Προοίμιο

Για σκοπούς -

(α)Εναρμόνισης με την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Οδηγία 2006/43/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 17ης Μαΐου 2006 για τους υποχρεωτικούς ελέγχους των ετήσιων και των ενοποιημένων λογαριασμών, για την τροποποίηση των οδηγιών 78/660/ΕΟΚ και 83/349/ΕΟΚ του Συμβουλίου και για την κατάργηση της οδηγίας 83/253/ΕΟΚ του Συμβουλίου», όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την «Οδηγία 2014/56/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 16ης Απριλίου 2014, και

(β)αποτελεσματικής εφαρμογής και άσκησης διακριτικών εξουσιών που παρέχει στη Δημοκρατία η πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Κανονισμός (ΕΕ) αρ. 537/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Απριλίου 2014, σχετικά με ειδικές απαιτήσεις όσον αφορά τον υποχρεωτικό έλεγχο οντοτήτων δημοσίου συμφέροντος και την κατάργηση της απόφασης 2005/909/ΕΚ της Επιτροπής», ως διορθώθηκε,

Η Βουλή των Αντιπροσώπων ψηφίζει ως ακολούθως:

Συνοπτικός τίτλος

1. Ο παρών Νόμος θα αναφέρεται ως o περί Ελεγκτών Νόμος του 2017.

ΜΕΡΟΣ I ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Ορισμοί

2.-(1)Στον παρόντα Νόμο, εκτός εάν προκύπτει διαφορετική έννοια από το κείμενο -

«αναγνωρισμένο σώμα ελεγκτών» σημαίνει το σώμα ελεγκτών της Δημοκρατίας το οποίο αναγνωρίζεται βάσει των διατάξεων του Μέρους VΙ˙

«Ανώτατο Δικαστήριο» σημαίνει το δικαστήριο που καθιδρύθηκε με βάση τις διατάξεις του άρθρου 3 του περί Απονομής της Δικαιοσύνης (Ποικίλες Διατάξεις) Νόμου∙

«αρμόδια αρχή» έχει την έννοια που αποδίδει στον όρο αυτό το άρθρο 4˙

«Αρχή Δημόσιας Εποπτείας Ελεγκτικού Επαγγέλματος» ή «ΑΔΕΕλΕπ» σημαίνει το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου που προβλέπεται στο άρθρο 4˙

«Δημοκρατία» σημαίνει την Κυπριακή Δημοκρατία˙

«Δημόσιο Μητρώο» σημαίνει το Δημόσιο Μητρώο το οποίο τηρείται δυνάμει των διατάξεων του Μέρους VIII˙

«Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα» σημαίνει τα διεθνή λογιστικά πρότυπα [International Accounting Standards (IAS)], τα Διεθνή Πρότυπα Χρηματοοικονομικής Αναφοράς [International Financial Reporting Standards (IFRS)] και οι ερμηνείες τους (SIC-IFRIC Interpretations), οι τροποποιήσεις των προτύπων αυτών και των ερμηνειών τους και τα μελλοντικά πρότυπα και οι ερμηνείες τους που εκδίδονται ή εγκρίνονται από το Συμβούλιο Διεθνών Λογιστικών Προτύπων [International Accounting Standards Board (IASB)]˙

«δίκτυο» σημαίνει ευρύτερη διάρθρωση-

(α) συνεργασίας στην οποία ανήκει ο νόμιμος ελεγκτής ή το νόμιμο ελεγκτικό γραφείο, και

(β) η οποία αποσκοπεί σαφώς στον καταμερισμό του κέρδους ή του κόστους ή μοιράζεται κοινή ιδιοκτησία, έλεγχο ή διαχείριση, κοινές πολιτικές και διαδικασίες ελέγχου ποιότητας, κοινή επιχειρηματική στρατηγική, χρήση κοινού διακριτικού τίτλου ή σημαντικό μέρος των επαγγελματικών πόρων·

«Διοικητικό Συμβούλιο» ή «Συμβούλιο» σημαίνει το Διοικητικό Συμβούλιο της ΑΔΕΕλΕπ το οποίο διέπεται από τις διατάξεις του άρθρου 6˙

«έκθεση ελέγχου» έχει την έννοια που αποδίδει στον όρο αυτό το άρθρο 69˙

«ελεγκτής ομίλου» σημαίνει νόμιμο ελεγκτή ή ελεγκτικό γραφείο το οποίο διενεργεί τον υποχρεωτικό έλεγχο των ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων˙

«ελεγκτής τρίτης χώρας» σημαίνει φυσικό πρόσωπο το οποίο διενεργεί ελέγχους των ετήσιων ή ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων μιας εταιρείας ιδρυθείσας σε τρίτη χώρα, εκτός προσώπου που έχει εγγραφεί ως νόμιμος ελεγκτής σε οποιοδήποτε κράτος μέλος κατόπιν χορήγησης άδειας σύμφωνα με τα άρθρα 40 και 47 του παρόντος Νόμου ή σύμφωνα με τη νομοθεσία κράτους μέλους άλλου από τη Δημοκρατία η οποία συνάδει με τα Άρθρα 3 και 44 της Οδηγίας 2006/43/ΕΚ·

«ελεγκτική οντότητα τρίτης χώρας» σημαίνει οντότητα ανεξαρτήτως νομικής μορφής, η οποία διενεργεί ελέγχους επί των ετήσιων ή ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων μιας εταιρείας ιδρυθείσας σε τρίτη χώρα, εκτός της οντότητας που έχει εγγραφεί ως νόμιμο ελεγκτικό γραφείο σε οποιοδήποτε κράτος μέλος κατόπιν χορήγησης άδειας σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 35 του παρόντος Νόμου ή σύμφωνα με τη νομοθεσία κράτους μέλους άλλου από τη Δημοκρατία, η οποία συνάδει με το Άρθρο 3 της Οδηγίας 2006/43/ΕΚ˙

«ελεγχόμενη οντότητα» σημαίνει νομικό πρόσωπο/ οργανισμό ανεξαρτήτως νομικής υπόστασης το οποίο υπόκειται σε υποχρεωτικό έλεγχο των ετήσιων οικονομικών καταστάσεων ή/ και των ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεών του˙

«εμπειρογνώμονας» σημαίνει φυσικό πρόσωπο το οποίο διαθέτει ειδική τεχνογνωσία στις χρηματοοικονομικές αγορές, τη χρηματοοικονομική αναφορά, τον έλεγχο ή άλλα πεδία σχετικά με τις επιθεωρήσεις, συμπεριλαμβανομένων των επαγγελματιών νόμιμων ελεγκτών˙

«εντεταλμένος επιθεωρητής» σημαίνει φυσικό πρόσωπο το οποίο είναι υπάλληλος ή μη της Δημόσιας Υπηρεσίας ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με κατάλληλη επαγγελματική κατάρτιση και εμπειρία που έχει λάβει εξειδικευμένη εκπαίδευση ιδίως σε θέματα διενέργειας ποιοτικού ελέγχου˙

«επαγγελματική άδεια» σημαίνει άδεια που παρέχεται σε νόμιμο ελεγκτή ή νόμιμο ελεγκτικό γραφείο δυνάμει των διατάξεων των άρθρων 35, 40, 46 ή 47, κατά περίπτωση και με την οποία εξουσιοδοτείται να διεξάγει τον υποχρεωτικό έλεγχο οικονομικών καταστάσεων οποιασδήποτε οντότητας στη Δημοκρατία που υπόκειται σε τέτοιο έλεγχο·

«επιθεωρήσεις» σημαίνει επιθεωρήσεις διασφάλισης της ποιότητας των νόμιμων ελεγκτών και των νόμιμων ελεγκτικών γραφείων οι οποίες διεξάγονται από επιθεωρητή, αλλά δεν περιλαμβάνει έρευνα κατά την έννοια του εδαφίου (7) του άρθρου 18˙

«επιθεωρητής» σημαίνει επιθεωρητή ο οποίος διαθέτει κατάλληλη επαγγελματική εκπαίδευση και σχετική πείρα στον υποχρεωτικό έλεγχο και τη χρηματοοικονομική αναφορά, σε συνδυασμό με ειδική εκπαίδευση σε επιθεωρήσεις διασφάλισης της ποιότητας και ο οποίος απασχολείται στην αρμόδια αρχή ή συνεργάζεται άλλως με αυτή ή απασχολείται σε υπεύθυνα όργανα ή συνεργάζεται άλλως με αυτά˙

«Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς» σημαίνει την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου που διέπεται από τον περί της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου Νόμο˙

«ερευνών λειτουργός» σημαίνει επιθεωρητή, εμπειρογνώμονα ή εντεταλμένο επιθεωρητή ο οποίος ορίζεται από το Συμβούλιο κατά την παράγραφο (β) του εδαφίου (1) του άρθρου 82 για διεξαγωγή πειθαρχικής έρευνας·

«εταιρεία» σημαίνει εταιρεία που συστάθηκε δυνάμει του περί Εταιρειών Νόμου˙

«εταιρείες μεσαίου μεγέθους» σημαίνει εταιρείες –

(α) που αναφέρονται στην παράγραφο (β) του εδαφίου (1) του άρθρου 141Α του περί Εταιρειών Νόμου, ή

(β) επιχειρήσεις που αναφέρονται στο Άρθρο 3, παράγραφος 1, και στο Άρθρο 3, παράγραφος 3, της Οδηγίας 2013/34/ΕΕ˙

«εταιρείες μικρού μεγέθους» σημαίνει –

(α)εταιρείες που αναφέρονται στην παράγραφο (α) του εδαφίου (1) του άρθρου 141Α του περί Εταιρειών Νόμου, ή

(β)επιχειρήσεις που αναφέρονται στο Άρθρο 1, παράγραφος 1 ή στο Άρθρο 3, παράγραφος 2, της Οδηγίας 2013/34/ΕΕ˙

«Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών» ή «ΕΑΚΑΑ» σημαίνει την Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών που συστάθηκε με βάση τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ.1095/2010·

«Ευρωπαϊκή Επιτροπή» σημαίνει την Επιτροπή της Ευρωπαϊκής Ένωσης˙

«θυγατρική εταιρεία» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από τις διατάξεις του περί Εταιρειών Νόμου˙

«Κανονισμός (EΕ) αριθ. 1435/2003» σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1435/2003 του Συμβουλίου της 22ας Ιουλίου 2003 περί του καταστατικού της ευρωπαϊκής συνεταιριστικής εταιρείας» ως διορθώθηκε˙

«Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1093/2010» σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 24ης Νοεμβρίου 2010 σχετικά με τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών), την τροποποίηση της απόφασης αριθ. 716/2009/ΕΚ και την κατάργηση της απόφασης 2009/78/ΕΚ της Επιτροπής» όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την Οδηγία (ΕΕ) 2015/2366 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 25ης Νοεμβρίου 2015˙

«Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1094/2010» σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1094/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 24ης Νοεμβρίου 2010 για τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων), την τροποποίηση της απόφασης αριθ. 716/2009/ΕΚ και την κατάργηση της απόφασης 2009/78/ΕΚ της Επιτροπής» όπως τροποποιήθηκε τελευταία από τον Κανονισμό (ΕΕ) 258/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 3ης Απριλίου 2014˙

«Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1095/2010» σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 24ης Νοεμβρίου 2010 σχετικά με τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών), την τροποποίηση της απόφασης αριθ. 716/2009/ΕΚ και την κατάργηση της απόφασης 2009/78/ΕΚ» όπως τροποποιήθηκε τελευταία από τον Κανονισμό (ΕΕ) 258/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 3ης Απριλίου 2014˙

«Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 537/2014» σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 537/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 16ης Απριλίου 2014 σχετικά με ειδικές, απαιτήσεις όσον αφορά τον υποχρεωτικό έλεγχο οντοτήτων δημοσίου συμφέροντος και την κατάργηση της απόφασης 2005/909/ΕΚ της Επιτροπής» ως διορθώθηκε˙

«Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 596/2014» σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 596/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 16ης Απριλίου 2014 για την κατάχρηση της αγοράς (κανονισμός για την κατάχρηση της αγοράς) και την κατάργηση της οδηγίας 2003/6/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και των οδηγιών της Επιτροπής 2003/124/ΕΚ, 2003/125/ΕΚ και 2004/72/ΕΚ» όπως τροποποιήθηκε τελευταία από τον Κανονισμό (ΕΕ) 2016/1033 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 23ης Ιουνίου 2016˙

«κράτος μέλος» σημαίνει κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης˙

«κράτος μέλος καταγωγής» σημαίνει το κράτος μέλος στο οποίο έχει αδειοδοτηθεί ο νόμιμος ελεγκτής ή το νόμιμο ελεγκτικό γραφείο, κατά το εδάφιο (1) του άρθρου 33 ή τη νομοθεσία κράτους μέλους άλλου από τη Δημιουργία η οποία συνάδει με το Άρθρο 3, παράγραφος 1, της Οδηγίας 2006/43/ΕΚ˙

«κράτος μέλος υποδοχής» σημαίνει το κράτος μέλος -

(α)στο οποίο νόμιμος ελεγκτής, ο οποίος έχει αδειοδοτηθεί στο κράτος μέλος καταγωγής επιδιώκει να αδειοδοτηθεί επίσης κατά το άρθρο 46 του παρόντος Νόμου ή τη νομοθεσία κράτους μέλους άλλου από τη Δημοκρατία, η οποία συνάδει με το Άρθρο 14 της Οδηγίας 2006/43/ΕΚ, ή

(β)στο οποίο ελεγκτικό γραφείο, το οποίο έχει αδειοδοτηθεί στο κράτος μέλος καταγωγής επιδιώκει να εγγραφεί ή έχει ήδη εγγραφεί σε μητρώο κατά το άρθρο 38 του παρόντος Νόμου ή κατά τη νομοθεσία κράτους μέλους άλλου από τη Δημοκρατία η οποία συνάδει με το Άρθρο 3α της Οδηγίας 2006/43/ΕΚ˙

«κύριος εταίρος ελέγχου» σημαίνει -

(α) το νόμιμο ελεγκτή που έχει οριστεί από ένα νόμιμο ελεγκτικό γραφείο για συγκεκριμένη ελεγκτική αποστολή ως κυρίως υπεύθυνος για τη διενέργεια του υποχρεωτικού ελέγχου για λογαριασμό του νόμιμου ελεγκτικού γραφείου, ή

(β) στην περίπτωση ελέγχου ομίλου, τουλάχιστον το νόμιμο ελεγκτή που έχει οριστεί από νόμιμο ελεγκτικό γραφείο ως κυρίως υπεύθυνος για τη διενέργεια υποχρεωτικού ελέγχου σε επίπεδο ομίλου και το νόμιμο ελεγκτή που έχει οριστεί ως πρωτίστως υπεύθυνος σε επίπεδο μεγάλων εταιρικών συμμετοχών, ή

(γ) το νόμιμο ελεγκτή που υπογράφει την έκθεση ελέγχου˙

«Κώδικας Δεοντολογίας» σημαίνει τον Κώδικα Δεοντολογίας Επαγγελματιών Λογιστών, τις ερμηνείες αυτού, τις τροποποιήσεις και τα μελλοντικά πρότυπα και τις ερμηνείες του που εκδίδονται ή εγκρίνονται από το Συμβούλιο Διεθνών Προτύπων Δεοντολογίας για Επαγγελματίες Λογιστές˙

«μη ασκών το επάγγελμα» σημαίνει φυσικό πρόσωπο, το οποίο στη διάρκεια της συμμετοχής του στη διαχείριση του συστήματος δημόσιας εποπτείας και κατά τα τρία (3) έτη που προηγούνται της συμμετοχής του, δεν διενήργησε υποχρεωτικούς ελέγχους, δεν είχε δικαιώματα ψήφου σε νόμιμο ελεγκτικό γραφείο, δεν υπήρξε μέλος του διοικητικού, διαχειριστικού ή εποπτικού οργάνου νόμιμου ελεγκτικού γραφείου και δεν απασχολήθηκε ούτε συνδέθηκε κατ' άλλο τρόπο με νόμιμο ελεγκτικό γραφείο˙

«νόμιμο ελεγκτικό γραφείο» σημαίνει νομικό πρόσωπο ή οποιαδήποτε άλλη οντότητα ανεξαρτήτως νομικής μορφής το οποίο έχει λάβει -

(α)κατά τις διατάξεις του παρόντος Νόμου, επαγγελματική άδεια, ή

(β)κατά την Οδηγία 2006/43/ΕΚ, άδεια από αρμόδια αρχή κράτους μέλους άλλου από τη Δημοκρατία προς διενέργεια υποχρεωτικών ελέγχων˙

«νόμιμος ελεγκτής» σημαίνει φυσικό πρόσωπο το οποίο έχει λάβει κατά τον παρόντα Νόμο, επαγγελματική άδεια˙

«Οδηγία 2006/43/ΕΚ» σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Οδηγία 2006/43/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 17ης Μαΐου 2006 για τους υποχρεωτικούς έλεγχους των ετήσιων και των ενοποιημένων λογαριασμών, για την τροποποίηση των οδηγιών 78/660/ΕΟΚ και 83/253/ΕΟΚ του Συμβουλίου», όπως τροποποιήθηκε από την «Οδηγία 2014/56/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 16ης Απριλίου 2014˙

«Οδηγία 2013/34/ΕΕ» σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Οδηγία 2013/34/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 26ης Ιουνίου 2013 σχετικά με τις ετήσιες οικονομικές καταστάσεις, τις ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις και συναφείς εκθέσεις επιχειρήσεων ορισμένων μορφών, την τροποποίηση της οδηγίας 2006/43/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και την κατάργηση των οδηγιών 78/660/ΕΟΚ και 83/349/ΕΟΚ του Συμβουλίου» όπως τροποποιήθηκε από την Οδηγία 2014/102/ΕΕ του Συμβουλίου της 7ης Νοεμβρίου 2014.

«οντότητες δημόσιου συμφέροντος» σημαίνει -

(α) οντότητες, οι οποίες διέπονται από το δίκαιο της Δημοκρατίας των οποίων οι μεταβιβάσιμοι τίτλοι είναι εισηγμένοι προς διαπραγμάτευση σε οργανωμένη αγορά ή ρυθμιζόμενη αγορά οποιουδήποτε κράτους μέλους κατά την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 2 του περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμου,

(β) αδειοδοτημένα πιστωτικά ιδρύματα όπως ορίζονται στο άρθρο 2 του περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου,

(γ) ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις κατά την έννοια του άρθρου 2 του περί Ασκήσεως Ασφαλιστικών και Αντασφαλιστικών Εργασιών και Άλλων Συναφών Θεμάτων Νόμου, ή

(δ) άλλη οντότητα την οποία ήθελε ορίσει το Υπουργικό Συμβούλιο, μετά από εισήγηση της ΑΔΕΕλΕπ και η οποία έχει ουσιαστικό χαρακτήρα δημόσιου συμφέροντος˙

«Πειθαρχική Επιτροπή» ή «Επιτροπή» σημαίνει την Επιτροπή που προβλέπεται από τις διατάξεις του άρθρου 12·

«Πρόεδρος Επαρχιακού Δικαστηρίου» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 2 του περί Δικαστηρίων Νόμου·

«συνδεδεμένη επιχείρηση ελεγκτικού γραφείου» σημαίνει κάθε επιχείρηση, ανεξαρτήτως νομικής μορφής, η οποία συνδέεται με ελεγκτικό γραφείο μέσω κοινής ιδιοκτησίας, κοινού ελέγχου ή κοινής διοίκησης˙

«συνεταιρισμός» σημαίνει μια ευρωπαϊκή συνεταιριστική εταιρεία όπως ορίζεται στο Άρθρο 1 του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1435/2003 ή οποιοδήποτε άλλο συνεταιρισμό που υπόκειται σε υποχρεωτικό έλεγχο σύμφωνα με το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως πιστωτικά ιδρύματα τα οποία ορίζονται στο άρθρο 2 των περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου και ασφαλιστικές επιχειρήσεις οι οποίες ορίζονται στο άρθρο 2 του περί Ασκήσεων Ασφαλιστικών και Αντασφαλιστικών Εργασιών και Άλλων Συναφών Θεμάτων Νόμου˙

«υπεύθυνο όργανο» σημαίνει το όργανο στο οποίο η ΑΔΕΕλΕπ εκχωρεί καθήκοντα δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου (3) του άρθρου 18·

«Υπουργός» σημαίνει τον Υπουργό Οικονομικών της Δημοκρατίας˙

«υποχρεωτικός έλεγχος» σημαίνει έλεγχο των ετήσιων οικονομικών καταστάσεων ή των ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων, εφόσον ο έλεγχος αυτός -

(α) απαιτείται από το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

(β) απαιτείται από το κυπριακό δίκαιο όσον αφορά τις εταιρείες μικρού μεγέθους,

(γ) διενεργείται οικειοθελώς κατόπιν αίτησης εταιρειών μικρού μεγέθους και πληροί τις απαιτήσεις του κυπριακού δικαίου οι οποίες είναι ισοδύναμες με αυτές που αφορούν τον έλεγχο κατά την παράγραφο (β), όταν η κυπριακή νομοθεσία ορίζει τους εν λόγω ελέγχους ως υποχρεωτικούς ελέγχους˙

«φύλλα εργασίας» σημαίνει έγγραφα τα οποία κρατούνται από νόμιμο ελεγκτή ή νόμιμο ελεγκτικό γραφείο και τα οποία σχετίζονται με τη διεξαγωγή του υποχρεωτικού ελέγχου που διενεργείται από τον εν λόγω νόμιμο ελεγκτή και το νόμιμο ελεγκτικό γραφείο.

(2)(α) Στον παρόντα Νόμο και στις δυνάμει αυτού εκδιδόμενες κανονιστικές διοικητικές πράξεις, οποιαδήποτε αναφορά σε Οδηγία, Κανονισμό, Απόφαση ή άλλη νομοθετική πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σημαίνει την εν λόγω πράξη όπως αυτή εκάστοτε διορθώνεται, τροποποιείται ή αντικαθίσταται, εκτός εάν από το κείμενο προκύπτει διαφορετική έννοια.

(β) Στον παρόντα Νόμο και στις δυνάμει αυτού εκδιδόμενες κανονιστικές διοικητικές πράξεις, οποιαδήποτε αναφορά σε νόμο ή κανονιστική διοικητική πράξη της Δημοκρατίας, σημαίνει τον εν λόγω νόμο ή αντίστοιχη κανονιστική διοικητική πράξη όπως εκάστοτε διορθώνονται, τροποποιούνται ή αντικαθίστανται, εκτός εάν από το κείμενο προκύπτει διαφορετική έννοια.

Εξαίρεση από το πεδίο εφαρμογής του παρόντος Νόμου

3.-(1) Ο παρών Νόμος δεν εφαρμόζεται αναφορικά με τη διενέργεια του υποχρεωτικού ελέγχου των ετήσιων και των ενοποιημένων λογαριασμών στο βαθμό που αυτός διενεργείται από το Γενικό Ελεγκτή της Δημοκρατίας.

(2) Τα άρθρα 14(5) και 70(2) του παρόντος Νόμου δεν εφαρμόζονται αναφορικά με τη διενέργεια του υποχρεωτικού ελέγχου των ετήσιων και των ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων οντοτήτων δημοσίου συμφέροντος, εκτός εάν αυτό προβλέπεται στον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 537/2014.

ΜΕΡΟΣ ΙΙ ΑΡΜΟΔΙΑ ΑΡΧΗ
Αρμόδια αρχή

4.Αρμόδια αρχή για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου, ορίζεται το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου υπό την επωνυμία «Αρχή Δημόσιας Εποπτείας Ελεγκτικού Επαγγέλματος», το οποίο ασκεί τις εξουσίες, καθήκοντα και αρμοδιότητες που απορρέουν από τις διατάξεις του παρόντος Νόμου μέσω των οργάνων του, που είναι το Διοικητικό Συμβούλιο και η Πειθαρχική Επιτροπή, εκτός εάν προβλέπεται διαφορετικά από τις διατάξεις του παρόντος Νόμου.

ΜΕΡΟΣ ΙΙΙ ΑΡΧΗ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΕΠΟΠΤΕΙΑΣ ΕΛΕΓΚΤΙΚΟΥ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΟΣ
Σύστημα δημόσιας εποπτείας

5.-(1) Νόμιμοι ελεγκτές και νόμιμα ελεγκτικά γραφεία με κράτος καταγωγής τη Δημοκρατία υπόκεινται σε δημόσια εποπτεία και πειθαρχικό έλεγχο από την ΑΔΕΕλΕπ κατά τις διατάξεις του παρόντος Νόμου.

(2) Όλα τα αναγνωρισμένα σώματα ελεγκτών της Δημοκρατίας υπόκεινται σε δημόσια εποπτεία από την ΑΔΕΕλΕπ κατά τις διατάξεις του παρόντος Νόμου.

(3) Η ΑΔΕΕλΕπ διαθέτει Γραφείο και τα όργανά της συγκροτούνται, λειτουργούν και ασκούν αρμοδιότητες, εξουσίες και καθήκοντα κατά τις διατάξεις του παρόντος Νόμου.

Συγκρότηση Διοικητικού Συμβουλίου και διορισμός Διευθυντή του Γραφείου της ΑΔΕΕλΕπ

6.-(1) Χωρίς επηρεασμό του Άρθρου 21, πρώτο εδάφιο, του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 537/2014, η ΑΔΕΕλΕπ είναι ανεξάρτητη από τους νόμιμους ελεγκτές και τα νόμιμα ελεγκτικά γραφεία και το Διοικητικό Συμβούλιο αυτής συγκροτείται από πρόσωπα ανωτάτου ηθικού επιπέδου, εγνωσμένου κύρους και εντιμότητας έκαστο των οποίων είναι πρόσωπο μη ασκών το επάγγελμα, το οποίο είναι γνώστης των θεμάτων που σχετίζονται με τον υποχρεωτικό έλεγχο.

(2) Το Διοικητικό Συμβούλιο αποτελείται από τον πρόεδρο, τον αντιπρόεδρο και πέντε (5) μέλη και διορίζεται από το Υπουργικό Συμβούλιο μετά από εισήγηση του Υπουργού:

Νοείται ότι, κανένα πρόσωπο δεν διορίζεται ως μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου εάν υπάρχει σύγκρουση μεταξύ των καθηκόντων του που απορρέουν από τις διατάξεις του παρόντος Νόμου και των ιδιωτικών συμφερόντων του ή των καθηκόντων που απορρέουν από οποιοδήποτε δημόσιο αξίωμα που κατέχει ως κρατικός αξιωματούχος, στο πλαίσιο της οποίας τα ιδιωτικά του συμφέροντα ή τα καθήκοντα και αρμοδιότητες που απορρέουν από οποιοδήποτε δημόσιο αξίωμα που κατέχει θα μπορούσαν να επηρεάσουν με οποιοδήποτε τρόπο την άσκηση των απορρεουσών υπό του παρόντος νόμου υποχρεώσεων και καθηκόντων του.

(3) Το Διοικητικό Συμβούλιο υποβάλλει στον Υπουργό εισήγηση για το διορισμό στη θέση του Διευθυντή του Γραφείου της ΑΔΕΕλΕΠ, προσώπου εγνωσμένου κύρους και ήθους, υψηλού επαγγελματικού επιπέδου με σχετική με τα καθήκοντα μόρφωση και πείρα.

(4) Ο Διευθυντής του Γραφείου της ΑΔΕΕλΕπ διορίζεται από το Υπουργικό Συμβούλιο μετά από εισήγηση του Υπουργού.

(5) Ο Διευθυντής του Γραφείου της ΑΔΕΕλΕπ διορίζεται για περίοδο έξι (6) ετών και δύναται να διορισθεί εκ νέου με απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου, μετά από εισήγηση του Υπουργού, για μία μόνο ακόμη εξαετή περίοδο.

(6) Η αντιμισθία του Διευθυντή του Γραφείου της ΑΔΕΕλΕπ και οι λοιποί όροι υπηρεσίας αυτού καθορίζονται από το Υπουργικό Συμβούλιο και εμπεριέχονται στο συμβόλαιο το οποίο συνάπτεται για το σκοπό αυτό με το επιλεγέν πρόσωπο και υπογράφεται από τον Υπουργό εκ μέρους του Υπουργικού Συμβουλίου.

(7) Ο Διευθυντής του Γραφείου της ΑΔΕΕλΕπ δεν επιτρέπεται να απασχολείται σε οποιαδήποτε άλλη εργασία επ’ αμοιβή κατά τη διάρκεια της περιόδου για την οποία διορίσθηκε.

(8) Ο Διευθυντής του Γραφείου της ΑΔΕΕλΕπ εκτελεί χρέη Γραμματέα του Διοικητικού Συμβουλίου.

(9) Σε περίπτωση απουσίας ή κωλύματος του Διευθυντή ή σε περίπτωση κένωσης της εν λόγω θέσης, χρέη Γραμματέα του Διοικητικού Συμβουλίου εκτελεί πρόσωπο το οποίο εργάζεται στο Γραφείο της ΑΔΕΕλΕπ και το οποίο ορίζεται για το σκοπό αυτό από το Διοικητικό Συμβούλιο πριν την έναρξη των εργασιών του.

Θητεία μελών του Διοικητικού Συμβουλίου

7. Η διάρκεια της θητείας των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου είναι εξαετής και δύναται να ανανεωθεί μόνο για μια ακόμη εξαετή περίοδο.

Κένωση θέσης μέλους του Διοικητικού Συμβουλίου

8.-(1) Η θέση μέλους του Διοικητικού Συμβουλίου θεωρείται κενή στις ακόλουθες περιπτώσεις:

(α) Σε περίπτωση θανάτου του˙

(β) σε περίπτωση παραίτησής του˙ ή

(γ) σε περίπτωση ανάκλησης του διορισμού του.

(2) Σε περίπτωση που θέση μέλους του Διοικητικού Συμβουλίου κενώνεται πριν τη λήξη της θητείας αυτού, στη θέση του διορίζεται άλλο πρόσωπο για το υπόλοιπο της θητείας αυτού, κατ’ αναλογίαν των προβλεπόμενων από τις διατάξεις του άρθρου 6.

Παραίτηση μέλους του Διοικητικού Συμβουλίου

9. Η παραίτηση οποιουδήποτε μέλους του Διοικητικού Συμβουλίου διενεργείται με την υποβολή της παραίτησης γραπτώς προς το Υπουργικό Συμβούλιο, ύστερα από σχετική ενημέρωση των υπόλοιπων μελών του Διοικητικού Συμβουλίου.

Ανάκληση διορισμού μέλους του Διοικητικού Συμβουλίου

10. Ο διορισμός οποιουδήποτε μέλους του Διοικητικού Συμβουλίου ανακαλείται από το Υπουργικό Συμβούλιο σε οποιαδήποτε από τις ακόλουθες περιπτώσεις:

(α) Σε περίπτωση καταδίκης για το αδίκημα της παράβασης της υποχρέωσης εχεμύθειας και τήρησης του επαγγελματικού απορρήτου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 17˙

(β) σε περίπτωση καταδίκης για αδίκημα ατιμωτικό ή που ενέχει ηθική αισχρότητα ή σε περίπτωση επιβολής της ποινής της φυλάκισης για τη διάπραξη οποιουδήποτε αδικήματος˙

(γ) κατόπιν πρότασης του Υπουργού, ύστερα από εισήγηση του Διοικητικού Συμβουλίου της ΑΔΕΕλΕπ, η οποία υποβάλλεται με τη σύμφωνη γνώμη πέντε (5) τουλάχιστον μελών αυτού.

Συνεδρίες του Διοικητικού Συμβουλίου

11.-(1) Ο Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου και, σε περίπτωση απουσίας ή άλλου προσωρινού κωλύματός αυτού ο Αντιπρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου, συγκαλεί τις συνεδρίες του Διοικητικού Συμβουλίου.

(2) Στις συνεδρίες του Διοικητικού Συμβουλίου προεδρεύει ο Πρόεδρος αυτού και σε περίπτωση απουσίας ή άλλου προσωρινού κωλύματος αυτού, ο Αντιπρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου.

(3) Ο προεδρεύων της συνεδρίας και τρία (3) άλλα μέλη παριστάμενα στη συνεδρία συνιστούν απαρτία, οι δε αποφάσεις λαμβάνονται κατά πλειοψηφία, ενώ περίπτωση ισοψηφίας επικρατεί η ψήφος του προεδρεύοντος.

Πειθαρχική Επιτροπή

12.-(1) Ο Υπουργός, μετά από εισήγηση του Διοικητικού Συμβουλίου, προτείνει στο Υπουργικό Συμβούλιο πρόσωπα εγνωσμένου κύρους και ήθους και υψηλού επαγγελματικού επιπέδου για διορισμό τους ως Προέδρου και Μελών της Πειθαρχικής Επιτροπής, η οποία ασκεί τις αρμοδιότητες, εξουσίες και τα καθήκοντα που προβλέπονται από τις διατάξεις του Μέρους XVI.

(2)(α) Η Πειθαρχική Επιτροπή συγκροτείται από τον Πρόεδρο και δύο άλλα μέλη.

(β) Ο Πρόεδρος της Πειθαρχικής Επιτροπής είναι είτε πρώην δικαστής, ο οποίος κατείχε τουλάχιστον την θέση Προέδρου Επαρχιακού Δικαστηρίου ή δικηγόρος έχων τα προσόντα για διορισμό στη θέση Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου.

(γ) Ένα μέλος της Πειθαρχικής Επιτροπής, πέραν των αναφερόμενων στις παραγράφους (α) και (δ), προέρχεται από οποιοδήποτε επάγγελμα πέραν του δικηγορικού ή του ελεγκτικού.

(δ) Ένα μέλος της Πειθαρχικής Επιτροπής, πέραν των αναφερόμενων στις παραγράφους (α) και (γ), είναι πρόσωπο μη ασκών το επάγγελμα, με ελεγκτική εμπειρία και κατάρτιση.

(3) Η θητεία των μελών της Πειθαρχικής Επιτροπής είναι τετραετής, με δυνατότητα επαναδιορισμού μόνο μια ακόμα τετραετή θητεία.

(4) Η θέση μέλους της Πειθαρχικής Επιτροπής θεωρείται κενή σε οποιαδήποτε από τις ακόλουθες περιπτώσεις:

(α) Σε περίπτωση θανάτου του˙

(β) σε περίπτωση παραίτησής του˙

(γ) σε περίπτωση ανάκλησης του διορισμού του.

(5) Σε περίπτωση που η θέση μέλους της Πειθαρχικής Επιτροπής είναι κενή πριν από τη λήξη της θητείας του, διορίζεται στη θέση του άλλο πρόσωπο για το υπόλοιπο της θητείας του απερχομένου μέλους κατά τα προβλεπόμενα στα εδάφια (1) και (2).

(6) Η παραίτηση μέλους της Πειθαρχικής Επιτροπής διενεργείται γραπτώς προς το Υπουργικό Συμβούλιο, μετά από σχετική ενημέρωση των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου.

(7) Ο διορισμός μέλους της Πειθαρχικής Επιτροπής, συμπεριλαμβανομένης και του Προέδρου της, ανακαλείται από το Υπουργικό Συμβούλιο σε οποιαδήποτε από τις ακόλουθες περιπτώσεις:

(α) Σε περίπτωση καταδίκης για το αδίκημα της παράβασης της υποχρέωσης εχεμύθειας και τήρησης του επαγγελματικού απορρήτου, κατά το άρθρο 17˙

(β) σε περίπτωση καταδίκης για αδίκημα ατιμωτικό ή που ενέχει ηθική αισχρότητα ή σε περίπτωση επιβολής της ποινής της φυλάκισης για τη διάπραξη οποιουδήποτε αδικήματος˙

(γ) κατόπιν πρότασης του Υπουργού, ύστερα από εισήγηση του Διοικητικού Συμβουλίου, η οποία υποβάλλεται με τη σύμφωνη γνώμη πέντε τουλάχιστον μελών αυτού.

Αμοιβή μελών του Διοικητικού Συμβουλίου και αποζημίωση μελών της Πειθαρχικής Επιτροπής

13.-(1) Στα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου καταβάλλεται αμοιβή ανά συνεδρία, το ύψος της οποίας ορίζεται από το Υπουργικό Συμβούλιο.

(2) Στα μέλη της Πειθαρχικής Επιτροπής καταβάλλεται αποζημίωση ανά συνεδρία, και επιπλέον για προετοιμασία και έκδοση αποφάσεων, όπως ήθελε υπολογιστεί από το Υπουργικό Συμβούλιο.

Εσωτερική οργάνωση της ΑΔΕΕλΕπ

14.-(1) Η ΑΔΕΕλΕπ διατηρεί Γραφείο με επαρκές προσωπικό σε αριθμούς και δομή, για την εκτέλεση των εποπτικών και πειθαρχικών λειτουργιών της.

(2) Το Διοικητικό Συμβούλιο της ΑΔΕΕλΕπ δύναται να προσλαμβάνει υπαλλήλους επί μονίμου ή προσωρινής βάσης κατά τα προβλεπόμενα σε κανονισμούς που εκδίδονται δυνάμει του παρόντος Νόμου.

(3) (α) Το Διοικητικό Συμβούλιο της ΑΔΕΕλΕπ ρυθμίζει την εσωτερική οργάνωση του γραφείου της ΑΔΕΕλΕπ, τη διοικητική της διάρθρωση και άλλα λειτουργικά και οργανωτικά θέματα.

(β) Τα καθήκοντα, ευθύνες και προσόντα των υπαλλήλων της ΑΔΕΕλΕπ καθορίζονται σε σχέδια υπηρεσίας που καταρτίζονται από το Διοικητικό Συμβούλιο της ΑΔΕΕλΕπ με Κανονισμούς που εγκρίνονται από το Υπουργικό Συμβούλιο και τη Βουλή των Αντιπροσώπων, σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 114.

(4)(α) Η ΑΔΕΕλΕπ δύναται να προσλαμβάνει επιθεωρητές για τη διενέργεια επιθεωρήσεων και εμπειρογνώμονες για το σκοπό της εκπλήρωσης ειδικών καθηκόντων ή/και όταν αυτό είναι σημαντικό για την ορθή εκτέλεση των καθηκόντων της ή/και όταν για την διενέργεια συγκεκριμένων επιθεωρήσεων δεν επαρκεί ο αριθμός των επιθεωρητών της ΑΔΕΕλΕπ ή/ και όταν για καλύτερη εκτέλεση των αρμοδιοτήτων, καθηκόντων και εξουσιών της απαιτείται εξειδικευμένη γνώση:

(β) Οι επιθεωρητές και εμπειρογνώμονες που προσλαμβάνονται από την ΑΔΕΕλΕπ, κατά την παράγραφο (α), δεν συμμετέχουν στη διαδικασία λήψης αποφάσεων από την ΑΔΕΕλΕπ.

(5)(α) Χωρίς επηρεασμό του Άρθρου 26 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 537/2014, η επιλογή των επιθεωρητών από την ΑΔΕΕλΕπ γίνεται με αντικειμενική διαδικασία που αποβλέπει στην αποφυγή κάθε σύγκρουσης συμφερόντων μεταξύ των επιθεωρητών και του επιθεωρούμενου νόμιμου ελεγκτή ή νόμιμου ελεγκτικού γραφείου.

(β) Για την επιλογή στην οποία αναφέρεται η παράγραφος (α), η ΑΔΕΕλΕπ εφαρμόζει τουλάχιστον τα ακόλουθα κριτήρια:

(i) Ο επιθεωρητής διαθέτει κατάλληλη επαγγελματική εκπαίδευση και σχετική πείρα στον υποχρεωτικό έλεγχο και τη χρηματοοικονομική πληροφόρηση, σε συνδυασμό με ειδική κατάρτιση σε επιθεωρήσεις διασφάλισης της ποιότητας˙

(ii) ένα πρόσωπο δεν επιτρέπεται να διενεργεί ως επιθεωρητής στο πλαίσιο επιθεώρησης έως ότου περάσουν τουλάχιστον τρία έτη από την στιγμή που το εν λόγω πρόσωπο παύει να είναι εταίρος ή υπάλληλος του επιθεωρούμενου νόμιμου ελεγκτή ή νόμιμου ελεγκτικού γραφείου ή να συνδέεται με άλλο τρόπο με τον επιθεωρούμενο νόμιμο ελεγκτή ή νόμιμο ελεγκτικό γραφείο˙

(iii) ο επιθεωρητής δηλώνει ότι δεν υφίσταται σύγκρουση συμφερόντων μεταξύ αυτού και του νόμιμου ελεγκτή ή του νόμιμου ελεγκτικού γραφείου που αποτελεί το αντικείμενο της επιθεώρησης˙

(iv) ένα πρόσωπο που είναι επαγγελματίας νόμιμος ελεγκτής ή απασχολείται ή συνδέεται με άλλο τρόπο με νόμιμο ελεγκτή ή νόμιμο ελεγκτικό γραφείο δεν επιτρέπεται να ενεργεί ως επιθεωρητής.

(6) Στην περίπτωση που η ΑΔΕΕλΕπ απασχολεί εμπειρογνώμονες για τη διενέργεια συγκεκριμένων επιθεωρήσεων ή/ και ερευνών, διασφαλίζει ότι δεν υφίσταται σύγκρουση συμφερόντων μεταξύ των εμπειρογνωμόνων αυτών και του συγκεκριμένου νόμιμου ελεγκτή ή νόμιμου ελεγκτικού γραφείου. Οι εν λόγω εμπειρογνώμονες πληρούν τις απαιτήσεις που προβλέπονται στην υποπαράγραφο (i) της παραγράφου (β) του εδαφίου (5).

Εξουσίες εποπτείας και διενέργειας ερευνών της ΑΔΕΕλΕπ

15. Τηρουμένου του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και χωρίς επηρεασμό του Άρθρου 23 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 537/2014, η ΑΔΕΕλΕπ, στο πλαίσιο άσκησης της εποπτείας της κατά τον παρόντα Νόμο, διαθέτει εξουσίες εποπτείας και διενέργειας ερευνών, οι οποίες περιλαμβάνουν τουλάχιστον την εξουσία-

(α) Πρόσβασης σε δεδομένα που συνδέονται με τα έγγραφα του υποχρεωτικού ελέγχου ή άλλα έγγραφα, που κατέχουν οι νόμιμοι ελεγκτές ή τα νόμιμα ελεγκτικά γραφεία υπό οποιαδήποτε μορφή, σχετικά με την εκτέλεση των καθηκόντων τους, και λήψης τέτοιων εγγράφων, βιβλίων, στοιχείων ή αντιγράφων τους˙ και

(β) απόκτησης πληροφοριών σχετικά με τον υποχρεωτικό έλεγχο από οποιοδήποτε πρόσωπο˙ και

(γ) διενέργειας επιτόπιων επιθεωρήσεων ποιότητας˙ και

(δ) παραπομπής θεμάτων για άσκηση ποινικής δίωξης˙ και

(ε) ανάθεσης σε εμπειρογνώμονες τη διενέργεια επαληθεύσεων ή ερευνών˙ και

(στ) λήψης των πειθαρχικών μέτρων και επιβολής πειθαρχικών κυρώσεων κατά το Μέρος ΧVI.

Έκταση ευθύνης μελών του Διοικητικού Συμβουλίου, της Πειθαρχικής Επιτροπής και άλλων προσώπων

16. Έκαστο μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου, της Πειθαρχικής Επιτροπής, του προσωπικού της ΑΔΕΕλΕπ, επιθεωρητής, εμπειρογνώμονας, εντεταλμένος επιθεωρητής και οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο ενεργών ως σύμβουλος ή κατ’ εντολή του Διοικητικού Συμβουλίου ή της Πειθαρχικής Επιτροπής, δεν υπέχει προσωπική ευθύνη για πράξεις ή παραλείψεις του κατά την άσκηση των εξουσιών, αρμοδιοτήτων ή καθηκόντων του, νοουμένου ότι ενεργεί καλή τη πίστει.

Υποχρέωση προς εχεμύθεια, τήρηση επαγγελματικού απορρήτου και δήλωση σύγκρουσης συμφέροντος

17.-(1) Χωρίς επηρεασμό του Άρθρου 22 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 537/2014, τα μέλη του Συμβουλίου ή πρόσωπο που διετέλεσε μέλος του Συμβουλίου ή πρόσωπο το οποίο ασκεί ή έχει ασκήσει δραστηριότητα στην ΑΔΕΕλΕπ σχετική με την άσκηση των αρμοδιοτήτων της ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο λαμβάνει γνώση ένεκα της θέσης του ή κατά την άσκηση των καθηκόντων του, οποιωνδήποτε πληροφοριών σχετικών με την άσκηση των αρμοδιοτήτων της ΑΔΕΕλΕπ, οι οποίες παρέχονται δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου, έχει υποχρέωση προς εχεμύθεια και προς τήρηση του επαγγελματικού απορρήτου και οφείλει να χρησιμοποιεί τις πληροφορίες αυτές αποκλειστικά για την άσκηση των καθηκόντων του και να μην τις κοινοποιεί, παρά μόνο στην έκταση που η κοινοποίησή τους είναι αναγκαία βάσει νομοθεσίας ή στα πλαίσια διοικητικής προσφυγής που αφορά την άσκηση των καθηκόντων του ή των αρμοδιοτήτων της ΑΔΕΕλΕπ ή εφόσον συνιστούν στοιχεία αποδεικτικά της διάπραξης ποινικού ή πειθαρχικού αδικήματος, ή ως προβλέπεται στο εδάφιο (2):

Νοείται ότι, οι εμπιστευτικές πληροφορίες που καλύπτονται από την υποχρέωση εχεμύθειας και τήρησης του επαγγελματικού απορρήτου δεν επιτρέπεται να γνωστοποιούνται σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο ή αρχή, με εξαίρεση αυτών που προβλέπονται στο εδάφιο (1) του άρθρου 25.

(2) Επιτρέπεται η ανακοίνωση εμπιστευτικών πληροφοριών από τα αναφερόμενα στο εδάφιο (1) πρόσωπα-

(α) Εφόσον η ΑΔΕΕλΕπ αποφασίσει ότι, για λόγους δημοσίου συμφέροντος ή διαφάνειας, επιβάλλεται να δημοσιοποιεί αυτούσια ή περιληπτικά οποιεσδήποτε αποφάσεις ή πορίσματα της που λαμβάνει ή συντάσσει αντίστοιχα δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου ή των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων κανονισμών και οδηγιών˙

(β) στο πλαίσιο κάθε αστικής ή ποινικής διαδικασίας, στην οποία η ΑΔΕΕλΕπ, ή οποιοδήποτε πρόσωπο ενεργεί εκ μέρους της, καλείται να δώσει μαρτυρία ενώπιον δικαστηρίου ή κατά τη λήψη καταθέσεων σε ποινική ή πειθαρχική διαδικασία˙

(γ) στο πλαίσιο που η ΑΔΕΕλΕπ προβαίνει σε καταγγελίες σε οποιεσδήποτε άλλες αρμόδιες αρχές, συνδέσμους, οργανισμούς ή σώματα στη Δημοκρατία ή στο εξωτερικό.

(3) Έκαστο μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου, της Πειθαρχικής Επιτροπής, του προσωπικού της ΑΔΕΕλΕπ, οι επιθεωρητές, οι εμπειρογνώμονες, οι εντεταλμένοι επιθεωρητές και οποιοδήποτε πρόσωπο ενεργεί ως σύμβουλος ή κατ΄ εντολή του Διοικητικού Συμβουλίου ή της Πειθαρχικής Επιτροπής έχουν υποχρέωση να αποκαλύπτουν οποιαδήποτε σύγκρουση συμφερόντων και να απέχουν από οποιαδήποτε διαδικασία ή απόφαση σε σχέση με αυτή.

(4) Πρόσωπο, το οποίο εν γνώσει του παραβιάζει υποχρέωση που προβλέπεται στο εδάφιο (1) ή (2) ή (3), διαπράττει ποινικό αδίκημα και υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα δύο έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις οκτώ χιλιάδες ευρώ (€8.000) ή σε αμφότερες τις ποινές και, προκειμένου περί υπαλλήλου της ΑΔΕΕλΕπ, η παραβίαση αυτή συνιστά πειθαρχικό αδίκημα που τιμωρείται μέχρι και με την ποινή της απόλυσής του από την υπηρεσία της ΑΔΕΕλΕπ:

Νοείται ότι, προκειμένου περί υπαλλήλου της δημόσιας υπηρεσίας, η τυχόν πειθαρχική δίωξή του ασκείται κατά τον περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμο.

Αρμοδιότητες της ΑΔΕΕλΕπ

18.-(1) Η ΑΔΕΕλΕπ, δια του Διοικητικού Συμβουλίου, έχει την ευθύνη για την εποπτεία -

(α) Της έγκρισης και εγγραφής των νόμιμων ελεγκτών και των νόμιμων ελεγκτικών γραφείων στο Δημόσιο Μητρώο˙ και

(β) της υιοθέτησης, από τους νόμιμους ελεγκτές και τα νόμιμα ελεγκτικά γραφεία, προτύπων όσον αφορά την επαγγελματική δεοντολογία, τον εσωτερικό έλεγχο ποιότητας των νόμιμων ελεγκτικών γραφείων και τους υποχρεωτικούς ελέγχους, εκτός εάν τα πρότυπα αυτά έχουν υιοθετηθεί ή εγκριθεί από αρχές άλλου κράτους μέλους˙ και

(γ) της συνεχούς εκπαίδευσης των νόμιμων ελεγκτών και των νόμιμων ελεγκτικών γραφείων˙ και

(δ) των συστημάτων διασφάλισης ποιότητας των νόμιμων ελεγκτών και των νόμιμων ελεγκτικών γραφείων˙ και

(ε) των διαδικασιών πειθαρχικής έρευνας και παραπομπής των νόμιμων ελεγκτών και των νόμιμων ελεγκτικών γραφείων σε πειθαρχική δίκη ενώπιον της Πειθαρχικής Επιτροπής ή άλλου υπεύθυνου οργάνου και γενικά της λειτουργίας του πειθαρχικού συστήματος.

(2) Το Διοικητικό Συμβούλιο δύναται να εκδίδει εγκυκλίους προς ρύθμιση κάθε ζητήματος που έχει σχέση ή συμβάλλει στην ομαλή λειτουργία της, για επίτευξη των σκοπών και αρμοδιοτήτων της.

(3) Χωρίς επηρεασμό του Άρθρου 24 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 537/2014, το Διοικητικό Συμβούλιο δύναται να εκχωρήσει οποιοδήποτε από τα καθήκοντά του που αναφέρονται στο εδάφιο (1) σε αναγνωρισμένα σώματα ελεγκτών της Δημοκρατίας ή σε άλλες αρχές, με εξαίρεση τα καθήκοντα που αφορούν -

(α) Στο σύστημα διασφάλισης της ποιότητας του ελέγχου νόμιμων ελεγκτών και νόμιμων ελεγκτικών γραφείων οντοτήτων δημοσίου συμφέροντος˙ και

(β) στις έρευνες που αφορούν νόμιμους ελεγκτές και νόμιμα ελεγκτικά γραφεία οντοτήτων δημοσίου συμφέροντος που απορρέουν από το εν λόγω σύστημα διασφάλισης της ποιότητας˙ και

(γ) στις πειθαρχικές κυρώσεις και μέτρα που συνδέονται με το σύστημα διασφάλισης της ποιότητας του ελέγχου και τις έρευνες των νόμιμων ελεγκτών και των νόμιμων ελεγκτικών γραφείων οντοτήτων δημοσίων συμφέροντος.

(4) Κατά παρέκκλιση του εδαφίου (3), η ΑΔΕΕλΕπ δύναται να αποφασίσει την ανάθεση των καθηκόντων που προβλέπονται στην παράγραφο (γ) του εδαφίου (3) του παρόντος άρθρου, σε αναγνωρισμένα σώματα ελεγκτών της Δημοκρατίας ή και σε άλλες αρχές και σε άλλα υπεύθυνα όργανα, εφόσον η πλειοψηφία των προσώπων που συμμετέχουν στη διοίκηση της οικείας αρχής ή του υπεύθυνου οργάνου είναι ανεξάρτητη του ελεγκτικού κλάδου.

(5) Η εκχώρηση οποιωνδήποτε καθηκόντων γίνεται με συμφωνία ανάθεσης αρμοδιοτήτων όπου διευκρινίζονται τα εκχωρημένα καθήκοντα και οι όροι υπό τους οποίους πρόκειται να διεκπεραιωθούν. Τα αναγνωρισμένα σώματα ελεγκτών της Δημοκρατίας και τα υπεύθυνα όργανα οργανώνονται ώστε να αποφεύγονται οι συγκρούσεις συμφερόντων.

(6) Όταν η ΑΔΕΕλΕπ εκχωρεί καθήκοντα σε αναγνωρισμένα σώματα ελεγκτών της Δημοκρατίας ή σε άλλες αρχές ή σε άλλα υπεύθυνα όργανα, δύναται να ανακαλεί τις αρμοδιότητες αυτές κατά περίπτωση και ειδικά όταν δεν τηρούνται οι όροι που αναφέρονται στη συμφωνία ανάθεσης αρμοδιοτήτων.

(7) Η ΑΔΕΕλΕπ δύναται, όποτε είναι αναγκαίο, να κινεί και να διεξάγει έρευνες σχετικά με νόμιμους ελεγκτές και νόμιμα ελεγκτικά γραφεία.

Χρηματοδότηση της ΑΔΕΕλΕπ

19.-(1) Η χρηματοδότηση της ΑΔΕΕλΕπ προέρχεται από -

(α) Τη Δημοκρατία, με την ετήσια καταβολή ποσού που αντιστοιχεί στο 20% των ετήσιων προβλεπόμενων εξόδων της ΑΔΕΕλΕπ,

(β) τα αναγνωρισμένα σώματα ελεγκτών της Δημοκρατίας, και

(γ) τους νόμιμους ελεγκτές και τα νόμιμα ελεγκτικά γραφεία της Δημοκρατίας που διενεργούν υποχρεωτικούς ελέγχους σε οντότητες δημοσίου συμφέροντος, και

(δ) τους νόμιμους ελεγκτές και τα νόμιμα ελεγκτικά γραφεία της Δημοκρατίας που δεν ανήκουν σε αναγνωρισμένα σώματα ελεγκτών της Δημοκρατίας,

ώστε να καλύπτεται επαρκώς η λειτουργία της.

(2) Το Διοικητικό Συμβούλιο αποφασίζει τον τρόπο υπολογισμού και καταβολής της ετήσιας συνεισφοράς των κατά το εδάφιο (1) χρηματοδοτών, άλλων από τη Δημοκρατία.

Είσπραξη διοικητικών προστίμων

20. Διοικητικό πρόστιμο, που επιβάλλεται από την Πειθαρχική Επιτροπή κατά τις διατάξεις του παρόντος Νόμου, λογίζεται έναντι των εσόδων του Πάγιου Ταμείου της Δημοκρατίας.

Οικονομικό έτος

21. Το οικονομικό έτος της ΑΔΕΕλΕπ αρχίζει την 1η Ιανουαρίου και λήγει την 31η Δεκεμβρίου κάθε έτους.

Οικονομικές καταστάσεις

22.-(1) Η ΑΔΕΕλΕπ υποβάλλει στον Υπουργό ετήσιες οικονομικές καταστάσεις, που καταρτίζονται σύμφωνα με τα Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα, εντός τεσσάρων μηνών, μετά το τέλος κάθε οικονομικού έτους.

(2) Οι κατά το εδάφιο (1) οικονομικές καταστάσεις υπογράφονται από τον Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου και υποβάλλονται στο Γενικό Ελεγκτή της Δημοκρατίας για έλεγχο εντός τεσσάρων μηνών μετά το τέλος κάθε οικονομικού έτους.

Ετοιμασία και υποβολή προϋπολογισμού

23.-(1) Η ΑΔΕΕλΕπ υποβάλλει για έγκριση στον Υπουργό τον ετήσιο προϋπολογισμό της για το επόμενο οικονομικό έτος.

(2) Ο προϋπολογισμός της ΑΔΕΕλΕπ κατατίθεται στη Βουλή των Αντιπροσώπων το αργότερο τρείς μήνες πριν από την έναρξη του οικονομικού έτους αναφοράς.

(3) Ο ετήσιος εγκεκριμένος προϋπολογισμός της ΑΔΕΕλΕπ δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, μετά την ψήφισή του από τη Βουλή των Αντιπροσώπων.

(4) Όταν η ΑΔΕΕλΕπ προτίθεται να αναθεωρήσει τον προϋπολογισμό της κατά τη διάρκεια ενός οικονομικού έτους, τα εδάφια (1), (2 και (3) εφαρμόζονται κατ’ αναλογία.

Διαφάνεια

24.-(1) Χωρίς επηρεασμό του Άρθρου 28 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 537/2014, η ΑΔΕΕλΕπ διασφαλίζει τη διαφάνεια, δημοσιεύοντας τουλάχιστον τα εξής:

(α) Ετήσιες εκθέσεις δραστηριότητας σχετικά με τα καθήκοντά της κατά τον παρόντα Νόμο˙

(β) ετήσια προγράμματα εργασιών σχετικά τα καθήκοντά της κατά τον παρόντα Νόμο˙

(γ) έκθεση επί των συνολικών αποτελεσμάτων του συστήματος διασφάλισης ποιότητας σε ετήσια βάση∙ η έκθεση αυτή περιλαμβάνει πληροφορίες σχετικά με τις εκδιδόμενες συστάσεις, παρακολούθηση των συστάσεων, ληφθέντα μέτρα εποπτείας και επιβεβλημένες κυρώσεις, ποσοτικές πληροφορίες και άλλες βασικές πληροφορίες απόδοσης για τους οικονομικούς πόρους και το προσωπικό, καθώς και για την αποδοτικότητα και την αποτελεσματικότητα του συστήματος διασφάλισης της ποιότητας·

(δ) το σύνολο των πληροφοριών σχετικά με τα ευρήματα και τα συμπεράσματα των επιθεωρήσεων που αναφέρονται στο Άρθρο 26, παράγραφος 6, του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 537/2014.

(2) Η ΑΔΕΕλΕπ δύναται να δημοσιεύει τα ευρήματα και τα συμπεράσματά της και σε επίπεδο νόμιμου ελεγκτή και νόμιμου ελεγκτικού γραφείου.

Ανταλλαγή πληροφοριών

25.-(1) Η ΑΔΕΕλΕπ, η Κεντρική Τράπεζα, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, ο Έφορος Ασφαλίσεων, ο Έφορος Φορολογίας, το Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου και τα αναγνωρισμένα σώματα ελεγκτών της Δημοκρατίας συνεργάζονται για την αποτελεσματική άσκηση των αρμοδιοτήτων τους. Η ΑΔΕΕλΕπ δύναται να λαμβάνει από και να διαβιβάζει στους προαναφερόμενους στο παρόν εδάφιο πληροφορίες ή στοιχεία που είναι χρήσιμα για το έργο αυτής ή αυτών.

(2) Στις περιπτώσεις που καταρτίζονται κοινές ομάδες εργασίας για την εξέταση θεμάτων κοινού ενδιαφέροντος με τους αναφερόμενους στο εδάφιο (1) φορείς, αυτό γίνεται με την υπογραφή πρωτοκόλλων συμφωνίας μεταξύ των αναφερόμενων στο εδάφιο (1) αρχών και αναγνωρισμένων σωμάτων ελεγκτών της Δημοκρατίας.

ΜΕΡΟΣ IV ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΟΠΤΕΙΑ ΚΑΙ ΡΥΘΜΙΣΤΙΚΗ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ ΜΕΤΑΞΥ ΚΡΑΤΩΝ ΜΕΛΩΝ
Συνεργασία μεταξύ εποπτικών αρχών κρατών μελών

26. H ΑΔΕΕλΕπ είναι η αρμόδια αρχή της Δημοκρατίας στην οποία απευθύνονται οι αρχές δημόσιας εποπτείας των άλλων κρατών μελών για θέματα συνδρομής στα αντικείμενα της αρμοδιότητας της.

Αμοιβαία αναγνώριση των ρυθμιστικών διατάξεων των κρατών μελών

27.-(1) Είναι σεβαστή η αρχή της κανονιστικής και εποπτικής αρμοδιότητας άλλου κράτους μέλους στο οποίο έλαβε επαγγελματική άδεια ο νόμιμος ελεγκτής ή το νόμιμο ελεγκτικό γραφείο και στο οποίο βρίσκεται η καταστατική έδρα της ελεγχόμενης οντότητας.

(2) Χωρίς επηρεασμό του εδαφίου (1), τα εγκεκριμένα σε άλλο κράτος μέλος νόμιμα ελεγκτικά γραφεία, τα οποία εκτελούν ελεγκτικές υπηρεσίες στην Δημοκρατία σύμφωνα με το άρθρο 38, υπόκεινται σε επιθεώρηση διασφάλισης της ποιότητας στο κράτος μέλος καταγωγής τους και σε εποπτεία στη Δημοκρατία.

(3) Στην περίπτωση υποχρεωτικού ελέγχου ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων, που απαιτείται από τη Δημοκρατία, η ΑΔΕΕλΕπ δεν μπορεί να επιβάλλει, στον νόμιμο ελεγκτή ή νόμιμο ελεγκτικό γραφείο που διενεργεί τον υποχρεωτικό έλεγχο θυγατρικής που έχει συσταθεί σε άλλο κράτος μέλος, συμπληρωματικές απαιτήσεις όσον αφορά την εγγραφή στο Δημόσιο Μητρώο, την επιθεώρηση διασφάλισης της ποιότητας, τα ελεγκτικά πρότυπα, την επαγγελματική δεοντολογία και την ανεξαρτησία.

(4) Στην περίπτωση εταιρείας με καταστατική έδρα σε άλλο κράτος μέλος, τα χρεόγραφα της οποίας έχουν εισαχθεί προς διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενη αγορά στη Δημοκρατία, δεν επιβάλλονται συμπληρωματικές απαιτήσεις όσον αφορά τον υποχρεωτικό έλεγχο σε σχέση με την εγγραφή στο Δημόσιο Μητρώο, την επιθεώρηση διασφάλισης της ποιότητας, τα ελεγκτικά πρότυπα, την επαγγελματική δεοντολογία και την ανεξαρτησία σε νόμιμους ελεγκτές ή νόμιμα ελεγκτικά γραφεία που διενεργούν τον υποχρεωτικό έλεγχο ετήσιων ή ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων της επιχείρησης αυτής.

(5) Νόμιμος ελεγκτής ή νόμιμο ελεγκτικό γραφείο που αποκτά επαγγελματική άδεια στη Δημοκρατία σύμφωνα με το άρθρο 35, 40, ή 47 και παρέχει εκθέσεις ελέγχου όσον αφορά τις ετήσιες οικονομικές καταστάσεις ή ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις που αναφέρονται στο εδάφιο (1) του άρθρου 55 υπάγεται στα συστήματα εποπτείας, στα συστήματα για τη διασφάλιση της ποιότητας και στο πειθαρχικό σύστημα της Δημοκρατίας.

Επαγγελματικό απόρρητο και ρυθμιστική συνεργασία των κρατών μελών

28.-(1) Η ΑΔΕΕλΕπ συνεργάζεται με σχετικές Ευρωπαϊκές Εποπτικές Αρχές όταν απαιτείται για το σκοπό της εκπλήρωσης των αντίστοιχων αρμοδιοτήτων και καθηκόντων τους δυνάμει του παρόντος Νόμου και του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 537/2014. Η ΑΔΕΕλΕπ επικουρεί τις αρμόδιες αρχές άλλων κρατών μελών και τις Ευρωπαϊκές Εποπτικές Αρχές. Ειδικότερα, η ΑΔΕΕλΕπ ανταλλάσσει πληροφορίες, στο πλαίσιο ερευνών που αφορούν υποχρεωτικούς ελέγχους.

(2)Κάθε πρόσωπο -

(α) Που εργάζεται ή έχει εργαστεί, συνεργάζεται ή έχει συνεργαστεί με την ΑΔΕΕλΕπ, ή

(β) που εργάζεται ή έχει εργαστεί, συνεργάζεται ή έχει συνεργαστεί με υπεύθυνο όργανο στο οποίο η ΑΔΕΕλΕπ έχει αναθέσει αρμοδιότητα,

υποχρεούται να μην γνωστοποιεί πληροφορίες ή στοιχεία που περιήλθαν σε γνώση του κατά την άσκηση των καθηκόντων του ή ως αποτέλεσμα της συνεργασίας του με την ΑΔΕΕλΕπ, παρεκτός σύμφωνα με το εδάφιο (3).

(3) Οι πληροφορίες που καλύπτονται από το κατά το εδάφιο (2) επαγγελματικό απόρρητο δεν δύναται να αποκαλύπτονται σε πρόσωπα ή αρχές χωρίς την έγκριση της ΑΔΕΕλΕπ, συμπεριλαμβανομένων των εποπτικών αρχών που αναφέρονται στο άρθρο 25.

(4) Τα εδάφια (2) και (3) δεν παρεμποδίζουν την ΑΔΕΕλΕπ να ανταλλάσσει εμπιστευτικές πληροφορίες με τις αρχές άλλων κρατών μελών.

(5)(α) Σε περίπτωση που της υποβληθεί αίτηση για διαβίβαση πληροφοριών, από αρμόδια αρχή άλλου κράτους μέλους κατά το Άρθρο 36, παράγραφος 4, της Οδηγίας 2006/43/ΕΚ, η ΑΔΕΕλΕπ ενεργεί σύμφωνα με το εν λόγω Άρθρο.

(β) Σε περίπτωση που αρμόδια αρχή άλλου κράτους μέλους διαβιβάσει πληροφορίες στην ΑΔΕΕλΕπ, κατόπιν αίτησης της τελευταίας κατά το Άρθρο 36, παράγραφος 4, της Οδηγίας 2006/43/ΕΚ, οι πληροφορίες αυτές καλύπτονται από το κατά το εδάφιο (2) και (3) επαγγελματικό απόρρητο.

(6) Εάν η ΑΔΕΕλΕπ αδυνατεί να παράσχει τις αιτούμενες πληροφορίες χωρίς υπερβολική καθυστέρηση, ενημερώνει σχετικά την αιτούσα αρμόδια αρχή του άλλου κράτους μέλους, αναφέροντας τους λόγους για την καθυστέρηση παροχής πληροφοριών.

(7)Η ΑΔΕΕλΕπ δύναται να αρνηθεί να απαντήσει σε αίτηση παροχής πληροφοριών εάν -

(α) Η χορήγηση των πληροφοριών ενδέχεται να προσβάλει την κυριαρχία, την ασφάλεια ή τη δημόσια τάξη της Δημοκρατίας˙ ή

(β) έχει ήδη κινηθεί διαδικασία για τα ίδια πραγματικά περιστατικά και κατά των ίδιων νόμιμων ελεγκτών ή νόμιμων ελεγκτικών γραφείων ενώπιον των δικαστηρίων της Δημοκρατίας˙ ή

(γ) έχει ήδη εκδοθεί δικαστική απόφαση για τα ίδια πραγματικά περιστατικά και για τα ίδια πρόσωπα, βάσει του Άρθρου 146 του Συντάγματος.

