Προοίμιο

Για σκοπούς εναρμόνισης με τα Άρθρα 3(1).1), 3), 7), 9), 14), 15), 19), 20), 33), 34), 36), 37), 39), 40), 41) και 54), 4(1) και (3),  8, 28(1)-(2), 29(1)-(4), 31(1)-(2), 50(1)-(5), 51(1)-(3), 56, 57(1)-(2), 58(1), 61(1)-(2), 62, 63(1)-(2), 65(1)-(2), 67(1).α) και δ)-ιστ) και (2), 68(1)-(3), 70, 71(1) και (3), 74(1), 88(1)-(2), 91(1)-(11) και (13), 96, 97(1)-(2), 102(1), 114, 126 και 151(1) της πράξης της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Οδηγία 2013/36/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 26ης Ιουνίου 2013 σχετικά με την πρόσβαση στη δραστηριότητα πιστωτικών ιδρυμάτων και την προληπτική εποπτεία πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων επενδύσεων, για την τροποποίηση της οδηγίας 2002/87/ΕΚ και για την κατάργηση των οδηγιών 2006/48/ΕΚ και 2006/49/ΕΚ», όπως διορθώθηκε και όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την Οδηγία 2014/59/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 15ης Μαΐου 2014,

Η Βουλή των Αντιπροσώπων ψηφίζει ως ακολούθως:

ΜΕΡΟΣ Ι ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Συνοπτικός τίτλος

1. [Διαγράφηκε]
Ερμηνεία

2.-(1) Στον παρόντα Νόμο, εκτός εάν από το κείμενο προκύπτει διαφορετική έννοια -

«ανώτερα διοικητικά στελέχη» σημαίνει τα φυσικά πρόσωπα που ασκούν εκτελεστικά καθήκοντα σε ίδρυμα, και τα οποία είναι υπεύθυνα και λογοδοτούν στο διοικητικό συμβούλιο για την καθημερινή διοίκηση του ιδρύματος·

«αρμόδια αρχή» σημαίνει αρμόδια αρχή όπως ορίζεται στο Άρθρο 4, παράγραφος 1, σημείο 40), του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013∙

«αρμόδιο πρόσωπο», αναφορικά με ΕΠΕΥ, σημαίνει οποιοδήποτε από τα ακόλουθα πρόσωπα:

(α) Διοικητικό σύμβουλο, συνεταίρο ή ισοδύναμο πρόσωπο, διευθυντικό στέλεχος ή συνδεδεμένο αντιπρόσωπο της ΕΠΕΥ·

(β) διοικητικό σύμβουλο, συνεταίρο ή ισοδύναμο πρόσωπο, ή διευθυντικό στέλεχος τυχόν συνδεδεμένου αντιπροσώπου της ΕΠΕΥ·

(γ) υπάλληλο της ΕΠΕΥ ή ενός συνδεδεμένου αντιπροσώπου της ΕΠΕΥ, καθώς και οποιοδήποτε άλλο φυσικό πρόσωπο οι υπηρεσίες του οποίου τίθενται στη διάθεση και υπό τον έλεγχο της ΕΠΕΥ ή του συνδεδεμένου της αντιπροσώπου που συμμετέχει στην παροχή επενδυτικών υπηρεσιών ή/και στην άσκηση επενδυτικών δραστηριοτήτων από την ΕΠΕΥ·

(δ) φυσικό πρόσωπο που συμμετέχει άμεσα στην παροχή υπηρεσιών στην ΕΠΕΥ ή στο συνδεδεμένο αντιπρόσωπο της ΕΠΕΥ, στο πλαίσιο συμφωνίας εξωτερικής ανάθεσης για την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών ή/και άσκησης επενδυτικών δραστηριοτήτων εκ μέρους της ΕΠΕΥ·

«αρχή ενοποιημένης εποπτείας»  σημαίνει την αρχή ενοποιημένης εποπτείας όπως ορίζεται στο Άρθρο 4, παράγραφος 1, σημείο 41), του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013∙

«αρχικό κεφάλαιο» σημαίνει το αρχικό κεφάλαιο που αποτελείται μόνο από ένα ή περισσότερα από τα στοιχεία που αναφέρονται στο Άρθρο 26, παράγραφος 1, στοιχεία α) έως ε), του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013·

«ασφαλιστική επιχείρηση» σημαίνει ασφαλιστική επιχείρηση όπως ορίζεται στο άρθρο 2 του περί της Ασκήσεως Ασφαλιστικών Εργασιών και Άλλων Συναφών Θεμάτων Νόμου ή επιχείρηση που ασκεί εργασίες αντασφάλισης ή αντεκχώρησης, ή επιχείρηση, η οποία έχει ως αντικείμενο την άσκηση ασφαλιστικών, αντασφαλιστικών ή αντεκχωριστικών εργασιών και έχει λάβει άδεια λειτουργίας σε άλλο κράτος μέλος·

«Γνωστοποίηση 220/2003» [Διαγράφηκε]·

«διαχείριση χαρτοφυλακίου» σημαίνει τη διαχείριση, με εντολή του πελάτη και υπό καθεστώς διακριτικής ευχέρειας για κάθε πελάτη, χαρτοφυλακίων που περιλαμβάνουν ένα ή περισσότερα χρηματοοικονομικά μέσα∙

«διαχειριστής αγοράς» ή «διαχειριστής» σημαίνει νομικό πρόσωπο το οποίο διευθύνει ή/και εκμεταλλεύεται τις δραστηριότητες μιας ρυθμιζόμενης αγοράς, και περιλαμβάνει την ίδια την ρυθμιζόμενη αγορά∙

«διενέργεια συναλλαγών για ίδιο λογαριασμό» σημαίνει τη διαπραγμάτευση βάσει ιδίων κεφαλαίων, η οποία οδηγεί στην ολοκλήρωση συναλλαγών σε ένα ή περισσότερα χρηματοοικονομικά μέσα· οι όροι «συναλλαγή για ίδιο λογαριασμό» ή «συναλλάσσομαι για ίδιο λογαριασμό» έχουν ανάλογη ερμηνεία·

«διοικητικό συμβούλιο» σημαίνει το συμβούλιο ενός ιδρύματος, το οποίο εξουσιοδοτείται να καθορίζει τη στρατηγική, τους στόχους και τη γενική κατεύθυνση του ιδρύματος και το οποίο επιβλέπει και παρακολουθεί τη λήψη αποφάσεων από τη διοίκηση, και περιλαμβάνει τα πρόσωπα που πράγματι διευθύνουν την επιχειρηματική δραστηριότητα του ιδρύματος·

«ΕΑΑΕΣ» σημαίνει την Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων που συστάθηκε με την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1094/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 24ης Νοεμβρίου 2010 για τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων), την τροποποίηση της απόφασης αριθ. 716/2009 και την κατάργηση της απόφασης 2009/79/ΕΚ της Επιτροπής», όπως εκάστοτε τροποποιείται·

