ΕΚΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΚΑΝΟΝΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΠΟΤΙΜΗΣΗ ΤΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΤΟΥ ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΠΑΘΗΤΙΚΟΥ, ΤΩΝ ΤΕΧΝΙΚΩΝ ΠΡΟΒΛΕΨΕΩΝ, ΤΩΝ ΙΔΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΩΝ, ΤΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΑΚΩΝ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΦΕΡΕΓΓΥΟΤΗΤΑΣ, ΤΩΝ ΕΛΑΧΙΣΤΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΑΚΩΝ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΚΑΙ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΟΙ ΚΑΝΟΝΕΣ
ΤΜΗΜΑ 1 - ΑΠΟΤΙΜΗΣΗ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΥ ΚΑΙ ΠΑΘΗΤΙΚΟΥ
Αποτίμηση στοιχείων ενεργητικού και παθητικού

77. (1) Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις αποτιμούν τα στοιχεία του ενεργητικού και του παθητικού ως ακολούθως:

(α) Τα στοιχεία του ενεργητικού αποτιμώνται στο ποσό για το οποίο μπορούν να ανταλλαγούν μεταξύ καλώς πληροφορημένων και πρόθυμων ατόμων στο πλαίσιο μιας συναλλαγής με ίσους όρους·

(β) τα στοιχεία του παθητικού αποτιμώνται στο ποσό για το οποίο μπορούν να μεταβιβάζονται, ή να διακανονίζονται, μεταξύ καλώς πληροφορημένων και προθύμων ατόμων στο πλαίσιο μιας συναλλαγής με ίσους όρους και κατά την αποτίμηση αυτή δεν γίνεται καμία προσαρμογή προκειμένου να ληφθεί υπόψη η ιδία πιστωτική διαβάθμιση της ασφαλιστικής ή της αντασφαλιστικής επιχείρησης.

(2) Κατ΄εξουσιοδότηση πράξεις προσδιορίζουν τις μεθόδους και τις παραδοχές που πρέπει να χρησιμοποιούνται στην αποτίμηση των στοιχείων του ενεργητικού και του παθητικού, όπως προβλέπεται στο εδάφιο (1).

(3) Ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα καθορίζουν-

(α) τον βαθμό στον οποίο οι κατ' εξουσιοδότηση πράξεις του εδαφίου (2) απαιτούν τη χρήση των διεθνών λογιστικών προτύπων όπως εγκρίθηκαν από την Επιτροπή σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1606/2002 για την εφαρμογή διεθνών λογιστικών προτύπων, τη συνέπεια αυτών των λογιστικών προτύπων με την προσέγγιση της αποτίμησης των στοιχείων ενεργητικού και παθητικού όπως καθορίζεται στα εδάφια (1) και (2)∙

(β) τις μεθόδους και τις παραδοχές που πρέπει να χρησιμοποιούνται όταν είτε δεν υπάρχουν διαθέσιμες χρηματιστηριακές τιμές είτε τα διεθνή λογιστικά πρότυπα του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1606/2002 είναι σε προσωρινή ή σε μόνιμη βάση ασύμβατα με την προσέγγιση αποτίμησης των στοιχείων ενεργητικού και παθητικού που καθορίζεται στα εδάφια (1) και (2)·

(γ) τις μεθόδους και τις παραδοχές που πρέπει να χρησιμοποιούνται στην αποτίμηση του ενεργητικού και του παθητικού, όπως προβλέπεται στο εδάφιο (1), όταν οι κατ' εξουσιοδότηση πράξεις του εδαφίου (2) προβλέπουν τη χρήση εναλλακτικών μεθόδων αποτίμησης.

ΤΜΗΜΑ 2 - ΚΑΝΟΝΕΣ ΣΧΕΤΙΚΟΙ ΜΕ ΤΙΣ ΤΕΧΝΙΚΕΣ ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ
Γενικές διατάξεις

78. (1) Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις οφείλουν να προβαίνουν στο σχηματισμό τεχνικών προβλέψεων αναφορικά με όλες τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές τους υποχρεώσεις έναντι των αντισυμβαλλομένων και δικαιούχων των ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών συμβάσεων.

(2) Η αξία των τεχνικών προβλέψεων πρέπει να αντιστοιχεί στο τρέχον ποσό που θα έπρεπε να καταβάλει μια ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση εάν μεταβίβαζε τις συμβατικές της υποχρεώσεις σε άλλη ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση.

(3) Ο υπολογισμός των τεχνικών προβλέψεων που χρησιμοποιεί είναι συνεπής με πληροφορίες που παρέχουν οι χρηματοοικονομικές αγορές και τα γενικά διαθέσιμα δεδομένα για την ανάληψη ασφαλιστικών κινδύνων (συνέπεια με την αγορά).

(4) Οι τεχνικές προβλέψεις υπολογίζονται με συνετό, αξιόπιστο και αντικειμενικό τρόπο.

(5) Σύμφωνα με τις αρχές που καθορίζονται στα εδάφια (2), (3) και (4) και λαμβάνοντας υπόψη τις αρχές που καθορίζονται στο εδάφιο (1) του άρθρου 77 του παρόντος Νόμου, ο υπολογισμός των τεχνικών προβλέψεων πρέπει να πραγματοποιείται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 79 μέχρι 88 και 92 του παρόντος Νόμου.

Υπολογισμός τεχνικών προβλέψεων

79. (1) Η αξία των τεχνικών προβλέψεων ισούται προς το άθροισμα της βέλτιστης εκτίμησης και ενός περιθωρίου κινδύνου, όπως προβλέπεται στις πιο κάτω παραγράφους (α) μέχρι (δ) και στο εδάφιο (2):

(α) Η βέλτιστη εκτίμηση αντιστοιχεί στον μέσο όρο των μελλοντικών ταμειακών ροών, σταθμισμένων βάσει πιθανοτήτων, λαμβανομένης υπόψη της χρονικής αξίας του χρήματος (αναμενόμενη παρούσα αξία μελλοντικών ταμειακών ροών) χρησιμοποιώντας την κατάλληλη καμπύλη επιτοκίου χωρίς κίνδυνο.

(β) Ο υπολογισμός της βέλτιστης εκτίμησης βασίζεται σε επικαιροποιημένες και αξιόπιστες πληροφορίες και σε ρεαλιστικές παραδοχές και πραγματοποιείται με τη χρήση κατάλληλων, εφαρμόσιμων και συναφών αναλογιστικών και στατιστικών μεθόδων.

(γ) Η πρόβλεψη των ταμειακών ροών που χρησιμοποιείται στον υπολογισμό της βέλτιστης εκτίμησης λαμβάνει υπόψη όλες τις ταμειακές εισροές και εκροές που απαιτούνται για τον διακανονισμό των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών υποχρεώσεων για όλη τη διάρκειά τους.

(δ) Η βέλτιστη εκτίμηση υπολογίζεται ακαθάριστη, χωρίς να αφαιρούνται τα ποσά που είναι ανακτήσιμα από αντασφαλιστικές συμβάσεις και φορείς ειδικού σκοπού. Τα ποσά αυτά υπολογίζονται χωριστά, σύμφωνα με το άρθρο 87 του παρόντος Νόμου.

(2) Το περιθώριο κινδύνου είναι τέτοιο που να εξασφαλίζει ότι η αξία των τεχνικών προβλέψεων ισοδυναμεί με το ποσό, το οποίο οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις αναμένεται να χρειασθούν προκειμένου να αναλάβουν και να ικανοποιήσουν τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές υποχρεώσεις.

(3) Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις αποτιμούν τη βέλτιστη εκτίμηση και το περιθώριο κινδύνου χωριστά. Ωστόσο, εάν μελλοντικές ταμειακές ροές που συνδέονται με ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές υποχρεώσεις μπορούν να αναπαραχθούν αξιόπιστα με τη χρήση χρηματοοικονομικών μέσων η αξιόπιστη αγοραία αξία των οποίων είναι παρατηρήσιμη, η αξία των τεχνικών προβλέψεων που συνδέονται με τις συγκεκριμένες μελλοντικές ταμειακές ροές προσδιορίζεται στη βάση της αγοραίας αξίας των εν λόγω χρηματοοικονομικών μέσων και στην περίπτωση αυτή, δεν απαιτούνται χωριστοί υπολογισμοί της βέλτιστης εκτίμησης και του περιθωρίου κινδύνου.

(4) Όταν οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις αποτιμούν χωριστά τη βέλτιστη εκτίμηση και το περιθώριο κινδύνου, το περιθώριο κινδύνου υπολογίζεται με τον καθορισμό του κόστους παροχής ποσού επιλέξιμων ιδίων κεφαλαίων ίσων προς τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας που είναι αναγκαία για τη στήριξη των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών υποχρεώσεων για όλη τη διάρκειά τους.

(5) Το επιτόκιο που χρησιμοποιείται για τον προσδιορισμό του κόστους παροχής αυτού του ποσού επιλέξιμων ιδίων κεφαλαίων (επιτόκιο κόστους κεφαλαίου) είναι το ίδιο για όλες τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις και πρέπει να αναθεωρείται περιοδικά.

(6) Το επιτόκιο του κόστους κεφαλαίου που χρησιμοποιείται ισούται με το πρόσθετο επιτόκιο, επιπλέον του σχετικού επιτοκίου χωρίς κίνδυνο, με το οποίο θα επιβαρυνόταν μια ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, η οποία διαθέτει ποσό επιλέξιμων ιδίων κεφαλαίων, όπως προβλέπεται στο Τμήμα 3 του παρόντος Κεφαλαίου, ίσο με τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας, απαραίτητο για τη στήριξη της ασφαλιστικής και αντασφαλιστικής υποχρέωσης για όλη τη διάρκεια της εν λόγω υποχρέωσης.

(7) Σε περίπτωση που οι τεχνικές πληροφορίες που προσδιορίζονται και δημοσιεύονται από την EIOPA  σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου (1) του άρθρου 77ε  της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ εγκρίνονται από την Επιτροπή σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 77ε της εν λόγω Οδηγίας, οι ασφαλιστικές και οι αντασφαλιστικές επιχειρήσεις τις χρησιμοποιούν στον υπολογισμό της βέλτιστης εκτίμησης σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου, στον υπολογισμό της προσαρμογής λόγω αντιστοίχισης σύμφωνα με το άρθρο 82 και στον υπολογισμό της προσαρμογής λόγω μεταβλητότητας σύμφωνα με το άρθρο 83:

Νοείται ότι, για τα νομίσματα και τις εθνικές αγορές όπου η προσαρμογή που αναφέρεται στις διατάξεις του σημείου (γ) της παραγράφου (1) του άρθρου 77ε της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ δεν καθορίζεται στις εκτελεστικές πράξεις της παραγράφου (2) του άρθρου 77ε της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ, δεν εφαρμόζεται προσαρμογή λόγω μεταβλητότητας στη σχετική διαχρονική διάρθρωση των επιτοκίων άνευ κινδύνου για τον υπολογισμό της βέλτιστης εκτίμησης.

Παρέκταση της σχετικής διαχρονικής διάρθρωσης των επιτοκίων άνευ κινδύνου

80. (1) Ο προσδιορισμός της σχετικής διαχρονικής διάρθρωσης των επιτοκίων άνευ κινδύνου που αναφέρεται στο εδάφιο (2) του άρθρου 79 του παρόντος Νόμου, γίνεται με τη χρήση των πληροφοριών που συνάγονται από τα σχετικά χρηματοπιστωτικά μέσα και είναι συνεπής προς τις πληροφορίες αυτές. Κατά τον προσδιορισμό αυτό, λαμβάνονται υπόψη τα σχετικά χρηματοπιστωτικά μέσα για ληκτότητες για τις οποίες οι αγορές των συγκεκριμένων χρηματοπιστωτικών μέσων καθώς και των ομολόγων μπορεί να θεωρηθεί ότι διαθέτουν βάθος, ρευστότητα και διαφάνεια. Για ληκτότητες για τις οποίες οι αγορές των σχετικών χρηματοπιστωτικών μέσων ή ομολόγων δεν διαθέτουν πλέον βάθος, ρευστότητα και διαφάνεια, η σχετική διαχρονική διάρθρωση των επιτοκίων άνευ κινδύνου προκύπτει με παρέκταση.

(2) Για κάθε νόμισμα, το παρεκτεταμένο τμήμα της σχετικής διαχρονικής διάρθρωσης των επιτοκίων άνευ κινδύνου βασίζεται σε επιτόκια πρόσω που συγκλίνουν ομαλά από ένα αρχικό επιτόκιο πρόσω ή σύνολο επιτοκίων πρόσω σε σχέση με τις μεγαλύτερες ληκτότητες για τις οποίες μπορούν να παρατηρούνται τα σχετικά χρηματοπιστωτικά μέσα και τα ομόλογα σε μια αγορά με βάθος και ρευστότητα, μέχρι ένα οριστικό επιτόκιο πρόσω.

Προσαρμογή επιτοκίου λόγω αντιστοίχισης περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων στη σχετική διαχρονική διάρθρωση των επιτοκίων άνευ κινδύνου

81. (1) Οι ασφαλιστικές και οι αντασφαλιστικές επιχειρήσεις μπορούν να εφαρμόζουν προσαρμογή λόγω αντιστοίχισης στη σχετική διαχρονική διάρθρωση των επιτοκίων άνευ κινδύνου για τον υπολογισμό της βέλτιστης εκτίμησης ενός χαρτοφυλακίου υποχρεώσεων ασφάλισης ή αντασφάλισης Ζωής, συμπεριλαμβανομένων προσόδων από συμβάσεις ασφάλισης ή αντασφάλισης Γενικής Φύσεως, υπό τον όρο ότι υπάρχει προηγούμενη έγκριση του Εφόρου, όταν πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

(α) η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση έχει δεσμεύσει ένα χαρτοφυλάκιο στοιχείων ενεργητικού, αποτελούμενο από ομόλογα κι άλλα στοιχεία ενεργητικού με παρόμοια χαρακτηριστικά ταμειακής ροής, για την κάλυψη τη βέλτιστης εκτίμησης του χαρτοφυλακίου υποχρεώσεων ασφάλισης ή αντασφάλισης και διατηρεί τη δέσμευση αυτή για όλη τη διάρκεια ισχύος των υποχρεώσεων, εκτός αν πρόκειται για διατήρηση της αντιστοιχίας των αναμενόμενων ταμειακών ροών μεταξύ των στοιχείων ενεργητικού και των στοιχείων παθητικού σε περιπτώσεις ουσιαστικής μεταβολής των ταμειακών ροών·

(β) ο προσδιορισμός, η οργάνωση και η διαχείριση του χαρτοφυλακίου υποχρεώσεων ασφάλισης και αντασφάλισης στο οποίο εφαρμόζεται η προσαρμογή λόγω αντιστοίχισης και του δεσμευμένου χαρτοφυλακίου γίνονται χωριστά απ' ό,τι για τις άλλες δραστηριότητες της επιχείρησης, το δε δεσμευμένο χαρτοφυλάκιο στοιχείων ενεργητικού δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την κάλυψη ζημιών από άλλες δραστηριότητες της επιχείρησης·

(γ) οι αναμενόμενες ταμειακές ροές του δεσμευμένου χαρτοφυλακίου στοιχείων ενεργητικού καλύπτουν καθεμιά από τις αναμενόμενες ταμειακές ροές του χαρτοφυλακίου υποχρεώσεων ασφάλισης ή αντασφάλισης στο ίδιο νόμισμα, και οποιαδήποτε αναντιστοιχία δεν προκαλεί κινδύνους σημαντικούς όσον αφορά τους εγγενείς κινδύνους του ασφαλιστικού ή αντασφαλιστικού κλάδου στον οποίο εφαρμόζεται προσαρμογή λόγω αντιστοίχισης·

(δ) οι συμβάσεις που καλύπτουν το χαρτοφυλάκιο υποχρεώσεων ασφάλισης ή αντασφάλισης δεν συνεπάγονται μελλοντικές πληρωμές ασφαλίστρου·

(ε) οι μόνοι καλυπτόμενοι ασφαλιστικοί κίνδυνοι που συνδέονται με το χαρτοφυλάκιο υποχρεώσεων ασφάλισης ή αντασφάλισης είναι ο κίνδυνος μακροβιότητας, ο κίνδυνος εξόδων, ο κίνδυνος αναθεώρησης και ο κίνδυνος θανάτου·

(στ) όταν ο καλυπτόμενος κίνδυνος που συνδέεται με το χαρτοφυλάκιο υποχρεώσεων ασφάλισης ή αντασφάλισης περιλαμβάνει τον κίνδυνο θανάτου, η βέλτιστη εκτίμηση του χαρτοφυλακίου υποχρεώσεων ασφάλισης ή αντασφάλισης δεν αυξάνεται κατά περισσότερο από 5% σε περίπτωση απότομης μεταβολής του κινδύνου θανάτου βαθμονομημένου σύμφωνα με το άρθρο 107 του παρόντος Νόμου·

(ζ) οι συμβάσεις που καλύπτουν το χαρτοφυλάκιο υποχρεώσεων ασφάλισης ή αντασφάλισης δεν περιλαμβάνουν εναλλακτικές δυνατότητες για τον ασφαλισμένο ή περιλαμβάνουν μόνο δυνατότητα εξαγοράς, όπου η τιμή εξαγοράς δεν υπερβαίνει την τιμή των στοιχείων ενεργητικού, υπολογιζόμενη σύμφωνα με το άρθρο 77 του παρόντος Νόμου, για την κάλυψη των υποχρεώσεων ασφάλισης ή αντασφάλισης τη στιγμή της άσκησης της δυνατότητας εξαγοράς·

(η) οι ταμειακές ροές του δεσμευμένου χαρτοφυλακίου στοιχείων ενεργητικού είναι καθορισμένες και δεν μπορούν να μεταβληθούν από τους εκδότες των στοιχείων ενεργητικού ή από τρίτα μέρη·

(θ) οι υποχρεώσεις ασφάλισης ή αντασφάλισης από μια σύμβαση ασφάλισης ή αντασφάλισης δεν διαιρούνται σε διαφορετικά τμήματα όταν συνθέτουν το χαρτοφυλάκιο υποχρεώσεων ασφάλισης ή αντασφάλισης για τους σκοπούς της παρούσας παραγράφου.

(2) Ανεξάρτητα από τις διατάξεις της παραγράφου (η) του εδαφίου (1), οι ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις μπορούν να χρησιμοποιούν στοιχεία ενεργητικού με σταθερή ταμειακή ροή με εξαίρεση την εξάρτηση από τον πληθωρισμό, υπό την προϋπόθεση ότι τα συγκεκριμένα στοιχεία ενεργητικού καλύπτουν τις ταμειακές ροές του χαρτοφυλακίου υποχρεώσεων ασφάλισης ή αντασφάλισης που εξαρτώνται από τον πληθωρισμό.

(3) Σε περίπτωση που οι εκδότες ή τρίτα μέρη έχουν δικαίωμα να μεταβάλλουν τις ταμειακές ροές ενός στοιχείου ενεργητικού κατά τρόπο ώστε ο επενδυτής να λαμβάνει επαρκή αποζημίωση ώστε μπορεί να επιτύχει τις ίδιες ταμειακές ροές επανεπενδύοντας σε στοιχεία ενεργητικού ισοδύναμης ή καλύτερης πιστοληπτικής ποιότητας, το δικαίωμα αυτό για τη μεταβολή των ταμειακών ροών δεν αποκλείει το συγκεκριμένο στοιχείο ενεργητικού από την επιλεξιμότητα για το δεσμευμένο χαρτοφυλάκιο σύμφωνα με την παράγραφο (η) του εδαφίου (1).

(4) Οι ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που εφαρμόζουν την προσαρμογή λόγω αντιστοίχισης σε χαρτοφυλάκιο υποχρεώσεων ασφάλισης ή αντασφάλισης δεν μπορούν να επιστρέψουν σε προσέγγιση που δεν περιλαμβάνει προσαρμογή λόγω αντιστοίχισης. Όταν μια ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση που εφαρμόζει την προσαρμογή λόγω αντιστοίχισης δεν μπορεί πλέον να συμμορφωθεί προς τους όρους του εδαφίου (1), ενημερώνει αμέσως την εποπτική αρχή και λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα για την αποκατάσταση της συμμόρφωσης προς τους όρους αυτούς. Αν η επιχείρηση δεν είναι σε θέση να αποκαταστήσει τη συμμόρφωση προς τους όρους αυτούς μέσα σε δύο μήνες από την ημερομηνία μη συμμόρφωσης, παύει να εφαρμόζει την προσαρμογή λόγω αντιστοίχισης σε οποιαδήποτε από τις υποχρεώσεις ασφάλισης ή αντασφάλισης και δεν την εφαρμόζει για επιπλέον χρονικό διάστημα είκοσι τεσσάρων μηνών.

(5) Η προσαρμογή λόγω αντιστοίχισης εφαρμόζεται για υποχρεώσεις ασφάλισης ή αντασφάλισης για τις οποίες η σχετική διαχρονική διάρθρωση των επιτοκίων άνευ κινδύνου που εφαρμόζεται στον υπολογισμό της βέλτιστης εκτίμησης των υποχρεώσεων αυτών περιλαμβάνει προσαρμογή λόγω μεταβλητότητας δυνάμει του άρθρου 83 ή μεταβατικό μέτρο για τα επιτόκια άνευ κινδύνου δυνάμει του άρθρου 422 του παρόντος Νόμου.

Υπολογισμός της προσαρμογής των επιτοκίων λόγω αντιστοίχισης περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων

82. (1) Για κάθε νόμισμα, η προσαρμογή λόγω αντιστοίχισης που αναφέρεται στο άρθρο 81 του παρόντος Νόμου υπολογίζεται σύμφωνα με τις ακόλουθες αρχές:

(α) Η προσαρμογή λόγω αντιστοίχισης πρέπει να είναι ίση με τη διαφορά των ακόλουθων μεγεθών:

(i) ετήσιο πραγματικό επιτόκιο, υπολογιζόμενο ως το ενιαίο προεξοφλητικό επιτόκιο το οποίο, όταν εφαρμόζεται στις ταμειακές ροές του χαρτοφυλακίου υποχρεώσεων ασφάλισης ή αντασφάλισης, δίνει τιμή ίση προς την αξία του χαρτοφυλακίου δεσμευμένων στοιχείων ενεργητικού σύμφωνα με το άρθρο 77 του παρόντος Νόμου·

(ii) ετήσιο πραγματικό επιτόκιο, υπολογιζόμενο ως το ενιαίο προεξοφλητικό επιτόκιο το οποίο, όταν εφαρμόζεται στις ταμειακές ροές του χαρτοφυλακίου υποχρεώσεων ασφάλισης ή αντασφάλισης, δίνει τιμή ίση προς την αξία της βέλτιστης εκτίμησης του χαρτοφυλακίου υποχρεώσεων ασφάλισης ή αντασφάλισης, όπου η χρονική αξία του χρήματος λαμβάνεται υπόψη με τη χρήση της βασικής διαχρονικής διάρθρωσης των επιτοκίων άνευ κινδύνου·

(β) η προσαρμογή λόγω αντιστοίχισης δεν πρέπει να περιλαμβάνει το βασικό πιστωτικό περιθώριο που αντανακλά τους κινδύνους τους οποίους αναλαμβάνει η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση·

(γ) ανεξάρτητα από τις διατάξεις της παραγράφου (α), το βασικό πιστωτικό περιθώριο πρέπει να αυξάνεται όπου αυτό απαιτείται για να εξασφαλιστεί ότι η προσαρμογή λόγω αντιστοίχισης για στοιχεία ενεργητικού με πιστοληπτική ποιότητα (“sub investment grade”) δεν υπερβαίνει τις προσαρμογές λόγω αντιστοίχισης για πιστοληπτική ποιότητα (“investment grade”) και για την ίδια διάρκεια και κατηγορία στοιχείων ενεργητικού·

(δ) η χρήση εξωτερικών αξιολογήσεων πιστοληπτικής ικανότητας στον υπολογισμό της προσαρμογής λόγω αντιστοίχισης πρέπει να είναι σύμφωνη με τις διατάξεις της παραγράφου (ιε), του εδαφίου (1) του άρθρου 118 του παρόντος Νόμου.

(2) Για τους σκοπούς της παραγράφου (β) του εδαφίου (1), το βασικό πιστωτικό περιθώριο:

(α) είναι ίσο με το άθροισμα των ακόλουθων μεγεθών:

(i)πιστωτικό περιθώριο που αντιστοιχεί στην πιθανότητα αθέτησης για τα στοιχεία ενεργητικού·

(ii)πιστωτικό περιθώριο που αντιστοιχεί στις αναμενόμενες ζημίες από την υποτίμηση των στοιχείων ενεργητικού·

(β) για ανοίγματα έναντι κεντρικών κυβερνήσεων και κεντρικών τραπεζών κρατών μελών, δεν μπορεί να είναι μικρότερο από το 30 % του μακροπρόθεσμου μέσου όρου της διαφοράς πάνω από το επιτόκιο άνευ κινδύνου των στοιχείων ενεργητικού ίδιας διάρκειας, πιστοληπτικής ποιότητας και κατηγορίας όπως στις χρηματοπιστωτικές αγορές·

(γ) για στοιχεία ενεργητικού άλλα από ανοίγματα έναντι κεντρικών κυβερνήσεων και κεντρικών τραπεζών κρατών μελών, δεν μπορεί να είναι μικρότερο από το 35% του μακροπρόθεσμου μέσου όρου της διαφοράς πάνω από το επιτόκιο άνευ κινδύνου των στοιχείων ενεργητικού ίδιας διάρκειας, πιστοληπτικής ποιότητας και κατηγορίας όπως στις χρηματοπιστωτικές αγορές.

(3) Η πιθανότητα αθέτησης που αναφέρεται στην υποπαράγραφο (i) της παραγράφου (α) του εδαφίου (1) βασίζεται σε μακροπρόθεσμες στατιστικές αθετήσεων σχετικές με το συγκεκριμένο στοιχείο ενεργητικού όσον αφορά τη διάρκεια, την πιστοληπτική ποιότητα και την κατηγορία του.

(4) Όταν το πιστωτικό περιθώριο δεν μπορεί να συναχθεί με τρόπο αξιόπιστο από τις στατιστικές αθετήσεων που αναφέρονται στο εδάφιο (2), το βασικό πιστωτικό περιθώριο είναι ίσο με το τμήμα του μακροπρόθεσμου μέσου όρου της διαφοράς πάνω από το επιτόκιο άνευ κινδύνου που αναφέρεται στις παραγράφους (β) και (γ).

Προσαρμογή λόγω μεταβλητότητας στη σχετική διαχρονική διάρθρωση των επιτοκίων άνευ κινδύνου

83. (1) Ο Έφορος δύναται να απαιτεί από τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις να ζητούν προηγούμενη έγκριση, για να εφαρμόσουν προσαρμογή λόγω μεταβλητότητας στη σχετική διαχρονική διάρθρωση των επιτοκίων άνευ κινδύνου για τον υπολογισμό τη βέλτιστης εκτίμησης που αναφέρεται στο εδάφιο (1) του άρθρου 79 του παρόντος Νόμου.

(2) Για κάθε σχετικό νόμισμα, η προσαρμογή λόγω μεταβλητότητας στη σχετική διαχρονική διάρθρωση των επιτοκίων άνευ κινδύνου βασίζεται στη διαφορά μεταξύ του επιτοκίου που θα μπορούσε να επιτευχθεί από στοιχεία ενεργητικού που περιλαμβάνονται σε χαρτοφυλάκιο αναφοράς για το συγκεκριμένο νόμισμα και των επιτοκίων της διαχρονικής διάρθρωσης επιτοκίων άνευ κινδύνου για το ίδιο νόμισμα. Το χαρτοφυλάκιο αναφοράς για ένα νόμισμα πρέπει να είναι αντιπροσωπευτικό των στοιχείων ενεργητικού που είναι σε αυτό το νόμισμα και στα οποία επενδύουν οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις για να καλύψουν τη βέλτιστη εκτίμηση των υποχρεώσεων ασφάλισης και αντασφάλισης σε αυτό το νόμισμα.

(3) (α) Το ποσό της προσαρμογής λόγω μεταβλητότητας στα επιτόκια άνευ κινδύνου αντιστοιχεί στο 65% της συναλλαγματικής διαφοράς με διόρθωση για τον κίνδυνο.

(β) Η συναλλαγματική διαφορά με διόρθωση για τον κίνδυνο υπολογίζεται ως η διαφορά μεταξύ του πιστωτικού περιθωρίου που αναφέρεται στο εδάφιο (2) και του τμήματος αυτού του πιστωτικού περιθωρίου που βασίζεται σε ρεαλιστική εκτίμηση των αναμενόμενων ζημιών ή του απρόβλεπτου πιστωτικού κινδύνου ή άλλου κινδύνου των συγκεκριμένων στοιχείων ενεργητικού.

(γ) Η προσαρμογή λόγω μεταβλητότητας εφαρμόζεται μόνο στα σχετικά επιτόκια άνευ κινδύνου της διαχρονικής διάρθρωσης τα οποία δεν προκύπτουν από παρέκταση σύμφωνα με το άρθρο 80 του παρόντος Νόμου. Η παρέκταση της σχετικής διαχρονικής διάρθρωσης των επιτοκίων άνευ κινδύνου βασίζεται στα εν λόγω προσαρμοσμένα επιτόκια άνευ κινδύνου.

(4) Η προσαρμογή λόγω μεταβλητότητας στα επιτόκια άνευ κινδύνου του εδαφίου (3) για το νόμισμα της Δημοκρατίας, αυξάνεται, πριν από την εφαρμογή του συντελεστή 65%, κατά τη διαφορά μεταξύ του διορθωμένου για τον κίνδυνο πιστωτικού περιθωρίου της Δημοκρατίας και του διπλάσιου της διορθωμένης για τον κίνδυνο συναλλαγματικής διαφοράς, όποτε η διαφορά αυτή είναι θετική και το διορθωμένο για τον κίνδυνο πιστωτικό περιθώριο της Δημοκρατίας είναι υψηλότερο από ογδόντα πέντε (85) μονάδες βάσης. Η αυξημένη προσαρμογή λόγω μεταβλητότητας εφαρμόζεται στον υπολογισμό της βέλτιστης εκτίμησης για τις υποχρεώσεις ασφάλισης και αντασφάλισης προϊόντων που πωλούνται στην ασφαλιστική αγορά της Δημοκρατίας. Το διορθωμένο για τον κίνδυνο πιστωτικό περιθώριο της Δημοκρατίας υπολογίζεται με τον ίδιο τρόπο όπως η διορθωμένη για τον κίνδυνο συναλλαγματική διαφορά της Δημοκρατίας, αλλά με βάση χαρτοφυλάκιο αναφοράς αντιπροσωπευτικό των στοιχείων ενεργητικού στα οποία έχουν επενδύσει οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις για να καλύψουν τη βέλτιστη εκτίμηση των υποχρεώσεων ασφάλισης και αντασφάλισης προϊόντων που πωλούνται στην ασφαλιστική αγορά της Δημοκρατίας και είναι στο νόμισμα της Δημοκρατίας.

(5) Η προσαρμογή λόγω μεταβλητότητας δεν εφαρμόζεται για ασφαλιστικές υποχρεώσεις όταν η σχετική διαχρονική διάρθρωση των επιτοκίων άνευ κινδύνου για τον υπολογισμό της βέλτιστης εκτίμησης των υποχρεώσεων αυτών περιλαμβάνει προσαρμογή λόγω αντιστοίχισης δυνάμει του άρθρου 81 του παρόντος Νόμου.

(6) Κατά παρέκκλιση από τις διατάξεις του άρθρου 107 του παρόντος Νόμου, η κεφαλαιακή απαίτηση φερεγγυότητας δεν καλύπτει τον κίνδυνο απώλειας βασικών ιδίων κεφαλαίων από αλλαγές στην προσαρμογή λόγω μεταβλητότητας.

Αναθεώρηση των μέτρων για μακροπρόθεσμες εγγυήσεις και των μέτρων για τον κίνδυνο μετοχών

83Α. Ο Έφορος υποβάλλει στην EIOPA σε ετήσια βάση και έως την 1η Ιανουαρίου 2021, τις ακόλουθες πληροφορίες:

(α) Τη διαθεσιμότητα μακροπρόθεσμων εγγυήσεων σε ασφαλιστικά προϊόντα στην αγορά της Δημοκρατίας και τη συμπεριφορά των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων ως μακροπρόθεσμων επενδυτών·

(β) τον αριθμό των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων που εφαρμόζουν την προσαρμογή λόγω αντιστοίχισης, την προσαρμογή λόγω μεταβλητότητας, την παράταση της περιόδου ανάκαμψης σύμφωνα με το εδάφιο (11) του άρθρου 145, την υποενότητα μετοχικού κινδύνου με βάση τη διάρκεια και τα μεταβατικά μέτρα που καθορίζονται στα άρθρα 423 και 424·

(γ) τον αντίκτυπο που έχουν στην οικονομική θέση των ασφαλιστικών και των αντασφαλιστικών επιχειρήσεων η προσαρμογή λόγω αντιστοίχισης, η προσαρμογή λόγω μεταβλητότητας, ο μηχανισμός συμμετρικής προσαρμογής στην επιβάρυνση του κεφαλαίου λόγω μετοχών, η υποενότητα μετοχικού κινδύνου με βάση τη διάρκεια, και τα μεταβατικά μέτρα που καθορίζονται στα άρθρα 423 και 424, σε εθνικό επίπεδο και με ανώνυμο τρόπο για κάθε επιχείρηση·

(δ) τον αντίκτυπο που έχουν στην επενδυτική συμπεριφορά των ασφαλιστικών και των αντασφαλιστικών επιχειρήσεων η προσαρμογή λόγω αντιστοίχισης, η προσαρμογή λόγω μεταβλητότητας, ο μηχανισμός συμμετρικής προσαρμογής στην επιβάρυνση του κεφαλαίου λόγω μετοχών και η υποενότητα μετοχικού κινδύνου με βάση τη διάρκεια, και κατά πόσο παρέχουν αδικαιολόγητη μείωση της κεφαλαιακής απαίτησης·

(ε) τον αντίκτυπο που έχει οποιαδήποτε παράταση της περιόδου ανάκαμψης σύμφωνα με το εδάφιο (11) του άρθρου 145 στις προσπάθειες των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων να αποκαταστήσουν το επίπεδο ιδίων κεφαλαίων που καλύπτουν την κεφαλαιακή απαίτηση φερεγγυότητας ή να μειώσουν το προφίλ κινδύνου για να εξασφαλίσουν συμμόρφωση με την κεφαλαιακή απαίτηση φερεγγυότητας·

(στ) κατά πόσο οι ασφαλιστικές και οι αντασφαλιστικές επιχειρήσεις εφαρμόζουν τα μεταβατικά μέτρα που καθορίζονται στα άρθρα 423 και 424, συμμορφώνονται προς τα σχέδια σταδιακής εφαρμογής που αναφέρονται στο άρθρο 425 και τις προοπτικές για ελάττωση της εξάρτησης από τα μεταβατικά μέτρα, περιλαμβανομένων μέτρων που έχουν ληφθεί ή αναμένεται να ληφθούν από τις επιχειρήσεις και τις εποπτικές αρχές, λαμβανομένου υπόψη του ρυθμιστικού περιβάλλοντος του συγκεκριμένου κράτους μέλους.

Άλλα στοιχεία που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη στον υπολογισμό των τεχνικών προβλέψεων

84. Επιπρόσθετα των όσων καθορίζονται στο άρθρο 79 του παρόντος Νόμου, κατά τον υπολογισμό των τεχνικών προβλέψεων οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις λαμβάνουν υπόψη τα ακόλουθα:

(α) όλες τις δαπάνες που πραγματοποιούνται για την εξυπηρέτηση των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών υποχρεώσεων·

(β) τον πληθωρισμό, συμπεριλαμβανομένου του πληθωρισμού των δαπανών και των αποζημιώσεων·

(γ) όλες τις πληρωμές στους αντισυμβαλλόμενους και στους δικαιούχους, συμπεριλαμβανομένων μελλοντικών προαιρετικών έκτακτων παροχών, τις οποίες αναμένεται να πραγματοποιήσουν οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, ανεξάρτητα από το εάν οι πληρωμές αυτές είναι συμβατικά εγγυημένες, εκτός εάν οι πληρωμές εμπίπτουν στο εδάφιο (2) του άρθρου 97.

Αποτίμηση των χρηματοοικονομικών εγγυήσεων και των συμβατικών δικαιωμάτων εκλογής που περιλαμβάνονται σε ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές συμβάσεις

85. (1) Κατά τον υπολογισμό των τεχνικών προβλέψεων, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις λαμβάνουν υπόψη την αξία των χρηματοοικονομικών εγγυήσεων και τυχόν συμβατικών δικαιωμάτων εκλογής που περιλαμβάνονται σε ασφαλιστήρια και αντασφαλιστήρια συμβόλαια.

(2) Οποιεσδήποτε παραδοχές εκ μέρους των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων σε σχέση με την πιθανότητα να ασκήσουν οι αντισυμβαλλόμενοι τα συμβατικά δικαιώματα εκλογής, συμπεριλαμβανομένων των ακυρώσεων και εξαγορών συμβολαίων, είναι ρεαλιστικές και βασίζονται σε τρέχουσες και αξιόπιστες πληροφορίες ενώ λαμβάνουν υπόψη, ρητά ή σιωπηρά, την επίπτωση που μπορούν να έχουν στην άσκηση των δικαιωμάτων αυτών μελλοντικές αλλαγές σε οικονομικές και μη οικονομικές συνθήκες.

Ομαδοποίηση

86. Κατά τον υπολογισμό των τεχνικών τους προβλέψεων, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις ομαδοποιούν τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές τους υποχρεώσεις σε ομοιογενείς ομάδες κινδύνου, και τουλάχιστον κατά κατηγορίες δραστηριοτήτων.

Ανακτήσιμα ποσά από αντασφαλιστικές συμβάσεις και φορείς ειδικού σκοπού

87. (1) Ο υπολογισμός από τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις των ανακτήσιμων ποσών από αντασφαλιστικές συμβάσεις και φορείς ειδικού σκοπού είναι σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 78 μέχρι 86 του παρόντος Νόμου.

(2) Κατά τον υπολογισμό των ανακτήσιμων ποσών από αντασφαλιστικές συμβάσεις και φορείς ειδικού σκοπού, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις λαμβάνουν υπόψη τη χρονική διαφορά μεταξύ ανακτήσεων και άμεσων πληρωμών.

(3) Το αποτέλεσμα του υπολογισμού αυτού προσαρμόζεται προκειμένου να ληφθούν υπόψη αναμενόμενες ζημίες λόγω αθέτησης υποχρέωσης εκ μέρους του αντισυμβαλλομένου στη βάση της εκτίμησης της πιθανότητας αθέτησης από τον αντισυμβαλλόμενο και της μέσης ζημίας που προκύπτει από την αθέτηση αυτή (ζημία σε περίπτωση αθέτησης).

