Προοίμιο

Η Βουλή των Αντιπροσώπων ψηφίζει ως ακολούθως:

ΜΕΡΟΣ Ι ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Συνοπτικός τίτλος

1. Ο παρών Νόμος θα αναφέρεται ως ο περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμος του 2007.

Ερμηνεία

2.-(1) Στον παρόντα Νόμο, εκτός εάν από το κείμενο προκύπτει διαφορετική έννοια -

«αρμόδιες αρχές» σημαίνει τις εθνικές αρχές κρατών μελών ή τρίτων χωρών που είναι εξουσιοδοτημένες βάσει νόμου ή κανονιστικών διατάξεων να ελέγχουν τις ΕΠΕΥ ή τα πιστωτικά ιδρύματα·

«αρμόδιο πρόσωπο», αναφορικά με ΕΠΕΥ, σημαίνει οποιοδήποτε από τα ακόλουθα πρόσωπα:

(α) Διοικητικό σύμβουλο, συνεταίρο ή ισοδύναμο πρόσωπο, διευθυντικό στέλεχος ή συνδεδεμένο αντιπρόσωπο της ΕΠΕΥ·

(β) διοικητικό σύμβουλο, συνεταίρο ή ισοδύναμο πρόσωπο, ή διευθυντικό στέλεχος τυχόν συνδεδεμένου αντιπροσώπου της ΕΠΕΥ·

(γ) υπάλληλο της ΕΠΕΥ ή ενός συνδεδεμένου αντιπροσώπου της ΕΠΕΥ, καθώς και οποιοδήποτε άλλο φυσικό πρόσωπο οι υπηρεσίες του οποίου τίθενται στη διάθεση και υπό τον έλεγχο της ΕΠΕΥ ή του συνδεδεμένου της αντιπροσώπου που συμμετέχει στην παροχή επενδυτικών υπηρεσιών ή/και στην άσκηση επενδυτικών δραστηριοτήτων από την ΕΠΕΥ·

(δ) φυσικό πρόσωπο που συμμετέχει άμεσα στην παροχή υπηρεσιών στην ΕΠΕΥ ή στο συνδεδεμένο αντιπρόσωπο της ΕΠΕΥ, στο πλαίσιο συμφωνίας εξωτερικής ανάθεσης για την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών ή/και άσκησης επενδυτικών δραστηριοτήτων εκ μέρους της ΕΠΕΥ·

«αρχικό κεφάλαιο» σημαίνει, αναφορικά με ΚΕΠΕΥ και διαχειριστή αγοράς, σε περίπτωση που ο τελευταίος είναι εταιρεία -

(α) Το εκδοθέν και καταβληθέν κεφάλαιο στο οποίο προστίθεται η διαφορά από την έκδοση μετοχών υπέρ το άρτιον, εξαιρουμένων των σωρευτικών προνομιούχων μετοχών·

(β) τα αποθεματικά εξαιρουμένων των αποθεματικών αναπροσαρμογής, και

(γ) τα αποτελέσματα του προηγούμενου έτους που μεταφέρονται μέσω της διάθεσης του τελικού αποτελέσματος, καθώς και τα προσωρινά κέρδη τρέχουσας χρήσεως (interim profits) νοουμένου ότι τα κέρδη αυτά έχουν ελεγχθεί από εγκεκριμένους ελεγκτές και η Επιτροπή έχει λάβει ικανοποιητικές αποδείξεις ότι το ύψος τους έχει εκτιμηθεί σύμφωνα με τις αρχές που καθορίζονται στην Κανονιστική Απόφαση της Επιτροπής της Υπηρεσίας Εποπτείας και Ανάπτυξης Συνεργατικών Εταιρειών όσον αφορά την κατάρτιση και διάθεση στο κοινό των ετήσιων και ενοποιημένων λογαριασμών των συνεργατικών πιστωτικών ιδρυμάτων και είναι καθαρά από κάθε προβλέψιμη επιβάρυνση και πρόβλεψη για μερίσματα·

«ασφαλιστική επιχείρηση» σημαίνει ασφαλιστική επιχείρηση όπως ορίζεται στο άρθρο 2 του περί της Ασκήσεως Ασφαλιστικών Εργασιών και Άλλων Συναφών Θεμάτων Νόμου ή επιχείρηση που ασκεί εργασίες αντασφάλισης ή αντεκχώρησης, ή επιχείρηση, η οποία έχει ως αντικείμενο την άσκηση ασφαλιστικών, αντασφαλιστικών ή αντεκχωριστικών εργασιών και έχει λάβει άδεια λειτουργίας σε άλλο κράτος μέλος·

«Γνωστοποίηση 220/2003» [Διαγράφηκε]·

«διαχείριση χαρτοφυλακίου» σημαίνει τη διαχείριση, με εντολή του πελάτη και υπό καθεστώς διακριτικής ευχέρειας για κάθε πελάτη, χαρτοφυλακίων που περιλαμβάνουν ένα ή περισσότερα χρηματοοικονομικά μέσα∙

«διαχειριστής αγοράς» ή «διαχειριστής» σημαίνει νομικό πρόσωπο το οποίο διευθύνει ή/και εκμεταλλεύεται τις δραστηριότητες μιας ρυθμιζόμενης αγοράς, και περιλαμβάνει την ίδια την ρυθμιζόμενη αγορά∙

«διενέργεια συναλλαγών για ίδιο λογαριασμό» σημαίνει τη διαπραγμάτευση βάσει ιδίων κεφαλαίων, η οποία οδηγεί στην ολοκλήρωση συναλλαγών σε ένα ή περισσότερα χρηματοοικονομικά μέσα· οι όροι «συναλλαγή για ίδιο λογαριασμό» ή «συναλλάσσομαι για ίδιο λογαριασμό» έχουν ανάλογη ερμηνεία·

"ειδική συμμετοχή" σημαίνει την άμεση ή έμμεση συμμετοχή σε ΕΠΕΥ, η οποία αντιπροσωπεύει τουλάχιστον το δέκα τοις εκατόν (10%) του κεφαλαίου ή των δικαιωμάτων ψήφου μιας ΕΠΕΥ, κατά τα οριζόμενα στα άρθρα 28, 29 και 30 του περί των Προϋποθέσεων Διαφάνειας (Κινητές Αξίες προς Διαπραγμάτευση σε Ρυθμιζόμενη Αγορά) Νόμου, λαμβανομένων υπόψη των όρων για την άθροισή τους που προβλέπονται στα άρθρα 34 και 35 του εν λόγω Νόμου, ή που επιτρέπει την άσκηση σημαντικής επιρροής στη διοίκηση της ΕΠΕΥ στην οποία υφίσταται η εν λόγω συμμετοχή·

«ειδικός διαπραγματευτής» (market maker) σημαίνει πρόσωπο το οποίο δραστηριοποιείται στις χρηματοοικονομικές αγορές σε συνεχή βάση και αναλαμβάνει να συναλλάσσεται για ίδιο λογαριασμό αγοράζοντας και πουλώντας χρηματοοικονομικά μέσα έναντι ιδίων κεφαλαίων σε τιμές που έχει καθορίσει ο ίδιος∙

«εκτέλεση εντολών για λογαριασμό πελατών» σημαίνει τη διαμεσολάβηση στη σύναψη συμφωνιών αγοράς ή πώλησης ενός ή περισσοτέρων χρηματοοικονομικών μέσων για λογαριασμό πελατών∙

«ελεγκτής» σημαίνει πρόσωπο το οποίο κατέχει τα δυνάμει του περί Εταιρειών Νόμου αναγκαία προσόντα για διορισμό του ως ελεγκτή εταιρείας·

«έλεγχος» έχει την έννοια που αποδίδουν στον όρο αυτό το άρθρο 148 του περί Εταιρειών Νόμου ή/και το Άρθρο 1 της Οδηγίας 83/349/ΕΟΚ·

«εξωτερική ανάθεση» σημαίνει τη συμφωνία οποιασδήποτε μορφής μεταξύ μιας ΕΠΕΥ και ενός παροχέα υπηρεσιών, με την οποία ο παροχέας υπηρεσιών εκτελεί διαδικασία, παρέχει υπηρεσία ή ασκεί δραστηριότητα που θα είχε διαφορετικά παρασχεθεί ή ασκηθεί από την ίδια την ΕΠΕΥ∙

«επαγγελματίας πελάτης» σημαίνει τον πελάτη που πληροί τα κριτήρια και τηρεί τις διαδικασίες που καθορίζονται στο Δεύτερο Παράρτημα∙

«επενδυτικές υπηρεσίες» και «επενδυτικές δραστηριότητες» σημαίνουν οποιεσδήποτε από τις υπηρεσίες και δραστηριότητες, αντίστοιχα, που καθορίζονται στο Μέρος Ι του Τρίτου Παραρτήματος, οι οποίες αφορούν οποιοδήποτε από τα χρηματοοικονομικά μέσα που απαριθμούνται στο Μέρος ΙΙΙ του Τρίτου Παραρτήματος·

«επενδυτική συμβουλή» σημαίνει την παροχή προσωπικών συστάσεων σε πελάτη, είτε κατόπιν αίτησής του είτε με πρωτοβουλία της ΕΠΕΥ, σχετικά με μία ή περισσότερες συναλλαγές που αφορούν χρηματοοικονομικά μέσα∙ για τους σκοπούς του παρόντος ορισμού, προσωπική σύσταση σημαίνει σύσταση που -

(α) Δίνεται σε ένα πρόσωπο υπό την ιδιότητα του ως υφιστάμενου ή πιθανού πελάτη, ή υπό την ιδιότητα του ως αντιπροσώπου υφιστάμενου ή πιθανού πελάτη,

(β) παρουσιάζεται ως κατάλληλη για τον πελάτη ή βασίζεται στις ιδιαιτερότητες του πελάτη και συμβουλεύει τον πελάτη για τη διενέργεια ενός από τα ακόλουθα σύνολα ενεργειών:

(i) αγορά, πώληση, εγγραφή, ανταλλαγή, εξαγορά, διακράτηση ή αναδοχή συγκεκριμένου χρηματοοικονομικού μέσου,

(ii) άσκηση ή μη άσκηση οποιουδήποτε δικαιώματος που παρέχει συγκεκριμένο χρηματοοικονομικό μέσο για την αγορά, πώληση, εγγραφή, ανταλλαγή, ή εξαγορά χρηματοοικονομικού μέσου, αλλά δεν περιλαμβάνει σύσταση που εκδίδεται αποκλειστικά μέσω καναλιού επικοινωνίας ή απευθύνεται στο κοινό·

«Επιτροπή» σημαίνει την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς που συστάθηκε και λειτουργεί δια του περί της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου (Σύσταση και Αρμοδιότητες) Νόμου·

«Επιτροπή Υπηρεσίας Εποπτείας και Ανάπτυξης Συνεργατικών Εταιρειών» σημαίνει τη δια του άρθρου 5 του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου καθιδρυόμενη Επιτροπή της Υπηρεσίας Εποπτείας και Ανάπτυξης Συνεργατικών Εταιρειών·

«Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών» ή «ΕΠΕΥ» σημαίνει πρόσωπο το οποίο λειτουργεί βάσει άδειας λειτουργίας που του χορηγεί η αρμόδια προς τούτο αρχή και παρέχει μία ή περισσότερες επενδυτικές υπηρεσίες σε τρίτους ή/και ασκεί μια ή περισσότερες επενδυτικές δραστηριότητες σε επαγγελματική βάση, και περιλαμβάνει ΚΕΠΕΥ αλλά όχι πιστωτικό ίδρυμα∙

«Εποπτική Αρχή» -

(α) Σε σχέση με ΕΠΕΥ, σημαίνει την Επιτροπή,

(β) σε σχέση με τράπεζα, σημαίνει την Κεντρική Τράπεζα, και

(γ) σε σχέση με συνεργατικό πιστωτικό ίδρυμα, σημαίνει την ΥΕΑΣΕ·

«εταιρεία» σημαίνει εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με μετοχές η οποία έχει συσταθεί κατά τις διατάξεις του περί Εταιρειών Νόμου ή εταιρεία που έχει συσταθεί σε άλλο κράτος μέλος κατά το δίκαιο που ισχύει στον τόπο σύστασής της ή εταιρεία που έχει συσταθεί κατά τις διατάξεις του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου·

«Εταιρεία Διαχείρισης ΟΣΕΚΑ» σημαίνει Εταιρεία Διαχείρισης όπως ορίζεται στο άρθρο 41 του περί των Ανοιχτού Τύπου Οργανισμών Συλλογικών Επενδύσεων σε Κινητές Αξίες (ΟΣΕΚΑ) και περί Συναφών Θεμάτων Νόμου ή Εταιρεία Διαχείρισης Οργανισμού Συλλογικών Επενδύσεων σε Κινητές Αξίες (ΟΣΕΚΑ) η οποία λειτουργεί σύμφωνα με αντίστοιχη νομοθεσία άλλου κράτους μέλους∙

«εταιρεία χρηματοπιστωτικών συμμετοχών» (mixed financial holding company) σημαίνει μητρική επιχείρηση, που δεν είναι ρυθμιζόμενη οντότητα, η οποία μαζί με τις θυγατρικές της επιχειρήσεις, από τις οποίες μία τουλάχιστον είναι ρυθμιζόμενη οντότητα με έδρα την Ευρωπαϊκή Ένωση, και με άλλες οντότητες, συνιστά χρηματοπιστωτικό όμιλο ετερογενών δραστηριοτήτων·

«Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών» ή «ΕΑΚΑΑ» σημαίνει την Ευρωπαϊκή Εποπτική Αρχή (Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών), που ιδρύθηκε με βάση τον Κανονισμό 1095/2010∙

«Ευρωπαϊκή Επιτροπή» σημαίνει την Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων·

«Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Συστημικού Κινδύνου» ή «ΕΣΣΚ» σημαίνει το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Συστημικού Κινδύνου που ιδρύθηκε με τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1092/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 24ης Νοεμβρίου 2010 σχετικά με τη μακροληπτική εποπτεία του χρηματοοικονομικού συστήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τη σύσταση Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Συστημικού Κινδύνου, ως εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται·

«Έφορος ΥΕΑΣΕ» σημαίνει τον δυνάμει του άρθρου 4 του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου διοριζόμενο Έφορο της Υπηρεσίας Εποπτείας και Ανάπτυξης Συνεργατικών Εταιρειών·

«θυγατρική επιχείρηση» έχει την έννοια που αποδίδουν στην θυγατρική εταιρεία τα άρθρα 2 και 148 του περί Εταιρειών Νόμου, καθώς και την έννοια που αποδίδουν στον όρο «θυγατρική επιχείρηση» τα Άρθρα 1 και 2 της Οδηγίας 83/349/ΕΟΚ, και περιλαμβάνει κάθε θυγατρική μιας θυγατρικής επιχείρησης της μητρικής επιχείρησης που είναι επικεφαλής των επιχειρήσεων αυτών·

«ιδιώτης πελάτης» σημαίνει τον κάθε πελάτη που δεν είναι επαγγελματίας πελάτης∙

«κανάλι επικοινωνίας» (distribution channel) έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 2 του περί των Πράξεων Προσώπων που Κατέχουν Εμπιστευτικές Πληροφορίες και των Πράξεων Χειραγώγησης της Αγοράς (Κατάχρησης Αγοράς) Νόμου·

«Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1287/2006» σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Κοινότητας με τίτλο «Κανονισμός (ΕΚ) αριθ.1287/2006 της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, της 10ης Αυγούστου 2006, για την εφαρμογή της οδηγίας 2004/39/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου όσον αφορά τις υποχρεώσεις τήρησης αρχείων για τις επιχειρήσεις επενδύσεων, τη γνωστοποίηση συναλλαγών, τη διαφάνεια της αγοράς, την εισαγωγή χρηματοπιστωτικών μέσων προς διαπραγμάτευση, καθώς και τους ορισμούς που ισχύουν για τους σκοπούς της οδηγίας αυτής», ως εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται·

«Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1095/2010» σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο “Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 24ης Νοεμβρίου 2010 σχετικά με τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και  Αγορών), την τροποποίηση της απόφασης αριθ. 716/2009/ΕΚ και την κατάργηση της απόφασης 2009/77/ΕΚ”, όπως αυτός τροποποιήθηκε τελευταία από την Οδηγία 2011/61/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 8ης Ιουνίου 2011 και ως περαιτέρω εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται.

«Κεντρική Τράπεζα» σημαίνει την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου η οποία έχει ιδρυθεί δια του άρθρου 3 του περί της Κεντρικής Τραπέζης της Κύπρου Νόμου, κατ’ επιταγή των Άρθρων 118 έως 121 του Συντάγματος, και η οποία λειτουργεί δυνάμει του περί Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου Νόμου·

«κινητές αξίες» σημαίνει τις κατηγορίες αξιών που τυγχάνουν διαπραγμάτευσης στην κεφαλαιαγορά, εξαιρουμένων των μέσων πληρωμής, και ιδίως-

(α) Μετοχές και άλλοι τίτλοι ισοδύναμοι με μετοχές εταιρειών, συνεταιρισμών και άλλων νομικών προσώπων, καθώς και αποθετήρια έγγραφα μετοχών,

(β) ομόλογα ή άλλες μορφές τιτλοποιημένου χρέους καθώς και αποθετήρια έγγραφα τέτοιων αξιών,

(γ) κάθε άλλη αξία που παρέχει δικαίωμα αγοράς ή πώλησης παρόμοιων μεταβιβάσιμων αξιών ή που τυγχάνει δικαιώματος εκκαθάρισης τοις μετρητοίς προσδιοριζόμενου κατ' αναφορά προς αξίες, νομίσματα, επιτόκια ή αποδόσεις, εμπορεύματα ή άλλους δείκτες ή μεγέθη·

«κράτος μέλος» σημαίνει κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή άλλο κράτος που είναι συμβαλλόμενο μέρος στη Συμφωνία για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο, η οποία υπογράφηκε στο Οπόρτο την 2α Μαΐου 1992, και προσαρμόστηκε από το Πρωτόκολλο το οποίο υπογράφηκε στις Βρυξέλλες την 17η Μαΐου 1993, ως η Συμφωνία αυτή περαιτέρω εκάστοτε τροποποιείται·

«κράτος μέλος καταγωγής» σημαίνει-

(α) αναφορικά με ΕΠΕΥ-

(i) εάν η ΕΠΕΥ είναι φυσικό πρόσωπο, το κράτος μέλος στο οποίο βρίσκονται τα κεντρικά της γραφεία,

(ii) εάν η ΕΠΕΥ είναι νομικό πρόσωπο, το κράτος μέλος στο οποίο βρίσκεται η καταστατική της έδρα,

(iii) εάν, σύμφωνα με την νομοθεσία βάσει της οποίας ιδρύθηκε, η ΕΠΕΥ δεν έχει καταστατική έδρα, το κράτος μέλος στο οποίο βρίσκονται τα κεντρικά της γραφεία, και

(β) αναφορικά με τη ρυθμιζόμενη αγορά, το κράτος μέλος στο οποίο είναι καταχωρημένη η ρυθμιζόμενη αγορά ή, εάν βάσει της νομοθεσίας του εν λόγω κράτους μέλους, αυτή δεν έχει καταστατική έδρα, το κράτος μέλος στο οποίο βρίσκονται τα κεντρικά γραφεία της ρυθμιζόμενης αγοράς·

«κράτος μέλος υποδοχής» σημαίνει το κράτος μέλος, άλλο από το κράτος μέλος καταγωγής, στο οποίο μια ΕΠΕΥ έχει υποκατάστημα ή παρέχει υπηρεσίες ή/και ασκεί δραστηριότητες, ή το κράτος μέλος στο οποίο ρυθμιζόμενη αγορά παρέχει τους κατάλληλους μηχανισμούς για να διευκολύνει την πρόσβαση μελών εξ’ αποστάσεως ή συμμετεχόντων εγκατεστημένων στο εν λόγω κράτος μέλος, στις διενεργούμενες στο σύστημά της συναλλαγές∙

«Κυπριακή Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών» ή «ΚΕΠΕΥ» σημαίνει την εταιρεία η οποία έχει συσταθεί στη Δημοκρατία και κατέχει άδεια λειτουργίας από την Επιτροπή δυνάμει του παρόντος Νόμου για να παρέχει μία ή περισσότερες επενδυτικές υπηρεσίες σε τρίτους ή/και να ασκεί μία ή περισσότερες επενδυτικές δραστηριότητες∙

«μέσα χρηματαγοράς» σημαίνει τις κατηγορίες μέσων που αποτελούν αντικείμενα συνήθους διαπραγμάτευσης στη χρηματαγορά, όπως έντοκα γραμμάτια του Δημοσίου, τίτλοι παρακαταθήκης (certificates of deposit) και εμπορικά γραμμάτια, εξαιρουμένων των μέσων πληρωμής·

«μέτοχος» σημαίνει πρόσωπο που διαθέτει συμμετοχή στο μετοχικό κεφάλαιο της ΕΠΕΥ ή πρόσωπο που κατέχει δικαιώματα ψήφου της ΕΠΕΥ χωρίς κατ’ ανάγκη να κατέχει συμμετοχή στο μετοχικό της κεφάλαιο·

«μητρική επιχείρηση» έχει την έννοια που αποδίδουν στην μητρική εταιρεία τα άρθρα 2 και 148 του περί Εταιρειών Νόμου, καθώς και την έννοια που αποδίδουν στον όρο «μητρική επιχείρηση» τα Άρθρα 1 και 2 της Οδηγίας 83/349/ΕΟΚ·

«Οδηγία 83/349/ΕΟΚ» σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Κοινότητας με τίτλο «Έβδομη Οδηγία 83/349/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 13ης Ιουνίου 1983 βασιζόμενη στο άρθρο 54 παράγραφος 3 περίπτωση ζ) της συνθήκης για τους ενοποιημένους λογαριασμούς», ως τροποποιήθηκε τελευταία από την Οδηγία 2006/99/ΕΚ και ως περαιτέρω εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται·

«Οδηγία 2004/39/ΕΚ» σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Κοινότητας με τίτλο «Οδηγία 2004/39/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 21ης Απριλίου 2004 για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων, για την τροποποίηση των οδηγιών 85/611/ΕΟΚ και 93/6/ΕΟΚ του Συμβουλίου και της οδηγίας 2000/12/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και για την κατάργηση της οδηγίας 93/22/ΕΟΚ του Συμβουλίου», ως τροποποιήθηκε από την Οδηγία 2006/31/ΕΚ και ως περαιτέρω εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται·

«Οδηγία 2004/109/ΕΚ» σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Κοινότητας με τίτλο «Οδηγία 2004/109/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 15ης Δεκεμβρίου 2004 για την εναρμόνιση των προϋποθέσεων διαφάνειας αναφορικά με την πληροφόρηση σχετικά με εκδότες των οποίων οι κινητές αξίες έχουν εισαχθεί προς διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενη αγορά και για την τροποποίηση της οδηγίας 2001/34/ΕΚ», ως εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται·

«οδηγίες» σημαίνει τις οδηγίες κανονιστικού περιεχομένου της Επιτροπής ή της Κεντρικής Τράπεζας ή της ΥΕΑΣΕ, ως Εποπτικών Αρχών, οι οποίες εκδίδονται κατ’ εξουσιοδότηση του παρόντος Νόμου και δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας∙

«όμιλος» σημαίνει τον όμιλο του οποίου η ΕΠΕΥ είναι μέρος και ο οποίος αποτελείται από -

(α) Τη μητρική επιχείρηση∙

(β) τις θυγατρικές της·

(γ) τις οντότητες στις οποίες η μητρική επιχείρηση ή οι θυγατρικές της κατέχουν συμμετοχή, κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο (α) του ορισμού του όρου «στενοί δεσμοί»∙

(δ)(i) την επιχείρηση ή τις επιχειρήσεις που, χωρίς να συνδέονται με τη μητρική επιχείρηση με τις σχέσεις που αναφέρονται στις παραγράφους (β) και (γ), έχουν τεθεί με τη μητρική επιχείρηση υπό ενιαία διεύθυνση κατόπιν συμβάσεως που έχει συναφθεί με τη μητρική επιχείρηση ή σύμφωνα με τους όρους των καταστατικών τους· ή

(ii) την επιχείρηση ή τις επιχειρήσεις που, χωρίς να συνδέονται με τη μητρική επιχείρηση με τις σχέσεις που αναφέρονται στις παραγράφους (β) και (γ), τα διοικητικά, διαχειριστικά ή εποπτικά τους όργανα αποτελούνται κατά πλειοψηφία από τα ίδια τα πρόσωπα, τα οποία ασκούν καθήκοντα κατά τη διάρκεια της χρήσης και μέχρι την κατάρτιση των ενοποιημένων λογαριασμών·

«Οργανισμός Συλλογικών Επενδύσεων σε Κινητές Αξίες» ή «ΟΣΕΚΑ» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από τον περί του Ανοικτού Τύπου Οργανισμών Συλλογικών Επενδύσεων σε Κινητές Αξίες (ΟΣΕΚΑ) και περί Συναφών Θεμάτων Νόμου∙

«οριακή εντολή» (limit order) σημαίνει την εντολή αγοράς ή πώλησης χρηματοοικονομικού μέσου σε συγκεκριμένη οριακή ή καλύτερη τιμή και για συγκεκριμένο μέγεθος∙

«παρεπόμενες υπηρεσίες» σημαίνει οποιεσδήποτε από τις υπηρεσίες οι οποίες καθορίζονται στο Μέρος ΙΙ του Τρίτου Παραρτήματος·

«πελάτης» σημαίνει κάθε πρόσωπο στο οποίο μια ΕΠΕΥ παρέχει επενδυτικές ή/και παρεπόμενες υπηρεσίες∙

«πιστωτικό ίδρυμα» σημαίνει τράπεζα και συνεργατικό πιστωτικό ίδρυμα∙

«πολυμερής μηχανισμός διαπραγμάτευσης» ή «ΠΜΔ» σημαίνει το πολυμερές σύστημα που το εκμεταλλεύεται ΕΠΕΥ ή διαχειριστής αγοράς, εντός του οποίου συναντώνται πλείονα συμφέροντα τρίτων για την αγορά και την πώληση χρηματοοικονομικών μέσων - εντός του συστήματος και σύμφωνα με κανόνες που δεν παρέχουν διακριτική ευχέρεια - κατά τρόπο καταλήγοντα στη σύναψη σύμβασης σύμφωνα με τις διατάξεις των Μερών ΙΙΙ και V∙

«προσωπική συναλλαγή» σημαίνει μια συναλλαγή σε χρηματοοικονομικό μέσο που πραγματοποιείται από ή για λογαριασμό αρμοδίου προσώπου, εφόσον πληρούται τουλάχιστον ένα από τα ακόλουθα κριτήρια:

(α) Το αρμόδιο πρόσωπο ενεργεί εκτός του πεδίου των δραστηριοτήτων τις οποίες ασκεί υπό την ιδιότητα αυτή,

(β) η συναλλαγή πραγματοποιείται για λογαριασμό ενός από τα ακόλουθα πρόσωπα:

(i) του αρμόδιου προσώπου,

(ii) οποιουδήποτε προσώπου με το οποίο το αρμόδιο πρόσωπο έχει οικογενειακή σχέση ή στενούς δεσμούς, ή

(iii) ενός προσώπου του οποίου η σχέση με το αρμόδιο πρόσωπο είναι τέτοια ώστε το αρμόδιο πρόσωπο έχει άμεσο ή έμμεσο ουσιώδες συμφέρον στο αποτέλεσμα της συναλλαγής, άλλο από την αμοιβή ή την προμήθεια για την εκτέλεση της συναλλαγής·

«πρόσωπο με το οποίο το αρμόδιο πρόσωπο έχει οικογενειακή σχέση» σημαίνει οποιοδήποτε από τα ακόλουθα πρόσωπα:

(α) Σύζυγο του αρμόδιου προσώπου ή πρόσωπο το οποίo συμβιώνει για ένα τουλάχιστον έτος με το αρμόδιο πρόσωπο·

(β) εξαρτώμενο τέκνο ή θετό τέκνο του αρμόδιου προσώπου·

(γ) άλλος συγγενής του αρμόδιου προσώπου, ο οποίος κατά την ημερομηνία της σχετικής προσωπικής συναλλαγής ήταν μέλος του νοικοκυριού του προσώπου αυτού για τουλάχιστον ένα έτος·

«πρόσωπα που πραγματικά διευθύνουν» σημαίνει τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου της ΕΠΕΥ και τα ανώτερα διευθυντικά της στελέχη·

«ρυθμιζόμενη αγορά» ή «οργανωμένη αγορά» σημαίνει το πολυμερές σύστημα που το διευθύνει ή το εκμεταλλεύεται διαχειριστής αγοράς και το οποίο επιτρέπει ή διευκολύνει την προσέγγιση πλείονων συμφερόντων τρίτων για την αγορά ή/και την πώληση χρηματοοικονομικών μέσων - εντός του συστήματος και σύμφωνα με τους κανόνες του που δεν παρέχουν διακριτική ευχέρεια - κατά τρόπο καταλήγοντα στη σύναψη σύμβασης σχετικής με χρηματοοικονομικά μέσα εισηγμένα προς διαπραγμάτευση βάσει των κανόνων ή/και των συστημάτων του, και το οποίο έχει λάβει άδεια λειτουργίας σε κράτος μέλος και λειτουργεί κανονικά σύμφωνα με τις διατάξεις του Μέρους Χ του παρόντος Νόμου ή αντίστοιχων νομοθεσιών άλλων κρατών μελών οι οποίες θεσπίζονται για σκοπούς συμμόρφωσης με την Οδηγία 2004/39/ΕΚ∙

«ρυθμιζόμενη οντότητα» σημαίνει ΕΠΕΥ ή πιστωτικό ίδρυμα ή ασφαλιστική επιχείρηση·

«στενοί δεσμοί» σημαίνει κατάσταση κατά την οποία δύο ή περισσότερα πρόσωπα συνδέονται με-

(α) Σχέση συμμετοχής, δηλαδή κατοχή, άμεσα ή μέσω ελέγχου, τουλάχιστον του είκοσι της εκατόν (20%) των δικαιωμάτων ψήφου ή του κεφαλαίου μιας επιχείρησης·

(β) σχέση ελέγχου, δηλαδή σχέση μεταξύ μητρικής και θυγατρικής επιχείρησης, σε όλες τις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 148 του περί Εταιρειών Νόμου και στο Άρθρο 1, παράγραφοι 1 και 2, της Οδηγίας 83/349/ΕΟΚ, ή παρόμοια σχέση μεταξύ οποιουδήποτε φυσικού ή νομικού προσώπου και μιας επιχείρησης· κάθε θυγατρική της θυγατρικής επιχείρησης θεωρείται επίσης θυγατρική της μητρικής επιχείρησης που είναι επικεφαλής των επιχειρήσεων αυτών· κατάσταση στην οποία δύο ή περισσότερα φυσικά ή νομικά πρόσωπα συνδέονται μόνιμα με ένα και το αυτό πρόσωπο με σχέση ελέγχου θεωρείται επίσης ότι συνιστά στενό δεσμό μεταξύ αυτών των προσώπων·

«συνδεδεμένος αντιπρόσωπος» σημαίνει πρόσωπο εγκατεστημένο σε κράτος μέλος το οποίο, ενεργώντας υπό την πλήρη και άνευ όρων ευθύνη μιας και μόνης ΕΠΕΥ κράτους μέλους, για λογαριασμό της οποίας ενεργεί, προωθεί επενδυτικές ή/και παρεπόμενες υπηρεσίες, προσελκύει πελάτες ή πιθανούς πελάτες, λαμβάνει και διαβιβάζει εντολές πελατών σχετικά με επενδυτικές υπηρεσίες ή χρηματοοικονομικά μέσα, διαθέτει χρηματοοικονομικά μέσα ή/και παρέχει συμβουλές σε πελάτες ή δυνητικούς πελάτες σχετικά με τα εν λόγω χρηματοοικονομικά μέσα ή υπηρεσίες·

«συνεργατική νομοθεσία» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 2 του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου·

«συνεργατικό πιστωτικό ίδρυμα» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 2 του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου ή συνεργατικό πιστωτικό ίδρυμα που λειτουργεί σύμφωνα με αντίστοιχες νομοθεσίες άλλων κρατών μελών·

«συστηματικός εσωτερικοποιητής» (systematic internaliser) σημαίνει την ΕΠΕΥ η οποία συναλλάσσεται κατά τρόπο οργανωμένο, συχνά και συστηματικά για ίδιο λογαριασμό εκτελώντας εντολές πελατών εκτός ρυθμιζόμενης αγοράς ή ΠΜΔ·

«Ταμείο Αποζημίωσης Επενδυτών» ή «ΤΑΕ» σημαίνει το ΤΑΕ Πελατών ΕΠΕΥ, το ΤΑΕ Πελατών Τραπεζών και το ΤΑΕ Πελατών ΣΠΙ, ως καθορίζονται στο Μέρος VΙI·

«τράπεζα» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 2 του περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμου·

«τραπεζική νομοθεσία» σημαίνει τον περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμο και τους κανονισμούς και οδηγίες που εκάστοτε εκδίδονται δυνάμει των νόμων αυτών, και περιλαμβάνει τις αντίστοιχες νομοθεσίες άλλων κρατών μελών·

«τρίτη χώρα» σημαίνει χώρα που δεν είναι κράτος μέλος·

«Υπηρεσία Εποπτείας και Ανάπτυξης Συνεργατικών Εταιρειών» ή «ΥΕΑΣΕ» σημαίνει την Επιτροπή ΥΕΑΣΕ, όσον αφορά αρμοδιότητες έκδοσης οδηγιών δυνάμει του παρόντος Νόμου και τον Έφορο ΥΕΑΣΕ, όσον αφορά οποιαδήποτε άλλη αρμοδιότητα δυνάμει του παρόντος Νόμου·

«υποκατάστημα» σημαίνει τον τόπο επιχειρηματικής δραστηριότητας πλην της έδρας, ο οποίος αποτελεί τμήμα ΕΠΕΥ, στερείται νομικής προσωπικότητας και παρέχει επενδυτικές υπηρεσίες ή/και ασκεί επενδυτικές δραστηριότητες, ενδεχομένως δε και παρεπόμενες υπηρεσίες για τις οποίες η ΕΠΕΥ έχει λάβει άδεια λειτουργίας· όλοι οι τόποι επιχειρηματικής δραστηριότητας που συγκροτούνται στο ίδιο κράτος μέλος από ΕΠΕΥ με έδρα σε άλλο κράτος μέλος θεωρούνται ως ένα και μόνο υποκατάστημα·

«Υπουργός» σημαίνει τον Υπουργό Οικονομικών·

«Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου» ή «ΧΑΚ» σημαίνει το Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου που έχει συσταθεί δια του άρθρου 3 του περί Αξιών και Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου Νόμο·

«χρηματοοικονομικά μέσα» σημαίνει οποιαδήποτε από τα μέσα τα οποία καθορίζονται στο Μέρος ΙΙΙ του Τρίτου Παραρτήματος∙

«χρηματοπιστωτικός όμιλος ετερογενών δραστηριοτήτων» σημαίνει τον όμιλο που πληροί τις ακόλουθες προϋποθέσεις, τηρουμένων των κατώτατων ορίων που καθορίζονται με οδηγίες της Επιτροπής:

(α) Επικεφαλής του ομίλου είναι ρυθμιζόμενη οντότητα που έχει λάβει άδεια λειτουργίας στη Δημοκρατία ή σε άλλο κράτος μέλος ή τουλάχιστον μια από τις θυγατρικές του ομίλου αποτελεί ρυθμιζόμενη οντότητα που έχει λάβει άδεια λειτουργίας στη Δημοκρατία ή σε άλλο κράτος μέλος,

(β) στην περίπτωση που επικεφαλής του ομίλου είναι ρυθμιζόμενη οντότητα που έχει λάβει άδεια λειτουργίας στη Δημοκρατία ή σε άλλο κράτος μέλος, ή πρόκειται για μητρική επιχείρηση επιχείρησης του χρηματοπιστωτικού τομέα, ή για επιχείρηση που κατέχει συμμετοχή σε επιχείρηση του χρηματοπιστωτικού τομέα, ή για επιχείρηση που, χωρίς να συνδέεται με επιχείρηση του χρηματοπιστωτικού τομέα με σχέση κατά την έννοια του άρθρου 148 του περί Εταιρειών Νόμου, έχει τεθεί με την επιχείρηση αυτή υπό ενιαία διεύθυνση κατόπιν μεταξύ τους σύμβασης ή σύμφωνα με όρους των καταστατικών τους ή τα διοικητικά, διαχειριστικά ή εποπτικά τους όργανα αποτελούνται κατά πλειοψηφία από τα ίδια πρόσωπα κατά τη διάρκεια του οικονομικού έτους και μέχρι την κατάρτιση των ενοποιημένων λογαριασμών,

(γ) στην περίπτωση που δεν είναι επικεφαλής του ομίλου ρυθμιζόμενη οντότητα που έχει λάβει άδεια λειτουργίας στη Δημοκρατία ή σε κράτος μέλος, οι δραστηριότητες του ομίλου ασκούνται κυρίως στο χρηματοπιστωτικό τομέα κατά τα οριζόμενα με οδηγίες της Επιτροπής,

(δ) μία τουλάχιστον από τις επιχειρήσεις του ομίλου υπάγεται στον ασφαλιστικό τομέα και μία τουλάχιστον στον τραπεζικό τομέα ή στον τομέα παροχής επενδυτικών υπηρεσιών,

(ε) τόσο οι ενοποιημένες ή/και οι αθροιστικές δραστηριότητες των επιχειρήσεων του ομίλου στον ασφαλιστικό τομέα όσο και οι ενοποιημένες ή/και οι αθροιστικές δραστηριότητες των οντοτήτων του ομίλου στον τραπεζικό τομέα και στον τομέα παροχής επενδυτικών υπηρεσιών είναι ουσιώδεις κατά την έννοια οδηγίας της Επιτροπής αναφορικά με τους χρηματοπιστωτικούς ομίλους ετερογενών δραστηριοτήτων· οποιοσδήποτε υποόμιλος ομίλου πληροί τα κριτήρια του παρόντος ορισμού θεωρείται χρηματοπιστωτικός όμιλος ετερογενών δραστηριοτήτων·

«χρηματοπιστωτικός τομέας» σημαίνει τομέα που αποτελείται από μία ή περισσότερες από τις ακόλουθες επιχειρήσεις:

(α) Τράπεζα, ή συνεργατικό πιστωτικό ίδρυμα, ή εταιρεία που διεξάγει εργασίες που είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένες με τραπεζικές εργασίες κατά τα προβλεπόμενα στο εδάφιο (3) του άρθρου 13 του περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμου, ή επιχείρηση της οποίας η κύρια δραστηριότητα συνίσταται στην κατοχή ή διαχείριση ακινήτων, ή σε κάθε άλλη δραστηριότητα βοηθητικού χαρακτήρα σε σχέση με την κύρια δραστηριότητα μίας ή περισσοτέρων τραπεζών·

(β) ασφαλιστική επιχείρηση·

(γ) αντασφαλιστική επιχείρηση ή ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου, όπως αυτές οι επιχειρήσεις ορίζονται από το άρθρο 2 του περί της Ασκήσεως Ασφαλιστικών Εργασιών και Άλλων Συναφών Θεμάτων Νόμου·

(δ) ΕΠΕΥ·

(ε) εταιρεία χρηματοπιστωτικών συμμετοχών.

(2) Ποσά τα οποία στο παρόντα Νόμο αναφέρονται σε ευρώ λογίζονται μέχρι και την 31η Δεκεμβρίου 2007 ως αναφορές σε λίρες, στην εκάστοτε ισχύουσα ισοτιμία.

Πεδίο εφαρμογής του παρόντος Νόμου

3.-(1) Ο παρών Νόμος ρυθμίζει-

(α) Την παροχή επενδυτικών και παρεπομένων υπηρεσιών καθώς και την άσκηση επενδυτικών δραστηριοτήτων σε επαγγελματική βάση στη Δημοκρατία, η δε παροχή επενδυτικών και παρεπόμενων υπηρεσιών στη Δημοκρατία περιλαμβάνει-

(i) οποιαδήποτε παροχή ή πρόταση για παροχή επενδυτικών και παρεπόμενων υπηρεσιών, η οποία προέρχεται από τόπο εκτός της Δημοκρατίας και απευθύνεται προς πρόσωπα που βρίσκονται, κατοικούν ή διαμένουν στη Δημοκρατία, εφόσον η ως άνω παροχή ή πρόταση περιέρχεται στα πρόσωπα αυτά κατά το χρόνο που βρίσκονται, κατοικούν ή διαμένουν στη Δημοκρατία ή εφόσον η σχετική συναλλαγή καταρτίζεται στη Δημοκρατία·

(ii) οποιαδήποτε παροχή ή πρόταση για παροχή επενδυτικών και παρεπόμενων υπηρεσιών, η οποία προέρχεται από τη Δημοκρατία ή από πρόσωπο που βρίσκεται, κατοικεί ή διαμένει στη Δημοκρατία και απευθύνεται προς πρόσωπα, τα οποία βρίσκονται, κατοικούν ή διαμένουν στη Δημοκρατία ή εκτός της Δημοκρατίας·

(iii) οποιαδήποτε παροχή ή πρόταση για παροχή επενδυτικών και παρεπόμενων υπηρεσιών, η οποία προέρχεται από πρόσωπο που βρίσκεται, κατοικεί ή διαμένει στη Δημοκρατία και ενεργεί ή παρουσιάζεται ότι ενεργεί υπό υπαλληλική ή άλλη ιδιότητα, εκ μέρους τρίτου προσώπου που βρίσκεται εκτός της Δημοκρατίας, και απευθύνεται προς πρόσωπα τα οποία βρίσκονται, κατοικούν ή διαμένουν στη Δημοκρατία ή εκτός της Δημοκρατίας∙

(β) τη λειτουργία ρυθμιζόμενων αγορών· και

(γ) άλλα συναφή θέματα.

(2) Εξαιρούνται του πεδίου εφαρμογής του παρόντος Νόμου-

(α) Τα μέλη του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών και οι άλλοι εθνικοί οργανισμοί που επιτελούν παρόμοιες λειτουργίες και οι λοιποί δημόσιοι φορείς που διαχειρίζονται το δημόσιο χρέος ή παρεμβαίνουν στη διαχείρισή του∙

(β) οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις·

(γ) οι οργανισμοί συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες κατά την έννοια του άρθρου 2 του περί των Ανοικτού Τύπου Οργανισμών Συλλογικών Επενδύσεων σε Κινητές Αξίες (ΟΣΕΚΑ) και περί Συναφών Θεμάτων Νόμου, τα διεθνή συλλογικά επενδυτικά σχέδια κατά την έννοια του άρθρου 2 του περί Διεθνών Συλλογικών Επενδυτικών Σχεδίων Νόμου και τα ταμεία επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών κατά την έννοια του άρθρου 2 του περί της Ίδρυσης, των Δραστηριοτήτων και της Εποπτείας των Ταμείων Επαγγελματικών Συνταξιοδοτικών Παροχών Νόμου, συμπεριλαμβανομένων των διαχειριστών και θεματοφυλάκων όλων των προαναφερομένων·

(δ) τα πρόσωπα που παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες αποκλειστικά στις μητρικές τους επιχειρήσεις, στις θυγατρικές τους επιχειρήσεις ή σε άλλες θυγατρικές επιχειρήσεις των μητρικών τους επιχειρήσεων·

(ε) τα πρόσωπα που παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες οι οποίες συνίστανται αποκλειστικά στη διαχείριση συστημάτων συμμετοχής των εργαζομένων·

(στ) τα πρόσωπα τα οποία παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες που συνίστανται μόνο στη διαχείριση συστημάτων συμμετοχής των εργαζομένων και στην παροχή επενδυτικών υπηρεσιών αποκλειστικά στις μητρικές τους επιχειρήσεις, στις θυγατρικές τους επιχειρήσεις ή σε άλλες θυγατρικές επιχειρήσεις των μητρικών τους επιχειρήσεων·

(ζ) τα πρόσωπα που παρέχουν παρεμπιπτόντως επενδυτική υπηρεσία ως δευτερεύουσα εργασία και μέσα στα πλαίσια της επαγγελματικής τους δραστηριότητας, υπό τον όρο ότι η δραστηριότητα αυτή διέπεται από νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις ή από επαγγελματικό κώδικα δεοντολογίας που δεν απαγορεύουν την παροχή της εν λόγω εργασίας∙

(η) τα πρόσωπα που δεν παρέχουν άλλες επενδυτικές υπηρεσίες ή ασκούν άλλες επενδυτικές δραστηριότητες πλην της διενέργειας συναλλαγών για ίδιο λογαριασμό, εκτός εάν είναι ειδικοί διαπραγματευτές ή εάν διενεργούν συναλλαγές για ίδιο λογαριασμό εκτός ρυθμιζόμενης αγοράς ή ΠΜΔ κατά τρόπο οργανωμένο, συχνά και συστηματικά, παρέχοντας ένα σύστημα προσβάσιμο σε τρίτα μέρη, ώστε να πραγματοποιούν συναλλαγές με αυτά∙

(θ) τα πρόσωπα που διενεργούν συναλλαγές σε χρηματοοικονομικά μέσα για ίδιο λογαριασμό ή παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες σε παράγωγα επί εμπορευμάτων ή σε παράγωγες συμβάσεις, που περιλαμβάνονται στην παράγραφο 10 του Μέρους ΙΙΙ του Τρίτου Παραρτήματος, στους πελάτες της κύριας δραστηριότητας τους, υπό τον όρο ότι αυτό αποτελεί δευτερεύουσα εργασία ως προς την κύρια δραστηριότητα τους, όταν εξετάζεται σε επίπεδο ομίλου, και ότι η εν λόγω κύρια δραστηριότητά τους δεν είναι η παροχή επενδυτικών υπηρεσιών κατά την έννοια του παρόντος Νόμου ούτε η διεξαγωγή τραπεζικών εργασιών κατά την έννοια της τραπεζικής νομοθεσίας·

(ι) τα πρόσωπα που παρέχουν επενδυτικές συμβουλές κατά την άσκηση άλλης επαγγελματικής δραστηριότητας μη εμπίπτουσας στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος Νόμου, υπό την προϋπόθεση ότι δεν αμείβονται ειδικά για την παροχή των συμβουλών αυτών∙

(ια) τα πρόσωπα των οποίων η κύρια δραστηριότητα συνίσταται στη διενέργεια συναλλαγών σε εμπορεύματα ή/και παράγωγα επί εμπορευμάτων για ίδιο λογαριασμό· η παρούσα εξαίρεση δεν έχει εφαρμογή όταν τα πρόσωπα που διενεργούν συναλλαγές σε εμπορεύματα ή/και παράγωγα επί εμπορευμάτων για ίδιο λογαριασμό ανήκουν σε όμιλο, του οποίου η κύρια δραστηριότητα είναι η παροχή άλλων επενδυτικών υπηρεσιών κατά την έννοια του παρόντος Νόμου ή η διεξαγωγή τραπεζικών εργασιών κατά την έννοια της τραπεζικής νομοθεσίας·

(ιβ) οι επιχειρήσεις οι οποίες παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες ή/και ασκούν επενδυτικές δραστηριότητες που συνίστανται αποκλειστικά στη διενέργεια συναλλαγών για ίδιο λογαριασμό σε αγορές (markets) συμβολαίων μελλοντικής εκπλήρωσης ή δικαιωμάτων προαίρεσης επί χρηματοοικονομικών μέσων ή άλλων παραγώγων και σε αγορές μετρητών (cash markets) με μόνο σκοπό την αντιστάθμιση κινδύνων θέσεων σε αγορές παραγώγων (derivative markets), ή οι οποίες δραστηριοποιούνται για λογαριασμό άλλων μελών των αγορών αυτών ή διαμορφώνουν τιμές για τα μέλη των αγορών αυτών, και οι οποίες καλύπτονται από την εγγύηση εκκαθαριστών μελών των ιδίων αγορών, εφόσον την ευθύνη για την εκτέλεση των συμβάσεων που συνάπτουν οι επιχειρήσεις αυτές φέρουν εκκαθαριστές μέλη των ιδίων αγορών∙

(ιγ) οι ενώσεις που συγκροτούνται από Δανέζικα και Φινλανδικά συνταξιοδοτικά ταμεία με μοναδικό σκοπό τη διαχείριση των περιουσιακών στοιχείων των ταμείων που είναι μέλη τους∙

(ιδ) οι "agenti di cambio" των οποίων οι δραστηριότητες και τα καθήκοντα διέπονται από το άρθρο 201 του Ιταλικού νομοθετικού διατάγματος αρ. 58 της 24ης Φεβρουαρίου 1998.

(3) Τα δικαιώματα που απορρέουν από τον παρόντα Νόμο δεν εκτείνονται στις υπηρεσίες που παρέχονται από αντισυμβαλλόμενους σε πράξεις που διενεργούνται από δημόσιους φορείς που χειρίζονται το δημόσιο χρέος ή από μέλη του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών κατά την άσκηση των καθηκόντων τους σύμφωνα με τη Συνθήκη περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και το καταστατικό του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας ή κατά την άσκηση ισοδύναμων καθηκόντων δυνάμει των νομοθεσιών των κρατών μελών.

(4) Η Επιτροπή δύναται με οδηγίες της να ορίζει, ως προς τις εξαιρέσεις που προβλέπονται στις παραγράφους (ζ), (θ) και (ια) του εδαφίου (2), τα κριτήρια με τα οποία προσδιορίζεται πότε μια εργασία διενεργείται παρεμπιπτόντως και πότε θεωρείται δευτερεύουσα ως προς την κύρια δραστηριότητα όταν εξετάζεται σε επίπεδο ομίλου.

ΜΕΡΟΣ ΙΙ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ, ΑΣΚΗΣΗΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΩΝ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΩΝ ΚΑΙ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ ΡΥΘΜΙΖΟΜΕΝΗΣ ΑΓΟΡΑΣ
Παροχή επενδυτικών υπηρεσιών, άσκηση επενδυτικών δραστηριοτήτων και λειτουργία ρυθμιζόμενης αγοράς

4.-(1) Μόνο τα πρόσωπα που αναφέρονται στο εδάφιο (2) επιτρέπεται να παρέχουν ή να παρουσιάζονται ότι παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες ή και να ασκούν ή να παρουσιάζονται ότι ασκούν επενδυτικές δραστηριότητες, σε επαγγελματική βάση, στη Δημοκρατία.

(2) Τα πρόσωπα που επιτρέπεται να παρέχουν ή να παρουσιάζονται ότι παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες ή/και να ασκούν ή να παρουσιάζονται ότι ασκούν επενδυτικές δραστηριότητες, σε επαγγελματική βάση, στη Δημοκρατία είναι-

(α) Οι ΚΕΠΕΥ οι οποίες κατέχουν άδεια λειτουργίας δυνάμει του παρόντος Νόμου, καθώς και οι διαχειριστές αγοράς κατά τα προβλεπόμενα στο εδάφιο (2) του άρθρου 6·

(β) οι ΕΠΕΥ κρατών μελών, κατά τα προβλεπόμενα στο εδάφιο (1) του άρθρου 77 και στο εδάφιο (1) του άρθρου 80·

(γ) οι ΕΠΕΥ τρίτων χωρών, κατά τα προβλεπόμενα στο εδάφιο (1) του άρθρου 78∙

(δ) οι τράπεζες, κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 118·

(ε) τα συνεργατικά πιστωτικά ιδρύματα, κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 122.