«ΕΑΤ» σημαίνει την Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών που συστάθηκε δυνάμει του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010·

«ειδική συμμετοχή» σημαίνει ειδική συμμετοχή όπως ορίζεται στο Άρθρο 4, παράγραφος 1, σημείο 36), του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013∙

«ειδικός διαπραγματευτής» (market maker) σημαίνει πρόσωπο το οποίο δραστηριοποιείται στις χρηματοοικονομικές αγορές σε συνεχή βάση και αναλαμβάνει να συναλλάσσεται για ίδιο λογαριασμό αγοράζοντας και πουλώντας χρηματοοικονομικά μέσα έναντι ιδίων κεφαλαίων σε τιμές που έχει καθορίσει ο ίδιος∙

«εκτέλεση εντολών για λογαριασμό πελατών» σημαίνει τη διαμεσολάβηση στη σύναψη συμφωνιών αγοράς ή πώλησης ενός ή περισσοτέρων χρηματοοικονομικών μέσων για λογαριασμό πελατών∙

«ελεγκτής» σημαίνει πρόσωπο το οποίο κατέχει, για το διορισμό του ως ελεγκτής εταιρείας, τα αναγκαία προσόντα και άδεια δυνάμει των διατάξεων του περί Εταιρειών Νόμου και του περί Ελεγκτών και Υποχρεωτικών Ελέγχων των Ετήσιων και των Ενοποιημένων Λογαριασμών Νόμου∙

«έλεγχος» σημαίνει έλεγχο όπως ορίζεται στο Άρθρο 4, παράγραφος 1, σημείο 37), του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013∙

«εξωτερική ανάθεση» σημαίνει τη συμφωνία οποιασδήποτε μορφής μεταξύ μιας ΕΠΕΥ και ενός παροχέα υπηρεσιών, με την οποία ο παροχέας υπηρεσιών εκτελεί διαδικασία, παρέχει υπηρεσία ή ασκεί δραστηριότητα που θα είχε διαφορετικά παρασχεθεί ή ασκηθεί από την ίδια την ΕΠΕΥ∙

«επαγγελματίας πελάτης» σημαίνει τον πελάτη που πληροί τα κριτήρια και τηρεί τις διαδικασίες που καθορίζονται στο Δεύτερο Παράρτημα∙

«επενδυτικές υπηρεσίες» και «επενδυτικές δραστηριότητες» σημαίνουν οποιεσδήποτε από τις υπηρεσίες και δραστηριότητες, αντίστοιχα, που καθορίζονται στο Μέρος Ι του Τρίτου Παραρτήματος, οι οποίες αφορούν οποιοδήποτε από τα χρηματοοικονομικά μέσα που απαριθμούνται στο Μέρος ΙΙΙ του Τρίτου Παραρτήματος·

«επενδυτική συμβουλή» σημαίνει την παροχή προσωπικών συστάσεων σε πελάτη, είτε κατόπιν αίτησής του είτε με πρωτοβουλία της ΕΠΕΥ, σχετικά με μία ή περισσότερες συναλλαγές που αφορούν χρηματοοικονομικά μέσα∙ για τους σκοπούς του παρόντος ορισμού, προσωπική σύσταση σημαίνει σύσταση που -

(α) Δίνεται σε ένα πρόσωπο υπό την ιδιότητα του ως υφιστάμενου ή πιθανού πελάτη, ή υπό την ιδιότητα του ως αντιπροσώπου υφιστάμενου ή πιθανού πελάτη,

(β) παρουσιάζεται ως κατάλληλη για τον πελάτη ή βασίζεται στις ιδιαιτερότητες του πελάτη και συμβουλεύει τον πελάτη για τη διενέργεια ενός από τα ακόλουθα σύνολα ενεργειών:

(i) αγορά, πώληση, εγγραφή, ανταλλαγή, εξαγορά, διακράτηση ή αναδοχή συγκεκριμένου χρηματοοικονομικού μέσου,

(ii) άσκηση ή μη άσκηση οποιουδήποτε δικαιώματος που παρέχει συγκεκριμένο χρηματοοικονομικό μέσο για την αγορά, πώληση, εγγραφή, ανταλλαγή, ή εξαγορά χρηματοοικονομικού μέσου, αλλά δεν περιλαμβάνει σύσταση που εκδίδεται αποκλειστικά μέσω καναλιού επικοινωνίας ή απευθύνεται στο κοινό·

«Επιτροπή» σημαίνει την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς που συστάθηκε και λειτουργεί δια του περί της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου (Σύσταση και Αρμοδιότητες) Νόμου·

«Επιτροπή Υπηρεσίας Εποπτείας και Ανάπτυξης Συνεργατικών Εταιρειών» σημαίνει τη δια του άρθρου 5 του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου καθιδρυόμενη Επιτροπή της Υπηρεσίας Εποπτείας και Ανάπτυξης Συνεργατικών Εταιρειών·

«Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών» ή «ΕΠΕΥ» σημαίνει πρόσωπο το οποίο λειτουργεί βάσει άδειας λειτουργίας που του χορηγεί η αρμόδια προς τούτο αρχή και παρέχει μία ή περισσότερες επενδυτικές υπηρεσίες σε τρίτους ή/και ασκεί μια ή περισσότερες επενδυτικές δραστηριότητες σε επαγγελματική βάση, και περιλαμβάνει ΚΕΠΕΥ αλλά όχι πιστωτικό ίδρυμα∙

«Εποπτική Αρχή» -

(α) Σε σχέση με ΕΠΕΥ, σημαίνει την Επιτροπή,

(β) σε σχέση με τράπεζα, σημαίνει την Κεντρική Τράπεζα, και

(γ) σε σχέση με συνεργατικό πιστωτικό ίδρυμα, σημαίνει την ΥΕΑΣΕ·

«εταιρεία» σημαίνει εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με μετοχές η οποία έχει συσταθεί κατά τις διατάξεις του περί Εταιρειών Νόμου ή εταιρεία που έχει συσταθεί σε άλλο κράτος μέλος κατά το δίκαιο που ισχύει στον τόπο σύστασής της ή εταιρεία που έχει συσταθεί κατά τις διατάξεις του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου·

«Εταιρεία Διαχείρισης ΟΣΕΚΑ» σημαίνει Εταιρεία Διαχείρισης όπως ορίζεται στο άρθρο 41 του περί των Ανοιχτού Τύπου Οργανισμών Συλλογικών Επενδύσεων σε Κινητές Αξίες (ΟΣΕΚΑ) και περί Συναφών Θεμάτων Νόμου ή Εταιρεία Διαχείρισης Οργανισμού Συλλογικών Επενδύσεων σε Κινητές Αξίες (ΟΣΕΚΑ) η οποία λειτουργεί σύμφωνα με αντίστοιχη νομοθεσία άλλου κράτους μέλους∙

