμούς Χαμηλότερης Αξίας ισχύουν οι  ακόλουθες διαδικασίες:

1. Διεύθυνση Κατοικίας.

Αν το Δηλούν Κυπριακό Χρηματοοικονομικό Ίδρυμα έχει στα αρχεία του τρέχουσα διεύθυνση κατοικίας του Δικαιούχου Λογαριασμού Φυσικών Προσώπων που βασίζεται σε Αποδεικτικό Έγγραφο, το Δηλούν Κυπριακό Χρηματοοικονομικό Ίδρυμα μπορεί να θεωρήσει ότι ο Δικαιούχος Λογαριασμού Φυσικών Προσώπων έχει τη φορολογική κατοικία του στο κράτος μέλος ή στην άλλη δικαιοδοσία όπου βρίσκεται η διεύθυνση, ώστε να προσδιοριστεί κατά πόσον ο συγκεκριμένος Δικαιούχος Λογαριασμού Φυσικών Προσώπων είναι Δηλωτέο Πρόσωπο.

2. Έρευνα σε Ηλεκτρονικό Αρχείο.

Αν το Δηλούν Κυπριακό Χρηματοοικονομικό Ίδρυμα δεν στηρίζεται σε τρέχουσα διεύθυνση κατοικίας του Δικαιούχου Λογαριασμού Φυσικών Προσώπων που βασίζεται σε Αποδεικτικό Έγγραφο όπως αναφέρεται στην παράγραφο Β υποπαράγραφος 1, το Δηλούν Κυπριακό Χρηματοοικονομικό Ίδρυμα πρέπει να ερευνήσει στα ηλεκτρονικώς αναζητήσιμα στοιχεία που διατηρεί για οποιεσδήποτε από τις ακόλουθες ενδείξεις και να εφαρμόσει τις παραγράφους Β υποπαράγραφοι 3 ως 6:

(α) Ταυτοποίηση του Δικαιούχου Λογαριασμού ως κάτοικου κράτους μέλους, εξαιρουμένης της Δημοκρατίας·

(β) τρέχουσα ταχυδρομική διεύθυνση ή διεύθυνση κατοικίας, περιλαμβανομένης ταχυδρομικής θυρίδας, σε κράτος μέλος, εξαιρουμένης της Δημοκρατίας·

(γ) ένα ή περισσότερους τηλεφωνικούς αριθμούς σε κράτος μέλος, εξαιρουμένης της Δημοκρατίας και απουσία τηλεφωνικού αριθμού στη Δημοκρατία·

(δ) πάγιες εντολές, εκτός όσων σχετίζονται με Καταθετικό Λογαριασμό, για μεταφορά κεφαλαίων σε λογαριασμό που τηρείται σε κράτος μέλος, εξαιρουμένης της Δημοκρατίας·

(ε) ισχύον πληρεξούσιο ή δικαίωμα υπογραφής που χορηγείται σε πρόσωπο με διεύθυνση σε κράτος μέλος, εξαιρουμένης της Δημοκρατίας· ή

(στ)  οδηγία φύλαξης αλληλογραφίας (“hold mail”) ή διεύθυνση με την ένδειξη “φροντίδι του” (“in-care-of”) σεκράτος μέλος, εξαιρουμένης της Δημοκρατίας αν το Δηλούν Κυπριακό Χρηματοοικονομικό Ίδρυμα δεν έχει στα αρχεία του άλλη διεύθυνση για τον Δικαιούχο Λογαριασμού.

3. Αν κατά την ηλεκτρονική έρευνα δεν ανευρεθεί καμία από τις ενδείξεις που αναφέρονται στην παράγραφο Β υποπαράγραφος 2, τότε δεν απαιτείται καμία περαιτέρω ενέργεια μέχρις ότου υπάρξει αλλαγή στις περιστάσεις, η οποία να έχει ως αποτέλεσμα τη σύνδεση μιας ή περισσότερων ενδείξεων με τον λογαριασμό ή ο λογαριασμός να καταστεί Λογαριασμός Υψηλής Αξίας.

4. Αν κατά την ηλεκτρονική έρευνα ανευρεθεί οποιαδήποτε από τις ενδείξεις που αναφέρονται στην παράγραφο Β υποπαράγραφος 2 στοιχεία α) έως ε), ή αν υπάρξει αλλαγή στις περιστάσεις η οποία έχει ως αποτέλεσμα τη σύνδεση μιας ή περισσότερων ενδείξεων με τον λογαριασμό, τότε το Δηλούν Κυπριακό Χρηματοοικονομικό Ίδρυμα οφείλει να θεωρήσει ότι ο Δικαιούχος Λογαριασμού έχει τη φορολογική κατοικία του σε κάθε κράτος μέλος, εξαιρουμένης της Δημοκρατίας για το οποίο ταυτοποιείται ένδειξη, εκτός αν επιλέξει να εφαρμόσει την παράγραφο Β υποπαράγραφος 6 και ισχύει μία από τις εξαιρέσεις της εν λόγω υποπαραγράφου αυτής σε ό,τι αφορά τον εν λόγω λογαριασμό.

5. Αν κατά την ηλεκτρονική έρευνα ανευρεθεί οδηγία φύλαξης αλληλογραφίας (“hold mail”) ή διεύθυνση με την ένδειξη “φροντίδι του” (“in-care-of”) και δεν ανευρεθεί άλλη διεύθυνση και καμία από τις άλλες ενδείξεις που απαριθμούνται στην παράγραφο Β υποπαράγραφος 2 στοιχεία (α) έως (ε) για τον Δικαιούχο Λογαριασμού,το Δηλούν Κυπριακό Χρηματοοικονομικό Ίδρυμα οφείλει, με τη σειρά που αρμόζει καλύτερα στις περιστάσεις, να εφαρμόσει την έρευνα σε αρχείο εγγράφων που περιγράφεται στην παράγραφο Γ υποπαράγραφος 2 ή να επιδιώξει να εξασφαλίσει από τον Δικαιούχο Λογαριασμού αυτοπιστοποίηση ή Αποδεικτικό Έγγραφο, ώστε να προσδιορίσει την ή τις φορολογικές κατοικίες αυτού του Δικαιούχου Λογαριασμού. Αν δεν βρεθεί ένδειξη κατά την έρευνα σε αρχείο εγγράφων και δεν καταστεί δυνατό να εξασφαλιστεί η αυτοπιστοποίηση ή το αποδεικτικό έγγραφο, το Δηλούν Κυπριακό Χρηματοοικονομικό Ίδρυμα οφείλει να δηλώσει τον λογαριασμό στην αρμόδια αρχή της Δημοκρατίας ως μη τεκμηριωμένο λογαριασμό.

6. Παρά την εξεύρεση ενδείξεων σύμφωνα με την παράγραφο Β υποπαράγραφος 2, τα Δηλούντα Κυπριακά Χρηματοοικονομικά Ιδρύματα δεν είναι υποχρεωμένα να θεωρήσουν ότι ο Δικαιούχος Λογαριασμού είναι κάτοικος κράτους μέλους, εξαιρουμένης της Δημοκρατίας αν:

(α) Στις πληροφορίες που αφορούν τον Δικαιούχο Λογαριασμού περιλαμβάνεται τρέχουσα ταχυδρομική διεύθυνση ή διεύθυνση κατοικίας στο εν λόγω κράτος μέλος, ένας ή περισσότεροι τηλεφωνικοί αριθμοί στο εν λόγω κράτος μέλος,  δεν υπάρχει τηλεφωνικός αριθμός στη Δημοκρατία ή πάγιες εντολές, σε ό,τι αφορά Χρηματοοικονομικούς Λογαριασμούς εκτός των Καταθετικών Λογαριασμών, για μεταφορά κεφαλαίων σε λογαριασμό που τηρείται σε κράτος μέλος, εξαιρουμένης της Δημοκρατίας και το Δηλούν Κυπριακό Χρηματοοικονομικό Ίδρυμα εξασφαλίζει ή έχει προηγουμένως εξετάσει και τηρεί στο αρχείο του:

(i) αυτοπιστοποίηση από τον Δικαιούχο Λογαριασμού του ή των κρατών μελών ή άλλης ή άλλων δικαιοδοσιών κατοικίας αυτού του Δικαιούχου Λογαριασμού που δεν περιλαμβάνει αυτό το κράτος μέλος· και

(ii) Αποδεικτικό Έγγραφο που βεβαιώνει ότι ο Δικαιούχος Λογαριασμού είναι μη δηλωτέος·

(β) στις πληροφορίες που αφορούν τον Δικαιούχο Λογαριασμού περιλαμβάνεται ισχύον πληρεξούσιο ή δικαίωμα υπογραφής που χορηγείται σε πρόσωπο με διεύθυνση σε αυτό το κράτος μέλος και το Δηλούν Κυπριακό Χρηματοοικονομικό Ίδρυμα εξασφαλίζει ή έχει προηγουμένως εξετάσει και τηρεί στο αρχείο του:

(i) αυτοπιστοποίηση από τον Δικαιούχο Λογαριασμού του ή των κρατών μελών ή άλλης ή άλλων δικαιοδοσιών κατοικίας αυτού του Δικαιούχου Λογαριασμού που δεν περιλαμβάνει αυτό το κράτος μέλος· ή

(ii) Αποδεικτικό Έγγραφο που βεβαιώνει ότι ο Δικαιούχος Λογαριασμού είναι μη δηλωτέος.

Γ.  Διαδικασίες Ενισχυμένης Εξέτασης για Λογαριασμούς Υψηλής Αξίας.

Σε ό,τι αφορά τους Λογαριασμούς Υψηλής Αξίας ισχύουν οι ακόλουθες διαδικασίες ενισχυμένης εξέτασης:

1. Έρευνα σε Ηλεκτρονικό Αρχείο.

Σε ό,τι αφορά τους Λογαριασμούς Υψηλής Αξίας, το Δηλούν Κυπριακό Χρηματοοικονομικό Ίδρυμα οφείλει να αναζητήσει στα ηλεκτρονικώς αναζητήσιμα στοιχεία που τηρεί το Δηλούν Κυπριακό Χρηματοοικονομικό Ίδρυμα οποιεσδήποτε από τις ενδείξεις οι οποίες αναφέρονται στην παράγραφο Β υποπαράγραφος 2.

2. Έρευνα σε Αρχείο Εγγράφων.

Αν οι βάσεις δεδομένων με δυνατότητα ηλεκτρονικής αναζήτησης του Δηλούντος Κυπριακού Χρηματοοικονομικού Ιδρύματος περιλαμβάνουν πεδία για τις πληροφορίες της παραγράφου Γ υποπαράγραφος 3 και περιέχουν όλα αυτά τα στοιχεία, τότε δεν απαιτείται περαιτέρω έρευνα σε αρχείο εγγράφων. Αν οι ηλεκτρονικές βάσεις δεδομένων δεν περιέχουν όλες αυτές τις πληροφορίες, τότε σε ό,τι αφορά Λογαριασμό Υψηλής Αξίας το Δηλούν Κυπριακό Χρηματοοικονομικό Ίδρυμα οφείλει επίσης να αναζητήσει στον τρέχοντα κύριο φάκελο του πελάτη και, αν δεν περιλαμβάνονται στον τρέχοντα κύριο φάκελο του πελάτη, στα ακόλουθα έγγραφα που σχετίζονται με τον λογαριασμό και εξασφαλίζονται από το Δηλούν Κυπριακό Χρηματοοικονομικό Ίδρυμα εντός των τελευταίων πέντε ετών οποιαδήποτε από τις ενδείξεις που αναφέρονται στην παράγραφο Β υποπαράγραφος 2:

(α) Το πιο πρόσφατο Αποδεικτικό Έγγραφο που παρελήφθη σε σχέση με τον λογαριασμό·

(β) την πιο πρόσφατη σύμβαση ανοίγματος λογαριασμού ή τεκμηρίωση·

(γ) την πιο πρόσφατη τεκμηρίωση που εξασφαλίστηκε από το Δηλούν Κυπριακό Χρηματοοικονομικό Ίδρυμα σύμφωνα με τις διαδικασίες AML/KYC ή για άλλους ρυθμιστικούς σκοπούς·

(δ) τυχόν ισχύον πληρεξούσιο ή τυχόν ισχύον έντυπο δικαιώματος υπογραφής· και

(ε)  τυχόν ισχύουσες πάγιες εντολές, εκτός όσων σχετίζονται με Καταθετικό Λογαριασμό, για μεταφορά κεφαλαίων.

3. Εξαίρεση στην περίπτωση που οι βάσεις δεδομένων περιέχουν επαρκείς πληροφορίες.

Τα  Δηλούντα Κυπριακά Χρηματοοικονομικά Ιδρύματα δεν είναι υποχρεωμένα να προβούν στην έρευνα σε αρχείο εγγράφων που περιγράφεται στην παράγραφο Γ υποπαράγραφος 2 στην περίπτωση που οι ηλεκτρονικώς αναζητήσιμες πληροφορίες των Δηλούντων Χρηματοοικονομικών Ιδρυμάτων περιλαμβάνουντα ακόλουθα:

(α) Το καθεστώς κατοικίας του Δικαιούχου Λογαριασμού·

(β) τη διεύθυνση κατοικίας και την ταχυδρομική διεύθυνση του Δικαιούχου Λογαριασμού που περιέχονται επί του παρόντος στον φάκελο που τηρεί το Δηλούν Χρηματοοικονομικό Ίδρυμα·

(γ) τον ή τους τηλεφωνικούς αριθμούς του Δικαιούχου Λογαριασμού οι οποίοι περιέχονται επί του παρόντος στον φάκελο που τηρεί το Δηλούν Χρηματοοικονομικό Ίδρυμα, εάν υπάρχουν·

(δ) στην περίπτωση Χρηματοοικονομικών Λογαριασμών εκτός των Καταθετικών Λογαριασμών, εάν υπάρχουν ισχύουσες πάγιες εντολές για μεταφορά κεφαλαίων του λογαριασμού σε άλλο λογαριασμό, περιλαμβανομένου λογαριασμού σε άλλο υποκατάστημα του Δηλούντος Κυπριακού Χρηματοοικονομικού Ιδρύματος ή σε άλλο Χρηματοοικονομικό Ίδρυμα·

(ε) εάν υπάρχει τρέχουσα οδηγία φύλαξης αλληλογραφίας (“hold mail”) ή διεύθυνση με την ένδειξη “φροντίδι του” (“in-care-of”) για τον Δικαιούχο Λογαριασμού· και

(στ) εάν υπάρχει πληρεξούσιο ή δικαίωμα υπογραφής για τον λογαριασμό.

4.  Έρευνα του υπεύθυνου λειτουργού σχέσης για πραγματική γνώση.

Πέρα από την έρευνα σε ηλεκτρονικά αρχεία και σε αρχεία εγγράφων που περιγράφονται στην παράγραφο Γ υποπαράγραφοι 1 και 2, το Δηλούν Κυπριακό Χρηματοοικονομικό Ίδρυμα λογίζει ως Δηλωτέο Λογαριασμό οποιονδήποτε Λογαριασμό Υψηλής Αξίας έχει ανατεθεί σε υπεύθυνο λειτουργό σχέσης, περιλαμβανομένων Χρηματοοικονομικών Λογαριασμών που αθροίζονται με αυτόν τον Λογαριασμό Υψηλής Αξίας, αν ο υπεύθυνος λειτουργός σχέσης γνωρίζει πραγματικά ότι ο Δικαιούχος Λογαριασμού είναι Δηλωτέο Πρόσωπο.

5.  Αποτελέσματα της ανεύρεσης ενδείξεων.

(α) Αν κατά την ενισχυμένη εξέταση των Λογαριασμών Υψηλής Αξίας που περιγράφεται παραπάνω δεν ανευρεθεί καμία από τις ενδείξεις που περιγράφονται στην παράγραφο Γ υποπαράγραφος 2 και δεν έχει διαπιστωθεί ότι ο λογαριασμός τηρείται από Δηλωτέο Πρόσωπο σύμφωνα με την παράγραφο Γ υποπαράγραφος 4, τότε δεν απαιτείται καμία περαιτέρω ενέργεια μέχρις ότου υπάρξει αλλαγή στις περιστάσεις η οποία να έχει ως αποτέλεσμα τη σύνδεση μιας ή περισσότερων ενδείξεων με τον λογαριασμό.

(β) Αν κατά την ενισχυμένη εξέταση των Λογαριασμών Υψηλής Αξίας που περιγράφεται παραπάνω ανευρεθεί οποιαδήποτε από τις ενδείξεις που περιγράφονται στην παράγραφο Γ υποπαράγραφος 2 στοιχεία (α) έως (ε), ή αν υπάρξει μεταγενέστερη αλλαγή στις περιστάσεις η οποία να έχει ως αποτέλεσμα τη σύνδεση μιας ή περισσότερων ενδείξεων με τον λογαριασμό, τότε το Δηλούν Κυπριακό Χρηματοοικονομικό Ίδρυμα οφείλει να λογίζει τον λογαριασμό ως Δηλωτέο Λογαριασμό σε ό,τι αφορά κάθε κράτος μέλος εξαιρουμένης της Δημοκρατίας για το οποίο ταυτοποιείται ένδειξη, εκτός αν επιλέξει να εφαρμόσει την παράγραφο Β υποπαράγραφος 6 και ισχύει μία από τις εξαιρέσεις της υποπαραγράφου αυτής όσον αφορά αυτόν τον λογαριασμό.

(γ) Αν κατά την ενισχυμένη εξέταση των Λογαριασμών Υψηλής Αξίας που περιγράφεται στην παράγραφο Γ ανευρεθεί οδηγία φύλαξης αλληλογραφίας (“hold mail”) ή διεύθυνση με την ένδειξη “φροντίδι του” (“ in-care-of”) και δεν βρεθεί άλλη διεύθυνση και καμία από τις άλλες ενδείξεις που απαριθμούνται στην παράγραφο Γ υποπαράγραφος 2 στοιχεία (α) έως (ε) για τον Δικαιούχο Λογαριασμού, το Δηλούν Κυπριακό Χρηματοοικονομικό Ίδρυμα οφείλει να εξασφαλίσει από αυτόν τον Δικαιούχο Λογαριασμού αυτοπιστοποίηση ή Αποδεικτικό Έγγραφο, ώστε να προσδιορίσει την ή τις φορολογικές κατοικίες του Δικαιούχου Λογαριασμού. Αν το Δηλούν Κυπριακό Χρηματοοικονομικό Ίδρυμα δεν είναι σε θέση να εξασφαλίσει τέτοια αυτοπιστοποίηση ή Αποδεικτικό Έγγραφο, οφείλει να δηλώσει τον λογαριασμό στην αρμόδια αρχή της Δημοκρατίας ως μη τεκμηριωμένο λογαριασμό.

6. Αν Προϋπάρχων Λογαριασμός Φυσικών Προσώπων δεν είναι Λογαριασμός Υψηλής Αξίας κατά την 31η Δεκεμβρίου 2015 αλλά καταστεί Λογαριασμός Υψηλής Αξίας κατά την τελευταία ημέρα επόμενου ημερολογιακού έτους, το Δηλούν Κυπριακό Χρηματοοικονομικό Ίδρυμα οφείλει να ολοκληρώσει τις διαδικασίες ενισχυμένης εξέτασης που αναφέρονται στην παράγραφο Γ όσον αφορά αυτόν τον λογαριασμό, εντός του ημερολογιακού έτους που έπεται του έτους κατά το οποίο ο λογαριασμός καθίσταται ΛογαριασμόςΥψηλής Αξίας. Αν βάσει αυτής της εξέτασης αυτός ο λογαριασμός ταυτοποιηθεί ως Δηλωτέος Λογαριασμός, το Δηλούν Κυπριακό Χρηματοοικονομικό Ίδρυμα υποβάλλει τις απαιτούμενες πληροφορίες σχετικά με τον λογαριασμό αυτό σε σχέση με το έτος κατά το οποίο ταυτοποιείται ως Δηλωτέος Λογαριασμός και τα επόμενα έτη σε ετήσια βάση, εκτός αν ο Δικαιούχος Λογαριασμού πάψει να αποτελεί Δηλωτέο Πρόσωπο.

7. Όταν τα Δηλούντα Κυπριακά Χρηματοοικονομικά Ιδρύματα εφαρμόσουν τις διαδικασίες ενισχυμένης εξέτασης που περιγράφονται στην παράγραφο Γ σε Λογαριασμό Υψηλής Αξίας, τα Δηλούντα Κυπριακά Χρηματοοικονομικά Ιδρύματα δεν είναι υποχρεωμένα να εφαρμόσουν εκ νέου τις διαδικασίες αυτές, εκτός από την έρευνα του υπεύθυνου λειτουργού σχέσης που περιγράφεται στην παράγραφο Γ υποπαράγραφος 4, στον ίδιο Λογαριασμό Υψηλής Αξίας τα επόμενα έτη, εκτός αν ο λογαριασμός είναι μη τεκμηριωμένος, οπότε τα Δηλούντα Κυπριακά Χρηματοοικονομικά Ιδρύματα οφείλουν να τις εφαρμόσουν εκ νέου ετησίως μέχρις ότου αυτός ο λογαριασμός πάψει να είναι μη τεκμηριωμένος.

