ΜΕΡΟΣ ΙΙ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΑ ΔΗΜΕΥΣΗΣ, ΠΡΟΣΩΡΙΝΑ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΑ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΜΕΤΡΑ
Α. Διατάγματα Δήμευσης
Έρευνα για διαπίστωση αν ο κατηγορούμενος είχε έσοδα

6. (1) Δικαστήριο το οποίο έχει καταδικάσει πρόσωπο για καθορισμένο αδίκημα προτού επιβάλει ποινή προβαίνει σε έρευνα για να διαπιστώσει αν o κατηγορούμενος απεκόμισε οποιαδήποτε έσοδα από παράνομες δραστηριότητες ή αδίκημα νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ακολουθώντας τη διαδικασία που καθορίζει το παρόν Μέρος του Νόμου ή τη διαδικασία που αναφέρεται στο Μέρος VI.

(2) Για να ακολουθηθεί η διαδικασία που καθορίζει το Μέρος αυτό αποφασίζει ο Γενικός Εισαγγελέας ο οποίος και υποβάλλει σχετική αίτηση στο Δικαστήριο. Το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει διάταγμα δήμευσης αν ακολουθηθεί η διαδικασία δυνάμει του Μέρους αυτού ή να επιβάλει ανάλογη χρηματική ποινή αν ακολουθηθεί η διαδικασία δυνάμει του Μέρους VΙ.

Υπολογισμός εσόδων από τη διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος

7. (1) Για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου-

(α) Λογίζονται ως έσοδα του κατηγορουμένου από παράνομες δραστηριότητες ή από τη διάπραξη αδικήματος νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες όλες οι πληρωμές οι οποίες καταβλήθηκαν σ’ αυτόν ή σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο είτε πριν είτε μετά την έναρξη της ισχύος του Νόμου αυτού σε σχέση με παράνομες δραστηριότητες ή με αδίκημα νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, ανεξάρτητα αν αυτό έχει διαπραχθεί από τον ίδιο τον κατηγορούμενο ή από άλλο πρόσωπο˙

(β) τα έσοδα του κατηγορουμένου από παράνομες δραστηριότητες ή από τη διάπραξη αδικήματος νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες είναι το σύνολο των πληρωμών ή αμοιβών οι οποίες έχουν καταβληθεί σ’ αυτόν ή το προϊόν παράνομων δραστηριοτήτων ή αδικήματος νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή έσοδα όπως ο όρος αυτός ερμηνεύεται στο άρθρο 2 του παρόντος Νόμου.

(2) Το Δικαστήριο, για να διαπιστώσει κατά πόσο ο κατηγορούμενος απεκόμισε έσοδα από παράνομες δραστηριότητες ή από τη διάπραξη αδικήματος νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και για να υπολογίσει το ύψος των εσόδων του, δύναται, εκτός αν στη συγκεκριμένη περίπτωση καταδειχθεί το αντίθετο, να υποθέσει ότι—

(α) Οποιαδήποτε περιουσία απέκτησε ο κατηγορούμενος μετά τη διάπραξη της εν λόγω παράνομης δραστηριότητας ή του εν λόγω αδικήματος νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή απέκτησε ή μεταβιβάστηκε σε αυτόν οποτεδήποτε κατά τη διάρκεια των τελευταίων έξι ετών πριν από την έναρξη της ποινικής διαδικασίας εναντίον του αποτελεί έσοδο, πληρωμή ή αμοιβή από παράνομες δραστηριότητες ή από τη διάπραξη αδικήματος νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες˙

(β) κάθε δαπάνη του κατηγορουμένου κατά τη διάρκεια της πιο πάνω περιόδου έχει γίνει από τα έσοδα του κατηγορουμένου από παράνομες δραστηριότητες ή αδίκημα νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή πληρωμές ή αμοιβές οι οποίες καταβλήθηκαν σε αυτόν σε σχέση με τη διάπραξη από τον ίδιο παράνομων δραστηριοτήτων ή αδικήματος νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες˙

(γ) οποιαδήποτε περιουσία απέκτησε ο κατηγορούμενος σύμφωνα με την παράγραφο (α) την παρέλαβε ελεύθερη από επιβαρύνσεις και συμφέροντα άλλων προσώπων για σκοπούς υπολογισμού της αξίας της:

Νοείται ότι, για τους σκοπούς του παρόντος εδαφίου, το Δικαστήριο δύναται να λάβει υπόψη τα πραγματικά περιστατικά και τα διαθέσιμα αποδεικτικά στοιχεία, συμπεριλαμβανομένου του ότι η περιουσία ή/και οι δαπάνες του κατηγορουμένου που αναφέρονται στις παραγράφους (α) και (β) είναι δυσανάλογα ή/και δεν δικαιολογούνται από τα νόμιμα εισοδήματά του.

(3) Οι πρόνοιες του εδαφίου (2) δεν εφαρμόζονται αν-

(α) Αποδειχθεί ότι δεν ισχύουν στην περίπτωση του κατηγορουμένου ή

(β) το δικαστήριο κρίνει ότι θα υπήρχε σοβαρός κίνδυνος αδικίας εις βάρος του κατηγορουμένου αν εφαρμόζονταν.

(4) Σε περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο δεν εφαρμόζει τις πρόνοιες του εδαφίου (2), εκθέτει τους λόγους του για την απόφασή του αυτή.

(5) Για σκοπούς υπολογισμού των εσόδων του κατηγορουμένου από παράνομες δραστηριότητες ή τη διάπραξη αδικήματος νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, αν σε προηγούμενη περίπτωση εκδόθηκε εναντίον του διάταγμα δήμευσης, το δικαστήριο δε θεωρεί έσοδα από διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος τα έσοδα τα οποία θα καταδειχθεί ότι λήφθηκαν υπόψη για τον υπολογισμό του ποσού το οποίο αναφέρεται στο προηγούμενο διάταγμα.

Διάταγμα δήμευσης

8. (1) Σε περίπτωση όπου το δικαστήριο μετά τη διεξαγωγή έρευνας δυνάμει του Μέρους αυτού διαπιστώσει ότι ο κατηγορούμενος απεκόμισε έσοδα, προτού επιβάλει ποινή είτε για το αδίκημα για το οποίο έχει καταδικαστεί είτε για άλλα αδικήματα τα οποία το δικαστήριο δύναται να λάβει υπόψη στην επιβολή της ποινής-

(α) Εκδίδει διάταγμα δήμευσης του προϊόντος του αδικήματος, το οποίο βρίσκεται στην κατοχή του κατηγορουμένου ή τρίτου προσώπου, όπως καθορίζεται στο εδάφιο (1) του άρθρου 13 ή/και για την είσπραξη του ποσού των εσόδων όπως αυτά υπολογίζονται και εξακριβώνονται δυνάμει του άρθρου 7˙

(β) εκδίδει διάταγμα δήμευσης μέσων˙

και ακολούθως επιβάλλει οποιαδήποτε από τις ποινές τις οποίες έχει αρμοδιότητα να επιβάλει.

(2) Η έκδοση διατάγματος δήμευσης δεν επηρεάζεται από οποιαδήποτε πρόνοια άλλων νόμων η οποία περιορίζει την αρμοδιότητα του δικαστηρίου στην επιβολή χρηματικών ποινών.

(3) Σε περίπτωση που, ως αποτέλεσμα καθορισμένου αδικήματος, θύμα ή παραπονούμενος του αδικήματος αυτού έχει αξιώσεις κατά του προσώπου εναντίον του οποίου εκδόθηκε διάταγμα δήμευσης, το διάταγμα αυτό ή η πιθανή εκτέλεσή του, δεν εμποδίζει το εν λόγω θύμα ή παραπονούμενο να διεκδικήσει τις αξιώσεις του με αστική αγωγή κατά του εν λόγω προσώπου.

(4) (α) Ο Γενικός Εισαγγελέας δύναται να μην υποβάλει αίτηση στο Δικαστήριο για έκδοση διατάγματος δήμευσης εάν ικανοποιηθεί ότι το θύμα ή ο παραπονούμενος έχει εγείρει οποιαδήποτε αστική διαδικασία εναντίον του κατηγορουμένου σε σχέση με ζημιά ή απώλεια που έχει υποστεί από τη διάπραξη του αδικήματος.

(β) Σε περίπτωση που έχει εγερθεί οποιαδήποτε αστική διαδικασία, οποιοδήποτε διάταγμα δήμευσης που δυνατό να έχει εκδοθεί δύναται να μην εκτελεστεί και ακολούθως το σχετικό διάταγμα δέσμευσης ή επιβάρυνσης ή δήμευσης ακυρώνεται από το Δικαστήριο, μετά από αίτηση του Γενικού Εισαγγελέα.

Διαδικασία εκτέλεσης διατάγματος δήμευσης

9. (1) Χωρίς να επηρεάζονται οι εξουσίες του δικαστηρίου που αναφέρονται στα άρθρα 17 μέχρι 19, οι συνέπειες του διατάγματος δήμευσης είναι οι ίδιες με τις συνέπειες της επιβολής χρηματικής ποινής και ο Πίνακας του άρθρου 128 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου αντικαθίσταται για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου με τον ακόλουθο:

 

ΠΙΝΑΚΑΣ
Πρώτη στήλη

Δεύτερη

Στήλη

Ποσό που δεν υπερβαίνει τα 100 ευρώ 7 ημέρες

Ποσό που υπερβαίνει τα 100 ευρώ

αλλά όχι τα 200 ευρώ

14 ημέρες

Ποσό που υπερβαίνει τα 200 ευρώ

αλλά όχι τα 1000 ευρώ

30 ημέρες

Ποσό που υπερβαίνει τα 1000 ευρώ

αλλά όχι τα 2000 ευρώ

60 ημέρες

Ποσό που υπερβαίνει τα 2000 ευρώ

αλλά όχι τα 4000 ευρώ

90 ημέρες

Ποσό που υπερβαίνει τα 4000 ευρώ

αλλά όχι τα 10000 ευρώ

6 μήνες

Ποσό που υπερβαίνει τα 10000 ευρώ

αλλά όχι τα 20000 ευρώ

9 μήνες

Ποσό που υπερβαίνει τα 20000 ευρώ

αλλά όχι τα 40000  ευρώ

12 μήνες

Ποσό που υπερβαίνει τα 40000 ευρώ

αλλά όχι τα 100000 ευρώ

18 μήνες

Ποσό που υπερβαίνει τα 100000 ευρώ

αλλά όχι τα 200000 ευρώ

2 έτη

Ποσό που υπερβαίνει τα 200000 ευρώ

αλλά όχι τα 500000 ευρώ

3 έτη

Ποσό που υπερβαίνει τα 500000 ευρώ

αλλά όχι τα δύο εκατομμύρια ευρώ ... ...

5 έτη

Ποσό που υπερβαίνει τα δύο

εκατομμύρια ευρώ

10 έτη.

(2) Οι διατάξεις του εδαφίου (1) του άρθρου αυτού εφαρμόζονται και στην περίπτωση έκδοσης διατάγματος δήμευσης δυνάμει του άρθρου 28  όπου o κατηγορούμενος είχε διαφύγει και εμφανίστηκε σε μεταγενέστερο στάδιο.

Εκτέλεση διατάγματος δήμευσης μέσων

10. Η εκτέλεση διατάγματος για τη δήμευση μέσων γίνεται με κατάσχεση ακολουθώντας τυχόν οδηγίες του δικαστηρίου ανάλογα με το είδος του μέσου.

Διαδικασία για την έκδοση διατάγματος δήμευσης

11. (1) Η κατηγορούσα αρχή παρουσιάζει, μαζί με την αίτηση του Γενικού Εισαγγελέα για έρευνα δυνάμει του άρθρου 6 ή δυνάμει των άρθρων 35 ή 36 ή εντός της προθεσμίας την οποία καθορίζει το δικαστήριο, έκθεση ισχυρισμών στην οποία εκτίθενται γεγονότα και στοιχεία σχετικά με την έρευνα για τη διαπίστωση τυχόν εσόδων του κατηγορουμένου από παράνομες δραστηριότητες ή από τη διάπραξη αδικήματος νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή με τον υπολογισμό των εν λόγω εσόδων ή της περιουσίας που αποτελεί το προϊόν των παράνομων δραστηριοτήτων ή του αδικήματος νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και, αν ο κατηγορούμενος, σύμφωνα με τη διαδικασία που καθορίζεται στο παρόν άρθρο, παραδεχθεί την ορθότητα του περιεχομένου της εν λόγω έκθεσης ή μέρους της, το δικαστήριο για τους σκοπούς της εν λόγω έρευνας και για σκοπούς υπολογισμού δύναται να εκλάβει την εν λόγω παραδοχή ως αναμφισβήτητη απόδειξη των γεγονότων και στοιχείων στα οποία αναφέρεται.

(2) Μετά την παρουσίαση από την κατηγορούσα αρχή της έκθεσης γεγονότων και στοιχείων, σύμφωνα με τις πρόνοιες του εδαφίου (1), το δικαστήριο, αφού ικανοποιηθεί ότι αντίγραφό της επιδόθηκε στον κατηγορούμενο, τον καλεί να δηλώσει κατά πόσο παραδέχεται οποιουσδήποτε από τους ισχυρισμούς της έκθεσης και να υποβάλει έκθεση σχετικά με όσους δεν παραδέχεται (η οποία θα καλείται "έκθεση αντίκρουσης ισχυρισμών") στην οποία να υποδεικνύει τα στοιχεία και τους λόγους επί των οποίων προτίθεται να στηρίξει την υπόθεσή του τόσο για αντίκρουση των ισχυρισμών της κατηγορούσας αρχής όσο και σχετικά με το ποσό το οποίο διαπιστώθηκε ότι δύναται να ληφθεί από τη ρευστοποιήσιμη περιουσία του. Η έκθεση αντίκρουσης ισχυρισμών υποβάλλεται μέσα στη χρονική περίοδο την οποία καθορίζει το δικαστήριο ή μέσα σε τρεις ημέρες από την επίδοση στον κατηγορούμενο της έκθεσης γεγονότων και στοιχείων της κατηγορούσας αρχής.

(3) Η παράλειψη του κατηγορουμένου να συμμορφωθεί προς οποιαδήποτε από τις οδηγίες του δικαστηρίου λογίζεται για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου ως παραδοχή όλων των ισχυρισμών που περιλαμβάνονται στην έκθεση.

(4) Σε περίπτωση κατά την οποία στην έκθεση αντίκρουσης ισχυρισμών περιλαμβάνονται ισχυρισμοί σχετικά με το ποσό το οποίο διαπιστώθηκε ότι δύναται να ληφθεί κατά την έκδοση του διατάγματος δήμευσης και η κατηγορούσα αρχή αποδέχεται όλους τους ισχυρισμούς ή μερικούς από αυτούς ή μέρος τους, το δικαστήριο δύναται για τους σκοπούς της πιο πάνω διαπίστωσης να θεωρήσει την εκ μέρους της κατηγορούσας αρχής αποδοχή αναμφισβήτητη απόδειξη των ισχυρισμών στους οποίους αναφέρεται.

(5) Η αποδοχή ισχυρισμών είτε αυτή αφορά τον κατηγορούμενο είτε την κατηγορούσα αρχή γίνεται προφορικά ενώπιον του δικαστηρίου, εκτός αν το δικαστήριο διατάξει διαφορετικά.

(6) Η παραδοχή στην οποία προβαίνει ο κατηγορούμενος για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου δε δύναται να γίνει δεκτή ως μαρτυρία σε οποιαδήποτε άλλη ποινική διαδικασία.

(7) Το δικαστήριο δύναται να ορίσει ημερομηνία για τη διεξαγωγή της έρευνας και να την αναβάλει οποτεδήποτε το κρίνει αναγκαίο.

(8) Το δικαστήριο εκδίδει αιτιολογημένη απόφαση για όλα τα θέματα της έρευνας.

Ποσό που ανακτάται δυνάμει διατάγματος δήμευσης

12. (1) Τηρουμένων των προνοιών του εδαφίου (2), το ποσό το οποίο πρέπει να ανακτηθεί με την έκδοση διατάγματος δήμευσης είναι το ποσό το οποίο το δικαστήριο υπολογίζει ότι αντιπροσωπεύει τα έσοδα του κατηγορουμένου από παράνομες δραστηριότητες ή από τη διάπραξη αδικήματος νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες.

(2) Αν το δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι κατά την έκδοση του διατάγματος το ποσό το οποίο θα ήταν δυνατό να ρευστοποιηθεί είναι μικρότερο του ποσού το οποίο το δικαστήριο υπολόγισε ως αντιπροσωπευτικό των εσόδων του κατηγορουμένου από παράνομες δραστηριότητες ή από τη διάπραξη αδικήματος νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, το ποσό το οποίο, σύμφωνα με το διάταγμα δήμευσης, πρέπει να ανακτηθεί είναι το ποσό το οποίο, κατά την άποψη του δικαστηρίου, δύναται στην πραγματικότητα να εξασφαλισθεί από τη ρευστοποιήσιμη περιουσία. Στην περίπτωση αυτή αναφέρεται στο διάταγμα και το ποσό το οποίο έπρεπε να ανακτηθεί ως αντιπροσωπευτικό των εσόδων του κατηγορουμένου από παράνομες δραστηριότητες ή από τη διάπραξη αδικήματος νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες.

(3) Σε περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο καταλήξει στο συμπέρασμα ότι το ποσό το οποίο δύναται να ληφθεί από τη ρευστοποιήσιμη περιουσία είναι μικρότερο από το ποσό το οποίο θα έπρεπε να ληφθεί, δύναται να εκδώσει για τη διαφορά μεταξύ των δύο ποσών διάταγμα είτε για τη διαγραφή της διαφοράς είτε για την αναστολή της είσπραξης της, το οποίο, κατά τη γνώμη του και λαμβανομένων υπόψη των λόγων της διαφοράς, κρίνει δίκαιο και σκόπιμο.

Ρευστοποιήσιμη περιουσία, προνομιούχα χρέη, απαγορευμένες δωρεές και απαγορευμένες μεταβιβάσεις

13. (1) Στον παρόντα Νόμο, τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου (2), "ρευστοποιήσιμη περιουσία" σημαίνει-

(α) Περιουσία την οποία έχει ο κατηγορούμενος είτε αυτή βρίσκεται  στο έδαφος  της Κυπριακής Δημοκρατίας είτε βρίσκεται στο εξωτερικό˙ και

(β) περιουσία την οποία έχει άλλο πρόσωπο προς το οποίο ο κατηγορούμενος άμεσα ή έμμεσα προέβη σε απαγορευμένη από τον παρόντα Νόμο δωρεά της συγκεκριμένης αυτής περιουσίας ή περιουσία που έχει άλλο πρόσωπο προς το οποίο ο κατηγορούμενος άμεσα ή έμμεσα προέβη σε απαγορευμένη μεταβίβαση περιουσίας είτε αυτή βρίσκεται  στο έδαφος  της Κυπριακής Δημοκρατίας είτε βρίσκεται στο εξωτερικό:

Νοείται ότι, για σκοπούς της παραγράφου (β), η απαγορευμένη μεταβίβαση περιουσίας περιλαμβάνει το προϊόν του αδικήματος ή άλλη περιουσία η αξία της οποίας είναι ισοδύναμη με το προϊόν του αδικήματος.

(1Α) Για τους σκοπούς του εδαφίου (1) και χωρίς επηρεασμό της γενικότητας των διατάξεων αυτού, κατηγορούμενος ή άλλο πρόσωπο λογίζεται ότι έχει περιουσία, εάν έχει συμφέρον ή δικαίωμα επί της περιουσίας αυτής.

(2) Στην έννοια της ρευστοποιήσιμης περιουσίας δεν περιλαμβάνεται οποιαδήποτε περιουσία η οποία υπόκειται σε κατάσχεση με βάση διάταγμα δικαστηρίου το οποίο εκδόθηκε σε ποινική υπόθεση.

(3) Για τους σκοπούς των άρθρων 11 και 12 το ποσό το οποίο δύναται, κατά την έκδοση του διατάγματος δήμευσης, να εξασφαλισθεί είναι-

(α) Το σύνολο των αξιών όλης της ρευστοποιήσιμης περιουσίας την οποία έχει ο κατηγορούμενος κατά την έκδοση του διατάγματος˙

(β) πλέον το σύνολο όλων των αξιών των κατά την έκδοση του διατάγματος απαγορευμένων από το Νόμο δωρεών ή απαγορευμένων μεταβιβάσεων περιουσίας˙

(γ) μείον το σύνολο των υποχρεώσεων οι οποίες, κατά την έκδοση του διατάγματος, έχουν, σύμφωνα με το εδάφιο (6), προτεραιότητα.

(4) Τηρουμένων των ακόλουθων προνοιών του παρόντος άρθρου, αξία περιουσίας, εκτός από μετρητά, είναι-

(α) Η αγοραία αξία της περιουσίας, όταν αυτή ανήκει αποκλειστικά σε ένα πρόσωπο˙

(β) σε περίπτωση κατά την οποία και άλλο πρόσωπο έχει συμφέρον στην εν λόγω περιουσία, η αγοραία αξία της περιουσίας μείον το ποσό το οποίο απαιτείται για την ικανοποίηση του συμφέροντος του άλλου προσώπου και την ακύρωση οποιασδήποτε επιβάρυνσης, εξαιρουμένης επιβάρυνσης με βάση επιβαρυντικό διάταγμα.

(5) Τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος άρθρου, αναφορά στην αξία δωρεάς σημαίνει την αξία της περιουσίας στην ανοικτή αγορά κατά το χρόνο της έκδοσης του διατάγματος δήμευσης ή κατά το χρόνο της δωρεάς, αν η αξία της τότε ήταν μεγαλύτερη από την αξία της κατά την έκδοση του διατάγματος δήμευσης.

(6) Για τους σκοπούς του εδαφίου (3) οι υποχρεώσεις του κατηγορουμένου οι οποίες έχουν προτεραιότητα έναντι άλλων είναι-

(α) Οι υποχρεώσεις για την καταβολή χρηματικών ποινών οι οποίες επιβλήθηκαν πριν από την έκδοση του διατάγματος δήμευσης ή άλλων ποσών πληρωτέων δυνάμει διατάγματος του δικαστηρίου το οποίο εκδόθηκε πριν από την έκδοση του διατάγματος δήμευσης˙

(β) η υποχρέωσή του για την πληρωμή ποσών τα οποία θα περιλαμβάνονται μεταξύ των προνομιούχων χρεών του κατηγορουμένου, αν κατά την έκδοση του διατάγματος δήμευσης κηρυσσόταν σε πτώχευση ή, προκειμένου περί εταιρείας, αν διαταζόταν η διάλυσή της˙

(γ) οποιαδήποτε άλλη καλόπιστη απαίτηση εναντίον του κατηγορουμένου την οποία το δικαστήριο κρίνει κατάλληλη για να της δοθεί προτεραιότητα με την επιβολή των όρων που το δικαστήριο κρίνει δίκαιους υπό τις περιστάσεις

και "Προνομιούχα χρέη" στο εδάφιο αυτό σημαίνει-

(i) Σχετικά με πτώχευση, τα χρέη τα οποία πληρώνονται κατά προτεραιότητα, σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 38 του περί Πτωχεύσεως Νόμου ή οποιουδήποτε άλλου νόμου, ως εάν ήταν η ημερομηνία έκδοσης του διατάγματος δήμευσης η ημερομηνία έκδοσης του διατάγματος παραλαβής˙

(ii) σχετικά με διάλυση εταιρείας, τα χρέη τα οποία πληρώνονται κατά προτεραιότητα, σύμφωνα με τις πρόνοιες του εδαφίου (1) του άρθρου 300 του περί Εταιρειών Νόμου ή οποιουδήποτε άλλου νόμου, ως εάν ήταν η ημερομηνία έκδοσης του διατάγματος δήμευσης η ημερομηνία έκδοσης του διατάγματος διάλυσης της εταιρείας˙

(iii) σχετικά τόσο με πτώχευση φυσικού προσώπου όσο και με διάλυση εταιρείας, οι απαιτήσεις που αναφέρονται στην παράγραφο (γ) του παρόντος εδαφίου.

(7) Οι δωρεές, περιλαμβανομένων και των δωρεών που έγιναν πριν από την έναρξη της ισχύος του παρόντος Νόμου, που θεωρούνται απαγορευμένες από τον Νόμο αυτό είναι-

(α) Όσες έγιναν από τον κατηγορούμενο κατά τα τελευταία έξι έτη πριν από την έναρξη της ποινικής διαδικασίας εναντίον του˙ ή

(β) όσες έγιναν από τον κατηγορούμενο οποτεδήποτε και αφορούν περιουσία-

(i) Την οποία αποδέχτηκε ο κατηγορούμενος ως δωρεά σε σχέση με γενεσιουργό αδίκημα το οποίο διέπραξε ο ίδιος ή άλλο πρόσωπο˙ ή

(ii) η οποία εξολοκλήρου ή μερικώς αντιπροσωπεύει άμεσα ή έμμεσα περιουσία την οποία αποδέχτηκε σε σχέση με γενεσιουργό αδίκημα το οποίο διέπραξε ο ίδιος ή άλλο πρόσωπο˙ ή

(γ) όσες έγιναν από τον κατηγορούμενο μετά την έναρξη της ποινικής διαδικασίας εναντίον του.

(8) Για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου ο κατηγορούμενος λογίζεται ότι προβαίνει σε δωρεά και σε περίπτωση που άμεσα ή έμμεσα μεταβιβάζει περιουσία με αντάλλαγμα σημαντικά χαμηλότερο της πραγματικής αξίας της περιουσίας κατά το χρόνο της μεταβίβασης. Στην περίπτωση αυτή οι προηγούμενες πρόνοιες του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται ως εάν προέβη o κατηγορούμενος στη δωρεά εκείνου του μέρους της περιουσίας το οποίο σε σύγκριση με την αξία ολόκληρης της περιουσίας αντιπροσωπεύει το ποσοστό της διαφοράς μεταξύ της αξίας του ανταλλάγματος το οποίο δέχτηκε για τη μεταβίβασή της και της πραγματικής αξίας της περιουσίας κατά το χρόνο της μεταβίβασης.

(9) Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου –

“απαγορευμένη μεταβίβαση περιουσίας” σημαίνει  άμεση ή έμμεση μεταβίβαση ή μεταφορά από τον κατηγορούμενο του προϊόντος του αδικήματος σε άλλο πρόσωπο, όταν το άλλο πρόσωπο γνωρίζει ή οφείλει να γνωρίζει ότι ο σκοπός της μεταβίβασης ή της μεταφοράς είναι να αποφευχθεί η δήμευση και το γεγονός αυτό συνάγεται με βάση συγκεκριμένα στοιχεία και περιστάσεις, συμπεριλαμβανομένου του ότι η μεταβίβαση ή η μεταφορά πραγματοποιήθηκε χωρίς αντάλλαγμα ή με αντάλλαγμα σημαντικά κατώτερο από την αγοραία αξία της εν λόγω περιουσίας·

“κατηγορούμενος” περιλαμβάνει πρόσωπο για το οποίο υπάρχει εύλογη υποψία ότι δύναται να κατηγορηθεί για διάπραξη αδικήματος νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες.

(10) Ανεξάρτητα από τις διατάξεις των εδαφίων (8) και (9), τα δικαιώματα καλόπιστων τρίτων διαφυλάσσονται.

Β. Προσωρινά Διατάγματα
Διάταγμα Δέσμευσης, ακύρωση ή τροποποίησή του και διορισμός παραλήπτη

14. (1) Το δικαστήριο έχει την εξουσία να εκδίδει διάταγμα δέσμευσης τόσο πριν όσο και μετά την έκδοση διατάγματος δήμευσης, αλλά το διάταγμα δέσμευσης εκδίδεται πριν από την έκδοση διατάγματος δήμευσης σε περίπτωση κατά την οποία-

(α) Έχει αρχίσει και δεν έχει περατωθεί ή επίκειται η έναρξη εντός της Δημοκρατίας ποινικής διαδικασίας εναντίον προσώπου για διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος ή αδικήματος νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, ή έχει γίνει αίτηση από το Γενικό Εισαγγελέα δυνάμει των άρθρων 28, 35 ή 36 του Νόμου αυτού˙ ή

(β) η Μονάδα κατέχει πληροφορία βάσει της οποίας δημιουργείται εύλογη υποψία ότι πρόσωπο δύναται να κατηγορηθεί ή έχει κατηγορηθεί για διάπραξη αδικήματος νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή για διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος στην Κύπρο, σε κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ή σε ξένη χώρα:

Νοείται ότι, για τους σκοπούς της παρούσας παραγράφου «ξένη χώρα» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό στο άρθρο 37 του παρόντος Νόμου.

(γ) το δικαστήριο είναι ικανοποιημένο ότι υπάρχει εύλογη αιτία να πιστεύει ότι-

(i) Στην περίπτωση αίτησης δυνάμει του άρθρου 36 πληρούνται οι διατάξεις του εδαφίου (3) του ίδιου άρθρου˙ και

(ii) το αναφερόμενο στις παραγράφους (α) και (β) πρόσωπο έχει αποκομίσει οποιοδήποτε όφελος από τη διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος ή αδικήματος νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες.

(2)(α) Το διάταγμα δέσμευσης το οποίο εκδίδεται δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου (1) απαγορεύει τη συναλλαγή ή τη διάθεση με οποιοδήποτε τρόπο της ρευστοποιήσιμης περιουσίας ή/και της περιουσίας στην οποία αναφέρεται:

Νοείται ότι η αναφερόμενη στην παρούσα παράγραφο απαγόρευση υπόκειται σε όρους ή εξαιρέσεις που το δικαστήριο επιβάλλει ή καθορίζει στο διάταγμα.

(β) Σε περίπτωση που το διάταγμα δέσμευσης αφορά χρηματικά ποσά κατατεθειμένα σε τραπεζικούς λογαριασμούς, το χρηματοπιστωτικό ίδρυμα στο οποίο απευθύνεται το διάταγμα, οφείλει να τηρήσει και διαφυλάξει τα εν λόγω χρηματικά ποσά, μέχρι την περάτωση της ποινικής διαδικασίας και την τελική διάθεση των χρηματικών ποσών, είτε με την εκτέλεση διατάγματος δήμευσης είτε με την επιστροφή τους στον δικαιούχο του λογαριασμού, σε περίπτωση αθωωτικής απόφασης.

(3) Το διάταγμα δέσμευσης δύναται να επηρεάζει-

(α) Ολόκληρη τη ρευστοποιήσιμη περιουσία την οποία έχει συγκεκριμένο πρόσωπο, ανεξάρτητα αν αυτή περιγράφεται ή όχι στο διάταγμα˙ και

(β) τη ρευστοποιήσιμη εκείνη περιουσία την οποία έχει συγκεκριμένο πρόσωπο η οποία μεταβιβάστηκε σ' αυτό μετά την έκδοση του διατάγματος.

(4) Οι πρόνοιες του παρόντος άρθρου δεν εφαρμόζονται σε σχέση με περιουσία η οποία βαρύνεται με διάταγμα επιβάρυνσης το οποίο έχει εκδοθεί δυνάμει του άρθρου 15.

(5) Το διάταγμα δέσμευσης-

(α) Εκδίδεται κατόπιν μονομερούς αίτησης (ex parte) του Γενικού Εισαγγελέα˙ και

(β) περιλαμβάνει πρόνοια για την επίδοση ειδοποίησης προς όλα τα επηρεαζόμενα από το διάταγμα πρόσωπα.

(6) Το διάταγμα δέσμευσης-

(α) Δύναται να ακυρωθεί ή να τροποποιηθεί αναφορικά με την περιουσία που επηρεάζεται˙

(β) ακυρώνεται μετά την περάτωση της ποινικής διαδικασίας εναντίον του κατηγορουμένου για τα αδικήματα για τα οποία κατηγορείται˙

(γ) ακυρώνεται αν αίτηση δυνάμει του άρθρου 35 (Επανεξέταση υπόθεσης) ή του άρθρου 36 (Αναθεώρηση υπολογισμού εσόδων) δεν υποβληθεί σε εύλογο κατά τη γνώμη του δικαστηρίου χρόνο.

(7) Το δικαστήριο δύναται οποτεδήποτε μετά την έκδοση του διατάγματος δέσμευσης να διορίσει παραλήπτη-

(α) Για να θέσει υπό την κατοχή και τον έλεγχό του ρευστοποιήσιμη περιουσία ή περιουσία ή περιουσιακά στοιχεία, τα οποία αποτελούν αντικείμενο διατάγματος εγγραφής απόφασης δέσμευσης ή εγγραφής διατάγματος δέσμευσης, σύμφωνα με τις διατάξεις των Μερών IV και IVA του παρόντος Νόμου∙ και

(β) για να διαχειρίζεται ή άλλως πως να συναλλάσσεται σε σχέση με την εν λόγω περιουσία, σύμφωνα με τις οδηγίες του δικαστηρίου:

Νοείται ότι για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου και χωρίς επηρεασμό της γενικότητάς του, το δικαστήριο δύναται να διορίσει ως παραλήπτη και τον Επίσημο Παραλήπτη, ο οποίος για σκοπούς εφαρμογής του παρόντος άρθρου, δύναται να εφαρμόζει και τις σχετικές πρόνοιες και διαδικασίες που προβλέπονται στον περί Πτώχευσης Νόμο και στους κανονισμούς που εκδίδονται δυνάμει αυτού, καθώς και στον περί Εταιρειών Νόμο και στους περί Εταιρειών (Εκκαθάριση) Κανονισμούς, όπως αυτοί εκάστοτε τροποποιούνται ή αντικαθίστανται.

(8) Το δικαστήριο δύναται κατά το διορισμό του παραλήπτη να επιβάλει τους όρους που κρίνει αναγκαίους και να διατάξει οποιοδήποτε πρόσωπο στην κατοχή του οποίου βρίσκεται περιουσία για την οποία έχει διορίσει o παραλήπτης να την παραδώσει σε αυτόν.

(9) Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου και χωρίς να επηρεάζεται η γενικότητά της, η φράση "συναλλάσσεται σε σχέση με περιουσία" περιλαμβάνει-

(α) Πληρωμή έναντι χρέους με σκοπό τη μείωσή του˙ και

(β) τη μετακίνηση ή μεταφορά της περιουσίας εκτός της Δημοκρατίας.

(10) Μετά την έκδοση διατάγματος δέσμευσης η ρευστοποιήσιμη περιουσία δύναται να κατασχεθεί με σκοπό να παρεμποδιστεί η μετακίνηση ή μεταφορά της εκτός Κύπρου.

(11) Περιουσία η οποία κατάσχεται δυνάμει του εδαφίου (10) πιο πάνω υπόκειται στις οδηγίες του δικαστηρίου.

(12) Το Δικαστήριο δεν ασκεί τις εξουσίες που του παρέχονται δυνάμει του άρθρου αυτού-

(α) Αν ικανοποιηθεί ότι η προώθηση της διαδικασίας ή αίτησης καθυστερεί χωρίς να υπάρχει εύλογη αιτία˙ ή

(β) αν ο Γενικός Εισαγγελέας δηλώσει ότι δε σκοπεύει να προωθήσει την εν λόγω διαδικασία ή αίτηση.

Διάταγμα επιβάρυνσης και ακύρωση ή τροποποίησή του

15. (1) Το δικαστήριο έχει την εξουσία να εκδίδει διάταγμα επιβάρυνσης τόσο πριν όσο και μετά την έκδοση διατάγματος δήμευσης, αλλά το διάταγμα επιβάρυνσης εκδίδεται πριν από την έκδοση διατάγματος δήμευσης μόνο αν-

(α) Έχει αρχίσει και δεν έχει περατωθεί ή επίκειται η έναρξη εντός της Δημοκρατίας ποινικής διαδικασίας εναντίον προσώπου για διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος, ή έχει γίνει αίτηση από το Γενικό Εισαγγελέα δυνάμει των άρθρων 28, 35 ή 36 του Νόμου αυτού˙ ή

(β) η Μονάδα κατέχει πληροφορία βάσει της οποίας δημιουργείται εύλογη υποψία ότι πρόσωπο δύναται να κατηγορηθεί για διάπραξη αδικήματος νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες στην Κύπρο ή σε κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή σε ξένη χώρα:

Νοείται ότι, για τους σκοπούς της παρούσας παραγράφου «ξένη χώρα» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 37 του παρόντος Νόμου.

(γ) το δικαστήριο είναι ικανοποιημένο ότι υπάρχει εύλογη αιτία να πιστεύει ότι-

(i) Στην περίπτωση αίτησης δυνάμει του άρθρου 36 πληρούνται οι διατάξεις του εδαφίου (3) του ίδιου άρθρου˙ και

(ii) το αναφερόμενο στις παραγράφους (α) και (β) πρόσωπο έχει αποκομίσει όφελος από τη διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος.

(2) Το διάταγμα το οποίο εκδίδεται δυνάμει του εδαφίου (1) καλείται διάταγμα επιβάρυνσης ή επιβαρυντικό διάταγμα και ανεξαρτήτως των προνοιών άλλων νόμων δημιουργεί επιβάρυνση επί ρευστοποιήσιμης περιουσίας, όπως αυτή προσδιορίζεται στο διάταγμα, με σκοπό την εξασφάλιση καταβολής προς τη Δημοκρατία-

(α) Ποσού ίσου με την αξία της περιουσίας η οποία επιβαρύνεται με το διάταγμα στις περιπτώσεις εκείνες κατά τις οποίες δεν έχει εκδοθεί διάταγμα δήμευσης˙ και

(β) σε όλες τις άλλες περιπτώσεις ποσού το οποίο δεν υπερβαίνει το δυνάμει του διατάγματος δήμευσης πληρωτέο ποσό.

(3) Επιβαρυντικό διάταγμα εκδίδεται κατόπιν μονομερούς αίτησης (ex parte) του Γενικού Εισαγγελέα.

(4) Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου (6), επιβάρυνση δυνάμει επιβαρυντικού διατάγματος δύναται να επιβληθεί μόνο-

(α) Επί συμφέροντος το οποίο ο κατηγορούμενος έχει σε ρευστοποιήσιμη περιουσία είτε του είδους που περιγράφεται στο εδάφιο (5) πιο κάτω είτε δυνάμει εμπιστεύματος˙

(β) επί συμφέροντος το οποίο έχει άλλο πρόσωπο σε ρευστοποιήσιμη περιουσία είτε του είδους που περιγράφεται στο εδάφιο (5) πιο κάτω είτε δυνάμει εμπιστεύματος και προς το οποίο ο κατηγορούμενος έχει προβεί σε δωρεά απαγορευμένη από το Νόμο αυτό.

(5) Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου (12), τα είδη περιουσίας που αναφέρονται στο εδάφιο (4) είναι-

(α) Ακίνητη περιουσία˙

(β) τα ακόλουθα ομόλογα:

(i) Κυβερνητικά ομόλογα˙

(ii) ομόλογα οποιουδήποτε νομικού προσώπου που συστάθηκε στη Δημοκρατία˙

(iii) ομόλογα νομικού προσώπου που συστάθηκε εκτός της Δημοκρατίας και τα οποία είναι εγγεγραμμένα σε μητρώο το οποίο τηρείται στη Δημοκρατία˙

(γ) μερίδιο σε εμπίστευμα μονάδων για το οποίο τηρείται μητρώο των μεριδιούχων οπουδήποτε εντός της Δημοκρατίας˙

(δ) καταθέσεις σε δικαστήριο.

(6) Όταν το δικαστήριο εκδίδει διάταγμα επιβάρυνσης επί συμφέροντος σε είδος περιουσίας από τα αναφερόμενα στις παραγράφους (β) και (γ) του εδαφίου (5), δύναται να διατάξει όπως η επιβάρυνση επεκταθεί και καλύψει συμφέρον επί μερίσματος ή επί τόκου πληρωτέον σε σχέση με την εν λόγω περιουσία.

(7) Το δικαστήριο δύναται με διάταγμά του να ακυρώσει ή να τροποποιήσει επιβαρυντικό διάταγμα και εν πάση περιπτώσει ακυρώνει επιβαρυντικό διάταγμα μετά την περάτωση της ποινικής διαδικασίας για το αδίκημα ή κατόπιν κατάθεσης στο δικαστήριο του ποσού η πληρωμή του οποίου εξασφαλίστηκε με την έκδοση του επιβαρυντικού διατάγματος ή αν οι αιτήσεις δυνάμει των άρθρων 35 ή 36 δε γίνουν μέσα σε εύλογο κατά τη γνώμη του δικαστηρίου χρόνο.

(8) Το δικαστήριο δύναται να εκδώσει διάταγμα επιβάρυνσης χωρίς όρους ή με την επιβολή όρων σχετικά με την επίδοση γνωστοποίησης στα πρόσωπα τα οποία έχουν οποιοδήποτε συμφέρον στην επηρεαζόμενη περιουσία ή σχετικά με το χρόνο εκτέλεσης της επιβάρυνσης ή σχετικά με άλλα θέματα.

(9) Η έκδοση επιβαρυντικού διατάγματος σε σχέση με τα περιουσιακά στοιχεία (β), (γ) και (δ) του εδαφίου (5) έχει όλες ή μερικές από τις πιο κάτω συνέπειες, τις οποίες καθορίζει το δικαστήριο, το οποίο δύναται να επιβάλει τους όρους ή να δώσει τις οδηγίες που κρίνει αναγκαίες ή συμπληρωματικές της συνέπειας ή των συνεπειών που έχει ορίσει-

(α) Τη δημιουργία επιβάρυνσης υπέρ της Δημοκρατίας στην περιουσία για την οποία εκδίδεται το διάταγμα με την πληρωμή του ποσού που αναφέρεται στο εδάφιο (1) με προτεραιότητα του συμφέροντος της Δημοκρατίας έναντι όλων των χρεών και υποχρεώσεων του κατηγορουμένου που δεν αποτέλεσαν αντικείμενο προγενέστερου επιβαρυντικού διατάγματος στα ίδια περιουσιακά στοιχεία ή άλλων επιβαρύνσεων που δε δημιουργήθηκαν πριν από την έκδοση του διατάγματος με οποιοδήποτε νομικό τρόπο˙

(β) την απαγόρευση μεταβιβάσεων, πωλήσεων, πληρωμών ή άλλων συναλλαγών σε σχέση με το αντικείμενο του διατάγματος, χωρίς να επηρεάζεται η εκτέλεση αποφάσεων ή διαταγμάτων του δικαστηρίου που εκδόθηκαν πριν από την έκδοση του διατάγματος˙

(γ) την απαγόρευση πληρωμής μερισμάτων στο χρεώστη σε σχέση με το αντικείμενο του διατάγματος˙

(δ) στην περίπτωση εμπιστεύματος μονάδων, την απαγόρευση οποιασδήποτε απόκτησης των μονάδων ή συναλλαγής σε σχέση με τις μονάδες από οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που ασκεί αρμοδιότητα βάσει του εμπιστεύματος:

Νοείται ότι μετά την επίδοση του διατάγματος σε οποιοδήποτε πρόσωπο δυνάμει του εδαφίου αυτού δημιουργείται υποχρέωση του προσώπου αυτού να συμμορφωθεί προς το περιεχόμενο του διατάγματος και περαιτέρω, αν το πρόσωπο αυτό τηρεί οποιοδήποτε μητρώο σχετικά με την εγγραφή μεταβίβασης ή οποιαδήποτε άλλη συναλλαγή σχετική με το αντικείμενο του διατάγματος, οφείλει να προβεί σε όλες τις καταχωρήσεις ή τροποποιήσεις σ' αυτή που είναι επακόλουθο του διατάγματος.

(10) Επιβαρυντικό διάταγμα το οποίο εκδόθηκε σε σχέση με ακίνητη περιουσία κατατίθεται στο επαρχιακό κτηματολογικό γραφείο της επαρχίας όπου βρίσκεται η περιουσία που επηρεάζεται και ακολούθως εφαρμόζονται με ανάλογες αναπροσαρμογές οι πρόνοιες των άρθρων 57, 60 και 61 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, ως εάν-

(α) Το επιβαρυντικό διάταγμα αποτελούσε απόφαση του Δικαστηρίου για χρέος˙ και

(β) η κατάθεση του διατάγματος αποτελούσε εγγραφή της απόφασης του δικαστηρίου για χρέος:

Νοείται ότι, η εγγραφή του διατάγματος παραμένει σε ισχύ ανεξάρτητα από τις πρόνοιες των άρθρων 55 και 56 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου.

(11) Κάθε διάταγμα το οποίο τροποποιεί ή ακυρώνει επιβαρυντικό διάταγμα επί ακινήτου περιουσίας κατατίθεται στο επαρχιακό κτηματολογικό γραφείο της επαρχίας όπου βρίσκεται η περιουσία που επηρεάζεται και o Επαρχιακός Κτηματολογικός Λειτουργός τροποποιεί ή διαγράφει, ανάλογα με την περίπτωση, τη σχετική καταχώριση στο μητρώο το οποίο τηρείται με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 60 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου.

(12)(α) Το Υπουργικό Συμβούλιο δύναται με Κανονισμούς να τροποποιεί το εδάφιο (5) με την προσθήκη ή αφαίρεση περιουσιακών στοιχείων τα οποία, κατά τη γνώμη του, έπρεπε να είχαν προστεθεί ή διαγραφεί, νοουμένου ότι σε περίπτωση προσθήκης νέου περιουσιακού στοιχείου η εν λόγω προσθήκη δε συνεπάγεται άλλες τροποποιήσεις του Νόμου˙

(β) Κανονισμοί που εκδίδονται με βάση το εδάφιο αυτό κατατίθενται στη Βουλή των Αντιπροσώπων για έγκριση και ακολούθως εφαρμόζονται οι διατάξεις του εδαφίου (2) του άρθρου 3 του περί Καταθέσεως στη Βουλή των Αντιπροσώπων των Κανονισμών που Εκδίδονται με Εξουσιοδότηση Νόμου, Νόμου.

(13) Το Δικαστήριο δεν ασκεί τις εξουσίες που του παρέχονται δυνάμει του άρθρου αυτού-

(α) Αν ικανοποιηθεί ότι η προώθηση της διαδικασίας ή αίτησης καθυστερεί χωρίς να υπάρχει εύλογη αιτία˙ ή

(β) αν ο Γενικός Εισαγγελέας δηλώσει ότι δε σκοπεύει να προωθήσει τη διαδικασία ή αίτηση.

Ακύρωση διατάγματος δέσμευσης και επιβάρυνσης

16. (1) Το δικαστήριο ακυρώνει διατάγματα τα οποία εκδόθηκαν πριν από την έκδοση διατάγματος δήμευσης με βάση τις πρόνοιες των άρθρων 14 και 15, αν η επικείμενη ποινική διαδικασία δεν έχει αρχίσει μέσα σε λογική χρονική περίοδο ή μέσα στη χρονική περίοδο την οποία το δικαστήριο όρισε το ίδιο το διάταγμα.

(2) Όταν οι εξουσίες οι οποίες παρέχονται δυνάμει των άρθρων 14 και 15 ασκούνται πριν αρχίσει η ποινική διαδικασία, τότε-

(α) η αναφορά στον κατηγορούμενο που γίνεται στον παρόντα Νόμο ερμηνεύεται ως αναφορά στο πρόσωπο που αναφέρεται στην παράγραφο (α) του εδαφίου (1) του άρθρου 14 και στην παράγραφο (α) του εδαφίου (1) του άρθρου 15.

(β) η αναφορά στη ρευστοποιήσιμη περιουσία που γίνεται στον παρόντα Νόμο ερμηνεύεται ως εάν είχε αρχίσει ποινική διαδικασία εναντίον του προσώπου το οποίο αναφέρεται στην παράγραφο (α) του εδαφίου (1) του άρθρου 14 και στην παράγραφο (α) του εδαφίου (1) του άρθρου 15 για τη διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος αμέσως πριν από την έκδοση του σχετικού διατάγματος δυνάμει των άρθρων 14 και 15.

(3) Σε περίπτωση έκδοσης διατάγματος δέσμευσης, τα διατάγματα παγώματος ή επιβάρυνσης περιουσίας που έχουν εκδοθεί δυνάμει των άρθρων 14 και 15 του παρόντος Νόμου, ακυρώνονται από το Δικαστήριο μόνο μετά την πλήρη ικανοποίησή του δυνάμει του διατάγματος οφειλόμενου ποσού.

Γ. ʼAλλα μέτρα
Διορισμός παραλήπτη μετά την έκδοση διατάγματος δήμευσης

17. (1) Μετά την έκδοση διατάγματος δήμευσης για το οποίο δεν έχει καταχωρισθεί έφεση και το οποίο παραμένει ανεκτέλεστο ή μετά την εγγραφή διατάγματος ή απόφασης δήμευσης που εκδίδεται δυνάμει των διατάξεων του Μέρους IV ή του Μέρους IVA, το δικαστήριο δύναται με αίτηση της κατηγορούσας αρχής να ασκήσει τις ακόλουθες εξουσίες:

(α) Να προβεί στο διορισμό παραλήπτη για τη ρευστοποίηση της περιουσίας ή/και στο διορισμό παραλήπτη, τον οποίο να εξουσιοδοτεί να λάβει στην κατοχή του με τον τρόπο που το Δικαστήριο ορίζει, το προϊόν του αδικήματος και/ή την περιουσία που αναφέρεται στο διάταγμα δήμευσης, προς  εκτέλεση του διατάγματος δήμευσης:

Νοείται ότι για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου και χωρίς επηρεασμό της γενικότητάς του, το δικαστήριο δύναται να διορίσει ως παραλήπτη και τον Επίσημο Παραλήπτη, ο οποίος για σκοπούς εφαρμογής του παρόντος άρθρου, δύναται να εφαρμόζει και τις σχετικές πρόνοιες και διαδικασίες που προβλέπονται στον περί Πτώχευσης Νόμο και στους κανονισμούς που εκδίδονται δυνάμει αυτού, καθώς και στον περί Εταιρειών Νόμο  και στους περί Εταιρειών (Εκκαθάριση) Κανονισμούς, όπως αυτοί εκάστοτε τροποποιούνται ή αντικαθίστανται·

(β) να εξουσιοδοτήσει τον εν λόγω παραλήπτη ή τον παραλήπτη που διορίζεται δυνάμει των προνοιών του εδαφίου (7) του άρθρου 14 ή δυνάμει άλλων προνοιών σχετικά με την έκδοση επιβαρυντικών διαταγμάτων-

(i) Να εκτελέσει οποιαδήποτε επιβάρυνση η οποία έχει επιβληθεί δυνάμει του άρθρου 15 ή του Μέρους IV ή IVA επί ρευστοποιήσιμης περιουσίας ή επί τόκων ή μερισμάτων πληρωτέων σε σχέση με την περιουσία αυτή˙ και

(ii) να θέσει υπό την κατοχή του οποιαδήποτε άλλη ρευστοποιήσιμη περιουσία η οποία δεν υπόκειται σε επιβάρυνση με την επιβολή όρων και εξαιρέσεων, αν το δικαστήριο το κρίνει σκόπιμο˙

(γ) να διατάξει οποιοδήποτε πρόσωπο στην κατοχή του οποίου βρίσκεται ρευστοποιήσιμη περιουσία να την παραδώσει στον εν λόγω παραλήπτη˙

(δ) να εξουσιοδοτήσει τον εν λόγω παραλήπτη να ρευστοποιήσει ρευστοποιήσιμη περιουσία με τον τρόπο που το δικαστήριο ορίζει˙

(ε) να διατάξει οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο έχει συμφέρον επί ρευστοποιήσιμης περιουσίας να πληρώσει στον παραλήπτη οποιαδήποτε ποσά σχετικά με οποιοδήποτε συμφέρον το οποίο έχει ο κατηγορούμενος ή ο δωρεοδόχος απαγορευμένης δωρεάς και ακολούθως το δικαστήριο δύναται, αφού γίνει η πληρωμή, να διατάξει να μεταβιβαστεί, παραχωρηθεί ή διαγραφεί οποιοδήποτε συμφέρον στην περιουσία.

(2) Οι παράγραφοι (γ), (δ) και (ε) του εδαφίου (1) δεν εφαρμόζονται σχετικά με περιουσία η οποία επηρεάζεται από επιβάρυνση η οποία έχει δημιουργηθεί με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 15.

(3) Το δικαστήριο ασκεί τις εξουσίες που του παρέχουν η παράγραφος (α), η υποπαράγραφος (i) της παραγράφου (β) και οι παράγραφοι (δ) και (ε) του εδαφίου (1), μόνο αν πεισθεί ότι δόθηκε η εύλογη ευκαιρία σε όλα τα πρόσωπα τα οποία έχουν συμφέρον στην περιουσία που επηρεάζεται να υποβάλουν τις απόψεις τους στο δικαστήριο:

Νοείται ότι, για τους σκοπούς του παρόντος εδαφίου, η αναφορά σε όλα τα πρόσωπα τα οποία έχουν συμφέρον στην περιουσία που επηρεάζεται δεν περιλαμβάνει τον κατηγορούμενο στις περιπτώσεις όπου το διάταγμα δήμευσης εκδόθηκε μετά από καταδίκη του κατηγορουμένου και αφορά τη δήμευση συγκεκριμένης περιουσίας που αναφέρεται στο διάταγμα δήμευσης, στην οποία ο κατηγορούμενος έχει συμφέρον και είχε δοθεί στον κατηγορούμενο η ευκαιρία να υποβάλει ενώπιον του δικαστηρίου το οποίο εξέδωσε το διάταγμα δήμευσης τις θέσεις του σε σχέση με τη δήμευση της συγκεκριμένης περιουσίας.

(4) Παραλήπτης διοριζόμενος δυνάμει του παρόντος άρθρου έχει τις ίδιες εξουσίες, στην έκταση που αυτές δε συγκρούονται με πρόνοιες του παρόντος Νόμου, που θα είχε αν διοριζόταν για σκοπούς πώλησης, διάθεσης ή ρευστοποίησης περιουσιακών στοιχείων βαρυνόμενων με επιβαρυντικό διάταγμα για την ικανοποίηση χρέους σε πολιτική υπόθεση, σύμφωνα με τον περί Επιβαρυντικών Διαταγμάτων Νόμο.

Διάταγμα πώλησης ομολόγων

18. (1) Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου (4), σε περίπτωση κατά την οποία αντικείμενο του διατάγματος επιβάρυνσης είναι η περιουσία που αναφέρεται στις παραγράφους (β) και (γ) του εδαφίου (5) του άρθρου 15, η διάθεση, πώληση ή ρευστοποίηση της εν λόγω περιουσίας γίνεται μόνο με διάταγμα του δικαστηρίου το οποίο εκδίδεται κατόπιν αίτησης της κατηγορούσας αρχής ή του παραλήπτη ο οποίος έχει διοριστεί δυνάμει του άρθρου 17 και το οποίο καλείται διάταγμα πώλησης ομολόγων.

(2) Το δικαστήριο, κατά την έκδοση διατάγματος πώλησης ομολόγων, δύναται να επιβάλει οποιουσδήποτε όρους κρίνει αναγκαίους για τη διασφάλιση των συμφερόντων όσων έχουν συμφέρον στην πώληση των εν λόγω ομολόγων.

(3) Το δικαστήριο, προτού εκδώσει διάταγμα πώλησης ομολόγων, εξασφαλίζει τις απόψεις όλων των ενδιαφερομένων, περιλαμβανομένου του Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη, καθώς και των συμβούλων εταιρείας ή άλλου νομικού προσώπου, με σκοπό την εξακρίβωση των διάφορων συμφερόντων στην υπό επιβάρυνση περιουσία τα οποία δυνατό να επηρεάζονται από την πώληση, ρευστοποίηση ή διάθεσή της. Το δικαστήριο δύναται για το σκοπό αυτό να δώσει οποιεσδήποτε οδηγίες κρίνει υπό τις περιστάσεις σκόπιμες και αναγκαίες.

(4) Διάταγμα πώλησης ομολόγων δύναται να εκδοθεί μόνο μετά την έκδοση διατάγματος δήμευσης.

(5) Σε περίπτωση κατά την οποία αντικείμενο του επιβαρυντικού διατάγματος είναι μετοχές εταιρείας, η πώλησή τους γίνεται με δημόσιο πλειστηριασμό, εκτός αν το δικαστήριο διατάξει διαφορετικά, και ακολούθως ισχύουν οι ίδιες διατάξεις που ισχύουν και στις περιπτώσεις κατά τις οποίες το επιβαρυντικό διάταγμα εκδίδεται για χρέος σε πολιτική υπόθεση, σύμφωνα με τον περί Επιβαρυντικών Διαταγμάτων Νόμο.

Διάθεση του προϊόντος της ρευστοποίησης περιουσίας

19. (1) Τα ποσά που αναφέρονται στο εδάφιο (2) και τα οποία περιέρχονται στην κατοχή του παραλήπτη, είτε αυτός διορίστηκε με βάση τις πρόνοιες των άρθρων 14 ή 17 είτε με σκοπό την εκτέλεση επιβαρυντικού διατάγματος, διατίθενται για λογαριασμό του κατηγορουμένου, σύμφωνα με τις πρόνοιες του εδαφίου (4), έναντι του δυνάμει του διατάγματος δήμευσης πληρωτέου ποσού, το οποίο και μειώνεται ανάλογα, αφού προηγουμένως αφαιρεθούν από αυτά τα ποσά που αναφέρονται στο εδάφιο (3).

(2) Τα ποσά που διατίθενται σύμφωνα με το εδάφιο (1) είναι-

(α) Οι εισπράξεις από την εκποίηση επιβάρυνσης η οποία έχει επιβληθεί με βάση το άρθρο 15˙

(β) οι εισπράξεις από τη ρευστοποίηση περιουσίας δυνάμει των προνοιών των άρθρων 14 ή 17˙

(γ) άλλα ποσά τα οποία ανήκουν στον κατηγορούμενο.

(3) Ανεξάρτητα από τις πρόνοιες του άρθρου 126 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, τα ποσά τα οποία αφαιρούνται από τα ποσά που αναφέρονται στο εδάφιο (2), προτού μειωθεί το οφειλόμενο δυνάμει του διατάγματος δήμευσης ποσό, είναι-

(α) Η αμοιβή και τα έξοδα του παραλήπτη:

Νοείται ότι τα έξοδα και η αμοιβή του παραλήπτη υπολογίζονται κατ’ αναλογίαν με βάση τα τέλη που προβλέπονται στον Πίνακα που περιλαμβάνεται στους περί Πτώχευσης (Τέλη και Δικαιώματα του Επίσημου Παραλήπτη) Κανονισμούς, όπως αυτοί εκάστοτε τροποποιούνται ή αντικαθίστανται ·

(β) τα ποσά εκείνα τα οποία η κατηγορούσα αρχή κατέβαλε δυνάμει του εδαφίου (2) του άρθρου 24 (Παραλήπτης. Συμπληρωματικές διατάξεις)˙

(γ) πληρωμές τις οποίες διέταξε το δικαστήριο.

(4) Τα ποσά που αναφέρονται στο εδάφιο (2) διατίθενται ως ακολούθως:

(α) Τα ποσά που αναφέρονται στο εδάφιο (3) πληρώνονται με τη σειρά που ακολουθείται στο εν λόγω εδάφιο, εκτός αν το δικαστήριο διατάξει διαφορετικά˙

(β) το υπόλοιπο θεωρείται χρηματική ποινή και διατίθεται για εξόφληση του πληρωτέου δυνάμει του διατάγματος δήμευσης ποσού˙

(γ) αν μετά την πλήρη εξόφληση του πληρωτέου δυνάμει του διατάγματος δήμευσης ποσού παραμένει οποιοδήποτε υπόλοιπο, αυτό διανέμεται μεταξύ όσων είχαν δικαιώματα επί της περιουσίας που ρευστοποιήθηκε και με την αναλογία την οποία το δικαστήριο ορίζει, αφού προηγουμένως παρασχεθεί εύλογη ευκαιρία σε όλα τα πιο πάνω πρόσωπα να εκθέσουν τις απόψεις τους ενώπιον του δικαστηρίου.

(5)(α) Χρηματικά ποσά που δημεύονται ή που εισπράττονται από την πώληση περιουσιακών στοιχείων με εκτέλεση διατάγματος δήμευσης, προς όφελος της Δημοκρατίας, κατατίθενται στον Προϋπολογισμό της Διοίκησης του Υπουργείου Οικονομικών κάτω από το άρθρο «Έσοδα Δήμευσης από Παράνομες Δραστηριότητες».

(β) Τα αναφερόμενα στην παράγραφο (α) χρηματικά ποσά χρησιμοποιούνται για κοινωνικούς σκοπούς.

(6) Χρηματικό ποσό ή περιουσία που δημεύεται ή χρηματικό ποσό που εισπράττεται από την εκτέλεση διατάγματος δήμευσης δύναται να επιστραφεί στο θύμα του ποινικού αδικήματος σε σχέση με το οποίο εκδόθηκε το διάταγμα δήμευσης.

Γενικές αρχές για την άσκηση ορισμένων εξουσιών

20. Οι βασικές αρχές βάσει των οποίων ασκούνται οι εξουσίες οι οποίες παρέχονται στο δικαστήριο δυνάμει των άρθρων 15 και 19 ή στον παραλήπτη ο οποίος έχει διοριστεί δυνάμει των άρθρων 14 και 17 ή κατ’ ακολουθίαν επιβαρυντικού διατάγματος είναι οι ακόλουθες:

(α) Σε περίπτωση κατά την οποία ρευστοποιήσιμη περιουσία βρίσκεται στην κατοχή προσώπου προς το οποίο ο κατηγορούμενος άμεσα ή έμμεσα προέβη σε απαγορευμένη δωρεά, ανακτάται η αξία της δωρεάς και όχι περισσότερο˙

(β) επιτρέπεται σε οποιοδήποτε πρόσωπο, εκτός του κατηγορουμένου ή του δωρεοδόχου απαγορευμένης δωρεάς, να κρατήσει ή να επανακτήσει την αξία οποιασδήποτε περιουσίας του ανήκει˙

(γ) παραβλέπονται τυχόν υποχρεώσεις του κατηγορουμένου ή του δωρεοδόχου απαγορευμένης δωρεάς οι οποίες συγκρούονται με την υποχρέωση για εξόφληση του πληρωτέου δυνάμει του διατάγματος δήμευσης ποσού˙

(δ) τηρουμένων των πιο πάνω αρχών, εξοφλείται το πληρωτέο δυνάμει του διατάγματος δήμευσης ποσό με την εξασφάλιση της τρέχουσας αξίας της ρευστοποιήσιμης περιουσίας.

Τροποποίηση διατάγματος δήμευσης

21. (1) Το δικαστήριο, αν κατόπιν αίτησης του κατηγορουμένου ή του παραλήπτη που έχει διοριστεί δυνάμει του άρθρου 17 ή κατόπιν αίτησης για έκδοση επιβαρυντικού διατάγματος, ικανοποιηθεί ότι η ρευστοποιήσιμη περιουσία δεν επαρκεί για την εξόφληση οποιουδήποτε ποσού το οποίο οφείλεται δυνάμει διατάγματος δήμευσης, δύναται, τηρουμένων των προνοιών του εδαφίου (2), να τροποποιήσει το διάταγμα δήμευσης-

(α) Με την αντικατάσταση του ποσού του διατάγματος δήμευσης με οποιοδήποτε μικρότερο ποσό το οποίο κρίνει δίκαιο˙ και

(β) με την αντικατάσταση των περιόδων φυλάκισης, όπως αυτές καθορίζονται στο άρθρο 126 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου και στο άρθρο 9 του παρόντος Νόμου, σχετικά με το ποσό το οποίο θα έπρεπε να εισπραχθεί με βάση το διάταγμα δήμευσης, με οποιαδήποτε άλλη μικρότερη περίοδο ανάλογη, σύμφωνα με τις πιο πάνω πρόνοιες, με το μικρότερο ποσό το οποίο θα εισπραχθεί.

(2) Για τους σκοπούς του εδαφίου (1)-

(α) Σε περίπτωση κατά την οποία ρευστοποιήσιμη περιουσία ανήκει σε πτωχεύσαντα, αυτή λογίζεται ως περιουσία της οποίας το μέρος το οποίο θα ήταν δυνατό να διανεμηθεί μεταξύ των πιστωτών του πτωχεύσαντος δεν μπορεί να ανακτηθεί, αλλά

(β) δε λογίζεται ως περιουσία που δεν μπορεί να ανακτηθεί οποιαδήποτε ανεπάρκεια στη ρευστοποιήσιμη περιουσία η οποία, κατά την άποψη του δικαστηρίου, οφείλεται εξ ολοκλήρου ή μερικώς σε πράξεις του κατηγορουμένου οι οποίες σκοπό είχαν την προστασία περιουσίας προσώπου στο οποίο ο κατηγορούμενος άμεσα ή έμμεσα προέβη σε απαγορευμένη δωρεά από τους κινδύνους ρευστοποίησης της δυνάμει των προνοιών του παρόντος Νόμου.

(3) Η αίτηση για τροποποίηση του διατάγματος δήμευσης υποβάλλεται γραπτώς, συνοδεύεται από ένορκη δήλωση προς επιβεβαίωση των γεγονότων στα οποία στηρίζεται και επιδίδεται στην κατηγορούσα αρχή και σε άλλα πρόσωπα που επηρεάζονται, όπως διατάσσει το δικαστήριο.

(4) Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου "δικαστήριο" σημαίνει το δικαστήριο το οποίο εξέδωσε το διάταγμα δήμευσης ή άλλο δικαστήριο με την ίδια καθ’ ύλην δικαιοδοσία.

Πτώχευση του κατηγορουμένου

22. (1) Όταν πρόσωπο το οποίο έχει ρευστοποιήσιμη περιουσία εναντίον του οποίου έχει εκδοθεί διάταγμα παραλαβής ή το οποίο έχει κηρυχθεί σε πτώχευση, για τους σκοπούς του περί Πτωχεύσεως Νόμου εξαιρείται από την περιουσία του προσώπου αυτού-

(α) Περιουσία η οποία αποτελεί αντικείμενο διατάγματος παγοποίησης το οποίο εκδόθηκε πριν από την έκδοση του διατάγματος δυνάμει του οποίου το εν λόγω πρόσωπο κηρύχθηκε σε πτώχευση˙ και

(β) το προϊόν της ρευστοποίησης περιουσίας με βάση τις πρόνοιες του εδαφίου (6) του άρθρου 14 και των παραγράφων (δ) και (ε) του εδαφίου (1) του άρθρου 17, το οποίο βρίσκεται στην κατοχή παραλήπτη ο οποίος διορίστηκε με βάση τα άρθρα 14 ή 17.

(2) Όταν πρόσωπο κηρυχθεί σε πτώχευση, οι εξουσίες οι οποίες παρέχονται είτε στο δικαστήριο δυνάμει των άρθρων 14 μέχρι 18 είτε στον παραλήπτη ο οποίος έχει διοριστεί για τους σκοπούς των εν λόγω άρθρων δεν ασκούνται σε σχέση με οποιαδήποτε περιουσία του πτωχεύσαντος η οποία, σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 41 του περί Πτωχεύσεως Νόμου, υπόκειται σε διανομή μεταξύ των πιστωτών.

(3) Οι πρόνοιες του εδαφίου (2) δεν επηρεάζουν την εκτέλεση επιβαρυντικού διατάγματος το οποίο εκδόθηκε πριν από την έκδοση του διατάγματος πτώχευσης ή εκδόθηκε σε σχέση με περιουσία η οποία αποτελούσε αντικείμενο διατάγματος παγοποίησης, όταν εκδιδόταν το διάταγμα πτώχευσης.

(4) Οι πρόνοιες του περί Πτωχεύσεως Νόμου δεν περιορίζουν με οποιοδήποτε τρόπο την άσκηση των εξουσιών που αναφέρονται στο εδάφιο (2).

(5) Σε περίπτωση κατά την οποία ο Επίσημος Παραλήπτης ενεργεί ως προσωρινός παραλήπτης δυνάμει των άρθρων 9 και 10 του περί Πτωχεύσεως Νόμου και η περιουσία του χρεώστη αποτελεί αντικείμενο διατάγματος παγοποίησης, η διαχείριση της περιουσίας αυτής γίνεται σύμφωνα με οδηγίες του δικαστηρίου, χωρίς να επηρεάζεται τυχόν δικαίωμα επίσχεσης εξόδων, περιλαμβανομένης και της αμοιβής του παραλήπτη, τα οποία έχουν γίνει σε σχέση με την περιουσία αυτή.

(6) Όταν πρόσωπο το οποίο έχει κηρυχθεί σε πτώχευση άμεσα ή έμμεσα προβαίνει σε απαγορευμένη δωρεά περιουσίας, οι πρόνοιες του άρθρου 46 του περί Πτωχεύσεως Νόμου-

(α) Δεν εφαρμόζονται αναφορικά με την εν λόγω δωρεά, αν-

(i) Αυτή έγινε οποτεδήποτε κατά τη διάρκεια που εκκρεμούσε εναντίον του πτωχεύσαντος ποινική διαδικασία για διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος˙

(ii) αυτή έγινε κατά τη διάρκεια εκκρεμότητας αίτησης εναντίον του πτωχεύσαντος, δυνάμει των άρθρων 28, 35 ή 36˙ ή

(iii) αν η περιουσία του δωρεοδόχου αποτελεί αντικείμενο διατάγματος παγοποίησης ή επιβάρυνσης, αλλά

(β) εφαρμόζονται μετά την περάτωση της ποινικής διαδικασίας για διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος, αφού ληφθούν υπόψη τυχόν ρευστοποιήσεις που έχουν γίνει με βάση τις πρόνοιες του παρόντος Νόμου σε σχέση με την περιουσία του δωρεοδόχου.

Διάλυση εταιρείας που κατέχει ρευστοποιήσιμη περιουσία

23. (1) Όταν ρευστοποιήσιμη περιουσία ανήκει σε εταιρεία αναφορικά με την εκκαθάριση της οποίας έχει εκδοθεί διάταγμα εκκαθάρισης ή έχει εγκριθεί σχετική απόφαση, οι αρμοδιότητες του εκκαθαριστή ή του προσωρινού εκκαθαριστή δεν ασκούνται σε σχέση με-

(α) Περιουσία η οποία αποτελεί το αντικείμενο διατάγματος δέσμευσης ή επιβάρυνσης ή δήμευσης ή διατάγματος που εκδόθηκε δυνάμει των διατάξεων του Μέρους IV ή του Μέρους IVA για εγγραφή διατάγματος ή απόφασης δέσμευσης ή παγώματος ή δήμευσης το οποίο εκδόθηκε πριν από τη σχετική ημερομηνία, όπως αυτή ορίζεται στο εδάφιο (4)˙

(β) το προϊόν της ρευστοποίησης περιουσίας δυνάμει του εδαφίου (7) του άρθρου 14, της παραγράφου (δ) του εδαφίου (1) του άρθρου 17 ή της παραγράφου (ε) του εδαφίου (1) του άρθρου 17 το οποίο βρίσκεται στην κατοχή παραλήπτη που διορίστηκε δυνάμει του άρθρου 14 ή 17:

Νοείται ότι θα πληρώνονται από τα πιο πάνω περιουσιακά στοιχεία οι δαπάνες, περιλαμβανομένης και της αμοιβής του εκκαθαριστή ή του προσωρινού εκκαθαριστή, οι οποίες έχουν γίνει σχετικά με την εν λόγω περιουσία κατά την εκκαθάριση της εταιρείας.

(2) Σε περίπτωση εταιρείας για την εκκαθάριση της οποίας έχει εκδοθεί διάταγμα εκκαθάρισης ή έχει εγκριθεί σχετική απόφαση, οι εξουσίες οι οποίες παρέχονται στο δικαστήριο δυνάμει των άρθρων 14 μέχρι 18 ή στον παραλήπτη ο οποίος έχει διοριστεί με βάση τα εν λόγω άρθρα δεν ασκούνται για ρευστοποιήσιμη περιουσία της εταιρείας σε σχέση με την οποία ο εκκαθαριστής της εταιρείας θα μπορούσε να ασκήσει τις αρμοδιότητές του, αν με την άσκηση των πιο πάνω εξουσιών ο εκκαθαριστής-

(α) Εμποδίζεται στην άσκηση των εν λόγω αρμοδιοτήτων του για σκοπούς διανομής της περιουσίας της εταιρείας στους πιστωτές της˙ ή

(β) εμποδίζεται στην πληρωμή δαπανών περιλαμβανομένης και της αμοιβής του εκκαθαριστή ή του προσωρινού εκκαθαριστή, οι οποίες δεόντως έχουν γίνει σχετικά με την εν λόγω περιουσία κατά την εκκαθάριση της εταιρείας:

Νοείται ότι οι πρόνοιες του περί Εταιρειών Νόμου δεν περιορίζουν με οποιοδήποτε τρόπο την άσκηση των πιο πάνω εξουσιών.

(3) Το εδάφιο (2) δεν επηρεάζει την εκτέλεση διατάγματος επιβάρυνσης το οποίο εκδόθηκε πριν από τη σχετική ημερομηνία ή σε σχέση με περιουσία η οποία αποτελούσε αντικείμενο διατάγματος δέσμευσης κατά τη σχετική ημερομηνία, όπως αυτή ορίζεται στο εδάφιο (4).

(4) Για σκοπούς του παρόντος άρθρου:

"εταιρεία" σημαίνει εταιρεία η οποία εκκαθαρίζεται με βάση τις πρόνοιες του περί Εταιρειών Νόμου·

"σχετική ημερομηνία" σημαίνει-

(α) Την ημερομηνία κατά την οποία εγκρίθηκε η απόφαση για την εθελοντική εκκαθάριση εταιρείας στις περιπτώσεις κατά τις οποίες -

(i) Δεν έχει εκδοθεί διάταγμα για την εκκαθάριση της˙ ή

(ii) εκδόθηκε διάταγμα εκκαθάρισης, αλλά, προτού καταχωριστεί η αίτηση για την εκκαθάριση της από το δικαστήριο, εγκρίθηκε απόφαση για την εκκαθάριση της˙

(β) την ημερομηνία έκδοσης διατάγματος για την εκκαθάριση της σε όλες τις άλλες περιπτώσεις κατά τις οποίες εκδόθηκε διάταγμα εκκαθάρισης.

Αμοιβή και ευθύνη παραλήπτη

24. (1) Παραλήπτης ο οποίος διορίζεται δυνάμει των άρθρων 14 ή 17 ή διορίζεται κατ' ακολουθίαν επιβαρυντικού διατάγματος δεν είναι υπεύθυνος έναντι οποιουδήποτε προσώπου για τυχόν απώλεια ή ζημιά που προκαλείται σε αυτό από οποιαδήποτε πράξη του σε σχέση με περιουσία του προσώπου η οποία δεν ήταν ρευστοποιήσιμη, νοουμένου ότι ο εν λόγω παραλήπτης-

(α) Θα είχε το δικαίωμα να προβεί στη συγκεκριμένη πράξη, αν η εν λόγω περιουσία ήταν ρευστοποιήσιμη˙

(β) είχε την πεποίθηση ή βάσιμούς λόγους να πιστεύει ότι είχε δικαίωμα να προβεί στη συγκεκριμένη πράξη˙ και

(γ) η απώλεια ή ζημιά δεν προκλήθηκε από αμέλειά του.

(2) Αν ποσά τα οποία οφείλονται σχετικά με την αμοιβή ή τα έξοδα του παραλήπτη ο οποίος έχει διοριστεί για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου παραμένουν απλήρωτα, επειδή δεν υπάρχουν επαρκή διαθέσιμα ποσά για την πληρωμή της αμοιβής ή των εξόδων, σύμφωνα με το εδάφιο (3) του άρθρου 19 τα απλήρωτα αυτά ποσά καταβάλλονται από τη Δημοκρατία.

Αποζημιώσεις

25. (1) Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου (3) το δικαστήριο δύναται να επιδικάσει αποζημιώσεις σε οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο είχε ρευστοποιήσιμη περιουσία, σε περίπτωση κατά την οποία η ποινική διαδικασία η οποία άρχισε εναντίον του προσώπου σχετικά με τη διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος-

(α) Δεν κατέληξε σε καταδίκη˙ ή

(β) κατέληξε σε καταδίκη, αλλά κατόπιν έφεσης η καταδίκη ακυρώθηκε, χωρίς να αντικατασταθεί με καταδίκη για άλλο παρόμοιο αδίκημα.

(2) Η αξίωση για καταβολή αποζημιώσεων υποβάλλεται με αγωγή.

(3) Το δικαστήριο επιδικάζει αποζημιώσεις δυνάμει του εδαφίου (Ι) πιο πάνω αν ικανοποιηθεί ότι-

(α) Υπήρξε σοβαρή παράλειψη εκ μέρους οποιουδήποτε προσώπου το οποίο έλαβε μέρος στη διερεύνηση ή στη δίωξη του εν λόγω αδικήματος ή αδικημάτων και ότι η δίωξη δε θα άρχιζε ή δε θα συνεχιζόταν, αν δεν υπήρχε η εν λόγω παράλειψη˙και

(β) ο ενάγων υπέστη ουσιαστική ζημιά ως αποτέλεσμα οποιασδήποτε πράξης ή ενέργειας που έγινε σε σχέση με περιουσία του δυνάμει διατάγματος του δικαστηρίου το οποίο εκδόθηκε με βάση τα άρθρα 14 μέχρι 18, και των δύο περιλαμβανομένων.

(4) Το ποσό των αποζημιώσεων πρέπει να είναι δίκαιο, αφού το δικαστήριο λάβει υπόψη κατά του υπολογισμό των αποζημιώσεων όλα τα περιστατικά της υπόθεσης.

(5) Οι διατάξεις του άρθρου αυτού δεν εφαρμόζονται στην περίπτωση όπου το δικαστήριο εκδίδει διάταγμα δήμευσης δυνάμει του άρθρου 28.

Ειδικές υπερασπίσεις προσώπων τα οποία παρέχουν βοήθεια για διάπραξη αδικημάτων νομιμοποίησης εσόδων και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας

26. (1) Σε ποινική διαδικασία σχετικά με παροχή βοήθειας για διάπραξη αδικήματος νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 4 αποτελεί υπεράσπιση για τον κατηγορούμενο, αν αποδείξει ότι σκόπευε να αποκαλύψει στη Μονάδα την υποψία ή την πεποίθησή του ή τα γεγονότα επί των οποίων στήριζε την υποψία ή την πεποίθησή του, σχετικά με τη συμφωνία ή τη διευθέτηση, και ότι η παράλειψη του να πράξει αυτό οφειλόταν σε λογική αιτία.

(2) Όταν πρόσωπο αποκαλύψει στη Μονάδα την υποψία ή την πεποίθησή του ότι ποσά ή επενδύσεις προέρχονται από γενεσιουργό αδίκημα ή χρησιμοποιούνται σε σχέση με αυτό, καθώς και οτιδήποτε άλλο επί του οποίου στηρίζει την εν λόγω υποψία ή πεποίθησή του, τότε-

(α) Η καλόπιστη αποκάλυψη δε λογίζεται ως παραβίαση οποιουδήποτε συμβατικού περιορισμού στην αποκάλυψη πληροφοριών˙ και δεν συνεπάγεται οποιουδήποτε είδους ευθύνης για το εν λόγω πρόσωπο˙ και

(β) αν το εν λόγω πρόσωπο προέβη σε οποιαδήποτε ενέργεια κατά παράβαση του άρθρου 4 και η αποκάλυψη αναφέρεται στην εν λόγω ενέργεια, το πρόσωπο αυτό δε διαπράττει αδίκημα κατά παράβαση των προνοιών του εν λόγω άρθρου, αν πληρούνται οι πιο κάτω διατάξεις:

(i) Η εν λόγω ενέργεια έγινε με τη συγκατάθεση του αστυνομικού ή της Μονάδας μετά την πιο πάνω αποκάλυψη˙ ή

(ii) αν η ενέργεια έγινε πριν από την αποκάλυψη, η αποκάλυψη έγινε αυτοβούλως και χωρίς καθυστέρηση, αμέσως μόλις παρασχέθηκε στον πληροφοριοδότη σχετική εύλογη ευκαιρία.

(γ) η μη εκτέλεση ή η καθυστέρηση της εκτέλεσης εντολής υπό του εν λόγω προσώπου, μετά από γραπτές οδηγίες της Μονάδας, σχετικά με ποσά ή επενδύσεις που αναφέρονται πιο πάνω, δε θα λογίζεται ως παράβαση οποιασδήποτε συμβατικής ή άλλης υποχρέωσης του εν λόγω προσώπου ή/και των εργοδοτών του.

(3) Σε περίπτωση όπου πρόσωπο κατά τον ουσιώδη χρόνο βρίσκεται υπό την εργοδοσία άλλου προσώπου του οποίου εργασίες εποπτεύονται από μια από τις Αρχές οι οποίες εγκαθιδρύονται δυνάμει του άρθρου 59 τα εδάφια (1) και (2) πιο πάνω εφαρμόζονται σε σχέση με αποκαλύψεις ή προτιθέμενες αποκαλύψεις στο λειτουργό συμμόρφωσης ο οποίος αναφέρεται στο άρθρο 69 και σύμφωνα με τη διαδικασία την οποία ο εργοδότης ήθελε καθιερώσει για σκοπούς τέτοιων αποκαλύψεων και θα έχουν την ίδια συνέπεια όπως και οι αποκαλύψεις ή προτιθέμενες αποκαλύψεις στη Μονάδα.

Άλλα αδικήματα σε σχέση με διάπραξη αδικημάτων νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας

27. (1) Πρόσωπο το οποίο-

(α) Γνωρίζει, ή έχει εύλογη υποψία ότι άλλο πρόσωπο ενέχεται σε διάπραξη αδικημάτων νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή χρηματοδότησης της τρομοκρατίας˙ και

(β) οι πληροφορίες πάνω στις οποίες βασίζεται η γνώση ή η εύλογη υποψία περιήλθαν στην αντίληψή του κατά τη διάρκεια της απασχόλησής, του επαγγέλματος ή της επιχείρησής του· διαπράττει αδίκημα αν δεν αποκαλύψει τις εν λόγω πληροφορίες στη Μονάδα μετά που περιέρχονται στην αντίληψή του, όταν αυτό είναι ευλόγως δυνατό.

(2) (α) Η παράλειψη αποκάλυψης πληροφορίας η οποία έχει περιέλθει σε γνώση δικηγόρου και αποτελεί προνομιούχα πληροφορία δε συνιστά αδίκημα.

(β) Η ύπαρξη εύλογης εξήγησης ή δικαιολογίας για τη μη αποκάλυψη πληροφοριών αποτελεί υπεράσπιση.

(3) Ποινική δίωξη εναντίον προσώπου για διάπραξη των αδικημάτων που αναφέρονται στο εδάφιο (1), άρχεται ύστερα από ρητή έγκριση του Γενικού Εισαγγελέα.

(4) Αδίκημα βάσει του παρόντος άρθρου τιμωρείται με ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα δύο (2) χρόνια ή με χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις πέντε χιλιάδες ευρώ ή και με τις δύο αυτές ποινές.

Διάταγμα δήμευσης σε περίπτωση θανάτου, διαφυγής ή ασθένειας του κατηγορουμένου

28. (1) Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου (3) και ύστερα από αίτηση του Γενικού Εισαγγελέα, δικαστήριο το οποίο έχει καταδικάσει πρόσωπο για γενεσιουργό αδίκημα δύναται να εκδώσει διάταγμα δήμευσης δυνάμει του άρθρου 8 εναντίον κατηγορουμένου o οποίος έχει διαφύγει ή αποθάνει.

(1Α) Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου (3) και ύστερα από αίτηση του Γενικού Εισαγγελέα, δικαστήριο ενώπιον του οποίου έχει αρχίσει ποινική διαδικασία εναντίον προσώπου για διάπραξη καθορισμένου αδικήματος, η οποία θα μπορούσε να οδηγήσει σε ποινική καταδίκη αν ο κατηγορούμενος ήταν σε θέση να παραστεί στη δίκη, αλλά λόγω ασθένειας ή φυγής του δεν κατέστη δυνατή η εκδίκαση, δύναται να εκδώσει διάταγμα δήμευσης δυνάμει του άρθρου 8 εναντίον του εν λόγω προσώπου:

Νοείται ότι, για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, “ασθένεια” σημαίνει αδυναμία του κατηγορούμενου να παραστεί στη ποινική διαδικασία για εκτεταμένο χρονικό διάστημα, συνεπεία της οποίας η διαδικασία δεν μπορεί να συνεχιστεί.

(2) Ο Γενικός Εισαγγελέας παρουσιάζει, μαζί με την αίτησή του δυνάμει δυνάμει των εδαφίων (1) ή (1Α) ή εντός της προθεσμίας την οποία ορίζει το δικαστήριο, έκθεση ισχυρισμών στην οποία εκτίθενται γεγονότα και στοιχεία σχετικά με την έρευνα για τη διαπίστωση τυχόν εσόδων του κατηγορουμένου από τη διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος ή με τον υπολογισμό των εν λόγω εσόδων.

(3) Το Δικαστήριο δεν εκδίδει διάταγμα δήμευσης δυνάμει δυνάμει των εδαφίων (1) ή (1Α)-

(α) Εκτός αν ικανοποιηθεί ότι ο Γενικός Εισαγγελέας έχει καταβάλει εύλογες προσπάθειες να επικοινωνήσει μαζί του˙ και

(β) δόθηκε σε οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο δυνατό να επηρεαστεί από την έκδοση διατάγματος δήμευσης, η ευκαιρία να παρουσιάσει τους λόγους του ενώπιον του δικαστηρίου.

(4) Σε περίπτωση κατά την οποία δικαστήριο έχει εκδώσει διάταγμα δήμευσης δυνάμει του άρθρου αυτού και ο κατηγορούμενος εμφανίζεται σε μεταγενέστερο στάδιο ενώπιον του δικαστηρίου για σκοπούς επιβολής ποινής ή εκδίκασης της υπόθεσης σε σχέση με το ίδιο αδίκημα, το εδάφιο (1) του άρθρου 8 του Νόμου αυτού δεν εφαρμόζεται στην έκταση που η εμφάνιση αφορά το ίδιο αδίκημα.

(5) Το δικαίωμα του κατηγορουμένου να εκπροσωπείται από δικηγόρο δεν επηρεάζεται.

Εξουσία ακύρωσης διατάγματος δήμευσης σε περίπτωση επιστροφής του κατηγορουμένου που είχε διαφύγει ή ήταν ασθενής

29. (1) Το άρθρο αυτό εφαρμόζεται στις περιπτώσεις όπου το δικαστήριο έχει εκδώσει διάταγμα δήμευσης δυνάμει του άρθρου 28 σε σχέση με κατηγορούμενο ο οποίος ήταν ασθενής ή είχε διαφύγει και ο οποίος έχει μεταγενέστερα επιστρέψει.

(2) Το δικαστήριο ύστερα από αίτηση του κατηγορούμενου, και αφού ακούσει τις απόψεις του Γενικού Εισαγγελέα, δύναται να ακυρώσει το διάταγμα δήμευσης αν ήθελε τούτο κρίνει σκόπιμο και δίκαιο.

Τροποποίηση διατάγματος δήμευσης το οποίο εκδόθηκε δυνάμει του άρθρου 28

30. (1) Το άρθρο αυτό εφαρμόζεται στις περιπτώσεις όπου το δικαστήριο έχει εκδώσει διάταγμα δήμευσης δυνάμει του άρθρου 28 σε σχέση με κατηγορούμενο ο οποίος ήταν ασθενής ή είχε διαφύγει και ο οποίος έχει μεταγενέστερα επιστρέψει.

(2) Σε περίπτωση κατά την οποία ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι-

(α) Η αξία των εσόδων από τη διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος σε σχέση με την περίοδο στην οποία ο υπολογισμός είχε γίνει˙ ή

(β) το ποσό το οποίο δυνατό να ερευστοποιείτο όταν εκδόθηκε διάταγμα δήμευσης ήταν μικρότερο από το ποσό του διατάγματος δήμευσης,

ο κατηγορούμενος δύναται να υποβάλει αίτηση στο δικαστήριο για εξέταση των πιο πάνω ισχυρισμών του.

(3) Σε περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο, εν όψει της μαρτυρίας, αποδέχεται τον ισχυρισμό του κατηγορουμένου-

(α) Προβαίνει σε νέο υπολογισμό δυνάμει του άρθρου 7˙ και

(β) δύναται, αν το κρίνει δίκαιο έχοντας υπόψη όλες τις περιστάσεις της υπόθεσης, να τροποποιήσει το ποσό του διατάγματος δήμευσης.

Απαγόρευση δημοσιοποίησης πληροφοριών

31. (1) Δικαστήριο ενώπιον του οποίου διεξάγεται διαδικασία-

(α) Για έκδοση διατάγματος κράτησης δυνάμει του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου εναντίον προσώπου για το οποίο υπάρχει μαρτυρία ότι έχει διαπράξει καθορισμένο αδίκημα δυνάμει του άρθρου 3˙ ή

(β) για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων δυνάμει των διατάξεων του Νόμου αυτού εναντίον προσώπου για το οποίο υπάρχει μαρτυρία ότι έχει διαπράξει καθορισμένο αδίκημα, εφόσον δεν έχει αρχίσει εντός της Δημοκρατίας ποινική διαδικασία εναντίον του προσώπου αυτού για διάπραξη του εν λόγω αδικήματος,

δύναται να διατάξει όπως η εν λόγω διαδικασία διεξαχθεί στην απουσία εκπροσώπων του Τύπου και μέσων μαζικής ενημέρωσης ή άλλων μη απευθείας ενδιαφερομένων ή επηρεαζομένων από τη διαδικασία προσώπων και να απαγορεύσει τη δημοσιοποίηση πληροφοριών σχετικά με την εν λόγω διαδικασία.

(2) Πρόσωπο το οποίο προβαίνει σε δημοσιοποίηση πληροφοριών κατά παράβαση οδηγιών του δικαστηρίου δυνάμει του εδαφίου (1), διαπράττει αδίκημα τιμωρούμενο με φυλάκιση ενός έτους ή με χρηματική ποινή δύο χιλιάδων ευρώ (2000) ή και με τις δύο αυτές ποινές.

(3) Ποινική δίωξη δυνάμει του άρθρου αυτού δεν άρχεται χωρίς τη ρητή έγκριση του Γενικού Εισαγγελέα.

Δ. Διατάγματα κατακράτησης και δήμευσης περιουσίας εναντίον απόντος υπόπτου
Διάταγμα κατακράτησης περιουσίας απόντος ύποπτου

32. (1) Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου (2) και ύστερα από αίτηση του Γενικού Εισαγγελέα, Δικαστήριο δύναται να εκδώσει διάταγμα κατακράτησης περιουσίας υπόπτου ο οποίος βρίσκεται εκτός της δικαιοδοσίας της Δημοκρατίας ή έχει αποθάνει.

(2) Δικαστήριο εκδίδει διάταγμα κατακράτησης περιουσίας δυνάμει του εδαφίου (1), αφού ικανοποιηθεί από ένορκη δήλωση ή άλλη μαρτυρία ότι-

(α) Υπάρχει εκ πρώτης όψεως απόδειξη εναντίον του υπόπτου για διάπραξη καθορισμένου αδικήματος˙ και

(β) η περιουσία του υπόπτου δυνατό να μετατραπεί ή να μεταβιβαστεί ή μετακινηθεί εκτός δικαιοδοσίας της Δημοκρατίας με σκοπό την απόκρυψη ή συγκάλυψη της παράνομης προέλευσης της.

(3) Το διάταγμα κατακράτησης ισχύει για έξι μήνες αλλά το δικαστήριο δύναται να παρατείνει την ισχύ του μέχρι ενός έτους αν συντρέχουν εύλογες αιτίες.

Διάταγμα δήμευσης περιουσίας εναντίον απόντος υπόπτου

33. (1) Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου (2) και ύστερα από αίτηση του Γενικού Εισαγγελέα, δικαστήριο δύναται να εκδώσει διάταγμα δήμευσης περιουσίας εναντίον υπόπτου ο οποίος βρίσκεται εκτός δικαιοδοσίας ή έχει αποθάνει.

(2) Το δικαστήριο εκδίδει διάταγμα δήμευσης δυνάμει του εδαφίου (1), αν ο ύποπτος δεν παρουσιαστεί ενώπιον του δικαστηρίου κατά τη διάρκεια ισχύος του διατάγματος κατακράτησης βάσει του άρθρου 32 και εφόσον ικανοποιηθεί ότι-

(α) Η κατηγορούσα αρχή κατέβαλε εύλογες προσπάθειες για ανεύρεσή του˙ και

(β) δόθηκε η ευκαιρία σε οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο το οποίο δυνατό να επηρεαστεί από την έκδοση διατάγματος δήμευσης, να εκθέσει αν το επιθυμεί ενώπιον του δικαστηρίου οποιεσδήποτε απόψεις έχει σχετικά με την έκδοση του διατάγματος.

(3) Σε περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έχει εκδώσει διάταγμα δήμευσης δυνάμει του άρθρου αυτού και ο ύποπτος προσάγεται σε μεταγενέστερο στάδιο ενώπιον του δικαστηρίου σε σχέση με το καθορισμένο αδίκημα για το οποίο εκδόθηκε το διάταγμα δήμευσης, το Μέρος ΙΙ του Νόμου αυτού δεν εφαρμόζεται σε σχέση με το εν λόγω καθορισμένο αδίκημα, εφαρμόζονται όμως τηρουμένων των αναλογιών οι διατάξεις του Μέρους ΙΙΙ.

Αποζημίωση απόντος υπόπτου εναντίον του οποίου εκδόθηκε διάταγμα κατακράτησης ή δήμευσης της περιουσίας του

34. (1) Το άρθρο αυτό εφαρμόζεται στις περιπτώσεις όπου-

(α) Το δικαστήριο έχει εκδώσει διάταγμα κατακράτησης δυνάμει του άρθρου 32 ή δήμευσης δυνάμει του άρθρου 33 εναντίον υπόπτου ο οποίος ήταν εκτός δικαιοδοσίας της Δημοκρατίας˙ και

(β) ο ύποπτος στη συνέχεια δικάζεται για το καθορισμένο αδίκημα ή αδικήματα και αθωώνεται.

(2) Το δικαστήριο από το οποίο ο κατηγορούμενος αθωώνεται ακυρώνει το διάταγμα κατακράτησης ή δήμευσης.

(3) Ύστερα από αγωγή του προσώπου που είχε περιουσία, το δικαστήριο δύναται να επιδικάσει αποζημιώσεις στο πρόσωπο αυτό αν ικανοποιηθεί ότι το εν λόγω πρόσωπο υπέστη ζημιά ως αποτέλεσμα του διατάγματος κατακράτησης ή δήμευσης που εκδόθηκε, δυνάμει του άρθρου 32 ή 33 ανάλογα με την περίπτωση.

(4) Το ποσό της αποζημίωσης πρέπει να είναι δίκαιο, αφού το δικαστήριο λάβει υπόψη κατά τον υπολογισμό των αποζημιώσεων όλα τα περιστατικά της υπόθεσης.