«εταιρεία χρηματοπιστωτικών συμμετοχών» [Διαγράφηκε]·

«Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών» ή «ΕΑΚΑΑ» σημαίνει την Ευρωπαϊκή Εποπτική Αρχή (Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών), που ιδρύθηκε με βάση τον Κανονισμό 1095/2010∙

«Ευρωπαϊκή Επιτροπή» σημαίνει την Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων·

«Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Συστημικού Κινδύνου» ή «ΕΣΣΚ» σημαίνει το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Συστημικού Κινδύνου που ιδρύθηκε με τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1092/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 24ης Νοεμβρίου 2010 σχετικά με τη μακροληπτική εποπτεία του χρηματοοικονομικού συστήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τη σύσταση Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Συστημικού Κινδύνου, ως εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται·

«Έφορος ΥΕΑΣΕ» σημαίνει τον δυνάμει του άρθρου 4 του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου διοριζόμενο Έφορο της Υπηρεσίας Εποπτείας και Ανάπτυξης Συνεργατικών Εταιρειών·

«θυγατρική επιχείρηση» ή «θυγατρική» σημαίνει θυγατρική όπως ορίζεται στο Άρθρο 4, παράγραφος 1, σημείο 16), του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013·

«ιδιώτης πελάτης» σημαίνει τον κάθε πελάτη που δεν είναι επαγγελματίας πελάτης∙

«ίδρυμα» σημαίνει ίδρυμα όπως ορίζεται στο άρθρο 4, παράγραφος 1, σημείο 3), του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013·

«κανάλι επικοινωνίας» (distribution channel) έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 2 του περί των Πράξεων Προσώπων που Κατέχουν Εμπιστευτικές Πληροφορίες και των Πράξεων Χειραγώγησης της Αγοράς (Κατάχρησης Αγοράς) Νόμου·

«Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1093/2010» σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 24ης Νοεμβρίου 2010 σχετικά με τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών), την τροποποίηση της απόφασης αριθ. 716/2009/ΕΚ και την κατάργηση της απόφασης 2009/78/ΕΚ της Επιτροπής, όπως τροποποιήθηκε τελευταία από τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 806/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 15ης Ιουλίου 2014·

«Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 575/2013» σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 26ης Ιουνίου 2013 σχετικά με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας για πιστωτικά ιδρύματα και επιχειρήσεις επενδύσεων και την τροποποίηση του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012», όπως διορθώθηκε και όπως παρατάθηκε η ισχύς της από τον Εκτελεστικό Κανονισμό της Επιτροπής (ΕΕ) αριθ. 591/2014 της Επιτροπής της 3ης Ιουνίου 2014·

«Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 648/2012» σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 648/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 4ης Ιουλίου 2012 για τα εξωχρηματιστηριακά παράγωγα, τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους και τα αρχεία καταγραφής συναλλαγών», όπως τροποποιήθηκε τελευταία από τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 600/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της  15ης Μαΐου 2014·

«Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1287/2006» σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Κοινότητας με τίτλο «Κανονισμός (ΕΚ) αριθ.1287/2006 της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, της 10ης Αυγούστου 2006, για την εφαρμογή της οδηγίας 2004/39/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου όσον αφορά τις υποχρεώσεις τήρησης αρχείων για τις επιχειρήσεις επενδύσεων, τη γνωστοποίηση συναλλαγών, τη διαφάνεια της αγοράς, την εισαγωγή χρηματοπιστωτικών μέσων προς διαπραγμάτευση, καθώς και τους ορισμούς που ισχύουν για τους σκοπούς της οδηγίας αυτής», ως εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται·

«Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1095/2010» σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο “Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 24ης Νοεμβρίου 2010 σχετικά με τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και  Αγορών), την τροποποίηση της απόφασης αριθ. 716/2009/ΕΚ και την κατάργηση της απόφασης 2009/77/ΕΚ”, όπως αυτός τροποποιήθηκε τελευταία από την Οδηγία 2011/61/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 8ης Ιουνίου 2011 και ως περαιτέρω εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται·

«κεντρικές τράπεζες του ΕΣΚΤ» σημαίνει τις κεντρικές τράπεζες του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών όπως ορίζονται στο Άρθρο 4, παράγραφος 1, σημείο 45), του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013·

«Κεντρική Τράπεζα» σημαίνει την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου η οποία έχει ιδρυθεί δια του άρθρου 3 του περί της Κεντρικής Τραπέζης της Κύπρου Νόμου, κατ’ επιταγή των Άρθρων 118 έως 121 του Συντάγματος, και η οποία λειτουργεί δυνάμει του περί Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου Νόμου·

«κινητές αξίες» σημαίνει τις κατηγορίες αξιών που τυγχάνουν διαπραγμάτευσης στην κεφαλαιαγορά, εξαιρουμένων των μέσων πληρωμής, και ιδίως-

(α) Μετοχές και άλλοι τίτλοι ισοδύναμοι με μετοχές εταιρειών, συνεταιρισμών και άλλων νομικών προσώπων, καθώς και αποθετήρια έγγραφα μετοχών,

(β) ομόλογα ή άλλες μορφές τιτλοποιημένου χρέους καθώς και αποθετήρια έγγραφα τέτοιων αξιών,

(γ) κάθε άλλη αξία που παρέχει δικαίωμα αγοράς ή πώλησης παρόμοιων μεταβιβάσιμων αξιών ή που τυγχάνει δικαιώματος εκκαθάρισης τοις μετρητοίς προσδιοριζόμενου κατ' αναφορά προς αξίες, νομίσματα, επιτόκια ή αποδόσεις, εμπορεύματα ή άλλους δείκτες ή μεγέθη·

«κράτος μέλος» σημαίνει κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή άλλο κράτος που είναι συμβαλλόμενο μέρος στη Συμφωνία για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο, η οποία υπογράφηκε στο Οπόρτο την 2α Μαΐου 1992, και προσαρμόστηκε από το Πρωτόκολλο το οποίο υπογράφηκε στις Βρυξέλλες την 17η Μαΐου 1993, ως η Συμφωνία αυτή περαιτέρω εκάστοτε τροποποιείται·

«κράτος μέλος καταγωγής» σημαίνει κράτος μέλος προέλευσης όπως ορίζεται στο Άρθρο 4, παράγραφος 1, σημείο 43), του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013∙

«κράτος μέλος υποδοχής» σημαίνει κράτος μέλος υποδοχής όπως ορίζεται στο Άρθρο 4, παράγραφος 1, σημείο 44), του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013∙