8. Εάν υπάρξει αλλαγή στις περιστάσεις σε σχέση με Λογαριασμό Υψηλής Αξίας η οποία έχει ως αποτέλεσμα τη σύνδεση μιας ή περισσότερων ενδείξεων που περιγράφονται στην παράγραφο Β υποπαράγραφος 2 με τον λογαριασμό, τότε το Δηλούν Κυπριακό Χρηματοοικονομικό Ίδρυμα λογίζει τον λογαριασμό ως Δηλωτέο Λογαριασμό σε ό,τι αφορά κάθε κράτος μέλος για το οποίο ταυτοποιείται ένδειξη, εκτός αν επιλέξει να εφαρμόσει την παράγραφο Β υποπαράγραφος 6 και ισχύει μία από τις εξαιρέσεις της υποπαραγράφου αυτής όσον αφορά αυτόν τον λογαριασμό.

9. Τα Δηλούντα Κυπριακά Χρηματοοικονομικά Ιδρύματα θέτουν σε εφαρμογή διαδικασίες, ώστε να διασφαλίσουν ότι ο υπεύθυνος λειτουργός σχέσης ταυτοποιεί οποιαδήποτε αλλαγή στις περιστάσεις ενός λογαριασμού. Για παράδειγμα, αν ένας υπεύθυνος λειτουργός σχέσης ενημερωθεί ότι ο Δικαιούχος Λογαριασμού έχει νέα ταχυδρομική διεύθυνση σε άλλο κράτος μέλος, το Δηλούν Κυπριακό Χρηματοοικονομικό Ίδρυμα θεωρεί τη νέα διεύθυνση αλλαγή στις περιστάσεις και, αν επιλέξει να εφαρμόσει την παράγραφο Β υποπαράγραφος 6, εξασφαλίζει την κατάλληλη τεκμηρίωση από τον Δικαιούχο Λογαριασμού.

Δ. Η εξέταση των Προϋπαρχόντων Λογαριασμών Φυσικών Προσώπων Υψηλής Αξίας ολοκληρώνεται μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2016. Η εξέταση των Προϋπαρχόντων Λογαριασμών Φυσικών Προσώπων Χαμηλότερης Αξίας ολοκληρώνεται μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2017.

Ε. Τυχόν Προϋπάρχων Λογαριασμός Φυσικών Προσώπων που έχει ταυτοποιηθεί ως Δηλωτέος Λογαριασμός δυνάμει του παρόντος Τμήματος πρέπει να λογιστεί Δηλωτέος Λογαριασμός όλα τα επόμενα έτη, εκτός αν ο Δικαιούχος Λογαριασμού πάψει να αποτελεί Δηλωτέο Πρόσωπο.

 

 

ΤΜΗΜΑ IV

ΔΕΟΥΣΑ ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΓΙΑ ΝΕΟΥΣ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΥΣ ΦΥΣΙΚΩΝ ΠΡΟΣΩΠΩΝ

Οι ακόλουθες διαδικασίες ισχύουν για τον σκοπό της ταυτοποίησης των Δηλωτέων Λογαριασμών μεταξύ των Νέων Λογαριασμών Φυσικών Προσώπων:

A. Όσον αφορά τους Νέους Λογαριασμούς Φυσικών Προσώπων, με το άνοιγμα του λογαριασμού, το Δηλούν Κυπριακό Χρηματοοικονομικό Ίδρυμα εξασφαλίζει την αυτοπιστοποίηση, που μπορεί να είναι μέρος της τεκμηρίωσης για το άνοιγμα του λογαριασμού, η οποία επιτρέπει στο Δηλούν Κυπριακό Χρηματοοικονομικό Ίδρυμα να προσδιορίσει την ή τις φορολογικές κατοικίες του Δικαιούχου Λογαριασμού και να επιβεβαιώσει ότι η αυτοπιστοποίηση εύλογα συνάδει με τις πληροφορίες που συνέλεξε το Δηλούν Κυπριακό Χρηματοοικονομικό Ίδρυμα σε σχέση με το άνοιγμα του λογαριασμού, περιλαμβανομένης τυχόν τεκμηρίωσης που συγκέντρωσε σύμφωνα με τις διαδικασίες AML/KYC.

Β. Αν από την αυτοπιστοποίηση διαπιστώνεται ότι ο Δικαιούχος Λογαριασμού έχει τη φορολογική κατοικία του σε κράτος μέλος εξαιρουμένης της Δημοκρατίας, το Δηλούν Κυπριακό Χρηματοοικονομικό Ίδρυμα λογίζει τον λογαριασμό ως Δηλωτέο Λογαριασμό και η αυτοπιστοποίηση επίσης περιλαμβάνει τον ΑΦΤ του Δικαιούχου Λογαριασμού του εν λόγω κράτους μέλους, με την επιφύλαξη της παραγράφου Δ του Τμήματος I και την ημερομηνία γέννησης.

Γ. Εάν υπάρξει αλλαγή στις περιστάσεις που σχετίζονται με Νέο Λογαριασμό Φυσικών Προσώπων η οποία έχει ως αποτέλεσμα το Δηλούν Κυπριακό Χρηματοοικονομικό Ίδρυμα να γνωρίζει, ή να θεωρεί ευλόγως, ότι η αρχική αυτοπιστοποίηση είναι λανθασμένη ή αναξιόπιστη, το Δηλούν Κυπριακό Χρηματοοικονομικό Ίδρυμα δεν μπορεί να βασιστεί στην αρχική αυτοπιστοποίηση και εξασφαλίζει ισχύουσα αυτοπιστοποίηση που βεβαιώνει την ή τις φορολογικές κατοικίες του Δικαιούχου Λογαριασμού.

 

 

ΤΜΗΜΑ V

ΔΕΟΥΣΑ ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΓΙΑ ΠΡΟΫΠΑΡΧΟΝΤΕΣ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΥΣ ΟΝΤΟΤΗΤΩΝ

Οι ακόλουθες διαδικασίες ισχύουν για τον σκοπό της ταυτοποίησης των Δηλωτέων Λογαριασμών μεταξύ των Προϋπαρχόντων Λογαριασμών Οντοτήτων:

Α. Λογαριασμοί Οντοτήτων που δεν είναι απαραίτητο να εξεταστούν, να ταυτοποιηθούν ή να δηλωθούν.

Εκτός εάν το Δηλούν Κυπριακό Χρηματοοικονομικό Ίδρυμα αποφασίσει διαφορετικά, είτε σε ό,τι αφορά όλους τους Προϋπάρχοντες Λογαριασμούς Οντοτήτων είτε, ξεχωριστά, σε ό,τι αφορά μια σαφώς προσδιορισμένη ομάδα τέτοιων λογαριασμών, Προϋπάρχων Λογαριασμός Οντοτήτων με αθροιστικό υπόλοιπο ή αξία λογαριασμού που δεν υπερβαίνει κατά την 31η Δεκεμβρίου 2015, ποσό εκφρασμένο στο εθνικό νόμισμα της Δημοκρατίας που αντιστοιχεί σε 250 000 δολάρια ΗΠΑ δεν είναι απαραίτητο να εξεταστεί, να ταυτοποιηθεί ή να δηλωθεί ως Δηλωτέος Λογαριασμός έως ότου το αθροιστικό υπόλοιπο ή αξία του λογαριασμού υπερβεί αυτό το ποσό κατά την τελευταία ημέρα οποιουδήποτε επόμενου ημερολογιακού έτους.

Β. Λογαριασμοί Οντοτήτων που υπόκεινται σε εξέταση.

Προϋπάρχων Λογαριασμός Οντοτήτων με αθροιστικό υπόλοιπο ή αξία λογαριασμού που υπερβαίνει, κατά την 31η Δεκεμβρίου 2015, ποσό εκφρασμένο στο εθνικό νόμισμα της Δημοκρατίας που αντιστοιχεί σε 250 000 δολάρια ΗΠΑ και Προϋπάρχων Λογαριασμός Οντοτήτων που δεν υπερβαίνει αυτό το ποσό κατά την 31η Δεκεμβρίου 2015, αλλά το αθροιστικό υπόλοιπο ή η αξία του υπερβαίνει το εν λόγω ποσό κατά την τελευταία ημέρα οποιουδήποτε επόμενου ημερολογιακού έτους, εξετάζεται σύμφωνα με τις διαδικασίες που προβλέπονται στην παράγραφο Δ.

Γ. Λογαριασμοί Οντοτήτων για τους οποίους απαιτείται δήλωση.

Σε ό,τι αφορά τους Προϋπάρχοντες Λογαριασμούς Οντοτήτων που περιγράφονται στην παράγραφο Β, μόνο οι λογαριασμοί που τηρούνται από μία ή περισσότερες Οντότητες που είναι Δηλωτέα Πρόσωπα, ή από Παθητικές Μη Χρηματοοικονομικών Οντότητες (ΜΧΟ) με ένα ή περισσότερα Ελέγχοντα Πρόσωπα που είναι Δηλωτέα Πρόσωπα λογίζονται ως Δηλωτέοι Λογαριασμοί.

Δ. Διαδικασίες εξέτασης για την ταυτοποίηση Λογαριασμών Οντοτήτων που πρέπει να δηλωθούν.

Για τους Προϋπάρχοντες Λογαριασμούς Οντοτήτων που περιγράφονται στην παράγραφο Β, τα Δηλούντα Κυπριακά Χρηματοοικονομικά Ιδρύματα εφαρμόζουν τις ακόλουθες διαδικασίες εξέτασης ώστε να προσδιορίσουν εάν ο λογαριασμός τηρείται από ένα ή περισσότερα Δηλωτέα Πρόσωπα ή από παθητικές ΜΧΟ με ένα ή περισσότερα Ελέγχοντα Πρόσωπα που είναι Δηλωτέα Πρόσωπα:

1.  Προσδιορισμός του κατά πόσον η Οντότητα είναι Δηλωτέο Πρόσωπο.

(α) Εξέταση των πληροφοριών που τηρούνται για ρυθμιστικούς σκοπούς ή σκοπούς διαχείρισης σχέσεων με πελάτες, περιλαμβανομένων των πληροφοριών που συλλέγονται σύμφωνα με τις διαδικασίες AML/KYC, ώστε να προσδιοριστεί αν οι πληροφορίες υποδεικνύουν ότι ο Δικαιούχος Λογαριασμού είναι κάτοικος κράτους μέλους εξαιρουμένης της Δημοκρατίας. Για τον σκοπό αυτό, οι πληροφορίες που υποδεικνύουν ότι ο Δικαιούχος Λογαριασμού είναι κάτοικος κράτους μέλους, εξαιρουμένης της Δημοκρατίας περιλαμβάνουν τόπο ίδρυσης ή σύστασης ή διεύθυνση σε κράτος μέλος, εξαιρουμένης της Δημοκρατίας.

(β) Αν οι πληροφορίες υποδεικνύουν ότι ο Δικαιούχος Λογαριασμού είναι κάτοικος κράτους μέλους, εξαιρουμένης της Δημοκρατίας, το Δηλούν Κυπριακό Χρηματοοικονομικό Ίδρυμα λογίζει τον λογαριασμό ως Δηλωτέο Λογαριασμό εκτός αν εξασφαλίσει αυτοπιστοποίηση από τον Δικαιούχο Λογαριασμού ή προσδιορίσει ευλόγως, βάσει πληροφοριών που έχει στην κατοχή του ή που είναι διαθέσιμες στο κοινό, ότι ο Δικαιούχος Λογαριασμού δεν είναι Δηλωτέο Πρόσωπο.

2. Προσδιορισμός του κατά πόσον η Οντότητα είναι Παθητική ΜΧΟ με ένα ή περισσότερα Ελέγχοντα Πρόσωπα που είναι Δηλωτέα Πρόσωπα. Όσον αφορά Δικαιούχο Λογαριασμού Προϋπάρχοντος Λογαριασμού Οντοτήτων, περιλαμβανομένης οντότητας που είναι Δηλωτέο Πρόσωπο, το Δηλούν Κυπριακό Χρηματοοικονομικό Ίδρυμα προσδιορίζει αν ο Δικαιούχος Λογαριασμού είναι Παθητική ΜΧΟ με ένα ή περισσότερα Ελέγχοντα Πρόσωπα που είναι Δηλωτέα Πρόσωπα. Αν οποιοσδήποτε από τα Ελέγχοντα Πρόσωπα μιας Παθητικής ΜΧΟ είναι Δηλωτέο Πρόσωπο, τότε ο λογαριασμός λογίζεται ως Δηλωτέος Λογαριασμός. Προβαίνοντας στις ενέργειες αυτές, το Δηλούν Κυπριακό Χρηματοοικονομικό Ίδρυμα ακολουθεί την καθοδήγηση της παραγράφου Δ υποπαράγραφος 2 στοιχεία (α) ως (γ) με τη σειρά που αρμόζει περισσότερο στις περιστάσεις:

(α) Προσδιορισμός του κατά πόσον ο Δικαιούχος Λογαριασμού είναι Παθητική ΜΧΟ. Προκειμένου να προσδιορίσει κατά πόσον ο Δικαιούχος Λογαριασμού είναι Παθητική ΜΧΟ, το Δηλούν Κυπριακό Χρηματοοικονομικό Ίδρυμα εξασφαλίζει αυτοπιστοποίηση από τον Δικαιούχο Λογαριασμού, ώστε να εξακριβώσει το καθεστώς του, εκτός αν έχει στην κατοχή του πληροφορίες ή υπάρχουν πληροφορίες διαθέσιμες στο κοινό βάσει των οποίων μπορεί να προσδιορίσει ευλόγως ότι ο Δικαιούχος Λογαριασμού είναι Ενεργή ΜΧΟ ή Χρηματοοικονομικό Ίδρυμα εκτός Επενδυτικής Οντότητας που περιγράφεται στην παράγραφο A υποπαράγραφος 6 στοιχείο (β) του Τμήματος VIII το οποίο δεν αποτελεί Χρηματοοικονομικό Ίδρυμα Συμμετέχουσας Δικαιοδοσίας.

(β) Προσδιορισμός των Ελεγχόντων Προσώπων Δικαιούχου Λογαριασμού. Προκειμένου να προσδιορίσουν τα Ελέγχοντα Πρόσωπα Δικαιούχου Λογαριασμού, τα Δηλούντα Κυπριακά Χρηματοοικονομικά Ιδρύματα μπορούν να βασίζονται σε πληροφορίες που συλλέγονται και τηρούνται σύμφωνα με τις διαδικασίες AML/KYC.

(γ) Προσδιορισμός του κατά πόσον ένα Ελέγχον Πρόσωπο Παθητικής ΜΧΟ είναι Δηλωτέο Πρόσωπο. Προκειμένου να προσδιορίσουν κατά πόσον ένα Ελέγχον Πρόσωπο Παθητικής ΜΧΟ είναι Δηλωτέο Πρόσωπο, τα Δηλούντα Κυπριακά Χρηματοοικονομικά Ιδρύματα μπορούν να βασίζονται:

(i) σε πληροφορίες που συλλέγονται και τηρούνται σύμφωνα με τις διαδικασίες AML/KYC στην περίπτωση Προϋπάρχοντος Λογαριασμού Οντοτήτων που τηρούν μία ή περισσότερες ΜΧΟ με αθροιστικό υπόλοιπο ή αξία λογαριασμού που δεν υπερβαίνει ποσό εκφρασμένο στο εθνικό νόμισμα της Δημοκρατίας που αντιστοιχεί σε 1.000.000 δολάρια ΗΠΑ· ή

(ii) σε αυτοπιστοποίηση από τον Δικαιούχο Λογαριασμού ή σχετικό Ελέγχον Πρόσωπο του ή των κρατών μελών, εξαιρουμένης της Δημοκρατίας ή άλλης ή άλλων δικαιοδοσιών όπου έχει τη φορολογική του κατοικία το Ελέγχον Πρόσωπο.

Ε.  Χρονοδιάγραμμα της εξέτασης και πρόσθετες διαδικασίες που εφαρμόζονται στους Προϋπάρχοντες Λογαριασμούς Οντοτήτων.

1. Η εξέταση των Προϋπαρχόντων Λογαριασμών Οντοτήτων με αθροιστικό υπόλοιπο ή αξία λογαριασμού που υπερβαίνει κατά την 31η Δεκεμβρίου 2015, ποσό εκφρασμένο στο εθνικό νόμισμα της Δημοκρατίας που αντιστοιχεί σε 250.000 δολάρια ΗΠΑ πρέπει να ολοκληρωθεί μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2017.

2. Η εξέταση των Προϋπαρχόντων Λογαριασμών Οντοτήτων με αθροιστικό υπόλοιπο ή αξία λογαριασμού που δεν υπερβαίνει κατά την 31η Δεκεμβρίου 2015, ποσό εκφρασμένο στο εθνικό νόμισμα της Δημοκρατίας που αντιστοιχεί σε 250.000 δολάρια ΗΠΑ, αλλά υπερβαίνει αυτό το ποσό κατά την 31η Δεκεμβρίου επόμενου έτους, πρέπει να έχει ολοκληρωθεί μέσα στο ημερολογιακό έτος που έπεται του έτους κατά το οποίο το αθροιστικό υπόλοιπο ή η αξία υπερβαίνει αυτό το ποσό.

3. Εάν υπάρξει αλλαγή στις περιστάσεις σε σχέση με Προϋπάρχοντα Λογαριασμό Οντοτήτων που έχει ως αποτέλεσμα το Δηλούν Κυπριακό Χρηματοοικονομικό Ίδρυμα να γνωρίζει, ή να θεωρεί ευλόγως, ότι η αυτοπιστοποίηση ή άλλη τεκμηρίωση που σχετίζεται με έναν λογαριασμό είναι λανθασμένη ή αναξιόπιστη, το Δηλούν Κυπριακό Χρηματοοικονομικό Ίδρυμα προσδιορίζει εκ νέου το καθεστώς του λογαριασμού σύμφωνα με τις διαδικασίες που προβλέπονται στην παράγραφο Δ.

 

 

ΤΜΗΜΑ VI

ΔΕΟΥΣΑ ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΓΙΑ ΝΕΟΥΣ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΥΣ ΟΝΤΟΤΗΤΩΝ

Οι ακόλουθες διαδικασίες ισχύουν για τον σκοπό της ταυτοποίησης των Δηλωτέων Λογαριασμών μεταξύ των Νέων Λογαριασμών Οντοτήτων.

Διαδικασίες εξέτασης για την ταυτοποίηση Λογαριασμών Οντοτήτων που πρέπει να δηλωθούν.

Για τους Νέους Λογαριασμούς Οντοτήτων, τα Δηλούντα Κυπριακά Χρηματοοικονομικά Ιδρύματα εφαρμόζουν τις ακόλουθες διαδικασίες εξέτασης ώστε να προσδιορίσουν εάν ο λογαριασμός τηρείται από ένα ή περισσότερα Δηλωτέα Πρόσωπα ή από Παθητικές ΜΧΟ με ένα ή περισσότερα Ελέγχοντα Πρόσωπα που είναι Δηλωτέα Πρόσωπα:

1.  Προσδιορισμός κατά πόσον η Οντότητα είναι Δηλωτέο Πρόσωπο.

(α) Εξασφάλιση αυτοπιστοποίησης, που μπορεί να είναι μέρος της τεκμηρίωσης για το άνοιγμα του λογαριασμού, η οποία επιτρέπει στο Δηλούν Κυπριακό Χρηματοοικονομικό Ίδρυμα να προσδιορίσει την ή τις φορολογικές κατοικίες του Δικαιούχου Λογαριασμού και να επιβεβαιώσει ότι η αυτοπιστοποίηση αυτή εύλογα συνάδει με τις πληροφορίες που συλλέγει το Δηλούν Κυπριακό Χρηματοοικονομικό Ίδρυμα σε σχέση με το άνοιγμα του λογαριασμού, συμπεριλαμβανομένης τεκμηρίωσης που συγκεντρώνεται σύμφωναμε τις διαδικασίες AML/KYC. 
Αν η Οντότητα πιστοποιήσει ότι δεν έχει φορολογική κατοικία, το Δηλούν Κυπριακό Χρηματοοικονομικό Ίδρυμα μπορεί να βασίζεται στη διεύθυνση του κεντρικού γραφείου της Οντότητας προκειμένου να προσδιορίσει την κατοικία του Δικαιούχου Λογαριασμού.

(β) Σε περίπτωση που η αυτοπιστοποίηση υποδεικνύει ότι ο Δικαιούχος Λογαριασμού είναι κάτοικος κράτους μέλους, εξαιρουμένης της Δημοκρατίας, το Δηλούν Κυπριακό Χρηματοοικονομικό Ίδρυμα λογίζει το λογαριασμό ως Δηλωτέο Λογαριασμό εκτός αν προσδιορίσει ευλόγως, βάσει πληροφοριών που έχει στην κατοχή του ή που είναι διαθέσιμες στο κοινό, ότι ο Δικαιούχος Λογαριασμού δεν είναι Δηλωτέο Πρόσωπο σε ό,τι αφορά το συγκεκριμένο κράτος μέλος.

