41.-(1) Όταν η Επιτροπή αποτελεί την αρχή εποπτείας του ομίλου σύμφωνα με το άρθρο 39 δύναται, εφόσον ενδείκνυται, να συστήνει σώματα εποπτών, ώστε να διευκολύνεται η άσκηση των καθηκόντων του παρόντος άρθρου και να εξασφαλίζονται ο συντονισμός και η συνεργασία με τις αρμόδιες εποπτικές αρχές τρίτων χωρών, ιδίως όταν αυτό απαιτείται για τους σκοπούς της εφαρμογής του Άρθρου 23, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, στοιχείο γ), και του Άρθρου 23, παράγραφος 2, του Κανονισμού (EΕ) 2019/2033 για την ανταλλαγή και την ενημέρωση των συναφών πληροφοριών σχετικά με το μοντέλο περιθωρίου με τις εποπτικές αρχές των αναγνωρισμένων κεντρικών αντισυμβαλλομένων.
(2) Τα σώματα εποπτών παρέχουν ένα πλαίσιο για την Επιτροπή, όταν αυτή αποτελεί την αρχή εποπτείας του ομίλου, την ΕΑΤ και τις άλλες αρμόδιες αρχές, για την εκτέλεση των κάτωθι εργασιών:
(α) Τις εργασίες που αναφέρονται στο άρθρο 40·
(β) τον συντονισμό των αιτημάτων παροχής πληροφοριών, όταν αυτό απαιτείται για τη διευκόλυνση της εποπτείας σε ενοποιημένη βάση, σύμφωνα με το Άρθρο 7 του Κανονισμού (EΕ) 2019/2033·
(γ) τον συντονισμό των αιτημάτων παροχής πληροφοριών, όταν η Επιτροπή και οι διάφορες άλλες αρμόδιες αρχές επιχειρήσεων επενδύσεων που ανήκουν στον ίδιο όμιλο πρέπει να ζητούν είτε από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής του εκκαθαριστικού μέλους είτε από την αρμόδια αρχή του αναγνωρισμένου κεντρικού αντισυμβαλλόμενου, πληροφορίες σχετικά με το μοντέλο περιθωρίου και τις παραμέτρους που χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό της απαίτησης περιθωρίου ασφαλείας των σχετικών επιχειρήσεων επενδύσεων·
(δ) την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ της Επιτροπής και όλων των άλλων αρμόδιων αρχών και με την ΕΑΤ, σύμφωνα με το Άρθρο 21 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, καθώς και με την ΕΑΚΑΑ, σύμφωνα με το Άρθρο 21 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010·
(ε) την επίτευξη συμφωνίας σχετικά με την εκούσια ανάθεση εργασιών και αρμοδιοτήτων μεταξύ της Επιτροπής και των άλλων αρμόδιων αρχών, κατά περίπτωση· και
(στ) την αύξηση της αποτελεσματικότητας της εποπτείας, με σκοπό την αποφυγή της περιττής επικάλυψης των εποπτικών απαιτήσεων.
(3) Κατά περίπτωση, η Επιτροπή, ως αρχή εποπτείας του ομίλου σύμφωνα με το άρθρο 39, δύναται επίσης να συστήνει σώματα εποπτών όταν βρίσκονται σε τρίτη χώρα οι θυγατρικές ενός ομίλου επιχειρήσεων επενδύσεων με επικεφαλής επιχείρηση επενδύσεων εγκατεστημένη στην Ευρωπαϊκή Ένωση, μητρική επενδυτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην Ευρωπαϊκή Ένωση ή μητρική μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
(4) Οι ακόλουθες αρχές κατέχουν θέση μέλους στο σώμα εποπτών:
(α) Οι αρμόδιες αρχές που είναι υπεύθυνες για την εποπτεία θυγατρικών ενός ομίλου επιχειρήσεων επενδύσεων με επικεφαλής επιχείρηση επενδύσεων εγκατεστημένη στην Ευρωπαϊκή Ένωση, μητρική επενδυτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην Ευρωπαϊκή Ένωση ή μητρική μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην Ευρωπαϊκή Ένωση· και
(β) εφόσον συντρέχει λόγος, εποπτικές αρχές τρίτης χώρας, υπό την επιφύλαξη απαιτήσεων εμπιστευτικότητας που, κατά τη γνώμη όλων των αρμόδιων αρχών, είναι ισοδύναμες με τις απαιτήσεις που προβλέπονται στο Τμήμα Β του Κεφαλαίου 1 του Μέρους IV του παρόντος Νόμου.
(5) Η Επιτροπή, ως αρχή εποπτείας του ομίλου, που προσδιορίζεται δυνάμει του άρθρου 39, προεδρεύει στις συνεδριάσεις του σώματος εποπτών και εκδίδει αποφάσεις.
(6) Η Επιτροπή, ως αρμόδια αρχή εποπτείας του ομίλου ενημερώνει εκ των προτέρων και πλήρως όλα τα μέλη του σώματος εποπτών σχετικά με τη διοργάνωση αυτών των συνεδριάσεων, τα κύρια θέματα προς συζήτηση και τις δραστηριότητες προς εξέταση καθώς επίσης ενημερώνει εγκαίρως και πλήρως όλα τα μέλη του σώματος εποπτών σχετικά με τις αποφάσεις που λαμβάνονται σε αυτές τις συνεδριάσεις ή τα μέτρα που εφαρμόζονται.
(7) Κατά τη λήψη αποφάσεων, η Επιτροπή, ως αρχή εποπτείας του ομίλου, λαμβάνει υπόψη τη σημασία της εποπτικής δραστηριότητας που προγραμματίζεται ή συντονίζεται από τις αρχές που αναφέρονται στο εδάφιο (4).
(8) Η σύσταση και η λειτουργία των σωμάτων εποπτών επισημοποιούνται με γραπτές ρυθμίσεις.
(9) Σε περίπτωση διαφωνίας με απόφαση που λαμβάνει η αρχή εποπτείας του ομίλου σχετικά με τη λειτουργία των σωμάτων εποπτών, οποιαδήποτε από τις ενδιαφερόμενες αρμόδιες αρχές μπορεί να παραπέμψει το θέμα στην ΕΑΤ και να ζητήσει τη συνδρομή της ΕΑΤ, σύμφωνα με το Άρθρο 19 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.