«Κυπριακή Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών» ή «ΚΕΠΕΥ» σημαίνει την εταιρεία η οποία έχει συσταθεί στη Δημοκρατία και κατέχει άδεια λειτουργίας από την Επιτροπή δυνάμει του παρόντος Νόμου για να παρέχει μία ή περισσότερες επενδυτικές υπηρεσίες σε τρίτους ή/και να ασκεί μία ή περισσότερες επενδυτικές δραστηριότητες∙

«μέσα χρηματαγοράς» σημαίνει τις κατηγορίες μέσων που αποτελούν αντικείμενα συνήθους διαπραγμάτευσης στη χρηματαγορά, όπως έντοκα γραμμάτια του Δημοσίου, τίτλοι παρακαταθήκης (certificates of deposit) και εμπορικά γραμμάτια, εξαιρουμένων των μέσων πληρωμής·

«μέτοχος» σημαίνει πρόσωπο που διαθέτει συμμετοχή στο μετοχικό κεφάλαιο της ΕΠΕΥ ή πρόσωπο που κατέχει δικαιώματα ψήφου της ΕΠΕΥ χωρίς κατ’ ανάγκη να κατέχει συμμετοχή στο μετοχικό της κεφάλαιο·

«μητρική επιχείρηση» σημαίνει μητρική επιχείρηση όπως ορίζεται στο Άρθρο 4, παράγραφος 1, σημείο 15), του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013·

«μικτή χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών» σημαίνει μητρική επιχείρηση, που δεν είναι ρυθμιζόμενη οντότητα, η οποία μαζί με τις θυγατρικές της επιχειρήσεις, από τις οποίες μία τουλάχιστον είναι ρυθμιζόμενη οντότητα με έδρα την Ευρωπαϊκή Ένωση, και με άλλες οντότητες, συνιστά χρηματοπιστωτικό όμιλο ετερογενών δραστηριοτήτων∙

«Οδηγία 83/349/ΕΟΚ» σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Κοινότητας με τίτλο «Έβδομη Οδηγία 83/349/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 13ης Ιουνίου 1983 βασιζόμενη στο άρθρο 54 παράγραφος 3 περίπτωση ζ) της συνθήκης για τους ενοποιημένους λογαριασμούς», ως τροποποιήθηκε τελευταία από την Οδηγία 2006/99/ΕΚ και ως περαιτέρω εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται·

«Οδηγία 2004/39/ΕΚ» σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Κοινότητας με τίτλο «Οδηγία 2004/39/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 21ης Απριλίου 2004 για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων, για την τροποποίηση των οδηγιών 85/611/ΕΟΚ και 93/6/ΕΟΚ του Συμβουλίου και της οδηγίας 2000/12/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και για την κατάργηση της οδηγίας 93/22/ΕΟΚ του Συμβουλίου», ως τροποποιήθηκε από την Οδηγία 2006/31/ΕΚ και ως περαιτέρω εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται·

«Οδηγία 2004/109/ΕΚ» σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Κοινότητας με τίτλο «Οδηγία 2004/109/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 15ης Δεκεμβρίου 2004 για την εναρμόνιση των προϋποθέσεων διαφάνειας αναφορικά με την πληροφόρηση σχετικά με εκδότες των οποίων οι κινητές αξίες έχουν εισαχθεί προς διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενη αγορά και για την τροποποίηση της οδηγίας 2001/34/ΕΚ», ως εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται·

«Οδηγία 2013/36/ΕΕ» σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Οδηγία 2013/36/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 26ης Ιουνίου 2013 σχετικά με την πρόσβαση στη δραστηριότητα πιστωτικών ιδρυμάτων και την προληπτική εποπτεία πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων επενδύσεων, για την τροποποίηση της οδηγίας 2002/87/ΕΚ και για την κατάργηση των οδηγιών 2006/48/ΕΚ και 2006/49/ΕΚ·

«οδηγίες» σημαίνει τις οδηγίες κανονιστικού περιεχομένου της Επιτροπής ή της Κεντρικής Τράπεζας ή της ΥΕΑΣΕ, ως Εποπτικών Αρχών, οι οποίες εκδίδονται κατ’ εξουσιοδότηση του παρόντος Νόμου και δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας∙

«όμιλος» σημαίνει τον όμιλο του οποίου η ΕΠΕΥ είναι μέρος και ο οποίος αποτελείται από -

(α) Τη μητρική επιχείρηση∙

(β) τις θυγατρικές της·

(γ) τις οντότητες στις οποίες η μητρική επιχείρηση ή οι θυγατρικές της κατέχουν συμμετοχή, κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο (α) του ορισμού του όρου «στενοί δεσμοί»∙

(δ)(i) την επιχείρηση ή τις επιχειρήσεις που, χωρίς να συνδέονται με τη μητρική επιχείρηση με τις σχέσεις που αναφέρονται στις παραγράφους (β) και (γ), έχουν τεθεί με τη μητρική επιχείρηση υπό ενιαία διεύθυνση κατόπιν συμβάσεως που έχει συναφθεί με τη μητρική επιχείρηση ή σύμφωνα με τους όρους των καταστατικών τους· ή

(ii) την επιχείρηση ή τις επιχειρήσεις που, χωρίς να συνδέονται με τη μητρική επιχείρηση με τις σχέσεις που αναφέρονται στις παραγράφους (β) και (γ), τα διοικητικά, διαχειριστικά ή εποπτικά τους όργανα αποτελούνται κατά πλειοψηφία από τα ίδια τα πρόσωπα, τα οποία ασκούν καθήκοντα κατά τη διάρκεια της χρήσης και μέχρι την κατάρτιση των ενοποιημένων λογαριασμών·

«Οργανισμός Συλλογικών Επενδύσεων σε Κινητές Αξίες» ή «ΟΣΕΚΑ» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από τον περί του Ανοικτού Τύπου Οργανισμών Συλλογικών Επενδύσεων σε Κινητές Αξίες (ΟΣΕΚΑ) και περί Συναφών Θεμάτων Νόμου∙

«οριακή εντολή» (limit order) σημαίνει την εντολή αγοράς ή πώλησης χρηματοοικονομικού μέσου σε συγκεκριμένη οριακή ή καλύτερη τιμή και για συγκεκριμένο μέγεθος∙

«παρεπόμενες υπηρεσίες» σημαίνει οποιεσδήποτε από τις υπηρεσίες οι οποίες καθορίζονται στο Μέρος ΙΙ του Τρίτου Παραρτήματος·

«πελάτης» σημαίνει κάθε πρόσωπο στο οποίο μια ΕΠΕΥ παρέχει επενδυτικές ή/και παρεπόμενες υπηρεσίες∙

«πιστωτικό ίδρυμα» σημαίνει πιστωτικό ίδρυμα όπως ορίζεται στο Άρθρο 4, παράγραφος 1, σημείο 1), του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013·

«πολυμερής μηχανισμός διαπραγμάτευσης» ή «ΠΜΔ» σημαίνει το πολυμερές σύστημα που το εκμεταλλεύεται ΕΠΕΥ ή διαχειριστής αγοράς, εντός του οποίου συναντώνται πλείονα συμφέροντα τρίτων για την αγορά και την πώληση χρηματοοικονομικών μέσων - εντός του συστήματος και σύμφωνα με κανόνες που δεν παρέχουν διακριτική ευχέρεια - κατά τρόπο καταλήγοντα στη σύναψη σύμβασης σύμφωνα με τις διατάξεις των Μερών ΙΙΙ και V∙

«προσωπική συναλλαγή» σημαίνει μια συναλλαγή σε χρηματοοικονομικό μέσο που πραγματοποιείται από ή για λογαριασμό αρμοδίου προσώπου, εφόσον πληρούται τουλάχιστον ένα από τα ακόλουθα κριτήρια:

(α) Το αρμόδιο πρόσωπο ενεργεί εκτός του πεδίου των δραστηριοτήτων τις οποίες ασκεί υπό την ιδιότητα αυτή,

(β) η συναλλαγή πραγματοποιείται για λογαριασμό ενός από τα ακόλουθα πρόσωπα:

(i) του αρμόδιου προσώπου,

(ii) οποιουδήποτε προσώπου με το οποίο το αρμόδιο πρόσωπο έχει οικογενειακή σχέση ή στενούς δεσμούς, ή

(iii) ενός προσώπου του οποίου η σχέση με το αρμόδιο πρόσωπο είναι τέτοια ώστε το αρμόδιο πρόσωπο έχει άμεσο ή έμμεσο ουσιώδες συμφέρον στο αποτέλεσμα της συναλλαγής, άλλο από την αμοιβή ή την προμήθεια για την εκτέλεση της συναλλαγής·

«πρόσωπο με το οποίο το αρμόδιο πρόσωπο έχει οικογενειακή σχέση» σημαίνει οποιοδήποτε από τα ακόλουθα πρόσωπα:

(α) Σύζυγο του αρμόδιου προσώπου ή πρόσωπο το οποίo συμβιώνει για ένα τουλάχιστον έτος με το αρμόδιο πρόσωπο·

(β) εξαρτώμενο τέκνο ή θετό τέκνο του αρμόδιου προσώπου·

(γ) άλλος συγγενής του αρμόδιου προσώπου, ο οποίος κατά την ημερομηνία της σχετικής προσωπικής συναλλαγής ήταν μέλος του νοικοκυριού του προσώπου αυτού για τουλάχιστον ένα έτος·

«πρόσωπα που πραγματικά διευθύνουν» ή «μέλη διοικητικού συμβουλίου» σημαίνει τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου νομικού προσώπου∙

«ρυθμιζόμενη αγορά» ή «οργανωμένη αγορά» σημαίνει το πολυμερές σύστημα που το διευθύνει ή το εκμεταλλεύεται διαχειριστής αγοράς και το οποίο επιτρέπει ή διευκολύνει την προσέγγιση πλείονων συμφερόντων τρίτων για την αγορά ή/και την πώληση χρηματοοικονομικών μέσων - εντός του συστήματος και σύμφωνα με τους κανόνες του που δεν παρέχουν διακριτική ευχέρεια - κατά τρόπο καταλήγοντα στη σύναψη σύμβασης σχετικής με χρηματοοικονομικά μέσα εισηγμένα προς διαπραγμάτευση βάσει των κανόνων ή/και των συστημάτων του, και το οποίο έχει λάβει άδεια λειτουργίας σε κράτος μέλος και λειτουργεί κανονικά σύμφωνα με τις διατάξεις του Μέρους Χ του παρόντος Νόμου ή αντίστοιχων νομοθεσιών άλλων κρατών μελών οι οποίες θεσπίζονται για σκοπούς συμμόρφωσης με την Οδηγία 2004/39/ΕΚ∙

«ρυθμιζόμενη οντότητα» σημαίνει ΕΠΕΥ ή πιστωτικό ίδρυμα ή ασφαλιστική επιχείρηση·

«στενοί δεσμοί» σημαίνει κατάσταση κατά την οποία δύο ή περισσότερα πρόσωπα συνδέονται με-

(α) Σχέση συμμετοχής, δηλαδή κατοχή, άμεσα ή μέσω ελέγχου, τουλάχιστον του είκοσι της εκατόν (20%) των δικαιωμάτων ψήφου ή του κεφαλαίου μιας επιχείρησης·

(β) σχέση ελέγχου, δηλαδή σχέση μεταξύ μητρικής και θυγατρικής επιχείρησης, σε όλες τις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 148 του περί Εταιρειών Νόμου και στο Άρθρο 1, παράγραφοι 1 και 2, της Οδηγίας 83/349/ΕΟΚ, ή παρόμοια σχέση μεταξύ οποιουδήποτε φυσικού ή νομικού προσώπου και μιας επιχείρησης· κάθε θυγατρική της θυγατρικής επιχείρησης θεωρείται επίσης θυγατρική της μητρικής επιχείρησης που είναι επικεφαλής των επιχειρήσεων αυτών· κατάσταση στην οποία δύο ή περισσότερα φυσικά ή νομικά πρόσωπα συνδέονται μόνιμα με ένα και το αυτό πρόσωπο με σχέση ελέγχου θεωρείται επίσης ότι συνιστά στενό δεσμό μεταξύ αυτών των προσώπων·

«συνδεδεμένος αντιπρόσωπος» σημαίνει πρόσωπο εγκατεστημένο σε κράτος μέλος το οποίο, ενεργώντας υπό την πλήρη και άνευ όρων ευθύνη μιας και μόνης ΕΠΕΥ κράτους μέλους, για λογαριασμό της οποίας ενεργεί, προωθεί επενδυτικές ή/και παρεπόμενες υπηρεσίες, προσελκύει πελάτες ή πιθανούς πελάτες, λαμβάνει και διαβιβάζει εντολές πελατών σχετικά με επενδυτικές υπηρεσίες ή χρηματοοικονομικά μέσα, διαθέτει χρηματοοικονομικά μέσα ή/και παρέχει συμβουλές σε πελάτες ή δυνητικούς πελάτες σχετικά με τα εν λόγω χρηματοοικονομικά μέσα ή υπηρεσίες·

«συνεργατική νομοθεσία» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 2 του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου·

«συνεργατικό πιστωτικό ίδρυμα» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 2 του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου ή συνεργατικό πιστωτικό ίδρυμα που λειτουργεί σύμφωνα με αντίστοιχες νομοθεσίες άλλων κρατών μελών·

«συστηματικός εσωτερικοποιητής» (systematic internaliser) σημαίνει την ΕΠΕΥ η οποία συναλλάσσεται κατά τρόπο οργανωμένο, συχνά και συστηματικά για ίδιο λογαριασμό εκτελώντας εντολές πελατών εκτός ρυθμιζόμενης αγοράς ή ΠΜΔ·

«Ταμείο Αποζημίωσης Επενδυτών» ή «ΤΑΕ» σημαίνει το ΤΑΕ Πελατών ΕΠΕΥ, το ΤΑΕ Πελατών Τραπεζών και το ΤΑΕ Πελατών ΣΠΙ, ως καθορίζονται στο Μέρος VΙI·

«τράπεζα» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 2 του περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμου·

«τραπεζική νομοθεσία» σημαίνει τον περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμο και τους κανονισμούς και οδηγίες που εκάστοτε εκδίδονται δυνάμει των νόμων αυτών, και περιλαμβάνει τις αντίστοιχες νομοθεσίες άλλων κρατών μελών·

«τρίτη χώρα» σημαίνει χώρα που δεν είναι κράτος μέλος·

«Υπηρεσία Εποπτείας και Ανάπτυξης Συνεργατικών Εταιρειών» ή «ΥΕΑΣΕ» σημαίνει την Επιτροπή ΥΕΑΣΕ, όσον αφορά αρμοδιότητες έκδοσης οδηγιών δυνάμει του παρόντος Νόμου και τον Έφορο ΥΕΑΣΕ, όσον αφορά οποιαδήποτε άλλη αρμοδιότητα δυνάμει του παρόντος Νόμου·

«υποκατάστημα» σημαίνει τον τόπο επιχειρηματικής δραστηριότητας πλην της έδρας, ο οποίος αποτελεί τμήμα ΕΠΕΥ, στερείται νομικής προσωπικότητας και παρέχει επενδυτικές υπηρεσίες ή/και ασκεί επενδυτικές δραστηριότητες, ενδεχομένως δε και παρεπόμενες υπηρεσίες για τις οποίες η ΕΠΕΥ έχει λάβει άδεια λειτουργίας· όλοι οι τόποι επιχειρηματικής δραστηριότητας που συγκροτούνται στο ίδιο κράτος μέλος από ΕΠΕΥ με έδρα σε άλλο κράτος μέλος θεωρούνται ως ένα και μόνο υποκατάστημα·

«Υπουργός» σημαίνει τον Υπουργό Οικονομικών·

«χαρτοφυλάκιο συναλλαγών» σημαίνει χαρτοφυλάκιο συναλλαγών όπως ορίζεται στο Άρθρο 4, παράγραφος 1, σημείο 86), του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013·

«Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου» ή «ΧΑΚ» σημαίνει το Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου που έχει συσταθεί δια του άρθρου 3 του περί Αξιών και Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου Νόμο·

«χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών» σημαίνει χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών όπως ορίζεται στο Άρθρο 4, παράγραφος 1, σημείο 20), του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013∙

«χρηματοοικονομικά μέσα» σημαίνει οποιαδήποτε από τα μέσα τα οποία καθορίζονται στο Μέρος ΙΙΙ του Τρίτου Παραρτήματος∙

«χρηματοπιστωτικός όμιλος ετερογενών δραστηριοτήτων» σημαίνει τον όμιλο που πληροί τις ακόλουθες προϋποθέσεις, τηρουμένων των κατώτατων ορίων που καθορίζονται με οδηγίες της Επιτροπής:

(α) Επικεφαλής του ομίλου είναι ρυθμιζόμενη οντότητα που έχει λάβει άδεια λειτουργίας στη Δημοκρατία ή σε άλλο κράτος μέλος ή τουλάχιστον μια από τις θυγατρικές του ομίλου αποτελεί ρυθμιζόμενη οντότητα που έχει λάβει άδεια λειτουργίας στη Δημοκρατία ή σε άλλο κράτος μέλος,

(β) στην περίπτωση που επικεφαλής του ομίλου είναι ρυθμιζόμενη οντότητα που έχει λάβει άδεια λειτουργίας στη Δημοκρατία ή σε άλλο κράτος μέλος, ή πρόκειται για μητρική επιχείρηση επιχείρησης του χρηματοπιστωτικού τομέα, ή για επιχείρηση που κατέχει συμμετοχή σε επιχείρηση του χρηματοπιστωτικού τομέα, ή για επιχείρηση που, χωρίς να συνδέεται με επιχείρηση του χρηματοπιστωτικού τομέα με σχέση κατά την έννοια του άρθρου 148 του περί Εταιρειών Νόμου, έχει τεθεί με την επιχείρηση αυτή υπό ενιαία διεύθυνση κατόπιν μεταξύ τους σύμβασης ή σύμφωνα με όρους των καταστατικών τους ή τα διοικητικά, διαχειριστικά ή εποπτικά τους όργανα αποτελούνται κατά πλειοψηφία από τα ίδια πρόσωπα κατά τη διάρκεια του οικονομικού έτους και μέχρι την κατάρτιση των ενοποιημένων λογαριασμών,

(γ) στην περίπτωση που δεν είναι επικεφαλής του ομίλου ρυθμιζόμενη οντότητα που έχει λάβει άδεια λειτουργίας στη Δημοκρατία ή σε κράτος μέλος, οι δραστηριότητες του ομίλου ασκούνται κυρίως στο χρηματοπιστωτικό τομέα κατά τα οριζόμενα με οδηγίες της Επιτροπής,

(δ) μία τουλάχιστον από τις επιχειρήσεις του ομίλου υπάγεται στον ασφαλιστικό τομέα και μία τουλάχιστον στον τραπεζικό τομέα ή στον τομέα παροχής επενδυτικών υπηρεσιών,

(ε) τόσο οι ενοποιημένες ή/και οι αθροιστικές δραστηριότητες των επιχειρήσεων του ομίλου στον ασφαλιστικό τομέα όσο και οι ενοποιημένες ή/και οι αθροιστικές δραστηριότητες των οντοτήτων του ομίλου στον τραπεζικό τομέα και στον τομέα παροχής επενδυτικών υπηρεσιών είναι ουσιώδεις κατά την έννοια οδηγίας της Επιτροπής αναφορικά με τους χρηματοπιστωτικούς ομίλους ετερογενών δραστηριοτήτων· οποιοσδήποτε υποόμιλος ομίλου πληροί τα κριτήρια του παρόντος ορισμού θεωρείται χρηματοπιστωτικός όμιλος ετερογενών δραστηριοτήτων·

«χρηματοπιστωτικός τομέας» σημαίνει τομέα που αποτελείται από μία ή περισσότερες από τις ακόλουθες επιχειρήσεις:

(α) Τράπεζα, ή συνεργατικό πιστωτικό ίδρυμα, ή εταιρεία που διεξάγει εργασίες που είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένες με τραπεζικές εργασίες κατά τα προβλεπόμενα στο εδάφιο (3) του άρθρου 13 του περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμου, ή επιχείρηση της οποίας η κύρια δραστηριότητα συνίσταται στην κατοχή ή διαχείριση ακινήτων, ή σε κάθε άλλη δραστηριότητα βοηθητικού χαρακτήρα σε σχέση με την κύρια δραστηριότητα μίας ή περισσοτέρων τραπεζών·

(β) ασφαλιστική επιχείρηση·

(γ) αντασφαλιστική επιχείρηση ή ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου, όπως αυτές οι επιχειρήσεις ορίζονται από το άρθρο 2 του περί της Ασκήσεως Ασφαλιστικών Εργασιών και Άλλων Συναφών Θεμάτων Νόμου·

(δ) ΕΠΕΥ·

(ε) μικτή χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών.

(2) Ποσά τα οποία στο παρόντα Νόμο αναφέρονται σε ευρώ λογίζονται μέχρι και την 31η Δεκεμβρίου 2007 ως αναφορές σε λίρες, στην εκάστοτε ισχύουσα ισοτιμία.

(3) Στον παρόντα Νόμο και στις κανονιστικού περιεχομένου πράξεις που εκδίδονται δυνάμει αυτού, οποιαδήποτε αναφορά σε νομοθετική πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως Οδηγία, Κανονισμός ή Απόφαση, σημαίνει την εν λόγω πράξη όπως εκάστοτε διορθώνεται, τροποποιείται ή αντικαθίσταται.

(4) Όροι που χρησιμοποιούνται στον παρόντα Νόμο και δεν ερμηνεύονται διαφορετικά έχουν την έννοια που τους αποδίδεται στον εν λόγω Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013.

(5) Όπου στον παρόντα Νόμο γίνεται αναφορά σε υποχρέωση συμμόρφωσης με τον παρόντα Νόμο, τις δυνάμει αυτού εκδιδόμενες οδηγίες ή/και τον Κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1287/2006 θεωρείται ότι στην εν λόγω υποχρέωση περιλαμβάνεται και η υποχρέωση συμμόρφωσης με τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 648/2012 καθώς και όλες τις πράξεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης που εκδίδονται δυνάμει οποιουδήποτε εκ των προαναφερομένων Κανονισμών.

Πεδίο εφαρμογής του παρόντος Νόμου

3. [Διαγράφηκε]
ΜΕΡΟΣ ΙΙ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ, ΑΣΚΗΣΗΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΩΝ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΩΝ ΚΑΙ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ ΡΥΘΜΙΖΟΜΕΝΗΣ ΑΓΟΡΑΣ
Παροχή επενδυτικών υπηρεσιών, άσκηση επενδυτικών δραστηριοτήτων και λειτουργία ρυθμιζόμενης αγοράς

4. [Διαγράφηκε]
Όνομα εταιρείας άλλης από ΚΕΠΕΥ

5. [Διαγράφηκε]
Μέρος ΙΙΙ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΧΟΡΗΓΗΣΗΣ ΑΔΕΙΑΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ ΚΕΠΕΥ
Κεφάλαιο Α - Γενικές διατάξεις
Άδεια λειτουργίας ΚΕΠΕΥ

6. [Διαγράφηκε]
Δημόσιο μητρώο ΚΕΠΕΥ

7. [Διαγράφηκε]
Δημοσιοποίηση στοιχείων άδειας λειτουργίας ΚΕΠΕΥ

8. Η ΚΕΠΕΥ οφείλει να αναγράφει στα έντυπά της, καθώς και σε κάθε δημοσίευση ή ανακοίνωση, τον αριθμό της άδειας λειτουργίας της, καθώς και ότι εποπτεύεται από την Επιτροπή. Επιπλέον, η ΚΕΠΕΥ οφείλει να διαθέτει διαδικτυακό τόπο (website), τη διεύθυνση του οποίου γνωστοποιεί στην Επιτροπή, και καταχωρεί σε αυτόν τον αριθμό και το περιεχόμενο της άδειας λειτουργίας της, ότι εποπτεύεται από την Επιτροπή, τον τρόπο συμμόρφωσης με τις απαιτήσεις των άρθρων 12 και 18Α καθώς και οποιαδήποτε άλλα στοιχεία ήθελε καθορίσει με οδηγίες της η Επιτροπή.

Διαβουλεύσεις μεταξύ αρμόδιων αρχών πριν τη χορήγηση άδειας λειτουργίας ΚΕΠΕΥ

9. [Διαγράφηκε]
Κεφάλαιο Β - Προϋποθέσεις και διαδικασίες για τη χορήγηση άδειας λειτουργίας ΚΕΠΕΥ
Αρχικό Κεφάλαιο ΚΕΠΕΥ

10.-(1) ΚΕΠΕΥ, πέραν αυτής που προβλέπεται στο εδάφιο (2), οφείλει να έχει αρχικό κεφάλαιο ύψους επτακοσίων τριάντα χιλιάδων ευρώ (€730.000).

(2) Με την επιφύλαξη του εδαφίου (4), ΚΕΠΕΥ, η οποία δεν προβαίνει σε αγοραπωλησίες χρηματοοικονομικών μέσων για ίδιο λογαριασμό ούτε αναλαμβάνει την αναδοχή έκδοσης χρηματοοικονομικών μέσων με δέσμευση ανάληψης, αλλά κατέχει κεφάλαια ή τίτλους πελατών, και προσφέρει μία ή περισσότερες από τις ακόλουθες υπηρεσίες, οφείλει να έχει αρχικό κεφάλαιο ύψους εκατόν εικοσιπέντε χιλιάδων ευρώ (€125.000):

(α) λήψη και διαβίβαση εντολών, επενδυτών αναφορικά με χρηματοοικονομικά μέσα∙

(β) εκτέλεση εντολών επενδυτών αναφορικά με χρηματοοικονομικά μέσα∙

(γ) διαχείριση ατομικών χαρτοφυλακίων επενδυτών σε χρηματοοικονομικά μέσα.

(3) ΚΕΠΕΥ, η οποία εκτελεί εντολές για λογαριασμό επενδυτών με αντικείμενο χρηματοοικονομικά μέσα, επιτρέπεται να κατέχει τέτοια μέσα για ίδιο λογαριασμό, εφόσον πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

(α) Οι εν λόγω θέσεις προέκυψαν αποκλειστικά ως αποτέλεσμα της αδυναμίας της ΚΕΠΕΥ να καλύψει επακριβώς τις εντολές των επενδυτών∙

(β) η συνολική αγοραία αξία όλων των θέσεων δεν υπερβαίνει το δεκαπέντε τοις εκατόν (15%) του αρχικού κεφαλαίου της ΚΕΠΕΥ∙

(γ) η ΚΕΠΕΥ πληροί τις απαιτήσεις που καθορίζονται στα Άρθρα 92 έως 95 και στο Τέταρτο Μέρος του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013∙

(δ) οι θέσεις αυτές προέκυψαν παρεμπιπτόντως, είναι προσωρινές και αυστηρά περιορισμένες στο χρόνο που απαιτείται για τη διεκπεραίωση της εν λόγω συναλλαγής.