(3) Μόνο τα πρόσωπα που κατέχουν άδεια λειτουργίας ρυθμιζόμενης αγοράς κατά τα προβλεπόμενα στο Μέρος Χ επιτρέπεται να λειτουργούν ή να παρουσιάζονται ότι λειτουργούν σύστημα στη Δημοκρατία που προσομοιάζει με ρυθμιζόμενη αγορά.

(4) Ουδείς δικαιούται να εισπράξει οποιαδήποτε αμοιβή για υπηρεσίες που προσέφερε κατά παράβαση των εδαφίων (1) και (3).

(5) Δικαστήριο ενώπιον του οποίου εκδικάζεται ποινικό αδίκημα δύναται για παράβαση του εδαφίου (1) ή (3) να διατάξει την αναστολή της παροχής κάθε επενδυτικής υπηρεσίας ή/και της άσκησης κάθε επενδυτικής δραστηριότητας, καθώς και την αναστολή της λειτουργίας κάθε συστήματος που προσομοιάζει με ρυθμιζόμενη αγορά, από τον κατηγορούμενο, για τέτοια χρονική περίοδο ως το δικαστήριο ήθελε κρίνει εύλογη, μέχρι την τελική εκδίκαση της υπόθεσης αναφορικά με την οποία έχει ασκηθεί ποινική δίωξη.

(6) Επιπρόσθετα με την επιβολή της ποινής η οποία προβλέπεται στο εδάφιο (1) του άρθρου 140, το δικαστήριο το οποίο καταδικάζει πρόσωπο για οποιοδήποτε ποινικό αδίκημα κατά παράβαση του εδαφίου (1) ή (3) δύναται να διατάξει το καταδικαζόμενο πρόσωπο να μην παρέχει επενδυτικές υπηρεσίες ή/και να μην ασκεί επενδυτικές δραστηριότητες ή να μην λειτουργεί σύστημα που προσομοιάζει με ρυθμιζόμενη αγορά, που σχετίζονται με το ποινικό αδίκημα που διαπράχθηκε, για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τα πέντε έτη.

Όνομα εταιρείας άλλης από ΚΕΠΕΥ

5.-(1) Απαγορεύεται η χρήση στο όνομα επιχειρήσεων που δεν είναι ΚΕΠΕΥ των όρων «ΚΕΠΕΥ», «ΕΠΕΥ», «επενδυτικές υπηρεσίες» (investment services), «επενδυτικές δραστηριότητες» (investment activities), «ρυθμιζόμενη αγορά» (regulated market), «χρηματιστήριο» (stock exchange), «παροχή επενδυτικών υπηρεσιών», «άσκηση επενδυτικών δραστηριοτήτων», «λειτουργία ρυθμιζόμενης αγοράς», «χρηματοοικονομικές υπηρεσίες» (financial services), «παροχή χρηματοοικονομικών υπηρεσιών», «χρηματιστηριακές υπηρεσίες» (stock broking services), «χρηματιστής» (broker) καθώς και παρεμφερών όρων, σε οποιαδήποτε γλώσσα.

(2) Εταιρεία της οποίας η άδεια λειτουργίας ΚΕΠΕΥ ανακλήθηκε ή έπαυσε να ισχύει κατά τα οριζόμενα στον παρόντα Νόμο οφείλει το αργότερο εντός τριών μηνών από την ημερομηνία ανάκλησης ή του τερματισμού της εν λόγω άδειας λειτουργίας, να προβεί σε αλλαγή του ονόματος της ούτως ώστε να συμμορφώνεται με τις διατάξεις του εδαφίου (1).

Μέρος ΙΙΙ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΧΟΡΗΓΗΣΗΣ ΑΔΕΙΑΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ ΚΕΠΕΥ
Κεφάλαιο Α - Γενικές διατάξεις
Άδεια λειτουργίας ΚΕΠΕΥ

6.-(1) Με την επιφύλαξη του εδαφίου (2), ΚΕΠΕΥ δύναται να παρέχει επενδυτικές υπηρεσίες ή/και να ασκεί επενδυτικές δραστηριότητες σε επαγγελματική βάση μόνον εφόσον έχει λάβει προηγούμενη άδεια λειτουργίας από την Επιτροπή, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου.

(2) Διαχειριστής αγοράς δύναται να λειτουργεί ΠΜΔ, υπό την προϋπόθεση ότι προηγουμένως εξακριβώνεται από την Επιτροπή η συμμόρφωσή του προς τις διατάξεις του παρόντος Μέρους, εξαιρουμένου του άρθρου 17.

(3) Η Επιτροπή δεν χορηγεί άδεια λειτουργίας ΚΕΠΕΥ εάν δεν έχει πεισθεί πλήρως ότι η εταιρεία η οποία συστάθηκε στη Δημοκρατία και αιτείται τη χορήγηση άδειας λειτουργίας ΚΕΠΕΥ (η οποία στο παρόν Μέρος θα αναφέρεται στο εξής ως «η αιτήτρια»), πληροί όλες τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στον παρόντα Νόμο και στις δυνάμει αυτού εκδιδόμενες οδηγίες.

(4) Η αιτήτρια παρέχει όλες τις πληροφορίες, ως καθορίζονται στο παρόν Μέρος, οι οποίες είναι αναγκαίες για να μπορέσει η Επιτροπή να πεισθεί ότι η αιτήτρια έχει λάβει, κατά το χρόνο της χορήγησης άδειας λειτουργίας ΚΕΠΕΥ, όλα τα αναγκαία μέτρα για να εκπληρώσει τις προϋποθέσεις του παρόντος Μέρους.

(5) Η άδεια λειτουργίας ΚΕΠΕΥ ισχύει σε όλα τα κράτη μέλη και επιτρέπει στην ΚΕΠΕΥ να παρέχει τις υπηρεσίες ή/και να ασκεί τις δραστηριότητες, για τις οποίες έχει λάβει άδεια, σε όλα τα κράτη μέλη, είτε με την ίδρυση υποκαταστήματος είτε με ελεύθερη παροχή υπηρεσιών ή άσκηση δραστηριοτήτων.

(6) Στην άδεια λειτουργίας ΚΕΠΕΥ, αναγράφεται το όνομα της ΚΕΠΕΥ, ο αριθμός και η ημερομηνία έκδοσης της άδειας, οι επενδυτικές και παρεπόμενες υπηρεσίες που επιτρέπεται να παρέχει, οι επενδυτικές δραστηριότητες που επιτρέπεται να ασκεί, καθώς και κάθε άλλο στοιχείο που η Επιτροπή κρίνει απαραίτητο.

(7) Σε καμία περίπτωση δεν εκδίδεται άδεια λειτουργίας ΚΕΠΕΥ για παροχή μόνο παρεπόμενων υπηρεσιών.

(8) Με την επιφύλαξη του εδαφίου (9), η ΚΕΠΕΥ επιτρέπεται να παρέχει μόνο τις επενδυτικές και παρεπόμενες υπηρεσίες ή/και να ασκεί μόνο τις επενδυτικές δραστηριότητες που αναφέρονται στην άδεια λειτουργίας της.

(9) Η ΚΕΠΕΥ απαγορεύεται να διεξάγει οποιεσδήποτε άλλες εργασίες, πέραν των υπηρεσιών ή/και δραστηριοτήτων που αναφέρονται στην άδεια λειτουργίας της, εκτός εάν -

(α) Η διεξαγωγή τους οδηγεί ή συμβάλλει στην επίτευξη της παροχής όλων ή μερικών υπηρεσιών ή/και της άσκησης δραστηριοτήτων, που επιτρέπονται από την άδεια λειτουργίας της· ή

(β) έχει ληφθεί έγκριση από την Επιτροπή, η οποία χορηγείται, κατά την απόλυτη της κρίση, σε εξαιρετικές περιπτώσεις.

Δημόσιο μητρώο ΚΕΠΕΥ

7.-(1) Η Επιτροπή δημιουργεί και διατηρεί, ελεύθερα προσβάσιμο από το κοινό, μητρώο στο οποίο εγγράφονται όλες οι ΚΕΠΕΥ.

(2) Κατά τη χορήγηση άδειας λειτουργίας, η Επιτροπή καταχωρεί στο μητρώο, που τηρείται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου, το όνομα και τον αριθμό άδειας λειτουργίας της κάθε ΚΕΠΕΥ, την ημερομηνία χορήγησης της άδειας λειτουργίας, τις επενδυτικές και παρεπόμενες υπηρεσίες που επιτρέπεται να παρέχει, τις επενδυτικές δραστηριότητες που επιτρέπεται να ασκεί, καθώς και κάθε άλλο στοιχείο που η Επιτροπή κρίνει απαραίτητο.

(3) Η Επιτροπή μεριμνά για την επικαιροποιημένη τήρηση του μητρώου.

(4) Η Επιτροπή δημοσιοποιεί το μητρώο με δημοσίευση στο διαδικτυακό της τόπο ή/και με οποιοδήποτε άλλο τρόπο ήθελε αποφασίσει.

(5) Η Επιτροπή κοινοποιεί στην ΕΑΚΑΑ κάθε άδεια λειτουργίας ΚΕΠΕΥ.

Δημοσιοποίηση στοιχείων άδειας λειτουργίας ΚΕΠΕΥ

8. Η ΚΕΠΕΥ οφείλει να αναγράφει στα έντυπά της, καθώς και σε κάθε δημοσίευση ή ανακοίνωση, τον αριθμό της άδειας λειτουργίας της, καθώς και ότι εποπτεύεται από την Επιτροπή. Επιπλέον, η ΚΕΠΕΥ οφείλει να διαθέτει διαδικτυακό τόπο (website), τη διεύθυνση του οποίου γνωστοποιεί στην Επιτροπή, και καταχωρεί σε αυτόν τον αριθμό και το περιεχόμενο της άδειας λειτουργίας της, ότι εποπτεύεται από την Επιτροπή, καθώς και οποιαδήποτε άλλα στοιχεία ήθελε καθορίσει με οδηγίες της η Επιτροπή.

Διαβουλεύσεις μεταξύ αρμόδιων αρχών πριν τη χορήγηση άδειας λειτουργίας ΚΕΠΕΥ

9.-(1) Η Επιτροπή προκειμένου να χορηγήσει άδεια λειτουργίας ΚΕΠΕΥ σε αιτήτρια, η οποία-

(α) Είναι θυγατρική μιας ΕΠΕΥ ή πιστωτικού ιδρύματος, που έχει λάβει άδεια λειτουργίας σε άλλο κράτος μέλος, ή

(β) είναι θυγατρική της μητρικής επιχείρησης μιας ΕΠΕΥ ή πιστωτικού ιδρύματος, που έχει λάβει άδεια λειτουργίας σε άλλο κράτος μέλος, ή

(γ) ελέγχεται από το ίδιο πρόσωπο το οποίο ελέγχει μια ΕΠΕΥ ή πιστωτικό ίδρυμα, που έχει λάβει άδεια λειτουργίας σε άλλο κράτος μέλος,

ζητά τη γνώμη των αρμόδιων αρχών του κράτους μέλους που χορήγησε τη σχετική άδεια λειτουργίας και ανταλλάσσει τις απαιτούμενες πληροφορίες μαζί τους αναφορικά με την αίτηση.

(2) Η Επιτροπή, προκειμένου να χορηγήσει άδεια λειτουργίας ΚΕΠΕΥ σε αιτήτρια η οποία-

(α) Είναι θυγατρική πιστωτικού ιδρύματος ή ασφαλιστικής επιχείρησης, που έχει λάβει άδεια λειτουργίας από οποιαδήποτε σχετική αρχή στη Δημοκρατία ή σε άλλο κράτος μέλος, ή

(β) είναι θυγατρική της μητρικής επιχείρησης ενός πιστωτικού ιδρύματος ή μιας ασφαλιστικής επιχείρησης, που έχει λάβει άδεια λειτουργίας από οποιαδήποτε σχετική αρχή στη Δημοκρατία ή σε άλλο κράτος μέλος,

(γ) ελέγχεται από το ίδιο πρόσωπο που ελέγχει ένα πιστωτικό ίδρυμα ή μια ασφαλιστική επιχείρηση, που έχει άδεια λειτουργίας από οποιαδήποτε σχετική αρχή στη Δημοκρατία ή σε άλλο κράτος μέλος,

ζητά τη γνώμη των σχετικών αρχών που είναι υπεύθυνες για την εποπτεία των εν λόγω πιστωτικών ιδρυμάτων ή των ασφαλιστικών επιχειρήσεων.

(3) Η Επιτροπή και οι αρμόδιες αρχές και σχετικές αρχές που αναφέρονται στα εδάφια (1) και (2) διαβουλεύονται μεταξύ τους κατά την εκτίμηση της καταλληλότητας των μετόχων και της εντιμότητας και της πείρας των προσώπων που πραγματικά διευθύνουν την επιχείρηση που συμμετέχει στη διοίκηση άλλης επιχείρησης του ιδίου ομίλου. Ανταλλάσσουν επίσης οποιεσδήποτε πληροφορίες αναφορικά με την καταλληλότητα των μετόχων, καθώς και την εντιμότητα και πείρα των προσώπων που πραγματικά διευθύνουν την επιχείρηση, οι οποίες τους είναι χρήσιμες για τη χορήγηση άδειας λειτουργίας, καθώς και για το συνεχή έλεγχο της συμμόρφωσης των επιχειρήσεων με τις προϋποθέσεις λειτουργίας τους.

Κεφάλαιο Β - Προϋποθέσεις και διαδικασίες για τη χορήγηση άδειας λειτουργίας ΚΕΠΕΥ
Αρχικό κεφάλαιο ΚΕΠΕΥ

10.-(1) ΚΕΠΕΥ η οποία παρέχει μία ή περισσότερες από τις ακόλουθες επενδυτικές υπηρεσίες και κατέχει κεφάλαια ή/και χρηματοοικονομικά μέσα πελατών, οφείλει να έχει αρχικό κεφάλαιο τουλάχιστον διακόσιες χιλιάδες ευρώ (€200.000):

(α) Λήψη και διαβίβαση εντολών σχετικών με χρηματοοικονομικά μέσα·

(β) εκτέλεση εντολών για λογαριασμό πελατών·

(γ) διαχείριση χαρτοφυλακίων·

(δ) παροχή επενδυτικών συμβουλών.

(2) KEΠΕΥ η οποία παρέχει τις προβλεπόμενες επενδυτικές υπηρεσίες στο εδάφιο (1)(α) ή/και (δ) και δεν κατέχει κεφάλαια ή/και χρηματοοικονομικά μέσα πελατών, και η οποία, για το λόγο αυτό, δεν μπορεί να βρίσκεται ποτέ σε θέση οφειλέτη έναντι των πελατών της, δύναται να έχει αρχικό κεφάλαιο:

(α) Τουλάχιστον ογδόντα χιλιάδες ευρώ (€80.000)· ή

(β) τουλάχιστον σαράντα χιλιάδες ευρώ (€40.000) και ασφάλιση επαγγελματικής αποζημίωσης καλύπτουσα όλα τα κράτη μέλη, ή ισοδύναμη εγγύηση κατά της ευθύνης από επαγγελματική αμέλεια, την οποία συνάπτει με ασφαλιστική επιχείρηση, για ποσό τουλάχιστον ενός εκατομμυρίου ευρώ (€1.000.000), ανά ζημιά, και συνολικά τουλάχιστον ενός εκατομμυρίου πεντακοσίων χιλιάδων ευρώ (€1.500.000) κατ’ έτος για όλες τις ζημιές.

(3) KEΠΕΥ η οποία παρέχει μία ή περισσότερες από τις ακόλουθες επενδυτικές υπηρεσίες ή/και ασκεί επενδυτικές δραστηριότητες οφείλει να έχει αρχικό κεφάλαιο τουλάχιστον ενός εκατομμυρίου ευρώ (€1.000.000):

(α) Διενέργεια συναλλαγών για ίδιο λογαριασμό·

(β) αναδοχή χρηματοοικονομικών μέσων ή και διάθεση χρηματοοικονομικών μέσων με δέσμευση ανάληψης·

(γ) διάθεση χρηματοοικονομικών μέσων χωρίς δέσμευση ανάληψης·

(δ) λειτουργία πολυμερούς μηχανισμού διαπραγμάτευσης.

(4) Η ΚΕΠΕΥ του εδαφίου (2), η οποία είναι επίσης εγγεγραμμένη δυνάμει του περί της Ασκήσεως Ασφαλιστικών Εργασιών και Άλλων Συναφών Θεμάτων Νόμου για να παρέχει εργασίες διαμεσολάβησης στον ασφαλιστικό τομέα, οφείλει να συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις του εδαφίου (1) του άρθρου 17 του εν λόγω Νόμου, επιπλέον δε να διαθέτει αρχικό κεφάλαιο -

(α) Τουλάχιστον σαράντα χιλιάδων ευρώ (€40.000)· ή

(β) τουλάχιστον είκοσι χιλιάδων ευρώ (€20.000) και ασφάλιση επαγγελματικής αποζημίωσης καλύπτουσα όλα τα κράτη μέλη, ή ισοδύναμη εγγύηση κατά της ευθύνης από επαγγελματική αμέλεια, την οποία συνάπτει με ασφαλιστική επιχείρηση, για ποσό τουλάχιστον πεντακοσίων χιλιάδων ευρώ (€500.000), ανά ζημιά και συνολικά τουλάχιστον επτακοσίων πενήντα χιλιάδων ευρώ (€750.000) κατ’ έτος για όλες τις ζημιές.

Ιδρυτικό έγγραφο ΚΕΠΕΥ

11. Το ιδρυτικό έγγραφο της ΚΕΠΕΥ πρέπει να αναφέρει ότι η εταιρεία λειτουργεί ως ΚΕΠΕΥ εντός της έννοιας του παρόντος Νόμου και παρέχει εκείνες τις επενδυτικές και παρεπόμενες υπηρεσίες ή/και ασκεί εκείνες τις επενδυτικές δραστηριότητες σε σχέση με εκείνα τα χρηματοοικονομικά μέσα, που καθορίζονται στην άδεια λειτουργίας της, υπό τον όρο πάντα ότι κατέχει τέτοιαν άδεια από την Επιτροπή.

Πρόσωπα που πραγματικά διευθύνουν την ΚΕΠΕΥ

12.-(1) Τα πρόσωπα που πραγματικά διευθύνουν την ΚΕΠΕΥ πρέπει να έχουν τα απαιτούμενα εχέγγυα εντιμότητας και πείρας έτσι ώστε να εξασφαλίζεται η ορθή και συνετή διαχείρισή της.

Όταν ο διαχειριστής αγοράς που ζητεί τη λειτουργία ΠΜΔ και τα πρόσωπα που πραγματικά διευθύνουν τη λειτουργία του ΠΜΔ συμπίπτουν με τα πρόσωπα που πραγματικά διευθύνουν τις δραστηριότητες και τη λειτουργία της ρυθμιζόμενης αγοράς, τα πρόσωπα αυτά τεκμαίρεται ότι πληρούν τις απαιτήσεις του παρόντος εδαφίου.

(2) Η Επιτροπή δύναται να απορρίψει την αίτηση για χορήγηση άδειας λειτουργίας ΚΕΠΕΥ, εάν δεν έχει πεισθεί για την εντιμότητα και την πείρα των προσώπων που πραγματικά διευθύνουν την αιτήτρια ή εάν υπάρχουν αντικειμενικοί και εξακριβώσιμοι λόγοι που επιτρέπουν να θεωρηθεί ότι η ύπαρξη των προσώπων αυτών στη διοίκησή της αποτελούν απειλή για την ορθή και συνετή διαχείρισή της.

(3) Η διοίκηση της ΚΕΠΕΥ πρέπει να ασκείται από τουλάχιστον δύο πρόσωπα τα οποία πληρούν τις απαιτήσεις του εδαφίου (1).

Μέτοχοι ΚΕΠΕΥ

13.-(1) Η Επιτροπή δεν επιτρέπει σε αιτήτρια την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών ή/και την άσκηση επενδυτικών δραστηριοτήτων, μέχρις ότου πληροφορηθεί για την ταυτότητα των άμεσων ή έμμεσων μετόχων, ανεξάρτητα του αν πρόκειται για φυσικά ή νομικά πρόσωπα που κατέχουν ειδικές συμμετοχές, καθώς και το ύψος των εν λόγω ειδικών συμμετοχών τους:

Νοείται ότι εάν πρόκειται για νομικά πρόσωπα, η αιτήτρια οφείλει να παρέχει πληροφορίες για την ταυτότητα των φυσικών προσώπων που τα διοικούν, καθώς και των μετόχων τους, φθάνοντας μέχρι φυσικών προσώπων.

(2) Η Επιτροπή δύναται να απορρίψει την αίτηση για χορήγηση άδειας λειτουργίας ΚΕΠΕΥ εάν, λαμβανομένης υπόψη της ανάγκης να διασφαλιστεί η ορθή και συνετή διαχείριση της ΚΕΠΕΥ, δεν έχει πεισθεί για την καταλληλότητα των μετόχων που κατέχουν άμεσα ή έμμεσα ειδική συμμετοχή.

Στενοί δεσμοί

14.-(1) Εάν υπάρχουν στενοί δεσμοί μεταξύ αιτήτριας και άλλων προσώπων, η Επιτροπή χορηγεί άδεια λειτουργίας ΚΕΠΕΥ μόνο εάν οι δεσμοί αυτοί δεν εμποδίζουν την αποτελεσματική άσκηση της εποπτείας της.

(2) Η Επιτροπή δεν χορηγεί άδεια λειτουργίας ΚΕΠΕΥ εάν οι νομοθετικές, κανονιστικές ή διοικητικές διατάξεις τρίτης χώρας που διέπουν ένα ή περισσότερα πρόσωπα με τα οποία η αιτήτρια έχει στενούς δεσμούς, ή οι δυσκολίες που προκύπτουν κατά την εφαρμογή τους, εμποδίζουν την αποτελεσματική άσκηση της εποπτείας της.

Πρόσωπα που απασχολούνται στην ΚΕΠΕΥ

15. Τα πρόσωπα που απασχολούνται στην ΚΕΠΕΥ πρέπει να διαθέτουν εχέγγυα εντιμότητας και τις ικανότητες, τις γνώσεις και την εμπειρογνωμοσύνη που απαιτούνται για την άσκηση των αρμοδιοτήτων που τους έχουν ανατεθεί.

Κεντρικά γραφεία ΚΕΠΕΥ

16. Τα κεντρικά γραφεία της ΚΕΠΕΥ πρέπει να βρίσκονται στη Δημοκρατία.

Μέλος ΤΑΕ Πελατών ΕΠΕΥ

17. Η ΚΕΠΕΥ οφείλει να είναι μέλος του Ταμείου Αποζημίωσης Πελατών ΕΠΕΥ (ΤΑΕ Πελατών ΕΠΕΥ) και να συμμορφώνεται με τις υποχρεώσεις της κατά τα προβλεπόμενα στο Μέρος VII.

Οργανωτικές απαιτήσεις

18.-(1) Η ΚΕΠΕΥ οφείλει να συμμορφώνεται με τις οργανωτικές απαιτήσεις του εδαφίου (2).

(2) Η ΚΕΠΕΥ οφείλει-

(α) Να εφαρμόζει κατάλληλες πολιτικές και διαδικασίες για να εξασφαλίζεται επαρκώς η συμμόρφωσή της, συμπεριλαμβανομένων των διευθυντικών της στελεχών, υπαλλήλων, συνδεδεμένων αντιπροσώπων και άλλων αρμόδιων προσώπων, με τις υποχρεώσεις της δυνάμει του παρόντος Νόμου και των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων οδηγιών, καθώς και κατάλληλους κανόνες για τις προσωπικές συναλλαγές των προσώπων αυτών·

(β) να καταρτίζει και να εφαρμόζει αποτελεσματικές οργανωτικές και διοικητικές ρυθμίσεις ώστε να λαμβάνει όλα τα απαραίτητα μέτρα προκειμένου να μην επηρεάζονται αρνητικά τα συμφέροντα των πελατών λόγω σύγκρουσης συμφερόντων κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 29·

(γ) να λαμβάνει όλα τα απαραίτητα μέτρα για να εξασφαλίζεται η συνεχής και τακτική εκτέλεση των επενδυτικών και παρεπόμενων υπηρεσιών και δραστηριοτήτων, χρησιμοποιώντας κατάλληλα και ανάλογα συστήματα, μέσα και διαδικασίες·

(δ) να μεριμνά ώστε, όταν αναθέτει σε τρίτους την εκτέλεση επενδυτικών υπηρεσιών ή δραστηριοτήτων ή επιχειρησιακών λειτουργιών, ουσιώδους σημασίας για την παροχή συνεχούς και ικανοποιητικής υπηρεσίας στους πελάτες και για την εκτέλεση των επενδυτικών δραστηριοτήτων σε συνεχή και ικανοποιητική βάση, να λαμβάνονται εύλογα μέτρα για να αποφεύγεται κάθε αδικαιολόγητη επιδείνωση του λειτουργικού κινδύνου· η εξωτερική ανάθεση των πιο πάνω πρέπει να γίνεται με τρόπο που να μην παραβλάπτει καθόλου την ποιότητα του εσωτερικού ελέγχου της ΚΕΠΕΥ ούτε την ικανότητα της Επιτροπής να εποπτεύει τη συμμόρφωση της ΚΕΠΕΥ με όλες τις υποχρεώσεις της·

(ε) να έχει άρτιο πλαίσιο διακυβέρνησης το οποίο περιλαμβάνει σαφή οργανωτική διάρθρωση με ευκρινείς, διαφανείς και συνεπείς γραμμές ευθύνης·

(στ) να έχει υγιείς διοικητικές και λογιστικές διαδικασίες, επαρκείς μηχανισμούς εσωτερικού ελέγχου, αποτελεσματικές διαδικασίες εντοπισμού, διαχείρισης, παρακολούθησης και αναφοράς των κινδύνων τους οποίους αναλαμβάνει ή ενδέχεται να αναλάβει η ΚΕΠΕΥ, και αποτελεσματικούς μηχανισμούς ελέγχου περιλαμβανομένων κατάλληλων διοικητικών και λογιστικών διαδικασιών και ασφάλειας των συστημάτων ηλεκτρονικής επεξεργασίας δεδομένων·

(ζ) να μεριμνά ώστε να καταγράφονται όλες οι υπηρεσίες που παρέχει και οι συναλλαγές που εκτελεί, κατά τρόπο που να επιτρέπει στην Επιτροπή να ελέγχει τη συμμόρφωση της ΚΕΠΕΥ με τις απαιτήσεις του παρόντος Νόμου, των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων οδηγιών και του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1287/2006, και ιδίως τη συμμόρφωση της ΚΕΠΕΥ με όλες τις υποχρεώσεις της έναντι των πελατών ή των πιθανών πελατών της·

(η) να εφαρμόζει κατάλληλες διαδικασίες προσδιορισμού ταυτότητας πελατών, τήρησης αρχείων και εσωτερικής αναφοράς που προβλέπονται στον περί Συγκάλυψης Έρευνας και Δήμευσης Εσόδων από Ορισμένες Εγκληματικές Πράξεις Νόμο και σε οδηγίες που εκδίδονται δυνάμει του εν λόγω νόμου ή/και του άρθρου 20 του παρόντος Νόμου·

(θ) εάν κατέχει χρηματοοικονομικά μέσα που ανήκουν σε πελάτες, να λαμβάνει κάθε δυνατό μέτρο για να προστατεύει τα δικαιώματα κυριότητας των πελατών, ιδίως σε περίπτωση αφερεγγυότητας της ΚΕΠΕΥ, και για να αποτρέπει τη χρησιμοποίηση χρηματοοικονομικών μέσων πελατών για ίδιο λογαριασμό, εκτός εάν ο πελάτης έχει δώσει τη ρητή συγκατάθεσή του·

(ι) εάν κατέχει κεφάλαια πελατών, να λαμβάνει κάθε δυνατό μέτρο για να προστατεύει τα συμφέροντα των πελατών της και, εκτός από την περίπτωση των πιστωτικών ιδρυμάτων, να αποτρέπει τη χρησιμοποίηση των κεφαλαίων των πελατών της για ίδιο λογαριασμό.

(3) Οι διαδικασίες, οι ρυθμίσεις και οι μηχανισμοί του εδαφίου (2) πρέπει να είναι πλήρεις και αναλογικοί προς τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων της ΚΕΠΕΥ και ιδίως προς τη φύση και το φάσμα των επενδυτικών υπηρεσιών και δραστηριοτήτων που αναλαμβάνει στο πλαίσιο αυτών των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων.

Διαδικασία διαπραγμάτευσης και οριστικοποίη-ση των συναλ-λαγών σε ΠΜΔ

19.-(1) Κάθε ΚΕΠΕΥ και κάθε διαχειριστής αγοράς, που λειτουργεί ΠΜΔ, πέραν της συμμόρφωσης με τις οργανωτικές απαιτήσεις του άρθρου 18, οφείλει-

(α) Να θεσπίζει διαφανείς και μη παρέχοντες διακριτική ευχέρεια κανόνες και διαδικασίες δίκαιης και ομαλής διαπραγμάτευσης και να καθορίζει αντικειμενικά κριτήρια για την αποτελεσματική εκτέλεση των εντολών·

(β) να θεσπίζει διαφανείς κανόνες σχετικούς με τα κριτήρια προσδιορισμού των χρηματοοικονομικών μέσων, η διαπραγμάτευση των οποίων επιτρέπεται εντός των συστημάτων τους·

(γ) να παρέχει, όπου συντρέχει η περίπτωση, επαρκείς δημόσια διαθέσιμες πληροφορίες, ή να βεβαιώνεται ότι υπάρχει πρόσβαση σε τέτοιες πληροφορίες, ώστε να μπορούν οι χρήστες του να μορφώνουν επενδυτική κρίση, ανάλογα με τη φύση των χρηστών και με τα είδη των υπό διαπραγμάτευση χρηματοοικονομικών μέσων·

(δ) να καταρτίζει και να διατηρεί διαφανείς κανόνες, βασισμένους σε αντικειμενικά κριτήρια, οι οποίοι να διέπουν την πρόσβαση στον ΠΜΔ και να πληρούν τις απαιτήσεις του εδαφίου (3) του άρθρου 106·

(ε) να ενημερώνει σαφώς τους χρήστες του για τις αντίστοιχες ευθύνες τους όσον αφορά το διακανονισμό των συναλλαγών που εκτελούνται εντός του εν λόγω συστήματος και δημιουργεί τους αναγκαίους μηχανισμούς για τη διευκόλυνση του αποτελεσματικού διακανονισμού των συναλλαγών που διενεργούνται στα πλαίσια των συστημάτων του ΠΜΔ.

(2) Τα άρθρα 36, 38 και 39 δεν εφαρμόζονται στις συναλλαγές που συνάπτονται μεταξύ μελών ενός ΠΜΔ ή συμμετεχόντων σε αυτόν ή μεταξύ του ΠΜΔ και των μελών του ή των συμμετεχόντων σε αυτόν σε σχέση με τη χρησιμοποίηση του, στο πλαίσιο των κανόνων που το διέπουν. Τα μέλη όμως ενός ΠΜΔ ή οι συμμετέχοντες σε αυτό συμμορφώνονται προς τις προβλεπόμενες στα εν λόγω άρθρα υποχρεώσεις έναντι των πελατών τους όταν, ενεργώντας για λογαριασμό των πελατών τους, εκτελούν εντολές τους μέσω των συστημάτων του ΠΜΔ.

(3) Σε περίπτωση που κινητή αξία εισαχθείσα προς διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενη αγορά αποτελεί επίσης αντικείμενο διαπραγμάτευσης σε ΠΜΔ χωρίς τη συγκατάθεση του εκδότη της, ο εκδότης δεν υπέχει καμία υποχρέωση έναντι του ΠΜΔ ως προς την αρχική, τη συνεχή και την κατά περίπτωση δημοσιοποίηση χρηματοοικονομικών πληροφοριών σχετικών με τον ΠΜΔ.

(4) Κάθε ΚΕΠΕΥ και κάθε διαχειριστής αγοράς, που λειτουργεί ΠΜΔ, οφείλει να συμμορφώνεται αμέσως με κάθε εντολή της Επιτροπής για την αναστολή ή τον τερματισμό της διαπραγμάτευσης συγκεκριμένου χρηματοοικονομικού μέσου.

Έκδοση οδηγιών

20. Η Επιτροπή δύναται με οδηγίες της να καθορίζει, εξειδικεύει ή διευκρινίζει οποιαδήποτε θέματα χρήζουν χειρισμού δυνάμει του παρόντος Μέρους και, μεταξύ άλλων, να καθορίζει, εξειδικεύει ή διευκρινίζει τις υποχρεώσεις της ΚΕΠΕΥ και των αρμοδίων προσώπων της.

Κεφάλαιο Γ - Αίτηση για χορήγηση ή επέκταση άδειας λειτουργίας ΚΕΠΕΥ
Υποβολή αίτησης για χορήγηση άδειας λειτουργίας ΚΕΠΕΥ

21.-(1) Η αιτήτρια, για να λάβει άδεια λειτουργίας ΚΕΠΕΥ, πρέπει να υποβάλει σχετική αίτηση στην Επιτροπή.

(2) Η Επιτροπή δύναται με οδηγίες της να καθορίζει το περιεχόμενο της αίτησης και τις παρεχόμενες μέσω αυτής πληροφορίες, τα στοιχεία και έντυπα που συνοδεύουν την αίτηση, καθώς και οποιοδήποτε άλλο σχετικό θέμα ή λεπτομέρεια.

(3) Χωρίς επηρεασμό του εδαφίου (2), η Επιτροπή δύναται, σε οποιοδήποτε στάδιο αξιολόγησης της αίτησης για χορήγηση άδειας λειτουργίας ΚΕΠΕΥ, να ζητά οποιεσδήποτε πρόσθετες πληροφορίες ή/και στοιχεία κρίνει απαραίτητα για σκοπούς αξιολόγησης της ενώπιόν της αίτησης.

(4) Δεν γίνεται αποδεκτή η αίτηση για χορήγηση άδειας λειτουργίας ΚΕΠΕΥ, εκτός εάν συνοδεύεται από σχετική βεβαίωση της αιτήτριας ότι διαθέτει ή θα διαθέτει τα κεφάλαια που απαιτούνται για το αρχικό της κεφάλαιο και ότι αναλαμβάνει να τα δεσμεύσει σε τραπεζικό λογαριασμό πιστωτικού ιδρύματος ή ιδρυμάτων κρατών μελών, όταν και εφόσον ζητηθεί από την Επιτροπή.

(5) Η Επιτροπή, κατά το τελικό στάδιο αξιολόγησης της αίτησης για χορήγηση άδειας λειτουργίας ΚΕΠΕΥ, απαιτεί από την αιτήτρια την υποβολή βεβαίωσης ενός ή περισσότερων πιστωτικών ιδρυμάτων κρατών μελών, στην οποία θα αναφέρεται ότι ολόκληρο το αρχικό κεφάλαιο, που απαιτείται σύμφωνα με τον παρόντα Νόμο, είναι δεσμευμένο σε τραπεζικό λογαριασμό του πιο πάνω ιδρύματος ή ιδρυμάτων, και θα παραμείνει δεσμευμένο μέχρι τη χορήγηση άδειας λειτουργίας ΚΕΠΕΥ.

(6) Την ευθύνη για την ορθότητα, πληρότητα και ακρίβεια της αίτησης για χορήγηση άδειας λειτουργίας ΚΕΠΕΥ καθώς και των στοιχείων και εντύπων που συνοδεύουν αυτή, φέρουν τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου της αιτήτριας, τα οποία υπογράφουν την αίτηση και βεβαιώνουν ότι έχουν καταβάλει κάθε οφειλόμενη επιμέλεια για να εξασφαλίσουν ότι οι πληροφορίες που περιέχονται στην αίτηση, καθώς και τα στοιχεία και έντυπα που τη συνοδεύουν, είναι ορθά, πλήρη και αληθή.

Προθεσμία λήψης απόφασης

22.-(1) (α) Η Επιτροπή οφείλει, εντός έξι μηνών από την υποβολή δεόντως συμπληρωμένης αίτησης για χορήγηση άδειας λειτουργίας ΚΕΠΕΥ, να αποφασίσει επί της αίτησης και ενημερώσει την αιτήτρια για τη χορήγηση άδειας ή την απόρριψη της αίτησης·

(β) Η αίτηση θεωρείται δεόντως συμπληρωμένη μόνο στις περιπτώσεις που περιλαμβάνει όλες τις απαιτούμενες πληροφορίες και συνοδεύεται από όλα τα στοιχεία και έντυπα που αναφέρονται στο άρθρο 21.

(2) Η μη λήψη απόφασης σχετικά με πλήρως συμπληρωμένη αίτηση για χορήγηση άδειας λειτουργίας ΚΕΠΕΥ εντός έξι μηνών από την υποβολή της κατά τα οριζόμενα στο εδάφιο (1) υπόκειται σε προσφυγή ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου κατά το Άρθρο 146 του Συντάγματος.

Αίτηση για επέκταση άδειας λειτουργίας ΚΕΠΕΥ

23. Σε περίπτωση που ΚΕΠΕΥ επιθυμεί την επέκταση της άδειας λειτουργίας της σε πρόσθετες επενδυτικές ή παρεπόμενες υπηρεσίες ή/και επενδυτικές δραστηριότητες, οι οποίες δεν προβλέπονται στην εν λόγω άδεια, υποβάλλει σχετική αίτηση στην Επιτροπή, η οποία συνοδεύεται από πληροφορίες, στοιχεία και έντυπα κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 21. Η Επιτροπή αποφασίζει σχετικώς, κατ’ ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος Μέρους.

ΜΕΡΟΣ IV ΤΕΡΜΑΤΙΣΜΟΣ, ΑΝΑΚΛΗΣΗ ΚΑΙ ΑΝΑΣΤΟΛΗ ΑΔΕΙΑΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ ΚΕΠΕΥ
Τερματισμός άδειας λειτουργίας ΚΕΠΕΥ

24.-(1) Άδεια λειτουργίας ΚΕΠΕΥ παύει να ισχύει στις ακόλουθες περιπτώσεις:

(α) Όπου ΚΕΠΕΥ δεν κάνει χρήση της άδειας λειτουργίας της εντός δώδεκα μηνών από την ημερομηνία έκδοσής της:

Νοείται ότι εάν η ΚΕΠΕΥ κάνει μερική χρήση της άδειας λειτουργίας της, η άδεια παύει να ισχύει ως προς εκείνες τις υπηρεσίες ή/και δραστηριότητες για τις οποίες δεν έχει γίνει χρήση της άδειας·

(β) όπου ΚΕΠΕΥ παραιτείται ρητώς από την άδεια λειτουργίας της·

(γ) όπου ΚΕΠΕΥ δεν έχει παράσχει επενδυτικές υπηρεσίες ή/και δεν έχει ασκήσει επενδυτικές δραστηριότητες, κατά τους προηγούμενους έξι μήνες:

Νοείται ότι, εάν η ΚΕΠΕΥ δεν έχει παράσχει όλες τις επενδυτικές υπηρεσίες ή/και δεν έχει ασκήσει όλες τις επενδυτικές δραστηριότητες για τις οποίες έχει λάβει άδεια λειτουργίας, η άδεια παύει να ισχύει ως προς εκείνες τις υπηρεσίες που δεν έχουν παρασχεθεί ή/και ως προς εκείνες τις δραστηριότητες που δεν έχουν ασκηθεί.

(2) Στις περιπτώσεις του εδαφίου (1) η άδεια λειτουργίας ΚΕΠΕΥ παύει αυτόματα να ισχύει και η εν λόγω ΚΕΠΕΥ οφείλει να ενημερώσει σχετικά την Επιτροπή.

(3) Στις προβλεπόμενες περιπτώσεις των παραγράφων (β) και (γ) του εδαφίου (1), η ΚΕΠΕΥ οφείλει να τακτοποιήσει τις υποχρεώσεις της που απορρέουν από τις επενδυτικές υπηρεσίες ή/και δραστηριότητες που τερματίστηκαν, εντός περιόδου τριών μηνών από την ημερομηνία που η άδεια λειτουργίας ΚΕΠΕΥ παύει να ισχύει, και εφαρμόζεται η επιφύλαξη του εδαφίου (4) του άρθρου 25, τηρουμένων των αναλογιών.

Ανάκληση άδειας λειτουργίας ΚΕΠΕΥ

25.-(1) Η Επιτροπή δύναται να ανακαλέσει εν όλω ή εν μέρει την άδεια λειτουργίας ΚΕΠΕΥ, σε περίπτωση κατά την οποία-

(α) Διαπιστωθεί ότι η ΚΕΠΕΥ εξασφάλισε τη χορήγηση άδειας λειτουργίας βάσει ψευδών ή παραπλανητικών στοιχείων ή με οποιοδήποτε άλλο αντικανονικό τρόπο ή υπέβαλε, ή γνωστοποίησε ή άλλως πως δημοσιοποίησε με οποιοδήποτε τρόπο ψευδείς ή παραπλανητικές πληροφορίες, στοιχεία ή έντυπα·

(β) η ΚΕΠΕΥ δεν πληροί πλέον τις προϋποθέσεις χορήγησης άδειας λειτουργίας κατά τα προβλεπόμενα στο Μέρος ΙΙΙ ή/και τις εκδιδόμενες οδηγίες δυνάμει του εν λόγω Μέρους·

(γ) η ΚΕΠΕΥ έχει υποπέσει σε σοβαρή ή/και σοβαρές ή/και επανειλημμένες παραβάσεις των σχετικών με τις προϋποθέσεις λειτουργίας και υποχρεώσεις των ΚΕΠΕΥ διατάξεων του παρόντος Νόμου, ή/και των δυνάμει αυτού εκδιδομένων οδηγιών ή/και του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1287/2006·

(δ) η ΚΕΠΕΥ εμπίπτει σε οποιαδήποτε από τις περιπτώσεις οι οποίες προβλέπονται σε άλλη κυπριακή νομοθεσία με την οποία ρυθμίζονται θέματα, εκτός των όσων ρυθμίζει ο παρών Νόμος, και η οποία προβλέπει την ανάκληση της άδειας λειτουργίας.

(2) Η Επιτροπή δύναται με οδηγίες της να εξειδικεύει τη διαδικασία η οποία θα ακολουθείται για ανάκληση άδειας λειτουργίας ΚΕΠΕΥ.

(3) Σε περίπτωση ανάκλησης της άδειας λειτουργίας ΚΕΠΕΥ, η εν λόγω εταιρεία παύει πάραυτα να παρέχει υπηρεσίες ή/και να ασκεί δραστηριότητες, ή/και κατά περίπτωση, η ΚΕΠΕΥ παύει να παρέχει εκείνες τις υπηρεσίες ή να ασκεί εκείνες τις δραστηριότητες για τις οποίες η άδεια λειτουργίας ανεκλήθη.

(4) Εταιρεία της οποίας η άδεια λειτουργίας ανεκλήθη εν όλω ή ΚΕΠΕΥ της οποίας η άδεια λειτουργίας ανεκλήθη εν μέρει, οφείλει να τακτοποιήσει τις υποχρεώσεις της που απορρέουν από τις υπηρεσίες ή/και από τις δραστηριότητες που δεν επιτρέπεται πλέον να παρέχει ή να ασκεί, εντός περιόδου τριών μηνών από την ημερομηνία κοινοποίησης σε αυτήν της απόφασης της Επιτροπής:

Νοείται ότι εταιρεία της οποίας η άδεια λειτουργίας ΚΕΠΕΥ ανεκλήθη εν όλω, παραμένει υπό την εποπτεία της Επιτροπής μέχρις ότου η Επιτροπή ικανοποιηθεί ότι η εν λόγω εταιρεία συμμορφώθηκε πλήρως με τις πρόνοιες του παρόντος άρθρου και των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων οδηγιών.

(5) Σε περίπτωση που εταιρεία παραβαίνει τις διατάξεις του εδαφίου (4), η Επιτροπή δύναται να της επιβάλει διοικητικό πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις τριακόσιες πενήντα χιλιάδες ευρώ (€350.000).

(6) Σε περίπτωση ανάκλησης άδειας λειτουργίας ΚΕΠΕΥ εν όλω, η Επιτροπή δύναται να υποβάλλει αίτηση στο Δικαστήριο για εκκαθάριση και για το διορισμό εκκαθαριστή ή προσωρινού εκκαθαριστή, σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Εταιρειών Νόμου.

(7) Η Επιτροπή κοινοποιεί στην ΕΑΚΑΑ κάθε ανάκληση άδειας λειτουργίας ΚΕΠΕΥ.

Αναστολή άδειας λειτουργίας ΚΕΠΕΥ

26.-(1) Η Επιτροπή δύναται να αναστείλει, εν όλω ή εν μέρει, την άδεια λειτουργίας ΚΕΠΕΥ:

(α) Ταυτόχρονα και άμεσα, με την έναρξη της διαδικασίας για ανάκληση της άδειας λειτουργίας ΚΕΠΕΥ κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 25, εάν κατά την απόλυτη της κρίση η συνέχιση λειτουργίας της ΚΕΠΕΥ, μέχρι τη λήψη απόφασης από την Επιτροπή για ανάκληση ή μη της άδειας λειτουργίας ΚΕΠΕΥ, πιθανώς να θέτει σε κίνδυνο τα συμφέροντα των πελατών της ΚΕΠΕΥ ή των επενδυτών ή γενικά την εύρυθμη λειτουργία της κεφαλαιαγοράς·

(β) σε περίπτωση όπου, σταθμίζοντας τη βαρύτητα των παραβάσεων που προβλέπονται στις παραγράφους (β) και (γ) του εδαφίου (1) του άρθρου 25, αποφασίζει να μην προχωρήσει με την ανάκληση της άδειας λειτουργίας ΚΕΠΕΥ.

(2) Η Επιτροπή δύναται να αναστέλλει την άδεια λειτουργίας ΚΕΠΕΥ όταν υφίστανται υπόνοιες για ενδεχόμενη παράβαση του παρόντος Νόμου ή/και των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων οδηγιών ή/και του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1287/2006 ή/και οποιασδήποτε άλλης νομοθεσίας της κεφαλαιαγοράς, η οποία ενδέχεται να θέτει σοβαρά σε κίνδυνο τα συμφέροντα των πελατών της ή των επενδυτών ή γενικά την εύρυθμη λειτουργία της κεφαλαιαγοράς. Στην περίπτωση αυτή, η απόφαση για αναστολή της άδειας λειτουργίας ΚΕΠΕΥ δύναται να λαμβάνεται από τον Πρόεδρο ή/και τον Αντιπρόεδρο της Επιτροπής, οι οποίοι ενημερώνουν την Επιτροπή στην αμέσως επόμενη συνεδρίασή της.

(3) Όταν συντρέχουν οι περιπτώσεις της παραγράφου (β) του εδαφίου (1) ή του εδαφίου (2), η Επιτροπή δύναται να τάσσει εύλογη προθεσμία, η οποία δεν δύναται να υπερβαίνει τους τρεις μήνες από την ημερομηνία κοινοποίησης της αναστολής της άδειας λειτουργίας ΚΕΠΕΥ, προς συμμόρφωση με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου ή/και των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων οδηγιών ή/και του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1287/2006.

(4) Η ΚΕΠΕΥ οφείλει, εντός της προθεσμίας που τάσσεται από την Επιτροπή κατά τα οριζόμενα στο εδάφιο (3), να ενημερώσει την Επιτροπή για τη συμμόρφωση της με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου ή/και των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων οδηγιών ή/και του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1287/2006. Σε περίπτωση που η Επιτροπή-

(α) Ικανοποιηθεί ότι η ΚΕΠΕΥ συμμορφώθηκε με τα προαναφερθέντα, ανακαλεί την αναστολή της άδειας λειτουργίας της τελευταίας, ενημερώνοντάς την, ή

(β) δεν ικανοποιηθεί ότι η ΚΕΠΕΥ συμμορφώθηκε με τα προαναφερθέντα, παρατείνει αυτόματα την αναστολή της άδειας λειτουργίας ΚΕΠΕΥ και αρχίζει διαδικασία για ανάκληση της σχετικής άδειας· η άδεια λειτουργίας της ΚΕΠΕΥ παραμένει υπό αναστολή μέχρις ότου η Επιτροπή αποφασίσει για την ανάκληση ή μη της σχετικής άδειας:

Νοείται ότι σε περίπτωση που η ΚΕΠΕΥ δεν ενημερώσει την Επιτροπή εντός της προθεσμίας που τάσσεται κατά τα οριζόμενα στο εδάφιο (3) για τη συμμόρφωση της με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου ή/και των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων οδηγιών ή/και του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1287/2006, η Επιτροπή εφαρμόζει αυτόματα την προβλεπόμενη διαδικασία στην παρούσα παράγραφο.

(5) Σε περίπτωση αναστολής της άδειας λειτουργίας ΚΕΠΕΥ, η ΚΕΠΕΥ δεν επιτρέπεται να παρέχει εκείνες τις υπηρεσίες ή/και να ασκεί εκείνες τις δραστηριότητες, ως προς τις οποίες της ανεστάλη η άδεια.

(6) Η Επιτροπή δύναται με οδηγίες της να εξειδικεύει τη διαδικασία η οποία θα ακολουθείται για αναστολή άδειας λειτουργίας ΚΕΠΕΥ.

(7) Σε περίπτωση που ΚΕΠΕΥ παραβαίνει τις διατάξεις του εδαφίου (5), η Επιτροπή δύναται να της επιβάλει διοικητικό πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις τριακόσιες πενήντα χιλιάδες ευρώ (€350.000).

Υπό εκκαθάριση ΚΕΠΕΥ

27. Σε περίπτωση που ΚΕΠΕΥ τίθεται υπό εκκαθάριση κατά τις διατάξεις του περί Εταιρειών Νόμου, τα κεφάλαια και τα χρηματοοικονομικά μέσα που ανήκουν σε πελάτες της διαχωρίζονται από την περιουσία της υπό εκκαθάριση ΚΕΠΕΥ και παραδίδονται στους δικαιούχους τους.

ΜΕΡΟΣ V ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ ΚΕΠΕΥ
Κεφάλαιο Α - Συνεχείς υποχρεώσεις ΚΕΠΕΥ
Συνεχείς υποχρεώσεις ΚΕΠΕΥ

28.-(1) Η ΚΕΠΕΥ οφείλει να τηρεί καθ’ όλη τη διάρκεια λειτουργίας της όλες τις προϋποθέσεις χορήγησης άδειας λειτουργίας, ως αυτές προβλέπονται στο Μέρος III.

(2) Η ΚΕΠΕΥ οφείλει να προβαίνει σε τακτική εσωτερική επανεξέταση των προϋποθέσεων κατά τα οριζόμενα στα άρθρα 18 και 19 έτσι ώστε να εξασφαλίζεται ότι παραμένουν κατάλληλες, αποτελεσματικές, πλήρεις και αναλογικές προς τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων της ΚΕΠΕΥ και ιδίως προς τη φύση και το φάσμα των επενδυτικών υπηρεσιών και δραστηριοτήτων που αναλαμβάνει στο πλαίσιο αυτών των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων. Σε αντίθετη περίπτωση η ΚΕΠΕΥ οφείλει να λάβει κατάλληλα μέτρα για την αντιμετώπιση τυχόν αδυναμιών.