(8) Τηρουμένων των υποχρεώσεων εκ της ποινικής δικονομίας, οι λαμβανόμενες από την ΑΔΕΕλΕπ πληροφορίες κατά το εδάφιο (1) χρησιμοποιούνται αποκλειστικά για την άσκηση των αρμοδιοτήτων της κατά τον παρόντα Νόμο ή τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 537/2014 και για την εκτέλεση διοικητικών ή δικαστικών διαδικασιών που ένδικα, σχετίζονται με την άσκηση των αρμοδιοτήτων αυτών.

(9) Η ΑΔΕΕλΕπ δύναται να διαβιβάζει στις κεντρικές τράπεζες, το Ευρωπαϊκό Σύστημα Κεντρικών Τραπεζών και την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, με την ιδιότητά τους ως νομισματικές αρχές, καθώς και στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Συστημικού Κινδύνου, εμπιστευτικές πληροφορίες που προορίζονται για την άσκηση των καθηκόντων τους.

Οι εν λόγω αρχές ή όργανα δύνανται να κοινοποιούν στην ΑΔΕΕλΕπ πληροφορίες οι οποίες δυνατό να χρειάζονται για την άσκηση των καθηκόντων της κατά τον παρόντα Νόμο.

(10) Σε περίπτωση που η ΑΔΕΕλΕπ διαπιστώσει ότι διαπράττονται ή έχουν διαπραχθεί στο έδαφος άλλου κράτους μέλους πράξεις αντίθετες της Οδηγίας 2006/43/ΕΚ, οφείλει να το ανακοινώσει και να το γνωστοποιήσει με λεπτομερή τρόπο στην αρμόδια αρχή του άλλου κράτους μέλους.

(11) Εάν η ΑΔΕΕλΕπ ενημερωθεί από αρμόδια αρχή άλλου κράτους μέλους κατά το Άρθρο 36, παράγραφος 5, της Οδηγίας 2006/43/ΕΚ, υποχρεούται να λάβει κατάλληλα μέτρα και να ενημερώσει αυτή την αρμόδια αρχή άλλου κράτους μέλους σχετικά με τα αποτελέσματα της παρέμβασης της τελευταίας και, στο μέτρο του δυνατού, για τις κυριότερες ενδιάμεσες εξελίξεις.

(12) Τηρουμένου του εδαφίου (13), σε περίπτωση που αρμόδια αρχή άλλου κράτους μέλους ζητήσει από την ΑΔΕΕλΕπ, κατά το Άρθρο 36, παράγραφος 6, της Οδηγίας 2006/43/ΕΚ, τη διενέργεια έρευνας από την ΑΔΕΕλΕπ στη Δημοκρατία ή/και όπως μέλη του προσωπικού της αυτής της αρμόδιας αρχής άλλου κράτους μέλους συνοδεύσουν το προσωπικό της ΑΔΕΕλΕπ κατά τη διενέργεια της έρευνας, η διεξαγόμενη έρευνα τελεί πάντοτε υπό τον πλήρη έλεγχο της ΑΔΕΕλΕπ.

(13) Η ΑΔΕΕλΕπ δύναται να αρνηθεί τη διενέργεια έρευνας στη Δημοκρατία ή τη συμμετοχή στην έρευνα προσωπικού αρμόδιας αρχής άλλου κράτους μέλους που της ζητείται κατά το Άρθρο 36, παράγραφος 6, της Οδηγίας 2006/43/ΕΚ, στις περιπτώσεις όπου -

(α) Η έρευνα ενδέχεται να προσβάλει την κυριαρχία, την ασφάλεια ή τη δημόσια τάξη της Δημοκρατίας˙ ή

(β) έχει ήδη κινηθεί δικαστική διαδικασία για τα ίδια πραγματικά περιστατικά και κατά των ιδίων προσώπων ενώπιον των δικαστηρίων της Δημοκρατίας˙ ή

(γ) έχει εκδοθεί δικαστική απόφαση για τα ίδια πραγματικά περιστατικά και για τα ίδια πρόσωπα, βάσει του Άρθρου 146 του Συντάγματος.

(14) Πρόσωπο, το οποίο εν γνώσει του παραβιάζει την υποχρέωση που προβλέπεται στο εδάφιο (1), διαπράττει ποινικό αδίκημα και υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα δύο έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις οκτώ χιλιάδες ευρώ ή σε αμφότερες τις ποινές και, προκειμένου περί υπαλλήλου της ΑΔΕΕλΕπ, η παραβίαση αυτή συνιστά πειθαρχικό αδίκημα που τιμωρείται μέχρι και με την ποινή της απόλυσής του από την υπηρεσία της ΑΔΕΕλΕπ:

Νοείται ότι προκειμένου περί υπαλλήλου της δημόσιας υπηρεσίας, η τυχόν πειθαρχική δίωξη ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμου.

ΜΕΡΟΣ V ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ ΜΕ ΑΡΜΟΔΙΕΣ ΑΡΧΕΣ ΤΡΙΤΩΝ ΧΩΡΩΝ
Συνεργασία με τις αρμόδιες αρχές τρίτων χωρών

29.-(1) Η ΑΔΕΕλΕπ δύναται να προβεί στη διαβίβαση, στις αρμόδιες αρχές τρίτης χώρας, των φύλλων εργασίας του ελέγχου ή άλλων εγγράφων που βρίσκονται στην κατοχή νόμιμων ελεγκτών ή νόμιμων ελεγκτικών γραφείων στους οποίους έχουν χορηγήσει άδεια καθώς και των εκθέσεων επιθεώρησης ή έρευνας που αφορούν τους εν λόγω ελέγχους, υπό τους ακόλουθους όρους:

(α) Τα εν λόγω φύλλα εργασίας του ελέγχου ή τα άλλα έγγραφα αφορούν ελέγχους εταιρειών που έχουν εκδώσει κινητές αξίες σε αυτή την τρίτη χώρα ή μετέχουν σε όμιλο που εκδίδει υποχρεωτικές ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις σε αυτήν την τρίτη χώρα·

(β) η διαβίβαση γίνεται μέσω της ΑΔΕΕλΕπ στις αρμόδιες αρχές αυτής της τρίτης χώρας, ύστερα από αιτιολογημένη αίτησή τους·

(γ) οι αρμόδιες αρχές αυτής της τρίτης χώρας πληρούν απαιτήσεις που έχουν αναγνωριστεί κατάλληλες σύμφωνα με τα εδάφια (3) και (4)˙

(δ) η ΑΔΕΕλΕπ και οι άλλες εμπλεκόμενες αρμόδιες αρχές αυτής της τρίτης χώρας έχουν συνάψει συμφωνίες συνεργασίας˙

(ε) η μεταφορά προσωπικών δεδομένων σε τρίτη χώρα είναι σύμφωνη με το άρθρο 9 του περί Επεξεργασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (Προστασία του Ατόμου) Νόμου.

(2) Οι συμφωνίες συνεργασίας που αναφέρονται στην παράγραφο (δ) του εδαφίου (1) του παρόντος άρθρου εξασφαλίζουν ότι -

(α) Οι αρμόδιες αρχές της τρίτης χώρας αιτιολογούν την αίτηση διαβίβασης των φύλλων εργασίας του ελέγχου και των άλλων εγγράφων·

(β) τα πρόσωπα που απασχολούνται ή απασχολήθηκαν από τις αρμόδιες αρχές της τρίτης χώρας που έλαβε τις πληροφορίες υπόκεινται σε υποχρέωση επαγγελματικού απορρήτου·

(γ) δεν τίθεται σε κίνδυνο η προστασία των εμπορικών συμφερόντων της ελεγχόμενης οντότητας, συμπεριλαμβανομένων των δικαιωμάτων βιομηχανικής και πνευματικής ιδιοκτησίας·

(δ) οι αρμόδιες αρχές της τρίτης χώρας δύνανται να χρησιμοποιήσουν τα φύλλα εργασίας του ελέγχου και τα άλλα έγγραφα μόνο για την άσκηση καθηκόντων δημόσιας εποπτείας, διασφάλισης ποιότητας και ερευνών που πληρούν απαιτήσεις ισοδύναμες με εκείνες των Μερών III, ΧΙΙ και XVI˙

(ε) η αίτηση αρμόδιας αρχής τρίτης χώρας για διαβίβαση φύλλων εργασίας του ελέγχου ή άλλων εγγράφων που βρίσκονται στην κατοχή νόμιμου ελεγκτή ή νόμιμου ελεγκτικού γραφείου δύναται να απορριφθεί -

(i) εάν η διαβίβαση ενδέχεται να προσβάλει την κυριαρχία, την ασφάλεια ή τη δημόσια τάξη της Ευρωπαϊκής Κοινότητας ή της Δημοκρατίας˙

(ii) εάν έχει ήδη κινηθεί δικαστική διαδικασία για τα ίδια πραγματικά περιστατικά και κατά των ιδίων προσώπων ενώπιον των δικαστηρίων της Δημοκρατίας˙

(iii) εάν οι ίδιοι νόμιμοι ελεγκτές ή τα νόμιμα ελεγκτικά γραφεία έχουν ήδη κριθεί τελεσίδικα για τα ίδια πραγματικά περιστατικά από τις αρμόδιες αρχές της Δημοκρατίας.

(3) Η ΑΔΕΕλΕπ λαμβάνει όλα τα αναγκαία μέτρα για τη συμμόρφωσή της προς απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής η οποία αναφέρεται στο Άρθρο 47, παράγραφος 3, της Οδηγίας 2006/43/ΕΚ.

(4) Σε εξαιρετικές περιπτώσεις και κατά παρέκκλιση από το εδάφιο (1) του παρόντος άρθρου, η ΑΔΕΕλΕπ δύναται να επιτρέψει στους νόμιμους ελεγκτές και στα νόμιμα ελεγκτικά γραφεία στα οποία έχει χορηγήσει άδεια να διαβιβάσουν φύλλα εργασίας ελέγχου και άλλα έγγραφα απευθείας στις αρμόδιες αρχές τρίτης χώρας, εφόσον -

(α) Οι έρευνες κινήθηκαν από τις αρμόδιες αρχές της εν λόγω τρίτης χώρας˙ και

(β) η διαβίβαση δεν αντιβαίνει προς τις υποχρεώσεις που υπέχουν οι νόμιμοι ελεγκτές και τα νόμιμα ελεγκτικά γραφεία ως προς τη διαβίβαση φύλλων εργασίας ελέγχου ή άλλων εγγράφων στις αρμόδιες αρχές της Δημοκρατίας˙ και

(γ) υπάρχουν συμφωνίες συνεργασίας με τις αρμόδιες αρχές της τρίτης χώρας οι οποίες παρέχουν στην ΑΔΕΕλΕπ αμοιβαία και άμεση πρόσβαση στα φύλλα εργασίας του ελέγχου και σε άλλα έγγραφα των ελεγκτικών οντοτήτων της τρίτης χώρας· και

(δ) η αιτούσα αρμόδια αρχή της τρίτης χώρας πληροφορεί εκ των προτέρων την ΑΔΕΕλΕπ για κάθε αίτηση παροχής πληροφοριών που υποβάλλεται απευθείας και αναφέρει τους σχετικούς λόγους· και

(ε) πληρούνται οι όροι του εδαφίου (2).

(5) Η ΑΔΕΕλΕπ ανακοινώνει στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή τις συμφωνίες συνεργασίας που αναφέρονται στα εδάφια (1) και (4).

ΜΕΡΟΣ VI ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ ΣΩΜΑΤΟΣ ΕΛΕΓΚΤΩΝ
Αναγνώριση σώματος ελεγκτών

30.-(1) Το Υπουργικό Συμβούλιο, μετά από εισήγηση της ΑΔΕΕλΕπ, δύναται να αναγνωρίσει σώμα ελεγκτών, εάν ικανοποιηθεί ότι το σώμα αυτό -

(α) Εφαρμόζει, για τη χορήγηση άδειας στα μέλη του, τα αναφερόμενα στα άρθρα 33 έως και 48, ελάχιστα κριτήρια ως προς το επίπεδο προσόντων, γνώσεων και εκπαίδευσης˙ και

(β) διασφαλίζει ότι τα μέλη του τηρούν το απαιτούμενο από το Μέρος Χ επίπεδο επαγγελματικής δεοντολογίας, ανεξαρτησίας, αντικειμενικότητας, εμπιστευτικότητας, επαγγελματικού απορρήτου και τις απαιτήσεις του ιδίου Μέρους αναφορικά με την αμοιβή˙ και

(γ) εφαρμόζει αποδεδειγμένα κώδικα συμπεριφοράς, κανόνες πρακτικής και πειθαρχικής διαδικασίας των μελών του˙ και

(δ) υπόκειται σε σύστημα δημόσιας εποπτείας κατά το Μέρος ΧΙI˙ και

(ε) έχει τη διοικητική ικανότητα και οικονομική επάρκεια ώστε να επιτελεί τα καθήκοντα και τις αρμοδιότητες του και ιδιαίτερα να ασκεί εποπτικό ρόλο στα μέλη του.

(2) Το Υπουργικό Συμβούλιο, μετά από εισήγηση της ΑΔΕΕλΕπ, δύναται να επιβάλει, κατά την αναγνώριση σώματος ελεγκτών, τέτοιους όρους και προϋποθέσεις που το ίδιο κρίνει σκόπιμο, ώστε να διασφαλίσει την εφαρμογή των προϋποθέσεων του εδαφίου (1).

Διαδικασία για αναγνώριση σώματος ελεγκτών

31.-(1) Σώμα ελεγκτών, το οποίο επιδιώκει να τύχει αναγνώρισης δυνάμει του άρθρου 30, υποβάλλει σχετική αίτηση προς την ΑΔΕΕλΕπ.

(2) Η αίτηση συνοδεύεται από στοιχεία και πληροφορίες που η ΑΔΕΕλΕπ ορίζει με βάση απόφασή της και που διασφαλίζουν την εφαρμογή των όρων και προϋποθέσεων κατά το άρθρο 30.

(3) Κάθε αίτηση συνοδεύεται από πιστό αντίγραφο των εσωτερικών κανονισμών του σώματος ελεγκτών στο οποίο αφορά η αίτηση.

(4) Μετά τη λήψη αίτησης, κατά τα εδάφια (1) και (2), και προτού καταλήξει σε απόφαση, η ΑΔΕΕλΕπ δύναται να απαιτήσει την προσκόμιση επιπρόσθετων στοιχείων και πληροφοριών εντός τριών μηνών.

(5) Οποιεσδήποτε πληροφορίες ή στοιχεία τα οποία προσκομίζονται στην ΑΔΕΕλΕπ δυνάμει του παρόντος άρθρου υποβάλλονται γραπτώς.

(6) Τηρουμένου του άρθρου 30, εντός τριών μηνών από την προσκόμιση όλων των στοιχείων, η ΑΔΕΕλΕπ δύναται να υποβάλει στο Υπουργικό Συμβούλιο εισήγηση για έγκριση της αίτησης που υποβάλλεται δυνάμει του παρόντος άρθρου, είτε προς αναγνώριση του αιτούντος σώματος, είτε προς απόρριψη της αίτησης, κοινοποιώντας γραπτώς στο αιτούν σώμα την εισήγησή της και παραθέτοντας ταυτόχρονα τους τυχόν εισηγούμενους λόγους απόρριψης της αίτησης.

(7) Σε περίπτωση που το Υπουργικό Συμβούλιο προτίθεται να απορρίψει αίτηση για αναγνώριση σώματος ελεγκτών και δεν υπάρχει άλλη αίτηση για αναγνώριση ή άλλο ήδη εγγεγραμμένο σώμα, εφαρμόζονται κατ’ αναλογία οι διατάξεις του εδαφίου (4) του άρθρου 32.

Αφαίρεση άδειας σώματος ελεγκτών

32.-(1) Το Διοικητικό Συμβούλιο της ΑΔΕΕλΕπ δύναται να εισηγηθεί στο Υπουργικό Συμβούλιο να ανακαλέσει αναγνώριση σώματος ελεγκτών, εφόσον διαπιστώσει ότι το σώμα ελεγκτών δεν ικανοποιεί οποιεσδήποτε από τις απαιτήσεις του άρθρου 30.

(2) Το Υπουργικό Συμβούλιο, προτού ανακαλέσει άδεια σώματος ελεγκτών, οφείλει -

(α) Να δώσει γραπτώς ειδοποίηση στο επηρεαζόμενο σώμα σχετικά με την πρόθεσή του και τους λόγους για τους οποίους προτίθεται να εξετάσει τέτοιο ζήτημα˙ και

(β) να λάβει τέτοια μέτρα τα οποία ήθελε κρίνει ευλόγως πρακτικά για να φέρει την εν λόγω πρόθεσή του σε γνώση όλων των προσώπων που κατά τη γνώμη του ενδέχεται να επηρεαστούν από τη λήψη της εν λόγω απόφασης.

(3) Το σώμα ελεγκτών στο οποίο δίδεται ειδοποίηση δυνάμει του εδαφίου (2) του παρόντος άρθρου ή οποιοδήποτε επηρεαζόμενο πρόσωπο δύναται, εντός έξι μηνών από την ημερομηνία της ειδοποίησης, να προβεί σε γραπτές παραστάσεις προς το Υπουργικό Συμβούλιο μέσω της ΑΔΕΕλΕπ, οι οποίες λαμβάνονται δεόντως υπόψη από το Υπουργικό Συμβούλιο πριν καταλήξει στην απόφασή του.

(4) Προτού ανακαλέσει την επαγγελματική άδεια του αναγνωρισμένου σώματος ελεγκτών, το Υπουργικό Συμβούλιο δύναται να παραχωρήσει διάστημα μέχρι έξι μηνών ώστε εντός αυτού το αναγνωρισμένο σώμα ελεγκτών να συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις του άρθρου 30. Εάν παρέλθει ο παραχωρηθείς χρόνος χωρίς συμμόρφωση των απαιτήσεων του άρθρου 30, το Υπουργικό Συμβούλιο ανακαλεί την άδεια.

(5) Απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου για ανάκληση άδειας σώματος ελεγκτών -

(α) Κοινοποιείται στο εν λόγω σώμα και σε όλα τα επηρεαζόμενα πρόσωπα˙ και

(β) δυνατό να περιέχει τέτοιες μεταβατικές πρόνοιες, όπως το Υπουργικό Συμβούλιο θεωρεί απαραίτητες∙ τέτοιες πρόνοιες είναι ιδίως απαραίτητες στην περίπτωση που το σώμα ελεγκτών του οποίου η άδεια ανακαλείται είναι το μοναδικό σώμα που είναι αναγνωρισμένο κατά τον παρόντα Νόμο.

(6) Η ΑΔΕΕλΕπ -

(α) Δύναται, στις περιπτώσεις ανάκλησης άδειας σώματος ελεγκτών, ή

(β) οφείλει, στην περίπτωση ανάκλησης άδειας σώματος ελεγκτών που είναι το μοναδικό σώμα που είναι αναγνωρισμένο δυνάμει του παρόντος Νόμου˙

να αναλάβει η ίδια να ορίσει υπεύθυνο όργανο το οποίο θα αναλάβει όλες ή ορισμένες από τις αρμοδιότητες του σώματος αυτού προσωρινά, μέχρις ότου τύχει αναγνώρισης άλλο σώμα ελεγκτών, περιλαμβανομένου και του σώματος η άδεια του οποίου ανακλήθηκε.

Το παρόν εδάφιο εφαρμόζεται κατ’ αναλογία στις περιπτώσεις όπου αίτηση για αναγνώριση σώματος ελεγκτών απορρίπτεται, νοουμένου ότι δεν υπάρχει άλλη παρόμοια αίτηση από άλλο σώμα ή δεν υπάρχει άλλο αναγνωρισμένο σώμα ελεγκτών.

ΜΕΡΟΣ VΙI ΧΟΡΗΓΗΣΗ ΑΔΕΙΑΣ, ΣΥΝΕΧΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΚΑΙ ΑΜΟΙΒΑΙΑ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ
Χορήγηση επαγγελματικής άδειας

33.-(1) Ο υποχρεωτικός έλεγχος διενεργείται μόνο από νόμιμους ελεγκτές ή νόμιμα ελεγκτικά γραφεία που έχουν εξασφαλίσει επαγγελματική άδεια δυνάμει του παρόντος Νόμου.

(2) Αρμόδια Αρχή για την χορήγηση επαγγελματικής άδειας νόμιμου ελεγκτή ή νόμιμου ελεγκτικού γραφείου στη Δημοκρατία ορίζεται η ΑΔΕΕλΕπ.

(3) Στην επαγγελματική άδεια που χορηγείται -

(α) Ο νόμιμος ελεγκτής αναφέρεται ως «Εγκεκριμένος Λογιστής και Εγγεγραμμένος Ελεγκτής»˙

(β) το νόμιμο ελεγκτικό γραφείο αναφέρεται ως «Εγκεκριμένοι Λογιστές και Εγγεγραμμένοι Ελεγκτές».

Εχέγγυα εντιμότητας

34. Το Διοικητικό Συμβούλιο δύναται να χορηγεί επαγγελματική άδεια μόνο σε φυσικά πρόσωπα ή ελεγκτικά γραφεία που διαθέτουν τα απαιτούμενα εχέγγυα εντιμότητας.

Χορήγηση επαγγελματικής άδειας σε ελεγκτικά γραφεία

35.-(1) Τηρουμένου του άρθρου 34, το Διοικητικό Συμβούλιο δύναται να χορηγήσει επαγγελματική άδεια νόμιμου ελεγκτικού γραφείου μόνο στις οντότητες που πληρούν σωρευτικά τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

(α) Τα φυσικά πρόσωπα που διενεργούν υποχρεωτικούς ελέγχους για λογαριασμό ελεγκτικού γραφείου πρέπει να έχουν λάβει επαγγελματική άδεια νόμιμου ελεγκτή στη Δημοκρατία βάσει του άρθρου 40˙

(β) η πλειοψηφία των δικαιωμάτων ψήφου σε μια οντότητα πρέπει να κατέχεται είτε από ελεγκτικά γραφεία στα οποία έχει χορηγηθεί άδεια σε οποιοδήποτε κράτος μέλος είτε από φυσικά πρόσωπα τα οποία πληρούν τουλάχιστον τις απαιτήσεις των άρθρων 34 και 40 έως 44˙

(γ) μια πλειοψηφία, έως 75% κατ’ ανώτατο όριο, των ομόρρυθμων εταίρων σε περίπτωση συνεταιρισμού, ή των μελών του διοικητικού συμβουλίου σε περίπτωση εταιρείας, ή των μελών του διοικητικού ή διαχειριστικού οργάνου σε περίπτωση άλλου είδους νομικού προσώπου ή οντότητας, πρέπει να είναι είτε ελεγκτικά γραφεία στα οποία έχει χορηγηθεί άδεια σε οποιοδήποτε κράτος μέλος είτε φυσικά πρόσωπα τα οποία πληρούν τουλάχιστον τις απαιτήσεις των άρθρων 40 έως 44:

Νοείται ότι, εάν οι ομόρρυθμοι εταίροι σε περίπτωση συνεταιρισμού, ή τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου σε περίπτωση εταιρείας, ή τα μέλη του διοικητικού ή διαχειριστικού οργάνου σε περίπτωση άλλου είδους νομικού προσώπου ή οντότητας, δεν υπερβαίνουν τους δύο, τουλάχιστον ένας από αυτούς πρέπει να πληροί τις προϋποθέσεις της παρούσας παραγράφου.

(2) Ελεγκτικό γραφείο που του χορηγείται επαγγελματική άδεια υποχρεούται να παίρνει τέτοια μέτρα και να προβαίνει σε τέτοιες διευθετήσεις για να διασφαλίσει ότι είναι σε θέση να ικανοποιήσει απαιτήσεις για αποζημιώσεις εναντίον του που πηγάζουν από αμέλεια στη διενέργεια ελεγκτικής εργασίας. Τα μέτρα ή οι διευθετήσεις αυτές πρέπει να περιλαμβάνουν επαγγελματική ασφαλιστική κάλυψη, τα κατώτατα όρια της οποίας καθορίζονται με απόφαση της ΑΔΕΕλΕπ.

Διενέργεια υποχρεωτικού ελέγχου από φυσικά και νομικά πρόσωπα χωρίς επαγγελματική άδεια

36. Πρόσωπο που ενεργεί κατά παράβαση του εδαφίου (1) του άρθρου 33 διαπράττει ποινικό αδίκημα, και σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις διακόσιες χιλιάδες ευρώ (€200.000) ή/και ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία χρόνια.

Ευθύνη ελεγκτών και συμφωνίες περιορισμού ευθύνης

37.-(1) Εκτός εάν σχετική σύμβαση προβλέπει διαφορετικά, το ποσό της ευθύνης νόμιμου ελεγκτή, αναφορικά με αμέλεια, παραβίαση καθήκοντος ή εμπιστοσύνης κατά τη διεξαγωγή του υποχρεωτικού ελέγχου των οικονομικών καταστάσεων της ελεγχόμενης οντότητας, για τα οποία ο νόμιμος ελεγκτής δυνατό να είναι ένοχος έναντι της εταιρείας, δεν δύναται να υπερβαίνει το συμφωνηθέν ποσό για την αμοιβή του νόμιμου ελεγκτή για το οικονομικό έτος στο οποίο αφορά ο υποχρεωτικός έλεγχος σε σχέση με τον οποίο ο νόμιμος ελεγκτής είναι ένοχος αμέλειας ή παράβασης καθήκοντος ή εμπιστοσύνης, πολλαπλασιαζόμενο επί επτά.

(2) Οποιαδήποτε αγωγή για απαίτηση σχετικά με αποζημιώσεις αναφορικά με αμέλεια, παράβαση καθήκοντος ή εμπιστοσύνης εκ μέρους του ελεγκτή δεν δύναται να καταχωριστεί μετά τη συμπλήρωση τεσσάρων ετών από την ημέρα έκδοσης της έκθεσης του ελεγκτή κατά το άρθρο 69.

(3) Το παρόν άρθρο δεν εφαρμόζεται στις περιπτώσεις εσκεμμένης παράβασης των επαγγελματικών καθηκόντων του νόμιμου ελεγκτή,

Αναγνώριση ελεγκτικών γραφείων

38.-(1) Κατά παρέκκλιση από το εδάφιο (1) του άρθρου 33, νόμιμο ελεγκτικό γραφείο που έχει αδειοδοτηθεί σε άλλο κράτος μέλος έχει το δικαίωμα να διενεργεί υποχρεωτικούς ελέγχους στη Δημοκρατία, νοουμένου ότι ο κύριος εταίρος ελέγχου που διενεργεί τον υποχρεωτικό έλεγχο εξ ονόματος του εν λόγω ελεγκτικού γραφείου έχει λάβει επαγγελματική άδεια νόμιμου ελεγκτή στη Δημοκρατία βάσει του άρθρου 40.

(2)(α) Το νόμιμο ελεγκτικό γραφείο, που επιθυμεί να διενεργεί υποχρεωτικό έλεγχο στη Δημοκρατία κατά το εδάφιο (1), εγγράφεται στο Δημόσιο Μητρώο.

(β) Η ΑΔΕΕλΕπ εγγράφει στο Δημόσιο Μητρώο νόμιμο ελεγκτικό γραφείο που αναφέρεται στην παράγραφο (α), εάν βεβαιωθεί ότι το εν λόγω νόμιμο ελεγκτικό γραφείο είναι εγγεγραμμένο στην αρμόδια αρχή του άλλου κράτους μέλους. Όταν η ΑΔΕΕλΕπ προτίθεται να βασιστεί σε πιστοποιητικό το οποίο βεβαιώνει την εγγραφή του νόμιμου ελεγκτικού γραφείου στο άλλο κράτος μέλος, δύναται να ζητήσει όπως το πιστοποιητικό αυτό να έχει εκδοθεί κατά τους τελευταίους τρείς μήνες πριν από την ημερομηνία κατάθεσης του στην ΑΔΕΕλΕπ. Η ΑΔΕΕλΕπ ενημερώνει την αρμόδια αρχή του άλλου κράτους μέλους για την εγγραφή του νόμιμου ελεγκτικού γραφείου.

Ανάκληση άδειας νόμιμου ελεγκτικού γραφείου

39.-(1) Η ΑΔΕΕλΕπ ανακαλεί την επαγγελματική άδεια του νόμιμου ελεγκτικού γραφείου εάν αμφισβητείται σοβαρά η εντιμότητά του.

(2) Προτού ανακαλέσει την επαγγελματική άδεια του νόμιμου ελεγκτικού γραφείου, η ΑΔΕΕλΕπ δύναται να παραχωρήσει διάστημα μέχρι έξι μήνες εντός του οποίου το νόμιμο ελεγκτικό γραφείο πρέπει να μεριμνήσει για να αποκατασταθεί η αμφισβήτηση της εντιμότητάς του. Εάν παρέλθει το παραχωρηθέν διάστημα και, κατά την κρίση της ΑΔΕΕλΕπ, δεν αποκατασταθεί η εντιμότητα του νόμιμου ελεγκτικού γραφείου, η ΑΔΕΕλΕπ ανακαλεί την επαγγελματική άδεια και διαγράφει το νόμιμο ελεγκτικό γραφείο από το Δημόσιο Μητρώο.

(3) Η ΑΔΕΕλΕπ δύναται να ανακαλεί την άδεια νόμιμου ελεγκτικού γραφείου, εάν αυτό παύσει να πληροί οποιαδήποτε από τις προϋποθέσεις των παραγράφων (β) και (γ) του εδαφίου (1) του άρθρου 35.

(4) Όταν ανακαλείται για οποιονδήποτε λόγο η άδεια νόμιμου ελεγκτικού γραφείο, η ΑΔΕΕλΕπ γνωστοποιεί το γεγονός αυτό και τους λόγους της ανάκλησης στις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών στων οποίων το μητρώο το νόμιμο ελεγκτικό γραφείο έχει εγγραφεί.

Χορήγηση επαγγελματικής άδειας σε φυσικά πρόσωπα

40.-(1) Το Διοικητικό Συμβούλιο δύναται να χορηγήσει επαγγελματική άδεια νόμιμου ελεγκτή μόνο σε φυσικό πρόσωπο που πληροί τουλάχιστον τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στα άρθρα 34, 41 και 42, καθώς και τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

(α) Έχει φθάσει στο επίπεδο εισαγωγής στο πανεπιστήμιο ή σε ισοδύναμο επίπεδο και έχει ακολουθήσει πρόγραμμα θεωρητικής διδασκαλίας˙

(β) έχει επιτύχει σε εξετάσεις επαγγελματικής ικανότητας επιπέδου τέλους πανεπιστημιακών σπουδών ή ισοδύναμου επιπέδου, τις οποίες αναγνωρίζει η ΑΔΕΕλΕπ˙

(γ) έχει πραγματοποιήσει πρακτική άσκηση που αναφέρεται στο άρθρο 44.

(2) Η ΑΔΕΕλΕπ εκπληρώνει τις υποχρεώσεις τις οποίες υπέχει, ως αρμόδια αρχή, βάσει του Άρθρου 6, δεύτερο εδάφιο, της Οδηγίας 2006/43/ΕΚ.

(3) Το φυσικό πρόσωπο που του χορηγείται επαγγελματική άδεια υποχρεούται να παίρνει τέτοια μέτρα και να προβαίνει σε τέτοιες διευθετήσεις για να διασφαλίσει ότι είναι σε θέση να ικανοποιήσει απαιτήσεις για αποζημιώσεις εναντίον του που πηγάζουν από αμέλεια στη διενέργεια ελεγκτικής εργασίας. Τα μέτρα ή οι διευθετήσεις αυτές πρέπει να περιλαμβάνουν επαγγελματική ασφαλιστική κάλυψη, τα κατώτατα όρια της οποίας καθορίζονται με απόφαση της ΑΔΕΕλΕπ.

(4) Κάθε νόμιμος ελεγκτής οφείλει να καταστεί μέλος αναγνωρισμένου σώματος ελεγκτών εντός τριών μηνών από την εξασφάλιση άδειας δυνάμει του παρόντος άρθρου.

Εξετάσεις επαγγελματικής ικανότητας

41.-(1) Οι αναφερόμενες στην παράγραφο (β) του εδαφίου (1) του άρθρου 40 εξετάσεις επαγγελματικής ικανότητας εγγυώνται -

(α) Το επίπεδο των απαραίτητων θεωρητικών γνώσεων σε θέματα υποχρεωτικού ελέγχου˙ και

(β) την ικανότητα πρακτικής εφαρμογής των εν λόγω θεωρητικών γνώσεων.

(2) Μέρος τουλάχιστον των εξετάσεων επαγγελματικής ικανότητας διεξάγονται γραπτώς.

Έλεγχος θεωρητικών γνώσεων

42.-(1) Ο έλεγχος θεωρητικών γνώσεων, που αναφέρεται στη παράγραφο (α) του εδαφίου (1) του άρθρου 41 και περιλαμβάνεται στις εξετάσεις, καλύπτει ιδίως τους ακόλουθους τομείς -

(α) Θεωρία και αρχές γενικής λογιστικής˙

(β) νομικές απαιτήσεις και πρότυπα για την κατάρτιση των ετήσιων και των ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων˙

(γ) Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα˙

(δ) χρηματοοικονομική ανάλυση˙

(ε) αναλυτική λογιστική εκμετάλλευσης˙

(στ) διαχείριση κινδύνων και εσωτερικό έλεγχο˙

(ζ) ελεγκτική και επαγγελματικές δεξιότητες˙

(η) νομικές απαιτήσεις και επαγγελματικά πρότυπα που αφορούν τον υποχρεωτικό έλεγχο και τους νόμιμους ελεγκτές˙

(θ) διεθνή ελεγκτικά πρότυπα κατά το άρθρο 67˙

(ι) επαγγελματική δεοντολογία και ανεξαρτησία.

(2) Ο έλεγχος θεωρητικών γνώσεων που αναφέρεται στο εδάφιο (1) καλύπτει, επίσης, τουλάχιστον τα ακόλουθα θέματα, στην έκταση που αυτά σχετίζονται με τον υποχρεωτικό έλεγχο:

(α) Το εταιρικό δίκαιο και την εταιρική διακυβέρνηση˙

(β) το πτωχευτικό δίκαιο και τις παρεμφερείς διαδικασίες˙

(γ) το φορολογικό δίκαιο˙

(δ) το αστικό και το εμπορικό δίκαιο˙

(ε) το δίκαιο κοινωνικής ασφάλισης και το εργατικό δίκαιο˙

(στ) την τεχνολογία της πληροφορικής και τα συστήματα πληροφορικής˙

(ζ) την οικονομική των επιχειρήσεων, τα γενικά οικονομικά και τη χρηματοοικονομική˙

(η) μαθηματικά και στατιστική˙

(θ) τις βασικές αρχές χρηματοοικονομικής διοίκησης επιχειρήσεων.

Απαλλαγές

43.-(1) Κατά παρέκκλιση από τα άρθρα 41 και 42, το Διοικητικό Συμβούλιο δύναται να απαλλάσσει τα πρόσωπα, που έχουν επιτύχει σε πανεπιστημιακές ή ισοδύναμες εξετάσεις ή κατέχουν πανεπιστημιακό πτυχίο ή ισοδύναμο τίτλο σε έναν ή περισσότερους από τους τομείς που αναφέρονται στο άρθρο 42, από τον έλεγχο στους τομείς που καλύπτονται από αυτές τις εξετάσεις ή πτυχίο.

(2) Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 41, το Διοικητικό Συμβούλιο δύναται να απαλλάσσει τους κατόχους πανεπιστημιακών πτυχίων ή ισοδύναμων διπλωμάτων σε έναν ή περισσότερους από τους τομείς που αναφέρονται στο άρθρο 42, από τον έλεγχο της ικανότητας πρακτικής εφαρμογής των θεωρητικών τους γνώσεων σε αυτούς τους τομείς εάν οι γνώσεις αυτές έχουν αποτελέσει αντικείμενο πρακτικής άσκησης επικυρωμένης με εξέταση ή δίπλωμα αναγνωρισμένα από τη Δημοκρατία.

Πρακτική άσκηση

44.-(1) Για να εξασφαλίζεται η ικανότητα πρακτικής εφαρμογής των απαιτούμενων θεωρητικών γνώσεων, το φυσικό πρόσωπο πραγματοποιεί πρακτική άσκηση διάρκειας τουλάχιστον τριών ετών η οποία καλύπτει μεταξύ άλλων τον έλεγχο των ετήσιων οικονομικών καταστάσεων, των ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων ή παρόμοιων οικονομικών καταστάσεων.

(2) Η πρακτική άσκηση γίνεται τουλάχιστον κατά τα δύο τρίτα σε νόμιμο ελεγκτή ή νόμιμο ελεγκτικό γραφείο που έχει λάβει άδεια σε οποιοδήποτε κράτος μέλος.

(3) Το Διοικητικό Συμβούλιο δύναται, κατά τη διακριτική του ευχέρεια και με κάθε πρόσφορο μέσο, να κρίνει καθ’ όλη τη διάρκεια της πρακτικής άσκησης και μέσα στα πλαίσια του αντικειμενικού σκοπού της πρακτικής άσκησης, την επάρκεια του περιεχομένου της πρακτικής άσκησης και την επάρκεια της εποπτείας των προσώπων, περιλαμβανομένων και των νόμιμων ελεγκτών, που αναλαμβάνουν την εποπτεία των ασκούμενων.

Συνεχής εκπαίδευση

45. Για τη διατήρηση της επαγγελματικής άδειας, οι νόμιμοι ελεγκτές υποχρεούνται να συμμετέχουν σε κατάλληλα προγράμματα συνεχούς εκπαίδευσης, για τη διατήρηση σε υψηλό επίπεδο επαρκών θεωρητικών γνώσεων, επαγγελματικών προσόντων και αρχών. Η παράβαση της άνω υποχρέωσης συνιστά πειθαρχικό αδίκημα τιμωρητέο κατά το Μέρος XVI.

Χορήγηση επαγγελματικής άδειας σε νόμιμους ελεγκτές από άλλα κράτη μέλη

46.-(1) Νόμιμος ελεγκτής, που έχει λάβει επαγγελματική άδεια σε άλλο κράτος μέλος, έχει δικαίωμα να λάβει επαγγελματική άδεια στη Δημοκρατία υπό την προϋπόθεση ότι υποβάλλεται επιτυχώς σε δοκιμασία επάρκειας κατά το άρθρο 4 του περί Αναγνώρισης των Επαγγελματικών Προσόντων Νόμου.

(2) Η δοκιμασία επάρκειας που αναφέρεται στο εδάφιο (1)-

(α) Διεξάγεται σε μία από τις επίσημες γλώσσες της Δημοκρατίας˙ και

(β) καλύπτει μόνο την επάρκεια γνώσεων του νόμιμου ελεγκτή όσον αφορά τις νομοθετικές και κανονιστικές διατάξεις της Δημοκρατίας, εφόσον οι γνώσεις αυτές άπτονται των υποχρεωτικών ελέγχων.

(3) Η ΑΔΕΕλΕπ εκπληρώνει τις υποχρεώσεις τις οποίες υπέχει, ως αρμόδια αρχή, βάσει του Άρθρου 14, παράγραφος 3, της Οδηγίας 2006/43/ΕΚ.

Χορήγηση επαγγελματικής άδειας σε νόμιμους ελεγκτές από τρίτες χώρες

47.-(1) Το Διοικητικό Συμβούλιο δύναται, υπό τον όρο της αμοιβαιότητας, να χορηγήσει επαγγελματική άδεια σε ελεγκτή τρίτης χώρας, εάν αυτός αποδείξει ότι πληροί απαιτήσεις ισοδύναμες με τις αναφερόμενες στο άρθρο 40.

(2) Το Διοικητικό Συμβούλιο, προτού χορηγήσει επαγγελματική άδεια σε ελεγκτή τρίτης χώρας που πληροί τις απαιτήσεις του εδαφίου (1) του παρόντος άρθρου, εφαρμόζει τις απαιτήσεις του άρθρου 46.

Ανάκληση άδειας νόμιμου ελεγκτή

48.-(1) Η ΑΔΕΕλΕπ ανακαλεί την επαγγελματική άδεια του νόμιμου ελεγκτή εάν αμφισβητείται σοβαρά η εντιμότητά του.

(2) Προτού ανακαλέσει την επαγγελματική άδεια του νόμιμου ελεγκτή, η ΑΔΕΕλΕπ δύναται να παραχωρήσει διάστημα μέχρι έξι μήνες εντός του οποίου ο νόμιμος ελεγκτής πρέπει να μεριμνήσει για να αποκατασταθεί η αμφισβήτηση της εντιμότητάς του. Εάν παρέλθει ο παραχωρηθείς χρόνος χωρίς να αποκατασταθεί η εντιμότητα του νόμιμου ελεγκτή, η ΑΔΕΕλΕπ ανακαλεί την επαγγελματική άδεια και διαγράφει τον νόμιμο ελεγκτή από το Δημόσιο Μητρώο.

(3) Όταν ανακαλείται για οποιονδήποτε λόγο η άδεια νόμιμου ελεγκτή, η ΑΔΕΕλΕπ γνωστοποιεί το γεγονός αυτό και τους λόγους της ανάκλησης στις οικείες αρμόδιες αρχές των κρατών μελών στων οποίων το μητρώο ο νόμιμος ελεγκτής έχει εγγραφεί.

(4) Το Διοικητικό Συμβούλιο της ΑΔΕΕλΕπ δύναται να ανακαλεί την άδεια νόμιμου ελεγκτή εάν παύσει να πληροί οποιαδήποτε από τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στο εδάφιο 1 του άρθρου 40.

ΜΕΡΟΣ VΙΙΙ ΔΗΜΟΣΙΟ ΜΗΤΡΩΟ
Δημόσιο Μητρώο

49.-(1) Οι νόμιμοι ελεγκτές και τα νόμιμα ελεγκτικά γραφεία εγγράφονται σε Δημόσιο Μητρώο που τηρεί η ΑΔΕΕλΕπ σύμφωνα με τα άρθρα 50 και 51.

(2) Σε εξαιρετικές περιστάσεις η ΑΔΕΕλΕπ δύναται να παρεκκλίνει από τις απαιτήσεις που προβλέπουν το παρόν άρθρο και το άρθρο 50, μόνο στο βαθμό που είναι αναγκαίο προκειμένου να περιοριστεί άμεση και σημαντική απειλή για την προσωπική ασφάλεια οποιουδήποτε προσώπου.

(3) Η εγγραφή στο Δημόσιο Μητρώο κάθε νόμιμου ελεγκτή και νόμιμου ελεγκτικού γραφείου γίνεται με διακεκριμένη αρίθμηση (αριθμό μητρώου).

(4) Το Δημόσιο Μητρώο τηρείται σε ηλεκτρονική μορφή, η πρόσβαση σε αυτό γίνεται με ηλεκτρονικά μέσα και είναι προσιτό στο κοινό.

(5) Το Δημόσιο Μητρώο περιέχει το όνομα και τη διεύθυνση της ΑΔΕΕλΕπ.

Εγγραφή των νόμιμων ελεγκτών στο Δημόσιο Μητρώο

50.-(1) Όσον αφορά τους νόμιμους ελεγκτές, το Δημόσιο Μητρώο περιέχει τουλάχιστον τις ακόλουθες πληροφορίες:

(α) Όνομα, διεύθυνση και αριθμό καταχώρισης˙

(β) κατά περίπτωση, όνομα, διεύθυνση, διεύθυνση δικτυακού τόπου και αριθμό καταχώρισης του νόμιμου ελεγκτικού γραφείου στο οποίο απασχολείται ο νόμιμος ελεγκτής ή με το οποίο είναι συνδεδεμένος ως εταίρος ή με άλλο τρόπο˙

(γ) κάθε άλλη εγγραφή νόμιμου ελεγκτή από τις αρμόδιες αρχές άλλων κρατών μελών και ελεγκτή τρίτων χωρών, συμπεριλαμβανομένου του ονόματος της αρχής εγγραφής στο Δημόσιο Μητρώο και, εφόσον απαιτείται, του αριθμού καταχώρισης.

(2) Οι ελεγκτές τρίτης χώρας, που έχουν εγγραφεί στο Δημόσιο Μητρώο κατά το άρθρο 55, εμφανίζονται στο Δημόσιο Μητρώο σαφώς υπό την ιδιότητά τους αυτή και όχι ως νόμιμοι ελεγκτές.

Εγγραφή των νόμιμων ελεγκτικών γραφείων στο Δημόσιο Μητρώο

51.-(1) Όσον αφορά τα νόμιμα ελεγκτικά γραφεία, το Δημόσιο Μητρώο περιέχει τουλάχιστον τις ακόλουθες πληροφορίες:

(α) Όνομα, διεύθυνση και αριθμό καταχώρισης˙

(β) νομική μορφή˙

(γ) διεύθυνση κέντρου παροχής πληροφοριών, κύριο υπεύθυνο επικοινωνίας και, κατά περίπτωση, διεύθυνση δικτυακού τόπου˙

(δ) διεύθυνση όλων των γραφείων του νόμιμου ελεγκτικού γραφείου στη Δημοκρατία˙

(ε) όνομα και αριθμό καταχώρισης όλων των νόμιμων ελεγκτών που εργάζονται στο νόμιμο ελεγκτικό γραφείο ή είναι συνδεδεμένοι με αυτό ως εταίροι ή άλλως˙

(στ) όνομα και εμπορική διεύθυνση όλων των ιδιοκτητών ή μετόχων˙

(ζ) όνομα και εμπορική διεύθυνση όλων των μελών του διοικητικού ή διαχειριστικού οργάνου˙

(η) κατά περίπτωση, συμμετοχή σε δίκτυο και κατάλογο ονομάτων και διευθύνσεων των ελεγκτικών γραφείων που είναι μέλη του δικτύου ή συνδέονται με αυτό, ή ένδειξη του τόπου στον οποίο οι πληροφορίες αυτές είναι διαθέσιμες στο κοινό˙

(θ) κάθε άλλη εγγραφή στο Δημόσιο Μητρώο ως ελεγκτικό γραφείο από τις αρμόδιες αρχές άλλων κρατών μελών και ως ελεγκτική οντότητα από τρίτες χώρες, συμπεριλαμβανομένου του ονόματος της αρχής εγγραφής στο Δημόσιο Μητρώο και, εφόσον απαιτείται, του αριθμού καταχώρισης˙

(ι) κατά περίπτωση, εάν το νόμιμο ελεγκτικό γραφείο είναι εγγεγραμμένο κατά το εδάφιο (2) του άρθρου 38.

(2) Οι ελεγκτικές οντότητες τρίτων χωρών, που έχουν εγγραφεί στο Δημόσιο Μητρώο σύμφωνα με το άρθρο 55, εμφανίζονται στο Δημόσιο Μητρώο σαφώς υπό την ιδιότητά τους αυτή και όχι ως νόμιμα ελεγκτικά γραφεία.

(3) Η ΑΔΕΕλΕπ δύναται να ζητήσει οποιαδήποτε διευκρίνιση κρίνει αναγκαία για την ενημέρωση του Δημόσιου Μητρώου ή να ζητήσει πρόσθετα στοιχεία για την ενημέρωση του.

Ενημέρωση των πληροφοριών του Δημόσιου Μητρώου

52. Οι νόμιμοι ελεγκτές και τα νόμιμα ελεγκτικά γραφεία έχουν την αποκλειστική ευθύνη για την χωρίς καθυστέρηση υποβολή στην ΑΔΕΕλΕπ των πληροφοριακών στοιχείων που προβλέπονται στα άρθρα 50 και 51, αντίστοιχα, και για την εντός επτά ημερολογιακών ημερών ενημέρωση της ΑΔΕΕλΕπ ως προς κάθε μεταβολή τους.

Ευθύνη για την παροχή των πληροφοριών του Δημόσιου Μητρώου

53. Τα πληροφοριακά στοιχεία που προβλέπονται από τα άρθρα 50 έως και 52, για την υποβολή τους στην ΑΔΕΕλΕπ, υπογράφονται από τον νόμιμο ελεγκτή ή το νόμιμο ελεγκτικό γραφείο.

Γλώσσα τήρησης του Δημόσιου Μητρώου

54. Τα πληροφοριακά στοιχεία που προβλέπονται από τα άρθρα 50 έως και 52 καταχωρούνται στο Δημόσιο Μητρώο σε επίσημη γλώσσα της Δημοκρατίας και σε μετάφραση στην αγγλική γλώσσα. Η ΑΔΕΕλΕπ αναφέρει στο μητρώο κατά πόσο η μετάφραση είναι ή όχι επικυρωμένη.

ΜΕΡΟΣ IX ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΕ ΜΗΤΡΩΟ ΚΑΙ ΕΠΟΠΤΕΙΑ ΕΛΕΓΚΤΩΝ ΚΑΙ ΕΛΕΓΚΤΙΚΩΝ ΓΡΑΦΕΙΩΝ ΤΡΙΤΗΣ ΧΩΡΑΣ
Εγγραφή στο Δημόσιο Μητρώο και εποπτεία ελεγκτών και ελεγκτικών γραφείων τρίτης χώρας

55.-(1) Το Διοικητικό Συμβούλιο εγγράφει σύμφωνα με τα άρθρα 49 έως 51 στο Δημόσιο Μητρώο κάθε ελεγκτή και ελεγκτικό γραφείο τρίτης χώρας, εφόσον ο εν λόγω ελεγκτής ή το ελεγκτικό γραφείο τρίτης χώρας προσκομίζει ελεγκτική έκθεση αναφορικά με ετήσιες ή ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις επιχείρησης η οποία έχει συσταθεί εκτός της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της οποίας οι μεταβιβάσιμοι τίτλοι είναι εισηγμένοι προς διαπραγμάτευση σε οργανωμένη αγορά ή ρυθμιζόμενη αγορά της Δημοκρατίας, κατά την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 2 των περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμων ως διορθώθηκαν, εκτός εάν η εν λόγω επιχείρηση είναι εκδότης αποκλειστικώς τίτλων που δεν έχουν εξοφληθεί και για τους οποίους ισχύει ένα εκ των κάτωθι:

(α) Είναι, πριν την 31η Δεκεμβρίου 2010, εισηγμένοι προς διαπραγμάτευση σε οργανωμένη ή ρυθμιζόμενη αγορά οποιουδήποτε κράτους μέλους, κατά την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 2 των περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμων ως διορθώθηκαν και η ανά μονάδα ονομαστική αξία τους είναι, κατά την ημερομηνία της έκδοσης, τουλάχιστον πενήντα χιλιάδες ευρώ ή, στην περίπτωση χρεωστικών τίτλων σε άλλο νόμισμα, ισοδύναμη με πενήντα χιλιάδες ευρώ τουλάχιστον·

(β) είναι, από την 31η Δεκεμβρίου 2010, εισηγμένοι προς διαπραγμάτευση σε οργανωμένη αγορά ή ρυθμιζόμενη αγορά οποιουδήποτε κράτους μέλους, κατά την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 2 των περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμων ως διορθώθηκαν και η ανά μονάδα ονομαστική αξία τους είναι, κατά την ημερομηνία της έκδοσης, τουλάχιστον εκατό χιλιάδες ευρώ ή, στην περίπτωση χρεωστικών τίτλων σε άλλο νόμισμα, ισοδύναμη με εκατό χιλιάδες ευρώ τουλάχιστον.

(2) Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, εφαρμόζονται κατ’ αναλογία τα άρθρα 52 και 53.

(3) Οι εγγεγραμμένοι στο Δημόσιο Μητρώο ελεγκτές και ελεγκτικά γραφεία τρίτων χωρών υπόκεινται στα συστήματα εποπτείας, διασφάλισης ποιότητας και ερευνών και κυρώσεων της Δημοκρατίας.

(4) Τηρουμένου του άρθρου 56, οι εκθέσεις ελέγχου που αφορούν στις ετήσιες ή στις ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις που αναφέρονται στο εδάφιο (1) του παρόντος άρθρου, οι οποίες εκδίδονται από ελεγκτές ή ελεγκτικά γραφεία τρίτων χωρών που δεν είναι εγγεγραμμένοι στο Δημόσιο Μητρώο, δεν παράγουν οποιαδήποτε έννομα αποτελέσματα στη Δημοκρατία.

(5) Το Διοικητικό Συμβούλιο εγγράφει ελεγκτικά γραφεία τρίτων χωρών στο Δημόσιο Μητρώο εάν -

(α) Η πλειοψηφία των μελών του διοικητικού ή διαχειριστικού οργάνου της ελεγκτικής οντότητας τρίτης χώρας πληροί απαιτήσεις ισοδύναμες με εκείνες του άρθρου 34 και των άρθρων 40 έως και 44˙

(β) ο ελεγκτής τρίτης χώρας που διενεργεί τον έλεγχο για λογαριασμό της ελεγκτικής οντότητας τρίτης χώρας πληροί απαιτήσεις ισοδύναμες με εκείνες άρθρου 34 και των άρθρων 38 έως και 42˙

(γ) οι έλεγχοι των ετήσιων ή ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων του εδαφίου (1) του παρόντος άρθρου διενεργούνται σύμφωνα με τα διεθνή ελεγκτικά πρότυπα που αναφέρονται στο άρθρο 67 και με τις απαιτήσεις που προβλέπονται στα άρθρα 58, 60 και 65 ή σύμφωνα με ισοδύναμα πρότυπα και απαιτήσεις·

(δ) δημοσιοποιούν στο διαδικτυακό τους τόπο ετήσια έκθεση διαφάνειας που περιλαμβάνει τις πληροφορίες που αναφέρονται στο Άρθρο 13 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 537/2014 ή πληροί ισοδύναμες απαιτήσεις γνωστοποίησης.

(6) Το Διοικητικό Συμβούλιο δύναται να εγγράψει στο Δημόσιο Μητρώο ελεγκτή τρίτης χώρας μόνο εάν αυτός πληροί τις απαιτήσεις που προβλέπονται στις παραγράφους (β), (γ) και (δ) του εδαφίου (5).

(7) Η ΑΔΕΕλΕπ δύναται να αξιολογεί την ισοδυναμία που αναφέρεται στη παράγραφο (γ) του εδαφίου (5), του παρόντος άρθρου ενόσω η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν έχει λάβει σχετική απόφαση κατά το Άρθρο 45, παράγραφος 6, της Οδηγίας 2006/43/ΕΚ.

(8) Η ΑΔΕΕλΕπ χρησιμοποιεί, σε σχέση με όλες τις τρίτες χώρες, τέτοιου είδους γενικά κριτήρια ισοδυναμίας όπως αυτά που καθορίζονται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά το Άρθρο 45, παράγραφος 6, δεύτερο εδάφιο, της Οδηγίας 2006/43/ΕΚ, όταν η ΑΔΕΕλΕπ αξιολογεί σε ημεδαπό επίπεδο την ισοδυναμία.

Παρέκκλιση σε περίπτωση ισοδυναμίας

56.-(1) Η ΑΔΕΕλΕπ δύναται, υπό τον όρο της αμοιβαιότητας, να μην εφαρμόσει ή να τροποποιήσει τις απαιτήσεις των εδαφίων (1) και (3) του άρθρου 55, μόνον εάν οι εκεί αναφερόμενοι ελεγκτές τρίτης χώρας ή ελεγκτικές οντότητες υπόκεινται, στην οικεία τρίτη χώρα, σε συστήματα δημόσιας εποπτείας, διασφάλισης ποιότητας, ερευνών και κυρώσεων που πληρούν απαιτήσεις ισοδύναμες με εκείνες στα Μέρη IV, ΧΙ και ΧVI.

(2) Όταν η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναγνωρίσει, βάσει του Άρθρου 46, παράγραφος 2, της Οδηγίας 2006/43/ΕΚ, την ισοδυναμία η οποία αναφέρεται στο εδάφιο (1) του παρόντος άρθρου, η ΑΔΕΕλΕπ δύναται να στηριχθεί πλήρως ή εν μέρει στην ισοδυναμία αυτή και, ως εκ τούτου, να μην εφαρμόσει ή να τροποποιήσει πλήρως ή εν μέρει τις απαιτήσεις των εδαφίων (1) και (3) του άρθρου 55.

(3) Η ΑΔΕΕλΕπ δύναται να αξιολογεί την ισοδυναμία στην οποία αναφέρεται το εδάφιο (1) ή να βασίζεται στις αξιολογήσεις που διενήργησαν άλλα κράτη μέλη, ενόσω η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν έχει λάβει οποιαδήποτε απόφαση βάσει του Άρθρου 46, παράγραφος 2, της Οδηγίας 2006/43/ΕΚ.

(4) Η ΑΔΕΕλΕπ χρησιμοποιεί τα γενικά κριτήρια που θεσπίζονται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά το Άρθρο 46, παράγραφος 2, της Οδηγίας 2006/43/ΕΚ, κατά την αξιολόγηση της ισοδυναμίας βάσει των απαιτήσεων που προβλέπονται στα Μέρη VI, XI και XVI σε ημεδαπό επίπεδο, σε περίπτωση απουσίας απόφασης της Επιτροπής σε σχέση με την υπό εξέταση τρίτη χώρα.

(5) Η ΑΔΕΕλΕπ κοινοποιεί στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή -

(α) Τις αξιολογήσεις της αναφερόμενης στα εδάφια (2) έως (4) ισοδυναμίας που έκανε˙ και

(β) τα κύρια στοιχεία της συνεργασίας που συμφώνησε με τα συστήματα δημόσιας εποπτείας τρίτων χωρών, τη διασφάλιση ποιότητας και τις έρευνες και κυρώσεις, βάσει του εδαφίου (1).

ΜΕΡΟΣ Χ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΗ ΔΕΟΝΤΟΛΟΓΙΑ, ΑΝΕΞΑΡΤΗΣΙΑ, ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΟΤΗΤΑ, ΕΜΠΙΣΤΕΥΤΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΟ ΑΠΟΡΡΗΤΟ
Επαγγελματική δεοντολογία και προβληματισμός

57.-(1) Όλοι οι νόμιμοι ελεγκτές και όλα τα νόμιμα ελεγκτικά γραφεία υπόκεινται σε αρχές επαγγελματικής δεοντολογίας οι οποίες καλύπτουν τουλάχιστον την ιδιότητά τους ως προστατών του δημοσίου συμφέροντος, την ακεραιότητα και την αντικειμενικότητά τους, καθώς και την επαγγελματική τους ικανότητα και τη δέουσα επιμέλεια.

(2) Οι νόμιμοι ελεγκτές και τα νόμιμα ελεγκτικά γραφεία οφείλουν να συμμορφώνονται –

(α)Τηρουμένης της παραγράφου (β), με τον Κώδικα Δεοντολογίας, ή

(β) με μέτρα βασιζόμενα επί των αρχών της επαγγελματικής δεοντολογίας και θεσπιζόμενα από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

(3) Κατά τη διενέργεια του υποχρεωτικού ελέγχου, κάθε νόμιμος ελεγκτής και νόμιμο ελεγκτικό γραφείο διατηρεί τον επαγγελματικό του προβληματισμό καθ' όλη τη διάρκεια του ελέγχου, αναγνωρίζοντας την πιθανότητα ύπαρξης ουσιώδους σφάλματος λόγω γεγονότων ή συμπεριφοράς που φανερώνουν παρατυπίες, συμπεριλαμβανομένης της περίπτωσης απάτης ή σφάλματος, ανεξαρτήτως της εμπειρίας που έχει αποκομίσει στο παρελθόν ο ελεγκτής ή το ελεγκτικό γραφείο σχετικά με την ειλικρίνεια και την ακεραιότητα της διοίκησης της ελεγχόμενης οντότητας και των προσώπων που έχουν επιφορτιστεί με τη διακυβέρνησή της.

(4) Κάθε νόμιμος ελεγκτής και νόμιμο ελεγκτικό γραφείο επιδεικνύει επαγγελματικό προβληματισμό ιδίως κατά την ανασκόπηση των εκτιμήσεων της διοίκησης σχετικά με την εύλογη αξία, την απομείωση της αξίας των περιουσιακών στοιχείων, τις προβλέψεις και τις μελλοντικές ταμειακές ροές σχετικά με τη δυνατότητα της οντότητας να συνεχίσει τις δραστηριότητές της.

(5) Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, «επαγγελματικός προβληματισμός» σημαίνει τη συμπεριφορά που περιλαμβάνει διάθεση αμφισβήτησης, επαγρύπνηση απέναντι σε συνθήκες που ενδέχεται να υποδεικνύουν πιθανή ανακρίβεια λόγω σφάλματος ή απάτης και κριτική αξιολόγηση των αποδεικτικών εγγράφων του ελέγχου.

Ανεξαρτησία και αντικειμενικότητα

58.-(1) Κατά τη διενέργεια υποχρεωτικού ελέγχου, κάθε νόμιμος ελεγκτής και νόμιμο ελεγκτικό γραφείο, καθώς και οποιοδήποτε φυσικό πρόσωπο είναι σε θέση να επηρεάσει κατά άμεσο ή έμμεσο τρόπο το αποτέλεσμα του υποχρεωτικού ελέγχου, έχουν υποχρέωση να διασφαλίζουν την ανεξαρτησία τους έναντι της ελεγχόμενης οντότητας και να μην συμμετέχουν στη διαδικασία λήψης αποφάσεων σε αυτήν.

(2) Κάθε νόμιμος ελεγκτής και νόμιμο ελεγκτικό γραφείο, καθώς και οποιοδήποτε φυσικό πρόσωπο είναι σε θέση να επηρεάσει κατά άμεσο ή έμμεσο τρόπο το αποτέλεσμα του υποχρεωτικού ελέγχου, έχουν υποχρέωση να διασφαλίζουν την ανεξαρτησία τους έναντι στην ελεγχόμενη οντότητα τόσο κατά την περίοδο που καλύπτεται από τις υπό έλεγχο οικονομικές καταστάσεις όσο και κατά την περίοδο διενέργειας του υποχρεωτικού ελέγχου.

(3) Κάθε νόμιμος ελεγκτής και νόμιμο ελεγκτικό γραφείο λαμβάνει όλα τα εύλογα μέτρα για να διασφαλίσει ότι, κατά τη διενέργεια του υποχρεωτικού ελέγχου, η ανεξαρτησία του δεν επηρεάζεται από οποιαδήποτε υφιστάμενη ή δυνητική σύγκρουση συμφερόντων ή επιχειρηματική ή άλλη άμεση ή έμμεση σχέση στην οποία εμπλέκεται ο νόμιμος ελεγκτής ή το νόμιμο ελεγκτικό γραφείο που διενεργεί τον υποχρεωτικό έλεγχο και, κατά περίπτωση, το δίκτυό του, τα διευθυντικά στελέχη του, οι ελεγκτές ή οι υπάλληλοί του, οποιαδήποτε άλλα φυσικά πρόσωπα οι υπηρεσίες των οποίων τίθενται στη διάθεση ή υπό τον έλεγχο του νόμιμου ελεγκτή ή του ελεγκτικού γραφείου ή οποιοδήποτε πρόσωπο συνδέεται άμεσα ή έμμεσα με τον νόμιμο ελεγκτή ή το ελεγκτικό γραφείο μέσω της άσκησης υποχρεωτικού ελέγχου.

(4) Οι νόμιμοι ελεγκτές και τα νόμιμα ελεγκτικά γραφεία δεν διενεργούν υποχρεωτικό έλεγχο όταν υπάρχει κίνδυνος να προκύψει αυτοανασκόπηση, ίδιο συμφέρον, προάσπιση, οικειότητα ή εκφοβισμός, που απορρέουν από οικονομική, προσωπική, επιχειρηματική, εργασιακή ή άλλη σχέση μεταξύ -

(α) Του νόμιμου ελεγκτή, του νόμιμου ελεγκτικού γραφείου, του δικτύου του, καθώς και οποιουδήποτε φυσικού προσώπου είναι σε θέση να επηρεάσει το αποτέλεσμα του νόμιμου ελέγχου, και

(β) της ελεγχόμενης οντότητας,

με αποτέλεσμα ένα αντικειμενικό, συνετό και ενημερωμένο τρίτο πρόσωπο, λαμβάνοντας υπόψη τις εφαρμοζόμενες ασφαλιστικές δικλίδες, να κατέληγε στο συμπέρασμα ότι υπονομεύεται η ανεξαρτησία του νόμιμου ελεγκτή ή του νόμιμου ελεγκτικού γραφείου.

(5) Ο νόμιμος ελεγκτής, το νόμιμο ελεγκτικό γραφείο, οι κύριοι εταίροι ελέγχου τους, οι υπάλληλοί τους, καθώς και οποιοδήποτε άλλο φυσικό πρόσωπο οι υπηρεσίες του οποίου τίθενται στη διάθεση ή υπό τον έλεγχο του νόμιμου ελεγκτή ή νόμιμου ελεγκτικού γραφείου και το οποίο συμμετέχει άμεσα σε δραστηριότητες υποχρεωτικού ελέγχου, καθώς και πρόσωπα που έχουν στενούς δεσμούς με τα ανωτέρω κατά την έννοια που τους αποδίδεται από το Άρθρο 3, παράγραφος 1, σημείο 26), του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 596/2014, δεν κατέχουν ούτε διατηρούν υλικό και άμεσο εμπράγματο συμφέρον και δεν συμμετέχουν σε οποιαδήποτε συναλλαγή με οποιοδήποτε χρηματοπιστωτικό μέσο που εκδίδει, εγγυάται ή άλλως υποστηρίζει η ελεγχόμενη οντότητα, στον τομέα των δραστηριοτήτων υποχρεωτικού ελέγχου που διενεργούν, με εξαίρεση τα συμφέροντα που τους ανήκουν έμμεσα μέσω σχεδίων διαφοροποιημένων συλλογικών επενδύσεων, συμπεριλαμβανομένων των κεφαλαίων υπό διαχείριση, όπως τα συνταξιοδοτικά ταμεία και οι ασφαλίσεις ζωής.

(6) Κάθε νόμιμος ελεγκτής και νόμιμο ελεγκτικό γραφείο καταγράφει στα φύλλα εργασίας του ελέγχου όλους τους σημαντικούς κινδύνους στην ανεξαρτησία του, καθώς και τις ασφαλιστικές δικλίδες που εφαρμόστηκαν προς περιορισμό των κινδύνων.

(7) Τα αναφερόμενα στο εδάφιο (5) πρόσωπα ή γραφεία δεν συμμετέχουν ούτε επηρεάζουν κατ' άλλο τρόπο το αποτέλεσμα του υποχρεωτικού ελέγχου οποιασδήποτε ελεγχόμενης οντότητας, εάν -

(α) Κατέχουν χρηματοπιστωτικά μέσα της ελεγχόμενης οντότητας, με εξαίρεση τα συμφέροντα που τους ανήκουν έμμεσα μέσω σχεδίων διαφοροποιημένων συλλογικών επενδύσεων˙

(β) κατέχουν χρηματοπιστωτικά μέσα οποιασδήποτε οντότητας που συνδέεται με την ελεγχόμενη οντότητα, η κυριότητα των οποίων μπορεί να προκαλέσει ή να θεωρηθεί γενικά ότι προκαλεί σύγκρουση συμφερόντων, με εξαίρεση τα συμφέροντα που τους ανήκουν έμμεσα μέσω σχεδίων διαφοροποιημένων συλλογικών επενδύσεων˙

(γ) είχαν σχέση απασχόλησης, επιχειρηματική ή άλλη σχέση με την ελεγχόμενη οντότητα, μέσα σε περίοδο που αναφέρεται στο εδάφιο (2), η οποία μπορεί να προκαλέσει ή να θεωρηθεί γενικά ότι προκαλεί σύγκρουση συμφερόντων.

(8) Τα αναφερόμενα στο εδάφιο (5) πρόσωπα ή γραφεία δεν επιδιώκουν τη λήψη και δεν αποδέχονται χρηματικά και μη χρηματικά δώρα ή διευκολύνσεις από την ελεγχόμενη οντότητα ή οποιαδήποτε οντότητα συνδέεται με ελεγχόμενη οντότητα, εκτός εάν η αξία αυτών θα εθεωρείτο μικρή ή ασήμαντη από έναν αντικειμενικό, συνετό και ενημερωμένο τρίτο πρόσωπο.

(9) Εάν μια ελεγχόμενη οντότητα, κατά την περίοδο που καλύπτεται από τις οικονομικές καταστάσεις, εξαγοραστεί, συγχωνευτεί ή εξαγοράσει μια άλλη οντότητα, ο νόμιμος ελεγκτής ή το νόμιμο ελεγκτικό γραφείο εντοπίζει και αξιολογεί τυχόν τρέχοντα ή πρόσφατα συμφέροντα ή σχέσεις - συμπεριλαμβανομένων μη ελεγκτικών υπηρεσιών που παρέχονται στην εν λόγω οντότητα - οι οποίες, λαμβάνοντας υπόψη τις υφιστάμενες ασφαλιστικές δικλίδες, θα μπορούσαν να διακυβεύσουν την ανεξαρτησία του νόμιμου ελεγκτή ή του νόμιμου ελεγκτικού γραφείου και την ικανότητά του να συνεχίσει τον υποχρεωτικό έλεγχο μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος της συγχώνευσης ή της εξαγοράς.

(10) Το συντομότερο δυνατό και σε κάθε περίπτωση εντός τριών μηνών, ο νόμιμος ελεγκτής ή το νόμιμο ελεγκτικό γραφείο λαμβάνει όλα τα απαραίτητα μέτρα για τον τερματισμό τυχόν υφιστάμενων συμφερόντων ή σχέσεων που ενδέχεται να διακυβεύσουν την ανεξαρτησία του και, όποτε είναι δυνατόν, υιοθετεί ασφαλιστικές δικλίδες για την ελαχιστοποίηση τυχόν απειλών για την ανεξαρτησία του που προκύπτουν από προηγούμενα και τρέχοντα διαπλεκόμενα συμφέροντα και σχέσεις.

Απασχόληση από ελεγχόμενες οντότητες πρώην νόμιμων ελεγκτών ή υπαλλήλων νόμιμων ελεγκτών ή ελεγκτικών γραφείων

59.-(1) Πριν από τη λήξη περιόδου διάρκειας τουλάχιστον ενός έτους, ή στην περίπτωση υποχρεωτικού ελέγχου οντοτήτων δημόσιου συμφέροντος πριν από τη λήξη περιόδου διάρκειας τουλάχιστον δύο ετών, από την ημέρα κατά την οποία έπαψε να δρα ως νόμιμος ελεγκτής ή κύριος εταίρος ελέγχου σε σχέση με την ελεγκτική εργασία, ο νόμιμος ελεγκτής ή ο κύριος εταίρος ελέγχου που διενεργεί υποχρεωτικό έλεγχο εκ μέρους νόμιμου ελεγκτικού γραφείου -

(α) Δεν αναλαμβάνει βασική διευθυντική θέση στην ελεγχόμενη οντότητα˙

(β) κατά περίπτωση, δεν συμμετέχει ως μέλος στην επιτροπή ελέγχου της ελεγχόμενης οντότητας ή, αν δεν υφίσταται τέτοια επιτροπή, στο όργανο που εκτελεί καθήκοντα ισοδύναμα με αυτά της επιτροπής ελέγχου˙

(γ) δεν συμμετέχει ως μη εκτελεστικό μέλος στο διοικητικό συμβούλιο ή ως μέλος στο εποπτικό συμβούλιο της ελεγχόμενης οντότητας.

(2) Οι υπάλληλοι και οι εταίροι εκτός των κυρίως εταίρων ελέγχου του νόμιμου ελεγκτή ή του νόμιμου ελεγκτικού γραφείου που διενεργεί υποχρεωτικό έλεγχο, καθώς και οποιοδήποτε άλλο φυσικό πρόσωπο οι υπηρεσίες του οποίου τίθενται στη διάθεση ή υπό τον έλεγχο του εν λόγω νόμιμου ελεγκτή ή νόμιμου ελεγκτικού γραφείου σε σχέση με τον υποχρεωτικό έλεγχο, δεν αναλαμβάνουν, στην περίπτωση που οι εν λόγω υπάλληλοι, εταίροι ή άλλα φυσικά πρόσωπα έχουν λάβει προσωπικά άδεια ως νόμιμοι ελεγκτές, οποιαδήποτε από τα καθήκοντα που αναφέρονται στο εδάφιο (1) του παρόντος άρθρου, πριν από το πέρας περιόδου τουλάχιστον ενός έτους από την άμεση συμμετοχή τους σε εργασία υποχρεωτικού ελέγχου.

Προετοιμασία του υποχρεωτικού ελέγχου και αξιολόγηση των απειλών για την ανεξαρτησία

60.-(1) Κάθε νόμιμος ελεγκτής και νόμιμο ελεγκτικό γραφείο, πριν αποδεχθεί ή συνεχίσει μια εργασία υποχρεωτικού ελέγχου, αξιολογεί και καταγράφει τα εξής:

(α) Εάν συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις του άρθρου 58˙

(β) εάν υφίστανται απειλές για την ανεξαρτησία του και τις ασφαλιστικές δικλίδες για τη μείωση των απειλών αυτών˙

(γ) εάν διαθέτει τους κατάλληλους υπαλλήλους, τον χρόνο και τους πόρους που είναι αναγκαίοι για να διενεργήσει σωστά τον υποχρεωτικό έλεγχο˙

(δ) στην περίπτωση νόμιμου ελεγκτικού γραφείου, εάν ο κύριος εταίρος ελέγχου έχει λάβει άδεια νόμιμου ελεγκτή στη Δημοκρατία.

(2) Η ΑΔΕΕλΕπ δύναται να προβλέπει απλουστευμένες απαιτήσεις για τους ελέγχους που αναφέρονται στις παραγράφους (β) και (γ) του ορισμού του όρου «υποχρεωτικός έλεγχος» στο εδάφιο (1) του άρθρου 2.

Εμπιστευτικότητα και επαγγελματικό απόρρητο

61.-(1) Όλες οι πληροφορίες και όλα τα έγγραφα στα οποία έχει πρόσβαση ο νόμιμος ελεγκτής ή το νόμιμο ελεγκτικό γραφείο προστατεύονται από κανόνες εμπιστευτικότητας και επαγγελματικού απορρήτου που εκδίδονται από την ΑΔΕΕλΕπ ή τα αναγνωρισμένα σώματα ελεγκτών της Δημοκρατίας.

(2) Οι κανόνες εμπιστευτικότητας και επαγγελματικού απορρήτου που εφαρμόζονται στους νόμιμους ελεγκτές ή στα νόμιμα ελεγκτικά γραφεία δεν εμποδίζουν την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος Νόμου και του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 537/2014.

(3) Όταν νόμιμος ελεγκτής ή νόμιμο ελεγκτικό γραφείο αντικαθίσταται από άλλο νόμιμο ελεγκτή ή νόμιμο ελεγκτικό γραφείο, ο προηγούμενος νόμιμος ελεγκτής ή νόμιμο ελεγκτικό γραφείο παρέχει στον αντικαταστάτη του πρόσβαση σε όλες τις σχετικές πληροφορίες που αφορούν την ελεγχόμενη οντότητα και τον πιο πρόσφατο έλεγχο της εν λόγω οντότητας.

(4) Κάθε νόμιμος ελεγκτής και νόμιμο ελεγκτικό γραφείο, που έχει πάψει να συμμετέχει σε συγκεκριμένο υποχρεωτικό έλεγχο, και κάθε πρώην νόμιμος ελεγκτής και πρώην νόμιμο ελεγκτικό γραφείο, εξακολουθεί να υπόκειται, αναφορικά με αυτό τον υποχρεωτικό έλεγχο, στις υποχρεώσεις που προβλέπονται στις διατάξεις των εδαφίων (1) και (2).

(5) Στην περίπτωση που νόμιμος ελεγκτής ή νόμιμο ελεγκτικό γραφείο διενεργεί υποχρεωτικό έλεγχο επιχείρησης που είναι μέλος ομίλου η μητρική του οποίου είναι εγκατεστημένη σε τρίτη χώρα, οι κανόνες εμπιστευτικότητας και επαγγελματικού απορρήτου που αναφέρονται στο εδάφιο (1) δεν εμποδίζουν τη διαβίβαση, από τον νόμιμο ελεγκτή ή νόμιμο ελεγκτικό γραφείο, αποδεικτικών εγγράφων σχετικών με τον έλεγχο που έχει διενεργηθεί στον ελεγκτή του ομίλου που είναι εγκατεστημένος σε τρίτη χώρα, εάν τα εν λόγω αποδεικτικά έγγραφα είναι απαραίτητα για την πραγματοποίηση του ελέγχου των ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων της μητρικής επιχείρησης.

(6) Ο νόμιμος ελεγκτής ή το νόμιμο ελεγκτικό γραφείο που διενεργεί τον υποχρεωτικό έλεγχο επιχείρησης, η οποία έχει εκδώσει χρεόγραφα σε τρίτη χώρα ή η οποία αποτελεί μέλος ομίλου ο οποίος εκδίδει επίσημες ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις σε τρίτη χώρα, δικαιούται να διαβιβάζει τα φύλλα εργασίας του ελέγχου ή άλλα έγγραφα σχετικά με τον έλεγχο της οντότητας αυτής που κατέχει στις αρμόδιες αρχές των εν λόγω τρίτων χωρών μόνο υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 29.

(7) Η διαβίβαση πληροφοριών στον ελεγκτή του ομίλου που είναι εγκατεστημένος σε τρίτη χώρα είναι σύμφωνη με το άρθρο 9 των περί Επεξεργασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (Προστασία του Ατόμου) Νόμων και τους λοιπούς κυπριακούς κανόνες δικαίου περί προστασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.

Ανεξαρτησία και αντικειμενικότητα των νόμιμων ελεγκτών που διενεργούν τον υποχρεωτικό έλεγχο για λογαριασμό των νόμιμων ελεγκτικών γραφείων

62. Οι ιδιοκτήτες, οι μέτοχοι του ελεγκτικού γραφείου και τα μέλη των διοικητικών, διαχειριστικών και εποπτικών οργάνων του νόμιμου ελεγκτικού γραφείου ή συνδεδεμένης επιχείρησης δεν επιτρέπεται να παρεμβαίνουν στη διενέργεια του υποχρεωτικού ελέγχου με τρόπο που θέτει σε κίνδυνο την ανεξαρτησία και την αντικειμενικότητα του νόμιμου ελεγκτή που διενεργεί τον υποχρεωτικό έλεγχο για λογαριασμό του νόμιμου ελεγκτικού γραφείου.

Εσωτερική οργάνωση νόμιμων ελεγκτών και νόμιμων ελεγκτικών γραφείων

63.-(1) Κάθε νόμιμος ελεγκτής και νόμιμο ελεγκτικό γραφείο οφείλει -

(α) Να θεσπίζει κατάλληλες πολιτικές και διαδικασίες για να διασφαλίζει ότι οι ιδιοκτήτες ή μέτοχοί του, καθώς και τα μέλη των οργάνων διοίκησης, διαχείρισης και εποπτείας του γραφείου, και οποιουδήποτε συνδεδεμένου γραφείου, δεν παρεμβαίνουν στη διενέργεια του υποχρεωτικού ελέγχου με οποιονδήποτε τρόπο που να θέτει σε κίνδυνο την ανεξαρτησία και την αντικειμενικότητα του νόμιμου ελεγκτή που διενεργεί τον υποχρεωτικό έλεγχο εκ μέρους του νόμιμου ελεγκτικού γραφείου˙

(β) να διαθέτει αξιόπιστες διοικητικές και λογιστικές διαδικασίες, μηχανισμούς εσωτερικού ελέγχου διασφάλισης της ποιότητας, αποτελεσματικές διαδικασίες εκτίμησης των κινδύνων και κατάλληλους μηχανισμούς ελέγχου και ασφάλειας των συστημάτων επεξεργασίας δεδομένων˙ αυτοί οι μηχανισμοί εσωτερικού ελέγχου διασφάλισης της ποιότητας είναι σχεδιασμένοι έτσι ώστε να διασφαλίζουν τη συμμόρφωση με τις αποφάσεις και τις διαδικασίες σε όλα τα επίπεδα του νόμιμου ελεγκτικού γραφείου ή της λειτουργικής διάρθρωσης του νόμιμου ελεγκτή˙

(γ) να θεσπίζει κατάλληλες πολιτικές και διαδικασίες ώστε να εξασφαλίζει ότι οι εργαζόμενοί του και οποιαδήποτε φυσικά πρόσωπα, οι υπηρεσίες των οποίων τίθενται στη διάθεσή του ή υπό τον έλεγχό του και τα οποία συμμετέχουν απευθείας στις δραστηριότητες υποχρεωτικού ελέγχου, διαθέτουν κατάλληλες γνώσεις και πείρα ως προς τα καθήκοντα που τους ανατίθενται˙

(δ) να θεσπίζει κατάλληλες πολιτικές και διαδικασίες ώστε να εξασφαλίζει ότι η ανάθεση σε τρίτους σημαντικών διαδικασιών ελέγχου δεν αναλαμβάνεται κατά τρόπο που βλάπτει την ποιότητα του εσωτερικού ελέγχου διασφάλισης της ποιότητας του νόμιμου ελεγκτή ή του νόμιμου ελεγκτικού γραφείου και την ικανότητα των αρμόδιων αρχών να εποπτεύουν τη συμμόρφωση του νόμιμου ελεγκτή ή του ελεγκτικού γραφείου με τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στον παρόντα Νόμο και, κατά περίπτωση, στον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 537/2014.˙

(ε) να θεσπίζει κατάλληλα και αποτελεσματικά μέτρα οργάνωσης και διοίκησης ώστε να προλαμβάνει, να εντοπίζει, να εξαλείφει ή να διαχειρίζεται και να γνωστοποιεί οποιεσδήποτε απειλές για την ανεξαρτησία του όπως αναφέρονται στα άρθρα 58, 59 και 60˙

(στ) να θεσπίζει κατάλληλες πολιτικές και διαδικασίες για τη διενέργεια υποχρεωτικών ελέγχων, την κατεύθυνση, την εποπτεία και την επισκόπηση των εργασιών της ομάδας ελέγχου και την οργάνωση της δομής του φακέλου ελέγχου όπως αναφέρεται στο εδάφιο (8) του άρθρου 64˙

(ζ) να καθορίζει εσωτερικό σύστημα διασφάλισης ποιότητας ώστε να εξασφαλίζει την ποιότητα του υποχρεωτικού ελέγχου∙ αυτό το σύστημα διασφάλισης ποιότητας καλύπτει τουλάχιστον τις πολιτικές και τις διαδικασίες που περιγράφονται στην παράγραφο (στ)∙ στην περίπτωση νόμιμου ελεγκτικού γραφείου, την ευθύνη για το εσωτερικό σύστημα διασφάλισης ποιότητας φέρει το πρόσωπο που έχει την ιδιότητα του νόμιμου ελεγκτή∙

(η) να χρησιμοποιεί κατάλληλα συστήματα, πόρους και διαδικασίες, ώστε να εξασφαλίζει τη συνέχεια και την ορθότητα της εκτέλεσης των δραστηριοτήτων υποχρεωτικού ελέγχου˙

(θ) να λαμβάνει επίσης κατάλληλα και αποτελεσματικά μέτρα οργάνωσης και διοίκησης για την αντιμετώπιση και την καταγραφή συμβάντων που έχουν ή μπορεί να έχουν σοβαρές επιπτώσεις στην ακεραιότητα των δραστηριοτήτων υποχρεωτικού ελέγχου που εκτελεί∙

(ι) να διαθέτει κατάλληλες πολιτικές αποδοχών, συμπεριλαμβανομένης της κατανομής κερδών, που παρέχουν επαρκή κίνητρα επιδόσεων για τη διασφάλιση της ποιότητας του ελέγχου∙ συγκεκριμένα, το ύψος των εσόδων που λαμβάνει ο νόμιμος ελεγκτής ή το νόμιμο ελεγκτικό γραφείο από την παροχή μη ελεγκτικών υπηρεσιών στην ελεγχόμενη οντότητα δεν αποτελεί μέρος της αξιολόγησης των επιδόσεων και των αποδοχών οποιουδήποτε προσώπου που συμμετέχει ή είναι σε θέση να επηρεάσει τη διεξαγωγή του ελέγχου˙

(ια) να παρακολουθεί και αξιολογεί την επάρκεια και την αποτελεσματικότητα των συστημάτων του, των εσωτερικών μηχανισμών ελέγχου διασφάλισης της ποιότητας και των μέτρων που έχουν τεθεί σε εφαρμογή σύμφωνα με τον παρόντα Νόμο, και, κατά περίπτωση, τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 537/2014 και να λαμβάνει κατάλληλα μέτρα για την αντιμετώπιση οποιωνδήποτε ελλείψεων∙ ο νόμιμος ελεγκτής ή το νόμιμο ελεγκτικό γραφείο πραγματοποιεί ιδίως ετήσια αξιολόγηση του εσωτερικού συστήματος διασφάλισης ποιότητας που αναφέρεται στην παράγραφο (ζ), και διατηρεί αρχείο με τα ευρήματα της αξιολόγησης αυτής και οποιοδήποτε προτεινόμενο μέτρο για την τροποποίηση του εσωτερικού συστήματος διασφάλισης της ποιότητας.

(2) Οι πολιτικές και οι διαδικασίες που αναφέρονται στο εδάφιο (1) καταγράφονται και κοινοποιούνται στους υπαλλήλους του νόμιμου ελεγκτή ή του νόμιμου ελεγκτικού γραφείου.

(3) Η ΑΔΕΕλΕπ δύναται, κατά την διακριτική της ευχέρεια, να προβλέπει τη χρήση απλουστευμένων κριτηρίων και προϋποθέσεων για τους ελέγχους που αναφέρονται στις παραγράφους (β) και (γ) του ορισμού του όρου «υποχρεωτικός έλεγχος» στο εδάφιο (1) του άρθρου 2.

(4) Οποιαδήποτε ανάθεση σε τρίτους διαδικασιών ελέγχου, όπως αναφέρεται στην παράγραφο (δ) του εδαφίου (1), δεν επηρεάζει την ευθύνη του νόμιμου ελεγκτή ή του νόμιμου ελεγκτικού γραφείου έναντι της ελεγχόμενης οντότητας.

(5) Ο νόμιμος ελεγκτής ή το νόμιμο ελεγκτικό γραφείο λαμβάνει υπόψη το μέγεθος και την πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων του κατά τη συμμόρφωση με τις προβλεπόμενες στο εδάφιο (1) απαιτήσεις.

(6) Κάθε νόμιμος ελεγκτής και νόμιμο ελεγκτικό γραφείο πρέπει να είναι σε θέση να αποδείξει στην ΑΔΕΕλΕπ ότι οι πολιτικές και οι διαδικασίες που αποσκοπούν στη συμμόρφωση με τις προβλεπόμενες στο εδάφιο (1) απαιτήσεις είναι οι κατάλληλες δεδομένου του μεγέθους και της πολυπλοκότητας των δραστηριοτήτων του νόμιμου ελεγκτή ή του νόμιμου ελεγκτικού γραφείου.

Οργάνωση του έργου

64.-(1) Όταν ο υποχρεωτικός έλεγχος διενεργείται από νόμιμο ελεγκτικό γραφείο, αυτό το νόμιμο ελεγκτικό γραφείο ορίζει τουλάχιστον έναν κύριο εταίρο ελέγχου. Το νόμιμο ελεγκτικό γραφείο παρέχει στον κύριο εταίρο ελέγχου επαρκείς πόρους και προσωπικό με την επάρκεια και τις ικανότητες που απαιτούνται για την εκτέλεση των καθηκόντων του κατά τον δέοντα τρόπο.

(2) Η διασφάλιση της ποιότητας του ελέγχου, η ανεξαρτησία και η επάρκεια αποτελούν τα κύρια κριτήρια όταν το νόμιμο ελεγκτικό γραφείο επιλέγει τον κύριο εταίρο ελέγχου που θα οριστεί.

(3) Ο κύριος εταίρος ελέγχου συμμετέχει ενεργά στη διενέργεια του υποχρεωτικού ελέγχου.

(4) Κατά τη διενέργεια του υποχρεωτικού ελέγχου, ο νόμιμος ελεγκτής αφιερώνει επαρκή χρόνο στην εργασία και κατανέμει επαρκείς πόρους που τον διευκολύνουν να πραγματοποιήσει δεόντως τα καθήκοντά του.

(5) Κάθε νόμιμος ελεγκτής και νόμιμο ελεγκτικό γραφείο οφείλει να διατηρεί αρχείο με τις ενδεχόμενες παραβιάσεις των διατάξεων του παρόντος Νόμου και, κατά περίπτωση, του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 537/2014, τις οποιεσδήποτε συνέπειες των παραβιάσεων αυτών, των μέτρων που ελήφθησαν για την αντιμετώπιση τους, και για την τροποποίηση του εσωτερικού συστήματος διασφάλισης ποιότητας για αποφυγή των παραβιάσεων. Επίσης, κάθε νόμιμος ελεγκτής και κάθε νόμιμο ελεγκτικό γραφείο οφείλει να καταρτίζει ετήσια έκθεση που περιλαμβάνει την επισκόπηση τυχόν μέτρων που έχουν ληφθεί και κοινοποιούν την έκθεση εσωτερικά.

(6) Σε περίπτωση που ο νόμιμος ελεγκτής ή το νόμιμο ελεγκτικό γραφείο απευθύνεται σε εξωτερικούς εμπειρογνώμονες για την παροχή συμβουλών, οφείλει να καταγράφει σε σχετικό αρχείο το αίτημα και τις συμβουλές που έλαβε από τους εμπειρογνώμονες.

(7) Κάθε νόμιμος ελεγκτής και νόμιμο ελεγκτικό γραφείο οφείλει να διατηρεί μητρώο με τους λογαριασμούς των πελατών του. Αυτό το μητρώο πρέπει να περιλαμβάνει τα ακόλουθα δεδομένα για κάθε πελάτη που υπόκειται σε υποχρεωτικό έλεγχο:

(α) Το ονοματεπώνυμο ή την επωνυμία, τη διεύθυνση και την επιχειρηματική έδρα˙

(β) στην περίπτωση νόμιμου ελεγκτικού γραφείου, τα ονόματα του ή των κύριων εταίρων ελέγχου·

(γ) τις αμοιβές που χρεώθηκαν για τον υποχρεωτικό έλεγχο και τις αμοιβές που χρεώθηκαν για άλλες υπηρεσίες σε οποιαδήποτε οικονομική χρήση.

(8) Κάθε νόμιμος ελεγκτής και νόμιμο ελεγκτικό γραφείο οφείλει να καταρτίζει φάκελο ελέγχου για κάθε υποχρεωτικό έλεγχο και να καταγράφει τουλάχιστον τα δεδομένα που συγκεντρώνονται σύμφωνα με το εδάφιο (1) του άρθρου 60 του παρόντος Νόμου και, κατά περίπτωση, με τα Άρθρα 6 έως 8 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 537/2014.

(9) Κάθε νόμιμος ελεγκτής και νόμιμο ελεγκτικό γραφείο διατηρεί τυχόν άλλα στοιχεία και έγγραφα που έχουν σημασία για την υποστήριξη της έκθεσης ελέγχου που αναφέρεται στο άρθρο 69 του παρόντος Νόμου, κατά περίπτωση, στα Άρθρα 10 και 11 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 537/2014 και για την παρακολούθηση της συμμόρφωσης με τον παρόντα Νόμο και άλλες ισχύουσες νομικές απαιτήσεις.

(10) Κάθε νόμιμος ελεγκτής και κάθε νόμιμο ελεγκτικό γραφείο οφείλει να κλείνει τον φάκελο του υποχρεωτικού ελέγχου εντός εξήντα ημερών το αργότερο από την ημερομηνία υπογραφής της έκθεσης ελέγχου που αναφέρεται στο άρθρο 69 του παρόντος Νόμου και, κατά περίπτωση, στο Άρθρο 10 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 537/2014.

(11) Κάθε νόμιμος ελεγκτής και νόμιμο ελεγκτικό γραφείο οφείλει να τηρεί αρχείο οποιωνδήποτε καταγγελιών υποβλήθηκαν γραπτώς σχετικά με την εκτέλεση των υποχρεωτικών ελέγχων που διενεργήθηκαν.

(12) Η ΑΔΕΕλΕπ δύναται να ορίζει απλουστευμένες απαιτήσεις σε ό,τι αφορά τα εδάφια (5), (6) και (11), για τους ελέγχους που αναφέρονται στις παραγράφους (β) και (γ) του ορισμού του όρου «υποχρεωτικός έλεγχος» στο εδάφιο (1) του άρθρου 2.

Αμοιβή του νόμιμου ελεγκτή

65. Η αμοιβή για υπηρεσίες από νόμιμο ελεγκτή ή νόμιμο ελεγκτικό γραφείο -

(α) Δεν δύναται να επηρεάζεται ούτε να προσδιορίζεται από την παροχή συμπληρωματικών υπηρεσιών στην ελεγχόμενη οντότητα˙ και

(β) δεν μπορεί να βασίζεται σε οποιουδήποτε είδους αίρεση.

Αντικείμενο του υποχρεωτικού ελέγχου

66. Χωρίς επηρεασμό των απαιτήσεων υποβολής εκθέσεων που αναφέρονται στο άρθρο 69 του παρόντος Νόμου και, κατά περίπτωση, στα Άρθρα 10 και 11 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 537/2014, το αντικείμενο του υποχρεωτικού ελέγχου δεν περιλαμβάνει εγγυήσεις σχετικά με τη μελλοντική βιωσιμότητα της ελεγχόμενης οντότητας ή την αποδοτικότητα ή αποτελεσματικότητα με την οποία το διαχειριστικό ή διοικητικό όργανο έχει χειριστεί ή θα χειρίζεται τις υποθέσεις της οντότητας.

ΜΕΡΟΣ XI ΕΛΕΓΚΤΙΚΑ ΠΡΟΤΥΠΑ ΚΑΙ ΕΛΕΓΚΤΙΚΕΣ ΕΚΘΕΣΕΙΣ
Πρότυπα ελέγχου

67.-(1) Οι νόμιμοι ελεγκτές και τα νόμιμα ελεγκτικά γραφεία διενεργούν τον υποχρεωτικό έλεγχο σύμφωνα με τα διεθνή ελεγκτικά πρότυπα που υιοθετεί η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά το Άρθρο 26, παράγραφος 1, της Οδηγίας 2006/43/ΕΚ.

(2) Εφόσον η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν έχει υιοθετήσει διεθνές ελεγκτικό πρότυπο που να καλύπτει το ίδιο αντικείμενο, εφαρμόζονται από τους νόμιμους ελεγκτές και νόμιμα ελεγκτικά γραφεία τα ελεγκτικά πρότυπα τα οποία εφάρμοζαν κατά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος Νόμου.

(3) Για τους σκοπούς του εδαφίου (1), «διεθνή ελεγκτικά πρότυπα» σημαίνει τα Διεθνή Πρότυπα Ελέγχου (ΔΠΕ), το Διεθνές Πρότυπο Ελέγχου Ποιότητας 1 και άλλα σχετικά πρότυπα που έχουν εκδοθεί από τη Διεθνή Ομοσπονδία Λογιστών (IFAC) μέσω του Διεθνούς Συμβουλίου Προτύπων Ελέγχου και Διασφάλισης (IAASB), εφόσον έχουν συνάφεια με τον υποχρεωτικό έλεγχο.

(4) Κατά τον υποχρεωτικό έλεγχο των εταιρειών μικρού μεγέθους, η εφαρμογή των ελεγκτικών προτύπων που αναφέρονται στα εδάφια (1) και (2) είναι ανάλογη προς την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων των εταιρειών αυτών. Η ΑΔΕΕλΕπ δύναται να λαμβάνει μέτρα ώστε να διασφαλίζει την αναλογική εφαρμογή των ελεγκτικών προτύπων στους υποχρεωτικούς ελέγχους των εταιρειών αυτών.

Υποχρεωτικοί έλεγχοι ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων

68.-(1) Κάθε ελεγκτής ομίλου, κατά τον υποχρεωτικό έλεγχο των ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων ομίλου επιχειρήσεων -

(α) Φέρει, αναφορικά με τις ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις, την πλήρη ευθύνη για την έκθεση ελέγχου που αναφέρεται άρθρο 69 του παρόντος Νόμου και, κατά περίπτωση, στο Άρθρο 10 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 537/2014 και, ενδεχομένως, για την πρόσθετη έκθεση προς την επιτροπή ελέγχου σύμφωνα με το Άρθρο 11 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 537/2014∙

(β) οφείλει να αξιολογήσει τον έλεγχο που διενήργησαν τυχόν ελεγκτές τρίτης χώρας ή νόμιμοι ελεγκτές και ελεγκτικές οντότητες τρίτης χώρας ή νόμιμα ελεγκτικά γραφεία για τους σκοπούς του ελέγχου του ομίλου και καταγράφει το είδος, τη χρονική στιγμή και την έκταση της εργασίας που επιτέλεσαν οι εν λόγω ελεγκτές, συμπεριλαμβανομένης, κατά περίπτωση, της ανασκόπησης από τον ελεγκτή του ομίλου σχετικών τμημάτων των αποδεικτικών εγγράφων του ελέγχου που διενήργησαν οι εν λόγω ελεγκτές˙

(γ) οφείλει να προβαίνει σε ανασκόπηση του ελεγκτικού έργου που επιτέλεσαν ελεγκτές τρίτης χώρας ή νόμιμοι ελεγκτές και ελεγκτικές οντότητες τρίτης χώρας ή νόμιμα ελεγκτικά γραφεία για τους σκοπούς του ελέγχου του ομίλου και καταγράφει την ανασκόπηση.

(2) Τα αποδεικτικά έγγραφα που διατηρεί ο ελεγκτής του ομίλου επιτρέπουν στην ΑΔΕΕλΕπ να προβαίνει σε ανασκόπηση του έργου του ελεγκτή του ομίλου.

(3) Για τους σκοπούς της παραγράφου (γ) του εδαφίου (1), ο ελεγκτής του ομίλου ζητεί τη συμφωνία των ενδιαφερομένων νόμιμων ελεγκτών, των ελεγκτών τρίτης χώρας, των ελεγκτικών οντοτήτων τρίτης χώρας ή των νόμιμων ελεγκτικών γραφείων, για τη διαβίβαση των σχετικών αποδεικτικών εγγράφων κατά τη διενέργεια του ελέγχου των ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων, ως προϋπόθεση για να μπορεί ο ελεγκτής του ομίλου να βασίζεται στην εργασία των εν λόγω νόμιμων ελεγκτών, των ελεγκτών τρίτης χώρας, των ελεγκτικών οντοτήτων τρίτης χώρας ή νόμιμων ελεγκτικών γραφείων.

(4) Όταν ο ελεγκτής του ομίλου δεν είναι σε θέση να συμμορφωθεί με την παράγραφο (γ) του εδαφίου (1), λαμβάνει κατάλληλα μέτρα και ενημερώνει την ΑΔΕΕλΕπ.

(5) Τα αναφερόμενα στο εδάφιο (4) μέτρα κατά περίπτωση περιλαμβάνουν τη διενέργεια συμπληρωματικού υποχρεωτικού ελέγχου στη συναφή θυγατρική εταιρεία, είτε άμεσα είτε με ανάθεση των εν λόγω εργασιών σε τρίτους.

(6) Στην περίπτωση που ο ελεγκτής του ομίλου υπόκειται σε επιθεώρηση διασφάλισης της ποιότητας ή σε έρευνα σχετικά με τον υποχρεωτικό έλεγχο των ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων ενός ομίλου επιχειρήσεων, ο ελεγκτής του ομίλου, εφόσον του ζητηθεί, καθιστά διαθέσιμη στην αρμόδια αρχή τα σχετικά αποδεικτικά έγγραφα που διατηρεί όσον αφορά το ελεγκτικό έργο που έχουν εκτελέσει οι αντίστοιχοι νόμιμοι ελεγκτές, ελεγκτές τρίτης χώρας, νόμιμα ελεγκτικά γραφεία ή ελεγκτικές οντότητες τρίτης χώρας για τον σκοπό του ελέγχου του ομίλου, συμπεριλαμβανομένων οποιωνδήποτε εγγράφων εργασίας που αφορούν τον έλεγχο του ομίλου.

(7) Η ΑΔΕΕλΕπ δύναται να ζητήσει την υποβολή συμπληρωματικών αποδεικτικών εγγράφων του ελεγκτικού έργου που επιτελείται από τυχόν νόμιμους ελεγκτές ή νόμιμα ελεγκτικά γραφεία για τον σκοπό του ελέγχου του ομίλου από τις αρμόδιες αρχές σύμφωνα με το άρθρο 28.

(8) Εάν μητρική ή θυγατρική εταιρεία ομίλου επιχειρήσεων ελέγχεται από ελεγκτή τρίτης χώρας ή ελεγκτική οντότητα, η ΑΔΕΕλΕπ δύναται να ζητεί συμπληρωματικά αποδεικτικά έγγραφα της ελεγκτικής εργασίας που διενεργήθηκε από τυχόν ελεγκτή τρίτης χώρας ή ελεγκτική οντότητα τρίτης χώρας, από τις σχετικές αρμόδιες αρχές τρίτων χωρών μέσω των συμφωνιών συνεργασίας που αναφέρονται στο άρθρο 29.

(9) Κατά παρέκκλιση από το εδάφιο (8), εάν μητρική ή θυγατρική εταιρεία ομίλου επιχειρήσεων ελέγχεται από ελεγκτή τρίτης χώρας ή ελεγκτική οντότητα τρίτης χώρας που δεν έχουν συνάψει συμφωνία συνεργασίας, όπως αναφέρεται στο άρθρο 29, ο ελεγκτής του ομίλου είναι υπεύθυνος να διασφαλίσει, εφόσον του ζητηθεί, την κατάλληλη παράδοση των αποδεικτικών εγγράφων της ελεγκτικής εργασίας που επιτελέστηκε από αυτό τον ελεγκτή τρίτης χώρας ή την ελεγκτική οντότητα τρίτης χώρας, συμπεριλαμβανομένων των εγγράφων εργασίας που είναι απαραίτητα για τον έλεγχο του ομίλου.

(10) Για να διασφαλίσει την παράδοση που αναφέρεται στο εδάφιο (9), ο ελεγκτής του ομίλου διατηρεί αντίγραφα αυτών των αποδεικτικών εγγράφων ή, εναλλακτικά, συμφωνεί με τους ελεγκτές τρίτης χώρας ή τις ελεγκτικές οντότητες τρίτης χώρας ότι πρόκειται να έχει επιτρεπόμενη και απεριόριστη πρόσβαση στα έγγραφα αυτά κατόπιν αιτήσεως, ή λαμβάνει οποιοδήποτε άλλο ενδεδειγμένο μέτρο. Στην περίπτωση που τα φύλλα εργασίας του ελέγχου δεν μπορούν να διαβιβασθούν, για νομικούς ή άλλους λόγους, από μια τρίτη χώρα στον ελεγκτή του ομίλου, τα αποδεικτικά έγγραφα που διατηρεί ο ελεγκτής του ομίλου περιλαμβάνουν απόδειξη ότι αυτός προέβη σε κατάλληλες ενέργειες προκειμένου να αποκτήσει πρόσβαση στα αποδεικτικά έγγραφα του ελέγχου και, σε περίπτωση εμποδίων πέραν των νομικών βάσει της νομοθεσίας της εν λόγω τρίτης χώρας, αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με την ύπαρξη αυτών των εμποδίων.

Έκθεση ελέγχου

69.-(1) Οι νόμιμοι ελεγκτές και τα νόμιμα ελεγκτικά γραφεία παρουσιάζουν τα αποτελέσματα του υποχρεωτικού ελέγχου σε έκθεση ελέγχου απευθυνόμενη στην ελεγχόμενη οντότητα. Η έκθεση καταρτίζεται σύμφωνα με τις απαιτήσεις των ελεγκτικών προτύπων που αναφέρονται στο εδάφιο (1) ή (2) του άρθρου 67.

(2) Η έκθεση ελέγχου που αναφέρεται στο εδάφιο (1) καταρτίζεται γραπτώς και σε αυτήν -

(α) (i) Προσδιορίζεται η οντότητα της οποίας οι ετήσιες ή ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις αποτελούν το αντικείμενο του υποχρεωτικού ελέγχου, και

(ii) προσδιορίζονται οι ετήσιες ή ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις και η ημερομηνία και η περίοδος που καλύπτουν, και

(iii) προσδιορίζεται το πλαίσιο χρηματοοικονομικής πληροφόρησης που εφαρμόσθηκε κατά την κατάρτιση των οικονομικών καταστάσεων∙

(β) περιλαμβάνεται περιγραφή του εύρους του υποχρεωτικού ελέγχου, με αναφορά τουλάχιστον των ελεγκτικών προτύπων βάσει των οποίων διενεργήθηκε ο υποχρεωτικός έλεγχος·

(γ) περιλαμβάνεται ελεγκτική γνώμη, η οποία διατυπώνεται ως γνώμη χωρίς επιφύλαξη, γνώμη υπό επιφύλαξη ή αντίθετη γνώμη, και στην οποία οι νόμιμοι ελεγκτές ή τα νόμιμα ελεγκτικά γραφεία διατυπώνουν με σαφήνεια τη γνώμη τους -

(i) για το κατά πόσον οι ετήσιες οικονομικές καταστάσεις παρέχουν αληθινή και δίκαια εικόνα σύμφωνα με το αντίστοιχο πλαίσιο χρηματοοικονομικής πληροφόρησης, και

(ii) κατά περίπτωση, εάν οι ετήσιες οικονομικές καταστάσεις συνάδουν με τις νομικές απαιτήσεις:

Νοείται ότι, εάν οι νόμιμοι ελεγκτές ή τα νόμιμα ελεγκτικά γραφεία αδυνατούν να εκφέρουν ελεγκτική γνώμη, στην έκθεση ελέγχου περιλαμβάνεται άρνηση γνώμης·

(δ) αναφέρονται οποιαδήποτε άλλα ζητήματα στα οποία οι νόμιμοι ελεγκτές ή τα νόμιμα ελεγκτικά γραφεία εφιστούν την προσοχή υπογραμμίζοντάς τα χωρίς να διατυπώνουν γνώμη υπό επιφύλαξη˙

(ε) περιλαμβάνεται γνώμη και δήλωση, αμφότερες των οποίων βασίζονται στο έργο που επιβλήθηκε κατά τη διάρκεια του ελέγχου, σύμφωνα με την παράγραφο (γ) του εδαφίου (1) του άρθρου 152Α του περί Εταιρειών Νόμου ως διορθώθηκε∙

(στ) περιλαμβάνεται δήλωση για οποιαδήποτε ουσιώδη αβεβαιότητα όσον αφορά γεγονότα ή συνθήκες τα οποία ενδέχεται να προκαλέσουν σημαντικές αμφιβολίες σχετικά με την ικανότητα της οντότητας να συνεχίσει τις επιχειρηματικές της δραστηριότητες˙

(ζ) αναφέρεται η έδρα των νόμιμων ελεγκτών ή των νόμιμων ελεγκτικών γραφείων.

(3) Όταν ο υποχρεωτικός έλεγχος διενεργήθηκε από περισσότερους/α του ενός νόμιμους ελεγκτές ή νόμιμα ελεγκτικά γραφεία, οι νόμιμοι ελεγκτές ή τα νόμιμα ελεγκτικά γραφεία συμφωνούν ως προς τα αποτελέσματα του υποχρεωτικού ελέγχου και υποβάλλουν κοινή έκθεση και γνώμη. Σε περίπτωση διαφωνίας, κάθε νόμιμος ελεγκτής ή νόμιμο ελεγκτικό γραφείο υποβάλλει τη γνώμη του σε χωριστή παράγραφο της έκθεσης ελέγχου και αιτιολογεί τη διαφωνία του.

(4) Η έκθεση ελέγχου φέρει ημερομηνία και την υπογραφή του νόμιμου ελεγκτή. Εάν ο υποχρεωτικός έλεγχος διενεργείται από νόμιμο ελεγκτικό γραφείο, η έκθεση ελέγχου φέρει την υπογραφή τουλάχιστον των νόμιμων ελεγκτών που διενεργούν τον υποχρεωτικό έλεγχο για λογαριασμό του νόμιμου ελεγκτικού γραφείου. Όταν περισσότεροι/α του ενός νόμιμοι ελεγκτές ή νόμιμα ελεγκτικά γραφεία έχουν προσληφθεί ταυτοχρόνως, η έκθεση ελέγχου υπογράφεται από όλους τους νόμιμους ελεγκτές ή τουλάχιστον τους νόμιμους ελεγκτές που διενεργούν τον υποχρεωτικό έλεγχο εκ μέρους κάθε ελεγκτικού γραφείου. Σε εξαιρετικές περιστάσεις, και αφού υποβληθεί από τον νόμιμο ελεγκτή/νόμιμους ελεγκτές σχετικό αίτημα, το Διοικητικό Συμβούλιο της ΑΔΕΕλΕπ εγκρίνει τη μη γνωστοποίηση στο κοινό της υπογραφής ή των υπογραφών αυτών, εφόσον η γνωστοποίηση αυτή μπορεί να προκαλέσει άμεση και σημαντική απειλή για την προσωπική ασφάλεια οποιουδήποτε προσώπου∙ το προαναφερόμενο αίτημα γνωστοποιεί στην ΑΔΕΕλΕπ τα ονόματα των συμμετεχόντων.

(5) Η έκθεση του νόμιμου ελεγκτή ή του νόμιμου ελεγκτικού γραφείου για τις ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις είναι σύμφωνη με τις απαιτήσεις των εδαφίων (1) έως (4). Κατά τη διατύπωση γνώμης σχετικά με την αντιστοιχία της έκθεσης διαχείρισης με τις οικονομικές καταστάσεις, σύμφωνα με την παράγραφο (ε) του εδαφίου (2), ο νόμιμος ελεγκτής ή το νόμιμο ελεγκτικό γραφείο εξετάζει τις ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις και την ενοποιημένη έκθεση διαχείρισης. Σε περίπτωση που οι ετήσιες οικονομικές καταστάσεις της μητρικής επιχείρησης επισυνάπτονται στις ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις, οι εκθέσεις των νόμιμων ελεγκτών ή των νόμιμων ελεγκτικών γραφείων που απαιτούνται βάσει του παρόντος άρθρου μπορούν να συνδυάζονται μεταξύ τους.

(6) Η έκθεση των νόμιμων ελεγκτών διαβάζεται ενώπιον της ελεγχόμενης οντότητας σε γενική συνέλευση, εκτός εάν συμφωνηθεί διαφορετικά από τη γενική συνέλευση, και η έκθεση είναι ανοικτή για επιθεώρηση από οποιοδήποτε μέλος.

ΜΕΡΟΣ XII ΔΙΑΣΦΑΛΙΣΗ ΠΟΙΟΤΗΤΑΣ
Συστήματα διασφάλισης ποιότητας

70.-(1) Όλοι οι νόμιμοι ελεγκτές και όλα τα νόμιμα ελεγκτικά γραφεία της Δημοκρατίας υπόκεινται σε σύστημα επιθεώρησης διασφάλισης της ποιότητας του ελέγχου που πληροί τουλάχιστο τα ακόλουθα κριτήρια -

(α) Είναι οργανωμένο ώστε να είναι ανεξάρτητο από τους επιθεωρούμενους νόμιμους ελεγκτές και νόμιμα ελεγκτικά γραφεία και υπόκειται σε δημόσια εποπτεία˙

(β) η χρηματοδότησή του είναι εξασφαλισμένη και δεν δύναται να επηρεαστεί με αθέμιτο τρόπο από νόμιμους ελεγκτές ή νόμιμα ελεγκτικά γραφεία·

(γ) διαθέτει επαρκείς πόρους·

(δ) τα πρόσωπα που είναι επιφορτισμένα με τις επιθεωρήσεις διασφάλισης ποιότητας του ελέγχου έχουν κατάλληλη επαγγελματική εκπαίδευση και πείρα στον τομέα του υποχρεωτικού ελέγχου και της χρηματοοικονομικής πληροφόρησης, καθώς και ειδική κατάρτιση στον τομέα της επιθεώρησης διασφάλισης ποιότητας·

(ε) έχει εφαρμοστεί, για την επιλογή των προσώπων στα οποία έχει ανατεθεί συγκεκριμένη αποστολή επιθεώρησης διασφάλισης ποιότητας του ελέγχου, αντικειμενική διαδικασία που να αποβλέπει στην αποφυγή κάθε σύγκρουσης συμφερόντων μεταξύ των προσώπων αυτών και του επιθεωρούμενου νόμιμου ελεγκτή ή νόμιμου ελεγκτικού γραφείου·

(στ) η επιθεώρηση διασφάλισης ποιότητας του ελέγχου, βασίζεται σε κατάλληλο έλεγχο επιλεγμένων φακέλων ελέγχου, περιλαμβάνει εκτίμηση της συμμόρφωσης με τα εφαρμοστέα πρότυπα ελέγχου και τις απαιτήσεις ανεξαρτησίας, της επάρκειας και της ποιότητας των δαπανηθέντων πόρων, των αμοιβών που κατελήφθησαν και του εσωτερικού συστήματος διασφάλισης ποιότητας του νόμιμου ελεγκτικού γραφείου·

(ζ) για την επιθεώρηση διασφάλισης ποιότητας του ελέγχου συντάσσεται έκθεση με τα κυριότερα ευρήματα, συμπεράσματα και συστάσεις της επιθεώρησης διασφάλισης ποιότητας˙

(η) η επιθεώρηση διασφάλισης ποιότητας του ελέγχου, λαμβάνει χώρα βάσει ανάλυσης του κινδύνου και, στην περίπτωση νόμιμου ελεγκτή ή νόμιμου ελεγκτικού γραφείου που διενεργεί υποχρεωτικό έλεγχο, τουλάχιστον ανά έξι έτη˙

(θ) ο νόμιμος ελεγκτής και το νόμιμο ελεγκτικό γραφείο εντός εύλογου χρονικού διαστήματος υλοποιεί τις συστάσεις που διατυπώνονται κατά την επιθεώρηση διασφάλισης ποιότητας του ελέγχου˙

(ι) οι επιθεωρήσεις διασφάλισης της ποιότητας είναι ενδεδειγμένες και αναλογικές σε σχέση με την κλίμακα και τον πολύπλοκο χαρακτήρα της διάστασης της δραστηριότητας του επιθεωρούμενου νόμιμου ελεγκτικού γραφείου ή του νόμιμου ελεγκτή˙

(ια) τα συνολικά αποτελέσματα των επιθεωρήσεων του συστήματος διασφάλισης ποιότητας του ελέγχου δημοσιεύονται στην ετήσια έκθεση˙

(2) Η επιθεώρηση διασφάλισης ποιότητας του ελέγχου των νόμιμων ελεγκτών και των νόμιμων ελεγκτικών γραφείων που δεν διενεργούν υποχρεωτικό έλεγχο σε οντότητες δημοσίου συμφέροντος, λαμβάνει χώρα βάσει αναλύσεως κινδύνου τουλάχιστο ανά έξι (6) έτη.

(3) Εάν δεν εφαρμοστούν οι συστάσεις που αναφέρονται στην παράγραφο (θ) του εδαφίου (1) του παρόντος άρθρου, ο νόμιμος ελεγκτής ή το νόμιμο ελεγκτικό γραφείο υπόκεινται, εφόσον ενδείκνυται, σε πειθαρχικά μέτρα ή κυρώσεις κατά το Μέρος XVI.

(4) Για τους σκοπούς της παραγράφου (ι) του εδαφίου (1) του παρόντος άρθρου, λαμβάνεται υπόψη κατά τις επιθεωρήσεις διασφάλισης της ποιότητας των υποχρεωτικών ελέγχων των ετήσιων ή ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων μικρομεσαίων επιχειρήσεων, το γεγονός ότι τα ελεγκτικά πρότυπα που αναφέρονται στο άρθρο 67 είναι σχεδιασμένα ώστε να εφαρμόζονται κατά τρόπο αναλογικό προς την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των εργασιών της ελεγχόμενης οντότητας.

ΜΕΡΟΣ ΧIII ΕΙΔΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΟΝΤΟΤΗΤΕΣ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΣΥΜΦΕΡΟΝΤΟΣ
Αμοιβές ελέγχου για τη διενέργεια υποχρεωτικού ελέγχου σε οντότητες δημοσίου συμφέροντος

71. Το Διοικητικό Συμβούλιο της ΑΔΕΕλΕπ, δύναται, κατόπιν αίτησης νόμιμου ελεγκτή ή νόμιμου ελεγκτικού γραφείου, κατ’ εξαίρεση, να επιτρέπει σε αυτόν το νόμιμο ελεγκτή ή νόμιμο ελεγκτικό γραφείο να απαλλάσσεται από τις απαιτήσεις του Άρθρου 4, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 537/2014 όσον αφορά την ελεγχόμενη οντότητα, για διάστημα που δεν υπερβαίνει τα δύο οικονομικά έτη.

Παροχή μη ελεγκτικών υπηρεσιών από νόμιμο ελεγκτή ή νόμιμο ελεγκτικό γραφείο που διενεργεί υποχρεωτικό έλεγχο σε οντότητα δημοσίου συμφέροντος

72. Κατά παρέκκλιση του Άρθρου 5, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 537/2014, επιτρέπεται η παροχή των υπηρεσιών που αναφέρονται στο Άρθρο 5, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, στοιχείο α) σημείο i) και σημεία iv) έως vii) και στοιχείο στ) αυτού του Κανονισμού, εφόσον πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

(α) Δεν έχουν άμεση επίπτωση ή έχουν επουσιώδη επίπτωση, ξεχωριστά ή συνολικά στις ελεγχόμενες οικονομικές καταστάσεις˙

(β) η εκτίμηση της επίπτωσης στις ελεγχόμενες οικονομικές καταστάσεις τεκμηριώνεται και εξηγείται λεπτομερώς στην επιπρόσθετη έκθεση προς την επιτροπή ελέγχου που αναφέρεται στο Άρθρο 11 αυτού του Κανονισμού˙

(γ) οι αρχές της ανεξαρτησίας όπως αυτές αναφέρονται στο Μέρος Χ του παρόντος Νόμου, τηρούνται από τον νόμιμο ελεγκτή ή το νόμιμο ελεγκτικό γραφείο.

Αναφορά στην ΑΔΕΕλΕπ θεμάτων που αφορούν οντότητες δημοσίου συμφέροντος

73. Η ΑΔΕΕλΕπ δύναται να ζητήσει πρόσθετες πληροφορίες, έναντι αυτών που αναφέρονται στο Άρθρο 12, παράγραφος 1, του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 537/2014, από τον νόμιμο ελεγκτή ή το νόμιμο ελεγκτικό γραφείο, εφόσον είναι αναγκαίο για την αποτελεσματική εποπτεία της χρηματοοικονομικής αγοράς.

Τήρηση αρχείων

74. Η ΑΔΕΕλΕπ δύναται να απαιτεί από τους νόμιμους ελεγκτές και τα νόμιμα ελεγκτικά γραφεία να τηρούν τα έγγραφα και τις πληροφορίες, που αναφέρονται στο Άρθρο 15, πρώτο εδάφιο, του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 537/2014, για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα σύμφωνα με τους κανόνες για την προστασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και τις αντίστοιχες διοικητικές και δικαστικές διαδικασίες.

Διάρκεια της ελεγκτικής εργασίας σε οντότητα δημοσίου συμφέροντος

75.-(1) Κατά παρέκκλιση από το Άρθρο 17, παράγραφος 1, του Κανονισμού (ΕΕ) 537/2014, η μέγιστη διάρκεια που αναφέρεται στο Άρθρο 17, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, αυτού του Κανονισμού μπορεί να παραταθεί μέχρι μέγιστη διάρκεια -

(α) Είκοσι ετών, στην περίπτωση διενέργειας δημόσιας διαδικασίας υποβολής προσφορών για τον υποχρεωτικό έλεγχο σύμφωνα με το Άρθρο 16, παράγραφοι 2 έως 5, αυτού του Κανονισμού και αρχίζει να ισχύει με τη λήξη της μέγιστης διάρκειας που αναφέρεται στο Άρθρο 17, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, αυτού του Κανονισμού˙ ή

(β) είκοσι τεσσάρων ετών, όταν, μετά τη λήξη της μέγιστης διάρκειας που αναφέρεται στο Άρθρο 17, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, αυτού του Κανονισμού, χρησιμοποιούνται ταυτόχρονα περισσότεροι του ενός νόμιμοι ελεγκτές ή νόμιμα ελεγκτικά γραφεία, υπό τον όρο ότι ο υποχρεωτικός έλεγχος καταλήγει στην υποβολή της κοινής έκθεσης ελέγχου που αναφέρεται στο άρθρο 69 του παρόντος Νόμου.

(2) Το εδάφιο (1) εφαρμόζεται τηρουμένου του Άρθρου 17, παράγραφος 5, του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 537/2014.

(3) Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 27Η του περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου, στην περίπτωση που η οντότητα δημοσίου συμφέροντος είναι αδειοδοτημένο πιστωτικό ίδρυμα, η Κεντρική Τράπεζα δεν εγκρίνει-

(α) Το διορισμό εγκεκριμένου ελεγκτή για σκοπούς διενέργειας των υποχρεωτικών ελέγχων στο αδειοδοτημένο πιστωτικό ίδρυμα για διάρκεια ελεγκτικής εργασίας που υπερβαίνει τα εννέα συναπτά (9) έτη και

(β) τον επαναδιορισμό του προσώπου αυτού για τους ίδιους σκοπούς στην ίδια οντότητα, προτού παρέλθουν τουλάχιστον τέσσερα (4) έτη από την τελευταία ημερομηνία κατά την οποία αυτό ασκούσε ελεγκτική εργασία στο εν λόγω αδειοδοτημένο πιστωτικό ίδρυμα.

ΜΕΡΟΣ ΧΙV ΔΙΟΡΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΠΑΥΣΗ ΝΟΜΙΜΟΥ ΕΛΕΓΚΤΗ Ή ΝΟΜΙΜΟΥ ΕΛΕΓΚΤΙΚΟΥ ΓΡΑΦΕΙΟΥ
Διορισμός του νόμιμου ελεγκτή ή του νόμιμου ελεγκτικού γραφείου

76.-(1) Ο νόμιμος ελεγκτής ή το νόμιμο ελεγκτικό γραφείο διορίζονται-

(α) Από τη γενική συνέλευση των μετόχων ή μελών της ελεγχόμενης οντότητας, ή

(β) σε περίπτωση που η ελεγχόμενη οντότητα είναι συνεταιρισμός, από την πλειοψηφία των ομόρρυθμων συνεταίρων, ή

(γ) σε περίπτωση που η ελεγχόμενη οντότητα είναι οντότητα που δε διαθέτει μετόχους ή μέλη, από την πλειοψηφία των μελών του διοικητικού συμβουλίου ή τέτοιου άλλου οργάνου, όπως προβλέπεται στο νόμο που διέπει τη σύσταση της ελεγχόμενης οντότητας.

(2) Κανένα από τα πρόσωπα που αναφέρονται ακολούθως δεν δύναται να διοριστεί ως νόμιμος ελεγκτής:

(α) Αξιωματούχος, μέτοχος ή υπάλληλος της ελεγχόμενης οντότητας˙

(β) πρόσωπο το οποίο υπήρξε αξιωματούχος ή υπάλληλος της ελεγχόμενης οντότητας κατά τη διάρκεια περιόδου σε σχέση με την οποία οι οικονομικές καταστάσεις της εν λόγω οντότητας θα ετύγχαναν ελέγχου από το εν λόγω πρόσωπο, εάν διοριζόταν ως ελεγκτής της ελεγχόμενης οντότητας˙

(γ) γονέας, σύζυγος, αδελφός, αδελφή ή τέκνο αξιωματούχου της ελεγχόμενης οντότητας˙

(δ) συνέταιρος ή εργοδοτούμενος αξιωματούχου ή υπαλλήλου της ελεγχόμενης οντότητας˙

(ε) πρόσωπο το οποίο δεν δύναται δυνάμει του παρόντος εδαφίου να διοριστεί ως ελεγκτής θυγατρικής ή μητρικής επιχείρησης της ελεγχόμενης οντότητας ή θυγατρικής της μητρικής επιχείρησης της εν λόγω οντότητας.

(3) Απαγορεύεται οποιαδήποτε συμβατική ρήτρα η οποία περιορίζει την επιλογή από τη γενική συνέλευση των μετόχων ή μελών της ελεγχόμενης οντότητας, σύμφωνα με το εδάφιο (1) σε ορισμένες κατηγορίες ή καταλόγους νόμιμων ελεγκτών ή νόμιμων ελεγκτικών γραφείων σε σχέση με το διορισμό ή τον περιορισμό της επιλογής συγκεκριμένου νόμιμου ελεγκτή ή νόμιμου ελεγκτικού γραφείου για τη διεξαγωγή του υποχρεωτικού ελέγχου της εν λόγω οντότητας. Οποιεσδήποτε υφιστάμενες ρήτρες ως ανωτέρω είναι άκυρες.

(4) Το παρόν άρθρο πρέπει να διαβάζεται μαζί με το άρθρο 153 του περί Εταιρειών Νόμου ως διορθώθηκε.

Παύση και παραίτηση του νόμιμου ελεγκτή και του νόμιμου ελεγκτικού γραφείου

77.-(1) Οι νόμιμοι ελεγκτές και τα νόμιμα ελεγκτικά γραφεία μπορούν να παυθούν από το υπεύθυνο για το διορισμό τους όργανο μόνο για βάσιμους λόγους. Η διάσταση απόψεων σχετικά με λογιστικούς χειρισμούς ή με ελεγκτικές διαδικασίες δεν αποτελεί βάσιμο λόγο παύσης.

(2) Η ελεγχόμενη οντότητα και ο νόμιμος ελεγκτής και το νόμιμο ελεγκτικό γραφείο οφείλουν να ενημερώνουν την ΑΔΕΕλΕπ σχετικά με την παύση ή την παραίτηση του νόμιμου ελεγκτή ή του νόμιμου ελεγκτικού γραφείου κατά τη διάρκεια της θητείας τους και την αιτιολογούν δεόντως.

(3) Σε περίπτωση υποχρεωτικού ελέγχου οντότητας δημόσιου συμφέροντος, οποιοσδήποτε από τους ακόλουθους επιτρέπεται να καταθέσει αγωγή ενώπιον αρμόδιου δικαστηρίου για την απόλυση των νόμιμων ελεγκτών ή των νόμιμων ελεγκτικών γραφείων, εφόσον υπάρχουν βάσιμοι προς τούτο λόγοι:

(α) Οι μέτοχοι οι οποίοι αντιστοιχούν στο 5% τουλάχιστον των δικαιωμάτων ψήφου ή των μετοχών˙

(β) τα άλλα όργανα των ελεγχόμενων οντοτήτων κατά το κυπριακό δίκαιο˙ ή

(γ) η ΑΔΕΕλΕπ.

(4) Το παρόν άρθρο πρέπει να διαβάζεται μαζί με το άρθρο 154 του περί Εταιρειών Νόμου ως διορθώθηκε.

ΜΕΡΟΣ ΧV ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΕΛΕΓΧΟΥ
Επιτροπή ελέγχου

78.-(1) Κάθε οντότητα δημόσιου συμφέροντος οφείλει να διαθέτει επιτροπή ελέγχου η οποία πρέπει να -

(α) Αποτελεί είτε ανεξάρτητη επιτροπή είτε επιτροπή του διοικητικού ή του εποπτικού οργάνου της ελεγχόμενης οντότητας˙ και

(β) αποτελείται από μη εκτελεστικά μέλη του διοικητικού οργάνου και/ή μέλη του εποπτικού οργάνου της ελεγχόμενης οντότητας ή/και μέλη διορισμένα από τη γενική συνέλευση των μετόχων της ελεγχόμενης οντότητας ή, στην περίπτωση οντοτήτων χωρίς μετόχους, από ισοδύναμο όργανο.

(2) Τουλάχιστον ο πρόεδρος της επιτροπής ελέγχου πρέπει να διαθέτει επάρκεια γνώσεων στον τομέα της λογιστικής και/ ή του ελέγχου και, στο σύνολό τους, τα μέλη της πρέπει να διαθέτουν επάρκεια γνώσεων στον τομέα στον οποίο δραστηριοποιείται η ελεγχόμενη οντότητα.

(3) Τα μέλη της επιτροπής ελέγχου πρέπει να είναι στην πλειονότητά τους ανεξάρτητα από την ελεγχόμενη οντότητα.

(4) Ο πρόεδρος της επιτροπής ελέγχου πρέπει να διορίζεται από τα μέλη της ή από το εποπτικό όργανο της ελεγχόμενης οντότητας και οφείλει να είναι ανεξάρτητος από την ελεγχόμενη οντότητα.

(5) Χωρίς επηρεασμό της ευθύνης των μελών του διοικητικού, διαχειριστικού ή εποπτικού οργάνου ή άλλων μελών που έχουν διορισθεί από τη γενική συνέλευση των μετόχων της ελεγχόμενης οντότητας, η επιτροπή ελέγχου, μεταξύ άλλων -

(α) Ενημερώνει το διοικητικό ή το εποπτικό όργανο της ελεγχόμενης οντότητας για το αποτέλεσμα του υποχρεωτικού ελέγχου και επεξηγεί πώς συνέβαλε ο υποχρεωτικός έλεγχος στην ακεραιότητα της χρηματοοικονομικής πληροφόρησης και ποιος ήταν ο ρόλος της επιτροπής ελέγχου στην εν λόγω διαδικασία·

(β) παρακολουθεί τη διαδικασία χρηματοοικονομικής πληροφόρησης και υποβάλλει συστάσεις ή προτάσεις για την εξασφάλιση της ακεραιότητάς της˙

(γ) παρακολουθεί την αποτελεσματικότητα των συστημάτων εσωτερικού ελέγχου διασφάλισης της ποιότητας και διαχείρισης κινδύνων της επιχείρησης και, κατά περίπτωση, του τμήματος εσωτερικού ελέγχου της, όσον αφορά τη χρηματοοικονομική πληροφόρηση της ελεγχόμενης οντότητας, χωρίς να παραβιάζει την ανεξαρτησία της οντότητας αυτής·

(δ) παρακολουθεί τον υποχρεωτικό έλεγχο των ετήσιων και των ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων και ιδίως την απόδοσή της, λαμβάνοντας υπόψη οποιαδήποτε πορίσματα και συμπεράσματα της αρμόδιας αρχής κατά το Άρθρο 26, παράγραφος 6, του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 537/2014˙

(ε) ανασκοπεί και παρακολουθεί την ανεξαρτησία των νόμιμων ελεγκτών ή των ελεγκτικών γραφείων κατά τα άρθρα 58, 59, 60, 63 και 64 του παρόντος Νόμου καθώς και το Άρθρο 6 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 537/2014 και ιδίως την καταλληλότητα της παροχής συμπληρωματικών υπηρεσιών στην ελεγχόμενη οντότητα κατά το Άρθρο 5 αυτού του Κανονισμού˙

(στ) είναι υπεύθυνη για τη διαδικασία επιλογής νόμιμων ελεγκτών ή ελεγκτικών γραφείων και προτείνει τους νόμιμους ελεγκτές ή τα νόμιμα ελεγκτικά γραφεία που διορίζονται κατά το Άρθρο 16 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 537/2014, εκτός εάν εφαρμόζεται το Άρθρο 16, παράγραφος 8, αυτού του Κανονισμού.

(6) Για σκοπούς του παρόντος άρθρου, αρμόδια αρχή για τον έλεγχο της συμμόρφωσης και την επιβολή διοικητικών κυρώσεων είναι –

(α) Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς για οντότητες που διέπονται από το κυπριακό δίκαιο των οποίων οι μεταβιβάσιμοι τίτλοι είναι εισηγμένοι προς διαπραγμάτευση σε οργανωμένη ή ρυθμιζόμενη αγορά οποιουδήποτε κράτους μέλους, εξαιρουμένων πιστωτικών ιδρυμάτων, ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων,

(β) η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου για οντότητες οι οποίες είναι πιστωτικά ιδρύματα,

(γ) ο Έφορος Ασφαλίσεων για οντότητες οι οποίες είναι ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις:

Νοείται ότι, για την επίτευξη των αρμοδιοτήτων των πιο πάνω αρχών εφαρμόζονται οι εξουσίες και αρμοδιότητες που τους παρέχονται από τις οικίες νομοθεσίες που διέπουν τη σύσταση και λειτουργία τους.

(7) Σε κάθε περίπτωση, εφόσον διαπιστωθεί παράβαση που δικαιολογεί την επιβολή διοικητικών κυρώσεων από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ή την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου ή τον Έφορο Ασφαλίσεων, εφαρμόζονται κατ’ αναλογία τα άρθρα 102, 109 (1) (στ), 109 (1) (ζ), 109 (1) (η) σημείο (ι) και 109 (3) του Νόμου.

ΜΕΡΟΣ ΧVI ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1-ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
Αρμοδιότητα Διοικητικού Συμβουλίου ΑΔΕΕλΕπ για διεξαγωγή πειθαρχικής διαδικασίας

79. Η ΑΔΕΕλΕπ, για την διαπίστωση παραβάσεων του παρόντος Νόμου, του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 537/2014 ή/και του ρυθμιστικού πλαισίου που διέπει τις εργασίες των νόμιμων ελεγκτών και των νόμιμων ελεγκτικών γραφείων, δύναται, είτε κατόπιν σχετικής καταγγελίας είτε αυτεπαγγέλτως, κατόπιν σχετικής απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου της, να διατάσσει την διεξαγωγή πειθαρχικής έρευνας σε σχέση με νόμιμο ελεγκτή ή/ και νόμιμο ελεγκτικό γραφείο.

Παράπονα και καταγγελίες

80.-(1) Όταν-

(α) Σταλεί γραπτή και επώνυμη καταγγελία ή πληροφορία στο Συμβούλιο, από οποιοδήποτε μέλος του ή από οποιοδήποτε πρόσωπο, σχετικά με πράξεις ή παραλείψεις ή συμπεριφορά νόμιμου ελεγκτή ή νόμιμου ελεγκτικού γραφείου, ή

(β) σταλεί γραπτή και επώνυμη καταγγελία ή πληροφορία στο Συμβούλιο, από οποιοδήποτε μέλος του ή από οποιοδήποτε πρόσωπο, περί του ότι νόμιμος ελεγκτής ή νόμιμο ελεγκτικό γραφείο είναι ακατάλληλος/ο ή ανίκανος/ο, για συγκεκριμένο λόγο, να συνεχίσει να ασκεί το επάγγελμα του,

ο Διευθυντής του Γραφείου της ΑΔΕΕλΕπ ή ο εκάστοτε ασκών καθήκοντα Διευθυντή σε περίπτωση απουσίας ή κωλύματος ή κενής θέσης του Διευθυντή, θέτει χωρίς καθυστέρηση την καταγγελία ή την πληροφορία υπόψη του Προέδρου του Συμβουλίου.

(2) Τα νόμιμα ελεγκτικά γραφεία καθορίζουν κατάλληλες εσωτερικές διαδικασίες ώστε να μπορούν οι υπάλληλοί τους να αναφέρουν πιθανές ή πραγματικές περιπτώσεις παράβασης του παρόντος Νόμου και του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 537/2014 εσωτερικά, μέσω συγκεκριμένου διαύλου.

(3) Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, σχετικά τόσο με πρόσωπο που αναφέρει πιθανολογούμενες ή πραγματικές περιπτώσεις παράτασης όσο και με πρόσωπο για το οποίο υπάρχουν υπόνοιες ή εικάζεται ότι έχει διαπράξει παράβαση του παρόντος Νόμου ή/και του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 537/2014, προστατεύονται σύμφωνα με τις αρχές που ορίζονται στους περί Επεξεργασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (Προστασία του Ατόμου) Νόμους.

(4) Ο Πρόεδρος του Συμβουλίου παραπέμπει κατ’ ευθείαν την καταγγελία ή την πληροφορία στο Συμβούλιο το οποίο -

(α) Αποφασίζει κατά πόσον δε χρειάζεται να συνεχίσει περαιτέρω τη διαδικασία διότι εκ πρώτης όψεως κρίνει ότι, εάν δικάζετο από την Πειθαρχική Επιτροπή ο νόμιμος ελεγκτής ή το νόμιμο ελεγκτικό γραφείο δεν θα βρισκόταν ένοχος για οποιαδήποτε από τις πράξεις ή παραλείψεις του άρθρου 103 ή ότι δεν έχει επαρκείς πληροφορίες για να κρίνει κατά πόσον ο νόμιμος ελεγκτής ή το νόμιμο ελεγκτικό γραφείο θα πρέπει να τεθούν κάτω από πειθαρχική έρευνα, ή

(β) αποφασίζει να δώσει οδηγίες στο Διευθυντή, κατά το άρθρο 82, για διεξαγωγή πειθαρχικής έρευνας.

(5)(α) Το Συμβούλιο σε κάθε περίπτωση δύναται να δίνει οδηγίες για την διεξαγωγή προκαταρκτικής έρευνας πριν αποφασίσει κατά πόσο ένα θέμα θα πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω για σκοπούς πειθαρχικής έρευνας.

(β) Το Συμβούλιο δύναται να ρυθμίζει με οδηγίες τον τρόπο υλοποίησης της προκαταρκτικής έρευνας λαμβάνοντας υπόψη τη φύση του θέματος που θα διερευνηθεί.

Παραπομπή σε πειθαρχική έρευνα

81.-(1) Νόμιμος ελεγκτής και νόμιμο ελεγκτικό γραφείο υπόκειται σε πειθαρχική έρευνα, κατά το παρόν Μέρος, μόνο εάν, κατά τη γνώμη του Διοικητικού Συμβουλίου της ΑΔΕΕλΕπ –

(α) Το θέμα για το οποίο πρόκειται να διεξαχθεί πειθαρχική έρευνα εγείρει ή πιθανώς να εγείρει σημαντικά θέματα που επηρεάζουν το δημόσιο συμφέρον στη Δημοκρατία˙ ή

(β) υπάρχουν βάσιμοι λόγοι υποψίας για παράβαση του παρόντος Νόμου, του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 537/2014 ή/και του σχετικού θεσμικού πλαισίου.

(2)(α) Το Συμβούλιο, εξετάζοντας εάν ικανοποιείται το κριτήριο της παραγράφου (α) του εδαφίου (1), λαμβάνει οπωσδήποτε υπόψη εάν το θέμα εγείρει σοβαρή ανησυχία στο κοινό ή επηρεάζει την εμπιστοσύνη του κοινού στο ελεγκτικό επάγγελμα στη Δημοκρατία˙

(β) Πρόσθετα με τα πιο πάνω, το Συμβούλιο πρέπει επίσης να λαμβάνει υπόψη όλες τις περιστάσεις που περιβάλλουν το θέμα περιλαμβανομένων, μεταξύ άλλων, τη φύση του θέματος, την έκταση, την κλίμακα και τη βαρύτητά του.

(3) Εξετάζοντας το Συμβούλιο εάν ικανοποιούνται τα κριτήρια της παραγράφου (β) του εδαφίου (1), πρέπει να λάβει υπόψη τις πρόνοιες του παρόντος Νόμου και οποιωνδήποτε κανονισμών εκδίδονται δυνάμει αυτού, καθώς επίσης τις πρόνοιες του σχετικού θεσμικού πλαισίου.

Πειθαρχική έρευνα

82.-(1)(α) Το Συμβούλιο, εάν αποφασίσει ότι οι καταγγελίες ή οι πληροφορίες είναι τέτοιες που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε καταδίκη του νόμιμου ελεγκτή ή του νόμιμου ελεγκτικού γραφείου για οποιοδήποτε από τα αδικήματα του άρθρου 104, εξουσιοδοτεί τον Διευθυντή του Γραφείου της ΑΔΕΕλΕπ να εκδώσει ειδοποίηση με την οποία να καλεί σε μαρτυρική κατάθεση τον νόμιμο ελεγκτή ή/και το νόμιμο ελεγκτικό γραφείο, το πρόσωπο που έδωσε την καταγγελία ή την πληροφορία, και κάθε πρόσωπο που στην πορεία της έρευνας θα φανεί χρήσιμη ή αναγκαία η λήψη μαρτυρικής κατάθεσης εκ μέρους του.

(β) Πρόσθετα, το Συμβούλιο ορίζει επιθεωρητές ή εμπειρογνώμονες ή εντεταλμένους επιθεωρητές κατά το άρθρο 85, οι οποίου θα διεξάγουν πειθαρχική έρευνα και οι οποίοι έχουν τις προβλεπόμενες στο άρθρο 15 εξουσίες.

Ειδοποίηση για κατάθεση μαρτυρική

83. Όταν το Συμβούλιο αποφασίσει κατά την παράγραφο (α) του εδαφίου (1) του άρθρου 82 –

(α) Καταγράφεται ο σκοπός της πειθαρχικής έρευνας στην ειδοποίηση που εκδίδει ο Διευθυντής του Γραφείου της ΑΔΕΕλΕπ και επιδίδει στα πρόσωπα που αναφέρεται στο άρθρο 82˙

(β) ο σκοπός της πειθαρχικής έρευνας που στην παράγραφο (α) αναφέρεται δεν περιορίζεται στα θέματα που αναφέρθηκαν στην καταγγελία ή πληροφορία αλλά δύνανται, με απόφαση του Συμβουλίου, να συμπεριληφθούν ή να αφαιρεθούν θέματα που κατά την κρίση του χρήζουν ή δεν χρήζουν πειθαρχικής έρευνας, με την προϋπόθεση ότι τέτοια δυνατότητα παρέχεται με βάση τα στοιχεία και πληροφορίες που έχει ενώπιόν του το Συμβούλιο˙

(γ) το πρόσωπο που καταγγέλλει ή δίνει τις πληροφορίες οφείλει να δώσει στο Συμβούλιο τα έγγραφα και άλλες πληροφορίες που κατέχει για το θέμα, με την προϋπόθεση ότι τα κατέχει νόμιμα.

Επίδοση ειδοποίησης

84.-(1) Ο Διευθυντής του Γραφείου της ΑΔΕΕλΕπ, αφού λάβει από το Συμβούλιο όλα τα έγγραφα που βρίσκονται στην κατοχή του και αφορούν την πειθαρχική έρευνα, προχωρεί στην επίδοση της ειδοποίησης προς τα πρόσωπα που καλούνται σε μαρτυρική κατάθεση, μαζί με τις σχετικές πληροφορίες για τον σκοπό της πειθαρχικής έρευνας.

(2) Η σειρά λήψης καταθέσεων αποφασίζεται από τον ερευνώντα λειτουργό με βάση την διεξαγωγή της έρευνας με τον πλέον πρόσφορο τρόπο.

Παραχώρηση από το Συμβούλιο, επιθεωρητών/ εμπειρογνωμόνων/εντεταλμένων επιθεωρητών για διεξαγωγή πειθαρχικής έρευνας ή προκαταρκτικής έρευνας

85.-(1) Το Συμβούλιο ορίζει και παραχωρεί στον Διευθυντή του Γραφείου της ΑΔΕΕλΕπ επιθεωρητές ή/και εμπειρογνώμονες ή/και εντεταλμένους επιθεωρητές που έχουν σχετική με το ερευνώμενο θέμα εμπειρογνωμοσύνη, των οποίων οι υπηρεσίες δυνατόν να απαιτούνται για την πραγματοποίηση οποιασδήποτε προκαταρκτικής έρευνας ή πειθαρχικής έρευνας ήθελε διαταχθεί από το Συμβούλιο και της συνεπαγόμενης με την εν λόγω έρευνα πειθαρχικής διαδικασίας ενώπιον της Πειθαρχικής Επιτροπής.

(2) Όσον αφορά τους εντεταλμένους επιθεωρητές και τους εμπειρογνώμονες, το Συμβούλιο δύναται να εξειδικεύει τα αναγκαία προσόντα και τις απαιτούμενες ειδικότητες τους καθώς και τη διαδικασία επιλογής και αποζημίωσής τους, λαμβάνοντας υπόψη τις απαιτήσεις των εδαφίων (4) και (5) του άρθρου 14.

Οι εντεταλμένοι επιθεωρητές και οι εμπειρογνώμονες οφείλουν να υποβάλλουν στο Συμβούλιο, πριν την έναρξη έκαστης έρευνας που τους ανατίθεται, υπεύθυνη δήλωση περί του ότι συμμορφώνονται με τους περιορισμούς και τις απαιτήσεις που προβλέπονται στα εδάφια (4) και (5) του άρθρου 14.

Δυνατότητα τροποποίησης του σκοπού της έρευνας

86. Εάν, κατά τη διαδικασία της πειθαρχικής έρευνας, αποκαλυφθούν γεγονότα ή περιστατικά ή πληροφορίες ή στοιχεία τα οποία απαιτούν περαιτέρω έρευνα η οποία είναι εκτός του σκοπού της διεξαγόμενης πειθαρχικής έρευνας, τότε -

(α) Ο ερευνών λειτουργός που διεξάγει την έρευνα αυτή ετοιμάζει σχετική έκθεση και την διαβιβάζει μέσω του Διευθυντή του Γραφείου της ΑΔΕΕλΕπ στο Συμβούλιο∙

(β) το Συμβούλιο δύναται, αφού μελετήσει την έκθεση και ακούσει, εάν το κρίνει αναγκαίο, τον ερευνώντα λειτουργό, να συμπεριλάβει στον σκοπό της έρευνας και τα νέα γεγονότα, περιστατικά, πληροφορίες ή στοιχεία που αποκαλύφθηκαν και πληροφορεί σχετικά τον καταγγέλλοντα και τον καταγγελλόμενο.

(γ) εάν με έκθεση του ερευνώντα λειτουργού και με ανάλογη ως προς τις παραγράφους (α) και (β) διαδικασία διαπιστωθεί ότι ο σκοπός της έρευνας θα πρέπει να περιοριστεί, το Συμβούλιο περιορίζει ανάλογα την πειθαρχική έρευνα.

Δυνατότητα επέκτασης πειθαρχικής έρευνας και σε άλλους νόμιμους ελεγκτές ή νόμιμα ελεγκτικά γραφεία

87. Εάν, κατά την πορεία της πειθαρχικής έρευνας με βάση την σχετική έκθεση του ερευνώντα λειτουργού, φανεί στο Συμβούλιο ότι ο σκοπός της θα πρέπει να τροποποιηθεί με επέκτασή της, με συμπερίληψη στους καταγγελλόμενους και άλλου νόμιμου ελεγκτή ή νόμιμου ελεγκτικού γραφείου, τότε, με βάση τα γεγονότα και στοιχεία που περιέχονται στην έκθεση του ερευνώντα λειτουργού που κατατίθεται στο Συμβούλιο από τον Διευθυντή του Γραφείου της ΑΔΕΕλΕπ, το Συμβούλιο δύναται με απόφαση του να επεκτείνει ως ανωτέρω την έρευνα.

Διαδικασία λήψης μαρτυρικών καταθέσεων

88.-(1) Η πειθαρχική έρευνα διεξάγεται από τον ερευνώντα λειτουργό και συμπληρώνεται μέσα σε τριάντα ημέρες από την ημερομηνία της εντολής για έρευνα, με δικαίωμα παράτασης μέχρι τριάντα μέρες που παρέχεται από το Συμβούλιο μετά από αίτημα του ερευνώντα λειτουργού αν παραστεί ανάγκη.

(2) Κατά τη διεξαγωγή της πειθαρχικής έρευνας, εφαρμόζονται οι διαδικασίες που προβλέπονται στα ακόλουθα εδάφια.

(3) Αναφορικά με την λήψη εγγράφων, βιβλίων, στοιχείων, ή αντιγράφων τους, κατά την παράγραφο (α) του άρθρου 15, ο ερευνών λειτουργός συντάσσει σε δύο αντίγραφα σχετική έκθεση, τα οποία υπογράφονται τόσο από τον ίδιο όσο και από το ερευνώμενο πρόσωπο, ή τον νόμιμο εκπρόσωπό του σε περίπτωση νόμιμου ελεγκτικού γραφείου, και έκαστος εκ των υπογραφόντων διατηρεί ένα αντίγραφο.

(4) Η έκθεση περιλαμβάνει τουλάχιστον σαφή περιγραφή των ληφθέντων αντικειμένων, την αιτιολογία για τη διενέργεια της λήψης, τον χρόνο και τόπο της λήψης, περιλαμβανομένων στοιχείων του καταγγελλόμενου νομικού ή φυσικού προσώπου, το ονοματεπώνυμο και την υπογραφή του ενεργούντα την κατάσχεση λειτουργού και την υπογραφή του καταγγελλόμενου προσώπου, ή του νόμιμου αντιπροσώπου του σε περίπτωση νομικού προσώπου:

Νοείται ότι, ο τύπος και τα πλήρη στοιχεία που πρέπει να περιέχει η εν λόγω έκθεση δύνανται να καθοριστούν σε έντυπο που εκδίδει για τον σκοπό αυτό το Συμβούλιο.

(5) Σε περίπτωση που καταγγελλόμενο πρόσωπο, ή νόμιμος εκπρόσωπος του προσώπου αυτού, αρνείται να υπογράψει την έκθεση κατά το εδάφιο (3), ο ερευνών λειτουργός επιδίδει στο πρόσωπο αυτό με επιδότη διπλοσυστημένο αντίγραφο αυτής της έκθεσης εντός δεκαπέντε ημερών από την ημερομηνία σύνταξης της έκθεσης.

(6) Σε περίπτωση κατάσχεσης εγγράφων, το ερευνώμενο πρόσωπο δικαιούται να λάβει αντίγραφά τους από την ΑΔΕΕλΕπ.

(7)(α) Η λήψη μαρτυρικών καταθέσεων πραγματοποιείται στην έδρα της ΑΔΕΕλΕπ εκτός εάν οι περιστάσεις απαιτούν την λήψη των καταθέσεων αυτών σε άλλο χώρο.

(β) Το πρόσωπο που πρόκειται να καταθέσει κλητεύεται εγγράφως σε ορισμένη ημέρα και ώρα και η κλήση ετοιμάζεται από τον ερευνώντα λειτουργό και υπογράφεται από αυτόν.

(γ) Η κλήση περιέχει συνοπτική περιγραφή της υπόθεσης για την οποία πρόκειται να εξεταστεί ο μάρτυρας και κάνει αναφορά της αρχής η οποία τον καλεί και του τόπου στον οποίο καλείται.

(δ) Η κλήση επιδίδεται με επιδότη στο πρόσωπο που καλείται να καταθέσει τουλάχιστον τρείς εργάσιμες ημέρες πριν από την ημερομηνία που καθορίζεται στην κλήσηː

Νοείται ότι, σε περίπτωση που το πρόσωπο που καλείται να καταθέσει έχει την κατοικία ή την έδρα του στην Δημοκρατία αλλά εκτός της επαρχίας Λευκωσίας, η επίδοση πρέπει να γίνεται τουλάχιστον πέντε εργάσιμες μέρες νωρίτερα από την πιο πάνω ημερομηνία και, εάν η κατοικία ή η έδρα του βρίσκεται στο εξωτερικό, τουλάχιστον δώδεκα εργάσιμες ημέρες νωρίτερα από την εν λόγω ημερομηνία:

(ε) Ο ερευνών λειτουργός λαμβάνει την κατάθεση γραπτά και ο μάρτυρας καλείται, πριν καταθέσει, να δηλώσει το όνομα και το επώνυμό του, τον αριθμό του δελτίου ταυτότητας ή διαβατηρίου του, τον τόπο γέννησής του και της κατοικίας του, καθώς και την ηλικία του.

(στ) Στο έγγραφο της κατάθεσης, ο ερευνών λειτουργός οφείλει να αναφέρει τον τόπο και την ημερομηνία της κατάθεσης, την ώρα κατά την οποία άρχισε και τελείωσε η κατάθεση, το ονοματεπώνυμο του ερευνώντα λειτουργού που έλαβε και κατέγραψε την κατάθεση και το όνομα του μάρτυρα, καθώς επίσης ακριβή καταγραφή όσων κατατέθηκαν από τον μάρτυρα.

(ζ) Η γραπτή κατάθεση διαβάζεται από τον ερευνώντα λειτουργό και τον μάρτυρα και υπογράφεται από αυτούς. Σε περίπτωση που ο μάρτυρας αρνείται να υπογράψει την κατάθεσή του, ο ερευνών λειτουργός καλεί μέλος του προσωπικού του Γραφείου της ΑΔΕΕλΕπ στην παρουσία του οποίου ο μάρτυρας επαναλαμβάνει την άρνησή του αυτή και ο ερευνών λειτουργός καταγράφει το γεγονός αυτό στο έγγραφο της κατάθεσης και το βεβαιώνει το ως άνω μέλος του προσωπικού του Γραφείου της ΑΔΕΕλΕπ το οποίο υπογράφει την βεβαίωση του αυτή και δηλώνει το πλήρες ονοματεπώνυμό του και τον αριθμό του δελτίου ταυτότητας ή του διαβατηρίου του.

(η) Η έγγραφη κατάθεση είναι άκυρη εάν δεν -

(i) Καταγραφεί η ημερομηνία λήψης της, εκτός εάν η ημερομηνία αυτή προκύπτει με βεβαιότητα από το περιεχόμενο της κατάθεσης αυτής ή από άλλα έγγραφα που αναφέρονται στην κατάθεση αυτή, και

(ii) εάν δεν αναγραφούν τα ονοματεπώνυμα και οι αριθμοί του δελτίου ταυτότητας ή διαβατηρίου και εάν δεν υπέγραψαν τα πρόσωπα που παρευρέθηκαν στην όλη διαδικασία όπως ανωτέρω αναφέρεται.

(θ) Η έγγραφη κατάθεση αποτελεί απόδειξη για όσα έχει καταθέσει ο μάρτυρας.

(ι) Αντίγραφο της κατάθεσης δίνεται στον μάρτυρα και το πρωτότυπο κατατίθεται από τον ερευνώντα λειτουργό στον φάκελο της υπόθεσης.

(ια) Σε περίπτωση που κρίνεται από τον ερευνώντα λειτουργό αναγκαία η συνδρομή του Διευθυντή του Γραφείου της ΑΔΕΕλΕπ για την διεκπεραίωση της διαδικασίας που προνοείται στο παρόν έγγραφο (7), επιτρέπεται να χρησιμοποιηθούν οι υπηρεσίες μέλους του προσωπικού του Γραφείου της ΑΔΕΕλΕπ για το σκοπό αυτόː

Νοείται ότι, σε τέτοια περίπτωση, πρέπει να τηρούνται και για το μέλος αυτό όλα όσα απαιτούνται, αναφορικά με την καταγραφή των ως άνω αναφερομένων πληροφοριών και στοιχείων, όπως και για τον ερευνώντα λειτουργό.

(ιβ) Διαπράττει ποινικό αδίκημα πρόσωπο που προβαίνει αδίκημα πρόσωπο που προβαίνει σε ψευδή ή ανακριβή μαρτυρική κατάθεση και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει το ένα έτος ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δυο χιλιάδες ευρώ ή σε αμφότερες τις ποινές.

(8)(α) Οι καταθέσεις οι οποίες λαμβάνονται και τα στοιχεία τα οποία συλλέγονται, τίθενται υπόψη του ενδιαφερόμενου υπό έρευνα νόμιμου ελεγκτή ή νόμιμου ελεγκτικού γραφείου, ή του νόμιμου εκπροσώπου του τελευταίου, στον οποίο παρέχεται η ευκαιρία να προβεί, εάν το επιθυμεί, σε κατάθεση μέσα σε προθεσμία που τάσσεται από τον ερευνώντα λειτουργό.

(β) Η μη προσέλευση του υπό έρευνα προσώπου ή η άρνησή του να δώσει κατάθεση δεν παρεμποδίζει την πρόοδο της έρευνας.

Έκθεση

89.-(1) Μετά την ολοκλήρωση της έρευνας, ο ερευνών λειτουργός υποβάλλει, στο Διευθυντή του Γραφείου της ΑΔΕΕλΕπ, έκθεση στην οποία συνοψίζεται η μαρτυρία που έχει συλλεχθεί και σχετικό πόρισμα. Η έκθεση συνοδεύεται από τις καταθέσεις που έχουν ληφθεί, περιλαμβανομένης και οποιασδήποτε συμπληρωματικής κατάθεσης του καταγγελλόμενου προσώπου.

(2) Στα πλαίσια εφαρμογής του Άρθρου 26 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 537/2014, ο Διευθυντής του Γραφείου της ΑΔΕΕλΕπ λαμβάνει υπόψη τη σοβαρότητα των συστάσεων, τις ενέργειες για υλοποίηση τους από τον νόμιμο ελεγκτή ή το νόμιμο ελεγκτικό γραφείο του νόμιμου ελεγκτή και αξιολογεί κατά πόσο η ποιότητα ελέγχου του νόμιμου ελεγκτή ή νόμιμου ελεγκτικού γραφείου, δύναται να επηρεαστεί αρνητικά. Σε περίπτωση που ο Διευθυντής του Γραφείου της ΑΔΕΕλΕπ κρίνει ότι η ποιότητα του ελέγχου επηρεάζεται αρνητικά, ετοιμάζει σχετική έκθεση με τις συστάσεις που δεν έχουν εφαρμοστεί από τον νόμιμο ελεγκτή ή το νόμιμο ελεγκτικό γραφείο και την υποβάλλει χωρίς καθυστέρηση στον Πρόεδρο της ΑΔΕΕλΕπ ώστε να εξεταστούν στα πλαίσια του άρθρου 90.

Παραπομπή σε πειθαρχική διαδικασία και σύνταξη κατηγορητηρίου

90.-(1) Εάν το Συμβούλιο, με βάση έκθεση που προνοείται στο άρθρο 89 και όλα τα στοιχεία που τις υποστηρίζουν κρίνει ότι είναι δυνατή η στοιχειοθέτηση κατηγορητηρίου εναντίον νόμιμου ελεγκτή ή νόμιμου ελεγκτικού γραφείου για διάπραξη πειθαρχικών αδικημάτων που προβλέπονται στο άρθρο 103 για τα οποία επιβάλλονται κυρώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 109 συντάσσει σχετικό κατηγορητήριο, που υπογράφεται από τον Πρόεδρο του Συμβουλίου.

(2)(α) Ο Πρόεδρος της Πειθαρχικής Επιτροπής παραλαμβάνει από τον Πρόεδρο του Συμβουλίου το κατηγορητήριο στο οποίο εκτίθεται η κατηγορία ή οι κατηγορίες κατά περίπτωση και συνοπτικά οι λεπτομέρειες που τις στοιχειοθετούν, καθώς επίσης όλες οι μαρτυρικές καταθέσεις και άλλο υλικό που έχει συλλεχθεί ή κατασχεθεί κατά τη διάρκεια της έρευνας ή της επιθεώρησης διασφάλισης ποιότητας.

(β) Παράλληλα με τα πιο πάνω, το Συμβούλιο γνωστοποιεί την απόφασή του για διατύπωση κατηγορητηρίου στον καταγγελλόμενο, και στον καταγγέλλοντα εάν η έρευνα είχε ως αφετηρία καταγγελία που υποβλήθηκε.

(3) Εάν το Συμβούλιο κρίνει ότι η έκθεση του ερευνώντα λειτουργού ή του Διευθυντή δεν αποκαλύπτει πειθαρχικά αδικήματα, ως αναφέρονται στο εδάφιο (1), αποφασίζει να τερματίσει τη διαδικασία.

Ειδοποίηση κλήσης σε ακρόαση ενώπιον της Πειθαρχικής Επιτροπής

91.-(1)(α) Ο Πρόεδρος της Πειθαρχικής Επιτροπής, το συντομότερο μετά την παραλαβή του κατηγορητηρίου και όλων των συναφών στοιχείων, ετοιμάζει ειδοποίηση κλήτευσης σε ακρόαση την οποίαν υπογράφει.

(β) Η ειδοποίηση κλήτευσης σε ακρόαση αναγράφει την ημερομηνία, ώρα και τόπο στον οποίο θα διεξαχθεί η ακρόαση, και επισυνάπτεται σε αυτή το κατηγορητήριο.

(2)(α) Η ειδοποίηση κλήτευσης σε ακρόαση επιδίδεται ιδιοχείρως ή με διπλοσυστημένη επιστολή της Πειθαρχικής Επιτροπής στον νόμιμο ελεγκτή ή στο νόμιμο ελεγκτικό γραφείο.

(β) Η ακρόαση ενώπιον της Πειθαρχικής Επιτροπής δεν μπορεί να είναι ορισμένη σε ημερομηνία που απέχει λιγότερο από δεκαπέντε ημέρες από την ημερομηνία -

(i) Της παράδοσης της ειδοποίησης κλήτευσης σε ακρόαση, ή

(ii) της αποστολής διπλοσυστημένης επιστολής η οποία περιέχει την ειδοποίηση κλήτευσης σε ακρόαση,

στον κατηγορούμενο νόμιμο ελεγκτή ή στο κατηγορούμενο νόμιμο ελεγκτικό γραφείο.

(3)(α) Η Πειθαρχική Επιτροπή μεριμνά όπως ο κατηγορούμενος νόμιμος ελεγκτής ή το κατηγορούμενο νόμιμο ελεγκτικό γραφείο λάβει την ειδοποίηση κλήτευσης σε ακρόαση.

(β) Θεωρείται ότι έχει παραληφθεί η ειδοποίηση κλήτευσης σε ακρόασης εάν αυτή –

(i) Παραδοθεί δια χειρός προσωπικά στον κατηγορούμενο νόμιμο ελεγκτή ή σταλεί με διπλοσυστημένη επιστολή στον τόπο της κατοικίας του, σε περίπτωση που η υπόθεση αφορά φυσικό πρόσωπο˙ ή

(ii) παραδοθεί δια χειρός ή σταλεί με διπλοσυστημένη επιστολή στην διεύθυνση από την οποία ασκεί τις εργασίες του το κατηγορούμενο νόμιμο ελεγκτικό γραφείο, σύμφωνα με τα στοιχεία του Μητρώου που διατηρεί η ΑΔΕΕλΕπ, σε περίπτωση που η υπόθεση αφορά τέτοιο γραφείο.

(4)(α) Η ειδοποίηση κλήτευσης σε ακρόαση ετοιμάζεται κατά τον Τύπο Α που παρατίθεται στο Παράρτημα.

(β) Ο Υπουργός δύναται, με διάταγμά του δημοσιευόμενο στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας και κατόπιν εισήγησης του Συμβουλίου, να τροποποιεί ή αντικαθιστά τον Τύπο Α του Παραρτήματος.

(5) Ο Πρόεδρος της Πειθαρχικής Επιτροπής κοινοποιεί αντίγραφο έκαστης ειδοποίησης κλήτευσης σε ακρόαση, με όλα τα επισυνημμένα της, στο Διευθυντή του Γραφείου της ΑΔΕΕλΕπ.

Διόρθωση τυπικού ελαττώματος κατηγορητηρίου

92.-(1) Πριν από την έναρξη ακρόασης ή σε οποιοδήποτε στάδιο της ακρόασης το Συμβούλιο, μέσω του Διευθυντή του ή του δικηγόρου που το αντιπροσωπεύει στην πειθαρχική διαδικασία, δύναται σε περίπτωση που διαπιστωθεί τυπικό ελάττωμα στο κατηγορητήριο, να ζητήσει από την Πειθαρχική Επιτροπή άδεια για διόρθωση των τυπικών ελαττωμάτων, υπό την προϋπόθεση ότι οι τροποποιήσεις δεν θα οδηγήσουν σε τροποποίηση της ουσίας του κατηγορητηρίου και σε αδικία για τον κατηγορούμενο.

(2) Εάν για την άσκηση της εξουσίας που προβλέπεται στο εδάφιο (1) απαιτείται αναβολή της ακροαματικής διαδικασίας, ο Πρόεδρος της Πειθαρχικής Επιτροπής δύναται να δίνει τέτοιες οδηγίες για το σκοπό αυτό, όπως ήθελε κρίνει αναγκαίες.

Αρχή αντικειμενικότητας και αμεροληψίας

93.-(1) Τα μέλη της Πειθαρχικής Επιτροπής εξαιρούνται, ή δύναται να αμφισβητηθεί η αντικειμενικότητα και η αμεροληψία τους, για τους ίδιους λόγους που θα πρέπει να εξαιρεθεί ή να αμφισβητηθεί η αντικειμενικότητα και αμεροληψία διοικητικού οργάνου σύμφωνα με το άρθρο 44 του περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου.

(2) Αμφισβήτηση αντικειμενικότητας και αμεροληψίας μέλους της Πειθαρχικής Επιτροπής, ή αίτημα για εξαίρεσή του, πρέπει να υποβάλλεται πριν την απαγγελία του κατηγορητηρίου, από το Διευθυντή του Γραφείου της ΑΔΕΕλΕπ ή τον δικηγόρο του Συμβουλίου ή/και από τον κατηγορούμενο νόμιμο ελεγκτή ή το κατηγορούμενο νόμιμο ελεγκτικό γραφείο, εκτός στην περίπτωση που η αμφισβήτηση προέκυψε, ή ήρθε στην γνώση του μέρους που εγείρει αυτό το θέμα, αργότερα.

(3) Η Πειθαρχική Επιτροπή αποφασίζει, επί της κατά το εδάφιο (2) προβαλλόμενης ένστασης αναφορικά με την συμμετοχή στην πειθαρχική διαδικασία μέλους της, πριν από την απαγγελία του κατηγορητηρίου ή, κατά περίπτωση, μετά την απαγγελία αυτή, και η απόφαση της αυτή είναι τελική.

Νομική και άλλη βοήθεια

94.-(1) Κάθε μέρος σε διαδικασία ενώπιον της Πειθαρχικής Επιτροπής δικαιούται να βοηθεί ή/και να αντιπροσωπεύεται από δικηγόρο.

(2) Το κατά το εδάφιο (1) δικαίωμα αναγράφεται στην ειδοποίηση κλήτευσης σε ακρόαση.

(3) Σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος νόμιμος ελεγκτής ή το κατηγορούμενο νόμιμο ελεγκτικό γραφείο αντιπροσωπεύεται με δικηγόρο, κάθε έγγραφο που θα επιδίδετο στον κατηγορούμενο κατά το παρόν Μέρος δύναται να επιδοθεί από την Πειθαρχική Επιτροπή στον δικηγόρο του.

Απαγγελία κατηγορητηρίου

95.-(1) Η πειθαρχική διαδικασία αρχίζει με την απαγγελία του κατηγορητηρίου από το Διευθυντή του Γραφείου της ΑΔΕΕλΕπ ή τον δικηγόρο ο οποίος παρουσιάζει εκ μέρους του Διοικητικού Συμβουλίου την υπόθεση, ο οποίος ερωτά τον κατηγορούμενο, στο τέλος κάθε κατηγορίας, εάν παραδέχεται αυτήν.

(2) Εάν ο κατηγορούμενος παραδέχεται την κατηγορία ή τις κατηγορίες, η Πειθαρχική Επιτροπή προχωρεί στην έκδοση της απόφασής της κατά την ίδια ημέρα ή σε άλλη ημέρα που ορίζει για τον σκοπό αυτό.

(3) Εάν ο κατηγορούμενος δεν παραδεχθεί την κατηγορία ή τις κατηγορίες, η Πειθαρχική Επιτροπή προχωρεί στην ακρόαση της υπόθεσης.

Απουσία κατηγορουμένου

96. Εάν ο κατηγορούμενος δεν εμφανιστεί κατά την ημερομηνία της ακρόασης χωρίς να υπάρχει αιτιολογία για τούτο και η Πειθαρχική Επιτροπή ικανοποιηθεί ότι η ειδοποίηση κλήσης σε ακρόαση επιδόθηκε σε αυτόν κατά το παρόν Κεφάλαιο, τότε δύναται, εάν το κρίνει σκόπιμο υπό τις περιστάσεις που περιβάλλουν την απουσία, να προχωρήσει στην ακρόαση στην απουσία του κατηγορουμένου.

Διαδικασία ακρόασης

97.-(1) Κατά την ημερομηνία που ορίζεται, από την Πειθαρχική Επιτροπή, η ακρόαση της υπόθεσης, τα μέρη εμφανίζονται ενώπιον της Επιτροπής και ακολουθείται η διαδικασία που προβλέπεται στο παρόν άρθρο.

(2)(α) Ο ερευνών λειτουργός της υπόθεσης καταθέτει ενώπιον της Πειθαρχικής Επιτροπής τη μαρτυρία επί της οποίας βασίζεται το κατηγορητήριο εναντίον του κατηγορούμενου νόμιμου ελεγκτή ή του κατηγορούμενου νόμιμου ελεγκτικού γραφείου.

(β) Η κατά την παράγραφο (α) μαρτυρία κατατίθεται σε γραπτή μορφή και περιλαμβάνει καταθέσεις και οποιοδήποτε έγγραφο ή άλλο υλικό το οποίο σχετίζεται με το περιεχόμενο της κατάθεσης ή άλλο υλικό το οποίο εκλήφθηκε ή κατασχέθηκε κατά την διάρκεια της διεξαγωγής της έρευνας, και ο κατηγορούμενος νόμιμος ελεγκτής ή το κατηγορούμενο νόμιμο ελεγκτικό γραφείο δικαιούται να ζητήσει από την Πειθαρχική Επιτροπή την κλήτευση οποιουδήποτε προσώπου του οποίου η μαρτυρία έχει, ως ανωτέρω, κατατεθεί σε γραπτή μορφή, ώστε να το αντεξετάσει σε σχέση με το περιεχόμενο της μαρτυρίας αυτής.

(γ) Ο Διευθυντής του Γραφείου της ΑΔΕΕλΕπ ή ο δικηγόρος του Συμβουλίου ο οποίος εκπροσωπεί το Συμβούλιο στην πειθαρχική διαδικασία, δικαιούται να κλητεύσει ενώπιον της Πειθαρχικής Επιτροπής οποιοδήποτε πρόσωπο για να διευκρινίσει ή να επεξηγήσει οποιοδήποτε ζήτημα προκύπτει από τη μαρτυρία που έχει ήδη καταθέσει, και το πρόσωπο αυτό δύναται να αντεξεταστεί από την πλευρά της υπεράσπισης.

(3)(α) Ακολουθεί η αγόρευση του Διευθυντή του Γραφείου της ΑΔΕΕλΕπ ή του δικηγόρου του Συμβουλίου, αναφορικά με την εκ πρώτης όψεως απόδειξη του κατηγορητηρίου και η Πειθαρχική Επιτροπή εκδίδει την ενδιάμεση απόφασή της.

(β) Εάν η Πειθαρχική Επιτροπή αποφασίσει ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως η υπόθεση, τότε η διαδικασία τερματίζεται∙ σε αντίθετη περίπτωση η διαδικασία συνεχίζεται ως προβλέπεται στο εδάφιο (4) του παρόντος άρθρου και στα άρθρα 98 και 99.

(4)(α) Μετά την ολοκλήρωση της κατάθεσης της μαρτυρίας εκ μέρους του Συμβουλίου, ο κατηγορούμενος νόμιμος ελεγκτής ή ο νόμιμος εκπρόσωπος του κατηγορούμενου νόμιμου ελεγκτικού γραφείου, καταθέτει ενώπιον της Πειθαρχικής Επιτροπής τη μαρτυρία επί της οποίας βασίζεται η υπεράσπισή του.

(β) Η κατά την παράγραφο (α) μαρτυρία κατατίθεται σε γραπτή μορφή και περιλαμβάνει μαρτυρία προσώπων, περιλαμβανομένης και της μαρτυρίας του ιδίου του καταγγελλομένου εάν το επιθυμεί και οποιοδήποτε σχετικό με την μαρτυρία αυτή έγγραφο ή άλλο υλικό, και ο Διευθυντής του Γραφείου της ΑΔΕΕλΕπ ή ο δικηγόρος του Συμβουλίου δύναται να ζητήσει από την Πειθαρχική Επιτροπή την κλήτευση οποιουδήποτε προσώπου του οποίου η μαρτυρία έχει, ως ανωτέρω, κατατεθεί σε γραπτή μορφή, ώστε να το αντεξετάσει σε σχέση με το περιεχόμενο της μαρτυρίας αυτής.

(γ) Ο κατηγορούμενος νόμιμος ελεγκτής ή το κατηγορούμενο νόμιμο ελεγκτικό γραφείο δικαιούται να διευκρινίσει ή να επεξηγήσει οποιοδήποτε ζήτημα προκύπτει από τη μαρτυρία που έχει ήδη καταθέσει ή να κλητεύσει προς τούτο οποιοδήποτε πρόσωπο ή να ζητήσει από την Πειθαρχική Επιτροπή την κλήτευση οποιουδήποτε προσώπου, και ο ίδιος ή το εν λόγω πρόσωπο υπόκεινται σε αντεξέταση από την πλευρά του Συμβουλίου.

(δ) Σε οποιοδήποτε στάδιο της πειθαρχικής διαδικασίας ενώπιον της Πειθαρχικής Επιτροπής, ο κατηγορούμενος νόμιμος ελεγκτής ή το κατηγορούμενο νόμιμο ελεγκτικό γραφείο δικαιούται να παραδεχθεί οποιαδήποτε ισχυριζόμενα γεγονότα ή λεπτομέρειες γεγονότων και οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη για την οποία κατηγορείται ενώπιον της Πειθαρχικής Επιτροπής, και τέτοια παραδοχή αποτελεί επαρκή απόδειξη εναντίον του ενώπιον της Πειθαρχικής Επιτροπής.

(5)(α) Σε κάθε πρόσωπο που καλείται να δώσει μαρτυρία ή να παρουσιάσει έγγραφα ή οποιοδήποτε άλλο μαρτυρικό υλικό, επιδίδεται σχετική ειδοποίηση κατά τον Τύπο Β που παρατίθεται στο Παράρτημα.

(β) Ο Υπουργός δύναται, με διάταγμά του δημοσιευόμενο στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας και κατόπιν εισήγησης του Διοικητικού Συμβουλίου, να τροποποιεί ή αντικαθιστά τον Τύπο Β του Παραρτήματος.

Απόφαση Πειθαρχικής Επιτροπής

98.-(1)(α) Με την ολοκλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας, κατά το άρθρο 97, αγορεύει πρώτα η πλευρά του διαδίκου που κάλεσε τελευταίος μάρτυρα και στη συνέχεια η άλλη πλευρά και η Πειθαρχική Επιτροπή εκδίδει γραπτή αιτιολογημένη απόφαση με την οποία αποφασίζει κατά πόσον έχει αποδειχθεί ή όχι ότι ο κατηγορούμενος νόμιμος ελεγκτής ή το κατηγορούμενο νόμιμο ελεγκτικό γραφείο είναι ένοχο για το πειθαρχικό αδίκημα για το οποίο κατηγορείται και, κατά περίπτωση, καταδικάζει τον κατηγορούμενο ή τον απαλλάσσει.

(β) Εάν ο κατηγορούμενος νόμιμος ελεγκτής ή το κατηγορούμενο νόμιμο ελεγκτικό γραφείο αντιμετωπίζει περισσότερες από μία κατηγορίες, η Πειθαρχική Επιτροπή δύναται να τον βρει ένοχο σε σχέση με κάποια ή κάποιες κατηγορίες και να τον απαλλάξει σε σχέση με άλλη ή άλλες.

(2) Σε περίπτωση που κατηγορούμενος νόμιμος ελεγκτής ή κατηγορούμενο νόμιμο ελεγκτικό γραφείο κρίνεται ένοχο και καταδικάζεται, η Πειθαρχική Επιτροπή, αφού ακούσει αυτόν/ό ως προς την επιμέτρηση της ποινής, εκδίδει γραπτή αιτιολογημένη απόφαση με την οποία του επιβάλλει οποιανδήποτε από τις πειθαρχικές ποινές που προβλέπονται στο άρθρο 109.

(3)(α) Οι αποφάσεις της Πειθαρχικής Επιτροπής, ενεργούσα στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας, λαμβάνονται με απλή πλειοψηφία και σε περίπτωση ισοψηφίας η απόφαση είναι υπέρ του κατηγορουμένου.

(β) Οποιαδήποτε άλλη απόφαση της Επιτροπής λαμβάνεται με απλή πλειοψηφία και σε περίπτωση ισοψηφίας ο Πρόεδρός της έχει νικώσα ψήφο.

(4) Κάθε απόφαση της Πειθαρχικής Επιτροπής υπογράφεται από τον Πρόεδρό της και απαγγέλλεται σε δημόσια ακρόαση, εκτός εάν η ακροαματική διαδικασία που προηγήθηκε είχε διεξαχθεί κεκλεισμένων των θυρών κατόπιν σχετικής απόφασης της Πειθαρχικής Επιτροπής προς το συμφέρον της δικαιοσύνης.

(5)(α) Το πρωτότυπο της απόφασης της Επιτροπής επιδίδεται χωρίς καθυστέρηση στο Συμβούλιο μαζί με πλήρες πρακτικό της πειθαρχικής δίκης.

(β) Αντίγραφο της απόφασης και πλήρες πρακτικό της πειθαρχικής δίκης επιδίδεται χωρίς καθυστέρηση στον κατηγορηθέντα νόμιμο ελεγκτή ή στο κατηγορηθέν νόμιμο ελεγκτικό γραφείο.

(6) Κάθε απόφαση του Πειθαρχικού Συμβουλίου θεωρείται ως διάταγμα δικαστηρίου συνοπτικής δικαιοδοσίας και εκτελείται κατά τον ίδιο τρόπο όπως το διάταγμα του εν λόγω δικαστηρίου.

(7) Κάθε απόφαση του Πειθαρχικού Συμβουλίου, αφορούσα την ενοχή και καταδίκη ή μη κατηγορούμενου νόμιμου ελεγκτή ή κατηγορούμενου ελεγκτικού γραφείου και την τυχόν επιβολή πειθαρχικής κύρωσης, υπόκειται σε προσφυγή σύμφωνα με το Άρθρο 146 του Συντάγματος.

Τήρηση πρακτικών και τύποι ειδοποιήσεων

99.-(1) Κατά την ακροαματική διαδικασία, ενώπιον της Πειθαρχικής Επιτροπής, τηρούνται πρακτικά.

(2) Ειδοποίηση κλήσης σε οποιοδήποτε πρόσωπο, για να εμφανιστεί ενώπιον της Πειθαρχικής Επιτροπής για να δώσει μαρτυρία ή για να καταθέσει έγγραφα ή άλλο υλικό, ετοιμάζεται κατά τον Τύπο Β που παρατίθεται στο Παράρτημα και υπογράφεται από τον Πρόεδρο της Πειθαρχικής Επιτροπής.

Υποχρέωση Πειθαρχικής Επιτροπής

100. Αποτελεί υποχρέωση της Πειθαρχικής Επιτροπής, κατά την διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, να τηρεί την τάξη και να ρυθμίζει την διαδικασία.

Δυνατότητα περαιτέρω ρύθμισης διαδικασιών Πειθαρχικής Επιτροπής

101. Τηρουμένων των λοιπών διατάξεων του παρόντος Μέρους, η Πειθαρχική Επιτροπή δύναται να ρυθμίζει περαιτέρω την διαδικασία που αφορά την αρμοδιότητά της με την ετοιμασία κανονιστικών διοικητικών πράξεων, προσχέδιο των οποίων προωθεί μέσω του Συμβουλίου στον Υπουργό για έκδοσή τους από το Υπουργικό Συμβούλιο.

Δημοσιοποίηση κυρώσεων

102.-(1) Το Συμβούλιο, χωρίς καθυστέρηση, μετά την άπρακτη πάροδο της προθεσμίας προσβολής της απόφασης της Πειθαρχικής Επιτροπής βάσει αναφερόμενης στο εδάφιο (7) του άρθρου 98 προσφυγής, δημοσιοποιεί στην επίσημη ιστοσελίδα της τουλάχιστον την ουσία κάθε πειθαρχικής απόφασης και των κυρώσεων που επιβλήθηκαν για παράβαση του παρόντος Νόμου, του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 537/2014 ή/και του θεσμικού πλαισίου που διέπει την διεξαγωγή των εργασιών των νόμιμων ελεγκτών και των νόμιμων ελεγκτικών γραφείων.

(2) Στις πληροφορίες που δημοσιοποιούνται κατά το εδάφιο (1), περιλαμβάνονται το είδος, η φύση της παράβασης καθώς επίσης αναφορά στο όνομα ή την επωνυμία του τυχόν καταδικασθέντος.

(3) Όταν το Συμβούλιο δημοσιοποιεί απόφαση και κυρώσεις για τις οποίες δεν έχει εκδοθεί, τελεσίδικη δικαστική απόφαση στα πλαίσια αναφερόμενης στο εδάφιο (7) του άρθρου 98 προσφυγής, καταγράφει το γεγονός αυτό στην επίσημη ιστοσελίδα της, την οποία φροντίζει να ενημερώνει χωρίς καθυστέρηση για τα αποτελέσματα τέτοιας δικαστικής απόφασης.

(4) Το Συμβούλιο δημοσιοποιεί ανώνυμα τις κυρώσεις και με τρόπο που δεν αντίκειται, κατά περίπτωση, σε οποιαδήποτε νομοθετική διάταξη, όταν –

(α) Με βάση την αρχή της αναλογικότητας, εκτιμά ως δυσανάλογη τη δημοσιοποίηση των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα του φυσικού προσώπου στο οποίο επιβλήθηκαν κυρώσεις˙

(β) όταν η δημοσιοποίηση θα έθετε σε κίνδυνο την σταθερότητα των χρηματοπιστωτικών αγορών˙

(γ) όταν η δημοσιοποίηση θα έθετε σε κίνδυνο μία διεξαγόμενη ποινική έρευνα, εάν βέβαια το Συμβούλιο έχει γνώση της διεξαγωγής της˙

(δ) όταν η δημοσιοποίηση θα προκαλούσε δυσανάλογη ζημιά στα σχετικά νομικά ή φυσικά πρόσωπα.

(5) Η ελάχιστη διάρκεια της δημοσιοποίησης στην επίσημη ιστοσελίδα του Συμβουλίου είναι πέντε έτη από την άπρακτη εκπνοή της προθεσμίας καταχώρησης αναφερόμενης στο εδάφιο (7) του άρθρου 98 προσφυγής εναντίον της πειθαρχικής απόφασης και των τυχόν σχετικών κυρώσεων, και οποιαδήποτε περαιτέρω χρονική διάρκεια είναι ανάλογη με την φύση, την έκταση, τον βαθμό και την βαρύτητα του πειθαρχικού αδικήματος για το οποίο επιβλήθηκαν οι κυρώσεις καθώς επίσης οι περιστάσεις οι οποίες περιβάλλουν την τέλεσή του.

(6) Η δημοσιοποίηση των κυρώσεων και μέτρων καθώς και οποιαδήποτε δημόσια δήλωση του Συμβουλίου γίνονται με τήρηση και σεβασμό των θεμελιωδών δικαιωμάτων που αναφέρονται στον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ιδίως το δικαίωμα του σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής και το δικαίωμα προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.

(7) Το Συμβούλιο εκπληρώνει τις υποχρεώσεις τις οποίες επιβάλλει το Άρθρο 30στ της Οδηγίας 2006/43/ΕΚ στις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2-ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΟΣ ΚΩΔΙΚΑΣ
Πειθαρχικά αδικήματα

103. Κάθε νόμιμος ελεγκτής και νόμιμο ελεγκτικό γραφείο υπόκεινται σε πειθαρχική δίωξη, κατά το Κεφάλαιο 1 του παρόντος Μέρους, εάν -

(α) Καταδικαστεί με τελεσίδικη απόφαση δικαστηρίου σε οποιαδήποτε ποινή για κλοπή, υπεξαίρεση, απάτη, εκβιασμό, πλαστογραφία, δωροδοκία καθώς επίσης για οποιοδήποτε ποινικό αδίκημα που κατά τη γνώμη της Πειθαρχικής Επιτροπής ενέχει ηθική αισχρότητα˙ ή

(β) επέδειξε, κατά την γνώμη του Συμβουλίου, στα πλαίσια των εργασιών του, επονείδιστη, δόλια, ή ασυμβίβαστη προς το επάγγελμα διαγωγή ή διαγωγή που θέτει σε σοβαρή αμφισβήτηση την εντιμότητά του˙ ή

(γ) έχει ενεργήσει ή παραλείψει κάτι ή έχει συμπεριφερθεί με τρόπο που ισοδυναμεί με παράβαση οποιουδήποτε καθήκοντος ή υποχρέωσης που επιβάλλεται δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου, του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 537/2014 ή/και γενικά του ρυθμιστικού πλαισίου που διέπει τις εργασίες των νόμιμων ελεγκτών και ελεγκτικών γραφείων˙ ή

(δ) συντρέχει διάπραξη πειθαρχικού αδικήματος ως προβλέπεται στον παρόντα Νόμο.

Απαγόρευση δίωξης δύο φορές για το ίδιο αδίκημα

104. Πειθαρχική δίωξη δεν μπορεί να ασκηθεί εναντίον νόμιμου ελεγκτή ή νόμιμου ελεγκτικού γραφείου για το ίδιο πειθαρχικό αδίκημα για το οποίο ήδη βρέθηκε ένοχος/ο ή για το οποίο αθωώθηκε, στη βάση των ίδιων γεγονότων.

Μόνο μία πειθαρχική ποινή για κάθε πειθαρχικό αδίκημα

105. Για το ίδιο πειθαρχικό αδίκημα δεν επιβάλλονται περισσότερες από μια πειθαρχική ποινή.

Λήξη πειθαρχικής ευθύνης

106. Νόμιμος ελεγκτής ή νόμιμο ελεγκτικό γραφείο, το οποίο απέβαλε την ιδιότητα αυτή με οποιοδήποτε τρόπο, δε διώκεται πειθαρχικά, η πειθαρχική όμως διαδικασία η οποία τυχόν έχει αρχίσει συνεχίζεται και μετά τη λύση της υπαλληλικής σχέσης, με εξαίρεση την περίπτωση του θανάτου του νόμιμου ελεγκτή.

Ποινική δίωξη

107. Εάν ασκηθεί ποινική δίωξη εναντίον νόμιμου ελεγκτή ή νόμιμου ελεγκτικού γραφείου, δεν επιτρέπεται να ασκηθεί ή να συνεχιστεί πειθαρχική δίωξη εναντίον του για λόγους που σχετίζονται με την ποινική δίωξη, μέχρις ότου αυτή πάρει οριστικό τέλος.

Πειθαρχική δίωξη ύστερα από ποινική δίωξη

108. Νόμιμος ελεγκτής ή νόμιμο ελεγκτικό γραφείο που διώχθηκε για ποινικό αδίκημα και δεν βρέθηκε ένοχος/ο δεν μπορεί να διωχθεί πειθαρχικά για την ίδια κατηγορία, επιτρέπεται όμως να διωχθεί για πειθαρχικό αδίκημα που προκύπτει από πράξη ή παράλειψη ή διαγωγή του, η οποία σχετίζεται με την ποινική υπόθεση, αλλά δεν εγείρει το ίδιο επίδικο θέμα όπως εκείνο της κατηγορίας στην ποινική υπόθεση.

Πειθαρχικές κυρώσεις

109.-(1) Σε νόμιμο ελεγκτή ή σε νόμιμο ελεγκτικό γραφείο, δύναται να επιβληθεί από την Πειθαρχική Επιτροπή οποιαδήποτε από τις ακόλουθες πειθαρχικές κυρώσεις:

(α) Οριστική ανάκληση της άδειας νόμιμου ελεγκτή ή κατά περίπτωση, νόμιμου ελεγκτικού γραφείου και, κατά συνέπεια, μόνιμη απαγόρευση διενέργειας υποχρεωτικών ελέγχων και διαγραφή από το δημόσιο μητρώο, από την ημερομηνία επιβολής της πειθαρχικής κύρωσης∙

(β) προσωρινή απαγόρευση διάρκειας έως και τριών ετών, σε μέλος νόμιμου ελεγκτικού γραφείου ή σε μέλος διοικητικού ή διαχειριστικού οργάνου οντότητας δημοσίου συμφέροντος να ασκεί καθήκοντα σε νόμιμο ελεγκτικό γραφείο ή σε οντότητα δημοσίου συμφέροντος∙

(γ) προσωρινή απαγόρευση διάρκειας έως και τριών ετών, στον νόμιμο ελεγκτή, το νόμιμο ελεγκτικό γραφείο ή τον κύριο εταίρο ελέγχου, να διενεργεί υποχρεωτικούς ελέγχους ή να υπογράφει εκθέσεις ελέγχου∙

(δ) διατήρηση της επαγγελματικής άδειας με τέτοιους όρους και για τόσο χρονικό διάστημα όσο το Πειθαρχικό Συμβούλιο ήθελε θεωρήσει σκόπιμο∙

(ε) δήλωση ότι η έκθεση ελέγχου δεν πληροί τις απαιτήσεις του άρθρου 69 του παρόντος Νόμου ή, κατά περίπτωση, του Άρθρου 10 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 537/2014∙

(στ) διαταγή προς τον νόμιμο ελεγκτή ή το νόμιμο ελεγκτικό γραφείο που είναι υπαίτιος/ο για την παράβαση, να απέχει από τη συγκεκριμένη πράξη και να μην την επαναλάβει∙

(ζ) δημόσια δήλωση που αναφέρει το υπαίτιο πρόσωπο και τη φύση της παράβασης και δημοσιοποίηση της στον διαδικτυακό τόπο της ΑΔΕΕλΕπ∙

(η) χρηματικό πρόστιμο -

(i) σε νόμιμο ελεγκτή ύψους έως και εκατόν χιλιάδων ευρών και σε περίπτωση υποτροπής ύψους έως και διακοσίων χιλιάδων ευρώ,

(ii) σε νόμιμο ελεγκτικό γραφείο ύψους έως και ενός εκατομμυρίου ευρώ και σε περίπτωση υποτροπής ύψους έως και δύο εκατομμυρίων ευρώ.

(2) Ανεξάρτητα από την επιβολή οποιασδήποτε από τις ποινές που αναφέρονται στο εδάφιο (1), η Πειθαρχική Επιτροπή δύναται να επιβάλει στο πρόσωπο που βρέθηκε ένοχο, την πληρωμή όλων ή μέρους των εξόδων της πειθαρχικής διαδικασίας.

(3) Η Πειθαρχική Επιτροπή, για την επιμέτρηση της πειθαρχικής κύρωσης που θα επιβάλει, λαμβάνει, μεταξύ άλλων, υπόψη -

(α) Την σοβαρότητα και την διάρκεια της παράβασης˙

(β) τον βαθμό ευθύνης του παραβάτη˙

(γ) την σοβαρότητα και την διάρκεια της παράβασης και την έκταση και σοβαρότητα του αντίκτυπου στο κοινό˙

(δ) τον κίνδυνο για την αξιοπιστία και την ορθή λειτουργία του ελεγκτικού θεσμού˙

(ε) την οικονομική δύναμη του παραβάτη όπως φαίνεται από τον κύκλο εργασιών του εάν είναι νόμιμο ελεγκτικό γραφείο ή από το ετήσιο εισόδημα του εάν είναι νόμιμος ελεγκτής˙

(στ) το ύψος των κερδών που αποκομίσθηκαν ή των ζημιών που αποφεύχθηκαν από τον παραβάτη, εφόσον αυτά μπορούν να προσδιορισθούν, και γενικά τον τυχόν προσπορισμό οφέλους από τον παραβάτη˙

(ζ) την τυχόν συνδρομή, στο πρόσωπο του παραβάτη, της ιδιότητας του κυρίου εταίρου.

(η) το βαθμό συνεργασίας του υπαίτιου προσώπου με την αρμόδια αρχή˙

(θ) τις προηγούμενες παραβάσεις του παραβάτη.

Πρόσωπα που υπόκεινται σε πειθαρχική έρευνα ή πειθαρχική διαδικασία

110. Νόμιμος ελεγκτής ή νόμιμο ελεγκτικό γραφείο έχει πειθαρχική ευθύνη και υπόκειται σε έρευνα ή σε πειθαρχική διαδικασία κατά το παρόν Μέρος, εάν το ισχυριζόμενο πειθαρχικό αδίκημα τελέσθηκε από –

(α) Πολίτη της Κυπριακής Δημοκρατίας˙ ή

(β) φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή άλλη οντότητα που δραστηριοποιείται στη Δημοκρατία˙ ή

(γ) πρόσωπο φυσικό ή νομικό ή άλλη οντότητα που δραστηριοποιείται ή παρέχει υπηρεσίες σε εταιρεία που συνδέεται με την Δημοκρατία με βάση τον περί Εταιρειών Νόμο ως διορθώθηκε ή παρέχει υπηρεσίες σε επιχείρηση που συνδέεται με την Δημοκρατία.

Ειδική αυτοτελής ευθύνη και συναφή πειθαρχικά αδικήματα

111.-(1) Πράξη ή παράλειψη νόμιμου ελεγκτή που είναι υπάλληλος νόμιμου ελεγκτικού γραφείου, η οποία πράξη ή παράλειψη έλαβε χώρα στο όνομα και για λογαριασμό του γραφείου αυτού και στα πλαίσια της άσκησης της εργασίας του νόμιμου ελεγκτή ή ως αντιπρόσωπος του νόμιμου ελεγκτικού γραφείου στα πλαίσια της εξουσιοδότησής του, θεωρείται ότι έχει διενεργηθεί από το νόμιμο ελεγκτικό γραφείο και σε περίπτωση που η πράξη ή η παράλειψη αυτή στοιχειοθετούν πειθαρχικό αδίκημα κατά τον παρόντα Νόμο, η ατομική ευθύνη του νόμιμου ελεγκτή δεν αίρει την σωρευτική πειθαρχική ευθύνη του νόμιμου ελεγκτικού γραφείου το οποίο υπόκειται σε έρευνα ή πειθαρχική διαδικασία.

(2) Ειδικότερα και χωρίς επηρεασμό της γενικότητας του εδαφίου (1)-

(α) Η αμελής ή η πλημμελής άσκηση εποπτείας εκ μέρους εταίρου ή ιδιοκτήτη ή μέλους διοίκησης ή μέλους εποπτικού οργάνου, νόμιμου ελεγκτικού γραφείου, επί του κυρίου εταίρου και των νόμιμων ελεγκτών, καθώς και κάθε άλλου προσώπου που συμμετέχει εν γένει στην ελεγκτική διαδικασία για λογαριασμό του νόμιμου ελεγκτικού γραφείου συνιστά πειθαρχικό αδίκημα το οποίο καταλογίζεται αυτοτελώς στο νόμιμο ελεγκτικό γραφείο ή/και στα μέλη των οργάνων διοίκησης του που εμπλέκονται στην αμελή ή πλημμελή άσκηση εποπτείας και για το οποίο επιβάλλονται κυρώσεις˙

(β) συνιστά επίσης πειθαρχικό αδίκημα το οποίο καταλογίζεται αυτοτελώς στο νόμιμο ελεγκτικό γραφείο ή/και στα μέλη των οργάνων διοίκησης του νόμιμου ελεγκτικού γραφείου, κάθε πράξη ή παράλειψη εταίρου ή ιδιοκτήτη ή μέλους της διοίκησης ή μέλους του εποπτικού οργάνου ή κυρίου εταίρου νόμιμου ελεγκτικού γραφείου η οποία θέτει σε κίνδυνο την ανεξαρτησία και την αντικειμενικότητα νόμιμου ελεγκτή όπως αυτή προσδιορίζεται στον παρόντα Νόμο, στο θεσμικό πλαίσιο που διέπει τις εργασίες νόμιμου ελεγκτή και νόμιμου ελεγκτικού γραφείου περιλαμβανομένων των Διεθνών Ελεγκτικών Προτύπων και του εκάστοτε σε ισχύ Κώδικα Δεοντολογίας της Διεθνούς Ομοσπονδίας Λογιστών˙

(γ) σε περίπτωση καταδίκης για πειθαρχικό αδίκημα κατά την παράγραφο (α), πέραν των λοιπών κυρώσεων που δυνατόν να επιβληθούν για αδικήματα που διαπράχθηκαν λόγω της αμελούς ή/και πλημμελούς πράξης ή/και παράλειψης, δύναται να επιβληθεί, σε βάρος του νόμιμου ελεγκτικού γραφείου και στα μέλη των οργάνων διοίκησης του που εμπλέκονται στην διάπραξη του αδικήματος, η κύρωση της επιβολής χρηματικού προστίμου μέχρι πενήντα χιλιάδες ευρώ σε έκαστο εξ’ αυτών˙

(δ) σε περίπτωση καταδίκης για πειθαρχικό αδίκημα κατά την παράγραφο (β), πέραν των λοιπών κυρώσεων που δυνατόν να επιβληθούν για αδικήματα που διαπράχθηκαν λόγω της αμελούς ή/και πλημμελούς πράξης ή/και παράλειψης, δύναται να επιβληθεί, σε βάρος του νόμιμου ελεγκτικού γραφείου και στα μέλη των οργάνων διοίκησης του που εμπλέκονται στην διάπραξη αδικήματος, η κύρωση της επιβολής της προσωρινής ανάκλησης της άδειας για χρονικό διάστημα τουλάχιστον έξι μηνών.

ΜΕΡΟΣ XVΙII ΤΕΛΙΚΕΣ ΚΑΙ ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Αποφάσεις Υπουργικού Συμβουλίου

112. Οι αποφάσεις του Υπουργικού Συμβουλίου, εκτός εάν προβλέπεται διαφορετικά στον παρόντα Νόμο για συγκεκριμένη απόφαση, δημοσιεύονται με γνωστοποίηση στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας.

Μεταβατικές διατάξεις

113.-(1)(α) Οι νόμιμοι ελεγκτές ή τα νόμιμα ελεγκτικά γραφεία που έχουν λάβει άδεια από τις αρχές της Δημοκρατίας πριν την 29η Ιουνίου 2008 βάσει του περί Εταιρειών Νόμου ως διορθώθηκε, θεωρούνται ότι έχουν λάβει άδεια σύμφωνα με τον παρόντα Νόμο και μέχρι τη 31η Δεκεμβρίου 2018 υποχρεούνται να εγγραφούν ως μέλη σε αναγνωρισμένα σώματα ελεγκτών της Δημοκρατίας.

(β) Χωρίς επηρεασμό της γενικότητας του άρθρου 10 του περί Ερμηνείας Νόμου, η εγκυρότητα και η ισχύς άδειας που χορηγήθηκε δυνάμει των περί Ελεγκτών και Υποχρεωτικών Ελέγχων των Ετήσιων και Ενοποιημένων Λογαριασμών Νόμων δεν επηρεάζεται από την κατάργηση των εν λόγω Νόμων διά του άρθρου 115.

(2) Ο Σύνδεσμος Εγκεκριμένων Λογιστών Κύπρου ο οποίος κατά την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου είναι αναγνωρισμένος από το Υπουργικό Συμβούλιο, δυνάμει των διατάξεων του περί Ελεγκτών και Υποχρεωτικών Ελέγχων των Ετήσιων και των Ενοποιημένων Λογαριασμών Νόμου, θεωρείται ότι έχει αναγνωριστεί κατά τον παρόντα Νόμο, ως αναγνωρισμένο σώμα ελεγκτών και ασκεί αρμοδιότητες που διέπονται από τον παρόντα Νόμο.

(3) Ο Έφορος Εταιρειών και Επίσημος Παραλήπτης καταργεί το Μητρώο Ελεγκτών που τηρούσε δυνάμει των διατάξεων του περί Ελεγκτών και Υποχρεωτικών Ελέγχων των Ετήσιων και των Ενοποιημένων Λογαριασμών Νόμου.

(4) Χωρίς επηρεασμό της γενικότητας του άρθρου 10 του περί Ερμηνείας Νόμου, οι πράξεις, αποφάσεις και εσωτερικοί κανονισμοί της Επιτροπής Δημόσιας Εποπτείας, που εκδόθηκαν δυνάμει των περί των Ελεγκτών και Υποχρεωτικών Ελέγχων των Ετήσιων και των Ενοποιημένων Λογαριασμών Νόμων, συνεχίζουν να ισχύουν έως να είχαν εκδοθεί από την ΑΔΕΕλΕπ, εκτός εάν τροποποιηθούν ή ανακληθούν από την τελευταία.

Έκδοση Κανονισμών

114.(1) Η ΑΔΕΕλΕπ δύναται, ύστερα από διαβουλεύσεις με τα ενδιαφερόμενα μέρη να εκδίδει, με την έγκριση του Υπουργικού Συμβουλίου, Κανονισμούς, για την καλύτερη εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος Νόμου και για τον καθορισμό κάθε θέματος το οποίο σύμφωνα με τις διατάξεις ή για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου χρήζει ή είναι επιδεκτικό καθορισμού ή προνοείται από τον παρόντα Νόμο ότι δύναται να καθορίζεται με Κανονισμούς.

(2) Κανονισμοί που εκδίδονται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου κατατίθενται στη Βουλή των Αντιπροσώπων και αν μέσα σε εξήντα (60) ημέρες από την κατάθεσή τους η Βουλή των Αντιπροσώπων με απόφασή της δεν τους τροποποιήσει ή τους ακυρώσει, στο σύνολό τους ή μερικώς, τότε αυτοί, αμέσως μετά από την πάροδο της πιο πάνω προθεσμίας, δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας και τίθενται σε ισχύ από την ημερομηνία δημοσίευσής τους.

Κατάργηση Νόμου

115. Από την έναρξη της ισχύος του παρόντος Νόμου, ο περί Ελεγκτών και Υποχρεωτικών Ελέγχων των Ετήσιων και Ενοποιημένων Λογαριασμών Νόμος καταργείται.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑΤΑ
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

Πατήστε εδώ για το ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ.