12.-(1) Η προληπτική εποπτεία επί των ΚΕΠΕΥ ασκείται από την Επιτροπή, ως αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής, χωρίς επηρεασμό των διατάξεων του παρόντος Νόμου ή/και της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/2034 που αναθέτουν αρμοδιότητα σε αρμόδια αρχή άλλου κράτους μέλους, ως κράτος μέλος υποδοχής.
(2) Η προληπτική εποπτεία επί των ΕΠΕΥ προέλευσης άλλου κράτους μέλους ασκείται από την αρμόδια αρχή αυτού του άλλου κράτους μέλους, χωρίς επηρεασμό των διατάξεων του παρόντος Νόμου ή/και της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/2034 που ανατέθουν αρμοδιότητα στην Επιτροπή ως αρμόδια αρχή της Δημοκρατίας ως κράτους μέλους υποδοχής.
13.-(1) Η Επιτροπή συνεργάζεται στενά με τις αρμόδιες αρχές των άλλων κρατών μελών για την εκπλήρωση των καθηκόντων της που προβλέπονται στον παρόντα Νόμο και στον Κανονισμό (ΕΕ) 2019/2033, ιδίως μέσω της ανταλλαγής πληροφοριών, χωρίς καθυστέρηση, σχετικά με τις ΕΠΕΥ, μεταξύ άλλων των ακολούθων:
(α) Πληροφοριών σχετικά με τη διοίκηση και το ιδιοκτησιακό καθεστώς των ΕΠΕΥ∙
(β) πληροφοριών σχετικά με τη συμμόρφωση των ΕΠΕΥ με τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων∙
(γ) πληροφοριών σχετικά με τη συμμόρφωση με τις απαιτήσεις για τον κίνδυνο συγκέντρωσης και τις απαιτήσεις για τη ρευστότητα των ΕΠΕΥ∙
(δ) πληροφοριών σχετικά με τη διοικητική και λογιστική οργάνωση και τους μηχανισμούς εσωτερικού ελέγχου της ΕΠΕΥ∙ και
(ε) οποιωνδήποτε άλλων σχετικών παραγόντων που μπορεί να επηρεάσουν τον κίνδυνο που ενέχουν οι ΕΠΕΥ.
(2) Η Επιτροπή, ως αρμόδια αρχή της Δημοκρατίας ως κράτους μέλους καταγωγής, κοινοποιεί πάραυτα στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής κάθε πληροφορία ή διαπίστωση σχετικά με ενδεχόμενα προβλήματα και κινδύνους που ενέχει η ΚΕΠΕΥ για την προστασία των πελατών ή τη σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος του κράτους μέλους υποδοχής, που έχει εντοπίσει στο πλαίσιο της εποπτείας των δραστηριοτήτων της ΚΕΠΕΥ.
(3) Η Επιτροπή, ως αρμόδια αρχή της Δημοκρατίας ως κράτους μέλους καταγωγής-
(α) ανταποκρίνεται στις πληροφορίες που κοινοποιούνται από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής, με τη λήψη όλων των απαραίτητων μέτρων για την αποτροπή ή την αντιμετώπιση των ενδεχόμενων προβλημάτων και κινδύνων που αναφέρονται στο εδάφιο (2)∙ και
(β) εφόσον της ζητηθεί, εξηγεί λεπτομερώς στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής με ποιον τρόπο έλαβε υπόψη τις πληροφορίες και τις διαπιστώσεις που της κοινοποιήθηκαν από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής.
(4) Όταν, μετά την κοινοποίηση των πληροφοριών και διαπιστώσεων που αναφέρονται στο εδάφιο (2), η Επιτροπή, ως αρμόδια αρχή της Δημοκρατίας ως κράτους μέλους υποδοχής, θεωρεί ότι οι αρμόδιες αρχές κράτους μέλους καταγωγής δεν έλαβαν τα απαραίτητα μέτρα που προβλέπονται στο εδάφιο (3), δύναται, αφού πρώτα ενημερώσει τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής, την ΕΑΤ και την ΕΑΚΑΑ, να λάβει κατάλληλα μέτρα για την προστασία των πελατών στους οποίους παρέχονται υπηρεσίες ή για την προστασία της σταθερότητας του χρηματοπιστωτικού συστήματος.
(5) Η Επιτροπή δύναται να παραπέμπει στην ΕΑΤ περιπτώσεις στις οποίες ένα αίτημα συνεργασίας και ιδίως ένα αίτημα για ανταλλαγή πληροφοριών προς αρμόδιες αρχές άλλου κράτους μέλους, έχει απορριφθεί ή δεν έχει διεκπεραιωθεί εντός εύλογου χρονικού διαστήματος.
(6) Στην περίπτωση που η Επιτροπή, ως αρμόδια αρχή της Δημοκρατίας ως κράτους μέλους καταγωγής, διαφωνεί με τα μέτρα της αρμόδιας αρχής του κράτους μέλους υποδοχής, δύναται να παραπέμψει το ζήτημα στην ΕΑΤ, ώστε η τελευταία να ενεργήσει σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο Άρθρο 19 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.
(7) Προκειμένου να αξιολογηθεί η προϋπόθεση του Άρθρου 23, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, στοιχείο γ), του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033, η Επιτροπή, ως αρμόδια αρχή της Δημοκρατίας ως κράτους μέλους καταγωγής μιας ΚΕΠΕΥ, δύναται να ζητήσει από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής ενός εκκαθαριστικού μέλους, την παροχή πληροφοριών σχετικά με το μοντέλο περιθωρίου και τις παραμέτρους που χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό της απαίτησης περιθωρίου ασφαλείας της σχετικής ΚΕΠΕΥ.
14.-(1) Όταν μια ΕΠΕΥ, που έχει λάβει άδεια λειτουργίας σε άλλο κράτος μέλος, ασκεί τη δραστηριότητά της στη Δημοκρατία μέσω υποκαταστήματος, η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής δύναται, αφού ενημερώσει προηγουμένως την Επιτροπή, να προβαίνει η ίδια ή μέσω ενδιαμέσων που διορίζει για τον σκοπό αυτό, σε επιτόπιο έλεγχο των πληροφοριών που αναφέρονται στο άρθρο 13(1) του παρόντος Νόμου και να επιθεωρεί τα εν λόγω υποκαταστήματα.
(2) Η Επιτροπή, ως αρμόδια αρχή της Δημοκρατίας ως κράτους μέλους υποδοχής, για σκοπούς εποπτείας και εφόσον το κρίνει σκόπιμο για λόγους σταθερότητας του χρηματοπιστωτικού συστήματος στη Δημοκρατία, δύναται να διεξάγει, κατά περίπτωση, επιτόπιους ελέγχους και επιθεωρήσεις των δραστηριοτήτων που αναπτύσσουν τα υποκαταστήματα ΕΠΕΥ στη Δημοκρατία, και να απαιτεί πληροφόρηση από το εκάστοτε υποκατάστημα σχετικά με τις δραστηριότητές του.
(3) Πριν από τη διεξαγωγή των ελέγχων και επιθεωρήσεων που αναφέρονται στο εδάφιο (2), η Επιτροπή πραγματοποιεί, χωρίς καθυστέρηση, διαβούλευση με την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής.
(4) Το συντομότερο δυνατό μετά την ολοκλήρωση των ελέγχων και επιθεωρήσεων που αναφέρονται στο εδάφιο (2), η Επιτροπή διαβιβάζει στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής τις πληροφορίες που συλλέχθηκαν και τις διαπιστώσεις που είναι σημαντικές για την εκτίμηση κινδύνου της σχετικής ΕΠΕΥ.
15.-(1) Η Επιτροπή και όλα τα πρόσωπα που εργάζονται ή έχουν εργαστεί για την Επιτροπή, συμπεριλαμβανομένων των προσώπων που αναφέρονται στο άρθρο 77(1) του περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμου, υποχρεούνται στην τήρηση του επαγγελματικού απορρήτου, για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου, των δυνάμει αυτού εκδιδομένων οδηγιών και του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033.
(2) Οι εμπιστευτικές πληροφορίες οι οποίες περιέρχονται σε γνώση της Επιτροπής και προσώπων, κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, επιτρέπεται να δημοσιοποιούνται μόνο σε συνοπτική ή συγκεντρωτική μορφή, υπό την προϋπόθεση ότι δεν προκύπτει η ταυτότητα της συγκεκριμένης ΕΠΕΥ ή συγκεκριμένων προσώπων, χωρίς επηρεασμό των περιπτώσεων που εμπίπτουν στο κυπριακό ποινικό δίκαιο.
(3) Σε περίπτωση που ΕΠΕΥ έχει κηρυχθεί σε πτώχευση ή βρίσκεται υπό αναγκαστική εκκαθάριση, οι εμπιστευτικές πληροφορίες οι οποίες δεν αφορούν τρίτους επιτρέπεται να δημοσιοποιηθούν στο πλαίσιο διαδικασιών αστικού ή εμπορικού δικαίου, όπου τέτοια δημοσιοποίηση απαιτείται για τη διεξαγωγή των εν λόγω διαδικασιών.
(4) Η Επιτροπή χρησιμοποιεί τις εμπιστευτικές πληροφορίες που συλλέγονται, ανταλλάσσονται ή διαβιβάζονται δυνάμει του παρόντος Νόμου και του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033 μόνο για την εκπλήρωση των καθηκόντων της και ιδίως για τους ακόλουθους σκοπούς:
(α) Την παρακολούθηση των κανόνων προληπτικής εποπτείας που προβλέπονται στον παρόντα Νόμο και στον Κανονισμό (ΕΕ) 2019/2033∙
(β) την επιβολή κυρώσεων∙
(γ) στο πλαίσιο διοικητικού και μη δικαστικού τύπου προσφυγών κατά αποφάσεων της Επιτροπής∙ και
(δ) στο πλαίσιο δικαστικών διαδικασιών που έχουν κινηθεί βάσει του άρθρου 55.
(5) Τα φυσικά και νομικά πρόσωπα και άλλοι φορείς, εκτός της Επιτροπής, που λαμβάνουν εμπιστευτικές πληροφορίες δυνάμει του παρόντος Νόμου και του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033, χρησιμοποιούν τις πληροφορίες αυτές μόνο για τους σκοπούς που προβλέπει ρητά η Επιτροπή ή σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΕ) 2016/679 και με τον περί της Προστασίας των Φυσικών Προσώπων Έναντι της Επεξεργασίας των Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα και της Ελεύθερης Κυκλοφορίας των Δεδομένων αυτών Νόμο.
(6) Η Επιτροπή δύναται να ανταλλάσσει, με άλλες αρμόδιες αρχές, εμπιστευτικές πληροφορίες για τους σκοπούς του εδαφίου (4), να ορίζει ρητά τον τρόπο χειρισμού των εν λόγω πληροφοριών και να περιορίζει ρητά οποιαδήποτε περαιτέρω διαβίβαση των εν λόγω πληροφοριών.
(7) Η υποχρέωση που αναφέρεται στο εδάφιο (1) δεν εμποδίζει την Επιτροπή να διαβιβάζει εμπιστευτικές πληροφορίες στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, όταν οι πληροφορίες αυτές είναι αναγκαίες για την άσκηση των εξουσιών της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.
(8) Η Επιτροπή δύναται να παρέχει εμπιστευτικές πληροφορίες στην ΕΑΤ, στην ΕΑΚΑΑ, στο ΕΣΣΚ, στην Κεντρική Τράπεζα, στις κεντρικές τράπεζες των κρατών μελών, στο ΕΣΚΤ και στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, όταν ενεργούν υπό την ιδιότητα της νομισματικής αρχής, και, όπου είναι αναγκαίο, σε δημόσιες αρχές επιφορτισμένες με την εποπτεία των συστημάτων πληρωμών και διακανονισμού, όταν οι πληροφορίες αυτές είναι αναγκαίες για την εκπλήρωση των καθηκόντων τους.
16. Για την εκτέλεση των εποπτικών καθηκόντων της δυνάμει του παρόντος Νόμου ή του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033 και για την ανταλλαγή πληροφοριών, η Επιτροπή, οι λοιπές αρμόδιες αρχές, η ΕΑΤ και η ΕΑΚΑΑ, σύμφωνα με το Άρθρο 33 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 ή το Άρθρο 33 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010, κατά περίπτωση, δύνανται να προβαίνουν σε ρυθμίσεις συνεργασίας με τις εποπτικές αρχές τρίτης χώρας, καθώς και με αρχές ή φορείς τρίτων χωρών που έχουν επιφορτιστεί με τα ακόλουθα καθήκοντα, υπό τον όρο ότι οι πληροφορίες που παρέχονται καλύπτονται από εγγυήσεις επαγγελματικού απορρήτου τουλάχιστον ισοδύναμες με τις προβλεπόμενες στο άρθρο 15:
(α) Την εποπτεία των χρηματοδοτικών ιδρυμάτων και των χρηματοπιστωτικών αγορών, συμπεριλαμβανομένης της εποπτείας των χρηματοπιστωτικών οντοτήτων που διαθέτουν άδεια για να λειτουργούν ως κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι, όταν οι κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι έχουν αναγνωριστεί βάσει του Άρθρου 25 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012·
(β) την εκκαθάριση και την πτώχευση ΕΠΕΥ και παρόμοιες διαδικασίες·
(γ) την εποπτεία των φορέων που υπεισέρχονται στις διαδικασίες εκκαθάρισης και πτώχευσης ΕΠΕΥ και σε παρόμοιες διαδικασίες·
(δ) τη διεξαγωγή των υποχρεωτικών ελέγχων των χρηματοδοτικών ιδρυμάτων ή των ιδρυμάτων που διαχειρίζονται συστήματα αποζημίωσης·
(ε) την εποπτεία προσώπων τα οποία είναι επιφορτισμένα με τον υποχρεωτικό έλεγχο των λογαριασμών χρηματοδοτικών ιδρυμάτων⸱
(στ) την εποπτεία προσώπων που δραστηριοποιούνται σε αγορές δικαιωμάτων εκπομπής, με σκοπό την εξασφάλιση ενοποιημένης επισκόπησης των χρηματοπιστωτικών αγορών και των αγορών άμεσης παράδοσης· και
(ζ) την εποπτεία προσώπων που δραστηριοποιούνται σε αγορές παραγώγων επί εμπορευμάτων, με σκοπό την εξασφάλιση ενοποιημένης επισκόπησης των χρηματοπιστωτικών αγορών και των αγορών άμεσης παράδοσης.
17. Κάθε πρόσωπο στο οποίο έχει χορηγηθεί άδεια σύμφωνα με τον περί Ελεγκτών Νόμο και το οποίο ασκεί σε ΚΕΠΕΥ τα καθήκοντα που περιγράφονται στο άρθρο 58(1) του περί Ανοικτού Τύπου Οργανισμών Συλλογικών Επενδύσεων Νόμου ή στο άρθρο 152Α του περί Εταιρειών Νόμου ή κάθε άλλο νόμιμο καθήκον υποχρεούται να γνωστοποιεί ταχέως στην Επιτροπή κάθε γεγονός ή απόφαση που αφορά την εν λόγω ΚΕΠΕΥ ή αφορά επιχείρηση που έχει στενούς δεσμούς με την εν λόγω ΚΕΠΕΥ και που-
(α) αποτελεί ουσιαστική παράβαση του παρόντος Νόμου ή/και των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων οδηγιών∙
(β) ενδέχεται να επηρεάσει τη συνέχεια της λειτουργίας της ΚΕΠΕΥ· ή
(γ) ενδέχεται να οδηγήσει σε άρνηση της έγκρισης των λογαριασμών ή μπορεί να οδηγήσει σε διατύπωση επιφυλάξεων.
18.-(1) Οι ΚΕΠΕΥ που δεν πληρούν τις προϋποθέσεις που ορίζονται στο Άρθρο 12, παράγραφος 1, του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033 για να χαρακτηριστούν ως μικρές και μη διασυνδεδεμένες ΚΕΠΕΥ, διαθέτουν αξιόπιστες, αποτελεσματικές και ολοκληρωμένες ρυθμίσεις, στρατηγικές και διαδικασίες για να εκτιμούν και να διατηρούν σε διαρκή βάση τα ποσά, τα είδη και την κατανομή των εσωτερικών κεφαλαίων και των ρευστών στοιχείων ενεργητικού που θεωρούν κατάλληλα για την κάλυψη της φύσης και του επιπέδου των κινδύνων τους οποίους ενδέχεται να ενέχουν για τρίτους και στους οποίους βρίσκονται ή θα μπορούσαν να βρεθούν εκτεθειμένες οι ίδιες οι ΚΕΠΕΥ.
(2) Οι ρυθμίσεις, οι στρατηγικές και οι διαδικασίες που αναφέρονται στο εδάφιο (1) είναι κατάλληλες και αναλογικές προς τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων της σχετικής ΚΕΠΕΥ και υποβάλλονται σε τακτική εσωτερική επανεξέταση.
(3) Η Επιτροπή δύναται να ζητεί από τις ΚΕΠΕΥ που πληρούν τις προϋποθέσεις του Άρθρου 12, παράγραφος 1, του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033, για να χαρακτηριστούν ως μικρές και μη διασυνδεδεμένες ΚΕΠΕΥ, να εφαρμόζουν τις απαιτήσεις του παρόντος άρθρου στον βαθμό που η Επιτροπή το κρίνει σκόπιμο.
19.-(1) Οι διατάξεις του παρόντος Τμήματος δεν εφαρμόζονται σε περίπτωση που, βάσει του Άρθρου 12, παράγραφος 1, του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033, η ΚΕΠΕΥ προσδιορίζει ότι πληροί όλες τις προϋποθέσεις που ορίζονται σε αυτό, ώστε να χαρακτηριστεί ως μικρή και μη διασυνδεδεμένη ΚΕΠΕΥ.
(2) Σε περίπτωση που μια ΚΕΠΕΥ, η οποία δεν έχει εκπληρώσει όλες τις προϋποθέσεις του Άρθρου 12, παράγραφος 1, του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 2019/2033, εκπληρώσει τις προϋποθέσεις αυτές αργότερα, οι διατάξεις του παρόντος Τμήματος παύουν να εφαρμόζονται μετά την παρέλευση έξι (6) μηνών από την ημερομηνία κατά την οποία εκπληρώθηκαν οι εν λόγω προϋποθέσεις.
(3) Οι διατάξεις του παρόντος Τμήματος παυούν να εφαρμόζονται στην ΚΕΠΕΥ μετά την παρέλευση του αναφερόμενου στο εδάφιο (2) διαστήματος μόνο όταν η ΚΕΠΕΥ συνέχισε να πληροί τις προϋποθέσεις του Άρθρου 12, παράγραφος 1, του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033 αδιαλείπτως κατά τη διάρκεια του αναφερόμενου στο εδάφιο (2) διαστήματος και όταν ενημέρωσε σχετικά την Επιτροπή.
(4) Σε περίπτωση που μια ΚΕΠΕΥ προσδιορίσει ότι δεν πληροί πλέον όλες τις προϋποθέσεις του Άρθρου 12, παράγραφος 1, του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033, ενημερώνει την Επιτροπή και συμμορφώνεται με τις διατάξεις του παρόντος Τμήματος εντός δώδεκα (12) μηνών από την ημερομηνία κατά την οποία έγινε η εκτίμηση αυτή.
(5) Οι ΚΕΠΕΥ εφαρμόζουν τις διατάξεις του άρθρου 26 του παρόντος Νόμου στις αποδοχές που χορηγούνται για παρασχεθείσες υπηρεσίες ή για επιδόσεις κατά το οικονομικό έτος που έπεται του οικονομικού έτους κατά το οποίο έγινε η εκτίμηση που αναφέρεται στο εδάφιο (4).
(6) Στις περιπτώσεις όπου εφαρμόζονται οι διατάξεις του παρόντος Τμήματος και γίνεται εφαρμογή του Άρθρου 8 του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033, οι διατάξεις του παρόντος Τμήματος εφαρμόζονται στις ΚΕΠΕΥ σε ατομική βάση.
(7) Στις περιπτώσεις όπου εφαρμόζονται οι διατάξεις του παρόντος Τμήματος και γίνεται εφαρμογή εποπτικής ενοποίησης όπως αναφέρεται στο Άρθρο 7 του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033, οι διατάξεις τους παρόντος Τμήματος εφαρμόζονται στις ΚΕΠΕΥ σε ατομική και ενοποιημένη βάση.
(8) Ανεξάρτητα από το εδάφιο (7), οι διατάξεις του παρόντος Τμήματος δεν εφαρμόζονται σε θυγατρικές επιχειρήσεις που περιλαμβάνονται σε κατάσταση ενοποίησης και είναι εγκατεστημένες σε τρίτες χώρες, εάν η εγκατεστημένη στην Ευρωπαϊκή Ένωση μητρική επιχείρηση μπορεί να αποδείξει στην Επιτροπή ότι η εφαρμογή του παρόντος Τμήματος είναι παράνομη σύμφωνα με τη νομοθεσία της τρίτης χώρας όπου είναι εγκατεστημένες οι εν λόγω θυγατρικές επιχειρήσεις.
20.-(1) Οι ΚΕΠΕΥ διαθέτουν άρτιο πλαίσιο διακυβέρνησης, το οποίο περιλαμβάνει όλα τα ακόλουθα:
(α) Σαφή οργανωτική διάρθρωση με ευκρινείς, διαφανείς και συνεπείς γραμμές ευθύνης·
(β) αποτελεσματικές διαδικασίες εντοπισμού, διαχείρισης, παρακολούθησης και αναφοράς των κινδύνων στους οποίους βρίσκονται ή θα μπορούσαν να βρεθούν εκτεθειμένες οι ΚΕΠΕΥ ή των κινδύνων τους οποίους ενέχουν ή θα μπορούσαν να ενέχουν για τρίτους·
(γ) επαρκείς μηχανισμούς εσωτερικού ελέγχου, περιλαμβανομένων ορθών διοικητικών και λογιστικών διαδικασιών·
(δ) πολιτικές και πρακτικές αποδοχών, ουδέτερες ως προς το φύλο, που συνάδουν με την ορθή και αποτελεσματική διαχείριση κινδύνων και την προωθούν.
(2) Κατά τη διαμόρφωση του πλαισίου που αναφέρεται στο εδάφιο (1), λαμβάνονται υπόψη τα κριτήρια που προβλέπονται στα άρθρα 22 έως 27.
(3) Το πλαίσιο που αναφέρεται στο εδάφιο (1) είναι κατάλληλο και αναλογικό προς τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των κινδύνων που ενέχουν το επιχειρηματικό μοντέλο και οι δραστηριότητες της ΚΕΠΕΥ.
21.-(1) Οι ΚΕΠΕΥ που διαθέτουν υποκατάστημα ή θυγατρική η οποία είναι χρηματοδοτικό ίδρυμα, όπως ορίζεται στο Άρθρο 4, παράγραφος 1, σημείο 26), του Κανονισμού (ΕΕ) 575/2013, σε άλλο από τη Δημοκρατία κράτος μέλος ή σε τρίτη χώρα, δημοσιοποιούν τις ακόλουθες πληροφορίες ανά κράτος μέλος και ανά τρίτη χώρα σε ετήσια βάση:
(α) Την επωνυμία, τη φύση των δραστηριοτήτων και τον τόπο των θυγατρικών και των υποκαταστημάτων·
(β) τον κύκλο εργασιών·
(γ) τον αριθμό υπαλλήλων σε ισοδύναμα πλήρους απασχόλησης·
(δ) τα αποτελέσματα προ φόρων·
(ε) τους φόρους επί των αποτελεσμάτων· και
(στ) τις εισπραττόμενες δημόσιες επιδοτήσεις.
(2) Οι πληροφορίες που αναφέρονται στο εδάφιο (1) ελέγχονται με βάση τον περί Ελεγκτών Νόμο και προσαρτώνται, εφόσον είναι δυνατό, ως παράρτημα στις ετήσιες οικονομικές καταστάσεις ή, όπου συντρέχει περίπτωση, στις ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις των ΚΕΠΕΥ.
22.-(1) Το διοικητικό συμβούλιο της ΚΕΠΕΥ εγκρίνει και επανεξετάζει περιοδικά τις στρατηγικές και τις πολιτικές για τη διάθεση ανάληψης κινδύνων της ΚΕΠΕΥ, καθώς και για τη διαχείριση, την παρακολούθηση και τον μετριασμό των κινδύνων στους οποίους βρίσκεται ή μπορεί να βρεθεί εκτεθειμένη η ΚΕΠΕΥ, λαμβανομένων υπόψη του μακροοικονομικού περιβάλλοντος και του οικονομικού κύκλου της ΚΕΠΕΥ.
(2) Το διοικητικό συμβούλιο αφιερώνει επαρκή χρόνο για την εξασφάλιση της προσήκουσας συνεκτίμησης των θεμάτων που αναφέρονται στο εδάφιο (1) και διαθέτει επαρκείς πόρους στη διαχείριση όλων των σημαντικών κινδύνων στους οποίους είναι εκτεθειμένη η ΚΕΠΕΥ.
(3) Οι ΚΕΠΕΥ εισάγουν διαύλους αναφοράς στο διοικητικό συμβούλιο για όλους τους σημαντικούς κινδύνους και όλες τις πολιτικές διαχείρισης κινδύνων, καθώς και για κάθε μεταβολή τους.
(4) Έκαστη ΚΕΠΕΥ, που δεν πληροί τα κριτήρια του άρθρου 26(8)(α) του παρόντος Νόμου, συστήνει επιτροπή κινδύνου αποτελούμενη από μέλη του διοικητικού συμβουλίου που δεν ασκούν εκτελεστικές λειτουργίες σε αυτή την ΚΕΠΕΥ.
(5) Τα μέλη της επιτροπής κινδύνου, που αναφέρεται στο εδάφιο (4), έχουν κατάλληλες γνώσεις, δεξιότητες και εξειδίκευση ώστε να αντιλαμβάνονται πλήρως, να διαχειρίζονται και να παρακολουθούν τη στρατηγική κινδύνου και τη διάθεση ανάληψης κινδύνων της ΚΕΠΕΥ και διασφαλίζουν ότι η επιτροπή κινδύνου συμβουλεύει το διοικητικό συμβούλιο σχετικά με τη συνολική τρέχουσα και μελλοντική διάθεση ανάληψης κινδύνων και τη στρατηγική κινδύνου της ΚΕΠΕΥ, και βοηθά το διοικητικό συμβούλιο στην επίβλεψη της υλοποίησης της εν λόγω στρατηγικής από τα ανώτερα διοικητικά στελέχη.
(6) Το διοικητικό συμβούλιο διατηρεί τη συνολική ευθύνη για τις στρατηγικές και τις πολιτικές κινδύνου της ΚΕΠΕΥ.
(7) Το διοικητικό συμβούλιο με την εποπτική του λειτουργία και η επιτροπή κινδύνου του εν λόγω διοικητικού συμβουλίου, σε περίπτωση που έχει συσταθεί επιτροπή κινδύνου, έχουν πρόσβαση σε πληροφορίες ως προς τους κινδύνους στους οποίους βρίσκεται ή μπορεί να βρεθεί εκτεθειμένη η ΚΕΠΕΥ.
23.-(1) Έκαστη ΚΕΠΕΥ διαθέτει άρτιες στρατηγικές, πολιτικές, διαδικασίες και συστήματα για να εντοπίζει, να μετρά, να διαχειρίζεται και να παρακολουθεί τα εξής:
(α) Τις σημαντικές πηγές και επιπτώσεις των κινδύνων για τους πελάτες, καθώς και κάθε σημαντικό αντίκτυπο στα ίδια κεφάλαια·
(β) τις σημαντικές πηγές και επιπτώσεις των κινδύνων για την αγορά, καθώς και κάθε σημαντικό αντίκτυπο στα ίδια κεφάλαια·
(γ) τις σημαντικές πηγές και επιπτώσεις του κινδύνου για την ΚΕΠΕΥ, ιδίως όσες μπορούν να εξαντλήσουν το επίπεδο των διαθέσιμων ιδίων κεφαλαίων· και
(δ) τον κίνδυνο ρευστότητας για κατάλληλο σύνολο χρονικών οριζόντων, μεταξύ άλλων εντός της ίδιας ημέρας, προκειμένου να εξασφαλίζεται ότι η ΚΕΠΕΥ διατηρεί επαρκή επίπεδα ρευστών πόρων, μεταξύ άλλων όσον αφορά την αντιμετώπιση των σημαντικών πηγών κινδύνων που αναφέρονται στις παραγράφους (α), (β) και (γ).
(2) Οι στρατηγικές, οι πολιτικές, οι διαδικασίες και τα συστήματα είναι αναλογικά προς την πολυπλοκότητα, το προφίλ κινδύνου και το πεδίο λειτουργίας της ΚΕΠΕΥ, καθώς και το επίπεδο ανοχής κινδύνου που έχει οριστεί από το διοικητικό συμβούλιο, απηχούν δε τη σημασία της ΚΕΠΕΥ σε κάθε κράτος μέλος στο οποίο δραστηριοποιείται επιχειρηματικά.
(3) Για τους σκοπούς της παραγράφου (α) του εδαφίου (1) και εδαφίου (2), η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη την Οδηγία ΟΔ 87-01.
(4) Για τους σκοπούς της παραγράφου (α) του εδαφίου (1), οι ΚΕΠΕΥ εξετάζουν το ενδεχόμενο λήψης ασφάλισης επαγγελματικής ευθύνης ως αποτελεσματικού εργαλείου για τη διαχείριση των κινδύνων.
(5) Για τους σκοπούς της παραγράφου (γ) του εδαφίου (1), στις σημαντικές πηγές κινδύνου για την ίδια την ΚΕΠΕΥ περιλαμβάνονται, κατά περίπτωση, σημαντικές μεταβολές της λογιστικής αξίας των στοιχείων ενεργητικού, συμπεριλαμβανομένων των αξιώσεων επί συνδεδεμένων αντιπροσώπων, της πτώχευσης πελατών ή αντισυμβαλλομένων, των θέσεων σε χρηματοοικονομικά μέσα, ξένα νομίσματα και εμπορεύματα, καθώς και των υποχρεώσεων έναντι συνταξιοδοτικών προγραμμάτων καθορισμένων παροχών.
(6) Η ΚΕΠΕΥ λαμβάνει δεόντως υπόψη κάθε σημαντικό αντίκτυπο επί των ιδίων κεφαλαίων εφόσον οι κίνδυνοι αυτοί δεν καλύπτονται καταλλήλως από τα ίδια κεφάλαια που υπολογίζονται σύμφωνα με το Άρθρο 11 του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033.
(7) Στην περίπτωση που η ΚΕΠΕΥ χρειάζεται να προβεί σε εκκαθάριση ή παύση δραστηριοτήτων, η Επιτροπή απαιτεί από την ΚΕΠΕΥ να λαμβάνει δεόντως υπόψη, συνεκτιμώντας τη βιωσιμότητα και τη διατηρησιμότητα των επιχειρηματικών μοντέλων και στρατηγικών τους, τις απαιτήσεις και τους αναγκαίους πόρους που είναι ρεαλιστικοί, ως προς τη χρονική κλίμακα και τη διατήρηση ιδίων κεφαλαίων και ρευστών πόρων, καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας εξόδου από την αγορά.
(8) Ανεξάρτητα από το άρθρο 19, οι παράγραφοι (α), (γ) και (δ) του εδαφίου (1) εφαρμόζονται στις ΚΕΠΕΥ που πληρούν τις προϋποθέσεις του Άρθρου 12, παράγραφος 1, του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033 για να χαρακτηριστούν ως μικρές και μη διασυνδεδεμένες ΚΕΠΕΥ.
24.-(1) Έκαστη ΚΕΠΕΥ κατά τον καθορισμό και την εφαρμογή των πολιτικών αποδοχών της για κατηγορίες προσωπικού, συμπεριλαμβανομένων των ανώτερων διοικητικών στελεχών, των προσώπων που αναλαμβάνουν κινδύνους, των μελών του προσωπικού που ασχολούνται με τις λειτουργίες ελέγχου και οποιωνδήποτε εργαζομένων των οποίων οι συνολικές αποδοχές ισούνται τουλάχιστον με τις χαμηλότερες αποδοχές που λαμβάνουν τα ανώτερα διοικητικά στελέχη ή τα πρόσωπα που αναλαμβάνουν κινδύνους, των οποίων οι επαγγελματικές δραστηριότητες έχουν ουσιώδη αντίκτυπο στο προφίλ κινδύνου της ΚΕΠΕΥ ή των στοιχείων ενεργητικού που διαχειρίζεται, συμμορφώνεται προς τις ακόλουθες αρχές:
(α) Η πολιτική αποδοχών είναι σαφώς καταγεγραμμένη και ανάλογη με το μέγεθος, την εσωτερική οργάνωση και τη φύση, καθώς και το πεδίο και την πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων της ΚΕΠΕΥ·
(β) η πολιτική αποδοχών είναι ουδέτερη ως προς το φύλο·
(γ) η πολιτική αποδοχών συνάδει με την ορθή και αποτελεσματική διαχείριση κινδύνων και την προωθεί·
(δ) η πολιτική αποδοχών είναι σύμφωνη με την επιχειρηματική στρατηγική και τους στόχους της ΚΕΠΕΥ και λαμβάνει επίσης υπόψη τα μακροπρόθεσμα αποτελέσματα των επενδυτικών αποφάσεων που λαμβάνονται·
(ε) η πολιτική αποδοχών περιλαμβάνει μέτρα για την αποφυγή συγκρούσεων συμφερόντων, ενθαρρύνει την υπεύθυνη επιχειρηματική συμπεριφορά και προάγει την επίγνωση των κινδύνων και τη συνετή ανάληψη κινδύνων·
(στ) το διοικητικό συμβούλιο της ΚΕΠΕΥ με την εποπτική του λειτουργία υιοθετεί και αναθεωρεί περιοδικά την πολιτική αποδοχών και έχει τη γενική ευθύνη για την επίβλεψη της εφαρμογής της·
(ζ) η εφαρμογή της πολιτικής αποδοχών υπόκειται, τουλάχιστον ετησίως, σε κεντρικό και ανεξάρτητο εσωτερικό έλεγχο από τις λειτουργίες ελέγχου·
(η) τα μέλη του προσωπικού που ασχολούνται με τις λειτουργίες ελέγχου είναι ανεξάρτητα από τις επιχειρηματικές μονάδες τις οποίες εποπτεύουν, έχουν τις κατάλληλες εξουσίες και αμείβονται με βάση την επίτευξη των στόχων που συνδέονται με τις λειτουργίες τους, ανεξαρτήτως των επιδόσεων των επιχειρηματικών τομέων τους οποίους ελέγχουν·
(θ) οι αποδοχές των ανωτέρων στελεχών που ασχολούνται με τις λειτουργίες διαχείρισης κινδύνων και συμμόρφωσης εποπτεύονται άμεσα από την επιτροπή αποδοχών που αναφέρεται στο άρθρο 27 ή, εφόσον δεν έχει συσταθεί τέτοια επιτροπή, από το διοικητικό συμβούλιο με την εποπτική του λειτουργία·
(ι) η πολιτική αποδοχών, λαμβάνοντας υπόψη τους κανόνες που ισχύουν στη Δημοκρατία για τον καθορισμό των μισθών, κάνει σαφή διάκριση μεταξύ των κριτηρίων που εφαρμόζονται για τον καθορισμό των ακόλουθων:
(i) Tων σταθερών βασικών αποδοχών, που αντανακλούν κυρίως τη συναφή επαγγελματική πείρα και την οργανωτική ευθύνη όπως ορίζεται στην περιγραφή καθηκόντων του υπαλλήλου ως μέρος των όρων απασχόλησής του·
(ii) των μεταβλητών αποδοχών, που αντανακλούν βιώσιμες και προσαρμοσμένες στον κίνδυνο επιδόσεις του υπαλλήλου, καθώς και επιδόσεις καθ’ υπέρβαση των προβλεπόμενων στην περιγραφή καθηκόντων του υπαλλήλου·
(ια) η σταθερή συνιστώσα αντιπροσωπεύει επαρκώς υψηλό ποσοστό των συνολικών αποδοχών, ώστε να είναι δυνατή η εφαρμογή μιας πλήρως ευέλικτης πολιτικής ως προς τη μεταβλητή συνιστώσα των αποδοχών, συμπεριλαμβανομένης της δυνατότητας μη καταβολής της μεταβλητής συνιστώσας των αποδοχών.
(2) Για τους σκοπούς της παραγράφου (ια) του εδαφίου (1), έκαστη ΚΕΠΕΥ καθορίζει στις πολιτικές αποδοχών της τη δέουσα αναλογία μεταξύ της σταθερής και της μεταβλητής συνιστώσας των συνολικών αποδοχών, λαμβάνοντας υπόψη τις επιχειρηματικές δραστηριότητες της ΚΕΠΕΥ και τους συναφείς κινδύνους, καθώς και τον αντίκτυπο που έχουν στο προφίλ κινδύνου της ΚΕΠΕΥ οι διάφορες κατηγορίες προσωπικού που αναφέρονται στο εδάφιο (1).
(3) Οι ΚΕΠΕΥ καθορίζουν και εφαρμόζουν τις αρχές του εδαφίου (1) κατά τρόπο κατάλληλο προς το μέγεθος και την εσωτερική οργάνωσή τους, καθώς και προς τη φύση, το πεδίο και την πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων τους.
25. Όταν ΚΕΠΕΥ επωφελείται από έκτακτη δημόσια χρηματοπιστωτική στήριξη, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 2(1) του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών Ιδρυμάτων και Επενδυτικών Εταιρειών Νόμου-
(α) δεν καταβάλλει μεταβλητές αποδοχές σε μέλη του διοικητικού συμβουλίου της·
(β) σε περίπτωση που οι μεταβλητές αποδοχές που καταβάλλονται σε προσωπικό πλην των μελών του διοικητικού συμβουλίου δεν συμβιβάζονται με τη διατήρηση στέρεης κεφαλαιακής βάσης στην ΚΕΠΕΥ και με την έγκαιρη έξοδό της από την έκτακτη δημόσια χρηματοπιστωτική στήριξη, οι μεταβλητές αποδοχές περιορίζονται σε μέρος των καθαρών εσόδων.
26.-(1) Οι μεταβλητές αποδοχές που χορηγούνται και καταβάλλονται από ΚΕΠΕΥ σε κατηγορίες προσωπικού αναφερόμενες στο άρθρο 24(1) του παρόντος Νόμου είναι σύμφωνες με όλες τις κατωτέρω απαιτήσεις υπό τους ίδιους όρους με τους τασσόμενους στο άρθρο 24(3):
(α) Στην περίπτωση που οι μεταβλητές αποδοχές συνδέονται με τις επιδόσεις, το συνολικό ποσό των μεταβλητών αποδοχών βασίζεται σε ένα συνδυασμό εκτίμησης των επιδόσεων του ατόμου, της σχετικής επιχειρηματικής μονάδας και των συνολικών αποτελεσμάτων της ΚΕΠΕΥ∙
(β) κατά την εκτίμηση των ατομικών επιδόσεων, λαμβάνονται υπόψη χρηματοοικονομικά και μη κριτήρια∙
(γ) η εκτίμηση των επιδόσεων που αναφέρεται στην παράγραφο (α) βασίζεται σε πολυετή περίοδο, που λαμβάνει υπόψη τον οικονομικό κύκλο της ΚΕΠΕΥ και τους επιχειρηματικούς της κινδύνους∙
(δ) οι μεταβλητές αποδοχές δεν επηρεάζουν την ικανότητα των ΚΕΠΕΥ να διασφαλίζουν στέρεη κεφαλαιακή βάση∙
(ε) δεν υπάρχουν εγγυημένες μεταβλητές αποδοχές παρά μόνο για το νέο προσωπικό για το πρώτο μόνο έτος απασχόλησής του και εφόσον η ΚΕΠΕΥ διαθέτει ισχυρή κεφαλαιακή βάση∙
(στ) οι πληρωμές που συνδέονται με την πρόωρη καταγγελία σύμβασης εργασίας αντικατοπτρίζουν τις επιδόσεις που επιτεύχθηκαν από το εκάστοτε πρόσωπο σε βάθος χρόνου και δεν ανταμείβουν την αποτυχία ή τη διάπραξη παραπτωμάτων∙
(ζ) τα πακέτα αποδοχών που αφορούν αποζημίωση ή εξαγορά από συμβάσεις σε προηγούμενη απασχόληση ευθυγραμμίζονται με το μακροπρόθεσμο συμφέρον της ΚΕΠΕΥ∙
(η) η μέτρηση των επιδόσεων, που χρησιμοποιείται ως βάση για τον υπολογισμό των ομαδοποιημένων συνιστωσών για τις μεταβλητές αποδοχές, λαμβάνει υπόψη κάθε είδους τρέχοντες και μελλοντικούς κινδύνους, καθώς και το κόστος του κεφαλαίου και της ρευστότητας που απαιτούνται σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΕ) 2019/2033∙
(θ) η κατανομή της μεταβλητής συνιστώσας των αποδοχών εντός της ΚΕΠΕΥ λαμβάνει υπόψη το πλήρες φάσμα των τρεχόντων και μελλοντικών κινδύνων∙
(ι) ποσοστό τουλάχιστον 50% των μεταβλητών αποδοχών αποτελείται από οποιοδήποτε από τα ακόλουθα μέσα:
(i) Μετοχές ή ισοδύναμα δικαιώματα ιδιοκτησίας, ανάλογα με τη νομική δομή της ΚΕΠΕΥ,
(ii) μέσα που συνδέονται με μετοχές ή ισοδύναμα μη ευχερώς ρευστοποιήσιμα μέσα, ανάλογα με τη νομική δομή της σχετικής ΚΕΠΕΥ,
(iii) πρόσθετα μέσα της κατηγορίας 1 ή μέσα της κατηγορίας 2 ή άλλα μέσα τα οποία μπορούν να μετατραπούν πλήρως σε μέσα κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 ή να απομειωθούν και τα οποία αντανακλούν δεόντως την πιστωτική ποιότητα της ΚΕΠΕΥ σε συνθήκες δρώσας οικονομικής κατάστασης, και
(iv) μη ευχερώς ρευστοποιήσιμα μέσα που αντανακλούν τα μέσα των υπό διαχείριση χαρτοφυλακίων∙
(ια) ανεξάρτητα από την παράγραφο (ι), όταν μια ΚΕΠΕΥ δεν εκδίδει κανένα από τα μέσα που αναφέρονται στην εν λόγω παράγραφο, η Επιτροπή δύναται να εγκρίνει τη χρήση εναλλακτικών ρυθμίσεων που εκπληρώνουν τους ίδιους στόχους∙
(ιβ) ποσοστό τουλάχιστον 40% των μεταβλητών αποδοχών αναβάλλεται για περίοδο τριών έως πέντε ετών, κατά περίπτωση, ανάλογα με τον οικονομικό κύκλο της ΚΕΠΕΥ, τη φύση της επιχειρηματικής δραστηριότητας, τους κινδύνους της και τις δραστηριότητες του εν λόγω προσώπου, εκτός από την περίπτωση μεταβλητών αποδοχών ιδιαίτερα υψηλού ποσού, όπου το ποσοστό των μεταβλητών αποδοχών που αναβάλλεται ανέρχεται τουλάχιστον σε 60%∙
(ιγ) ποσοστό έως και 100% των μεταβλητών αποδοχών συρρικνώνεται, σε περίπτωση υποτονικών ή αρνητικών χρηματοοικονομικών επιδόσεων της ΚΕΠΕΥ, μεταξύ άλλων μέσω ρυθμίσεων malus ή ρυθμίσεων περί επιστροφής αμοιβών βάσει κριτηρίων καθοριζόμενων από τις ΚΕΠΕΥ που καλύπτουν ειδικότερα καταστάσεις όπου το εν λόγω πρόσωπο-
(i) συμμετείχε ή ήταν υπεύθυνο για συμπεριφορά η οποία προξένησε σημαντικές ζημίες στην ΚΕΠΕ, και
(ii) δε θεωρείται πλέον ότι πληροί τις απαιτήσεις ικανότητας και ήθους·
(ιδ) οι προαιρετικές συνταξιοδοτικές παροχές είναι σύμφωνες με την επιχειρηματική στρατηγική, τους στόχους, τις αξίες και τα μακροπρόθεσμα συμφέροντα της ΚΕΠΕΥ.
(2) Για τους σκοπούς του εδαφίου (1)-
(α) τα πρόσωπα που αναφέρονται στο άρθρο 24(1) δεν χρησιμοποιούν προσωπικές στρατηγικές αντιστάθμισης κινδύνου ή ασφάλιση συνδεδεμένη με αποδοχές ή ευθύνη, για να καταστρατηγούν τις αρχές που αναφέρονται στο εδάφιο (1)∙ και
(β) οι μεταβλητές αποδοχές δεν καταβάλλονται μέσω χρηματοδοτικών εταιρειών ειδικού σκοπού ή μεθόδων που διευκολύνουν τη μη συμμόρφωση με τον παρόντα Νόμο ή με τον Κανονισμό (ΕΕ) 2019/2033.
(3) Για τους σκοπούς της παραγράφου (ι) του εδαφίου (1), τα μέσα που αναφέρονται στην εν λόγω παράγραφο υπόκεινται σε ενδεδειγμένη πολιτική διακράτησης, με σκοπό την ευθυγράμμιση των κινήτρων του προσώπου με τα μακροπρόθεσμα συμφέροντα της ΚΕΠΕΥ, των πιστωτών και των πελατών της.
(4) Η Επιτροπή δύναται να θέτει περιορισμούς στο είδος και στον σχεδιασμό των μέσων που αναφέρονται στο εδάφιο (3) ή να απαγορεύει τη χρήση ορισμένων μέσων για τους σκοπούς των μεταβλητών αποδοχών.
(5) Για τους σκοπούς της παραγράφου (ιβ) του εδαφίου (1), η αναβολή των μεταβλητών αποδοχών κατοχυρώνεται το πολύ κατ’ αναλογία του χρόνου.
(6) Για τους σκοπούς της παραγράφου (ιδ) του εδαφίου (1), αν ο υπάλληλος αποχωρήσει από την ΚΕΠΕΥ πριν από τη συμπλήρωση του ορίου ηλικίας συνταξιοδότησης, οι προαιρετικές συνταξιοδοτικές παροχές διατηρούνται από την ΚΕΠΕΥ για διάστημα πέντε (5) ετών, με τη μορφή των μέσων που αναφέρονται στην παράγραφο (ι) του εδαφίου (1).
(7) Στην περίπτωση υπαλλήλου που συμπληρώνει την ηλικία συνταξιοδότησης και συνταξιοδοτείται, οι προαιρετικές συνταξιοδοτικές παροχές καταβάλλονται στον υπάλληλο με τη μορφή των μέσων που αναφέρονται στην παράγραφο (ι) του εδαφίου (1), με την επιφύλαξη πενταετούς περιόδου διακράτησης.
(8) Οι παράγραφοι (ι) και (ιβ) του εδαφίου (1) και τα εδάφια (6) και (7) δεν εφαρμόζονται σε-
(α) ΚΕΠΕΥ, όταν η αξία των εντός και εκτός ισολογισμού στοιχείων ενεργητικού της είναι κατά μέσο όρο ίση ή μικρότερη από εκατό εκατομμύρια ευρώ κατά τη διάρκεια της τετραετούς περιόδου που προηγείται άμεσα του δεδομένου οικονομικού έτους∙ και
(β) φυσικό πρόσωπο του οποίου οι ετήσιες μεταβλητές αποδοχές δεν υπερβαίνουν το ποσό των πενήντα χιλιάδων ευρώ και δεν αντιπροσωπεύουν περισσότερο από το ένα τέταρτο των συνολικών ετήσιων αποδοχών του εν λόγω προσώπου.
(9) Ανεξάρτητα από την παράγραφο (α) του εδαφίου (8), η Επιτροπή δύναται, με την έκδοση οδηγιών, να αυξήσει το όριο που αναφέρεται στην εν λόγω παράγραφο, υπό την προϋπόθεση ότι η ΚΕΠΕΥ πληροί τα ακόλουθα κριτήρια:
(α) Δεν συγκαταλέγεται στις τρεις μεγαλύτερες ΕΠΕΥ στο κράτος μέλος που είναι εγκατεστημένη ως προς τη συνολική αξία των στοιχείων ενεργητικού∙
(β) δεν υπόκειται σε υποχρεώσεις ή υπόκειται σε απλουστευμένες υποχρεώσεις όσον αφορά τον σχεδιασμό της ανάκαμψης και της εξυγίανσης σύμφωνα με το άρθρο 12 του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών Ιδρυμάτων και Επενδυτικών Εταιρειών Νόμου∙
(γ) ο όγκος των δραστηριοτήτων χαρτοφυλακίου συναλλαγών εντός και εκτός ισολογισμού της ΚΕΠΕΥ είναι ίσος ή μικρότερος από εκατό πενήντα εκατομμύρια ευρώ∙
(δ) ο όγκος των δραστηριοτήτων σε παράγωγα εντός και εκτός ισολογισμού της ΚΕΠΕΥ είναι ίσος ή μικρότερος από εκατό εκατομμύρια ευρώ∙
(ε) το όριο δεν υπερβαίνει τα τριακόσια εκατομμύρια ευρώ∙ και
(στ) είναι σκόπιμο να αυξηθεί το όριο λαμβανομένων υπόψη της φύσης και του πεδίου των δραστηριοτήτων της ΚΕΠΕΥ, της εσωτερικής της οργάνωσης και, κατά περίπτωση, των χαρακτηριστικών του ομίλου στον οποίο ανήκει.
(10) Ανεξάρτητα από την παράγραφο (α) του εδαφίου (8), η Επιτροπή, δύναται, με την έκδοση οδηγιών, να μειώσει το όριο που αναφέρεται στην εν λόγω παράγραφο, εφόσον αυτό είναι σκόπιμο, λαμβανομένων υπόψη της φύσης και του πεδίου των δραστηριοτήτων της ΚΕΠΕΥ, της εσωτερικής της οργάνωσης και, κατά περίπτωση, των χαρακτηριστικών του ομίλου στον οποίο ανήκει.
(11) Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο (β) του εδαφίου (8), τα μέλη του προσωπικού που δικαιούνται ετήσιες μεταβλητές αποδοχές κάτω από το όριο και το μερίδιο που αναφέρονται στην εν λόγω παράγραφο δεν εμπίπτουν στην απαλλαγή που ορίζεται σε αυτό λόγω των ιδιαιτεροτήτων της κυπριακής αγοράς όσον αφορά στις πρακτικές αποδοχών ή λόγω της φύσης των αρμοδιοτήτων και της περιγραφής καθηκόντων των εν λόγω μελών του προσωπικού.
27.-(1) ΚΕΠΕΥ που δεν πληροί τα κριτήρια του άρθρου 26(8)(α) προβαίνει στη σύσταση επιτροπής αποδοχών.
(2) Η επιτροπή αποδοχών χαρακτηρίζεται από ισόρροπη εκπροσώπηση των φύλων και εκφέρει αρμοδίως και ανεξαρτήτως γνώμη για τις πολιτικές και τις πρακτικές αποδοχών, καθώς και για τα κίνητρα που δημιουργούνται για τη διαχείριση του κινδύνου, του κεφαλαίου και της ρευστότητας.
(3) Η επιτροπή αποδοχών επιτρέπεται να συσταθεί σε επίπεδο ομίλου.
(4) Η επιτροπή αποδοχών είναι υπεύθυνη για την προετοιμασία των αποφάσεων σχετικά με τις αποδοχές, συμπεριλαμβανομένων των αποφάσεων που έχουν επιπτώσεις στους κινδύνους και τη διαχείριση των κινδύνων της ΚΕΠΕΥ και που λαμβάνονται από το διοικητικό συμβούλιο.
(5) Ο πρόεδρος και τα μέλη της επιτροπής αποδοχών είναι μέλη του διοικητικού συμβουλίου που δεν ασκούν εκτελεστικές λειτουργίες στην ΚΕΠΕΥ.
(6) Στην περίπτωση που το κυπριακό δίκαιο προβλέπει εκπροσώπηση των εργαζόμενων στο διοικητικό συμβούλιο, στην επιτροπή αποδοχών συμπεριλαμβάνεται ένας ή περισσότεροι εκπρόσωποι των εργαζομένων.
(7) Κατά την προπαρασκευή των αποφάσεων που αναφέρονται στο εδάφιο (4), η επιτροπή αποδοχών λαμβάνει υπόψη το δημόσιο συμφέρον και τα μακροπρόθεσμα συμφέροντα των μετόχων, των επενδυτών και άλλων εμπλεκομένων στην ΚΕΠΕΥ.
28.-(1) Η Επιτροπή συγκεντρώνει τις πληροφορίες που κοινοποιούνται σύμφωνα με το Άρθρο 51, πρώτο εδάφιο, στοιχεία γ) και δ), του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033, καθώς και τις πληροφορίες που παρέχουν οι ΚΕΠΕΥ σχετικά με το μισθολογικό χάσμα μεταξύ των φύλων, και χρησιμοποιεί τις πληροφορίες αυτές για τη συγκριτική αξιολόγηση των τάσεων και των πρακτικών ως προς τις αποδοχές.
(2) Η Επιτροπή παρέχει στην ΕΑΤ τις πληροφορίες που αναφέρονται στο εδάφιο (1).
(3) Οι ΚΕΠΕΥ παρέχουν στην Επιτροπή πληροφορίες σχετικά με τον αριθμό των φυσικών προσώπων ανά ΚΕΠΕΥ με αποδοχές ύψους ενός εκατομμυρίου ευρώ και άνω ανά οικονομικό έτος, με ανάλυση σε κλιμάκια αμοιβών ενός εκατομμυρίου ευρώ, συμπεριλαμβανομένων πληροφοριών σχετικά με τις αρμοδιότητες των θέσεων απασχόλησης αυτών, τον σχετικό επιχειρηματικό τομέα και τα βασικά στοιχεία του μισθού, των πρόσθετων αμοιβών, των μακροπρόθεσμων επιβραβεύσεων και των συνταξιοδοτικών εισφορών.
(4) Οι ΚΕΠΕΥ παρέχουν στην Επιτροπή, κατόπιν αιτήματος, τα στοιχεία για τις συνολικές αποδοχές κάθε μέλους του διοικητικού συμβουλίου ή ανώτερου διοικητικού στελέχους.
(5) Η Επιτροπή διαβιβάζει στην ΕΑΤ τις πληροφορίες που αναφέρονται στα εδάφια (3) και (4).
29.-(1) Η Επιτροπή ελέγχει, στο βαθμό που αρμόζει και απαιτείται, λαμβανομένων υπόψη του μεγέθους, του προφίλ κινδύνου και του επιχειρηματικού μοντέλου της ΚΕΠΕΥ, τις ρυθμίσεις, τις στρατηγικές, τις διαδικασίες και τους μηχανισμούς που εφαρμόζονται από την ΚΕΠΕΥ για τη συμμόρφωσή της με τον παρόντα Νόμο, τις δυνάμει αυτού εκδιδόμενες οδηγίες και τον Κανονισμό (ΕΕ) 2019/2033, και αξιολογεί τα ακόλουθα, όπως κρίνεται σκόπιμο και αρμόζει, με σκοπό την εξασφάλιση της ορθής διαχείρισης και κάλυψης των κινδύνων της:
(α) Τους κινδύνους που αναφέρονται στο άρθρο 23∙
(β) τη γεωγραφική θέση των ανοιγμάτων της ΚΕΠΕΥ∙
(γ) το επιχειρηματικό μοντέλο της ΚΕΠΕΥ∙
(δ) την εκτίμηση του συστημικού κινδύνου, λαμβάνοντας υπόψη τον προσδιορισμό και τη μέτρηση του συστημικού κινδύνου βάσει του Άρθρου 23 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 ή των συστάσεων του ΕΣΣΚ∙
(ε) τους κινδύνους για την ασφάλεια των συστημάτων δικτύου και πληροφοριών της ΚΕΠΕΥ με σκοπό την εξασφάλιση της εμπιστευτικότητας, της ακεραιότητας και της διαθεσιμότητας των διαδικασιών, των δεδομένων και των στοιχείων ενεργητικού της∙
(στ) το άνοιγμα της ΚΕΠΕΥ σε κίνδυνο επιτοκίου που απορρέει από δραστηριότητες εκτός χαρτοφυλακίου συναλλαγών∙ και
(ζ) το πλαίσιο διακυβέρνησης της ΚΕΠΕΥ και την ικανότητα των μελών του διοικητικού συμβουλίου να εκτελούν τα καθήκοντά τους.
(2) Για τους σκοπούς του εδαφίου (1), η Επιτροπή λαμβάνει δεόντως υπόψη το κατά πόσον η ΚΕΠΕΥ διαθέτει ασφάλιση επαγγελματικής ευθύνης.
(3) Η Επιτροπή καθορίζει τη συχνότητα και την ένταση του ελέγχου και της αξιολόγησης που αναφέρονται στο εδάφιο (1), συνεκτιμώντας το μέγεθος, τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων της ΚΕΠΕΥ και, όπου αρμόζει, τη συστημική σημασία της, και λαμβάνοντας υπόψη την αρχή της αναλογικότητας.
(4) Η Επιτροπή αποφασίζει κατά περίπτωση αν και με ποια μορφή θα διενεργηθούν ο έλεγχος και η αξιολόγηση όσον αφορά ΚΕΠΕΥ που πληροί τις προϋποθέσεις του Άρθρου 12, παράγραφος 1, του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033, ώστε να χαρακτηριστεί ως μικρή και μη διασυνδεδεμένη ΚΕΠΕΥ μόνον εφόσον το κρίνει απαραίτητο λόγω του μεγέθους, της φύσης, της κλίμακας και της πολυπλοκότητας των δραστηριοτήτων της ΚΕΠΕΥ.
(5) Για τους σκοπούς του εδαφίου (3), λαμβάνεται υπόψη η Οδηγία ΟΔ 87-01.
(6) Κατά τη διενέργεια του ελέγχου και της αξιολόγησης που αναφέρονται στην παράγραφο (ζ) του εδαφίου (1), η Επιτροπή έχει πρόσβαση στα θέματα προς συζήτηση, τα πρακτικά και τα δικαιολογητικά έγγραφα των συνεδριάσεων του διοικητικού συμβουλίου και των επιτροπών αυτού, καθώς και στα αποτελέσματα της εσωτερικής ή εξωτερικής αξιολόγησης των επιδόσεων του διοικητικού συμβουλίου.
30.-(1) Η Επιτροπή εξετάζει τακτικά, και τουλάχιστον κάθε τρία (3) έτη, τη συμμόρφωση των ΚΕΠΕΥ προς τις απαιτήσεις για τη χορήγηση άδειας χρήσης εσωτερικών υποδειγμάτων, όπως αναφέρονται στο Άρθρο 22 του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033.
(2) Η Επιτροπή δίνει ιδιαίτερη προσοχή στις αλλαγές της επιχειρηματικής δραστηριότητας μιας ΚΕΠΕΥ και στην εφαρμογή των εν λόγω εσωτερικών υποδειγμάτων σε νέα προϊόντα, και εξετάζει και εκτιμά κατά πόσον η ΚΕΠΕΥ χρησιμοποιεί άρτια αναπτυγμένες και επικαιροποιημένες τεχνικές και πρακτικές για τα εν λόγω εσωτερικά υποδείγματα.
(3) Η Επιτροπή διασφαλίζει τη διόρθωση σημαντικών ελλείψεων εντοπιζόμενων στην κάλυψη κινδύνων από τα εσωτερικά υποδείγματα μιας ΚΕΠΕΥ ή λαμβάνει μέτρα για τον μετριασμό των επιπτώσεών τους, μεταξύ άλλων, επιβάλλοντας κεφαλαιακές προσαυξήσεις ή υψηλότερους πολλαπλασιαστικούς συντελεστές.
(4) Αν, σε εσωτερικά υποδείγματα κινδύνου αγοράς, πληθώρα υπερβάσεων, όπως αναφέρονται στο Άρθρο 366 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, δείχνουν ότι τα εσωτερικά υποδείγματα δεν είναι ή δεν είναι πλέον ακριβή, η Επιτροπή ανακαλεί την άδεια χρήσης των εσωτερικών υποδειγμάτων ή επιβάλλει κατάλληλα μέτρα για να διασφαλίσει ότι τα εσωτερικά υποδείγματα θα βελτιωθούν ταχέως, εντός ορισμένου χρονικού πλαισίου.
(5) Στην περίπτωση που μια ΚΕΠΕΥ η οποία έχει λάβει άδεια να χρησιμοποιεί εσωτερικά υποδείγματα, δεν πληροί πλέον τις απαιτήσεις για την εφαρμογή των εν λόγω εσωτερικών υποδειγμάτων, η Επιτροπή ζητά από την ΚΕΠΕΥ είτε να αποδείξει ότι η μη συμμόρφωση έχει ασήμαντη επίπτωση είτε να υποβάλει σχέδιο και να ορίσει προθεσμία για τη συμμόρφωση προς τις εν λόγω απαιτήσεις.
(6) Η Επιτροπή απαιτεί να γίνουν βελτιώσεις στο υποβληθέν σχέδιο που αναφέρεται στο εδάφιο (5) αν δεν αναμένεται να επιφέρει πλήρη συμμόρφωση ή αν η προθεσμία είναι ακατάλληλη.
(7) Αν η ΚΕΠΕΥ δεν αναμένεται να συμμορφωθεί εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας ή δεν έχει αποδείξει ικανοποιητικά ότι η επίπτωση από τη μη συμμόρφωση είναι ασήμαντη, η Επιτροπή ανακαλεί την άδεια χρήσης εσωτερικών υποδειγμάτων ή την περιορίζει στα συμμορφούμενα τμήματα ή στα τμήματα στα οποία η συμμόρφωση είναι εφικτή εντός κατάλληλης προθεσμίας.
(8) Για την εξέταση που αναφέρεται στο εδάφιο (1), η Επιτροπή ενθαρρύνεται να λαμβάνει υπόψη την ανάλυση την οποία η ΕΑΤ διενεργεί και τις κατευθυντήριες γραμμές τις οποίες η ΕΑΤ καταρτίζει, δυνάμει του Άρθρου 38(4) της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/2034.
31. Η Επιτροπή απαιτεί από ΚΕΠΕΥ να λαμβάνει, σε πρώιμο στάδιο, τα απαραίτητα μέτρα για να αντιμετωπιστούν τα ακόλουθα προβλήματα:
(α) Η ΚΕΠΕΥ δεν πληροί τις απαιτήσεις του παρόντος Νόμου, των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων οδηγιών ή του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033∙ και
(β) η Επιτροπή διαθέτει στοιχεία ότι η ΚΕΠΕΥ ενδέχεται να παραβεί τις διατάξεις του παρόντος Νόμου, των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων οδηγιών ή του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033 εντός των επόμενων δώδεκα (12) μηνών.
32.-(1) Η Επιτροπή διαθέτει τις απαραίτητες εποπτικές εξουσίες για να παρεμβαίνει, κατά την άσκηση των λειτουργιών της, στις δραστηριότητες των ΚΕΠΕΥ με αποτελεσματικό και αναλογικό τρόπο.
(2) Για τους σκοπούς του άρθρου 29, του άρθρου 30(5), (6) και (7) και του άρθρου 31, καθώς και της εφαρμογής του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033, η Επιτροπή έχει τις ακόλουθες εξουσίες:
(α) Να απαιτεί από τις ΚΕΠΕΥ να διαθέτουν ίδια κεφάλαια επιπλέον των απαιτήσεων που καθορίζονται στο Άρθρο 11 του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 33 του παρόντος Νόμου, ή να αναπροσαρμόζουν τα ίδια κεφάλαια και τα ρευστά στοιχεία ενεργητικού που απαιτούνται σε περίπτωση σημαντικής μεταβολής στις επιχειρηματικές δραστηριότητες των εν λόγω ΚΕΠΕΥ·
(β) να απαιτεί την ενίσχυση των ρυθμίσεων, διαδικασιών, μηχανισμών και στρατηγικών που έχουν τεθεί σε εφαρμογή σύμφωνα με τα άρθρα 18 και 20·
(γ) να απαιτεί από τις ΚΕΠΕΥ να καταθέτουν, εντός ενός έτους, σχέδιο αποκατάστασης της συμμόρφωσης προς τις εποπτικές απαιτήσεις βάσει του παρόντος Νόμου, των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων οδηγιών και του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 2019/2033, να ορίζει προθεσμία για την εφαρμογή του εν λόγω σχεδίου και να απαιτεί βελτιώσεις του σχεδίου αυτού όσον αφορά το πεδίο εφαρμογής και την προθεσμία·
(δ) να απαιτεί από τις ΚΕΠΕΥ να εφαρμόζουν ειδική πολιτική προβλέψεων ή μεταχείριση των στοιχείων του ενεργητικού από την άποψη των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων·
(ε) να θέτει περιορισμούς ή όρια στις επιχειρηματικές δραστηριότητες, τις ενέργειες ή το δίκτυο των ΚΕΠΕΥ ή να ζητεί την αφαίρεση δραστηριοτήτων που ενέχουν υπερβολικό κίνδυνο για τη χρηματοοικονομική ευρωστία μιας ΚΕΠΕΥ·
(στ) να απαιτεί τη μείωση του κινδύνου τον οποίο ενέχουν οι δραστηριότητες, τα προϊόντα και τα συστήματα των ΚΕΠΕΥ, συμπεριλαμβανομένων των δραστηριοτήτων που ανατίθενται σε τρίτους·
(ζ) να απαιτεί από τις ΚΕΠΕΥ να περιορίζουν τις μεταβλητές αποδοχές ως ποσοστό των καθαρών εσόδων, όταν οι αποδοχές αυτές δεν συνάδουν με τη διατήρηση στέρεης κεφαλαιακής βάσης·
(η) να απαιτεί από τις ΚΕΠΕΥ να χρησιμοποιούν τα καθαρά κέρδη για την ενίσχυση των ιδίων κεφαλαίων·
(θ) να περιορίζει ή να απαγορεύει τη διανομή κερδών ή την καταβολή τόκων από μια ΚΕΠΕΥ στους μετόχους, στα μέλη ή στους κατόχους πρόσθετων μέσων της κατηγορίας 1, εφόσον ο εν λόγω περιορισμός ή η απαγόρευση δεν συνιστά γεγονός αθέτησης υποχρέωσης της ΚΕΠΕΥ·
(ι) να επιβάλλει απαιτήσεις υποβολής πρόσθετων ή συχνότερων αναφορών από αυτές που καθορίζονται στον παρόντα Νόμο και στον Κανονισμό (ΕΕ) 2019/2033, συμπεριλαμβανομένων των αναφορών για την κεφαλαιακή και την ταμειακή κατάσταση·
(ια) να επιβάλλει συγκεκριμένες απαιτήσεις ρευστότητας σύμφωνα με το άρθρο 35 του παρόντος Νόμου·
(ιβ) να απαιτεί τη δημοσιοποίηση πρόσθετων πληροφοριών· και
(ιγ) να απαιτεί από τις ΚΕΠΕΥ να μειώσουν τους κινδύνους για την ασφάλεια των συστημάτων δικτύου και πληροφοριών των ΚΕΠΕΥ με σκοπό την εξασφάλιση της εμπιστευτικότητας, της ακεραιότητας και της διαθεσιμότητας των διαδικασιών, των δεδομένων και των στοιχείων ενεργητικού τους.
(3) Για τους σκοπούς της παραγράφου (ι) του εδαφίου (2), η Επιτροπή δύναται να επιβάλλει στις ΚΕΠΕΥ απαιτήσεις υποβολής πρόσθετων ή συχνότερων αναφορών μόνο εφόσον δεν υπάρχει αλληλεπικάλυψη όσον αφορά στις προς αναφορά πληροφορίες και πληρούται μία από τις ακόλουθες προϋποθέσεις:
(α) Ισχύει οποιαδήποτε από τις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 31(α) και (β)·
(β) η Επιτροπή θεωρεί αναγκαία τη συλλογή των στοιχείων που αναφέρονται στο άρθρο 31(β)· και
(γ) οι πρόσθετες πληροφορίες απαιτούνται για τον σκοπό της διαδικασίας εποπτικού ελέγχου και αξιολόγησης που αναφέρεται στο άρθρο 29.
(4) Αλληλεπικάλυψη των πληροφοριών θεωρείται ότι συντρέχει όταν η Επιτροπή διαθέτει ήδη τις ίδιες ή ουσιαστικά τις ίδιες πληροφορίες, όταν οι πληροφορίες μπορούν να παραχθούν από την Επιτροπή ή όταν μπορούν να αποκτηθούν από την ίδια την Επιτροπή με άλλα μέσα εκτός της υποχρέωσης υποβολής τους από την ΚΕΠΕΥ.
(5) Η Επιτροπή δεν απαιτεί πρόσθετες πληροφορίες, όταν οι πληροφορίες είναι στη διάθεσή της σε διαφορετικό μορφότυπο ή βαθμό λεπτομέρειας από τις πρόσθετες προς αναφορά πληροφορίες, και ο εν λόγω διαφορετικός μορφότυπος ή βαθμός λεπτομέρειας δεν την εμποδίζει να παραγάγει ουσιαστικά παρόμοιες πληροφορίες.
33.-(1) Η Επιτροπή επιβάλλει την απαίτηση πρόσθετων ιδίων κεφαλαίων που αναφέρεται στο άρθρο 32(2)(α) μόνο αν, βάσει των ελέγχων που διενεργούνται σύμφωνα με τα άρθρα 29 και 30, διαπιστώνει οποιαδήποτε από τις ακόλουθες καταστάσεις σε σχέση με μια ΚΕΠΕΥ:
(α) Η ΚΕΠΕΥ είναι εκτεθειμένη σε κινδύνους ή στοιχεία κινδύνων ή ενέχει κινδύνους για τρίτους που είναι σημαντικοί και δεν καλύπτονται ή δεν καλύπτονται επαρκώς από την κεφαλαιακή απαίτηση και ιδίως τις απαιτήσεις των παραγόντων Κ, όπως καθορίζονται στο Τρίτο ή Τέταρτο Μέρος του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033·
(β) η ΚΕΠΕΥ δεν πληροί τις απαιτήσεις που καθορίζονται στα άρθρα 18 και 20 και η εφαρμογή άλλων εποπτικών μέτρων δεν είναι πιθανό να βελτιώσει επαρκώς, εντός κατάλληλου χρονικού πλαισίου, τις ρυθμίσεις, τις διαδικασίες, τους μηχανισμούς και τις στρατηγικές·
(γ) οι προσαρμογές σε σχέση με τη συνετή αποτίμηση του χαρτοφυλακίου συναλλαγών δεν επαρκούν για να μπορέσει η ΚΕΠΕΥ να πωλήσει ή να αντισταθμίσει τις θέσεις της σε σύντομο χρονικό διάστημα, χωρίς σημαντικές ζημίες, υπό κανονικές συνθήκες αγοράς·
(δ) από την εξέταση που διενεργείται σύμφωνα με το άρθρο 30 προκύπτει ότι η μη συμμόρφωση προς τις απαιτήσεις για την εφαρμογή των επιτρεπόμενων εσωτερικών υποδειγμάτων ενδέχεται να οδηγήσει σε ανεπαρκή επίπεδα κεφαλαίου· και
(ε) η ΚΕΠΕΥ επανειλημμένα δεν δημιουργεί ή δεν διατηρεί επαρκές επίπεδο πρόσθετων ιδίων κεφαλαίων, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 34.
(2) Για τους σκοπούς της παραγράφου (α) του εδαφίου (1), οι κίνδυνοι ή τα στοιχεία κινδύνων θεωρείται ότι δεν καλύπτονται ή δεν καλύπτονται επαρκώς από τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων που καθορίζονται στο Τρίτο και το Τέταρτο Μέρος του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033 μόνο όταν τα ποσά, τα είδη και η κατανομή των κεφαλαίων που θεωρούνται κατάλληλα από την Επιτροπή, μετά τον εποπτικό έλεγχο της εκτίμησης που διενεργεί η ΚΕΠΕΥ σύμφωνα με το άρθρο 18(1), είναι υψηλότερα από την απαίτηση ιδίων κεφαλαίων της ΚΕΠΕΥ που καθορίζεται στο Τρίτο ή το Τέταρτο Μέρος του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033.
(3) Για τους σκοπούς του εδαφίου (2), τα κεφάλαια που θεωρούνται κατάλληλα μπορούν να περιλαμβάνουν κινδύνους ή στοιχεία κινδύνων που εξαιρούνται ρητά από την απαίτηση ιδίων κεφαλαίων που καθορίζεται στο Τρίτο ή Τέταρτο Μέρος του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033.
(4) Η Επιτροπή προσδιορίζει το επίπεδο των πρόσθετων ιδίων κεφαλαίων που απαιτούνται βάσει της παραγράφου του άρθρου 32(2)(α) του παρόντος Νόμου ως τη διαφορά μεταξύ των κεφαλαίων που θεωρούνται κατάλληλα βάσει των εδαφίων (2) και (3) και της απαίτησης ιδίων κεφαλαίων που καθορίζεται στο Τρίτο ή το Τέταρτο Mέρος του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033.
(5) Η Επιτροπή απαιτεί από τις ΚΕΠΕΥ να πληρούν την απαίτηση πρόσθετων ιδίων κεφαλαίων που αναφέρεται στο άρθρο 32(2)(α) με ίδια κεφάλαια, υπό τις ακόλουθες προϋποθέσεις:
(α) Τουλάχιστον τα τρία τέταρτα της απαίτησης πρόσθετων ιδίων κεφαλαίων καλύπτονται με κεφάλαιο της κατηγορίας 1·
(β) τουλάχιστον τα τρία τέταρτα του κεφαλαίου της κατηγορίας 1 αποτελούνται από κεφάλαιο κοινών μετοχών της κατηγορίας 1· και
(γ) τα εν λόγω ίδια κεφάλαια δεν χρησιμοποιούνται για την κάλυψη καμίας από τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων που καθορίζονται στο Άρθρο 11, παράγραφος 1, στοιχεία α), β) και γ), του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033.
(6) Η Επιτροπή τεκμηριώνει εγγράφως την απόφασή της να επιβάλει απαίτηση πρόσθετων ιδίων κεφαλαίων που αναφέρεται στο άρθρο 32(2)(α), περιγράφοντας με σαφήνεια την πλήρη εκτίμηση των στοιχείων που αναφέρονται στα εδάφια (1) έως (5).
(7) Στην περίπτωση της παραγράφου (δ) του εδαφίου (1), η Επιτροπή συντάσσει ειδική έκθεση παραθέτοντας τους λόγους για τους οποίους δεν θεωρείται πλέον επαρκές το επίπεδο κεφαλαίου που έχει καθοριστεί σύμφωνα με το άρθρο 34(1).
(8) Η Επιτροπή δύναται να επιβάλλει απαίτηση πρόσθετων ιδίων κεφαλαίων σύμφωνα με το παρόν άρθρο σε ΚΕΠΕΥ που πληροί τις προϋποθέσεις του Άρθρου 12, παράγραφος 1, του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033 για να χαρακτηριστεί ως μικρή και μη διασυνδεδεμένη ΚΕΠΕΥ βάσει εκτίμησης κατά περίπτωση και όταν η Επιτροπή το κρίνει δικαιολογημένο.
34.-(1) Λαμβάνοντας υπόψη την αρχή της αναλογικότητας και ανάλογα με το μέγεθος, τη συστημική σημασία, τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων των ΚΕΠΕΥ που δεν πληρούν τις προϋποθέσεις του Άρθρου 12, παράγραφος 1, του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033 για να χαρακτηριστούν ως μικρές και μη διασυνδεδεμένες ΚΕΠΕΥ, η Επιτροπή, δύναται, να απαιτεί από τις εν λόγω ΚΕΠΕΥ να έχουν επίπεδο ιδίων κεφαλαίων που, βάσει του άρθρου 18, είναι επαρκώς υψηλότερο από τις απαιτήσεις που καθορίζονται στο Τρίτο Μέρος του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033 και στον παρόντα Νόμο, συμπεριλαμβανομένων των απαιτήσεων πρόσθετων ιδίων κεφαλαίων που αναφέρονται στο άρθρο 32(2)(α), ώστε να διασφαλίζεται ότι οι κυκλικές οικονομικές διακυμάνσεις δεν οδηγούν σε παράβαση των εν λόγω απαιτήσεων ούτε απειλούν την ικανότητα της ΚΕΠΕΥ να προχωρήσει σε εκκαθάριση ή παύση δραστηριοτήτων με συντεταγμένο τρόπο.
(2) Η Επιτροπή επανεξετάζει, όπου αρμόζει, το επίπεδο ιδίων κεφαλαίων που καθορίζεται από έκαστη ΚΕΠΕΥ που δεν πληροί τις προϋποθέσεις του Άρθρου 12 παράγραφος 1 του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033 για να χαρακτηριστεί ως μικρή και μη διασυνδεδεμένη ΚΕΠΕΥ, σύμφωνα με το εδάφιο (1) και, κατά περίπτωση, γνωστοποιεί τα αποτελέσματα της εν λόγω επανεξέτασης στη σχετική ΚΕΠΕΥ, περιλαμβανομένης κάθε προσδοκίας για την προσαρμογή του επιπέδου των ιδίων κεφαλαίων που καθορίζεται σύμφωνα με το εδάφιο (1).
(3) Η γνωστοποίηση του εδαφίου (2) περιλαμβάνει την ημερομηνία έως την οποία η Επιτροπή απαιτεί να ολοκληρωθεί η προσαρμογή.
35.-(1) Η Επιτροπή επιβάλλει τις συγκεκριμένες απαιτήσεις ρευστότητας που αναφέρονται στο άρθρο 32(2)(α) μόνο εφόσον, βάσει των ελέγχων που διενεργούνται σύμφωνα με τα άρθρα 29 και 30, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι μια ΚΕΠΕΥ, που δεν πληροί τις προϋποθέσεις του Άρθρου 12, παράγραφος 1, του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033 για να χαρακτηριστεί ως μικρή και μη διασυνδεδεμένη ΚΕΠΕΥ ή που πληροί τις προϋποθέσεις του Άρθρου 12, παράγραφος 1, του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033 αλλά δεν έχει απαλλαγεί από την απαίτηση ρευστότητας κατά το Άρθρο 43, παράγραφος 1, του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033, βρίσκεται σε μία από τις ακόλουθες καταστάσεις:
(α) Η ΚΕΠΕΥ είναι εκτεθειμένη σε κίνδυνο ρευστότητας ή σε στοιχεία κινδύνου ρευστότητας που είναι σημαντικά και δεν καλύπτονται ή δεν καλύπτονται επαρκώς από την απαίτηση ρευστότητας που καθορίζεται στο Πέμπτο Μέρος του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033· και
(β) η ΚΕΠΕΥ δεν πληροί τις απαιτήσεις που καθορίζονται στα άρθρα 18 και 20 και η εφαρμογή άλλων διοικητικών μέτρων δεν είναι πιθανό να βελτιώσει επαρκώς, εντός κατάλληλου χρονικού πλαισίου, τις ρυθμίσεις, τις διαδικασίες, τους μηχανισμούς και τις στρατηγικές.
(2) Για τους σκοπούς της παραγράφου (α) του εδαφίου (1), ο κίνδυνος ρευστότητας ή τα στοιχεία κινδύνου ρευστότητας θεωρείται ότι δεν καλύπτονται ή δεν καλύπτονται επαρκώς από την απαίτηση ρευστότητας που καθορίζεται στο Πέμπτο Μέρος του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033 μόνο όταν τα ποσά και τα είδη της ρευστότητας που θεωρούνται κατάλληλα από την Επιτροπή, μετά τον εποπτικό έλεγχο της εκτίμησης που διενεργούν οι ΚΕΠΕΥ σύμφωνα με το άρθρο 18(1), είναι υψηλότερα από την απαίτηση ρευστότητας της ΚΕΠΕΥ που καθορίζεται στο Πέμπτο Μέρος του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033.
(3) Η Επιτροπή προσδιορίζει το επίπεδο της συγκεκριμένης ρευστότητας που απαιτείται βάσει του άρθρου 32(2)(ια) του παρόντος Νόμου ως τη διαφορά μεταξύ της ρευστότητας που θεωρείται κατάλληλη βάσει του εδαφίου (2) και της απαίτησης ρευστότητας που καθορίζεται στο Πέμπτο Μέρος του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033.
(4) Η Επιτροπή απαιτεί από τις ΚΕΠΕΥ να πληρούν την ειδική απαίτηση ρευστότητας που αναφέρεται στο άρθρο 32(2)(ια) με ρευστά στοιχεία ενεργητικού κατά τα οριζόμενα στο Άρθρο 43 του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033.
(5) Η Επιτροπή τεκμηριώνει εγγράφως την απόφασή της να επιβάλει συγκεκριμένη απαίτηση ρευστότητας που αναφέρεται στο άρθρο 32(2)(ια), περιγράφοντας με σαφήνεια την πλήρη εκτίμηση των στοιχείων που αναφέρονται στα εδάφια (1) έως (3).
36. Η Επιτροπή κοινοποιεί στην αρχή εξυγίανσης οποιαδήποτε απαίτηση πρόσθετων ιδίων κεφαλαίων που επιβάλλεται βάσει του άρθρου 32(2)(α) του παρόντος Νόμου για ΚΕΠΕΥ που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών Ιδρυμάτων και Επενδυτικών Εταιρειών Νόμου και σχετικά με κάθε προσδοκία για προσαρμογή, όπως αναφέρεται στο άρθρο 34(2), σε σχέση με την εν λόγω ΚΕΠΕΥ.
37. Η Επιτροπή δύναται με οδηγία της να απαιτεί-
(α) από τις ΚΕΠΕΥ που δεν πληρούν τις προϋποθέσεις του Άρθρου 12, παράγραφος 1, του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033 για να χαρακτηριστούν ως μικρές και μη διασυνδεδεμένες ΚΕΠΕΥ και από τις ΚΕΠΕΥ που αναφέρονται στο Άρθρο 46, παράγραφος 2, του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033, να δημοσιεύουν τις πληροφορίες που αναφέρονται στο Άρθρο 46 του εν λόγω Κανονισμού συχνότερα από μία φορά ετησίως και να θέτει προθεσμίες για τη δημοσίευση αυτή·
(β) από τις ΚΕΠΕΥ, που δεν πληρούν τις προϋποθέσεις του Άρθρου 12, παράγραφος 1, του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033 για να χαρακτηριστούν ως μικρές και μη διασυνδεδεμένες ΚΕΠΕΥ και τις ΚΕΠΕΥ που αναφέρονται στο Άρθρο 46, παράγραφος 2, του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033, να χρησιμοποιούν ειδικά μέσα και τοποθεσίες, ιδίως τους δικτυακούς τόπους των ΚΕΠΕΥ, για δημοσιεύσεις εκτός των οικονομικών καταστάσεων· και
(γ) από τις μητρικές επιχειρήσεις να δημοσιεύουν σε ετήσια βάση, είτε ως πλήρες κείμενο ή με αναφορές σε αντίστοιχα στοιχεία, μια περιγραφή της νομικής δομής και διακυβέρνησης και της οργανωτικής δομής του ομίλου επιχειρήσεων επενδύσεων, σύμφωνα με το άρθρο 20(1) και το άρθρο 11 του περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμου.
38. Η Επιτροπή ενημερώνει την ΕΑΤ σχετικά με-
(α) τη διαδικασία ελέγχου και αξιολόγησης σύμφωνα με το άρθρο 29 του παρόντος Νόμου·
(β) τη μεθοδολογία που ακολουθεί για τη λήψη των αποφάσεων που αναφέρονται στα άρθρα 32, 33 και 34· και
(γ) το επίπεδο των διοικητικών κυρώσεων σύμφωνα με το άρθρο 50.
39.-(1) Όταν επικεφαλής του ομίλου επιχειρήσεων επενδύσεων είναι μητρική επιχείρηση επενδύσεων εγκατεστημένη στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η εποπτεία σε ενοποιημένη βάση ή η εποπτεία της συμμόρφωσης με τη δοκιμή κεφαλαίων ομίλου ασκείται από την Επιτροπή αν αυτή αποτελεί την αρμόδια αρχή της εν λόγω μητρικής επιχείρησης επενδύσεων εγκατεστημένης στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
(2) Όταν η μητρική επιχείρηση μιας ΚΕΠΕΥ είναι μητρική επενδυτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην Ευρωπαϊκή Ένωση ή μητρική μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η εποπτεία σε ενοποιημένη βάση ή η εποπτεία της συμμόρφωσης με τη δοκιμή κεφαλαίων ομίλου ασκείται από την Επιτροπή.
(3) Στην περίπτωση κατά την οποία δύο ή περισσότερες επιχειρήσεις επενδύσεων που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας σε δύο ή περισσότερα κράτη μέλη, έχουν την ίδια μητρική επενδυτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην Ευρωπαϊκή Ένωση ή την ίδια μητρική μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η εποπτεία σε ενοποιημένη βάση ή η εποπτεία της συμμόρφωσης με τη δοκιμή κεφαλαίων ομίλου ασκείται από την Επιτροπή εφόσον τουλάχιστον μία εκ των επιχειρήσεων επενδύσεων έχει λάβει άδεια λειτουργίας στη Δημοκρατία και εφόσον η επενδυτική εταιρεία συμμετοχών ή η μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών είναι εγκατεστημένη στη Δημοκρατία.
(4) Όταν πρόκειται για μητρικές επιχειρήσεις δύο ή περισσότερων επιχειρήσεων επενδύσεων που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας στη Δημοκρατία και σε τουλάχιστον ένα άλλο κράτος μέλος, οι οποίες περιλαμβάνουν περισσότερες της μίας επενδυτικές εταιρείες συμμετοχών ή μικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών με κεντρικά γραφεία σε διαφορετικά κράτη μέλη, και εφόσον υπάρχει επιχείρηση επενδύσεων τόσο στη Δημοκρατία όσο και σε έκαστο από τα άλλα κράτη μέλη, η εποπτεία σε ενοποιημένη βάση ή η εποπτεία της συμμόρφωσης με τη δοκιμή κεφαλαίων ομίλου ασκείται από την Επιτροπή, αν αυτή αποτελεί την αρμόδια αρχή της επιχείρησης επενδύσεων με το μεγαλύτερο σύνολο ισολογισμού.
(5) Όταν πρόκειται για δύο ή περισσότερες επιχειρήσεις επενδύσεων που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, και έχουν ως μητρική επιχείρηση την ίδια επενδυτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην Ευρωπαϊκή Ένωση ή μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην Ευρωπαϊκή Ένωση και όταν καμία από τις εν λόγω επιχειρήσεις επενδύσεων δεν έχει άδεια λειτουργίας στο κράτος μέλος στο οποίο συστάθηκε η επενδυτική εταιρεία συμμετοχών ή η μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών, η εποπτεία σε ενοποιημένη βάση ή η εποπτεία της συμμόρφωσης με τη δοκιμή κεφαλαίων ομίλου ασκείται από την Επιτροπή, αν αυτή αποτελεί την αρμόδια αρχή της επιχείρησης επενδύσεων με το μεγαλύτερο σύνολο ισολογισμού.
(6) Η Επιτροπή, δύναται, κοινή συναινέσει με τις άλλες αρμόδιες αρχές, να παρεκκλίνει από τα κριτήρια που αναφέρονται στο Άρθρο 46(3), (4) και (5) της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/2034 σε περίπτωση που η εφαρμογή τους δεν ενδείκνυται για την αποτελεσματική εποπτεία σε ενοποιημένη βάση ή εποπτεία της συμμόρφωσης με τη δοκιμή κεφαλαίων ομίλου, λαμβάνοντας υπόψη τις συγκεκριμένες επιχειρήσεις επενδύσεων και τη σπουδαιότητα των δραστηριοτήτων τους στη Δημοκρατία και στα λοιπά οικεία κράτη μέλη, και να αναθέσει σε διαφορετική αρμόδια αρχή την άσκηση εποπτείας σε ενοποιημένη βάση ή εποπτείας της συμμόρφωσης με τη δοκιμή κεφαλαίων ομίλου.
(7) Στις περιπτώσεις του εδαφίου (6), προτού λάβει οποιαδήποτε τέτοια απόφαση, η Επιτροπή και οι άλλες αρμόδιες αρχές παρέχουν στη μητρική επενδυτική εταιρεία συμμετοχών εγκατε-στημένη στην Ευρωπαϊκή Ένωση ή στη μητρική μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην Ευρωπαϊκή Ένωση ή στην επιχείρηση επενδύσεων με το μεγαλύτερο σύνολο ισολογισμού, κατά περίπτωση, τη δυνατότητα να εκφέρει γνώμη σχετικά με την εν λόγω σκοπούμενη απόφαση.
(8) Η Επιτροπή και οι άλλες αρμόδιες αρχές κοινοποιούν στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή και την ΕΑΤ κάθε απόφαση που αναφέρεται στο εδάφιο (6).
40. Όταν προκύπτει κατάσταση έκτακτης ανάγκης, συμπεριλαμβανομένης της κατάστασης που περιγράφεται στο Άρθρο 18 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 ή της κατάστασης των αρνητικών εξελίξεων σε χρηματοοικονομικές αγορές, η οποία ενδέχεται να θέσει σε κίνδυνο τη ρευστότητα της αγοράς και τη σταθερότητα του χρηματοοικονομικού συστήματος σε οποιοδήποτε από τα κράτη μέλη όπου οντότητες του ομίλου επιχειρήσεων επενδύσεων έχουν λάβει άδεια λειτουργίας, η Επιτροπή, όταν αποτελεί την αρχή εποπτείας του ομίλου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 39, ειδοποιεί, σύμφωνα το άρθρο 15, το συντομότερο δυνατό, την ΕΑΤ, το ΕΣΣΚ και οποιαδήποτε σχετική αρμόδια αρχή και διαβιβάζει όλες τις πληροφορίες που είναι απαραίτητες για την εκτέλεση των εργασιών τους.
41.-(1) Όταν η Επιτροπή αποτελεί την αρχή εποπτείας του ομίλου σύμφωνα με το άρθρο 39 δύναται, εφόσον ενδείκνυται, να συστήνει σώματα εποπτών, ώστε να διευκολύνεται η άσκηση των καθηκόντων του παρόντος άρθρου και να εξασφαλίζονται ο συντονισμός και η συνεργασία με τις αρμόδιες εποπτικές αρχές τρίτων χωρών, ιδίως όταν αυτό απαιτείται για τους σκοπούς της εφαρμογής του Άρθρου 23, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, στοιχείο γ), και του Άρθρου 23, παράγραφος 2, του Κανονισμού (EΕ) 2019/2033 για την ανταλλαγή και την ενημέρωση των συναφών πληροφοριών σχετικά με το μοντέλο περιθωρίου με τις εποπτικές αρχές των αναγνωρισμένων κεντρικών αντισυμβαλλομένων.
(2) Τα σώματα εποπτών παρέχουν ένα πλαίσιο για την Επιτροπή, όταν αυτή αποτελεί την αρχή εποπτείας του ομίλου, την ΕΑΤ και τις άλλες αρμόδιες αρχές, για την εκτέλεση των κάτωθι εργασιών:
(α) Τις εργασίες που αναφέρονται στο άρθρο 40·
(β) τον συντονισμό των αιτημάτων παροχής πληροφοριών, όταν αυτό απαιτείται για τη διευκόλυνση της εποπτείας σε ενοποιημένη βάση, σύμφωνα με το Άρθρο 7 του Κανονισμού (EΕ) 2019/2033·
(γ) τον συντονισμό των αιτημάτων παροχής πληροφοριών, όταν η Επιτροπή και οι διάφορες άλλες αρμόδιες αρχές επιχειρήσεων επενδύσεων που ανήκουν στον ίδιο όμιλο πρέπει να ζητούν είτε από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής του εκκαθαριστικού μέλους είτε από την αρμόδια αρχή του αναγνωρισμένου κεντρικού αντισυμβαλλόμενου, πληροφορίες σχετικά με το μοντέλο περιθωρίου και τις παραμέτρους που χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό της απαίτησης περιθωρίου ασφαλείας των σχετικών επιχειρήσεων επενδύσεων·
(δ) την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ της Επιτροπής και όλων των άλλων αρμόδιων αρχών και με την ΕΑΤ, σύμφωνα με το Άρθρο 21 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, καθώς και με την ΕΑΚΑΑ, σύμφωνα με το Άρθρο 21 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010·
(ε) την επίτευξη συμφωνίας σχετικά με την εκούσια ανάθεση εργασιών και αρμοδιοτήτων μεταξύ της Επιτροπής και των άλλων αρμόδιων αρχών, κατά περίπτωση· και
(στ) την αύξηση της αποτελεσματικότητας της εποπτείας, με σκοπό την αποφυγή της περιττής επικάλυψης των εποπτικών απαιτήσεων.
(3) Κατά περίπτωση, η Επιτροπή, ως αρχή εποπτείας του ομίλου σύμφωνα με το άρθρο 39, δύναται επίσης να συστήνει σώματα εποπτών όταν βρίσκονται σε τρίτη χώρα οι θυγατρικές ενός ομίλου επιχειρήσεων επενδύσεων με επικεφαλής επιχείρηση επενδύσεων εγκατεστημένη στην Ευρωπαϊκή Ένωση, μητρική επενδυτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην Ευρωπαϊκή Ένωση ή μητρική μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
(4) Οι ακόλουθες αρχές κατέχουν θέση μέλους στο σώμα εποπτών:
(α) Οι αρμόδιες αρχές που είναι υπεύθυνες για την εποπτεία θυγατρικών ενός ομίλου επιχειρήσεων επενδύσεων με επικεφαλής επιχείρηση επενδύσεων εγκατεστημένη στην Ευρωπαϊκή Ένωση, μητρική επενδυτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην Ευρωπαϊκή Ένωση ή μητρική μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην Ευρωπαϊκή Ένωση· και
(β) εφόσον συντρέχει λόγος, εποπτικές αρχές τρίτης χώρας, υπό την επιφύλαξη απαιτήσεων εμπιστευτικότητας που, κατά τη γνώμη όλων των αρμόδιων αρχών, είναι ισοδύναμες με τις απαιτήσεις που προβλέπονται στο Τμήμα Β του Κεφαλαίου 1 του Μέρους IV του παρόντος Νόμου.
(5) Η Επιτροπή, ως αρχή εποπτείας του ομίλου, που προσδιορίζεται δυνάμει του άρθρου 39, προεδρεύει στις συνεδριάσεις του σώματος εποπτών και εκδίδει αποφάσεις.
(6) Η Επιτροπή, ως αρμόδια αρχή εποπτείας του ομίλου ενημερώνει εκ των προτέρων και πλήρως όλα τα μέλη του σώματος εποπτών σχετικά με τη διοργάνωση αυτών των συνεδριάσεων, τα κύρια θέματα προς συζήτηση και τις δραστηριότητες προς εξέταση καθώς επίσης ενημερώνει εγκαίρως και πλήρως όλα τα μέλη του σώματος εποπτών σχετικά με τις αποφάσεις που λαμβάνονται σε αυτές τις συνεδριάσεις ή τα μέτρα που εφαρμόζονται.
(7) Κατά τη λήψη αποφάσεων, η Επιτροπή, ως αρχή εποπτείας του ομίλου, λαμβάνει υπόψη τη σημασία της εποπτικής δραστηριότητας που προγραμματίζεται ή συντονίζεται από τις αρχές που αναφέρονται στο εδάφιο (4).
(8) Η σύσταση και η λειτουργία των σωμάτων εποπτών επισημοποιούνται με γραπτές ρυθμίσεις.
(9) Σε περίπτωση διαφωνίας με απόφαση που λαμβάνει η αρχή εποπτείας του ομίλου σχετικά με τη λειτουργία των σωμάτων εποπτών, οποιαδήποτε από τις ενδιαφερόμενες αρμόδιες αρχές μπορεί να παραπέμψει το θέμα στην ΕΑΤ και να ζητήσει τη συνδρομή της ΕΑΤ, σύμφωνα με το Άρθρο 19 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.
42.-(1) Η Επιτροπή, ως αρχή εποπτείας του ομίλου, και οι αρμόδιες αρχές που αναφέρονται στο άρθρο 41(4), ανταλλάσσουν τις σχετικές πληροφορίες που απαιτούνται, μεταξύ άλλων τα εξής:
(α) Τον προσδιορισμό της νομικής δομής και της δομής διακυβέρνησης του ομίλου επιχειρήσεων επενδύσεων, περιλαμβανομένης της οργανωτικής δομής του, που καλύπτουν όλες τις ρυθμιζόμενες και μη ρυθμιζόμενες οντότητες, τις μη ρυθμιζόμενες θυγατρικές και τις μητρικές επιχειρήσεις, καθώς και των αρμόδιων αρχών των ρυθμιζόμενων οντοτήτων του ομίλου επιχειρήσεων επενδύσεων∙
(β) τις διαδικασίες συλλογής πληροφοριών από τις επιχειρήσεις επενδύσεων ενός ομίλου επιχειρήσεων επενδύσεων, και τις διαδικασίες εξακρίβωσης αυτών των πληροφοριών∙
(γ) οποιεσδήποτε αρνητικές εξελίξεις σε επιχειρήσεις επενδύσεων ή άλλες οντότητες ενός ομίλου επιχειρήσεων επενδύσεων που δύνανται να επηρεάσουν σοβαρά τις εν λόγω επιχειρήσεις επενδύσεων∙
(δ) οποιεσδήποτε σημαντικές κυρώσεις και έκτακτα μέτρα που έλαβαν οι αρμόδιες αρχές σύμφωνα με τις νομοθεσίες των οποίων κρατών μελών οι οποίες ενσωματώνουν την Οδηγία (ΕΕ) 2019/2134, περιλαμβανομένου του παρόντος Νόμου∙ και
(ε) την επιβολή ειδικής απαίτησης ιδίων κεφαλαίων σύμφωνα με το Άρθρο 39 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/2034∙
(2) H Επιτροπή, ως αρχή εποπτείας του ομίλου και οι άλλες αρμόδιες αρχές μπορούν να απευθύνονται στην ΕΑΤ, σύμφωνα με το Άρθρο 19, παράγραφος 1, του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, όταν δεν έχουν διαβιβαστεί οι σχετικές πληροφορίες βάσει του εδαφίου (1) χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση ή όταν ένα αίτημα συνεργασίας, ιδίως για την ανταλλαγή σχετικών πληροφοριών, έχει απορριφθεί ή δεν έχει απαντηθεί εντός εύλογου χρονικού διαστήματος.
(3) Η Επιτροπή, προτού λάβει απόφαση η οποία μπορεί να είναι σημαντική για τα εποπτικά καθήκοντα άλλων αρμόδιων αρχών, διαβουλεύονται μεταξύ τους όσον αφορά τα ακόλουθα:
(α) Μεταβολές στη μετοχική, οργανωτική ή διαχειριστική διάρθρωση των επιχειρήσεων επενδύσεων ενός ομίλου επιχειρήσεων επενδύσεων, που απαιτούν την έγκριση ή την άδεια των αρμόδιων αρχών·
(β) σημαντικές κυρώσεις που επιβάλλουν οι αρμόδιες αρχές στις επιχειρήσεις επενδύσεων ή οποιαδήποτε άλλα έκτακτα μέτρα που λαμβάνουν οι εν λόγω αρχές· και
(γ) ειδικές απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων που επιβάλλονται σύμφωνα με το Άρθρο 39 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/2034.
(4) Όταν πρόκειται να επιβληθούν σημαντικές κυρώσεις ή να ληφθούν άλλα έκτακτα μέτρα κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο (β) του εδαφίου (3), η Επιτροπή ζητεί τη γνώμη της αρχής εποπτείας του ομίλου.
(5) Ανεξάρτητα από το εδάφιο (3), η Επιτροπή δεν υποχρεούται να διαβουλευθεί με άλλες αρμόδιες αρχές, σε επείγουσες περιπτώσεις ή σε περιπτώσεις που μια τέτοια διαβούλευση θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο την αποτελεσματικότητα της απόφασής της και στην περίπτωση αυτή, η Επιτροπή ενημερώνει, αμελλητί, τις άλλες ενδιαφερόμενες αρμόδιες αρχές σχετικά με την εν λόγω απόφαση περί μη διαβούλευσης.
43.-(1) Όταν η Επιτροπή χρειάζεται να εξακριβώσει πληροφορίες σχετικά με ΕΠΕΥ, επενδυτικές εταιρείες συμμετοχών, μικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών, χρηματοδοτικά ιδρύματα, επιχειρήσεις παροχής επικουρικών υπηρεσιών, μικτές εταιρείες συμμετοχών ή θυγατρικές που είναι εγκατεστημένες σε άλλο κράτος μέλος, συμπεριλαμβανομένων θυγατρικών που είναι ασφαλιστικές εταιρείες και υποβάλλει αίτημα προς τούτο, η εξακρίβωση αυτή πραγματοποιείται από την αρμόδια αρχή του άλλου κράτους μέλους, σύμφωνα με το Άρθρο 50(2)(α), (β) και (γ) της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/2034.
(2) Για τους σκοπούς του Άρθρου 50(2)(α) και (γ) της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/2034, η Επιτροπή που υπέβαλε το αίτημα επιτρέπεται να συμμετέχει στην εξακρίβωση.
(3) Όταν η αρμόδια αρχή άλλου κράτους μέλους χρειάζεται να εξακριβώσει πληροφορίες σχετικά με ΚΕΠΕΥ, επενδυτικές εταιρείες συμμετοχών, μικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών, χρηματοδοτικά ιδρύματα, επιχειρήσεις παροχής επικουρικών υπηρεσιών, μικτές εταιρείες συμμετοχών ή θυγατρικές που είναι εγκατεστημένες στη Δημοκρατία, συμπερι-λαμβανομένων θυγατρικών που είναι ασφαλιστικές εταιρείες και υποβάλλει αίτημα προς τούτο, η εξακρίβωση αυτή πραγματοποιείται από την Επιτροπή, σύμφωνα με το εδάφιο (4).
(4) Όταν η Επιτροπή λαμβάνει αίτημα σύμφωνα με το εδάφιο (3), προβαίνει σε οποιοδήποτε από τα εξής:
(α) Διενεργεί η ίδια την εξακρίβωση, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων της·
(β) επιτρέπει στην αρμόδια αρχή που υπέβαλε το αίτημα να διενεργήσει εκείνη την εξακρίβωση·
(γ) ζητεί από ελεγκτή ή εμπειρογνώμονα να διενεργήσει την εξακρίβωση αμερόληπτα και να γνωστοποιήσει τα αποτελέσματα ταχέως.
(5) Η αρμόδια αρχή που υπέβαλε αίτημα σύμφωνα με το εδάφιο (3) επιτρέπεται να συμμετέχει στην εξακρίβωση.
44. Οι επενδυτικές εταιρείες συμμετοχών και οι μικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών υπάγονται στην εποπτεία της συμμόρφωσης με τη δοκιμή κεφαλαίων ομίλου.
45. Τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου μιας επενδυτικής εταιρείας συμμετοχών ή μικτής χρηματοοικονομικής εταιρείας συμμετοχών έχουν τα απαιτούμενα εχέγγυα ήθους και την αναγκαία γνώση, ικανότητες και πείρα, για την αποτελεσματική άσκηση των καθηκόντων τους, λαμβανομένου υπόψη του ειδικού ρόλου μιας επενδυτικής εταιρείας συμμετοχών ή μικτής χρηματοοικονομικής εταιρείας συμμετοχών.
46.-(1) Όταν μητρική επιχείρηση μιας ΚΕΠΕΥ είναι μικτή εταιρεία συμμετοχών, η Επιτροπή, ως υπεύθυνη για την εποπτεία της ΚΕΠΕΥ, δύναται-
(α) να απαιτεί από τη μικτή εταιρεία συμμετοχών την ανακοίνωση κάθε χρήσιμης πληροφορίας για την εποπτεία της εν λόγω ΚΕΠΕΥ· και
(β) να ασκεί εποπτεία στις συναλλαγές που πραγματοποιούνται μεταξύ της ΚΕΠΕΥ και της μικτής εταιρείας συμμετοχών και των θυγατρικών της τελευταίας και να απαιτεί από την ΚΕΠΕΥ να διαθέτει κατάλληλες διαδικασίες για τη διαχείριση των κινδύνων και μηχανισμούς εσωτερικού ελέγχου, συμπεριλαμβανόμενων των ορθών διαδικασιών υποβολής στοιχείων και λογιστικής, για τον εντοπισμό, τη μέτρηση, την παρακολούθηση και τον έλεγχο αυτών των συναλλαγών·
(2) Η Επιτροπή δύναται να προβαίνει η ίδια ή να αναθέτει σε εξωτερικούς ελεγκτές την επιτόπια επιθεώρηση για την εξακρίβωση των πληροφοριών που απέστειλαν οι μικτές εταιρείες συμμετοχών και οι θυγατρικές τους.
(3) Το Μέρος VI του παρόντος Νόμου εφαρμόζεται κατ’ αναλογία επί επενδυτικών εταιρειών συμμετοχών, μικτών χρηματοοικονομικών εταιρειών συμμετοχών, μικτών χρηματοοικονομικών εταιρειών συμμετοχών ή/και μικτών εταιρειών συμμετοχών ή/και επί των υπεύθυνων διευθυντικών στελεχών αυτών των οντοτήτων.
47. Το Μέρος VI του παρόντος Νόμου εφαρμόζεται κατ’ αναλογία επί επενδυτικών εταιρειών συμμετοχών, μικτών χρηματοοικονομικών εταιρειών συμμετοχών ή/και μικτών εταιρειών συμμετοχών ή/και επί των υπεύθυνων διευθυντικών στελεχών αυτών των οντοτήτων. Σύμφωνα με τα άρθρα 50 έως 55, η Επιτροπή διασφαλίζει ότι οι διοικητικές κυρώσεις ή άλλα διοικητικά μέτρα που στοχεύουν στην παύση ή στον περιορισμό παραβάσεων των διατάξεων των άρθρων 39 έως 48 ή στην αντιμετώπιση των αιτίων τέτοιων παραβάσεων, δύνανται να επιβληθούν, σε επενδυτικές εταιρείες συμμετοχών, μικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών ή/και μικτές εταιρείες συμμετοχών, ή/και στα υπεύθυνα διευθυντικά στελέχη τους.
48.-(1) Όταν δύο ή περισσότερες ΚΕΠΕΥ που είναι θυγατρικές της ίδιας μητρικής επιχείρησης, η οποία εδρεύει σε τρίτη χώρα, δεν υπόκεινται σε αποτελεσματική εποπτεία σε επίπεδο ομίλου, η Επιτροπή εκτιμά κατά πόσον οι ΚΕΠΕΥ υπόκεινται σε εποπτεία από εποπτική αρχή της τρίτης χώρας, ισοδύναμη προς την εποπτεία που προβλέπεται στον παρόντα Νόμο και στο Πρώτο Μέρος του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033.
(2) Όταν από την εκτίμηση του εδαφίου (1) προκύπτει ότι δεν υφίσταται ισοδύναμη εποπτεία, η Επιτροπή επιτρέπει τη διενέργεια των κατάλληλων εποπτικών τεχνικών που επιτυγχάνουν τους εποπτικούς στόχους σύμφωνα με το Άρθρο 7 ή 8 του Κανονισμού (EΕ) 2019/2033.
(3) Οι εποπτικές τεχνικές του εδαφίου (2) συμφωνούνται από την Επιτροπή, ως αρχή εποπτείας του ομίλου, σε περίπτωση που η μητρική επιχείρηση ήταν εγκατεστημένη στην Ευρωπαϊκή Ένωση, έπειτα από διαβούλευση με τις άλλες ενδιαφερόμενες αρμόδιες αρχές.
(4) Οποιαδήποτε μέτρα λαμβάνονται από την Επιτροπή σύμφωνα με τα εδάφια (2) και (3) κοινοποιούνται στις άλλες ενδιαφερόμενες αρμόδιες αρχές, την ΕΑΤ και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.
(5) Η Επιτροπή, ως αρχή εποπτείας του ομίλου, σε περίπτωση που η μητρική επιχείρηση ήταν εγκατεστημένη στην Ευρωπαϊκή Ένωση, δύναται ιδίως να απαιτεί τη σύσταση επενδυτικής εταιρείας συμμετοχών ή μικτής χρηματοοικονομικής εταιρείας συμμετοχών στην Ευρωπαϊκή Ένωση και να εφαρμόζει το Άρθρο 7 ή 8 του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033 στην εν λόγω επενδυτική εταιρεία συμμετοχών ή μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών.