ΜΕΡΟΣ VI ΑΚΥΡΩΣΗ ΓΑΜΩΝ
Πεδίο Εφαρμογής του παρόντος Μέρους

20. Οι διατάξεις του παρόντος Μέρους εφαρμόζονται και στους πολιτικούς γάμους που τελέσθηκαν πριν την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου, δυνάμει των δι’ αυτού καταργηθέντων περί Πολιτικού Γάμου Νόμων του 1990 έως 1995.

Αγωγή ακύρωσης

21. (1) Γάμος που είναι ακυρώσιμος κατά τα διαλαμβανόμενα στον παρόντα Νόμο, δύναται, αν δεν έχει αρθεί η ακυρωσιμότητά του δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου, να ακυρωθεί με απόφαση του Οικογενειακού Δικαστηρίου, που εκδίδεται σε αγωγή η οποία εγείρεται για ακύρωση του γάμου από τα πρόσωπα που αναφέρονται στο εδάφιο (1) του άρθρου 22.

(2) Άκυρος ή ανυπόστατος γάμος κατά τα διαλαμβανόμενα στον παρόντα Νόμο, δύναται να κηρυχθεί άκυρος ή να αναγνωρισθεί ως ανυπόστατος, ανάλογα με την περίπτωση, μόνο με απόφαση του Οικογενειακού Δικαστηρίου, που εκδίδεται σε αγωγή η οποία εγείρεται για διακήρυξη της ακυρότητας ή αναγνώριση του ανυπόστατου του γάμου, από τα πρόσωπα που αναφέρονται στο εδάφιο (2) του άρθρου 22.

Δικαίωμα αγωγής

22. (1) Αγωγή για ακύρωση γάμου δυνάμει του εδαφίου (1) του άρθρου 21 δύναται να εγερθεί μόνο από τα πιο κάτω πρόσωπα:

(α) από εκάτερον των συζύγων σε περίπτωση γάμου που είναι ακυρώσιμος κατά τα διαλαμβανόμενα στο εδάφιο (1) του άρθρου 14, ή κατά τα διαλαμβανόμενα στην παράγράφο (α) του εδαφίου (2) του εν λόγω άρθρου, ή επί τω ότι δεν υπήρξε συμμόρφωση με τις διατάξεις του εδαφίου (1) του άρθρου 15·

(β) από σύζυγο που πλανήθηκε σε σχέση με την ταυτότητα του άλλου συζύγου, ή που εξαναγκάστηκε στη σύναψη γάμου, αλλά όχι από τους κληρονόμους τους, σε περίπτωση γάμου που είναι ακυρώσιμος κατά τα διαλαμβανόμενα είτε στην παράγραφο (β) είτε στην παράγραφο (γ) του εδαφίου (2) του άρθρου 14.

(2) Αγωγή για να κηρυχθεί γάμος άκυρος δυνάμει του εδαφίου (2) του άρθρου 21, δύναται να εγερθεί μόνο από εκάτερον των συζύγων ή από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο με άμεσο έννομο συμφέρον, σε κάθε περίπτωση γάμου που είναι άκυρος κατά τα διαλαμβανόμενα στο εδάφιο (2) του άρθρου 17, όπως επίσης και από την Κυπριακή Δημοκρατία σε περίπτωση γάμου που είναι άκυρος κατά τα διαλαμβανόμενα στις παραγράφους (α) και (ε) του εν λόγω εδαφίου.

(3) Αγωγή για να κηρυχθεί γάμος ανυπόστατος δυνάμει του εδαφίου (2) του άρθρου 21, δύναται να εγερθεί μόνο από εκάτερον των συζύγων, ή από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο με άμεσο έννομο συμφέρον ή από την Κυπριακή Δημοκρατία.

(4) Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, άμεσο έννομο συμφέρον έχουν οι γονείς, ο επίτροπος ή κηδεμόνας ανηλίκου για σκοπούς συναίνεσης, ο διαχειριστής περιουσίας ανίκανου προς συναίνεση προσώπου, και κάθε πρόσωπο που έχει τη φροντίδα και επιμέλεια του προσώπου και της περιουσίας του, ο σύζυγος ή η σύζυγος προγενέστερου νόμιμου και μη λυθέντος γάμου στις περιπτώσεις διγαμίας, και επίσης τα νόμιμα τέκνα από τέτοιο γάμο και κάθε πρόσωπο του οποίου επηρεάζεται το κληρονομικό δικαίωμα από το γάμο.

