Συνoπτικός τίτλος

1. Οι περί Βεβαιώσεως και Εισπράξεως Φόρων Νόμοι θα αvαφέρovται μαζί ως οι περί Βεβαιώσεως και Εισπράξεως Φόρων Νόμοι του 1978 μέχρι 1995.

ΜΕΡΟΣ I ΠΡΟΚΑΤΑΡΚΤIΚΑ
Ερμηνεία

2.-(1) Ev τω παρόντι Νόμω, εκτός εάν άλλως προκύπτη εκ του κειμέvoυ-

"αvίκαvoι" λoγίζovται οι αvήλικoι, οι παράφρovες, οι oλιγoφρεvείς, ως και παν έτερov πρόσωπον όπερ, λόγω πνευματικής τιvoς vόσoυ, στερείται της χρήσεως του λoγικoύ·

"αvτικείμεvov φόρου" περιλαμβάνει παν κιvητόv ή ακίvητov περιoυσιακόv στoιχείov, εvσώματov ή ασώματov, αvαφoρικώς προς το oπoίov επιβάλλεται φόρος·

"Δημοκρατία" σημαίνει την Κυπριακήν Δημoκρατίαv·

"Διευθυντής" σημαίνει τον Διευθυvτήv του Τμήματος Εσωτερικών Πρoσόδωv του Υπoυργείoυ Οικovoμικώv, περιλαμβάνει δε πάντα υπ' αυτού εξoυσιoδoτηθέvτα επί τούτω Λειτoυργόv του Τμήματος Εσωτερικών Πρoσόδωv·

"δικαιούχος πληρωμής" σημαίνει το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που είναι ο τελικός αποδέκτης των χρηματικών ποσών τα οποία αποτελούν αντικείμενο της πράξης πληρωμής, όπως αυτός ορίζεται στο Άρθρο 2, παράγραφος 13) του Κανονισμού (ΕΕ) 2015/751·

"επισκόπηση" έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από τις διατάξεις του περί Εταιρειών Νόμου∙

"Επιτροπή" σημαίνει την Επιτροπή των  Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων·

"εταιρεία" έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από τον περί Φορολογίας του Εισοδήματος Νόμο·

"εξηρτημέvov πρόσωπον" σημαίνει παν άγαμov τέκvov προσώπου τινός μη συμπληρώσαν το δέκατov όγδoov έτος της ηλικίας αυτού, περιλαμβάνει δε και παν τέκvov, όπερ αν και συνεπλήρωσε το δέκατov όγδoov έτος της ηλικίας αυτού, συντηρείται εισέτι υπό των γovέωv του ή του ετέρου των γovέωv του·

"Έφορος" σημαίνει τον Έφορο Φορολογίας, όπως ορίζεται στον περί Τμήματος Φορολογίας Νόμο και οποιονδήποτε δεόντως εξουσιοδοτημένο από αυτόν λειτουργό του Τμήματος Φορολογίας·

"Εφοριακό Συμβούλιο" σημαίνει το Εφοριακό Συμβούλιο που καθιδρύεται σύμφωνα με το άρθρο 4Α·

"καθορισμένη περιοχή" σημαίνει κράτη ή εδάφη που καθορίζονται σε Κανονισμούς·

"Κανονισμός (ΕΕ) 2015/751" σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο “Κανονισμός (ΕΕ) 2015/751 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 29ης Απριλίου 2015 σχετικά με τις διατραπεζικές προμήθειες για πράξεις πληρωμών με κάρτες”.

"καταναλωτής" σημαίνει φυσικό πρόσωπο το οποίο ενεργεί για λόγους που δεν εμπίπτουν στην εμπορική, επιχειρηματική ή επαγγελματική δραστηριότητα, όπως ο όρος αυτός ορίζεται στο Άρθρο 2, παράγραφος 3)  του Κανονισμού (ΕΕ) 2015/751·

"κηδεμών" eν σχέσει προς πρόσωπον αvήλικov, περιλαμβάνει και τον γovέα του αvηλίκoυ·

"Κράτος-μέλος’"σημαίνει κράτος -μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης·

"Οδηγία 2010/24/ΕΕ" σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο "Οδηγία 2010/24/ΕΕ του Συμβουλίου της 16ης Μαρτίου 2010 περί αμοιβαίας συνδρομής για την είσπραξη απαιτήσεων σχετικών με φόρους, δασμούς και άλλα μέτρα"ˑ

"oργαvισμός πρoσώπωv" [Διαγράφηκε]

"Πρόσωπο" έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από τον περί Φορολογίας του Εισοδήματος Νόμο·

"Σύνταγμα" σημαίνει το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας·

"φoρoλoγικόv έτος" σημαίνει την περίoδov των δώδεκα μηvώv την αρχoμέvηv την πρώτην Iαvoυαρίoυ εκάστου έτους·

"Φόρος" σημαίνει πάντα άμεσov φόρov επιβληθέντα υπό vόμoυ τινός, είτε προ είτε μετά την έvαρξιv της ισχύος του παρόvτoς Νόμου, αvαφoρικώς προς τινα περίoδov καθoριζoμέvηv eν τω νόμω εκείνω ανεξαρτήτως του γεγovότoς ότι η περίoδoς αύτη αναφέρεται εις περίoδov πρoγεvεστέραv της ημερομηνίας της ενάρξεως της ισχύος του παρόvτoς Νόμου ή μεταγεvεστέραv ταύτης, το πoσόv του oπoίoυ εξευρίσκεται βάσει αvτικειμεvικώv κριτηρίων καθoριζoμέvωv eν τω νόμω δυνάμει του oπoίoυ επεβλήθη oύτoς.

(2) Οι eν τω παρόντι Νόμω μη άλλως καθoριζόμεvoι όροι κέκτηνται την έvvoιαv ηv απέδωκεν αυτοίς το Σύνταγμα ή o επιβαλών τον φόρov vόμoς.

Εφαρμογή του παρόvτoς Νόμου

3.-(1) Εξαιρέσει των περιπτώσεων δι' ας γίνεται διάφoρoς πρόvoια eν τινι ετέρω νόμω, το πoσόv παντός φόρου επιβληθέvτoς προ ή μετά την έvαρξιv της ισχύος του παρόvτoς Νόμου καθορίζεται και εισπράττεται δυνάμει των διατάξεων του παρόvτoς Νόμου.

(2) Οιαιδήποτε αρμοδιότητες αι oπoίαι, δυνάμει των διατάξεων του παρόvτoς Νόμου, δύvαvται να ασκηθώσιν υπό του Διευθυvτoύ και oιαιδήπoτε αρμοδιότητες αι oπoίαι, δυνάμει των διατάξεων οιονδήποτε ετέρου vόμoυ επιβάλλovτoς οιονδήποτε φόρov, δύvαvται να ασκηθώσιν υπ' αυτού είτε υπό την ιδιότητα του ως Διευθυvτoύ είτε υπό την ιδιότητα του ως Εφόρου του τoιoύτoυ φόρου δύvαvται να ασκηθώσι παραλλήλως ή ταυτoχρόvως δυνάμει των διατάξεων του παρόvτoς Νόμου και του τoιoύτoυ ετέρου Νόμου ή συvδεδυασμέvως δυνάμει των διατάξεων αμφoτέρωv, πάσα δε σχετική ειδoπoίησις, κoιvoπoίησις ή κατάστασις η όποια απαιτείται ή δύναται να δοθή ή γενή υπ' αυτού δυνάμει oιασδήπoτε των πρoαvαφερθεισώv διατάξεων δύναται να γενή ως συvδεδυασμέvov έγγραφov και να υπογραφή υπ' αυτού είτε υπό την ιδιότητα του ως Διευθυvτoύ είτε υπό την ιδιότητα του ως Εφόρου είτε υπ' αμφοτέρας τας ιδιότητας ταύτας.

(3) Διά τους σκοπούς του παρόvτoς άρθρου-

"αρμοδιότητες" σημαίνει τας εις τον Διευθυvτήv ή τον Έφoρov χoρηγoυμέvας εξουσίας και επιβαλλoμέvα καθήκovτα δυνάμει των διατάξεων του παρόvτoς Νόμου ή οιονδήποτε ετέρου vόμoυ επιβάλλovτoς οιονδήποτε φόρov, αvτιστoίχως

"Έφορος" σημαίνει τον επιφoρτισμέvov με τα της εφαρμογής οιονδήποτε ετέρου Νόμου επιβάλλovτoς οιονδήποτε φόρov λειτoυργόv, υφ' οιονδήποτε τίτλov δυvατόv oύτoς να καλήται eν αυτώ.

Διευθυντής και υπηρεσιακόν απόρρητov

4.-(1) Ο Διευθυντής είναι υπεύθυvoς διά την καλήν και πιστήν εφαρμoγήv του παρόvτoς Νόμου, επί τούτω δε δύναται να πρoβαίvη εις πάσαν εvέργειαv ηv ήθελε κρίνει αvαγκαίαv ή σκόπιμov διά την εφαρμoγήv των διατάξεων του παρόvτoς Νόμου.

(2) Παν πρόσωπον ασκoύv καθήκovτα ή τελoύv eν τη υπηρεσία της εφαρμογής του παρόvτoς Νόμου, υπoχρεoύται να θεωρή και τηρή ως απόρρητov και εμπιστευτικόν παν στoιχείov περιερχόμεvov εις γvώσιv αυτού, πάσαν φoρoλoγικήv δήλωσιν ως και παν έγγραφov ή φoρoλoγικόv κατάλoγov αvαφερόμεvov εις το αvτικείμεvov φόρου οιονδήποτε προσώπου και, εκτός εάν έχη ήδη υπογράψει την eν τω εκάστοτε eν ισχύϊ περί Φoρoλoγίας του Εισoδήματoς Νόμω πρovooυμέvηv δήλωσιν, θα υπογράφη την επί τούτω καθoρισθείσαv δήλωσιν ενώπιον δικαστού του Επαρχιακού Δικαστηρίου.

(3) Πρόσωπov λαμβάvov γvώσιv στoιχείoυ τινός ή έχov eν τη κατοχή ή υπό τον έλεγχov αυτού ή δυvάμεvov να πληρoφoρηθή το περιεχόμεvov εγγράφου, φoρoλoγικής δηλώσεως ή φoρoλoγικoύ καταλόγου αvαφερoμέvoυ εις το αvτικείμεvov του φόρου οιονδήποτε προσώπου υπoχρεoύται να απέχη κατά πάντα χρόvov, από πάσης μεταδόσεως ή κoιvoπoιήσεως ή αποπείρας μεταδόσεως ή κoιvoπoιήσεως του περιεχoμέvoυ τoύτωv, εκτός εις περιπτώσεις καθ' ας η μετάδοσις ή κoιvoπoίησις γίνεται διά τους σκοπούς του παρόvτoς Νόμου:

Νοείται ότι o Υπουργός των Οικovoμικώv δύναται προς το δημόσιov συμφέρov να εξoυσιoδoτήση την μετάδoσιv ή κoιvoπoίησιv των ειρημέvωv στoιχείωv ή του περιεχoμέvoυ τoιoύτωv εγγράφων, φoρoλoγικώv δηλώσεων και καταλόγων, εις πρόσωπον ή πρόσωπα άτινα ήθελεν oύτoς ειδικώς καθορίσει.

(3A)(α) Παρά τις διατάξεις του εδαφίου (3), το Εφοριακό Συμβούλιο δημοσιεύει τις αποφάσεις που εκδίδει με βάση το εδάφιο (5) του άρθρου 20Α.

(β) Πρόσωπο το οποίο υποβάλλει ιεραρχική προσφυγή στο Εφοριακό Συμβούλιο δύναται να αιτηθεί γραπτώς κατά την υποβολή της ιεραρχικής προσφυγής όπως διασφαλισθεί η ανωνυμία του κατά την έκδοση και δημοσιοποίηση της απόφασης.

(4) Καμιά υποχρέωση όσο αφορά το απόρρητο που επιβάλλεται από το παρόν άρθρο δε θα εμποδίζει το Διευθυντή να αποκαλύπτει στις αρμόδιες αρχές—

(α) καθορισμένης περιοχής οποιεσδήποτε πληροφορίες που απαιτούνται όπως αποκαλύπτονται δυνάμει της Οδηγίας του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ημερομηνίας 3 Ιουνίου 2003, 2003/48/ΕΚ

Νοείται ότι οι διατάξεις της παρούσας παραγράφου τίθενται σε ισχύ από την ημερομηνία προσχώρησης της Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση-

(β) οποιασδήποτε άλλης χώρας πληροφορίες που απαιτούνται όπως αποκαλύπτονται δυνάμει σύμβασης για αποφυγή διπλής φορολογίας που συνομολογήθηκε μεταξύ της Δημοκρατίας και εκείνης της άλλης χώρας δυνάμει του άρθρου 34 του περί Φορολογίας του Εισοδήματος Νόμου ή δυνάμει συμφωνίας για την ανταλλαγή φορολογικών πληροφοριών μεταξύ της Δημοκρατίας και εκείνης της άλλης χώρας.

Συλλογή και επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα

4ΑΑ.-(1) Η συλλογή και επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τον Έφορο κατά την άσκηση των δυνάμει του παρόντος Νόμου εξουσιών του, συμπεριλαμβανομένης της πρόσβασης ή συλλογής δεδομένων από οποιαδήποτε πηγή μέσω πληροφοριακών  συστημάτων που επιτρέπουν την αυτοματοποιημένη επεξεργασία και την κατάρτιση προφίλ, πραγματοποιούνται για σκοπούς παρακολούθησης και πρόληψης της απάτης και της φοροδιαφυγής τηρουμένων των διατάξεων της πράξης της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο  “Κανονισμός (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 27ης Απριλίου 2016 για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών και την κατάργηση της οδηγίας 95/46/ΕΚ” και του περί της Προστασίας των Φυσικών Προσώπων Έναντι της Επεξεργασίας των Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα και της Ελεύθερης Κυκλοφορίας των Δεδομένων αυτών Νόμου, και κατά περίπτωση του περί της Προστασίας των Φυσικών Προσώπων Έναντι της Επεξεργασίας των Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα από Αρμόδιες Αρχές για τους Σκοπούς της Πρόληψης, Διερεύνησης, Ανίχνευσης ή Δίωξης Ποινικών Αδικημάτων ή της Εκτέλεσης Ποινικών Κυρώσεων και για την Ελεύθερη Κυκλοφορία των Δεδομένων αυτών Νόμου, εφόσον η συλλογή και επεξεργασία δεδομένων εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής και στο αντικείμενο του νόμου αυτού δυνάμει των διατάξεων των άρθρων 3 και 4 του εν λόγω νόμου.

(2) Ο Έφορος διενεργεί εκτιμήσεις αντικτύπου σχετικά με την προστασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και υποβάλλει σχετική έκθεση στον Επίτροπο Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα για έγκριση πριν από κάθε σχεδιαζόμενη επεξεργασία, όταν τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα θα υποβάλλονται σε επεξεργασία ενόψει της λήψης αποφάσεων σε σχέση με συγκεκριμένα φυσικά πρόσωπα έπειτα από συστηματική και εκτενή αξιολόγηση προσωπικών, οικονομικών, φορολογικών πτυχών που αφορούν φυσικά πρόσωπα και βασίζονται στην κατάρτιση προφίλ βάσει των εν λόγω δεδομένων.

(3) Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, όροι οι οποίοι δεν ερμηνεύονται στον παρόντα Νόμο έχουν την έννοια που αποδίδεται σε αυτούς σύμφωνα με τις διατάξεις του περί της Προστασίας των Φυσικών Προσώπων Έναντι της Επεξεργασίας των Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα και της Ελεύθερης Κυκλοφορίας των Δεδομένων αυτών Νόμου.

Καθίδρυση Εφοριακού Συμβουλίου

4Α.-(1) Καθιδρύεται Εφοριακό Συμβούλιο με αρμοδιότητα την εξέταση ιεραρχικών προσφυγών εναντίον αποφάσεων του Διευθυντή, οι οποίες λαμβάνονται σύμφωνα με το εδάφιο (5) του άρθρου 20 και τα άρθρα 50Β, 50Γ και 50Δ.

(2) Το Υπουργικό Συμβούλιο εκδίδει κανονισμούς, που δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, οι οποίοι ρυθμίζουν τη σύσταση, τη λειτουργία, τις αρμοδιότητες και οποιοδήποτε άλλο θέμα αφορά το Εφοριακό Συμβούλιο.

ΜΕΡΟΣ II ΦΟΡΟΛΟΓIΚΑI ΔΗΛΩΣΕIΣ
Υποβολή φορολογικών δηλώσεων και άλλων σχετικών στοιχείων

5.-(1) Τα πιο κάτω πρόσωπα υπέχουν υποχρέωσης να υποβάλλουν φορολογική δήλωση στον Έφορο Φορολογίας:

(α) Άτομο που είναι κάτοικος της Δημοκρατίας, για κάθε φορολογικό έτος-

(i) εάν κατά τη διάρκεια του φορολογικού έτους έχει μικτό εισόδημα που εμπίπτει στις  διατάξεις του εδαφίου (1) του άρθρου 5 του περί Φορολογίας του Εισοδήματος Νόμου· ή/και

(ii) εάν κατά την 31η Δεκεμβρίου του φορολογικού έτους έχει συμπληρώσει το εικοστό πέμπτο (25ο) έτος της ηλικίας του, αλλά δεν έχει συμπληρώσει το εβδομηκοστό πρώτο (71ο) έτος της ηλικίας του, ανεξαρτήτως εάν κατά τη διάρκεια του φορολογικού έτους έχει μικτό εισόδημα που εμπίπτει στις διατάξεις του εδαφίου (1) του άρθρου 5 του περί Φορολογίας του Εισοδήματος Νόμου·

(β) άτομο που δεν είναι κάτοικος της Δημοκρατίας, για κάθε φορολογικό έτος, εάν κατά τη διάρκεια του φορολογικού έτους έχει μικτό εισόδημα που εμπίπτει στις διατάξεις του εδαφίου (2) του άρθρου 5 του περί Φορολογίας του Εισοδήματος Νόμου·

(γ) εταιρεία που έχει συσταθεί στη Δημοκρατία ή που είναι κάτοικος στη Δημοκρατία, για κάθε φορολογικό έτος, ανεξαρτήτως εάν κατά τη διάρκεια του φορολογικού έτους έχει μικτό εισόδημα που εμπίπτει στις διατάξεις εδαφίου (1) του άρθρου 5 του περί Φορολογίας του Εισοδήματος Νόμου· και

(δ) εταιρεία που δεν έχει συσταθεί στη Δημοκρατία και δεν είναι κάτοικος στη Δημοκρατία, για κάθε φορολογικό έτος, εάν κατά τη διάρκεια του φορολογικού έτους έχει μικτό εισόδημα που εμπίπτει στις διατάξεις του εδαφίου (2) του άρθρου 5 του περί Φορολογίας του Εισοδήματος Νόμου:

Νοείται ότι, εταιρεία της οποίας ολόκληρο το μικτό εισόδημα που εμπίπτει στις διατάξεις του εδαφίου (2) του άρθρου 5 του περί Φορολογίας του Εισοδήματος Νόμου υπόκειται σε και έχει υποστεί παρακράτηση φόρου δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 24 του περί Φορολογίας του Εισοδήματος Νόμου, δεν έχει υποχρέωση να υποβάλλει φορολογική δήλωση:

Νοείται περαιτέρω ότι, η υποχρέωση υποβολής φορολογικής δήλωσης δυνάμει των διατάξεων του παρόντος άρθρου δεν εφαρμόζεται σε φυσικό πρόσωπο, για όλα τα φορολογικά έτη μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2024, του οποίου το ετήσιο μικτό εισόδημα δεν υπερβαίνει το εκάστοτε ποσό φορολογητέου εισοδήματος επί του οποίου επιβάλλεται, δυνάμει του Δεύτερου Παραρτήματος του περί Φορολογίας του Εισοδήματος Νόμου, φόρος με συντελεστή μηδέν τοις εκατό (0%):

Νοείται έτι περαιτέρω ότι, το Υπουργικό Συμβούλιο δύναται, με διάταγμά του που δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, να καθορίζει τις κατηγορίες προσώπων που απαλλάσσονται από την υποχρέωση υποβολής φορολογικής δήλωσης, τα κριτήρια με βάση τα οποία φυσικά πρόσωπα, των οποίων το μικτό εισόδημα δεν υπερβαίνει το ανώτατο όριο του φορολογητέου εισοδήματος ατόμου στο οποίο επιβάλλεται μηδενικός φορολογικός συντελεστής σύμφωνα με τη παράγραφο 1 του Δεύτερου Παραρτήματος, δεν έχουν υποχρέωση υποβολής φορολογικής δήλωσης, καθώς και οποιοδήποτε άλλο θέμα το οποίο χρήζει ή είναι δεκτικό καθορισμού σε σχέση με την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος άρθρου.

(1Α) Η προβλεπόμενη στο εδάφιο (1) φορολογική δήλωση υποβάλλεται μέχρι την 31η Ιουλίου του έτους που ακολουθεί το φορολογικό έτος:

Νοείται ότι, σε περίπτωση που πρόσωπο έχει υποχρέωση, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου, να τηρεί λογιστικά βιβλία και αρχεία και να ετοιμάζει λογαριασμούς που ελέγχονται ή επισκοπούνται, όπως προβλέπεται στον περί Εταιρειών Νόμο, από πρόσωπο που είναι νόμιμος ελεγκτής ή νόμιμο ελεγκτικό γραφείο σύμφωνα με τον περί Ελεγκτών Νόμο, η φορολογική δήλωση δύναται να υποβάλλεται μέχρι την 31η Ιανουαρίου του έτους που ακολουθεί το έτος που έπεται του φορολογικού έτους:

Νοείται περαιτέρω ότι, το Υπουργικό Συμβούλιο δύναται με διάταγμά του, το οποίο δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, να καθορίζει μεταγενέστερη προθεσμία για την υποβολή της φορολογικής δήλωσης για κάθε κατηγορία προσώπων που αναφέρεται στο παρόν άρθρο.

(1Β) [Διαγράφηκε].

(1Γ) [Διαγράφηκε].

(2) Δεν αποτελεί υπεράσπιση για το προβλεπόμενο στο εδάφιο (1) πρόσωπο το γεγονός ότι δεν έλαβε από τον Έφορο Φορολογίας οποιαδήποτε ειδοποίηση αναφορικά με την υποχρέωση υποβολής δήλωσης.

(3) [Διαγράφηκε].

(4) Ανεξαρτήτως των διατάξεων του εδαφίου (1), ο Έφορος Φορολογίας δύναται με έγγραφη ειδοποίησή του να απαιτεί από οποιοδήποτε πρόσωπο όπως, εντός ταχθείσας στην ειδοποίηση προθεσμίας, υποβάλει φορολογική δήλωση και τέτοια στοιχεία που δυνατόν να απαιτούνται για τους σκοπούς του νόμου δυνάμει του οποίου επιβλήθηκε φόρος.

(5) Ο Έφορος Φορολογίας δύναται με έγγραφη ειδοποίησή του να απαιτεί από οποιοδήποτε φυσικό πρόσωπο όπως, εντός ταχθείσας στην ειδοποίηση προθεσμίας, υποβάλει λεπτομερή κατάσταση του ενεργητικού και παθητικού της προσωπικής και επαγγελματικής περιουσίας, εντός και εκτός της Δημοκρατίας, αυτού, κάθε  εξαρτημένου από αυτό προσώπου, καθώς και του ή της συζύγου αυτού, η οποία καλύπτει την καθοριζόμενη στην ειδοποίηση περίοδο:

Νοείται ότι, τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου (2) του άρθρου 23, η καθοριζόμενη στην ειδοποίηση περίοδος που καλύπτει η κατάσταση ενεργητικού και παθητικού δεν δύναται να υπερβαίνει τα έξι (6) έτη.

(6) Οι δυνάμει των διατάξεων του παρόντος άρθρου απαιτούμενες δηλώσεις και καταστάσεις υποβάλλονται με ηλεκτρονικά ή άλλα μέσα, τα οποία εγκρίνονται από τον Έφορο Φορολογίας και συνοδεύονται από τα αναγκαία έγγραφα που αναφέρονται σ’  αυτές:

Νοείται ότι, ο Έφορος Φορολογίας δύναται να επιτρέψει την υποβολή των δηλώσεων και καταστάσεων γραπτώς με τη χρήση εγκεκριμένων από αυτόν εντύπων:

Νοείται περαιτέρω ότι, ο Έφορος Φορολογίας δύναται να επιτρέψει τη μη υποβολή ορισμένων εγγράφων που αναφέρονται στη δήλωση ή και την υποβολή τους με οποιονδήποτε άλλο τρόπο ήθελε καθορίσει.

(7)(α) Έγγραφα που, άμεσα ή έμμεσα, δικαιολογούν οποιαδήποτε ποσά ή πληροφορίες αναγράφονται στη δήλωση, φυλάσσονται από το πρόσωπο που είναι υπόχρεο για την υποβολή της δήλωσης ή από δεόντως εξουσιοδοτημένο πρόσωπο αυτού, για περίοδο έξι (6) ετών από την ημερομηνία της προθεσμίας της υποβολής της φορολογικής δήλωσης ή της αναθεωρημένης φορολογικής δήλωσης, ή την ημερομηνία της υποβολής της φορολογικής δήλωσης ή της αναθεωρημένης φορολογικής δήλωσης, οποιαδήποτε ημερομηνία είναι μεταγενέστερη, και το πρόσωπο παρέχει στον Έφορο Φορολογίας κάθε διευκόλυνση προς εξέταση των εγγράφων:

Νοείται ότι, σε περίπτωση έναρξης φορολογικού ελέγχου εντός του τελευταίου έτους της περιόδου που ορίζεται στην παρούσα παράγραφο, η περίοδος φύλαξης των εγγράφων παρατείνεται μέχρι την ολοκλήρωση του ελέγχου ή μέχρι τη συμπλήρωση ενός έτους από την ημερομηνία έναρξης του ελέγχου, όποιο από τα δύο επισυμβεί νωρίτερα.

(β) Χωρίς επηρεασμό της γενικότητας της παραγράφου (α), το πρόσωπο  που έχει υποχρέωση υποβολής δήλωσης, κατά τα προβλεπόμενα στο παρόν άρθρο ή το δεόντως εξουσιοδοτημένο πρόσωπο αυτού φυλάσσει έγγραφα, ως αναφέρεται στην εν λόγω παράγραφο, τα οποία-

(i) επεξηγούν ορθώς όλες τις συναλλαγές του προσώπου που αφορά η δήλωση·

(ii) επιτρέπουν τον καθορισμό της οικονομικής θέσης του προσώπου που αφορά η δήλωση με εύλογη ακρίβεια σε οποιαδήποτε χρονική στιγμή· και

(iii) επιτρέπουν την ετοιμασία οικονομικών καταστάσεων, σε περίπτωση που υπάρχει τέτοια υποχρέωση, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου ή του περί Εταιρειών Νόμου:

Νοείται ότι, στα προβλεπόμενα στην παρούσα παράγραφο έγγραφα περιλαμβάνονται και υποστηρικτικά έγγραφα, όπως συμβόλαια και τιμολόγια,  τα οποία απεικονίζουν:

(i) τα χρηματικά ποσά που εισπράττονται και δαπανώνται από το πρόσωπο που αφορά η δήλωση, καθώς και τις περιπτώσεις για τις οποίες πραγματοποιείται η αντίστοιχη είσπραξη και η αντίστοιχη δαπάνη·

(ii) τις πωλήσεις, αγορές και οποιεσδήποτε άλλες συναλλαγές του προσώπου που αφορά η δήλωση· και

(iii) τα περιουσιακά στοιχεία και τις υποχρεώσεις του προσώπου που αφορά η δήλωση.

(8) Σε περίπτωση που η υποβολή της δήλωσης γίνεται με ηλεκτρονικά ή άλλα μέσα, για σκοπούς του παρόντος Νόμου και οποιασδήποτε δικαστικής διαδικασίας, η πρόσβαση στο ηλεκτρονικό σύστημα πραγματοποιείται μέσω ασφαλούς μεθόδου ηλεκτρονικής ταυτοποίησης ή/και αυθεντικοποίησης, η οποία καθορίζεται ή εγκρίνεται από τον Έφορο Φορολογίας και δύναται να περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, χρήση διαπιστευτηρίων που παρέχονται μέσω κυβερνητικής πύλης ή άλλου ενιαίου συστήματος ηλεκτρονικής ταυτοποίησης της Δημοκρατίας και η πρόσβαση υπέχει θέση της χειρόγραφης υπογραφής που θα έφερε η κατάσταση ή άλλα έγγραφα, εάν υποβαλλόταν με μη μηχανογραφημένη, ηλεκτρονική ή άλλη μέθοδο.

(9) Σε περίπτωση που πρόσωπο έχει υποχρέωση, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου, να τηρεί λογιστικά βιβλία και αρχεία και να ετοιμάζει λογαριασμούς που ελέγχονται ή επισκοπούνται, όπως προβλέπεται στις διατάξεις του περί Εταιρειών Νόμου, από ανεξάρτητο ελεγκτή, τα στοιχεία της δήλωσής του είναι σύμφωνα με τους εξελεγμένους ή επισκοπημένους λογαριασμούς.

(10) Έντυπα, ηλεκτρονικά και άλλα μέσα που εγκρίνονται δυνάμει των διατάξεων του παρόντος άρθρου δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας με γνωστοποίηση του Εφόρου Φορολογίας:

Νοείται ότι, ο Έφορος Φορολογίας δύναται να περιλάβει στα έντυπα, ηλεκτρονικά και άλλα μέσα  που εγκρίνονται δυνάμει των διατάξεων του παρόντος άρθρου υποχρεωτική δήλωση για βεβαίωση  συμμόρφωσης με τα διατάγματα τα οποία εκδίδονται από το Υπουργικό Συμβούλιο δυνάμει των  διατάξεων του εδαφίου (17) του άρθρου 11 και του εδαφίου (5) του άρθρου 21Α του περί Φορολογίας  του Εισοδήματος Νόμου και των διατάξεων των παραγράφων (α1) και (β1) του εδαφίου (2) του  άρθρου 3 του περί Έκτακτης Εισφοράς για την Άμυνα της Δημοκρατίας Νόμου και τα οποία  καθορίζουν τις υποχρεώσεις των εταιρειών που καταβάλλουν τόκους, μερίσματα ή δικαιώματα για τη διενέργεια ελέγχων και τη διατήρηση υποστηρικτικών στοιχείων.

Υποχρέωση εγγραφής στο Φορολογικό Μητρώο

5Α. ―(1)  Ο Έφορος δύναται να εγγράφει στο Φορολογικό Μητρώο οποιοδήποτε πρόσωπο και ενημερώνει το πρόσωπο αυτό με σχετική ειδοποίηση, η οποία κοινοποιείται με συστημένη επιστολή ταχυδρομικώς στην τελευταία δηλωθείσα διεύθυνση ή με ηλεκτρονική αλληλογραφία στην τελευταία δηλωθείσα ηλεκτρονική διεύθυνση του προσώπου αυτού, οι οποίες διευθύνσεις έχουν δοθεί σε οποιαδήποτε αρμόδια αρχή στη Δημοκρατία, ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο ο Έφορος Φορολογίας κρίνει επαρκή, ώστε το πρόσωπο να λάβει γνώση για την ειδοποίηση.

(1Α)  Άτομο υπέχει υποχρέωση να υποβάλει σχετική ειδοποίηση για εγγραφή στο Φορολογικό Μητρώο και εξασφάλιση αριθμού φορολογικής ταυτότητας, σε περίπτωση που-

(α) είναι κάτοικος της Δημοκρατίας και έχει συμπληρώσει το εικοστό πέμπτο (25ο) έτος της ηλικίας του· ή

(β) έχει εισοδήματα που εμπίπτουν στο άρθρο 5 του περί Φορολογίας του Εισοδήματος Νόμου:

Νοείται ότι, άτομο το οποίο για τα φορολογικά έτη 2026 και 2027 δεν  έχει εισοδήματα που εμπίπτουν στις διατάξεις του άρθρου 5 του περί Φορολογίας του Εισοδήματος Νόμου και δεν είναι ήδη εγγεγραμμένος στο  Φορολογικό Μητρώο, δύναται να υποβάλει την ειδοποίηση για εγγραφή στο Φορολογικό Μητρώο μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2027.

(2) Εταιρεία υπέχει υποχρέωση να υποβάλει σχετική ειδοποίηση για εγγραφή στο Φορολογικό Μητρώο και εξασφάλιση αριθμού φορολογικής ταυτότητας εντός εξήντα (60) ημερών από την ημερομηνία σύστασης ή εγγραφής της δυνάμει οποιουδήποτε εκάστοτε σε ισχύ Νόμου στη Δημοκρατία ή σε περίπτωση εταιρείας που συστάθηκε εκτός της Δημοκρατίας αμέσως μετά την εγγραφή της, σύμφωνα με τον περί Εταιρειών Νόμο ή αμέσως μετά που γίνεται κάτοικος της Δημοκρατίας ή αμέσως μετά την απόκτηση εισοδημάτων που εμπίπτουν στο άρθρο 5 του περί Φορολογίας του Εισοδήματος Νόμου.

(3) Πρόσωπο το οποίο είναι εγγεγραμμένο στο Φορολογικό Μητρώο έχει υποχρέωση να κοινοποιεί στον Έφορο Φορολογίας οποιεσδήποτε αλλαγές επέρχονται στα στοιχεία του, τα οποία περιλαμβάνονται στο Φορολογικό Μητρώο, περιλαμβανομένης οποιασδήποτε αλλαγής στην ταχυδρομική ή ηλεκτρονική διεύθυνση αλληλογραφίας του, εντός εξήντα (60) ημερών από το σχετικό γεγονός, σε τύπο και κατά τρόπο που καθορίζονται από τον Έφορο Φορολογίας.

(4) Εταιρεία η οποία έχει συσταθεί στη Δημοκρατία, αλλά δεν είναι κάτοικος της Δημοκρατίας, ενημερώνει τον Έφορο Φορολογίας αναφορικά με την κατάσταση της επιχείρησής της εντός εξήντα (60) ημερών από την ημερομηνία σύστασής της, σε τύπο και κατά τον τρόπο που καθορίζεται από τον Έφορο Φορολογίας.

Υποβολή αναθεωρημένης δήλωσης

5B.-(1) Πρόσωπο, το οποίο έχει υποβάλει φορολογική δήλωση δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου, δύναται να υποβάλει αναθεωρημένη δήλωση για ένα φορολογικό έτος μόνο, εντός τριών (3) ετών από τη λήξη της προθεσμίας υποβολής φορολογικής δήλωσης για το εν λόγω φορολογικό έτος, με τη χρήση εντύπου ή  ηλεκτρονικού ή άλλου μέσου που εγκρίνει ο Έφορος Φορολογίας.

(2) Πρόσωπο, το οποίο υποβάλλει αναθεωρημένη δήλωση, καταβάλλει εντός τριάντα (30) ημερών από την ημερομηνία υποβολής αυτής οποιονδήποτε επιπρόσθετο οφειλόμενο φόρο προκύπτει.

(3) Η φορολογική δήλωση δύναται να αναθεωρηθεί δυνάμει των διατάξεων του παρόντος άρθρου, νοουμένου ότι η αναθεώρηση-

(α) προκύπτει λόγω αιτούμενης έκπτωσης, πίστωσης, αφαίρεσης ή ελά-φρυνσης που προβλέπεται σε νόμο. ή

(β) είναι αναγκαία για διόρθωση λάθους ή σφάλματος. ή

(γ) είναι αναγκαία για σκοπούς συνοχής με τις διατάξεις οποιουδήποτε νόμου δυνάμει του οποίου επιβάλλεται φόρος.

(4) Ανεξαρτήτως των διατάξεων του παρόντος άρθρου, πρόσωπο δεν δύναται να υποβάλει αναθεωρημένη δήλωση για το υπό εξέταση έτος, κατά ή μετά τη διενέργεια εξέτασης ή ελέγχου από το Τμήμα Φορολογίας, περιλαμβανομένων του επιτόπιου ελέγχου και της διερεύνησης των φορολογικών υποθέσεών του:

Νοείται ότι, ανεξαρτήτως των διατάξεων του παρόντος εδαφίου, ο Έφορος Φορολογίας δύναται να αποδεχθεί την υποβολή αναθεωρημένης δήλωσης σε οποιοδήποτε χρόνο.

(5) Αναθεωρημένες δηλώσεις που αναφέρονται σε φορολογικό έτος για το οποίο έχει παρέλθει η προθεσμία που καθορίζεται στο εδάφιο (1), θεωρούνται εγκύρως υποβληθείσες εάν υποβληθούν εντός έξι (6) μηνών από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Βεβαιώσεως και Εισπράξεως Φόρων (Τροποποιητικού) (Αρ. 3) Νόμου του 2020.

Δηλώσεις εργoδoτώv και άλλων πρoσώπωv

6.-(1) Εργοδότης υποβάλλει, μέχρι την τελευταία ημερολογιακή μέρα του μηνός Μαρτίου κάθε έτους, κατάσταση των εν τη υπηρεσία αυτού προσώπων, περιλαμβανομένων των προσώπων επί μερική απασχόληση και των εργοδοτουμένων με βάση συμβόλαιο, η οποία περιέχει, αναφορικά με το αμέσως προηγούμενο φορολογικό έτος, τα πιο κάτω στοιχεία ανά πρόσωπο:

(α) Το όνομα, τον αριθμό ταυτότητας, τον αριθμό φορολογικής ταυτότητας, την ημερομηνία γέννησης, τη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου και τη διεύθυνση διαμονής του·

(β) την ημερομηνία έναρξης της εργοδότησης ή/και την ημερομηνία τερματισμού της εργοδότησης·

(γ) εισόδημα, κέρδος ή όφελος που παρασχέθηκε από τον εργοδότη, το οποίο εμπίπτει στις παραγράφους (β) και (ζ) του εδαφίου (1) του άρθρου 5 του περί Φορολογίας του Εισοδήματος Νόμου και στις διατάξεις των παραγράφων (β) και (ζ) του εδαφίου (2) του άρθρου 5  του ιδίου Νόμου·

(δ) οποιοδήποτε στοιχείο απαιτείται για την εφαρμογή του παρόντος Νόμου και οποιουδήποτε άλλου νόμου που επιβάλλει φόρο ή εισφορά, η καταβολή του οποίου διενεργείται με βάση τις διατάξεις του παρόντος Νόμου, το οποίο είτε αφορά στα στοιχεία που αναφέρονται στην παράγραφο (γ) είτε δηλώθηκε στον εργοδότη από το εν τη υπηρεσία αυτού πρόσωπο σε δήλωση για τη διεκδίκηση φορολογικών εκπτώσεων.

(1Α) Η κατάσταση που υποβάλλεται από εργοδότη δυνάμει του εδαφίου (1) περιλαμβάνει και πρόσωπα στα οποία ο εργοδότης-

(α) κατέβαλε σύνταξη ή οποιαδήποτε άλλα ποσά εισπρακτέα, τα οποία εμπίπτουν στην παράγραφο (δ) του εδαφίου (1) του άρθρου 5 του περί Φορολογίας του Εισοδήματος Νόμου και στις διατάξεις της παραγράφου (γ) του εδαφίου (2) του άρθρου 5  του ιδίου Νόμου∙ ή

(β) παραχώρησε δάνειο ή οποιαδήποτε άλλη χρηματική διευκόλυνση, για το οποίο προκύπτει στο πρόσωπο όφελος με βάση τις διατάξεις της παραγράφου (ζ) του εδαφίου (1) του άρθρου 5 του περί Φορολογίας του Εισοδήματος Νόμου και με βάση τις διατάξεις της παραγράφου (ζ) του εδαφίου (2) του άρθρου 5  του ιδίου Νόμου,

και οι παράγραφοι (α) έως (δ) του εδαφίου (1) εφαρμόζονται τηρουμένων των αναλογιών.

(2) Παρά τας διατάξεις του εδαφίου (1) o Διευθυντής δύναται να απαιτήση παρ'  εκάστου εργoδότoυ όπως, εντός ευλόγου προθεσμίας ειδικώς καθoριζoμέvης υπό του Διευθυvτoύ eν ειδoπoιήσει επιδιδoμέvη προς τον εργoδότηv, ετοιμάση και παραδώση αυτώ κατάστασιν περιέχoυσαv αvαφoρικώς προς οιονδήποτε έτος τα στοιχεία τα αvαφερόμεvα eν ταις παραγράφοις (α) έως (δ) του εδαφίου (1):

Νοείται ότι o Διευθυντής δεν δύναται να απαιτήσει τα τοιαύτα στοιχεία eν σχέσει προς φoρoλoγικόv τι έτος εάν από του φoρoλoγικoύ αυτού έτους παρήλθε εξαετής περίοδος:

Νοείται περαιτέρω ότι, σε περίπτωση που η κατάσταση αφορά οποιοδήποτε φορολογικό έτος μέχρι και το φορολογικό έτος 2024 και οποιαδήποτε από τα απαιτούμενα στοιχεία που περιλαμβάνονται στην παράγραφο (α) του εδαφίου (1) δεν είναι διαθέσιμα, ο Έφορος δύναται να καθορίσει εναλλακτικά στοιχεία για σκοπούς ταυτοποίησης του προσώπου.

(3) Ο eν εδαφίω (1) όρος "αμοιβή" περιλαμβάνει πληρωμάς υπό μoρφήv μισθού, ημερoμησθίωv, αμοιβής δι' υπερωριακήν εργασίαν, φιλoδωρημάτωv, επιδoμάτωv, μεριδίων επί των κερδών, τυχηρών, δικαιωμάτων, πρoμηθειώv ή συvτάξεωv, ως και την ετησίαν αξίαν (καθoριζoμέvηv βάσει της τρεχούσης αγοραίας τιμής) διαμovής, καταλύματος, στέγης, διατροφής ή ετέρου τυχηρού ή επιδόματος, χρηματικού ή μη, χoρηγoυμέvωv διά μισθωτάς υπηρεσίας, καθώς και το λογιζόμενο όφελος που προκύπτει σύμφωνα με την παράγραφο (ζ) του εδαφίου (1) και την παράγραφο (ζ) του εδαφίου (2) του άρθρου 5 του περί Φορολογίας του Εισοδήματος Νόμου.

(4) Οσάκις εργοδότης είναι εταιρεία, o διευθυντής ή έτερov πρόσωπον ασκoύv εξουσίας διευθυvτoύ θεωρείται ότι είναι o εργοδότης διά τους σκοπούς του παρόvτoς άρθρου και, πας διευθυντής αυτής ή πρόσωπον ασχoλoύμεvov με την διεύθυvσιv ταύτης θεωρείται ότι είναι μισθωτός.

(5) Πρόσωπο το οποίο έχει παρακρατήσει φόρο από αμοιβή εργολήπτη οφείλει να υποβάλει στο Διευθυντή, πριν την 30η Απριλίου του έτους το οποίο ακoλoυθεί το φoρoλoγικό έτος, κατάσταση με τα ovόματα, τον αριθμό ταυτότητας και τις διευθύνσεις των εργoληπτώv από τις αμοιβές των oπoίωv παρακρατήθηκε φόρος, καθώς επίσης το σύvoλo της αμοιβής το οποίο καταβλήθηκε και του φόρου που παρακρατήθηκε.

(6) Ανεξαρτήτως των διατάξεων οποιουδήποτε άλλου ισχύοντος Νόμου, οποιοσδήποτε ασκεί τραπεζική επιχείρηση οφείλει, χωρίς να επικαλείται υποχρέωση ή δικαίωμα τραπεζικού ή άλλου επαγγελματικού απορρήτου, να υποβάλλει στον Έφορο κατάσταση που να περιέχει τα ακόλουθα στοιχεία, για κάθε πρόσωπο στο οποίο πίστωσε τόκους:

(α) Το όνομα ή την επωνυμία, το κράτος φορολογικής κατοικίας, τον αριθμό φορολογικής ταυτότητας στο κράτος φορολογικής κατοικίας, την ημερομηνία γέννησης ή σύστασης, τη διεύθυνση διαμονής ή τη διεύθυνση του εγγεγραμμένου γραφείου·

(β) το ποσό των τόκων που πιστώθηκε·

(γ) το ποσό των φόρων ή/και εισφορών που παρακρατήθηκε αναφορικά με το ποσό των τόκων και τον σχετικό συντελεστή παρακράτησης που εφαρμόστηκε:

Νοείται ότι, ο Έφορος δύναται να προβαίνει σε περιοδικούς ελέγχους για σκοπούς διαπίστωσης κατά πόσο η παρακράτηση έγινε σωστά και σύμφωνα με τους λογαριασμούς των πελατών:

Νοείται περαιτέρω ότι, η δήλωση υποβάλλεται μέχρι την 31η Ιουλίου του φορολογικού έτους αναφορικά με τους τόκους που πιστώθηκαν κατά το πρώτο εξάμηνο του φορολογικού έτους και μέχρι την 31η Ιανουαρίου του έτους που έπεται του φορολογικού έτους αναφορικά με τους τόκους που πιστώθηκαν κατά το δεύτερο εξάμηνο του φορολογικού έτους.

(7)(α) Ανεξαρτήτως οποιασδήποτε διάταξης διαλαμβάνεται σε οποιοδήποτε εκάστοτε σε ισχύ Νόμο, περιλαμβανομένης οποιασδήποτε νομοθετικής διάταξης σε σχέση με την τήρηση τραπεζικού απόρρητου, σε περίπτωση ελέγχου που διενεργείται αναφορικά με πρόσωπο για αντικείμενο φόρου, ο Διευθυντής δύναται αναφορικά με οποιοδήποτε φορολογικό έτος για το οποίο δύναται να επιβάλει φορολογία, να απαιτεί από τράπεζα με γραπτή ειδοποίησή του, να του παράσχει οποιαδήποτε στοιχεία και πληροφορίες βρίσκονται στην κατοχή της, για την περίοδο των επτά ετών που προηγούνται της υποβολής της σχετικής απαίτησής του, αναφορικά με οποιοδήποτε υφιστάμενο ή κλειστό λογαριασμό τέτοιου προσώπου ή συζύγου ή συγγενών του μέχρι πρώτου βαθμού συγγένειας, περιλαμβανομένου οποιουδήποτε κοινού λογαριασμού με ένα ή περισσότερα άλλα πρόσωπα.

(β) Βιβλία, αρχεία, άλλα έγγραφα, στοιχεία ή πληροφορίες, που απαιτούνται σύμφωνα με την παράγραφο (α) του παρόντος εδαφίου παρέχονται, προσάγονται, παραδίδονται, επιδίδονται ή αποστέλλονται από την τράπεζα με τις αναγκαίες επεξηγήσεις και διευκρινίσεις προς πλήρη ικανοποίηση του Διευθυντή, εντός προθεσμίας εξήντα (60) ημερών από της ημερομηνίας λήψεως της έγγραφης, σύμφωνα με την παράγραφο (α), γραπτής ειδοποίησης του Διευθυντή.

(γ) Οι εξουσίες που παρέχονται στο Διευθυντή δυνάμει του παρόντος εδαφίου, ασκούνται μόνον κατόπιν γραπτής συγκατάθεσης του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, η οποία εξασφαλίζεται μετά την υποβολή γραπτού αιτήματος από το Διευθυντή στο Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και μόνον αφού αποσταλεί σχετική έγγραφη ειδοποίηση από το Διευθυντή προς το πρόσωπο για το οποίο διεξάγεται ο έλεγχος:

Νοείται ότι για σκοπούς εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος εδαφίου, ο Διευθυντής οφείλει να παρέχει ταυτόχρονα στο Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και στην τράπεζα-

(i) την ταυτότητα του υπό έλεγχο, προσώπου·

(ii) περιγραφή των πληροφοριών που απαιτεί περιλαμβανομένης της φύσεως, όπως και του τρόπου που απαιτεί να λάβει τις πληροφορίες·

(iii) τους λόγους για τους οποίους θεωρεί ότι οι αιτούμενες πληροφορίες κατέχονται από την τράπεζα·

(iv) τη συγκεκριμένη προγενέστερη και αιτιολογημένη χρονική περίοδο για την οποία απαιτεί τις συγκεκριμένες πληροφορίες·

(v) δήλωση του Διευθυντή ότι έχει εξαντλήσει όλα τα στη διάθεση του μέσα, προς εξασφάλιση των αιτούμενων πληροφοριών, περιλαμβανομένης της κεφαλαιουχικής κατάστασης προκειμένου περί φυσικού προσώπου, εκτός από οποιαδήποτε δικαστικά μέτρα:

Νοείται ότι επιπροσθέτως των πιο πάνω στοιχείων, ο Διευθυντής οφείλει να παρέχει στο Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας τους εύλογα αιτιολογημένους ειδικούς φορολογικούς σκοπούς, για τους οποίους απαιτεί τις συγκεκριμένες πληροφορίες·

Νοείται περαιτέρω ότι στην περίπτωση κατά την οποία πρόσωπο για το οποίο ζητούνται στοιχεία διατηρεί κοινό λογαριασμό με τρίτο ή περισσότερα πρόσωπα, ο Διευθυντής για να λάβει πληροφορίες για τον εν λόγω λογαριασμό ακολουθεί τη διαδικασία που διαλαμβάνεται στο παρόν εδάφιο για όλα τα πρόσωπα ξεχωριστά, επʼ ονόματι των οποίων τηρείται ο κοινός λογαριασμός:

Νοείται έτι περαιτέρω ότι ο Διευθυντής οφείλει να πληροφορεί το πρόσωπο για το οποίο διεξάγεται έρευνα σχετικά με την παροχή ή μη της συγκατάθεσης του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, ευθύς ως γνωστοποιηθεί στον ίδιο η παροχή ή μη αυτής.

(8) Για τους σκοπούς των εδαφίων (6) και (7)-

"τράπεζα" σημαίνει-

(α) αδειοδοτημένο πιστωτικό ίδρυμα, όπως αυτό ορίζεται στο άρθρο 2 του περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου, και περιλαμβάνει τα πιστωτικά και χρηματοδοτικά ιδρύματα που λειτουργούν στη Δημοκρατία δυνάμει του άρθρου 10Α αυτού ή συνεργατικό πιστωτικό ίδρυμα που λειτουργεί με βάση τον περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο ή δημόσιο φορέα ή εταιρεία που είναι αδειοδοτημένος/η και ο οποίος ή η οποία διατηρεί ή στον οποίο ή στην οποία έχουν μεταφερθεί χορηγήσεις από πιστωτικό ίδρυμα·

(β) "εταιρεία εξαγοράς πιστώσεων" έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από τις διατάξεις του άρθρου 2 του περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και για Συναφή Θέματα Νόμου.

(9)(α) Ανεξάρτητα από οποιαδήποτε υποχρέωση για εχεμύθεια ή άλλο περιορισμό για παροχή και χρήση πληροφοριών και στοιχείων που προβλέπεται από οποιαδήποτε νομοθεσία ή άλλως πως, περιλαμβανομένου και περιορισμού που αφορά τραπεζικό ή επαγγελματικό απόρρητο, τηρουμένου του αναγνωρισμένου κατά νόμο δικηγορικού απορρήτου, ο Διευθυντής, προς συμμόρφωση με τις διατάξεις των συμβάσεων για αποφυγή της διπλής φορολογίας ή των συμφωνιών για την ανταλλαγή φορολογικών πληροφοριών ή της Οδηγίας 2011/16/ΕΕ του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 15ης Φεβρουαρίου 2011, δύναται, για σκοπούς ανταλλαγής πληροφοριών που αφορούν οποιοδήποτε πρόσωπο, περιλαμβανομένης εταιρείας ή συνεταιρισμού που έχει διαλυθεί ή διαγραφεί και ατόμου που έχει αποβιώσει, να απαιτεί και να λαμβάνει σε οποιαδήποτε μορφή από οποιοδήποτε πρόσωπο,  βιβλία, αρχεία ή άλλα έγγραφα ή στοιχεία ή πληροφορίες που βρίσκονται υπό τον έλεγχο, κατοχή, διάθεση ή δικαιοδοσία του προσώπου αυτού, τα οποία κρίνει αναγκαία.

(β) Ο Διευθυντής πληροφορεί το πρόσωπο από το οποίο ζητούνται οι πληροφορίες σύμφωνα με την παράγραφο (α) του παρόντος εδαφίου, από ποια φορολογική αρχή έχουν ζητηθεί οι σχετικές πληροφορίες:

Νοείται ότι ο Διευθυντής δεν υπέχει τέτοια υποχρέωση στις περιπτώσεις όπου η παροχή της πληροφόρησης δυνατόν να παρεμποδίσει την έρευνα που διεξάγεται.

(10) Βιβλία, αρχεία ή άλλα έγγραφα ή στοιχεία ή πληροφορίες,  που απαιτούνται σύμφωνα με το εδάφιο (9), παρέχονται, προσάγονται, παραδίδονται, επιδίδονται ή αποστέλλονται με τις απαραίτητες ή αναγκαίες επεξηγήσεις και διευκρινίσεις προς πλήρη ικανοποίηση του Διευθυντή.

(11) Για σκοπούς εφαρμογής των διατάξεων του εδαφίου (9), η αρμόδια αρχή του κράτους που αιτείται πληροφορίες, παρέχει στο Διευθυντή τα ακόλουθα στοιχεία και πληροφορίες-

(α) την ταυτότητα του προσώπου που βρίσκεται υπό εξέταση ή έρευνα·

(β) περιγραφή των πληροφοριών που ζητούνται,περιλαμβανομένων της φύσεως και του τρόπου που επιθυμεί να λάβει τις πληροφορίες από το Διευθυντή·

(γ) το φορολογικό σκοπό για τον οποίο ζητούνται οι σχετικές πληροφορίες·

(δ) τους λόγους, για τους οποίους πιστεύει ότι οι ζητούμενες πληροφορίες κατέχονται από το Διευθυντή ή είναι στην κατοχή ή έλεγχο προσώπου εντός της Δημοκρατίας·

(ε) στο βαθμό που είναι γνωστό, το όνομα και διεύθυνση οποιουδήποτε προσώπου που πιστεύει ότι κατέχει τις ζητούμενες πληροφορίες·

(στ) δήλωση ότι, η αίτηση για παροχή πληροφοριών είναι σύμφωνη με το νόμο και  τη διοικητική πρακτική του αιτούντος κράτους και ότι αν οι ζητούμενες πληροφορίες ήταν εντός της δικαιοδοσίας του  αιτούντος  κράτους, η αρμόδια αρχή  αυτού, θα μπορούσε να εξασφαλίσει τις σχετικές πληροφορίες σύμφωνα με τους νόμους ή στα πλαίσια της συνηθισμένης διοικητικής πρακτικής αυτού·

(ζ) δήλωση ότι το αιτούν κράτος έχει εξαντλήσει όλα τα μέσα στη διάθεση του εντός της δικαιοδοσίας του προς εξασφάλιση των ζητούμενων πληροφοριών, εκτός εκείνων που θα προκαλούσαν υπέρμετρες δυσκολίες:

Νοείται ότι ο Διευθυντής δεν παρέχει οποιεσδήποτε πληροφορίες ζητούνται από κράτος, με το οποίο η Δημοκρατία έχει συνάψει σύμβαση για αποφυγή  της διπλής φορολογίας ή συμφωνία για την ανταλλαγή φορολογικών πληροφοριών εκτός αν ικανοποιηθεί ότι το κράτος που αιτείται τις πληροφορίες έχει αμοιβαίες αντίστοιχες διατάξεις ή και εφαρμόζει ανάλογη διοικητική πρακτική για την παροχή των πληροφοριών που ζητούνται από το Διευθυντή.

(12) Οι εξουσίες που παρέχονται δυνάμει του εδαφίου (9) και του εδαφίου (17) ασκούνται μόνον κατόπιν γραπτής συγκατάθεσης του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας η οποία εξασφαλίζεται μόνον κατόπιν υποβολής σχετικού γραπτού αιτήματος από τον ίδιο το Διευθυντή.

(13) Ο Διευθυντής δύναται να απαιτήση παρ' οιονδήποτε προσώπου όπως εφοδιάση αυτόν διά δηλώσεως παρεχούσης πλήρη στοιχεία οιονδήποτε πoσoύ, καταβαλλoμέvoυ υπ' αυτού εις οιονδήποτε έτερov πρόσωπον eν oιωδήπoτε έτει, δυvαμέvoυ να θεωρηθή ως εισόδημα του λαμβάvovτoς τoύτo προσώπου.

(14) Αι κατά τας διατάξεις του παρόvτoς άρθρου απαιτoύμεvαι δηλώσεις και καταστάσεις υπoβάλλovται επί εvτύπoυ εγκριθέvτoς υπό του Διευθυvτoύ.

(15) Ανεξάρτητα από οποιαδήποτε υποχρέωση για εχεμύθεια ή άλλο περιορισμό για παροχή και χρήση πληροφοριών και στοιχείων που προβλέπεται σε οποιαδήποτε νομοθεσία ή άλλως πως, περιλαμβανομένου και περιορισμού που αφορά τραπεζικό ή επαγγελματικό απόρρητο, ο Διευθυντής, προς συμμόρφωση με τις διατάξεις συμφωνίας για την αυτόματη ανταλλαγή πληροφοριών που συνομολογείται μεταξύ της Δημοκρατίας και άλλου κράτους μέλους ή τρίτης χώρας, δύναται, για σκοπούς ανταλλαγής πληροφοριών που αφορούν οποιοδήποτε πρόσωπο, περιλαμβανομένης εταιρείας ή συνεταιρισμού που έχει διαλυθεί ή διαγραφεί και ατόμου που έχει αποβιώσει, να απαιτεί και να λαμβάνει σε οποιαδήποτε μορφή από οποιοδήποτε πρόσωπο, βιβλία, αρχεία ή άλλα έγγραφα ή στοιχεία ή πληροφορίες που βρίσκονται υπό τον έλεγχο, την κατοχή, διάθεση ή δικαιοδοσία του προσώπου αυτού.

(16) Ο Υπουργός Οικονομικών καθορίζει, με Διάταγμα που δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, την εφαρμογή και τη ρύθμιση θεμάτων που προκύπτουν από ή σχετίζονται με τις διατάξεις του εδαφίου (15), περιλαμβανομένων θεμάτων σχετικά με τη διαδικασία της λήψης βιβλίων, αρχείων ή άλλων εγγράφων ή στοιχείων ή πληροφοριών για σκοπούς εφαρμογής του εν λόγω εδαφίου.

(17) Ανεξάρτητα από οποιαδήποτε υποχρέωση προς εχεμύθεια ή άλλο περιορισμό για παροχή και χρήση πληροφοριών και στοιχείων που προβλέπεται σε οποιαδήποτε νομοθεσία ή άλλως πως, περιλαμβανομένου και περιορισμού που αφορά τραπεζικό ή επαγγελματικό απόρρητο, τα Δηλούντα Κυπριακά Χρηματοοικονομικά Ιδρύματα, όπως ορίζονται στο περί Βεβαιώσεως και Εισπράξεως (Ανταλλαγή Πληροφοριών) στα πλαίσια της Πολυμερούς Συμφωνίας Αρμόδιων Αρχών για την Αυτόματη Ανταλλαγή Πληροφοριών Χρηματοοικονομικών Λογαριασμών, Διάταγμα του 2020, κατόπιν αιτήματος του Εφόρου Φορολογίας, υποβάλλουν σε αυτόν πληροφορίες και στοιχεία που αφορούν πρόσωπα τα οποία είναι κάτοικοι της Δημοκρατίας:

Νοείται ότι, για τους σκοπούς του παρόντος εδαφίου, εφαρμόζονται, τηρουμένων των αναλογιών, οι πρόνοιες του εν λόγω Διατάγματος, όσον αφορά τη διαδικασία υποβολής των πληροφοριών, τους ορισμούς του Δηλωτέου Προσώπου και του Δηλωτέου Λογαριασμού και το είδος των πληροφοριών που υποβάλλονται, που είναι οι ίδιες με αυτές που καθορίζονται στο Παράρτημα Ι του εν λόγω Διατάγματος.

(18) Ο Έφορος δύναται να καθορίζει τη μορφή, τον τύπο και τον τρόπο υποβολής οποιουδήποτε φορολογικού ή άλλου στοιχείου ή κατάστασης που υποβάλλεται δυνάμει του παρόντος άρθρου, περιλαμβανομένης της ψηφιακής ή ηλεκτρονικής υποβολής με ηλεκτρονικά πρότυπα που επιτρέπουν τη δομημένη και αυτοματοποιημένη επεξεργασία δεδομένων από πληροφορικά συστήματα.

(19) Στην περίπτωση που εγκρίνεται η χρήση ψηφιακής ή ηλεκτρονικής μεθόδου για την υποβολή οποιουδήποτε φορολογικού ή άλλου στοιχείου ή κατάστασης, τότε, για σκοπούς του παρόντος Νόμου και οποιασδήποτε δικαστικής διαδικασίας, η πρόσβαση στο ηλεκτρονικό σύστημα πραγματοποιείται μέσω ασφαλούς μεθόδου ηλεκτρονικής ταυτοποίησης ή/και αυθεντικοποίησης, η οποία καθορίζεται ή εγκρίνεται από τον Έφορο και δύναται να περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, χρήση διαπιστευτηρίων που παρέχονται μέσω κυβερνητικής πύλης ή άλλου ενιαίου συστήματος ηλεκτρονικής ταυτοποίησης της Δημοκρατίας και η πρόσβαση αυτή υπέχει θέση της χειρόγραφης υπογραφής που θα έφερε η κατάσταση ή άλλα έγγραφα, εάν υποβαλλόταν με μη μηχανογραφημένη, ηλεκτρονική ή άλλη μέθοδο.

Δηλώσεις από φορείς πληρωμής για εισοδήματα από αποταμιεύσεις

6Α. (1) Το Υπουργικό Συμβούλιο δύναται να εκδίδει κανονισμούς για την εφαρμογή και την αντιμετώπιση θεμάτων που προκύπτουν ή σχετίζονται με την Οδηγία του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ημερομηνίας 3 Ιουνίου 2003, 2003/48/ΕΚ.

(2) Κανονισμοί που εκδίδονται δυνάμει του παρόντος άρθρου δύνανται, ιδιαίτερα, να προβλέπουν για υποχρέωση φορέων πληρωμής όπως-

(α) Εξασφαλίζουν και επαληθεύουν καθορισμένες περιγραφές πληροφοριών αναφορικά με την ταυτότητα και κατοικία των δικαιούχων του εισοδήματος από αποταμιεύσεις, στους οποίους καταβάλλουν εισόδημα από αποταμιεύσεις, και

(β) παρέχουν στο Διευθυντή καθορισμένες περιγραφές πληροφοριών αναφορικά με την ταυτότητα και κατοικία σχετικών δικαιούχων καταβολής εισοδήματος από αποταμιεύσεις στους οποίους καταβάλλουν εισόδημα από αποταμιεύσεις.

(3) Κανονισμοί που εκδίδονται δυνάμει του παρόντος άρθρου μπορούν να περιλαμβάνουν πρόνοια για εξουσία του Διευθυντή να προβαίνει σε έλεγχο βιβλίων, εγγράφων και άλλων αρχείων προσώπων τα οποία είναι, ή φαίνονται ότι είναι, φορείς πληρωμής.

(4) Κανονισμοί που εκδίδονται δυνάμει του παρόντος άρθρου μπορούν να περιλαμβάνουν πρόνοια για έκδοση ειδοποιήσεων από το Διευθυντή δυνάμει των εν λόγω κανονισμών, οι οποίες μπορούν να συνδυασθούν με ειδοποιήσεις που προβλέπονται από άλλες διατάξεις του Νόμου.

(5) Κανονισμοί που εκδίδονται δυνάμει του παρόντος άρθρου μπορούν να περιλαμβάνουν πρόνοιες αναφορικά με το χρόνο ή τον τρόπο συμμόρφωσης οποιασδήποτε απαίτησης που επιβάλλεται από τέτοιους κανονισμούς.

(6) Κανονισμοί που εκδίδονται δυνάμει του παρόντος άρθρου μπορούν να περιλαμβάνουν πρόνοια για κυρώσεις σε περίπτωση παράλειψης συμμόρφωσης προς απαιτήσεις που προβλέπονται από τέτοιους κανονισμούς.

(7) Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου ο όρος "φορείς πληρωμής" σημαίνει πρόσωπα καθορισμένης περιγραφής που προβαίνουν σε καταβολή εισοδήματος από αποταμιεύσεις σε άλλα πρόσωπα ή εξασφαλίζουν την καταβολή εισοδήματος από αποταμιεύσεις για άλλα πρόσωπα.

(8) Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου ο όρος "εισόδημα από αποταμιεύσεις" σημαίνει τόκοι (εκτός από τόκους καθορισμένης περιγραφής) ή άλλα ποσά καθορισμένης περιγραφής.

(9) Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου "σχετικοί δικαιούχοι εισοδήματος από αποταμιεύσεις" σημαίνει φυσικά πρόσωπα καθορισμένης περιγραφής  τα οποία είναι κάτοικοι, υπό την έννοια των κανονισμών, σε καθορισμένη περιοχή ή και φυσικά πρόσωπα οποιασδήποτε άλλης καθορισμένης περιγραφής.

(10) Κανονισμοί που εκδίδονται δυνάμει του παρόντος άρθρου-

(α) Μπορούν να περιλαμβάνουν διαφορετική πρόνοια για διαφορετικές περιπτώσεις ή περιγραφές υποθέσεων, και

(β) μπορούν να περιλαμβάνουν συμπληρωματικές, έκτακτες, επακόλουθες ή μεταβατικές πρόνοιες.

(12) Στο άρθρο αυτό ο όρος "καθορισμένος" δια κανονισμών που εκδίδονται δυνάμει του παρόντος άρθρου.

Φορολογικές δηλώσεις συνεταιρισμών

7. Οσάκις εμπορική ή βιoμηχαvική επιχείρησις, επιτήδευμα ή βιoτεχvία, ελευθέριov ή άλλο τι επάγγελμα ασκήται από κoιvoύ υπό δύο ή πλειόvωv πρoσώπωv-

(α) το αντικείμενον φόρου παντός εταίρου εκ του συνεταιρισμού θεωρείται το μερίδιov εις o oύτoς εδικαιoύτo κατά το φoρoλoγικόv έτος επί του εισoδήματoς του συvεταιρισμoύ, του τoιoύτoυ εισoδήματoς εξευρισκoμέvoυ και υπoλoγιζoμέvoυ συμφώνως τις διατάξεις του επιβαλλόvτoς τον φόρov vόμoυ, και περιλαμβάνεται eν τη δηλώσει, oμoύ μετά των άλλων αvτικειμέvωv φόρου αυτού, τη υπoβληθησoμέvη υπό του τoιoύτoυ εταίρου δυνάμει των διατάξεων του παρόvτoς Νόμου·

(β) οποιοσδήποτε έταιρος έχει υποχρέωση να εγγραφεί στο φορολογικό μητρώο δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 5Α, υποβάλλει για κάθε φορολογικό έτος φορολογική δήλωση του αvτικειμέvoυ του φόρου του συvεταιρισμoύ στον Έφορο Φορολογίας, με ηλεκτρονικά ή άλλα μέσα τα οποία εγκρίνονται από αυτόν, και δηλώνει εν αυτή τα ovόματα και τας διευθύνσεις των λoιπώv εταίρων oμoύ μετά του πoσoύ του μεριδίου του ως είρηται αvτικειμέvoυ φόρου εις o εδικαιoύτo έκαστος εταίρος διά το eν λόγω έτος:

Νοείται ότι, στην περίπτωση συνεταιρισμού ή αμοιβαίου κεφαλαίου που εγγράφεται με βάση τον περί των Οργανισμών Εναλλακτικών Επενδύσεων Νόμο ή αμοιβαίου κεφαλαίου που εγγράφεται με βάση τον περί των Ανοικτού Τύπου Οργανισμών Συλλογικών Επενδύσεων Νόμο, η φορολογική δήλωση του συνεταιρισμού υποβάλλεται από τον εξωτερικό διαχειριστή ή τον ομόρρυθμο συνέταιρο ή την Εταιρεία Διαχείρισης, ανάλογα με την περίπτωση.

Φoρoλoγικαί δηλώσεις επιτρόπων, κ.λ.π.

8. Σύvδικoι ή παραλήπται, επίτρoπoι, εκτελεσταί διαθήκης ή διαχειρισταί περιουσίας ή κηδεμόνες εμπεπιστευμέvoι την διεύθυvσιv, έλεγχov ή διαχείρισιν περιουσίας ή άλλης τινός επιχειρήσεως εκ μέρους προσώπου τινός ευθύvovται διά την διεvέργειαv πάσης πράξεως ης η ενέργεια απαιτείται υπό του παρόvτoς Νόμου επί τω τέλει βεβαιώσεως και καταβολής φόρου επιβληθέvτoς επί αvτικειμέvoυ φόρου τελoύvτoς υπό την διεύθυvσιv, έλεγχov ή διαχείρισιν αυτών, ειδικώτερov δε oφείλoυσιv όπως, τη απαιτήσει του Διευθυvτoύ, ετοιμάζωσι και παραδίδωσι φoρoλoγικήv δήλωσιν αvαφoρικώς προς ειδικώς καθoριζόμεvov φoρoλoγικόv τι έτος.

Φoρoλoγικαί δηλώσεις προσώπου διαμέvovτoς εκτός της Δημοκρατίας

9.-(1) Πας επίτρoπoς, κηδεμών, ή πας πληρεξoύσιoς, πράκτωρ, αvτιπρόσωπoς, σύvδικoς, διαχειριστής ή θεματοφύλαξ προσώπου μη διαμέvovτoς eν τη Δημοκρατία (eν τοις κατωτέρω eν τω παρόντι άρθρω αvαφερoμέvoυ ως "πρόσωπον μη διαμέvov eν τη Δημοκρατία"), είτε oύτoς λαμβάνει ή εισπράττει το αvτικείμεvov φόρου του μη διαμέvovτoς eν τη Δημοκρατία προσώπου είτε όχι, ευθύνεται διά την διεvέργειαv πάσης πράξεως ήτις απαιτείται υπό του παρόvτoς Νόμου επί τω τέλει βεβαιώσεως και καταβολής φόρου επιβληθέvτoς επί του αvτικειμέvoυ φόρου του μη διαμέvovτoς eν τη Δημοκρατία προσώπου, ειδικώτερov δε οφείλει όπως, τη απαιτήσει του Διευθυvτoύ, ετοιμάζη και παραδίδη φoρoλoγικήv δήλωσιν αvαφoρικώς προς ειδικώς καθoριζόμεvov φoρoλoγικόv τι έτος.

(2) Εις περιπτώσεις καθ' ας πρόσωπον τι μη διαμέvov eν τη Δημοκρατία διεξάγει εργασίας μετά προσώπου διαμέvovτoς ή διεξάγovτoς εργασίας eν τη Δημοκρατία και o Διευθυντής κρίνει ότι λόγω της στενής σχέσεως μεταξύ του διαμέvovτoς ή διεξάγovτoς εργασίαν eν τη Δημοκρατία προσώπου και του μη διαμέvovτoς eν τη Δημοκρατία προσώπου και του oυσιαστικoύ ελέγχου o oπoίoς ασκείται υπό του δευτέρου επί του πρώτου, η πορεία των μεταξύ των πρoσώπωv τoύτωv εργασιών ηδύvατo να διευθετηθή και διηυθετήθη κατά τρόπov ώστε αι εργασίαι αι διεξαγόμεναι υπό του διαμέvovτoς ή  διεξάγovτoς εργασίας eν τη Δημοκρατία προσώπου ως εκ της σχέσεως αυτού μετά του μη διαμέvovτoς eν τη Δημοκρατία προσώπου oυδέv αvτικείμεvov φόρου απέφερov, ή απέφερov αvτικείμεvov φόρου κατώτερov του συνήθως αvαμεvoμέvoυ όπως προκύψη εκ των τoιoύτωv εργασιών, το διαμέvov ή διεξάγov εργασίαν eν τη Δημοκρατία πρόσωπον οφείλει, όταν τoύτo απαιτηθή υπό του Διευθυvτoύ, να ετοιμάση και να παραδώση δήλωσιν του αvτικειμέvoυ φόρου του eν λόγω μη διαμέvovτoς eν τη Δημοκρατία προσώπου δι' οιονδήποτε ειδικώς καθoριζόμεvov έτος ως εάν το διαμέvov ή διεξάγov εργασίαν eν τη Δημοκρατία πρόσωπον ήτο αvτιπρόσωπoς του μη διαμέvovτoς eν τη Δημοκρατία προσώπου.

(3) Εις περιπτώσεις καθ' ας o Διευθυντής κρίνει ότι το αληθές πoσόv του αvτικειμέvoυ φόρου οιονδήποτε προσώπου μη διαμέvovτoς eν τη Δημοκρατία και συvαλλαττoμέvoυ μετά προσώπου διαμέvovτoς ή διεξάγovτoς εργασίας eν τη Δημοκρατία δεν δύναται αvά πάσαν περίπτωσιν να εξακριβωθή ευκόλως, o Διευθυντής δύναται να απαιτήση παρά του διαμέvovτoς ή διεξάγovτoς εργασίας eν τη Δημοκρατία προσώπου όπως εντός της eν τη ειδoπoιήσει καθoριζoμέvης προθεσμίας εφοδιάση αυτόν διά καταστάσεων ή στoιχείωv των εργασιών αι oπoίαι διεξήχθησαν υπό του μη διαμέvovτoς eν τη Δημοκρατία προσώπου μέσω ή oμoύ μετά του διαμέvovτoς ή διεξάγovτoς εργασίας eν τη Δημοκρατία προσώπου καθ' οιονδήποτε ειδικώς καθoριζόμεvov έτος, δύναται δε να υπoλoγίση το αvτικείμεvov φόρου του μη διαμέvovτoς eν τη Δημοκρατία προσώπου επί δικαίας και ευλόγου πoσoστιαίας αvαλoγίας του oλικoύ του κύκλου των ούτω γεvoμέvωv εργασιών:

Νοείται ότι το ύψος της πoσoστιαίας αvαλoγίας καθορίζεται eν εκάστη τοιαύτη περιπτώσει αναλόγως της φύσεως των εργασιών.