Ποιότητα δεδομένων και εφαρμογή προσεγγίσεων, συμπεριλαμβανομένων ειδικών κατά περίπτωση μεθόδων, για τις τεχνικές προβλέψεις

88. (1) Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις οφείλουν να διαθέτουν εσωτερικές διεργασίες και διαδικασίες που να εξασφαλίζουν την καταλληλότητα, πληρότητα και ακρίβεια των δεδομένων που χρησιμοποιούνται στον υπολογισμό των τεχνικών τους προβλέψεων.

(2) Στις ειδικές περιπτώσεις στις οποίες οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις έχουν ανεπαρκή στοιχεία κατάλληλης ποιότητας προκειμένου να εφαρμόσουν αξιόπιστη αναλογιστική μέθοδο σε σύνολο ή υποσύνολο των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών τους υποχρεώσεων ή σε ανακτήσιμα ποσά από αντασφαλιστικές συμβάσεις και φορείς ειδικού σκοπού, μπορούν να χρησιμοποιούν κατάλληλες προσεγγίσεις, συμπεριλαμβανομένων ειδικών, κατά περίπτωση, μεθόδων (case-by-case approach), για τον υπολογισμό της βέλτιστης εκτίμησης.

Σύγκριση με βάση τα εμπειρικά δεδομένα

89. (1) Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις διαθέτουν διεργασίες και διαδικασίες προκειμένου να εξασφαλίσουν ότι οι βέλτιστες εκτιμήσεις, και οι υποθέσεις στις οποίες βασίζεται ο υπολογισμός των βέλτιστων εκτιμήσεων, συγκρίνονται τακτικά με βάση τα εμπειρικά δεδομένα.

(2) Σε περίπτωση που η σύγκριση επισημάνει συστηματική απόκλιση μεταξύ της εμπειρικής παρατήρησης και των υπολογισμών της βέλτιστης εκτίμησης των ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων, η σχετική επιχείρηση προβαίνει στις κατάλληλες προσαρμογές των αναλογιστικών μεθόδων που χρησιμοποιούνται ή/και των παραδοχών που γίνονται.

Καταλληλότητα του επιπέδου των τεχνικών προβλέψεων

90. (1) Κατόπιν απαίτησης του Εφόρου, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις αποδεικνύουν την καταλληλότητα του επιπέδου των τεχνικών τους προβλέψεων, καθώς και την εφαρμοσιμότητα και τη συνάφεια των χρησιμοποιούμενων μεθόδων, και την επάρκεια των υποκείμενων στατιστικών δεδομένων.

(2) Χωρίς επηρεασμό των εξουσιών του Εφόρου να απαιτήσει, στο πλαίσιο του εποπτικού ελέγχου, πλήρη στοιχεία προς απόδειξη των αναφερόμενων στο εδάφιο (1) υποχρεώσεων, η καταλληλότητα του επιπέδου των τεχνικών προβλέψεων, της εφαρμοσιμότητας και σαφήνειας των χρησιμοποιούμενων μεθόδων και της επάρκειας των υποκείμενων στατιστικών δεδομένων, τεκμαίρεται με την υποβολή πιστοποίησης, τουλάχιστον μια φορά καθέ έτος, από αναλογιστή.

(3) Κανονισμοί που κατατίθενται στη Βουλή των Αντιπροσώπων για έγκριση, δύναται να καθορίζουν τα προσόντα, τις προϋποθέσεις διορισμού και παύσης του αναλογιστή που αναφέρεται στο εδάφιο (2), καθώς και τις υποχρεώσεις του κατά τον καταρτισμό και την υποβολή της πιστοποίησης που προβλέπεται στο ίδιο εδάφιο.

Αύξηση των τεχνικών προβλέψεων

91. Στο βαθμό που ο υπολογισμός των τεχνικών προβλέψεων ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων δεν συνάδει με τα όσα καθορίζονται στα άρθρα 84 μέχρι 95 του παρόντος Νόμου, ο Έφορος δύναται να απαιτεί από τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις να αυξήσουν το ποσό των τεχνικών προβλέψεων έτσι ώστε αυτά να αντιστοιχούν στο επίπεδο που προκύπτει βάσει των διατάξεων των εν λόγω άρθρων.

Κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις και ρυθμιστικά και εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα

92. (1) Κατ΄εξουσιοδότηση πράξεις καθορίζουν τα πιο κάτω:

(α) τις αναλογιστικές και στατιστικές μεθόδους υπολογισμού της βέλτιστης εκτίμησης που αναφέρεται στο εδάφιο (1) του άρθρου 79 του παρόντος Νόμου∙

(β) τις μεθόδους, τις αρχές και τις τεχνικές καθορισμού της σχετικής διαχρονικής διάρθρωσης των επιτοκίων άνευ κινδύνου η οποία πρέπει να χρησιμοποιείται για τον υπολογισμό της βέλτιστης εκτίμησης που αναφέρεται στο εδάφιο (1) του άρθρου 79∙

(γ) τις περιπτώσεις στις οποίες οι τεχνικές προβλέψεις υπολογίζονται ως σύνολο ή ως άθροισμα βέλτιστης εκτίμησης και περιθωρίου κινδύνου, και τις μεθόδους που πρέπει να χρησιμοποιούνται στην περίπτωση στην οποία οι τεχνικές προβλέψεις υπολογίζονται ως σύνολο, όπως αναφέρεται στο εδάφιο (2) του άρθρου 79.

(δ) τις μεθόδους και τις παραδοχές που πρέπει να χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό του περιθωρίου κινδύνου, συμπεριλαμβανομένου του προσδιορισμού του ποσού των επιλέξιμων ίδιων κεφαλαίων που είναι αναγκαία για την υποστήριξη των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών υποχρεώσεων και για τον προσδιορισμό του επιτοκίου του κόστους κεφαλαίου, όπως αναφέρεται στο εδάφιο (4) του άρθρου 79 του παρόντος Νόμου∙

(ε) τις κατηγορίες δραστηριοτήτων βάσει των οποίων πρέπει να ομαδοποιούνται οι ασφαλιστικές και οι αντασφαλιστικές υποχρεώσεις, για να υπολογιστούν οι τεχνικές προβλέψεις που αναφέρονται στο άρθρο 86 του παρόντος Νόμου∙

(στ) τα πρότυπα που πρέπει να τηρούνται για την εξασφάλιση της καταλληλότητας, της πληρότητας και της ακρίβειας των δεδομένων που χρησιμοποιούνται στον υπολογισμό των τεχνικών προβλέψεων, και οι ειδικές περιστάσεις στις οποίες θα ήταν ενδεδειγμένο να χρησιμοποιηθούν προσεγγίσεις, συμπεριλαμβανομένων ειδικών κατά περίπτωση μεθόδων υπολογισμού της βέλτιστης εκτίμησης, όπως αναφέρεται στο άρθρο 88∙

(ζ) τις προδιαγραφές για τις απαιτήσεις που καθορίζονται στο εδάφιο (1) του άρθρου 81, συμπεριλαμβανομένων των μεθόδων, των παραδοχών και των τυπικών παραμέτρων που πρέπει να χρησιμοποιούνται στον υπολογισμό του αντικτύπου απότομης μεταβολής του κινδύνου θανάτου, που αναφέρεται στην παράγραφο (ε) του εδαφίου (1) του άρθρου 81 του παρόντος Νόμου˙

(η) τις προδιαγραφές για τις απαιτήσεις που καθορίζονται στο άρθρο 82 του παρόντος Νόμου, συμπεριλαμβανομένων των παραδοχών και των μεθόδων που πρέπει να χρησιμοποιούνται στον υπολογισμό της προσαρμογής λόγω αντιστοίχισης και του βασικού πιστωτικού περιθωρίου∙

(θ) τις μεθόδους και τις παραδοχές για τον υπολογισμό της προσαρμογής λόγω μεταβλητότητας που αναφέρεται στο άρθρο 83 του παρόντος Νόμου, συμπεριλαμβανομένου τύπου για τον υπολογισμό του πιστωτικού περιθωρίου που αναφέρεται στην παράγραφο (2) του εν λόγω άρθρου.

(2) Ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα καθορίζουν-

(α) τις μεθόδους που πρέπει να χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό της προσαρμογής λόγω αθέτησης του αντισυμβαλλομένου, που αναφέρεται στο άρθρο 87, με σκοπό να προσδιοριστούν οι αναμενόμενες ζημίες λόγω αθέτησης του αντισυμβαλλομένου∙

(β) όπου είναι αναγκαίο, απλοποιημένες μεθόδους και τεχνικές για τον υπολογισμό των τεχνικών προβλέψεων, για να εξασφαλιστεί ότι οι αναλογιστικές και οι στατιστικές μέθοδοι που αναφέρονται στις παραγράφους (α) και (δ) είναι αναλογικές ως προς τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των κινδύνων που αναλαμβάνουν οι ασφαλιστικές και οι αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, συμπεριλαμβανομένων των εξαρτημένων ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων.

(3) Εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα καθορίζουν τα σχετικά με τις διαδικασίες για την έγκριση της εφαρμογής προσαρμογής λόγω αντιστοίχισης που αναφέρεται στο εδάφιο (1) του άρθρου 81.

ΤΜΗΜΑ 3 - ΙΔΙΑ ΚΕΦΑΛΑΙΑ
ΕΝΟΤΗΤΑ 1 ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟΣ ΤΩΝ ΙΔΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΩΝ
Ίδια κεφάλαια

93. Τα ίδια κεφάλαια αντιστοιχούν στο άθροισμα των βασικών ιδίων κεφαλαίων που αναφέρονται στο άρθρο 94 και των συμπληρωματικών ιδίων κεφαλαίων που αναφέρονται στο άρθρο 95 του παρόντος Νόμου.

Βασικά ίδια κεφάλαια

94. (1) Τα βασικά ίδια κεφάλαια απαρτίζονται από τα ακόλουθα στοιχεία:

(α) Τη θετική διαφορά μεταξύ του ενεργητικού και του παθητικού, που αποτιμάται σύμφωνα με το άρθρο 77 και το Τμήμα 2 του παρόντος Κεφαλαίου·

(β) τις υποχρεώσεις μειωμένης εξασφάλισης.

(2) Το ποσό διαφοράς που αναφέρεται στην παράγραφο (α) του εδαφίου (1) μειώνεται κατά το ποσό των ιδίων μετοχών που κατέχονται από την ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση.

Συμπληρωματικά ίδια κεφάλαια

95. (1) Τα συμπληρωματικά ίδια κεφάλαια αποτελούνται από στοιχεία άλλα πλην των βασικών ιδίων κεφαλαίων, τα οποία μπορούν να χρησιμοποιούνται για την απορρόφηση ζημιών και μπορούν να περιλαμβάνουν τα ακόλουθα στοιχεία, στο βαθμό που αυτά δεν αποτελούν στοιχεία των βασικών ιδίων κεφαλαίων:

(α) το μη καταβεβλημένο μετοχικό κεφάλαιο ή αρχικό κεφάλαιο το οποίο δεν έχει καταστεί απαιτητό·

(β) τις πιστωτικές επιστολές και τις εγγυήσεις·

(γ) άλλες νομικές δεσμεύσεις που έχουν ληφθεί από ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις.

(2) Στην περίπτωση αλληλασφαλιστικών ενώσεων ή ενώσεων του τύπου αυτού με μεταβλητές συνεισφορές, τα συμπληρωματικά ίδια κεφάλαια είναι δυνατόν να περιλαμβάνουν επίσης μελλοντικές αξιώσεις τις οποίες η ένωση αυτή μπορεί να έχει έναντι των μελών της μέσω πρόσκλησης για συμπληρωματική συνεισφορά, εντός των επόμενων δώδεκα μηνών.

(3) Σε περίπτωση που κάποιο στοιχείο των συμπληρωματικών ιδίων κεφαλαίων έχει καταβληθεί ή έχει καταστεί απαιτητό, θεωρείται ως στοιχείο του ενεργητικού και παύει να αποτελεί μέρος των στοιχείων των συμπληρωματικών ιδίων κεφαλαίων.

Έγκριση των συμπληρωματικών ιδίων κεφαλαίων από τον Έφορο

96. (1) Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις υποβάλλουν τα ποσά των συμπληρωματικών ιδίων κεφαλαίων που λαμβάνονται υπόψη για τον προσδιορισμό των ιδίων κεφαλαίων προς προηγούμενη έγκριση από τον Έφορο.

(2) Το ποσό που αποδίδεται σε κάθε στοιχείο συμπληρωματικών ιδίων κεφαλαίων αντικατοπτρίζει την απορροφητικότητα ζημίας του στοιχείου και βασίζεται σε συνετές και ρεαλιστικές παραδοχές και αναφορικά με τα συμπληρωματικά ίδια κεφάλαια με σταθερή ονομαστική αξία, το ύψος του συγκεκριμένου στοιχείου πρέπει να ισούται προς την ονομαστική του αξία, η οποία αντικατοπτρίζει σωστά την απορροφητικότητα ζημίας του.

(3) Ο Έφορος, εγκρίνει οποιοδήποτε από τα πιο κάτω:

(α) ένα χρηματικό ποσό για κάθε στοιχείο των συμπληρωματικών ιδίων κεφαλαίων·

(β) μία μέθοδο για τον προσδιορισμό του ποσού κάθε στοιχείου των συμπληρωματικών ιδίων κεφαλαίων, περίπτωση κατά την οποία η έγκριση από τον Έφορο του ποσού που καθορίζεται σύμφωνα με τη μέθοδο αυτή χορηγείται για συγκεκριμένη χρονική περίοδο.

(4) Για κάθε στοιχείο των συμπληρωματικών ιδίων κεφαλαίων, ο Έφορος βασίζει την έγκρισή του στην εκτίμηση των πιο κάτω παραγόντων:

(α) της κατάστασης των σχετικών αντισυμβαλλομένων, σε σχέση με την ικανότητα και τη βούλησή τους να πληρώσουν·

(β) την ανακτησιμότητα των κεφαλαίων, λαμβανομένης υπόψη της νομικής μορφής του στοιχείου, καθώς και οποιεσδήποτε συνθήκες οι οποίες ενδέχεται να εμποδίσουν την επιτυχή καταβολή ή πρόσκληση καταβολής του στοιχείου αυτού των κεφαλαίων·

(γ) οποιεσδήποτε πληροφορίες για την έκβαση προηγούμενων προσκλήσεων καταβολής τις οποίες οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις πραγματοποίησαν για τέτοιους είδους συμπληρωματικά ίδια κεφάλαια, εφόσον οι πληροφορίες αυτές μπορούν να χρησιμοποιηθούν αξιόπιστα για την αξιολόγηση της αναμενόμενης χρήσης μελλοντικών προσκλήσεων.

Πλεονάζοντα κεφάλαια

97. (1) Ως πλεονάζοντα κεφάλαια νοούνται τα συσσωρευμένα κέρδη που δεν έχουν διατεθεί προς διανομή στους αντισυμβαλλόμενους και τους δικαιούχους.

(2) Τα πλεονάζοντα κεφάλαια δεν θεωρούνται ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές υποχρεώσεις εφόσον πληρούν τα κριτήρια του εδαφίου (1) του άρθρου 100 του παρόντος Νόμου.

Κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις και ρυθμιστικά και εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα

98. (1) Εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα καθορίζουν τα κριτήρια με βάση τα οποία εγκρίνονται τα συμπληρωματικά ίδια κεφάλαια σύμφωνα με το άρθρο 96 του παρόντος Νόμου.

(2) Κατ' εξουσιοδότηση πράξεις καθορίζουν το χειρισμό των συμμετοχών, κατά την έννοια του εδαφίου (2) του άρθρου 250, σε χρηματοδοτικά και πιστωτικά ιδρύματα σε σχέση με τον προσδιορισμό των ίδιων κεφαλαίων

(3) Οι συμμετοχές σε χρηματοοικονομικά και πιστωτικά ιδρύματα που αναφέρονται στο εδάφιο (2) περιλαμβάνουν τα ακόλουθα:

(α) Συμμετοχές τις οποίες κατέχουν ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις:

(i) σε πιστωτικά και χρηματοοικονομικά ιδρύματα κατά την έννοια των περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμων του 1997 έως (Αρ. 4) του 2013 όπως αυτοί εκάστοτε τροποποιούνται ή αντικαθίστανται∙

(ii) σε επιχειρήσεις επενδύσεων κατά την έννοια του Ο περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμων του 2007 έως 2014, όπως αυτοί εκάστοτε τροποποιούνται ή αντικαθίστανται∙

(β) τις απαιτήσεις μειωμένης εξασφάλισης και τα μέσα που αναφέρονται στον περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμο του 1997, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται, που οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις κατέχουν έναντι των οντοτήτων που αναφέρονται στην παράγραφο (α) το παρόντος εδαφίου στις οποίες κατέχουν συμμετοχή.

(4) Εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα καθορίζουν τις διαδικασίες για τη χορήγηση έγκρισης από τον Έφορος για τη χρησιμοποίηση συμπληρωματικών ιδίων κεφαλαίων.

ΕΝΟΤΗΤΑ 2 ΤΑΞΙΝΟΜΗΣΗ ΤΩΝ ΙΔΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΩΝ
Χαρακτηριστικά και στοιχεία που χρησιμοποιούνται για την ταξινόμηση των ιδίων κεφαλαίων σε κατηγορίες

99. (1) Τα στοιχεία των ιδίων κεφαλαίων ταξινομούνται σε τρεις κατηγορίες, η δε ταξινόμηση αυτών των στοιχείων εξαρτάται από το εάν είναι στοιχεία βασικών ιδίων κεφαλαίων ή συμπληρωματικών ιδίων κεφαλαίων και από τον βαθμό στον οποίο διαθέτουν τα ακόλουθα χαρακτηριστικά:

(α) το στοιχείο είναι διαθέσιμο, ή μπορεί να καταστεί απαιτητό όταν ζητηθεί, για την απορρόφηση ζημιών στη βάση δρώσας οικονομικής μονάδας, καθώς και στην περίπτωση εκκαθάρισης (διαρκής διαθεσιμότητα)·

(β) στην περίπτωση εκκαθάρισης, το συνολικό ποσό του στοιχείου είναι διαθέσιμο για την απορρόφηση ζημιών και το στοιχείο δεν επιστρέφεται στον κάτοχό του μέχρις ότου όλες οι άλλες υποχρεώσεις, συμπεριλαμβανομένων των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών υποχρεώσεων προς τους αντισυμβαλλόμενους ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών συμβάσεων και τους δικαιούχους ασφαλίσματος, έχουν ικανοποιηθεί (εξάρτηση)·

(2) Κατά την αξιολόγηση του βαθμού στον οποίο τα στοιχεία των ιδίων κεφαλαίων διαθέτουν τα χαρακτηριστικά που ορίζονται στις παραγράφους (α) και (β) του εδαφίου (1), επί του παρόντος και στο μέλλον, πρέπει να αποδίδεται η δέουσα προσοχή στη διάρκεια του στοιχείου, ιδίως στο εάν το στοιχείο είναι χρονολογημένο ή όχι και σε περίπτωση που αυτό είναι χρονολογημένο, εξετάζεται η σχετική διάρκεια του στοιχείου σε σύγκριση με τη διάρκεια των υποχρεώσεων ασφάλισης και αντασφάλισης της επιχείρησης (επαρκής διάρκεια), εξετάζοντας επιπλέον, τους ακόλουθους παράγοντες:

(α) Αν το στοιχείο είναι ελεύθερο από απαιτήσεις ή κίνητρα εξαγοράς του ονομαστικού ποσού (απουσία κινήτρων εξαγοράς)·

(β) αν το στοιχείο είναι ελεύθερο από υποχρεωτικά πάγια έξοδα (απουσία υποχρεωτικών χρηματοοικονομικών εξόδων)·

(γ) αν το στοιχείο είναι καθαρό από οποιοδήποτε επιβάρυνση (απουσία επιβαρύνσεων).