Παραγραφή ακύρωσης

23. Δε δύναται να εγερθεί αγωγή για ακύρωση γάμου δυνάμει του εδαφίου (1) του άρθρου 21, από το σύζυγο που πλανήθηκε ή εξαναγκάστηκε στη σύναψη γάμου που είναι ακυρώσιμος εξαιτίας πλάνης ή εξαναγκασμού κατά τα διαλαμβανόμενα στις παραγράφους (β) και (γ) του εδαφίου (2) του άρθρου 14, μετά την παρέλευση έξι μηνών από την ημερομηνία κατά την οποία διαλύθηκε η πλάνη ή παρήλθε η απειλή, ανάλογα με την περίπτωση.

Αποτελέσματα ακύρωσης

24. Γάμος που ακυρώνεται ή κηρύσσεται άκυρος με αμετάκλητη δικαστική απόφαση, παύει να έχει οποιαδήποτε αποτελέσματα από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης, και γάμος που αναγνωρίζεται με τέτοια απόφαση ως ανυπόστατος, δεν έχει εξ’ υπαρχής οποιαδήποτε αποτελέσματα:

Νοείται ότι, οι διατάξεις του παρόντος άρθρου δεν επηρεάζουν τυχόν διατάξεις σε άλλους νόμους, με τις οποίες ρυθμίζονται ειδικά τα δικαιώματα των προσώπων σε τέτοιους γάμους.

Ιδιότητα παιδιών ακυρωθέντος γάμου

25. Παιδιά που γεννήθηκαν κατά τη διάρκεια γάμου που ακυρώνεται ή κηρύσσεται άκυρος ή αναγνωρίζεται ως ανυπόστατος με δικαστική απόφαση, διατηρούν την ιδιότητα παιδιού που γεννήθηκε σε γάμο.

Νομιζόμενος γάμος

26. (1) Η αναγνώριση γάμου ως ανυπόστατου δυνάμει του εδαφίου (2) του άρθρου 21, επενεργεί μόνο για το μέλλον ως προς το σύζυγο που κατά το χρόνο τέλεσης αγνοούσε την ελαττωματικότητα του γάμου, ή ως προς και τους δύο συζύγους σε περίπτωση που αγνοούσαν την ελαττωματικότητα και οι δύο:

Νοείται ότι, σε περίπτωση που μόνο ο ένας εκ των συζύγων αγνοούσε την ελαττωματικότητα του γάμου κατά το χρόνο τέλεσης, αυτός έχει εναντίον του άλλου συζύγου που γνώριζε την ελαττωματικότητα κατ’ εκείνο το χρόνο, και σε περίπτωση θανάτου του τελευταίου μετά τη δικαστική απόφαση, εναντίον των κληρονόμων του, τα δικαιώματα που εκάστοτε ισχύουν σε περίπτωση διαζυγίου.

(3) Τα δικαιώματα που εκάστοτε ισχύουν σε περίπτωση διαζυγίου, τα έχει επίσης και ο σύζυγος που εξαναγκάστηκε να τελέσει γάμο με απειλή, παράνομα ή αντίθετα προς τα χρηστά ήθη, σε περίπτωση θανάτου του άλλου συζύγου μετά την ακύρωση του γάμου.

Λόγοι διαζυγίου

27. (1) Γάμος δύναται να λυθεί με δικαστική απόφαση, που απαγγέλλεται:

(α) καθόσον αφορά γάμο που τελείται δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου, και πολιτικό γάμο μέσα στην έννοια της παραγράφου (β) του εδαφίου (1) του άρθρου 17, από Οικογενειακό Δικαστήριο σε αγωγή διαζυγίου που καταχωρείται στο εν λόγω Δικαστήριο·

(β) καθ’ όσον αφορά πολιτικό γάμο, για τη λύση του οποίου έχει δικαιοδοσία οικογενειακό δικαστήριο που καθιδρύεται δυνάμει των περί Οικογενειακών Δικαστηρίων (Θρησκευτικές Ομάδες) Νόμων του 1994 έως 1998, από το εν λόγω οικογενειακό δικαστήριο σε αγωγή διαζυγίου που εγείρεται σ’ αυτό.

(2) Οι αναφερόμενοι στο εδάφιο (1) γάμοι δύνανται να λυθούν με αγωγή διαζυγίου εκατέρου των συζύγων, όταν οι μεταξύ των συζύγων σχέσεις έχουν κλονισθεί τόσο ισχυρά για λόγο που αφορά το πρόσωπο του εναγομένου ή και των δύο συζύγων, ώστε βάσιμα να είναι αφόρητη για τον ενάγοντα η εξακολούθηση της έγγαμης σχέσης, ή, καθ’ όσον αφορά τους ανήκοντες στην Ελληνική Ορθόδοξη Εκκλησία, και για οποιοδήποτε άλλο λόγο που επιτρέπεται δυνάμει της παραγράφου 2Β του Άρθρου 111 του Συντάγματος:

Νοείται ότι, καθ’ όσον αφορά γάμο που εμπίπτει στις διατάξεις της παραγράφου (β) του εδαφίου (1), αυτός δύναται να λυθεί και για οποιοδήποτε άλλο λόγο που προβλέπεται στους περί Οικογενειακών Δικαστηρίων (Θρησκευτικές Ομάδες) Νόμους του 1994 έως 1998.

(3) Για τους σκοπούς του εδαφίου (2):

(α) εκτός αν ο εναγόμενος αποδείξει το αντίθετο, τεκμαίρεται ότι οι σχέσεις μεταξύ των συζύγων έχουν κλονισθεί και ότι είναι αφόρητη για τον ενάγοντα η εξακολούθηση της έγγαμης σχέσης για λόγο που αφορά το πρόσωπο του εναγόμενου όπως απαιτεί το εδάφιο, σε περίπτωση διγαμίας ή μοιχείας ή εγκατάλειψης του ενάγοντα, ή επιβουλής της ζωής του από τον εναγόμενο ή άσκησης βίας εναντίον του από τον εναγόμενο κατά την έννοια που αποδίδεται στον όρο 'βία' δυνάμει του περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων Νόμου·

(β) ο κλονισμός των σχέσεων μεταξύ των συζύγων κατά τα διαλαμβανόμενα στο παρόν εδάφιο τεκμαίρεται αμάχητα, εφόσον οι σύζυγοι βρίσκονται σε διάσταση επί τέσσερα τουλάχιστον χρόνια, και το διαζύγιο δύναται να εκδοθεί έστω και αν ο λόγος του κλονισμού αφορά το πρόσωπο του ενάγοντα. Η συμπλήρωση του χρόνου διάστασης δεν εμποδίζεται από μικρές διακοπές που έγιναν ως προσπάθεια αποκατάστασης των σχέσεών των και οι οποίες δεν υπερβαίνουν τους έξι μήνες.

(4) Εκτός αν για ορισμένους γάμους προνοούνται σε άλλους νόμους άλλοι λόγοι για τη λύση τους, γάμος δύναται να λυθεί με διαζύγιο για τους πιο κάτω λόγους:

(α) αλλαγής φύλου του εναγόμενου, ή εγκατάλειψης του ενάγοντα ή επιβουλής της ζωής του από τον εναγόμενο·

(β) τεκμαίρεται αμάχητα ότι οι σχέσεις μεταξύ των συζύγων έχουν κλονισθεί και ότι είναι αφόρητη για τον ενάγοντα η εξακολούθηση της έγγαμης σχέσης για λόγο που αφορά το πρόσωπο και των δύο συζύγων όπως απαιτεί το εδάφιο (2), εφόσον οι σύζυγοι βρίσκονται σε διάσταση επί τέσσερα τουλάχιστον χρόνια. Η συμπλήρωση του χρόνου διάστασης δεν εμποδίζεται από μικρές διακοπές που έγιναν ως προσπάθεια αποκατάστασης των σχέσεων ανάμεσα στους συζύγους και οι οποίες στο σύνολό τους δεν υπερβαίνουν τους έξι μήνες.

(5) Ο θάνατος του ενός των συζύγων επιφέρει λύση του γάμου.