2. Προσδιορισμός κατά πόσον η Οντότητα είναι Παθητική ΜΧΟ με ένα ή περισσότερα Ελέγχοντα Πρόσωπα που είναι Δηλωτέα Πρόσωπα.

Όσον αφορά Δικαιούχο Λογαριασμού Νέου Λογαριασμού Οντοτήτων, περιλαμβανομένης Οντότητας που είναι Δηλωτέο Πρόσωπο, το Δηλούν Κυπριακό Χρηματοοικονομικό Ίδρυμα προσδιορίζει κατά πόσον ο Δικαιούχος Λογαριασμού είναι Παθητική ΜΧΟ με ένα ή περισσότερα Ελέγχοντα Πρόσωπα που είναι Δηλωτέα Πρόσωπα. Αν οποιοδήποτε από τα Ελέγχοντα Πρόσωπα μιας Παθητικής ΜΧΟ είναι Δηλωτέα Πρόσωπα, τότε ο λογαριασμός λογίζεται ως Δηλωτέος Λογαριασμός. Προβαίνοντας στις ενέργειες αυτές, το Δηλούν Κυπριακό Χρηματοοικονομικό Ίδρυμα ακολουθεί την καθοδήγηση της παραγράφου Α υποπαράγραφος 2 στοιχεία (α) έως (γ) με τη σειρά που αρμόζει περισσότερο στις περιστάσεις.

(α) Προσδιορισμός του κατά πόσον ο Δικαιούχος Λογαριασμού είναι Παθητική ΜΧΟ. Προκειμένου να προσδιοριστεί κατά πόσον ο Δικαιούχος Λογαριασμού είναι Παθητική ΜΧΟ, το Δηλούν Κυπριακό Χρηματοοικονομικό Ίδρυμα οφείλει να βασιστεί σε αυτοπιστοποίηση από το Δικαιούχο Λογαριασμού ώστε να εξακριβώσει το καθεστώς του, εκτός αν έχει στην κατοχή του πληροφορίες ή υπάρχουν πληροφορίες διαθέσιμες στο κοινό βάσει των οποίων μπορεί να προσδιορίσει ευλόγως ότι ο Δικαιούχος Λογαριασμού είναι Ενεργή ΜΧΟ ή Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα εκτός Επενδυτικής Οντότητας η οποία περιγράφεται στην παράγραφο A υποπαράγραφος 6 στοιχείο (β) του Τμήματος VIII που δεν αποτελεί Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα Συμμετέχουσας Δικαιοδοσίας.

(β) Προσδιορισμός των Ελεγχόντων Προσώπων Δικαιούχου Λογαριασμού. Προκειμένου να προσδιοριστούν τα Ελέγχοντα Πρόσωπα Δικαιούχου Λογαριασμού, τα Δηλούντα Κυπριακά Χρηματοοικονομικά Ιδρύματα μπορούν να βασίζονται σε πληροφορίες που συλλέγονται και τηρούνται σύμφωνα με τις διαδικασίες AML/KYC.

(γ) Προσδιορισμός του κατά πόσον ένα Ελέγχον Πρόσωπο Παθητικής ΜΧΟ είναι Δηλωτέο Πρόσωπο. Προκειμένου να προσδιοριστεί κατά πόσον το Ελέγχον Πρόσωπο Παθητικής ΜΧΟ είναι Δηλωτέο Πρόσωπο, τα Δηλούντα Κυπριακά Χρηματοοικονομικά Ιδρύματα μπορούν να βασίζονται σε αυτοπιστοποίηση από τον Δικαιούχο Λογαριασμού ή το σχετικό Ελέγχον Πρόσωπο.

 

 

ΤΜΗΜΑ VII

ΕΙΔΙΚΟΙ ΚΑΝΟΝΕΣ ΔΕΟΥΣΑΣ ΕΠΙΜΕΛΕΙΑΣ

Κατά την εφαρμογή των διαδικασιών δέουσας επιμέλειας που περιγράφονται ανωτέρω ισχύουν οι ακόλουθοι πρόσθετοι κανόνες:

Α. Αξιοπιστία αυτοπιστοποιήσεων και Αποδεικτικών Εγγράφων.

Τα Δηλούντα Κυπριακά Χρηματοοικονομικά Ιδρύματα δεν μπορούν να βασίζονται σε αυτοπιστοποίηση ή Αποδεικτικό Έγγραφο αν τα Δηλούντα Κυπριακά Χρηματοοικονομικά Ιδρύματα γνωρίζουν ή θεωρούν ευλόγως ότι η αυτοπιστοποίηση ή το Αποδεικτικό Έγγραφο είναι λανθασμένα ή αναξιόπιστα.

Β. Εναλλακτικές διαδικασίες για Χρηματοοικονομικούς Λογαριασμούς που τηρούν Άτομα Δικαιούχοι Ασφαλιστήριου Συμβολαίου με Αξία Εξαγοράς ή Σύμβαση Ετήσιων Αποζημιώσεων και για Ομαδικά Ασφαλιστήρια Συμβόλαια με Αξία Εξαγοράς ή Ομαδικές Συμβάσεις Ετήσιων Αποζημιώσεων.

Τα Δηλούντα Κυπριακά Χρηματοοικονομικά Ιδρύματα μπορούν να θεωρήσουν ότι άτομο δικαιούχος, εκτός του ιδιοκτήτη, Ασφαλιστήριου Συμβολαίου με Αξία Εξαγοράς ή Σύμβαση Ετήσιων Αποζημιώσεων στο οποίο καταβάλλεται παροχή θανάτου δεν είναι Δηλωτέο Πρόσωπο και μπορούν να θεωρήσουν έναν τέτοιο Χρηματοοικονομικό Λογαριασμό μη Δηλωτέο Λογαριασμό, εκτός αν τα Δηλούντα Κυπριακά Χρηματοοικονομικά Ιδρύματα γνωρίζουν πραγματικά, ή θεωρούν ευλόγως, ότι ο δικαιούχος είναι Δηλωτέο Πρόσωπο. Τα Δηλούντα Κυπριακά Χρηματοοικονομικά Ιδρύματα θεωρούν ευλόγως ότι ο δικαιούχος Ασφαλιστήριου Συμβολαίου με Αξία Εξαγοράς ή Σύμβασης Ετήσιων Αποζημιώσεων είναι Δηλωτέο Πρόσωπο αν οι πληροφορίες που συλλέγονται από τα Δηλούντα Κυπριακά Χρηματοοικονομικά Ιδρύματα και σχετίζονται με τον δικαιούχο περιλαμβάνουν ενδείξεις κατά τα περιγραφόμενα στην παράγραφο Β του Τμήματος III. Αν τα Δηλούντα Κυπριακά Χρηματοοικονομικά Ιδρύματα γνωρίζουν πραγματικά, ή θεωρούν ευλόγως, ότι ο δικαιούχος είναι Δηλωτέο Πρόσωπο, τα Δηλούντα Κυπριακά Χρηματοοικονομικά Ιδρύματα οφείλουν να ακολουθήσουν τις διαδικασίες που προβλέπονται στην παράγραφο Β του Τμήματος III.

Τα Δηλούντα Κυπριακά Χρηματοοικονομικά Ιδρύματα μπορούν να θεωρήσουν Χρηματοοικονομικό Λογαριασμό που αποτελεί συμμετοχικό δικαίωμα σε Ομαδικό Ασφαλιστήριο Συμβόλαιο με Αξία Εξαγοράς ή Ομαδική Σύμβαση Ετήσιων Αποζημιώσεων ως Χρηματοοικονομικό Λογαριασμό που δεν είναι Δηλωτέος Λογαριασμός μέχρι την ημερομηνία κατά την οποία ένα ποσό είναι πληρωτέο στον εργαζόμενο/κάτοχο πιστοποιητικού ή τον δικαιούχο, αν ο Χρηματοοικονομικός Λογαριασμός που αποτελεί συμμετοχικό δικαίωμα σε Ομαδικό Ασφαλιστήριο Συμβόλαιο με Αξία Εξαγοράς ή Ομαδική Σύμβαση Ετήσιων Αποζημιώσεων πληροί τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

(i) Το Ομαδικό Ασφαλιστήριο Συμβόλαιο με Αξία Εξαγοράς ή Ομαδική Σύμβαση Ετήσιων Αποζημιώσεων εκδίδεται σε εργοδότη και καλύπτει 25 ή περισσότερους εργαζόμενους/κατόχους πιστοποιητικού·

(ii) οι εργαζόμενοι/κάτοχοι πιστοποιητικού έχουν το δικαίωμα να λάβουν οποιαδήποτε συμβατική αξία σχετίζεται με τα συμφέροντά τους και να κατονομάσουν δικαιούχους για την παροχή που καταβάλλεται με τον θάνατο του εργαζομένου· και

(iii) το αθροιστικό ποσό που είναι πληρωτέο σε οποιονδήποτε εργαζόμενο/κάτοχο πιστοποιητικού ή δικαιούχο δεν υπερβαίνει ποσό εκφρασμένο στο εθνικό νόμισμα της Δημοκρατίας που αντιστοιχεί σε 1.000.000 δολάρια ΗΠΑ.

Ο όρος “Ομαδικό Ασφαλιστήριο Συμβόλαιο με Αξία Εξαγοράς” σημαίνει Ασφαλιστική Σύμβαση με Αξία Εξαγοράς που:

(i) Παρέχει κάλυψη σε άτομα τα οποία συνδέονται μέσω εργοδότη, εμπορικής ένωσης, συνδικαλιστικής οργάνωσης ή άλλης ένωσης ή ομάδας και

(ii) χρεώνει ασφάλιστρο για κάθε μέλος της ομάδας ή μέλος κατηγορίας εντός της ομάδας, το οποίο καθορίζεται χωρίς να λαμβάνονται υπόψη άλλα ατομικά χαρακτηριστικά υγείας εκτός της ηλικίας, του φύλου και των καπνιστικών συνηθειών του μέλους ή της κατηγορίας μελών της ομάδας.

Ο όρος “Ομαδική Σύμβαση Ετήσιων Αποζημιώσεων” σημαίνει Σύμβαση Ετήσιων Αποζημιώσεων σύμφωνα με την οποία οι δανειστές είναι άτομα που συνδέονται μέσω εργοδότη, εμπορικής ένωσης, συνδικαλιστικής οργάνωσης ή άλλης ένωσης ή ομάδας.

Γ.  Άθροιση υπολοίπων λογαριασμών και κανόνες για τα νομίσματα

1.  Άθροιση Λογαριασμών Φυσικών Προσώπων.

Για τον προσδιορισμό του αθροιστικού υπολοίπου ή της αθροιστικής αξίας Χρηματοοικονομικών Λογαριασμών που τηρούνται από φυσικό πρόσωπο, το Δηλούν Κυπριακό Χρηματοοικονομικό Ίδρυμα αθροίζει όλους τους Χρηματοοικονομικούς Λογαριασμούς που τηρούνται στο ίδιο ή σε Συνδεόμενη Οντότητα, αλλά μόνο στο βαθμό που τα μηχανογραφημένα συστήματά του συνδέουν τους Χρηματοοικονομικούς Λογαριασμούς μέσω στοιχείου όπως ο αριθμός πελάτη ή ο ΑΦΤ και επιτρέπουν την άθροιση των υπολοίπων ή των αξιών των λογαριασμών.  Για την εφαρμογή των απαιτήσεων άθροισης που περιγράφονται στην παρούσα παράγραφο, σε καθέναν από τους δικαιούχους κοινού Χρηματοοικονομικού Λογαριασμού καταλογίζεται ολόκληρο το υπόλοιπο ή η αξία του λογαριασμού αυτού.

2.  Άθροιση Λογαριασμών Οντοτήτων.

Για τον προσδιορισμό του αθροιστικού υπολοίπου ή της αθροιστικής αξίας Χρηματοοικονομικών Λογαριασμών που τηρούνται από Οντότητα, το Δηλούν Κυπριακό Χρηματοοικονομικό Ίδρυμα λαμβάνει υπόψη όλους τους Χρηματοοικονομικούς Λογαριασμούς που τηρούνται στο ίδιο ή σε Συνδεόμενη Οντότητα, αλλά μόνο στο βαθμό που τα μηχανογραφημένα συστήματά του συνδέουν τους Χρηματοοικονομικούς Λογαριασμούς μέσω στοιχείου όπως ο αριθμός πελάτη ή ο ΑΦΤ και επιτρέπουν την άθροιση των υπολοίπων ή των αξιών των λογαριασμών.  Για την εφαρμογή των απαιτήσεων άθροισης που περιγράφονται στην παρούσα παράγραφο, σε καθέναν από τους δικαιούχους κοινού Χρηματοοικονομικού Λογαριασμού καταλογίζεται ολόκληρο το υπόλοιπο ή η αξία του λογαριασμού αυτού.

3. Ειδικός κανόνας άθροισης για τους συμβούλους πελατείας.

Για τον προσδιορισμό του αθροιστικού υπολοίπου ή της αθροιστικής αξίας Χρηματοοικονομικών Λογαριασμών που τηρούνται από πρόσωπο με σκοπό να προσδιοριστεί αν ένας Χρηματοοικονομικός Λογαριασμός είναι Υψηλής Αξίας, το Δηλούν Κυπριακό Χρηματοοικονομικό Ίδρυμα οφείλει επίσης να αθροίζει όλους τους Χρηματοοικονομικούς Λογαριασμούς που ο υπεύθυνος λειτουργός σχέσης γνωρίζει ή ευλόγως θεωρεί ότι άμεσα ή έμμεσα ανήκουν, ελέγχονται ή έχουν ανοιχθεί , αλλά όχι με την ιδιότητα του θεματοφύλακα, από το ίδιο πρόσωπο.

4.  Ποσά που λογίζεται ότι περιλαμβάνουν το ισοδύναμό τους σε άλλα νομίσματα.

Όλα τα ποσά που εκφράζονται στο εθνικό νόμισμα της Δημοκρατίας λογίζεται ότι περιλαμβάνουν το ισοδύναμό τους σε άλλα νομίσματα, σύμφωνα με την νομοθεσία της Δημοκρατίας.

 

 

ΤΜΗΜΑ VIII

ΟΡΙΣΜΟΙ

Οι ακόλουθοι ορισμοί έχουν την έννοια που ορίζεται κάτωθι:

Α.   Δηλούν Κυπριακό Χρηματοοικονομικό Ίδρυμα

1. Ως “Δηλούν Κυπριακό Χρηματοοικονομικό Ίδρυμα” νοείται κάθε Χρηματοοικονομικό Ίδρυμα της Δημοκρατίας που δεν είναι Μη Δηλούν Κυπριακό Χρηματοοικονομικό Ίδρυμα.

Ως “Κυπριακό Χρηματοοικονομικό Ίδρυμα” νοείται:

(i) Κάθε Χρηματοοικονομικό Ίδρυμα που είναι κάτοικος της Δημοκρατίας, εξαιρουμένου κάθε υποκαταστήματος αυτού του Χρηματοοικονομικού Ιδρύματος που ευρίσκεται εκτός της Δημοκρατίας, και

(ii) κάθε ευρισκόμενο στη Δημοκρατία υποκατάστημα Χρηματοοικονομικού Ιδρύματος το οποίο δεν είναι κάτοικος της Δημοκρατίας.

2.  Ως “Χρηματοοικονομικό Ίδρυμα Συμμετέχουσας Δικαιοδοσίας” νοείται:

(i) Κάθε Χρηματοοικονομικό Ίδρυμα που είναι κάτοικος σε Συμμετέχουσα Δικαιοδοσία, εξαιρουμένου κάθε υποκαταστήματος αυτού του Χρηματοοικονομικού Ιδρύματος που ευρίσκεται εκτός της Συμμετέχουσας Δικαιοδοσίας αυτής, και

(ii) κάθε ευρισκόμενο σε Συμμετέχουσα Δικαιοδοσία υποκατάστημα Χρηματοοικονομικού Ιδρύματος το οποίο δεν είναι κάτοικος στη Συμμετέχουσα Δικαιοδοσία αυτή.

3. Ως “Χρηματοοικονομικό Ίδρυμα” νοείται κάθε Ίδρυμα Θεματοφυλακής, Ίδρυμα Καταθέσεων, Επενδυτική Οντότητα ή Καθορισμένη Ασφαλιστική Εταιρεία.

4. Ως “Ίδρυμα Θεματοφυλακής” νοείται κάθε Οντότητα που αναπτύσσει δραστηριότητα της οποίας ουσιώδης πτυχή είναι η φύλαξη Χρηματοοικονομικών Περιουσιακών Στοιχείων για λογαριασμό τρίτων. Η φύλαξη Χρηματοοικονομικών Περιουσιακών Στοιχείων για λογαριασμό τρίτων συνιστά ουσιώδη πτυχή της δραστηριότητας Οντότητας εάν το ακαθάριστο εισόδημα της Οντότητας από τη φύλαξη Χρηματοοικονομικών Περιουσιακών Στοιχείων και συναφείς χρηματοοικονομικές υπηρεσίες ανέρχεται τουλάχιστον στο 20% του ακαθάριστου εισοδήματός της κατά το βραχύτερο από τα ακόλουθα χρονικά διαστήματα:

(i) Την τριετία που λήγει την 31η Δεκεμβρίου ή την τελευταία ημέρα μη ημερολογιακής ετήσιας λογιστικής περιόδου πριν από το έτος του προσδιορισμού ή

(ii) το διάστημα κατά το οποίο υφίσταται η Οντότητα.

5. Ως “Ίδρυμα Καταθέσεων” νοείται κάθε Οντότητα που δέχεται καταθέσεις στο σύνηθες πλαίσιο τραπεζικών ή παρεμφερών δραστηριοτήτων.

6.  Ως “Επενδυτική Οντότητα” νοείται κάθε Οντότητα:

(α) Η οποία ασκεί κατά κύριο λόγο ως δραστηριότητα μία ή περισσότερες από τις ακόλουθες εργασίες ή πράξεις για λογαριασμό ή εξ ονόματος πελάτη:

(i) αγοραπωλησίες: μέσων της χρηματαγοράς (επιταγών, γραμματίων, πιστοποιητικών καταθέσεων, παραγώγων κ.λπ.), συναλλάγματος, μέσων συνδεόμενων με συνάλλαγμα, επιτόκια και δείκτες, κινητών αξιών, ή συμβολαίων μελλοντικής εκπλήρωσης επί βασικών εμπορευμάτων·

(ii) ατομική και συλλογική διαχείριση χαρτοφυλακίου· ή

(iii) άλλες δραστηριότητες επένδυσης ή διαχείρισης Χρηματοοικονομικών Περιουσιακών Στοιχείων ή χρημάτων εξ ονόματος τρίτων· ή

(β) το μικτό εισόδημα της οποίας προκύπτει κατά κύριο λόγο από επενδύσεις, επανεπενδύσεις ή αγοραπωλησίες Χρηματοοικονομικών Περιουσιακών Στοιχείων, εάν την Οντότητα διαχειρίζεται άλλη Οντότητα που είναι Ίδρυμα Καταθέσεων, Ίδρυμα Θεματοφυλακής, Καθορισμένη Ασφαλιστική Εταιρεία ή Επενδυτική Οντότητα περιγραφόμενη στην παράγραφο Α υποπαράγραφος 6 στοιχείο (α).

Μια Οντότητα θεωρείται ότι ασκεί κατά κύριο λόγο ως δραστηριότητα μία ή περισσότερες από τις εργασίες που περιγράφονται στην παράγραφο Α υποπαράγραφος 6 στοιχείο (α) ή το ακαθάριστο εισόδημά της προκύπτει κατά κύριο λόγο από επενδύσεις, επανεπενδύσεις ή αγοραπωλησίες Χρηματοοικονομικών Περιουσιακών Στοιχείων για τους σκοπούς της παραγράφου A υποπαράγραφος 6 στοιχείο (β) εάν το ακαθάριστο εισόδημά της από τις σχετικές εργασίες ανέρχεται τουλάχιστον στο 50% του ακαθάριστου εισοδήματός της κατά το βραχύτερο από ταακόλουθα χρονικά διαστήματα:

(i) Την τριετία που λήγει την 31η Δεκεμβρίου του έτους που προηγείται του έτους του προσδιορισμού ή

(ii) το διάστημα κατά το οποίο υφίσταται η Οντότητα.

Στον όρο “Επενδυτική Οντότητα” δεν περιλαμβάνονται Οντότητες που αποτελούν Ενεργές ΜΧΟ σύμφωνα με τα κριτήρια της παραγράφου Δ υποπαράγραφος 8 στοιχεία (δ) έως (ζ).

Η παρούσα παράγραφος ερμηνεύεται κατά τρόπο σύμφωνο με την παρεμφερή διατύπωση που χρησιμοποιείται για τον ορισμό του “Χρηματοοικονομικού Ιδρύματος” στις Συστάσεις της Ειδικής Ομάδας Χρηματοοικονομικής Δράσης.