Συγκρούσεις συμφερόντων

29.-(1) Η ΚΕΠΕΥ οφείλει να λαμβάνει κάθε εύλογο μέτρο για τον εντοπισμό των συγκρούσεων συμφερόντων μεταξύ αυτής της ιδίας, περιλαμβανομένων των διευθυντικών στελεχών και υπαλλήλων της, συνδεδεμένων της αντιπροσώπων, ή άλλων αρμόδιων προσώπων, καθώς και κάθε προσώπου που συνδέεται μαζί τους άμεσα ή έμμεσα με σχέση ελέγχου, και των πελατών της, ή μεταξύ δύο πελατών της, κατά την παροχή οποιασδήποτε επενδυτικής και παρεπόμενης υπηρεσίας ή συνδυασμού αυτών των υπηρεσιών.

(2) Σε περίπτωση που οι οργανωτικές ή διοικητικές ρυθμίσεις που εφαρμόζει η ΚΕΠΕΥ, κατά τα προβλεπόμενα στην παράγραφο (β) του εδαφίου (2) του άρθρου 18, για τη διαχείριση των συγκρούσεων συμφερόντων, δεν επαρκούν για να εξασφαλιστεί με εύλογη βεβαιότητα ότι οι κίνδυνοι που επηρεάζουν αρνητικά τα συμφέροντα των πελατών θα αποφευχθούν, η ΚΕΠΕΥ γνωστοποιεί σαφώς τη γενική φύση ή/και τις πηγές των συγκρούσεων συμφερόντων στον πελάτη προτού αναλάβει να του παρέχει υπηρεσίες.

(3) Η Επιτροπή δύναται με Οδηγίες της να καθορίζει:

(α) Τα μέτρα που αναμένει από τις ΚΕΠΕΥ να λάβουν για να εντοπίζουν, αποφεύγουν, διαχειρίζονται ή/και να γνωστοποιούν τις συγκρούσεις συμφερόντων κατά την παροχή των διαφόρων επενδυτικών και παρεπόμενων υπηρεσιών ή συνδυασμών αυτών των υπηρεσιών·

(β) τα κατάλληλα κριτήρια για τον προσδιορισμό των μορφών σύγκρουσης συμφερόντων, η ύπαρξη των οποίων θα μπορούσε να αποβεί επιζήμια για τα συμφέροντα των πελατών ή των πιθανών πελατών των ΚΕΠΕΥ.

Διοικητικές κυρώσεις

30. Σε περίπτωση που ΚΕΠΕΥ παραβαίνει τις διατάξεις του παρόντος Κεφαλαίου καθώς και των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων οδηγιών η Επιτροπή δύναται να της επιβάλει διοικητικό πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις εκατό εβδομήντα πέντε χιλιάδες ευρώ (€175.000), και σε περίπτωση επανάληψης ή συνέχισης της παράβασης, διοικητικό πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις τριακόσιες πενήντα χιλιάδες ευρώ (€350.000).

Κεφάλαιο Β - Τροποποίηση και μεταβολή στοιχείων της ΚΕΠΕΥ
Μείωση μετοχικού κεφαλαίου ΚΕΠΕΥ

31.-(1) Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του περί Εταιρειών Νόμου, η ΚΕΠΕΥ δεν δύναται να προχωρήσει σε μείωση του εκδομένου μετοχικού της κεφαλαίου χωρίς προηγούμενη γραπτή έγκριση της Επιτροπής, η οποία πρέπει να επισυνάπτεται σε οποιαδήποτε σχετική αίτηση προς το Δικαστήριο.

(2) Η Επιτροπή δύναται να μην εγκρίνει μείωση του εκδομένου μετοχικού κεφαλαίου της ΚΕΠΕΥ, που της έχει γνωστοποιηθεί δυνάμει του εδαφίου (1), εάν αυτή αντίκειται σε διατάξεις του παρόντος Νόμου, ή εν γένει, στην εύρυθμη λειτουργία της ΚΕΠΕΥ ή γενικά της κεφαλαιαγοράς.

Μεταβολές προσώπων που πραγματικά διευθύνουν την ΚΕΠΕΥ

32.-(1) Η ΚΕΠΕΥ οφείλει να γνωστοποιεί στην Επιτροπή κάθε επικείμενη μεταβολή στα πρόσωπα που πραγματικά τη διευθύνουν και να της παρέχει όλες τις πληροφορίες, που είναι αναγκαίες για να εκτιμήσει εάν τα νέα πρόσωπα που θα διοριστούν διαθέτουν τα απαιτούμενα εχέγγυα εντιμότητας και πείρας, τουλάχιστον ένα μήνα πριν επέλθει η μεταβολή.

(2) Η Επιτροπή δύναται, εντός της χρονικής προθεσμίας του εδαφίου (1), να απαγορεύσει την επέλευση των πιο πάνω επικείμενων μεταβολών εάν δεν έχει πεισθεί για την εντιμότητα και την πείρα των πιο πάνω προσώπων ή εάν υπάρχουν αντικειμενικοί και εξακριβώσιμοι λόγοι που επιτρέπουν να θεωρηθεί ότι οι επικείμενες μεταβολές, αποτελούν απειλή για την ορθή και συνετή διαχείριση της ΚΕΠΕΥ.

(3) Τα πρόσωπα που πραγματικά διευθύνουν την ΚΕΠΕΥ υποχρεούνται να γνωστοποιούν εγγράφως, χωρίς υπαίτια καθυστέρηση, στην Επιτροπή και στην ΚΕΠΕΥ, κάθε νέο στοιχείο που επέρχεται ως προς το πρόσωπό τους, το οποίο θα μπορούσε να επηρεάσει την κρίση για την ορθή και συνετή διαχείριση της ΚΕΠΕΥ:

Νοείται ότι την ίδια υποχρέωση έχει και η ΚΕΠΕΥ, εφόσον γνωρίζει ή όφειλε να γνωρίζει τα σχετικά νέα στοιχεία.

Απόκτηση, πώληση, αύξηση ή μείωση συμμετοχής σε ΚΕΠΕΥ

33.-(1)(α) Πρόσωπο (για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου και των άρθρων 33Α και 33Β, «ο υποψήφιος αγοραστής»), το οποίο, μεμονωμένα ή σε συνεννόηση με άλλα πρόσωπα, έχει αποφασίσει είτε να αποκτήσει, άμεσα ή έμμεσα, ειδική συμμετοχή σε ΚΕΠΕΥ, είτε να αυξήσει περαιτέρω, άμεσα ή έμμεσα, την ειδική συμμετοχή του σε ΚΕΠΕΥ, ούτως ώστε η αναλογία των δικαιωμάτων ψήφου ή του κεφαλαίου που κατέχει να φθάνει ή να υπερβαίνει τα κατώτατα όρια του είκοσι τοις εκατόν (20%), του τριάντα τοις εκατόν (30%) ή του πενήντα τοις εκατόν (50%) ή η ΚΕΠΕΥ να καταστεί θυγατρική του (για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου και των άρθρων 33Α και 33Β «η προτεινόμενη απόκτηση συμμετοχής»), απευθύνει γραπτή κοινοποίηση στην Επιτροπή, προσδιορίζοντας το ύψος της σκοπούμενης συμμετοχής, καθώς και τις σχετικές πληροφορίες κατά τα οριζόμενα στο εδάφιο (4) του άρθρου 33Β.

(β) Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, πρόσωπο θεωρείται ότι ενεργεί σε συνεννόηση με άλλα πρόσωπα, αναφορικά με υποψήφιο αγοραστή, όταν τα πρόσωπα αυτά συνεργάζονται μεταξύ τους και περιλαμβάνει τις ακόλουθες κατηγορίες προσώπων:

(i) πρόσωπα τα οποία έχουν οικογενειακή σχέση ως ακολούθως:

(Α) σύζυγοι ή πρόσωπα τα οποία συμβιώνουν μαζί για ένα τουλάχιστον έτος,
(Β) εξαρτώμενο τέκνο ή θετό τέκνο του προσώπου,
(Γ) άλλος συγγενής ο οποίος είναι μέλος του νοικοκυριού του προσώπου για τουλάχιστον ένα έτος∙

(ii) οποιαδήποτε εταιρεία της οποίας το πρόσωπο είναι μέλος του διοικητικού συμβουλίου·

(iii) οποιαδήποτε πρόσωπα είναι συνεταίροι∙

(iv) οποιαδήποτε πρόσωπα έχουν στενούς δεσμούς∙ και

(v) οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο του οποίου τα συμφέροντα, κατά τη γνώμη της Επιτροπής, είναι αλληλοεξαρτώμενα με τα συμφέροντα του υποψήφιου αγοραστή ή του μετόχου.

(γ) Πρόσωπο, το οποίο αποφάσισε να παύσει να κατέχει, άμεσα ή έμμεσα, ειδική συμμετοχή σε ΚΕΠΕΥ, απευθύνει γραπτή κοινοποίηση στην Επιτροπή, προσδιορίζοντας το ύψος της σκοπούμενης συμμετοχής του.  Το πρόσωπο αυτό ενημερώνει επίσης την Επιτροπή για την απόφασή του να μειώσει την ειδική συμμετοχή του, ούτως ώστε η αναλογία των δικαιωμάτων ψήφου ή του κεφαλαίου που κατέχει να μειωθεί σε λιγότερο από το είκοσι τοις εκατόν (20%), το τριάντα τοις εκατόν (30%) ή το πενήντα τοις εκατόν (50%), ή η ΚΕΠΕΥ να παύσει να είναι θυγατρική του.

(δ) Κατά τον καθορισμό της συμμόρφωσης με τα κριτήρια ειδικής συμμετοχής, δεν λαμβάνονται υπόψη τα δικαιώματα ψήφου ή οι μετοχές με δικαίωμα ψήφου οι οποίες κατέχονται από ΕΠΕΥ ή πιστωτικά ιδρύματα ως αποτέλεσμα αναδοχής ή/και διάθεσης χρηματοοικονομικών μέσων με δέσμευση ανάληψης, σύμφωνα με την παράγραφο 6 του Μέρους Ι του Τρίτου Παραρτήματος, νοουμένου ότι τα εν λόγω δικαιώματα, αφενός, δεν ασκούνται ούτε χρησιμοποιούνται κατ’ άλλον τρόπο με σκοπό την παρέμβαση στη διοίκηση του εκδότη και, αφετέρου, μεταβιβάζονται εντός ενός έτους από την απόκτηση.

(2) Η Επιτροπή, κατά την αξιολόγηση που προβλέπεται στο εδάφιο (1) του άρθρου 33Β (στο εξής «η αξιολόγηση»), διαβουλεύεται εκτενώς με τις αρμόδιες σχετικές αρχές, στην περίπτωση που ο υποψήφιος αγοραστής είναι:

(α) πιστωτικό ίδρυμα, ασφαλιστική επιχείρηση, ΕΠΕΥ ή Εταιρεία Διαχείρισης ΟΣΕΚΑ, με άδεια λειτουργίας σε άλλο κράτος μέλος ή σε διαφορετικό τομέα από αυτόν στον οποίο προτείνεται η απόκτηση συμμετοχής·

(β) η μητρική επιχείρηση πιστωτικού ιδρύματος, ασφαλιστικής επιχείρησης, ΕΠΕΥ ή Εταιρείας Διαχείρισης ΟΣΕΚΑ, με άδεια λειτουργίας σε άλλο κράτος μέλος ή σε διαφορετικό τομέα από αυτόν στον οποίο προτείνεται η απόκτηση συμμετοχής· ή

(γ) φυσικό ή νομικό πρόσωπο που ελέγχει πιστωτικό ίδρυμα, ασφαλιστική επιχείρηση, ΕΠΕΥ ή Εταιρεία Διαχείρισης ΟΣΕΚΑ, με άδεια λειτουργίας σε άλλο κράτος μέλος ή σε διαφορετικό τομέα από αυτόν στον οποίο προτείνεται η απόκτηση συμμετοχής.

Οι αρμόδιες αρχές παρέχουν, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, εκατέρωθεν αμελλητί, κάθε ουσιαστική ή σχετική πληροφορία για την αξιολόγηση της απόκτησης συμμετοχής.  Στο πλαίσιο αυτό, οι αρμόδιες αρχές διαβιβάζουν, κατόπιν αιτήματος, εκατέρωθεν, κάθε σχετική πληροφορία και γνωστοποιούν, μεταξύ τους, με δική τους πρωτοβουλία, όλες τις ουσιαστικής σημασίας πληροφορίες. Στην απόφαση της αρμόδιας αρχής που έχει εκδώσει την  άδεια λειτουργίας της ΕΠΕΥ στην οποία προτείνεται η απόκτηση συμμετοχής, πρέπει να επισημαίνονται τυχόν απόψεις ή επιφυλάξεις τις οποίες εξέφρασε η αρμόδια αρχή, η οποία είναι υπεύθυνη για την εποπτεία του υποψήφιου αγοραστή.

(3) Σε περίπτωση που πρόσωπο, μεμονωμένα ή σε συνεννόηση με άλλο πρόσωπο,  αποκτά ή αυξάνει ή παύει να κατέχει ή μειώνει την άμεση ή έμμεση ειδική συμμετοχή του στην ΚΕΠΕΥ χωρίς να συμμορφώνεται με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου και των άρθρων 33Α και 33Β ή παρά την αντίθεση της Επιτροπής κατά τα προβλεπόμενα στα άρθρα 33Α και 33Β, η Επιτροπή, επιπροσθέτως της εξουσίας της για επιβολή διοικητικού προστίμου κατά τα προβλεπόμενα άρθρο 35, δύναται να λάβει εναντίον του εν λόγω προσώπου, ένα ή περισσότερα από τα ακόλουθα μέτρα:

(α) την αναστολή της άσκησης των δικαιωμάτων ψήφου που απορρέουν από μετοχές που κατέχει το εν λόγω πρόσωπο, μεμονωμένα ή σε συνεννόηση με άλλο πρόσωπο, για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τα πέντε έτη·

(β) την ακυρότητα των ψήφων·

(γ) την απαγόρευση διάθεσης ή υπογραφής συμφωνίας διάθεσης ή πώλησης ή ανταλλαγής ή μίσθωσης ή μεταβίβασης ή δωρεάς και γενικά την αποξένωση των μετοχών που κατέχει·  σε περίπτωση που λάβουν χώρα οποιεσδήποτε από τις ενέργειες της παρούσης παραγράφου, η Επιτροπή έχει εξουσία να τις θεωρήσει άκυρες·

(δ) την απαγόρευση απόκτησης, δια δωρεάς ή μέσω άσκησης δικαιωμάτων αγοράς, μετοχών της ΚΕΠΕΥ·

(ε) την απαγόρευση διενέργειας οποιωνδήποτε πληρωμών από την ΚΕΠΕΥ που απορρέουν από τις μετοχές, εξαιρουμένης της περίπτωσης διάλυσης της ΚΕΠΕΥ.

(4) Σε περίπτωση προτεινόμενων αποκτήσεων συμμετοχής για τις οποίες οι κοινοποιήσεις κατά το εδάφιο (1) είχαν υποβληθεί στην Επιτροπή πριν από την έναρξη ισχύος του περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών (Τροποποιητικός) Νόμου του 2009, η διαδικασία αξιολόγησης διενεργείται σύμφωνα με τις ισχύουσες κατά τη στιγμή της κοινοποίησης νομικές διατάξεις.

(5) Κάθε μέτοχος ΚΕΠΕΥ υποχρεούται κατά τη διάρκεια λειτουργίας της να γνωστοποιεί στην ΚΕΠΕΥ το ύψος της άμεσης ή και έμμεσης ειδικής συμμετοχής του σε αυτήν, καθώς και τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα μέσω των οποίων κατέχει την έμμεση συμμετοχή και τους συνεργάτες του. Η γνωστοποίηση αυτή πρέπει να γίνεται το αργότερο εντός πέντε εργάσιμων ημερών από την ημερομηνία της άμεσης ή έμμεσης κτήσης των μετοχών.

(6) Εάν η ΚΕΠΕΥ λάβει γνώση οποιασδήποτε απόκτησης, πώλησης, αύξησης ή μείωσης συμμετοχών στο κεφάλαιο της, με την οποία οι εν λόγω συμμετοχές υπερβαίνουν ή πέφτουν κάτω από οποιοδήποτε από τα όρια που αναφέρονται στο εδάφιο (1), ενημερώνει αμέσως την Επιτροπή.

(7) Η ΚΕΠΕΥ γνωστοποιεί στην Επιτροπή μέχρι την 31η Ιανουαρίου κάθε έτους, την ταυτότητα των μετόχων της με ειδική συμμετοχή κατά τη διάρκεια του αμέσως προηγούμενου ημερολογιακού έτους καθώς και τους συνεργάτες τους, καθώς και το ύψος των άμεσων ή και έμμεσων συμμετοχών τους.

(8) Κάθε μέτοχος ΚΕΠΕΥ με ειδική συμμετοχή υποχρεούται να γνωστοποιεί εγγράφως, χωρίς υπαίτια καθυστέρηση, στην Επιτροπή, κάθε νέο στοιχείο που επέρχεται ως προς το πρόσωπό του ή των συνεργατών του, το οποίο θα μπορούσε να επηρεάσει την κρίση για την ορθή και συνετή διαχείριση της ΚΕΠΕΥ. Την ίδια υποχρέωση έχει και η ΚΕΠΕΥ, εφόσον γνωρίζει ή όφειλε να γνωρίζει τα σχετικά νέα στοιχεία.

(9) Εάν, ανά πάσα στιγμή, η επιρροή των άμεσων ή έμμεσων μετόχων με ειδική συμμετοχή στην ΚΕΠΕΥ είναι δυνατό να αποβεί σε βάρος της ορθής και συνετής διαχείρισης της ΚΕΠΕΥ, η Επιτροπή δύναται να λάβει τα προβλεπόμενα μέτρα στο εδάφιο (3) εναντίον των εν λόγω προσώπων για να τερματίσει την κατάσταση αυτή.

Περίοδος αξιολόγησης

33Α.-(1)(α) Η Επιτροπή, αμέσως και σε κάθε περίπτωση εντός δύο (2) εργασίμων ημερών από την παραλαβή της κοινοποίησης της παραγράφου (α) του εδαφίου (1) του άρθρου 33, καθώς και από την παραλαβή ενδεχόμενων μεταγενέστερων πληροφοριών κατά τα οριζόμενα στο εδάφιο (2) βεβαιώνει εγγράφως στον υποψήφιο αγοραστή την παραλαβή τους.

(β) Η Επιτροπή οφείλει, εντός εξήντα (60) εργάσιμων ημερών από την ημερομηνία της γραπτής βεβαίωσης της παραλαβής της κοινοποίησης της παραγράφου (α) του εδαφίου (1) του άρθρου 33 και όλων των πληροφοριών κατά τα οριζόμενα στο εδάφιο (4) του άρθρου 33Β (στο εξής «η περίοδος αξιολόγησης»), να διενεργήσει την αξιολόγηση.

(γ) Η Επιτροπή ενημερώνει τον υποψήφιο αγοραστή, κατά τη βεβαίωση της παραλαβής, για την ημερομηνία λήξης της περιόδου αξιολόγησης.

(2)(α) Η Επιτροπή δύναται, εν ανάγκη, κατά την περίοδο αξιολόγησης και όχι μετά την πεντηκοστή (50ή) εργάσιμη ημέρα αυτής, να ζητήσει περαιτέρω πληροφορίες οι οποίες είναι αναγκαίες για την ολοκλήρωση της αξιολόγησης. Το αίτημα υποβάλλεται γραπτώς και καθορίζονται οι αναγκαίες  συμπληρωματικές πληροφορίες.

(β) Κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ της ημερομηνίας κατά την οποία ζητήθηκαν οι πληροφορίες από την Επιτροπή και της ημερομηνίας παραλαβής της απάντησης του υποψήφιου αγοραστή, διακόπτεται η περίοδος αξιολόγησης. Η διακοπή δεν πρέπει να υπερβαίνει τις είκοσι (20) εργάσιμες ημέρες. Η Επιτροπή έχει τη διακριτική ευχέρεια να υποβάλλει περαιτέρω αιτήματα για τη συμπλήρωση ή τη διευκρίνιση των πληροφοριών, τούτο όμως δεν θα συνεπάγεται διακοπή της περιόδου αξιολόγησης.

(γ) Η Επιτροπή δύναται να παρατείνει τη διακοπή που αναφέρεται στην παράγραφο (β), έως τριάντα (30) εργάσιμες ημέρες, εάν ο υποψήφιος αγοραστής-

(i) είναι εγκατεστημένος ή υπόκειται σε ρυθμιστικό πλαίσιο εκτός της Ευρωπαϊκής Κοινότητας· ή

(ii) είναι πρόσωπο μη υποκείμενο σε εποπτεία δυνάμει των εθνικών νομικών διατάξεων που μεταφέρουν στο δίκαιο των κρατών μελών -

(Α) την πράξη της Ευρωπαϊκής Κοινότητας με τίτλο «Οδηγία 85/611/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 20ης Δεκεμβρίου 1985 για το συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων σχετικά με ορισμένους οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες (ΟΣΕΚΑ)», όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την Οδηγία 2008/18/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 11ης Μαρτίου 2008 και όπως εκάστοτε περαιτέρω τροποποιείται ή αντικαθίσταται∙

(Β) την πράξη της Ευρωπαϊκής Κοινότητας με τίτλο «Οδηγία 92/49/ΕΟΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 18ης Ιουνίου 1992 για το συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν την πρωτασφάλιση, εκτός της ασφάλειας ζωής, και για την τροποποίηση των οδηγιών 73/239/ΕΟΚ και 88/357/ΕΟΚ (τρίτη οδηγία για την πρωτασφάλιση εκτός της ασφάλειας ζωής)», όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την Οδηγία 2008/36/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 11ης Μαρτίου 2008 και όπως εκάστοτε περαιτέρω τροποποιείται ή αντικαθίσταται∙

(Γ) την πράξη της Ευρωπαϊκής Κοινότητας με τίτλο «Οδηγία 2002/83/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 5ης Νοεμβρίου 2002, σχετικά με την ασφάλιση ζωής», όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την Οδηγία 2008/19/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της  11ης Μαρτίου 2008 και όπως εκάστοτε περαιτέρω τροποποιείται ή αντικαθίσταται∙

(Δ) την πράξη της Ευρωπαϊκής Κοινότητας με τίτλο «Οδηγία 2005/68/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Νοεμβρίου 2005, σχετικά με τις αντασφαλίσεις και για την τροποποίηση των Οδηγιών 73/239/ΕΟΚ, 92/49/ΕΟΚ του Συμβουλίου, καθώς και των Οδηγιών 98/78/ΕΚ και 2002/83/ΕΚ», όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την Οδηγία 2008/73/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 11ης Μαρτίου 2008 και όπως εκάστοτε περαιτέρω τροποποιείται ή αντικαθίσταται∙ ή

(Ε) την πράξη της Ευρωπαϊκής Κοινότητας με τίτλο «Οδηγία  2006/48/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 2006, σχετικά με την ανάληψη και την άσκηση δραστηριότητας πιστωτικών ιδρυμάτων», όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την Οδηγία 2008/24/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 20ης Μαρτίου 2008 και όπως εκάστοτε περαιτέρω τροποποιείται ή αντικαθίσταται.

(3) Σε περίπτωση που η Επιτροπή, αφού ολοκληρώσει την αξιολόγησή της, αποφασίσει να αντιταχθεί στην προτεινόμενη απόκτηση συμμετοχής, ενημερώνει γραπτώς τον υποψήφιο αγοραστή, εντός δύο (2) εργασίμων ημερών, και εν πάση περιπτώσει πριν τη λήξη της περιόδου αξιολόγησης, εκθέτοντας τους λόγους της απόφασής της. Η δέουσα αιτιολόγηση της απόφασης της Επιτροπής δύναται να δημοσιοποιείται είτε κατόπιν αιτήματος του υποψήφιου αγοραστή είτε κατά την κρίση της Επιτροπής.

(4) Εάν η Επιτροπή δεν αντιταχθεί γραπτώς στην προτεινόμενη απόκτηση συμμετοχής εντός της περιόδου αξιολόγησης, η προτεινόμενη απόκτηση συμμετοχής θεωρείται εγκριθείσα.

(5) Η Επιτροπή δύναται να ορίζει μέγιστη προθεσμία για την ολοκλήρωση της προτεινόμενης απόκτησης συμμετοχής και να την παρατείνει, όπου ενδείκνυται.

Διαδικασία αξιολόγησης

33Β.-(1) Κατά την αξιολόγηση της κοινοποίησης της παραγράφου (α) του εδαφίου (1) του άρθρου 33, και των πληροφοριών των παραγράφων (α) και (β) του εδαφίου (2) του άρθρου 33Α, η Επιτροπή, προκειμένου να διασφαλίσει την ορθή και συνετή διοίκηση της KΕΠΕΥ στην οποία επιδιώκεται η απόκτηση συμμετοχής και λαμβάνοντας υπόψη την ενδεχόμενη επιρροή του υποψήφιου αγοραστή στην KΕΠΕΥ, αξιολογεί την καταλληλότητα του υποψήφιου αγοραστή και τη χρηματοοικονομική ευρωστία της προτεινόμενης απόκτησης συμμετοχής, με βάση όλα τα ακόλουθα κριτήρια:

(α) τη φήμη του υποψήφιου αγοραστή·

(β) τη φήμη και την πείρα οποιουδήποτε προσώπου το οποίο θα διευθύνει τις δραστηριότητες της KΕΠΕΥ κατόπιν της προτεινόμενης απόκτησης συμμετοχής·

(γ) τη χρηματοοικονομική ευρωστία του υποψήφιου αγοραστή, ιδίως ως προς το είδος των δραστηριοτήτων που ασκούνται ή προβλέπεται ότι θα ασκηθούν από την KΕΠΕΥ, για την οποία προτείνεται η απόκτηση συμμετοχής·

(δ) την ικανότητα της KΕΠΕΥ να ανταποκρίνεται και να συνεχίσει να ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας δυνάμει του παρόντος Νόμου και ανάλογα με την περίπτωση άλλων νομοθεσιών και κυρίως της Οδηγίας ΕΠΕΥ 1/2005 για τη συμπληρωματική εποπτεία επιχειρήσεων παροχής επενδυτικών υπηρεσιών που ανήκουν σε χρηματοπιστωτικό όμιλο ετερογενών δραστηριοτήτων (Κ.Δ.Π. 495/2005), της Οδηγίας ΟΔ144-2007-05 για την κεφαλαιακή επάρκεια των ΕΠΕΥ (Κ.Δ.Π. 556/2007) και της Οδηγίας ΟΔ144-2007-06 για τα μεγάλα χρηματοδοτικά ανοίγματα των ΕΠΕΥ (Κ.Δ.Π. 142/2008),  ιδίως το κατά πόσον ο όμιλος του οποίου θα καταστεί μέλος διαθέτει τέτοια δομή που καθιστά δυνατή την άσκηση αποτελεσματικής εποπτείας, την αποτελεσματική ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των αρμόδιων αρχών και τον προσδιορισμό της κατανομής των αρμοδιοτήτων μεταξύ τους·

(ε) το κατά πόσον υπάρχουν βάσιμες υπόνοιες ότι, σε σχέση με την προτεινόμενη απόκτηση συμμετοχής, διαπράττεται, επιχειρείται να διαπραχθεί, έχει διαπραχθεί ή επιχειρήθηκε να διαπραχθεί, νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, κατά την έννοια του άρθρου 4 του περί της παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμου του 2007, ή ότι η προτεινόμενη απόκτηση συμμετοχής είναι δυνατόν να αυξήσει αυτό τον κίνδυνο.

(2) Η Επιτροπή δύναται να αντιταχθεί στην προτεινόμενη απόκτηση συμμετοχής μόνον εφόσον υπάρχουν βάσιμοι λόγοι για αυτό, με βάση τα κριτήρια του εδαφίου (1) ή εάν οι πληροφορίες που διαβιβάσθηκαν από τον υποψήφιο αγοραστή δεν είναι πλήρεις.

(3) Η Επιτροπή δεν επιβάλλει εκ των προτέρων όρους όσον αφορά το ύψος της συμμετοχής που πρέπει να αποκτηθεί, ούτε εξετάζει την προτεινόμενη απόκτηση συμμετοχής από πλευράς οικονομικών αναγκών της αγοράς.

(4) Η Επιτροπή με οδηγίες της καθορίζει τις αναγκαίες πληροφορίες για τη διενέργεια της αξιολόγησης του παρόντος άρθρου, οι οποίες πρέπει να υποβάλλονται κατά τη στιγμή της κοινοποίησης της παραγράφου (α) του εδαφίου (1) του άρθρου 33. Οι απαιτούμενες πληροφορίες είναι ανάλογες και προσαρμοσμένες στη φύση του υποψηφίου αγοραστή και της προτεινόμενης απόκτησης συμμετοχής:

Νοείται ότι, η Επιτροπή δεν απαιτεί πληροφορίες που δεν είναι σχετικές με την αξιολόγηση της προτεινόμενης απόκτησης συμμετοχής.

(5) Ανεξάρτητα από τις διατάξεις των εδαφίων (1) και (2) του άρθρου 33Α, σε περίπτωση που κοινοποιηθούν στην Επιτροπή δύο ή περισσότερες προτάσεις για απόκτηση ή αύξηση ειδικής συμμετοχής στην ίδια ΚΕΠΕΥ, η Επιτροπή αντιμετωπίζει όλους τους υποψήφιους αγοραστές αμερόληπτα.

Μεταβολές πληροφοριών και στοιχείων ΚΕΠΕΥ

34. Χωρίς επηρεασμό της εφαρμογής των ειδικότερων διατάξεων του παρόντος Νόμου, οποιαδήποτε ουσιαστική μεταβολή ως προς τις προϋποθέσεις χορήγησης άδειας λειτουργίας ΚΕΠΕΥ, κατά τα προβλεπόμενα στο Μέρος III, γνωστοποιείται αμέσως στην Επιτροπή. Η Επιτροπή δύναται με οδηγίες της να εξειδικεύει τον όρο «ουσιαστική μεταβολή».

Διοικητικές κυρώσεις

35.-(1) Σε περίπτωση που πρόσωπο παραβαίνει τις διατάξεις του παρόντος Κεφαλαίου, εκτός των άρθρων 33Α και 33Β, η Επιτροπή δύναται να του επιβάλει διοικητικό πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις εκατό εβδομήντα πέντε χιλιάδες ευρώ (€175.000) και, σε περίπτωση επανάληψης ή συνέχισης της παράβασης, διοικητικό πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις τριακόσιες πενήντα χιλιάδες ευρώ (€350.000).

(2) Σε περίπτωση που πρόσωπο αποκτά ή αυξάνει άμεσα ή έμμεσα ειδική συμμετοχή σε ΚΕΠΕΥ, παρά την αντίθεση της Επιτροπής κατά τα προβλεπόμενα στα άρθρα 33Α και 33Β, η Επιτροπή δύναται να του επιβάλει διοικητικό πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις τριακόσιες πενήντα χιλιάδες ευρώ (€350.000) και, σε περίπτωση επανάληψης ή συνέχισης της παράβασης, διοικητικό πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις επτακόσιες χιλιάδες ευρώ (€700.000).

Κεφάλαιο Γ - Διατάξεις για την προστασία των επενδυτών
Υποχρεώσεις επαγγελματικής δεοντολογίας κατά την παροχή υπηρεσιών σε πελάτες

36.-(1) Η ΚΕΠΕΥ οφείλει, κατά την παροχή επενδυτικών και παρεπομένων υπηρεσιών σε πελάτες, να ενεργεί δίκαια, με εντιμότητα και επαγγελματισμό, ώστε να εξυπηρετεί με τον καλύτερο τρόπο τα συμφέροντα των πελατών της και να συμμορφώνεται ιδίως με τις κατωτέρω αρχές:

(α) Όλες οι πληροφορίες, συμπεριλαμβανομένων των διαφημιστικών ανακοινώσεων, που απευθύνονται από ΚΕΠΕΥ σε πελάτες ή πιθανούς πελάτες, πρέπει να είναι ακριβείς, σαφείς και μη παραπλανητικές· οι διαφημιστικές ανακοινώσεις πρέπει να μπορούν να αναγνωρίζονται σαφώς ως τέτοιες·

(β) η ΚΕΠΕΥ οφείλει να παρέχει στους πελάτες ή στους πιθανούς της πελάτες κατάλληλη πληροφόρηση σε κατανοητή μορφή σχετικά με:

(i) Την ΚΕΠΕΥ και τις υπηρεσίες της,

(ii) τα χρηματοοικονομικά μέσα και τις προτεινόμενες επενδυτικές στρατηγικές, περιλαμβανομένων κατάλληλης καθοδήγησης και προειδοποιήσεων σχετικά με τους κινδύνους που συνδέονται με τις επενδύσεις στα εν λόγω μέσα ή με την υιοθέτηση των εν λόγω επενδυτικών στρατηγικών,

(iii) τους τόπους εκτέλεσης,

(iv) το κόστος και άλλες συνδεόμενες επιβαρύνσεις, ώστε να είναι ευλόγως σε θέση να κατανοούν τη φύση και τους κινδύνους της προσφερόμενης επενδυτικής υπηρεσίας και του συγκεκριμένου τύπου του προτεινόμενου χρηματοοικονομικού μέσου και, ως εκ τούτου, να λαμβάνουν επενδυτικές αποφάσεις με επίγνωση· οι πληροφορίες αυτές δύνανται να παρέχονται σε τυποποιημένη μορφή·

(γ) η ΚΕΠΕΥ οφείλει, όταν παρέχει επενδυτικές συμβουλές ή διαχειρίζεται χαρτοφυλάκια πελατών, να αντλεί τις αναγκαίες πληροφορίες σχετικά με τη γνώση και την πείρα του πελάτη ή του πιθανού πελάτη στον επενδυτικό τομέα σε σχέση με το συγκεκριμένο τύπο χρηματοοικονομικού μέσου ή υπηρεσίας, καθώς και σχετικά με την οικονομική κατάσταση και τους επενδυτικούς του στόχους ώστε να του συστήσει τις επενδυτικές υπηρεσίες και τα χρηματοοικονομικά μέσα που είναι κατάλληλα για την περίπτωσή του·

(δ) η ΚΕΠΕΥ οφείλει, όταν παρέχει άλλες επενδυτικές υπηρεσίες πλην των προβλεπομένων στην παράγραφο (γ), να ζητεί από τον πελάτη ή τον πιθανό πελάτη να δίνει πληροφορίες σχετικά με τη γνώση και την πείρα του στον επενδυτικό τομέα σε σχέση με το συγκεκριμένο τύπο προσφερόμενου ή ζητούμενου χρηματοοικονομικού μέσου ή υπηρεσίας, ώστε να μπορεί η ΚΕΠΕΥ να εκτιμήσει κατά πόσο η προτεινόμενη επενδυτική υπηρεσία ή χρηματοοικονομικό μέσο είναι συμβατό με αυτόν· εφόσον η ΚΕΠΕΥ κρίνει, βάσει των πληροφοριών που έχει λάβει σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο, ότι η επενδυτική υπηρεσία ή το χρηματοοικονομικό μέσο δεν είναι συμβατό με τον πελάτη ή τον πιθανό πελάτη, οφείλει να τον προειδοποιήσει περί τούτου, η δε γνωστοποίηση δύναται να παρέχεται σε τυποποιημένη μορφή· αν ο πελάτης ή ο πιθανός πελάτης δεν παράσχει τις πληροφορίες σχετικά με τη γνώση και την πείρα του, ή παράσχει ανεπαρκείς σχετικές πληροφορίες, η ΚΕΠΕΥ οφείλει να τον προειδοποιήσει ότι η παράλειψή του αυτή δεν της επιτρέπει να κρίνει κατά πόσο η σκοπούμενη επενδυτική υπηρεσία ή το σκοπούμενο χρηματοοικονομικό μέσο είναι συμβατό με αυτόν· η γνωστοποίηση αυτή δύναται να παρέχεται σε τυποποιημένη μορφή·

(ε) η ΚΕΠΕΥ, όταν παρέχει επενδυτικές υπηρεσίες αποτελούμενες αποκλειστικά και μόνο από τη λήψη και διαβίβαση εντολών του πελάτη ή/και την εκτέλεσή τους, με ή χωρίς την παροχή παρεπόμενων υπηρεσιών, δύναται να παρέχει τις εν λόγω επενδυτικές υπηρεσίες στους πελάτες της χωρίς να εφαρμόζει την παράγραφο (δ), εφόσον πληρούνται όλες οι παρακάτω προϋποθέσεις:

(i) Οι εν λόγω υπηρεσίες αφορούν μετοχές εισηγμένες προς διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενη αγορά ή σε ισοδύναμη αγορά τρίτης χώρας, μέσα χρηματαγοράς, ομολογίες ή άλλες μορφές τιτλοποιημένου χρέους (με την εξαίρεση των ομολογιών ή άλλων μορφών τιτλοποιημένου χρέους όπου ενσωματώνονται παράγωγα), μερίδια ΟΣΕΚΑ και άλλα μη περίπλοκα χρηματοοικονομικά μέσα, μια δε αγορά τρίτης χώρας θεωρείται ισοδύναμη με ρυθμιζόμενη αγορά εάν πληροί ισοδύναμες απαιτήσεις με τις προβλεπόμενες στο Μέρος Χ,

(ii) η υπηρεσία παρέχεται κατόπιν πρωτοβουλίας του πελάτη ή του πιθανού πελάτη,

(iii) ο πελάτης ή ο πιθανός πελάτης έχει ενημερωθεί σαφώς ότι κατά την παροχή της εν λόγω υπηρεσίας η ΚΕΠΕΥ δεν υποχρεούται να αξιολογήσει τη συμβατότητα του χρηματοοικονομικού μέσου που του προσφέρεται ή της υπηρεσίας που του παρέχεται και ότι, επομένως, ο ίδιος δεν καλύπτεται από την αντίστοιχή προστασία των οικείων κανόνων επαγγελματικής δεοντολογίας· η ενημέρωση αυτή δύναται να παρέχεται σε τυποποιημένη μορφή,

(iv) η ΚΕΠΕΥ συμμορφώνεται με τις κατά το άρθρο 29 υποχρεώσεις της·

(στ) η ΚΕΠΕΥ οφείλει να τηρεί αρχείο όπου περιλαμβάνονται οποιαδήποτε έγγραφα που καταρτίζονται κατόπιν συμφωνίας μεταξύ του πελάτη και της ΚΕΠΕΥ και που αναφέρουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μερών, καθώς και τους άλλους όρους υπό τους οποίους η ΚΕΠΕΥ θα παρέχει υπηρεσίες στον πελάτη· τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των μερών μπορούν να ορίζονται με αναφορά σε άλλα έγγραφα ή νομικά κείμενα·

(ζ) η ΚΕΠΕΥ οφείλει να χορηγεί στους πελάτες της επαρκείς αναφορές σχετικά με τις υπηρεσίες που τους παρέχει· στις αναφορές αυτές πρέπει να περιλαμβάνεται, όπου συντρέχει η περίπτωση, το κόστος των συναλλαγών και των υπηρεσιών που εκτελούνται ή παρέχονται για λογαριασμό τους·

(η) όταν η επενδυτική υπηρεσία προσφέρεται ως μέρος χρηματοοικονομικού προϊόντος που ήδη υπόκειται σε κοινοτική νομοθεσία άλλη από την Oδηγία 2004/39/EK ή σε κοινά ευρωπαϊκά πρότυπα σχετικά με τα πιστωτικά ιδρύματα και την καταναλωτική πίστη όσον αφορά την αξιολόγηση του κινδύνου των πελατών ή/και τις απαιτήσεις περί πληροφοριών, η παροχή της εν λόγω υπηρεσίας δεν υπόκειται επιπροσθέτως στις επιβαλλόμενες με το παρόν άρθρο υποχρεώσεις.

(2) Η Επιτροπή δύναται με οδηγίες της να καθορίζει τα μέτρα εφαρμογής για τη συμμόρφωση των ΚΕΠΕΥ με τις αρχές του εδαφίου (1) κατά την παροχή επενδυτικών και παρεπομένων υπηρεσιών στους πελάτες ή πιθανούς πελάτες τους.

Παροχή υπηρεσιών μέσω άλλης ΕΠΕΥ ή πιστωτικού ιδρύματος που έχει λάβει άδεια λειτουργίας στη Δημοκρατία ή σε άλλο κράτος μέλος

37.-(1) ΚΕΠΕΥ που λαμβάνει με τη μεσολάβηση άλλης ΕΠΕΥ ή πιστωτικού ιδρύματος, που έχει λάβει άδεια λειτουργίας στη Δημοκρατία ή σε άλλο κράτος μέλος, οδηγίες για την παροχή επενδυτικών ή παρεπόμενων υπηρεσιών για λογαριασμό ενός πελάτη δύναται να βασίζεται στις σχετικές με τον πελάτη πληροφορίες που της γνωστοποιεί η ΕΠΕΥ ή το πιστωτικό ίδρυμα που μεσολαβεί.

Η ΕΠΕΥ ή το πιστωτικό ίδρυμα που μεσολαβεί παραμένει υπεύθυνο για την πληρότητα και την ακρίβεια των διαβιβαζόμενων πληροφοριών.

(2) ΚΕΠΕΥ που λαμβάνει με τον τρόπο που αναφέρεται στο εδάφιο (1) οδηγίες να παράσχει υπηρεσίες για λογαριασμό ενός πελάτη δύναται να βασίζεται σε οποιεσδήποτε συστάσεις έχουν δοθεί στο συγκεκριμένο πελάτη από την ΕΠΕΥ ή το πιστωτικό ίδρυμα που μεσολαβεί σχετικά με την υπηρεσία ή τη συναλλαγή.

Η ΕΠΕΥ ή το πιστωτικό ίδρυμα που μεσολαβεί παραμένει υπεύθυνο για την καταλληλότητα των παρεχόμενων συστάσεων ή συμβουλών για το συγκεκριμένο πελάτη.

(3) ΚΕΠΕΥ που λαμβάνει οδηγίες ή εντολές ενός πελάτη με τη μεσολάβηση άλλης ΕΠΕΥ ή πιστωτικού ιδρύματος παραμένει υπεύθυνη για την παροχή της υπηρεσίας ή την ολοκλήρωση της συναλλαγής βάσει αυτών των πληροφοριών ή συστάσεων, σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις του παρόντος Νόμου.

Υποχρέωση εκτέλεσης των εντολών με τους πλέον ευνοϊκούς για τον πελάτη όρους

38.-(1) Η ΚΕΠΕΥ οφείλει να λαμβάνει όλα τα ευλόγως αναγκαία μέτρα ώστε να επιτυγχάνει, κατά την εκτέλεση εντολών, το βέλτιστο δυνατό αποτέλεσμα για τον πελάτη, λαμβανομένων υπόψη της τιμής, του κόστους, της ταχύτητας, της πιθανότητας της εκτέλεσης και του διακανονισμού, του όγκου, της φύσης και οποιουδήποτε άλλου παράγοντα αφορά την εκτέλεση της εντολής. Εντούτοις, όταν υπάρχουν συγκεκριμένες οδηγίες του πελάτη, η ΚΕΠΕΥ εκτελεί την εντολή του σύμφωνα με τις οδηγίες του.

(2) Η ΚΕΠΕΥ οφείλει να καταρτίζει και να εφαρμόζει αποτελεσματικές ρυθμίσεις για τη συμμόρφωση της με το εδάφιο (1). Ειδικότερα, η ΚΕΠΕΥ οφείλει να καταρτίζει και να εφαρμόζει πολιτική εκτέλεσης εντολών που να της επιτρέπει να επιτυγχάνει το βέλτιστο δυνατό αποτέλεσμα για τις εντολές των πελατών της, σύμφωνα με το εδάφιο (1).

(3) Η πολιτική εκτέλεσης εντολών θα πρέπει να περιέχει, για κάθε κατηγορία μέσων, στοιχεία σχετικά με τους διάφορους τόπους όπου η ΚΕΠΕΥ εκτελεί τις εντολές των πελατών της και τους παράγοντες που επηρεάζουν την επιλογή του τόπου εκτέλεσης, και περιλαμβάνει τουλάχιστον τους τόπους εκείνους όπου η ΚΕΠΕΥ μπορεί συστηματικά να επιτυγχάνει το βέλτιστο δυνατό αποτέλεσμα για την εκτέλεση των εντολών των πελατών.

(4) Η ΚΕΠΕΥ οφείλει να παρέχει στους πελάτες της κατάλληλες πληροφορίες σχετικά με την πολιτική εκτέλεσης εντολών που ακολουθεί και να λαμβάνει την προηγούμενη συναίνεσή τους σχετικά με την εν λόγω πολιτική εκτέλεσης εντολών.

(5) Όταν η ακολουθούμενη πολιτική εκτέλεσης εντολών προβλέπει τη δυνατότητα εκτέλεσης εντολών εκτός ρυθμιζόμενων αγορών ή ΠΜΔ, η ΚΕΠΕΥ οφείλει να ενημερώνει σχετικά τους πελάτες ή πιθανούς της πελάτες και να εξασφαλίζει εκ των προτέρων τη ρητή συναίνεση τους προτού εκτελέσει τις εντολές τους εκτός ρυθμιζόμενων αγορών ή ΠΜΔ. Η ΚΕΠΕΥ δύναται να εξασφαλίζει την εν λόγω συναίνεση υπό μορφή γενικής συμφωνίας ή για συγκεκριμένες συναλλαγές-

(α) Να ενημερώνει σχετικά τους πελάτες της ή τους πιθανούς της πελάτες,

(β) να εξασφαλίζει εκ των προτέρων τη ρητή συναίνεση των πελατών της προτού εκτελέσει τις εντολές τους εκτός ρυθμιζόμενων αγορών ή ΠΜΔ, και

(γ) να εξασφαλίζει την εν λόγω συναίνεση υπό μορφή γενικής συμφωνίας ή για συγκεκριμένες συναλλαγές.

(6) Η ΚΕΠΕΥ υποχρεούται να παρακολουθεί την αποτελεσματικότητα των ρυθμίσεων και της πολιτικής που ακολουθεί ως προς την εκτέλεση εντολών, ώστε να εντοπίζει και, όπου παρίσταται ανάγκη, να διορθώνει τυχόν ανεπάρκειές της. Ειδικότερα, η ΚΕΠΕΥ οφείλει να εξετάζει τακτικά κατά πόσο οι τόποι εκτέλεσης που προβλέπονται στην πολιτική εκτέλεσης εντολών επιτυγχάνουν το βέλτιστο αποτέλεσμα για τους πελάτες της ή κατά πόσο χρειάζεται να επιφέρουν αλλαγές στις ρυθμίσεις εκτέλεσης εντολών που ακολουθούν. Η ΚΕΠΕΥ οφείλει να ειδοποιεί τους πελάτες της για κάθε ουσιαστική αλλαγή των ρυθμίσεων και της πολιτικής που ακολουθεί ως προς την εκτέλεση εντολών.

(7) Η ΚΕΠΕΥ πρέπει να είναι σε θέση να αποδείξει στους πελάτες της, αν αυτοί το ζητήσουν, ότι έχει εκτελέσει τις εντολές τους σύμφωνα με την πολιτική εκτέλεσης εντολών που ακολουθεί.

(8) Η Επιτροπή δύναται με οδηγίες της να καθορίζει -

(α) Τα κριτήρια προσδιορισμού της σχετικής σημασίας των διάφορων παραγόντων που μπορούν να λαμβάνονται υπόψη κατ' εφαρμογή του εδαφίου (1) για τον προσδιορισμό του βέλτιστου δυνατού αποτελέσματος για τον όγκο και το είδος της εντολής και την κατηγορία (ιδιώτης ή επαγγελματίας) του πελάτη∙

(β) τους παράγοντες που η ΚΕΠΕΥ δύναται να συνεκτιμά όταν επανεξετάζει τις ρυθμίσεις εκτέλεσης που ακολουθεί, και τις περιστάσεις όπου ενδέχεται να ενδείκνυται τροποποίηση των ρυθμίσεων αυτών, ειδικότερα δε τους παράγοντες προσδιορισμού των τόπων που επιτρέπουν στην ΚΕΠΕΥ να εξασφαλίζει συστηματικά το βέλτιστο δυνατό αποτέλεσμα για την εκτέλεση των εντολών των πελατών της∙

(γ) τη φύση και την έκταση των κατ' εφαρμογή των εδαφίων (3), (4) και (5) πληροφοριών που παρέχονται στους πελάτες της ΚΕΠΕΥ σχετικά με την πολιτική εκτέλεσης εντολών.

Κανόνες εκτέλεσης εντολών πελατών

39.-(1) ΚΕΠΕΥ που έχει λάβει άδεια να εκτελεί εντολές για λογαριασμό πελατών οφείλει να εφαρμόζει διαδικασίες και μηχανισμούς που εγγυώνται την έγκαιρη, δίκαιη και ταχεία εκτέλεση των εντολών πελατών της σε σχέση με τις εντολές άλλων πελατών της ή τις θέσεις διαπραγμάτευσης (trading interests) της ιδίας.

Οι εν λόγω διαδικασίες και μηχανισμοί πρέπει να επιτρέπουν την εκτέλεση κατά τα άλλα συγκρίσιμων εντολών πελατών σύμφωνα με το χρόνο λήψης τους από την ΚΕΠΕΥ.

(2) Σε περίπτωση οριακής εντολής πελάτη που αφορά μετοχές εισηγμένες σε ρυθμιζόμενη αγορά και που δεν εκτελείται αμέσως με τις τρέχουσες συνθήκες της αγοράς, η ΚΕΠΕΥ πρέπει, εκτός εάν ο πελάτης δώσει ρητά άλλες οδηγίες, να λάβει μέτρα για να διευκολύνει την ταχύτερη δυνατή εκτέλεση της εντολής ανακοινώνοντας αμέσως δημόσια την οριακή εντολή του πελάτη με τρόπο ευπρόσιτο στους άλλους συμμετέχοντες στην αγορά. Η ΚΕΠΕΥ θεωρείται ότι εκπλήρωσε την εν λόγω υποχρέωσή της εάν έχει διαβιβάσει την εντολή του πελάτη σε ρυθμιζόμενη αγορά ή/και σε ΠΜΔ.

(3) Η Επιτροπή δύναται να αίρει την υποχρέωση δημοσιοποίησης οριακής εντολής της οποίας ο όγκος είναι μεγάλος σε σύγκριση με το κανονικό μέγεθος της αγοράς, κατ’ εφαρμογή του εδαφίου (2) του άρθρου 109, τηρουμένων των αναλογιών.

(4) Η Επιτροπή δύναται με οδηγίες της να καθορίζει -

(α) Τους όρους και τη φύση των διαδικασιών και μηχανισμών που επιτρέπουν την έγκαιρη, δίκαιη και ταχεία εκτέλεση των εντολών πελατών, καθώς και τις καταστάσεις στις οποίες ή τα είδη συναλλαγών για τα οποία η ΚΕΠΕΥ δύναται εύλογα να αποκλίνει από την άμεση εκτέλεση προκειμένου να επιτύχει ευνοϊκότερους όρους για τους πελάτες της∙

(β) τις διάφορες μεθόδους με τις οποίες η ΚΕΠΕΥ δύναται να θεωρηθεί ότι εκπλήρωσε την υποχρέωσή της να ανακοινώσει στην αγορά τις μη άμεσα εκτελέσιμες οριακές εντολές πελατών της.

Υποχρεώσεις ΚΕΠΕΥ όταν ορίζει συνδεδεμένους αντιπροσώπους

40.-(1) ΚΕΠΕΥ δύναται να ορίζει συνδεδεμένους αντιπροσώπους για την προώθηση των υπηρεσιών της, για την προσέλκυση πελατών ή πιθανών πελατών ή τη λήψη εντολών από πελάτες και τη διαβίβαση τους, για τη διάθεση χρηματοοικονομικών μέσων και για την παροχή συμβουλών σχετικά με τα χρηματοοικονομικά μέσα και τις υπηρεσίες που προσφέρει η ΚΕΠΕΥ.

(2) ΚΕΠΕΥ ορίζει ως συνδεδεμένους αντιπροσώπους μόνο πρόσωπα που είναι εγγεγραμμένα στο δημόσιο μητρώο του εδαφίου (6) ή στα αντίστοιχα δημόσια μητρώα άλλων κρατών μελών τα οποία έχουν συσταθεί δυνάμει των οικείων νομοθεσιών τους που θεσπίζονται προς συμμόρφωση με την Οδηγία 2004/39/ΕΚ.

(3) ΚΕΠΕΥ που αποφασίζει να ορίσει συνδεδεμένο αντιπρόσωπο εξακολουθεί να ευθύνεται πλήρως και άνευ όρων για κάθε πράξη ή παράλειψη του συνδεδεμένου αντιπροσώπου, όταν αυτός ενεργεί για λογαριασμό της.

(4) Η ΚΕΠΕΥ υποχρεούται να βεβαιώνεται ότι ο συνδεδεμένος της αντιπρόσωπος γνωστοποιεί την ιδιότητα υπό την οποία ενεργεί και το όνομα της ΚΕΠΕΥ που αντιπροσωπεύει όποτε έρχεται σε επαφή με πελάτη ή πιθανό πελάτη ή προτού του παράσχει υπηρεσίες.

(5) Η ΚΕΠΕΥ οφείλει να ελέγχει τις δραστηριότητες των συνδεδεμένων της αντιπροσώπων, ώστε να εξασφαλίζει ότι η ίδια συμμορφώνεται πάντα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου ή των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων οδηγιών, ακόμα και όταν ενεργεί μέσω συνδεδεμένων αντιπροσώπων.

(6) Η Επιτροπή συστήνει και διατηρεί ελεύθερα προσβάσιμο από το κοινό δημόσιο μητρώο, στο οποίο εγγράφονται οι συνδεδεμένοι αντιπρόσωποι που πληρούν τις προϋποθέσεις του εδαφίου (7) και είναι:

(α) Εγκατεστημένοι στη Δημοκρατία και ενεργούν για λογαριασμό ΚΕΠΕΥ ή πιστωτικού ιδρύματος που έχει λάβει άδεια λειτουργίας στη Δημοκρατία∙

(β) εγκατεστημένοι στη Δημοκρατία και ενεργούν για λογαριασμό ΕΠΕΥ ή πιστωτικού ιδρύματος που έχει λάβει άδεια λειτουργίας σε άλλο κράτος μέλος∙

(γ) εγκατεστημένοι σε άλλο κράτος μέλος και ενεργούν για λογαριασμό ΚΕΠΕΥ ή πιστωτικού ιδρύματος, που έχει λάβει άδεια λειτουργίας στη Δημοκρατία, αλλά το κράτος μέλος στο οποίο είναι εγκατεστημένοι οι συνδεδεμένοι αντιπρόσωποι δεν επιτρέπει το διορισμό συνδεδεμένων αντιπροσώπων∙

Η Επιτροπή ενημερώνει το εν λόγω μητρώο τακτικά.

(7) Η Επιτροπή διαπιστώνει κατά πόσο τα πρόσωπα του εδαφίου (6), τα οποία προτίθενται να ενεργούν για λογαριασμό ΚΕΠΕΥ ή ΕΠΕΥ άλλου κράτους μέλους, πληρούν τις πιο κάτω προϋποθέσεις:

(α) Έχουν καλή φήμη∙

(β) διαθέτουν κατάλληλες γενικές, εμπορικές και επαγγελματικές γνώσεις που τους επιτρέπουν να ανακοινώνουν με ακρίβεια στον πελάτη ή τον πιθανό πελάτη κάθε χρήσιμη πληροφορία για την προτεινόμενη υπηρεσία ή το προτεινόμενο χρηματοοικονομικό μέσο και, σε περίπτωση όπου πρόσωπο είναι εγκατεστημένο στη Δημοκρατία, κατά πόσο αυτό είναι εγγεγραμμένο στο δημόσιο μητρώο που προβλέπεται στο άρθρο 53.

Σε περίπτωση νομικού προσώπου, αυτό οφείλει να απασχολεί τουλάχιστον ένα φυσικό πρόσωπο που να πληροί τις ανωτέρω προϋποθέσεις.

(8) Ανεξάρτητα από την παράγραφο (β) του εδαφίου (7), πρόσωπο που είναι εγκατεστημένο στη Δημοκρατία και προτίθεται να ενεργεί για λογαριασμό ΚΕΠΕΥ ή ΕΠΕΥ άλλου κράτους μέλους, το οποίο δεν είναι εγγεγραμμένο στο δημόσιο μητρώο που προβλέπεται στο άρθρο 53, δύναται να εγγραφεί στο δημόσιο μητρώο του εδαφίου (6), νοουμένου ότι η Επιτροπή το επιτρέψει και το εν λόγω πρόσωπο εγγραφεί στο δημόσιο μητρώο που προβλέπεται στο άρθρο 53 εντός προθεσμίας που θα του τάξει η Επιτροπή.

(9) Η Επιτροπή δύναται με οδηγίες της να καθορίζει τη διαδικασία εγγραφής στο δημόσιο μητρώο που προβλέπεται στο εδάφιο (6), τις πληροφορίες, τα στοιχεία και τα έντυπα που θα υποβάλλονται για σκοπούς εξέτασης των προϋποθέσεων του εδαφίου (7), καθώς και κάθε άλλο ειδικό θέμα ή αναγκαία λεπτομέρεια σχετική με το παρόν άρθρο.

(10) Ο συνδεδεμένος αντιπρόσωπος της ΚΕΠΕΥ, ο οποίος είναι εγγεγραμμένος στο δημόσιο μητρώο που προβλέπεται στο εδάφιο (6), δεν επιτρέπεται να κατέχει κεφάλαια ή/και χρηματοοικονομικά μέσα πελατών.

(11) Η ΚΕΠΕΥ που ορίζει συνδεδεμένους αντιπροσώπους οφείλει να λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα ώστε να αποφεύγεται κάθε ενδεχόμενο δυσμενών επιπτώσεων των μη υποκείμενων στον παρόντα Νόμο δραστηριοτήτων του συνδεδεμένου αντιπροσώπου στις δραστηριότητες που αυτός ασκεί για λογαριασμό της ΚΕΠΕΥ.

(12) Συνδεδεμένος αντιπρόσωπος ο οποίος είναι εγγεγραμμένος στο δημόσιο μητρώο που προβλέπεται στο εδάφιο (6) οφείλει να γνωστοποιεί άμεσα στην Επιτροπή κάθε μεταβολή ως προς τα στοιχεία του που είναι καταχωρημένα στο εν λόγω δημόσιο μητρώο.

(13) Η ΚΕΠΕΥ, κάθε φορά που ορίζει ή παύει συνδεδεμένο αντιπρόσωπο, είναι υποχρεωμένη να ενημερώνει άμεσα την Επιτροπή, καθώς και όταν λαμβάνει γνώση για μεταβολές στα στοιχεία του συνδεδεμένου της αντιπροσώπου που είναι καταχωρημένα στο δημόσιο μητρώο που προβλέπεται στο εδάφιο (6).

(14) Η Κεντρική Τράπεζα και η ΥΕΑΣΕ γνωστοποιούν στην Επιτροπή τα στοιχεία των συνδεδεμένων αντιπροσώπων των τραπεζών και των συνεργατικών πιστωτικών ιδρυμάτων, που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας από αυτές, οι οποίοι αντιπρόσωποι πληρούν τις προϋποθέσεις του εδαφίου (7), με σκοπό την εγγραφή τους στο δημόσιο μητρώο που προβλέπεται στο εδάφιο (6), καθώς και οποιεσδήποτε πληροφορίες λαμβάνουν, οι οποίες αναφέρονται στα εδάφια (12) και (13).

(15) Η ΚΕΠΕΥ γνωστοποιεί στην Επιτροπή μέχρι την 31η Ιανουαρίου κάθε έτους πίνακα με τα στοιχεία των συνδεδεμένων της αντιπροσώπων.

(16) Η Επιτροπή εποπτεύει την τήρηση από τους συνδεδεμένους αντιπροσώπους των ΚΕΠΕΥ των διατάξεων του παρόντος Νόμου ή/και των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων οδηγιών.

Οι συνδεδεμένοι αντιπρόσωποι της ΚΕΠΕΥ υποχρεούνται να θέτουν στη διάθεση της Επιτροπής τα βιβλία και αρχεία τους, καθώς και κάθε άλλο έγγραφο ή πληροφορία που ζητείται από την Επιτροπή.

Συναλλαγές με επιλέξιμους αντισυμβαλλο-μένους

41.-(1) ΚΕΠΕΥ που έχει λάβει άδεια να λαμβάνει και να διαβιβάζει εντολές πελατών ή/και να εκτελεί τέτοιες εντολές ή/και να διενεργεί συναλλαγές για ίδιο λογαριασμό, δύναται να διευθετεί ή να διενεργεί συναλλαγές με επιλέξιμους αντισυμβαλλομένους χωρίς να υποχρεούται να συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις των άρθρων 36, 38 και του εδαφίου (1) του άρθρου 39, όσον αφορά τις συναλλαγές αυτές ή οποιαδήποτε παρεπόμενη υπηρεσία άμεσα σχετιζόμενη με αυτές τις συναλλαγές.

(2) Επιλέξιμοι αντισυμβαλλόμενοι για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου είναι οι ΚΕΠΕΥ, οι λοιπές ΕΠΕΥ, τα πιστωτικά ιδρύματα, οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις, οι ΟΣΕΚΑ και οι Εταιρείες Διαχείρισης τους, τα συνταξιοδοτικά ταμεία και οι εταιρείες διαχείρισης τους και άλλα χρηματοοικονομικά ιδρύματα, που έχουν όλα λάβει άδεια λειτουργίας από κράτος μέλος ή υπόκεινται σε ρυθμίσεις κοινοτικού δικαίου ή εθνικού δικαίου κράτους μέλους, οι επιχειρήσεις που εξαιρούνται από την εφαρμογή του παρόντος Νόμου σύμφωνα με τις παραγράφους (ια) και (ιβ) του εδαφίου (2) του άρθρου 3, οι εθνικές κυβερνήσεις και τα αντίστοιχα γραφεία τους, συμπεριλαμβανομένων των δημόσιων φορέων που διαχειρίζονται το δημόσιο χρέος, οι κεντρικές τράπεζες και οι υπερεθνικοί οργανισμοί.

Η ταξινόμηση ως επιλέξιμου αντισυμβαλλομένου βάσει του παρόντος εδαφίου δεν θίγει το δικαίωμα των επιχειρήσεων αυτών να ζητήσουν να αντιμετωπιστούν, είτε γενικά είτε για συγκεκριμένες συναλλαγές, ως πελάτες των οποίων οι σχέσεις με την ΚΕΠΕΥ υπόκεινται στις διατάξεις των άρθρων 36, 38 και 39.

(3) Η Επιτροπή αναγνωρίζει ως επιλέξιμους αντισυμβαλλομένους άλλες επιχειρήσεις κρατών μελών, πέραν των αναφερομένων στο εδάφιο (2), που πληρούν προκαθορισμένες ανάλογες απαιτήσεις, περιλαμβανομένων και ποσοτικών ορίων (quantitative thresholds). Σε περίπτωση συναλλαγής στην οποία ο πιθανός αντισυμβαλλόμενος είναι εγκατεστημένος σε άλλο κράτος μέλος, η ΚΕΠΕΥ αποδέχεται το καθεστώς της άλλης επιχείρησης όπως αυτό καθορίζεται από τη νομοθεσία του κράτους μέλους στο οποίο είναι εγκατεστημένη η επιχείρηση αυτή.

(4) Η Επιτροπή αναγνωρίζει ως επιλέξιμους αντισυμβαλλόμενους οντότητες τρίτων χωρών οι οποίες είναι ισοδύναμες με τις κατηγορίες οντοτήτων του εδαφίου (2).

Η Επιτροπή αναγνωρίζει ως επιλέξιμους αντισυμβαλλόμενους επιχειρήσεις τρίτων χωρών, όπως εκείνες του εδαφίου (3), υπό τις ίδιες προϋποθέσεις και με τις ίδιες απαιτήσεις που ορίζονται στο εδάφιο (3).

(5) Η ΚΕΠΕΥ, όταν διενεργεί συναλλαγές με επιλέξιμους αντισυμβαλλόμενους σύμφωνα με το εδάφιο (1), οφείλει να λαμβάνει από τον πιθανόν αντισυμβαλλόμενό της ρητή επιβεβαίωση ότι δέχεται να αντιμετωπιστεί ως επιλέξιμος αντισυμβαλλόμενος. Αυτή η επιβεβαίωση δύναται να είναι είτε με μορφή γενικής συμφωνίας είτε για κάθε μεμονωμένη συναλλαγή.

(6) Η Επιτροπή δύναται με οδηγίες της να καθορίζει -

(α) Τις διαδικασίες αίτησης μεταχείρισης ως πελατών σύμφωνα με το εδάφιο (2)∙

(β) τις προκαθορισμένες αναλογικές προϋποθέσεις, συμπεριλαμβανομένων των ποσοτικών ορίων, που επιτρέπουν την αντιμετώπιση μιας επιχείρησης ως επιλέξιμου αντισυμβαλλομένου σύμφωνα με τα εδάφια (3) και (4)∙

(γ) τις οντότητες τρίτων χωρών οι οποίες, σύμφωνα με το εδάφιο (4), είναι ισοδύναμες με τις κατηγορίες οντοτήτων του εδαφίου (2)∙

(δ) τη διαδικασία λήψης της ρητής επιβεβαίωσης από τους πιθανούς αντισυμβαλλομένους σύμφωνα με το εδάφιο (5).

Διοικητικές κυρώσεις

42.-(1) Σε περίπτωση που συνδεδεμένος αντιπρόσωπος παραβαίνει τις διατάξεις του εδαφίου (10) του άρθρου 40 η Επιτροπή δύναται να του επιβάλει διοικητικό πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις τριακόσιες πενήντα χιλιάδες ευρώ (€350.000) και, σε περίπτωση επανάληψης ή συνέχισης της παράβασης, διοικητικό πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις επτακόσιες χιλιάδες ευρώ (€700.000).

(2) Σε περίπτωση που ΚΕΠΕΥ ή συνδεδεμένος αντιπρόσωπος παραβαίνει οποιεσδήποτε διατάξεις του άρθρου 40, άλλες από το εδάφιο (10), ή παραβαίνει τις δυνάμει αυτού εκδιδόμενες οδηγίες, η Επιτροπή δύναται να της και του επιβάλει διοικητικό πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις εκατό εβδομήντα πέντε χιλιάδες ευρώ (€175.000) και, σε περίπτωση επανάληψης ή συνέχισης της παράβασης, διοικητικό πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις τριακόσιες πενήντα χιλιάδες ευρώ (€350.000).

(3) Σε περίπτωση που ΚΕΠΕΥ παραβαίνει τις διατάξεις του παρόντος Κεφαλαίου, καθώς και των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων οδηγιών, εκτός των διατάξεων του άρθρου 40 και των δυνάμει του εν λόγω άρθρου εκδιδόμενων οδηγιών, καθώς επίσης και τις διατάξεις του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1287/2006, η Επιτροπή δύναται να της επιβάλει διοικητικό πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις τριακόσιες πενήντα χιλιάδες ευρώ (€350.000), και σε περίπτωση επανάληψης ή συνέχισης της παράβασης, διοικητικό πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις επτακόσιες χιλιάδες ευρώ (€700.000).

Κεφάλαιο Δ - Διαφάνεια και ακεραιότητα της αγοράς
Υποχρέωση για καταχώρηση συναλλαγών

43.-(1) Η ΚΕΠΕΥ οφείλει να τηρεί αρχεία τα οποία περιέχουν -

(α) Τα στοιχεία σχετικά με όλες τις συναλλαγές σε χρηματοοικονομικά μέσα που η ΚΕΠΕΥ έχει διενεργήσει, είτε για ίδιο λογαριασμό είτε για λογαριασμό πελατών∙

(β) τα δικαιώματα και υποχρεώσεις της ΚΕΠΕΥ και των πελατών της βάσει συμφωνίας παροχής υπηρεσιών ή τους όρους υπό τους οποίους η ΚΕΠΕΥ παρέχει υπηρεσίες στους πελάτες της.

(2) Η Επιτροπή δύναται με οδηγίες της να καθορίζει τη μορφή, το είδος και το περιεχόμενο των αρχείων που προβλέπονται στο εδάφιο (1), καθώς και κάθε άλλο ειδικό με τα εν λόγω αρχεία θέμα ή αναγκαία λεπτομέρεια.

Τήρηση αρχείων

44.-(1) Η ΚΕΠΕΥ οφείλει να τηρεί τα αρχεία που προβλέπονται στο εδάφιο (1) του άρθρου 43 επί πέντε τουλάχιστον έτη, τα οποία είναι διαθέσιμα προς έλεγχο, ανά πάσα στιγμή, από την Επιτροπή.

(2) Χωρίς επηρεασμό του εδαφίου (1), τα αρχεία που προβλέπονται στην παράγραφο (β) του εδαφίου (1) του άρθρου 43 τηρούνται τουλάχιστον για τη διάρκεια της σχέσης της ΚΕΠΕΥ με τον πελάτη.

(3) Η Επιτροπή δύναται, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, να απαιτήσει από την ΚΕΠΕΥ να διατηρήσει ορισμένα ή όλα τα αρχεία που προβλέπονται στο εδάφιο (1) του άρθρου 43 για διάστημα μεγαλύτερο κατά τα προβλεπόμενα στο παρόν άρθρο, ανάλογα με τη φύση του χρηματοοικονομικού μέσου ή της συναλλαγής, εφόσον είναι απαραίτητο για να έχει η Επιτροπή τη δυνατότητα άσκησης των δυνάμει του παρόντος Νόμου αρμοδιοτήτων της.

(4) Μετά τον τερματισμό ή την ανάκληση της άδειας λειτουργίας ΚΕΠΕΥ, η Επιτροπή δύναται να απαιτήσει από την εταιρεία, της οποίας η άδεια λειτουργίας ΚΕΠΕΥ έπαυσε να ισχύει ή ανεκλήθη, να διατηρήσει τα αρχεία που προβλέπονται στο εδάφιο (1) του άρθρου 43 για το υπόλοιπο της πενταετούς περιόδου που προβλέπεται στο εδάφιο (1).

Υποχρέωση για αναφορά συναλλαγών

45.-(1) ΚΕΠΕΥ, πιστωτικό ίδρυμα που έχει λάβει άδεια λειτουργίας στη Δημοκρατία και το προβλεπόμενο στο εδάφιο (1) του άρθρου 77 υποκατάστημα, τα οποία εκτελούν συναλλαγές σε οποιοδήποτε χρηματοοικονομικό μέσο εισηγμένο σε ρυθμιζόμενη αγορά, οφείλουν να αναφέρουν τις λεπτομέρειες αυτών των συναλλαγών στην Επιτροπή το ταχύτερο δυνατό και όχι αργότερα από το τέλος της επόμενης εργάσιμης ημέρας. Η υποχρέωση αυτή εφαρμόζεται είτε οι συναλλαγές διενεργήθηκαν σε ρυθμιζόμενη αγορά ή όχι.

Η Επιτροπή βεβαιώνεται ότι τις αναφορές αυτές τις λαμβάνει και η αρμόδια αρχή της αγοράς που επηρεάζεται περισσότερο όσον αφορά τη ρευστότητα των συγκεκριμένων χρηματοοικονομικών μέσων.

Η ίδια ως άνω υποχρέωση εφαρμόζεται και στο προβλεπόμενο στο εδάφιο (1) του άρθρου 78 υποκατάστημα, το οποίο εκτελεί συναλλαγές σε οποιοδήποτε χρηματοοικονομικό μέσο εισηγμένο σε ρυθμιζόμενη αγορά στη Δημοκρατία.

(2) Οι αναφορές που προβλέπονται στο εδάφιο (1) πρέπει να περιλαμβάνουν ειδικότερα λεπτομέρειες σχετικά με τα ονόματα και τους αριθμούς των χρηματοοικονομικών μέσων που αγοράστηκαν ή πωλήθηκαν, τον όγκο, την ημερομηνία και την ώρα εκτέλεσης των εντολών, τις τιμές των συναλλαγών και τα μέσα προσδιορισμού της ταυτότητας της οικείας ΚΕΠΕΥ ή του οικείου πιστωτικού ιδρύματος ή του οικείου υποκαταστήματος.

(3) Οι αναφορές που προβλέπονται στο εδάφιο (1) υποβάλλονται στην Επιτροπή από την ΚΕΠΕΥ ή το πιστωτικό ίδρυμα ή το υποκατάστημα, ή από τρίτο που ενεργεί για λογαριασμό τους, ή από σύστημα αντιστοίχησης ή αναφοράς συναλλαγών εγκεκριμένο από την Επιτροπή ή από τη ρυθμιζόμενη αγορά ή από τον ΠΜΔ, με τα συστήματα των οποίων ολοκληρώθηκε η συναλλαγή. Στις περιπτώσεις όπου οι συναλλαγές αναφέρονται απευθείας στην Επιτροπή από ρυθμιζόμενη αγορά ή ΠΜΔ ή σύστημα αντιστοίχησης ή αναφοράς συναλλαγών, εγκεκριμένο από την Επιτροπή, η ΚΕΠΕΥ ή το πιστωτικό ίδρυμα απαλλάσσεται από την υποχρέωση που προβλέπεται στο εδάφιο (1).

(4) Όταν οι προβλεπόμενες στο παρόν άρθρο αναφορές διαβιβάζονται στην Επιτροπή σύμφωνα με το εδάφιο (5) του άρθρου 77, η Επιτροπή διαβιβάζει τις σχετικές πληροφορίες στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής της ΕΠΕΥ ή του πιστωτικού ιδρύματος, εκτός εάν αυτή αποφασίσει ότι δεν επιθυμεί να τις λαμβάνει.

(5) Η ΚΕΠΕΥ, το πιστωτικό ίδρυμα και το υποκατάστημα που αναφέρονται στο εδάφιο (1) οφείλουν να συμμορφώνονται με τα μέτρα εφαρμογής με τα οποία καθορίζονται οι μέθοδοι και οι διαδικασίες αναφοράς των συναλλαγών σε χρηματοοικονομικά μέσα, η μορφή και το περιεχόμενο αυτών των αναφορών και τα κριτήρια προσδιορισμού της αγοράς που περισσότερο επηρεάζεται κατά την έννοια του εδαφίου (1), ως αυτά καθορίζονται στον Κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1287/2006.

Έλεγχος της συμμόρφωσης με τους κανόνες του ΠΜΔ και με άλλες εκ του νόμου υποχρεώσεις

46.-(1) Κάθε ΚΕΠΕΥ και κάθε διαχειριστής αγοράς, που λειτουργούν ΠΜΔ, οφείλουν να-

(α) Δημιουργούν και εφαρμόζουν αποτελεσματικούς μηχανισμούς και διαδικασίες σχετικά με τον συγκεκριμένο ΠΜΔ για την τακτική παρακολούθηση της συμμόρφωσης των χρηστών του με τους κανόνες του∙

(β) παρακολουθούν τις συναλλαγές που επιχειρούν οι χρήστες τους μέσω των συστημάτων του ΠΜΔ, προκειμένου να εντοπίζονται οι παραβάσεις των κανόνων αυτών, οι ανώμαλες συνθήκες διαπραγμάτευσης ή οι μορφές συμπεριφοράς που ενδέχεται να συνιστούν κατάχρηση της αγοράς.

(2) Κάθε ΚΕΠΕΥ, κάθε πιστωτικό ίδρυμα που έχει λάβει άδεια λειτουργίας στη Δημοκρατία και κάθε διαχειριστής αγοράς, που λειτουργούν ΠΜΔ, οφείλουν-

(α) Να αναφέρουν στην Επιτροπή τις σημαντικές παραβάσεις των κανόνων του ΠΜΔ, τις ανώμαλες συνθήκες διαπραγμάτευσης ή τις μορφές συμπεριφοράς που ενδέχεται να συνιστούν κατάχρηση της αγοράς∙

(β) να διαβιβάζουν χωρίς καθυστέρηση τις σχετικές πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο (α) στην Επιτροπή, στην οποία οφείλουν να παρέχουν κάθε βοήθεια για τη διερεύνηση και δίωξη των καταχρήσεων της αγοράς που έχουν επιχειρηθεί στα συστήματά τους ή μέσω αυτών.

Υποχρέωση ΚΕΠΕΥ να ανακοινώνει δημόσια δεσμευτικά ζευγών εντολών

47.-(1) Ο συστηματικός εσωτερικοποιητής για μετοχές οφείλει να ανακοινώνει δημόσια δεσμευτικά ζεύγη εντολών (quotes) για τις εισηγμένες προς διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενη αγορά μετοχές για τις οποίες λειτουργεί ως συστηματικός εσωτερικοποιητής και για τις οποίες υπάρχει ρευστή αγορά. Προκειμένου περί μετοχών για τις οποίες δεν υπάρχει ρευστή αγορά, ο συστηματικός εσωτερικοποιητής οφείλει να γνωστοποιεί ζεύγη εντολών στους πελάτες του, όταν αυτοί το ζητούν.

(2) Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται στον συστηματικό εσωτερικοποιητή όταν διενεργεί συναλλαγές ο όγκος των οποίων δεν είναι μεγαλύτερος από το συνήθη όγκο συναλλαγών της αγοράς. Ο συστηματικός εσωτερικοποιητής που διενεργεί μόνο συναλλαγές ο όγκος των οποίων είναι μεγαλύτερος από το συνήθη όγκο συναλλαγών της αγοράς δεν υπόκειται στις διατάξεις του παρόντος άρθρου.

(3) Ο συστηματικός εσωτερικοποιητής δύναται να αποφασίζει από ποιον όγκο και άνω θα ορίζει τιμές. Για συγκεκριμένη μετοχή, κάθε ζεύγος εντολών θα πρέπει να περιλαμβάνει δεσμευτικές τιμές αγοράς ή/και πώλησης για το όγκο ή τους όγκους που δεν θα ήταν μεγαλύτερος ή μεγαλύτεροι από το συνήθη όγκο συναλλαγών της αγοράς για την κατηγορία στην οποία ανήκει η μετοχή. Οι τιμές πρέπει επίσης να αντανακλούν τις συνθήκες που επικρατούν στην αγορά για την εν λόγω μετοχή.

(4) Οι μετοχές ταξινομούνται σε κατηγορίες βάσει της μέσης αριθμητικής αξίας των εντολών που εκτελούνται στην αγορά για την εκάστοτε μετοχή. Ο συνήθης όγκος συναλλαγών της αγοράς για κάθε κατηγορία μετοχών είναι αντιπροσωπευτικός της μέσης αριθμητικής αξίας των εντολών που εκτελούνται στην αγορά για τις μετοχές που συμπεριλαμβάνονται σε κάθε κατηγορία μετοχών.

H αγορά για κάθε μετοχή συμπεριλαμβάνει όλες τις εντολές που εκτελούνται στην Ευρωπαϊκή Ένωση σε σχέση με την εν λόγω μετοχή, εκτός από τις εντολές των οποίων ο όγκος είναι μεγάλος σε σύγκριση με το κανονικό μέγεθος της αγοράς για αυτή την μετοχή.

(5) Σε περίπτωση που η Επιτροπή είναι η αρμόδια αρχή της σημαντικότερης από άποψη ρευστότητας αγοράς κατά τα προβλεπόμενα στο εδάφιο (1) του άρθρου 45, ορίζει για κάθε μετοχή, τουλάχιστον μία φορά ετησίως και βάσει της μέσης αριθμητικής αξίας των εντολών που εκτελούνται στην αγορά για τη μετοχή αυτή, την κατηγορία μετοχών στην οποία ανήκει η εν λόγω μετοχή. Η πληροφορία αυτή ανακοινώνεται δημόσια σε όλους τους παράγοντες της αγοράς και κοινοποιείται στην ΕΑΚΑΑ.

(6) Ο συστηματικός εσωτερικοποιητής οφείλει να ανακοινώνει δημόσια τα ζεύγη εντολών του σε τακτική και συνεχή βάση κατά τις κανονικές ώρες διαπραγμάτευσης. Ο συστηματικός εσωτερικοποιητής δύναται να επικαιροποιεί ανά πάσα στιγμή τα ζεύγη εντολών του και, σε εξαιρετικές συνθήκες αγοράς, δύναται να τα ανακαλεί.

Ο συστηματικός εσωτερικοποιητής οφείλει να ανακοινώνει δημόσια τα ζεύγη εντολών με τρόπο εύκολα προσιτό στους άλλους συμμετέχοντες στην αγορά υπό εύλογους εμπορικούς όρους.

(7) Ο συστηματικός εσωτερικοποιητής οφείλει να εκτελεί στην ανακοινωθείσα τιμή τις εντολές που λαμβάνει από τους ιδιώτες πελάτες του σε σχέση με τις μετοχές για τις οποίες είναι συστηματικός εσωτερικοποιητής τη στιγμή της λήψης της εντολής, συμμορφούμενος ταυτόχρονα με το άρθρο 38.

(8)(α) Ο συστηματικός εσωτερικοποιητής οφείλει να εκτελεί στην ανακοινωθείσα τιμή τις εντολές που λαμβάνει από τους επαγγελματίες πελάτες του σε σχέση με τις μετοχές για τις οποίες είναι συστηματικός εσωτερικοποιητής τη στιγμή της λήψης της εντολής. Σε αιτιολογημένες περιπτώσεις, δύναται να τις εκτελεί και σε καλύτερη τιμή, νοουμένου ότι η τιμή αυτή εμπίπτει εντός ενός εύρους δημόσια γνωστού που δεν απέχει πολύ από τις συνθήκες της αγοράς και οι εντολές έχουν μέγεθος μεγαλύτερο από το μέγεθος των εντολών που δίνουν κατά κανόνα οι ιδιώτες επενδυτές.

(β) Ο συστηματικός εσωτερικοποιητής δύναται να εκτελεί τις εντολές που λαμβάνει από τους επαγγελματίες πελάτες του σε τιμές διαφορετικές από τις περιλαμβανόμενες στα ζεύγη εντολών που ανακοινώνει χωρίς να συμμορφώνεται με τα προβλεπόμενα στην παράγραφο (α), προκειμένου περί συναλλαγών όπου η εκτέλεση πράξεων σε διάφορους τίτλους αποτελεί μέρος μιας και μόνης συναλλαγής ή προκειμένου περί εντολών που υπόκεινται σε όρους άλλους πλην της τρέχουσας τιμής της αγοράς.

(9) Σε περίπτωση που συστηματικός εσωτερικοποιητής, ο οποίος ορίζει μόνο μία τιμή (quote) ή η υψηλότερη τιμή που ορίζει είναι χαμηλότερη από το συνήθη όγκο συναλλαγών της αγοράς, λάβει εντολή από έναν πελάτη ο όγκος της οποίας είναι μεγαλύτερος από τον όγκο κατά τον ορισμό της τιμής, αλλά μικρότερος από τον συνήθη όγκο συναλλαγών της αγοράς, δύναται να αποφασίσει να εκτελέσει το τμήμα της εντολής που είναι μεγαλύτερο από τον όγκο κατά τον ορισμό της τιμής, υπό την προϋπόθεση ότι το τμήμα αυτό εκτελείται στην ανακοινωθείσα τιμή, εκτός εάν προβλέπεται διαφορετικά στο εδάφιο (8).

Σε περίπτωση που ο συστηματικός εσωτερικοποιητής ορίζει τιμές σε διαφορετικούς όγκους και λάβει εντολή η οποία κυμαίνεται μεταξύ των όγκων αυτών που επιλέγει να εκτελέσει, εκτελεί την εντολή σε μία από τις ορισθείσες τιμές, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 39, εκτός εάν προβλέπεται διαφορετικά στο εδάφιο (8).

(10) Η Επιτροπή εξακριβώνει κατά πόσο η ΚΕΠΕΥ-

(α) Ενημερώνει τακτικά τις τιμές αγοράς και πώλησης που ανακοινώνει δημόσια σύμφωνα με το εδάφιο (3) και διατηρεί τιμές που γενικά αντανακλούν τις συνθήκες που επικρατούν στην αγορά∙

(β) πληροί τους όρους βελτίωσης των τιμών που αναφέρει το εδάφιο (8).

(11) Ο συστηματικός εσωτερικοποιητής δύναται να επιλέγει, βάσει της εμπορικής του πολιτικής και με τρόπο αντικειμενικό που να μη δημιουργεί διακρίσεις, τους επενδυτές στους οποίους δίνει πρόσβαση στα ζεύγη εντολών που ανακοινώνει. Για το σκοπό αυτό, ο συστηματικός εσωτερικοποιητής εφαρμόζει σαφή πρότυπα αναφορικά με τον τρόπο πρόσβασης στα ζεύγη εντολών του. Ο συστηματικός εσωτερικοποιητής δύναται να αρνηθεί να συνάψει, ή να διακόψει, εμπορικές σχέσεις με επενδυτές, βάσει εμπορικών κριτηρίων όπως η πιστοληπτική ικανότητα του επενδυτή, ο κίνδυνος αντισυμβαλλομένου και ο τελικός διακανονισμός της συναλλαγής.

(12) Για να περιορίζεται ο κίνδυνος έκθεσης σε πολλαπλές συναλλαγές από τον ίδιο πελάτη, ο συστηματικός εσωτερικοποιητής δύναται να θέτει, με τρόπο που να μη δημιουργεί διακρίσεις, όρια στον αριθμό των συναλλαγών του ιδίου πελάτη που αναλαμβάνει να πραγματοποιήσει υπό τους όρους που ανακοινώνει. Ο συστηματικός εσωτερικοποιητής δύναται επίσης, με τρόπο που να μη δημιουργεί διακρίσεις και σύμφωνα με το άρθρο 39, να περιορίζει τον συνολικό αριθμό ταυτόχρονων συναλλαγών από διαφορετικούς πελάτες, εφόσον ο αριθμός ή/και ο όγκος των εντολών που λαμβάνει από τους πελάτες υπερβαίνει σημαντικά τα συνήθη επίπεδα.

Πληροφορίες που πρέπει να ανακοινώνει η ΚΕΠΕΥ μετά τη διαπραγμάτευση

48.-(1) H ΚΕΠΕΥ που, είτε για ίδιο λογαριασμό είτε για λογαριασμό πελατών, ολοκληρώνει εκτός ρυθμιζόμενης αγοράς ή ΠΜΔ συναλλαγές σε μετοχές οι οποίες είναι εισηγμένες προς διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενη αγορά, οφείλει να ανακοινώνει δημόσια τον όγκο και την τιμή των συναλλαγών της και το χρόνο κατά τον οποίο ολοκληρώθηκαν. Οι πληροφορίες αυτές δημοσιοποιούνται όσο το δυνατόν πλησιέστερα στον πραγματικό χρόνο κάθε συναλλαγής, υπό εύλογους εμπορικούς όρους και με τρόπο ευπρόσιτο στους άλλους συμμετέχοντες στην αγορά.

(2) Οι πληροφορίες που ανακοινώνονται δημόσια σύμφωνα με το εδάφιο (1) και τα χρονικά όρια εντός των οποίων αυτές δημοσιοποιούνται πρέπει να είναι σύμφωνα με τις απαιτήσεις που θεσπίζονται δυνάμει του Άρθρου 45, παράγραφος 3, της Οδηγίας 2004/39/ΕΚ. Εάν τα μέτρα που θεσπίζονται δυνάμει του Άρθρου 45, παράγραφος 3, της Οδηγίας 2004/39/ΕΚ προβλέπουν την αναβολή της ανακοίνωσης των πληροφοριών για ορισμένες κατηγορίες συναλλαγών σε μετοχές, η δυνατότητα αυτή εφαρμόζεται, τηρουμένων των αναλογιών, στις συναλλαγές αυτές όταν διενεργούνται εκτός ρυθμιζόμενων αγορών ή ΠΜΔ.

Προδιαπραγμα-τευτικές απαιτήσεις διαφάνειας για τους ΠΜΔ

49.-(1) Η ΚΕΠΕΥ και ο διαχειριστής αγοράς, που λειτουργούν ΠΜΔ, οφείλουν να ανακοινώνουν δημόσια τις τρέχουσες τιμές προσφοράς και ζήτησης, καθώς και το βάθος του συναλλακτικού ενδιαφέροντος στις τιμές αυτές που ανακοινώνονται μέσω των συστημάτων τους για μετοχές εισηγμένες προς διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενη αγορά. Οι πληροφορίες αυτές πρέπει να διατίθενται στο κοινό υπό εύλογους εμπορικούς όρους και συνεχώς κατά τις κανονικές ώρες διαπραγμάτευσης.

(2) Η Επιτροπή δύναται με οδηγίες της να απαλλάσσει την ΚΕΠΕΥ ή το διαχειριστή αγοράς, που λειτουργεί ΠΜΔ, από την υποχρέωση να ανακοινώνει δημόσια τις αναφερόμενες στο εδάφιο (1) πληροφορίες, ανάλογα με το μοντέλο αγοράς ή το είδος και το μέγεθος της εντολής, στις περιπτώσεις που ορίζονται σύμφωνα με το Άρθρο 29, παράγραφος 3, της Οδηγίας 2004/39/ΕΚ. Ειδικότερα, η Επιτροπή δύναται να προβαίνει στην εν λόγω απαλλαγή προκειμένου περί συναλλαγών μεγάλης κλίμακας σε σύγκριση με το κανονικό μέγεθος της αγοράς για τη συγκεκριμένη μετοχή ή τύπο μετοχής.

Μεταδιαπραγμα-τευτικές απαιτήσεις διαφάνειας για τους ΠΜΔ

50.-(1) Η ΚΕΠΕΥ και ο διαχειριστής αγοράς, που λειτουργούν ΠΜΔ, οφείλουν να ανακοινώνουν δημόσια τουλάχιστον την τιμή, τον όγκο και το χρόνο των συναλλαγών που εκτελούνται στα πλαίσια των συστημάτων τους σε μετοχές εισηγμένες προς διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενη αγορά. Οι λεπτομέρειες των συναλλαγών αυτών ανακοινώνονται δημόσια υπό εύλογους εμπορικούς όρους και, στο μέτρο του δυνατού, σε πραγματικό χρόνο. Η υποχρέωση αυτή δεν ισχύει για τις λεπτομέρειες των συναλλαγών που εκτελούνται σε ΠΜΔ και ανακοινώνονται δημόσια στα πλαίσια των συστημάτων ρυθμιζόμενης αγοράς.

(2) Η Επιτροπή δύναται με οδηγίες της να επιτρέπει στην ΚΕΠΕΥ ή στο διαχειριστή αγοράς, που λειτουργεί ΠΜΔ, να μεταθέτει χρονικά τη δημοσιοποίηση των λεπτομερειών των συναλλαγών ανάλογα με τον τύπο ή τον όγκο τους. Ειδικότερα, η Επιτροπή δύναται να επιτρέπει τη μεταγενέστερη δημοσιοποίηση συναλλαγών μεγάλου όγκου σε σύγκριση με το κανονικό μέγεθος της αγοράς για τη συγκεκριμένη μετοχή ή κατηγορία μετοχών. Η ΚΕΠΕΥ και ο διαχειριστής αγοράς, που λειτουργεί ΠΜΔ, οφείλουν να λαμβάνουν εκ των προτέρων την έγκριση της Επιτροπής για τους τρόπους με τους οποίους σκοπεύουν να μεταθέτουν χρονικά τη δημοσιοποίηση της συναλλαγής, και να ανακοινώνουν σαφώς τους τρόπους αυτούς στους συμμετέχοντες στην αγορά και στο επενδυτικό κοινό.

Διοικητικές κυρώσεις

51.-(1) Σε περίπτωση που ΚΕΠΕΥ ή διαχειριστής αγοράς που λειτουργεί ΠΜΔ παραβαίνει τις διατάξεις του παρόντος Κεφαλαίου ή/και των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων οδηγιών ή/και τις σχετικές διατάξεις του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1287/2006, η Επιτροπή δύναται να της και του επιβάλει διοικητικό πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις τριακόσιες πενήντα χιλιάδες ευρώ (€350.000) και, σε περίπτωση επανάληψης ή συνέχισης της παράβασης, διοικητικό πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις επτακόσιες χιλιάδες ευρώ (€700.000).

(2) Σε περίπτωση που πιστωτικό ίδρυμα, το οποίο έχει λάβει άδεια λειτουργίας στη Δημοκρατία, παραβαίνει τις διατάξεις των άρθρων 45 ή/και 46(2) του παρόντος Νόμου ή/και τις σχετικές διατάξεις του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1287/2006, η Επιτροπή δύναται να του επιβάλει διοικητικό πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις τριακόσιες πενήντα χιλιάδες ευρώ (€350.000) και, σε περίπτωση επανάληψης ή συνέχισης της παράβασης, διοικητικό πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις επτακόσιες χιλιάδες ευρώ (€700.000).

ΜΕΡΟΣ VI ΠΙΣΤΟΠΟΙΗΣΗ ΠΡΟΣΩΠΩΝ ΠΟΥ ΑΠΑΣΧΟΛΟΥΝΤΑΙ ΣΤΗΝ ΚΕΠΕΥ
Πιστοποίηση προσώπων που απασχολούνται στην ΚΕΠΕΥ

52.-(1) Τα πρόσωπα που απασχολούνται στην ΚΕΠΕΥ, για να μπορούν να ασκούν οποιοδήποτε από τα ακόλουθα καθήκοντα, πρέπει να πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 15 και να είναι εγγεγραμμένα στο δημόσιο μητρώο, κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 53:

(α) Λήψη και διαβίβαση εντολών σχετικών με ένα ή περισσότερα χρηματοοικονομικά μέσα·

(β) εκτέλεση εντολών για λογαριασμό πελατών·

(γ) διενέργεια συναλλαγών για ίδιο λογαριασμό·

(δ) διαχείριση χαρτοφυλακίων·

(ε) παροχή επενδυτικών συμβουλών·

(στ) αναδοχή ή και διάθεση χρηματοοικονομικών μέσων με ή χωρίς δέσμευση ανάληψης·

(2) Ανεξάρτητα από το εδάφιο (1), η Επιτροπή δύναται να επιτρέψει την ανάληψη προβλεπόμενου καθήκοντος στο εδάφιο (1), από πρόσωπα που δεν είναι εγγεγραμμένα στο δημόσιο μητρώο που προβλέπεται στο άρθρο 53, νοουμένου ότι η Επιτροπή ενημερωθεί εκ των προτέρων γραπτώς από την ΚΕΠΕΥ και εγκρίνει την εν λόγω ανάληψη καθηκόντων, τάσσοντας παράλληλα προθεσμία για την εγγραφή στο δημόσιο μητρώο που προβλέπεται στο άρθρο 53.

(3) Οι ΚΕΠΕΥ οφείλουν να απασχολούν μόνο πρόσωπα που συμμορφώνονται και πληρούν τις προϋποθέσεις τόσο του παρόντος άρθρου όσο και των κανονιστικών πράξεων που εκδίδονται δυνάμει του άρθρου 56.

Δημόσιο μητρώο

53.-(1) Η Επιτροπή συστήνει και διατηρεί ελεύθερα προσβάσιμο από το κοινό δημόσιο μητρώο στο οποίο εγγράφονται τα άτομα που έχουν επιτύχει σε εξετάσεις, οι οποίες διενεργούνται από την Επιτροπή.

(2) Η Επιτροπή δύναται με οδηγίες της να καθορίζει κάθε σχετικό θέμα αναφορικά με τη διαδικασία ενημέρωσης του δημόσιου μητρώου του εδαφίου (1), την εγγραφή, ανανέωση εγγραφής και διαγραφής προσώπων εγγεγραμμένων στο δημόσιο μητρώο, καθώς και οποιοδήποτε άλλο σχετικό θέμα.

(3) Οι εγγεγραμμένοι στο δημόσιο μητρώο του εδαφίου (1) οφείλουν να ενημερώνουν, χωρίς υπαίτια καθυστέρηση, το δημόσιο μητρώο για κάθε μεταβολή ως προς τα καταχωρημένα, σε αυτό, στοιχεία τους. Η Επιτροπή δύναται με οδηγίες της να εξειδικεύει τη διαδικασία που θα ακολουθείται για ενημέρωση του δημόσιου μητρώου.

(4) Η Επιτροπή δημοσιοποιεί πληροφορίες από το δημόσιο μητρώο του εδαφίου (1), είτε στο διαδικτυακό της τόπο είτε με οποιοδήποτε άλλο τρόπο ήθελε αποφασίσει.

(5) [Διαγράφηκε].

Καταβολή τελών

(1) Για σκοπούς εφαρμογής του παρόντος Μέρους, καταβάλλονται τέλη, το ύψος των οποίων καθορίζεται με οδηγίες της Επιτροπής.

(2) Τα τέλη του εδαφίου (1) αφορούν τα ακόλουθα:

(α) τέλη εξετάσεων,

(β) τέλη εξέτασης αιτήματος δυνάμει του άρθρου 52(2),

(γ) τέλη ετήσιας ανανέωσης εγγραφής στο δημόσιο μητρώο του άρθρου 53(1),

(γ) οποιαδήποτε άλλα τέλη σχετικά με το παρόν Μέρος.

Υφιστάμενες εγγραφές στο δημόσιο μητρώο

55. Πρόσωπα, τα οποία πριν την έναρξη ισχύος του περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών (Τροποποιητικού) (Αρ. 2) Νόμου του 2012 είναι εγγεγραμμένα στο δημόσιο μητρώο του άρθρου 53(1), παραμένουν εγγεγραμμένα και δύνανται να συνεχίσουν να παρέχουν τις υπηρεσίες για τις οποίες είναι εγγεγραμμένα, ως καθορίζεται σε οδηγία που εκδίδεται δυνάμει του άρθρου 56(2).

Έκδοση Οδηγιών

56. (1) Οι Εποπτικές Αρχές δύνανται να καθορίζουν, εξειδικεύουν ή διευκρινίζουν τα προσόντα που απαιτείται να πληροί ένα πρόσωπο για να δύναται να ασκεί οποιοδήποτε από τα καθήκοντα του άρθρου 52(1).

(2) Η Επιτροπή δύναται με οδηγίες της να καθορίζει, εξειδικεύει ή διευκρινίζει τη συχνότητα, τον τρόπο διενέργειας και το περιεχόμενο των εξετάσεων, την εξεταστέα ύλη καθώς και οποιαδήποτε άλλο θέμα χρήζει καθορισμού, εξειδίκευσης ή διευκρίνισης δυνάμει του παρόντος Μέρους.

Διοικητικές Κυρώσεις

57. Σε περίπτωση που ΚΕΠΕΥ παραβαίνει τις διατάξεις του παρόντος Μέρους καθώς και των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων οδηγιών, η Επιτροπή δύναται να της επιβάλει διοικητικό πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις εκατό εβδομήντα πέντε χιλιάδες ευρώ (€175.000) και, σε περίπτωση επανάληψης ή συνέχισης της παράβασης, διοικητικό πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις τριακόσιες πενήντα χιλιάδες ευρώ (€350.000).

ΜΕΡΟΣ VII ΑΜΕΙΑ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗΣ ΕΠΕΝΔΥΤΩΝ
Έναρξη παροχής υπηρεσιών

58. Χωρίς επηρεασμό των άρθρων 17, 119 και 123, οι ΚΕΠΕΥ, οι κατά το εδάφιο (1) του άρθρου 78 ΕΠΕΥ και τα πιστωτικά ιδρύματα τα οποία έχουν λάβει άδεια λειτουργίας στη Δημοκρατία δεν επιτρέπεται να παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες χωρίς να συμμετέχουν στα κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 59 Ταμεία Αποζημίωσης Επενδυτών.

Λειτουργία Ταμείων Αποζημίωσης Επενδυτών

59.-(1) Λειτουργούν στη Δημοκρατία τρία Ταμεία Αποζημίωσης Επενδυτών, το Ταμείο Αποζημίωσης Επενδυτών Πελατών ΕΠΕΥ (ΤΑΕ Πελατών ΕΠΕΥ), το Ταμείο Αποζημίωσης Πελατών Τραπεζών (ΤΑΕ Πελατών Τραπεζών) και το Ταμείο Αποζημίωσης Πελατών Συνεργατικών Πιστωτικών Ιδρυμάτων (ΤΑΕ Πελατών ΣΠΙ).

(2) Το ΤΑΕ Πελατών ΕΠΕΥ και το ΤΑΕ Πελατών Τραπεζών τα οποία ιδρύθηκαν δυνάμει του περί του Επιχειρήσεων Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (Ε.Π.Ε.Υ.) Νόμου, συνεχίζουν να υφίστανται ωσάν εάν είχαν ιδρυθεί από τον παρόντα Νόμο και οι αρμοδιότητες και λειτουργίες τους ρυθμίζονται από τις διατάξεις του παρόντος Νόμου ή/και των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων οδηγιών.

(3) Το ΤΑΕ Πελατών ΣΠΙ ιδρύεται, δυνάμει του παρόντος Νόμου, ως νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, του οποίου οι αρμοδιότητες και η λειτουργία ρυθμίζονται από τις διατάξεις του παρόντος Νόμου και των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων οδηγιών. Το ΤΑΕ Πελατών ΣΠΙ αρχίζει τη λειτουργία του ένα μήνα μετά την έκδοση οδηγιών δυνάμει του άρθρου 64.

Διοίκηση ΤΑΕ

60.-(1) Η διοίκηση του κάθε ΤΑΕ που προβλέπεται στο άρθρο 59, η οποία συμπεριλαμβάνει τη διαχείριση και εκπροσώπησή τους, ασκείται από πενταμελή Διαχειριστική Επιτροπή.

(2) Τα μέλη της Διαχειριστικής Επιτροπής που προβλέπεται στο εδάφιο (1) πρέπει να είναι αναγνωρισμένου κύρους και ήθους και να διαθέτουν τις απαραίτητες γνώσεις επί χρηματοοικονομικών ή λογιστικών ή τραπεζικών θεμάτων ή θεμάτων της κεφαλαιαγοράς προς άσκηση του λειτουργήματός τους.

(3) Έκαστη Διαχειριστική Επιτροπή που προβλέπεται στο εδάφιο (1) ασκεί όλες τις προβλεπόμενες, στο παρόν Μέρος και στις δυνάμει αυτού εκδιδόμενες οδηγίες, εξουσίες και αρμοδιότητες και εκπροσωπεί το αντίστοιχο ΤΑΕ δικαστικώς και εξωδίκως, ενώ είναι αρμόδια να αποφασίζει για κάθε πράξη που αφορά τη διοίκησή του, τη διαχείριση της περιουσίας του και τη γενική επιδίωξη του σκοπού του.

Διαχειριστική Επιτροπή ΤΑΕ Πελατών ΕΠΕΥ

61.-(1) Τα μέλη της Διαχειριστικής Επιτροπής του ΤΑΕ Πελατών ΕΠΕΥ είναι τα ακόλουθα:

(α) Ένας εκπρόσωπος με τον αναπληρωτή του, τους οποίους προτείνει η Επιτροπή·

(β) ένας εκπρόσωπος με τον αναπληρωτή του, τους οποίους προτείνει το Συμβούλιο του ΧΑΚ·

(γ) δύο εκπρόσωποι με τους αναπληρωτές τους, τους οποίους προτείνουν οι φορείς των ενδιαφερόμενων μερών, συμπεριλαμβανομένου του Κυπριακού Συνδέσμου Επιχειρήσεων Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών·

(δ) ένας εκπρόσωπος με τον αναπληρωτή του, τους οποίους προτείνει ο Υπουργός.

(2) Τα μέλη της Διαχειριστικής Επιτροπής του εδαφίου (1) μαζί με τους αναπληρωτές τους, οι οποίοι αντικαθιστούν τα μέλη σε περίπτωση απουσίας ή κωλύματός τους, διορίζονται, για τριετή θητεία, με απόφαση του Υπουργού που δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας. Πριν το διορισμό των προσώπων που αναφέρονται στις παραγράφους (α), (β) και (γ) του εδαφίου (1), ο Υπουργός ζητεί και λαμβάνει υπόψη του τις εισηγήσεις της Επιτροπής και των φορέων που αναφέρονται στις εν λόγω παραγράφους.

(3) Μετά τη λήξη της θητείας των πρωτοδιοριζόμενων μελών που αναφέρονται στην παράγραφο (γ) του εδαφίου (1), τα μέλη αυτά εκλέγονται από τη Γενική Συνέλευση των μελών του ΤΑΕ Πελατών ΕΠΕΥ.

Διαχειριστική Επιτροπή ΤΑΕ Πελατών Τραπεζών

62.-(1) Τα μέλη της Διαχειριστικής Επιτροπής του ΤΑΕ Πελατών Τραπεζών είναι-

(α) Ο εκάστοτε Διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας, ο οποίος εκτελεί χρέη Πρόεδρου·

(β) ο εκάστοτε προϊστάμενος της Διεύθυνσης Ρυθμίσεως και Εποπτείας Τραπεζικών Ιδρυμάτων της Κεντρικής Τράπεζας, ο οποίος εκτελεί χρέη αντιπροέδρου·

(γ) δύο εκπρόσωποι των τραπεζών, με τους αναπληρωτές τους, ο ένας εκ των οποίων προτείνεται από το Σύνδεσμο Εμπορικών Τραπεζών Κύπρου και ο άλλος από τον Σύνδεσμο Τραπεζών Διεθνών Δραστηριοτήτων·

(δ) ένας εκπρόσωπος του Υπουργού Οικονομικών με τον αναπληρωτή του, οι οποίοι προτείνονται από τον Υπουργό.

(2) Σε περίπτωση απουσίας ή κωλύματός του, τον πρόεδρο της Διαχειριστικής Επιτροπής του ΤΑΕ Πελατών Τραπεζών αναπληρώνει ο αντιπρόεδρός της και τον αντιπρόεδρο αναπληρώνει ένας ανώτερος υπάλληλος της Διεύθυνσης Ρυθμίσεως και Εποπτείας Τραπεζικών Ιδρυμάτων της Κεντρικής Τράπεζας, που υποδεικνύει ο Διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας.

(3) Τα μέλη της Διαχειριστικής Επιτροπής που αναφέρονται στις παραγράφους (γ) και (δ) του εδαφίου (1) και οι αναπληρωτές τους, οι οποίοι αντικαθιστούν τα μέλη σε περίπτωση απουσίας ή κωλύματός τους, διορίζονται με απόφαση του Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας. Η θητεία των μελών που αναφέρονται στο παρόν εδάφιο είναι πενταετής.

Διαχειριστική Επιτροπή ΤΑΕ Πελατών ΣΠΙ

63.-(1) Τα μέλη της Διαχειριστικής Επιτροπής του ΤΑΕ Πελατών ΣΠΙ είναι-

(α) Ο εκάστοτε Έφορος ΥΕΑΣΕ, ο οποίος εκτελεί χρέη προέδρου·

(β) ο εκάστοτε αντικαταστάτης του Έφορου ΥΕΑΣΕ δυνάμει του εδαφίου (1) του άρθρου 4Α του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου, ο οποίος εκτελεί χρέη αντιπροέδρου·

(γ) ένας εκπρόσωπος του Υπουργείου Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού με τον αναπληρωτή του, οι οποίοι προτείνονται από τον Υπουργό Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού·

(δ) ένας εκπρόσωπος της Συνεργατικής Κεντρικής Τράπεζας Λτδ - Κεντρικού Φορέα με τον αναπληρωτή του, οι οποίοι προτείνονται από την επιτροπεία της·

(ε) ένας εκπρόσωπος, με τον αναπληρωτή του, οι οποίοι προτείνονται από την Παγκύπρια Συνεργατική Συνομοσπονδία Λτδ.

(2) Σε περίπτωση απουσίας ή κωλύματός του, τον πρόεδρο της Διαχειριστικής Επιτροπής του ΤΑΕ Πελατών ΣΠΙ αναπληρώνει ο αντιπρόεδρος της και τον αντιπρόεδρο αναπληρώνει ένα εκ των ανώτερων στελεχών της ΥΕΑΣΕ, που υποδεικνύει ο Έφορος ΥΕΑΣΕ.

(3) Τα μέλη της Διαχειριστικής Επιτροπής που αναφέρονται στις παραγράφους (γ), (δ) και (ε) του εδαφίου (1) και οι αναπληρωτές τους, οι οποίοι αντικαθιστούν τα μέλη σε περίπτωση απουσίας ή κωλύματός τους, διορίζονται με απόφαση του Εφόρου ΥΕΑΣΕ. Η θητεία των μελών που αναφέρονται στο παρόν εδάφιο είναι πενταετής.

Έκδοση Οδηγιών

64. Η κάθε Εποπτική Αρχή δύναται με οδηγίες της να ρυθμίζει τη μορφή, διοίκηση, οργάνωση και γενικά τη λειτουργία του αντίστοιχου ΤΑΕ που αναφέρεται στο άρθρο 59 και ειδικότερα-

(α) Τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία συμμετοχής σε αυτό·

(β) την εισφορά κάθε μέλους του ΤΑΕ·

(γ) την αποχώρηση μέλους του ΤΑΕ ·

(δ) το ύψος της καταβαλλόμενης αποζημίωσης προς τους πελάτες των μελών του ΤΑΕ, τις προϋποθέσεις καταβολής αποζημίωσης, καθώς και όλα τα θέματα που σχετίζονται με την υποβολή και τον έλεγχο των αιτήσεων αποζημίωσης πελατών των μελών του ΤΑΕ·

(ε) τους πελάτες των μελών του ΤΑΕ που δεν καλύπτονται από αυτά·

(στ) τα έσοδα, τη διοίκηση, τη διαχείριση, την εποπτεία και τον έλεγχο του ΤΑΕ·

(ζ) οποιοδήποτε άλλο σχετικό με τα πιο πάνω θέμα.

Ενημέρωση επενδυτών για την κάλυψή τους από σύστημα αποζημίωσης επενδυτών

65. Οι ΚΕΠΕΥ, οι καθοριζόμενες στο εδάφιο (1) του άρθρου 78 ΕΠΕΥ, και τα πιστωτικά ιδρύματα που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας στη Δημοκρατία υποχρεούνται να γνωστοποιούν στους πελάτες τους, πριν από τη σύναψη σύμβασης μαζί τους, το σύστημα αποζημίωσης επενδυτών στο οποίο συμμετέχουν, το ύψος της καταβαλλόμενης αποζημίωσης, τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία υποβολής αιτήσεων για καταβολή αποζημίωσης, καθώς και οποιαδήποτε άλλη μορφή ισοδύναμης προστασίας των πελατών τους παρέχουν.

Διοικητικές κυρώσεις

66. Σε περίπτωση που ΚΕΠΕΥ ή τα πιστωτικά ιδρύματα που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας στη Δημοκρατία παραβαίνουν τις διατάξεις του παρόντος Μέρους καθώς και των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων οδηγιών, η αρμόδια Εποπτική Αρχή δύναται να επιβάλει σε κάθε παραβάτη διοικητικό πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις εκατό εβδομήντα πέντε χιλιάδες ευρώ (€175.000) και, σε περίπτωση επανάληψης ή συνέχισης της παράβασης, διοικητικό πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις τριακόσιες πενήντα χιλιάδες ευρώ (€350.000).

ΜΕΡΟΣ VIII ΚΕΦΑΛΑΙΑΚΗ ΕΠΑΡΚΕΙΑ ΚΕΠΕΥ
Ίδια κεφάλαια ΚΕΠΕΥ

67.-(1) Η ΚΕΠΕΥ οφείλει να διαθέτει καθ’ όλη τη διάρκεια λειτουργίας της ίδια κεφάλαια, τα οποία να υπερβαίνουν ή να ισούνται με το άθροισμα των κεφαλαιακών της απαιτήσεων.

(2) Ανεξαρτήτως των όσων ορίζονται στο εδάφιο (1), τα ίδια κεφάλαια της ΚΕΠΕΥ δεν επιτρέπεται σε καμία περίπτωση να μειωθούν κάτω από το επίπεδο του αρχικού κεφαλαίου κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 10.

(3) Εάν τα ίδια κεφάλαια της ΚΕΠΕΥ μειωθούν κάτω από το επίπεδο των εδαφίων (1) και (2), αυτό κοινοποιείται αμέσως στην Επιτροπή, η οποία δύναται, εφόσον οι περιστάσεις το δικαιολογούν και κατά την απόλυτη της κρίση, να ορίσει περιορισμένη χρονική περίοδο εντός της οποίας η ΚΕΠΕΥ οφείλει να επανορθώσει την κατάστασή τους.

Διαδικασία αξιολόγησης ΚΕΠΕΥ

68. Η ΚΕΠΕΥ οφείλει να διαθέτει αξιόπιστες, αποτελεσματικές και πλήρεις στρατηγικές και διαδικασίες για την αξιολόγηση και τη διατήρηση σε διαρκή βάση του ύψους, της σύνθεσης και της κατανομής των εσωτερικών της κεφαλαίων που θεωρεί κατάλληλα για την κάλυψη της φύσης και του επιπέδου των κινδύνων τους οποίους ενδέχεται να αναλάβει. Οι εν λόγω στρατηγικές και διαδικασίες υπόκεινται σε τακτική εσωτερική επανεξέταση ώστε να εξασφαλιστεί ότι παραμένουν πλήρεις και αναλογικές προς τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων της ΚΕΠΕΥ.

Χρηματοδοτικά ανοίγματα ΚΕΠΕΥ

69.-(1) Η ΚΕΠΕΥ δεν δύναται να έχει, ως προς ένα πρόσωπο ή μια ομάδα συνδεδεμένων προσώπων, χρηματοδοτικά ανοίγματα των οποίων το συνολικό ποσό υπερβαίνει των ορίων που καθορίζονται με οδηγίες της Επιτροπής.

(2) Η ΚΕΠΕΥ δεν δύναται να έχει μεγάλα χρηματοδοτικά ανοίγματα έναντι προσώπων των οποίων το συνολικό ποσό υπερβαίνει των ορίων που καθορίζονται με οδηγίες της Επιτροπής.

(3) Η ΚΕΠΕΥ οφείλει να έχει υγιείς, διοικητικές και λογιστικές διαδικασίες και επαρκείς μηχανισμούς εσωτερικού ελέγχου για την επισήμανση και τη λογιστική καταγραφή όλων των μεγάλων χρηματοδοτικών της ανοιγμάτων και των επακόλουθων μεταβολών τους, καθώς και για την εποπτεία αυτών, λαμβάνοντας υπόψη την πολιτική που ακολουθεί σε θέματα χρηματοδοτικών ανοιγμάτων.

(4) Εάν, σε εξαιρετική περίπτωση, τα αναληφθέντα χρηματοδοτικά ανοίγματα υπερβαίνουν τα προβλεπόμενα όρια στα εδάφια (1) και (2), αυτό κοινοποιείται αμέσως στην Επιτροπή, η οποία δύναται, εφόσον οι περιστάσεις το δικαιολογούν και κατά την απόλυτη της κρίση, να παράσχει περιορισμένη προθεσμία προκειμένου η ΚΕΠΕΥ να συμμορφωθεί ως προς τα εν λόγω όρια.

Εποπτεία Επιτροπής

70.-(1) Η Επιτροπή εξετάζει τις ρυθμίσεις, τις στρατηγικές, τις διαδικασίες και τους μηχανισμούς που εφαρμόζει η ΚΕΠΕΥ προκειμένου να συμμορφωθεί με τις διατάξεις του παρόντος Μέρους και αξιολογεί τους κινδύνους τους οποίους η ΚΕΠΕΥ έχει αναλάβει ή ενδέχεται να αναλάβει.

(2) Βάσει της εξέτασης και της αξιολόγησης που προβλέπονται στο εδάφιο (1), η Επιτροπή προσδιορίζει κατά πόσο οι ρυθμίσεις, οι στρατηγικές, οι διαδικασίες και οι μηχανισμοί που εφαρμόζει η ΚΕΠΕΥ, καθώς και τα ίδια κεφάλαια της, εξασφαλίζουν την υγιή διαχείριση και την κάλυψη των κινδύνων της.

(3) Η Επιτροπή καθορίζει τη συχνότητα και την ένταση της εξέτασης και της αξιολόγησης του εδαφίου (1) λαμβάνοντας υπόψη το μέγεθος, τη συστημική σπουδαιότητα, τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων της ΚΕΠΕΥ λαμβάνοντας υπόψη της κατά τον καθορισμό αυτόν την αρχή της αναλογικότητας. Η εξέταση και αξιολόγηση επικαιροποιούνται τουλάχιστον σε ετήσια βάση.

Μεμονωμένη και ενοποιημένη βάση

71.-(1) Η ΚΕΠΕΥ οφείλει να συμμορφώνεται με τις υποχρεώσεις του παρόντος Μέρους σε μεμονωμένη βάση.

(2) Επιπρόσθετα των απαιτήσεων του εδαφίου (1), η ΚΕΠΕΥ, που εμπίπτει στις προϋποθέσεις ενοποιημένης εποπτείας όπως αυτές καθορίζονται με οδηγίες της Επιτροπής, οφείλει να συμμορφώνεται με τις υποχρεώσεις του παρόντος Μέρους και σε ενοποιημένη βάση.

(3) Η ΚΕΠΕΥ η οποία οφείλει να συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις των παραγράφων (ε) και (στ) του εδαφίου (2) και με τις απαιτήσεις του άρθρου 68, συμμορφώνεται με αυτές τις απαιτήσεις με την επιφύλαξη οδηγίας της Επιτροπής εκδιδόμενης δυνάμει του άρθρου 73.

Δημοσιοποίηση και υποβολή πληροφοριών σχετικών με την κεφαλαιακή επάρκεια της ΚΕΠΕΥ

72. Η ΚΕΠΕΥ οφείλει να δημοσιοποιεί και να υποβάλλει στην Επιτροπή τις πληροφορίες που σχετίζονται με την κεφαλαιακή της επάρκεια, ως αυτές θα καθορίζονται με τις δυνάμει των παραγράφων (ζ) και (η) του άρθρου 73 εκδιδόμενες οδηγίες.

Έκδοση οδηγιών

73. Η Επιτροπή δύναται με οδηγίες της να καθορίζει, εξειδικεύει ή διευκρινίζει:

(α) Τις αρχές και τις μεθόδους υπολογισμού των ιδίων κεφαλαίων, καθώς και το ελάχιστο ύψος αυτών, κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 67·

(β) τις μεθόδους ή και τις εναλλακτικές επιλογές υπολογισμού των κεφαλαιακών απαιτήσεων, κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 67·

(γ) τις στρατηγικές και διαδικασίες κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 68·

(δ) την ερμηνεία του όρου «μεγάλα χρηματοδοτικά ανοίγματα», τους περιορισμούς και τα όρια τους, καθώς και τις περιπτώσεις ανοιγμάτων που δεν εμπίπτουν ή εξαιρούνται από τον ορισμό των χρηματοδοτικών ανοιγμάτων, κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 69·

(ε) τα τεχνικά κριτήρια εξέτασης και αξιολόγησης από την Επιτροπή των όσων προβλέπονται στο άρθρο 70·

(στ) τις προϋποθέσεις ενοποιημένης εποπτείας, κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 71, καθώς και όλα τα αναφερόμενα στις προηγούμενες παραγράφους εξετάζοντας τα σε ενοποιημένη βάση·

(ζ) τις πληροφορίες που υποβάλλονται από τις ΚΕΠΕΥ στην Επιτροπή, καθώς και τον τρόπο και τη συχνότητα υποβολής τους κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 72·

(η) τις πληροφορίες που δημοσιοποιούνται από τις ΚΕΠΕΥ, καθώς και τον τρόπο και τη συχνότητα δημοσιοποίησής τους κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 72, καθώς τις πληροφορίες που δημοσιοποιούνται από την Επιτροπή καθώς και τον τρόπο και τη συχνότητα δημοσιοποίησής τους·

(θ) κάθε άλλο σχετικό με τα πιο πάνω θέμα.

Διοικητικές κυρώσεις

74. Σε περίπτωση που ΚΕΠΕΥ παραβαίνει τις διατάξεις του παρόντος Μέρους καθώς και των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων οδηγιών, η Επιτροπή δύναται, σταθμίζοντας, κατά την απόλυτη της κρίση, τη βαρύτητα της παράβασης-

(α) Να τάξει στην ΚΕΠΕΥ προθεσμία συμμόρφωσης κατά τα προβλεπόμενα στο εδάφιο (3) του άρθρου 67 και στο εδάφιο (4) του άρθρου 69·

(β) να επιβάλει στην ΚΕΠΕΥ διοικητικό πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις εκατό εβδομήντα πέντε χιλιάδες ευρώ (€175.000) και, σε περίπτωση επανάληψης ή συνέχισης της παράβασης, διοικητικό πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις τριακόσιες πενήντα χιλιάδες ευρώ (€350.000)· η/και

(γ) να προβεί σε ανάκληση ή αναστολή της άδειας λειτουργίας της ΚΕΠΕΥ κατά τα προβλεπόμενα στα άρθρα 25 και 26.

ΜΕΡΟΣ ΙΧ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΚΕΠΕΥ ΚΑΙ ΕΠΕΥ ΚΡΑΤΩΝ ΜΕΛΩΝ ΚΑΙ ΤΡΙΤΩΝ ΧΩΡΩΝ
Κεφάλαιο Α - Ίδρυση υποκαταστήματος
Ίδρυση υποκαταστήματος ΚΕΠΕΥ στη Δημοκρατία

75.-(1) ΚΕΠΕΥ δύναται να παρέχει επενδυτικές και παρεπόμενες υπηρεσίες ή/και να ασκεί επενδυτικές δραστηριότητες μέσω ίδρυσης υποκαταστήματος στη Δημοκρατία, υπό τον όρο ότι οι υπηρεσίες ή/και οι δραστηριότητες αυτές καλύπτονται από την άδεια λειτουργίας που χορηγήθηκε στην ΚΕΠΕΥ. Η παροχή παρεπόμενων υπηρεσιών επιτρέπεται μόνο σε συνδυασμό με επενδυτική υπηρεσία ή/και δραστηριότητα.

(2) ΚΕΠΕΥ, η οποία προτίθεται να ιδρύσει υποκατάστημα στη Δημοκρατία, γνωστοποιεί γραπτώς την πρόθεσή της αυτή στην Επιτροπή, καθώς και τις ακόλουθες πληροφορίες σχετικά με το υποκατάστημα:

(α) Τη διεύθυνση·

(β) τα πρόσωπα που θα το διευθύνουν, καθώς και την οργανωτική του δομή·

(γ) το πρόγραμμα δραστηριοτήτων του, το οποίο αναφέρει ιδίως τις επενδυτικές και παρεπόμενες υπηρεσίες που προτίθεται να παρέχει ή/και τις επενδυτικές δραστηριότητες που προτίθεται να ασκεί.

(3) Η Επιτροπή, αφού λάβει υπόψη τις υπηρεσίες που προτίθεται να παρέχει ή/και τις δραστηριότητες που προτίθεται να ασκεί το υποκατάστημα της ΚΕΠΕΥ, ανακοινώνει, εντός τριών μηνών από την ημερομηνία υποβολής όλων των προβλεπόμενων πληροφοριών στο εδάφιο (2), την απόφαση της στην ΚΕΠΕΥ -

(α) Να επιτρέψει την ίδρυση υποκαταστήματος, σε περίπτωση που δεν έχει λόγους να αμφιβάλλει για την επάρκεια της διοικητικής οργάνωσης ή/και της χρηματοοικονομικής κατάστασης της ΚΕΠΕΥ· ή

(β) να απαγορεύσει την ίδρυση υποκαταστήματος, σε περίπτωση που έχει λόγους να αμφιβάλλει για την επάρκεια της διοικητικής οργάνωσης ή/και της χρηματοοικονομικής κατάστασης της ΚΕΠΕΥ.

(4) Σε περίπτωση επικείμενης μεταβολής των προβλεπόμενων πληροφοριών στο εδάφιο (2), η ΚΕΠΕΥ γνωστοποιεί γραπτώς την πρόθεσή της για τις μεταβολές αυτές στην Επιτροπή, ένα μήνα τουλάχιστον πριν επιφέρει τις μεταβολές.

(5) Η Επιτροπή δύναται, κατ' ανάλογη εφαρμογή του εδαφίου (3), να επιτρέψει ή να απαγορεύσει την επέλευση των αναφερομένων στο εδάφιο (4) μεταβολών, οπόταν και ανακοινώνει την απόφαση της στην ΚΕΠΕΥ, εντός της προβλεπόμενης χρονικής προθεσμίας στο εδάφιο (4).

Ίδρυση υποκαταστήμα-τος ΚΕΠΕΥ σε άλλο κράτος μέλος ή και τρίτη χώρα

76.-(1) ΚΕΠΕΥ δύναται να παρέχει επενδυτικές και παρεπόμενες υπηρεσίες ή/και να ασκεί επενδυτικές δραστηριότητες μέσω της ίδρυσης υποκαταστήματος σε άλλο κράτος μέλος ή/και τρίτη χώρα, υπό τον όρο ότι οι υπηρεσίες ή και δραστηριότητες αυτές καλύπτονται από την άδεια λειτουργίας που χορηγήθηκε στην ΚΕΠΕΥ. Η παροχή παρεπόμενων υπηρεσιών επιτρέπεται μόνο σε συνδυασμό με επενδυτική υπηρεσία ή/και δραστηριότητα.

(2) ΚΕΠΕΥ, η οποία προτίθεται να ιδρύσει υποκατάστημα σε άλλο κράτος μέλος ή/και τρίτη χώρα, γνωστοποιεί γραπτώς την πρόθεσή της αυτή στην Επιτροπή, καθώς και τις ακόλουθες πληροφορίες:

(α) Το κράτος μέλος ή την τρίτη χώρα που προτίθεται να ιδρύσει το υποκατάστημα·

(β) τη διεύθυνση του υποκαταστήματος·

(γ) τα πρόσωπα που θα διευθύνουν το υποκατάστημα, καθώς και την οργανωτική του δομή·

(δ) το πρόγραμμα δραστηριοτήτων του υποκαταστήματος, το οποίο αναφέρει ιδίως τις επενδυτικές και παρεπόμενες υπηρεσίες που προτίθεται να παρέχει ή/και τις επενδυτικές δραστηριότητες που προτίθεται να ασκεί·

(ε) σε περίπτωση ίδρυσης υποκαταστήματος σε άλλο κράτος μέλος, κατά πόσο η ΚΕΠΕΥ σκοπεύει να χρησιμοποιήσει συνδεδεμένους αντιπροσώπους στο κράτος μέλος υποδοχής· σε περίπτωση συνδεδεμένου αντιπροσώπου εγκατεστημένου σε κράτος μέλος άλλο από τη Δημοκρατία, ο εν λόγω συνδεδεμένος αντιπρόσωπος εξομοιώνεται προς υποκατάστημα και υπόκειται στις περί υποκαταστημάτων διατάξεις του παρόντος Νόμου.

(3) Η Επιτροπή, αφού λάβει υπόψη τις υπηρεσίες που προτίθεται να παρέχει ή/και τις δραστηριότητες που προτίθεται να ασκεί το υποκατάστημα της ΚΕΠΕΥ, δύναται, εντός τριών μηνών από την ημερομηνία υποβολής όλων των προβλεπόμενων πληροφοριών στο εδάφιο (2)-

(α) Να επιτρέψει την ίδρυση του υποκαταστήματος, εφόσον δεν έχει λόγους να αμφιβάλει για την επάρκεια της διοικητικής οργάνωσης ή/και της χρηματοοικονομικής κατάστασης της ΚΕΠΕΥ· εάν πρόκειται για ίδρυση υποκαταστήματος σε άλλο κράτος μέλος, η Επιτροπή ανακοινώνει τις εν λόγω πληροφορίες στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής, καθώς και πληροφορίες σχετικά με το ΤΑΕ Πελατών ΕΠΕΥ που ισχύει στη Δημοκρατία, με κοινοποίηση στην ΚΕΠΕΥ· εάν πρόκειται για ίδρυση υποκαταστήματος σε τρίτη χώρα, η Επιτροπή ανακοινώνει την απόφασή της στην ΚΕΠΕΥ· η αρμόδια αρχή της τρίτης χώρας ενημερώνεται σχετικά μόνο κατόπιν αιτήματος της ιδίας της αρχής· ή

(β) να απαγορεύσει την ίδρυση υποκαταστήματος, εφόσον έχει λόγους να αμφιβάλει για την επάρκεια της διοικητικής οργάνωσης ή/και της χρηματοοικονομικής κατάστασης της ΚΕΠΕΥ, οπότε και ανακοινώνει την απόφασή της στην ΚΕΠΕΥ.

(4) Το υποκατάστημα της ΚΕΠΕΥ δύναται να ιδρυθεί και να αρχίσει τη λειτουργία του στο κράτος μέλος υποδοχής μόλις λάβει ειδοποίηση από τις αρμόδιες αρχές του εν λόγω κράτους μέλους ή, ελλείψει παρόμοιας ειδοποίησης, το αργότερο εντός δύο μηνών από την ημερομηνία της ανακοίνωσης των προβλεπόμενων πληροφοριών στην παράγραφο (α) του εδαφίου (3) στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής.

(5) Σε περίπτωση επικείμενης μεταβολής των προβλεπόμενων πληροφοριών στο εδάφιο (2), η ΚΕΠΕΥ γνωστοποιεί γραπτώς την πρόθεσή της για τις μεταβολές αυτές στην Επιτροπή ένα μήνα τουλάχιστον πριν επιφέρει τις μεταβολές.

(6) Η Επιτροπή δύναται, κατ’ ανάλογη εφαρμογή του εδαφίου (3), να επιτρέψει ή να απαγορεύσει την επέλευση των προβλεπόμενων στο εδάφιο (5) μεταβολών, οπόταν και ανακοινώνει την απόφασή της στην ΚΕΠΕΥ εντός της προβλεπόμενης χρονικής προθεσμίας στο εδάφιο (5). Σε περίπτωση υποκαταστήματος ΚΕΠΕΥ σε άλλο κράτος μέλος, οι μεταβολές αυτές ανακοινώνονται από την Επιτροπή και στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής. Σε περίπτωση υποκαταστήματος ΚΕΠΕΥ σε τρίτη χώρα, η Επιτροπή ενημερώνει την αρμόδια αρχή της τρίτης χώρας μόνο κατόπιν αιτήματος της ίδιας της αρχής·

(7) Η Επιτροπή ενημερώνει την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής, στο οποίο λειτουργεί υποκατάστημα της ΚΕΠΕΥ, για κάθε μεταβολή των προβλεπόμενων πληροφοριών στην παράγραφο (α) του εδαφίου (3), που σχετίζονται με το ΤΑΕ Πελατών ΕΠΕΥ.

(8) Η Επιτροπή δύναται, κατά την άσκηση των καθηκόντων της και αφού ενημερώσει τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής, να προβαίνει σε επιτόπιους ελέγχους στο υποκατάστημα της ΚΕΠΕΥ.

Ίδρυση υποκαταστήματος στη Δημοκρατία από ΕΠΕΥ άλλου κράτους μέλους

77.-(1) ΕΠΕΥ που έχει λάβει άδεια λειτουργίας και εποπτεύεται από αρμόδια αρχή άλλου κράτους μέλους δύναται να παρέχει επενδυτικές και παρεπόμενες υπηρεσίες ή/και να ασκεί επενδυτικές δραστηριότητες στη Δημοκρατία με την ίδρυση υποκαταστήματος, υπό τον όρο ότι οι υπηρεσίες ή/και δραστηριότητες αυτές καλύπτονται από την άδεια λειτουργίας της. Η παροχή παρεπόμενων υπηρεσιών επιτρέπεται μόνο σε συνδυασμό με επενδυτική υπηρεσία ή/και δραστηριότητα.

(2) Η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής της ΕΠΕΥ ανακοινώνει τις ακόλουθες πληροφορίες στην Επιτροπή:

(α) Τη διεύθυνση του υποκαταστήματος·

(β) τα πρόσωπα που θα διευθύνουν το υποκατάστημα, καθώς και την οργανωτική του δομή·

(γ) το πρόγραμμα δραστηριοτήτων του υποκαταστήματος, το οποίο αναφέρει ιδίως τις επενδυτικές και παρεπόμενες υπηρεσίες που προτίθεται να παρέχει ή/και τις επενδυτικές δραστηριότητες που προτίθεται να ασκεί·

(δ) κατά πόσο η ΕΠΕΥ σκοπεύει να χρησιμοποιήσει συνδεδεμένους αντιπροσώπους στη Δημοκρατία· σε περίπτωση συνδεδεμένου αντιπροσώπου εγκατεστημένου στη Δημοκρατία, ο εν λόγω συνδεδεμένος αντιπρόσωπος εξομοιώνεται προς υποκατάστημα και υπόκειται στις περί υποκαταστημάτων διατάξεις του παρόντος Νόμου·

(ε) πληροφορίες σχετικά με το εγκεκριμένο σύστημα αποζημίωσης του οποίου η ΕΠΕΥ είναι μέλος.

(3) Το υποκατάστημα της ΕΠΕΥ δύναται να ιδρυθεί και να αρχίσει τη λειτουργία του στη Δημοκρατία μόλις λάβει ειδοποίηση από την Επιτροπή ή, ελλείψει παρόμοιας ειδοποίησης, το αργότερο εντός δύο μηνών από την ημερομηνία της προβλεπόμενης ανακοίνωσης στο εδάφιο (2) από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής.

(4) Σε περίπτωση επικείμενης μεταβολής των προβλεπόμενων πληροφοριών στο εδάφιο (2), η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής της ΕΠΕΥ ενημερώνει την Επιτροπή.

(5)(α) Η ΕΠΕΥ οφείλει, ως προς τις υπηρεσίες που παρέχει ή τις δραστηριότητες που ασκεί το υποκατάστημά της στη Δημοκρατία, να συμμορφώνεται με τις προβλεπόμενες υποχρεώσεις στα άρθρα 36, 38, 39, 43, 44, 45, 47 και 48 και στις δυνάμει αυτών εκδιδόμενες οδηγίες, καθώς και στον Κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1287/2006.

(β) Η Επιτροπή δύναται να ζητεί την υποβολή πληροφοριών για τις ρυθμίσεις που έλαβε το υποκατάστημα της εν λόγω ΕΠΕΥ προς συμμόρφωση με τις αναφερόμενες υποχρεώσεις στην παράγραφο (α), να τις εξετάζει και να ζητεί όποιες αλλαγές είναι απολύτως απαραίτητες ώστε να έχει τη δυνατότητα να επιβάλλει την τήρηση των υποχρεώσεων που προβλέπονται στα άρθρα 36, 38, 39, 43, 44, 45, 47 και 48, καθώς και στις δυνάμει αυτών εκδιδόμενες οδηγίες και στον Κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1287/2006, όσον αφορά τις υπηρεσίες που παρέχει ή/και τις δραστηριότητες που ασκεί στη Δημοκρατία το υποκατάστημα.

(6) Η ΕΠΕΥ μεριμνά ώστε να καταγράφονται όλες οι υπηρεσίες που παρέχει και οι συναλλαγές που εκτελεί το υποκατάστημά της στη Δημοκρατία κατά τρόπο που να επιτρέπει στην Επιτροπή να ελέγχει τη συμμόρφωσή του με όλες τις υποχρεώσεις του έναντι των πελατών ή των πιθανών πελατών του. Η υποχρέωση αυτή εφαρμόζεται με την επιφύλαξη της δυνατότητας της αρμόδιας αρχής του κράτους μέλους καταγωγής να έχει άμεση πρόσβαση στις σχετικές καταχωρήσεις.

(7) Η ΕΠΕΥ οφείλει να συντάσσει και να αποστέλλει στην Επιτροπή εντός τεσσάρων μηνών από τη λήξη κάθε οικονομικού έτους, για στατιστικούς σκοπούς, έκθεση σχετικά με τις δραστηριότητες του υποκαταστήματος κατά το προηγούμενο οικονομικό έτος στο πλαίσιο παροχής επενδυτικών και παρεπομένων υπηρεσιών ή/και άσκησης επενδυτικών δραστηριοτήτων. Η Επιτροπή δύναται με οδηγίες της να καθορίζει το περιεχόμενο της εν λόγω έκθεσης.

(8) Η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής της ΕΠΕΥ, η οποία ίδρυσε κατάστημα στη Δημοκρατία, δύναται κατά την άσκηση των καθηκόντων της και αφού ενημερώσει την Επιτροπή, να προβαίνει σε επιτόπιους ελέγχους στο υποκατάστημα της ΕΠΕΥ.

Ίδρυση υποκαταστήματος στη Δημοκρατία από ΕΠΕΥ τρίτης χώρας

78.-(1) ΕΠΕΥ, που έχει λάβει άδεια λειτουργίας και εποπτεύεται από αρμόδια αρχή τρίτης χώρας δύναται να παρέχει επενδυτικές και παρεπόμενες υπηρεσίες ή/και να ασκεί επενδυτικές δραστηριότητες στη Δημοκρατία μέσω της ίδρυσης υποκαταστήματος μόνο κατόπιν προηγούμενης χορήγησης άδειας λειτουργίας από την Επιτροπή.

(2) Για τη χορήγηση άδειας λειτουργίας δυνάμει του εδαφίου (1), η ΕΠΕΥ υποβάλλει αίτηση στην Επιτροπή, της οποίας το περιεχόμενο και οι παρεχόμενες μέσω αυτής πληροφορίες, τα στοιχεία και τα έντυπα που τη συνοδεύουν είναι ανάλογα με εκείνα που απαιτούνται για τη χορήγηση άδειας λειτουργίας ΚΕΠΕΥ και τα οποία καθορίζονται με οδηγίες της Επιτροπής. Η Επιτροπή δύναται να ζητεί την υποβολή επιπρόσθετων πληροφοριών και στοιχείων σε περίπτωση που κρίνονται απαραίτητα για την αξιολόγηση της σχετικής αίτησης.

(3) Η Επιτροπή χορηγεί άδεια λειτουργίας στην κατά το εδάφιο (1) ΕΠΕΥ υπό την προϋπόθεση ότι-

(α) Το υποκατάστημά της στη Δημοκρατία συμμορφώνεται με τις διατάξεις του Μέρους ΙΙΙ, κατ’ ανάλογη εφαρμογή·

(β) η ΕΠΕΥ υπόκειται σε προϋποθέσεις λειτουργίας και υποχρεώσεις ισοδύναμες με αυτές που προβλέπονται στον παρόντα Νόμο, κατ’ ανάλογη εφαρμογή.

(4) Το υποκατάστημα της κατά το εδάφιο (1) ΕΠΕΥ οφείλει κατά τη διάρκεια λειτουργίας του στη Δημοκρατία να συμμορφώνεται με όλες τις προϋποθέσεις και υποχρεώσεις των ΚΕΠΕΥ, όπως καθορίζονται στον παρόντα Νόμο.

(5) Η Επιτροπή δύναται με οδηγίες της να εξειδικεύει τις προϋποθέσεις και υποχρεώσεις των εδαφίων (3) και (4) που πρέπει η κατά το εδάφιο (1) ΕΠΕΥ να πληροί και να συμμορφώνεται.

(6) ΕΠΕΥ που λειτουργεί υποκατάστημα στη Δημοκρατία δυνάμει του παρόντος άρθρου υπόκειται στις ίδιες κυρώσεις που καθορίζονται στον παρόντα Νόμο σχετικά με τις ΚΕΠΕΥ.

(7) Ως προς την προϋπόθεση του άρθρου 17, η Επιτροπή δύναται να επιτρέψει στην κατά το εδάφιο (1) ΕΠΕΥ, να μην συμμετέχει, ως προς τους πελάτες του υποκαταστήματος της στη Δημοκρατία, στο ΤΑΕ Πελατών ΕΠΕΥ, νοουμένου ότι ικανοποιήσει την Επιτροπή ότι συμμετέχει σε άλλο αντίστοιχο αναγνωρισμένο σύστημα αποζημίωσης επενδυτών της αλλοδαπής, το οποίο παρέχει στους πελάτες του υποκαταστήματος κάλυψη, τουλάχιστον ισοδύναμη με εκείνη που παρέχει το ΤΑΕ Πελατών ΕΠΕΥ.

Κεφάλαιο Β - Ελεύθερη παροχή επενδυτικών και παρεπόμενων υπηρεσιών ή και άσκηση επενδυτικών δραστηριοτήτων
Ελεύθερη παροχή επενδυτικών και παρεπόμενων υπηρεσιών ή και άσκηση επενδυτικών δραστηριοτήτων από ΚΕΠΕΥ σε άλλο κράτος μέλος ή και τρίτη χώρα

79.-(1) ΚΕΠΕΥ δύναται να παρέχει επενδυτικές και παρεπόμενες υπηρεσίες ή/και να ασκεί επενδυτικές δραστηριότητες ελεύθερα σε άλλο κράτος μέλος ή/και τρίτη χώρα, υπό τον όρο ότι οι υπηρεσίες ή/και δραστηριότητες αυτές καλύπτονται από την άδεια λειτουργίας που χορηγήθηκε στην ΚΕΠΕΥ. Η παροχή παρεπόμενων υπηρεσιών επιτρέπεται μόνο σε συνδυασμό με επενδυτική υπηρεσία ή/και δραστηριότητα.

(2) ΚΕΠΕΥ η οποία προτίθεται για πρώτη φορά να παρέχει επενδυτικές και παρεπόμενες υπηρεσίες ή/και να ασκεί επενδυτικές δραστηριότητες ελεύθερα σε άλλο κράτος μέλος ή/και τρίτη χώρα, γνωστοποιεί την πρόθεσή της αυτή στην Επιτροπή, καθώς και τις ακόλουθες πληροφορίες:

(α) Το κράτος μέλος ή/και τη τρίτη χώρα που προτίθεται να παρέχει υπηρεσίες ή/και να ασκεί δραστηριότητες·

(β) το πρόγραμμα δραστηριοτήτων το οποίο αναφέρει ιδίως τις επενδυτικές και παρεπόμενες υπηρεσίες που προτίθεται να παρέχει ή/και τις επενδυτικές δραστηριότητες που προτίθεται να ασκεί·

(γ) κατά πόσο η ΚΕΠΕΥ σκοπεύει να χρησιμοποιήσει συνδεδεμένους αντιπροσώπους στο κράτος μέλος υποδοχής·

(3) Προκειμένου περί παροχής επενδυτικών και παρεπομένων υπηρεσιών ή/και άσκησης επενδυτικών δραστηριοτήτων σε άλλο κράτος μέλος, η Επιτροπή, εντός ενός μηνός από την ημερομηνία υποβολής όλων των προβλεπόμενων πληροφοριών στο εδάφιο (2), τις ανακοινώνει στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής, με κοινοποίηση στην ΚΕΠΕΥ:

Νοείται ότι η ΚΕΠΕΥ δεν δύναται να αρχίσει να παρέχει υπηρεσίες ή/και να ασκεί δραστηριότητες στο κράτος μέλος υποδοχής πριν από την πιο πάνω ανακοίνωση.

(4) Προκειμένου περί παροχής επενδυτικών και παρεπόμενων υπηρεσιών ή/και άσκησης επενδυτικών δραστηριοτήτων σε τρίτη χώρα, η Επιτροπή ανακοινώνει, εντός ενός μηνός από την ημερομηνία υποβολής όλων των προβλεπόμενων πληροφοριών στο εδάφιο (2), την απόφαση της στην ΚΕΠΕΥ -

(α) Να επιτρέψει τα πιο πάνω, εφόσον δεν έχει λόγους να αμφιβάλει για την επάρκεια της διοικητικής οργάνωσης ή/και της χρηματοοικονομικής κατάστασης της ΚΕΠΕΥ, και δεν τίθενται σε κίνδυνο τα συμφέροντα των επενδυτών· ή

(β) να απαγορεύσει τα πιο πάνω, εφόσον έχει λόγους να αμφιβάλει για την επάρκεια της διοικητικής οργάνωσης ή/και της χρηματοοικονομικής κατάστασης της ΚΕΠΕΥ, και τίθενται σε κίνδυνο τα συμφέροντα των επενδυτών.

(5) Σε περίπτωση που η ΚΕΠΕΥ προτίθεται να χρησιμοποιήσει συνδεδεμένους αντιπροσώπους κατά την παροχή επενδυτικών και παρεπόμενων υπηρεσιών στο κράτος μέλος υποδοχής, η Επιτροπή κοινοποιεί στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής, κατόπιν αιτήσεώς της και εντός εύλογου χρονικού διαστήματος, την ταυτότητα των συνδεδεμένων αντιπροσώπων που η ΚΕΠΕΥ προτίθεται να χρησιμοποιήσει στο κράτος μέλος υποδοχής.

(6) Σε περίπτωση επικείμενης μεταβολής των προβλεπόμενων πληροφοριών στο εδάφιο (2), η ΚΕΠΕΥ γνωστοποιεί γραπτώς την πρόθεση της για τις μεταβολές αυτές στην Επιτροπή, ένα μήνα τουλάχιστον πριν επιφέρει τη μεταβολή αυτή.

(7) Προκειμένου περί παροχής επενδυτικών και παρεπομένων υπηρεσιών ή/και άσκησης επενδυτικών δραστηριοτήτων σε άλλο κράτος μέλος, η Επιτροπή ανακοινώνει τις αναφερόμενες στο εδάφιο (6) μεταβολές, εντός της προβλεπόμενης χρονικής προθεσμίας στο ίδιο εδάφιο, στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής.

(8) Προκειμένου περί παροχής επενδυτικών και παρεπόμενων υπηρεσιών ή/και άσκησης επενδυτικών δραστηριοτήτων σε τρίτη χώρα, η Επιτροπή δύναται, κατ’ ανάλογη εφαρμογή του εδαφίου (4) να επιτρέψει ή να απαγορεύσει την επέλευση των προβλεπόμενων στο εδάφιο (6) μεταβολών, οπόταν και ανακοινώνει εντός της προβλεπόμενης χρονικής προθεσμίας στο ίδιο εδάφιο, την απόφασή της στην ΚΕΠΕΥ.

(9) Η ΚΕΠΕΥ ή ο διαχειριστής αγοράς, που λειτουργεί ΠΜΔ, δύναται να εγκαταστήσει σε άλλο κράτος μέλος κατάλληλες υποδομές για να διευκολύνει την πρόσβαση και τη χρήση των συστημάτων του από εξ’ αποστάσεως χρήστες ή συμμετέχοντες που είναι εγκατεστημένοι στο άλλο κράτος μέλος.

(10) Η ΚΕΠΕΥ ή ο διαχειριστής αγοράς, που λειτουργεί ΠΜΔ, γνωστοποιεί στην Επιτροπή το κράτος μέλος στο οποίο προτίθεται να εγκαταστήσει την προβλεπόμενη στο εδάφιο (9) υποδομή. Η Επιτροπή ανακοινώνει εντός ενός μηνός την πληροφορία αυτή στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής.

Η Επιτροπή ανακοινώνει, εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος κατόπιν αιτήσεως της αρμόδιας αρχής του κράτους μέλους υποδοχής του ΠΜΔ, την ταυτότητα των μελών ή συμμετεχόντων στον ΠΜΔ των εγκατεστημένων στο εν λόγω κράτος μέλος.

Ελεύθερη παροχή επενδυτικών και παρεπόμενων υπηρεσιών ή και άσκηση επενδυτικών δραστηριοτήτων στη Δημοκρατία από ΕΠΕΥ άλλου κράτους μέλους

80.-(1) ΕΠΕΥ, που έχει λάβει άδεια λειτουργίας και εποπτεύεται από αρμόδια αρχή άλλου κράτους μέλους, δύναται να παρέχει επενδυτικές και παρεπόμενες υπηρεσίες ή/και να ασκεί επενδυτικές δραστηριότητες ελεύθερα στη Δημοκρατία, υπό τον όρο ότι οι υπηρεσίες ή/και οι δραστηριότητες αυτές καλύπτονται από την άδεια λειτουργίας της. Η παροχή παρεπόμενων υπηρεσιών επιτρέπεται μόνο σε συνδυασμό με επενδυτική υπηρεσία ή/και δραστηριότητα.

(2) Η ΕΠΕΥ του εδαφίου (1) δικαιούται να αρχίσει να παρέχει υπηρεσίες ή/και να ασκεί δραστηριότητες ελεύθερα στη Δημοκρατία, αφότου περιέλθει στην Επιτροπή γνωστοποίηση από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής με την οποία να ανακοινώνεται το πρόγραμμα δραστηριοτήτων που προτίθεται να εφαρμόσει η ΕΠΕΥ στη Δημοκρατία, το οποίο αναφέρει ιδίως τις επενδυτικές και παρεπόμενες υπηρεσίες που προτίθεται να παρέχει ή/και τις επενδυτικές δραστηριότητες που προτίθεται να ασκεί ελεύθερα, καθώς και εάν προτίθεται να χρησιμοποιήσει συνδεδεμένους αντιπροσώπους στη Δημοκρατία.

(3) Η Επιτροπή δύναται να ζητεί από το κράτος μέλος καταγωγής την κοινοποίηση της ταυτότητας των συνδεδεμένων αντιπροσώπων που αναφέρονται στο εδάφιο (2), καθώς και να δημοσιοποιεί τις πληροφορίες αυτές.

(4) Σε περίπτωση μεταβολής του περιεχομένου της γνωστοποίησης του εδαφίου (2), η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής της ΕΠΕΥ ενημερώνει σχετικά την Επιτροπή.

(5) ΕΠΕΥ ή διαχειριστής αγοράς, που λειτουργεί ΠΜΔ σε άλλο κράτος μέλος, δύναται να εγκαταστήσει στη Δημοκρατία κατάλληλες υποδομές για να διευκολύνει την πρόσβαση και τη χρήση των συστημάτων του από εξ’ αποστάσεως χρήστες ή συμμετέχοντες που είναι εγκατεστημένοι στη Δημοκρατία, νοουμένου ότι η αρμόδια αρχή του κράτους μέλος καταγωγής της εν λόγω ΕΠΕΥ ή του εν λόγω διαχειριστή αγοράς ενημερώνει σχετικά την Επιτροπή. Η Επιτροπή δύναται να ζητεί από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής να την ενημερώνει, εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος, για την ταυτότητα των μελών ή των συμμετεχόντων στον ΠΜΔ που είναι εγκατεστημένοι στη Δημοκρατία.

Κεφάλαιο Γ - ʼΑλλα δικαιώματα ΚΕΠΕΥ και ΕΠΕΥ κρατών μελών
Πρόσβαση σε ρυθμιζόμενες αγορές

81.-(1) ΚΕΠΕΥ, που έχει λάβει άδεια λειτουργίας για να εκτελεί εντολές πελατών ή/και για να διενεργεί συναλλαγές για ίδιο λογαριασμό, δύναται να γίνει μέλος ρυθμιζόμενης αγοράς που έχει λάβει άδεια λειτουργίας από αρμόδια αρχή κράτους μέλους ή τρίτης χώρας.

(2) ΕΠΕΥ, που έχει λάβει άδεια λειτουργίας σε άλλο κράτος μέλος για να εκτελεί εντολές πελατών ή/και για να διενεργεί συναλλαγές για ίδιο λογαριασμό, δύναται να γίνει μέλος ρυθμιζόμενης αγοράς που έχει λάβει άδεια λειτουργίας από την Επιτροπή, ή να έχει πρόσβαση σε αυτήν, με έναν από τους ακόλουθους τρόπους-

(α) Άμεσα, με την ίδρυση υποκαταστήματος στη Δημοκρατία·

(β) αποκτώντας την ιδιότητα του εξ’ αποστάσεως μέλους ρυθμιζόμενης αγοράς ή της εξ’ αποστάσεως πρόσβασης στη ρυθμιζόμενη αγορά, χωρίς την υποχρέωση ίδρυσης υποκαταστήματος στη Δημοκρατία, εάν οι διαδικασίες και τα συστήματα διαπραγμάτευσης της αγοράς αυτής δεν απαιτούν αυτοπρόσωπη παρουσία για τη διενέργεια συναλλαγών στην αγορά.

Πρόσβαση στα συστήματα κεντρικού αντισυμβαλ-λομένου, εκκαθάρισης και διακανονισμού και δικαίωμα επιλογής του συστήματος εκκαθάρισης

82.-(1) ΚΕΠΕΥ έχει δικαίωμα πρόσβασης σε συστήματα κεντρικού αντισυμβαλλόμενου, εκκαθάρισης και διακανονισμού σε άλλο κράτος μέλος ή τρίτη χώρα για την οριστικοποίηση ή την τακτοποίηση της οριστικοποίησης συναλλαγών σε χρηματοοικονομικά μέσα.

(2) ΕΠΕΥ, που έχει λάβει άδεια λειτουργίας σε άλλο κράτος μέλος, έχει δικαίωμα πρόσβασης σε συστήματα κεντρικού αντισυμβαλλομένου, εκκαθάρισης και διακανονισμού στη Δημοκρατία για την οριστικοποίηση ή την τακτοποίηση της οριστικοποίησης συναλλαγών σε χρηματοοικονομικά μέσα.

Η πρόσβαση της ΕΠΕΥ του παρόντος εδαφίου στα εν λόγω συστήματα υπόκειται στα ίδια διαφανή, αντικειμενικά και χωρίς διακρίσεις κριτήρια όπως εφαρμόζονται στα μέλη τους που είναι εγκατεστημένα στη Δημοκρατία. Η χρήση των συστημάτων δεν περιορίζεται στην εκκαθάριση και στο διακανονισμό των συναλλαγών σε χρηματοοικονομικά μέσα που διενεργούνται σε ρυθμιζόμενη αγορά ή σε ΠΜΔ στο έδαφος της Δημοκρατίας.

(3) Ρυθμιζόμενη αγορά που έχει λάβει άδεια λειτουργίας από την Επιτροπή οφείλει να προσφέρει σε όλα τα μέλη ή τους συμμετέχοντες σε αυτήν το δικαίωμα να επιλέγουν το σύστημα διακανονισμού των συναλλαγών σε χρηματοοικονομικά μέσα που διενεργούνται στην εν λόγω ρυθμιζόμενη αγορά, εφόσον-

(α) Υπάρχουν όσοι σύνδεσμοι και συμφωνίες μεταξύ του επιλεγόμενου συστήματος διακανονισμού και κάθε άλλου συστήματος ή υποδομής είναι αναγκαίοι και αναγκαίες για την εξασφάλιση αποτελεσματικού και οικονομικού διακανονισμού της συγκεκριμένης συναλλαγής· και

(β) η Επιτροπή αναγνωρίζει ότι οι τεχνικές προϋποθέσεις για το διακανονισμό των συναλλαγών που διενεργούνται στη ρυθμιζόμενη αγορά μέσω συστήματος διακανονισμού άλλου από εκείνου που επιλέγει η ρυθμιζόμενη αγορά επιτρέπουν την ομαλή και εύρυθμη λειτουργία των χρηματοοικονομικών αγορών.

(4) Η προβλεπόμενη εκτίμηση της Επιτροπής στην παράγραφο (β) του εδαφίου (3) δεν θίγει τις αρμοδιότητες των εθνικών κεντρικών τραπεζών ως προς την εποπτεία ή επίβλεψη των συστημάτων διακανονισμού ή των άλλων εποπτικών αρχών αυτών των συστημάτων. Η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη την εποπτεία ή την επίβλεψη που ήδη ασκούν οι φορείς αυτοί ώστε να μην επαναλαμβάνονται αναιτίως οι ελέγχοι.

(5) Τα δικαιώματα που παρέχουν στις ΕΠΕΥ τα εδάφια (2) και (3) δεν θίγουν το δικαίωμα των διαχειριστών συστημάτων κεντρικού αντισυμβαλλομένου, εκκαθάρισης ή διακανονισμού τίτλων να αρνηθούν για θεμιτούς εμπορικούς όρους την πρόσβαση στις υπηρεσίες τους.

Διατάξεις για τα συστήματα κεντρικού αντισυμβαλλομένου, εκκαθάρισης και διακανονισμού ως προς τους ΠΜΔ

83.-(1)(α) Η ΚΕΠΕΥ και ο διαχειριστής αγοράς, που λειτουργούν ΠΜΔ, δύνανται να συνάπτουν με κεντρικό αντισυμβαλλόμενο ή φορέα εκκαθάρισης και σύστημα διακανονισμού της Δημοκρατίας ή άλλου κράτους μέλους κατάλληλες συμφωνίες για την εκκαθάριση ή/και τον διακανονισμό ορισμένων ή όλων των συναλλαγών που διενεργούν οι συμμετέχοντες στην αγορά στα πλαίσια των συστημάτων τους.

(β) ΕΠΕΥ και διαχειριστής αγοράς, που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας από άλλο κράτος μέλος για να λειτουργούν ΠΜΔ, δύνανται να συνάπτουν με κεντρικό αντισυμβαλλόμενο ή φορέα εκκαθάρισης και σύστημα διακανονισμού της Δημοκρατίας κατάλληλες συμφωνίες για την εκκαθάριση ή/και τον διακανονισμό ορισμένων ή όλων των συναλλαγών που διενεργούν οι συμμετέχοντες στην αγορά στα πλαίσια των συστημάτων τους.

(2) Η ΚΕΠΕΥ και ο διαχειριστής αγοράς, που αναφέρονται στην παράγραφο (α) του εδαφίου (1), δύνανται να προχωρήσουν στη σύναψη συμφωνιών εφόσον ενημερώσουν προηγουμένως την Επιτροπή. Η Επιτροπή δύναται να απαγορεύσει στην ΚΕΠΕΥ και στο διαχειριστή αγοράς που αναφέρονται στην παράγραφο (α) του εδαφίου (1) τη χρήση κεντρικού αντισυμβαλλομένου, φορέα εκκαθάρισης ή/και συστήματος διακανονισμού κράτους μέλους, εάν αυτό είναι αποδεδειγμένα αναγκαίο για τη διασφάλιση της εύρυθμης λειτουργίας του συγκεκριμένου ΠΜΔ, και λαμβανομένων υπόψη των προβλεπόμενων στο εδάφιο (3) του άρθρου 82 προϋποθέσεων για τα συστήματα διακανονισμού.

(3) Για να μην υπάρχει επικάλυψη των ελέγχων, η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη την εποπτεία ή την επίβλεψη του συστήματος εκκαθάρισης και διακανονισμού που ήδη ασκούν οι εθνικές κεντρικές τράπεζες ως επόπτες ή υπεύθυνοι για την επίβλεψη των συστημάτων εκκαθάρισης και διακανονισμού ή άλλες τυχόν εποπτικές αρχές αρμόδιες για τα εν λόγω συστήματα.

Διοικητικές κυρώσεις

84. Σε περίπτωση που ΚΕΠΕΥ παραβαίνει τις διατάξεις του παρόντος Μέρους καθώς και των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων οδηγιών η Επιτροπή δύναται να της επιβάλει διοικητικό πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις εκατό εβδομήντα πέντε χιλιάδες ευρώ (€175.000) και, σε περίπτωση επανάληψης ή συνέχισης της παράβασης, διοικητικό πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις τριακόσιες πενήντα χιλιάδες ευρώ (€350.000).

ΜΕΡΟΣ Χ ΡΥΘΜΙΖΟΜΕΝΕΣ ΑΓΟΡΕΣ
Εφαρμογή διατάξεων παρόντος Μέρους

85. Εκτός εάν προκύπτει διαφορετικά από το κείμενο, το παρόν Μέρος εφαρμόζεται στις ρυθμιζόμενες αγορές οι οποίες έχουν λάβει άδεια λειτουργίας από την Επιτροπή.

Άδεια λειτουργίας ρυθμιζόμενης αγοράς

86.-(1) Η Επιτροπή χορηγεί άδεια λειτουργίας ρυθμιζόμενης αγοράς μόνο σε συστήματα που συνάδουν με τις διατάξεις του παρόντος Μέρους και τα οποία έχουν ως κράτος μέλος καταγωγής τη Δημοκρατία.

(2) Άδεια λειτουργίας ρυθμιζόμενης αγοράς χορηγείται μόνον εφόσον η Επιτροπή έχει πεισθεί ότι τόσο ο διαχειριστής όσο και τα συστήματα της ρυθμιζόμενης αγοράς πληρούν τις προϋποθέσεις του παρόντος Μέρους.

(3) Η Επιτροπή δύναται με οδηγίες της να ορίζει το πώς οι διάφορες υποχρεώσεις που επιβάλλονται από το παρόν Μέρος στο διαχειριστή αγοράς επιμερίζονται μεταξύ ρυθμιζόμενης αγοράς και διαχειριστή αγοράς, στις περιπτώσεις όπου ρυθμιζόμενη αγορά αποτελεί νομικό πρόσωπο και τη διαχειρίζεται ή την εκμεταλλεύεται διαχειριστής αγοράς, ο οποίος είναι άλλος από την ίδια τη ρυθμιζόμενη αγορά.

(4) Στην άδεια λειτουργίας ρυθμιζόμενης αγοράς αναγράφεται το όνομα της ρυθμιζόμενης αγοράς και του διαχειριστή της, ο αριθμός και η ημερομηνία έκδοσης της άδειας λειτουργίας, καθώς και κάθε άλλο στοιχείο που η Επιτροπή κρίνει απαραίτητο.

Αίτηση για χορήγηση άδειας λειτουργίας ρυθμιζόμενης αγοράς

87.-(1) Ο διαχειριστής ρυθμιζόμενης αγοράς υποβάλλει αίτηση στην Επιτροπή για χορήγηση άδειας λειτουργίας ρυθμιζόμενης αγοράς της οποίας το περιεχόμενο και οι παρεχόμενες μέσω αυτής πληροφορίες, τα στοιχεία και τα έντυπα που τη συνοδεύουν καθορίζονται με οδηγίες της Επιτροπής.

(2) Επιπρόσθετα των διατάξεων του εδαφίου (1), η Επιτροπή δύναται, σε οποιοδήποτε στάδιο αξιολόγησης της αίτησης για χορήγηση άδειας λειτουργίας ρυθμιζόμενης αγοράς να ζητά οποιεσδήποτε πρόσθετες πληροφορίες ή/και στοιχεία κρίνει απαραίτητα για σκοπούς αξιολόγησης της ενώπιον της αίτησης.

(3) Ο διαχειριστής ρυθμιζόμενης αγοράς οφείλει να παρέχει όλες τις αιτούμενες πληροφορίες, στοιχεία και έντυπα τα οποία χρειάζεται η Επιτροπή για να βεβαιωθεί ότι η ρυθμιζόμενη αγορά έχει εφαρμόσει, κατά τη χορήγηση της άδειας λειτουργίας της, όλες τις ρυθμίσεις που είναι αναγκαίες για τη συμμόρφωση της με τις υποχρεώσεις του παρόντος Μέρους.

(4) Την ευθύνη για την ορθότητα, πληρότητα και ακρίβεια της αίτησης για χορήγηση άδειας λειτουργίας ρυθμιζόμενης αγοράς φέρει ο διαχειριστής της ρυθμιζόμενης αγοράς ο οποίος υπογράφει την αίτηση και βεβαιώνει ότι έχει καταβάλει κάθε οφειλόμενη επιμέλεια για να εξασφαλίσει ότι οι πληροφορίες που περιέχονται στην αίτηση, καθώς και τα στοιχεία και έντυπα που τη συνοδεύουν είναι ορθά, πλήρη και ακριβή.

Προθεσμία λήψης απόφασης

88.-(1) Η Επιτροπή οφείλει, εντός έξι μηνών από την υποβολή δεόντως συμπληρωμένης αίτησης για χορήγηση άδειας λειτουργίας ρυθμιζόμενης αγοράς, να αποφασίσει επί της αίτησης και ενημερώσει το διαχειριστή της αγοράς για τη χορήγηση άδειας ή την απόρριψη της αίτησης.

(2) Η αίτηση θεωρείται δεόντως συμπληρωμένη μόνο στις περιπτώσεις που περιλαμβάνει όλες τις απαιτούμενες πληροφορίες και συνοδεύεται από όλα τα στοιχεία και έντυπα που αναφέρονται στο άρθρο 87.

(3) Η μη λήψη απόφασης σχετικά με πλήρως συμπληρωμένη αίτηση για χορήγηση άδειας λειτουργίας ρυθμιζόμενης αγορά εντός έξι μηνών από την υποβολή της κατά τα οριζόμενα στο παρόν άρθρο υπόκειται σε προσφυγή ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου κατά το Άρθρο 146 του Συντάγματος.

Αίτηση για μεταβολή, τροποποίηση ή επέκταση άδειας λειτουργίας ρυθμιζόμενης αγοράς

89. Σε περίπτωση επικείμενης μεταβολής, τροποποίησης ή επέκτασης της άδειας λειτουργίας ρυθμιζόμενης αγοράς, ο διαχειριστής της ρυθμιζόμενης αγοράς υποβάλλει σχετική αίτηση στην Επιτροπή, η οποία συνοδεύεται από τις πληροφορίες, τα στοιχεία και τα έντυπα κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 87, πριν την επέλευση των πιο πάνω. Η Επιτροπή αποφασίζει σχετικώς, κατ’ ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος Μέρους.

Δημοσιοποίηση στοιχείων άδειας λειτουργίας ρυθμιζόμενης αγοράς

90. Η ρυθμιζόμενη αγορά οφείλει να αναγράφει στα έντυπά της, καθώς και σε κάθε δημοσίευση ή ανακοίνωση, τον αριθμό της άδειας λειτουργίας της και ότι εποπτεύεται από την Επιτροπή. Επιπλέον, η ρυθμιζόμενη αγορά οφείλει να διαθέτει διαδικτυακό τόπο, τη διεύθυνση του οποίου γνωστοποιεί στην Επιτροπή και καταχωρεί σε αυτόν τον αριθμό και το περιεχόμενο της άδειας λειτουργίας της, ότι εποπτεύεται από την Επιτροπή, καθώς και οποιαδήποτε άλλα στοιχεία ήθελε καθορίσει η Επιτροπή με οδηγίες της.

Διαχειριστής αγοράς

91. Ο διαχειριστής αγοράς-

(α) Ασκεί στη Δημοκρατία τα σχετικά με την οργάνωση και λειτουργία της ρυθμιζόμενης αγοράς καθήκοντά του, υπό την εποπτεία της Επιτροπής·

(β) είναι υπεύθυνος για να διασφαλίζει ότι η ρυθμιζόμενη αγορά την οποία διαχειρίζεται πληροί όλες τις διατάξεις του παρόντος Μέρους·

(γ) δικαιούται να ασκεί τα δικαιώματα που αντιστοιχούν στη ρυθμιζόμενη αγορά την οποία διαχειρίζεται βάσει του παρόντος Μέρους.

Εφαρμοστέο δίκαιο

92. Με την επιφύλαξη του περί των Πράξεων Προσώπων που Κατέχουν Εμπιστευτικές Πληροφορίες και των Πράξεων Χειραγώγησης της Αγοράς (Κατάχρηση Αγοράς) Νόμου του 2005, το δίκαιο που διέπει τις συναλλαγές που διενεργούνται εντός των συστημάτων της ρυθμιζόμενης αγοράς στη Δημοκρατία είναι το δίκαιο που ισχύει στη Δημοκρατία.

Τερματισμός άδειας λειτουργίας ρυθμιζόμενης αγοράς

93.-(1) Άδεια λειτουργίας ρυθμιζόμενης αγοράς η οποία χορηγήθηκε από την Επιτροπή παύει να ισχύει όταν η ρυθμιζόμενη αγορά-

(α) Δεν κάνει χρήση της άδειας λειτουργίας της εντός δώδεκα μηνών από την ημερομηνία έκδοσης σε αυτήν της σχετικής άδειας·

(β) παραιτηθεί ρητώς από την άδεια λειτουργίας της·

(γ) δεν έχει λειτουργήσει κατά τους προηγούμενους έξι μήνες.

(2) Στις προβλεπόμενες περιπτώσεις στο εδάφιο (1), η άδεια λειτουργίας ρυθμιζόμενης αγοράς παύει αυτόματα να ισχύει και το πρόσωπο, το οποίο ενεργούσε ως διαχειριστής αγοράς πριν την παύση της ισχύος της σχετικής άδειας, οφείλει να ενημερώσει σχετικά την Επιτροπή.

Ανάκληση άδειας λειτουργίας ρυθμιζόμενης αγοράς

94.-(1) Η Επιτροπή δύναται να ανακαλέσει εν όλω ή εν μέρει την άδεια λειτουργίας που χορήγησε σε ρυθμιζόμενη αγορά, σε περίπτωση κατά την οποία-

(α) Διαπιστωθεί ότι η ρυθμιζόμενη αγορά εξασφάλισε τη χορήγηση άδειας λειτουργίας βάσει ψευδών ή παραπλανητικών στοιχείων ή με οποιοδήποτε άλλο αντικανονικό τρόπο, ή υπέβαλε ή γνωστοποίησε ή άλλως πως δημοσιοποίησε με οποιοδήποτε τρόπο, ψευδείς ή παραπλανητικές πληροφορίες, στοιχεία ή έντυπα·

(β) η ρυθμιζόμενη αγορά δεν πληροί πλέον τις προϋποθέσεις χορήγησης άδειας λειτουργίας ως αυτές καθορίζονται στο παρόν Μέρος και στις δυνάμει αυτού εκδιδόμενες οδηγίες·

(γ) η ρυθμιζόμενη αγορά έχει υποπέσει σε σοβαρή ή/και επανειλημμένη παράβαση των διατάξεων του παρόντος Μέρους ή/και των δυνάμει αυτών εκδιδόμενων οδηγιών ή/και του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1287/2006·

(δ) εμπίπτει σε οποιαδήποτε από τις περιπτώσεις οι οποίες προβλέπονται σε άλλη κυπριακή νομοθεσία με την οποία ρυθμίζονται θέματα, εκτός των όσων ρυθμίζει ο παρών Νόμος, και η οποία προβλέπει την ανάκληση της άδειας λειτουργίας.

(2) Η Επιτροπή δύναται με οδηγίες της να εξειδικεύει τη διαδικασία η οποία θα ακολουθείται για ανάκληση της άδειας λειτουργίας ρυθμιζόμενης αγοράς.

(3) Σε περίπτωση ανάκλησης της άδειας λειτουργίας της, η ρυθμιζόμενη αγορά παύει πάραυτα να λειτουργεί ως τέτοια.

(4) Σε περίπτωση ανάκλησης άδειας λειτουργίας ρυθμιζόμενης αγοράς, ο διαχειριστής αγοράς οφείλει να τακτοποιήσει τις υποχρεώσεις της ρυθμιζόμενης αγοράς που απορρέουν από τις δραστηριότητες που δεν επιτρέπεται πλέον να ασκεί, εντός περιόδου τριών μηνών από την ημερομηνία κοινοποίησης σε αυτόν της απόφασης της Επιτροπής.

Τόσο ο διαχειριστής αγοράς όσο και η ρυθμιζόμενη αγορά της οποίας η άδεια λειτουργίας ανεκλήθη παραμένουν υπό την εποπτεία της Επιτροπής, μέχρις ότου η Επιτροπή ικανοποιηθεί ότι τα εν λόγω πρόσωπα συμμορφώθηκαν πλήρως με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου και των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων οδηγιών.

(5) Σε περίπτωση που πρόσωπο παραβαίνει τις διατάξεις του εδαφίου (4), η Επιτροπή δύναται να του επιβάλει διοικητικό πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις τριακόσιες πενήντα χιλιάδες ευρώ (€350.000).

(6) Η Επιτροπή κοινοποιεί στην ΕΑΚΑΑ κάθε ανάκληση άδειας λειτουργίας ρυθμιζόμενης αγοράς.

Αναστολή άδειας λειτουργίας ρυθμιζόμενης αγοράς

95. Η Επιτροπή δύναται, σε εξαιρετικές και δικαιολογημένες περιπτώσεις, είτε αυτεπάγγελτα είτε κατόπιν σχετικού αιτήματος του διαχειριστή της ρυθμιζόμενης αγοράς, να αναστείλει την άδεια λειτουργία της και να της τάξει εύλογη προθεσμία συμμόρφωσης με τις προϋποθέσεις και εν γένει τις υποχρεώσεις της ως αυτές καθορίζονται στο παρόν Μέρος. Το άρθρο 26 εφαρμόζεται κατ’ αναλογία και για την αναστολή άδειας λειτουργίας ρυθμιζόμενης αγοράς.

Προϋποθέσεις σχετικές με το αρχικό κεφάλαιο του διαχειριστή αγοράς

96. Ο διαχειριστής αγοράς οφείλει να έχει αρχικό κεφάλαιο τουλάχιστον δέκα εκατομμύρια ευρώ (€10.000.000). Κατά την εξέταση αίτησης για χορήγηση άδειας λειτουργίας ρυθμιζόμενης αγοράς, η Επιτροπή δύναται, κατά την απόλυτη της κρίση, να αναπροσαρμόζει το εν λόγω ποσό αναλόγως της φύσης, της κλίμακας και της πολυπλοκότητας των δραστηριοτήτων της ρυθμιζόμενης αγοράς.

Προϋποθέσεις σχετικές με τα πρόσωπα που πραγματικά διευθύνουν τις δραστηριότητες και τη λειτουργία της ρυθμιζόμενης αγοράς

97.-(1) Τα πρόσωπα που πραγματικά διευθύνουν τις δραστηριότητες και τη λειτουργία της ρυθμιζόμενης αγοράς πρέπει να διαθέτουν τα απαιτούμενα εχέγγυα εντιμότητας και πείρας έτσι ώστε να διασφαλίζεται η ορθή και συνετή διαχείριση και λειτουργία της ρυθμιζόμενης αγοράς.

(2) Η Επιτροπή δύναται να απορρίψει την αίτηση για χορήγηση άδειας λειτουργίας ρυθμιζόμενης αγοράς εάν δεν έχει πεισθεί για την εντιμότητα και την πείρα των προσώπων που πραγματικά διευθύνουν τις δραστηριότητες και τη λειτουργία της ρυθμιζόμενης αγοράς ή εάν υπάρχουν άλλοι αντικειμενικοί και εξακριβώσιμοι λόγοι που επιτρέπουν να θεωρηθεί ότι τα πρόσωπα αυτά αποτελούν ουσιαστική απειλή για την ορθή και συνετή διαχείριση και λειτουργία της ρυθμιζόμενης αγοράς.

(3) Για σκοπούς χορήγησης άδειας λειτουργίας σε ρυθμιζόμενη αγορά, πρόσωπο ή πρόσωπα που πραγματικά διευθύνουν τις δραστηριότητες και τη λειτουργία ρυθμιζόμενης αγοράς που κατέχει ήδη άδεια λειτουργίας σύμφωνα με τον παρόντα Νόμο, τεκμαίρονται ότι πληρούν τις προϋποθέσεις του εδαφίου (1).

(4) Ο διαχειριστής της ρυθμιζόμενης αγοράς υποβάλλει στην Επιτροπή κάθε μεταβολή στην ταυτότητα, και κάθε μετέπειτα αλλαγή των προσώπων που πραγματικά διευθύνουν τις δραστηριότητες και τη λειτουργία της ρυθμιζόμενης αγοράς πριν την επέλευσή τους.

(5) Η Επιτροπή δύναται, εντός ενός μηνός από την υποβολή των πληροφοριών που αναφέρονται στο εδάφιο (4), είτε να επιτρέψει είτε να απαγορεύσει την επέλευση των προτεινόμενων μεταβολών ή αλλαγών εάν δεν έχει πεισθεί για την εντιμότητα και την πείρα των προσώπων αυτών ή εάν υπάρχουν άλλοι αντικειμενικοί και εξακριβώσιμοι λόγοι που επιτρέπουν να θεωρηθεί ότι οι εν λόγω μεταβολές ή αλλαγές αποτελούν ουσιαστική απειλή για την ορθή και συνετή διαχείριση και λειτουργία της ρυθμιζόμενης αγοράς.

Προϋποθέσεις σχετικές με τα πρόσωπα που ασκούν ουσιαστική επιρροή στη διαχείριση της ρυθμιζόμενης αγοράς

98.-(1) Τα πρόσωπα που είναι σε θέση να ασκήσουν, άμεσα ή έμμεσα, ουσιαστική επιρροή στη διαχείριση της ρυθμιζόμενης αγοράς, πρέπει να είναι κατάλληλα.

(2) Ο διαχειριστής της ρυθμιζόμενης αγοράς παρέχει στην Επιτροπή πληροφορίες σχετικά με την ιδιοκτησία της ρυθμιζόμενης αγοράς ή/και του ιδίου, και ιδίως την ταυτότητα και την έκταση των συμφερόντων κάθε προσώπου που είναι σε θέση να ασκήσει ουσιαστική επιρροή στη διαχείρισή της.

(3) Η Επιτροπή δύναται να απορρίψει την αίτηση για χορήγηση άδειας λειτουργίας ρυθμιζόμενης αγοράς εάν δεν έχει πεισθεί για την καταλληλότητα των αναφερόμενων προσώπων στο εδάφιο (1) ή εάν υπάρχουν άλλοι αντικειμενικοί και εξακριβώσιμοι λόγοι που επιτρέπουν να θεωρηθεί ότι τα πρόσωπα αυτά αποτελούν απειλή για την ορθή και συνετή διαχείριση της ρυθμιζόμενης αγοράς.

(4) Ο διαχειριστής της ρυθμιζόμενης αγοράς γνωστοποιεί στην Επιτροπή κάθε μεταβίβαση κυριότητας που επιφέρει μεταβολή στην ταυτότητα των προσώπων που ασκούν ουσιαστική επιρροή στη διαχείριση της ρυθμιζόμενης αγοράς, πριν την επέλευση της μεταβίβασης.

(5) Η Επιτροπή δύναται, εντός ενός μηνός από την υποβολή των πληροφοριών κατά τα προβλεπόμενα στο εδάφιο (4), είτε να επιτρέψει είτε να απαγορεύσει την επέλευση των μεταβολών εάν δεν έχει πεισθεί για την καταλληλότητα των εν λόγω προσώπων ή εάν έχει άλλους αντικειμενικούς και εξακριβώσιμους λόγους να πιστεύει ότι οι μεταβολές αυτές αποτελούν απειλή για την ορθή και συνετή διαχείριση της ρυθμιζόμενης αγοράς.

(6) Ο διαχειριστής της ρυθμιζόμενης αγοράς δημοσιοποιεί τις πληροφορίες και τις μεταβολές κατά τα προβλεπόμενα στα εδάφια (2) και (3), μετά την έγκρισή τους από την Επιτροπή.

Οργανωτικές απαιτήσεις

99. Η ρυθμιζόμενη αγορά πρέπει να διαθέτει-

(α) Μηχανισμούς που να επιτρέπουν το σαφή εντοπισμό και τον έλεγχο των πιθανών δυσμενών συνεπειών, για τη λειτουργία της ρυθμιζόμενης αγοράς ή για τα μέλη ή τους συμμετέχοντες σε αυτήν, κάθε σύγκρουσης συμφερόντων μεταξύ της ρυθμιζόμενης αγοράς, των ιδιοκτητών ή του διαχειριστή αγοράς της και της υγιούς λειτουργίας της ρυθμιζόμενης αγοράς, ιδίως εάν αυτές οι συγκρούσεις συμφερόντων μπορούν να επηρεάσουν αρνητικά την εκπλήρωση λειτουργιών που η Επιτροπή έχει αναθέσει στη ρυθμιζόμενη αγορά·

(β) κατάλληλο εξοπλισμό που να της επιτρέπει να διαχειρίζεται τους κινδύνους στους οποίους είναι εκτεθειμένη, να εφαρμόζει κατάλληλους μηχανισμούς και συστήματα για τον εντοπισμό όλων των σημαντικών για τη λειτουργία της κινδύνων και να έχει λάβει αποτελεσματικά μέτρα για τον περιορισμό αυτών των κινδύνων·

(γ) μηχανισμούς που να επιτρέπουν την ορθή διαχείριση των τεχνικών λειτουργιών του συστήματος, και ιδίως αποτελεσματικούς μηχανισμούς έκτακτης ανάγκης για την αντιμετώπιση των κινδύνων δυσλειτουργίας των συστημάτων·

(δ) διαφανείς και μη παρέχοντες διακριτική ευχέρεια κανόνες και διαδικασίες που να εξασφαλίζουν τη δίκαιη και εύρυθμη διεξαγωγή των συναλλαγών, και να έχει διατυπώσει αντικειμενικά κριτήρια για την αποτελεσματική εκτέλεση των εντολών·

(ε) αποτελεσματικούς μηχανισμούς που να επιτρέπουν την αποτελεσματική και έγκαιρη οριστικοποίηση των συναλλαγών που εκτελούνται στα πλαίσια των συστημάτων της·

(στ) επαρκείς χρηματοοικονομικούς πόρους (financial resources) για να διασφαλίζεται η εύρυθμη λειτουργία της, λαμβανομένης υπόψη της φύσης και της κλίμακας των συναλλαγών που διενεργούνται στη ρυθμιζόμενη αγορά, καθώς και του φάσματος και της σοβαρότητας των κινδύνων στους οποίους αυτή είναι εκτεθειμένη.

Έκδοση οδηγιών

100. Η Επιτροπή δύναται με οδηγίες της να καθορίζει, εξειδικεύει ή διευκρινίζει οποιαδήποτε θέματα χρήζουν χειρισμού δυνάμει του παρόντος Μέρους.

Συνεχείς υποχρεώσεις

101. Η ρυθμιζόμενη αγορά υποχρεούται να πληροί ανά πάσα στιγμή τις προβλεπόμενες στο παρόν Μέρος προϋποθέσεις για τη χορήγηση άδειας λειτουργίας καθώς και όλες τις διατάξεις του παρόντος Μέρους.

Αρχεία ρυθμιζόμενης αγοράς

102.-(1) Η ρυθμιζόμενη αγορά οφείλει να τηρεί αρχεία τα οποία θα επιτρέπουν στην Επιτροπή να εποπτεύει τη συμμόρφωση της με τις διατάξεις του παρόντος Μέρους.

(2) Η Επιτροπή δύναται με οδηγίες της να καθορίζει τη μορφή, το είδος, το περιεχόμενο και το χρόνο τήρησης των προβλεπόμενων αρχείων στο εδάφιο (1), καθώς και κάθε άλλο ειδικό, με τα εν λόγω αρχεία, θέμα ή αναγκαία λεπτομέρεια.

Μεταβολές πληροφοριών και στοιχείων ρυθμιζόμενης αγοράς

103. Με την επιφύλαξη της εφαρμογής των ειδικών διατάξεων του παρόντος Μέρους, οποιαδήποτε ουσιαστική μεταβολή ως προς τις πληροφορίες και τα στοιχεία της ρυθμιζόμενης αγοράς, γνωστοποιείται αμέσως στην Επιτροπή. Η Επιτροπή δύναται με οδηγίες της να εξειδικεύει τον όρο «ουσιαστική μεταβολή».

Εισαγωγή χρημα-τοοικονομικών μέσων προς διαπραγμάτευση

104.-(1) Η ρυθμιζόμενη αγορά οφείλει να εφαρμόζει σαφείς και διαφανείς κανόνες για την εισαγωγή χρηματοοικονομικών μέσων προς διαπραγμάτευση.

(2) Οι προβλεπόμενοι κανόνες στο εδάφιο (1) διασφαλίζουν ότι κάθε χρηματοοικονομικό μέσο που εισάγεται προς διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενη αγορά επιδέχεται δίκαιη, ομαλή και αποτελεσματική διαπραγμάτευση και, προκειμένου περί κινητών αξιών, ότι είναι ελεύθερα διαπραγματεύσιμες.

Στην περίπτωση των παράγωγων προϊόντων, οι κανόνες διασφαλίζουν ιδίως ότι οι όροι του συμβολαίου του παράγωγου προϊόντος επιτρέπουν την ομαλή διαμόρφωση των τιμών του, καθώς και την ύπαρξη αποτελεσματικών όρων διακανονισμού.

(3) Επιπρόσθετα από τις προβλεπόμενες υποχρεώσεις στα εδάφια (1) και (2), η ρυθμιζόμενη αγορά οφείλει να εισάγει και να διατηρεί αποτελεσματικούς μηχανισμούς που επιτρέπουν να εξακριβωθεί εάν οι εκδότες των εισηγμένων προς διαπραγμάτευση στη ρυθμιζόμενη αγορά κινητών αξιών συμμορφώνονται με τις υποχρεώσεις που τους επιβάλλει η νομοθεσία που ενσωματώνει την Οδηγία 2004/109/ΕΚ στο κυπριακό δίκαιο και τυχόν άλλη νομοθεσία της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, όσον αφορά την αρχική, συνεχή και κατά περίπτωση δημοσιοποίηση των πληροφοριών.

Η ρυθμιζόμενη αγορά οφείλει να εισάγει μηχανισμούς που διευκολύνουν την πρόσβαση των μελών της ή των συμμετεχόντων σε αυτήν στις πληροφορίες που ανακοινώνονται δημόσια βάσει της νομοθεσίας που ενσωματώνει την Οδηγία 2004/109/ΕΚ στο κυπριακό δίκαιο και βάσει τυχόν άλλης νομοθεσίας της Ευρωπαϊκής Κοινότητας.

(4) Η ρυθμιζόμενη αγορά οφείλει να λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα για τον τακτικό έλεγχο της συμμόρφωσης με τους κανόνες εισαγωγής των χρηματοοικονομικών μέσων που αποδέχεται προς διαπραγμάτευση.

(5) Κινητή αξία που έχει εισαχθεί προς διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενη αγορά δύναται στη συνέχεια να εισαχθεί προς διαπραγμάτευση σε άλλες ρυθμιζόμενες αγορές, ακόμη και χωρίς τη συγκατάθεση του εκδότη, με την επιφύλαξη του περί Δημόσιας Προσφοράς και Ενημερωτικού Δελτίου Νόμου, όσον αφορά το ενημερωτικό δελτίο που πρέπει να δημοσιεύεται όταν κινητές αξίες προσφέρονται στο κοινό ή εισάγονται προς διαπραγμάτευση.

(6) Στην προβλεπόμενη στο εδάφιο (5) περίπτωση, ο εκδότης ενημερώνεται από τη ρυθμιζόμενη αγορά για το γεγονός ότι οι τίτλοι του εισάγονται προς διαπραγμάτευση στην εν λόγω ρυθμιζόμενη αγορά. Ο εκδότης δεν υπόκειται σε καμία από τις προβλεπόμενες στο εδάφιο (3) υποχρεώσεις παροχής πληροφοριών απευθείας σε ρυθμιζόμενη αγορά που έχει εισαγάγει προς διαπραγμάτευση τους τίτλους του χωρίς τη συγκατάθεσή του.

Αναστολή και διαγραφή χρηματοοικονο-μικών μέσων από τη διαπραγμάτευση

105.-(1) Με την επιφύλαξη του δικαιώματος της Επιτροπής να απαιτεί την αναστολή ή τη διαγραφή ενός χρηματοοικονομικού μέσου από τη διαπραγμάτευση, κατά τα προβλεπόμενα στο εδάφιο (2) του άρθρου 127, ο διαχειριστής ρυθμιζόμενης αγοράς δύναται να αναστείλει ή να αποσύρει από τη διαπραγμάτευση χρηματοοικονομικό μέσο το οποίο δεν συνάδει πλέον με τους κανόνες της ρυθμιζόμενης αγοράς, εκτός εάν το μέτρο αυτό ενδέχεται να βλάψει σημαντικά τα συμφέροντα των επενδυτών ή την εύρυθμη λειτουργία της αγοράς.

Ανεξαρτήτως της δυνατότητας άμεσης ενημέρωσης των διαχειριστών των ρυθμιζόμενων αγορών από διαχειριστές άλλων ρυθμιζόμενων αγορών, ο διαχειριστής της ρυθμιζόμενης αγοράς, ο οποίος αναστέλλει ή αποσύρει από τη διαπραγμάτευση χρηματοοικονομικό μέσο, ανακοινώνει δημόσια την απόφασή του αυτή και κοινοποιεί άμεσα τις σχετικές πληροφορίες στην Επιτροπή. Η Επιτροπή ενημερώνει άμεσα τις αρμόδιες αρχές των άλλων κρατών μελών.

(2) Στις περιπτώσεις όπου η Επιτροπή ζητά την αναστολή ή τη διαγραφή χρηματοοικονομικού μέσου από τη διαπραγμάτευση σε μία ή περισσότερες ρυθμιζόμενες αγορές, κατά τα προβλεπόμενα στο εδάφιο (2) του άρθρου 127, ανακοινώνει δημόσια την απόφασή της και ενημερώνει σχετικά την ΕΑΚΑΑ και τις αρμόδιες αρχές των άλλων κρατών μελών.

(3) Σε περίπτωση λήψης αντίστοιχου αιτήματος με αυτό που προβλέπεται στο εδάφιο (2), από αρμόδια αρχή άλλου κράτους μέλους, η Επιτροπή προχωρεί στη λήψη απόφασης για την απόσυρση του εν λόγω χρηματοοικονομικού μέσου από τη διαπραγμάτευση στις ρυθμιζόμενες αγορές και στους ΠΜΔ που υπάγονται στην εποπτεία της, εκτός εάν η ενέργεια αυτή ενδέχεται να προκαλέσει σημαντική ζημιά στα συμφέροντα των επενδυτών ή στην εύρυθμη λειτουργία της αγοράς.

Πρόσβαση στη ρυθμιζόμενη αγορά

106.-(1) Η ρυθμιζόμενη αγορά οφείλει να θεσπίσει και να διατηρεί διαφανείς και άνευ διακρίσεων κανόνες, βασιζόμενους σε αντικειμενικά κριτήρια, όσον αφορά την πρόσβαση στη ρυθμιζόμενη αγορά ή την ιδιότητα του μέλους της.

(2) Οι προβλεπόμενοι στο εδάφιο (1) κανόνες ορίζουν όλες τις υποχρεώσεις των μελών της ρυθμιζόμενης αγοράς ή των συμμετεχόντων σε αυτήν οι οποίες απορρέουν από -

(α) Τη σύσταση και λειτουργία της ρυθμιζόμενης αγοράς·

(β) τους κανόνες που διέπουν τη διενέργεια των συναλλαγών στη ρυθμιζόμενη αγορά·

(γ) τα επαγγελματικά πρότυπα προς τα οποία πρέπει να συμμορφώνεται το προσωπικό των ΚΕΠΕΥ, λοιπών ΕΠΕΥ ή πιστωτικών ιδρυμάτων που δραστηριοποιούνται στη ρυθμιζόμενη αγορά·

(δ) τους όρους που καθορίζονται σύμφωνα με το εδάφιο (3) για τα μέλη ή συμμετέχοντες στη ρυθμιζόμενη αγορά, εκτός των ΚΕΠΕΥ, λοιπών ΕΠΕΥ ή πιστωτικών ιδρυμάτων·

(ε) τους κανόνες και διαδικασίες εκκαθάρισης και διακανονισμού των συναλλαγών που διενεργούνται στη ρυθμιζόμενη αγορά.

(3) Ρυθμιζόμενη αγορά δύναται να δέχεται ως μέλη της ή συμμετέχοντες σε αυτήν, ΚΕΠΕΥ, λοιπές ΕΠΕΥ, πιστωτικά ιδρύματα και άλλα πρόσωπα τα οποία διαθέτουν -

(α) Εχέγγυα ήθους και ικανότητας (fit and proper)·

(β) επαρκές επίπεδο συναλλακτικής ικανότητας και επάρκειας (sufficient level of trading ability and competence)·

(γ) όπου συντρέχει η περίπτωση, επαρκείς οργανωτικές ρυθμίσεις·

(δ) επαρκή μέσα για το ρόλο που καλούνται να επιτελέσουν, λαμβανομένων υπόψη των διάφορων χρηματοοικονομικών ρυθμίσεων που ενδεχομένως η ρυθμιζόμενη αγορά έχει επιβάλει για να εξασφαλίζει το διακανονισμό των συναλλαγών.

(4) Στις περιπτώσεις συναλλαγών που διενεργούνται σε ρυθμιζόμενη αγορά, τα μέλη ή οι συμμετέχοντες σε αυτή δεν έχουν υποχρέωση να εφαρμόζουν μεταξύ τους τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στα άρθρα 36, 38 και 39 αλλά οφείλουν να τις τηρούν έναντι των πελατών τους όταν, ενεργώντας για λογαριασμό πελατών, εκτελούν τις εντολές τους σε ρυθμιζόμενη αγορά.

(5) Οι κανόνες που διέπουν την πρόσβαση στη ρυθμιζόμενη αγορά ή την απόκτηση της ιδιότητας του μέλους της πρέπει να προβλέπουν την άμεση ή την εξ’ αποστάσεως συμμετοχή των ΚΕΠΕΥ, λοιπών ΕΠΕΥ και πιστωτικών ιδρυμάτων.

(6) Ρυθμιζόμενη αγορά που έχει λάβει άδεια λειτουργίας στη Δημοκρατία δύναται να εγκαταστήσει κατάλληλα συστήματα σε άλλο κράτος μέλος για να διευκολύνει την πρόσβαση και τη διενέργεια συναλλαγών από τα μέλη ή τους συμμετέχοντες που είναι εγκατεστημένοι στο άλλο κράτος μέλος. Η ρυθμιζόμενη αγορά οφείλει να γνωστοποιήσει την πρόθεσή της αυτή στην Επιτροπή.

Η Επιτροπή οφείλει να κοινοποιήσει εντός ενός μηνός την πληροφορία αυτή στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους όπου η ρυθμιζόμενη αγορά σκοπεύει να εγκαταστήσει τα συστήματα.

H Επιτροπή γνωστοποιεί εντός εύλογου χρονικού διαστήματος, κατόπιν αιτήσεως της αρμόδιας αρχής του κράτους μέλους υποδοχής, την ταυτότητα των μελών ή συμμετεχόντων στη ρυθμιζόμενη αγορά που είναι εγκατεστημένοι στο εν λόγω κράτος μέλος υποδοχής.

(7) Ο διαχειριστής της ρυθμιζόμενης αγοράς οφείλει να ανακοινώνει τακτικά στην Επιτροπή κατάλογο των μελών ή των συμμετεχόντων σε αυτήν.

Ρυθμιζόμενη αγορά άλλου κράτους μέλους

107.-(1) Ρυθμιζόμενη αγορά άλλου κράτους μέλους δύναται να εγκαταστήσει κατάλληλα συστήματα στη Δημοκρατία για να διευκολύνει την πρόσβαση και τη διενέργεια συναλλαγών από τα μέλη ή τους συμμετέχοντες που είναι εγκατεστημένοι στη Δημοκρατία μόνο κατόπιν σχετικής γνωστοποίησης από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής της εν λόγω ρυθμιζόμενης αγοράς προς την Επιτροπή.

(2) Η Επιτροπή δύναται να ζητεί από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής της ρυθμιζόμενης αγοράς να την ενημερώνει, εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος, για την ταυτότητα των μελών ή των συμμετεχόντων σε αυτήν που είναι εγκατεστημένοι στη Δημοκρατία.

Έλεγχος της συμμόρφωσης προς τους κανόνες της ρυθμιζόμενης αγοράς και προς άλλες νόμιμες υποχρεώσεις

108.-(1) Η ρυθμιζόμενη αγορά οφείλει να δημιουργήσει και να διατηρεί αποτελεσματικούς μηχανισμούς και διαδικασίες για την τακτική παρακολούθηση της συμμόρφωσης των μελών της ή των συμμετεχόντων σε αυτήν με τους κανόνες της. Η ρυθμιζόμενη αγορά παρακολουθεί τις συναλλαγές που διενεργούν τα μέλη της ή οι συμμετέχοντες σε αυτήν στα συστήματά της, προκειμένου να εντοπίσει τις παραβάσεις των κανόνων αυτών, τους αντικανονικούς όρους συναλλαγών που δύνανται να διαταράξουν την εύρυθμη λειτουργία της αγοράς ή τις μορφές συμπεριφοράς που ενδέχεται να συνιστούν κατάχρηση αγοράς.

(2) Ο διαχειριστής της ρυθμιζόμενης αγοράς-

(α) Οφείλει να αναφέρει στην Επιτροπή κάθε σημαντική παράβαση των κανόνων της ρυθμιζόμενης αγοράς και κάθε περίπτωση ανώμαλων συνθηκών συναλλαγών που δύνανται να διαταράξουν την εύρυθμη λειτουργία της αγοράς, ή συμπεριφοράς που ενδέχεται να συνιστά κατάχρηση αγοράς·

(β) γνωστοποιεί χωρίς καμία καθυστέρηση στην Επιτροπή όλες τις σχετικές πληροφορίες και της παρέχει κάθε αναγκαία βοήθεια για τη διερεύνηση και τη δίωξη των καταχρήσεων αγοράς που διαπράττονται στα ή μέσω των συστημάτων της ρυθμιζόμενης αγοράς.

Προδιαπραγματευτικές προϋποθέσεις διαφάνειας για τη ρυθμιζόμενη αγορά

109.-(1) Η ρυθμιζόμενη αγορά οφείλει να ανακοινώνει δημόσια τις τρέχουσες τιμές προσφοράς και ζήτησης, καθώς και το βάθος του συναλλακτικού ενδιαφέροντος στις τιμές που ανακοινώνονται μέσω των συστημάτων της για μετοχές εισηγμένες προς διαπραγμάτευση στη ρυθμιζόμενη αγορά. Οι πληροφορίες αυτές πρέπει να διατίθενται στο κοινό υπό εύλογους εμπορικούς όρους και σε συνεχή βάση κατά τις κανονικές ώρες διαπραγμάτευσης.

Η ρυθμιζόμενη αγορά δύναται, υπό λογικούς εμπορικούς όρους και κατά τρόπο μη δημιουργούντα διακρίσεις, να επιτρέψει στις ΚΕΠΕΥ, λοιπές ΕΠΕΥ και πιστωτικά ιδρύματα, που υποχρεούνται να ανακοινώνουν δημόσια τα ζεύγη εντολών (quotes) τους σύμφωνα με το άρθρο 47, την πρόσβαση στα συστήματα που η ίδια χρησιμοποιεί για να ανακοινώνει δημόσια τις πληροφορίες που αναφέρονται στο παρόν εδάφιο.

(2) Η Επιτροπή δύναται με οδηγίες της να απαλλάσσει τη ρυθμιζόμενη αγορά από την υποχρέωση να ανακοινώνει δημόσια τις πληροφορίες κατά τα προβλεπόμενα στο εδάφιο (1) ανάλογα με το μοντέλο αγοράς ή το είδος και τον όγκο των εντολών στις περιπτώσεις που προβλέπονται στο εδάφιο (3). Ειδικότερα, η Επιτροπή δύναται να απαλλάσσει τη ρυθμιζόμενη αγορά από την υποχρέωση αυτή για τις συναλλαγές μεγάλου όγκου σε σύγκριση με το κανονικό μέγεθος της αγοράς για τη συγκεκριμένη μετοχή ή τύπο μετοχής.

Μεταδιαπραγματευτικές προϋποθέσεις διαφάνειας για τη ρυθμιζόμενη αγορά

110.-(1) Η ρυθμιζόμενη αγορά οφείλει να ανακοινώνει δημόσια την τιμή, τον όγκο και το χρόνο των συναλλαγών που διενεργούνται στις μετοχές που είναι εισηγμένες προς διαπραγμάτευση. Οι λεπτομέρειες όλων αυτών των συναλλαγών ανακοινώνονται δημόσια υπό εύλογους εμπορικούς όρους και όσο το δυνατόν ταχύτερα μετά τη στιγμή διενέργειας κάθε συναλλαγής.

Η ρυθμιζόμενη αγορά δύναται, υπό λογικούς εμπορικούς όρους και κατά τρόπο μη δημιουργούντα διακρίσεις, να επιτρέπει στις ΚΕΠΕΥ, λοιπές ΕΠΕΥ και πιστωτικά ιδρύματα, που υποχρεούνται να ανακοινώνουν δημόσια λεπτομέρειες των συναλλαγών τους σε μετοχές σύμφωνα με το άρθρο 48, την πρόσβαση στα συστήματα που η ίδια χρησιμοποιεί για να ανακοινώνει δημόσια τις πληροφορίες που αναφέρονται στο παρόν εδάφιο.

(2) Η Επιτροπή δύναται με οδηγίες της να επιτρέπει στη ρυθμιζόμενη αγορά να αναβάλλει τη δημόσια ανακοίνωση των λεπτομερειών των συναλλαγών ανάλογα με τον όγκο τους. Ειδικότερα, η Επιτροπή δύναται να επιτρέπει μετάθεση του χρόνου δημοσιοποίησης των συναλλαγών μεγάλου όγκου σε σύγκριση με το κανονικό μέγεθος της αγοράς για τη συγκεκριμένη μετοχή ή κατηγορία μετοχών. Η ρυθμιζόμενη αγορά λαμβάνει εκ των προτέρων την έγκριση της Επιτροπής για τους τρόπους με τους οποίους σκοπεύει να προβαίνει στη χρονική μετάθεση της δημοσιοποίησης της συναλλαγής και ανακοινώνει σαφώς τους τρόπους αυτούς στους συμμετέχοντες στην αγορά και στο επενδυτικό κοινό.

Διατάξεις για τα συστήματα κεντρικού αντισυμβαλλομένου, εκκαθάρισης και διακανονισμού

111.-(1)(α) Η ρυθμιζόμενη αγορά δύναται να συνάπτει με κεντρικό αντισυμβαλλόμενο ή φορέα εκκαθάρισης και σύστημα διακανονισμού της Δημοκρατίας ή άλλου κράτους μέλους κατάλληλες συμφωνίες για την εκκαθάριση ή/και το διακανονισμό ορισμένων ή όλων των συναλλαγών που διενεργούν οι συμμετέχοντες στην αγορά εντός των συστημάτων της ρυθμιζόμενης αγοράς.

(β) Η ρυθμιζόμενη αγορά άλλου κράτους μέλους δύναται να συνάπτει με κεντρικό αντισυμβαλλόμενο ή φορέα εκκαθάρισης και σύστημα διακανονισμού της Δημοκρατίας κατάλληλες συμφωνίες για την εκκαθάριση ή/και το διακανονισμό ορισμένων ή όλων των συναλλαγών που διενεργούν οι συμμετέχοντες στην αγορά εντός των συστημάτων της ρυθμιζόμενης αγοράς.

(2) Η ρυθμιζόμενη αγορά οφείλει προτού προχωρήσει με τη σύναψη συμφωνιών δυνάμει του εδαφίου (1) να λάβει την εκ των προτέρων έγκριση της Επιτροπής. Η Επιτροπή δύναται να απαγορεύσει τη χρήση κεντρικού αντισυμβαλλομένου, φορέα εκκαθάρισης ή/και συστήματος διακανονισμού κράτους μέλους, εάν αυτό είναι αποδεδειγμένα αναγκαίο για τη διασφάλιση της εύρυθμης λειτουργίας της ρυθμιζόμενης αγοράς, και λαμβανομένων υπόψη των προβλεπόμενων στο εδάφιο (3) του άρθρου 82, προϋποθέσεων για τα συστήματα διακανονισμού.

(3) Για να μην υπάρχει επικάλυψη των ελέγχων, η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη την εποπτεία ή την επίβλεψη του συστήματος εκκαθάρισης και διακανονισμού που ήδη ασκούν οι εθνικές κεντρικές τράπεζες ως προς την εποπτεία ή την επίβλεψη των συστημάτων εκκαθάρισης και διακανονισμού ή άλλες τυχόν εποπτικές αρχές που είναι αρμόδιες για τα εν λόγω συστήματα.

Κατάλογος των ρυθμιζόμενων αγορών

112. Η Επιτροπή καταρτίζει κατάλογο των ρυθμιζόμενων αγορών που κατέχουν άδεια λειτουργίας δυνάμει του παρόντος Μέρους και τον γνωστοποιεί στα άλλα κράτη μέλη και στην ΕΑΚΑΑ. Παρόμοια γνωστοποίηση γίνεται και για κάθε τροποποίηση του καταλόγου αυτού.

Διοικητικές κυρώσεις

113. Σε οποιονδήποτε παραβαίνει τις διατάξεις του παρόντος Μέρους, η Επιτροπή δύναται να επιβάλει διοικητικό πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις τριακόσιες πενήντα χιλιάδες ευρώ (€350.000) και, σε περίπτωση επανάληψης ή συνέχισης της παράβασης, διοικητικό πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις επτακόσιες χιλιάδες ευρώ (€700.000).

MEΡΟΣ ΧΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ - ΣΧΕΣΕΙΣ ΜΕ ΕΛΕΓΚΤΕΣ ΚΕΠΕΥ
Υποβολή οικονομικών καταστάσεων ΚΕΠΕΥ

114. Κάθε ΚΕΠΕΥ οφείλει να υποβάλλει στην Επιτροπή εντός τεσσάρων μηνών από το τέλος κάθε οικονομικού έτους, οικονομικές καταστάσεις οι οποίες να αντικατοπτρίζουν την αληθινή και δίκαιη της εικόνα και να είναι σύμφωνες με όλα τα ισχύοντα λογιστικά πρότυπα και κανόνες. Οι εν λόγω οικονομικές καταστάσεις πρέπει να είναι ελεγμένες από ελεγκτή και να συνοδεύονται από υπογραμμένο αντίγραφο της έκθεσής του.

Σχέσεις με ελεγκτές

115.-(1) Ο ελεγκτής ο οποίος ελέγχει τις οικονομικές καταστάσεις της ΚΕΠΕΥ, ή/και ελέγχει τις ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις του ομίλου στον οποίο ανήκει η ΚΕΠΕΥ, ή/και είναι υπεύθυνος για την υποβολή στην Επιτροπή της προβλεπόμενης έκθεσης στο άρθρο 116, υποχρεούται να αναφέρει αμέσως στην Επιτροπή κάθε γεγονός ή απόφαση σχετικά με την εν λόγω ΚΕΠΕΥ της οποίας έλαβε γνώση κατά την εκπλήρωση των καθηκόντων του και η οποία ενδέχεται -

(α) Να συνιστά σημαντική παράβαση του παρόντος Νόμου ή/και των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων οδηγιών ή/και του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1287/2006·

(β) να θέτει σε κίνδυνο τη συνέχιση της λειτουργίας της ΚΕΠΕΥ·

(γ) να οδηγήσει σε άρνηση να εκφέρει γνώμη επί των οικονομικών καταστάσεων ή στη διατύπωση επιφυλάξεων.

(2) Ο προβλεπόμενος στο εδάφιο (1) ελεγκτής υποχρεούται επίσης να αναφέρει στην Επιτροπή κάθε γεγονός ή απόφαση, της οποίας έλαβε γνώση κατά την εκπλήρωση των προβλεπόμενων στο ίδιο εδάφιο καθηκόντων σε επιχείρηση που έχει στενούς δεσμούς με την ΚΕΠΕΥ στην οποία επίσης εκτελεί τα προβλεπόμενα στο εδάφιο (1) καθήκοντα.

(3) Η καλόπιστη αναφορά στην Επιτροπή, από τα ανωτέρω πρόσωπα, γεγονότων ή αποφάσεων που προβλέπονται στα εδάφια (1) και (2), δεν αποτελεί παράβαση συμβατικού ή νομικού περιορισμού της γνωστοποίησης πληροφοριών και δεν συνεπάγεται καμία ευθύνη των προσώπων αυτών.

Υποβολή έκθεσης καταλληλότητας ρυθμίσεων

116. Ο ελεγκτής της ΚΕΠΕΥ οφείλει να υποβάλλει στην Επιτροπή, εντός τεσσάρων μηνών από το τέλος κάθε οικονομικού έτους, έκθεση σχετικά με την καταλληλότητα των ρυθμίσεων που έλαβε η ΚΕΠΕΥ δυνάμει των παραγράφων (θ) και (ι) του εδαφίου (2) του άρθρου 18 και των σχετικών με το εν λόγω άρθρο διατάξεων οδηγίας που εκδίδεται δυνάμει του άρθρου 20.

Διοικητικές κυρώσεις

117. Σε περίπτωση που ΚΕΠΕΥ ή ελεγκτής παραβαίνει τις διατάξεις του παρόντος Μέρους η Επιτροπή δύναται να της και του επιβάλει διοικητικό πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις εκατό εβδομήντα πέντε χιλιάδες ευρώ (€175.000) και, σε περίπτωση επανάληψης ή συνέχισης της παράβασης, διοικητικό πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις τριακόσιες πενήντα χιλιάδες ευρώ (€350.000).

ΜΕΡΟΣ ΧΙΙ ΤΡΑΠΕΖΕΣ
Προϋποθέσεις παροχής επενδυτικών και παρεπόμενων υπηρεσιών ή και άσκησης επενδυτικών δραστηριοτήτων

118. Οι τράπεζες που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας από τη Κεντρική Τράπεζα ή από αρμόδιες αρχές άλλων κρατών μελών δύνανται να παρέχουν επενδυτικές και παρεπόμενες υπηρεσίες ή/και να ασκούν επενδυτικές δραστηριότητες, τηρουμένων των διατάξεων της τραπεζικής νομοθεσίας καθώς και των άρθρων 77, 78 και 80 του παρόντος Νόμου.

Μέλος ΤΑΕ Πελατών Τραπεζών

119. Τράπεζα, η οποία έλαβε άδεια λειτουργίας από την Κεντρική Τράπεζα για να παρέχει επενδυτικές και παρεπόμενες υπηρεσίες ή/και να ασκεί επενδυτικές δραστηριότητες, οφείλει να είναι μέλος του ΤΑΕ Πελατών Τραπεζών και να συμμορφώνεται με τις υποχρεώσείς της κατά τα προβλεπόμενα στο Μέρος VII.

Εφαρμοζόμενες διατάξεις

120.-(1) Τα άρθρα 18, 19, 20, το εδάφιο (1) του άρθρου 28, τα άρθρα 29, 30, 34, το εδάφιο (1) του άρθρου 35, τα άρθρα 36, 37, 38, 39, 40 (εκτός των εδαφίων (6) και (14)), το άρθρο 41, τα εδάφια (2) και (3) του άρθρου 42, τα άρθρα 43, 44, το εδάφιο (1) του άρθρου 46, το άρθρο 47 (εκτός του εδαφίου (5)), τα άρθρα 48, 49, 50, το εδάφιο (1) του άρθρου 51, τα άρθρα 52, 57, το εδάφιο (1) του άρθρου 76, τα εδάφια (1), (5), (6) και (7) του άρθρου 77, το εδάφιο (1) του άρθρου 78, τα εδάφια (9) και (10) του άρθρου 79, τα εδάφια (1) και (5) του άρθρου 80, τα άρθρα 81, 82 (εκτός των εδαφίων (3) και (4)), το άρθρο 83 (εκτός του εδαφίου (3)), τα άρθρα 84, 130 (εκτός της τρίτης παραγράφου του εδαφίου (1) και του εδαφίου (4)), τα άρθρα 131, 133, 134, τα εδάφια (1), (2) και (3) του άρθρου 141, τα άρθρα 142, 144, 146 και 151 εφαρμόζονται κατ’ αναλογία στις αναφερόμενες στο άρθρο 118 τράπεζες και, όπου γίνεται σε αυτά τα άρθρα αναφορά στην Επιτροπή, θεωρείται ότι συνιστά αναφορά στην Κεντρική Τράπεζα, τηρουμένων των αναλογιών.

(2) Οι διατάξεις του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1287/2006, οι οποίες σχετίζονται με τις διατάξεις της Οδηγίας 2004/39/ΕΚ που αντιστοιχούν στα αναφερόμενα στο εδάφιο (1) άρθρα, εφαρμόζονται κατ’ αναλογία στις αναφερόμενες στο άρθρο 118 τράπεζες.

Συμπληρωματικές διατάξεις

121. Οι διατάξεις του περί της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου Νόμου και της τραπεζικής νομοθεσίας που έχουν ως αντικείμενο την εποπτεία και επιθεώρηση των τραπεζών και των αντιπροσώπων τους από την Κεντρική Τράπεζα, καθώς και την εξουσία της να συλλέγει πληροφορίες, να διενεργεί έρευνες ή ελέγχους και να επιβάλλει κυρώσεις και όλες εν γένει τις αρμοδιότητές της, δυνάμει της ίδιας νομοθεσίας, εφαρμόζονται, συμπληρωματικά προς τις διατάξεις του παρόντος Νόμου και χωρίς επηρεασμό τους, και ως προς την εποπτεία από την Κεντρική Τράπεζα των κατά το άρθρο 118 τραπεζών και των συνδεδεμένων αντιπροσώπων τους, κατά την παροχή επενδυτικών και παρεπόμενων υπηρεσιών ή/και την άσκηση επενδυτικών δραστηριοτήτων.

ΜΕΡΟΣ ΧΙΙΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΑ ΠΙΣΤΩΤΙΚΑ ΙΔΡΥΜΑΤΑ
Προϋποθέσεις παροχής επενδυτικών και παρεπόμενων υπηρεσιών ή και άσκησης επενδυτικών δραστηριοτήτων

122. Τα συνεργατικά πιστωτικά ιδρύματα που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας από τον Έφορο ΥΕΑΣΕ ή από αρμόδιες αρχές άλλων κρατών μελών δύνανται να παρέχουν επενδυτικές και παρεπόμενες υπηρεσίες ή/και να ασκούν επενδυτικές δραστηριότητες, τηρουμένων των διατάξεων της συνεργατικής νομοθεσίας και των άρθρων 77, 78 και 80 του παρόντος Νόμου.

Μέλος ΤΑΕ Πελατών ΣΠΙ

123. To συνεργατικό πιστωτικό ίδρυμα, το οποίο έλαβε άδεια λειτουργίας από τον Έφορο ΥΕΑΣΕ για να παρέχει επενδυτικές και παρεπόμενες υπηρεσίες ή/και να ασκεί επενδυτικές δραστηριότητες, οφείλει να είναι μέλος του ΤΑΕ Πελατών ΣΠΙ και να συμμορφώνεται με τις υποχρεώσείς του κατά τα προβλεπόμενα στο Μέρος VII.

Εφαρμοζόμενες διατάξεις

124.-(1) Τα άρθρα 18, 19, 20, το εδάφιο (1) του άρθρου 28, τα άρθρα 29, 30, 34, το εδάφιο (1) του άρθρου 35, τα άρθρα 36, 37, 38, 39, 40 (εκτός των εδαφίων (6) και (14)), το άρθρο 41, τα εδάφια (2) και (3) του άρθρου 42, τα άρθρα 43, 44, το εδάφιο (1) του άρθρου 46, το άρθρο 47 (εκτός του εδαφίου (5)), τα άρθρα 48, 49, 50, το εδάφιο (1) του άρθρου 51, τα άρθρα 52, 57, το εδάφιο (1) του άρθρου 76, τα εδάφια (1), (5), (6) και (7) του άρθρου 77, το εδάφιο (1) του άρθρου 78, τα εδάφια (1), (9) και (10) του άρθρου 79, τα εδάφια (1) και (5) του άρθρου 80, τα άρθρα 81, 82 (εκτός των εδαφίων (3) και (4)), το άρθρο 83 (εκτός του εδαφίου (3)), τα άρθρα 84, 130 (εκτός της τρίτης παραγράφου του εδαφίου (ι) και του εδαφίου (4)), τα άρθρα 131, 133, 134, τα εδάφια (1), (2) και (3) του άρθρου 141, τα άρθρα 142, 144, 146 και 151 εφαρμόζονται κατ’ αναλογία στα αναφερόμενα στο άρθρο 122 συνεργατικά πιστωτικά ιδρύματα και όπου γίνεται σε αυτά τα άρθρα αναφορά στην Επιτροπή θεωρείται ότι συνιστά αναφορά στην ΥΕΑΣΕ, τηρουμένων των αναλογιών.

(2) Οι διατάξεις του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1287/2006, οι οποίες σχετίζονται με τις διατάξεις της Οδηγίας 2004/39/ΕΚ που αντιστοιχούν στα αναφερόμενα στο εδάφιο (1) άρθρα, εφαρμόζονται στα αναφερόμενα στο άρθρο 122 συνεργατικά πιστωτικά ιδρύματα.

Συμπληρωματικές διατάξεις

125. Οι διατάξεις της συνεργατικής νομοθεσίας που έχουν ως αντικείμενο την εποπτεία και επιθεώρηση των συνεργατικών πιστωτικών ιδρυμάτων από την ΥΕΑΣΕ, καθώς και την εξουσία της να συλλέγει πληροφορίες, να διενεργεί έρευνες ή ελέγχους και να επιβάλλει κυρώσεις και όλες εν γένει τις αρμοδιότητές της, δυνάμει της ίδιας νομοθεσίας, εφαρμόζονται, συμπληρωματικά προς τις διατάξεις του παρόντος Νόμου και χωρίς επηρεασμό τους, και ως προς την εποπτεία από την ΥΕΑΣΕ, των κατά το άρθρο 122 συνεργατικών πιστωτικών ιδρυμάτων και των συνδεδεμένων αντιπροσώπων τους κατά την παροχή επενδυτικών και παρεπόμενων υπηρεσιών και την άσκηση επενδυτικών δραστηριοτήτων.

ΜΕΡΟΣ ΧΙV ΑΣΚΗΣΗ ΕΠΟΠΤΕΙΑΣ
Διορισμός και συνεργασία Εποπτικών Αρχών

126.-(1) Η Επιτροπή, η Κεντρική Τράπεζα και η ΥΕΑΣΕ ορίζονται ως οι Εποπτικές Αρχές για να ασκούν τις αρμοδιότητες που προβλέπονται στον παρόντα Νόμο. Ειδικότερα, η Κεντρική Τράπεζα ορίζεται ως η Εποπτική Αρχή υπεύθυνη για την εποπτεία και εφαρμογή των διατάξεων του Μέρους ΧΙΙ, η ΥΕΑΣΕ για την εποπτεία και εφαρμογή των διατάξεων του Μέρους ΧΙΙΙ, και η Επιτροπή για την εποπτεία και εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος Νόμου, εκτός των διατάξεων των Μερών ΧΙΙ και ΧΙΙΙ. Έκαστη Εποπτική Αρχή είναι υπεύθυνη για την εποπτεία και εφαρμογή του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1287/2006, στην έκταση που οι διατάξεις του σχετίζονται με τις διατάξεις της Οδηγίας 2004/39/ΕΚ που αντιστοιχούν στα άρθρα του παρόντος Νόμου, για την εποπτεία και εφαρμογή των οποίων η Εποπτική Αρχή είναι υπεύθυνη.

(2) Ανεξάρτητα από το εδάφιο (1), η Επιτροπή είναι υπεύθυνη για την εποπτεία και εφαρμογή του εδαφίου (6) του άρθρου 40, του άρθρου 45, του εδαφίου (2) του άρθρου 46, του εδαφίου (2) του άρθρου 51, του εδαφίου (1) του άρθρου 53 και του εδαφίου (2) του άρθρου 53 από τις κατά το άρθρο 118 τράπεζες και τα κατά το άρθρο 122 συνεργατικά πιστωτικά ιδρύματα.

(3) Οι Εποπτικές Αρχές συνεργάζονται στενά μεταξύ τους για την αποτελεσματική εφαρμογή του παρόντος Νόμου και του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1287/2006 και ανταλλάσσουν κάθε πληροφορία ιδιαίτερης σημασίας ή σχετική με την άσκηση των λειτουργιών και των αρμοδιοτήτων τους.

(4) Οι Εποπτικές Αρχές συνεργάζονται επίσης με κάθε άλλη αρχή στη Δημοκρατία, υπεύθυνη για την εποπτεία των συνταξιοδοτικών ταμείων, ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών διαμεσολαβητών και των ασφαλιστικών επιχειρήσεων.

(5) Για σκοπούς διευκόλυνσης και επιτάχυνσης της συνεργασίας, και ιδίως για την ανταλλαγή πληροφοριών, η Επιτροπή καθορίζεται ως σημείο επικοινωνίας για τους σκοπούς της Οδηγίας 2004/39/ΕΚ, σύμφωνα με το Άρθρο 56, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο, της εν λόγω Οδηγίας.

Εξουσίες Εποπτικών Αρχών

127.-(1) Οι Εποπτικές αρχές ασκούν τις εξουσίες τους-

(α) Άμεσα· ή

(β) σε συνεργασία μεταξύ τους και εν γένει με άλλες αρχές· ή

(γ) κατόπιν αίτησης προς τα αρμόδια δικαστήρια.

(2) Επιπρόσθετα των εξουσιών της Επιτροπής που καθορίζονται στον περί της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου (Σύσταση και Αρμοδιότητες) Νόμο, η Επιτροπή έχει τις ακόλουθες εξουσίες:

(α) Να ζητά κάθε υπάρχουσα καταγραφή τηλεφωνικής συνδιάλεξης ή ανταλλαγή δεδομένων·

(β) να απαιτεί την άμεση διακοπή κάθε πρακτικής που είναι αντίθετη με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου·

(γ) να ζητά, με αίτηση προς τα αρμόδια δικαστήρια, τη δέσμευση ή/και την κατάσχεση περιουσιακών στοιχείων·

(δ) να απαγορεύει προσωρινά την άσκηση επαγγελματικής δραστηριότητας·

(ε) να λαμβάνει κάθε μέτρο που μπορεί να εξασφαλίσει ότι οι εποπτευόμενοι της συνεχίζουν να συμμορφώνονται με τις εκ του παρόντος Νόμου, ή/και των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων οδηγιών, υποχρεώσεις·

(στ) να ζητά την αναστολή της διαπραγμάτευσης χρηματοοικονομικού μέσου·

(ζ) να ζητά τη διαγραφή ενός χρηματοοικονομικού μέσου από τη διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενη αγορά ή σε οποιοδήποτε άλλο πλαίσιο συναλλαγών.

(3) Επιπρόσθετα των εξουσιών της Κεντρικής Τράπεζας που καθορίζονται στον περί της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου Νόμο και στον περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμο, η Κεντρική Τράπεζα έχει τις ακόλουθες εξουσίες:

(α) Να ζητεί πληροφορίες από οποιοδήποτε πρόσωπο και, εφόσον είναι απαραίτητο, να καλεί και να ανακρίνει οποιοδήποτε πρόσωπο για τη συγκέντρωση πληροφοριών.

(β) να ζητά κάθε υπάρχουσα καταγραφή τηλεφωνικής συνδιάλεξης ή ανταλλαγή δεδομένων·

(γ) να απαιτεί την άμεση διακοπή κάθε πρακτικής που είναι αντίθετη με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου·

(δ) να ζητά, με αίτηση προς τα αρμόδια δικαστήρια, τη δέσμευση ή/και την κατάσχεση περιουσιακών στοιχείων·

(ε) να απαγορεύει προσωρινά την άσκηση επαγγελματικής δραστηριότητας·

(στ) να λαμβάνει κάθε μέτρο που μπορεί να εξασφαλίσει ότι οι εποπτευόμενοι της συνεχίζουν να συμμορφώνονται με τις εκ του παρόντος Νόμου, ή/και των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων οδηγιών, υποχρεώσεις·

(ζ) να διενεργεί επιτόπιους ελέγχους·

(η) να επιτρέπει εξακριβώσεις ή έρευνες από ορκωτούς λογιστές ή εμπειρογνώμονες.

(4) Επιπρόσθετα των εξουσιών της ΥΕΑΣΕ που καθορίζονται στον περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο, η ΥΕΑΣΕ έχει τις ακόλουθες εξουσίες:

(α) Να ζητεί πληροφορίες από οποιοδήποτε πρόσωπο και, εφόσον είναι απαραίτητο, να καλεί και να ανακρίνει οποιοδήποτε πρόσωπο για τη συγκέντρωση πληροφοριών·

(β) να ζητά κάθε υπάρχουσα καταγραφή τηλεφωνικής συνδιάλεξης ή ανταλλαγή δεδομένων·

(γ) να απαιτεί την άμεση διακοπή κάθε πρακτικής που είναι αντίθετη με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου·

(δ) να ζητά, με αίτηση προς τα αρμόδια δικαστήρια, τη δέσμευση ή/και την κατάσχεση περιουσιακών στοιχείων·

(ε) να απαγορεύει προσωρινά την άσκηση επαγγελματικής δραστηριότητας·

(στ) να λαμβάνει κάθε μέτρο που μπορεί να εξασφαλίσει ότι οι εποπτευόμενοι της συνεχίζουν να συμμορφώνονται με τις εκ του παρόντος Νόμου, ή/και των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων οδηγιών, υποχρεώσεις.

(5) Οι Εποπτικές Αρχές, επιλαμβάνονται διοικητικών παραβάσεων είτε αυτεπαγγέλτως, είτε κατόπιν καταγγελίας που υποβάλλεται σε αυτές.

Συμπληρωματικές διατάξεις

128. Οι διατάξεις του περί της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου (Σύσταση και Αρμοδιότητες) Νόμου, που έχουν ως αντικείμενο την εποπτική αρμοδιότητα της Επιτροπής, την εξουσία της να συλλέγει πληροφορίες, να διενεργεί έρευνες και ελέγχους και να επιβάλλει κυρώσεις, με την επιφύλαξη των ειδικότερων διατάξεων των παρόντος Νόμου αναφορικά με την επιβολή κυρώσεων, και όλες εν γένει τις αρμοδιότητες της, δυνάμει των εν λόγω Νόμων, εφαρμόζονται, συμπληρωματικά προς τις διατάξεις του παρόντος Νόμου και χωρίς επηρεασμό τους, και ως προς την εποπτεία που ασκεί η Επιτροπή δυνάμει του παρόντος Νόμου.

Επαγγελματικό απόρρητο

129.-(1) Οι διατάξεις του περί της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου (Σύσταση και Αρμοδιότητες) Νόμου, που έχουν ως αντικείμενο την άρση του απορρήτου έναντι της Επιτροπής, από τα εποπτευόμενα και ελεγχόμενα απ’ αυτή πρόσωπα ή οποιαδήποτε άλλα πρόσωπα, καθώς και την υποχρέωση εχεμύθειας και την τήρηση του επαγγελματικού απορρήτου από την Επιτροπή, εφαρμόζονται και ως προς την άσκηση από την Επιτροπή των αρμοδιοτήτων της δυνάμει του παρόντος Νόμου, τηρουμένων των αναλογιών.

(2) Συμπληρωματικά προς τις διατάξεις του εδαφίου (1) και χωρίς επηρεασμό τους, κάθε πρόσωπο που ασκεί ή έχει ασκήσει δραστηριότητα για λογαριασμό της Επιτροπής καθώς και οι εντεταλμένοι από την Επιτροπή ελεγκτές ή εμπειρογνώμονες υποχρεούνται στην τήρηση του επαγγελματικού απορρήτου. Καμία πληροφορία που περιέρχεται στα πρόσωπα αυτά κατά την άσκηση των καθηκόντων τους δεν επιτρέπεται να γνωστοποιηθεί σε οποιοδήποτε πρόσωπο ή αρχή, παρά μόνο υπό συνοπτική ή συγκεντρωτική μορφή που δεν επιτρέπει τον προσδιορισμό της ταυτότητας μεμονωμένων προσώπων, ΚΕΠΕΥ, λοιπών ΕΠΕΥ, διαχειριστών αγοράς, ρυθμιζόμενων αγορών ή άλλου προσώπου, με την επιφύλαξη των περιπτώσεων που εμπίπτουν στο ποινικό δίκαιο ή σε άλλες διατάξεις του παρόντος Νόμου.

(3) Όταν πρόκειται για ΚΕΠΕΥ, λοιπές ΕΠΕΥ, διαχειριστή αγοράς ή ρυθμιζόμενη αγορά, που έχει κηρυχθεί σε πτώχευση ή βρίσκεται υπό αναγκαστική εκκαθάριση, οι εμπιστευτικές πληροφορίες οι οποίες δεν αφορούν τρίτους μπορούν να αποκαλυφθούν στο πλαίσιο διαδικασιών αστικού ή εμπορικού δικαίου, εφόσον αυτό απαιτείται για τη διεξαγωγή της διαδικασίας.

(4) Με την επιφύλαξη των υποθέσεων που εμπίπτουν στο ποινικό δίκαιο, η Επιτροπή, οι αρχές, οι φορείς και τα πρόσωπα εκτός της Επιτροπής που λαμβάνουν εμπιστευτικές πληροφορίες δυνάμει του παρόντος Νόμου, μπορούν να τις χρησιμοποιήσουν μόνο κατά την εκτέλεση των καθηκόντων και για την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους. Η Επιτροπή χρησιμοποιεί τις εν λόγω πληροφορίες μόνο κατά την εκτέλεση των καθηκόντων και για την άσκηση των αρμοδιοτήτων της που προβλέπονται στον παρόντα Νόμο, ενώ οποιεσδήποτε άλλες αρχές, φορείς και πρόσωπα, μόνο για το σκοπό για τον οποίο τους δόθηκαν οι εν λόγω πληροφορίες ή/και στα πλαίσια διοικητικών ή δικαστικών διαδικασιών που σχετίζονται άμεσα με την άσκηση των αρμοδιοτήτων αυτών. Ωστόσο, εφόσον η Επιτροπή ή άλλη αρχή, φορέας ή πρόσωπο που διαβιβάζει τις πληροφορίες συγκατατίθεται, η αρχή, φορέας ή πρόσωπο που λαμβάνει τις πληροφορίες μπορεί να τις χρησιμοποιήσει για άλλους σκοπούς.

(5) Τυχόν εμπιστευτικές πληροφορίες που λαμβάνονται, ανταλλάσσονται ή διαβιβάζονται βάσει του παρόντος Νόμου υπόκεινται στους όρους περί επαγγελματικού απορρήτου που προβλέπει το παρόν άρθρο. Ωστόσο, το άρθρο αυτό δεν εμποδίζει την Επιτροπή να ανταλλάσσει ή να διαβιβάζει εμπιστευτικές πληροφορίες, είτε δυνάμει του παρόντος Νόμου ή άλλης νομοθεσίας η οποία ενσωματώνει Οδηγία της Ευρωπαϊκής Κοινότητας στο κυπριακό δίκαιο και η οποία εφαρμόζεται σε ΚΕΠΕΥ, λοιπές ΕΠΕΥ, τράπεζες, συνεργατικά πιστωτικά ιδρύματα, συνταξιοδοτικά ταμεία, ΟΣΕΚΑ, ασφαλιστικούς και αντασφαλιστικούς διαμεσολαβητές και ασφαλιστικές επιχειρήσεις, ρυθμιζόμενες αγορές ή διαχειριστές αγοράς, είτε με τη συγκατάθεση της αρμόδιας αρχής ή άλλης αρχής ή φορέα ή προσώπου που κοινοποίησε τις πληροφορίες.

(6) Το παρόν άρθρο δεν εμποδίζει την Επιτροπή να ανταλλάσσει ή να διαβιβάζει σύμφωνα με το κυπριακό δίκαιο εμπιστευτικές πληροφορίες που δεν έχουν ληφθεί από αρμόδια αρχή άλλου κράτους μέλους.

Υποχρέωση συνεργασίας Επιτροπής με τις αρμόδιες αρχές άλλων κρατών μελών

130.-(1) Η Επιτροπή συνεργάζεται με τις αρμόδιες αρχές των άλλων κρατών μελών χρησιμοποιώντας τις εξουσίες της ως αυτές καθορίζονται στον παρόντα Νόμο και στον περί της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου (Σύσταση και Αρμοδιότητες) Νόμο, εφόσον αυτό είναι αναγκαίο για την εκπλήρωση των καθηκόντων της που προβλέπονται στον παρόντα Νόμο και των καθηκόντων των αρμοδίων αρχών των άλλων κρατών μελών που προβλέπονται στους οικείους νόμους που θεσπίζονται προς συμμόρφωση με την Οδηγία 2004/39/ΕΚ.

Η Επιτροπή επικουρεί τις αρμόδιες αρχές των άλλων κρατών μελών, ιδίως με την ανταλλαγή πληροφοριών και την συνεργασία σε δραστηριότητες έρευνας, ελέγχου ή εποπτείας.

Για τη διευκόλυνση και την επιτάχυνση της συνεργασίας και ιδίως της ανταλλαγής πληροφοριών, η Επιτροπή ορίζεται ως το σημείο επικοινωνίας στη Δημοκρατία για τους σκοπούς της Οδηγίας 2004/39/ΕΚ.

(2) Στην περίπτωση όπου, λαμβάνοντας υπόψη την κατάσταση των αγορών κινητών αξιών σε κράτος μέλος υποδοχής, η λειτουργία ρυθμιζόμενης αγοράς, η οποία έχει δημιουργήσει μηχανισμούς στο κράτος μέλος υποδοχής, έχει αποκτήσει ουσιώδη σημασία για τη λειτουργία της αγοράς κινητών αξιών και την προστασία των επενδυτών στο εν λόγω κράτος μέλος υποδοχής, κατά τα προβλεπόμενα στον Κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1287/2006, η Επιτροπή και οι αρμόδιες αρχές των εν λόγω κρατών μελών συνάπτουν ανάλογες ρυθμίσεις συνεργασίας.

(3) Η Επιτροπή μπορεί να ασκεί τις εξουσίες της για τους σκοπούς της συνεργασίας, ακόμα και σε περιπτώσεις στις οποίες η ερευνούμενη συμπεριφορά δεν αποτελεί παράβαση της ισχύουσας νομοθεσίας στη Δημοκρατία.

(4) Επιπρόσθετα των διατάξεων του παρόντος άρθρου, τυχόν ειδικότερες διατάξεις για τη συνεργασία της Επιτροπής με τις αρμόδιες αρχές των άλλων κρατών μελών αναφορικά με θέματα που σχετίζονται με την κεφαλαιακή επάρκεια των ΕΠΕΥ καθορίζονται με οδηγίες της Επιτροπής κατά τα οριζόμενα στο Μέρος VIII.

(5) Εάν η Επιτροπή έχει βάσιμους λόγους να υποπτεύεται ότι πράξεις αντίθετες προς νομοθεσία κράτους μέλους άλλου από την Δημοκρατία η οποία ενσωματώνει την Οδηγία 2004/39/ΕΚ διαπράττονται ή έχουν διαπραχθεί στο έδαφος του άλλου κράτους μέλους από οντότητες που δεν υπόκεινται στην εποπτεία της, το γνωστοποιεί με το λεπτομερέστερο δυνατό τρόπο στην αρμόδια αρχή του εν λόγω κράτους μέλους και στην ΕΑΚΑΑ, χωρίς επηρεασμό των αρμοδιοτήτων της Επιτροπής.

Στην περίπτωση λήψης από την Επιτροπή τέτοιας γνωστοποίησης από αρμόδια αρχή άλλου κράτους μέλους, η Επιτροπή λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα και ενημερώνει την αρμόδια αρχή, που την πληροφόρησε, και την ΕΑΚΑΑ, για τα αποτελέσματα της παρέμβασης της και, στο μέτρο του δυνατού, για τις κυριότερες ενδιάμεσες εξελίξεις.

Υποχρέωση συνεργασίας Επιτροπής και ανταλλαγής πληροφοριών με ΕΑΚΑΑ

130Α.-(1) Η Επιτροπή συνεργάζεται με την ΕΑΚΑΑ για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου και της Οδηγίας 2010/78/ΕΕ, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κανονισμού 1095/2010.

(2) H Επιτροπή, όταν και εφόσον της ζητηθεί από την ΕΑΚΑΑ, της παρέχει, χωρίς καθυστέρηση, όλες τις πληροφορίες που είναι αναγκαίες για την επιτέλεση του έργου της ΕΑΚΑΑ σύμφωνα με το Άρθρο 35 του Κανονισμού 1095/2010.

(3) Η Επιτροπή παρέχει κάθε έτος στην ΕΑΚΑΑ συγκεντρωτικές πληροφορίες για όλες τις διοικητικές κυρώσεις που έχει επιβάλει δυνάμει του παρόντος Νόμου.

(4) Η Επιτροπή κοινοποιεί στην ΕΑΚΑΑ οποιεσδήποτε καταγγελίες και τις σχετικές διαδικασίες επανόρθωσης οι οποίες είναι διαθέσιμες δυνάμει του περί Διαιτησίας Νόμου και του περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Νόμου του 1987.

Συνεργασία σε δραστηριότητες εποπτείας, ελέγχου και έρευνας

131.-(1) Η Επιτροπή δύναται να συνεργάζεται με αρμόδιες αρχές άλλων κρατών μελών σε κάθε δραστηριότητα εποπτείας ή για τη διενέργεια ελέγχου ή έρευνας.

(2) Στην περίπτωση που ΚΕΠΕΥ αποτελεί εξ’ αποστάσεως μέλος ρυθμιζόμενης αγοράς άλλου κράτους μέλους, η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής της ρυθμιζόμενης αγοράς δύναται να επιλέξει να απευθυνθεί απ' ευθείας σε αυτό, οπότε και ενημερώνει σχετικά την Επιτροπή.

Στην περίπτωση που ΕΠΕΥ άλλου κράτους μέλους αποτελεί εξ’ αποστάσεως μέλος ρυθμιζόμενης αγοράς που έχει ως κράτος μέλος καταγωγής τη Δημοκρατία, η Επιτροπή δύναται να επιλέξει να απευθυνθεί απ' ευθείας σε αυτό, οπότε και ενημερώνει σχετικά την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής της εν λόγω ΕΠΕΥ.

(3) Όταν υποβάλλεται στην Επιτροπή αίτημα από αρμόδια αρχή άλλου κράτους μέλους σχετικό με διενέργεια ελέγχου ή έρευνας, η Επιτροπή, ενεργώντας στο πλαίσιο της αρμοδιότητάς της-

(α) Προβαίνει η ίδια στη διενέργεια του ζητούμενου ελέγχου ή έρευνας, ή

(β) επιτρέπει στην αιτούσα αρμόδια αρχή να διενεργήσει η ίδια τον έλεγχο ή την έρευνα, ή

(γ) επιτρέπει σε ελεγκτή ή εμπειρογνώμονα να προβεί ο ίδιος στη διενέργεια ελέγχου ή έρευνας,

ακόμα και σε περιπτώσεις στις οποίες η ερευνούμενη συμπεριφορά δεν αποτελεί παράβαση της ισχύουσας νομοθεσίας στη Δημοκρατία.

(4) Το προσωπικό της ΕΑΚΑΑ δύναται να συμμετέχει στις δραστηριότητες εποπτείας της Επιτροπής ή για τη διενέργεια ελέγχου ή έρευνας που διενεργούνται από κοινού από δύο ή περισσότερες αρμόδιες αρχές δυνάμει του Άρθρου 21 του Κανονισμού 1095/2010.

Ανταλλαγή πληροφοριών

132.-(1) Η Επιτροπή, μαζί με τις αρμόδιες αρχές των άλλων κρατών μελών που έχουν ορισθεί ως σημεία επικοινωνίας κατά τα προβλεπόμενα στο Άρθρο 56, παράγραφος 1, της Οδηγίας 2004/39/ΕΚ και για σκοπούς εφαρμογής της ίδιας Οδηγίας, ανταλλάσσουν αμέσως και σύμφωνα με τις διαδικασίες που προβλέπονται στον Κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1287/2006, όλες τις πληροφορίες που είναι αναγκαίες για την εκπλήρωση των καθηκόντων και την άσκηση των αρμοδιοτήτων της Επιτροπής κατά τα οριζόμενα στον παρόντα Νόμο, και την εκπλήρωση των καθηκόντων και την άσκηση των αρμοδιοτήτων των αρμόδιων αρχών των άλλων κρατών μελών κατά τα προβλεπόμενα στην οικεία νομοθεσία τους που θεσπίζεται προς συμμόρφωση με την Οδηγία 2004/39/ΕΚ.

Οι αρμόδιες αρχές που ανταλλάσσουν πληροφορίες σύμφωνα με βάσει της Οδηγίας 2004/39/ΕΚ, δύνανται να ορίζουν κατά την εν λόγω ανταλλαγή ότι οι πληροφορίες δεν πρέπει να αποκαλυφθούν χωρίς τη ρητή συγκατάθεση τους, στη δε περίπτωση αυτή, οι πληροφορίες ανταλλάσσονται μόνο για τους σκοπούς για τους οποίους οι εν λόγω αρχές έδωσαν τη συγκατάθεση τους.

(2) Η Επιτροπή δύναται να διαβιβάζει στις λοιπές Εποπτικές Αρχές και στις αρχές στη Δημοκρατία που είναι υπεύθυνες για την εποπτεία των συνταξιοδοτικών ταμείων, των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών διαμεσολαβητών και των ασφαλιστικών επιχειρήσεων, τις πληροφορίες που λαμβάνει σύμφωνα με το εδάφιο (1) του παρόντος άρθρου και τα άρθρα 115 και 136. Οι εν λόγω αρχές διαβιβάζουν τις πληροφορίες σε άλλους φορείς ή πρόσωπα μόνο με τη ρητή συγκατάθεση των προβλεπόμενων αρμόδιων αρχών στο εδάφιο (1) και μόνο για τους σκοπούς για τους οποίους αυτές έχουν συναινέσει, πλην δεόντως αιτιολογημένων περιστάσεων. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, η Επιτροπή ενημερώνει αμέσως την αρμόδια αρχή που έστειλε τις πληροφορίες.

(3) Οι Εποπτικές Αρχές, οι αρχές στη Δημοκρατία που είναι υπεύθυνες για την εποπτεία των συνταξιοδοτικών ταμείων, των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών διαμεσολαβητών και των ασφαλιστικών επιχειρήσεων, καθώς και οι άλλοι φορείς ή πρόσωπα που λαμβάνουν εμπιστευτικές πληροφορίες σύμφωνα με το παρόν άρθρο ή σύμφωνα με τα άρθρα 115 και 136 δύνανται να τις χρησιμοποιήσουν μόνο κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, ιδίως-

(α) Για να εξακριβώσουν εάν πληρούνται οι προϋποθέσεις χορήγησης άδειας λειτουργίας ΚΕΠΕΥ, ως καθορίζονται στο Μέρος ΙΙΙ και να διευκολύνουν, σε ενοποιημένη ή μη βάση, τον έλεγχο της συμμόρφωσης τους με τις προϋποθέσεις λειτουργίας τους και με τις εν γένει υποχρεώσεις τους ως καθορίζονται στον παρόντα Νόμο, ειδικά όσον αφορά τις απαιτήσεις κεφαλαιακής επάρκειας, τη διοικητική και λογιστική οργάνωση και τους μηχανισμούς εσωτερικού ελέγχου·

(β) για να ελέγξουν την ορθή λειτουργία των τόπων διαπραγμάτευσης·

(γ) για να επιβάλουν κυρώσεις·

(δ) στο πλαίσιο διοικητικής προσφυγής κατά απόφασης αρμόδιας Εποπτικής Αρχής·

(ε) σε διαδικασίες ενώπιον δικαστικής αρχής·

(στ) στο πλαίσιο μηχανισμού εξωδικαστικής επίλυσης των καταγγελιών επενδυτών.

(4) Tο παρόν άρθρο και τα άρθρα 129 και 136 δεν εμποδίζουν την Επιτροπή, να διαβιβάζει στην ΕΑΚΑΑ, στο ΕΣΣΚ στην Κεντρική Τράπεζα Κύπρου, στις κεντρικές τράπεζες άλλων κρατών μελών, στο Ευρωπαϊκό Σύστημα Κεντρικών Τραπεζών και στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, όταν ενεργούν υπό την ιδιότητα της νομισματικής αρχής, και κατά περίπτωση, σε άλλες δημόσιες αρχές επιφορτισμένες με την εποπτεία ή την επίβλεψη των συστημάτων πληρωμών και διακανονισμού, εμπιστευτικές πληροφορίες που προορίζονται για την εκπλήρωση της αποστολής τους. Παρομοίως, οι εν λόγω αρχές ή φορείς δεν εμποδίζονται να διαβιβάζουν στην Επιτροπή τις πληροφορίες που ενδέχεται να χρειαστεί για την εκτέλεση των αρμοδιοτήτων της που προβλέπει ο παρών Νόμος.

(5) Σε περίπτωση που αίτημα κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 131 για συνεργασία σε δραστηριότητες εποπτείας, ελέγχου και έρευνας, ή αίτημα κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 132 για ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ της Επιτροπής και των αρμόδιων αρχών των άλλων κρατών μελών, απορρίπτεται ή δεν προωθείται εντός εύλογου χρονικού διαστήματος, η Επιτροπή δύναται να αναφέρει την περίπτωση αυτή στην ΕΑΚΑΑ.

Άρνηση συνεργασίας Επιτροπής με τις αρμόδιες αρχές κρατών μελών

133.-(1) Η Επιτροπή δύναται να αρνηθεί να ενεργήσει σε αίτημα για συνεργασία σε διενέργεια ελέγχου, έρευνας, ή σε δραστηριότητα εποπτείας σύμφωνα με το άρθρο 131 ή σε αίτημα ανταλλαγής πληροφοριών σύμφωνα με το άρθρο 132, όταν-

(α) Η έρευνα, ο έλεγχος, η δραστηριότητα εποπτείας ή η ανταλλαγή πληροφοριών ενδέχεται να προσβάλει την κυριαρχία, την ασφάλεια ή τη δημόσια τάξη της Δημοκρατίας·

(β) έχουν ήδη ληφθεί νομικά μέτρα ενώπιον δικαστηρίου για τα ίδια πραγματικά γεγονότα και κατά των ίδιων προσώπων·

(γ) για τα πρόσωπα αυτά έχει ήδη εκδοθεί τελική απόφαση δικαστηρίου για τα ίδια πραγματικά γεγονότα στη Δημοκρατία.

(2) Σε περίπτωση άρνησης, η Επιτροπή ενημερώνει σχετικά την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους που υπέβαλε το αίτημα, καθώς και την ΕΑΚΑΑ, παρέχοντάς τους όσο το δυνατόν πιο λεπτομερείς πληροφορίες.

Εξουσίες για λήψη προληπτικών μέτρων

134.-(1) Εάν η Επιτροπή έχει συγκεκριμένους και εξακριβώσιμους λόγους να πιστεύει ότι ΕΠΕΥ άλλου κράτους μέλους που παρέχει υπηρεσίες ή/και ασκεί δραστηριότητες ελεύθερα στη Δημοκρατία παραβαίνει τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τις διατάξεις του παρόντος Νόμου ή/και των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων οδηγιών ή/και του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1287/2006, ή ότι μια ΕΠΕΥ κράτους μέλους που έχει ιδρύσει υποκατάστημα στη Δημοκρατία παραβαίνει τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τις διατάξεις του παρόντος Νόμου ή/και των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων οδηγιών ή/και του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1287/2006, οι οποίες διατάξεις δεν παρέχουν εξουσίες παρέμβασης στην Επιτροπή, η Επιτροπή ενημερώνει σχετικά την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής.

Εάν, παρά τα μέτρα που λαμβάνει η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής ή εφόσον τα μέτρα αυτά αποδειχθούν ακατάλληλα, η εν λόγω ΕΠΕΥ συνεχίζει να ενεργεί με τρόπο που είναι σαφώς επιζήμιος για τα συμφέροντα των επενδυτών στην Δημοκρατία ή για την εύρυθμη λειτουργία των αγορών στη Δημοκρατία, η Επιτροπή, αφού ενημερώσει την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής, λαμβάνει όλα τα ενδεδειγμένα μέτρα που είναι αναγκαία για να προστατεύσει τους επενδυτές και να διασφαλίσει την εύρυθμη λειτουργία των αγορών στη Δημοκρατία. Στα μέτρα αυτά περιλαμβάνεται η δυνατότητα να απαγορεύεται στην αναφερόμενη στο παρόν εδάφιο ΕΠΕΥ να διενεργεί συναλλαγές στη Δημοκρατία. Η Επιτροπή ενημερώνει αμέσως για τα μέτρα αυτά την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και την ΕΑΚΑΑ.

Η Επιτροπή δύναται να κοινοποιήσει το θέμα στην ΕΑΚΑΑ.

(2) Εάν η Επιτροπή διαπιστώσει ότι ΕΠΕΥ άλλου κράτους μέλους, η οποία ίδρυσε υποκατάστημα στη Δημοκρατία, παραβαίνει τις διατάξεις του παρόντος Νόμου ή και των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων οδηγιών ή/και του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1287/2006, οι οποίες παρέχουν εξουσίες στην Επιτροπή, η Επιτροπή απαιτεί από την ΕΠΕΥ να θέσει τέλος στην αντικανονική αυτή κατάσταση.

Εάν η εν λόγω ΕΠΕΥ δεν προβεί στις αιτούμενες ενέργειες, η Επιτροπή λαμβάνει όλα τα απαιτούμενα μέτρα για να εξασφαλίσει ότι η εν λόγω ΕΠΕΥ θα θέσει τέλος στην αντικανονική της κατάσταση. Η φύση των μέτρων αυτών κοινοποιείται στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής.

Εάν, παρά τα μέτρα που έλαβε η Επιτροπή, η ΕΠΕΥ συνεχίζει να παραβαίνει τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τις διατάξεις που θεσπίζονται δυνάμει του παρόντος Νόμου ή/και των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων οδηγιών ή/και του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1287/2006, η Επιτροπή δύναται, αφού ενημερώσει τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής, να λάβει όλα τα ενδεδειγμένα μέτρα που απαιτούνται για την προστασία των επενδυτών και της εύρυθμης λειτουργίας των αγορών. Η Επιτροπή ενημερώνει αμέσως την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και την ΕΑΚΑΑ για τα μέτρα αυτά.

Η Επιτροπή δύναται να κοινοποιήσει το όλο θέμα στην ΕΑΚΑΑ.

(3) Εάν η Επιτροπή, όταν ενεργεί ως η αρμόδια αρχή κράτους μέλους υποδοχής ρυθμιζόμενης αγοράς ή ΠΜΔ, έχει συγκεκριμένους και εξακριβώσιμους λόγους να πιστεύει ότι η εν λόγω ρυθμιζόμενη αγορά ή ο εν λόγω ΠΜΔ παραβαίνει τις διατάξεις του παρόντος Νόμου ή/και των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων οδηγιών ή/και του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1287/2006, ενημερώνει σχετικά την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής της ρυθμιζόμενης αγοράς ή του ΠΜΔ.

Εάν, παρά τα μέτρα που λαμβάνει η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής ή εφόσον τα μέτρα αυτά αποδειχθούν ακατάλληλα, η ρυθμιζόμενη αγορά ή ο ΠΜΔ συνεχίζει να ενεργεί με τρόπο που είναι σαφώς επιζήμιος για τα συμφέροντα των επενδυτών στη Δημοκρατίας ή για την εύρυθμη λειτουργία των αγορών, η Επιτροπή, αφού ενημερώσει την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής, λαμβάνει όλα τα ενδεδειγμένα μέτρα που είναι αναγκαία για να προστατεύσει τους επενδυτές και να διασφαλίσει την εύρυθμη λειτουργία των αγορών. Στα μέτρα αυτά περιλαμβάνεται και η δυνατότητα να απαγορεύεται στις ρυθμιζόμενες αγορές ή στους ΠΜΔ να παρέχουν πρόσβαση στους μηχανισμούς τους σε μέλη εξ’ αποστάσεως ή σε συμμετέχοντες εγκατεστημένους στη Δημοκρατία. Η Επιτροπή ενημερώνει αμέσως την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και την ΕΑΚΑΑ για τα μέτρα αυτά.

Η Επιτροπή δύναται να κοινοποιήσει το όλο θέμα στην ΕΑΚΑΑ.

(4) Όλα τα μέτρα που λαμβάνονται βάσει των εδαφίων (1), (2) και (3) ή τα οποία συνεπάγονται ποινές ή περιορισμό των δραστηριοτήτων ΕΠΕΥ κράτους μέλους ή ρυθμιζόμενης αγοράς κοινοποιούνται στην ενδιαφερόμενη ΕΠΕΥ κράτους μέλους ή στην ρυθμιζόμενη αγορά.

Σχέσεις με τρίτες χώρες

135.-(1) H Επιτροπή ενημερώνει την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και την ΕΑΚΑΑ σχετικά με τις γενικής φύσεως δυσκολίες που συναντούν οι ΚΕΠΕΥ κατά την ίδρυση υποκαταστήματος ή την ελεύθερη παροχή επενδυτικών και παρεπόμενων υπηρεσιών ή/και διενέργεια επενδυτικών δραστηριοτήτων, σε οποιαδήποτε τρίτη χώρα.

(2) Η Επιτροπή ενημερώνει την Επιτροπή κατά τα προβλεπόμενα στο Άρθρο 15, παράγραφος 4, της Οδηγίας 2004/39/ΕΚ.

Ανταλλαγή πληροφοριών με τρίτες χώρες

136.-(1) Η Επιτροπή δύναται να συνάπτει συμφωνίες συνεργασίας που προβλέπουν την ανταλλαγή πληροφοριών με αρμόδιες αρχές τρίτων χωρών μόνον εφόσον οι πληροφορίες που ανακοινώνονται καλύπτονται από εγγυήσεις επαγγελματικού απορρήτου τουλάχιστον ισοδύναμες με αυτές που προβλέπονται στο άρθρο 129. Η εν λόγω ανταλλαγή πληροφοριών πρέπει να εξυπηρετεί την εκτέλεση των καθηκόντων των εν λόγω αρμόδιων αρχών.

Η Επιτροπή δύναται να διαβιβάζει δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα σε τρίτη χώρα μόνο σύμφωνα με το άρθρο 9 του περί Επεξεργασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (Προστασία του Ατόμου) Νόμου.

Η Επιτροπή μπορεί επίσης να συνάπτει συμφωνίες συνεργασίας που προβλέπουν την ανταλλαγή πληροφοριών με αρμόδιες αρχές, φορείς και πρόσωπα τρίτων χωρών υπεύθυνα για-

(α) Την εποπτεία πιστωτικών ιδρυμάτων, ή άλλων χρηματοοικονομικών φορέων, ασφαλιστικών επιχειρήσεων και χρηματαγορών,

(β) την εκκαθάριση και πτώχευση ΕΠΕΥ και παρόμοιες διαδικασίες,

(γ) τη διεξαγωγή των εκ του νόμου ελέγχων των λογαριασμών ΕΠΕΥ και άλλων χρηματοοικονομικών ιδρυμάτων, πιστωτικών ιδρυμάτων και ασφαλιστικών επιχειρήσεων, κατά την εκτέλεση των εποπτικών τους λειτουργιών, ή εκείνα που διαχειρίζονται συστήματα αποζημίωσης, κατά την εκτέλεση των λειτουργιών τους,

(δ) την εποπτεία των φορέων που υπεισέρχονται στην εκκαθάριση και πτώχευση ΕΠΕΥ και σε παρόμοιες διαδικασίες,

(ε) την εποπτεία προσώπων επιφορτισμένων με τη διεξαγωγή των εκ του νόμου ελέγχων των λογαριασμών ΕΠΕΥ και άλλων χρηματοοικονομικών ιδρυμάτων, πιστωτικών ιδρυμάτων και ασφαλιστικών επιχειρήσεων,

μόνον εφόσον οι πληροφορίες που ανακοινώνονται καλύπτονται από εγγυήσεις επαγγελματικού απορρήτου τουλάχιστον ισοδύναμες με τις προβλεπόμενες στο άρθρο 129. Αυτή η ανταλλαγή πληροφοριών πρέπει να εξυπηρετεί την εκτέλεση των καθηκόντων των εν λόγω αρχών, φορέων ή προσώπων.

(2) Εάν οι πληροφορίες προέρχονται από άλλο κράτος μέλος, μπορούν να κοινοποιηθούν μόνο μετά από ρητή συμφωνία των αρμόδιων αρχών που τις διαβίβασαν και, κατά περίπτωση, μόνο για τους σκοπούς για τους οποίους συμφώνησαν οι αρχές αυτές. Το παρόν εδάφιο εφαρμόζεται και σε πληροφορίες που παρέχουν οι αρμόδιες αρχές τρίτων χωρών.

ΜΕΡΟΣ XV ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΗ ΕΠΟΠΤΕΙΑ ΚΕΠΕΥ
Συμπληρωματική εποπτεία ΚΕΠΕΥ

137.-(1) ΚΕΠΕΥ, η οποία ανήκει σε χρηματοπιστωτικό όμιλο ετερογενών δραστηριοτήτων, υπόκειται σε υποχρεώσεις και συμπληρωματική εποπτεία, επιπρόσθετα των διατάξεων του παρόντος Νόμου.

(2) Η Επιτροπή δύναται με οδηγίες της να καθορίζει τις υποχρεώσεις και τους κανόνες σχετικά με τη συμπληρωματική εποπτεία της κατά το εδάφιο (1) ΚΕΠΕΥ, τα μέτρα για τη διευκόλυνση της συμπληρωματικής εποπτείας, καθώς και κάθε άλλο ειδικό θέμα ή λεπτομέρεια.

Διοικητικές κυρώσεις

138. Σε οποιοδήποτε παραβαίνει τις διατάξεις του παρόντος Μέρους, η Επιτροπή δύναται να επιβάλει διοικητικό πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις εκατό εβδομήντα πέντε χιλιάδες ευρώ (€175.000) και, σε περίπτωση επανάληψης ή συνέχισης της παράβασης, διοικητικό πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις τριακόσιες πενήντα χιλιάδες ευρώ (€350.000).

ΜΕΡΟΣ ΧVI ΓΕΝΙΚΕΣ ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ
Γενικές Υποχρεώσεις

139.-(1) Οποιοδήποτε πρόσωπο έχει υποχρέωση δυνάμει του παρόντος Νόμου και των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων οδηγιών, καθώς και του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1287/2006, να υποβάλλει ή γνωστοποιεί στην Επιτροπή, ή να δημοσιοποιεί, ή να ανακοινώνει δημόσια, οποιεσδήποτε πληροφορίες, στοιχεία, έγγραφα ή έντυπα οφείλει να μεριμνά και να εξασφαλίζει την ορθότητα, πληρότητα και ακρίβεια τους.

ΜΕΡΟΣ ΧVΙΙ ΠΟΙΝΙΚΗ, ΑΣΤΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ ΚΑΙ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΕΣ ΚΥΡΩΣΕΙΣ
Ποινικό αδίκημα

140.-(1) Διαπράττει ποινικό αδίκημα πρόσωπο που παραβαίνει ή παραλείπει να συμμορφωθεί με το εδάφιο (1) ή (3) του άρθρου 4 ή με το άρθρο 139 και, σε περίπτωση καταδίκης του, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα πέντε έτη ή με χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις τριακόσιες πενήντα χιλιάδες ευρώ (€350.000) ή και με τις δύο αυτές ποινές.

(2) Ποινική ευθύνη, για το προβλεπόμενο αδίκημα στο εδάφιο (1), που τελείται από νομικό πρόσωπο υπέχει, εκτός από το ίδιο το νομικό πρόσωπο, και οποιοδήποτε από τα μέλη των διοικητικών, διευθυντικών, εποπτικών ή ελεγκτικών του οργάνων που αποδεικνύεται ότι συναίνεσε ή συνέπραξε στην τέλεση του αδικήματος. Σε περίπτωση που το νομικό πρόσωπο είναι ΚΕΠΕΥ, ποινική ευθύνη υπέχει, εκτός από την ίδια την ΚΕΠΕΥ, και οποιονδήποτε από τα αρμόδια πρόσωπα της.

(3) Πρόσωπα που, κατά τα οριζόμενα στο εδάφιο (2), υπέχουν ποινική ευθύνη για τα τελούμενα από νομικό πρόσωπο αδικήματα, ευθύνονται αλληλεγγύως με το νομικό πρόσωπο ή/και κεχωρισμένως για κάθε ζημιά που γίνεται σε τρίτους ένεκα της πράξεως ή της παραλείψεως που στοιχειοθετεί το αδίκημα.

Διοικητικές κυρώσεις

141.-(1) Σε περίπτωση παράβασης διατάξεων του παρόντος Νόμου ή και των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων οδηγιών ή/και των αναφερόμενων στο άρθρο 155 Κανονισμών ή/και του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1287/2006, από οποιοδήποτε πρόσωπο, και για την οποία παράβαση δεν προβλέπεται στον παρόντα Νόμο ειδικό διοικητικό πρόστιμο, η Επιτροπή δύναται να επιβάλει στον παραβάτη διοικητικό πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις τριακόσιες πενήντα χιλιάδες ευρώ (€350.000) και, σε περίπτωση επανάληψης ή συνέχισης της παράβασης, διοικητικό πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις επτακόσιες χιλιάδες ευρώ (€700.000).

(2) Σε περίπτωση που πρόσωπο προσπορίστηκε όφελος από παράβαση του παρόντος Νόμου ή/και των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων οδηγιών ή/και των αναφερόμενων στο άρθρο 155 Κανονισμών ή/και του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1287/2006, το οποίο όφελος υπερβαίνει το ποσό των διοικητικών προστίμων που καθορίζονται στον παρόντα Νόμο για την εν λόγω παράβαση, η Επιτροπή δύναται να επιβάλλει διοικητικό πρόστιμο ύψους μέχρι του διπλάσιου του οφέλους που το εν λόγω πρόσωπο προσπορίστηκε από την παράβαση.

(3) Χωρίς επηρεασμό των εδαφίων (1) και (2), σε περίπτωση που η Επιτροπή διαπιστώσει παράβαση του παρόντος Νόμου ή/και των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων οδηγιών ή/και των αναφερόμενων στο άρθρο 155 Κανονισμών ή/και του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1287/2006, δύναται να επιβάλει διοικητικά πρόστιμα-

(α) Σε νομικά πρόσωπα· και

(β) σε διοικητικό σύμβουλο, διευθυντικό στέλεχος ή αξιωματούχο ή γραμματέα των νομικών προσώπων ή σε περίπτωση που το νομικό πρόσωπο είναι ΕΠΕΥ, και στα αρμόδια πρόσωπα της, σε περίπτωση που διαπιστωθεί ότι η παράβαση οφειλόταν σε δική τους υπαιτιότητα, εσκεμμένη παράλειψη ή αμέλεια.

(4) Οι Εποπτικές Αρχές δύνανται να ανακοινώνουν δημόσια οποιαδήποτε μέτρα ή κυρώσεις επιβάλλονται σε περίπτωση παράβασης των διατάξεων του παρόντος Νόμου ή/και των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων οδηγιών ή/και των αναφερόμενων στο άρθρο 155 Κανονισμών ή/και του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1287/2006, εκτός εάν η ανακοίνωση αυτή ενδέχεται να διαταράξει σοβαρά τις χρηματοοικονομικές αγορές ή να προκαλέσει δυσανάλογη ζημιά στα εμπλεκόμενα μέρη.

(5) Σε περίπτωση παράλειψης πληρωμής διοικητικού προστίμου που έχει επιβληθεί από την Επιτροπή ή την ΥΕΑΣΕ, λαμβάνονται δικαστικά μέτρα προς είσπραξη του ως προνοείται από τον περί της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς (Σύσταση και Αρμοδιότητες) Νόμο ή τη συνεργατική νομοθεσία, αντίστοιχα.

(6) Σε περίπτωση παράλειψης πληρωμής διοικητικού προστίμου που έχει επιβληθεί από την Κεντρική Τράπεζα, η Κεντρική Τράπεζα λαμβάνει δικαστικά μέτρα προς είσπραξη του και εισπράττει το οφειλόμενο ποσό ως αστικό χρέος οφειλόμενο προς τη Δημοκρατία.

(7) Τα διοικητικά πρόστιμα που επιβάλλονται από την Επιτροπή κατά τις διατάξεις του παρόντος Νόμου συνιστούν έσοδα του Πάγιου Ταμείου της Δημοκρατίας.

(8) Τα διοικητικά πρόστιμα που επιβάλλονται από την Κεντρική Τράπεζα κατά τις διατάξεις του παρόντος Νόμου λογίζονται στα έσοδα της.

(9) Σε σχέση με τα διοικητικά πρόστιμα που επιβάλλονται από την ΥΕΑΣΕ κατά τις διατάξεις του παρόντος Νόμου, εφαρμόζεται το άρθρο 41ΙΚ του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου.

Δικαίωμα άσκησης ένδικων μέσω προσφυγής

142.-(1) Οι αποφάσεις της Επιτροπής που εκδίδονται δυνάμει του παρόντος Νόμου, υπόκεινται στο ένδικο μέσο της προσφυγής ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου βάσει του Άρθρου 146 του Συντάγματος.

(2) Σε περιπτώσεις που η Επιτροπή ανακοινώνει δημόσια οποιαδήποτε  μέτρα ή κυρώσεις που επιβάλλει δυνάμει του παρόντος Νόμου, τα αναφέρει παράλληλα στην ΕΑΚΑΑ.

Αστική ευθύνη

143.-(1) Οποιοσδήποτε ενεργεί κατά παράβαση του παρόντος Νόμου ή/και των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων οδηγιών ή/και του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1287/2006, υποχρεούται να αποζημιώνει οποιοδήποτε υποστεί ζημιά ή απώλεια κέρδους ή και τα δύο, που τυχόν έχουν προκύψει λόγω ενέργειας ή παράλειψης του κατά παράβαση των υποχρεώσεων του που απορρέουν από τον παρόντα Νόμο ή/και των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων οδηγιών ή/και του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1287/2006:

Νοείται ότι τυχόν ποινική ευθύνη ή ευθύνη από διοικητική παράβαση δεν απαλλάσσει τον παραβάτη από τυχόν αστική ευθύνη.

(2) Οποιοσδήποτε από τους ακόλουθους νομιμοποιούμενους φορείς δύναται, με αίτησή του προς το Δικαστήριο, να ζητήσει την έκδοση απαγορευτικού ή προστακτικού διατάγματος, περιλαμβανομένου και προσωρινού διατάγματος, εναντίον οποιουδήποτε προσώπου, το οποίο, κατά την κρίση του, ενέχεται ή/και ευθύνεται για οποιαδήποτε παράβαση του παρόντος Νόμου ή/και των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων οδηγιών ή/και του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1287/2006, θίγοντας τα συλλογικά συμφέροντα των καταναλωτών τα οποία ο εν λόγω φορέας προστατεύει:

(α) Δημόσιοι φορείς ή εκπρόσωποί τους·

(β) οργανώσεις καταναλωτών που έχουν έννομο συμφέρον στην προστασία των καταναλωτών·

(γ) επαγγελματικές οργανώσεις που έχουν έννομο συμφέρον να ενεργούν για προστασία των μελών τους.

(3) Ο νομιμοποιούμενος φορέας, πριν αποταθεί στο Δικαστήριο για την έκδοση οποιουδήποτε διατάγματος που αναφέρεται στο εδάφιο (2), πρέπει να διαβουλευθεί με το πρόσωπο που διενεργεί την παράβαση, ζητώντας από το εν λόγω πρόσωπο:

(α) Την άμεση παύση της γενόμενης παράβασης, και/ή

(β) τη μη επανάληψη της γενόμενης παράβασης:

Νοείται ότι η πιο πάνω υποχρέωση προηγούμενης διαβούλευσης δύναται να παρακαμφθεί στις περιπτώσεις όπου ο νομιμοποιούμενος φορέας κατά την κρίση του θεωρεί ότι οι περιστάσεις είναι τέτοιες όπου η δικαστική διαδικασία πρέπει να προχωρήσει χωρίς οποιαδήποτε καθυστέρηση.

(4) Σε περίπτωση που η παύση της παράβασης δεν επιτευχθεί εντός δέκα τεσσάρων (14) ημερών από την υποβολή του αιτήματος προς διαβούλευση, ο νομιμοποιούμενος φορέας δύναται άνευ ετέρου να ζητήσει από το Δικαστήριο την έκδοση οποιουδήποτε διατάγματος σύμφωνα με το παρόν άρθρο.

(5) Το Δικαστήριο ενώπιον του οποίου υποβάλλεται οποιαδήποτε αίτηση σύμφωνα με το παρόν άρθρο, έχει εξουσία, τηρουμένων των διατάξεων του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, του περί Δικαστηρίων Νόμου και των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, να εκδώσει απαγορευτικό ή προστακτικό διάταγμα, περιλαμβανομένου και προσωρινού διατάγματος, με το οποίο να διατάσσει -

(α) Την άμεση παύση ή/και μη επανάληψη της γενόμενης παράβασης, και/ή

(β) την εντός ορισμένης προθεσμίας λήψη τέτοιων διορθωτικών κατά την κρίση του Δικαστηρίου μέτρων προς άρση της παράνομης κατάστασης που δημιούργησε η σχετική παράβαση, και/ή

(γ) τη δημοσίευση του συνόλου ή μέρους της σχετικής απόφασης του Δικαστηρίου ή τη δημοσίευση επανορθωτικής ανακοίνωσης με σκοπό την απάλειψη των τυχόν συνεχιζόμενων επιπτώσεων της παράβασης, και/ή

(δ) οποιαδήποτε άλλη ενέργεια ή μέτρο ήθελε κριθεί αναγκαίο ή εύλογο υπό τις περιστάσεις της συγκεκριμένης υπόθεσης.

(6) Το διάταγμα που εκδίδεται δυνάμει του εδαφίου (5) δύναται -

(α) Να αφορά όχι μόνο τη διενεργηθείσα παράβαση έναντι συγκεκριμένων καταναλωτών, αλλά και παρόμοιες μελλοντικές παραβάσεις έναντι των καταναλωτών γενικά, και/ή

(β) να αφορά ή απευθύνεται σε οποιοδήποτε συνεργό ή συμμετέχοντα στη συγκεκριμένη παράβαση και, σε περίπτωση παραβάτη που είναι νομικό πρόσωπο, δύναται να αφορά ή απευθύνεται και σε οποιοδήποτε διοικητικό σύμβουλο, διευθυντικό στέλεχος ή αξιωματούχο ή γραμματέα, ο οποίος αποδεικνύεται ότι έλαβε μέρος, συμμετείχε, συνέδραμε, ή είχε με οποιοδήποτε τρόπο σχέση με την γενόμενη παράβαση.

(7) Οι διατάξεις του περί Δικαστηρίων Νόμων του 1960 έως 2006, των περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου και των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών που εφαρμόζονται σχετικά με αιτήσεις έκδοσης διαταγμάτων σε πολιτικές υποθέσεις, εφαρμόζονται κατ’ αναλογία αναφορικά με τον τύπο, τη σύνταξη, την καταχώριση και την εκδίκαση της προβλεπόμενης στο εδάφιο (2) αίτησης.

(8) Μη συμμόρφωση με οποιοδήποτε διάταγμα του Δικαστηρίου που εκδόθηκε δυνάμει του παρόντος Νόμου συνιστά καταφρόνηση Δικαστηρίου και διέπεται από τις διατάξεις του περί Δικαστηρίων Νόμου.

ΜΕΡΟΣ ΧVIΙΙ ΤΕΛΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΚΑΙ ΣΥΝΔΡΟΜΕΣ
Καταβολή τελών και συνδρομών

144. (1) Για σκοπούς εφαρμογής του παρόντος Νόμου, καταβάλλονται τέλη και συνδρομές, το ύψος των οποίων καθορίζεται με οδηγίες της Επιτροπής.

(2) Μη καταβολή των κατά το εδάφιο (1) συνδρομών εντός της προθεσμίας, όπως αυτή καθορίζεται με οδηγίες της Επιτροπής, συνεπάγεται αναστολή της άδειας λειτουργίας της ΚΕΠΕΥ, ή του υποκαταστήματος της ΕΠΕΥ τρίτης χώρας, ή της ρυθμιζόμενης αγοράς, μέχρι την καταβολή τους.

(3) Τα τέλη και οι συνδρομές που καταβάλλονται δυνάμει του εδαφίου (1) λογίζονται στα έσοδα της Επιτροπής.

ΜΕΡΟΣ ΧΙΧ ΤΕΛΙΚΕΣ ΚΑΙ ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Κατάργηση αντίθετων διατάξεων

145. Όλες οι διατάξεις του παρόντος Νόμου θεωρούνται ειδικές διατάξεις ως προς τα θέματα που ρυθμίζουν και οποιεσδήποτε διατάξεις σε οποιοδήποτε άλλο νόμο, οι οποίες αντίκεινται σε διάταξη του παρόντος Νόμου, δεν εφαρμόζονται με την έναρξη ισχύος τους παρόντος Νόμου.

Έκδοση και εφαρμογή Οδηγιών

146.-(1) Χωρίς επηρεασμό των λοιπών διατάξεων του παρόντος Νόμου που προβλέπουν την έκδοση οδηγιών, η Επιτροπή δύναται να εκδίδει οδηγίες για τη ρύθμιση οποιουδήποτε άλλου θέματος στον παρόντα Νόμο, το οποίο χρήζει ή είναι δεκτικό καθορισμού.

(2) Η εφαρμογή των οδηγιών που εκδίδονται δυνάμει του παρόντος Νόμου είναι υποχρεωτική από τα πρόσωπα στα οποία αυτές απευθύνονται.

Συνέχιση λειτουργίας υφιστάμενων ΚΕΠΕΥ

147.-(1) ΚΕΠΕΥ που, πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος άρθρου, έχουν λάβει ισχύουσα άδεια λειτουργίας από την Επιτροπή δυνάμει του εδαφίου (1) του άρθρου 10 του περί των Επιχειρήσεων Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (Ε.Π.Ε.Υ.) Νόμου, για παροχή επενδυτικών υπηρεσιών, λογίζονται ότι διαθέτουν άδεια λειτουργίας για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου. Τόσο η ΚΕΠΕΥ όσο και τα αρμόδια της πρόσωπα υπόκεινται στις διατάξεις του παρόντος Νόμου και οποιαδήποτε παράβασή του από τα ανωτέρω πρόσωπα υπόκειται στις κυρώσεις που προβλέπονται στον παρόντα Νόμο.

(2) Οι κατά το εδάφιο (1) ΚΕΠΕΥ, οι οποίες, πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος άρθρου, έχουν λάβει έγκριση από την Επιτροπή δυνάμει του άρθρου 7 του περί των Επιχειρήσεων Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (Ε.Π.Ε.Υ.) Νόμου, για να ασκούν εμπορικές δραστηριότητες, δύνανται να συνεχίσουν να ασκούν τέτοιες δραστηριότητες για διάστημα τριών χρόνων μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος άρθρου. Με την πάροδο της προθεσμίας, οι εν λόγω ΚΕΠΕΥ παύουν να ασκούν τέτοιες δραστηριότητες, εκτός εάν έχουν λάβει έγκριση από την Επιτροπή δυνάμει της παραγράφου (β) του εδαφίου (9) του άρθρου 6 του παρόντος Νόμου.

Συνέχιση λειτουργίας υφιστάμενων ΕΠΕΥ τρίτων χωρών

148. ΕΠΕΥ τρίτων χωρών που, πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος άρθρου, έχουν λάβει από την Επιτροπή άδεια δυνάμει του εδαφίου (1) του άρθρου 29 του περί των Επιχειρήσεων Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (Ε.Π.Ε.Υ.) Νόμου, για να παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες, στη Δημοκρατία, λογίζονται ότι διαθέτουν την προβλεπόμενη στο εδάφιο (1) του άρθρου 78 του παρόντος Νόμου άδεια λειτουργίας, για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου. Τόσο η εν λόγω ΕΠΕΥ όσο και τα αρμόδια της πρόσωπα υπόκεινται στις διατάξεις του παρόντος Νόμου και οποιαδήποτε παράβαση του από τα ανωτέρω πρόσωπα υπόκειται στις κυρώσεις που προβλέπονται στον παρόντα Νόμο.

Συνέχιση λειτουργίας υφιστάμενων τραπεζών ως ΕΠΕΥ

149. Τράπεζες που, πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος άρθρου, έχουν λάβει άδεια λειτουργίας, δυνάμει της τραπεζικής νομοθεσίας, από την Κεντρική Τράπεζα για να παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες στη Δημοκρατία, συνεχίζουν να παρέχουν τέτοιες υπηρεσίες για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου. Τόσο η τράπεζα όσο και τα αρμόδια της πρόσωπα υπόκεινται στις διατάξεις του παρόντος Νόμου. Οποιαδήποτε παράβασή του από τα ανωτέρω πρόσωπα υπόκειται στις κυρώσεις που προβλέπονται στον παρόντα Νόμο.

Υφιστάμενοι συνδεδεμένοι αντιπρόσωποι

150. Οι συνδεδεμένοι αντιπρόσωποι, που ενεργούν ως τέτοιοι δυνάμει των άρθρων 19 και 22 του περί των Επιχειρήσεων Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (Ε.Π.Ε.Υ.) Νόμου, λογίζονται ως εγγεγραμμένοι στο προβλεπόμενο δημόσιο μητρώο στο εδάφιο (6) του άρθρου 40 του παρόντος Νόμου για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου.

Υφιστάμενοι επαγγελματίες πελάτες

151. Η ΚΕΠΕΥ επιτρέπεται να συνεχίσει να θεωρεί τους επαγγελματίες πελάτες της ως επαγγελματίες, υπό την προϋπόθεση ότι ο χαρακτηρισμός αυτός δόθηκε από την ΚΕΠΕΥ βάσει κατάλληλης αξιολόγησης της εμπειρογνωμοσύνης, της πείρας και των γνώσεων του πελάτη, η οποία παρέχει εύλογες διαβεβαιώσεις, υπό το φως της φύσεως των επιδιωκόμενων συναλλαγών ή υπηρεσιών, για το ότι ο πελάτης είναι σε θέση να λαμβάνει τις επενδυτικές του αποφάσεις και ότι κατανοεί τους ενδεχόμενους κινδύνους. Η ΚΕΠΕΥ ενημερώνει τους πελάτες της σχετικά με τα κριτήρια που περιλαμβάνει ο παρών Νόμος για την ταξινόμηση των πελατών σε κατηγορίες.

Υφιστάμενες κοινοποιήσεις

152. Οι πληροφορίες που κοινοποιούνται στην Επιτροπή πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος άρθρου, για τους σκοπούς των Άρθρων 17, 18 ή 30 της πράξης της Ευρωπαϊκής Κοινότητας με τίτλο «Οδηγία 93/22/ΕOΚ του Συμβουλίου της 10ης Μαΐου 1993 σχετικά με τις επενδυτικές υπηρεσίες στον τομέα των κινητών αξιών», ως έχει τροποποιηθεί, λογίζονται ως κοινοποιηθείσες για τους σκοπούς των άρθρων 77 και 80 του παρόντος Νόμου.

Κατάργηση της Γνωστοποίησης 217/2008

153. Η Γνωστοποίηση για την πιστοποίηση προσώπων που απασχολούνται σε ΕΠΕΥ και πιστωτικά ιδρύματα που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας στη Δημοκρατία, καταργείται.

Συνέχιση λειτουργίας ΧΑΚ

154.-(1) Το ΧΑΚ συνεχίζει να λειτουργεί δυνάμει των περί Αξιών και Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου Νόμων του 1993 έως 2007 και οφείλει να συμμορφώνεται με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου.

(2) Αναφορικά με την ερμηνεία του όρου «διαχειριστής αγοράς» στο άρθρο 2, το ΧΑΚ λογίζεται ως διαχειριστής αγοράς.

(3) Εφόσον το ΧΑΚ συνεχίζει να λειτουργεί ως νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, εξαιρείται από τις διατάξεις του άρθρου 96 αναφορικά με τις προϋποθέσεις σχετικές με το αρχικό κεφάλαιο του διαχειριστή αγοράς.

Συνέχιση ισχύος Κανονισμών

155.-(1) Οι περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Ταμείου Αποζημίωσης Επενδυτών Πελατών ΕΠΕΥ Κανονισμοί, οι οποίοι εκδόθηκαν δυνάμει του περί των Επιχειρήσεων Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (Ε.Π.Ε.Υ.) Νόμου, συνεχίζουν να ισχύουν μέχρις ότου αντικατασταθούν δυνάμει του παρόντος Νόμου.

(2) Οι περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Ταμείου Αποζημίωσης Επενδυτών Πελατών Τραπεζών Κανονισμοί, οι οποίοι εκδόθηκαν δυνάμει του περί των Επιχειρήσεων Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (Ε.Π.Ε.Υ.) Νόμου, συνεχίζουν να ισχύουν μέχρις ότου αντικατασταθούν δυνάμει του παρόντος Νόμου.

Επιφυλάξεις

156. (1) Οι οδηγίες της Επιτροπής και της Κεντρικής Τράπεζας, οι οποίες εκδόθηκαν δυνάμει του περί των Επιχειρήσεων Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (Ε.Π.Ε.Υ.) Νόμου, συνεχίζουν να ισχύουν μέχρις ότου αντικατασταθούν δυνάμει του παρόντος Νόμου.

(2) Πράξεις και αποφάσεις της Επιτροπής και της Κεντρικής Τράπεζας, οι οποίες νομίμως λήφθηκαν ή εκδόθηκαν δυνάμει του περί των Επιχειρήσεων Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (Ε.Π.Ε.Υ.) Νόμου, εξακολουθούν να ισχύουν, ως να είχαν ληφθεί ή εκδοθεί με βάση τις διατάξεις του παρόντος Νόμου.

(3) Οι διοικητικές ποινές του προστίμου και οποιεσδήποτε άλλες διοικητικές κυρώσεις που τυχόν επέβαλε η Επιτροπή ή η Κεντρική Τράπεζα Κεφαλαιαγοράς δυνάμει του περί των Επιχειρήσεων Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (Ε.Π.Ε.Υ.) Νόμου και οι οποίες δεν εκτελέστηκαν εξακολουθούν να ισχύουν, ως να είχαν επιβληθεί με βάση τις διατάξεις του παρόντος Νόμου.

Μεταβατικές διατάξεις αναφορικά με πρόσωπα που παρέχουν επενδυτικές συμβουλές

157.-(1) Εταιρείες οι οποίες, κατά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος άρθρου, παρέχουν μόνο την υπηρεσία των επενδυτικών συμβουλών δυνάμει του άρθρου 69Α του περί των Επιχειρήσεων Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (Ε.Π.Ε.Υ.) Νόμου, δύνανται να συνεχίσουν ως τέτοιες και μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος άρθρου, νοουμένου ότι υποβάλουν στην Επιτροπή αίτηση για χορήγηση άδειας λειτουργίας ΚΕΠΕΥ δυνάμει του άρθρου 21 του παρόντος Νόμου το αργότερο δύο μήνες από την δημοσίευση του παρόντος Νόμου στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας.

(2) Σε περίπτωση κατά την οποία εταιρεία που εμπίπτει στις διατάξεις του εδαφίου (1) δεν υποβάλει στην Επιτροπή αίτηση για χορήγηση άδειας λειτουργίας ΚΕΠΕΥ, εντός της χρονικής προθεσμίας του εδαφίου (1), η εν λόγω εταιρεία παύει πάραυτα να παρέχει επενδυτικές συμβουλές και οφείλει να τακτοποιήσει τις υποχρεώσεις της προς τρίτους, που απορρέουν από την παροχή της εν λόγω υπηρεσίας, εντός ενός μηνός από τη λήξη της προβλεπόμενης προθεσμίας στο εδάφιο (1).

(3) Σε περίπτωση κατά την οποία η Επιτροπή απορρίψει αίτηση εταιρείας που εμπίπτει στις διατάξεις του εδαφίου (1) για χορήγηση άδειας λειτουργίας ΚΕΠΕΥ, η εν λόγω εταιρεία παύει πάραυτα, από την ημερομηνία κοινοποίησης της απορριπτικής απόφασης της Επιτροπής, να παρέχει επενδυτικές συμβουλές και οφείλει εντός ενός μηνός από την ημερομηνία της εν λόγω κοινοποίησης να τακτοποιήσει τις υποχρεώσεις της προς τρίτους, που απορρέουν από την παροχή της εν λόγω υπηρεσίας.

Κατάργηση νόμου

158. Καταργείται ο περί των Επιχειρήσεων Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (Ε.Π.Ε.Υ.) Νόμος.

Έναρξη ισχύος του παρόντος Νόμου

159.-(1) Με την επιφύλαξη του εδαφίου (2), ο παρών Νόμος τίθεται σε ισχύ κατά την 1η Νοεμβρίου 2007.

(2) Το άρθρο 157 τίθεται σε ισχύ κατά την ημερομηνία δημοσίευσης του παρόντος Νόμου στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑΤΑ
ΠΡΩΤΟ ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

ΠΡΩΤΟ ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

(Άρθρο 2)

Δικαιώματα ψήφου

 

Στα δικαιώματα ψήφου μιας ΕΠΕΥ, περιλαμβάνονται και οι κατωτέρω περιπτώσεις:

1. Τα δικαιώματα ψήφου που κατέχει πρόσωπο με το οποίο ο μέτοχος της ΕΠΕΥ έχει συνάψει συμφωνία που τους υποχρεώνει να υιοθετούν, μέσω συντονισμένης άσκησης των δικαιωμάτων ψήφου που διαθέτουν, διαρκή κοινή πολιτική ως προς τη διοίκηση της ΕΠΕΥ.

2. Τα δικαιώματα ψήφου που κατέχει πρόσωπο με το οποίο ο μέτοχος της ΕΠΕΥ έχει συνάψει συμφωνία, η οποία προβλέπει την προσωρινή επ' ανταλλάγματι μεταβίβαση των εν λόγω δικαιωμάτων ψήφου.

3. Τα δικαιώματα ψήφου που ενσωματώνονται σε μετοχές και έχουν κατατεθεί, από το πρόσωπο που τα κατείχε, ως ασφάλεια στο μέτοχο της ΕΠΕΥ, υπό την προϋπόθεση ότι ο μέτοχος ελέγχει τα εν λόγω δικαιώματα ψήφου και δηλώνει την πρόθεση του να τα ασκήσει.

4. Τα δικαιώματα ψήφου που ενσωματώνονται σε μετοχές των οποίων ισόβιος επικαρπωτής είναι ο μέτοχος της ΕΠΕΥ.

5. Τα δικαιώματα ψήφου που κατέχονται, ή τα οποία δύνανται να ασκηθούν κατά την έννοια των παραγράφων 1-4 ανωτέρω, από επιχείρηση την οποία ελέγχει ο μέτοχος της ΕΠΕΥ.

6. Τα δικαιώματα ψήφου που ενσωματώνονται σε μετοχές που έχουν κατατεθεί  στο μέτοχο της ΕΠΕΥ, τα οποία ο μέτοχος δύναται να ασκήσει κατά την κρίση του, εφόσον δεν υπάρχουν ειδικές οδηγίες από το πρόσωπο που κατείχε τα δικαιώματα ψήφου.

7. Τα δικαιώματα ψήφου που κατέχει τρίτο πρόσωπο στο όνομα του για λογαριασμό του μετόχου της ΕΠΕΥ.

8. Τα δικαιώματα ψήφου τα οποία ο μέτοχος της ΕΠΕΥ δύναται να ασκήσει, κατά την κρίση του, ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος, εφόσον δεν υπάρχουν συγκεκριμένες οδηγίες από το πρόσωπο που κατείχε τα δικαιώματα ψήφου.

ΔΕΥΤΕΡΟ ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

ΔΕΥΤΕΡΟ ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

(Άρθρο 2)

Επαγγελματίες πελάτες

 

Επαγγελματίας πελάτης είναι ο πελάτης που διαθέτει την πείρα, τις γνώσεις και την εμπειρογνωμοσύνη ώστε να λαμβάνει τις δικές του επενδυτικές αποφάσεις και να εκτιμά δεόντως τον κίνδυνο που αναλαμβάνει. Για να θεωρηθεί επαγγελματίας, ο πελάτης πρέπει να ανταποκρίνεται στα παρακάτω κριτήρια:

Α. Κατηγορίες πελατών που θεωρούνται επαγγελματίες:

Για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου, επαγγελματίες θεωρούνται για όλες τις επενδυτικές υπηρεσίες και δραστηριότητες και τα χρηματοοικονομικά μέσα:

1. Οι οντότητες που υποχρεούνται να λάβουν άδεια λειτουργίας ή να υπαχθούν σε ρυθμίσεις για να ασκήσουν δραστηριότητες στις χρηματοοικονομικές αγορές. Ο κατωτέρω κατάλογος πρέπει να θεωρηθεί ότι περιλαμβάνει όλες τις οντότητες που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας και ασκούν τις χαρακτηριστικές για τις αναφερόμενες οντότητες δραστηριότητες: οντότητες που έχουν λάβει άδεια από ένα κράτος μέλος κατ' εφαρμογή Οδηγίας της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, οντότητες που έχουν λάβει άδεια ή υπόκεινται στις ρυθμίσεις κράτους μέλους χωρίς αναφορά σε τέτοια Οδηγία, και οντότητες που έχουν λάβει άδεια ή υπόκεινται στις ανάλογες ρυθμίσεις τρίτης χώρας:

(α)  Πιστωτικά ιδρύματα

(β)  ΕΠΕΥ

(γ)  Άλλα χρηματοοικονομικά ιδρύματα που έχουν λάβει άδεια ή υπόκεινται σε ρυθμίσεις

(δ)  Ασφαλιστικές επιχειρήσεις

(ε)  Οργανισμοί συλλογικών επενδύσεων και εταιρείες διαχείρισής τους

(στ) Συνταξιοδοτικά ταμεία και εταιρείες διαχείρισής τους

(ζ)   Διαπραγματευτές σε χρηματιστήρια εμπορευμάτων και συναφών παραγώγων

(η)  Τοπικές επιχειρήσεις

(θ)  Άλλοι θεσμικοί επενδυτές

 

2. Μεγάλες επιχειρήσεις που πληρούν τουλάχιστον δύο από τα ακόλουθα κριτήρια μεγέθους, σε αναλογική βάση:

- σύνολο ισολογισμού τουλάχιστον 20 000 000 ευρώ
- καθαρός κύκλος εργασιών τουλάχιστον 40 000 000 ευρώ
- ίδια κεφάλαια τουλάχιστον 2 000 000 ευρώ

 

3. Εθνικές και περιφερειακές κυβερνήσεις, δημόσιοι φορείς που διαχειρίζονται το δημόσιο χρέος, κεντρικές τράπεζες, διεθνείς και υπερεθνικοί οργανισμοί όπως η Παγκόσμια Τράπεζα, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων και άλλοι παρόμοιοι διεθνείς οργανισμοί.

 

4. ʼAλλοι θεσμικοί επενδυτές των οποίων η κύρια δραστηριότητα είναι η επένδυση σε χρηματοοικονομικά  μέσα, συμπεριλαμβανομένων οντοτήτων που έχουν ως αποκλειστικό σκοπό την τιτλοποίηση στοιχείων ενεργητικού ή άλλες χρηματοδοτικές συναλλαγές.

 

Οι ανωτέρω οντότητες θεωρούνται επαγγελματίες. Πρέπει ωστόσο να έχουν τη δυνατότητα να ζητούν να αντιμετωπιστούν ως μη επαγγελματίες και οι ΕΠΕΥ μπορούν να δεχθούν να τους παράσχουν υψηλότερο επίπεδο προστασίας. Εάν ο πελάτης μιας ΕΠΕΥ είναι μια από τις επιχειρήσεις που αναφέρονται ανωτέρω, η ΕΠΕΥ πρέπει, προτού του παράσχει υπηρεσίες, να τον ενημερώσει ότι θεωρείται, με βάση τις πληροφορίες που διαθέτει η ΕΠΕΥ, επαγγελματίας πελάτης και ότι θα αντιμετωπιστεί ως τέτοιος, εκτός εάν η ΕΠΕΥ και ο πελάτης συμφωνήσουν διαφορετικά. Η ΕΠΕΥ πρέπει επίσης να ενημερώσει τον πελάτη ότι δύναται να ζητήσει την αλλαγή των όρων της σύμβασης για να τύχει υψηλότερης προστασίας.

 

Ο επαγγελματίας πελάτης έχει ευθύνη ο ίδιος να ζητήσει υψηλότερο επίπεδο προστασίας εάν θεωρεί ότι δεν είναι σε θέση να εκτιμήσει ή να διαχειριστεί ορθά τους κινδύνους που αναλαμβάνει.

 

Το υψηλότερο επίπεδο προστασίας θα παρέχεται εάν ο πελάτης που θεωρείται επαγγελματίας συνάπτει γραπτή συμφωνία με την ΕΠΕΥ ότι δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως επαγγελματίας για τους σκοπούς της εφαρμογής των κανόνων επαγγελματικής δεοντολογίας της ΕΠΕΥ. Η συμφωνία πρέπει να διευκρινίζει εάν αυτό ισχύει για μία ή περισσότερες υπηρεσίες ή συναλλαγές ή για ένα ή περισσότερα είδη προϊόντων ή συναλλαγών.

 

Β. Πελάτες που δύνανται να αντιμετωπίζονται ως επαγγελματίες μετά από αίτησή τους:

1. Κριτήρια καταλληλότητας

Δύναται επίσης να επιτραπεί σε πελάτες εκτός εκείνων που αναφέρονται στο Μέρος Α ανωτέρω, περιλαμβανομένων των δημόσιων φορέων και των μεμονωμένων ιδιωτών επενδυτών, να παραιτηθούν από μέρος της προστασίας που τους παρέχουν οι κανόνες επαγγελματικής δεοντολογίας των ΕΠΕΥ.

Πρέπει συνεπώς να επιτρέπεται στις ΕΠΕΥ να αντιμετωπίζουν οποιονδήποτε από τους ανωτέρω πελάτες ως επαγγελματία, εφόσον τηρούνται τα κριτήρια και οι διαδικασίες που αναφέρονται κατωτέρω. Οι πελάτες αυτοί δεν πρέπει ωστόσο να θεωρούνται ότι έχουν γνώση της αγοράς και πείρα συγκρίσιμη με εκείνη των πελατών που απαριθμούνται στο Μέρος Α ανωτέρω.

Η παραίτηση από την προστασία των κανόνων επαγγελματικής δεοντολογίας θεωρείται ότι ισχύει μόνο εάν μια κατάλληλη αξιολόγηση της ικανότητας, της πείρας και των γνώσεων του πελάτη επιτρέπει στην ΕΠΕΥ να πεισθεί σε εύλογο βαθμό ότι, λαμβανομένης υπόψη της φύσης των σχεδιαζόμενων συναλλαγών ή υπηρεσιών, ο πελάτης είναι ικανός να λάβει μόνος επενδυτικές αποφάσεις και να κατανοήσει τους κινδύνους που αυτές ενέχουν.

Τα κριτήρια καταλληλότητας που εφαρμόζονται στους διευθυντές και διοικητικούς συμβούλους οντοτήτων που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας δυνάμει των Ευρωπαϊκών οδηγιών για τον χρηματοοικονομικό τομέα δύνανται να θεωρηθούν ως ένα παράδειγμα τέτοιας αξιολόγησης πείρας και γνώσεων.  Στην περίπτωση μιας μικρής οντότητας, το πρόσωπο που αποτελεί αντικείμενο της ανωτέρω αξιολόγησης είναι το πρόσωπο που εξουσιοδοτείται να διενεργεί συναλλαγές για λογαριασμό της.

Κατά την αξιολόγηση αυτή πρέπει να πληρούνται δύο τουλάχιστον από τα ακόλουθα κριτήρια:

-  ο πελάτης πραγματοποίησε κατά μέσον όρο 10 συναλλαγές επαρκούς όγκου ανά τρίμηνο στη σχετική αγορά στη διάρκεια των τελευταίων τεσσάρων τριμήνων,

-  η αξία του χαρτοφυλακίου χρηματοοικονομικών μέσων του πελάτη, οριζόμενο ως καταθέσεις μετρητών συν χρηματοοικονομικά μέσα, υπερβαίνει τις 500.000 ευρώ,

-  ο πελάτης κατέχει ή κατείχε επί ένα έτος τουλάχιστον επαγγελματική θέση στο χρηματοοικονομικό τομέα η οποία απαιτεί γνώση των σχεδιαζόμενων συναλλαγών ή υπηρεσιών.

 

2. Διαδικασία

Οι ανωτέρω οριζόμενοι πελάτες δύνανται να παραιτηθούν από την προστασία των κανόνων επαγγελματικής δεοντολογίας μόνο με την ακόλουθη διαδικασία:

- οι πελάτες γνωστοποιούν γραπτώς στην ΕΠΕΥ την επιθυμία τους να αντιμετωπιστούν ως επαγγελματίες πελάτες, είτε γενικά, είτε για μια συγκεκριμένη επενδυτική υπηρεσία ή συναλλαγή, είτε για ένα είδος συναλλαγών ή προϊόντων,

-  η ΕΠΕΥ τους αποστέλλει γραπτή προειδοποίηση στην οποία διευκρινίζει σαφώς τις προστασίες και τα δικαιώματα αποζημίωσης που ενδέχεται να απολέσουν,

-  οι πελάτες δηλώνουν γραπτώς, σε έγγραφο χωριστό από τη σύμβαση, ότι έχουν επίγνωση των συνεπειών που έχει η απώλεια αυτών των προστασιών.

 

Προτού αποφασίσει να δεχθεί την παραίτηση από την προστασία αυτή, η ΕΠΕΥ πρέπει να λαμβάνει κάθε εύλογο μέτρο για να βεβαιωθεί ότι ο πελάτης που επιθυμεί να αντιμετωπιστεί ως πελάτης επαγγελματίας πληροί τα κριτήρια που αναφέρονται στην παράγραφο (1) του Μέρους Β ανωτέρω.

Ωστόσο, εάν οι πελάτες έχουν ήδη ταξινομηθεί ως επαγγελματίες με κριτήρια και διαδικασίες ανάλογες με τις προβλεπόμενες ανωτέρω, οι σχέσεις τους με τις ΕΠΕΥ δεν δύνανται να επηρεαστούν από ενδεχόμενους νέους κανόνες που θεσπίζονται σύμφωνα με το παρόν Παράρτημα.

Οι ΕΠΕΥ πρέπει να ταξινομούν τους πελάτες με εσωτερικές πολιτικές και διαδικασίες που έχουν διατυπωθεί εγγράφως. Οι επαγγελματίες πελάτες οφείλουν να γνωστοποιούν στην ΕΠΕΥ κάθε μεταβολή που μπορεί να επηρεάσει την ταξινόμησή τους. Εάν η ΕΠΕΥ διαπιστώσει ότι ένας πελάτης δεν πληροί πλέον τους όρους βάσει των οποίων αντιμετωπίστηκε ως επαγγελματίας πελάτης, λαμβάνει κατάλληλα μέτρα.

ΤΡΙΤΟ ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

ΤΡΙΤΟ ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

(Άρθρα 2, 3(2) και 33(1))

ΜΕΡΟΣ Ι

Επενδυτικές υπηρεσίες και δραστηριότητες

 

1. Λήψη και διαβίβαση εντολών σχετικών με ένα ή περισσότερα χρηματοοικονομικά  μέσα.

2. Εκτέλεση εντολών για λογαριασμό πελατών.

3. Διενέργεια συναλλαγών για ίδιο λογαριασμό.

4. Διαχείριση χαρτοφυλακίων.

5. Παροχή επενδυτικών συμβουλών.

6. Αναδοχή χρηματοοικονομικών μέσων ή/και διάθεση χρηματοοικονομικών μέσων με δέσμευση ανάληψης.

7. Διάθεση χρηματοοικονομικών μέσων χωρίς δέσμευση ανάληψης.

8. Λειτουργία πολυμερούς μηχανισμού διαπραγμάτευσης.

 

 

ΜΕΡΟΣ ΙΙ

Παρεπόμενες υπηρεσίες

 

1. Φύλαξη και διαχείριση χρηματοοικονομικών μέσων για λογαριασμό πελατών, περιλαμβανομένης της θεματοφυλακής και συναφών υπηρεσιών, όπως η διαχείριση χρηματικών διαθεσίμων/παρεχόμενων ασφαλειών.

2. Παροχή πιστώσεων ή δανείων σε πελάτες προς διενέργεια συναλλαγής σε ένα ή περισσότερα χρηματοοικονομικά μέσα στην οποία εμπλέκεται η επιχείρηση, η οποία παρέχει την πίστωση ή το δάνειο.

3. Παροχή συμβουλών σε επιχειρήσεις σχετικά με τη διάρθρωση του κεφαλαίου τους, την κλαδική στρατηγική και συναφή θέματα, καθώς και συμβουλών και υπηρεσιών σχετικά με συγχωνεύσεις και εξαγορές επιχειρήσεων.

4. Υπηρεσίες ξένου συναλλάγματος, εφόσον συνδέονται με την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών.

5. Έρευνα στον τομέα των επενδύσεων και χρηματοοικονομική ανάλυση ή άλλες μορφές γενικών συστάσεων που σχετίζονται με συναλλαγές σε χρηματοοικονομικά μέσα.

6. Υπηρεσίες σχετιζόμενες με την αναδοχή.

7. Επενδυτικές υπηρεσίες και δραστηριότητες καθώς και παρεπόμενες υπηρεσίες του είδους που αναφέρεται στα Μέρη Ι και ΙΙ σχετικά με τα υποκείμενα μέσα των παραγώγων που περιλαμβάνονται στις παραγράφους 5, 6, 7 και 10 του Μέρους ΙΙΙ εφόσον σχετίζονται με την παροχή επενδυτικών ή παρεπόμενων υπηρεσιών.

 

 

ΜΕΡΟΣ ΙΙI

Χρηματοοικονομικά  μέσα

 

1. Μεταβιβάσιμες κινητές αξίες.

2. Μέσα χρηματαγοράς.

3. Μερίδια οργανισμών συλλογικών επενδύσεων.

4. Συμβόλαια δικαιωμάτων προαίρεσης (options), συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης (futures), συμβάσεις ανταλλαγής (swaps), προθεσμιακές συμβάσεις επιτοκίων (forward-rate agreements) και άλλες παράγωγες συμβάσεις (derivative contracts) σχετιζόμενες με κινητές αξίες, νομίσματα, επιτόκια ή αποδόσεις, ή άλλα παράγωγα μέσα, χρηματοοικονομικούς δείκτες ή άλλα χρηματοοικονομικά μεγέθη δεκτικά εκκαθαρίσεως με φυσική παράδοση ή με ρευστά διαθέσιμα.

5. Συμβόλαια δικαιωμάτων προαίρεσης (options), συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης (futures), συμβάσεις ανταλλαγής (swaps), προθεσμιακές συμβάσεις επιτοκίου (forward-rate agreements) και κάθε άλλη σύμβαση παράγωγου μέσου (derivative contracts) σχετιζόμενη με εμπορεύματα, που πρέπει να εκκαθαρισθούν με ρευστά διαθέσιμα ή μπορούν να εκκαθαρισθούν με ρευστά διαθέσιμα κατ' επιλογή ενός συμβαλλόμενου μέρους (αλλά όχι λόγω αδυναμίας πληρωμής ή άλλου γεγονότος που επιφέρει τη λύση της σύμβασης).

6. Συμβόλαια δικαιωμάτων προαίρεσης (options), συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης (futures), συμβάσεις ανταλλαγής (swaps) και κάθε άλλη σύμβαση παράγωγου μέσου σχετιζόμενη με εμπορεύματα, που επιδέχονται εκκαθαρίσεως με φυσική παράδοση, εφόσον είναι διαπραγματεύσιμα σε ρυθμιζόμενη αγορά ή/και ΠΜΔ.

7. Συμβόλαια δικαιωμάτων προαίρεσης (options), συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης (futures), συμβάσεις ανταλλαγής (swaps), προθεσμιακές συμβάσεις (forwards) και κάθε άλλη σύμβαση παράγωγου μέσου σχετιζόμενη με εμπορεύματα, που επιδέχονται εκκαθαρίσεως με φυσική παράδοση, εφόσον δεν αναφέρονται άλλως στην παράγραφο 6 του Μέρους III και δεν προορίζονται για εμπορικούς σκοπούς και που έχουν τα χαρακτηριστικά άλλων παράγωγων χρηματοοικονομικών μέσων, όσον αφορά, μεταξύ άλλων, το κατά πόσον υπόκεινται σε εκκαθάριση ή διακανονισμό μέσω αναγνωρισμένων γραφείων συμψηφισμού ή σε τακτικές κλήσεις για κάλυψη περιθωρίων.

8. Παράγωγα μέσα για τη μετακύληση του πιστωτικού κινδύνου.

9. Χρηματοοικονομικές συμβάσεις επί διαφορών (contracts for differences).

10.Συμβόλαια δικαιωμάτων προαίρεσης (options), συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης (futures), συμβάσεις ανταλλαγής (swaps), προθεσμιακές συμβάσεις επιτοκίου (forwards) και κάθε άλλη σύμβαση παράγωγου μέσου σχετιζόμενη με κλιματικές μεταβλητές, ναύλους, άδειες εκπομπής ρύπων, ή ποσοστά πληθωρισμού ή άλλες επίσημες οικονομικές στατιστικές, που πρέπει να εκκαθαρισθούν με ρευστά διαθέσιμα ή μπορούν να εκκαθαρισθούν με ρευστά διαθέσιμα κατ' επιλογή ενός συμβαλλόμενου μέρους (αλλά όχι λόγω αδυναμίας πληρωμής ή άλλου γεγονότος που επιφέρει τη λύση της σύμβασης) καθώς και κάθε άλλη σύμβαση παράγωγου μέσου σχετιζόμενη με περιουσιακά στοιχεία, δικαιώματα, υποχρεώσεις, δείκτες και μέτρα, εφόσον δεν προβλέπεται διαφορετικά στο παρόν Μέρος, που έχουν τα χαρακτηριστικά άλλων παράγωγων χρηματοοικονομικών μέσων, όσον αφορά, μεταξύ άλλων, το κατά πόσον είναι διαπραγματεύσιμα σε ρυθμιζόμενη αγορά ή ΠMΔ, υπόκεινται σε εκκαθάριση ή διακανονισμό μέσω αναγνωρισμένων γραφείων συμψηφισμού ή σε τακτικές κλήσεις για κάλυψη περιθωρίων.

Σημείωση
18 του Ν.141(I)/2012Σημείωση Συντάκτη

Εκ παραδρομής η Βουλή στο άρθρο 18 του τροποποιητικού Ν.141(I)/2012 αναφέρει να τροποποιηθεί το άρθρο 141 αντί το άρθρου 142.

Σημείωση
5 του Ν. 154(Ι)/2012Σημείωση Συνάκτη

Το άρθρο 5 του Ν. 154(Ι)/2012, τροποποιεί και αντικαθιστά το άρθρο 54 του βασικού, εκ παραδρομής όμως της Βουλής το εδάφιο (2) περιλαμβάνει δύο υποεδάφια (γ).