Αναστολή λειτουργίας επιχείρησης και σφράγιση των υποστατικών της

32Α.-(1) Τηρουμένων των διατάξεων των εδαφίων (2), (3) και (4), ο Έφορος δύναται με απόφασή του να αναστείλει τη λειτουργία επιχείρησης και να σφραγίσει τα υποστατικά αυτής εφόσον πρόσωπο που ασκεί την επιχείρηση-

(α) παραλείπει να υποβάλει τουλάχιστον δύο (2) φορολογικές δηλώσεις που προβλέπονται στον παρόντα Νόμο ή τουλάχιστον δώδεκα (12) μηνιαίες δηλώσεις παρακρατήσεων φόρων και εισφορών ή τουλάχιστον τρεις (3) φορολογικές δηλώσεις Φ.Π.Α. σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου, κατά ή μετά την 1η Ιανουαρίου 2027· ή

(β) παραλείπει να καταβάλει τον υπ’ αυτού υπολογιζόμενο φόρο σύμφωνα με φορολογική ή φορολογικές δηλώσεις ή τον οφειλόμενο φόρο ή εισφορά σύμφωνα με δήλωση ή δηλώσεις παρακρατήσεων φόρων και εισφορών, ή σύμφωνα με βεβαίωση ή βεβαιώσεις του Εφόρου ή οφειλόμενα ποσά φόρου προστιθέμενης αξίας σύμφωνα με φορολογική ή φορολογικές δηλώσεις ή με βεβαιώσεις φόρου σύμφωνα με τις διατάξεις του  περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου και νοουμένου ότι το συνολικό οφειλόμενο ποσό, περιλαμβανομένων των επιβαρύνσεων, υπερβαίνει τις είκοσι χιλιάδες ευρώ (€20.000):

Νοείται ότι, σε περίπτωση βεβαίωσης φόρου από τον Έφορο, για την προσμέτρηση του βεβαιωμένου φόρου στο συνολικό οφειλόμενο ποσό, πρέπει να έχουν παρέλθει οι προθεσμίες διοικητικής ή δικαστικής αμφισβήτησης ή, σε περίπτωση εμπρόθεσμης αμφισβήτησης, να έχουν εξαντληθεί όλες οι διοικητικές και δικαστικές διαδικασίες αμφισβήτησης· ή

(γ) δεν εξέδωσε τα προβλεπόμενα στον παρόντα Νόμο τιμολόγια ή αποδείξεις ή εξέδωσε ανακριβή τιμολόγια ή αποδείξεις· ή

(δ) παρεμποδίζει τη διενέργεια φορολογικού ελέγχου από εξουσιοδοτημένους λειτουργούς:

Νοείται ότι, η διάρκεια της αναστολής λειτουργίας της επιχείρησης και σφράγισης των υποστατικών της δεν δύναται να υπερβαίνει τις (10) δέκα ημέρες:

Νοείται περαιτέρω ότι, τυχόν αλλαγή στη νομική μορφή ή στο πρόσωπο που ασκεί την επιχείρηση από τον χρόνο διαπίστωσης της παράβασης μέχρι τον χρόνο εκτέλεσης της απόφασης του Εφόρου δεν αποτελεί λόγο για τη μη εκτέλεσή της, εφόσον κατά τον χρόνο εκτέλεσης η επιχείρηση εξακολουθεί να λειτουργεί στον ίδιο χώρο με ίδιο ή παραπλήσιο αντικείμενο εργασιών.

(2) Προϋπόθεση για την έκδοση της απόφασης του Εφόρου που αναφέρεται στο εδάφιο (1) είναι η αποστολή τριών (3)  ειδοποιήσεων προς το πρόσωπο που αναφέρεται στο εδάφιο (1) με διπλοσυστημένη επιστολή στην τελευταία δοθείσα διεύθυνση αλληλογραφίας της επιχείρησης ή στο εγγεγραμμένο γραφείο του νομικού προσώπου το οποίο είναι συνδεδεμένο με την επιχείρηση ή με την άφεση της επιστολής στη διεύθυνση του εγγεγραμμένου γραφείου του νομικού προσώπου το οποίο είναι συνδεδεμένο με την επιχείρηση ή με την τοιχοκόλλησή της σε εμφανές μέρος της επιχείρησης ως εξής:

(α) Ο Έφορος αποστέλλει την πρώτη ειδοποίηση πρόθεσης αναστολής λειτουργίας της επιχείρησης και σφράγισης των υποστατικών αυτής και παρέχεται  προθεσμία τουλάχιστον δέκα (10) ημερών για συμμόρφωση με τις υποχρεώσεις που αναφέρονται στο εδάφιο (1), στο τέλος της οποίας ο Έφορος ελέγχει κατά πόσο το πρόσωπο έχει συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις που αναφέρονται στο εδάφιο (1).

(β) Σε περίπτωση που ο Έφορος διαπιστώσει ότι το πρόσωπο δεν έχει συμμορφωθεί με την πρώτη ειδοποίηση και εξακολουθεί να μην υπάρχει συμμόρφωση με τις υποχρεώσεις που αναφέρονται στο εδάφιο (1), αποστέλλει δεύτερη ειδοποίηση πρόθεσης αναστολής λειτουργίας της επιχείρησης και σφράγισης των υποστατικών αυτής και παρέχεται  προθεσμία τουλάχιστον δέκα (10) ημερών προς συμμόρφωση με τις υποχρεώσεις που αναφέρονται στο εδάφιο (1), στο τέλος της οποίας ο Έφορος Φορολογίας ελέγχει κατά πόσο το πρόσωπο έχει συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις που αναφέρονται στο εδάφιο (1).

(γ) Σε περίπτωση που ο Έφορος διαπιστώσει ότι το πρόσωπο δεν έχει συμμορφωθεί με τη δεύτερη ειδοποίηση και εφόσον εξακολουθεί να μην υπάρχει συμμόρφωση με τις υποχρεώσεις που αναφέρονται στο εδάφιο (1), αποστέλλει τρίτη ειδοποίηση πρόθεσης αναστολής λειτουργίας της επιχείρησης και σφράγισης των υποστατικών αυτής και ταυτόχρονα καλεί το πρόσωπο που ασκεί την επιχείρηση να υποβάλει εγγράφως τις απόψεις του εντός του χρονικού διαστήματος πέντε (5) ημερών από την αποστολή της τρίτης ειδοποίησης.

(3) Οι ειδοποιήσεις που αναφέρονται στο εδάφιο (2) καθορίζουν με σαφήνεια την παράβαση των υποχρεώσεων που αναφέρονται στο εδάφιο (1) και σε περίπτωση οφειλόμενου ποσού ή παράλειψης υποβολής δηλώσεων περιλαμβάνουν σχετική προς τούτο ανάλυση.

(4) Σε περίπτωση που ο Έφορος διαπιστώσει ότι πρόσωπο δεν έχει συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις του που προβλέπονται στο εδάφιο (1), εκδίδει απόφαση για αναστολή λειτουργίας της επιχείρησης και σφράγισης των υποστατικών κατά τα διαλαμβανόμενα στο εδάφιο (1) διασφαλίζοντας τα ακόλουθα:

(α) Αναγράφει στην απόφαση τον ακριβή χρόνο εκτέλεσης της απόφασης και την επιδίδει άμεσα στο πρόσωπο που ασκεί την επιχείρηση ή σε περίπτωση που αυτό δεν ανευρίσκεται, η απόφαση τοιχοκολλάται σε εμφανές μέρος της επιχείρησης·

(β) για την εκτέλεση της απόφασης ο Έφορος δύναται να ζητά τη συνδρομή της Αστυνομίας και κατά τη διαδικασία εκτέλεσης αυτής που ενεργείται από αστυνομικό, με τη σύμπραξη εξουσιοδοτημένων από τον Έφορο λειτουργών, τοποθετείται στην είσοδο της επιχείρησης ταινία που φέρει το όνομα του Τμήματος Φορολογίας και την ένδειξη στην ελληνική γλώσσα “Σφραγίστηκε μέχρι …….. (ημερομηνία και ώρα), βάσει της απόφασης υπ’ αριθμόν …….. ημερομηνίας……, προς εφαρμογή του περί Βεβαιώσεως και Εισπράξεως Νόμου” και ένδειξη, στην αγγλική γλώσσα, “Οperation suspended due to tax violations”:

Νοείται ότι, η παράγραφος (β) εφαρμόζεται στις περιπτώσεις επιχειρήσεων που κατέχουν υποστατικά στο πλαίσιο άσκησης της επιχείρησής τους·

(γ) η απόφαση του Εφόρου για αναστολή λειτουργίας της επιχείρησης και σφράγισης των υποστατικών της τίθεται σε ισχύ από την ημερομηνία δημοσίευσής της μέσω γνωστοποίησής του, η οποία δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας και η εκτέλεσή της πραγματοποιείται σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην παράγραφο (δ)·

(δ) η εκτέλεση της απόφασης του Εφόρου, η οποία τίθεται σε ισχύ σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου (γ) δεν δύναται να πραγματοποιηθεί πριν από την πάροδο δέκα (10) τουλάχιστον ημερολογιακών ημερών από την ημερομηνία επίδοσης της απόφασης στο πρόσωπο που ασκεί την επιχείρηση ή, σε περίπτωση που αυτός δεν ανευρίσκεται, από την ημερομηνία που η απόφαση τοιχοκολλάται σε εμφανές μέρος της επιχείρησης σύμφωνα με την παράγραφο (α):

Νοείται ότι, η απόφαση θεωρείται ότι  επιδόθηκε-

(i) εάν παραδοθεί στο πρόσωπο που ασκεί την επιχείρηση, ή, εάν η διεύθυνσή του είναι γνωστή, εάν αποσταλεί σε αυτό σε τέτοια διεύθυνση με διπλοσυστημένη επιστολή· ή

(ii) εάν το πρόσωπο που ασκεί την επιχείρηση δεν είναι γνωστό ή δεν είναι δυνατή η ανεύρεσή του, εάν αποσταλεί με συστημένη επιστολή στην τελευταία δοθείσα διεύθυνση αλληλογραφίας της επιχείρησης ή στο εγγεγραμμένο γραφείο του νομικού προσώπου το οποίο είναι συνδεδεμένο με την εκάστοτε επιχείρηση· ή

(iii) με την άφεσή της στη διεύθυνση του εγγεγραμμένου γραφείου του νομικού προσώπου το οποίο είναι συνδεδεμένο με την εκάστοτε επιχείρηση· ή

(iv) με τη δημοσίευσή της σε δύο (2) τουλάχιστον ημερήσιες εφημερίδες, οι οποίες κυκλοφορούν στην επαρχία στην οποία βρίσκεται η επιχείρηση· ή

(v) με την τοιχοκόλλησή της σε εμφανές μέρος της επιχείρησης·

(ε) κατά την περίοδο της αναστολής λειτουργίας της επιχείρησης και σφράγισης των υποστατικών της εξουσιοδοτημένοι λειτουργοί δύναται να εισέρχονται στα υποστατικά της για σκοπούς άσκησης οποιωνδήποτε εξουσιών παρέχονται δυνάμει του παρόντος Νόμου με τη συνδρομή της Αστυνομίας και το πρόσωπο που αφορά υποχρεούται να επιτρέπει και να διευκολύνει τέτοια πρόσβαση και δύναται να παρευρίσκεται για όσο διαρκεί·

(στ) σε περίπτωση συμμόρφωσης του προσώπου που ασκεί την επιχείρηση, εκδίδεται σχετικό πιστοποιητικό από τον Έφορο και η απόφαση παύει αυτοδίκαια να ισχύει.

(5)(α) Σε περίπτωση που παρέλθει ο χρόνος για τον οποίο ανεστάλη η λειτουργία της επιχείρησης και σφραγίστηκαν τα υποστατικά αυτής κατά τα διαλαμβανόμενα στο εδάφιο (1) και ουδεμία προς τούτο συμμόρφωση υφίσταται, ο Έφορος δύναται να αποφασίσει τη συνέχιση της αναστολής λειτουργίας της επιχείρησης και σφράγισης των υποστατικών αυτής για ακόμη μία περίοδο που δεν υπερβαίνει τις είκοσι (20) ημέρες.

(β) Στην απόφαση του Εφόρου για περαιτέρω αναστολή της λειτουργίας και σφράγισης των υποστατικών δυνάμει του εδαφίου (5), προσδιορίζεται ο χρόνος της επιπλέον αναστολής λειτουργίας και σφράγισης των υποστατικών αυτής, καθώς και ο χρόνος έναρξης εφαρμογής και εκτέλεσης και ταυτόχρονα ο Έφορος, μέσω εξουσιοδοτημένου λειτουργού, κοινοποιεί την απόφασή του στην Αστυνομία και ζητά τη συνδρομή της για την εφαρμογή της απόφασης αυτής.

(γ) Η απόφαση του Εφόρου για περαιτέρω αναστολή της λειτουργίας και σφράγισης των υποστατικών δυνάμει του παρόντος εδαφίου θεωρείται ότι επιδόθηκε-

(i) εάν παραδοθεί στο πρόσωπο που ασκεί την επιχείρηση, ή, εάν η διεύθυνσή του είναι γνωστή, εάν αποσταλεί σε αυτό σε τέτοια διεύθυνση με διπλοσυστημένη επιστολή· ή

(ii) εάν το πρόσωπο που ασκεί την επιχείρηση δεν είναι γνωστό ή δεν είναι δυνατή η ανεύρεσή του, εάν αποσταλεί με συστημένη επιστολή στην τελευταία δοθείσα διεύθυνση αλληλογραφίας της επιχείρησης ή στο εγγεγραμμένο γραφείο του νομικού προσώπου το οποίο είναι συνδεδεμένο με την επιχείρηση· ή

(iii) με την άφεσή της στην διεύθυνση του εγγεγραμμένου γραφείου του νομικού προσώπου το οποίο είναι συνδεδεμένο με την επιχείρηση· ή

(iv) με τη δημοσίευσή της σε δύο (2) τουλάχιστον ημερήσιες εφημερίδες, οι οποίες κυκλοφορούν στην επαρχία στην οποία βρίσκεται η επιχείρηση· ή

(v) με την τοιχοκόλλησή της σε εμφανές μέρος της επιχείρησης.

(6) Πρόσωπο το οποίο παραβιάζει την αναστολή λειτουργίας της επιχείρησης και το σφράγισμα των υποστατικών της, που έχει επιβληθεί δυνάμει του παρόντος άρθρου, διαπράττει ποινικό αδίκημα και σε περίπτωση καταδίκης του υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα δύο (2) έτη ή/και σε πρόστιμο το οποίο δεν υπερβαίνει τις τριάντα χιλιάδες ευρώ (€30.000)  ή και στις δύο αυτές ποινές.

(7) Για τους σκοπούς του εδαφίου (6), ως παράβαση αναστολής θεωρείται η καθ’ οιονδήποτε τρόπο λειτουργία της επιχείρησης ή η αυθαίρετη αφαίρεση, καταστροφή ή παραποίηση των χρησιμοποιηθέντων για την σφράγιση μέσων την οποία διαπιστώνουν  εξουσιοδοτημένοι λειτουργοί του Εφόρου ή όργανα της Αστυνομίας.

(8) Οποιαδήποτε δικαστική αμφισβήτηση της αναστολής λειτουργίας της επιχείρησης και σφράγισης των υποστατικών της δεν αναστέλλει την υποχρέωση του προσώπου και/ή της επιχείρησης για συμμόρφωση με τις υποχρεώσεις τους που προβλέπονται στον παρόντα Νόμο και το δικαίωμα του Εφόρου να ασκήσει τις αρμοδιότητές του που πηγάζουν από τις διατάξεις του παρόντος Νόμου, για να διασφαλίσει τη συμμόρφωση του προσώπου και/ή της επιχείρησης με τις υποχρεώσεις τους που πηγάζουν από τον παρόντα Νόμο, καθώς και να λάβει μέτρα είσπραξης των οφειλόμενων φόρων.

(9) Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, ο Έφορος Φορολογίας δύναται να ενεργεί μέσω εξουσιοδοτημένων λειτουργών.