Κυριότερα κριτήρια για την ταξινόμηση σε κατηγορίες

100. (1) Τα στοιχεία των βασικών ιδίων κεφαλαίων ταξινομούνται στην Κατηγορία 1, εάν διαθέτουν ουσιωδώς τα χαρακτηριστικά που προβλέπονται στις παραγράφους (α) και (β) του εδαφίου(1) του άρθρου 102, λαμβανομένων υπόψη των χαρακτηριστικών που καθορίζονται στο εδάφιο (2) του άρθρου 99 του παρόντος Νόμου.

(2) Τα στοιχεία των βασικών ιδίων κεφαλαίων ταξινομούνται στην Κατηγορία 2 εάν διαθέτουν ουσιωδώς το χαρακτηριστικό που προβλέπεται στην παράγραφο (β) του εδαφίου (1) του άρθρου 99, λαμβανομένων υπόψη των χαρακτηριστικών που καθορίζονται στο εδάφιο (2) του άρθρου 99 του παρόντος Νόμου.

(3) Τα στοιχεία των συμπληρωματικών ιδίων κεφαλαίων ταξινομούνται στην Κατηγορία 2 εάν διαθέτουν ουσιωδώς τα χαρακτηριστικά που προβλέπονται στις παραγράφους (α) και (β) του εδαφίου (1) του άρθρου 99, λαμβανομένων υπόψη των χαρακτηριστικών που προβλέπονται στο εδάφιο (2) του ιδίου άρθρου 99.

(4) Τα στοιχεία των βασικών και συμπληρωματικών ιδίων κεφαλαίων, τα οποία δεν υπάγονται στις παραγράφους 1 και 2, ταξινομούνται στην Κατηγορία 3.

Ταξινόμηση των ιδίων κεφαλαίων σε κατηγορίες

101. (1) Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις ταξινομούν τα στοιχεία των ιδίων κεφαλαίων τους με βάση τα κριτήρια που καθορίζονται στο άρθρο 100 του παρόντος Νόμου και για το σκοπό αυτό, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις ανατρέχουν στον κατάλογο των ιδίων κεφαλαίων που θεσπίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου (1) του άρθρου 103 του παρόντος Νόμου, όπου αυτό εφαρμόζεται.

(2) Σε περίπτωση που κάποιο στοιχείο των ιδίων κεφαλαίων δεν καλύπτεται από τον κατάλογο του εδαφίου (1), αξιολογείται και ταξινομείται, από τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις με την έγκριση του Εφόρου, σύμφωνα με το εδάφιο (1).

Ταξινόμηση στοιχείων των ιδίων κεφαλαίων που αφορούν ειδικά τις ασφάλειες

102. (1) Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 101 και του εδαφίου (1) του άρθρου 103, για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου, εφαρμόζονται οι πιο κάτω ταξινομήσεις:

(α) Τα πλεονάζοντα κεφάλαια που εμπίπτουν στο εδάφιο (2) του άρθρου 97 του παρόντος Νόμου, ταξινομούνται στην Κατηγορία 1·

(β) οι πιστωτικές επιστολές και εγγυήσεις, που τηρούνται σε καταπίστευμα από ανεξάρτητο θεματοφύλακα προς όφελος των ασφαλιστικών πιστωτών και παρέχονται από πιστωτικά ιδρύματα τα οποία έχουν λάβει άδεια λειτουργίας σύμφωνα με τον περί Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμο του 1997 όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται, ταξινομούνται στην Κατηγορία 2∙

(γ) Οποιεσδήποτε μελλοντικές αξιώσεις τις οποίες είναι δυνατόν να ασκήσουν αλληλασφαλιστικές ή παρόμοιες ενώσεις πλοιοκτητών με κυμαινόμενες συνεισφορές, οι οποίες ασφαλίζουν αποκλειστικά κινδύνους στους Κλάδους πλοίων, ευθύνης από Θαλάσσια, Λιμναία και Ποτάμια σκάφη και Νομικής Προστασίας (Κλάδοι 6, 12 και 17 του Μέρους Α του Πρώτου Παραρτήματος) έναντι των μελών τους μέσω πρόσκλησης για συμπληρωματικές συνεισφορές, εντός των επόμενων δώδεκα μηνών ταξινομούνται στην Κατηγορία 2.

(2) Σύμφωνα με το εδάφιο (2) του άρθρου 100 του παρόντος Νόμου, οποιεσδήποτε μελλοντικές αξιώσεις τις οποίες είναι δυνατόν να ασκήσουν έναντι των μελών τους αλληλασφαλιστικές ή παρόμοιες ενώσεις με κυμαινόμενες συνεισφορές, μέσω πρόσκλησης για συμπληρωματικές εισφορές, μέσα στους επόμενους δώδεκα μήνες, οι οποίες δεν εμπίπτουν στις διατάξεις της παραγράφου (γ) του εδαφίου (1), ταξινομούνται στην Κατηγορία 2 εφόσον παρουσιάζουν σε σημαντικό βαθμό τα χαρακτηριστικά που καθορίζονται στις παραγράφους (α) και (β) του εδαφίου (1) του άρθρου 99, λαμβανομένων υπόψη των χαρακτηριστικών που καθορίζονται στο εδάφιο (2) του άρθρου 99 του παρόντος Νόμου.

Κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις και ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα

103. (1) Κατ' εξουσιοδότηση πράξεις καθορίζουν τον κατάλογο στοιχείων ίδιων κεφαλαίων, συμπεριλαμβανομένων των αναφερόμενων στο άρθρο 102 του παρόντος Νόμου, που θεωρείται ότι πληρούν τα κριτήρια τα οποία καθορίζονται στο άρθρο 100, ο οποίος περιλαμβάνει για κάθε στοιχείο των ίδιων κεφαλαίων ακριβή περιγραφή των χαρακτηριστικών τα οποία καθόρισαν την κατάταξή του.

(2) Ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα καθορίζουν τις μεθόδους που πρέπει να χρησιμοποιούν οι εποπτικές αρχές, όταν εγκρίνουν την αξιολόγηση και την κατάταξη στοιχείων των ίδιων κεφαλαίων που δεν καλύπτονται από τον κατάλογο που αναφέρεται στο εδάφιο (1).

ΕΝΟΤΗΤΑ 3 ΕΠΙΛΕΞΙΜΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΙΔΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΩΝ
Επιλεξιμότητα και όρια που εφαρμόζονται στις κατηγορίες 1, 2 και 3

104. (1) Όσον αφορά τη συμμόρφωση προς τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας, τα επιλέξιμα ποσά των στοιχείων της Κατηγορίας 2 και της Κατηγορίας 3 υπόκεινται σε ποσοτικά όρια, τα οποία καθορίζονται με τρόπο που να διασφαλίζει ότι πληρούνται τουλάχιστον οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

(α) Η αναλογία των στοιχείων της Κατηγορίας 1 στα επιλέξιμα ίδια κεφάλαια είναι υψηλότερη από το ένα τρίτο του συνολικού ποσού των επιλέξιμων ίδιων κεφαλαίων·

(β) το επιλέξιμο ποσό των στοιχείων της Κατηγορίας 3 είναι μικρότερο από το ένα τρίτο του συνολικού ποσού των επιλέξιμων ιδίων κεφαλαίων.

(2) Όσον αφορά τη συμμόρφωση προς τις ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις, το ποσό των στοιχείων των βασικών ιδίων κεφαλαίων που είναι επιλέξιμα για την κάλυψη των ελάχιστων κεφαλαιακών απαιτήσεων που ταξινομούνται στην Κατηγορία 2 υπόκεινται σε ποσοτικά όρια, τα οποία καθορίζονται με τρόπο που να διασφαλίζει, κατ’ ελάχιστο, ότι το ποσοστό των στοιχείων της Κατηγορίας 1 στα επιλέξιμα βασικά ίδια κεφάλαια είναι υψηλότερο από το ήμισυ του συνολικού ποσού των βασικών ιδίων κεφαλαίων.

(3) Το επιλέξιμο ποσό των ιδίων κεφαλαίων για την κάλυψη των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας που καθορίζονται στο άρθρο 106 του παρόντος Νόμου ισούται με το άθροισμα του ποσού της Κατηγορίας 1, του επιλέξιμου ποσού της Κατηγορίας 2 και του επιλέξιμου ποσού της Κατηγορίας 3.

(4) Το επιλέξιμο ποσό των βασικών ιδίων κεφαλαίων για την κάλυψη των ελάχιστων κεφαλαιακών απαιτήσεων που καθορίζονται στο άρθρο 135 του παρόντος Νόμου ισούται με το άθροισμα του ποσού της Κατηγορίας 1 και του επιλέξιμου ποσού των στοιχείων των βασικών ιδίων κεφαλαίων που ταξινομούνται στην Κατηγορία 2.

Κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σχετικά με την επιλεξιμότητα των ιδίων κεφαλαίων

105. Κατ' εξουσιοδότηση πράξεις, καθορίζουν:

(α) τα ποσοτικά όρια που αναφέρονται στα εδάφια (1) και (2) του άρθρου 104 του παρόντος Νόμου.

(β) τις προσαρμογές που πρέπει να γίνουν για να αντανακλάται η απουσία μεταβιβασιμότητας των στοιχείων των ιδίων κεφαλαίων που μπορούν να χρησιμοποιηθούν μόνο για την κάλυψη ζημιών από συγκεκριμένη κατηγορία υποχρεώσεων ή από συγκεκριμένους κινδύνους (κεφάλαια κλειστής διάρθρωσης).

ΤΜΗΜΑ 4 - ΚΕΦΑΛΑΙΑΚΕΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ ΦΕΡΕΓΓΥΟΤΗΤΑΣ
ΕΝΟΤΗΤΑ 1 ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΓΙΑ ΤΙΣ ΚΕΦΑΛΑΙΑΚΕΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ ΦΕΡΕΓΓΥΟΤΗΤΑΣ ΜΕ ΤΗ ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΤΥΠΟΠΟΙΗΜΕΝΗΣ ΜΕΘΟΔΟΥ Ή ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΥ ΥΠΟΔΕΙΓΜΑΤΟΣ
Γενικές διατάξεις

106. (1) Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις διαθέτουν επιλέξιμα ίδια κεφάλαια για την κάλυψη των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας.

(2) Οι κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας υπολογίζονται είτε σύμφωνα με την τυποποιημένη μέθοδο της Ενότητας 2 είτε με τη χρησιμοποίηση εσωτερικού υποδείγματος, όπως καθορίζεται στην Ενότητα 3.

Υπολογισμός των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας

107. (1) Οι κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας υπολογίζονται ως ακολούθως:

(α) Υπολογίζονται βάσει του τεκμηρίου ότι η επιχείρηση ασκεί τις δραστηριότητές της ως δρώσα οικονομική μονάδα·

(β) διαμορφώνονται με τέτοιο τρόπο ώστε να εξασφαλίζεται ότι λαμβάνονται υπόψη όλοι οι ποσοτικοποιήσιμοι κίνδυνοι στους οποίους είναι εκτεθειμένη η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση και καλύπτουν υφιστάμενες δραστηριότητες καθώς και νέες που αναμένεται να καταχωρηθούν μέσα στους επόμενους δώδεκα μήνες και σε ό,τι αφορά στις υφιστάμενες δραστηριότητες, οι κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας καλύπτουν μόνο τις μη αναμενόμενες ζημίες.

(γ) αντιστοιχούν στην αξία σε κίνδυνο (“Value-at-Risk”) των βασικών ιδίων κεφαλαίων ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης με επίπεδο εμπιστοσύνης 99,5 % για μια περίοδο ενός έτους∙

(δ) καλύπτουν, τουλάχιστον, τους ακόλουθους αναλαμβανόμενους κινδύνους:

(i) ασφάλισης Γενικής Φύσεως·

(ii) ασφάλισης Ζωής·

(iii) ασφάλισης ασθενείας·

(iv) τον κίνδυνο αγοράς·

(v) τον πιστωτικό κίνδυνο·

(vi) τον λειτουργικό κίνδυνο, ο οποίος περιλαμβάνει νομικούς κινδύνους και αποκλείει κινδύνους που απορρέουν από στρατηγικές αποφάσεις, καθώς και τους κινδύνους φήμης.

(2) Κατά τον υπολογισμό των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις λαμβάνουν υπόψη την επίπτωση των τεχνικών μείωσης του κινδύνου, υπό την προϋπόθεση ότι ο πιστωτικός κίνδυνος και οι άλλοι κίνδυνοι που απορρέουν από τη χρήση τέτοιου είδους τεχνικών αντικατοπτρίζονται κατάλληλα στις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας.

Συχνότητα υπολογισμού.

108. (1) Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις οφείλουν να-

(α) υπολογίζουν τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας τουλάχιστον μία φορά ετησίως και γνωστοποιούν το αποτέλεσμα του υπολογισμού αυτού στoν Έφορο.∙

(β) εξασφαλίζουν ότι διαθέτουν επιλέξιμα ίδια κεφάλαια που καλύπτουν τις τελευταίες αναφερθείσες κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας∙

(γ) παρακολουθούν σε συνεχή βάση το ποσό των επιλέξιμων ιδίων κεφαλαίων και των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας∙

(δ) σε περίπτωση που το προφίλ κινδύνου της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης αποκλίνει σημαντικά από τις παραδοχές στις οποίες βασίζονται οι τελευταίες αναφερθείσες κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας, υπολογίζουν εκ νέου και αμελλητί τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας και τις γνωστοποιούν στον Έφορο.

(2) Εάν υπάρχουν στοιχεία από τα οποία να διαφαίνεται ότι το προφίλ κινδύνου της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης έχει αλλάξει σημαντικά από την ημερομηνία κατά την οποία αναφέρθηκαν τελευταία φορά οι κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας, ο Έφορος δύναται να απαιτεί από τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις να υπολογίσουν εκ νέου τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας.

ΕΝΟΤΗΤΑ 2 ΚΕΦΑΛΑΙΑΚΕΣ ΑΠAΙΤΗΣΕΙΣ ΦΕΡΕΓΓΥΟΤΗΤΑΣ – ΤΥΠΟΠΟΙΗΜΕΝΗ ΜΕΘΟΔΟΣ
Δομή της τυποποιημένης μεθόδου

109. Οι κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας που υπολογίζονται σύμφωνα με την τυποποιημένη μέθοδο αποτελούν το άθροισμα των κατωτέρω στοιχείων:

(α) των βασικών κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας, όπως καθορίζεται στο άρθρο 110 του παρόντος Νόμου·

(β) της κεφαλαιακής απαίτησης για λειτουργικό κίνδυνο, όπως καθορίζεται στο άρθρο 113 του παρόντος Νόμου·

(γ) της προσαρμογής για την ικανότητα απορρόφησης ζημιών των τεχνικών προβλέψεων και για τους αναβαλλόμενους φόρους, όπως καθορίζεται στο άρθρο 114 του παρόντος Νόμου.

Σχεδιασμός των βασικών κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας.

110. (1) Οι βασικές κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας περιλαμβάνουν μεμονωμένες ενότητες κινδύνου, οι οποίες αθροίζονται σύμφωνα με την παράγραφο 1 του Τέταρτου Παραρτήματος του παρόντος Νόμου και σε κάθε περίπτωση περιλαμβάνουν τουλάχιστον τις ακόλουθες ενότητες αναλαμβανόμενου κινδύνου:

(α) κίνδυνος ασφάλισης Γενικής Φύσεως·

(β) κίνδυνος ασφάλισης Ζωής·

(γ) κίνδυνος ασφάλισης ασθενείας·

(δ) κίνδυνος αγοράς·

(ε) κίνδυνος αθέτησης αντισυμβαλλόμενου.

(2) Για τους σκοπούς των παραγράφων (α), (β) και (γ) του εδαφίου (1), οι ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές εργασίες εντάσσονται στην ενότητα ασφαλιστικού κινδύνου που αντικατοπτρίζει καλύτερα την τεχνική φύση των υποκείμενων κινδύνων.

(3) Οι συντελεστές συσχέτισης για την άθροιση των ενοτήτων κινδύνου που αναφέρονται στο εδάφιο (1), καθώς και η διαβάθμιση των κεφαλαιακών απαιτήσεων για κάθε ενότητα κινδύνου, οδηγούν σε μια συνολική κεφαλαιακή απαίτηση φερεγγυότητας η οποία συνάδει με τις αρχές που παρατίθενται στο άρθρο 107 του παρόντος Νόμου.

(4) Κάθε μία από τις ενότητες κινδύνου που αναφέρονται στο εδάφιο (1) διαμορφώνεται με τη χρήση ενός μέτρου δυνητικής ζημίας ή αξίας σε κίνδυνο (“Value-at-Risk”), με επίπεδο εμπιστοσύνης 99,5% για μια περίοδο ενός έτους και στον σχεδιασμό κάθε ενότητας κινδύνου λαμβάνονται υπόψη τα αποτελέσματα διαφοροποίησης, κατά περίπτωση.

(5) Ο ίδιος σχεδιασμός και οι ίδιες προδιαγραφές για τις ενότητες κινδύνου χρησιμοποιούνται για όλες τις αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, τόσο σε σχέση με τις βασικές κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας όσο και για τους απλοποιημένους υπολογισμούς που αναφέρονται στο άρθρο 115 του παρόντος Νόμου.

(6) Όσον αφορά τους κινδύνους από καταστροφές, μπορούν να χρησιμοποιούνται γεωγραφικές προδιαγραφές, κατά περίπτωση, για τον υπολογισμό των ενοτήτων αναλαμβανόμενων ασφαλιστικών κινδύνων ασφάλισης Ζωής, Γενικής Φύσεως και ασφάλισης ασθενείας.

(7) Υπό την αίρεση της έγκρισης του Εφόρου, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις μπορούν, στο πλαίσιο του σχεδιασμού της τυποποιημένης μεθόδου, να αντικαθιστούν μια υποομάδα από τις παραμέτρους της με ειδικές παραμέτρους για την εκάστοτε επιχείρηση κατά τον υπολογισμό των ενοτήτων κινδύνου ασφάλισης Ζωής, Γενικής Φύσεως και ασφάλισης ασθενείας, και οι πιο πάνω αναφερόμενοι παράμετροι διαμορφώνονται με βάση τα εσωτερικά δεδομένα της ενδιαφερόμενης επιχείρησης, ή τα δεδομένα τα οποία έχουν άμεση συνάφεια με τις εργασίες της επιχείρησης αυτής που χρησιμοποιεί τυποποιημένες μεθόδους. Κατά την χορήγηση της έγκρισης ο Έφορος εξακριβώνει την πληρότητα, ακρίβεια και καταλληλότητα των χρησιμοποιούμενων δεδομένων.

Υπολογισμός των βασικών κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας

111. (1) Οι βασικές κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας υπολογίζονται σύμφωνα με τα εδάφια (2) μέχρι (6).

(2) Η ενότητα του αναλαμβανόμενου κινδύνου ασφάλισης Γενικής Φύσεως αντικατοπτρίζει τον κίνδυνο ο οποίος απορρέει από ασφαλιστικές υποχρεώσεις στην ασφάλιση Γενικής Φύσεως, σε σχέση με τους κινδύνους που καλύπτονται και τις διεργασίες που χρησιμοποιούνται κατά την άσκηση της δραστηριότητας, λαμβανομένης υπόψη της αβεβαιότητας στα αποτελέσματα των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων σε σχέση με τις υφιστάμενες ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές υποχρεώσεις, καθώς και της αβεβαιότητας σχετικά με το κατά πόσο οι νέες εργασίες αναμένονται να καταχωρηθούν στους επόμενους δώδεκα μήνες και υπολογίζονται, σύμφωνα με την παράγραφο 2 του Τέταρτου Παραρτήματος του παρόντος Νόμου, ως συνδυασμός των κεφαλαιακών απαιτήσεων για τις ακόλουθες τουλάχιστον υποενότητες:

(α) του κινδύνου ζημιάς ή δυσμενούς μεταβολής στην αξία των ασφαλιστικών υποχρεώσεων, που προκύπτει από διακυμάνσεις στον συγχρονισμό, τη συχνότητα και τη σοβαρότητα των ασφαλισμένων συμβάντων, και στον συγχρονισμό και στο ποσό διακανονισμού του ποσού των αποζημιώσεων (κίνδυνος ασφάλιστρου και τεχνικών προβλέψεων ασφάλισης Γενικής Φύσεως)·

(β) του κινδύνου ζημιάς ή δυσμενούς μεταβολής στην αξία των ασφαλιστικών υποχρεώσεων, που απορρέει από σημαντική αβεβαιότητα στις παραδοχές τιμολόγησης και δημιουργίας τεχνικών προβλέψεων, λόγω ακραίων ή έκτακτων συμβάντων (καταστροφικός κίνδυνος ασφάλισης γενικής φύσεως).

(3) Η ενότητα του αναλαμβανόμενου κινδύνου ασφάλισης Ζωής αντικατοπτρίζει τον κίνδυνο, ο οποίος απορρέει από υποχρεώσεις στον κλάδο Ζωής, σε σχέση με τους κινδύνους που καλύπτονται και τις διεργασίες που χρησιμοποιούνται κατά την άσκηση της δραστηριότητας και υπολογίζεται, σύμφωνα με την παράγραφο 3 του Τέταρτου Παραρτήματος του παρόντος Νόμου, ως συνδυασμός των κεφαλαιακών απαιτήσεων για τις ακόλουθες τουλάχιστον υποενότητες:

(α) του κινδύνου ζημιάς ή δυσμενούς μεταβολής στην αξία των ασφαλιστικών υποχρεώσεων, που απορρέει από μεταβολές στο επίπεδο, την τάση, ή τη μεταβλητότητα των ποσοστών θνησιμότητας, όπου μια αύξηση στο ποσοστό θνησιμότητας οδηγεί σε αύξηση στην αξία των ασφαλιστικών υποχρεώσεων (κίνδυνος θνησιμότητας)·

(β) του κινδύνου ζημιάς ή δυσμενούς μεταβολής στην αξία των ασφαλιστικών υποχρεώσεων, που απορρέει από μεταβολές στο επίπεδο, την τάση, ή τη μεταβλητότητα των ποσοστών θνησιμότητας, όπου μια μείωση στο ποσοστό θνησιμότητας οδηγεί σε αύξηση στην αξία των ασφαλιστικών υποχρεώσεων (κίνδυνος μακροβιότητας)·

(γ) του κινδύνου ζημιάς ή δυσμενούς μεταβολής στην αξία των ασφαλιστικών υποχρεώσεων, που απορρέει από μεταβολές στο επίπεδο, στην τάση ή τη μεταβλητότητα των ποσοστών ανικανότητας, ασθένειας και νοσηρότητας (κίνδυνος ανικανότητας - νοσηρότητας)·

(δ) του κινδύνου ζημιάς ή δυσμενούς μεταβολής στην αξία των ασφαλιστικών υποχρεώσεων, που απορρέει από μεταβολές στο επίπεδο, την τάση, ή τη μεταβλητότητα των δαπανών εξυπηρέτησης των ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών συμβάσεων (κίνδυνος εξόδων ασφάλισης Ζωής)·

(ε) του κινδύνου ζημιάς ή δυσμενούς μεταβολής στην αξία των ασφαλιστικών υποχρεώσεων, που απορρέει από διακυμάνσεις στο επίπεδο, την τάση, ή τη μεταβλητότητα των ποσοστών αναθεώρησης που εφαρμόζονται στις ετήσιες προσόδους, λόγω αλλαγών στο νομικό περιβάλλον ή στην κατάσταση της υγείας του ασφαλισμένου (κίνδυνος αναθεώρησης)·

(στ) του κινδύνου ζημιάς ή δυσμενούς μεταβολής στην αξία των ασφαλιστικών υποχρεώσεων, που απορρέει από μεταβολές στο επίπεδο ή τη μεταβλητότητα των ποσοστών ακύρωσης, ανανεώσεων, λήξης και εξαγοράς συμβολαίων (κίνδυνος ακύρωσης)·

(ζ) του κινδύνου ζημιάς ή δυσμενούς μεταβολής στην αξία των ασφαλιστικών υποχρεώσεων, που απορρέει από τη σημαντική αβεβαιότητα των παραδοχών τιμολόγησης και δημιουργίας προβλέψεων σχετικά με ακραία ή άτυπα γεγονότα (καταστροφικός κίνδυνος ασφάλισης Ζωής).

(4) Η ενότητα αναλαμβανόμενου κινδύνου ασφάλισης ασθενείας αντικατοπτρίζει τον κίνδυνο που απορρέει από την ανάληψη υποχρεώσεων ασφάλισης ασθενείας, είτε γίνεται σε τεχνική βάση παρόμοια με εκείνη της ασφάλισης Ζωής είτε όχι, όπως προκύπτει τόσο από τους κινδύνους που καλύπτονται όσο και από τις διαδικασίες που χρησιμοποιούνται στην άσκηση της δραστηριότητας και καλύπτει τουλάχιστον τους ακόλουθους κινδύνους:

(α) τον κίνδυνο ζημιάς ή δυσμενούς μεταβολής στην αξία των ασφαλιστικών υποχρεώσεων, που απορρέει από αλλαγές στο επίπεδο, την τάση, ή τη μεταβλητότητα των δαπανών που πραγματοποιούνται για την εξυπηρέτηση των ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών συμβάσεων·

(β) τον κίνδυνο ζημιάς ή δυσμενούς μεταβολής στην αξία των ασφαλιστικών υποχρεώσεων, που απορρέει από διακυμάνσεις στον συγχρονισμό, τη συχνότητα και τη σοβαρότητα των ασφαλισμένων συμβάντων και στον συγχρονισμό και το ποσό του διακανονισμού των αποζημιώσεων κατά τη στιγμή της πρόβλεψης·

(γ) τον κίνδυνο ζημιάς ή δυσμενούς μεταβολής στην αξία των ασφαλιστικών υποχρεώσεων, που απορρέει από τη σημαντική αβεβαιότητα στις παραδοχές τιμολόγησης και δημιουργίας προβλέψεων σε σχέση με αιφνίδιες εκδηλώσεις σοβαρών επιδημιών, καθώς και την ασυνήθη σώρευση κινδύνων κάτω από τέτοιου είδους ακραίες περιστάσεις.

(5) Η ενότητα για τον κίνδυνο αγοράς αντικατοπτρίζει τον κίνδυνο που απορρέει από το επίπεδο ή τη μεταβλητότητα των τιμών της αγοράς χρηματοοικονομικών μέσων με επίπτωση στην αξία των στοιχείων του ενεργητικού και του παθητικού της επιχείρησης. Αντικατοπτρίζει δεόντως τη δομική αντιστοιχία μεταξύ στοιχείων του ενεργητικού και του παθητικού, ιδίως σε σχέση με τη διάρκειά τους και υπολογίζεται, σύμφωνα με την παράγραφο 4 του Τέταρτου Παραρτήματος του παρόντος Νόμου, ως συνδυασμός των κεφαλαιακών απαιτήσεων για τις ακόλουθες τουλάχιστον υποενότητες:

(α) της ευαισθησίας των αξιών των στοιχείων του ενεργητικού, του παθητικού και των χρηματοοικονομικών μέσων σε αλλαγές στην καμπύλη των επιτοκίων, ή στη μεταβλητότητα των επιτοκίων (κίνδυνος επιτοκίου)·

(β) της ευαισθησίας των αξιών των στοιχείων του ενεργητικού, του παθητικού και των χρηματοοικονομικών μέσων σε αλλαγές στο επίπεδο ή στη μεταβλητότητα των αγοραίων τιμών των μετοχών (κίνδυνος μετοχών)·

(γ) της ευαισθησίας των αξιών των στοιχείων του ενεργητικού, του παθητικού και των χρηματοοικονομικών μέσων σε αλλαγές στο επίπεδο ή στη μεταβλητότητα των αγοραίων τιμών ακινήτων (κίνδυνος τιμών ακινήτων)·

(δ) της ευαισθησίας των αξιών των στοιχείων του ενεργητικού, του παθητικού και των χρηματοοικονομικών μέσων σε μεταβολές στο επίπεδο ή τη μεταβλητότητα των πιστωτικών περιθωρίων (κίνδυνος πιστωτικών περιθωρίων)·

(ε) της ευαισθησίας των αξιών των στοιχείων του ενεργητικού, του παθητικού και των χρηματοπιστωτικών μέσων σε αλλαγές στο επίπεδο, ή τη μεταβλητότητα των συναλλαγματικών ισοτιμιών (συναλλαγματικός κίνδυνος)·

(στ) των πρόσθετων κινδύνων σε ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση που προέρχονται είτε από απουσία διαφοροποίησης στο χαρτοφυλάκιο των περιουσιακών στοιχείων είτε από μεγάλη έκθεση σε κίνδυνο αθέτησης από ένα και μόνο εκδότη τίτλων ή ομάδα συνδεδεμένων εκδοτών (κίνδυνος αγοράς από συγκεντρώσεις).

(6) Η ενότητα κινδύνου αθέτησης του αντισυμβαλλομένου αντικατοπτρίζει πιθανές ζημίες λόγω μη αναμενόμενης αθέτησης, ή επιδείνωσης στην πιστωτική θέση των αντισυμβαλλομένων και οφειλετών των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων κατά τη διάρκεια των προσεχών δώδεκα μηνών καλύπτει συμβάσεις μείωσης του κινδύνου, όπως συμφωνίες αντασφάλισης, τιτλοποιήσεις και παράγωγα, και απαιτήσεις από διαμεσολαβητές, καθώς και οποιεσδήποτε άλλες πιστωτικές εκθέσεις οι οποίες δεν καλύπτονται στην υποενότητα για τον κίνδυνο πιστωτικού περιθωρίου και λαμβάνει κατάλληλα υπόψη εγγυήσεις ή άλλες διασφαλίσεις της επιχείρησης ασφάλισης ή αντασφάλισης ή για λογαριασμό της καθώς και τους σχετικούς κινδύνους. Για κάθε αντισυμβαλλόμενο, η ενότητα κινδύνου αθέτησης του αντισυμβαλλομένου λαμβάνει υπόψη τη συνολική έκθεση κινδύνου αντισυμβαλλομένου της σχετικής ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης προς τον εν λόγω αντισυμβαλλόμενο, ανεξάρτητα από τη νομική μορφή των συμβατικών του υποχρεώσεων προς την επιχείρηση αυτή.

Υπολογισμός της υποενότητας "κίνδυνος μετοχών": μηχανισμός συμμετρικής προσαρμογής

112. (1) Η υποενότητα "κίνδυνος μετοχών" υπολογιζόμενη με την τυποποιημένη μέθοδο, περιλαμβάνει συμμετρική προσαρμογή στην επιβάρυνση του κεφαλαίου λόγω μετοχών για την κάλυψη του κινδύνου από μεταβολές στα επίπεδα των τιμών των μετοχών.

(2) Η συμμετρική προσαρμογή της τυποποιημένης επιβάρυνσης κεφαλαίου λόγω μετοχών, ρυθμιζόμενη σύμφωνα με το εδάφιο (4) του άρθρου 110 του παρόντος Νόμου, για την κάλυψη του κινδύνου από αλλαγές στα επίπεδα των τιμών των μετοχών, γίνεται σε συνάρτηση με το τρέχον επίπεδο κατάλληλου δείκτη μετοχών και βασίζεται σε ένα σταθμισμένο μέσο επίπεδο του συγκεκριμένου δείκτη, ο οποίος σταθμισμένος μέσος υπολογίζεται για κατάλληλη χρονική περίοδο που πρέπει να είναι η ίδια για όλες τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις.

(3) Η συμμετρική προσαρμογή της τυποποιημένης επιβάρυνσης του κεφαλαίου λόγω μετοχών για την κάλυψη του κινδύνου από μεταβολές στα επίπεδα των τιμών των μετοχών δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την εφαρμογή επιβάρυνσης του κεφαλαίου χαμηλότερης κατά περισσότερες από 10 ποσοστιαίες μονάδες ή υψηλότερης κατά περισσότερο από 10 ποσοστιαίες μονάδες, ως προς την τυποποιημένη επιβάρυνση του κεφαλαίου λόγω μετοχών.

Κεφαλαιακές απαιτήσεις για λειτουργικούς κινδύνους

113. (1) Οι κεφαλαιακές απαιτήσεις για λειτουργικούς κινδύνους αντικατοπτρίζουν τους λειτουργικούς κινδύνους, στο βαθμό που αυτοί δεν αντικατοπτρίζονται ήδη στις ενότητες κινδύνου που αναφέρονται στο άρθρο 110, και διαμορφώνονται σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων (β) και (γ) του εδαφίου (1) του άρθρου 107 του παρόντος Νόμου.

(2) Όσον αφορά τις συμβάσεις ασφάλισης Ζωής, όπου ο επενδυτικός κίνδυνος αναλαμβάνεται από τους αντισυμβαλλόμενους, ο υπολογισμός των κεφαλαιακών απαιτήσεων για λειτουργικούς κινδύνους λαμβάνει υπόψη το ποσό των ετήσιων εξόδων που καταλογίζονται σε σχέση με τις εν λόγω ασφαλιστικές υποχρεώσεις.

(3) Όσον αφορά πράξεις ασφάλισης και αντασφάλισης εκτός από εκείνες που αναφέρονται στο εδάφιο (2), ο υπολογισμός των κεφαλαιακών απαιτήσεων για λειτουργικούς κινδύνους λαμβάνει υπόψη τον όγκο των πράξεων αυτών, σε όρους δεδουλευμένων ασφαλίστρων και τεχνικών προβλέψεων που σχηματίζονται σε σχέση με τις ασφαλιστικές αυτές υποχρεώσεις και σε αυτή την περίπτωση, οι κεφαλαιακές απαιτήσεις για λειτουργικούς κινδύνους δεν υπερβαίνουν το 30% των βασικών κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας που συνδέονται με τις εν λόγω ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές εργασίες.

Προσαρμογή για την ικανότητα απορρόφησης ζημιών των τεχνικών προβλέψεων και των αναβαλλόμενων φόρων

114. (1) Η προσαρμογή που αναφέρεται στην παράγραφο (γ) του άρθρου 109 του παρόντος Νόμου για την ικανότητα απορρόφησης ζημιών των τεχνικών προβλέψεων και των αναβαλλόμενων φόρων αντικατοπτρίζει δυνητική αντιστάθμιση για μη αναμενόμενες ζημίες μέσω ταυτόχρονης μείωσης των τεχνικών προβλέψεων ή των αναβαλλόμενων φόρων ή συνδυασμού και των δύο.

(2) Η εν λόγω προσαρμογή λαμβάνει υπόψη το αποτέλεσμα μείωσης του κινδύνου μέσω μελλοντικών έκτακτων παροχών των συμβάσεων ασφάλισης, στον βαθμό που οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις μπορούν να στοιχειοθετήσουν ότι μια μείωση των παροχών αυτών μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την κάλυψη μη αναμενόμενων ζημιών, όταν αυτές προκύψουν. Το αποτέλεσμα μείωσης του κινδύνου μέσω των μελλοντικών έκτακτων παροχών δεν υπερβαίνει το ποσό των τεχνικών προβλέψεων και αναβαλλόμενων φόρων σε σχέση με τα μελλοντικά έκτακτα αυτά οφέλη.

(3) Για τους σκοπούς του εδαφίου (2), η αξία των μελλοντικών έκτακτων παροχών κάτω από δυσμενείς περιστάσεις συγκρίνεται με την αξία των παροχών αυτών βάσει των υποκείμενων παραδοχών του υπολογισμού της βέλτιστης εκτίμησης.

Απλοποιήσεις στην τυποποιημένη μέθοδο

115. Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις μπορούν να χρησιμοποιούν απλοποιημένο υπολογισμό για κάποια ειδική υποενότητα ή ενότητα κινδύνου όταν η φύση, η κλίμακα και η πολυπλοκότητα των κινδύνων που αντιμετωπίζουν δικαιολογεί τη στάση αυτή και εφόσον θα ήταν δυσανάλογο να απαιτηθεί από όλες τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις να χρησιμοποιούν τον τυποποιημένο υπολογισμό, ο οποίος διαμορφώνεται σύμφωνα με την παράγραφο (β) του εδαφίου (1) του άρθρου 107 του παρόντος Νόμου.

Εναρμονισμένα τεχνικά στοιχεία εισαγόμενα στον κανονικό τύπο υπολογισμού και εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα.

Εναρμονισμένα τεχνικά στοιχεία εισαγόμενα στον κανονικό τύπο υπολογισμού και εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα

116. (1) Οι Εθνικές Εποπτικές Αρχές (ΕΕΑ) καταρτίζουν, μέσω της μεικτής επιτροπής, εναρμονσιμένα τεχνικά στοιχεία για την αντιστοίχιση των πιστοληπτικών αξιολογήσεων των εξωτερικών οργανισμών αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας (ECAI) σε μια αντικειμενική κλίμακα βαθμίδων πιστοληπτικής ποιότητας, εφαρμόζοντας τις βαθμίδες που καθορίζονται σύμφωνα με την παράγραφο (ιδ) του εδαφίου (1) του άρθρου 118 του παρόντος Νόμου.

(2) Για τη διευκόλυνση του υπολογισμού της ενότητας κινδύνου της αγοράς που αναφέρεται στο εδάφιο (5) του άρθρου 111, του υπολογισμού της ενότητας κινδύνου αθέτησης του αντισυμβαλλομένου που αναφέρεται στο εδάφιο (6) του άρθρου 111, της αξιολόγησης των τεχνικών μετριασμού κινδύνου που αναφέρονται στο εδάφιο (2) του άρθρου 107 του παρόντος Νόμου και του υπολογισμού των τεχνικών προβλέψεων, εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα καθορίζουν-

(α) καταλόγους των περιφερειακών κυβερνήσεων και τοπικών αρχών, τα ανοίγματα έναντι των οποίων θα αντιμετωπίζονται ως ανοίγματα έναντι της κεντρικής κυβέρνησης στη δικαιοδοσία της οποίας υπάγονται, με την προϋπόθεση ότι δεν υπάρχει διαφορά κινδύνου μεταξύ αυτών των ανοιγμάτων λόγω των ειδικών εξουσιών άντλησης εσόδων αυτών των περιφερειακών κυβερνήσεων και τοπικών αρχών, και υφίστανται ειδικές θεσμικές ρυθμίσεις που περιορίζουν τον κίνδυνο αθέτησης των υποχρεώσεών τους∙

(β) τον δείκτη μετοχών που αναφέρεται στο εδάφιο (2) του άρθρου 112, σύμφωνα με τα λεπτομερή κριτήρια που καθορίζονται δυνάμει των παραγράφων (γ) και (ιε) του εδαφίου (1) του άρθρου 118 του παρόντος Νόμου.

(γ) τις προσαρμογές που πρέπει να γίνονται για νομίσματα προσδεμένα στο ευρώ στην υποενότητα “συναλλαγματικός κίνδυνος” η οποία αναφέρεται στο εδάφιο (5) του άρθρου 111, σύμφωνα με τα λεπτομερή κριτήρια για τις προσαρμογές όσον αφορά νομίσματα προσδεδεμένα στο ευρώ, με σκοπό τη διευκόλυνση του υπολογισμού της υποενότητας συναλλαγματικού κινδύνου, όπως ορίζεται δυνάμει της παραγράφου (στ) του εδαφίου (1) του άρθρου 118 του παρόντος Νόμου.

(3) Για τη διευκόλυνση του υπολογισμού της ενότητας αναλαμβανόμενου κινδύνου ασφάλισης ασθενείας που αναφέρεται στο εδάφιο (4) του άρθρου 111 του παρόντος Νόμου εκδίδονται εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα.

(4) Τα εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα του εδαφίου (3) έχουν εφαρμογή μόνο εκεί και όπου επιτρέπεται ο επιμερισμός των πληρωμών αποζημιώσεων σε σχέση με κίνδυνο υγείας μεταξύ των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων και πληρούν τα ακόλουθα κριτήρια:

(α) ο μηχανισμός επιμερισμού των αποζημιώσεων είναι διαφανής και πλήρως προσδιορισμένος πριν από την ετήσια περίοδο στην οποία εφαρμόζεται·

(β) ο μηχανισμός επιμερισμού των αποζημιώσεων, ο αριθμός των ασφαλιστικών επιχειρήσεων που συμμετέχουν στο σύστημα εξίσωσης των κινδύνων υγείας (HRES), καθώς και το προφίλ κινδύνου της επιχειρηματικής δραστηριότητας που υπόκειται στο HRES, εξασφαλίζουν ότι για κάθε επιχείρηση που συμμετέχει στο HRES η μεταβλητότητα των ετήσιων απωλειών της επιχειρηματικής δραστηριότητας που υπόκειται στο HRES μειώνεται σημαντικά μέσω του HRES, από την άποψη τόσο του κινδύνου ασφαλίστρων όσο και του κινδύνου αποθεματικών·

(γ) η ασφάλιση υγείας που υπόκειται στο HRES είναι υποχρεωτική και χρησιμεύει ως μερική ή πλήρης εναλλακτική λύση έναντι της κάλυψης υγείας που παρέχεται είτε από τους περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νόμους του 2010, όπως αυτοί εκάστοτε τροποποιούνται ή αντικαθίστανται, είτε από το σύστημα υγείας της Δημοκρατίας.

(δ) σε περίπτωση αθέτησης υποχρεώσεων από ασφαλιστικές επιχειρήσεις που συμμετέχουν στο HRES, οι κυβερνήσεις ενός ή περισσοτέρων κρατών μελών εγγυώνται την πλήρη κάλυψη των απαιτήσεων των ασφαλισμένων του ασφαλιστικού κλάδου που υπόκειται στο HRES.

(5) Κατ' εξουσιοδότηση πράξεις καθορίζουν τα πρόσθετα κριτήρια που πρέπει να πληρούν οι ρυθμίσεις στη Δημοκρατία και τη μεθοδολογία και τις απαιτήσεις για τον υπολογισμό των τυπικών αποκλίσεων του εδαφίου

Σημαντικές αποκλίσεις από τις βασικές παραδοχές για την τυποποιημένη μέθοδο υπολογισμού.

117. Όταν δεν ενδείκνυται ο υπολογισμός των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας σύμφωνα με την τυποποιημένη μέθοδο, όπως προβλέπεται στην παρούσα Ενότητα, επειδή το προφίλ κινδύνου της σχετικής ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης αποκλίνει σημαντικά από τις παραδοχές στις οποίες βασίζεται ο υπολογισμός με την τυποποιημένη μέθοδο, ο Έφορος δύναται, με αιτιολογημένη απόφασή του, να ζητεί από την εν λόγω επιχείρηση να αντικαταστήσει ένα υποσύνολο των παραμέτρων που χρησιμοποιούνται στην τυποποιημένη μέθοδο υπολογισμού από παραμέτρους ειδικές για τη συγκεκριμένη επιχείρηση, για τον υπολογισμό των ενοτήτων κινδύνου της ασφάλισης Ζωής, Γενικής Φύσεως και ασθενείας, όπως καθορίζεται στο εδάφιο (7) του άρθρου 110, νοουμένου ότι οι ειδικές αυτές παράμετροι υπολογίζονται έτσι ώστε να εξασφαλίζεται ότι η επιχείρηση συμμορφώνεται προς τις διατάξεις της παραγράφου (β) του εδαφίου (1) του άρθρου 107 του παρόντος Νόμου.

Κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις και ρυθμιστικά και εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα σχετικά με τα άρθρα 109 έως 115

118. (1) Κατ' εξουσιοδότηση πράξεις καθορίζουν-

(α) έναν κανονικό τύπο υπολογισμού σύμφωνα με τα άρθρα 107 και 109 έως 115 του παρόντος Νόμου·

(β) όλες τις υποενότητες που είναι αναγκαίες ή καλύπτουν με μεγαλύτερη ακρίβεια τους κινδύνους οι οποίοι εμπίπτουν στις αντίστοιχες ενότητες κινδύνου που αναφέρονται στο άρθρο 110 του παρόντος Νόμου, καθώς και τυχόν μεταγενέστερες επικαιροποιήσεις·

(γ) τις μεθόδους, τις παραδοχές και τις καθορισμένες παραμέτρους που πρέπει να βαθμονομούνται στο επίπεδο εμπιστοσύνης που αναφέρεται στις παραγράφους (β) και (γ) του εδαφίου (1) του άρθρου 107 του παρόντος Νόμου και να χρησιμοποιούνται κατά τον υπολογισμό κάθε ενότητας ή υποενότητας κινδύνου της βασικής κεφαλαιακής απαίτησης φερεγγυότητας που ορίζεται στα άρθρα 110, 111 και 417 του παρόντος Νόμου, τον μηχανισμό συμμετρικής προσαρμογής και το ενδεδειγμένο χρονικό διάστημα, εκφρασμένο σε μήνες, όπως αναφέρεται στο άρθρο 112, καθώς επίσης την κατάλληλη προσέγγιση για την ενσωμάτωση της μεθόδου, που αναφέρεται στο άρθρο 417, στην κεφαλαιακή απαίτηση φερεγγυότητας, όπως υπολογίζεται με τον κανονικό τύπο·

(δ) τις παραμέτρους αντιστοιχίας, συμπεριλαμβανομένων, όπου είναι αναγκαίο, εκείνων που καθορίζονται στο Τέταρτο Παράρτημα του παρόντος Νόμου, και των διαδικασιών επικαιροποίησης αυτών των παραμέτρων·

(ε) όταν οι επιχειρήσεις ασφάλισης και αντασφάλισης χρησιμοποιούν τεχνικές μείωσης του κινδύνου, τις μεθόδους και τις παραδοχές που πρέπει να χρησιμοποιούνται για την αξιολόγηση των μεταβολών στην κατατομή κινδύνου της εκάστοτε επιχείρησης και την προσαρμογή του υπολογισμού της κεφαλαιακής απαίτησης φερεγγυότητας·

(στ) τα ποιοτικά κριτήρια που πρέπει να πληρούν οι τεχνικές μείωσης κινδύνου που αναφέρονται στην παράγραφο (ε), για να εξασφαλίζεται ότι ο κίνδυνος έχει όντως μεταβιβαστεί σε τρίτο μέρος·

(ζ) τη μέθοδο και τις παραμέτρους που πρέπει να χρησιμοποιούνται στην αξιολόγηση της κεφαλαιακής απαίτησης για τον κίνδυνο αθέτησης αντισυμβαλλομένου στην περίπτωση ανοιγμάτων έναντι επιλέξιμων κεντρικών αντισυμβαλλομένων· οι παράμετροι αυτές καθορίζονται κατά τρόπο ώστε να εξασφαλίζεται συνέπεια με τη μεταχείριση των ανοιγμάτων αυτών στην περίπτωση πιστωτικών ιδρυμάτων και χρηματοδοτικών ιδρυμάτων υπό την έννοια του άρθρου 4 παράγραφος 1 σημεία 1 και 26 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 σχετικά με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας για πιστωτικά ιδρύματα και επιχειρήσεις επενδύσεων·

(η) τις μεθόδους και τις παραμέτρους που πρέπει να χρησιμοποιούνται κατά την αξιολόγηση των κεφαλαιακών απαιτήσεων για λειτουργικούς κινδύνους που καθορίζονται στο άρθρο 113, συμπεριλαμβανομένου του ποσοστού που αναφέρεται στο εδάφιο (3) του εν λόγω άρθρου 113∙

(θ) τις μεθόδους και προσαρμογές που πρέπει να χρησιμοποιούνται ώστε να αντανακλάται το μειωμένο εύρος διαφοροποίησης κινδύνου για τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που σχετίζονται με κεφάλαια κλειστής διάρθρωσης·

(ι) τη μέθοδο που πρέπει να χρησιμοποιείται για τον υπολογισμό της προσαρμογής της ικανότητας απορρόφησης ζημιών των τεχνικών προβλέψεων ή των αναβαλλόμενων φόρων, όπως προβλέπεται στο άρθρο 114 του παρόντος Νόμου·

(ια) το υποσύνολο των τυπικών παραμέτρων στις ενότητες αναλαμβανόμενου κινδύνου ασφάλισης Ζωής, Γενικής Φύσεως και υγείας, οι οποίες μπορούν να αντικαθίστανται από ειδικές παραμέτρους για κάθε επιχείρηση, όπως προβλέπεται στο εδάφιο (7) του άρθρου 110 του παρόντος Νόμου·

(ιβ) τις τυποποιημένες μεθόδους που πρέπει να χρησιμοποιεί η επιχείρηση ασφάλισης ή αντασφάλισης για τον υπολογισμό των ειδικών για την επιχείρηση παραμέτρων που αναφέρονται στην παράγραφο (ι), καθώς και τυχόν κριτήρια όσον αφορά την πληρότητα, την ακρίβεια και την καταλληλότητα των χρησιμοποιούμενων δεδομένων, τα οποία πρέπει να ικανοποιούνται για να δοθεί η εποπτική έγκριση σε συνδυασμό με τη διαδικασία που πρέπει να εφαρμόζεται για την εν λόγω έγκριση·

(ιγ) τους προβλεπόμενους απλοποιημένους υπολογισμούς για συγκεκριμένες υποενότητες και ενότητες κινδύνου, καθώς και τα κριτήρια που οι επιχειρήσεις ασφάλισης και αντασφάλισης, συμπεριλαμβανομένων των εξαρτημένων επιχειρήσεων ασφάλισης και αντασφάλισης, πρέπει να ικανοποιούν για να μπορούν να χρησιμοποιήσουν τις απλοποιήσεις αυτές, όπως ορίζεται στο άρθρο 115·

(ιδ) την προσέγγιση που πρέπει να χρησιμοποιείται για τις συνδεδεμένες επιχειρήσεις, κατά την έννοια του άρθρου 250, στον υπολογισμό των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας και ιδίως στον υπολογισμό της υποενότητας κινδύνου μετοχών που αναφέρεται στο εδάφιο (5) του άρθρου ΙΙΙ του παρόντος Νόμου, λαμβανόμενης υπόψη της πιθανής μείωσης στη διακύμανση της αξίας των εν λόγω συνδεδεμένων επιχειρήσεων λόγω της στρατηγικής φύσης των συγκεκριμένων επενδύσεων και της επιρροής που ασκεί η συμμετέχουσα επιχείρηση σε αυτές τις συνδεδεμένες επιχειρήσεις·

(ιε) τον τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιούνται εξωτερικές αξιολογήσεις πιστοληπτικής ικανότητας από ECAI στον υπολογισμό της κεφαλαιακής απαίτησης φερεγγυότητας σύμφωνα με τον κανονικό τύπο και την αντιστοίχιση των εξωτερικών πιστοληπτικών αξιολογήσεων στην κλίμακα βαθμίδων πιστωτικής ποιότητας που αναφέρεται στο εδάφιο (1) του άρθρου 116 του παρόντος Νόμου, η οποία πρέπει να είναι συνεπής προς τη χρήση εξωτερικών πιστοληπτικών αξιολογήσεων από ECAI στον υπολογισμό των κεφαλαιακών απαιτήσεων για τα πιστωτικά ιδρύματα όπως ορίζονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 1 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 σχετικά με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας για πιστωτικά ιδρύματα και επιχειρήσεις επενδύσεων και τα χρηματοδοτικά ιδρύματα όπως ορίζονται στο άρθρο 4, παράγραφος 1, σημείο 26 του εν λόγω κανονισμού·

(ιστ) τα λεπτομερή κριτήρια για τον δείκτη μετοχών που αναφέρεται στην παράγραφο (β) του εδαφίου (2) του άρθρου 116 του παρόντος Νόμου·

(ιζ) τα λεπτομερή κριτήρια σχετικά με τις προσαρμογές οι οποίες γίνονται όσον αφορά νομίσματα προσδεμένα στο ευρώ, για τη διευκόλυνση του υπολογισμού της υποενότητας “συναλλαγματικός κίνδυνος” που αναφέρεται στην παράγραφο (α) του εδαφίου (2) του άρθρου 116 του παρόντος Νόμου˙

(ιη) τις προϋποθέσεις για μια κατηγοριοποίηση των περιφερειακών κυβερνήσεων και τοπικών αρχών που αναφέρονται στην παράγραφο (α) του εδαφίου (2) του παρόντος άρθρου·

(2) Εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα καθορίζουν τα σχετικά με τις διαδικασίες για την έγκριση από τον Έφορο των ειδικών ανά επιχείρηση παραμέτρων που αναφέρονται στην παράγραφο (ια) του εδαφίου (1).

(3) Ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα καθορίζουν ποσοτικά όρια και κριτήρια επιλεξιμότητας των στοιχείων ενεργητικού όπου οι κίνδυνοι αυτοί δεν καλύπτονται επαρκώς από μια υποενότητα, τα οποία εφαρμόζονται σε στοιχεία ενεργητικού που καλύπτουν τεχνικές προβλέψεις, εξαιρουμένων των στοιχείων ενεργητικού που τηρούνται για συμβάσεις ασφάλισης Ζωής, όπου ο επενδυτικός κίνδυνος αναλαμβάνεται από τους κατόχους των ασφαλιστήριων συμβολαίων.

ΕΝΟΤΗΤΑ 3 ΚΕΦΑΛΑΙΑΚΕΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ ΦΕΡΕΓΓΥΟΤΗΤΑΣ – ΠΛΗΡΗ ΚΑΙ ΜΕΡΙΚΑ ΕΣΩΤΕΡΙΚΑ ΥΠΟΔΕΙΓΜΑΤΑ
Γενικές διατάξεις έγκρισης για τα πλήρη και μερικά εσωτερικά υποδείγματα

119. (1) Οι ασφαλιστικές ή οι αντασφαλιστικές επιχειρήσεις μπορούν να υπολογίζουν τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας με τη χρησιμοποίηση πλήρους ή μερικού εσωτερικού υποδείγματος που εγκρίνεται από τον Έφορο.

(2) Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις μπορούν να χρησιμοποιούν μερικά εσωτερικά υποδείγματα για τον υπολογισμό ενός ή περισσοτέρων από τα πιο κάτω:

(α) ενός ή περισσοτέρων ενοτήτων κινδύνου ή υποενοτήτων, των βασικών κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας, όπως προβλέπεται στα άρθρα 110 και 111 του παρόντος Νόμου·

(β) της κεφαλαιακής απαίτησης για τον λειτουργικό κίνδυνο, όπως ορίζεται στο άρθρο 113 του παρόντος Νόμου·

(γ) της προσαρμογής που αναφέρεται στο άρθρο 114 του παρόντος Νόμου.

(3) Παράλληλα, η μερική χρήση υποδείγματος σύμφωνα με το εδάφιο (2), μπορεί να εφαρμόζεται στο σύνολο της δραστηριότητας των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων, ή μόνο σε μία ή περισσότερες σημαντικές επιχειρηματικές μονάδες.

(4) Κατά την υποβολή αίτησης για έγκριση πλήρους ή μερικού εσωτερικού υποδείγματος στον Έφορο, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις υποβάλλουν, τουλάχιστον, τεκμηριωμένα στοιχεία ότι το εσωτερικό υπόδειγμα ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις που προβλέπονται στα άρθρα 127 μέχρι 132:

(5) Εφόσον η αίτηση για την έγκριση από τον Έφορο συνδέεται με μερικό εσωτερικό υπόδειγμα, οι απαιτήσεις στα άρθρα 127 μέχρι 132 προσαρμόζονται προκειμένου να ληφθεί υπόψη το περιορισμένο πεδίο εφαρμογής του υποδείγματος.

(5Α) Ο Έφορος ενημερώνει την ΕΙΟΡΑ σύμφωνα με τις διατάξεις του Άρθρου 35, παράγραφος 1, του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/210 σχετικά με αιτήσεις για χρήση ή αλλαγή του εσωτερικού υποδείγματος και δύναται να υποβάλει αίτημα στην ΕΙΟΡΑ ζητώντας τη συνδρομή της, σχετικά με την απόφαση επί της αίτησης.

(6) Ο Έφορος αποφασίζει επί της υποβαλλομένης δυνάμει του παρόντος άρθρου αίτησης εντός έξι μηνών από την παραλαβή της πλήρους αίτησης.

(7) Ο Έφορος εγκρίνει την αίτηση μόνον εφόσον βεβαιωθεί ότι τα συστήματα της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης για τον εντοπισμό, τον υπολογισμό, την παρακολούθηση, τη διαχείριση και την αναφορά του κινδύνου για την παρακολούθηση και τη διαχείριση του κινδύνου είναι επαρκή, και ιδίως ότι το εσωτερικό υπόδειγμα συμβιβάζεται με τις απαιτήσεις που αναφέρονται στο εδάφιο (3).

(8) Οποιαδήποτε απόφαση του Εφόρου για την απόρριψη της αίτησης για τη χρησιμοποίηση εσωτερικού υποδείγματος είναι δεόντως αιτιολογημένη.

(9) Αφού παραχωρήσει την έγκριση για τη χρήση εσωτερικού υποδείγματος, ο Έφορος δύναται με αιτιολογημένη απόφασή του, να απαιτήσεις από τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις να του παράσχουν εκτίμηση των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας που καθορίζονται σύμφωνα με την τυποποιημένη μέθοδο, όπως προβλέπεται στην Ενότητα 2 του παρόντος Τμήματος.

Ειδικές διατάξεις για την έγκριση μερικών εσωτερικών υποδειγμάτων

120. (1) Στην περίπτωση μερικού εσωτερικού υποδείγματος, η έγκριση του Εφόρου σε αίτηση που υποβάλλεται, παραχωρείται μόνο εάν το υπόδειγμα συμμορφώνεται προς τις απαιτήσεις που προβλέπονται στο άρθρο 119 του παρόντος Νόμου και στις ακόλουθες συμπληρωματικές προϋποθέσεις:

(α) η επιχείρηση έχει δικαιολογήσει επαρκώς το περιορισμένο πεδίο εφαρμογής του υποδείγματος·

(β) οι προκύπτουσες κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας αντικατοπτρίζουν καταλληλότερα το προφίλ κινδύνου της επιχείρησης, και ιδίως ανταποκρίνονται στις αρχές που παρατίθενται στην Ενότητα 1 του παρόντος Τμήματος·

(γ) ο σχεδιασμός του είναι συνεπής προς τις αρχές που προβλέπονται στο υποτμήμα 1, προκειμένου να καθίσταται δυνατή η πλήρης ενσωμάτωση του μερικού εσωτερικού υποδείγματος στην τυποποιημένη μέθοδο της κεφαλαιακής επάρκειας φερεγγυότητας.

(2) Κατά την αξιολόγηση αίτησης για τη χρήση μερικού εσωτερικού υποδείγματος το οποίο καλύπτει μόνο ορισμένες υποενότητες μιας συγκεκριμένης ενότητας κινδύνου, ή ορισμένες από τις λειτουργικές μονάδες της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης σε σχέση με μια ειδική ενότητα κινδύνου, ή μέρη και των δύο, ο Έφορος δύναται να απαιτεί από τις ενδιαφερόμενες ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις να υποβάλλουν ένα ρεαλιστικό μεταβατικό σχέδιο για την επέκταση του πεδίου εφαρμογής του υποδείγματος, το οποίο καθορίζει τον τρόπο με τον οποίο οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις προγραμματίζουν να επεκτείνουν το πεδίο εφαρμογής του υποδείγματος σε άλλες υποενότητες ή επιχειρηματικές μονάδες, προκειμένου να εξασφαλίσουν ότι το υπόδειγμα καλύπτει σημαντικό μέρος των ασφαλιστικών δραστηριοτήτων σε σχέση με τη συγκεκριμένη αυτή ενότητα κινδύνου.

Κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις και εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα για τα εσωτερικά υποδείγματα της κεφαλαιακής απαίτησης φερεγγυότητας

121. (1) Κατ΄εξουσιοδότηση πράξεις, καθορίζουν-

(α) τις προσαρμογές που πρέπει να γίνουν στα πρότυπα τα οποία ορίζονται στα άρθρα 127 έως 132, δεδομένου του περιορισμένου πεδίου εφαρμογής του μερικού εσωτερικού υποδείγματος·

(β) τον τρόπο για την πλήρη ενσωμάτωση ενός μερικού εσωτερικού υποδείγματος στον κανονικό τύπο της κεφαλαιακής απαίτησης φερεγγυότητας που αναφέρεται στην παράγραφο (γ) του εδαφίου (1) του άρθρου 120 του παρόντος Νόμου, καθώς και τις απαιτήσεις για τη χρήση εναλλακτικών τεχνικών ενσωμάτωσης.

(2) Εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα καθορίζουν τις διαδικασίες αναφορικά με -

(α) την έγκριση ενός εσωτερικού υποδείγματος σύμφωνα με το άρθρο 119· και

(β) την έγκριση σημαντικών μεταβολών σε ένα εσωτερικό υπόδειγμα και μεταβολών στην πολιτική για τη μεταβολή εσωτερικού υποδείγματος, που αναφέρεται στο άρθρο 122.(1)

Πολιτική αλλαγής των πλήρων και μερικών εσωτερικών υποδειγμάτων.

122. (1) Στο πλαίσιο της διαδικασίας αρχικής έγκρισης εσωτερικού υποδείγματος, ο Έφορος εγκρίνει την πολιτική για την αλλαγή του υποδείγματος της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης η οποία περιλαμβάνει τις προδιαγραφές των σημαντικών και δευτερευουσών αλλαγών στο εσωτερικό υπόδειγμα.

(2) Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις δύνανται να τροποποιούν το εσωτερικό τους υπόδειγμα σύμφωνα με την πολιτική του εδαφίου (1), οποιεσδήποτε όμως σημαντικές αλλαγές είτε στο εσωτερικό υπόδειγμα, είτε στην ίδια την πολιτική αλλαγής του, υπόκεινται πάντοτε στην προηγούμενη έγκριση του Εφόρου, όπως ορίζεται στο άρθρο 119 του παρόντος Νόμου.

(3) Οι δευτερεύουσες αλλαγές στο εσωτερικό υπόδειγμα δεν υπόκεινται σε προηγούμενη έγκριση του Εφόρου νοουμένου ότι σχεδιάζονται σύμφωνα με την πολιτική του εδαφίου (1).

Τομείς ευθύνης των διοικητικών, διαχειριστικών ή εποπτικών οργάνων

123. (1) Το διοικητικό συμβούλιο των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων εγκρίνει την αίτηση προς τον Έφορο όσον αφορά την αναγνώριση του εσωτερικού υποδείγματος, όπως αναφέρεται στο άρθρο 119 του παρόντος Νόμου, καθώς και την αίτηση για την έγκριση μεταγενέστερων σημαντικών αλλαγών στο εν λόγω υπόδειγμα.

(2) Το διοικητικό συμβούλιο είναι υπεύθυνο για τη δημιουργία συστημάτων που εξασφαλίζουν τη σωστή λειτουργία του εσωτερικού υποδείγματος σε συνεχή βάση.

Επιστροφή στην τυποποιημένη μέθοδο

124. Αφού λάβουν την έγκριση του Εφόρου σύμφωνα με το άρθρο 119 του παρόντος Νόμου, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις δεν επιστρέφουν στον υπολογισμό του συνόλου ή μέρους των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας σύμφωνα με την τυποποιημένη μέθοδο, όπως αναφέρεται στην Ενότητα 2 του παρόντος Τμήματος, εκτός εάν συντρέχουν δεόντως αιτιολογημένες περιστάσεις και με την προϋπόθεση της έγκρισης από τον Έφορο.

Μη συμμόρφωση του εσωτερικού υποδείγματος

125. (1) Σε περίπτωση που, μετά την έγκριση από τον Έφορο για τη χρήση εσωτερικού υποδείγματος, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις παύσουν να συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις που ορίζονται στα άρθρα 127 μέχρι 132, οφείλουν αμελλητί, είτε να υποβάλλουν στον Έφορο σχέδιο για την αποκατάσταση της συμμόρφωσης μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα είτε να αποδεικνύουν στον Έφορο ότι το αποτέλεσμα της μη συμμόρφωσης είναι ασήμαντο.

(2) Στην περίπτωση που οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις δεν εφαρμόσουν το σχέδιο που αναφέρεται στο εδάφιο (1), ο Έφορος δύναται να απαιτεί από τις επιχειρήσεις αυτές να επιστρέψουν στον υπολογισμό των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας σύμφωνα με την τυποποιημένη μέθοδο, όπως προβλέπεται στην Ενότητα 2 του παρόντος Τμήματος.

Σημαντικές αποκλίσεις από τις βασικές παραδοχές για την τυποποιημένη μέθοδο υπολογισμού

126. Όταν δεν ενδείκνυται ο υπολογισμός των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας σύμφωνα με την τυποποιημένη μέθοδο, όπως προβλέπεται στην Ενότητα 2 του παρόντος Τμήματος, επειδή το προφίλ κινδύνου της σχετικής ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης αποκλίνει σημαντικά από τις παραδοχές στις οποίες βασίζεται η τυποποιημένη μέθοδος υπολογισμού, ο Έφορος δύναται, με αιτιολογημένη απόφασή του, να απαιτεί από την εν λόγω επιχείρηση όπως χρησιμοποιήσει ένα εσωτερικό υπόδειγμα για τον υπολογισμό των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας ή των συναφών ενοτήτων κινδύνου.

Δοκιμή χρήσης

127. (1) Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις αποδεικνύουν στον Έφορο ότι το εσωτερικό υπόδειγμα χρησιμοποιείται ευρέως και παίζει σημαντικό ρόλο στο σύστημα διακυβέρνησης που αναφέρεται στα άρθρα 43 μέχρι 51, και ιδιαίτερα:

(α) στο σύστημα διαχείρισης του κινδύνου όπως προβλέπεται στο άρθρο 45 του παρόντος Νόμου και στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων·

(β) στη διαδικασία εκτίμησης και διάθεσης του οικονομικού κεφαλαίου και του κεφαλαίου φερεγγυότητας, συμπεριλαμβανομένης της εκτίμησης που αναφέρεται στο άρθρο 46 του παρόντος Νόμου.

(2) Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις αποδεικνύουν περαιτέρω στον Έφορο, ότι η συχνότητα υπολογισμού των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας με τη χρήση του εσωτερικού υποδείγματος συμβαδίζει με τη συχνότητα με την οποία χρησιμοποιούν το εσωτερικό τους υπόδειγμα για τους άλλους σκοπούς που αναφέρονται στην πρώτη παράγραφο.

(3) Το διοικητικό συμβούλιο της ασφαλιστικής και αντασφαλιστικής επιχείρησης είναι υπεύθυνο για την εξασφάλιση της συνεχούς καταλληλότητας του σχεδιασμού και της λειτουργίας του εσωτερικού υποδείγματος και για το ότι το εσωτερικό υπόδειγμα εξακολουθεί να αντικατοπτρίζει κατάλληλα το προφίλ κινδύνου της επιχείρησης.

Στατιστικά πρότυπα ποιότητας

128. (1) Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις οφείλουν όπως διασφαλίζουν ότι το εσωτερικό υπόδειγμα, και ιδιαίτερα ο υπολογισμός της υποκείμενης πρόβλεψης κατανομής πιθανότητας, πληρούν τα πιο κάτω οριζόμενα κριτήρια-

(α) Οι μέθοδοι που χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό της πρόβλεψης της κατανομής πιθανότητας βασίζονται σε-

(i) κατάλληλες, εφαρμόσιμες και συναφείς αναλογιστικές και στατιστικές τεχνικές και είναι συμβατές με τις μεθόδους που χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό των τεχνικών προβλέψεων∙ και

(ii) τρέχουσες και αξιόπιστες πληροφορίες, καθώς και σε ρεαλιστικές παραδοχές.

(β) οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις οφείλουν να είναι σε θέση να αιτιολογούν στον Έφορο τις υποθέσεις στις οποίες στηρίζεται το εσωτερικό τους υπόδειγμα.

(γ) τα δεδομένα που χρησιμοποιούνται για το εσωτερικό υπόδειγμα πρέπει είναι ακριβή, πλήρη και κατάλληλα και τα σύνολα δεδομένων που χρησιμοποιούν για τον υπολογισμό της προβλεπόμενης κατανομής πιθανότητας επικαιροποιούνται από τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις τουλάχιστον μία φορά κάθε χρόνο.

(δ) ανεξάρτητα από την επιλεγείσα μέθοδο υπολογισμού, η ικανότητα του εσωτερικού υποδείγματος να ταξινομήσει τον κίνδυνο πρέπει να είναι επαρκής για να εξασφαλίσει την ευρεία χρήση του και το γεγονός ότι διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στο σύστημα διαχείρισης του κινδύνου και στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων, στη διάθεση των κεφαλαίων και στο σύστημα διακυβέρνησης των επιχειρήσεων, σύμφωνα με το άρθρο 127 και η μέθοδος διασφαλίζει ότι το εσωτερικό υπόδειγμα καλύπτει όλους τους σημαντικούς κινδύνους στους οποίους εκτίθενται οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις και τουλάχιστον τους κινδύνους που αναφέρονται στην παράγραφο (δ) του εδαφίου (1) του άρθρου 107 του παρόντος Νόμου.

(ε) Όσον αφορά τα αποτελέσματα της διαφοροποίησης, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις μπορούν να λαμβάνουν υπόψη στο εσωτερικό τους υπόδειγμα τις υφιστάμενες εξαρτήσεις εντός των κατηγοριών κινδύνου, καθώς και μεταξύ των κατηγοριών κινδύνου, νοουμένου ότι ο Έφορος κρίνει κατάλληλο το σύστημα που χρησιμοποιείται για τη μέτρηση των αποτελεσμάτων διαφοροποίησης.

(στ) Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις λαμβάνουν πλήρως υπόψη το αποτέλεσμα των τεχνικών μείωσης του κινδύνου στο εσωτερικό τους υπόδειγμα, στο βαθμό που ο πιστωτικός κίνδυνος και άλλοι κίνδυνοι που απορρέουν από τη χρήση των τεχνικών μείωσης του κινδύνου αντικατοπτρίζονται κατάλληλα στο εσωτερικό υπόδειγμα.

(ζ) Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις εκτιμούν με ακρίβεια τους ιδιαίτερους κινδύνους που συνδέονται με τις χρηματοοικονομικές εγγυήσεις και οποιαδήποτε άλλα συμβατικά δικαιώματα στο εσωτερικό τους υπόδειγμα, εφόσον αυτό απαιτείται, καθώς επίσης και τους κινδύνους που συνδέονται με τα δικαιώματα επιλογής του αντισυμβαλλομένου όσο και με τα συμβατικά δικαιώματα για τις επιχειρήσεις και για το σκοπό αυτό, λαμβάνουν υπόψη τον αντίκτυπο που μπορούν να έχουν στην άσκηση των δικαιωμάτων αυτών μελλοντικές αλλαγές στις οικονομικές και μη οικονομικές συνθήκες.

(η) Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις οφείλουν να λαμβάνουν υπόψη στο εσωτερικό τους υπόδειγμα, τις μελλοντικές ενέργειες της διοίκησης που εύλογα αναμένονται σε ειδικές περιστάσεις, περιλαμβανομένου του αναγκαίου χρόνου για την υλοποίηση των ενεργειών αυτών.

(θ) Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις λαμβάνουν υπόψη στο εσωτερικό τους υπόδειγμα όλες τις πληρωμές προς τους αντισυμβαλλομένους και τους δικαιούχους τις οποίες αναμένουν να πραγματοποιήσουν, ανεξάρτητα από το εάν οι πληρωμές αυτές είναι συμβατικά εγγυημένες.

Πρότυπα διαμόρφωσης

129. (1) Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις δύνανται να χρησιμοποιούν διαφορετική χρονική περίοδο ή μέτρηση κινδύνου σε σχέση με αυτήν που προβλέπεται στην παράγραφο (γ) του εδαφίου (1) του άρθρου 107 του παρόντος Νόμου για τους σκοπούς του εσωτερικού υποδείγματος, εφόσον τα αποτελέσματα του εσωτερικού υποδείγματος μπορούν να χρησιμοποιηθούν από τις επιχειρήσεις αυτές για τον υπολογισμό των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας με τρόπο που να παρέχεται στους αντισυμβαλλομένους και στους δικαιούχους ένα επίπεδο ισοδύναμης προστασίας με εκείνη που προβλέπεται στο άρθρο 107.

(2) Όπου είναι δυνατό, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις λαμβάνουν τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας κατευθείαν από την εκτίμηση της κατανομής πιθανότητας που παράγεται από το εσωτερικό υπόδειγμα των επιχειρήσεων αυτών, με τη χρήση του μέτρου της αξίας σε κίνδυνο που αναφέρεται στο στην παράγραφο (γ) του εδαφίου (1) του άρθρου 107.

(3) Εάν οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις δεν μπορούν να λάβουν την κεφαλαιακή απαίτηση φερεγγυότητας κατευθείαν από την εκτίμηση της κατανομής πιθανότητας που παράγεται από το εσωτερικό υπόδειγμα, ο Έφορος δύναται να επιτρέψει τη χρησιμοποίηση προσεγγίσεων στη διαδικασία υπολογισμού των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας, εφόσον οι επιχειρήσεις αυτές μπορούν να του αποδείξουν ότι παρέχεται στους αντισυμβαλλόμενους επίπεδο προστασίας ισοδύναμο με εκείνο που αναφέρεται στο άρθρο 107.

(4) Ο Έφορος δύναται να απαιτεί από τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις να εφαρμόζουν το εσωτερικό τους υπόδειγμα σε κατάλληλα χαρτοφυλάκια αναφοράς και να χρησιμοποιούν παραδοχές βασιζόμενες σε εξωτερικά παρά σε εσωτερικά δεδομένα, προκειμένου να ελεγχθεί η αποτελεσματικότητα του εσωτερικού υποδείγματος και να εξακριβωθεί εάν οι προδιαγραφές του είναι σύμφωνες με τις γενικά αποδεκτές πρακτικές της αγοράς.

Καταλογισμός κερδών και ζημιών

130. (1) Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις οφείλουν να εξετάζουν, τουλάχιστον σε ετήσια βάση, τις αιτίες και την προέλευση των κερδών και ζημιών για καθέναν από τους κυριότερους κλάδους ασφαλίσεως και να καταδεικνύουν με ποιο τρόπο η επιλεγείσα κατηγοριοποίηση των κινδύνων στο εσωτερικό υπόδειγμα εξηγεί την προέλευση και τα αίτια των κερδών και των ζημιών.

(2) Η κατηγοριοποίηση των κινδύνων και ο καταλογισμός των κερδών και ζημιών πρέπει να αντικατοπτρίζουν το προφίλ κινδύνου των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων.

Πρότυπα επικύρωσης

131. (1) Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις οφείλουν να διαθέτουν τακτικό κύκλο επικύρωσης του υποδείγματος, ο οποίος περιλαμβάνει την παρακολούθηση των επιδόσεων του εσωτερικού υποδείγματος, την επανεξέταση της συνεχούς καταλληλότητας των προδιαγραφών του και τη σύγκριση των αποτελεσμάτων του με τα εμπειρικά αποτελέσματα.

(2) Η διαδικασία επικύρωσης του υποδείγματος πρέπει να περιλαμβάνει μια αποτελεσματική στατιστική διαδικασία για την επικύρωση του εσωτερικού υποδείγματος, η οποία να επιτρέπει στις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις να αποδεικνύουν στον Έφορο ότι οι κεφαλαιακές απαιτήσεις που υπολογίστηκαν με τον τρόπο αυτό είναι κατάλληλες.

(3) Οι στατιστικές μέθοδοι που εφαρμόζονται σύμφωνα με το εδάφιο (2) χρησιμεύουν όχι μόνο για να εξακριβωθεί η καταλληλότητα της εκτίμησης της κατανομής πιθανότητας σε σύγκριση με τις πραγματοποιηθείσες ζημίες, αλλά επίσης και όλα τα σημαντικά νέα δεδομένα και πληροφορίες.

(4) Η διαδικασία επικύρωσης του υποδείγματος πρέπει να περιλαμβάνει ανάλυση της σταθερότητας του εσωτερικού υποδείγματος, και ιδίως δοκιμή της ευαισθησίας των αποτελεσμάτων του εσωτερικού υποδείγματος σε μεταβολές ουσιαστικών βασικών υποθέσεις καθώς επίσης και αξιολόγηση της ακρίβειας, πληρότητας και καταλληλότητας των στοιχείων που χρησιμοποιούνται από το εσωτερικό υπόδειγμα.

Πρότυπα τεκμηρίωσης

132. (1) Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις οφείλουν να τεκμηριώνουν το σχεδιασμό και τα λειτουργικά χαρακτηριστικά του εσωτερικού τους υποδείγματος έτσι ώστε να αποδεικνύεται η συμμόρφωση με τις διατάξεις των άρθρων 127 μέχρι 131 του παρόντος Νόμου.

(2) Η τεκμηρίωση του εδαφίου (1) πρέπει να παρέχει λεπτομερή περιγραφή της θεωρίας, των παραδοχών , και της μαθηματικής και εμπειρικής βάσης στις οποίες στηρίζεται το εσωτερικό υπόδειγμα και να αναφέρει κάθε περίσταση στην οποία το εσωτερικό υπόδειγμα δεν λειτουργεί αποτελεσματικά.

(3) Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις τεκμηριώνουν όλες τις σημαντικές αλλαγές στο εσωτερικό τους υπόδειγμα, όπως προβλέπεται στο άρθρο 122 του παρόντος Νόμου.

Εξωτερικά υποδείγματα και δεδομένα

133. Η χρήση ενός υποδείγματος ή δεδομένων που έχουν ληφθεί από τρίτο μέρος δεν δικαιολογεί την απαλλαγή από οποιαδήποτε από τις απαιτήσεις σχετικά με το εσωτερικό υπόδειγμα σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 127 μέχρι 132 του παρόντος Νόμου.

Κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σχετικά με τα άρθρα 127 έως 133

134. Κατ' εξουσιοδότηση πράξεις καθορίζουν τις λεπτομέρειες σε σχέση με τα άρθρα 127 έως 133 για τη βελτίωση και καλύτερη εκτίμηση των χαρακτηριστικών κινδύνου και τη διαχείριση των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων, όσον αφορά τη χρήση εσωτερικών υποδειγμάτων.

ΤΜΗΜΑ 5 - ΕΛΑΧΙΣΤΕΣ ΚΕΦΑΛΑΙΑΚΕΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ
Γενικές διατάξεις

135. Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις οφείλουν να διαθέτουν επιλέξιμα βασικά ίδια κεφάλαια για την κάλυψη των ελάχιστων κεφαλαιακών απαιτήσεων.

Υπολογισμός των ελάχιστων κεφαλαιακών απαιτήσεων

136. (1) Οι ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις υπολογίζονται βάσει των ακόλουθων αρχών:

(α) Χρησιμοποιείται σαφής και απλή μέθοδος, έτσι ώστε να εξασφαλίζεται η δυνατότητα ελέγχου του υπολογισμού∙

(β) αντιστοιχούν σε ένα ποσό επιλέξιμων βασικών ιδίων κεφαλαίων, κάτω από το οποίο οι αντισυμβαλλόμενοι και οι δικαιούχοι εκτίθενται σε μη αποδεκτό επίπεδο κινδύνου σε περίπτωση που θα επιτρεπόταν στις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις να συνεχίσουν τις δραστηριότητές τους∙

(γ) η γραμμική συνάρτηση που αναφέρεται στην παράγραφο (β) και η οποία χρησιμοποιείται για τον υπολογισμό του επιπέδου των ελάχιστων κεφαλαιακών απαιτήσεων διαμορφώνεται στην αξία σε κίνδυνο των βασικών ιδίων κεφαλαίων μιας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης σε διάστημα εμπιστοσύνης 85% για περίοδο ενός έτους∙

(δ) το απόλυτο κατώτατο όριο των ελάχιστων κεφαλαιακών απαιτήσεων καθορίζεται-

(i) σε 2.500.000 Ευρώ για τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις ασφάλισης Γενικής Φύσεως, συμπεριλαμβανομένων των δέσμιων ασφαλιστικών επιχειρήσεων, με εξαίρεση την περίπτωση κατά την οποία καλύπτεται το σύνολο ή μέρος των κινδύνων ενός από τους κλάδους ευθύνης από χερσαία μηχανοκίνητα οχήματα, ευθύνης από θαλάσσια, λιμναία και ποτάμια σκάφη, γενικής ευθύνης, πιστώσεων ή εγγυήσεων (Κλάδοι 10 μέχρι 15) του Μέρους Α, του Πρώτου Παραρτήματος του παρόντος Νόμου, οπότε το ποσό αυτό πρέπει να είναι τουλάχιστον 3.700.000 Ευρώ·

(ii) σε 3.700.000, Ευρώ για τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις του κλάδου Ζωής, συμπεριλαμβανομένων των δέσμιων ασφαλιστικών επιχειρήσεων·

(iii) σε 3.600.000 Ευρώ για επιχειρήσεις αντασφάλισης, εξαιρουμένων των δέσμιων επιχειρήσεων αντασφάλισης, για τις οποίες οι ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις είναι τουλάχιστον 1.200.000 Ευρώ·

(iv) στο ύψος των ποσών που ορίζονται στις υποπαραγράφους (i) και (ii) για τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις οι οποίες αναφέρονται στο εδάφιο (5) του άρθρο 75 του παρόντος Νόμου.

(2) Με την επιφύλαξη των διατάξεων του εδαφίου (3), οι ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις υπολογίζονται ως γραμμική συνάρτηση ενός συνόλου ή υποσυνόλου των εξής μεταβλητών: τεχνικά αποθεματικά της επιχείρησης, εγγεγραμμένα ασφάλιστρα, κεφάλαιο σε κίνδυνο, αναβαλλόμενος φόρος και διοικητικές δαπάνες. Οι χρησιμοποιούμενες μεταβλητές μετρούνται μετά την αφαίρεση των αντασφαλιστικών εκχωρήσεων.

(3) Με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου (δ) του εδαφίου (1), οι ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις δεν είναι κατώτερες του 25 % ούτε υπερβαίνουν το 45% των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας της επιχείρησης, όπως υπολογίζονται σύμφωνα με το Έκτο Κεφάλαιο, Τμήμα 4, Ενότητα 2 ή 3, περιλαμβάνουν δε οποιαδήποτε πρόσθετη κεφαλαιακή απαίτηση επιβαλλόμενη δυνάμει του άρθρου 43.

(4) Ο Έφορος δύναται για περίοδο που δεν υπερβαίνει την 31η Δεκεμβρίου 2017, να απαιτεί από μια ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση να εφαρμόζει τα ποσοστά που αναφέρονται στο παρόν εδάφιο αποκλειστικά στις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας της επιχείρησης που υπολογίζονται σύμφωνα με το Έκτο Κεφάλαιο, Τμήμα 4, Ενότητα 2.

(5) Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις οφείλουν να υπολογίζουν τις ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις σε τριμηνιαία τουλάχιστον βάση και να αναφέρουν τα αποτελέσματα του υπολογισμού αυτού στον Έφορο και σε περίπτωση που οποιοδήποτε από τα όρια που αναφέρονται στο εδάφιο (3) καθορίζει τις ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις της επιχείρησης, η επιχείρηση παρέχει στον Έφορο πληροφοριακά στοιχεία που επιτρέπουν την πλήρη κατανόηση από τον Έφορο των σχετικών λόγων:

Νοείται ότι, για τους σκοπούς του υπολογισμού των ορίων του εδαφίου (3), οι επιχειρήσεις δεν υποχρεούνται να υπολογίζουν τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας σε τριμηνιαία βάση.

Κατ' εξουσιοδότηση πράξεις

137. Κατ΄εξουσιοδότηση πράξεις καθορίζουν τον υπολογισμό της ελάχιστης κεφαλαιακής απαίτησης η οποία αναφέρεται στα άρθρα 135 και 136 του παρόντος Νόμου.

Μεταβατικές διατάξεις

138. (1) Κατά παρέκκλιση από τις διατάξεις των άρθρων 146 και 151, εφόσον οι ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις συμμορφώνονταν κατά την 31 Δεκεμβρίου 2015 με τα αναγκαία επιλέξιμα ίδια κεφάλαια για την κάλυψη των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας που καθοριζόταν στους περί της Ασκήσεως Ασφαλιστικών Εργασιών και Άλλων συναφών θεμάτων Νόμων του 2002 έως 2013, όπως αυτοί εκάστοτε τροποποιούνται ή αντικαθίστανται αλλά δεν διαθέτουν επαρκή επιλέξιμα βασικά ίδια κεφάλαια για να καλύψουν τις ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις δυνάμει του παρόντος Νόμου, οι σχετικές αυτές επιχειρήσεις έχουν υποχρέωση συμμόρφωσης με τις διατάξεις του άρθρου 135 του παρόντος Νόμου μέχρι την 31 Δεκεμβρίου 2016.

(2) Σε περίπτωση που η σχετική επιχείρηση παραλείψει να συμμορφωθεί με τις διατάξεις του άρθρου 135 εντός της περιόδου που καθορίζεται στο εδάφιο (1), ο Έφορος ανακαλεί την άδεια της επιχείρησης σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 151 του παρόντος Νόμου.

ΤΜΗΜΑ 6 - ΕΠΕΝΔΥΣΕΙΣ
Η αρχή του συνετού επενδυτή

139. (1) Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις οφείλουν να επενδύουν όλα τα περιουσιακά τους στοιχεία σύμφωνα με την αρχή του συνετού επενδυτή, όπως προβλέπεται στο παρόν άρθρο.

(2) Η αρχή του συνετού επενδυτή, επιβάλλει στις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις όπως-

(α) σε σχέση με το σύνολο του χαρτοφυλακίου των περιουσιακών στοιχείων, επενδύουν μόνο σε στοιχεία και μέσα οι κίνδυνοι των οποίων είναι δυνατόν να τυγχάνουν δεόντως κατάλληλης αναγνώρισης, μέτρησης, παρακολούθησης, διαχείρισης, ελέγχου και αναφοράς, και να λαμβάνονται κατάλληλα υπόψη στην αξιολόγηση των συνολικών αναγκών φερεγγυότητάς τους σύμφωνα με την παράγραφο (α) του εδαφίου (1) του άρθρου 46 του παρόντος Νόμου·

(β) όλα τα περιουσιακά στοιχεία, ιδίως εκείνα που καλύπτουν τις ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις και τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας, επενδύονται με τρόπο που να εγγυάται την ασφάλεια, την ποιότητα, τη ρευστότητα και την κερδοφορία του συνολικού χαρτοφυλακίου και ο εντοπισμός των περιουσιακών αυτών στοιχείων πρέπει να διασφαλίζει τη διαθεσιμότητά τους·

(γ) τα περιουσιακά στοιχεία που προορίζονται για την κάλυψη των τεχνικών προβλέψεων επενδύονται με τρόπο κατάλληλο προς τη φύση και τη διάρκεια των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών υποχρεώσεων καθώς επίσης και προς γενικό όφελος όλων των αντισυμβαλλομένων και δικαιούχων, λαμβανομένων υπόψη των γνωστοποιημένων στόχων πολιτικής.

(δ) σε περίπτωση σύγκρουσης συμφερόντων, οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις, ή η οντότητα η οποία διαχειρίζεται το χαρτοφυλάκιο των περιουσιακών τους στοιχείων, εξασφαλίζουν ότι οι επενδύσεις πραγματοποιούνται προς το καλύτερο συμφέρον των αντισυμβαλλομένων και των δικαιούχων.

(3) Με την επιφύλαξη των διατάξεων του εδαφίου (2), σε σχέση με τα περιουσιακά στοιχεία που κατέχονται στα πλαίσια ασφαλιστικών συμβάσεων ασφάλισης Ζωής, όπου ο κίνδυνος αναλαμβάνεται από τους αντισυμβαλλομένους, εφαρμόζονται οι παράγραφοι (α) μέχρι (γ) πιο κάτω:

(α) Όταν οι παροχές που προβλέπονται από μια σύμβαση συνδέονται άμεσα με την αξία μεριδίων σε κάποιον ΟΣΕΚΑ, όπως ορίζεται στον περί των Οργανισμών Συλλογικών Επενδύσεων Ανοικτού Τύπου και περί Συναφών Θεμάτων Νόμου του 2002, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται, ή με την αξία των στοιχείων του ενεργητικού που περιλαμβάνονται σε κάποιο εσωτερικό αμοιβαίο κεφάλαιο που τηρείται από τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις, συνήθως διηρημένο σε μερίδια, οι τεχνικές προβλέψεις σε σχέση με τις παροχές αυτές πρέπει να αντιπροσωπεύονται όσο το δυνατόν περισσότερο από τα μερίδια αυτά ή, στην περίπτωση που τα μερίδια δεν είναι καθορισμένα, από τα εν λόγω στοιχεία του ενεργητικού·

(β) όταν οι παροχές που προβλέπονται από κάποια σύμβαση συνδέονται άμεσα με δείκτη μετοχών ή κάποια άλλη αξία αναφοράς εκτός από εκείνες που αναφέρονται στο εδάφιο (2), οι τεχνικές προβλέψεις σε σχέση με τις παροχές αυτές πρέπει να αντικατοπτρίζονται όσο το δυνατόν περισσότερο είτε από τα μερίδια που προορίζονται να αντιπροσωπεύουν την αξία αναφοράς ή, στην περίπτωση που δεν έχουν καθορισθεί μερίδια, από στοιχεία ενεργητικού κατάλληλης εξασφάλισης και εμπορευσιμότητας που αντιστοιχούν όσο το δυνατόν περισσότερο με εκείνα στα οποία βασίζεται η συγκεκριμένη αξία αναφοράς·

(γ) όταν οι παροχές που αναφέρονται στις παραγράφους (α) και (β) περιλαμβάνουν εγγύηση επενδυτικής απόδοσης ή κάποια άλλη εγγυημένη παροχή, τα στοιχεία του ενεργητικού που τηρούνται για την κάλυψη των αντίστοιχων πρόσθετων τεχνικών προβλέψεων, υπόκεινται στο εδάφιο (4).

(4) Με την επιφύλαξη των διατάξεων του εδαφίου (2), σε σχέση με άλλα περιουσιακά στοιχεία, εκτός από εκείνα που καλύπτονται από το εδάφιο (3), εφαρμόζονται οι διατάξεις των παραγράφων (α) μέχρι (δ) πιο κάτω:

(α) Η χρήση παράγωγων μέσων είναι δυνατή εφόσον τα μέσα αυτά συμβάλλουν στη μείωση κινδύνων ή διευκολύνουν την αποδοτική διαχείριση του χαρτοφυλακίου·

(β) οι επενδύσεις και τα στοιχεία τα οποία δεν είναι αποδεκτά προς διαπραγμάτευση σε οργανωμένη χρηματοοικονομική αγορά διατηρούνται σε συνετά επίπεδα·

(γ) τα περιουσιακά στοιχεία διαφοροποιούνται κατάλληλα με τρόπο ώστε να αποφεύγεται υπερβολική εξάρτηση από κάποιο συγκεκριμένο στοιχείο, εκδότη ή ομάδα επιχειρήσεων, η γεωγραφική περιοχή και η υπερβολική συσσώρευση κινδύνων στο σύνολο του χαρτοφυλακίου·

(δ) οι επενδύσεις σε περιουσιακά στοιχεία που εκδίδονται από τον ίδιο εκδότη, ή από εκδότες που ανήκουν στον ίδιο όμιλο, δεν εκθέτουν τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις σε υπερβολική συγκέντρωση κινδύνου.

Ελευθερία επένδυσης

140. Με την επιφύλαξη των απαιτήσεων που καθορίζονται με Οδηγίες του Εφόρου σχετικά με περιορισμούς όσον αφορά τα στοιχεία ενεργητικού ή τις τιμές αναφοράς με τα οποία συνδέονται ενδεχομένως ασφαλιστικά οφέλη, οι οποίες πρέπει να εφαρμόζονται μόνο σε περιπτώσεις στις οποίες φέρουν τον επενδυτικό κίνδυνο αντισυμβαλλόμενοι που είναι φυσικά πρόσωπα, και οι οποίες δεν μπορούν να είναι περιοριστικότερες από εκείνες που καθορίζονται στον περί Οργανισμών Συλλογικών Επενδύσεων Ανοικτού Τύπου και περί Συναφών Θεμάτων Νόμου του 2002, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται, ο Έφορος-

(α) Δεν απαιτεί από τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις να επενδύουν σε συγκεκριμένες κατηγορίες περιουσιακών στοιχείων· και

(β) δεν εξαρτά τις επενδυτικές αποφάσεις των ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων ή των διαχειριστών επενδύσεων από οποιεσδήποτε απαιτήσεις σχετικά με οποιουδήποτε είδους προηγούμενη έγκριση ή με συστηματική κοινοποίηση.

Εντοπισμός και απαγόρευση ενεχυρίασης περιουσιακών στοιχείων

141. (1) Σε σχέση με ασφαλιστικούς κινδύνους που εντοπίζονται στην Ένωση, ο Έφορος δεν απαιτεί όπως τα στοιχεία ενεργητικού των ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων που κατέχονται για την κάλυψη των τεχνικών προβλέψεων αναφορικά με τους κινδύνους αυτούς να βρίσκονται εντός της Ένωσης ή σε κάποιο συγκεκριμένο κράτος μέλος, περιλαμβανομένης της Δημοκρατίας.

(2) Επιπρόσθετα, προς τα ανακτήσιμα ποσά από αντασφαλιστικές συμβάσεις έναντι επιχειρήσεων που έχουν λάβει άδεια σύμφωνα με τον παρόντα Νόμο ή που έχουν την έδρα τους σε τρίτη χώρα το καθεστώς φερεγγυότητας της οποίας θεωρείται ισοδύναμο, σύμφωνα με το άρθρο 187, ο Έφορος δεν απαιτεί τον εντοπισμό εντός της Ένωσης των στοιχείων του ενεργητικού που αντιπροσωπεύουν τα ανακτήσιμα αυτά ποσά.

(3) Για τη σύσταση των τεχνικών προβλέψεων, ο Έφορος δεν επιλέγει ούτε θεσπίζει σύστημα ακαθαρίστων προβλέψεων το οποίο να απαιτεί την ενεχυρίαση στοιχείων του ενεργητικού για την κάλυψη των προβλέψεων για μη εισπραχθέντα ασφάλιστρα και εκκρεμείς υποχρεώσεις , εάν ο αντασφαλιστής είναι ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση που έχει λάβει άδεια σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου.

Κατ' εξουσιοδότηση πράξεις και ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα για τις ποιοτικές απαιτήσεις

142. (1) Κατ΄εξουσιοδότηση πράξεις καθορίζουν τα σχετικά για την εξειδίκευση των ποιοτικών απαιτήσεων στους ακόλουθους τομείς:

(α) αναγνώριση, μέτρηση, παρακολούθηση και διαχείριση των κινδύνων που απορρέουν από επενδύσεις σε σχέση με το εδάφιο (2) του άρθρου 139 του παρόντος Νόμου·

(β) αναγνώριση, μέτρηση, παρακολούθηση και διαχείριση ειδικών κινδύνων που απορρέουν από επενδύσεις σε παράγωγα μέσα και στοιχεία ενεργητικού που αναφέρονται στο δεύτερο εδάφιο του άρθρου 139 εδάφιο (4), και προσδιορισμός του βαθμού στον οποίο η χρήση αυτών των στοιχείων ενεργητικού μπορεί να θεωρηθεί μείωση του κινδύνου ή αποτελεσματική διαχείριση χαρτοφυλακίου όπως αναφέρεται στο τρίτο εδάφιο (4) του άρθρου 139.

(2) Κατ' εξουσιοδότηση πράξεις, καθορίζουν-

(α) τις απαιτήσεις τις οποίες πρέπει να πληρούν οι επιχειρήσεις που “επανασυσκευάζουν” δάνεια σε διαπραγματεύσιμους τίτλους και άλλα χρηματοπιστωτικά μέσα (μεταβιβάζοντα ιδρύματα ή χορηγοί), για να επιτρέπεται στις ασφαλιστικές και τις αντασφαλιστικές επιχειρήσεις να επενδύουν σε τίτλους του συγκεκριμένου τύπου οι οποίοι έχουν εκδοθεί μετά την 1η Ιανουαρίου 2011, συμπεριλαμβανομένων απαιτήσεων με τις οποίες εξασφαλίζεται ότι η μεταβιβάζουσα οντότητα, χορηγός ή ο αρχικός δανειστής έχει σε διαρκή βάση σημαντικό καθαρό οικονομικό κέρδος που δεν θα πρέπει σε καμιά περίπτωση να είναι μικρότερο από 5 %·

(β) ποιοτικές απαιτήσεις τις οποίες πρέπει να πληρούν οι επιχειρήσεις ασφάλισης ή αντασφάλισης που επενδύουν σε τέτοιες κινητές αξίες ή μέσα·

(γ) τις προδιαγραφές για τις περιστάσεις υπό τις οποίες είναι δυνατόν να επιβληθεί πρόσθετη κεφαλαιακή απαίτηση όταν παραβιάζονται οι απαιτήσεις που καθορίζονται στις παραγράφους (α) και (β) του παρόντος εδαφίου, με την επιφύλαξη των παραγράφων (β) και (γ) του εδαφίου (1) του άρθρου 107 του παρόντος Νόμου.

(3) Ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα καθορίζουν τις μεθόδους υπολογισμού της αναλογικής πρόσθετης κεφαλαιακής επιβάρυνσης που αναφέρεται σε αυτήν.