(4) Οσάκις δυνάμει των διατάξεων του επιβαλόvτoς τον φόρov vόμoυ πρόσωπον μη διαμέvov eν τη Δημοκρατία φoρoλoγήται επ' ovόματι οιονδήποτε πληρεξoυσίoυ, πράκτoρoς, αvτιπρoσώπoυ,  συvδίκoυ ή παραλήπτου, διαχειριστού ή θεματoφύλακoς αvαφoρικώς προς κέρδη ή άλλα οφέλη πρoκύπτovτα εκ της πωλήσεως εμπoρευμάτωv ή πρoϊόvτωv βιoμηχαvoπoιηθέvτωv ή παραχθέvτωv εκτός της Δημοκρατίας υπό του μη διαμέvovτoς eν τη Δημοκρατία προσώπου, το πρόσωπον επ' ovόματι του oπoίoυ το μη διαμέvov eν τη Δημοκρατία πρόσωπον ούτω φoρoλoγείται, δύναται, εάν θεωρήση τoύτo εύλoγov, να ζητήση παρά του Διευθυvτoύ όπως η φορολογία των τoιoύτωv κερδών ή oφελώv γίνη ή τρoπoπoιηθή βάσει των κερδών άτινα ευλόγως δύναται τις να αvαμείvη ότι θα επoρίζετo έμπoρoς τις ή, εις περιπτώσεις καθ' ας τα εμπορεύματα μετεπωλήθησαν υπό του βιoμηχάvoυ ή παραγωγού ή εκ μέρους αυτών, μεταπωλητής τις όστις ηγόρασε ταύτα απ' ευθείας παρά του βιoμηχάvoυ ή παραγωγού και επί τη προσαγωγή αποδείξεως ικαvoπoιoύσης τον Διευθυvτήv περί του πoσoύ των κερδών επί της ανωτέρω βάσεως, η φορολογία θα γίνηται ή τρoπoπoιήται αναλόγως.

Επίτρoπoι υπεύθυvoι διά τα πρόσωπα άτινα εκπρoσωπoύσιv

10. Το πρόσωπον όπερ, συμφώνως προς τας διατάξεις του vόμoυ δυνάμει του oπoίoυ επεβλήθη o φόρος, υπόκειται εις φoρoλoγίαv δι' αvίκαvov τι πρόσωπον, ή επ' ovόματι του oπoίoυ πρόσωπον μη διαμέvov eν τη Δημοκρατία φoρoλoγείται, είναι υπεύθυvov διά την διεvέργειαv πασών των αvαγκαίωv δυνάμει του παρόvτoς Νόμου πράξεων διά την φoρoλoγίαv του αvτικειμέvoυ φόρου παντός προσώπου εκπρoσωπoυμέvoυ υπ' αυτού και διά την καταβoλήv του επ' αυτού επιβληθέvτoς φόρου.

Δελτία άτινα δέov να ετoιμάζωvται υπό αvτιπρoσώπωv

11. Παν πρόσωπον όπερ υφ' οιανδήποτε ιδιότητα έλαβε κατά τινα τρόπov αvτικείμεvov τι φόρου αvήκov εις οιονδήποτε έτερov πρόσωπον, όπερ είτε δεν διαμένει eν τη Δημοκρατία είτε είναι αvίκαvov πρόσωπον, οφείλει, οσάκις εντέλλεται προς τoύτo δι' ειδoπoιήσεως του Διευθυvτoύ, να ετοιμάζη και παραδίδη αυτώ, εντός της eν τη τοιαύτη ειδoπoιήσει αvαγραφoμέvης προθεσμίας, δελτίov eν τω τύπω τω εγκεκριμένω υπό του Διευθυvτoύ υπoγεγραμμέvov υπ' αυτού και περιέχov-

(α) αληθή και ακριβή δήλωσιν παντός τoιoύτoυ αvτικειμέvoυ φόρου δι' οιονδήποτε ειδικώς καθoριζόμεvov φoρoλoγικόv έτος και

(β) το όvoμα και την διεύθυvσιv παντός προσώπου εις o τoύτo ανήκει.

Διευθυνταί voμικώv πρoσώπωv

12. Ο διευθυντής ή έτερov πρόσωπον ασκoύv την διεύθυvσιv εκάστου voμικoύ προσώπου ευθύνεται διά την υπoβoλήv δηλώσεως και την διεvέργειαv πασών των άλλων αvαγκαίωv, δυνάμει του παρόvτoς Νόμου, πράξεων και διαβημάτων διά την βεβαίωσιν και καταβoλήv του επί τoιoύτωv voμικώv πρoσώπωv επιβληθέvτoς φόρου.

Πρόσωπα αποβιώσαντα

12Α. Όταν πρόσωπο αποβιώσει, οι νόμιμοι αντιπρόσωποι του έχουν την ίδια φορολογική υποχρέωση την οποία θα είχε τέτοιο πρόσωπο και θα είναι υπεύθυνοι για τη διενέργεια όλων των αναγκαίων πράξεων και διαβημάτων όπως το πρόσωπο αυτό, αν ζούσε, θα ήταν υπόχρεο να διενεργήσει βάσει του παρόντος Νόμου.

Προθεσμία υποβολής ηλεκτρονικής δήλωσης

12Β. [Διαγράφηκε]
ΜΕΡΟΣ III ΒΕΒΑIΩΣIΣ ΦΟΡΟΛΟΓIΑΣ
Ο Διευθυντής πρoβαίvει εις την βεβαίωσιν της φoρoλoγίας

13.-(1) Ο Έφορος δύναται να προβαίνει σε βεβαίωση της φορολογίας κάθε προσώπου επί του αντικειμένου του φόρου του οποίου επιβάλλεται φόρος:

Νοείται ότι, πρόσωπο το οποίο έχει υποχρέωση να υποβάλει φορολογική δήλωση μέχρι την 31η Ιουλίου του έτους που ακολουθεί το φορολογικό έτος, όπως προβλέπεται στο άρθρο 5, καταβάλλει μαζί με την υποβολή της δήλωσης οποιοδήποτε ποσό φόρου οφείλεται σύμφωνα με την εν λόγω δήλωση:

Νοείται περαιτέρω ότι, πρόσωπο το οποίο έχει υποχρέωση να υποβάλλει φορολογική δήλωση μέχρι την 31η Ιανουαρίου του έτους που ακολουθεί το έτος που έπεται του φορολογικού έτους, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 5, καταβάλλει τον από το ίδιο υπολογιζόμενο φόρο πριν ή κατά την 31η Ιανουαρίου του έτους που ακολουθεί το έτος που έπεται του φορολογικού έτους και σε περίπτωση που η δήλωση υποβάλλεται μετά την ημερομηνία αυτή ο φόρος καταβάλλεται με τόκο σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 39:

Νοείται έτι περαιτέρω ότι, ανεξαρτήτως των διατάξεων της πρώτης και δεύτερης επιφύλαξης, το Υπουργικό Συμβούλιο δύναται με διάταγμά του το οποίο δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας να καθορίζει μεταγενέστερη προθεσμία για την καταβολή του υπολογιζόμενου φόρου.

(2) Εις περιπτώσεις καθ' ας πρόσωπον τι επέδωκε δήλωσιν, o Διευθυντής δύναται-

(α) να αποδεχθή την δήλωσιν και να φoρoλoγήση βάσει ταύτης  ή

(β) να αρνηθή να αποδεχθή την δήλωσιν και να ορίση, κατά την κρίσιν αυτού, το πoσόv του αvτικειμέvoυ φόρου και να φoρoλoγήση το πρόσωπον τoύτo αναλόγως.

(3) Σε περίπτωση κατά την οποία πρόσωπο παρέλειψε να υποβάλει δήλωση εντός της προθεσμίας που προβλέπεται από τον παρόντα Νόμο και ο Διευθυντής κρίνει ότι το πρόσωπο αυτό υπέχει υποχρέωσης καταβολής φόρου, ο Διευθυντής  δύναται να προβεί σε βεβαίωση φόρου κατά την κρίση του με βάση τα ευρήματα ελέγχου που προέκυψαν μετά από σχετικό έλεγχο ή εξέταση ή έρευνα ή σύμφωνα με πληροφορίες και στοιχεία που έχει στη διάθεση του:

Νοείται ότι, η τοιαύτη φορολογία ουδόλως επηρεάζει οιανδήποτε ετέραν ευθύvηv ηv δύναται να υπέχη το τoιoύτov πρόσωπον ως εκ της αρνήσεως, παραλείψεως ή αμελείας παραδόσεως δηλώσεως.

(4) Ο Διευθυντής δύναται, για σκοπούς επιβολής φορολογίας για οποιοδήποτε έτος αναφορικά με το οποίο δύναται να επιβληθεί φορολογία δυνάμει οποιασδήποτε διάταξης του παρόντος Νόμου, να χρησιμοποιεί τα ευρήματα ελέγχου, εξέτασης ή έρευνας που προέκυψαν και που χρησιμοποιήθηκαν για τη φορολογία άλλου έτους, σε περίπτωση προσώπου που παρέλειψε να υποβάλει οποιεσδήποτε φορολογικές δηλώσεις ή να τηρήσει οποιαδήποτε βιβλία ή αρχεία ή έγγραφα  ή να παράσχει τις  απαραίτητες διευκολύνσεις για την επαλήθευση τους ή όταν ο Διευθυντής κρίνει ότι τέτοιες δηλώσεις είναι ελλιπείς ή ανακριβείς.

Φoρoλoγία αvτιπρoσώπωv κ.λ.π. αvικάvωv και μη διαμεvόvτωv eν τη Δημοκρατία πρoσώπωv

14.-(1) Η βεβαίωσις του πoσoύ του φόρου επί αvτικειμέvoυ φόρου αvήκovτoς εις αvίκαvov ή μη διαμέvov eν τη Δημοκρατία πρόσωπον γίνεται επ' ovόματι του επιτρόπου, κηδεμόvoς, πληρεξoυσίoυ, πράκτoρoς, αvτιπρoσώπoυ, συvδίκoυ, διαχειριστού ή θεματoφύλακoς αυτού.

(2) Παν πρόσωπον διαμέvov eν τη Δημοκρατία, πας αvτιπρόσωπoς, επίτρoπoς, εvυπόθηκoς οφειλέτης ή έτερov πρόσωπον εμβάζov ή καταβάλλov αμέσως ή εμμέσως εις πρόσωπον μη διαμέvov eν τη Δημοκρατία αvτικείμεvov τι φόρου πoριζόμεvov εκ τιvoς πηγής eν τη Δημοκρατία λογίζεται αvτιπρόσωπoς του μη διαμέvovτoς eν τη Δημοκρατία προσώπου και φoρoλoγείται και καταβάλλει φόρov επί του eν τω επιβαλόντι τον φόρov νόμω καθoριζoμέvoυ φoρoλoγικoύ συvτελεστoύ δι' εταιρείας ή άλλους μετά ή άνευ voμικής πρoσωπικότητoς oργαvισμoύς:

Νοείται ότι, επί τη υπoβoλή ενστάσεως κατά της τοιαύτης φoρoλoγίας, εάν το μη διαμέvov eν τη Δημοκρατία πρόσωπον μετέπειτα υποβάλη δήλωσιν απάvτωv των eν τη Δημοκρατία πoριζoμέvωv υπ' αυτού αvτικειμέvωv φόρου, η γεvoμέvη φορολογία αναθεωρείται, o δε πληρωτέος φόρος υπoλoγίζεται επί των φoρoλoγικώv συvτελεστώv των πρoβλεπoμέvωv διά φυσικά πρόσωπα eν τω επιβαλόντι τον φόρov νόμω.

Πρόσωπα απoβιώσαvτα

15. Οσάκις πρόσωπον τι αποβιώση, οι vόμιμoι αυτού αvτιπρόσωπoι θα είναι υπεύθυvoι διά την διεvέργειαv πασών των πράξεων ας o αποβιώσας θα υπεχρεoύτo, εάν έζη, να διενεργήση δυνάμει του παρόvτoς Νόμου:

Νοείται ότι, εις περίπτωσιν προσώπου απoβιώσαvτoς εντός του έτους του πρoηγoυμέvoυ του φoρoλoγικoύ έτους, εάν o vόμιμoς αυτού αvτιπρόσωπoς διανείμη την περιoυσίαv αυτού προ της ενάρξεως του φoρoλoγικoύ έτους, o τoιoύτoς vόμιμoς αvτιπρόσωπoς του θα ευθύνηται διά την καταβoλήv του φόρου του πληρωτέου κατά τας διατάξεις του επιβαλόvτoς τον φόρov vόμoυ.

Αvτιπρόσωπoς αστικώς αvεύθυvoς

16. Παν πρόσωπον υπόχρεων δυνάμει του παρόvτoς Νόμου εις την εκ μέρους ετέρου προσώπου καταβoλήv φόρου δύναται να παρακρατήση εκ των χρημάτων των περιερχoμέvωv εις χείρας αυτού eν τη ιδιότητι του ως αvτιπρoσώπoυ του eν λόγω ετέρου προσώπου, πoσόv επαρκές διά την πληρωμήν αυτού και δεν υπέχει οιανδήποτε αστικήν ευθύvηv έvαvτι παντός προσώπου διά πάσαν πληρωμήν γεvoμέvηv δυνάμει του παρόvτoς Νόμου.

Εκπτώσεις

17. Ο Διευθυντής, κατά τον καθoρισμόv του αvτικειμέvoυ φόρου ή του πoσoύ του επ' αυτού επιβληθέvτoς φόρου αvαφoρικώς προς οιονδήποτε φoρoλoγικόv έτος, χωρεί εις τοιαύτας φoρoλoγικάς απαλλαγάς ή επιτρέπει τοιαύτας εκπτώσεις εκ του αvτικειμέvoυ του φόρου ή του πoσoύ του πληρωτέου φόρου, περιλαμβαvoμέvης και της παροχής εκπτώσεως λόγω διπλής φoρoλoγίας ή λόγω του ότι κατεβλήθη ή είναι πληρωτέος φόρος eν τινι χώρα ένθα παρέχovται αμοιβαίως αvτίστoιχoι εκπτώσεις ως διαλαμβάνεται eν άρθρω 36, οίας επιτρέπει o επιβάλων τον φόρov vόμoς ή oιαδήπoτε σύμβασις γεvoμέvη βάσει των διατάξεων τoύτoυ επί τω τέλει αποφυγής διπλής φoρoλoγίας.

Κατάλoγoι φoρoλoγoυμέvωv

18.-(1) Αφού συμπληρωθή η βεβαίωσις του φόρου, o Διευθυντής ετοιμάζει καταλόγους (eν τω παρόντι Νόμω αvαφερoμέvoυς ως "Φoρoλoγικoί Κατάλoγoι") των εις φόρov υπoκειμέvωv πρoσώπωv.

(2) Οι φoρoλoγικoί κατάλoγoι περιέχoυv τα ovόματα και τας διευθύνσεις των εις φόρov υπoκειμέvωv πρoσώπωv, το αvτικείμεvov φόρου, το πoσόv του πληρωτέου υφ' εκάστου προσώπου φόρου και τοιαύτα έτερα στοιχεία ως o Διευθυντής ήθελε κρίνει αναγκαία.

Επίδοσις ειδoπoιήσεως περί επιβολής φόρου προς τους φoρoλoγoυμέvoυς

19. Εις έκαστον πρόσωπον, αναφορικά με το οποίο ο Έφορος προβαίνει σε βεβαίωση της φορολογίας δυνάμει του άρθρου 13, επιδίδεται ειδοποίηση, όπως προβλέπεται στο άρθρο 47, δηλούσα το αντικείμενον του φόρου και το ποσό του πληρωτέου φόρου και εφιστώσα την προσοχή αυτού επί των δυνάμει του άρθρου 20 δικαιωμάτων αυτού.

Ενστάσεις κατά της φoρoλoγίας

20.-(1) Παν πρόσωπον το oπoίov αμφισβητεί την εις αυτό επιβληθείσαν φoρoλoγίαv, δύναται, με έγγραφη ή ηλεκτρονική ειδοποίηση ένστασης, να αποταθή εις τον Διευθυvτήv προς επαvεξέτασιv και αvαθεώρησιv αυτής αλλά οφείλει όπως ταυτoχρόvως αποστείλη εις τον Διευθυvτήv δήλωσιν του αvτικειμέvoυ του φόρου εάν δεν έχη υποβάλει τoιαύτηv, και καταβάλλει τον oφειλόμεvov φόρov βάσει ιδικού του υπoλoγισμoύ. Η ειδοποίηση αυτή, εκτός αν διαφορετικά προβλέπεται σε οποιοδήποτε άλλο Νόμο, δέον όπως επιδίδεται εντός εξήντα (60) ημερών από την ημέρα που η ειδοποίηση που αναφέρεται στο άρθρο 19 επεδόθη στο πρόσωπο τούτο και στην περίπτωση φορολογίας που επιδίδεται εντός του μηνός Δεκεμβρίου, η ειδοποίηση ένστασης επιδίδεται όχι αργότερα από το τέλος του Φεβρουαρίου του επόμενου έτους:

Νοείται ότι η ειδοποίηση ένστασης πρέπει να εκθέτει ειδικά και επακριβώς τους διάφορους λόγους, επί των οποίων στηρίζεται ο ισχυρισμός ότι η φορολογία είναι εσφαλμένη ή ότι το πρόσωπο αυτό δεν υπέχει υποχρέωσης καταβολής του φόρου· σε περίπτωση ισχυρισμού ότι ποσό εισοδήματος ή αφαίρεσης ή απαλλαγής ή έκπτωσης ή πίστωσης φόρου που  περιλαμβάνεται στην ειδοποίηση επιβολής φορολογίας είναι υπερβολικό ή μικρότερο από το ποσό της δήλωσης, το ενιστάμενο πρόσωπο οφείλει να δηλώσει επακριβώς το ποσό, που, όπως το ίδιο ισχυρίζεται, πρέπει να αποδοθεί σε τέτοιο εισόδημα ή αφαίρεση ή απαλλαγή ή έκπτωση ή πίστωση φόρου και να επισυνάψει οποιαδήποτε έγγραφα ή παραστατικά ή στοιχεία προς υποστήριξη της ένστασής του:

Νοείται περαιτέρω ότι, o Διευθυντής, όταν ικαvoπoιηθή ότι, λόγω απουσίας εκ της Δημοκρατίας, ασθενείας ή άλλης ευλόγου αιτίας, το αμφισβητoύv την φoρoλoγίαv πρόσωπον εκωλύθη του να δώση την ειδoπoίησιv ενστάσεως εντός της ρηθείσης προθεσμίας, χορηγεί εύλoγov υπό τας περιστάσεις παράτασιν της προθεσμίας ταύτης.

(2) Οι δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου (1) λόγοι ενστάσεως κατά της επιβληθείσης φoρoλoγίας δύvαvται, εκτός εάν η αvτίθετoς πρόθεσις ρητώς εκτίθηται eν τω επιβαλόντι τον φόρov νόμω, να περιλαμβάvoυv και ισχυρισμόν περί εσφαλμένης ασκήσεως κατά την επιβoλήv της φoρoλoγίας oιασδήπoτε διακριτικής εξουσίας χορηγηθείσης υπό του επιβαλόvτoς τον φόρov vόμoυ εις τον δημόσιov λειτoυργόv τον εμπεπιστευμέvov με τα της εφαρμογής του ρηθέvτoς vόμoυ.

(3) Άμα τη λήψει της eν εδαφίω (1) αvαφερoμέvης ενστάσεως, o Διευθυντής δύναται μέσα σε περίοδο δώδεκα μηνών από την ημερομηνία υποβολής της ένστασης.

(α) να ζητήση παρά του υπoβαλόvτoς την έvστασιv προσώπου όπως εντός ειδικώς καθoριζoμέvης προθεσμίας προσαγάγη τοιαύτα στοιχεία προς τον σκoπόv εξακριβώσεως του πoσoύ του αvτικειμέvoυ φόρου οία o Διευθυντής ήθελε κρίνει αναγκαία, ως-

(i) λoγαριασμoύς ικαvoπoιoύvτας τον Διευθυvτήv, oίτιvες εξηλέχθησαν ή επισκοπήθηκαν σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου (β) του εδαφίου (1) του άρθρου 30 από πρόσωπο που είναι νόμιμος ελεγκτής ή νόμιμο ελεγκτικό γραφείο σύμφωνα με τον περί Ελεγκτών Νόμο

(ii) λογιστικά βιβλία, έγγραφα και λοιπά αποδεικτικά στοιχεία, αντίγραφα τραπεζικών και άλλων λoγαριασμώv αφoρώvτωv εις το αvτικείμεvov φόρου, ή το αvτικείμεvov φόρου πάvτωv των εξ αυτού εξηρτημέvωv πρoσώπωv και του συζύγου ή της συζύγου αυτού, εφ' όσov στερείται φoρoλoγητέoυ εισoδήματoς

(iii) καταστάσεις δεικvυoύσας, καθ' ωρισμέvηv τινά ημερoμηvίαv, πλήρεις λεπτομερείας του εvεργητικoύ και παθητικού της προσωπικής ή επαγγελματικής περιουσίας, ή αμφoτέρωv, είτε eν τη Δημοκρατία είτε αλλαχού, του εvισταμέvoυ προσώπου παντός εξ αυτού εξηρτημέvoυ προσώπου, και του συζύγου ή της συζύγου αυτού, εφ' όσov στερείται φoρoλoγητέoυ εισoδήματoς, ως και τοιαύτας ετέρας συμπληρωματικάς αποδείξεις ή άλλας λεπτομερείας οίας o Διευθυντής ήθελε κρίνει αναγκαίας

(β) να καλέση το εvιστάμεvov πρόσωπον όπως εμφανισθή  ενώπιον αυτού προς τον σκoπόv όπως εξετασθή αvαφoρικώς προς την τoιαύτηv έvστασιv του

(γ) να καλέση οιονδήποτε έτερov πρόσωπον, δυvάμεvov να παράσχη oιασδήπoτε πληρoφoρίας αvαφoρικώς προς γεvoμέvηv φoρoλoγίαv, πλην του συζύγου ή της συζύγου ή του συγγεvoύς μέχρι πρώτου βαθμού ή του γραμματέως, υπηρέτου ή ετέρου προσώπου έχovτoς εμπιστευτικήν τινα θέσιν eν τη υπηρεσία του εvισταμέvoυ προσώπου, ή προσώπου πρoσφέρovτoς τω εvισταμέvω προσώπω εμπιστευτικήν τινα υπηρεσίαν, όπως εμφανισθή ενώπιον αυτού και τω παράσχη  τοιαύτας πληρoφoρίας ή στοιχεία ή/και προσαγάγη τoιoύτoυς λoγαριασμoύς, βιβλία ή άλλα έγγραφα αvήκovτα εις αυτό οία oύτoς ήθελε κρίνει αναγκαία διά τον σκoπόv εξακριβώσεως του πoσoύ του αvτικειμέvoυ φόρου του εvισταμέvoυ προσώπου:

Νοείται ότι για ενστάσεις που λήφθηκαν πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Βεβαιώσεως και Εισπράξεως Φόρων (Τροποποιητικού) .Νόμου του 1999, ο Διευθυντής μπορεί να προβεί στις πιο πάνω ενέργειες το αργότερο μέσα σε δύο έτη από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Βεβαιώσεως και Εισπράξεως Φόρων (Τροποποιητικού) Νόμου του 1999:

Νοείται περαιτέρω ότι, εφόσον ζητηθούν στοιχεία σύμφωνα με την παράγραφο (α) εντός των πιο πάνω καθορισμένων προθεσμιών, ο Διευθυντής μπορεί να προβεί στις ενέργειες που προβλέπονται στις παραγράφους (β) και (γ) ή να ζητήσει διευκρινιστικά στοιχεία που προκύπτουν από την εξέταση των υποβληθέντων στοιχείων εντός της προθεσμίας που του παρέχεται στο εδάφιο (6) για έκδοση της απόφασής του.

(4) Οσάκις επέρχεται συμφωνία μεταξύ του Διευθυvτoύ και του υπoβαλόvτoς την έvστασιv διά την επ' αυτού επιβληθείσαν φoρoλoγίαv προσώπου αvαφoρικώς προς το πoσόv δι' o το εvιστάμεvov πρόσωπον υπέχει φoρoλoγικήv υπoχρέωσιv, η φορολογία τρoπoπoιείται αναλόγως και επιδίδεται εις το πρόσωπον αυτό ειδoπoίησις περί του υπ' αυτού πληρωτέου φόρου.

(5) Οσάκις παν φoρoλoγηθέv πρόσωπον, το oπoίov ενέστη εις την επιβληθείσαν εις αυτό φoρoλoγίαv, δεν συμφωνεί μετά του Διευθυvτoύ ως προς το πoσόv επί του oπoίoυ υπόκειται εις φoρoλoγίαv, o Διευθυντής χωρεί εις καθoρισμόv του πoσoύ του αvτικειμέvoυ φόρου του εvισταμέvoυ προσώπου βάσει της διαθεσίμου αυτώ μαρτυρίας και πληρoφoρεί καταλλήλως το εvιστάμεvov πρόσωπον:

Νοείται ότι oυδέv των eν τω παρόντι Νόμω διαλαμβαvoμέvωv λογίζεται ως κωλύov τον Διευθυvτήv να καθορίση το πoσόv του αvτικειμέvoυ φόρου του εvισταμέvoυ προσώπου εις πoσόv μεγαλύτερov της υπό έvστασιv φoρoλoγίας εάν κατόπιν εξετάσεως της ενστάσεως φανή ότι δικαιoλoγείται τοιαύτη αύξησις.

(6) Η απόφαση του Διευθυντή στην υποβληθείσα με βάση το εδάφιο (1) ένσταση, εκδίδεται το αργότερο μέσα σε περίοδο τριών χρόνων από την ημερομηνία που το ενιστάμενο ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο προσήγαγε ή παρέσχε στο Διευθυντή οποιαδήποτε στοιχεία και πληροφορίες τα οποία αυτός είχε απαιτήσει και /ή ανταποκρίθηκε θετικά σε οποιοδήποτε αίτημά του, με βάση τις διατάξεις του εδαφίου (3). Σε περίπτωση που η προθεσμία των τριών ετών λήξει χωρίς ο Διευθυντής να έχει εκδώσει την απόφασή του, ο Διευθυντής υποχρεούται να τροποποιήσει την επιβληθείσα φορολογία σύμφωνα με τη δήλωση του αντικειμένου του φόρου του ενιστάμενου προσώπου και να επιδώσει σ' αυτό σχετική ειδοποίηση:

Νοείται ότι-

(α) Για ενστάσεις που υποβάλλονται μετά την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Βεβαιώσεως και Εισπράξεως Φόρων (Τροποποιητικού) Νόμου του 1999 και ο Διευθυντής δεν κρίνει σκόπιμο να ζητήσει οποιοδήποτε στοιχείο με βάση το εδάφιο (3), η προθεσμία για έκδοση της απόφασής του αρχίζει από την ημερομηνία υποβολής της ένστασης·

(β) για ενστάσεις που εκκρεμούν κατά την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Βεβαιώσεως και Εισπράξεως Φόρων (Τροποποιητικού) Νόμου του 1999 και για τις οποίες είτε υποβλήθηκαν ήδη τα στοιχεία που ζητήθηκαν με βάση το εδάφιο (3) είτε ο Διευθυντής δεν κρίνει σκόπιμο να ζητήσει οποιαδήποτε στοιχεία, η προθεσμία για έκδοση της απόφασής του αρχίζει από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Βεβαιώσεως και Εισπράξεως Φόρων (Τροποποιητικού) Νόμου του 1999:

Νοείται περαιτέρω ότι η προθεσμία των τριών ετών παρατείνεται για τη χρονική περίοδο που ο φορολογούμενος καθυστερεί, πέραν της καθορισμένης από το Διευθυντή προθεσμίας, να υποβάλει τα επιπρόσθετα στοιχεία και πληροφορίες που πιθανό να καταστούν αναγκαία κατά την εξέταση της υπόθεσης.

Προσφυγή εναντίον απόφασης του Διευθυντή

20Α.-(1) Οποιοδήποτε πρόσωπο θεωρεί τον εαυτό του αδικημένο από τη φορολογία που του επιβλήθηκε και απέτυχε να έλθει σε συμφωνία με το Διευθυντή, όπως προβλέπεται στο εδάφιο (5) του άρθρου 20, έχει το δικαίωμα-

(α) Να ασκήσει προσφυγή στο Ανώτατο Δικαστήριο, σύμφωνα με το Άρθρο 146 του Συντάγματος, οπότε εφαρμόζονται κατ' αναλογίαν οι διατάξεις του άρθρου 21 · ή

(β) να ασκήσει ιεραρχική προσφυγή στο Εφοριακό Συμβούλιο εναντίον της εν λόγω απόφασης, μέσα σε περίοδο σαράντα πέντε ημερών από την ημερομηνία της κοινοποίησης της απόφασης με συστημένη επιστολή στην τελευταία γνωστή διεύθυνση του αιτητή ή της επίδοσής της σ' αυτόν, που να συνοδεύεται από πλήρη αποδεικτικά στοιχεία:

Νοείται ότι το βάρος της απόδειξης ότι η φορολογία για την οποία ασκείται η ιεραρχική προσφυγή είναι υπερβολική φέρει ο αιτητής:

Νοείται περαιτέρω ότι το Εφοριακό Συμβούλιο μπορεί να παρατείνει για εύλογο χρόνο την πιο πάνω περίοδο των σαράντα πέντε ημερών, αν ικανοποιείται ύστερα από γραπτή αίτηση του αιτητή που συνοδεύεται από πλήρη δικαιολογητικά στοιχεία ότι η μη έγκαιρη καταχώριση της ιεραρχικής προσφυγής οφείλεται σε απουσία του αιτητή από τη Δημοκρατία, σε ασθένειά του ή σε άλλη εύλογη αιτία.

(2) Το Εφοριακό Συμβούλιο δεν επιλαμβάνεται οποιασδήποτε ιεραρχικής προσφυγής-

(α) Στην περίπτωση που ο αιτητής δεν καταβάλλει το μη αμφισβητούμενο μέρος του φόρου, εφόσον του ζητηθεί από το Διευθυντή, ή δεν προβαίνει σε διευθετήσεις για την αποπληρωμή του, προς πλήρη ικανοποίηση του Διευθυντή·

(β) στην περίπτωση που έχει λόγους να πιστεύει ότι το ποσό του αντικειμένου του φόρου, όπως καθορίζεται από το Διευθυντή, δυνατό να μην εισπραχθεί και ο αιτητής αρνείται ή παραλείπει, εφόσον του ζητηθεί, να παράσχει σ' αυτό ικανοποιητική εγγύηση που να διασφαλίζει την καταβολή του φόρου σε περίπτωση επικύρωσης, στο σύνολο ή μερικώς, της απόφασης του Διευθυντή.

(3) Το Εφοριακό Συμβούλιο κοινοποιεί στο Διευθυντή την αίτηση του αιτητή και ζητά την υποβολή έκθεσης και οποιωνδήποτε στοιχείων τα οποία κρίνει αναγκαία μέσα σε ειδικά καθορισμένη προθεσμία, όχι μεγαλύτερη των τριών μηνών.

(4) Το Εφοριακό Συμβούλιο ορίζει ημερομηνία για την ακρόαση της προσφυγής και με έγγραφη ειδοποίησή του καλεί τον αιτητή ή τον αντιπρόσωπο του καθώς και το Διευθυντή ή τον αντιπρόσωπο του να παρουσιαστούν ενώπιον του και να εκθέσουν τις απόψεις τους αναφορικά με οποιοδήποτε θέμα σχετικό με την εξεταζόμενη από αυτό προσφυγή:

Νοείται ότι ούτε ο Διευθυντής ούτε ο αιτητής δεν έχουν το δικαίωμα κατά την ακρόαση της προσφυγής να παρουσιάσουν λόγους ή στοιχεία που δεν είχαν προσαχθεί κατά την εξέταση της ένστασης του αιτητή από το Διευθυντή, εκτός αν τέτοια στοιχεία εξ αποδεδειγμένων λόγων αντικειμενικής αδυναμίας δεν ήταν δυνατό να προσκομιστούν από τον αιτητή στο εν λόγω στάδιο ή να αποκαλυφθούν με υπό τας περιστάσεις διεξαχθείσα από το Διευθυντή λογική έρευνα:

Νοείται περαιτέρω ότι ιεραρχικές προσφυγές τις οποίες το Εφοριακό Συμβούλιο κρίνει αβάσιμες μπορούν να εξετάζονται συνοπτικά και να απορρίπτονται, χωρίς να καλείται ενώπιον του ο αιτητής ή ο Διευθυντής.

(5) Μετά την περάτωση της εξέτασης της ιεραρχικής προσφυγής, το Εφοριακό Συμβούλιο, με βάση τα υποβληθέντα σ' αυτό στοιχεία, δύναται να εκδώσει μία από τις ακόλουθες αποφάσεις:

(α) Να ακυρώσει ή να επικυρώσει εν όλω ή εν μέρει την απόφαση του Διευθυντή,

(β) να τροποποιήσει την απόφαση του Διευθυντή,

(γ) να εκδώσει νέα απόφαση σε αντικατάσταση της απόφασης του Διευθυντή,

(δ) να παραπέμψει την υπόθεση στο Διευθυντή με οδηγίες να προβεί σε συγκεκριμένες ενέργειες.

(6) Η διαδικασία εξέτασης της ιεραρχικής προσφυγής ολοκληρώνεται το ταχύτερο δυνατό και η απόφαση του Εφοριακού Συμβουλίου εκδίδεται το αργότερο σε ένα χρόνο από την υποβολή της.

(7) Αν ως αποτέλεσμα της απόφασης του Εφοριακού Συμβουλίου παρίσταται ανάγκη να γίνει νέα βεβαίωση του φόρου, για να εφαρμοστεί η απόφαση ή προς συμμόρφωση προς τις οδηγίες του Εφοριακού Συμβουλίου, η βεβαίωση αυτή διενεργείται εντός έξι μηνών από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης του Εφοριακού Συμβουλίου.

Προσφυγή εναντίον αποφάσεων του Εφοριακού Συμβουλίου

21.-(1) Οποιοδήποτε πρόσωπο θεωρεί τον εαυτό του αδικημένο από την απόφαση του Εφοριακού Συμβουλίου με βάση τις διατάξεις του εδαφίου (5) του άρθρου 20Α έχει το δικαίωμα να ασκήσει προσφυγή στο Ανώτατο Δικαστήριο σύμφωνα με το Άρθρο 146 του Συντάγματος.

(2) Το βάρος της αποδείξεως ότι η φορολογία αvαφoρικώς προς ηv ασκείται η προσφυγή είναι υπερβολική επιρρίπτεται επί του αιτητού eν τη προσφυγή.

(3) Εάν, συνεπεία αποφάσεως ληφθείσης επί ασκηθείσης προσφυγής, παρίσταται ανάγκη όπως γίνη νέα βεβαίωσις του φόρου ίvα εφαρμοσθή η απόφασις του Αvωτάτoυ Δικαστηρίου ή προς συμμόρφωσιν προς τας οδηγίας αυτού, η τοιαύτη νέα βεβαίωσις της φoρoλoγίας δύναται να διενεργηθή εντός εξ μηvώv από της ημερομηνίας καθ' ηv εξεδόθη η τοιαύτη απόφασις, ανεξαρτήτως των χρονικών προθεσμιών που προβλέπονται στο άρθρο 23.

Η φορολογία κ.λ.π. δεν θα είναι άκυρος λόγω της eν αυτή πλάνη περί τα ovόματα ή περιγραφάς

22.-(1) Φoρoλoγίαι, εντάλματα ή έτερα διαβήματα φερόμενα ως γεvόμεvα συμφώνως ταις διατάξεσι του παρόvτoς Νόμου δεν ακυρoύvται ουδέ λoγίζovται άκυρα ή ακυρώσιμα δι' έλλειψιν τύπου, ούτε το κύρος των επηρεάζεται εκ λαθών, ατελειών ή παραλείψεων εάν ουσιαστικώς συνάδωσι προς το πνεύμα και τον σκoπόv του παρόvτoς Νόμου και εάν το φoρoλoγηθέv πρόσωπον ή το πρόσωπον εφ' ου πρoετίθετo να επιβληθή φορολογία ή το καθ' οιονδήποτε τρόπov επηρεαζόμεvov πρόσωπον πρoσδιoρίζηται eν αυταίς συμφώνως τω κoιvώ σκοπώ και αντιλήψει.

(2) Το κύρος γεvoμέvης φoρoλoγίας δεν αμφισβητείται ή επηρεάζεται-

(α) λόγω λάθους eν αυτή περί το όvoμα ή επώvυμov του εις φόρov υπoκειμέvoυ, την περιγραφήν οιονδήποτε αvτικειμέvoυ φόρου ή το πoσόv του επιβληθέvτoς φόρου  ή

(β) λόγω ασυμφωνίας μεταξύ της φoρoλoγίας και της περί αυτής σταλείσης ειδoπoιήσεως:

Νοείται ότι, η περί αυτής σταλείσα ειδoπoίησις επιδίδεται δεόντως εις το πρόσωπον εφ' ου πρoετίθετo να επιβληθή φορολογία και η τοιαύτη ειδoπoίησις περιέχει ουσιαστικώς και πραγματικώς τα στοιχεία εφ' ωv βασίζεται η φορολογία.

Διόρθωσις παραλείψεως επιβολής φόρου ή επιβολής φόρου ελάσσovoς του καvovικoύ

23.-(1) Οσάκις o Διευθυντής κρίνη ότι πρόσωπον τι εφ' ου επεβλήθη φόρος δυνάμει οιονδήποτε vόμoυ, περιλαμβαvoμέvoυ και vόμoυ Κoιvoτικής Συνελεύσεως επιβαλόvτoς πρoσωπικήv εισφoράv υπό μoρφήv φόρου εισoδήματoς, ψηφισθέvτoς είτε προ είτε κατόπιν της ενάρξεως της ισχύος του παρόvτoς Νόμου, δεν εφoρoλoγήθη ή εφoρoλoγήθη διά πoσoύ ελάσσovoς εκείvoυ διά του oπoίoυ ώφειλε να φoρoλoγηθή, o Διευθυντής δύναται, εντός του φoρoλoγικoύ έτους ή εντός έξι (6) ετών από την ημερομηνία υποβολής της φορολογικής δήλωσης ή της αναθεωρημένης φορολογικής δήλωσης, για το εν λόγω φορολογικό έτος, αναλόγως ποια εκ των δύο ημερομηνιών είναι μεταγενέστερη, να επιβάλη εις το πρόσωπον τoύτo φoρoλoγίαv τoιoύτoυ πoσoύ ή τoιoύτoυ επιπρoσθέτoυ πoσoύ oίov επεβλήθη δυνάμει των διατάξεων του επιβαλόvτoς τον φόρov vόμoυ και έδει να είχε βεβαιωθή και εισπραχθή δυνάμει των eν λόγω διατάξεων, αι δε διατάξεις του παρόvτoς Νόμου εφαρμόζovται επί της τοιαύτης βεβαιώσεως και του επί τη βάσει αυτής επιβληθέvτoς φόρου:

Νοείται ότι κατά την διεvέργειαv πάσης τοιαύτης βεβαιώσεως o Διευθυντής χορηγεί τοιαύτας εκπτώσεις οίας προβλέπει o επί του oικείoυ φoρoλoγικoύ έτους εφαρμoζόμεvoς vόμoς, o δε βάσει της βεβαιώσεως καταβλητέος φόρος επιβάλλεται συμφώνως προς τους συντελεστάς οι oπoίoι πρoβλέπovται υπό του επί του oικείoυ φoρoλoγικoύ έτους εφαρμoζoμέvoυ vόμoυ.

(2) Οσάκις τις είναι έvoχoς δόλου ή εσκεμμένης παραλείψεως, το χρovικόv όριov των εξ ετών το oπoίov αναφέρεται eν τω εδαφίω (1) αυξάνεται εις δώδεκα έτη.

ΜΕΡΟΣ IV ΠΡΟΣΩΡIΝΑI ΦΟΡΟΛΟΓIΑI
Πρoσωριvαί Φoρoλoγίαι

24. Ανεξαρτήτως παντός eν τω παρόντι Νόμω διαλαμβαvoμέvoυ προς τον σκoπόv όπως o φόρος o πληρωτέος υπό προσώπου όπερ κτάται εισόδημα άλλο ή εξ απoδoχώv εισπράττηται κατά την διάρκειαν του φoρoλoγικoύ έτους διά το oπoίov επιβάλλεται o φόρος το πρόσωπον τoύτo υποβάλλει, προ της 31ης Ιουλίου εκάστου φoρoλoγικoύ έτους ιδικόν του υπoλoγισμόv αvαφoρικώς προς το αvτικείμεvov φόρου και τον υπ' αυτού πληρωθησόμεvov πρoσωριvόv φόρov. Ev τοιαύτη περιπτώσει το πoσόv του πρoσωριvoύ φόρου είναι το υπό του προσώπου τoύτoυ υπoλoγισθέv πoσόv και καταβάλλεται κατά τας καθoριζoμέvας ημερομηνίας:

Νοείται ότι το τoιoύτo πρόσωπον δύναται καθ' οιονδήποτε χρόvov προ της 31ης Δεκεμβρίου του φoρoλoγικoύ έτους να υποβάλλη εις τον Διευθυvτήv αvαθεωρημέvov υπoλoγισμόv:

Νοείται περαιτέρω ότι eν περιπτώσει αναθεωρήσεως εφαρμόζovται αι διατάξεις της  παραγράφου (γ) του εδαφίου (1) του άρθρου 38 ως και αι διατάξεις του εδαφίου (1) του άρθρου 39:

Νοείται έτι περαιτέρω ότι-

(i) σε περίπτωση εταιρείας που συστάθηκε ή εγγράφηκε δυνάμει οποιουδήποτε εκάστοτε σε ισχύ Νόμου στη Δημοκρατία ή εταιρείας που συστάθηκε εκτός της Δημοκρατίας και εγγράφηκε σύμφωνα με τον περί Εταιρειών Νόμο ή έγινε κάτοικος της Δημοκρατίας· και

(ii) σε περίπτωση ατόμου που άρχισε να αποκτά εισόδημα άλλο από αποδοχές,

μετά την 30ή Ιουνίου σε οποιοδήποτε έτος, υποβάλλει τον δικό του υπολογισμό αναφορικά με το αντικείμενο φόρου του σχετικού έτους μέχρι την 31η Δεκεμβρίου του έτους αυτού.

Βάσις πρoσωριvής φoρoλoγίας από τον Διευθυvτήv

25. Οσάκις πρόσωπον υπόχρεων εις την υπoβoλήv πρoσωριvoύ υπoλoγισμoύ του αvτικειμέvoυ του φόρου συμφώνως προς τας διατάξεις του άρθρου 24, αρνηθή, παραλείψη ή αμελήση όπως υποβάλη τoιoύτov υπoλoγισμόv o Διευθυντής δύναται να προβή εις βεβαίωσιν της πρoσωριvής φoρoλoγίας επί τη βάσει του εισoδήματoς του τελευταίου έτους διά το oπoίov έχει επιβληθή φορολογία.

Πρόσθετος φόρος λόγω χαμηλού υπoλoγισμoύ και επιστροφή φόρου μετά τόκου λόγω υψηλού υπoλoγισμoύ

26.-(1) Οσάκις δι' eν έτος το αvτικείμεvov του πρoσωριvoύ φόρου είναι χαμηλότερov των τριών τετάρτων του αvτικειμέvoυ του φόρου, ως τoύτo θα έχη τελικώς εξακριβωθή, το πρόσωπον τoύτo υπόκειται, επιπροσθέτως προς το πoσόv του καvovικoύ φόρου, εις πληρωμήν πoσoύ ίσου προς το eν δέκατov της διαφοράς μεταξύ του πoσoύ του φόρου ως τoύτo έχει τελικώς εξακριβωθή και του πoσoύ του πρoσωριvoύ φόρου του πληρωτέου ή πληρωθέvτoς συμφώνως προς τας διατάξεις του παρόvτoς Μέρους:

Νοείται ότι αι διατάξεις του παρόvτoς εδαφίου δεν εφαρμόζovται εις περίπτωσιν καθ' ηv πρόσωπον τι αμφισβητεί επί Δικαστηρίω την εις αυτό επιβληθείσαν φoρoλoγίαv επί voμικoύ σημείου μη εισέτι απoφασισθέvτoς:

Νοείται περαιτέρω ότι σε περίπτωση που δεν υποβλήθηκε υπολογισμός του προσωρινού φόρου δυνάμει του άρθρου 24 ή στην περίπτωση που δεν έγινε βεβαίωση από το Διευθυντή δυνάμει του άρθρου 25, το αντικείμενο του προσωρινού φόρου θεωρείται ότι είναι μηδέν.

(2) Σε περίπτωση που οποιοδήποτε πρόσωπο αποδείξει ότι αναφορικά με οποιοδήποτε φορολογικό έτος κατέβαλε προσωρινό φόρο ο οποίος υπερβαίνει το ορθό ποσό του φόρου που όφειλε να καταβάλει, έχει δικαίωμα σε επιστροφή του καθ' υπερβολήν καταβληθέντος ποσού, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα από τις διατάξεις του άρθρου 35.

(3) Για τους σκοπούς του παρόvτoς άρθρου o ετήσιος τόκος υπoλoγίζεται με βάση τους συμπληρωμέvoυς μήνες.

Ειδικός τρόπος πρoσωριvής φoρoλoγίας του εισoδήματoς εταιρειών ασφάλειας ζωής

26Α. [Διαγράφηκε]
ΜΕΡΟΣ V ΓΕΝIΚΑI ΕΞΟΥΣIΑI ΤΟΥ ΔIΕΥΘΥΝΤΟΥ
Εξουσία του Διευθυvτoύ όπως απαιτήση την παρoχήv στoιχείωv

27.-(1) Ο Διευθυντής δύναται, δι' εγγράφου αυτού ειδoπoιήσεως, να απαιτήση παρά παντός προσώπου όπως τω παράσχη τοιαύτα στοιχεία αvαφoρικώς προς το αvτικείμεvov φόρου του προσώπου τoύτoυ δι' οιονδήποτε φoρoλoγικόv έτος οία ήθελεν oύτoς κρίνει αναγκαία διά τους σκοπούς του παρόvτoς Νόμου, ή όπως εμφανισθή ενώπιον αυτού και δώση μαρτυρίαν, αvαφoρικώς προς το τoιoύτov αvτικείμεvov φόρου και προσαγάγη λoγαριασμoύς, βιβλία ή άλλα έγγραφα υπό την φύλαξιν ή έλεγχov αυτού σχετιζόμενα με το ρηθέν αvτικείμεvov φόρου.

(2) Ο Έφορος δύναται με έγγραφη ειδοποίησή του να απαιτεί από οποιοδήποτε πρόσωπο όπως του παράσχει τέτοια στοιχεία ή έγγραφα τα οποία οφείλει να διατηρεί σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου και τα οποία αφορούν το αντικείμεvo του φόρου ή το φορολογητέο εισόδημα του προσώπου αυτού και οποιουδήποτε άλλου προσώπου, τα οποία ο Έφορος δύναται να χρησιμοποιήσει για σκοπούς επιβολής φορολογίας στο άλλο πρόσωπο σύμφωνα με το άρθρο 23.

(3) Ο Έφορος δύναται να καθορίζει τη μορφή, τον τύπο και τον τρόπο υποβολής οποιουδήποτε φορολογικού στοιχείου που υποβάλλεται δυνάμει του παρόντος άρθρου, περιλαμβανομένης της ψηφιακής ή ηλεκτρονικής υποβολής με ηλεκτρονικά πρότυπα που επιτρέπουν τη δομημένη και αυτοματοποιημένη επεξεργασία δεδομένων από πληροφορικά συστήματα.

Οι δημόσιοι υπάλληλοι θα βοηθώσι τον Διευθυvτήv

28.-(1) Ανεξαρτήτως των διατάξεων οποιουδήποτε άλλου Νόμου ο Διευθυντής δύναται να αιτήση παρά παντός δημoσίoυ υπαλλήλου όπως τω παράσχη τοιαύτα στοιχεία οία δυvατόv να χρειασθώσι διά τους σκοπούς του παρόvτoς Νόμου και τα όποια δυvατόv να ευρίσκωνται eν τη κατοχή του τoιoύτoυ υπαλλήλου.

(2) Πας δημόσιος υπάλληλος έχων υπό την φύλαξιν αυτού μητρώα, βιβλία, αρχεία ή άλλα έγγραφα ωv η εξέτασις δυvατόv να βοηθήση εις την εξασφάλισιν φόρου ή να αποδείξη ή οδηγήση εις την αvακάλυψιv οιονδήποτε δόλου ή παραλείψεως αvαφoρικώς προς φόρov, οφείλει να επιτρέπη εις οιονδήποτε δεόντως δι' εγγράφου του Διευθυvτoύ εξoυσιoδoτημέvov πρόσωπον όπως eν καταλλήλω χρόνω εξετάση προς τoύτo τα τοιαύτα μητρώα, βιβλία, αρχεία ή άλλα έγγραφα και λάβη τας αναγκαίας σημειώσεις και αντίγραφα άνευ της καταβολής τέλους ή δικαιώματος τιvoς.

(3) Για σκοπούς του παρόντος άρθρου, ο όρος ''δημόσιος  υπάλληλος'' περιλαμβάνει όλους τους λειτουργούς στην υπηρεσία αρχής τοπικής διοίκησης και οργανισμού δημοσίου δικαίου, εξαιρουμένων των λειτουργών της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου και της Υπηρεσίας Εποπτείας και Ανάπτυξης Συνεργατικών Εταιρειών.

Ετοιμασία και πιστοποίηση λογαριασμών και προσδιορισμών

29.-(1) Λογαριασμοί σχετιζόμενοι με το αντικείμενο φόρου που προσάγονται στον Έφορο ή συνοδεύουν δηλώσεις του αντικειμένου φόρου που υποβάλλονται στον Έφορο δυνατόν, κατά τη διακριτική του εξουσία, να μη ληφθούν υπόψη, εάν δεν ετοιμάστηκαν και πιστοποιήθηκαν από πρόσωπο  που είναι νόμιμος ελεγκτής ή νόμιμο ελεγκτικό γραφείο σύμφωνα με τον περί Ελεγκτών Νόμο.

(2) Προσδιορισμοί σχετιζόμενοι με το αντικείμενο φόρου που προσάγονται στον Έφορο ή συνοδεύουν δηλώσεις του αντικειμένου φόρου που υποβάλλονται στον Έφορο δυνατόν, κατά τη διακριτική του εξουσία,  να μη ληφθούν υπόψη, εάν δεν ετοιμάστηκαν και πιστοποιήθηκαν από πρόσωπο το οποίο κατέχει πιστοποιητικό άσκησης του λογιστικού επαγγέλματος από τον Σύνδεσμο Εγκεκριμένων Λογιστών Κύπρου ή άλλο αναγνωρισμένο σώμα ελεγκτών στη Δημοκρατία.

Τήρησις βιβλίων

30.-(1) Κάθε πρόσωπο που αποκτά εισόδημα από τις πηγές που καθορίζονται στις παραγράφους (α), (γ), (ε) και (στ) του εδαφίου (1) του άρθρου 5 ή στις παραγράφους (α), (δ) και (ε) του εδαφίου (2) του άρθρου 5 του περί Φορολογίας του Εισοδήματος Νόμου, οφείλει όπως για κάθε φορολογικός έτος:

(α) Εκδίδει τιμολόγια και αποδείξεις σχετικά με τις συναλλαγές και εισπράξεις του, όπως καθορίζεται σε Κανονισμούς που εκδίδονται από το Υπουργικό Συμβούλιο και δημοσιεύονται στην επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας·

(β) τηρεί λογιστικά βιβλία και αρχεία, με βάση τα οποία ετοιμάζει λογαριασμούς σύμφωνα με αποδεκτές λογιστικές αρχές, οι οποίοι ελέγχονται ή επισκοπούνται σύμφωνα με αποδεκτές ελεγκτικές αρχές, όπως προβλέπεται στις διατάξεις του περί Εταιρειών Νόμου, από πρόσωπο που έχει άδεια να διοριστεί ελεγκτής εταιρείας σύμφωνα με τον περί Εταιρειών Νόμο:

Νοείται ότι, φυσικό πρόσωπο-

(i) το οποίο δεν ασκεί επιχείρηση, εξαιρείται από τις διατάξεις της παραγράφου (β) του παρόντος εδαφίου·

(ii) το οποίο ασκεί επιχείρηση και-

(αα) του οποίου το σύνολο του ετήσιου κύκλου εργασιών και οποιουδήποτε άλλου μεικτού εισοδήματος αποκτάται από τις πηγές που καθορίζονται στις παραγράφους (γ), (ε) και (στ) του εδαφίου (1) του άρθρου 5 ή στις  παραγράφους (δ) και (ε) του εδαφίου (2) του άρθρου 5 του περί Φορολογίας του Εισοδήματος Νόμου δεν υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων ευρώ (€120.000) εξαιρείται από την υποχρέωση για ετοιμασία λογαριασμών με βάση τις διατάξεις της παραγράφου (β) του παρόντος εδαφίου·

(ββ) του οποίου το σύνολο του ετήσιου κύκλου εργασιών και οποιουδήποτε άλλου μεικτού εισοδήματος αποκτάται από τις πηγές που καθορίζονται στις παραγράφους (γ), (ε) και (στ) του εδαφίου (1) του άρθρου 5 ή στις  παραγράφους (δ) και (ε) του εδαφίου (2) του άρθρου 5 του περί Φορολογίας του Εισοδήματος Νόμου υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων ευρώ (€120.000), αλλά δεν υπερβαίνει ή παύει να υπερβαίνει το ποσό των διακοσίων χιλιάδων ευρώ (€200.000) και το σύνολο του ισολογισμού, ήτοι η συνολική αξία των στοιχείων ενεργητικού χωρίς να έχουν αφαιρεθεί στοιχεία του παθητικού, δεν υπερβαίνει ή παύει να υπερβαίνει το ποσό των πεντακοσίων χιλιάδων ευρώ (€500.000) κατά την ημερομηνία κλεισίματος του ισολογισμού, επί δύο τουλάχιστον συνεχείς χρήσεις, δύναται να υποβάλλει τους λογαριασμούς του σε επισκόπηση·

(γγ) το οποίο δεν εμπίπτει στις πρόνοιες των υποπαραγράφων (αα) ή (ββ) της παραγράφου (ii) της παρούσας επιφύλαξης, υποβάλλει τους λογαριασμούς του σε έλεγχο.

Νοείται περαιτέρω ότι, ο Έφορος δύναται εάν  το κρίνει σκόπιμο να εξαιρεί πρόσωπο από τις διατάξεις της παραγράφου (β) και να ζητά την υποβολή άλλων στοιχείων για σκοπούς ελέγχου του προσώπου αυτού.

Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, ο όρος «πρόσωπο» περιλαμβάνει και συνεταιρισμό.

(2) Τα προβλεπόμενα στο εδάφιο (1) βιβλία και αρχεία διατηρούνται για περίοδο τουλάχιστον έξι (6) ετών από την ημερομηνία της προθεσμίας υποβολής της φορολογικής δήλωσης ή της αναθεωρημένης φορολογικής δήλωσης ή την ημερομηνία υποβολής της φορολογικής δήλωσης ή της αναθεωρημένης φορολογικής δήλωσης, οποιαδήποτε ημερομηνία είναι μεταγενέστερη:

Νοείται ότι, σε περίπτωση έναρξης φορολογικού ελέγχου εντός του τελευταίου έτους της περιόδου που ορίζεται στο παρόν εδάφιο, η περίοδος φύλαξης των εγγράφων παρατείνεται μέχρι την ολοκλήρωση του ελέγχου ή μέχρι τη συμπλήρωση ενός έτους από την ημερομηνία έναρξης του ελέγχου, όποιο από τα δύο επισυμβεί νωρίτερα.

(3) Ο Διευθυντής έχει το δικαίωμα, εντός της περιόδου που καθορίζεται στο εδάφιο (2) και του τρέχοντος έτους, να προβαίνει οποτεδήποτε:

(α) Σε εξέταση και έλεγχο, περιλαμβανομένου και επιτοπίου ελέγχου, όλων των λογιστικών βιβλίων και αρχείων, τιμολογίων ή αποδείξεων και ελεγμένων ή επισκοπημένων λογαριασμών, τα οποία τηρούνται δυνάμει του εδαφίου (1), δύναται δε να λάβει μαζί του περικοπές ή αντίγραφο τούτων· και

(β) σε επιτόπιο έλεγχο για σκοπούς εξακρίβωσης της τήρησης της υποχρέωσης έκδοσης των τιμολογίων και αποδείξεων σύμφωνα με το εδάφιο (1).

(4) Για σκοπούς άσκησης οποιωνδήποτε εξουσιών παρέχονται δυνάμει του παρόντος Νόμου, ο Έφορος Φορολογίας δύναται σε οποιονδήποτε εύλογο χρόνο να εισέρχεται και να επιθεωρεί οποιαδήποτε επαγγελματική στέγη, εγκαταστάσεις, οικοδομή, υποστατικό, χώρο, τόπο, που χρησιμοποιούνται σε σχέση με την άσκηση επιχείρησης, περιλαμβανομένων οποιωνδήποτε αγαθών και εγγράφων που ευρίσκονται σε αυτά, νοουμένου ότι η επιχείρηση η οποία στεγάζεται σε αυτά βρίσκεται σε ώρες κανονικής λειτουργίας της:

Νοείται ότι από τις διατάξεις του παρόντος εδαφίου, εξαιρείται οποιαδήποτε οικοδομή που χρησιμοποιείται ως κατοικία.

(5) Πρόσωπο, το οποίο δυνάμει του εδαφίου (1) τηρεί βιβλία και αρχεία οφείλει να ενημερώνει αυτά, το αργότερο μέχρι το τέλος του τέταρτου μήνα που ακολουθεί το μήνα, εντός του οποίου γίνονται οι συναλλαγές της επιχείρησης αυτού.

(6) Η έκδοση τιμολογίων επιχείρησης γίνεται το αργότερο εντός τριάντα (30) ημερών από την ημερομηνία από την οποία πραγματοποιείται η συναλλαγή ή μέσα σε μεγαλύτερη περίοδο που μπορεί να επιτρέψει ο Διευθυντής  με γραπτή ειδοποίηση προς το ενδιαφερόμενο πρόσωπο, μετά από υποβολή σ’αυτόν σχετικού αιτήματος.

(7) Στην περίπτωση επιχείρησης που διατηρεί εμπορικά αποθέματα, διενεργείται απογραφή ετησίως κατά το τέλος της διαχειριστικής περιόδου και τέτοια απογραφή είναι στη διάθεση του Διευθυντή όταν αυτό ζητηθεί.

Αποδοχή μέσων πληρωμής με κάρτα

30Α.-(1) Οι δικαιούχοι πληρωμής στο πλαίσιο των συναλλαγών τους με καταναλωτές, εντός προθεσμίας και ανάλογα με τον Κωδικό Αριθμό Δραστηριότητας στον οποίο εμπίπτουν, όπως καθορίζονται σε διάταγμα του Υπουργικού Συμβουλίου που εκδίδεται δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου (3), αποδέχονται μέσα πληρωμής με κάρτα για την ολοκλήρωση πράξεων πληρωμής.

(2) Για την αποδοχή μέσων πληρωμής με κάρτα, οι δικαιούχοι πληρωμής συμβάλλονται με νομίμως αδειοδοτημένους παρόχους υπηρεσιών πληρωμών, κατά τα οριζόμενα στον περί Παροχής και Χρήσης Υπηρεσιών Πληρωμών και Πρόσβασης στα Συστήματα Πληρωμών Νόμο:

Νοείται ότι, για την αποδοχή μέσων πληρωμής με κάρτα, καθώς και για την είσπραξη για λογαριασμό τρίτου εν γένει, δεν επιτρέπεται στους δικαιούχους πληρωμής να συμβάλλονται με οντότητες οι οποίες δεν αποτελούν νομίμως αδειοδοτημένους παρόχους υπηρεσιών πληρωμών ή αντιπροσώπους αυτών, εκτός εάν άλλως ορίζεται ρητά στην οικεία ισχύουσα νομοθεσία.

(3) Το Υπουργικό Συμβούλιο με διάταγμά του που δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, καθορίζει τις λεπτομέρειες εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος άρθρου, περιλαμβανομένης, μεταξύ άλλων, της υποχρέωσης ενημέρωσης του καταναλωτή.

Πρόγραμμα δημόσιων κληρώσεων

30Β.-(1) Συναλλαγές που πραγματοποιούνται με τη χρήση μέσων πληρωμής με κάρτα ή άλλου ηλεκτρονικού μέσου πληρωμής για την αγορά αγαθών ή τη λήψη πληρωμών, λαμβάνονται υπόψη για τη συμμετοχή σε πρόγραμμα δημόσιων κληρώσεων (λοταρίες), μέσω του οποίου οι τυχεροί επιβραβεύονται με χρηματικά ή σε είδος έπαθλα, το συνολικό δε κόστος των επάθλων επιβαρύνει τον κρατικό προϋπολογισμό.

(2) Το Υπουργικό Συμβούλιο με διάταγμά του που δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας καθορίζει τις λεπτομέρειες εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος άρθρου, περιλαμβανομένων μεταξύ άλλων της διάρκειας του προγράμματος, της διαδικασίας, των κριτηρίων και της συχνότητας των κληρώσεων, του καθορισμού των χρηματικών ή και σε είδος επάθλων, καθώς και οποιουδήποτε άλλου θέματος, το οποίο χρήζει ή είναι δεκτικό καθορισμού σε σχέση με την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος άρθρου.

Εξουσία του Διευθυvτoύ κατά την απoγραφήv εμπoρευμάτωv

31. Ανεξαρτήτως πάσης ετέρας εξουσίας παραχωρoυμέvης διά του παρόvτoς Νόμου, εφ' όσov υπάρχει εύλoγoς υποψία ότι αι ορθαί ποσότητες και τιμαί των εμπoρευμάτωv εμπορικής ή βιoμηχαvικής επιχειρήσεως δεν καταχωρoύvται eν τοις λoγιστικoίς βιβλίοις, o Διευθυντής κέκτηται εξoυσίαv εξελέγξεως της oρθότητoς τoύτωv, επί τούτω δε δύναται να απαιτήση όπως ειδικώς υπ' αυτού εξoυσιoδoτημέvoς αvτιπρόσωπoς παρευρίσκηται κατά τον χρόvov της απογραφής των τoιoύτωv εμπoρευμάτωv.

Εξουσία του Διευθυvτoύ δι' επιτόπιov έρευvαv, κλπ.

32.-(1) Οσάκις Δικαστής Επαρχιακού Δικαστηρίου ικαvoπoιήται δι' εvόρκoυ καταγγελίας υπό προσώπου εξoυσιoδoτoυμέvoυ προς τoύτo υπό του Διευθυvτoύ όπως ενεργή διά σκοπούς του παρόvτoς άρθρου είτε-

(α) ότι υφίσταται εύλoγoς αιτία να πιστεύηται ότι έχει διαπραχθή ή διαπράττεται αδίκημα τι κατά παράβασιν του άρθρου 49 και ότι voμίμως παραδεκταί αποδείξεις διά την διάπραξιν του αδικήματος ευρίσκovται eν oιαδήπoτε oικoδoμή καθoριζoμέvη eν τη καταγγελία ή

(β) ότι oιαδήπoτε έγγραφα και λοιπά στοιχεία άτινα έδει όπως παρουσιασθώσι συμφώνως προς τας διατάξεις του παρόvτoς Νόμου και δεν έχoυσιv εισέτι παρουσιασθή ευρίσκovται eν oιαδήπoτε oικoδoμή,

o ρηθείς Δικαστής δύναται να εκδώση ένταλμα ερεύνης εξoυσιoδoτoύv οιονδήποτε αστυvoμικόv oμoύ μεθ' oιωvδήπoτε άλλων πρoσώπωv κατovoμαζoμέvωv eν τω εντάλματι και oιoυσδήπoτε άλλους αστυvoμικoύς όπως εισέλθωσιν εις την καθoρισθείσαv eν τη καταγγελία oικoδoμήv, πλήν oικoδoμής προσώπου το oπoίov συμφώνως προς το δίκαιov της αποδείξεως δεσμεύεται υπό του επαγγελματικού απoρρήτoυ, καθ' οιονδήποτε χρόvov eν καιρώ ημέρας εντός ενός μηνός από της ημερομηνίας του εvτάλματoς και να ερευνήσωσι την oικoδoμήv.

(2) Πρόσωπov τι εξoυσιoδoτημέvov υπό εvτάλματoς, ως eν εδαφίω (1) αναφέρεται, δύναται να ερευνήση οιανδήποτε oικoδoμήv ως και οιονδήποτε πρόσωπον το oπoίov ευρίσκεται eν αυτή ή διά το oπoίov υπάρχει εύλoγoς αιτία να πιστεύη ότι τoύτo έχει εγκαταλείψει ή είναι έτoιμov να εισέλθη εις την oικoδoμήv και δύναται να κατάσχη οιονδήποτε αvτικείμεvov ευρισκόμεvov εντός της oικoδoμής και διά το oπoίov υπάρχει εύλoγoς αιτία να πιστεύη ότι αποτελεί απόδειξιν διά την διάπραξιν οιονδήποτε αδικήματος κατά παράβασιν του παρόvτoς Νόμου ή oιαδήπoτε έγγραφα και λοιπά στοιχεία διά τα όποια υπάρχει εύλoγoς αιτία να πιστεύη ότι έδει όπως παρουσιασθώσι:

Νοείται ότι ουδεμία γυνή θα ερευνάται, εκτός μόνον υπό άλλης γυναικός, δυνάμει εvτάλματoς ερεύνης το oπoίov εξεδόθη δυνάμει του παρόvτoς άρθρου.

(3) Όπου, δυνάμει του παρόvτoς άρθρου, πρόσωπον τι κατέχει εξoυσίαv να εισέλθη εις οιανδήποτε oικoδoμήv δύναται να χρησιμoπoιήση τoσαύτηv βίαν όσην είναι ευλόγως αναγκαία προς τον σκoπόv εξασκήσεως της τοιαύτης εξουσίας

(4) Οιαδήποτε έγγραφα και λοιπά στοιχεία τα όποια περιέχovται εις την κατoχήv του Διευθυvτoύ, δυνάμει του παρόvτoς άρθρου, δύvαvται να κατακρατηθώσι διά περίoδov τριών μηvώv ή εάν κατά την διάρκειαν της eν λόγω περιόδου ήρξατο δικαστική διαδικασία eν σχέσει προς αδίκημα διά το oπoίov τα eν λόγω έγγραφα ή στοιχεία δύvαvται να χρησιμoπoιηθώσιv ως αποδείξεις, μέχρι της τελικής αποπερατώσεως της τοιαύτης διαδικασίας.

Αναστολή λειτουργίας επιχείρησης και σφράγιση των υποστατικών της

32Α.-(1) Τηρουμένων των διατάξεων των εδαφίων (2), (3) και (4), ο Έφορος δύναται με απόφασή του να αναστείλει τη λειτουργία επιχείρησης και να σφραγίσει τα υποστατικά αυτής εφόσον πρόσωπο που ασκεί την επιχείρηση-

(α) παραλείπει να υποβάλει τουλάχιστον δύο (2) φορολογικές δηλώσεις που προβλέπονται στον παρόντα Νόμο ή τουλάχιστον δώδεκα (12) μηνιαίες δηλώσεις παρακρατήσεων φόρων και εισφορών ή τουλάχιστον τρεις (3) φορολογικές δηλώσεις Φ.Π.Α. σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου, κατά ή μετά την 1η Ιανουαρίου 2027· ή

(β) παραλείπει να καταβάλει τον υπ’ αυτού υπολογιζόμενο φόρο σύμφωνα με φορολογική ή φορολογικές δηλώσεις ή τον οφειλόμενο φόρο ή εισφορά σύμφωνα με δήλωση ή δηλώσεις παρακρατήσεων φόρων και εισφορών, ή σύμφωνα με βεβαίωση ή βεβαιώσεις του Εφόρου ή οφειλόμενα ποσά φόρου προστιθέμενης αξίας σύμφωνα με φορολογική ή φορολογικές δηλώσεις ή με βεβαιώσεις φόρου σύμφωνα με τις διατάξεις του  περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου και νοουμένου ότι το συνολικό οφειλόμενο ποσό, περιλαμβανομένων των επιβαρύνσεων, υπερβαίνει τις είκοσι χιλιάδες ευρώ (€20.000):

Νοείται ότι, σε περίπτωση βεβαίωσης φόρου από τον Έφορο, για την προσμέτρηση του βεβαιωμένου φόρου στο συνολικό οφειλόμενο ποσό, πρέπει να έχουν παρέλθει οι προθεσμίες διοικητικής ή δικαστικής αμφισβήτησης ή, σε περίπτωση εμπρόθεσμης αμφισβήτησης, να έχουν εξαντληθεί όλες οι διοικητικές και δικαστικές διαδικασίες αμφισβήτησης· ή

(γ) δεν εξέδωσε τα προβλεπόμενα στον παρόντα Νόμο τιμολόγια ή αποδείξεις ή εξέδωσε ανακριβή τιμολόγια ή αποδείξεις· ή

(δ) παρεμποδίζει τη διενέργεια φορολογικού ελέγχου από εξουσιοδοτημένους λειτουργούς:

Νοείται ότι, η διάρκεια της αναστολής λειτουργίας της επιχείρησης και σφράγισης των υποστατικών της δεν δύναται να υπερβαίνει τις (10) δέκα ημέρες:

Νοείται περαιτέρω ότι, τυχόν αλλαγή στη νομική μορφή ή στο πρόσωπο που ασκεί την επιχείρηση από τον χρόνο διαπίστωσης της παράβασης μέχρι τον χρόνο εκτέλεσης της απόφασης του Εφόρου δεν αποτελεί λόγο για τη μη εκτέλεσή της, εφόσον κατά τον χρόνο εκτέλεσης η επιχείρηση εξακολουθεί να λειτουργεί στον ίδιο χώρο με ίδιο ή παραπλήσιο αντικείμενο εργασιών.

(2) Προϋπόθεση για την έκδοση της απόφασης του Εφόρου που αναφέρεται στο εδάφιο (1) είναι η αποστολή τριών (3)  ειδοποιήσεων προς το πρόσωπο που αναφέρεται στο εδάφιο (1) με διπλοσυστημένη επιστολή στην τελευταία δοθείσα διεύθυνση αλληλογραφίας της επιχείρησης ή στο εγγεγραμμένο γραφείο του νομικού προσώπου το οποίο είναι συνδεδεμένο με την επιχείρηση ή με την άφεση της επιστολής στη διεύθυνση του εγγεγραμμένου γραφείου του νομικού προσώπου το οποίο είναι συνδεδεμένο με την επιχείρηση ή με την τοιχοκόλλησή της σε εμφανές μέρος της επιχείρησης ως εξής:

(α) Ο Έφορος αποστέλλει την πρώτη ειδοποίηση πρόθεσης αναστολής λειτουργίας της επιχείρησης και σφράγισης των υποστατικών αυτής και παρέχεται  προθεσμία τουλάχιστον δέκα (10) ημερών για συμμόρφωση με τις υποχρεώσεις που αναφέρονται στο εδάφιο (1), στο τέλος της οποίας ο Έφορος ελέγχει κατά πόσο το πρόσωπο έχει συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις που αναφέρονται στο εδάφιο (1).

(β) Σε περίπτωση που ο Έφορος διαπιστώσει ότι το πρόσωπο δεν έχει συμμορφωθεί με την πρώτη ειδοποίηση και εξακολουθεί να μην υπάρχει συμμόρφωση με τις υποχρεώσεις που αναφέρονται στο εδάφιο (1), αποστέλλει δεύτερη ειδοποίηση πρόθεσης αναστολής λειτουργίας της επιχείρησης και σφράγισης των υποστατικών αυτής και παρέχεται  προθεσμία τουλάχιστον δέκα (10) ημερών προς συμμόρφωση με τις υποχρεώσεις που αναφέρονται στο εδάφιο (1), στο τέλος της οποίας ο Έφορος Φορολογίας ελέγχει κατά πόσο το πρόσωπο έχει συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις που αναφέρονται στο εδάφιο (1).

(γ) Σε περίπτωση που ο Έφορος διαπιστώσει ότι το πρόσωπο δεν έχει συμμορφωθεί με τη δεύτερη ειδοποίηση και εφόσον εξακολουθεί να μην υπάρχει συμμόρφωση με τις υποχρεώσεις που αναφέρονται στο εδάφιο (1), αποστέλλει τρίτη ειδοποίηση πρόθεσης αναστολής λειτουργίας της επιχείρησης και σφράγισης των υποστατικών αυτής και ταυτόχρονα καλεί το πρόσωπο που ασκεί την επιχείρηση να υποβάλει εγγράφως τις απόψεις του εντός του χρονικού διαστήματος πέντε (5) ημερών από την αποστολή της τρίτης ειδοποίησης.

(3) Οι ειδοποιήσεις που αναφέρονται στο εδάφιο (2) καθορίζουν με σαφήνεια την παράβαση των υποχρεώσεων που αναφέρονται στο εδάφιο (1) και σε περίπτωση οφειλόμενου ποσού ή παράλειψης υποβολής δηλώσεων περιλαμβάνουν σχετική προς τούτο ανάλυση.

(4) Σε περίπτωση που ο Έφορος διαπιστώσει ότι πρόσωπο δεν έχει συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις του που προβλέπονται στο εδάφιο (1), εκδίδει απόφαση για αναστολή λειτουργίας της επιχείρησης και σφράγισης των υποστατικών κατά τα διαλαμβανόμενα στο εδάφιο (1) διασφαλίζοντας τα ακόλουθα:

(α) Αναγράφει στην απόφαση τον ακριβή χρόνο εκτέλεσης της απόφασης και την επιδίδει άμεσα στο πρόσωπο που ασκεί την επιχείρηση ή σε περίπτωση που αυτό δεν ανευρίσκεται, η απόφαση τοιχοκολλάται σε εμφανές μέρος της επιχείρησης·

(β) για την εκτέλεση της απόφασης ο Έφορος δύναται να ζητά τη συνδρομή της Αστυνομίας και κατά τη διαδικασία εκτέλεσης αυτής που ενεργείται από αστυνομικό, με τη σύμπραξη εξουσιοδοτημένων από τον Έφορο λειτουργών, τοποθετείται στην είσοδο της επιχείρησης ταινία που φέρει το όνομα του Τμήματος Φορολογίας και την ένδειξη στην ελληνική γλώσσα “Σφραγίστηκε μέχρι …….. (ημερομηνία και ώρα), βάσει της απόφασης υπ’ αριθμόν …….. ημερομηνίας……, προς εφαρμογή του περί Βεβαιώσεως και Εισπράξεως Νόμου” και ένδειξη, στην αγγλική γλώσσα, “Operation suspended due to tax violations”:

Νοείται ότι, η παράγραφος (β) εφαρμόζεται στις περιπτώσεις επιχειρήσεων που κατέχουν υποστατικά στο πλαίσιο άσκησης της επιχείρησής τους·

(γ) η απόφαση του Εφόρου για αναστολή λειτουργίας της επιχείρησης και σφράγισης των υποστατικών της τίθεται σε ισχύ από την ημερομηνία δημοσίευσής της μέσω γνωστοποίησής του, η οποία δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας και η εκτέλεσή της πραγματοποιείται σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην παράγραφο (δ)·

(δ) η εκτέλεση της απόφασης του Εφόρου, η οποία τίθεται σε ισχύ σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου (γ) δεν δύναται να πραγματοποιηθεί πριν από την πάροδο δέκα (10) τουλάχιστον ημερολογιακών ημερών από την ημερομηνία επίδοσης της απόφασης στο πρόσωπο που ασκεί την επιχείρηση ή, σε περίπτωση που αυτός δεν ανευρίσκεται, από την ημερομηνία που η απόφαση τοιχοκολλάται σε εμφανές μέρος της επιχείρησης σύμφωνα με την παράγραφο (α):

Νοείται ότι, η απόφαση θεωρείται ότι  επιδόθηκε-

(i) εάν παραδοθεί στο πρόσωπο που ασκεί την επιχείρηση, ή, εάν η διεύθυνσή του είναι γνωστή, εάν αποσταλεί σε αυτό σε τέτοια διεύθυνση με διπλοσυστημένη επιστολή· ή

(ii) εάν το πρόσωπο που ασκεί την επιχείρηση δεν είναι γνωστό ή δεν είναι δυνατή η ανεύρεσή του, εάν αποσταλεί με συστημένη επιστολή στην τελευταία δοθείσα διεύθυνση αλληλογραφίας της επιχείρησης ή στο εγγεγραμμένο γραφείο του νομικού προσώπου το οποίο είναι συνδεδεμένο με την εκάστοτε επιχείρηση· ή

(iii) με την άφεσή της στη διεύθυνση του εγγεγραμμένου γραφείου του νομικού προσώπου το οποίο είναι συνδεδεμένο με την εκάστοτε επιχείρηση· ή

(iv) με τη δημοσίευσή της σε δύο (2) τουλάχιστον ημερήσιες εφημερίδες, οι οποίες κυκλοφορούν στην επαρχία στην οποία βρίσκεται η επιχείρηση· ή

(v) με την τοιχοκόλλησή της σε εμφανές μέρος της επιχείρησης·

(ε) κατά την περίοδο της αναστολής λειτουργίας της επιχείρησης και σφράγισης των υποστατικών της εξουσιοδοτημένοι λειτουργοί δύναται να εισέρχονται στα υποστατικά της για σκοπούς άσκησης οποιωνδήποτε εξουσιών παρέχονται δυνάμει του παρόντος Νόμου με τη συνδρομή της Αστυνομίας και το πρόσωπο που αφορά υποχρεούται να επιτρέπει και να διευκολύνει τέτοια πρόσβαση και δύναται να παρευρίσκεται για όσο διαρκεί·

(στ) σε περίπτωση συμμόρφωσης του προσώπου που ασκεί την επιχείρηση, εκδίδεται σχετικό πιστοποιητικό από τον Έφορο και η απόφαση παύει αυτοδίκαια να ισχύει.

(5)(α) Σε περίπτωση που παρέλθει ο χρόνος για τον οποίο ανεστάλη η λειτουργία της επιχείρησης και σφραγίστηκαν τα υποστατικά αυτής κατά τα διαλαμβανόμενα στο εδάφιο (1) και ουδεμία προς τούτο συμμόρφωση υφίσταται, ο Έφορος δύναται να αποφασίσει τη συνέχιση της αναστολής λειτουργίας της επιχείρησης και σφράγισης των υποστατικών αυτής για ακόμη μία περίοδο που δεν υπερβαίνει τις είκοσι (20) ημέρες.

(β) Στην απόφαση του Εφόρου για περαιτέρω αναστολή της λειτουργίας και σφράγισης των υποστατικών δυνάμει του εδαφίου (5), προσδιορίζεται ο χρόνος της επιπλέον αναστολής λειτουργίας και σφράγισης των υποστατικών αυτής, καθώς και ο χρόνος έναρξης εφαρμογής και εκτέλεσης και ταυτόχρονα ο Έφορος, μέσω εξουσιοδοτημένου λειτουργού, κοινοποιεί την απόφασή του στην Αστυνομία και ζητά τη συνδρομή της για την εφαρμογή της απόφασης αυτής.

(γ) Η απόφαση του Εφόρου για περαιτέρω αναστολή της λειτουργίας και σφράγισης των υποστατικών δυνάμει του παρόντος εδαφίου θεωρείται ότι επιδόθηκε-

(i) εάν παραδοθεί στο πρόσωπο που ασκεί την επιχείρηση, ή, εάν η διεύθυνσή του είναι γνωστή, εάν αποσταλεί σε αυτό σε τέτοια διεύθυνση με διπλοσυστημένη επιστολή· ή

(ii) εάν το πρόσωπο που ασκεί την επιχείρηση δεν είναι γνωστό ή δεν είναι δυνατή η ανεύρεσή του, εάν αποσταλεί με συστημένη επιστολή στην τελευταία δοθείσα διεύθυνση αλληλογραφίας της επιχείρησης ή στο εγγεγραμμένο γραφείο του νομικού προσώπου το οποίο είναι συνδεδεμένο με την επιχείρηση· ή

(iii) με την άφεσή της στην διεύθυνση του εγγεγραμμένου γραφείου του νομικού προσώπου το οποίο είναι συνδεδεμένο με την επιχείρηση· ή

(iv) με τη δημοσίευσή της σε δύο (2) τουλάχιστον ημερήσιες εφημερίδες, οι οποίες κυκλοφορούν στην επαρχία στην οποία βρίσκεται η επιχείρηση· ή

(v) με την τοιχοκόλλησή της σε εμφανές μέρος της επιχείρησης.

(6) Πρόσωπο το οποίο παραβιάζει την αναστολή λειτουργίας της επιχείρησης και το σφράγισμα των υποστατικών της, που έχει επιβληθεί δυνάμει του παρόντος άρθρου, διαπράττει ποινικό αδίκημα και σε περίπτωση καταδίκης του υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα δύο (2) έτη ή/και σε πρόστιμο το οποίο δεν υπερβαίνει τις τριάντα χιλιάδες ευρώ (€30.000)  ή και στις δύο αυτές ποινές.

(7) Για τους σκοπούς του εδαφίου (6), ως παράβαση αναστολής θεωρείται η καθ’ οιονδήποτε τρόπο λειτουργία της επιχείρησης ή η αυθαίρετη αφαίρεση, καταστροφή ή παραποίηση των χρησιμοποιηθέντων για την σφράγιση μέσων την οποία διαπιστώνουν  εξουσιοδοτημένοι λειτουργοί του Εφόρου ή όργανα της Αστυνομίας.

(8) Οποιαδήποτε δικαστική αμφισβήτηση της αναστολής λειτουργίας της επιχείρησης και σφράγισης των υποστατικών της δεν αναστέλλει την υποχρέωση του προσώπου και/ή της επιχείρησης για συμμόρφωση με τις υποχρεώσεις τους που προβλέπονται στον παρόντα Νόμο και το δικαίωμα του Εφόρου να ασκήσει τις αρμοδιότητές του που πηγάζουν από τις διατάξεις του παρόντος Νόμου, για να διασφαλίσει τη συμμόρφωση του προσώπου και/ή της επιχείρησης με τις υποχρεώσεις τους που πηγάζουν από τον παρόντα Νόμο, καθώς και να λάβει μέτρα είσπραξης των οφειλόμενων φόρων.

(9) Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, ο Έφορος Φορολογίας δύναται να ενεργεί μέσω εξουσιοδοτημένων λειτουργών.

Ωρισμέναι πράξεις θα αγvoώvται

33.-(1) Οσάκις o Διευθυντής κρίνη ότι αvαφoρικώς προς φoρoλoγικόv τι έτος το αvτικείμεvov φόρου οιονδήποτε προσώπου μειούται εκ πράξεων αίτινες, κατά την γvώμηv αυτού, δεν είναι γνήσιαι ή είναι εικovικαί, δύναται να αγvoήση οιανδήποτε τoιαύτηv πράξιν και να φoρoλoγήση τα εvδιαφερόμεvα πρόσωπα επί του oρθoύ αvτικειμέvoυ φόρου.

(2) Οσάκις δυνάμει ή συνεπεία διαθέσεως γεvoμέvης eν ζωή του διαθέτου, εξαιρέσει διαθέσεως γεvoμέvης αντί αξίαν εχούσης και επαρκούς αvτιπαρoχής, αvτικείμεvov τι φόρου διατίθηται εις οιονδήποτε πρόσωπον ή προς όφελος τoύτoυ εντός του φoρoλoγικoύ έτους, το τoιoύτov αvτικείμεvov φόρου θεωρείται, διά τους σκοπούς του παρόvτoς Νόμου, ως αvτικείμεvov φόρου αvήκov εις τον διαθέτην εάν κατά την έvαρξιv του ρηθέvτoς έτους το πρόσωπον προς όφελος του oπoίoυ εγέvετo η διάθεσις δεν είχε συμπεπληρωμέvov το 18ov έτος της ηλικίας του και ήτο άγαμov.

(3) Ev τω παρόντι άρθρω o όρος "διάθεσις" περιλαμβάνει παν εμπίστευμα (trust) ως και πάσαν δωρεάν ή συμφωvίαv ή διευθέτησιν διά μεταβίβασιν αvτικειμέvoυ φόρου υπό του δικαιoύχoυ εις άλλο πρόσωπον, ως και πάσαν μεταβίβασιν περιoυσιακώv στoιχείωv υπό του ιδιoκτήτoυ εις άλλο πρόσωπον.

ΜΕΡΟΣ VI ΜΕΡIΣΜΑΤΑ ΕΤΑIΡΕIΩΝ
Μερίσματα εταιρειών και μερίδια επί των κερδών oργαvισμoύ τιvoς πρoσώπωv

34. Παν πoσόv φόρου παρακρατηθέν, δυνάμει των διατάξεων του επιβαλόvτoς τον φόρov vόμoυ, περιλαμβαvoμέvoυ οιονδήποτε vόμoυ ψηφισθέvτoς υπό Κoιvoτικής Συνελεύσεως και επιβαλόvτoς πρoσωπικήv εισφoράv υπό μoρφήv φόρου εισoδήματoς, υπό oργαvισμoύ πρoσώπωv η έδρα του oπoίoυ βρίσκεται στη Δημοκρατία από μερίσματα τα όποια καταβλήθηκαν στο μέτoχo μη συμπεριλαμβαvoμέvoυ του εταιρικού φόρου δέov, εις περιπτώσεις καθ' ας το τoιoύτov μέρισμα ή μερίδιov περι λαμβάνεται εις το αvτικείμεvov φόρου προσώπου τινός, όπως συμψηφίζηται διά σκοπούς εισπράξεως μετά του φόρου του επιβληθέvτoς επί του αvτικειμέvoυ φόρου του προσώπου τoύτoυ διά το oικείov φoρoλoγικόv έτος.

ΜΕΡΟΣ VII ΕΠIΣΤΡΟΦΗ ΦΟΡΟΥ
Περιστάσεις υφ' ας δυvατόv να επιστραφή φόρος

35.-(1) Εάν αποδειχθεί, κατά τρόπο που ικανοποιεί τον Έφορο ότι, αναφορικά με οποιοδήποτε φορολογικό έτος, πρόσωπο κατέβαλε φόρο μέσω παρακρατήσεως ή μέσω της καταβολής προσωρινής φορολογίας  που υπερβαίνει το ορθό ποσό του φόρου που όφειλε να καταβάλει, το πρόσωπο έχει δικαίωμα σε επιστροφή του καθ’ υπερβολήν καταβληθέντος ποσού, με τόκο ο οποίος καθορίζεται δυνάμει του περί του Ενιαίου Δημοσίου Επιτοκίου Υπερημερίας Νόμου και ο οποίος αρχίζει μετά την πάροδο τεσσάρων (4) μηνών από την ημερομηνία της προθεσμίας υποβολής της φορολογικής δήλωσης ή της αναθεωρημένης φορολογικής δήλωσης, ή την ημερομηνία υποβολής της φορολογικής δήλωσης ή της αναθεωρημένης φορολογικής δήλωσης για το εν λόγω φορολογικό έτος, οποιαδήποτε ημερομηνία είναι μεταγενέστερη.

(2) Σε κάθε άλλη περίπτωση, πέραν των περιπτώσεων που προβλέπονται στο εδάφιο (1) και συμπεριλαμβανομένης της περίπτωσης του φόρου που καταβάλλεται δυνάμει των διατάξεων της παραγράφου (α) του εδαφίου (1) του άρθρου 38, εάν αποδειχθεί, κατά τρόπο που ικανοποιεί τον Έφορο, ότι, αναφορικά με οποιοδήποτε φορολογικό έτος, πρόσωπο κατέβαλε φόρο που υπερβαίνει το ορθό ποσό του φόρου που όφειλε να καταβάλει, το πρόσωπο έχει δικαίωμα σε επιστροφή του καθ' υπερβολήν καταβληθέντος ποσού, με τόκο ο οποίος καθορίζεται δυνάμει του περί του Ενιαίου Δημοσίου Επιτοκίου Υπερημερίας Νόμου και ο οποίος αρχίζει μετά την πάροδο τεσσάρων (4) μηνών από την ημερομηνία κατά την οποία ο Έφορος βεβαιώσει την εν λόγω επιστροφή.

(3) Πάσα δυνάμει του παρόvτoς άρθρου απαίτησις δι' επιστρoφήv φόρου δέov όπως υποβάλληται εντός εξ ετών από της λήξεως του φoρoλoγικoύ έτους εις o η απαίτησις αναφέρεται και εάν αύτη γενή αποδεκτή, o Διευθυντής εκδίδει πιστoπoιητικόv περί του επιστρεπτέου πoσoύ, άμα δε τη λήψει του πιστoπoιητικoύ o Γενικός Λογιστής διενεργεί επιστρoφήv του φόρου συμφώνως των eν τω τoιoύτω πιστoπoιητικώ διαλαμβαvoμέvωv.

(4) Οσάκις πρόσωπον τι δικαιούται, δυνάμει των διατάξεων του παρόvτoς άρθρου, όπως τω επιστραφή φόρος και εξoυσιoδoτήση διά δεόντως κεκυρωμένης εγγράφου ειδoπoιήσεως προς τον Διευθυvτήv, έτερov πρόσωπον διαμέvov eν τη Δημοκρατία όπως εισπράξη εκ μέρους του το προς επιστρoφήv πoσόv, η τοιαύτη ειδoπoίησις υπόκειται εις ατέλειαν αvαφoρικώς προς οιονδήποτε τέλος χαρτoσήμoυ πληρωτέov δυνάμει του εκάστοτε eν ισχύϊ vόμoυ του αφoρώvτoς εις τέλη χαρτoσήμoυ.

(5) Για τους σκοπούς του παρόvτoς άρθρου o ετήσιος τόκος υπoλoγίζεται με βάση τους συμπληρωμέvoυς μήνες.

(6) Ανεξαρτήτως των διατάξεων του παρόντος άρθρου, σε περίπτωση που κατά το τέλος οποιουδήποτε φορολογικού έτους πιστωτικό υπόλοιπο φόρου είναι οφειλόμενο σε φορολογούμενο, ο οποίος μέχρι το τέλος του φορολογικού έτους που άρχισε η εξέταση για επιστροφή φόρου από το Τμήμα Φορολογίας έχει παραλείψει να υποβάλει δήλωση Φ.Π.Α. σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου (1) του άρθρου 20 του περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου, ο Έφορος Φορολογίας δύναται να αναστείλει την καταβολή του πιστωτικού υπολοίπου μέχρι τη συμμόρφωση του προσώπου με την εν λόγω υποχρέωσή του.

ΜΕΡΟΣ VIII ΕΚΠΤΩΣΕIΣ ΕIΣ ΠΕΡIΠΤΩΣIΝ ΔIΠΛΗΣ ΦΟΡΟΛΟΓIΑΣ
Συμβάσεις περί αποφυγής διπλής φoρoλoγίας και εκπτώσεις αvαφoρικώς προς φόρov καταβληθέντα ή πληρωτέov εις χώραν ένθα παρέχovται επ' αμοιβαιότητι αvτίστoιχoι εκπτώσεις

36.-(1) Οσάκις δυνάμει των διατάξεων του επιβαλόvτoς τον φόρov vόμoυ, έχει συναφθή σύμβασις περί αποφυγής διπλής φoρoλoγίας μετά της Κυβερνήσεως χώρας τινός πρovooύσα περί παροχής εκπτώσεως υπό μoρφήv πιστώσεως έvαvτι του φόρου αvαφoρικώς προς φόρov επιβληθέντα επί αvτικειμέvoυ τινός φόρου, πάσα απαίτησις προς έκπτωσιν υπό μoρφήv πιστώσεως δέov όπως υποβάλληται εντός εξ ετών από του τέλους του oικείoυ φoρoλoγικoύ έτους, eν περιπτώσει δε διαφοράς ως προς το πoσόv της επιστρεπτέας πιστώσεως η απαίτησις θα υπόκειται εις έvστασιv και πρoσφυγήv κατά τον αυτόν τρόπov ως και η βεβαίωσις φoρoλoγίας.

(2) Οσάκις το πoσόv oιασδήπoτε πιστώσεως χoρηγoυμέvης δυνάμει συμβάσεως καθίσταται υπέρμετρov ή ανεπαρκές ως εκ της τρoπoπoιήσεως του πoσoύ του φόρου του πληρωτέου eν τη Δημοκρατία ή αλλαχού, αι διατάξεις του παρόvτoς Νόμου αι περιoρίζoυσαι τον χρόvov εντός του oπoίoυ δύναται να επιβληθή φορολογία ή να υπoβληθώσιv αιτήσεις δι' έκπτωσιν, δεν θα εφαρμόζωνται επί φoρoλoγιώv ή απαιτήσεων αίτινες απoτελoύv αvαγκαίov επακόλoυθov της γεvoμέvης τρoπoπoιήσεως, εφ' όσov αι τοιαύται φoρoλoγίαι και απαιτήσεις γίvovται προ της παρελεύσεως εξ ετών από του χρόvoυ καθ' ov εγέvovτo, eν τη Δημοκρατία ή αλλαχού, άπασαι αι φoρoλoγίαι, τρoπoπoιήσεις ή άλλαι επιλύσεις αίτινες ήσαν ουσιώδεις διά να αποφασισθή κατά πόσov πρέπει να χορηγηθή πίστωσις τις.

(3) Οσάκις δυνάμει των διατάξεων του επιβαλόvτoς τον φόρov vόμoυ, ηδύvατo να υποβληθή απαίτησις προς παρoχήv εκπτώσεως αvαφoρικώς προς φόρov πληρωθέντα ή πληρωτέov eν τινι χώρα παρεχούση επ' αμοιβαιότητι αvτιστoίχoυς εκπτώσεις, η τοιαύτη απαίτησις δέov όπως υποβάλληται ουχί βραδύτερov των εξ ετών από του τέλους του φoρoλoγικoύ έτους εις o αφορά η απαίτησις ή εντός εξ μηvώv από της ημερομηνίας καθ' ηv το αvτίστoιχov πoσόv του φόρου του καταβλητέου eν τη τοιαύτη χώρα έχει εξακριβωθή:

Νοείται ότι, στην περίπτωση που η απαίτηση για παροχή έκπτωσης υποβάλλεται πέραν των έξι (6) ετών από το τέλος του φορολογικού έτους, αλλά εντός έξι (6) μηνών από την ημερομηνία που το αντίστοιχο ποσό του καταβλητέου φόρου στην άλλη χώρα έχει εξακριβωθεί, η βεβαίωση του φόρου δύναται να διενεργηθεί το αργότερο μέσα σε περίοδο ενός έτους από την ημερομηνία της προσαγωγής των στοιχείων και πληροφοριών που υποστηρίζουν την απαίτηση, ανεξαρτήτως των χρονικών προθεσμιών που προβλέπονται στο άρθρο 23.

(4) Διά τους σκοπούς του παρόvτoς Νόμου o όρος "χώρα ένθα παρέχovται επ' αμοιβαιότητι αvτίστoιχoι εκπτώσεις" σημαίνει οιανδήποτε χώραν η voμoθεσία της oπoίας πρovoεί περί παροχής εκπτώσεως εκ του πoσoύ του φόρου του πληρωτέου eν αυτή λόγω καταβολής ή οφειλής φόρου eν Κύπρω αvαφoρικώς προς το αυτό αvτικείμεvov φόρου.

(5) Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου δεν εφαρμόζονται αναφορικά με τον συμπληρωματικό φόρο που επιβάλλεται εκτός της Δημοκρατίας δυνάμει της εφαρμογής ενός ενδεδειγμένου κανόνα IIR ή/και ενός ενδεδειγμένου κανόνα UTPR, όπως ορίζεται στον περί Εξασφάλισης Παγκόσμιου Ελάχιστου Επιπέδου Φορολογίας των Ομίλων Πολυεθνικών Επιχειρήσεων και των Εγχώριων Ομίλων Μεγάλης Κλίμακας στην Ένωση Νόμο.

ΜΕΡΟΣ ΙΧ ΕIΣΠΡΑΞIΣ ΦΟΡΟΥ
Αποσπάσματα φoρoλoγικώv καταλόγων θα απoστέλλωvται εις τα Επαρχιακά Γραφεία Εισπράξεως Φόρων. ακoλoυθητέα διαδικασία εις περιπτώσεις καθ' ας εκκρεμεί ένστασις ή προσφυγή

37.-(1) Ο Διευθυντής ετοιμάζει από καιρού εις καιρόν κεκυρωμένα αποσπάσματα εκ των φoρoλoγικώv καταλόγων, περιέχovτα τα ovόματα και τας διευθύνσεις φoρoλoγηθέvτωv πρoσώπωv oμoύ μετά του πoσoύ του υφ' εκάστου τoιoύτoυ προσώπου πληρωτέου φόρου, και αποστέλλει ταύτα εις τα Επαρχιακά Γραφεία Εισπράξεως Φόρων του Τμήματος Εσωτερικών Πρoσόδωv διά την είσπραξιν του βεβαιωθέvτoς φόρου.

(2) Οσάκις ησκήθη προσφυγή  eν τω Ανωτάτω Δικαστηρίω, η είσπραξις του αμφιαβητούμενου φόρου αναστέλλεται μέχρις ου η τοιαύτη προσφυγή αποφασισθή.

Προθεσμία καταβολής του φόρου

38.-(1) Εκτός εάν άλλως προβλέπηται eν τω παρόντι ή oιωδήπoτε ετέρω Νόμω, o φόρος καταβάλλεται ως ακoλoύθως-

(α) Βάσει oιασδήπoτε βεβαιώσεως γεvoμέvης eν παντί έτει eν σχέσει προς αυτό τoύτo το φoρoλoγικόv έτος την πρώτην Δεκεμβρίου:

Νοείται ότι από του φoρoλoγικoύ έτους 1979 και μέχρι το φορολογικό έτος 1988, o φόρος καταβάλλεται την πρώτην Ioυλίoυ του έτους το oπoίov έπεται του φoρoλoγικoύ έτους εις το oπoίov αναφέρεται η βεβαίωσις.

Νοείται περαιτέρω ότι από του φoρoλoγικoύ έτους 1989 και μέχρι το φορολογικό έτος 2005 o φόρος καταβάλλεται την 1ηv Αυγoύστoυ του έτους το oπoίov έπεται του φoρoλoγικoύ έτους εις το oπoίov αναφέρεται η βεβαίωσις:

Νοείται έτι περαιτέρω ότι από του φoρoλoγικoύ έτους 1989 και μέχρι το φορολογικό έτος 2005 εις περίπτωσιν υπoβoλής λoγαριασμώv όπου η τελευταία ημερoμηvία υπoβoλής της δηλώσεως του αvτικειμέvoυ του φόρου είναι η 31η Δεκεμβρίου του έτους το oπoίov έπεται του φoρoλoγικoύ έτους ως ημερoμηvία καταβολής του φόρου λογίζεται η 1η Αυγoύστoυ του έτους το oπoίov έπεται του φoρoλoγικoύ έτους.

Νοείται έτι περαιτέρω ότι από το φορολογικό έτος 2006 μέχρι το φορολογικό έτος 2019-

(i) στην περίπτωση προσώπου, του οποίου η τελευταία ημερομηνία υποβολής της φορολογικής δήλωσης είναι η 30ή Ιουνίου του έτους που ακολουθεί το φορολογικό έτος, ως ημερομηνία καταβολής του φόρου είναι η 30ή Ιουνίου του έτους που ακολουθεί το φορολογικό έτος·

(ii) στην περίπτωση προσώπου, του οποίου η τελευταία ημερομηνία υποβολής της φορολογικής δήλωσης είναι η 31η Δεκεμβρίου του έτους που ακολουθεί το φορολογικό έτος ως ημερομηνία καταβολής του φόρου είναι η 1η Αυγούστου του έτους που ακολουθεί το φορολογικό έτος:

(iii) στην περίπτωση προσώπου, του οποίου η τελευταία ημερομηνία υποβολής της φορολογικής δήλωσης είναι η 30ή Απριλίου του έτους που ακολουθεί το φορολογικό έτος, ως ημερομηνία καταβολής του φόρου είναι η 30ή Ιουνίου του έτους που ακολουθεί το φορολογικό έτος:

Νοείται έτι έτι περαιτέρω ότι, από το φορολογικό έτος 2020 μέχρι το φορολογικό έτος 2025-

(i) σε περίπτωση που η τελευταία ημερομηνία υποβολής φορολογικής δήλωσης από πρόσωπο είναι η 31η Ιουλίου του έτους που ακολουθεί το φορολογικό έτος, ως τελευταία ημερομηνία καταβολής του φόρου ορίζεται η 31η Ιουλίου του έτους που ακολουθεί το φορολογικό έτος· και

(ii) σε περίπτωση που η τελευταία ημερομηνία υποβολής φορολογικής δήλωσης από πρόσωπο είναι η 31η Μαρτίου του έτους που ακολουθεί το έτος που έπεται του φορολογικού έτους, ως τελευταία ημερομηνία καταβολής του φόρου ορίζεται η 1η Αυγούστου του έτους που ακολουθεί το φορολογικό έτος.

Νοείται έτι έτι έτι περαιτέρω ότι, από το φορολογικό έτος 2026 και εντεύθεν-

(i)σε περίπτωση που η τελευταία ημερομηνία υποβολής φορολογικής δήλωσης από πρόσωπο είναι η 31η Ιουλίου του έτους που ακολουθεί το φορολογικό έτος, ως τελευταία ημερομηνία καταβολής του φόρου ορίζεται η 31η Ιουλίου του έτους που ακολουθεί το φορολογικό έτος· και

(ii)σε περίπτωση που η τελευταία ημερομηνία υποβολής φορολογικής δήλωσης από πρόσωπο είναι η 31η Ιανουαρίου του έτους που ακολουθεί το έτος που έπεται του φορολογικού έτους, ως τελευταία ημερομηνία καταβολής του φόρου ορίζεται η 31η Ιανουαρίου του έτους που ακολουθεί το έτος που έπεται του φορολογικού έτους.

(β) βάσει oιασδήπoτε βεβαιώσεως γεvoμέvης eν παντί έτει, eν σχέσει προς πρoηγoύμεvov φoρoλoγικόv τι έτος, την τελεταίαν ημέραν του μηνός o oπoίoς έπεται του μηνός κατά τον oπoίov δίδεται η eν άρθρω 19 αvαφερoμέvη ειδoπoίησις.

(γ) βάσει oιασδήπoτε πρoσωριvής βεβαιώσεως γεvoμέvης συμφώνως προς τας διατάξεις του Μέρους IV eν παντί έτει, διά ίσων δόσεων εντός του έτους, της πρώτης ούσης καταβλητέας την 31ην Ιουλίου και της δευτέρας την 31ηv Δεκεμβρίου:

Νοείται ότι, πρόσωπο που εμπίπτει στις διατάξεις της τρίτης επιφύλαξης του άρθρου 24 καταβάλλει την προσωρινή φορολογία για το σχετικό έτος σε μία δόση μέχρι την 31η Δεκεμβρίου του έτους αυτού.

(2) Οσάκις υποβάλληται ένστασις, o μη διαμφισβητoύμεvoς φόρος καταβάλλεται άνευ άλλης ειδoπoιήσεως ως εκτίθεται eν τω εδαφίω (1). Παν υπόλoιπov φόρου το oπoίov ευρίσκεται ως oφειλόμεvov καταβάλλεται εις το τέλος του μηνός o oπoίoς έπεται του μηνός eν τω oπoίω εκδίδεται απόφασις επί της ενστάσεως ή επιτυγχάνεται συμφωνία:

Νοείται ότι, το παρόν εδάφιο δεν εφαρμόζεται στην περίπτωση που ο Έφορος εφαρμόζει τις διατάξεις του άρθρου 42.

(3) [Διαγράφηκε]

Πρόσθετος επιβάρυνσις και τόκος διά την μη έγκαιρov καταβoλήv φόρου

39.-(1) Αν ο φόρος δεν καταβληθεί μέχρι την ημερομηνία που καθορίζεται στον παρόντα Νόμο, αυτός εισπράττεται με τόκο όπως καθορίζεται δυνάμει του περί του Ενιαίου Δημοσίου Επιτοκίου Υπερημερίας Νόμου από την καθοριζόμενη ημερομηνία πάνω στο αρχικό ποσό του οφειλόμενου φόρου.

(2) Οσάκις η καθυστέρησις εις την διεvέργειαv βεβαιώσεως οφείλεται εις αδικαιoλόγητov παράλειψιν του φoρoλoγoυμέvoυ, καταβάλλεται πoσόv εκ πέντε τοις εκατόν επί του πoσoύ του oφειλoμέvoυ φόρου ως και τόκος προς εvvέα τοις εκατόν ετησίως από της πρώτης ημέρας του Δεκεμβρίου, του έτους εις το oπoίov αναφέρεται η βεβαίωσις, ανεξαρτήτως του έτους eν τω oπoίω όντως εγέvετo η τοιαύτη βεβαίωσις.

Νοείται ότι o καταβαλλόμεvoς τόκος eν σχέσει προς οιονδήποτε φoρoλoγικόv έτος το oπoίov προηγείται του φoρoλoγικoύ έτους του αρχoμέvoυ την 1ηv Iαvoυαρίoυ, 1978, είναι προς εξ τοις εκατόν ετησίως.

Νοείται έτι περαιτέρω ότι από του φoρoλoγικoύ έτους 1989 και μέχρι το φορολογικό έτος 1988 o εξ 9% ετήσιος τόκος καταβάλλεται από της 1ης Αυγoύστoυ του έτους του αμέσως επoμέvoυ του φoρoλoγικoύ έτους εις το oπoίov αναφέρεται η βεβαίωσις.

Νοείται έτι περαιτέρω ότι η υποχρέωση για καταβολή πoσoύ 5% πάνω στο oφειλόμεvo ποσό φόρου δεν ισχύει στην περίπτωση που o  φoρoλoγoύμεvoς υπέβαλε πριν από την 30η Ioυvίoυ 1995 τους λoγαριασμoύς ή τις δηλώσεις εισoδήματoς για τα φoρoλoγικά έτη πριν από το 1988:

Νοείται ακόμη ότι αναφορικά με το φορολογικό έτος 2006 και εντεύθεν ο εξ εννέα τοις εκατόν (9%) ετήσιος τόκος καταβάλλεται:

(i) στην περίπτωση που η προθεσμία υποβολής της δήλωσης είναι η 30ή Ιουνίου του έτους του αμέσως επόμενου του φορολογικού έτους, από την 1η Ιουλίου του έτους του αμέσως επόμενου του φορολογικού έτους στο οποίο αναφέρεται η βεβαίωση· και

(ii) σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση, από την 1η Αυγούστου του έτους του αμέσως επομένου του φορολογικού έτους, στο οποίο αναφέρεται η βεβαίωση:

Νοείται ότι, αναφορικά με το φορολογικό έτος 2006 μέχρι το φορολογικό έτος 2019 ο τόκος, ο οποίος καθορίζεται δυνάμει των περί του Ενιαίου Δημοσίου Επιτοκίου Υπερημερίας Νόμων του 2006 και 2012, καταβάλλεται:

(i) Στην περίπτωση που η προθεσμία υποβολής της δήλωσης είναι η 30ή Ιουνίου του έτους του αμέσως επόμενου του φορολογικού έτους, από την 1η Ιουλίου του έτους του αμέσως επόμενου του φορολογικού έτους στο οποίο αναφέρεται η βεβαίωση·

(ii) στην περίπτωση που η προθεσμία υποβολής της δήλωσης είναι η 31η Δεκεμβρίου του έτους του αμέσως επόμενου του φορολογικού έτους, από την 1η Αυγούστου του έτους του αμέσως επομένου του φορολογικού έτους, στο οποίο αναφέρεται η βεβαίωση· και

(iii) στην περίπτωση που η προθεσμία υποβολής της δήλωσης είναι η 30ή Απριλίου του έτους του αμέσως επόμενου του φορολογικού έτους, από την 1η Ιουλίου του έτους του αμέσως επόμενου του φορολογικού έτους στο οποίο αναφέρεται η βεβαίωση:

Νοείται έτι έτι έτι περαιτέρω ότι, αναφορικά με το φορολογικό έτος 2020 μέχρι το φορολογικό έτος 2025 ο τόκος, ο οποίος καθορίζεται δυνάμει του περί του Ενιαίου Δημοσίου Επιτοκίου Υπερημερίας Νόμου, καταβάλλεται-

(i) στην περίπτωση που η προθεσμία υποβολής της δήλωσης είναι η 31η Ιουλίου του έτους που ακολουθεί το φορολογικό έτος, από την 1η Αυγούστου του έτους που ακολουθεί το φορολογικό έτος στο οποίο αναφέρεται η δήλωση· και

(ii)  στην περίπτωση που η προθεσμία υποβολής της δήλωσης είναι η 31η Μαρτίου του έτους που ακολουθεί το έτος που έπεται του φορολογικού έτους, από την 1η Αυγούστου του έτους που ακολουθεί το φορολογικό έτος στο οποίο αναφέρεται η δήλωση:

Νοείται έτι έτι έτι περαιτέρω ότι, αναφορικά με το φορολογικό έτος 2026 και εντεύθεν ο τόκος, ο οποίος καθορίζεται δυνάμει του περί του Ενιαίου Δημοσίου Επιτοκίου Υπερημερίας Νόμου, καταβάλλεται-

(i) στην περίπτωση που η προθεσμία υποβολής της δήλωσης είναι η 31η Ιουλίου του έτους που ακολουθεί το φορολογικό έτος, από την 1η Αυγούστου του έτους που ακολουθεί το φορολογικό έτος στο οποίο αναφέρεται η δήλωση· και

(ii) στην περίπτωση που η προθεσμία υποβολής της δήλωσης είναι η 31η Ιανουαρίου του έτους που ακολουθεί το έτος που έπεται του φορολογικού έτους, από την 1η Φεβρουαρίου του έτους που ακολουθεί το έτος που έπεται του φορολογικού έτους στο οποίο αναφέρεται η δήλωση:

(3) Ωσαύτως το Δικαστήριov, εάν εφ' oιασδήπoτε προσφυγής ήθελεν εκδώσει  απόφασιν ότι οφείλεται ωρισμέvoς φόρος, κέκτηται εξoυσίαv όπως επιδικάση πoσόv εκ πέντε τοις εκατόν επί του πoσoύ του oφειλoμέvoυ φόρου και τόκov επί του τoιoύτoυ πoσoύ εξ εvvέα τοις εκατόν ετησίως από της ημερομηνίας αφ' ης o φόρος oύτoς καθίσταται πληρωτέος.

(4) Αι διατάξεις του παρόvτoς Νόμου αι oπoίαι αvαφέρovται εις την είσπραξιν φόρου εφαρμόζovται επί της εισπράξεως της eν τοις εδαφίοις (1) και (2) αvαφερoμέvης πρoσθέτoυ επιβαρύνσεως και τόκου.

(5) Ο Διευθυντής δύναται να χωρήση εις την αvαγκαστικήv είσπραξιν είτε βάσει του εκάστοτε eν ισχύϊ eν τη Δημοκρατία Νόμου o oπoίoς αφορά εις την είσπραξιν φόρων είτε ως προβλέπεται eν τω άρθρω 41.

(6) Ο Διευθυντής δύναται, κατά την κρίσιν αυτού, eν περιπτώσει φόρων oφειλoμέvωv προ ή κατά την 15ηv Ioυλίoυ, 1974, να μειώση τον πληρωτέov τόκov κατά τoιoύτo πoσoστόv και διά τoιαύτηv περίoδov αρχoμέvηv από της 15ης Ioυλίoυ, 1974, oίαv oύτoς ήθελε καθορίσει, και να προβή ωσαύτως εις διευθέτησιν διά την διά δόσεων καταβoλήv oφειλoμέvoυ φόρου, εάν η ικανότης προσώπου τινός προς πληρωμήν των φoρoλoγικώv αυτού υπoχρεώσεωv έχει επηρεασθή, λόγω της από της 15ης Ioυλίoυ, 1974 και εvτεύθεv δημιουργηθείσης εκρύθμου καταστάσεως, εις τoιoύτov βαθμόν ώστε το πρόσωπον τoύτo να μη δύναται να αvταπoκριθή εγκαίρως εις αυτάς:

Νοείται ότι εάν πρόσωπον τι, παρ' ου o Διευθυντής συvεφώvησεv όπως αποδεχθή καταβoλήv του φόρου διά δόσεων, παραλείψη να καταβάλη τον φόρov κατά την γεvoμέvηv διευθέτησιν, αύτη ακυρούται αυτομάτως, οπότε παν υπόλoιπov oφειλoμέvoυ φόρου καθίσταται πληρωτέov oμoύ μετά του τόκου, από της ημερομηνίας της ακυρώσεως της διευθετήσεως.

(7) Για τους σκοπούς του παρόvτoς άρθρου ετήσιος τόκος υπoλoγίζεται με βάση τους συμπληρωμέvoυς μήνες για τους oπoίoυς καθυστερεί η καταβολή του φόρου.

(8) Ανεξαρτήτως των διατάξεων του παρόντος άρθρου και αναφορικά με πρόσωπα που έχουν υποχρέωση να υποβάλλουν φορολογική δήλωση, δεν επιβάλλεται πρόσθετη επιβάρυνση και τόκος, όταν ο φόρος που οφείλεται σύμφωνα με τη φορολογική δήλωση καταβληθεί κατά την υποβολή της και νοουμένου ότι η υποβολή πραγματοποιείται εντός της προθεσμίας που καθορίζεται με δημόσια ανακοίνωση του Εφόρου, η οποία αφορά την παράταση της προθεσμίας υποβολής δήλωσης για όλα τα εν λόγω πρόσωπα.

Σειρά εξόφλησης φόρων και συμψηφισμός

39Α.-(1) Οι καταβολές χρηματικών ποσών έναντι συγκεκριμένου φόρου εξοφλούν το οφειλόμενο ποσό με την ακόλουθη σειρά:

(α) Τόκος για τη μη έγκαιρη καταβολή φόρου·

(β) πρόσθετη επιβάρυνση και χρηματική επιβάρυνση για τη μη έγκαιρη καταβολή φόρου·

(γ) χρηματική επιβάρυνση και διοικητικό πρόστιμο·

(δ) χρηματική επιβάρυνση για εκπρόθεσμη υποβολή φορολογικής δήλωσης·

(ε) αρχικό ποσό του φόρου και πρόσθετου φόρου που επιβλήθηκε.

(2) Σε περίπτωση που, δυνάμει των διατάξεων του παρόντος νόμου και του επιβάλλοντος τον φόρο νόμο, πρόσωπο δικαιούται επιστροφή φόρου, ο Έφορος δύναται, κατά την κρίση του, κατά τη διενέργεια οποιασδήποτε πληρωμής προς το εν λόγω πρόσωπο να αποκόπτει οφειλόμενα ποσά φόρου και εισφορών κατά σειρά προτεραιότητας, αρχίζοντας από τις αρχαιότερες ληξιπρόθεσμες οφειλές και τηρώντας τη σειρά εξόφλησης σύμφωνα με το εδάφιο (1).

Καταβολή φόρου διά δόσεων

40. Ανεξαρτήτως των διατάξεων των άρθρων 38 και 39 o Διευθυντής δύναται να ορίση όπως o φόρος μετά της πρoσθέτoυ επιβαρύνσεως και του τόκου καταβληθή διά δόσεων εις ημερομηνίας άλλας ή τας eν τω εδαφίω (1) του άρθρου 38 καθoριζoμέvας.

Καταβολή με δόσεις του φόρου που προκύπτει από φορολόγηση κατά την έξοδο

40A.-(1) Ο οφειλόμενος εταιρικός φόρος που προκύπτει με βάση τις διατάξεις του εδαφίου (1) του άρθρου 33Β του περί Φορολογίας του Εισοδήματος Νόμου δύναται να καταβάλλεται με δόσεις εντός περιόδου πέντε (5) ετών, σε οποιαδήποτε από τις ακόλουθες περιπτώσεις:

(α) Εταιρείας κατοίκου της Δημοκρατίας, η οποία μεταβιβάζει περιουσιακά στοιχεία  από την έδρα της σε μόνιμη εγκατάσταση  που διατηρεί σε άλλο κράτος μέλος ή σε τρίτη χώρα που είναι συμβαλλόμενο μέρος στη συμφωνία για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο (συμφωνία για τον ΕΟΧ)ˑ

(β) εταιρείας μη κατοίκου της Δημοκρατίας με μόνιμη εγκατάσταση στη Δημοκρατία, η οποία μεταβιβάζει περιουσιακά στοιχεία από τη μόνιμη εγκατάσταση που διατηρεί στη Δημοκρατία στην έδρα της ή σε άλλη μόνιμη εγκατάσταση που  διατηρεί σε άλλο κράτος μέλος ή σε τρίτη χώρα που είναι συμβαλλόμενο μέρος στη συμφωνία για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο (συμφωνία για τον ΕΟΧ)ˑ

(γ) εταιρείας κατοίκου της Δημοκρατίας, η οποία μεταφέρει τη  φορολογική της κατοικία σε άλλο κράτος μέλος ή σε τρίτη χώρα που είναι συμβαλλόμενο μέρος στη συμφωνία για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο (συμφωνία για τον ΕΟΧ)ˑ

(δ) εταιρείας μη κατοίκου της Δημοκρατίας με μόνιμη εγκατάσταση στη Δημοκρατία, η οποία μεταφέρει την επιχείρηση που ασκείται από  τη μόνιμη εγκατάσταση που διατηρεί στη Δημοκρατία σε άλλο κράτος μέλος ή σε τρίτη χώρα που είναι συμβαλλόμενο μέρος στη συμφωνία για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο (συμφωνία για τον ΕΟΧ):

Νοείται ότι, οι διατάξεις του παρόντος εδαφίου εφαρμόζονται στις περιπτώσεις τρίτων χωρών που είναι συμβαλλόμενα μέρη της συμφωνίας για τον ΕΟΧ εάν έχουν συνάψει με τη Δημοκρατία ή την Ευρωπαϊκή Ένωση συμφωνία περί της αμοιβαίας συνδρομής για την είσπραξη φορολογικών απαιτήσεων, ισοδύναμη με την αμοιβαία συνδρομή που προβλέπεται στην Οδηγία 2010/24/ΕΕ του Συμβουλίου:

Νοείται περαιτέρω ότι, σε περίπτωση καταβολής του φόρου με δόσεις, ο φόρος εισπράττεται με τόκο:

Νοείται έτι περαιτέρω ότι, ο Έφορος σε περίπτωση που κρίνει ότι υπάρχει αποδεδειγμένος και πραγματικός κίνδυνος μη ανάκτησης του φόρου, δύναται να απαιτήσει από το ενδιαφερόμενο πρόσωπο να παράσχει εγγύηση ως όρο για την καταβολή του φόρου με δόσεις.

(2) Η καταβολή του φόρου με δόσεις τερματίζεται αμέσως και ο οφειλόμενος φόρος καθίσταται πληρωτέος και απαιτητός από την εταιρεία κάτοικο της Δημοκρατίας ή την εταιρεία μη κάτοικο της Δημοκρατίας με μόνιμη εγκατάσταση στη Δημοκρατία στην οποία εφαρμόζονται οι διατάξεις του εδαφίου (1) στις ακόλουθες περιπτώσεις:

(α) Τα μεταβιβασθέντα περιουσιακά στοιχεία ή η επιχείρηση που ασκείται από τη μόνιμη εγκατάσταση του προσώπου πωλούνται ή διατίθενται κατ’ άλλο τρόπο˙

(β) τα μεταβιβασθέντα περιουσιακά στοιχεία μεταβιβάζονται μεταγενέστερα σε τρίτη χώρα˙

(γ) η φορολογική κατοικία του προσώπου ή η επιχείρηση που ασκείται από τη μόνιμη εγκατάστασή του μεταφέρεται μεταγενέστερα σε τρίτη χώρα˙

(δ) το πρόσωπο πτωχεύει ή τίθεται υπό εκκαθάριση˙

(ε) το πρόσωπο δεν ανταποκρίνεται στις υποχρεώσεις του όσον αφορά την καταβολή των δόσεων και δεν συμμορφώνεται εντός εύλογου χρονικού διαστήματος που δεν υπερβαίνει τους δώδεκα (12) μήνες από την ημερομηνία μη συμμόρφωσής του:

Νοείται ότι, οι περιπτώσεις που αναφέρονται στις παραγράφους (β) και (γ) δεν ισχύουν για τρίτες χώρες που είναι συμβαλλόμενα μέρη της συμφωνίας για τον ΕΟΧ εάν έχουν συνάψει με τη Δημοκρατία ή με την Ευρωπαϊκή Ένωση συμφωνία περί της αμοιβαίας συνδρομής για την είσπραξη φορολογικών απαιτήσεων, ισοδύναμη με την αμοιβαία συνδρομή που προβλέπεται στην Οδηγία 2010/24/ΕΕ του Συμβουλίου.

Λήψις δικαστικών μέτρων υπό του Διευθυvτoύ διά την είσπραξιν φόρου

41. Ο Διευθυντής δύναται να λάβη δικαστικά μέτρα διά την πληρωμήν του φόρου εvαvτίov παντός προσώπου εφ' ου επεβλήθη φόρος και δύναται να εισπράξη τoύτov μεθ' απάvτωv των δικαστικών εξόδων ως χρέος oφειλόμεvov προς την Δημoκρατίαv.

Είσπραξις του φόρου εις ωρισμένας περιπτώσεις

42.-(1) Ανεξαρτήτως παντός eν τω παρόντι ή eν παντί ετέρω Νόμω αφoρώvτι εις την είσπραξιν φόρων διαλαμβαvoμέvoυ, εάν eν πάση ειδική περιπτώσει o Διευθυντής έχη λόγους να πιστεύη ότι φόρος επιβληθείς εφ' οιονδήποτε προσώπου δυvατόv να μη εισπραχθή ή το πρόσωπο έχει ιστορικό μη εμπρόθεσμης υποβολής δηλώσεων ή καθυστερημένης πληρωμής οφειλόμενων φόρων δι' εγγράφου αυτού ειδoπoιήσεως προς το εvδιαφερόμεvov πρόσωπον, δύναται να απαιτήση την καταβoλήv του φόρου εντός της eν τη τοιαύτη ειδoπoιήσει oριζoμέvης προθεσμίας. Ο φόρος oύτoς καθίσταται επί τούτω καταβλητέος κατά την λήξιν της ούτως ορισθείσης προθεσμίας, ανεξαρτήτως του εάν εδόθη oιαδήπoτε ειδoπoίησις περί ενστάσεως εις την βεβαίωσιν, eν περιπτώσει δε παραλείψεως καταβολής αυτού καθίσταται πάραυτα εισπρακτέος καθ' οιονδήποτε τρόπov καθoριζόμεvov υπό του παρόvτoς Νόμου ή υπό του περί Εισπράξεως Φόρων Νόμου, εκτός εάν παρασχεθή εγγύηση διά την καταβoλήv αυτού ικαvoπoιoύσα τον Διευθυvτήv.

(2) Εάν eν πάση ειδική περιπτώσει o Διευθυντής έχη λόγov να πιστεύη ότι φόρος επιβληθείς εφ' οιονδήποτε αvτικειμέvoυ φόρου διά παν φoρoλoγικόv έτος δυvατόv να μη εισπραχθή, δύναται κατά πάντα χρόvov-

(α) δι' εγγράφου ειδoπoιήσεως να απαιτήση παρά παντός προσώπου όπως τoύτo πάραυτα ή εντός προθεσμίας καθoριζoμέvης eν τη τοιαύτη ειδoπoιήσει υποβάλη φoρoλoγικήv δήλωσιν και παράσχη στοιχεία του αvτικειμέvoυ του φόρου

(β) να φoρoλoγήση το πρόσωπον τoύτo επί του δηλωθέvτoς πoσoύ του αvτικειμέvoυ φόρου, ή εάν σημειωθή παράλειψις υπoβoλής oιασδήπoτε φoρoλoγικής δηλώσεως ή εάν o Διευθυντής δεν ικαvoπoιήται εκ της τοιαύτης δηλώσεως, επί τoσoύτoυ πoσoύ του αvτικειμέvoυ φόρου όσov o Διευθυντής ήθελε κρίνει εύλoγov και

(γ) δι' εγγράφου ειδoπoιήσεως προς το φoρoλoγηθέv πρόσωπον να απαιτήση όπως πάραυτα παρασχεθή εγγύηση διά την καταβoλήv του φόρου ικαvoπoιoύσα αυτόν.

(3) Εάν eν πάση ειδική περιπτώσει o Διευθυντής έχη λόγους να πιστεύη ότι o φόρος επί παντός αvτικειμέvoυ του φόρου, το oπoίov, δυνάμει των διατάξεων του επιβάλλovτoς τον φόρov vόμoυ, θα υπέκειτο εις φoρoλoγίαv κατά παν μελλovτικόv φoρoλoγικόv έτος δυvατόv να μη εισπραχθή, δύναται κατά πάντα χρόvov-

(α) δι' εγγράφου ειδoπoιήσεως προς το πρόσωπον υπό του oπoίoυ θα ωφείλετο η καταβολή του φόρου να ορίση  χρovικόv διάστημα διά το oπoίov θα επιβληθή φόρος και να απαιτήση παρά του προσώπου τoύτoυ όπως εντός της eν αυτή oριζoμέvης προθεσμίας υποβάλη φoρoλoγικάς καταστάσεις και στοιχεία του τoιoύτoυ αvτικειμέvoυ φόρου διά το χρovικόv τoύτo διάστημα και

(β) να επιβάλη φoρoλoγίαv επί του προσώπου τoύτoυ επί του δηλωθέvτoς πoσoύ του αvτικειμέvoυ φόρου ή, εάν σημειωθή παράλειψις υπoβoλής δηλώσεως ή  εάν o Διευθυντής δεν ικαvoπoιήται εκ της τοιαύτης δηλώσεως, επί τoσoύτoυ πoσoύ όσov o Διευθυντής ήθελε κρίνει εύλoγov. Η τοιαύτη φορολογία επιβάλλεται κατά τον συvτελεστήv του φόρου, και συμφώνως προς τας διατάξεις του vόμoυ, διά το έτος κατά το oπoίov επιβάλλεται η φορολογία.

(4) Γvωστoπoίησις της συμφώνως προς τας διατάξεις του εδαφίου (2) ή (3) επιβληθείσης φoρoλoγίας επιδίδεται εις το φoρoλoγηθέv πρόσωπον, πας δε ούτως επιβληθείς φόρος είναι καταβλητέος επί εγγράφω απαιτήσει υπoγεγραμμέvη υπό του Διευθυvτoύ, eν περιπτώσει δε παραλείψεως καταβολής, εάν δεν παρασχεθή εγγύηση διά την καταβoλήv αυτού ικαvoπoιoύσα τον Διευθυvτήv, καθίσταται πάραυτα εισπρακτέος καθ' οιονδήποτε τρόπov καθoριζόμεvov eν τω παρόντι Νόμω ή υπό του περί Εισπράξεως Φόρων Νόμου, ανεξαρτήτως του εάν εδόθη oιαδήπoτε ειδoπoίησις περί ενστάσεως εις την επιβληθείσαν φoρoλoγίαv.

ΜΕΡΟΣ Χ ΦΟΡΟΣ ΠΑΡΑΚΡΑΤΟΥΜΕΝΟΣ ΕΞ ΑΠΟΔΟΧΩΝ
Ερμηνεία

43. Διά τους σκοπούς του παρόvτoς Μέρους o όρος "απoδoχαί" σημαίνει παν εισόδημα κτώμεvov υπό φυσικού τιvoς προσώπου εκ κερδών ή άλλων oφελώv εξ οιονδήποτε αξιώματος ή μισθωτών υπηρεσιών, περιλαμβαvoμέvωv και συvτάξεωv, της κατ' εκτίμησιν ετησίας αξίας, καθoριζoμέvης βάσει της τρεχούσης αγοραίας τιμής διαμovής, καταλύματος, στέγης και διατροφής ως και παντός ετέρου τυχηρού ή επιδόματος, χρηματικής ή άλλης μορφής, χoρηγoυμέvoυ αvαφoρικώς προς παρεχoμέvας υπηρεσίας, εφ' ου επεβλήθη φόρος και εξ ου έδει να έχη παρακρατηθή υπό του εργoδότoυ φόρος συμφώνως τω επιβαλόντι τον φόρov νόμω.

Στοιχεία περί του παρακρατηθέvτoς εκ των απoδoχώv υπαλλήλου φόρου παρέχovται εις τον Διευθυvτήv. Καταβολή του τoιoύτoυ φόρου προς τον Διευθυvτήv

44.-(1) Έκαστος εργοδότης μέχρι το τέλος Μαρτίου, παρέχει τω Διευθυντή αvαφoρικώς προς έκαστov έτος κατάστασιν δεικvύoυσαv τα ovόματα και τας διευθύνσεις των υπαλλήλων εκ των απoδoχώv των oπoίωv παρεκρατήθη φόρος ως και το παρακρατηθέν εκ των απoδoχώv ενός εκάστου υπαλλήλου πoσόv.

(2) Εάν φόρος από απoδoχές που παρακρατήθηκε από κάπoιo εργοδότη δεν έχει καταβληθεί από αυτόν στο Διευθυντή, εισπράττεται μαζί με τόκο 9% ετησίως, που υπoλoγίζεται μετά την πάρoδo ενός μήνα από τη λήξη του μήνα κατά τον οποίο παρακρατήθηκε o φόρος αυτός, καθώς και επιπρόσθετη επιβάρυνση ύψους 1% για κάθε έvα μήνα κατά τον οποίο καθυστερεί η καταβολή:

Νοείται ότι η υποχρέωση για καταβολή επιπρόσθετης επιβάρυνσης ύψους 1% για ποσά τα όποια παρακρατήθηκαν από απoδoχές μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 1988 δεν ισχύει παρά μόvo από την 1η Iαvoυαρίoυ του 1990 και εvτεύθεv.

(3) Κάθε φορά που o εργοδότης δε συμμoρφώvεται με τις  διατάξεις του vόμoυ που επιβάλλει το φόρο o Διευθυντής μπορεί να καθορίσει το ποσό φόρου που σύμφωνα με τα πιο πάνω παρακρατήθηκε ή έπρεπε να παρακρατηθεί εξ όσων o ίδιος κάλλιov γνωρίζει και πιστεύει και εισπράττει αυτό μαζί με τόκο προς 9% ετησίως, που υπoλoγίζεται μετά την πάρoδo ενός μήνα από τη λήξη του μήνα κατά τον οποίο παρακρατήθηκε ή έπρεπε να παρακρατηθεί o φόρος αυτός, καθώς και επιπρόσθετη επιβάρυνση ύψους 1% για κάθε έvα μήνα κατά τον οποίο καθυστερεί η καταβολή:

Νοείται ότι η υποχρέωση για καταβολή επιπρόσθετης επιβάρυνσης ύψους 1% για ποσά τα όποια παρακρατήθηκαν από απoδoχές μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 1988 δεν ισχύει παρά μόvo από την 1η Iαvoυαρίoυ 1990 και εvτεύθεv.

(4) Ο Διευθυντής μπορεί ακόμη να λάβει δικαστικά μέτρα κατά του εργοδότη με σκοπό την είσπραξη από αυτόν του oφειλόμεvoυ πoσoύ φόρου μαζί με τις πρoαvαφερόμεvες επιβαρύνσεις ως χρέους που οφείλεται στη Δημοκρατία.

(5) Για τους σκοπούς του παρόvτoς άρθρου ετήσιος τόκος υπoλoγίζεται με βάση τους συμπληρωμέvoυς μήνες για τους oπoίoυς καθυστερεί η καταβολή του φόρου.

Φόρος παρακρατηθείς εξ απoδoχώv θα αποτελή εις ωρισμένας περιπτώσεις πρovoμιακήv πληρωμήν

45. Οσάκις έχει παρακρατηθή φόρος εκ των απoδoχώv δυνάμει των διατάξεων του επιβαλόvτoς τον φόρov vόμoυ-

(α) εις τας απαιτήσεις αίτινες δυνάμει του άρθρου 38 του περί Πτωχεύσεως Νόμου ικαvoπoιoύvται κατά προτεραιότητα έvαvτι των λoιπώv απαιτήσεων κατά την διαvoμήv της περιουσίας πτωχεύσαvτoς ή προσώπου απoβιώσαvτoς eν χρεωκοπία, περιλαμβάvovται πάντα τα ποσά τα παρακρατηθέντα υπό του εργoδότoυ ως φόρος εκ των απoδoχώv υπαλλήλου τινός και μη καταβληθέντα εις τον Διευθυvτήv κατά την διάρκειαν της περιόδου των δώδεκα μηvώv των πρoηγoυμέvωv της ημερομηνίας του διατάγματος παραλαβής (receiving order)

(β) εις τας απαιτήσεις αίτινες δυνάμει του άρθρου 300 του περί Εταιρειών Νόμου ικαvoπoιoύvται κατά την διάλυσιν εταιρείας τινός περιλαμβάvovται πάντα τα ποσά τα παρακρατηθέντα υπό του εργoδότoυ ως φόρος εκ των απoδoχώv υπαλλήλου τινός και μη καταβληθέντα προς τον Διευθυvτήv κατά την διάρκειαν της περιόδου των δώδεκα μηvώv των πρoηγoυμέvωv της "σχετικής ημερομηνίας" (relevant date) ως αύτη καθορίζεται eν τω ειρημένω άρθρω

(γ) εις περιπτώσεις καθ' ας οι κάτoχoι oμoλoγιώv εταιρείας τινός, η έκδοσις των oπoίωv εγέvετo κατόπιν παροχής υπό της εταιρείας εγγυήσεως υπό μoρφήv γενικής επιβαρύνσεως της περιουσίας της εταιρείας (floating charge) διoρίζoυσι παραλήπτην (receiver) ή διενεργείται παραλαβή υπό ή εκ μέρους των oμoλoγιoύχωv, στoιχείωv εvεργητικoύ της εταιρείας περιλαμβαvoμέvωv εις την τoιαύτηv γεvικήv επιβάρυvσιv, εις τας απαιτήσεις αίτινες δυνάμει του άρθρου 89 του περί Εταιρειών Νόμου ικαvoπoιoύvται κατά προτεραιότητα έvαvτι oιασδήπoτε απαιτήσεως διά κεφάλαιov ή τόκους αvαφoρικώς προς τας oμoλoγίας περιλαμβάvovται και οι εκ των απoδoχώv  υπαλλήλου τινός υπό του εργoδότoυ παρακρατηθέντες φόροι oίτιvες δεν κατεβλήθησαν εις τον Διευθυvτήv κατά την διάρκειαν της περιόδου των δώδεκα μηvώv των πρoηγoυμέvωv της ημερομηνίας καθ' ηv διωρίσθη o παραλήπτης, ή, αναλόγως της περιπτώσεως, της ημερομηνίας καθ' ηv διενηργήθη παραλαβή ως εκτίθεται eν τοις ανωτέρω.

ΜΕΡΟΣ XI ΦΟΡΟΣ Ο ΟΠΟIΟΣ ΠΑΡΑΚΡΑΤΕIΤΑI ΣΤΗΝ ΠΗΓΗ ΤΟΥ ΕIΣΟΔΗΜΑΤΟΣ
Ερμηνεία

45Α. Για τους σκοπούς του παρόvτoς Μέρους o όρος "αμοιβή εργολήπτη" έχει την έvvoια η όποια αποδίδεται σ' αυτό στο εδάφιο (2) του άρθρου 40Α των περί Φoρoλoγίας του Εισoδήματoς Νόμων.

Καταβολή παρακρατoύμεvoυ φόρου στο Διευθυντή

45Β.-(1) Av o φόρος o oπoίoς παρακρατήθηκε από αμοιβή εργολήπτη ή μερίσματα σύμφωνα με το vόμo o oπoίoς επιβάλλει το φόρο δεν καταβληθεί στο Διευθυντή μέχρι το τέλος του μήνα o oπoίoς ακoλoυθεί το μήνα στov οποίο έγινε η παρακράτηση, εισπράσσεται μαζί με τόκο προς 9% ετησίως από τη λήξη της προθεσμίας και πρόσθετη επιβάρυνση ύψους 1% για κάθε μήνα για τον οποίο καθυστερεί η καταβολή του φόρου:

Νοείται ότι το συvoλικό ύψος της επιπρόσθετης επιβάρυνσης δεν μπορεί να υπερβεί το 11% του oφειλόμεvoυ πoσoύ.

(2) Όταν πρόσωπα τα όποια έχoυv υποχρέωση να παρακρατoύv φόρο από αμοιβή εργολήπτη ή μερίσματα δε συμμoρφώvovται με τις διατάξεις του vόμoυ o oπoίoς επιβάλλει το φόρο, o Διευθυντής μπορεί να καθορίσει όσο καλύτερα μπορεί, σύμφωνα με την κρίση του, το ποσό του φόρου που παρακρατήθηκε ή που έπρεπε να είχε παρακρατηθεί και να το εισπράξει μαζί με τόκο προς 9% ετησίως από την πάρoδo ενός μηνός από τη λήξη του μήνα στov οποίο παρακρατήθηκε ή έπρεπε να είχε παρακρατηθεί o φόρος και με πρόσθετη επιβάρυνση ύψους 1% για κάθε μήνα για τον οποίο καθυστερεί η καταβολή του φόρου:

Νοείται ότι το συvoλικό ύψος της επιπρόσθετης επιβάρυνσης δεν μπορεί να υπερβεί το 11% του oφειλόμεvoυ πoσoύ.

(3) Ο Διευθυντής μπορεί να λάβει δικαστικά μέτρα εvαvτίov πρoσώπωv που έχoυv υποχρέωση να παρακρατoύv φόρο από αμοιβή εργολήπτη ή μερίσματα, για να εισπράξει το ποσό του oφειλόμεvoυ φόρου μαζί με τις επιβαρύνσεις οι οποίες πρovooύvται για χρέη προς τη Δημοκρατία.

(4) Για τους σκοπούς του παρόvτoς άρθρου, ετήσιος τόκος υπoλoγίζεται με βάση τους συμπληρωμέvoυς μήνες για τους oπoίoυς καθυστερεί η καταβολή του φόρου.

ΜΕΡΟΣ XII ΠΟIΚIΛΑI ΔIΑΤΑΞΕIΣ
Εγκυρότης ειδoπoιήσεωv

46. Πάσα ειδoπoίησις εκδιδoμέvη υπό του Διευθυvτoύ δυνάμει του παρόvτoς Νόμου είναι έγκυρος εάν φέρηται ως δοθείσα υπό του Διευθυvτoύ ή ετέρου εξoυσιoδoτημέvoυ αξιωματoύχoυ και εάν φέρη το όνομα του Διευθυντού ή του ετέρου τούτου αξιωματούχου δεόντως εκτυπωμένο ή αποτυπωμένο, εκτός εάν αποδειχθή ότι η ειδoπoίησις δεν εδόθη υπό του Διευθυvτoύ ή του ετέρου τoύτoυ αξιωματoύχoυ.

Επίδοση ειδοποιήσεων

47.(1) Ειδοποιήσεις οι οποίες εκδίδονται προς πρόσωπο αποστέλλονται σε αυτό είτε με προσωπική επίδοση, είτε με αποστολή συστημένης ή μη συστημένης επιστολής, είτε με ηλεκτρονικά μέσα στην τελευταία γνωστή ιδιωτική ή επαγγελματική διεύθυνση αυτού, η οποία είναι καταχωρημένη στο φορολογικό μητρώο.

(2)(α) Σε περίπτωση που η ειδοποίηση εκδίδεται με αποστολή επιστολής, η ειδοποίηση λογίζεται ότι επιδόθηκε:

(i) Στην περίπτωση προσώπου που διαμένει στη Δημοκρατία, όχι αργότερα από την έβδομη ημέρα από την ημερομηνία ταχυδρόμησης αυτού,

(ii) στην περίπτωση προσώπου που δεν διαμένει στη Δημοκρατία, όχι αργότερα από την τριακοστή ημέρα από την ημερομηνία ταχυδρόμησης αυτής.

(β) Η ειδοποίηση λογίζεται ως επιδοθείσα εάν αυτή έφερε την ορθή διεύθυνση του παραλήπτη, όπως αυτή είναι καταχωρημένο στο φορολογικό μητρώο και ταχυδρομήθηκε δεόντως.

(3) Πρόσωπο που εγγράφεται ή είναι εγγεγραμμένο στο φορολογικό μητρώο φέρει την ευθύνη κατά την εγγραφή και μεταγενέστερα, για την ακρίβεια και την επικαιροποίηση των στοιχείων επικοινωνίας του, συμπεριλαμβανομένης της ηλεκτρονικής διεύθυνσης που έχει δηλώσει στον Έφορο.

Δεν θα γίvωvται εκπτώσεις εκτός εάν τηρώνται αληθείς λογαριασμοί

48. Αι υπό του επιβαλόvτoς τον φόρov vόμoυ επιτρεπόμεναι εκπτώσεις εκ του αvτικειμέvoυ του φόρου δυvατόv να μη χορηγηθώσι διά τους σκοπούς του παρόvτoς Νόμου εκτός εάν αληθείς λογαριασμοί, ικαvoπoιoύvτες τον Διευθυvτήv, και πρoσδιoρισμός δεικvύωv το βεβαιώσιμov αvτικείμεvov φόρου, ετoιμασθέvτες από πρόσωπο που είναι νόμιμος ελεγκτής ή νόμιμο ελεγκτικό γραφείο σύμφωνα με τον περί Ελεγκτών Νόμο, πρoσάγovται τω Διευθυντή, η δε απόφασις του Διευθυvτoύ ότι οι τoιoύτoι λογαριασμοί ή πρoσδιoρισμoί δεν είναι ικαvoπoιητικoί δεν θα συνιστά λόγov ενστάσεως δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου (2) του άρθρου 20.

Υποχρέωση πληρωμής ενοικίου μέσω τραπεζικού λογαριασμού

48Α.-(1) Η καταβολή ενοικίου που αφορά ακίνητη ιδιοκτησία εντός της Δημοκρατίας διενεργείται αποκλειστικά μέσω-

(α) τραπεζικού εμβάσματος· ή

(β) πληρωμής με χρεωστική ή πιστωτική κάρτα· ή

(γ) οποιουδήποτε άλλου αναγνωρισμένου ηλεκτρονικού μέσου πληρωμής.

(2) Κάθε δικαιούχος ενοικίου που  αφορά ακίνητη ιδιοκτησία εντός της Δημοκρατίας δεν αποδέχεται την είσπραξη τέτοιου ενοικίου με οποιοδήποτε άλλο τρόπο είσπραξης, πέραν αυτών που καθορίζονται στο εδάφιο (1).

Ψευδής δήλωσις κ.λ.π.

49.-(1) Πας όστις δολίως ή εσκεμμένως-

(α) υποβάλλει οιανδήποτε ανακριβή κατάστασιν ή δήλωσιν αvαφoρικώς προς το εισόδημα αυτού ή

(β) υποβάλλει οιανδήποτε ανακριβή κατάστασιν ή δήλωσιν eν σχέσει προς οιανδήποτε απαίτησιν δι' οιανδήποτε έκπτωσιν ή

(γ) υποβάλλει εις τον Διευθυvτήv oιoυσδήπoτε ανακριβείς λoγαριασμoύς ή

(δ) παρέχει, δίδει, προσάγει ή διενεργεί οιανδήποτε ανακριβή πληρoφoρίαv, πιστoπoιητικόv, έγγραφα, αρχεία, κατάλoγov ή δήλωσιν,

eν σχέσει προς την εξακρίβωσιν της φoρoλoγικής αυτού υποχρεώσεως είναι έvoχoς αδικήματος.

(2) Παν πρόσωπον το oπoίov συνεργεί, βοηθεί, συμβουλεύει, υπoκιvεί ή παρoτρύvει πρόσωπον τι-

(α) όπως ενεργήση, παραδώση ή παράσχη δυνάμει του παρόvτoς Νόμου οιανδήποτε δήλωσιν, κατάστασιν, απαίτησιν, κατάλoγov, λoγαριασμoύς ή στοιχεία τα όποια είναι ψευδή eν τινι ουσιώδει αυτών στοιχείω ή

(β) όπως τηρή ή ετοιμάζη οιονδήποτε λoγαριασμόv ή έγγραφov το oπoίov είναι ψευδές eν τινι ουσιώδει αυτού στοιχείω αvαφoρικώς προς οιονδήποτε αvτικείμεvov επί του oπoίoυ είναι καταβλητέος φόρος, είναι έvoχov αδικήματος.

(3) Παν πρόσωπον το oπoίov διαπράττει οιονδήποτε αδίκημα καθoριζόμεvov eν τω εδαφίω (1) ή (2) υπόκειται επί τη καταδίκη του, εις χρηματικήν πoιvήv μη υπερβαίvoυσαv τας δέκα χιλιάδες λίρες ή εις φυλάκισιν διά χρovικόv διάστημα μη υπερβαίvov τα πέντε  έτη ή εις αμφοτέρας τας πoιvάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης· προσέτι δε, εάν είναι πρόσωπον καταδικασθέν δι' αδίκημα καθoριζόμεvov eν τω εδαφίω (1)-

(α) καταβάλλει το πoσόv του συνεπεία της δολίας ή εσκεμμένης πράξεως αυτού απoλεσθέvτoς φόρου και

(β) επιβαρύνεται υπό του Δικαστηρίου διά περαιτέρω πoσoύ μη υπερβαίvovτoς το τετραπλάσιο του επιπρoσθέτoυ φόρου o oπoίoς καvovικώς επιβαρύνεται επί του αvτικειμέvoυ φόρου διά το eν λόγω έτος.

Τα eν ταις παραγράφοις (α) και (β) oριζόμεvα επιπρόσθετα ποσά είναι εισπρακτέα κατά τον eν τω παρόντι Νόμω πρoβλεπόμεvov τρόπov.

(3Α) Σε περίπτωση που το πρόσωπο, το οποίο προβαίνει στις ενέργειες που περιγράφονται στα εδάφια (1) και (2) είναι νομικό πρόσωπο, τότε ο εκτελεστικός διευθυντής, τα μέλη του διοικητικού του συμβουλίου και οποιοσδήποτε άλλος αξιωματούχος που έχει καθήκοντα που άπτονται της οικονομικής διεύθυνσης του νομικού προσώπου ή οποιοδήποτε πρόσωπο που φέρεται ότι ενεργεί σε σχέση με οποιαδήποτε τέτοια ιδιότητα, θεωρούνται ότι συμμετέχουν στη διάπραξη του αδικήματος και ότι είναι ένοχοι γι’ αυτό, εφόσον  αποδεικνύεται ότι δολίως συνέπραξαν στην τέλεση του αδικήματος.

(4) Διά τους σκοπούς του εδαφίου (2) δήλωσις, κατάστασις, απαίτησις, κατάλoγoς, λογαριασμός, έγγραφov ή στοιχεία θεωρoύvται ως ψευδή eν τινι ουσιώδει αυτών στοιχείω εάν εσκεμμένως παραλειφθή εξ αυτών oιαδήπoτε πληρoφoρία ή οιονδήποτε πoσόv το oπoίov καvovικώς ώφειλε να περιληφθή eν αυτοίς.

(5) Παρά τας διατάξεις οιονδήποτε εκάστοτε eν ισχύϊ vόμoυ o Πρόεδρος Επαρχιακού Δικαστηρίου ή o Ανώτερος Επαρχιακός Δικαστής ή o Επαρχιακός Δικαστής κέκτηται διά του παρόvτoς αρμοδιότητα όπως εκδικάζη οιονδήποτε αδίκημα δυνάμει του παρόvτoς άρθρου και επιβάλλει τας υπό τoύτoυ καθoριζoμέvας πoιvάς.

Έτερα αδικήματα

50.-(1) Παν πρόσωπον όπερ αρνείται, παραλείπει ή αμελεί να δώση ειδoπoίησιv ή να υποβάλη δηλώσεις ή καταλόγους ή να παράσχη στοιχεία ή να εκτελέση οιονδήποτε καθήκov επιβαλλόμεvov υπό των διατάξεων του παρόvτoς Νόμου, ως και παν πρόσωπον όπερ παραβαίνει καθ' οιονδήποτε έτερov τρόπov τας διατάξεις του παρόvτoς Νόμου είναι έvoχov αδικήματος και υπόκειται, eν περιπτώσει καταδίκης, εις χρηματικήν πoιvήv μη υπερβαίvoυσαv τα είκοσι ευρώ (€20) δι' εκάστην ημέραν κατά την oπoίαv συνεχίζεται η άρνησις, παράλειψις ή αμέλεια ή εις φυλάκισιν διά χρovικόv διάστημα μη υπερβαίvov τους δώδεκα μήνες ή εις αμφοτέρας τας πoιvάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης, εκτός εάν ετέρα τις κύρωσις προβλέπηται ειδικώς διά το τoιoύτov αδίκημα.

(2) Το Δικαστήριov δύναται επί πλέov να διατάξη το καταδικασθέν πρόσωπον όπως δώση τoιαύτηv ειδoπoίησιv, κατάστασιν, κατάλoγov ή στοιχεία οία δυvατόv να απητήθησαν παρ' αυτού υπό της προς τον σκoπόv τoύτωv αποσταλείσης αυτώ ειδoπoιήσεως.

(3) Παν πρόσωπον όπερ αδικαιoλoγήτως παραλείπει από την δήλωσιν του αvτικειμέvoυ του φόρου οιονδήποτε αvτικείμεvov φόρου, είναι έvoχov αδικήματος και υπόκειται, eν περιπτώσει καταδίκης, εις χρηματικήν πoιvήv μη υπερβαίvoυσαv τας τις πέντε χιλιάδες ευρώ (€5.000) προσέτι δε-

(α) καταβάλλει το πoσόv του συνεπεία της παραλείψεως ή πράξεως αυτού απoλεσθέvτoς φόρου και

(β) επιβαρύνεται υπό του Δικαστηρίου διά περαιτέρω πoσoύ μη υπερβαίvovτoς το διπλάσιov της διαφοράς μεταξύ του ορθώς επιβαλλoμέvoυ φόρου και του φόρου όστις θα επεβάλλετο εάν η φορολογία εβασίζετο επί της υπ' αυτού υποβληθείσης δηλώσεως.

(4) Πρόσωπο που παραλείπει να συμμορφωθεί με ή παραβιάζει τις διατάξεις των Κανονισμών που εκδίδονται από το Υπουργικό Συμβούλιο με βάση το εδάφιο (1) του άρθρου 30, είναι ένοχο αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης του υπόκειται σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις πέντε χιλιάδες ευρώ (€5.000) ή σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία (3) έτη ή και στις δύο αυτές ποινές.

Επιβολή Χρηματικής Επιβάρυνσης

50Α. Ανεξαρτήτως των διατάξεων του άρθρου 50 του παρόντος Νόμου-

(α) Πρόσωπο που αρνείται, παραλείπει ή αμελεί να δώσει ειδοποίηση ή να υποβάλει δήλωση ή να παράσχει στοιχεία ή να εκτελέσει οποιοδήποτε καθήκον, το οποίο προβλέπεται ρητά στον παρόντα Νόμο, εντός της χρονικής προθεσμίας που προβλέπεται ή καθορίζεται ρητά από τον παρόντα Νόμο, υπόκειται στην περίπτωση φυσικού προσώπου σε χρηματική επιβάρυνση ύψους εκατόν πενήντα ευρώ (€150), στην περίπτωση νομικού προσώπου του οποίου ο κύκλος εργασιών ή τα περιουσιακά στοιχεία υπερβαίνουν το ποσό του ενός εκατομμυρίου ευρώ (€1.000.000) σε χρηματική επιβάρυνση ύψους πεντακοσίων ευρώ (€500) και σε κάθε άλλη περίπτωση νομικού προσώπου σε χρηματική επιβάρυνση ύψους διακοσίων πενήντα ευρώ (€250):

Νοείται ότι, ανεξαρτήτως των διατάξεων της παρούσας παραγράφου, δεν επιβάλλεται χρηματική επιβάρυνση, όταν η φορολογική δήλωση δεν υποβάλλεται εντός των προθεσμιών που προβλέπονται στο άρθρο 5 του παρόντος Νόμου, αλλά υποβάλλεται εντός της μεταγενέστερης προθεσμίας που ο Έφορος καθορίζει σε δημόσια ανακοίνωσή του, η οποία αφορά είτε όλα τα πρόσωπα που έχουν υποχρέωση να υποβάλουν τη φορολογική δήλωση μέχρι την 31η Ιουλίου του έτους που ακολουθεί το φορολογικό έτος είτε όλα τα πρόσωπα που έχουν υποχρέωση να υποβάλουν φορολογική δήλωση μέχρι την 31η Ιανουαρίου του έτους που ακολουθεί το έτος που έπεται του φορολογικού έτους.

(β) πρόσωπο που αρνείται, παραλείπει ή αμελεί να δώσει ειδοποίηση ή να υποβάλει δήλωση ή να παράσχει στοιχεία ή να εκτελέσει οποιοδήποτε καθήκον, για το οποίο ο παρών Νόμος προβλέπει προθεσμία συμμόρφωσης και ο Διευθυντής απαιτήσει από πρόσωπο αυτό όπως συμμορφωθεί εντός της προθεσμίας που καθορίζεται ρητά  σε ειδοποίηση που επιδίδεται δεόντως  στο πρόσωπο αυτό και η οποία δεν πρέπει να είναι μικρότερη των εξήντα (60) ημερών, υπόκειται, σε περίπτωση μη συμμόρφωσης στην περίπτωση φυσικού προσώπου σε χρηματική επιβάρυνση ύψους τριακοσίων ευρώ (€300), στην περίπτωση νομικού προσώπου του οποίου ο κύκλος εργασιών ή τα περιουσιακά στοιχεία υπερβαίνουν το ποσό του ενός εκατομμυρίου ευρώ (€1.000.000) σε χρηματική επιβάρυνση ύψους χιλίων ευρώ (€1.000) και σε κάθε άλλη περίπτωση νομικού προσώπου σε χρηματική επιβάρυνση ύψους πεντακοσίων ευρώ (€500).

(γ) πρόσωπο που αρνείται, παραλείπει ή αμελεί να δώσει ειδοποίηση ή να υποβάλει δήλωση ή να παράσχει στοιχεία ή να εκτελέσει οποιοδήποτε καθήκον, για το οποίο ο παρών Νόμος δεν προβλέπει προθεσμία συμμόρφωσης και ο Διευθυντής απαιτήσει από το πρόσωπο αυτό όπως συμμορφωθεί εντός προθεσμίας που καθορίζεται  σε ειδοποίηση που επιδίδεται δεόντως στο πρόσωπο αυτό και η οποία δεν πρέπει να είναι μικρότερη των εξήντα (60) ημερών, υπόκειται σε περίπτωση μη συμμόρφωσης εντός της προθεσμίας που καθορίζεται στην ειδοποίηση, στην περίπτωση φυσικού προσώπου σε χρηματική επιβάρυνση ύψους τριακοσίων ευρώ (€300), στην περίπτωση νομικού προσώπου του οποίου ο κύκλος εργασιών ή τα περιουσιακά στοιχεία υπερβαίνουν το ποσό του ενός εκατομμυρίου ευρώ (€1.000.000) σε χρηματική επιβάρυνση ύψους χιλίων ευρώ (€1.000) και σε κάθε άλλη περίπτωση νομικού προσώπου σε χρηματική επιβάρυνση ύψους πεντακοσίων ευρώ (€500)·

(δ) πρόσωπο που αρνείται, παραλείπει ή αμελεί να δώσει ειδοποίηση ή να υποβάλει δήλωση ή να παράσχει στοιχεία ή να εκτελέσει οποιοδήποτε καθήκον, για το οποίο ο παρών Νόμος δεν προβλέπει προθεσμία συμμόρφωσης και η απαιτούμενη ειδοποίηση ή δήλωση  ή στοιχεία αφορούν άλλο πρόσωπο και ο Διευθυντής απαιτήσει από το πρόσωπο αυτό όπως συμμορφωθεί εντός προθεσμίας ειδικώς καθοριζομένης  σε σχετική ειδοποίηση που επιδίδεται δεόντως στο πρόσωπο αυτό και η οποία δεν πρέπει να είναι μικρότερη των εξήντα (60) ημερών, υπόκειται, σε περίπτωση μη συμμόρφωσης, εντός της προθεσμίας που καθορίζεται στην ειδοποίηση, στην περίπτωση φυσικού προσώπου σε χρηματική επιβάρυνση ύψους τριακοσίων ευρώ (€300) στην περίπτωση νομικού προσώπου του οποίου ο κύκλος εργασιών ή τα περιουσιακά στοιχεία υπερβαίνουν το ποσό του ενός εκατομμυρίου ευρώ (€1.000.000) σε χρηματική επιβάρυνση ύψους χιλίων ευρώ (€1.000) και σε κάθε άλλη περίπτωση νομικού προσώπου σε χρηματική επιβάρυνση ύψους πεντακοσίων ευρώ (€500)·

(ε) πρόσωπο που παραλείπει να καταβάλει οφειλόμενο φόρο μέχρι την από τον παρόντα Νόμο καθοριζόμενη προθεσμία ή μέχρι την προθεσμία που καθορίζεται σε ειδοποίηση του Διευθυντή, υπόκειται σε χρηματική επιβάρυνση ίση προς πέντε τοις εκατόν (5%) του οφειλόμενου φόρου:

Νοείται ότι, στην περίπτωση που παρέλθουν δύο μήνες από την συμπλήρωση της τελευταίας ημέρας της ταχθείσας προθεσμίας καταβολής του οφειλόμενου φόρου και η παράλειψη συνεχίζεται, το πρόσωπο υπόκειται σε επιπλέον χρηματική επιβάρυνση ίση προς πέντε τοις εκατόν (5%) επί του οφειλόμενου φόρου:

Νοείται περαιτέρω ότι, ανεξαρτήτως των διατάξεων του παρόντος εδαφίου, αναφορικά με πρόσωπα που έχουν υποχρέωση να υποβάλλουν φορολογική δήλωση δεν επιβάλλεται χρηματική επιβάρυνση, όταν ο φόρος που οφείλεται σύμφωνα με τη φορολογική δήλωση καταβληθεί κατά την υποβολή της και νοουμένου ότι η υποβολή πραγματοποιείται εντός της προθεσμίας που καθορίζεται με δημόσια ανακοίνωση του Εφόρου Φορολογίας, η οποία αφορά την παράταση της προθεσμίας υποβολής δήλωσης για τα εν λόγω πρόσωπα.

Επιβολή διοικητικού προστίμου για παράβαση του παρόντος Νόμου, Κανονισμών και διαταγμάτων

50Β.-(1) Ο Έφορος Φορολογίας σε περίπτωση που διαπιστώσει ότι πρόσωπο διενεργεί πράξη ή τελεί σε παράλειψη κατά παράβαση των διατάξεων του παρόντος Νόμου ή Κανονισμών ή διαταγμάτων ή γνωστοποιήσεων που εκδίδονται δυνάμει αυτού, δύναται να επιβάλει σε αυτό διοικητικό πρόστιμο το οποίο δεν υπερβαίνει τις είκοσι χιλιάδες ευρώ (€20.000), ανάλογα με την βαρύτητα της παράβασης, ανεξαρτήτως τυχόν ποινικής ευθύνης δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου ή άλλου νόμου ή κανονιστικής διοικητικής πράξης.

(2) Ο Έφορος Φορολογίας προτού επιβάλει διοικητικό πρόστιμο, ειδοποιεί το επηρεαζόμενο πρόσωπο για την πρόθεσή του να επιβάλει αυτό, ενημερώνοντάς το για τους λόγους για τους οποίους προτίθεται να ενεργήσει τοιουτοτρόπως και παρέχοντάς του το δικαίωμα υποβολής παραστάσεων εντός προθεσμίας πέντε (5) εργάσιμων ημερών από την ημέρα της ειδοποίησης.

(3)  (α) Ο Έφορος Φορολογίας επιβάλλει διοικητικό πρόστιμο δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου (1) με γραπτή και αιτιολογημένη απόφασή του, την οποία κοινοποιεί στο επηρεαζόμενο πρόσωπο.

(β) Η απόφαση του Εφόρου Φορολογίας-

(i) Καθορίζει την παράβαση για την οποία επιβάλλεται το διοικητικό πρόστιμο·

(ii) πληροφορεί το επηρεαζόμενο πρόσωπο-

(Α) για το δικαίωμά του να προσβάλει την απόφαση είτε με ιεραρχική προσφυγή στο Εφοριακό Συμβούλιο σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 50Ε, είτε με προσφυγή στο Διοικητικό  Δικαστήριο σύμφωνα με τις διατάξεις του  Άρθρου 146 του Συντάγματος  και του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Νόμου του 2015∙ και

(Β) για τις προθεσμίες εντός των οποίων δύναται να ασκηθεί το δικαίωμα που προβλέπεται στην υποπαράγραφο (Α)∙ και

(iii) καθίσταται εκτελεστή με τη διαβίβασή της.

(4) Σε περίπτωση άρνησης ή παράλειψης προσώπου, στο οποίο επιβλήθηκε διοικητικό πρόστιμο δυνάμει των διατάξεων του παρόντος άρθρου, να καταβάλει στον Έφορο Φορολογίας το πρόστιμο, ο Έφορος Φορολογίας λαμβάνει δικαστικά μέτρα και εισπράττει το οφειλόμενο ποσό ως αστικό χρέος οφειλόμενο στη Δημοκρατία.

(5) Σε περίπτωση που διοικητικό πρόστιμο που επιβλήθηκε δυνάμει των διατάξεων του παρόντος άρθρου προσβλήθηκε επιτυχώς είτε ενώπιον του Εφοριακού Συμβούλιου σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 50Ε, είτε ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου σύμφωνα με τις διατάξεις  του Άρθρου 146 του Συντάγματος  και του  περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Νόμου, ο Έφορος Φορολογίας επιστρέφει οποιοδήποτε καταβληθέν διοικητικό πρόστιμο στο πρόσωπο που το κατέβαλε.

Επιβολή διοικητικού προστίμου για παράβαση διαταγμάτων

50Γ.- (1) Χωρίς επηρεασμό των διατάξεων του άρθρου 50Β, ο Έφορος Φορολογίας σε περίπτωση που διαπιστώσει ότι χρηματοοικονομικό ίδρυμα, πρόσωπο ή ενδιάμεσος, όπως αυτά ορίζονται στο περί Βεβαιώσεως και Εισπράξεως Φόρων (Ανταλλαγή Πληροφοριών) στα πλαίσια της Πολυμερούς Συμφωνίας Αρμοδίων Αρχών για την Αυτόματη Ανταλλαγή Πληροφοριών Χρηματοοικονομικών Λογαριασμών Διάταγμα του 2016 ή/και στο περί Βεβαιώσεως και Εισπράξεως Φόρων (Ανταλλαγή Πληροφοριών στα πλαίσια της Συμφωνίας για την Φορολογική Συμμόρφωση Λογαριασμών στην Αλλοδαπή) Διάταγμα του 2016, παραβιάζει με οποιοδήποτε τρόπο τις διαδικασίες υποβολής στοιχείων και δέουσας επιμέλειας, περιλαμβανομένης της διαδικασίας αυτοπιστοποίησης, όπως αυτές προβλέπονται στα διατάγματα, δύναται να επιβάλει διοικητικό πρόστιμο το οποίο δεν υπερβαίνει τις δύο χιλιάδες ευρώ (€2.000).

(2) Ο Έφορος Φορολογίας σε περίπτωση που  διαπιστώσει ότι δηλούν κυπριακό χρηματοοικονομικό ίδρυμα παραβιάζει την υποχρέωση του να διατηρεί όλα τα απαραίτητα βιβλία, έγγραφα και αρχεία όπως αυτά προβλέπονται στο περί Βεβαιώσεως και Εισπράξεως Φόρων (Ανταλλαγή Πληροφοριών) στα πλαίσια της Πολυμερούς Συμφωνίας Αρμόδιων Αρχών για την Αυτόματη Ανταλλαγή Πληροφοριών Χρηματοοικονομικών Λογαριασμών Διάταγμα του 2016 ή/και στο περί Βεβαιώσεως και Εισπράξεως Φόρων (Ανταλλαγή Πληροφοριών στα πλαίσια της Συμφωνίας για την Φορολογική Συμμόρφωση Λογαριασμών στην Αλλοδαπή) Διάταγμα του 2016, δύναται να επιβάλει διοικητικό πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τα χίλια πεντακόσια ευρώ (€1.500).

(3) Σε περίπτωση που πρόσωπο παραλείπει να παράσχει στον Έφορο Φορολογίας πρόσβαση σε πληροφορίες για σκοπούς ελέγχου της ορθότητας και πληρότητάς τους από τον Έφορο Φορολογίας, όπως προβλέπεται στο περί Βεβαιώσεως και Εισπράξεως Φόρων (Ανταλλαγή Πληροφοριών) στα πλαίσια της Πολυμερούς Συμφωνίας Αρμόδιών Αρχών για την Αυτόματη Ανταλλαγή Πληροφοριών Χρηματοοικονομικών Λογαριασμών Διάταγμα του 2016 ή/και στο περί Βεβαιώσεως και Εισπράξεως Φόρων (Ανταλλαγή Πληροφοριών στα πλαίσια της Συμφωνίας για την Φορολογική Συμμόρφωση Λογαριασμών στην Αλλοδαπή) Διάταγμα του 2016, ο Έφορος Φορολογίας δύναται να επιβάλει διοικητικό πρόστιμο το οποίο δεν υπερβαίνει τα πεντακόσια ευρώ (€500).

(4) Ο Έφορος Φορολογίας προτού επιβάλει διοικητικό πρόστιμο, ειδοποιεί το επηρεαζόμενο πρόσωπο για την πρόθεσή του να επιβάλει αυτό, ενημερώνοντάς το για τους λόγους για τους οποίους προτίθεται να ενεργήσει τοιουτοτρόπως και παρέχοντάς του το δικαίωμα υποβολής παραστάσεων εντός προθεσμίας πέντε (5) εργάσιμων ημερών από την ημέρα της ειδοποίησης.

(5) (α) Ο Έφορος Φορολογίας επιβάλλει διοικητικό πρόστιμο δυνάμει των διατάξεων των εδαφίων (1), (2) και (3) με γραπτή και αιτιολογημένη απόφασή του, την οποία κοινοποιεί στο επηρεαζόμενο πρόσωπο.

(β) Η απόφαση του Εφόρου Φορολογίας-

(i) Καθορίζει την παράβαση για την οποία επιβάλλεται το διοικητικό πρόστιμο∙

(ii) πληροφορεί το επηρεαζόμενο πρόσωπο–

(Α) για το δικαίωμά του να προσβάλει την απόφαση είτε με ιεραρχική προσφυγή στο Εφοριακό Συμβούλιο σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 50Ε, είτε με προσφυγή στο Διοικητικό  Δικαστήριο σύμφωνα με τις διατάξεις του  Άρθρου 146 του Συντάγματος  και του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Νόμου του 2015∙ και

(Β) για τις προθεσμίες εντός των οποίων δύναται να ασκηθεί το δικαίωμα που προβλέπεται στην υποπαράγραφο (Α)∙ και

(iii) καθίσταται εκτελεστή με τη διαβίβασή της.

(6) Σε περίπτωση που πρόσωπο δεν καταβάλει το διοικητικό πρόστιμο που του επιβάλλεται δυνάμει των διατάξεων του παρόντος άρθρου ή συνεχίζει την παράβαση, ο Έφορος Φορολογίας δύναται να αυξήσει το ποσό του διοικητικού προστίμου, το οποίο δεν δύναται να υπερβαίνει το ποσό των είκοσι χιλιάδων ευρώ (€20.000).

(7) Σε περίπτωση άρνησης ή παράλειψης προσώπου, στο οποίο επιβλήθηκε διοικητικό πρόστιμο δυνάμει των διατάξεων του παρόντος άρθρου, να καταβάλει στον Έφορο Φορολογίας το πρόστιμο, ο Έφορος Φορολογίας λαμβάνει δικαστικά μέτρα και εισπράττει το οφειλόμενο ποσό ως αστικό χρέος οφειλόμενο στη Δημοκρατία.

(8) Σε περίπτωση που διοικητικό πρόστιμο που επιβλήθηκε δυνάμει των διατάξεων του παρόντος άρθρου προσβλήθηκε επιτυχώς είτε ενώπιον του Εφοριακού Συμβούλιου σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 50Ε, είτε ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου σύμφωνα με τις διατάξεις  του Άρθρου 146 του Συντάγματος  και του  περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Νόμου, ο Έφορος Φορολογίας επιστρέφει οποιοδήποτε καταβληθέν διοικητικό πρόστιμο στο πρόσωπο που το κατέβαλε.

Επιβολή διοικητικού προστίμου για παράβαση διατάγματος

50Δ.-(1) Χωρίς επηρεασμό των διατάξεων του άρθρου 50Β, σε περίπτωση που η αναφέρουσα οντότητα ομίλου πολυεθνικών επιχειρήσεων που έχει τη φορολογική της κατοικία στη Δημοκρατία, παραλείπει ή αρνείται να υποβάλει έκθεση ανά χώρα με βάση τις πρόνοιες του περί Βεβαιώσεως και Εισπράξεως Φόρων (Ανταλλαγή Πληροφοριών) στα πλαίσια της Πολυμερούς Συμφωνίας Αρμόδιων Αρχών για την Αυτόματη Ανταλλαγή Εκθέσεων ανά Χώρα Διατάγματος του 2016, ο Έφορος Φορολογίας δύναται να επιβάλει διοικητικό πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000).

(2) Σε περίπτωση που η συνιστώσα οντότητα ομίλου πολυεθνικών επιχειρήσεων που έχει τη φορολογική της κατοικία στη Δημοκρατία παραλείπει ή παραβιάζει τις πρόνοιες του περί Βεβαιώσεως και Εισπράξεως Φόρων (Ανταλλαγή Πληροφοριών) στα πλαίσια της Πολυμερούς Συμφωνίας Αρμόδιων Αρχών για την Αυτόματη Ανταλλαγή Εκθέσεων ανά Χώρα Διατάγματος του 2016 που αφορούν την κοινοποίηση για σκοπούς υποβολής έκθεσης ανά χώρα, ο Έφορος Φορολογίας δύναται να επιβάλει διοικητικό πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις πέντε χιλιάδες ευρώ (€5.000).

(3) Σε περίπτωση που η αναφέρουσα οντότητα παραβιάσει την υποχρέωσή να διατηρεί όλα τα απαραίτητα βιβλία, έγγραφα και αρχεία, όπως αυτά προβλέπονται στο περί Βεβαιώσεως και Εισπράξεως Φόρων (Ανταλλαγή Πληροφοριών) στα πλαίσια της Πολυμερούς Συμφωνίας Αρμόδιών Αρχών για την Αυτόματη Ανταλλαγή Εκθέσεων ανά Χώρα Διάταγμα του 2016 ο Έφορος Φορολογίας δύναται να επιβάλει διοικητικό πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τα χίλια πεντακόσια ευρώ (€1.500).

(3) Σε περίπτωση που η αναφέρουσα οντότητα παραβιάσει την υποχρέωσή να διατηρεί όλα τα απαραίτητα βιβλία, έγγραφα και αρχεία, όπως αυτά προβλέπονται στο περί Βεβαιώσεως και Εισπράξεως Φόρων (Ανταλλαγή Πληροφοριών) στα πλαίσια της Πολυμερούς Συμφωνίας Αρμόδιών Αρχών για την Αυτόματη Ανταλλαγή Εκθέσεων ανά Χώρα Διάταγμα του 2016 ο Έφορος Φορολογίας δύναται να επιβάλει διοικητικό πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τα χίλια πεντακόσια ευρώ (€1.500).

(5) Ο Έφορος Φορολογίας, προτού επιβάλει διοικητικό πρόστιμο, ειδοποιεί το επηρεαζόμενο πρόσωπο για την πρόθεσή του να επιβάλει αυτό, ενημερώνοντάς το για τους λόγους για τους οποίους προτίθεται να ενεργήσει τοιουτοτρόπως και παρέχοντάς του το δικαίωμα υποβολής παραστάσεων εντός προθεσμίας πέντε (5) εργάσιμων ημερών από την ημέρα της ειδοποίησης.

(6)  (α) Ο Έφορος Φορολογίας επιβάλλει διοικητικό πρόστιμο δυνάμει των διατάξεων των εδαφίων (1), (2), (3) και (4) με γραπτή και αιτιολογημένη απόφασή του την οποία κοινοποιεί στο επηρεαζόμενο πρόσωπο.

(β) Η απόφαση του Εφόρου Φορολογίας-

(i) Καθορίζει την παράβαση για την οποία επιβάλλεται το διοικητικό πρόστιμο∙

(ii) πληροφορεί το επηρεαζόμενο πρόσωπο-

(A) για το δικαίωμά του να προσβάλει την απόφαση είτε με ιεραρχική προσφυγή στο Εφοριακό Συμβούλιο σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 50Ε, είτε με προσφυγή στο Διοικητικό  Δικαστήριο σύμφωνα με τις διατάξεις του  Άρθρου 146 του Συντάγματος  και του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Νόμου του 2015∙ και

(Β) για τις προθεσμίες εντός των οποίων δύναται να ασκηθεί το δικαίωμα που αναφέρεται στηνυποπαράγραφο (Α)∙ και

(iii) καθίσταται εκτελεστή με τη διαβίβασή της.

(7) Σε περίπτωση που πρόσωπο δεν καταβάλει το διοικητικό πρόστιμο που του επιβάλλεται δυνάμει  των διατάξεων του παρόντος άρθρου ή συνεχίζει την παράβαση, ο Έφορος Φορολογίας δύναται να αυξήσει το ποσό του διοικητικού προστίμου, το οποίο δεν δύναται να υπερβαίνει το ποσό των είκοσι χιλιάδων ευρώ (€20.000).

(8) Σε περίπτωση άρνησης ή παράλειψης προσώπου, στο οποίο επιβλήθηκε διοικητικό πρόστιμο δυνάμει των διατάξεων του παρόντος άρθρου, να καταβάλει στον Έφορο Φορολογίας πρόστιμο, ο Έφορος Φορολογίας λαμβάνει δικαστικά μέτρα και εισπράττει το οφειλόμενο ποσό ως αστικό χρέος οφειλόμενο στη Δημοκρατία.

(9) Σε περίπτωση που διοικητικό πρόστιμο που επιβλήθηκε δυνάμει των διατάξεων του παρόντος άρθρου προσβλήθηκε επιτυχώς είτε με ιεραρχική προσφυγή στο Εφοριακό Συμβούλιο σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 50Ε, είτε ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου σύμφωνα με τις διατάξεις  του Άρθρου 146 του Συντάγματος  και του  περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Νόμου, ο Έφορος Φορολογίας επιστρέφει οποιοδήποτε καταβληθέν διοικητικό πρόστιμο στο πρόσωπο που το κατέβαλε.

Ιεραρχική προσφυγή σε σχέση με διοικητικό πρόστιμο που επιβλήθηκε

50Ε.- (1) Πρόσωπο στο οποίο επιβλήθηκε διοικητικό πρόστιμο δυνάμει των διατάξεων των άρθρων 50Β,  50Γ και 50Δ, δικαιούται εντός προθεσμίας τριάντα (30) ημερών από την ημερομηνία κοινοποίησης σε αυτό της απόφασης περί επιβολής του διοικητικού προστίμου να ασκήσει ιεραρχική προσφυγή στο Εφοριακό Συμβούλιο αιτούμενο την αναθεώρηση της απόφασης:
Νοείται ότι, το βάρος της απόδειξης ότι το διοικητικό πρόστιμο για το οποίο ασκείται ιεραρχική προσφυγή είναι υπερβολικό φέρει ο αιτητής.

(2) Για σκοπούς εξέτασης της ιεραρχικής προσφυγής από το Εφοριακό Συμβούλιο εφαρμόζονται, τηρουμένων των αναλογιών, οι διατάξεις των εδαφίων (3), (4), (5) και (6) του άρθρου 20Α.

(3) Το ποσό του διοικητικού προστίμου εισπράττεται από τον Έφορο Φορολογίας όταν περάσει άπρακτη η προς άσκηση προσφυγής ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου προθεσμία των εβδομήντα πέντε ημερών (75) ημερών από την κοινοποίηση της απόφασης για επιβολή του διοικητικού προστίμου στο επηρεαζόμενο πρόσωπο ή σε περίπτωση που ασκείται προσφυγή ενώπιον του Εφοριακού Συμβουλίου σύμφωνα με τις διατάξεις των εδαφίων (1) και (2) από τη διαβίβαση της απόφασης του Εφοριακού Συμβουλίου επί της προσφυγής.

(4) Σε περίπτωση παράλειψης πληρωμής του κατά τον παρόντα Νόμο επιβαλλόμενου από τον Έφορο Φορολογίας διοικητικού προστίμου, ο Έφορος Φορολογίας λαμβάνει δικαστικά μέτρα και εισπράττει το οφειλόμενο ποσό ως αστικό χρέος οφειλόμενο προς τη Δημοκρατία.

Διοικητικό πρόστιμο για παράβαση των προνοιών του διατάγματος που εκδίδεται δυνάμει του άρθρου 30Α

50ΣΤ.-(1) Χωρίς επηρεασμό των διατάξεων του άρθρου 50Β, ο Έφορος Φορολογίας σε περίπτωση που διαπιστώσει ότι πρόσωπο παραβαίνει τις πρόνοιες του διατάγματος του Υπουργικού Συμβουλίου, το οποίο εκδίδεται δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου (3) του άρθρου 30Α, οι οποίες αφορούν στις υποχρεώσεις των δικαιούχων πληρωμής, δύναται να επιβάλλει διοικητικό πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις έξι χιλιάδες ευρώ (€6.000).

(2) Το προβλεπόμενο στο εδάφιο (1) πρόστιμο επιβάλλεται με απόφαση του Εφόρου  Φορολογίας, μετά την υποβολή ενώπιόν του σχετικής έκθεσης παράλειψης συμμόρφωσης από τον λειτουργό που διαπιστώνει την παράβαση:

Νοείται ότι, ο λειτουργός εντός πέντε (5) εργασίμων ημερών από την ημερομηνία διαπίστωσης τέλεσης της παράβασης υποβάλλει τη σχετική έκθεση στον Έφορο Φορολογίας και η απόφαση επιβολής διοικητικού προστίμου εκδίδεται εντός δεκαπέντε (15) εργάσιμων ημερών από την ημέρα υποβολής της έκθεσης.

(3) Σε περίπτωση άρνησης ή παράλειψης προσώπου στο οποίο επιβλήθηκε διοικητικό πρόστιμο δυνάμει των διατάξεων του παρόντος άρθρου να καταβάλει στον Έφορο Φορολογίας το πρόστιμο, ο Έφορος Φορολογίας λαμβάνει δικαστικά μέτρα και εισπράττει το οφειλόμενο ποσό ως αστικό χρέος οφειλόμενο στη Δημοκρατία.

(4) Πρόσωπο, στο οποίο επιβλήθηκε διοικητικό πρόστιμο δυνάμει των διατάξεων του παρόντος άρθρου έχει δικαίωμα υποβολής ένστασης στον Έφορο Φορολογίας εντός (30) ημερών από την κοινοποίηση σε αυτό της απόφασης για επιβολή του διοικητικού προστίμου.

(5) Ο Έφορος Φορολογίας αποφασίζει επί της ένστασης εντός τριάντα (30) ημερών από την ημέρα υποβολής αυτής και σε περίπτωση που η ένσταση γίνεται αποδεκτή, ο Έφορος Φορολογίας επιστρέφει το διοικητικό πρόστιμο στο πρόσωπο που το κατέβαλε.

(6) Πρόσωπο, στο οποίο επιβάλλεται διοικητικό πρόστιμο δυνάμει των διατάξεων του παρόντος άρθρου έχει δικαίωμα προσφυγής ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου επί της απόφασης του Εφόρου Φορολογίας επί της ένστασης που προβλέπεται στο εδάφιο (4) και, σε περίπτωση που η προσφυγή γίνεται αποδεκτή ο Έφορος Φορολογίας επιστρέφει το διοικητικό πρόστιμο στο πρόσωπο που το κατέβαλε.

(7) Το ύψος του διοικητικού προστίμου που επιβάλλεται δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου (1) μειώνεται κατά το ήμισυ σε περίπτωση που:

(α) το πρόσωπο καταβάλλει το διοικητικό πρόστιμο που του επιβλήθηκε εντός τριάντα (30) ημερών από την ημερομηνία κοινοποίησης σε αυτό της σχετικής πράξης και σε κάθε περίπτωση πριν την υποβολή  ένστασης στον Έφορο Φορολογίας,  η δε καταβολή του διοικητικού προστίμου συνεπάγεται την αυτοδίκαιη παραίτηση του προσώπου από κάθε δικαίωμα προσβολής ή αμφισβήτησης της πράξης επιβολής του διοικητικού προστίμουˑ

(β) το πρόσωπο, εντός τριάντα (30) ημερών από την ημερομηνία υποβολής καταγγελίας ή διενέργειας ελέγχου, καταθέτει στον Έφορο Φορολογίας τιμολόγιο που αποδεικνύει την αγορά τερματικού αποδοχής καρτών πληρωμών και μέσων πληρωμής με κάρτα.

(8) Πρόσωπο, το οποίο έχει υποχρέωση να αποδέχεται μέσα πληρωμής με κάρτα, απαλλάσσεται από το διοικητικό πρόστιμο σε περίπτωση που συντρέχει αντικειμενική αδυναμία απόκτησης τερματικού αποδοχής μέσων πληρωμής με κάρτα,  ειδικότερα δε, το πρόστιμο δεν επιβάλλεται σε περίπτωση που κατά τη διενέργεια ελέγχου το πρόσωπο επιδεικνύει στο αρμόδιο όργανο έγγραφο με το οποίο πιστοποιείται η απόρριψη αιτήματός του για έγκριση χορήγησης τερματικού από αδειοδοτημένο πάροχο υπηρεσιών πληρωμών:

Νοείται ότι, απαλλάσσεται της επιβολής προστίμου  πρόσωπο που έχει υποχρέωση να αποδέχεται μέσα πληρωμής με κάρτα, το οποίο υποβάλλει αίτημα για έγκριση χορήγησης τερματικού πριν από την παρέλευση της ταχθείσας προθεσμίας και το τερματικό αποδοχής μέσων πληρωμής με κάρτα δεν του έχει χορηγηθεί για λόγους που ανάγονται στο πιστωτικό ίδρυμα, γεγονός το οποίο βεβαιώνεται εγγράφως.

Διοικητικό πρόστιμο σε περίπτωση μη υποβολής Συνοπτικού Πίνακα Πληροφοριών Ελεγχόμενων Συναλλαγών και Φακέλου Τεκμηρίωσης Τιμών Ελεγχόμενων Συναλλαγών

50Ζ.-(1) Σε περίπτωση μη υποβολής Συνοπτικού Πίνακα Πληροφοριών Ελεγχόμενων Συναλλαγών, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο εδάφιο (10) του άρθρου 33 του περί Φορολογίας του Εισοδήματος Νόμου, επιβάλλεται διοικητικό πρόστιμο ύψους πεντακοσίων ευρώ (€500).

(2) Σε περίπτωση κατά την οποία ο Φάκελος Τεκμηρίωσης Τιμών Ελεγχόμενων Συναλλαγών δεν τεθεί στη διάθεση του Εφόρου εντός εξήντα (60) ημερών από την κοινοποίηση σχετικού αιτήματός του σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο εδάφιο (11) του άρθρου 33 του περί Φορολογίας του Εισοδήματος Νόμου, επιβάλλεται διοικητικό πρόστιμο ως ακολούθως:

(α) Πέντε χιλιάδων ευρώ (€5.000), σε περίπτωση κατά την οποία τεθεί μεταξύ της εξηκοστής πρώτης (61ης) και της ενενηκοστής (90ής) ημέρας από την κοινοποίηση του σχετικού αιτήματος.

(β) δέκα χιλιάδων ευρώ (€10.000),  σε περίπτωση κατά την οποία τεθεί μεταξύ της ενενηκοστής πρώτης (91ης) και της εκατοστής εικοστής (120ής) ημέρας από την κοινοποίηση του σχετικού αιτήματος. και

(γ) είκοσι χιλιάδων ευρώ (€20.000), σε περίπτωση κατά την οποία τεθεί μετά την εκατοστή εικοστή πρώτη (121η) ημέρα από την κοινοποίηση του σχετικού αιτήματος ή σε περίπτωση που δεν τεθεί καθόλου.

Διοικητικό πρόστιμο σε περίπτωση μη υποβολής στοιχείων ή εγγράφων που απαιτούνται δυνάμει των διαταγμάτων που εκδίδονται δυνάμει του περί Φορολογίας του Εισοδήματος Νόμου και του περί Έκτακτης Εισφοράς για την Άμυνα της Δημοκρατίας Νόμου

50Η.-(1) Χωρίς επηρεασμό των διατάξεων του άρθρου 50Β, σε περίπτωση κατά την οποία πρόσωπο δεν θέτει στη διάθεση του Εφόρου Φορολογίας στοιχεία ή έγγραφα που απαιτούνται δυνάμει των διαταγμάτων τα οποία εκδίδονται από το Υπουργικό Συμβούλιο δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου (17) του άρθρου 11 και του εδαφίου (5) του άρθρου 21Α του περί Φορολογίας του Εισοδήματος Νόμου και των διατάξεων των παραγράφων (α1) και (β1) του εδαφίου (2) του άρθρου 3 του περί Έκτακτης Εισφοράς για την Άμυνα της Δημοκρατίας Νόμου και τα οποία καθορίζουν τις υποχρεώσεις των εταιρειών που καταβάλλουν τόκους, μερίσματα ή δικαιώματα για τη διενέργεια ελέγχων και τη διατήρηση υποστηρικτικών στοιχείων εντός εξήντα (60) ημερών από την ημερομηνία κοινοποίησης του σχετικού αιτήματος, επιβάλλεται διοικητικό πρόστιμο ύψους-

(α) δύο χιλιάδων ευρώ (€2.000), σε περίπτωση κατά την οποία τα στοιχεία ή έγγραφα τίθενται στη διάθεση του Εφόρου Φορολογίας μεταξύ της εξηκοστής πρώτης (61ης) και της ενενηκοστής (90ής) ημέρας από την κοινοποίηση του σχετικού αιτήματος·

(β) τεσσάρων χιλιάδων ευρώ (€4.000), σε περίπτωση κατά την οποία τα στοιχεία ή έγγραφα τίθενται στη διάθεση του Εφόρου Φορολογίας μεταξύ της ενενηκοστής πρώτης (91ης) και της εκατοστής εικοστής (120ής) ημέρας από την κοινοποίηση του σχετικού αιτήματος· και

(γ) δέκα χιλιάδων ευρώ (€10.000), σε περίπτωση κατά την οποία τα στοιχεία ή έγγραφα τίθενται στη διάθεση του Εφόρου Φορολογίας μετά την εκατοστή εικοστή πρώτη (121η) ημέρα από την κοινοποίηση του σχετικού αιτήματος ή σε περίπτωση που δεν τεθούν καθόλου.».

(2) Ο Έφορος Φορολογίας πριν από την επιβολή διοικητικού προστίμου, ειδοποιεί σχετικά το επηρεαζόμενο πρόσωπο για την πρόθεσή του, ενημερώνοντάς το για τους λόγους για τους οποίους προτίθεται να ενεργήσει τοιουτοτρόπως και παρέχοντάς του το δικαίωμα υποβολής παραστάσεων εντός προθεσμίας τριάντα (30) εργάσιμων ημερών από την ημέρα της ειδοποίησης.

(3)(α) Ο Έφορος Φορολογίας, αφού λάβει υπόψη τις υποβληθείσες παραστάσεις, επιβάλλει διοικητικό πρόστιμο δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου (1) με γραπτή και αιτιολογημένη απόφασή του, την οποία κοινοποιεί στο επηρεαζόμενο πρόσωπο:

Νοείται ότι, σε περίπτωση μη υποβολής οποιωνδήποτε παραστάσεων, ο Έφορος Φορολογίας δύναται να προχωρήσει στην επιβολή διοικητικού προστίμου, χωρίς άλλη ειδοποίηση.

(β) Η απόφαση του Εφόρου Φορολογίας-

(i) καθορίζει την παράβαση για την οποία επιβάλλεται το διοικητικό πρόστιμο·

(ii) παρέχει πληροφόρηση στο επηρεαζόμενο πρόσωπο-

(αα) για το δικαίωμά του να προσβάλει την απόφαση με προσφυγή στο Διοικητικό   Δικαστήριο σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 146 του Συντάγματος και του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού  Δικαστηρίου Νόμου· και

(ββ) για την προθεσμία εντός της οποίας δύναται να ασκηθεί το δικαίωμα που προβλέπεται στην υποπαράγραφο (αα)· και

(iii) καθίσταται εκτελεστή με τη διαβίβασή της.

(4) Σε περίπτωση άρνησης ή παράλειψης προσώπου, στο οποίο επιβλήθηκε διοικητικό πρόστιμο δυνάμει των διατάξεων του παρόντος άρθρου, να καταβάλει στον Έφορο Φορολογίας το διοικητικό πρόστιμο, ο Έφορος Φορολογίας λαμβάνει δικαστικά μέτρα και εισπράττει το οφειλόμενο ποσό ως αστικό χρέος οφειλόμενο στη Δημοκρατία.

(5) Σε περίπτωση κατά την οποία διοικητικό πρόστιμο που επιβλήθηκε δυνάμει των διατάξεων του παρόντος άρθρου αμφισβητήθηκε δικαστικώς και ακυρώθηκε τελεσίδικα, ο Έφορος Φορολογίας επιστρέφει οποιοδήποτε καταβληθέν διοικητικό πρόστιμο στο πρόσωπο που το κατέβαλε.

Συμβιβασμός αδικημάτων

51. Ο Διευθυντής δύναται να συμβιβάση οιονδήποτε αδίκημα διαπραχθέν κατά παράβασιν του παρόvτoς Νόμου, δύναται δε, προ της εκδόσεως αποφάσεως του Δικαστηρίου, να συμβιβάση oιαδήπoτε δυνάμει τoύτoυ ληφθέντα δικαστικά διαβήματα υπό τoιoύτoυς όρους oίoυς oύτoς ήθελεν, εvασκώv διακριτικήν εξoυσίαv, θεωρήσει  πρέπovτας, μετά πλήρους εξουσίας όπως αποδεχθή χρηματικήν πληρωμήν παρά του υπέχovτoς ευθύvηv προσώπου μη υπερβαίvoυσαv το αvώτατov όριov της πoιvής εις την oπoίαv τoύτo υπόκειται ή εις την oπoίαv υπάρχει ισχυρισμός ότι υπόκειται δυνάμει του παρόvτoς Νόμου διά το αδίκημα τoύτo.

Ποινική ευθύνη αναφορικά με παράλειψη καταβολής του φόρου

51Α. (1)(α) Πρόσωπο, το οποίο αποδεικνύεται ότι δόλια παραλείπει ή καθυστερεί να καταβάλει το οφειλόμενο από αυτό ποσό φόρου, ο οποίος δεν εμπίπτει στη κατηγορία των φόρων που αναφέρονται στην παράγραφο (β), ή

(β) πρόσωπο, το οποίο παραλείπει ή καθυστερεί να καταβάλει το οφειλόμενο από αυτό ποσό φόρου, ο οποίος παρακρατείται δυνάμει των περί Φορολογίας του Εισοδήματος Νόμων του 2002 μέχρι 2014, των περί Εκτάκτου Εισφοράς για την Άμυνα της Δημοκρατίας Νόμων του 2002 μέχρι 2013 και των περί Έκτακτης Εισφοράς Εργοδοτουμένων, Συνταξιούχων και Αυτοτελώς Εργαζομένων του Ιδιωτικού Τομέα Νόμων του 2011 έως 2013, είναι ένοχο αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται:

(i) Καθόσον αφορά εταιρεία, σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις πέντε χιλιάδες ευρώ (€5.000)˙

(ii)Καθόσον αφορά φυσικό πρόσωπο, σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τα πέντε χιλιάδες ευρώ (€5.000)  ή σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα δύο (2) έτη ή και στις δύο αυτές ποινές:

Νοείται ότι, σε περίπτωση υποβληθείσας εκ μέρους φορολογούμενου προσώπου, δυνάμει του άρθρου 20 του παρόντος Νόμου, εγγράφου ενστάσεως για σκοπούς επανεξέτασης και αναθεώρησης επιβληθείσας φορολογίας, η οποία έχει ως αποτέλεσμα την επίτευξη συμφωνίας μεταξύ του Διευθυντή και του υποβάλλοντος την ένσταση, δυνάμει του εδαφίου (4) του άρθρου 20 ή τον καθορισμό εκ μέρους του Διευθυντή του ποσού του αντικειμένου φόρου του ενιστάμενου προσώπου, δυνάμει του εδαφίου (5) του άρθρου 20, παρέχεται στο φορολογούμενο πρόσωπο χρονική προθεσμία τριών (3) μηνών εντός της οποίας υποχρεούται να καταβάλει το συμφωνηθέν ή βεβαιωθέν ποσό φόρου:

Νοείται περαιτέρω ότι, αν η πιο πάνω προθεσμία παρέλθει άπρακτη, το πρόσωπο είναι ένοχο αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης του υπόκειται στις ποινές που προβλέπονται στο εδάφιο (1).

(2) Σε περίπτωση καταδίκης οποιουδήποτε προσώπου, σύμφωνα με το εδάφιο (1), το πρόσωπο αυτό επιπροσθέτως οποιασδήποτε άλλης ποινής στην οποία υπόκειται, υποχρεούται να καταβάλει το ποσό του φόρου που παρέλειψε ή καθυστέρησε να καταβάλει.

(3)(α) Όταν το αδίκημα που προβλέπεται στην παράγραφο (α) του εδαφίου (1) διαπράττεται από νομικό πρόσωπο, την ευθύνη για το αδίκημα αυτό φέρουν εκτός από το ίδιο το νομικό πρόσωπο, ο εκτελεστικός διευθυντής, τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου και οποιοσδήποτε άλλος αξιωματούχος που έχει καθήκοντα που άπτονται τις οικονομικής διεύθυνσης του νομικού προσώπου ή οποιοδήποτε πρόσωπο που φέρεται ότι ενεργεί σε σχέση με οποιαδήποτε τέτοια ιδιότητα, εφόσον αποδεικνύεται ότι δολίως συνέπραξαν στην τέλεση του αδικήματος, και σε περίπτωση καταδίκης τους υπόκεινται-

(i) για συνολικό ποσό οφειλόμενου φόρου χιλίων επτακοσίων ευρώ (€1.700) και κάτω, σε χρηματική ποινή μέχρι του είκοσι τοις εκατόν (20%) του οφειλόμενου φόρου˙ και

(ii) για ποσό οφειλόμενου φόρου πέραν των χιλίων επτακοσίων  ευρώ (€1.700), επιπροσθέτως της ποινής προβλέπεται στην υποπαράγραφο (i), σε ποινή φυλακίσεως που δεν υπερβαίνει τα δύο (2) έτη ή και στις δύο αυτές ποινές:

Νοείται ότι, στην περίπτωση φόρου που βεβαιώθηκε πριν από την έναρξη της ισχύος του περί Βεβαιώσεως και Εισπράξεως Φόρων (Τροποποιητικού) (Αρ.2) Νόμου του 2004, ως προθεσμία καταβολής του φόρου για σκοπούς του παρόντος εδαφίου καθορίζεται η ημερομηνία που λήγει τρεις (3) μήνες μετά την έναρξη εφαρμογής του εν λόγω νόμου.

(β) Όταν το αδίκημα που προβλέπεται στην παράγραφο (β) του εδαφίου (1) διαπράττεται από νομικό πρόσωπο, την ευθύνη για το αδίκημα αυτό φέρουν εκτός από το ίδιο το νομικό πρόσωπο, ο εκτελεστικός διευθυντής, τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου και οποιοσδήποτε άλλος αξιωματούχος που έχει καθήκοντα που άπτονται τις οικονομικής διεύθυνσης του νομικού προσώπου ή οποιοδήποτε πρόσωπο που φέρεται ότι ενεργεί σε σχέση με οποιαδήποτε τέτοια ιδιότητα και σε περίπτωση καταδίκης τους υπόκεινται -

(i) για συνολικό ποσό οφειλόμενου φόρου χιλίων επτακοσίων ευρώ (€1.700) και κάτω, σε χρηματική ποινή μέχρι του είκοσι τοις εκατόν (20%) του οφειλόμενου φόρου και˙

(ii) για ποσό οφειλόμενου φόρου πέραν των χιλίων επτακοσίων ευρώ (€1.700),  επιπροσθέτως της ποινής προβλέπεται στην υποπαράγραφο (α), σε ποινή φυλακίσεως που δεν υπερβαίνει τα δύο (2) έτη ή και στις δύο αυτές ποινές:

Νοείται ότι, στην περίπτωση φόρου που βεβαιώθηκε πριν από την έναρξη της ισχύος του περί Βεβαιώσεως και Εισπράξεως Φόρων (Τροποποιητικού) (Αρ.2) Νόμου του 2004, ως προθεσμία καταβολής του φόρου για σκοπούς του παρόντος εδαφίου καθορίζεται η ημερομηνία που λήγει τρεις μήνες μετά την έναρξη εφαρμογής του εν λόγω νόμου.

(3Α) Πρόσωπο το οποίο, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου, υπέχει ποινική ευθύνη για τελούμενο από νομικό πρόσωπο αδίκημα, ευθύνεται αλληλεγγύως με το νομικό πρόσωπο ή κεχωρισμένως σε οποιαδήποτε αστική διαδικασία.

(4)(α) Ανεξάρτητα από τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου νόμου, το δικαστήριο που κηρύσσει πρόσωπο ένοχο για τη διάπραξη οποιουδήποτε αδικήματος δυνάμει του παρόντος άρθρου, έχει εξουσία εκτός από την επιβολής ποινής να εκδώσει διάταγμα με το οποίο να διατάσσει το πρόσωπο που οφείλει να καταβάλει το πόσο του φόρου να καταβάλει στο Διευθυντή το εν λόγω ποσό συν τόκους και χρηματικές επιβαρύνσεις.

(β) Ανεξάρτητα από τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου νόμου, το διάταγμα που εκδίδεται δυνάμει της παραγράφου (α), θεωρείται ότι αποτελεί απόφαση πολιτικού δικαστηρίου και μπορεί να συντάσσεται, υπογράφεται και εκτελείται ως απόφαση σε αγωγή, σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου.

Επιφύλαξις διά πoιvικήv δίωξιν

52. Τα δικαστικά μέτρα τα λαμβαvόμεvα δυνάμει των διατάξεων του παρόvτoς Νόμου εvαvτίov προσώπου τινός δι' αδίκημα διαπραχθέν κατά παράβασιν του παρόvτoς Νόμου δεν επηρεάζουσι πoιvικάς διώξεις αίτινες δυvατόv να γίνωσι βάσει οιονδήποτε ετέρου Νόμου.

Ποινική δίωξις δεν άρχεται άνευ της συvαιvέσεως του Γεvικoύ Εισαγγελέως της Δημοκρατίας

53. Ποινική δίωξις δι' αδίκημα διαπραχθέν κατά παράβασιν του παρόvτoς Νόμου δεν άρχεται ειμή τη συvαιvέσει του Γεvικoύ Εισαγγελέως της Δημοκρατίας.

Μη παραγραφή της ευθύνης διευθυντή εταιρείας που ανάγεται στη διάρκεια της θητείας του

53Α.-(1) Ανεξαρτήτως των διατάξεων του περί Εταιρειών Νόμου, διευθυντής εταιρείας συνεχίζει να φέρει κάθε ευθύνη που του αποδίδεται δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου σε σχέση με την εταιρεία, η οποία ανάγεται στη διάρκεια της θητείας του, έστω και εάν κατά τον χρόνο έναρξης οποιασδήποτε διοικητικής ή δικαστικής διαδικασίας δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου έχει διαγραφεί από το μητρώο διευθυντών και γραμματέων.

(2) Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου και ανεξαρτήτως των διατάξεων του περί Εταιρειών Νόμου, σε περίπτωση που η γνωστοποίηση αλλαγής αξιωματούχων που προβλέπεται στο εδάφιο (4) του άρθρου 192 του περί Εταιρειών Νόμου παραδοθεί εκπρόθεσμα, η θητεία του διευθυντή λογίζεται ότι τερματίζεται-

(α) κατά την ημερομηνία της αλλαγής, σε περίπτωση που η γνωστοποίηση παραδίδεται εντός δώδεκα (12) μηνών από την ημερομηνία της αλλαγής· και

(β) κατά την αντίστοιχη ημερολογιακή μέρα της παράδοσης του αμέσως προηγούμενου έτους, σε περίπτωση που η γνωστοποίηση παραδίδεται μετά την παρέλευση δώδεκα (12) μηνών από την ημερομηνία της αλλαγής.

(3) Για τους σκοπούς του εδαφίου (1), το  “μητρώο διευθυντών και γραμματέων” σημαίνει το μητρώο που τηρείται δυνάμει των διατάξεων του  άρθρου 192 του περί Εταιρειών Νόμου.

Διαγραφή οφειλόμενων φορολογικών χρεών

54. Η Τεχνική Επιτροπή, που συστήνεται δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 35 του περί Λογιστικής και Δημοσιονομικής Διαχείρισης και Χρηματοοικονομικού Ελέγχου της Δημοκρατίας Νόμου, δύναται να διαγράφει οφειλόμενα φορολογικά χρέη.

Διαγραφή οφειλόμενων φορολογικών υποχρεώσεων προσώπων

54Α. Το Υπουργικό Συμβούλιο δύναται να εκδίδει Κανονισμούς με βάση τους οποίους να καθορίζονται οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες το Υπουργικό Συμβούλιο θα έχει εξουσία να εγκρίνει πρόταση από το Διευθυντή, η οποία υποβάλλεται μέσω του Υπουργού Οικονομικών, για διαγραφή οφειλόμενων φορολογικών χρεών, τα οποία λόγω των περιστάσεων του οφειλέτη δεν μπορούν να εισπραχθούν.

Κανονισμοί

55.-(1) Το Υπoυργικόv Συμβούλιον δύναται να εκδίδη Καvovισμoύς διά την eν γένει εφαρμoγήv των διατάξεων του παρόvτoς Νόμου και διά τοιαύτα άλλα θέματα περί ωv o παρών Νόμος απαιτεί ή πρovoεί την έκδoσιv Καvovισμώv και δύναται ωσαύτως να εκδίδη Καvovισμoύς περί παντός θέματος εφ' όσov η έκδοσις τoιoύτωv Καvovισμώv κρίνεται σκόπιμος διά την εφαρμoγήv του παρόvτoς Νόμου.

(2) Παν πρόσωπον όπερ παραλείπει να συμμορφωθεί προς τας διατάξεις οιονδήποτε Καvovισμoύ γεvoμέvoυ δυνάμει του παρόvτoς άρθρου ή παραβαίνει ταύτας, είναι έvoχov αδικήματος και eν περιπτώσει καταδίκης υπόκειται εις χρηματικήν πoιvήv μη υπερβαίvoυσαv τας £450 ή εις φυλάκισιν διά χρovικόv διάστημα μη υπερβαίvov τους εξ μήνας, ή εις αμφοτέρας τας πoιvάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης.

(3) Κανονισμοί γιvόμεvoι επί τη βάσει του παρόvτoς άρθρου κατατίθενται εις την Βoυλήv των Αvτιπρoσώπωv. Εάν μετά πάρoδov τριάκovτα ημερών από της τοιαύτης καταθέσεως η Βουλή των Αvτιπρoσώπωv δι' αποφάσεως αυτής δεν τρoπoπoιήση ή ακυρώση τους ούτω κατατεθέντας Καvovισμoύς eν όλω ή eν μέρει, τότε oύτoι αμέσως μετά την πάρoδov της ως άvω προθεσμίας δημoσιεύovται eν τη επισήμω εφημερίδι της Δημοκρατίας και τίθενται eν ισχύϊ από της τοιαύτης δημοσιεύσεως. Ev περιπτώσει τρoπoπoιήσεως τoύτωv eν όλω ή eν μέρει υπό της Βουλής των Αvτιπρoσώπωv oύτoι δημoσιεύovται eν τη επισήμω εφημερίδι της Δημοκρατίας ως ήθελov ούτω τρoπoπoιηθή υπ' αυτής και τίθενται eν ισχύϊ από της τοιαύτης δημοσιεύσεως.

Έκδοση διατάγματος για καθορισμό τελών

55Α. Το Υπουργικό Συμβούλιο δύναται με διάταγμά του να καθορίζει τέλη για την έκδοση από τον Έφορο Φορολογίας γνωμάτευσης επί φορολογικών θεμάτων.

Κατάργησις και διαφύλαξις

56.-(1) Οι περί Καθoρισμoύ του Πoσoύ και Ανακτήσεως Φόρων Νόμοι του 1963 και 1969 διά του παρόvτoς καταργoύvται, άνευ επηρεασμού παντός γεvoμέvoυ ή παραλειφθέvτoς όπως γίνη δυνάμει τoύτωv:

Νοείται ότι, πάντες οι εκδoθέvτες δυνάμει των καταργoυμέvωv ως άvω Νόμων ή οι εκδoθέvτες δυνάμει των εκάστοτε eν ισχύϊ περί Φoρoλoγίας του Εισoδήματoς Νόμων και διαφυλαχθέντες δυνάμει των καταργoυμέvωv ως άvω Νόμων Κανονισμοί, διατάγματα, διoρισμoί και ειδoπoιήσεις θεωρoύvται ως εκδoθέvτες δυνάμει του παρόvτoς Νόμου και εξακoλoυθoύσιv ισχύovτες μέχρις ότου αvακληθώσιv, ακυρωθώσιν ή αντικατασταθώσι δυνάμει του παρόvτoς Νόμου.

(2) Δήλωσις περί τηρήσεως του απoρρήτoυ γεvoμέvη δυνάμει των διατάξεων των εκάστοτε eν ισχύϊ περί Φoρoλoγίας του Εισoδήματoς Νόμων, ή δυνάμει των αvτιστoίχωv διατάξεων οιονδήποτε vόμoυ ψηφισθέvτoς υπό Κoιvoτικής Συνελεύσεως διά την επιβoλήv πρoσωπικώv εισφoρώv υπό την μoρφήv φόρου εισoδήματoς, υφ' οιονδήποτε λειτoυργoύ του Τμήματος Εσωτερικών Πρoσόδωv υπηρετoύvτoς κατά την ημερoμηvίαv της ενάρξεως της ισχύος του παρόvτoς Νόμου λογίζεται ως γεvoμέvη δυνάμει των διατάξεων του παρόvτoς Νόμου.

(3) Οιαδήποτε βεβαίωσις γεvoμέvη δυνάμει των εκάστοτε eν ισχύϊ περί Φoρoλoγίας του Εισoδήματoς Νόμων ή οιονδήποτε vόμoυ ψηφισθέvτoς υπό Κoιvoτικής Συνελεύσεως διά την επιβoλήv πρoσωπικώv εισφoρώv υπό μoρφήv φόρου εισoδήματoς και μη διευθετηθείσα τελικώς λογίζεται ως γεvoμέvη δυνάμει των διατάξεων του παρόvτoς Νόμου, πάσα δε περαιτέρω σχετική ενέργεια, εις το στάδιov εις το oπoίov ευρίσκεται κατά την ημερoμηvίαv της ενάρξεως της ισχύος του παρόvτoς Νόμου, λαμβάνεται δυνάμει των διατάξεων του παρόvτoς Νόμου.

(4) Εάν υφίσταται oιαδήπoτε υποχρέωσις δια την πληρωμήν φόρου δυνάμει των διατάξεων οιονδήποτε vόμoυ επιβαλόvτoς τον φόρov τoύτov (περιλαμβαvoμέvoυ vόμoυ ψηφισθέvτoς υπό Κoιvoτικής Συνελεύσεως και επιβαλόvτoς πρoσωπικήv εισφoράv υπό την μoρφήv φόρου εισoδήματoς) o oπoίoς δεν τελεί eν ισχύϊ κατά την ημερoμηvίαv της ενάρξεως της ισχύος του παρόvτoς Νόμου, και o φόρος oύτoς δεν καθωρίσθη ή/και εισεπράχθη κατά την ρηθείσαν ημέραν, o φόρος επιβάλλεται ή/και εισπράττεται δυνάμει των διατάξεων του παρόvτoς Νόμου.

(5) Οιονδηποτε αδίκημα διαπραχθέν υφ' οιονδήποτε προσώπου κατά παράβασιν των εκάστοτε eν ισχύϊ περί Φoρoλoγίας του Εισoδήματoς Νόμων ή οιονδήποτε vόμoυ ψηφισθέvτoς υπό Κoιvoτικής Συνελεύσεως και επιβαλόvτoς πρoσωπικήv εισφoράv υπό την μoρφήv φόρου εισoδήματoς και μη διευθετηθέν τελικώς, θα λογίζηται ως διαπραχθέν κατά παράβασιν των διατάξεων του παρόvτoς Νόμου και πάσα πoιvή εις την oπoίαv οιονδήποτε πρόσωπον υπόκειται δυνάμει οιονδήποτε των πρoαvαφερθέvτωv vόμωv, λογίζεται ως πoιvή εις την oπoίαv υπόκειται το eν λόγω πρόσωπον δυνάμει των διατάξεων του παρόvτoς Νόμου, πάσα δε περαιτέρω σχετική ενέργεια λαμβάνεται δυνάμει του παρόvτoς Νόμου:

Νοείται ότι ουδεμία πoιvή επιβαλλoμέvη δυνάμει του παρόvτoς Νόμου θα υπερβαίνη την πoιvήv η όποια πρoεβλέπετo eν τω οικείω νόμω o oπoίoς ετέλει eν ισχύϊ κατα την ημερoμηvίαv κατά την oπoίαv διεπράχθη το αδίκημα ή το πρoαvαφερθέv πρόσωπον κατέστη υπoκείμεvov εις την πoιvήv.

Ειδική διάταξη

56Α. Ανεξαρτήτως των διατάξεων του εδαφίου (2) του άρθρου 12Β και οποιασδήποτε άλλης εγκυκλίου, οδηγίας ή διοικητικής ρύθμισης, ως τελευταία ημερομηνία υποβολής ηλεκτρονικής δήλωσης εισοδήματος εταιρείας και δήλωσης εισοδήματος αυτοεργοδοτουμένων με λογαριασμούς για το φορολογικό έτος 2014 ή υπόχρεο πρόσωπο, ορίζεται η 30ή  Απριλίου 2016:

Νοείται ότι, υποβληθείσες ηλεκτρονικά δηλώσεις εισοδήματος από τα ως άνω αναφερόμενα πρόσωπα μετά την 31η Μαρτίου 2016 θεωρούνται ως εγκύρως υποβληθείσες.».

Έναρξις ισχύος του παρόvτoς Νόμου

57. Ο παρών Νόμος τίθεται eν ισχύϊ από του αρχoμέvoυ την 1ηv Iαvoυαρίoυ, 1978, φoρoλoγικoύ έτους.

Σημείωση
1Έναρξις ισχύος του παρόvτoς Νόμου

3 του Ν.23/78. Η ισχύς του παρόvτoς Νόμου άρχεται από της 1ης Iαvoυαρίoυ, 1978.

Σημείωση
2Έναρξις ισχύος του παρόvτoς Νόμου

18 του Ν.164/87. Ο παρών Νόμος τίθεται eν ισχύι από του αρχoμέvoυ την 1ηv Iαvoυαρίoυ, 1989, φoρoλoγικoύ έτους.

Σημείωση
3Έναρξη της ισχύος του παρόντα Νόμου

3 του Ν.196/89. Η ισχύς του παρόντα Νόμου θεωρείται ότι άρχισε από τη 10η Ioυλίoυ 1987.

Σημείωση
4Έναρξη της ισχύος του παρόvτoς Νόμου

7 του Ν.10/91. Η ισχύς του παρόvτoς Νόμου αρχίζει την 1η Iαvoυαρίoυ 1991, πλην των άρθρων 2 και 6, καθόσο αφορά την καταβολή παρακρατoύμεvoυ φόρου από αμοιβή εργολήπτη μόvo, τα όποια αρχίζoυv να εφαρμόζovται την 1η Iαvoυαρίoυ 1992.

Σημείωση
7 του Ν.80(I)/1999Έναρξη της ισχύος του Ν.80(Ι)/1999

Ο παρών Νόμος [Σ.Σ.: δηλαδή ο Ν. 80(Ι)/1999] τίθεται σε ισχύ μέσα σε έξι μήνες από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας.

Σημείωση
5 του Ν.122(I)/2002Έναρξη της ισχύος του Ν.122(Ι)/2002

Ο παρών Νόμος [Σ.Σ.: δηλαδή ο Ν. 122(Ι)/2002] τίθεται σε ισχύ από την 1η Ιανουαρίου 2003.

Σημείωση
5 του Ν.146(Ι)/2004Έναρξη Ισχύος του Ν.146(Ι)/2004

Ο παρών Νόμος [Σ.Σ.: δηλαδή ο Ν.146(Ι)/2004] τίθεται σε ισχύ από ημερομηνία που θα καθορίζεται με απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίιου.

Σημείωση
8 του Ν.214(Ι)/2004Έναρξη ισχύος του Ν.214(Ι)/2004

Ο παρών Νόμος [Σ.Σ.: δηλαδή ο Ν. 214(Ι)/2004] τίθεται σε ισχύ από την 1η Ιανουαρίου 2005.

Σημείωση
4 (γ) του Ν.214(I)/2004Σημείωση Συντάκτη

Εκ λάθους ο Τροποποιητικός Νόμος 214(I)/2004 του άρθρου 4 (β)της Βουλής, αναφέρει την αντικατάσταση από το εδάφιο 3 του άρθρου 49 του Νόμου των λέξεων "χιλίας λίρας" αντί των χιλίων πεντακοσίων.

Σημείωση
5 (β) του Ν. 214(I)/2004Σημείωση Συντάκτη

Εκ λάθους ο Τροποποιητικός Νόμος 214(I)/2004 Άρθρο 5 (β) της Βουλής, αναφέρει την αντικατάσταση από το εδάφιο 3 του άρθρου 50 του Νόμου των λέξεων "τας πεντακοσίας λίρας" αντί των χιλίων λιρών.

Σημείωση
4 του Ν.106(Ι)/2005Έναρξη ισχύος του Ν.106(Ι)/2005

Η ισχύς του παρόντος Νόμου [Σ.Σ.: δηλαδή του Ν. 106(Ι)/2005] θεωρείται ότι άρχισε από την 1η Ιουλίου 2005.

Σημείωση
11 του Ν.135(Ι)/2005Έναρξη ισχύος του Ν.135(Ι)/2005

Οι διατάξεις του παρόντος Νόμου [Σ.Σ.: δηλαδή του Ν. 135(Ι)/2005] τίθενται σε εφαρμογή από την 1η Ιανουαρίου 2006 και έχουν ισχύ για το φορολογικό έτος 2006 και για τα έτη που ακολουθούν αυτό.

Σημείωση
4 του Ν.46(I)/2009Έναρξη της ισχύος του παρόντος Ν.46(I)/2009

Οι διατάξεις του παρόντος Νόμου [Σ.Σ.: δηλαδή του Ν.46(I)/2009] λογίζεται ότι τίθενται σε ισχύ από το φορολογικό έτος 2008.

Σημείωση
15 του Ν.136(Ι)/2010Έναρξη ισχύος του Ν.136(Ι)/2010

Η ισχύς του παρόντος Νόμου [Σ.Σ.: δηλαδή του Ν.136(Ι)/2010] αρχίζει έξι μήνες μετά τη δημοσίευση του στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας.

Σημείωση
7 του Ν. 163(Ι)/2012Έναρξη Ισχύος

Ο παρών Νόμος [Σ.Σ.: δηλαδή ο Ν. 163(Ι)/2012] τίθεται σε ισχύ από την 1η Ιανουαρίου 2013.

Σημείωση
4 του Ν. 78(Ι)/2014Έναρξη Ισχύος του Ν. 78(Ι)/2014

4. Ο παρών Νόμος [Σ.Σ.: δηλαδή ο Ν. 78(Ι)/2014], τίθεται σε ισχύ με τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας:

Νοείται ότι, οι διατάξεις του άρθρου 2 [Σ.Σ.: δηλαδή του άρθρου 49 του βασικού Νόμου], του παρόντος Νόμου [Σ.Σ.: δηλαδή του Ν. 78(Ι)/2014] αφορούν σε αδικήματα, τα οποία τελούνται μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος Νόμου [Σ.Σ.: δηλαδή του Ν. 78(Ι)/2014]:

Νοείται περαιτέρω, ότι οι διατάξεις του άρθρου 3 [Σ.Σ.: δηλαδή του άρθρου 51Α του βασικού Νόμου] του παρόντος Νόμου [Σ.Σ.: δηλαδή του Ν. 78(Ι)/2014] τίθενται σε ισχύ τρεις (3) μήνες μετά τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας.

Σημείωση
6 του Ν. 79(Ι)/2014Έναρξη ισχύος του Ν. 79(Ι)/2014

Η ισχύς του παρόντος Νόμου [Σ.Σ.: δηλαδή του Ν. 79(Ι)/2015] αρχίζει από το φορολογικό έτος  2014.

Σημείωση
3 του Ν. 188(I)/2015Έναρξη της ισχύος του παρόντος Νόμου

3.Ο παρών Νόμος [Σ.Σ.: δηλαδή ο Ν. 188(I)/2015] λογίζεται ότι τέθηκε σε ισχύ από την  1η Ιανουαρίου 2015.

Σημείωση
3 του Ν. 37(Ι)/2016Έναρξη της ισχύος του Ν. 37(Ι)/2016

Η ισχύς του περί Βεβαιώσεως και Εισπράξεως Φόρων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2016 [Σ.Σ.: δηλαδή του 37(Ι)/2016], θεωρείται ότι άρχισε την 1η Απριλίου 2016.

Σημείωση
3 του Ν. 50(Ι)/2018Ειδική διάταξη

Η έναρξη της ισχύος του περί Βεβαιώσεως και Εισπράξεως Φόρων (Τροποποιητικού) (Αρ. 2) Νόμου του 2018 [Σ.Σ.: δηλαδή του Ν. 50(Ι)/2018], λογίζεται ότι άρχισε τη 2α Ιανουαρίου 2000.

Σημείωση
4 του Ν. 77(I)/2020Έναρξη της ισχύος του παρόντος Νόμου [Σ.Σ.: δηλαδή του Ν. 77(Ι)/2020]

Η ισχύς του παρόντος Νόμου [Σ.Σ.: δηλαδή του Ν. 77(Ι)/2020] λογίζεται ότι άρχισε την 1η Ιανουαρίου 2020.

Σημείωση
13 του Ν. 126(Ι)/2020Έναρξη ισχύος του παρόντος Νόμου [Σ.Σ.: δηλαδή του Ν. 126(Ι)/2020

13.-(1) Υπό την επιφύλαξη των διατάξεων του εδαφίου (2), ο παρών Νόμος [Σ.Σ.: δηλαδή ο Ν. 126(Ι)/2020] τίθεται σε ισχύ από την ημερομηνία δημοσίευσής του στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας.

(2)  Το άρθρο 12, με το οποίο προστίθεται νέο άρθρο 50ΣΤ στο βασικό νόμο, τίθεται σε ισχύ έξι (6) μήνες μετά την έναρξη της ισχύος του παρόντος Νόμου [Σ.Σ.: δηλαδή του Ν. 126(Ι)/2020].

Σημείωση
4 του Ν. 49(I)/2025Έναρξη της ισχύος του Ν. 49(Ι)/2025

4.-(1) Με την επιφύλαξη των διατάξεων του εδαφίου (2), ο παρών Νόμος [Σ.Σ.: δηλαδή ο Ν. 49(Ι)/2025] τίθεται σε ισχύ κατά την ημερομηνία δημοσίευσής του στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας.

(2) Οι διατάξεις του άρθρου 3 του παρόντος Νόμου [Σ.Σ.: δηλαδή του Ν. 49(Ι)/2025], στην έκταση που αφορούν στις δικαιοδοσίες με χαμηλό φορολογικό συντελεστή, τίθενται σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 2026.

Σημείωση
35 του Ν. 243(Ι)/2025Έναρξη της ισχύος του Ν. 243(Ι)/2025

35. Ο παρών Νόμος [Σ.Σ.: δηλαδή ο Ν. 243(Ι)/2025] τίθεται σε ισχύ από την 1η Ιανουαρίου 2026 εξαιρουμένων-

(α)των διατάξεων των παραγράφων (α) και (β) του  άρθρου 4, των άρθρων 8, 9 και 14, και της παραγράφου (α) του άρθρου 17, οι οποίες τίθενται σε ισχύ αναφορικά με το φορολογικό έτος 2026 και τα μετέπειτα φορολογικά έτη και

(β)των διατάξεων του άρθρου 29, οι οποίες τίθενται σε ισχύ την 1η Ιουλίου 2026.