7. Στον όρο “Χρηματοοικονομικό Περιουσιακό Στοιχείο” περιλαμβάνονται οι τίτλοι όπως μερίδιο στο μετοχικό κεφάλαιο εταιρειών, εταιρικά δικαιώματα ή δικαιώματα επικαρπίας σε ευρείας συμμετοχής ή εισηγμένες σε οργανωμένη αγορά προσωπικές εταιρείες ή καταπιστεύματα, γραμμάτια, ομολογίες, μη εγγυημένα ομόλογα ή άλλα αποδεικτικά οφειλής, εταιρικά δικαιώματα, εμπορεύματα, συμβάσεις ανταλλαγής (όπως συμβάσεις ανταλλαγής επιτοκίων, συμβάσεις ανταλλαγής νομισμάτων, συμβάσεις ανταλλαγής επιτοκίων διαφορετικής βάσης, συμβάσεις ανώτατου ορίου επιτοκίου, συμβάσεις κατώτατου ορίου επιτοκίου, συμβάσεις ανταλλαγής εμπορευμάτων, συμβάσεις ανταλλαγής μετοχών, συμβάσεις ανταλλαγής συνδεόμενες με δείκτες μετοχών ή παρεμφερείς συμφωνίες), Ασφαλιστικές Συμβάσεις ή Συμβάσεις Ετήσιων Αποζημιώσεων, ή κάθε δικαίωμα (συμπεριλαμβανομένων των συμβάσεων μελλοντικής εκπλήρωσης, των προθεσμιακών συμβάσεων ή συναφών δικαιωμάτων προαίρεσης) επί τίτλου, εταιρικού δικαιώματος, εμπορεύματος, σύμβασης ανταλλαγής, Ασφαλιστικής Σύμβασης ή Σύμβασης Ετήσιων Αποζημιώσεων.

Στον όρο “Χρηματοοικονομικό Περιουσιακό Στοιχείο” δεν περιλαμβάνονται μη συνδεόμενα με οφειλή άμεσα δικαιώματα επί ακίνητης περιουσίας.

8. Ως “Καθορισμένη Ασφαλιστική Εταιρεία” νοείται κάθε Οντότητα η οποία είναι ασφαλιστική εταιρεία ή η εταιρεία συμμετοχών που ελέγχει ασφαλιστική εταιρεία που προσφέρει Ασφαλιστήριο Συμβόλαιο με Αξία Εξαγοράς ή Σύμβαση Ετήσιων Αποζημιώσεων ή υποχρεούται να καταβάλλει πληρωμές δυνάμει τέτοιου είδους συμβολαίων.

Β.   Μη Δηλούν Κυπριακό Χρηματοοικονομικό Ίδρυμα

1. Ως “Μη Δηλούν Κυπριακό Χρηματοοικονομικό Ίδρυμα” νοείται κάθε Χρηματοοικονομικό Ίδρυμα που είναι:

(α) Κρατική Οντότητα, Διεθνής Οργανισμός ή Κεντρική Τράπεζα, όχι όμως όσον αφορά πληρωμή προκύπτουσα από υποχρέωση που έχει αναληφθεί σε σχέση με εμπορική χρηματοοικονομική δραστηριότητα ανήκουσα σε είδος δραστηριότητας που ασκείται από Καθορισμένη Ασφαλιστική Εταιρεία, Ίδρυμα Θεματοφυλακής ή Ίδρυμα Καταθέσεων·

(β) Συνταξιοδοτικό Ταμείο Ευρείας Συμμετοχής, Συνταξιοδοτικό Ταμείο Περιορισμένης Συμμετοχής, Συνταξιοδοτικό Ταμείο Κρατικής Οντότητας, Διεθνούς Οργανισμού ή Κεντρικής Τράπεζας, ή Εγκεκριμένος Εκδότης Πιστωτικών Καρτών·

(γ) άλλη Οντότητα που παρουσιάζει χαμηλό κίνδυνο να χρησιμοποιηθεί για φοροδιαφυγή, έχει παρεμφερή επί της ουσίας χαρακτηριστικά με οποιαδήποτε από τις Οντότητες που περιγράφονται στην παράγραφο B υποπαράγραφος 1 στοιχεία (α) και (β) και περιλαμβάνεται στον κατάλογο των Μη Δηλούντων Κυπριακών Χρηματοοικονομικών Ιδρυμάτων που αναφέρεται στο άρθρο 3 εδάφιο (5Α) του παρόντος Νόμου, εφόσον το καθεστώς της Οντότητας αυτής ως Μη Δηλούντος Κυπριακού Χρηματοοικονομικού Ιδρύματος δεν παρεμποδίζει την επίτευξη των σκοπών του παρόντος Νόμου·

(δ) Απαλλασσόμενος Οργανισμός Συλλογικών Επενδύσεων· ή

(ε) καταπίστευμα στο βαθμό που ο καταπιστευματοδόχος είναι Δηλούν Κυπριακό Χρηματοοικονομικό Ίδρυμα και δηλώνει όλες τις πληροφορίες που πρέπει να δηλώνονται σύμφωνα με το Τμήμα I για όλους τους Δηλωτέους Λογαριασμούς του καταπιστεύματος.

2. Ως “Κρατική Οντότητα” νοείται η κυβέρνηση της Δημοκρατίας ή άλλης δικαιοδοσίας, κάθε πολιτική υποδιαίρεση της Δημοκρατίας ή άλλης δικαιοδοσίας (που, για την αποφυγή αμφιβολιών, καλύπτει ως όρος τις πολιτείες, τις επαρχίες, τις περιφέρειες και τους δήμους) ή κάθε υπηρεσία ή όργανο που τελεί υπό την πλήρη κυριότητα της Δημοκρατίας ή άλλης δικαιοδοσίας ή ενός ή περισσοτέρων εκ των προαναφερόμενων (καθένα από τα οποία αποτελεί “Κρατική Οντότητα”). Στην κατηγορία αυτή περιλαμβάνονται τα συνιστώντα μέρη, οι ελεγχόμενες οντότητες και οι πολιτικές υποδιαιρέσεις της Δημοκρατίας ή άλλης δικαιοδοσίας.

(α) Ως “συνιστόν μέρος” της Δημοκρατίας ή άλλης δικαιοδοσίας νοείται κάθε πρόσωπο, οργανισμός, υπηρεσία, γραφείο, ταμείο, όργανο ή άλλος φορέας, ανεξαρτήτως ονομασίας, που αποτελεί διοικούσα αρχή στη Δημοκρατία ή στην άλλη δικαιοδοσία. Τα καθαρά έσοδα της διοικούσας αρχής πρέπει να πιστώνονται στον λογαριασμό της ή στους λογαριασμούς της Δημοκρατίας  ή της άλλης δικαιοδοσίας και κανένα μερίδιό τους δεν πρέπει να καταλήγει προς όφελος ιδιώτη. Στον όρο “συνιστών μέρος” δεν περιλαμβάνονται άτομα ασκούντα εξουσία ή κατέχοντα επίσημες ή διοικητικές θέσεις τα οποία ενεργούν ως ιδιώτες ή υπό την προσωπική τους ιδιότητα.

(β) Ως “ελεγχόμενη οντότητα” νοείται κάθε Οντότητα που είναι διακριτή ως προς τη μορφή της από τη Δημοκρατία ή άλλη δικαιοδοσία ή συνιστά άλλως διακριτή νομική οντότητα, υπό την προϋπόθεση ότι:

(i) Η Οντότητα τελεί υπό την πλήρη κυριότητα και τον πλήρη έλεγχο μιας ή περισσοτέρων Κρατικών Οντοτήτων είτε άμεσα είτε μέσω μιας ή περισσοτέρων ελεγχόμενων οντοτήτων,

(ii) τα καθαρά έσοδα της Οντότητας πιστώνονται στον λογαριασμό της ή στους λογαριασμούς ενός ή περισσοτέρων Κρατικών Οντοτήτων και κανένα μερίδιό του εισοδήματός της δεν καταλήγει προς όφελος ιδιώτη, και

(iii) με τη διάλυσή της, τα περιουσιακά στοιχεία της Οντότητας περιέρχονται σε μια ή περισσότερες Κρατικές Οντότητες.

(γ) Το εισόδημα δεν θεωρείται ότι καταλήγει προς όφελος ιδιωτών εάν τα πρόσωπα αυτά είναι οι προβλεπόμενοι δικαιούχοι κρατικού προγράμματος και οι δραστηριότητες του προγράμματος εκτελούνται υπέρ της κοινής ωφέλειας του γενικού πληθυσμού ή αφορούν τη διαχείριση ορισμένης πτυχής της διακυβέρνησης. Ωστόσο, κατά παρέκκλιση των ανωτέρω, το εισόδημα θεωρείται ότι καταλήγει προς όφελος ιδιωτών εάν προκύπτει από τη χρήση Κρατικής Οντότητας για την άσκηση εμπορικών δραστηριοτήτων, όπως, για παράδειγμα εμπορικών τραπεζικών δραστηριοτήτων, μέσω των οποίων παρέχονται χρηματοοικονομικές υπηρεσίες σε ιδιώτες.

3. Ως “Διεθνής Οργανισμός” νοείται κάθε διεθνής οργανισμός ή υπηρεσία ή όργανο που τελεί υπό την πλήρη κυριότητα αυτού. Στην κατηγορία αυτή περιλαμβάνεται κάθε διακυβερνητικός οργανισμός, περιλαμβανομένων των υπερεθνικών:

(i) Που απαρτίζεται κατά κύριο λόγο από κυβερνήσεις,

(ii) που έχει συνάψει συμφωνία έδρας ή παρεμφερή επί της ουσίας συμφωνία με το κράτος μέλος, και

(iii) του οποίου το εισόδημα δεν καταλήγει προς όφελος ιδιωτών.

4. Ως “Κεντρική Τράπεζα” νοείται κάθε ίδρυμα το οποίο, είτε διά νόμου είτε με την έγκριση της κυβέρνησης, αποτελεί, εκτός από την κυβέρνηση του κράτους μέλους αυτή καθεαυτή, την κύρια αρχή έκδοσης μέσων προοριζόμενων να κυκλοφορήσουν ως νόμισμα. Στα ιδρύματα αυτά μπορεί να περιλαμβάνονται όργανα διακριτά από την κυβέρνηση του κράτους μέλους, είτε βρίσκονται υπό την πλήρη ή μερική κυριότητα του κράτους μέλους είτε όχι.

5. Ως “Συνταξιοδοτικό Ταμείο Ευρείας Συμμετοχής” νοείται κάθε ταμείο που συνιστάται για να χορηγεί παροχές σύνταξης, αναπηρίας ή θανάτου ή συνδυασμό αυτών, ως αντάλλαγμα για παρασχεθείσες υπηρεσίες, σε δικαιούχους που είναι εν ενεργεία ή πρώην εργαζόμενοι ή πρόσωπα οριζόμενα από τους εργαζομένους αυτούς, σε έναν ή περισσότερους εργοδότες, υπό την προϋπόθεση ότι το ταμείο:

(α) Δεν έχει δικαιούχο με δικαίωμα επί των περιουσιακών στοιχείων του ταμείου που να υπερβαίνει το 5%·

(β) υπόκειται σε κρατική κανονιστική ρύθμιση και υποβάλλει δηλώσεις πληροφοριών στις φορολογικές αρχές·και

(γ) πληροί τουλάχιστον μία από τις ακόλουθες απαιτήσεις:

(i) Το ταμείο απαλλάσσεται γενικά από φόρους επί του εισοδήματός του που προέρχεται από επενδύσεις ή στο εισόδημα αυτό επιβάλλεται αναβαλλόμενος φόρος ή φόρος με μειωμένο συντελεστή, επειδή πρόκειται για συνταξιοδοτικό πρόγραμμα·

(ii) το ταμείο λαμβάνει από τους εργοδότες που το χρηματοδοτούν τουλάχιστον το 50% των συνολικών εισφορών του, πλην μεταφορών περιουσιακών στοιχείων από άλλα προγράμματα περιγραφόμενα στην παράγραφο Β υποπαράγραφοι 5 έως 7 ή από συνταξιοδοτικούς λογαριασμούς περιγραφόμενους στην παράγραφο Γ υποπαράγραφος 17 στοιχείο (α)·

(iii) διανομή ή ανάληψη ποσών από το ταμείο επιτρέπεται μόνο όταν επέρχονται συγκεκριμένα περιστατικά σχετιζόμενα με συνταξιοδότηση, αναπηρία ή θάνατο, πλην διανεμόμενων ποσών που επανατοποθετούνται σε άλλα συνταξιοδοτικά ταμεία περιγραφόμενα στην παράγραφο B υποπαράγραφοι 5 έως 7 ή σε συνταξιοδοτικούς λογαριασμούς περιγραφόμενους στην παράγραφο Γ υποπαράγραφος 17 στοιχείο (α)· διαφορετικά, εάν η διανομή ή η ανάληψη πραγματοποιηθεί πριν από τα οριζόμενα αυτά περιστατικά, επιβαρύνεται με ποινή· ή

(iv) οι εισφορές, πλην ορισμένων επιτρεπόμενων συμπληρωματικών εισφορών των εργαζομένων στο ταμείο περιορίζονται σε συνάρτηση με το δεδουλευμένο εισόδημα του εργαζομένου ή δεν επιτρέπεται να υπερβούν ετησίως ποσό εκφρασμένο στο εθνικό νόμισμα της Δημοκρατίας που αντιστοιχεί σε 50 000 δολάρια ΗΠΑ, εφαρμοζομένων των κανόνων που ορίζονται στο Τμήμα VII παράγραφος Γ για την άθροιση των λογαριασμών και τη μετατροπή νομισμάτων.

6. Ως “Συνταξιοδοτικό Ταμείο Περιορισμένης Συμμετοχής” νοείται κάθε ταμείο που συνιστάται για να χορηγεί παροχές σύνταξης, αναπηρίας ή θανάτου, ως αντάλλαγμα για παρασχεθείσες υπηρεσίες, σε δικαιούχους που είναι εν ενεργεία ή πρώην εργαζόμενοι ή πρόσωπα οριζόμενα από τους εργαζομένους αυτούς, σε έναν ή περισσότερους εργοδότες, υπό την προϋπόθεση ότι:

(α) Το ταμείο έχει λιγότερους από 50 συμμετέχοντες·

(β) το ταμείο χρηματοδοτείται από έναν ή περισσότερους εργοδότες που δεν είναι Επενδυτικές Οντότητες ή Παθητικές ΜΧΟ·

(γ) οι εισφορές των εργαζομένων και των εργοδοτών στο ταμείο, πλην μεταφορών περιουσιακών στοιχείων από συνταξιοδοτικούς λογαριασμούς περιγραφόμενους στην παράγραφο Γ υποπαράγραφος 17 στοιχείο (α), περιορίζονται σε συνάρτηση με το δεδουλευμένο εισόδημα και την αμοιβή του εργαζομένου, αντιστοίχως·

(δ) οι συμμετέχοντες που δεν είναι κάτοικοι του κράτους μέλους όπου έχει την έδρα του το ταμείο δεν έχουν δικαίωμα επί των περιουσιακών στοιχείων του ταμείου που να υπερβαίνει το 20%· και

(ε) το ταμείο υπόκειται σε κρατική κανονιστική ρύθμιση και υποβάλλει πληροφορίες στις φορολογικές αρχές.

7. Ως “Συνταξιοδοτικό Ταμείο Κρατικής Οντότητας Διεθνούς Οργανισμού ή Κεντρικής Τράπεζας” νοείται κάθε ταμείο που συνιστάται από Κρατική Οντότητα, Διεθνή Οργανισμό ή Κεντρική Τράπεζα για να χορηγεί παροχές σύνταξης, αναπηρίας ή θανάτου σε δικαιούχους ή συμμετέχοντες που είναι εν ενεργεία ή πρώην εργαζόμενοι (ή πρόσωπα οριζόμενα από τους εργαζομένους αυτούς) ή που δεν είναι εν ενεργεία ή πρώην εργαζόμενοι, εάν οι παροχές προς τους δικαιούχους ή τους συμμετέχοντες αυτούς χορηγούνται ως αντάλλαγμα για προσωπικές υπηρεσίες που παρασχέθηκαν για την Κρατική Οντότητα, τον Διεθνή Οργανισμό ή την Κεντρική Τράπεζα.

8. Ως “Εγκεκριμένος Εκδότης Πιστωτικών Καρτών” νοείται κάθε Χρηματοοικονομικό Ίδρυμα που πληροί τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

(α) Αποτελεί Χρηματοοικονομικό Ίδρυμα απλώς και μόνον επειδή είναι εκδότης πιστωτικών καρτών ο οποίος δέχεται καταθέσεις μόνον όταν ο πελάτης καταβάλλει ποσό που υπερβαίνει το χρεωστικό υπόλοιπο της κάρτας και το καταβληθέν πλεονάζον ποσό δεν επιστρέφεται αμέσως στον πελάτη· και

(β) από ή πριν από την 1η Ιανουαρίου 2016, εφαρμόζει πολιτικές και διαδικασίες ώστε είτε να μη δύναται ο πελάτης να καταβάλει πλεονάζον ποσό που να υπερβαίνει ποσό εκφρασμένο στο εθνικό νόμισμα της Δημοκρατίας που αντιστοιχεί σε 50.000 δολάρια ΗΠΑ, είτε να επιστρέφεται στον πελάτη εντός 60 ημερών κάθε καταβληθέν πλεονάζον ποσό που υπερβαίνει το εν λόγω ποσό, εφαρμοζομένων σε αμφότερες τις περιπτώσεις των κανόνων που ορίζονται στο Τμήμα VII παράγραφος Γ για την άθροιση λογαριασμών και τη μετατροπή νομισμάτων. Για τους σκοπούς του προηγούμενου εδαφίου, το καταβληθέν από τον πελάτη πλεονάζον ποσό δεν αναφέρεται σε πιστωτικά υπόλοιπα στον βαθμό που αυτά σχετίζονται με αμφισβητηθείσες χρεώσεις, αλλά περιλαμβάνει πιστωτικά υπόλοιπα που προκύπτουν από επιστροφές εμπορευμάτων.

9. Ως “Απαλλασσόμενος Οργανισμός Συλλογικών Επενδύσεων” νοείται κάθε Επενδυτική Οντότητα που υπόκειται σε κανονιστική ρύθμιση ως οργανισμός συλλογικών επενδύσεων, υπό την προϋπόθεση ότι όλα τα δικαιώματα επί του οργανισμού συλλογικών επενδύσεων τηρούνται από άτομα ή Οντότητες που δεν είναι Δηλωτέα Πρόσωπα ή μέσω τέτοιων ατόμων ή Οντοτήτων, εκτός από Παθητικές ΜΧΟ με Ελέγχοντα Πρόσωπα που είναι Δηλωτέα Πρόσωπα.

Επενδυτική Οντότητα που υπόκειται σε κανονιστική ρύθμιση ως οργανισμός συλλογικών επενδύσεων δεν παύει να θεωρείται δυνάμει της παραγράφου Β υποπαράγραφος 9 Απαλλασσόμενος Οργανισμός Συλλογικών Επενδύσεων απλώς και μόνον επειδή ο οργανισμός συλλογικών επενδύσεων έχει εκδώσει υλικές μετοχές στον κομιστή, υπό την προϋπόθεση ότι:

(α) Ο οργανισμός συλλογικών επενδύσεων δεν έχει εκδώσει και δεν εκδίδει υλικές μετοχές στον κομιστή μετά την 31η Δεκεμβρίου 2015·

(β) ο οργανισμός συλλογικών επενδύσεων αποσύρει όλες τις μετοχές αυτές όταν του παραδίδονται·

(γ) ο οργανισμός συλλογικών επενδύσεων εκτελεί όλες τις διαδικασίες δέουσας επιμέλειας που ορίζονται στα Τμήματα II έως VII και δηλώνει όλες τις πληροφορίες που πρέπει να δηλώνονται για τις μετοχές αυτές όταν προσκομίζονται για εξαγορά ή άλλη πληρωμή· και

(δ) ο οργανισμός συλλογικών επενδύσεων εφαρμόζει πολιτικές και διαδικασίες που διασφαλίζουν την εξαγορά ή την ακινητοποίηση των μετοχών αυτών το συντομότερο δυνατόν και σε κάθε περίπτωση πριν από την 1η Ιανουαρίου 2018.

Γ.   Χρηματοοικονομικός λογαριασμός

1. Ως “Χρηματοοικονομικός Λογαριασμός” νοείται λογαριασμός που τηρείται σε Χρηματοοικονομικό Ίδρυμα.

Στον όρο περιλαμβάνονται οι καταθετικοί λογαριασμοί, οι Λογαριασμοί Θεματοφυλακής και:

(α) Σε περίπτωση Επενδυτικής Οντότητας, κάθε συμμετοχικό ή συνδεόμενο με οφειλή δικαίωμα επί του Χρηματοοικονομικού Ιδρύματος. Παρά τα οριζόμενα ανωτέρω, ο όρος “Χρηματοοικονομικός Λογαριασμός” δεν περιλαμβάνει συμμετοχικά ή συνδεόμενα με οφειλή δικαιώματα επί Οντότητας που αποτελεί Επενδυτική Οντότητα απλώς και μόνον επειδή (i) παρέχει επενδυτικές συμβουλές σε πελάτη και ενεργεί εξ ονόματός του για σκοπούς επένδυσης ή διαχείρισης Χρηματοοικονομικών Περιουσιακών Στοιχείων κατατεθειμένων στο όνομα του πελάτη σε Χρηματοοικονομικό Ίδρυμα διαφορετικό από την εν λόγω Οντότητα ή (ii) διαχειρίζεται χαρτοφυλάκια και ενεργεί εξ ονόματος πελάτη για τους ίδιους σκοπούς που περιγράφονται στο σημείο (i)·

(β) σε περίπτωση Χρηματοοικονομικού Ιδρύματος που δεν περιγράφεται στην παράγραφο Γ υποπαράγραφος 1 στοιχείο (α), κάθε συμμετοχικό ή συνδεόμενο με οφειλή δικαίωμα επί του Χρηματοοικονομικού Ιδρύματος, εάν η κατηγορία των εν λόγω δικαιωμάτων δημιουργήθηκε με σκοπό την αποφυγή της υποβολής δηλώσεων σύμφωνα με το Τμήμα I· και

(γ) κάθε Ασφαλιστήριο Συμβόλαιο με Αξία Εξαγοράς ή Σύμβαση Ετήσιων Αποζημιώσεων που προσφέρεται από  Χρηματοοικονομικό Ίδρυμα ή τηρείται σε  Χρηματοοικονομικό Ίδρυμα, πλην των μη συνδεόμενων με επενδύσεις και μη μεταβιβάσιμων συμβολαίων προσόδων άμεσης καταβολής που προσφέρονται σε άτομα και καλύπτουν παροχές σύνταξης ή αναπηρίας καταβαλλόμενες στο πλαίσιο λογαριασμών που είναι Εξαιρούμενοι Λογαριασμοί. Στον όρο “Χρηματοοικονομικός Λογαριασμός” δεν περιλαμβάνονται οι Εξαιρούμενοι Λογαριασμοί.

2. Ως “Καταθετικός Λογαριασμός” νοείται κάθε εμπορικός, τρεχούμενος, αποταμιευτικός ή προθεσμιακός λογαριασμός ή λογαριασμός βεβαιούμενος από πιστοποιητικό καταθέσεων, πιστοποιητικό αποταμίευσης, πιστοποιητικό επενδύσεων, πιστοποιητικό οφειλής ή άλλο παρόμοιο μέσο που τηρείται σε Χρηματοοικονομικό Ίδρυμα στο σύνηθες πλαίσιο τραπεζικών ή παρόμοιων δραστηριοτήτων. Στον όρο “Καταθετικός Λογαριασμός” περιλαμβάνεται επίσης κάθε ποσό που τηρείται σε ασφαλιστική εταιρεία δυνάμει συμβολαίου εγγυημένης απόδοσης ή παρόμοιας συμφωνίας για την καταβολή ή την πίστωση τόκου επί του ποσού αυτού.

3. Ως “Λογαριασμός Θεματοφυλακής” νοείται κάθε λογαριασμός (πλην των Ασφαλιστηρίων Συμβολαίων με Αξία Εξαγοράς ή Συμβάσεων Ετήσιων Αποζημιώσεων) στον οποίο φυλάσσεται ένα ή περισσότερα Χρηματοοικονομικά Περιουσιακά Στοιχεία προς όφελος τρίτου.

4. Ως “Συμμετοχικό Δικαίωμα” νοείται, στην περίπτωση συνεταιρισμού που είναι Χρηματοοικονομικό Ίδρυμα, δικαίωμα είτε επί του κεφαλαίου είτε επί των κερδών του συνεταιρισμού. Στην περίπτωση καταπιστεύματος που είναι Χρηματοοικονομικό Ίδρυμα, Συμμετοχικό Δικαίωμα θεωρείται ότι κατέχει οποιοδήποτε πρόσωπο λογίζεται καταπιστευματοπάροχος ή δικαιούχος του συνόλου ή μέρους του καταπιστεύματος ή οποιοδήποτε άλλο φυσικό πρόσωπο έχει τον τελικό πραγματικό έλεγχο του καταπιστεύματος. Τα Δηλωτέα Πρόσωπα λογίζονται δικαιούχοι καταπιστεύματος εάν έχουν το δικαίωμα να λαμβάνουν άμεσα ή έμμεσα (επί παραδείγματι, μέσω εντολοδόχου) υποχρεωτική διανομή ή μπορούν να λαμβάνουν, άμεσα ή έμμεσα, προαιρετική διανομή από το καταπίστευμα.

5. Ως “Ασφαλιστήριο Συμβόλαιο” νοείται κάθε συμβόλαιο (πλην των Συμβάσεων Ετήσιων Αποζημιώσεων) βάσει του οποίου ο ασφαλιστής συμφωνεί να καταβάλει ποσό όταν επέλθει καθορισμένο περιστατικό που αφορά θάνατο, ασθένεια, ατύχημα, ζημιά, κίνδυνο σχετιζόμενο με περιουσιακά στοιχεία.

6. Ως “Σύμβαση Ετήσιων Αποζημιώσεων” νοείται κάθε συμβόλαιο βάσει του οποίου ο ασφαλιστής συμφωνεί να καταβάλλει πληρωμές για χρονική περίοδο που καθορίζεται εν όλω ή εν μέρει σε σχέση με το προσδόκιμο ζωής ενός ή περισσότερων φυσικών προσώπων. Στον όρο περιλαμβάνονται επίσης συμβόλαια που θεωρούνται Συμβάσεις Ετήσιων Αποζημιώσεων σύμφωνα με τους νόμους, τους κανονισμούς ή τις πρακτικές της Δημοκρατίας ή της δικαιοδοσίας όπου συνάπτεται το συμβόλαιο και βάσει της οποίας ο ασφαλιστής συμφωνεί να καταβάλλει πληρωμές για μια σειρά ετών.

7. Ως “Ασφαλιστήριο Συμβόλαιο με Αξία Εξαγοράς” νοείται κάθε Ασφαλιστήριο Συμβόλαιο (πλην συμβολαίου αντασφάλισης ζημιών μεταξύ δύο ασφαλιστικών εταιρειών) που έχει Αξία Εξαγοράς.

8. Ως “Αξία Εξαγοράς” νοείται το μεγαλύτερο από τα δύο ακόλουθα ποσά:

(i) το ποσό που δικαιούται να λάβει ο λήπτης της ασφάλισης σε περίπτωση εξαγοράς ή λύσης της σύμβασης (χωρίς αφαίρεση τυχόν ποινής εξαγοράς ή δανείου ληφθέντος δυνάμει της ασφαλιστικής σύμβασης) και

(ii) το ποσό που μπορεί να δανείζεται ο λήπτης της ασφάλισης δυνάμει της σύμβασης ή σε σχέση με τη σύμβαση αυτή. Ανεξάρτητα από τα  ανωτέρω, ο όρος “Αξία Εξαγοράς” δεν περιλαμβάνει τα ποσά που είναι καταβλητέα δυνάμει Ασφαλιστηρίου Συμβολαίου:

(α) αποκλειστικά λόγω θανάτου του φυσικού προσώπου που ήταν ασφαλισμένο με συμβόλαιο ασφάλισης ζωής·

(β) ως παροχή λόγω προσωπικής βλάβης ή ασθένειας ή άλλη παροχή που χορηγείται ως αποζημίωση για οικονομική ζημιά προκαλούμενη με την επέλευση του περιστατικού που καλύπτεται από την ασφάλιση·

(γ) ως επιστροφή καταβληθέντων ασφαλίστρων (μείον το κόστος των ασφαλιστικών τελών, είτε έχουν όντως επιβληθεί είτε όχι) δυνάμει Ασφαλιστηρίου Συμβολαίου (πλην συνδεδεμένης με επενδύσεις συμβολαίου ασφάλισης ζωής ή Ετήσιων Αποζημιώσεων) λόγω ακύρωσης ή λύσης του συμβολαίου, μείωσης της έκθεσης σε κινδύνους κατά την περίοδο ισχύος του συμβολαίου, ή διόρθωσης καταχώρισης ή παρόμοιου σφάλματος σε σχέση με τα ασφάλιστρα που καταβάλλονται για το συμβόλαιο·

(δ) ως μέρισμα υπέρ του λήπτη της ασφάλισης (πλην του μερίσματος λύσης) εφόσον το μέρισμα σχετίζεται με Ασφαλιστήριο Συμβόλαιο δυνάμει του οποίου καταβλητέες είναι μόνον οι παροχές που περιγράφονται στην παράγραφο Γ υποπαράγραφος 8 στοιχείο (β)· ή

(ε) ως επιστροφή προκαταβληθέντος ασφαλίστρου ή ποσού κατατεθειμένου για την κάλυψη μελλοντικών ασφαλίστρων στο πλαίσιο Ασφαλιστηρίου Συμβολαίου για το οποίο το ασφάλιστρο καταβάλλεται τουλάχιστον ετησίως, εάν το ποσό του προκαταβληθέντος ασφαλίστρου ή του κατατεθειμένου για την κάλυψη μελλοντικών ασφαλίστρων ποσού δεν υπερβαίνει το επόμενο ετήσιο ασφάλιστρο που θα πρέπει να καταβληθεί δυνάμει του συμβολαίου.

9.  Ως “Προϋπάρχων Λογαριασμός” νοείται:

(α) Χρηματοοικονομικός Λογαριασμός που τηρείται σε Δηλούν Κυπριακό Χρηματοοικονομικό Ίδρυμα κατά την 31η Δεκεμβρίου 2015·

(β) κάθε Χρηματοοικονομικός Λογαριασμός Δικαιούχου, ανεξαρτήτως της ημερομηνίας κατά την οποία ανοίχθηκε, εάν:

(i) ο Δικαιούχος Λογαριασμού τηρεί στο Δηλούν Κυπριακό Χρηματοοικονομικό Ίδρυμα ή σε Συνδεόμενη Οντότητα εντός της Δημοκρατίας, Χρηματοοικονομικό Λογαριασμό που είναι Προϋπάρχων Λογαριασμός κατά την παράγραφο Γ υποπαράγραφος 9 στοιχείο (α)·

(ii) το Δηλούν Κυπριακό Χρηματοοικονομικό Ίδρυμα και, κατά περίπτωση, η Συνδεόμενη Οντότητα εντός της Δημοκρατίας, θεωρεί τους δύο προαναφερόμενους Χρηματοοικονομικούς Λογαριασμούς, και κάθε άλλο Χρηματοοικονομικό Λογαριασμό του Δικαιούχου Λογαριασμού που θεωρείται Προϋπάρχων Λογαριασμός κατά το στοιχείο (β), ενιαίο Χρηματοοικονομικό Λογαριασμό για τους σκοπούς της τήρησης των απαιτήσεων γνώσης που ορίζονται στο Τμήμα VII παράγραφο Α και για τους σκοπούς του προσδιορισμού του υπολοίπου ή της αξίας οποιουδήποτε από τους Χρηματοοικονομικούς Λογαριασμούς αυτούς, όταν εφαρμόζει οποιοδήποτε από τα όρια για τους λογαριασμούς·

(iii) για Χρηματοοικονομικό Λογαριασμό που υπόκειται σε Διαδικασίες ΑΜL/KYC, το Δηλούν Κυπριακό Χρηματοοικονομικό Ίδρυμα επιτρέπεται να εκπληρώσει για τον συγκεκριμένο Χρηματοοικονομικό Λογαριασμό τα προβλεπόμενα στις διαδικασίες αυτές, στηριζόμενο στις Διαδικασίες ΑΜL/KYC που έχουν εκτελεστεί για τον Προϋπάρχοντα Λογαριασμό που περιγράφεται στην παράγραφο Γ υποπαράγραφος 9 στοιχείο (α)· και

(iv) το άνοιγμα του Χρηματοοικονομικού Λογαριασμού δεν απαιτεί την παροχή νέων, πρόσθετων ή τροποποιημένων πληροφοριών πελάτη από τον Δικαιούχο Λογαριασμού, εκτός εάν απαιτείται για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου.

10. Ως “Νέος Λογαριασμός” νοείται Χρηματοοικονομικός Λογαριασμός που τηρείται σε Δηλούν Κυπριακό Χρηματοοικονομικό Ίδρυμα και έχει ανοιχθεί την ή μετά από την 1η Ιανουαρίου 2016, εκτός αν θεωρείται Προϋπάρχων Λογαριασμός κατά την παράγραφο Γ υποπαράγραφος 9 στοιχείο (β).

11. Ως “Προϋπάρχων Λογαριασμός Φυσικών Προσώπων” νοείται Προϋπάρχων Λογαριασμός που τηρείται από ένα ή περισσότερα φυσικά πρόσωπα.

12. Ως “Νέος Λογαριασμός Φυσικών Προσώπων” νοείται Νέος Λογαριασμός που τηρείται από ένα ή περισσότερα άτομα.

13. Ως “Προϋπάρχων Λογαριασμός Οντοτήτων” νοείται Προϋπάρχων Λογαριασμός που τηρείται από μία ή περισσότερες Οντότητες.

14. Ως “Λογαριασμός Χαμηλότερης Αξίας” νοείται Προϋπάρχων Λογαριασμός Φυσικών Προσώπων με συνολικό υπόλοιπο ή αξία κατά την 31η Δεκεμβρίου 2015 που δεν υπερβαίνει ποσό εκφρασμένο στο εθνικό νόμισμα της Δημοκρατίας που αντιστοιχεί σε 1.000.000 δολάρια ΗΠΑ.

15. Ως “Λογαριασμός Υψηλής Αξίας” νοείται Προϋπάρχων Λογαριασμός Φυσικών Προσώπων με συνολικό υπόλοιπο ή αξία που υπερβαίνει, κατά την 31η Δεκεμβρίου 2015 ή κατά την 31η Δεκεμβρίου επόμενου έτους, ποσό εκφρασμένο στο εθνικό νόμισμα της Δημοκρατίας που αντιστοιχεί σε 1.000.000 δολάρια ΗΠΑ.

16. Ως “Νέος Λογαριασμός Οντοτήτων” νοείται Νέος Λογαριασμός που τηρείται από μία ή περισσότερες Οντότητες.

17. Ως “Εξαιρούμενος Λογαριασμός” νοείται οποιοσδήποτε από τους ακόλουθους λογαριασμούς:

(α) Συνταξιοδοτικός λογαριασμός που πληροί τις ακόλουθες απαιτήσεις:

(i) ο λογαριασμός υπόκειται σε ρύθμιση ως προσωπικός συνταξιοδοτικός λογαριασμός ή αποτελεί μέρος καταχωρισμένου ή ρυθμιζόμενου συνταξιοδοτικού προγράμματος για παροχές σύνταξης, περιλαμβανομένων των παροχών αναπηρίας ή θανάτου·

(ii) ο λογαριασμός υπόκειται σε ευνοϊκό φορολογικό καθεστώς (δηλαδή, οι εισφορές στον λογαριασμό, οι οποίες άλλως θα φορολογούνταν, εκπίπτουν ή εξαιρούνται από το ακαθάριστο εισόδημα του Δικαιούχου Λογαριασμού ή φορολογούνται με μειωμένο συντελεστή, ή το εισόδημα από επενδύσεις που προέρχεται από τον λογαριασμό υπόκειται σε αναβαλλόμενο φόρο ή σε μειωμένο φορολογικό συντελεστή)·

(iii) απαιτείται η διαβίβαση πληροφοριών προς τις φορολογικές αρχές, σε ό,τι αφορά τον λογαριασμό·

(iv) επιτρέπονται οι αναλήψεις μόνον εφόσον έχει συμπληρωθεί συγκεκριμένο όριο ηλικίας, έχει επέλθει αναπηρία ή θάνατος· ή επιβάλλονται ποινές για τις αναλήψεις που πραγματοποιούνται πριν από την επέλευση τέτοιων καθορισμένων γεγονότων· και

(v) είτε (i) οι ετήσιες εισφορές είναι ίσες ή κατώτερες ποσού εκφρασμένου στο εθνικό νόμισμα της Δημοκρατίας που αντιστοιχεί σε 50.000 δολάρια ΗΠΑ είτε (ii) προβλέπεται μέγιστο όριο εισφορών εφ'όρου ζωής ίσων ή κατώτερων ποσού εκφρασμένου στο εθνικό νόμισμα της Δημοκρατίας που αντιστοιχεί σε 1.000.000 δολάρια ΗΠΑ, ενώ εφαρμόζονται και στις δύο περιπτώσεις οι κανόνες που προβλέπονται στο Τμήμα VII παράγραφο Γ για την άθροιση λογαριασμών και τη μετατροπή νομισμάτων.

Χρηματοοικονομικός Λογαριασμός, ο οποίος πληροί κατά τα λοιπά την απαίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο Γ υποπαράγραφος 17 στοιχείο (α) σημείο (v), δεν παραβιάζει την απαίτηση αυτή για τον λόγο και μόνον ότι ο εν λόγω Χρηματοοικονομικός Λογαριασμός μπορεί να δεχθεί περιουσιακά στοιχεία ή κεφάλαια που μεταφέρονται από έναν ή περισσότερους Χρηματοοικονομικούς Λογαριασμούς που πληρούν τις απαιτήσεις που προβλέπονται στην παράγραφο Γ υποπαράγραφος 17 στοιχείο (α) ή (β) ή από ένα ή περισσότερα συνταξιοδοτικά ταμεία που πληρούν τις απαιτήσεις που προβλέπονται στην παράγραφο Β υποπαράγραφοι 5 έως 7·

(β) λογαριασμός που πληροί τις ακόλουθες απαιτήσεις:

(i) ο λογαριασμός υπόκειται σε ρύθμιση ως οργανισμός επενδύσεων με σκοπούς άλλους από αυτούς της συνταξιοδότησης και αποτελεί αντικείμενο τακτικής διαπραγμάτευσης σε αναγνωρισμένη αγορά κινητών αξιών ή ο λογαριασμός υπόκειται σε ρύθμιση ως οργανισμός αποταμίευσης με σκοπούς άλλους από αυτούς της συνταξιοδότησης·

(ii) ο λογαριασμός υπόκειται σε ευνοϊκό φορολογικό καθεστώς (δηλαδή, οι εισφορές στον λογαριασμό, οι οποίες άλλως θα φορολογούνταν, εκπίπτουν ή εξαιρούνται από το ακαθάριστο εισόδημα του Δικαιούχου Λογαριασμού ή φορολογούνται με μειωμένο συντελεστή, ή το εισόδημα από επενδύσεις που προέρχεται από τον λογαριασμό υπόκειται σε αναβαλλόμενο φόρο ή σε μειωμένο φορολογικό συντελεστή)·

(iii) επιτρέπονται οι αναλήψεις μόνον εφόσον έχουν εκπληρωθεί συγκεκριμένα κριτήρια που αφορούν τον σκοπό του λογαριασμού επένδυσης ή αποταμίευσης (για παράδειγμα την παροχή εκπαιδευτικών ή ιατρικών ωφελειών) ή επιβάλλονται ποινές για τις αναλήψεις που πραγματοποιούνται πριν από την εκπλήρωση των εν λόγω κριτηρίων· και

(iv) οι ετήσιες εισφορές είναι ίσες ή κατώτερες ποσού εκφρασμένου στο εθνικό νόμισμα της Δημοκρατίας που αντιστοιχεί σε 50.000 δολάρια ΗΠΑ, εφαρμοζόμενων των κανόνων που προβλέπονται στο Τμήμα VII παράγραφος Γ για την άθροιση λογαριασμών και τη μετατροπή νομισμάτων.

Χρηματοοικονομικός Λογαριασμός, ο οποίος πληροί κατά τα λοιπά την απαίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο Γ υποπαράγραφος 17 στοιχείο (β) σημείο (iv), δεν παραβιάζει την απαίτηση αυτή για τον λόγο και μόνον ότι ο εν λόγω Χρηματοοικονομικός Λογαριασμός μπορεί να δεχθεί περιουσιακά στοιχεία ή κεφάλαια που μεταφέρονται από έναν ή περισσότερους Χρηματοοικονομικούς Λογαριασμούς που πληρούν τις απαιτήσεις που προβλέπονται στην παράγραφο Γ υποπαράγραφος 17 στοιχείο (α) ή (β) ή από ένα ή περισσότερα συνταξιοδοτικά ταμεία που πληρούν τις απαιτήσεις που προβλέπονται στην παράγραφο Β υποπαράγραφοι 5 έως 7·

(γ) συμβόλαιο ασφάλισης ζωής με περίοδο κάλυψης που λήγει πριν συμπληρώσει ο ασφαλισμένος το ενενηκοστό έτος της ηλικίας του, υπό την προϋπόθεση ότι το συμβόλαιο πληροί τις ακόλουθες απαιτήσεις:

(i) καταβάλλονται περιοδικά ασφάλιστρα, τα οποία δεν μειώνονται με την πάροδο του χρόνου, τουλάχιστον σε ετήσια βάση κατά τη διάρκεια της περιόδου ισχύος του συμβολαίου ή μέχρι να συμπληρώσει ο ασφαλισμένος το ενενηκοστό έτος της ηλικίας του, αναλόγως ποιο χρονικό διάστημα είναι βραχύτερο·

(ii) δεν είναι δυνατόν για οποιοδήποτε πρόσωπο να λάβει παροχές του συμβολαίου (μέσω ανάληψης, δανείου ή με άλλον τρόπο), χωρίς λύση του·

(iii) το ποσό (εκτός της παροχών θανάτου) που είναι πληρωτέο σε περίπτωση ακύρωσης ή λύσης του συμβολαίου δεν μπορεί να υπερβεί το άθροισμα των ασφαλίστρων που έχουν καταβληθεί για το συμβόλαιο, μείον το ποσό που αντιστοιχεί στις επιβαρύνσεις λόγω θανάτου, ασθένειας και δαπανών (είτε έχουν πράγματι επιβληθεί είτε όχι) για την περίοδο ή τις περιόδους ισχύος του συμβολαίου και τυχόν ποσών που έχουν καταβληθεί πριν από την ακύρωση ή τη λύση του συμβολαίου· και

(iv) το συμβόλαιο δεν διακρατείται από εκδοχέα έναντι αξίας·

(δ) λογαριασμός που ανήκει αποκλειστικά σε κληρονομιά, εφόσον στα έγγραφα του λογαριασμού περιλαμβάνεται αντίγραφο της διαθήκης του θανόντος ή πιστοποιητικό θανάτου·

(ε) λογαριασμός που έχει ανοιχθεί σε σύνδεση με οποιοδήποτε από τα ακόλουθα:

(i) διαταγή ή απόφαση δικαστηρίου·

(ii) πώληση, ανταλλαγή ή μίσθωση εμπράγματης ή προσωπικής περιουσίας, υπό την προϋπόθεση ότι ο λογαριασμός πληροί τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

Α. ο λογαριασμός τροφοδοτείται αποκλειστικά με ποσά που προέρχονται από προκαταβολή, χρήματα που καταβάλλονται για την επιβεβαίωση σύμβασης (earnest money), κατάθεση ποσού κατάλληλου για την εξασφάλιση υποχρέωσης που συνδέεται άμεσα με τη συναλλαγή ή παρόμοια πληρωμή, ή χρηματοδοτείται με Χρηματοοικονομικό Περιουσιακό Στοιχείο που κατατίθεται στον λογαριασμό σε σύνδεση με την πώληση, την ανταλλαγή ή τη μίσθωση περιουσιακού στοιχείου·

Β. ο λογαριασμός ανοίγεται και χρησιμοποιείται με αποκλειστικό σκοπό την εξασφάλιση της υποχρέωσης του αγοραστή να καταβάλει το τίμημα της πώλησης του περιουσιακού στοιχείου, του πωλητή να καταβάλει οποιαδήποτε αποζημίωση για ενδεχόμενη υποχρέωση, ή του εκμισθωτή ή του μισθωτή να καταβάλει αποζημίωση σχετικά με το μισθωμένο περιουσιακό στοιχείο, όπως έχει συμφωνηθεί στα πλαίσια της μίσθωσης·

Γ. τα περιουσιακά στοιχεία που περιέχονται στον λογαριασμό, περιλαμβανομένου του εισοδήματος που προέρχεται από τον λογαριασμό, θα καταβληθούν ή θα διατεθούν με άλλον τρόπο προς όφελος του αγοραστή, του πωλητή, του εκμισθωτή ή του μισθωτή (μεταξύ άλλων για να εκπληρωθεί υποχρέωση του εν λόγω προσώπου), όταν το περιουσιακό στοιχείο πωληθεί, ανταλλαγεί ή παραδοθεί, ή όταν λυθεί η μίσθωση·

Δ. ο λογαριασμός δεν είναι λογαριασμός περιθωρίου ή παρόμοιος λογαριασμός που έχει ανοιχθεί στα πλαίσια πώλησης ή ανταλλαγής Χρηματοοικονομικού Περιουσιακού Στοιχείου· και

Ε. ο λογαριασμός δεν συνδέεται με λογαριασμό περιγραφόμενο στην παράγραφο Γ υποπαράγραφος 17 στοιχείο (στ)·

(iii) υποχρέωση Χρηματοοικονομικού Ιδρύματος που διαχειρίζεται δάνειο εξασφαλιζόμενο με εμπράγματο περιουσιακό στοιχείο να κρατά μέρος του καταβαλλόμενου ποσού με αποκλειστικό σκοπό τη διευκόλυνση της πληρωμής φόρων ή ασφάλισης σχετικά με το εμπράγματο περιουσιακό στοιχείο σε μεταγενέστερο χρόνο·

(iv) υποχρέωση Χρηματοοικονομικού Ιδρύματος που έχει αποκλειστικό σκοπό την πληρωμή φόρων σε μεταγενέστερο χρόνο·

(στ) Καταθετικός Λογαριασμός που πληροί τις ακόλουθες απαιτήσεις:

(i) ο λογαριασμός υπάρχει μόνον διότι ο πελάτης καταβάλλει ποσό που υπερβαίνει το χρεωστικό υπόλοιπο πιστωτικής κάρτας ή άλλης αναπληρούμενης (revolving) πιστωτικής διευκόλυνσης και το πλεονάζον ποσό δεν επιστρέφεται αμέσως στον πελάτη, και

(ii) από ή πριν από την 1η Ιανουαρίου 2016, το Χρηματοοικονομικό Ίδρυμα εφαρμόζει πολιτικές και διαδικασίες ώστε είτε να μη δύναται ο πελάτης να καταβάλει πλεονάζον ποσό που να υπερβαίνει ποσό εκφρασμένο στο εθνικό νόμισμα της Δημοκρατίας που αντιστοιχεί σε 50 000 δολάρια ΗΠΑ, είτε να επιστρέφεται στον πελάτη εντός 60 ημερών κάθε καταβληθέν πλεονάζον ποσό που υπερβαίνει το εν λόγω ποσό, εφαρμοζομένων σε αμφότερες τις περιπτώσεις των κανόνων που ορίζονται στο Τμήμα VII παράγραφο Γ για τη μετατροπή νομισμάτων. Για τους σκοπούς του προηγούμενου εδαφίου, το καταβληθέν από τον πελάτη πλεονάζον ποσό δεν αναφέρεται σε πιστωτικά υπόλοιπα στον βαθμό που αυτά σχετίζονται με αμφισβητηθείσες χρεώσεις, αλλά περιλαμβάνει πιστωτικά υπόλοιπα που προκύπτουν από επιστροφές εμπορευμάτων·

(ζ) οποιοσδήποτε άλλος λογαριασμός παρουσιάζει χαμηλό κίνδυνο να χρησιμοποιηθεί για φοροδιαφυγή, έχει παρεμφερή επί της ουσίας χαρακτηριστικά με οποιονδήποτε από τους λογαριασμούς που αναφέρονται στην παράγραφο Γ υποπαράγραφος 17 στοιχεία (α) έως (στ) και περιλαμβάνεται στον κατάλογο των εξαιρούμενων λογαριασμών που αναφέρεται στο άρθρο 7 εδάφιο (5Α) του παρόντος νόμου, εφόσον το καθεστώς του λογαριασμού αυτού ως Εξαιρούμενου Λογαριασμού δεν αντιβαίνει στους σκοπούς του παρόντος νόμου.

Δ.   Δηλωτέος Λογαριασμός

1. Ως “Δηλωτέος Λογαριασμός” νοείται Χρηματοοικονομικός Λογαριασμός που τηρείται από Δηλούν Κυπριακό Χρηματοοικονομικό Ίδρυμα της Δημοκρατίας με δικαιούχους ένα ή περισσότερα Δηλωτέα Πρόσωπα ή Παθητική ΜΧΟ με ένα ή περισσότερα Ελέγχοντα Πρόσωπα που είναι Δηλωτέα Πρόσωπα, εφόσον προσδιορίζεται ως τέτοιος σύμφωνα με τις διαδικασίες δέουσας επιμέλειας που περιγράφονται στα Τμήματα II έως VII.

2. Ως “Δηλωτέο Πρόσωπο” νοείται πρόσωπο κράτους μέλους, εξαιρουμένης της Δημοκρατίας εκτός από τα ακόλουθα:

(i) κεφαλαιουχικές εταιρείες οι τίτλοι κεφαλαίου των οποίων αποτελούν αντικείμενο τακτικής διαπραγμάτευσης σε μία ή περισσότερες αναγνωρισμένες αγορές κινητών αξιών,

(ii) οποιεσδήποτε κεφαλαιουχικές εταιρείες αποτελούν Συνδεόμενες Οντότητες κεφαλαιουχικής εταιρείας του σημείου (i),

(iiι) Κρατικές Οντότητες,

(iv) Διεθνείς Οργανισμοί,

(v) Κεντρικές Τράπεζες, ή

(vi) Χρηματοοικονομικά Ιδρύματα.

3. Ως “Πρόσωπο Κράτους Μέλους” σχετικά με τη Δημοκρατία νοείται άτομο ή Οντότητα με κατοικία σε οποιοδήποτε άλλο κράτος μέλος σύμφωνα με τη φορολογική νομοθεσία του εν λόγω άλλου κράτους μέλους ή κληρονομιά θανόντος, ο οποίος ήταν κάτοικος οποιουδήποτε άλλου κράτους μέλους. 
Για το σκοπό αυτό, Οντότητες όπως συνεταιρισμοί, συνεταιρισμοί περιορισμένης ευθύνης ή παρόμοια νομικά μορφώματα, τα οποία δεν έχουν κατοικία για φορολογικούς σκοπούς λογίζονται ως κάτοικοι στη δικαιοδοσία όπου βρίσκεται ο τόπος άσκησης της πραγματικής διοίκησής τους.

4. Ως “Συμμετέχουσα Δικαιοδοσία” έναντι της Δημοκρατίας νοείται:

(α) Κάθε άλλο κράτος μέλος·

(β) οποιαδήποτε άλλη δικαιοδοσία:

(i) με την οποία η Δημοκρατία έχει συνάψει συμφωνία σύμφωνα με την οποία η εν λόγω δικαιοδοσία θα παρέχει τις πληροφορίες που ορίζονται στο Τμήμα I· και

(ii) η οποία περιλαμβάνεται σε κατάλογο που δημοσιεύεται από τη Δημοκρατία και κοινοποιείται στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή·

(γ) οποιαδήποτε άλλη δικαιοδοσία:

(i) με την οποία η Ένωση έχει συνάψει συμφωνία σύμφωνα με την οποία η εν λόγω δικαιοδοσία θα παρέχει τις πληροφορίες που ορίζονται στο Τμήμα I· και

(ii) η οποία περιλαμβάνεται σε κατάλογο που δημοσιεύεται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

5. Ως “Ελέγχοντα Πρόσωπα” νοούνται τα φυσικά πρόσωπα που ασκούν έλεγχο επί Οντότητας. Στην περίπτωση του καταπιστεύματος, ως ελέγχοντα πρόσωπα νοούνται ο ή οι καταπιστευματοπάροχοι, ο ή οι καταπιστευματοδόχοι, ο ή οι προστάτες, εφόσον υπάρχουν, ο ή οι δικαιούχοι ή οι τάξεις των δικαιούχων και οποιοδήποτε άλλο φυσικό πρόσωπο ή πρόσωπα ασκούν τον τελικό πραγματικό έλεγχο επί του καταπιστεύματος· σε περίπτωση νομικού μορφώματος που δεν είναι καταπίστευμα, ως ελέγχοντα πρόσωπα νοούνται τα πρόσωπα που βρίσκονται σε ισοδύναμες ή παρόμοιες θέσεις. Ο όρος “Ελέγχοντα Πρόσωπα” ερμηνεύεται κατά τρόπο συμβατό με τις Συστάσεις της Ειδικής Ομάδας Χρηματοοικονομικής Δράσης και λαμβάνοντας υπόψη το περί Βεβαιώσεως και Εισπράξεως Φόρων (Ανταλλαγή Πληροφοριών) στα πλαίσια της Πολυμερούς Συμφωνίας Αρμοδίων Αρχών για την Αυτόματη Ανταλλαγή Πληροφοριών Χρηματοοικονομικών Λογαριασμών Διάταγμα του 2015, όπως αυτό εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται.

6. Ως “ΜΧΟ” νοείται οποιαδήποτε Οντότητα δεν είναι Χρηματοοικονομικό Ίδρυμα.

7. Ως “Παθητική ΜΧΟ” νοείται:

(i) ΜΧΟ που δεν είναι Ενεργή ΜΧΟ· ή

(ii) Επενδυτική Οντότητα περιγραφόμενη στην παράγραφο Α υποπαράγραφος 6 στοιχείο (β), η οποία δεν αποτελεί Χρηματοοικονομικό Ίδρυμα Συμμετέχουσας Δικαιοδοσίας.

8. Ως “Ενεργή ΜΧΟ” νοείται οποιαδήποτε ΜΧΟ πληροί οποιοδήποτε από τα ακόλουθα κριτήρια:

(α) Το ποσοστό του παθητικού εισοδήματος για το προηγούμενο ημερολογιακό έτος ή άλλη κατάλληλη περίοδο δήλωσης στοιχείων είναι μικρότερο του 50% του ακαθάριστου εισοδήματος της ΜΧΟ και το ποσοστό των περιουσιακών στοιχείων που παράγουν παθητικό εισόδημα ή διακρατούνται για την παραγωγή παθητικού εισοδήματος κατά το προηγούμενο ημερολογιακό έτος ή άλλη αντίστοιχη περίοδο υποβολής στοιχείων είναι μικρότερο του 50% των περιουσιακών στοιχείων της ΜΧΟ·

(β) οι τίτλοι κεφαλαίου της ΜΧΟ αποτελούν αντικείμενο τακτικής διαπραγμάτευσης σε αναγνωρισμένη αγορά κινητών αξιών ή η ΜΧΟ είναι Συνδεόμενη Οντότητα Οντότητας, οι τίτλοι κεφαλαίου της οποίας αποτελούν αντικείμενο τακτικής διαπραγμάτευσης σε αναγνωρισμένη αγορά κινητών αξιών·

(γ) η ΜΧΟ είναι Κρατική Οντότητα, Διεθνής Οργανισμός, Κεντρική Τράπεζα ή Οντότητα που ανήκει εξολοκλήρου σε μία ή περισσότερες από τις εν λόγω Οντότητες·

(δ) κατ' ουσίαν, όλες οι δραστηριότητες της ΜΧΟ συνίστανται στην κατοχή, εν όλω ή εν μέρει, των εν κυκλοφορία τίτλων κεφαλαίου μιας ή περισσότερων θυγατρικών με δραστηριότητες σε επιχειρηματικούς κλάδους ή τομείς διαφορετικούς από αυτούς των Κυπριακών Χρηματοοικονομικών Ιδρυμάτων ή στην παροχή χρηματοδότησης και υπηρεσιών προς αυτήν ή αυτές· στην κατηγορία αυτή δεν δύναται να υπαχθεί Οντότητα η οποία λειτουργεί ή εμφανίζεται ως επενδυτικό κεφάλαιο, όπως για παράδειγμα ιδιωτικό επενδυτικό κεφάλαιο (“private equity fund”), εταιρεία επιχειρηματικού κεφαλαίου (“venture capital fund”) ή κεφάλαιο εξαγορών μέσω μόχλευσης (“leveraged buyout fund”), ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός επενδύσεων σκοπός του οποίου είναι να αποκτήσει ή να χρηματοδοτήσει εταιρείες και να διατηρεί στη συνέχεια δικαιώματα στις εταιρείες αυτές ως τίτλους κεφαλαίου για επενδυτικούς σκοπούς·

(ε) η ΜΧΟ δεν έχει ακόμη επιχειρηματική δραστηριότητα και δεν έχει προηγούμενο ιστορικό λειτουργίας, αλλά επενδύει κεφάλαιο σε περιουσιακά στοιχεία με σκοπό την άσκηση επιχειρηματικής δραστηριότητας άλλης από αυτήν των Κυπριακών Χρηματοοικονομικών Ιδρυμάτων, εφόσον η εν λόγω εξαίρεση δεν εφαρμόζεται στην ΜΧΟ μετά την πάροδο είκοσι τεσσάρων (24) μηνών από την ημερομηνία αρχικής σύστασης της ΜΧΟ·

(στ) η ΜΧΟ δεν υπήρξε Χρηματοοικονομικό Ίδρυμα κατά τα τελευταία πέντε (5) έτη και βρίσκεται σε εξέλιξη η διαδικασία ρευστοποίησης των περιουσιακών της στοιχείων ή η ΜΧΟ αναδιοργανώνεται με σκοπό να εξακολουθήσει να δραστηριοποιείται ή να δραστηριοποιηθεί εκ νέου σε επιχειρηματικό τομέα άλλον από αυτόν των Κυπριακών Χρηματοοικονομικών Ιδρυμάτων·

(ζ) η ΜΧΟ ασκεί κυρίως δραστηριότητες χρηματοδότησης και αντιστάθμισης κινδύνου με ή για Συνδεόμενες Οντότητες που δεν είναι Χρηματοοικονομικά  Ιδρύματα και δεν παρέχει υπηρεσίες χρηματοδότησης ή αντιστάθμισης κινδύνου σε Οντότητα που δεν είναι Συνδεόμενη Οντότητα, εφόσον ο όμιλος οποιασδήποτε τέτοιας Συνδεόμενης Οντότητας δραστηριοποιείται κυρίως σε χώρο άλλο από αυτόν των ΚυπριακώνΧρηματοοικονομικών Ιδρυμάτων·

ή

(η)  η ΜΧΟ πληροί όλες τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

(i) έχει συσταθεί και λειτουργεί στο κράτος μέλος ή σε άλλη δικαιοδοσία όπου έχει την κατοικία της αποκλειστικά για θρησκευτικούς, φιλανθρωπικούς, επιστημονικούς, καλλιτεχνικούς, πολιτιστικούς, αθλητικούς ή εκπαιδευτικούς σκοπούς· ή έχει συσταθεί και λειτουργεί  στο κράτος μέλος ή σε άλλη δικαιοδοσία όπου έχει την κατοικία του και αποτελεί επαγγελματική οργάνωση, σύλλογο επιχειρήσεων, εμπορικό επιμελητήριο, οργάνωση εργαζομένων, οργάνωση αγροτικών ή οπωροκηπευτικών εκμεταλλεύσεων, ένωση πολιτών ή οργάνωση που λειτουργεί αποκλειστικά για την προαγωγή της κοινωνικής ευημερίας·

(ii) απαλλάσσεται από φόρο εισοδήματος στο κράτος μέλος της ή σε άλλη δικαιοδοσία όπου έχει την κατοικία της·

(iii) δεν διαθέτει μετόχους ή μέλη που έχουν δικαιώματα κυριότητας ή επικαρπίας επί των εσόδων ή τωνπεριουσιακών του στοιχείων·

(iv) η ισχύουσα νομοθεσία του κράτους μέλους ή άλλης δικαιοδοσίας όπου έχει την κατοικία της η ΜΧΟ ή τα συστατικά έγγραφα της ΜΧΟ δεν επιτρέπουν οποιαδήποτε διανομή εσόδων ή περιουσιακών στοιχείων της ΜΧΟ σε φυσικό πρόσωπο ή μη φιλανθρωπική Οντότητα ή τη χρήση των εσόδων ή περιουσιακών στοιχείων προς όφελος τους, εκτός αν η διανομή ή χρήση αυτή γίνεται στα πλαίσια της άσκησης των φιλανθρωπικών δραστηριοτήτων της ΜΧΟ ή ως πληρωμή εύλογης αμοιβής γιατην παροχή υπηρεσιών ή ως πληρωμή τιμήματος για την πραγματική εμπορική αξία ιδιοκτησίας που αγόρασε η ΜΧΟ, και

(v) η ισχύουσα νομοθεσία του κράτους μέλους ή άλλης δικαιοδοσίας όπου έχει την κατοικία της η ΜΧΟ ή τα συστατικά έγγραφα της ΜΧΟ απαιτούν, σε περίπτωση εκκαθάρισης ή διάλυσης, να διανέμονται όλα τα περιουσιακά στοιχεία της ΜΧΟ σε κρατική οντότητα ή σε άλλη μη κερδοσκοπική οργάνωση ή να περιέρχονται στο κράτος μέλος ή σε άλλη δικαιοδοσία όπου έχει την κατοικία της η ΜΧΟ ή σε άλλη διοικητική υποδιαίρεση.

Ε.   Διάφορα

1. Ως “Δικαιούχος Λογαριασμού” νοείται πρόσωπο που καταχωρίζεται ή ταυτοποιείται ως δικαιούχος Χρηματοοικονομικού Λογαριασμού από το Χρηματοοικονομικό Ίδρυμα που τηρεί τον λογαριασμό. Πρόσωπο, άλλο από Χρηματοοικονομικό Ίδρυμα, που τηρεί Χρηματοοικονομικό Λογαριασμό προς όφελος ή για λογαριασμό άλλου προσώπου ως αντιπρόσωπος, θεματοφύλακας, εντολοδόχος, υπογράφων, σύμβουλος επενδύσεων ή ενδιάμεσος δεν λογίζεται δικαιούχος του λογαριασμού για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου, δικαιούχος του λογαριασμού λογίζεται το εν λόγω άλλο πρόσωπο. Σε περίπτωση Ασφαλιστηρίου Συμβολαίου με Αξία Εξαγοράς ή Σύμβασης Ετήσιων Αποζημιώσεων, Δικαιούχος Λογαριασμού είναι οποιοδήποτε πρόσωπο έχει δικαίωμα να λάβει την Αξία Εξαγοράς ή να αλλάξει τον δικαιούχο της σύμβασης. Αν κανείς δεν δύναται να λάβει την Αξία Εξαγοράς ή να αλλάξει τον δικαιούχο, Δικαιούχος του Λογαριασμού είναι οποιοδήποτε πρόσωπο ορίζεται στο συμβόλαιο ως κύριος και οποιοδήποτε πρόσωπο έχει κατοχυρωμένη απαίτηση για την πληρωμή σύμφωνα με τους όρους του συμβολαίου. Κατά τη λήξη Ασφαλιστηρίου Συμβολαίου με Αξία Εξαγοράς ή Σύμβασης Ετήσιων Αποζημιώσεων, κάθε πρόσωπο που δικαιούται να λάβει πληρωμή σύμφωνα με το συμβόλαιο είναι Δικαιούχος του Λογαριασμού.

2. Ως “Διαδικασίες Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες/Γνώρισε τον Πελάτη σου” (AML/KYC) νοούνται οι σχετικές με τον πελάτη διαδικασίες δέουσας επιμέλειας του Δηλούντος Κυπριακού Χρηματοοικονομικού Ιδρύματος, σύμφωνα με τις απαιτήσεις που αφορούν την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή παρόμοιες απαιτήσεις, στις οποίες υπόκειται το εν λόγω Δηλούν Κυπριακό Χρηματοοικονομικό Ίδρυμα.

3. Ως “Οντότητα” νοείται νομικό πρόσωπο ή νομικό μόρφωμα, όπως κεφαλαιουχική εταιρεία, συνεταιρισμός, καταπίστευμα ή ίδρυμα.

4. Μία Οντότητα είναι “Συνδεόμενη Οντότητα” άλλης Οντότητας αν:

(i) Οποιαδήποτε εκ των δύο Οντοτήτων ελέγχει την άλλη·

(ii) οι δύο Oντότητες τελούν υπό κοινό έλεγχο· ή

(iii) οι δύο Oντότητες είναι Επενδυτικές Οντότητες περιγραφόμενες στην παράγραφο Α υποπαράγραφος 6 στοιχείο (β), τελούν υπό κοινή διαχείριση και η εν λόγω διαχείριση εκπληρώνει τις υποχρεώσεις δέουσας επιμέλειας των εν λόγω Επενδυτικών Οντοτήτων.

Για τον σκοπό αυτό, ο έλεγχος περιλαμβάνει την άμεση ή έμμεση κυριότητα ποσοστού μεγαλύτερου του 50% τωνδικαιωμάτων ψήφου και αξίας της Οντότητας.

5.  Ως “ΑΦΤ” νοείται ο Αριθμός Φορολογικής Ταυτότητας ή λειτουργικό ισοδύναμο αν δεν υπάρχει αριθμόςφορολογικής ταυτότητας.

6.  Ως “Αποδεικτικό Έγγραφο” νοείται οποιοδήποτε από τα ακόλουθα:

(α) πιστοποιητικό κατοικίας που εκδίδεται από αρμόδιο κρατικό φορέα, για παράδειγμα, από την κεντρική διοίκηση ή αντιπρόσωπό της ή από δήμο, του κράτους μέλους ή άλλης δικαιοδοσίας όπου ισχυρίζεται ότι έχει την κατοικία του ο δικαιούχος·

(β) σε ό,τι αφορά τα φυσικά πρόσωπα, οποιοδήποτε έγκυρο έγγραφο ταυτότητας έχει εκδοθεί από αρμόδιο κρατικό φορέα, για παράδειγμα, από την κεντρική διοίκηση ή αντιπρόσωπό της ή από δήμο, στο οποίο περιέχεται το όνομα του προσώπου και το οποίο χρησιμοποιείται κατά κανόνα για ταυτοποίηση·

(γ) σε ό,τι αφορά τις Οντότητες, οποιοδήποτε επίσημο έγγραφο έχει εκδοθεί από αρμόδιο κρατικό φορέα, για παράδειγμα, από την κεντρική διοίκηση ή αντιπρόσωπό της ή από δήμο, στο οποίο περιέχεται η ονομασία της Οντότητας και είτε η διεύθυνση του κεντρικού της γραφείου στο κράτος μέλος ή σε άλλη δικαιοδοσία όπου ισχυρίζεται ότι έχει την κατοικία της είτε το κράτος μέλος ή άλλη δικαιοδοσία στην οποία συστάθηκε ή οργανώθηκε·

(δ) οποιαδήποτε ελεγμένη οικονομική κατάσταση, έκθεση τρίτου για τη φερεγγυότητα, αίτηση πτώχευσης ή έκθεση από ρυθμιστική αρχή αγοράς κινητών αξιών.

Σε ό,τι αφορά τους Προϋπάρχοντες Λογαριασμούς Οντοτήτων, τα Δηλούντα Κυπριακά Χρηματοοικονομικά Ιδρύματα δύνανται να χρησιμοποιήσουν ως αποδεικτικό έγγραφο οποιαδήποτε κατάταξη έχει γίνει στα αρχεία του Δηλούντος Κυπριακού Χρηματοοικονομικού Ιδρύματος σχετικά με τον Δικαιούχο Λογαριασμού βάσει τυποποιημένου συστήματος κωδικοποίησης ανά κλάδο, η οποία καταχωρίστηκε από το Δηλούν Κυπριακό Χρηματοοικονομικό Ίδρυμα σύμφωνα με τη συνήθη επιχειρηματική πρακτική του, για σκοπούς που αφορούν τις Διαδικασίες AML/KYC ή για άλλους ρυθμιστικούς σκοπούς, εκτός των φορολογικών και η οποία εφαρμοζόταν απότο Δηλούν Κυπριακό Χρηματοοικονομικό Ίδρυμα πριν από την ημερομηνία κατά την οποία έγινε η κατάταξη του Χρηματοοικονομικού Λογαριασμού ως Προϋπάρχοντος Λογαριασμού, εφόσον το Δηλούν Κυπριακό Χρηματοοικονομικό Ίδρυμα δεν γνωρίζει ή δεν έχει λόγο να πιστεύει ότι η εν λόγω κατάταξη είναι εσφαλμένη ή αναξιόπιστη.

7. Ως “τυποποιημένο σύστημα κωδικοποίησης ανά κλάδο” νοείται σύστημα που χρησιμοποιείται για την κατάταξη των μορφωμάτων ανά είδος επιχείρησης για σκοπούς άλλους από τους φορολογικούς.

 

 

ΤΜΗΜΑ IX

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΗ ΕΦΑΡΜΟΓΗ

Σύμφωνα με το άρθρο 7 παράγραφος (3Α) του παρόντος Νόμου, η Δημοκρατία θεσπίζει κανόνες και διοικητικές διαδικασίες, ώστε να διασφαλίζεται η αποτελεσματική εφαρμογή και συμμόρφωση σχετικά με τις διαδικασίες υποβολής στοιχείων και δέουσας επιμέλειας που προβλέπονται ανωτέρω, περιλαμβανομένων των κάτωθι:

1. Κανόνες ώστε να αποτρέπονται οι πρακτικές Χρηματοοικονομικών Ιδρυμάτων, προσώπων ή ενδιαμέσων οι οποίες αποσκοπούν στην καταστρατήγηση των διαδικασιών υποβολής στοιχείων και δέουσας επιμέλειας·

2. κανόνες που απαιτούν από τα Δηλούντα Κυπριακά Χρηματοοικονομικά Ιδρύματα να τηρούν αρχεία σχετικά με τα μέτρα που λαμβάνουν και τα τυχόν αποδεικτικά στοιχεία στα οποία στηρίζονται για την τήρηση των ανωτέρω διαδικασιών, καθώς και να λαμβάνουν κατάλληλα μέτρα για την πρόσβαση στα αρχεία αυτά·

3. διοικητικές διαδικασίες, ώστε να εξακριβώνεται η συμμόρφωση των Δηλούντων Κυπριακών Χρηματοοικονομικών Ιδρυμάτων προς τις διαδικασίες υποβολής στοιχείων και δέουσας επιμέλειας· διοικητικές διαδικασίες για τις επακόλουθες ενέργειες στο Δηλούν Κυπριακό Χρηματοοικονομικό Ίδρυμα, όταν δηλώνονται λογαριασμοί χωρίς τεκμηρίωση·

4. διοικητικές διαδικασίες, ώστε να διασφαλίζεται ότι εξακολουθεί να είναι μικρός ο κίνδυνος χρήσης των Οντοτήτων και των λογαριασμών που ορίζονται στο εσωτερικό δίκαιο ως μη Δηλούντα Κυπριακά Χρηματοοικονομικά Ιδρύματα και Εξαιρούμενοι Λογαριασμοί για σκοπούς φοροδιαφυγής·

5. αποτελεσματικές διατάξεις επιβολής των κανόνων για την αντιμετώπιση της μη συμμόρφωσης.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΙΙ

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ II

ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΟΙ ΚΑΝΟΝΕΣ ΥΠΟΒΟΛΗΣ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΚΑΙ ΔΕΟΥΣΑΣ ΕΠΙΜΕΛΕΙΑΣ ΟΣΟΝ ΑΦΟΡΑ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΕΠΙ ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΩΝ

1.   Αλλαγή των περιστάσεων

Ως “αλλαγή των περιστάσεων” νοείται οποιαδήποτε μεταβολή η οποία έχει ως αποτέλεσμα την προσθήκη πληροφοριών σχετικών με το καθεστώς του προσώπου ή έρχεται σε αντίθεση με το καθεστώς αυτό με άλλον τρόπο. Επιπροσθέτως, ως αλλαγή των περιστάσεων νοείται οποιαδήποτε μεταβολή ή προσθήκη πληροφοριών στον Λογαριασμό του Δικαιούχου, περιλαμβανομένης της προσθήκης, της υποκατάστασης ή άλλης μεταβολής σχετικά με το Δικαιούχο του Λογαριασμού ή οποιαδήποτε άλλη μεταβολή ή προσθήκη πληροφοριών σε οποιοδήποτε λογαριασμό συνδέεται με τον εν λόγω λογαριασμό, εφαρμοζομένων των κανόνων περί άθροισης λογαριασμών που περιγράφονται στο Παράρτημα I Τμήμα VII παράγραφος Γ υποπαράγραφοι 1 έως 3, εάν η εν λόγω μεταβολή ή προσθήκη πληροφοριών επηρεάζει το καθεστώς του Δικαιούχου του Λογαριασμού.

Εάν το Δηλούν Κυπριακό Χρηματοοικονομικό Ίδρυμα έχει βασιστεί στην εξέταση περί τη διεύθυνση κατοικίας, η οποία περιγράφεται στο Παράρτημα I Τμήμα III παράγραφος Β υποπαράγραφος 1 και επισυμβεί αλλαγή των περιστάσεων λόγω της οποίας το Δηλούν Κυπριακό Χρηματοοικονομικό Ίδρυμα λαμβάνει γνώση ή έχει λόγο να πιστεύει ότι το αρχικό αποδεικτικό έγγραφο ή άλλο ισοδύναμο έγγραφο είναι ανακριβές ή αναξιόπιστο, το Δηλούν Κυπριακό Χρηματοοικονομικό Ίδρυμα οφείλει, μέχρι τη μεταγενέστερη μεταξύ της τελευταίας ημέρας του σχετικού ημερολογιακού έτους ή άλλης αντίστοιχης περιόδου υποβολής στοιχείων ή των ενενήντα (90) ημερολογιακών ημερών μετά τη γνωστοποίηση ή την ανακάλυψη της εν λόγω αλλαγής των περιστάσεων να έχει στην κατοχή του αυτοπιστοποίηση και νέο Αποδεικτικό Έγγραφο για τη βεβαίωση της ή των φορολογικών κατοικιών του Δικαιούχου Λογαριασμού. Εάν το Δηλούν Κυπριακό Χρηματοοικονομικό Ίδρυμα αδυνατεί να λάβει την αυτοπιστοποίηση και το νέο Αποδεικτικό Έγγραφο μέχρι την εν λόγω ημερομηνία, εφαρμόζει τη διαδικασία έρευνας σε ηλεκτρονικό αρχείο που περιγράφεται στο Παράρτημα I Τμήμα III παράγραφος Β υποπαράγραφοι 2 έως 6.

2.   Αυτοπιστοποίηση για Νέους Λογαριασμούς Οντοτήτων

Σε ό,τι αφορά τους Νέους Λογαριασμούς Οντοτήτων, προκειμένου να προσδιοριστεί κατά πόσον το Ελέγχον Πρόσωπο Παθητικής ΜΧΟ είναι Δηλωτέο Πρόσωπο, το Δηλούν Κυπριακό Χρηματοοικονομικό Ίδρυμα δύναται να βασίζεται σε αυτοπιστοποίηση μόνον από τον Δικαιούχο Λογαριασμού ή το Ελέγχον Πρόσωπο.

3.   Κατοικία Χρηματοοικονομικού Ιδρύματος

Το Χρηματοοικονομικό Ίδρυμα έχει την κατοικία του σε κράτος μέλος εάν υπόκειται στη δικαιοδοσία του εν λόγω κράτους μέλους, δηλαδή εάν το κράτος μέλος δύναται να επιβάλει την υποβολή στοιχείων από το Χρηματοοικονομικό Ίδρυμα. Γενικώς, όταν το Χρηματοοικονομικό Ίδρυμα έχει τη φορολογική του κατοικία σε κράτος μέλος, υπόκειται στη δικαιοδοσία του εν λόγω κράτους μέλους και αποτελεί, ως εκ τούτου, Χρηματοοικονομικό Ίδρυμα κράτους μέλους. Στην περίπτωση καταπιστεύματος που είναι Χρηματοοικονομικό Ίδρυμα, ανεξαρτήτως του αν έχει τη φορολογική του κατοικία σε κράτος μέλος, το καταπίστευμα θεωρείται ότι υπόκειται στη δικαιοδοσία κράτους μέλους, εάν ένας ή περισσότεροι από τους καταπιστευματοδόχους έχουν την κατοικία τους στο εν λόγω κράτος μέλος, εκτός εάν το καταπίστευμα δηλώνει σε άλλο κράτος μέλος όλες τις πληροφορίες που απαιτείται να δηλωθούν σύμφωνα με τον παρόντα Νόμο σχετικά με τους Δηλωτέους Λογαριασμούς που τηρούνται από το καταπίστευμα, επειδή έχει τη φορολογική του κατοικία στο εν λόγω άλλο κράτος μέλος. Εντούτοις, όταν Χρηματοοικονομικό Ίδρυμα, άλλο από το καταπίστευμα, δεν έχει φορολογική κατοικία, για παράδειγμα επειδή λογίζεται φορολογικώς διαφανές ή ευρίσκεται σε δικαιοδοσία που δεν επιβάλλει φόρο εισοδήματος, θεωρείται ότι υπόκειται στη δικαιοδοσία κράτους μέλους και αποτελεί, ως εκ τούτου, Χρηματοοικονομικό Ίδρυμα κράτους μέλους εάν:

(α) Έχει συσταθεί σύμφωνα με τη νομοθεσία του κράτους μέλους·

(β) έχει τον τόπο της διοίκησής του, περιλαμβανομένης της πραγματικής διοίκησης στο κράτος μέλος ή

(γ) υπόκειται σε χρηματοοικονομική εποπτεία στο κράτος μέλος.

Όταν Χρηματοοικονομικό Ίδρυμα, άλλο από καταπίστευμα, έχει κατοικία σε δύο ή περισσότερα κράτη μέλη, το εν λόγω Χρηματοοικονομικό Ίδρυμα υπόκειται στις υποχρεώσεις υποβολής στοιχείων και δέουσας επιμέλειας του κράτους μέλους στο οποίο τηρεί τον ή τους Χρηματοοικονομικούς Λογαριασμούς.

4.   Τηρούμενος λογαριασμός

Γενικώς, θεωρείται ότι το Χρηματοοικονομικό Ίδρυμα που τηρεί τον λογαριασμό είναι το εξής:

(α) Σε περίπτωση Λογαριασμού Θεματοφυλακής, το Χρηματοοικονομικό Ίδρυμα που είναι ο θεματοφύλακας των περιουσιακών στοιχείων του λογαριασμού, περιλαμβανομένου του  Χρηματοοικονομικού Ιδρύματος που τηρεί στο όνομά του στο εν λόγω Χρηματοοικονομικό Ίδρυμα περιουσιακά στοιχεία για τον Δικαιούχο Λογαριασμού·

(β) σε περίπτωση Καταθετικού Λογαριασμού, το Χρηματοοικονομικό Ίδρυμα που υποχρεούται να πραγματοποιεί πληρωμές σχετικά με τον λογαριασμό, με την εξαίρεση του αντιπροσώπου του Χρηματοοικονομικού Ιδρύματος ανεξαρτήτως του αν ο εν λόγω αντιπρόσωπος είναι  Χρηματοοικονομικό Ίδρυμα·

(γ) σε περίπτωση δικαιώματος επί του μετοχικού κεφαλαίου ή του χρέους  Χρηματοοικονομικού Ιδρύματος, το οποίο τηρείται υπό τη μορφή Χρηματοοικονομικού Λογαριασμού, το εν λόγω  Χρηματοοικονομικό Ίδρυμα·

(δ) σε περίπτωση Ασφαλιστήριου Συμβολαίου με Αξία Εξαγοράς ή Σύμβασης Ετήσιων Αποζημιώσεων, το Χρηματοοικονομικό Ίδρυμα που υποχρεούται να πραγματοποιεί πληρωμές σχετικά με το συμβόλαιο.

5.   Καταπιστεύματα που είναι Παθητικές ΜΧΟ

Οντότητες όπως συνεταιρισμοί, συνεταιρισμοί περιορισμένης ευθύνης ή παρόμοια νομικά μορφώματα τα οποία δεν έχουν φορολογική κατοικία λογίζονται ως έχοντα την κατοικία τους στη δικαιοδοσία όπου βρίσκεται ο τόπος άσκησης της πραγματικής διοίκησής τους, σύμφωνα με το Παράρτημα I, Τμήμα VIII παράγραφος Δ υποπαράγραφος 3. Για τον σκοπό αυτόν, το νομικό πρόσωπο ή το νομικό μόρφωμα λογίζεται “παρόμοιο” με συνεταιρισμό και με συνεταιρισμό περιορισμένης ευθύνης, όταν δεν αντιμετωπίζεται ως φορολογητέα μονάδα σε κράτος μέλος σύμφωνα με τη φορολογική νομοθεσία του. Εντούτοις, προκειμένου να αποτραπεί διπλή υποβολή στοιχείων, δεδομένης της ευρύτητας του πεδίου που καλύπτει ο όρος “Ελέγχοντα Πρόσωπα” στην περίπτωση των καταπιστευμάτων, το καταπίστευμα που δεν είναι Παθητική ΜΧΟ δύναται να μη θεωρηθεί παρόμοιο νομικό μόρφωμα.

6.   Διεύθυνση του κεντρικού γραφείου της Οντότητας

Σε ό,τι αφορά τις Οντότητες, στο Παράρτημα I Τμήμα VIII παράγραφος Ε υποπαράγραφος 6 στοιχείο (γ) περιγράφεται, μεταξύ άλλων, απαίτηση να περιλαμβάνεται στα αποδεικτικά έγγραφα είτε η διεύθυνση του κεντρικού γραφείου της Οντότητας στο κράτος μέλος ή σε άλλη δικαιοδοσία όπου ισχυρίζεται ότι έχει την κατοικία της είτε το κράτος μέλος ή άλλη δικαιοδοσία όπου η Οντότητα συστάθηκε ή οργανώθηκε. Η διεύθυνση του κεντρικού γραφείου της Οντότητας είναι συνήθως ο τόπος όπου ασκείται η πραγματική διοίκησή της. Η διεύθυνση του Χρηματοοικονομικού Ιδρύματος στο οποίο η Οντότητα διατηρεί λογαριασμό, η ταχυδρομική θυρίδα ή η διεύθυνση που χρησιμοποιείται αποκλειστικά για την αλληλογραφία δεν είναι η διεύθυνση του κεντρικού γραφείου της Οντότητας, εκτός αν η εν λόγω διεύθυνση είναι η μόνη διεύθυνση που χρησιμοποιεί η Οντότητα και εμφανίζεται ως η καταχωρημένη διεύθυνση της Οντότητας στα συστατικάτ ης έγγραφα. Περαιτέρω, διεύθυνση, η οποία παρέχεται με οδηγίες να κρατηθεί όλη η αλληλογραφία που απευθύνεται σεαυτήν τη διεύθυνση, δεν είναι η διεύθυνση του κεντρικού γραφείου της Οντότητας.

 

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΙΙΙ

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ III

ΚΑΝΟΝΕΣ ΥΠΟΒΟΛΗΣ ΕΚΘΕΣΕΩΝ ΓΙΑ ΟΜΙΛΟΥΣ ΠΟΛΥΕΘΝΙΚΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ

ΤΜΗΜΑ I

ΟΡΙΣΜΟΙ

1. “Όμιλος” σημαίνει σύνολο επιχειρήσεων που σχετίζονται μέσω ιδιοκτησίας ή ελέγχου τέτοιου είδους που είτε απαιτείται να συντάσσουν Ενοποιημένες Οικονομικές Καταστάσεις για σκοπούς χρηματοοικονομικής πληροφόρησης βάσει των εφαρμοζόμενων αρχών λογιστικής, είτε θα υπήρχε αυτή η απαίτηση εάν το μετοχικό κεφάλαιο οποιασδήποτε από τις επιχειρήσεις αποτελούσε αντικείμενο συναλλαγής σε χρηματιστήριο.
2. “Επιχείρηση” σημαίνει οποιαδήποτε μορφή άσκησης επιχειρηματικών δραστηριοτήτων από πρόσωπο, όπως ορίζεται στα σημεία (β), (γ) και (δ) του όρου «πρόσωπο» στο άρθρο 2 του παρόντος Νόμου.
3. “ισοδύναμη έκθεση ανά χώρα” σημαίνει έκθεση που περιέχει όλες τις πληροφορίες που έχει στην κατοχή της η Συνιστώσα Οντότητα με φορολογική κατοικία τη Δημοκρατία, τις οποίες έλαβε ή απόκτησε.
4. “Όμιλος ΠΕ” σημαίνει οποιοσδήποτε Όμιλος που περιλαμβάνει δύο ή περισσότερες επιχειρήσεις, η φορολογική κατοικία των οποίων βρίσκεται σε διαφορετικές περιοχές δικαιοδοσίας ή περιλαμβάνει επιχείρηση η φορολογική κατοικία της οποίας βρίσκεται σε μια περιοχή δικαιοδοσίας και υπόκειται σε φορολόγηση όσον αφορά στις επιχειρηματικές δραστηριότητες που ασκούνται μέσω μόνιμης εγκατάστασης σε άλλη περιοχή δικαιοδοσίας και δεν είναι Εξαιρούμενος Όμιλος ΠΕ.
5. “Εξαιρούμενος Όμιλος ΠΕ” όσον αφορά οποιοδήποτε λογιστικό Έτος του Ομίλου σημαίνει Όμιλος με συνολικά ενοποιημένα έσοδα κάτω των €750.000.000 ή κατά προσέγγιση ισοδύναμου ποσού σε τοπικό νόμισμα τον Ιανουάριο του 2015, κατά το Λογιστικό Έτος το αμέσως προηγούμενο από το Λογιστικό Έτος Υποβολής Εκθέσεων, όπως αποτυπώνεται στις Ενοποιημένες Οικονομικές Καταστάσεις αυτού, για το εν λόγω προηγούμενο Λογιστικό Έτος.
6. “Συνιστώσα Οντότητα” σημαίνει:
(α) οποιαδήποτε χωριστή επιχειρηματική μονάδα Ομίλου ΠΕ που περιλαμβάνεται στις Ενοποιημένες Οικονομικές Καταστάσεις του Ομίλου ΠΕ για σκοπούς χρηματοοικονομικής πληροφόρησης ή θα περιλαμβανόταν εάν το μετοχικό κεφάλαιο της εν λόγω επιχειρηματικής μονάδας Ομίλου ΠΕ αποτελούσε αντικείμενο συναλλαγής σε χρηματιστήριο·
(β) οποιαδήποτε τέτοια επιχειρηματική μονάδα εξαιρείται από τις Ενοποιημένες Οικονομικές Καταστάσεις του Ομίλου ΠΕ αποκλειστικά για λόγους μεγέθους ή ουσίας (materiality)·
(γ) οποιαδήποτε μόνιμη εγκατάσταση οποιασδήποτε χωριστής επιχειρηματικής μονάδας του Ομίλου ΠΕ που περιλαμβάνεται στα στοιχεία α) ή β), με την προϋπόθεση ότι η επιχειρηματική μονάδα συντάσσει ξεχωριστή οικονομική κατάσταση για την εν λόγω μόνιμη εγκατάσταση για σκοπούς χρηματοοικονομικής πληροφόρησης, κανονιστικής ρύθμισης, υποβολής φορολογικής δήλωσης ή ελέγχου εσωτερικής διαχείρισης.
7. “Αναφέρουσα Οντότητα” σημαίνει Συνιστώσα Οντότητα που υποχρεούται να υποβάλει έκθεση ανά χώρα σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου (2) του άρθρου 7Γ του παρόντος Νόμου στην περιοχή δικαιοδοσίας της φορολογικής κατοικίας της εξ ονόματος του Ομίλου ΠΕ· η Αναφέρουσα Οντότητα μπορεί να είναι η Τελική Μητρική Οντότητα, η Παρένθετη Μητρική Οντότητα ή οποιαδήποτε οντότητα περιγράφεται στο σημείο 1 του Τμήματος II.
8. “Τελική Μητρική Οντότητα” σημαίνει Συνιστώσα Οντότητα Ομίλου ΠΕ η οποία πληροί τα ακόλουθα κριτήρια:
(α) κατέχει άμεσα ή έμμεσα επαρκές μετοχικό κεφάλαιο σε μία ή περισσότερες άλλες Συνιστώσες Οντότητες του εν λόγω Ομίλου ΠΕ, ώστε να απαιτείται να συντάσσει Ενοποιημένες Οικονομικές Καταστάσεις, σύμφωνα με τις αρχές λογιστικής που εφαρμόζονται γενικά στη δικαιοδοσία της φορολογικής κατοικίας της ή θα υπήρχε αυτή η απαίτηση εάν το μετοχικό της κεφάλαιο αποτελούσε αντικείμενο συναλλαγής σε χρηματιστήριο στη δικαιοδοσία της φορολογικής κατοικίας της·
(β) δεν υπάρχει άλλη Συνιστώσα Οντότητα του εν λόγω Ομίλου ΠΕ που να κατέχει άμεσα ή έμμεσα μετοχικό κεφάλαιο, όπως περιγράφεται στο στοιχείο α), στην πρώτη Συνιστώσα Οντότητα.
9. “Παρένθετη Μητρική Οντότητα” σημαίνει Συνιστώσα Οντότητα του Ομίλου ΠΕ στην οποία έχει ανατεθεί από τον εν λόγω Όμιλο ΠΕ, ως μοναδική αντικαταστάτρια της Τελικής Μητρικής Οντότητας, να υποβάλει την έκθεση ανά χώρα στην περιοχή δικαιοδοσίας της φορολογικής κατοικίας αυτής της Συνιστώσας Οντότητας, εξ ονόματος του εν λόγω Ομίλου ΠΕ, όταν ισχύουν μία ή περισσότερες από τις προϋποθέσεις που ορίζονται στο Τμήμα II σημείο 1 πρώτο εδάφιο στοιχείο β).
10. “Λογιστικό Έτος” σημαίνει την ετήσια λογιστική περίοδο για την οποία η Τελική Μητρική Οντότητα του Ομίλου ΠΕ συντάσσει τις οικονομικές καταστάσεις της.
11. “Λογιστικό Έτος Υποβολής Εκθέσεων” σημαίνει εκείνο το Λογιστικό Έτος του οποίου τα οικονομικά και επιχειρησιακά αποτελέσματα αντικατοπτρίζονται στην έκθεση ανά χώρα που αναφέρεται στο εδάφιο (2) του άρθρου 7Γ του παρόντος Νόμου.
12. “Ειδική συμφωνία Αρμόδιων Αρχών” σημαίνει συμφωνία μεταξύ εξουσιοδοτημένων αντιπροσώπων ενός κράτους μέλους της Ένωσης και μιας δικαιοδοσίας εκτός Ένωσης που είναι συμβαλλόμενα μέρη σε Διεθνή συμφωνία, με την οποία απαιτείται η αυτόματη ανταλλαγή εκθέσεων ανά χώρα μεταξύ των δικαιοδοσιών των συμβαλλόμενων μερών.
13. “Διεθνής συμφωνία” σημαίνει πολυμερής σύμβαση σχετικά με την αμοιβαία διοικητική συνδρομή σε φορολογικά θέματα, οποιαδήποτε διμερής ή πολυμερής φορολογική σύμβαση ή οποιαδήποτε συμφωνία ανταλλαγής φορολογικών πληροφοριών στην οποία είναι συμβαλλόμενο μέρος το κράτος μέλος και με τους όρους της οποίας παρέχεται κατά νόμο εξουσία για την ανταλλαγή φορολογικών πληροφοριών μεταξύ των διαφόρων δικαιοδοσιών, περιλαμβανομένης της αυτόματης ανταλλαγής τέτοιων πληροφοριών.
14. “Ενοποιημένες Οικονομικές Καταστάσεις” σημαίνει οικονομικές καταστάσεις ενός Ομίλου ΠΕ στις οποίες τα στοιχεία ενεργητικού και παθητικού, τα έσοδα, τα έξοδα και οι ταμειακές ροές της Τελικής Μητρικής Οντότητας και των Συνιστωσών Οντοτήτων εμφανίζονται ως εάν επρόκειτο για ενιαία οικονομική οντότητα.
15. “Συστημική Αδυναμία” όσον αφορά δικαιοδοσία σημαίνει είτε ότι μια δικαιοδοσία διαθέτει εν ισχύ Ειδική συμφωνία Αρμόδιων Αρχών με κράτος μέλος αλλά έχει αναστείλει την αυτόματη ανταλλαγή (για λόγους άλλους από αυτούς που προβλέπονται σύμφωνα με τους όρους της εν λόγω συμφωνίας), είτε ότι μια δικαιοδοσία κατ' εξακολούθηση παρέλειψε να παράσχει αυτόματα σε κράτος μέλος εκθέσεις ανά χώρα που βρίσκονται στην κατοχή της για Ομίλους ΠΕ που έχουν Συνιστώσες Οντότητες στο εν λόγω κράτος μέλος.

ΤΜΗΜΑ II

ΓΕΝΙΚΕΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ ΥΠΟΒΟΛΗΣ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ

1. Συνιστώσα Οντότητα, η οποία δεν είναι η Τελική Μητρική Οντότητα Ομίλου ΠΕ, υποβάλλει έκθεση ανά χώρα στην αρμόδια αρχή στη Δημοκρατία για το Λογιστικό Έτος Υποβολής Εκθέσεων του Ομίλου ΠΕ του οποίου αποτελεί Συνιστώσα Οντότητα, εφόσον πληρούνται τα ακόλουθα κριτήρια:
(α) η οντότητα έχει φορολογική κατοικία στη Δημοκρατία·
(β) ισχύει μία από τις ακόλουθες προϋποθέσεις:
(i) η Τελική Μητρική Οντότητα του Ομίλου ΠΕ δεν υποχρεούται να υποβάλει έκθεση ανά χώρα στην οικεία δικαιοδοσία φορολογικής κατοικίας·
(ii) η δικαιοδοσία στην οποία έχει τη φορολογική της κατοικία η Τελική Μητρική Οντότητα έχει συνάψει ισχύουσα Διεθνή συμφωνία στην οποία η Δημοκρατία είναι συμβαλλόμενο μέρος, αλλά δεν έχει συνάψει ισχύουσα Ειδική συμφωνία Αρμόδιων Αρχών στην οποία η Δημοκρατία είναι συμβαλλόμενο μέρος κατά τη χρονική στιγμή που προβλέπεται στο εδάφιο (1) του άρθρου 7Γ του παρόντος Νόμου για την υποβολή της έκθεσης ανά χώρα για το Λογιστικό Έτος Υποβολής Εκθέσεων·
(iii) έχει σημειωθεί Συστημική Αδυναμία της δικαιοδοσίας της φορολογικής κατοικίας της Τελικής Μητρικής Οντότητας, η οποία έχει κοινοποιηθεί από τη Δημοκρατία στη Συνιστώσα Οντότητα που έχει τη φορολογική της κατοικία σε αυτή:
Νοείται ότι, Συνιστώσα Οντότητα με κατοικία στη Δημοκρατία όπως ορίζεται στο πρώτο εδάφιο του παρόντος σημείου ζητά από την Τελική Μητρική Οντότητα όπως της παράσχει όλες τις αναγκαίες πληροφορίες, ώστε να είναι σε θέση να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις υποβολής έκθεσης ανά χώρα, σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου (2) του άρθρου 7Γ του παρόντος Νόμου· εάν, παρά ταύτα, η εν λόγω Συνιστώσα Οντότητα δεν έλαβε ή δεν απέκτησε όλες τις απαιτούμενες πληροφορίες για να υποβάλει έκθεση για τον Όμιλο ΠΕ, υποβάλλει ισοδύναμη έκθεση ανά χώρα που παρέχει όλες τις πληροφορίες που έχει στην κατοχή της και ανακοινώνει στην αρμόδια αρχή στη Δημοκρατία ότι η Τελική Μητρική Οντότητα αρνήθηκε να διαθέσει τις αναγκαίες πληροφορίες· αυτό δεν θίγει το δικαίωμα του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους να επιβάλει κυρώσεις σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία και η αρμόδια αρχή στην Δημοκρατία ενημερώνει όλα τα κράτη μέλη για την άρνηση αυτή:
Νοείται περαιτέρω ότι, σε περίπτωση που υπάρχουν περισσότερες από μία Συνιστώσες Οντότητες του ίδιου Ομίλου ΠΕ που έχουν τη φορολογική κατοικία τους στην Ένωση και ισχύουν μία ή περισσότερες από τις προϋποθέσεις που ορίζονται στο στοιχείο β) του πρώτου εδαφίου, ο Όμιλος ΠΕ μπορεί να αναθέσει σε μία από αυτές τις Συνιστώσες Οντότητες με κατοικία τη Δημοκρατία να υποβάλει την έκθεση ανά χώρα, σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου (2) του άρθρου 7Γ του παρόντος Νόμου, για οποιοδήποτε Λογιστικό Έτος Υποβολής Εκθέσεων εντός της προθεσμίας που αναφέρεται στο εδάφιο (1) του άρθρου 7Γ του παρόντος Νόμου και να γνωστοποιήσει στην αρμόδια αρχή της Δημοκρατίας ότι η υποβολή αποσκοπεί στην πλήρωση της απαίτησης υποβολής για όλες τις Συνιστώσες Οντότητες του εν λόγω Ομίλου ΠΕ που έχουν τη φορολογική κατοικία τους στην Ένωση· σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου (1) του άρθρου 7Γ του παρόντος Νόμου, η Δημοκρατία κοινοποιεί τη ληφθείσα έκθεση ανά χώρα σε οποιοδήποτε άλλο κράτος μέλος στο οποίο, με βάση τις πληροφορίες που περιέχονται στην έκθεση ανά χώρα, μία ή περισσότερες Συνιστώσες Οντότητες του Ομίλου ΠΕ της Αναφέρουσας Οντότητας είτε έχουν τη φορολογική κατοικία τους, είτε υπόκεινται σε φόρο όσον αφορά στις επιχειρηματικές δραστηριότητες που ασκούνται μέσω μόνιμης εγκατάστασης:
Νοείται έτι περαιτέρω ότι, σε περίπτωση που η Συνιστώσα Οντότητα στην οποία έχει ανατεθεί η υποβολή της έκθεσης ανά χώρα, όπως αυτή αναφέρεται στην πιο πάνω παράγραφο, είναι κάτοικος σε άλλο κράτος μέλος εκτός της Δημοκρατίας, το οποίο έχει υιοθετήσει τη σχετική πρόνοια της Οδηγίας 2011/16 ΕΕ, η αρμόδια αρχή της Δημοκρατίας δεν θα απαιτεί την υποβολή της έκθεσης ανά χώρα σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου (1) του Τμήματος ΙΙ:
Νοείται έτι, έτι περαιτέρω ότι, σε περίπτωση που Συνιστώσα Οντότητα δεν μπορεί να λάβει ή να αποκτήσει όλα τα στοιχεία που απαιτούνται για την υποβολή έκθεσης ανά χώρα, σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου (2) του άρθρου 7Γ, η εν λόγω Συνιστώσα Οντότητα δεν είναι επιλέξιμη για να οριστεί ως η Αναφέρουσα Οντότητα για τον Όμιλο ΠΕ, σύμφωνα με το τέταρτο εδάφιο του παρόντος σημείου και ανακοινώνει στην αρμόδια αρχή στη Δημοκρατία ότι η Τελική Μητρική Οντότητα αρνήθηκε να διαθέσει τις αναγκαίες πληροφορίες.
2. Κατά παρέκκλιση του σημείου 1, σε περίπτωση που ισχύουν μία ή περισσότερες από τις προϋποθέσεις που ορίζονται στο στοιχείο β) του πρώτου εδαφίου του σημείου 1, δεν απαιτείται από οντότητα που περιγράφεται στο σημείο 1 να υποβάλει έκθεση ανά χώρα για κάθε Λογιστικό Έτος Υποβολής Εκθέσεων εάν ο Όμιλος ΠΕ του οποίου αποτελεί Συνιστώσα Οντότητα έχει καταστήσει διαθέσιμη έκθεση ανά χώρα σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου (2) του άρθρου 7Γ του παρόντος Νόμου όσον αφορά στο εν λόγω Λογιστικό Έτος μέσω Παρένθετης Μητρικής Οντότητας, η οποία υποβάλλει την εν λόγω έκθεση ανά χώρα στη φορολογική αρχή της δικαιοδοσίας της φορολογικής κατοικίας της κατά την ημερομηνία που αναφέρεται στο εδάφιο (1) του άρθρου 7Γ ή πριν από αυτή και, σε περίπτωση που η Παρένθετη Μητρική Οντότητα έχει φορολογική κατοικία σε περιοχή δικαιοδοσίας εκτός της Ένωσης, πληροί τις ακόλουθες προϋποθέσεις:
(α) η δικαιοδοσία της φορολογικής κατοικίας της Παρένθετης Μητρικής Οντότητας απαιτεί την υποβολή εκθέσεων ανά χώρα σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου (2) του άρθρου 7Γ ·
(β) η δικαιοδοσία της φορολογικής κατοικίας της Παρένθετης Μητρικής Οντότητας διαθέτει σε ισχύ Ειδική συμφωνία Αρμόδιων Αρχών στην οποία η Δημοκρατία είναι συμβαλλόμενο μέρος κατά τη χρονική στιγμή που προβλέπεται στο εδάφιο (1) του άρθρου 7Γ για την υποβολή της έκθεσης ανά χώρα για το Λογιστικό Έτος Υποβολής Εκθέσεων·
(γ) η δικαιοδοσία της φορολογικής κατοικίας της Παρένθετης Μητρικής Οντότητας δεν έχει κοινοποιήσει περίπτωση Συστημικής Αδυναμίας στη Δημοκρατία∙
(δ) η δικαιοδοσία της φορολογικής κατοικίας της Παρένθετης Μητρικής Οντότητας έχει ενημερωθεί, το αργότερο έως την τελευταία ημέρα του Λογιστικού Έτους Υποβολής Εκθέσεων του εν λόγω Ομίλου ΠΕ, από τη Συνιστώσα Οντότητα με φορολογική κατοικία στη δικαιοδοσία του ότι αυτή αποτελεί την Παρένθετη Μητρική Οντότητα·
(ε) έχει παρασχεθεί κοινοποίηση στη Δημοκρατία σύμφωνα με το σημείο 4.
3. Οποιαδήποτε Συνιστώσα Οντότητα Ομίλου ΠΕ, η οποία έχει τη φορολογική κατοικία της στη Δημοκρατία ενημερώνει την αρμόδια αρχή στη Δημοκρατία εάν αποτελεί την Τελική Μητρική Οντότητα, την Παρένθετη Μητρική Οντότητα ή τη Συνιστώσα Οντότητα που αναφέρεται στο σημείο 1 το αργότερο την τελευταία ημέρα του Λογιστικού Έτους Υποβολής Εκθέσεων του εν λόγω Ομίλου ΠΕ.
4. Σε περίπτωση που Συνιστώσα Οντότητα Ομίλου ΠΕ η οποία έχει τη φορολογική της κατοικία στη Δημοκρατία δεν αποτελεί ούτε την Τελική Μητρική Οντότητα, ούτε την Παρένθετη Μητρική Οντότητα, ούτε τη Συνιστώσα Οντότητα που αναφέρεται στο σημείο 1, έχει υποχρέωση να κοινοποιεί στην αρμόδια αρχή στη Δημοκρατία την ταυτότητα και τη φορολογική κατοικία της Αναφέρουσας Οντότητας το αργότερο μέχρι την τελευταία ημέρα του Λογιστικού Έτους Υποβολής Εκθέσεων του εν λόγω Ομίλου ΠΕ.
Πατήστε εδώ για να εμφανιστεί το ΤΜΗΜΑ III.