(4) ΚΕΠΕΥ, η οποία προβλέπεται στο εδάφιο (2) επιτρέπεται να έχει αρχικό κεφάλαιο ύψους πενήντα χιλιάδων ευρώ (€50.000) όταν η επιχείρηση δεν έχει άδεια να κατέχει κεφάλαιο ή τίτλους πελατών, ούτε και να προβαίνει σε αγοραπωλησίες για ίδιο λογαριασμό ούτε να αναλαμβάνει την αναδοχή έκδοσης χρηματοοικονομικών μέσων ή με δέσμευση ανάληψης.

(5) Η κατοχή θέσεων εκτός χαρτοφυλακίου συναλλαγών σε χρηματοοικονομικά μέσα για την επένδυση ιδίων κεφαλαίων δε θεωρείται αγοραπωλησία για ίδιο λογαριασμό για τους σκοπούς των εδαφίων (2) και (4).

(6) Για ΚΕΠΕΥ, η οποία εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του Άρθρου 4, παράγραφος 1, σημείο 2, στοιχείο γ) του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013,  η κάλυψη λαμβάνει μια από τις ακόλουθες μορφές:

(α) αρχικό κεφάλαιο ύψους πενήντα χιλιάδων ευρώ (€50.000)∙

(β) ασφάλιση επαγγελματικής ευθύνης καλύπτουσα ολόκληρο το έδαφος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή ισοδύναμη εγγύηση κατά της ευθύνης από επαγγελματική αμέλεια, για ποσό ύψους  τουλάχιστον ενός εκατομμυρίου ευρώ (€1.000.000) ανά απαίτηση και συνολικά ενός εκατομμυρίου πεντακοσίων χιλιάδων ευρώ (€1.500.000) κατ’ έτος για όλες τις απαιτήσεις∙

(γ) συνδυασμό αρχικού κεφαλαίου και ασφάλισης επαγγελματικής ευθύνης με τρόπο που να οδηγεί σε επίπεδο κάλυψης ισοδύναμο με τα αναφερόμενα στις παραγράφους  (α) ή (β).

(7) ΚΕΠΕΥ, η οποία προβλέπεται στο εδάφιο (6) και η οποία είναι επίσης εγγεγραμμένη δυνάμει των διατάξεων του περί της Ασκήσεως Ασφαλιστικών Εργασιών και Άλλων Συναφών Θεμάτων Νόμου, οφείλει να συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις του εδαφίου (1) του άρθρου 171 του εν λόγω νόμου και να διαθέτει κάλυψη η οποία λαμβάνει μία από τις ακόλουθες μορφές:

(α) αρχικό κεφάλαιο ύψους εικοσιπέντε χιλιάδων ευρώ (€25.000)∙

(β) ασφάλιση επαγγελματικής ευθύνης καλύπτουσα ολόκληρο το έδαφος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή ισοδύναμη εγγύηση κατά της ευθύνης από επαγγελματική αμέλεια, για ποσό ύψους τουλάχιστον πεντακόσιων χιλιάδων ευρώ (€500.000) ανά απαίτηση και συνολικά επτακοσίων πενήντα χιλιάδων ευρώ (€750.000) κατ’ έτος για όλες τις απαιτήσεις∙

(γ) συνδυασμό αρχικού κεφαλαίου και ασφάλισης επαγγελματικής ευθύνης με τρόπο που να οδηγεί σε επίπεδο κάλυψης ισοδύναμο με τα αναφερόμενα στις παραγράφους (α) ή (β).

Ιδρυτικό έγγραφο ΚΕΠΕΥ

11. [Διαγράφηκε]
Πρόσωπα που πραγματικά διευθύνουν την ΚΕΠΕΥ

12. [Διαγράφηκε]
Μέτοχοι ΚΕΠΕΥ

13. [Διαγράφηκε]
Στενοί δεσμοί

14. [Διαγράφηκε]
Πρόσωπα που απασχολούνται στην ΚΕΠΕΥ

15. [Διαγράφηκε]
Κεντρικά γραφεία ΚΕΠΕΥ

16. [Διαγράφηκε]
Μέλος ΤΑΕ Πελατών ΕΠΕΥ

17. Η ΚΕΠΕΥ οφείλει να είναι μέλος του Ταμείου Αποζημίωσης Πελατών ΕΠΕΥ (ΤΑΕ Πελατών ΕΠΕΥ) και να συμμορφώνεται με τις υποχρεώσεις της κατά τα προβλεπόμενα στο Μέρος VII.

Οργανωτικές απαιτήσεις

18.-(1) Η ΚΕΠΕΥ οφείλει να συμμορφώνεται με τις οργανωτικές απαιτήσεις του εδαφίου (2).

(2) Η ΚΕΠΕΥ οφείλει-

(α) Να εφαρμόζει κατάλληλες πολιτικές και διαδικασίες για να εξασφαλίζεται επαρκώς η συμμόρφωσή της, συμπεριλαμβανομένων των διευθυντικών της στελεχών, υπαλλήλων, συνδεδεμένων αντιπροσώπων και άλλων αρμόδιων προσώπων, με τις υποχρεώσεις της δυνάμει του παρόντος Νόμου και των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων οδηγιών, καθώς και κατάλληλους κανόνες για τις προσωπικές συναλλαγές των προσώπων αυτών·

(β) να καταρτίζει και να εφαρμόζει αποτελεσματικές οργανωτικές και διοικητικές ρυθμίσεις ώστε να λαμβάνει όλα τα απαραίτητα μέτρα προκειμένου να μην επηρεάζονται αρνητικά τα συμφέροντα των πελατών λόγω σύγκρουσης συμφερόντων κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 29·

(γ) να λαμβάνει όλα τα απαραίτητα μέτρα για να εξασφαλίζεται η συνεχής και τακτική εκτέλεση των επενδυτικών και παρεπόμενων υπηρεσιών και δραστηριοτήτων, χρησιμοποιώντας κατάλληλα και ανάλογα συστήματα, μέσα και διαδικασίες·

(δ) να μεριμνά ώστε, όταν αναθέτει σε τρίτους την εκτέλεση επενδυτικών υπηρεσιών ή δραστηριοτήτων ή επιχειρησιακών λειτουργιών, ουσιώδους σημασίας για την παροχή συνεχούς και ικανοποιητικής υπηρεσίας στους πελάτες και για την εκτέλεση των επενδυτικών δραστηριοτήτων σε συνεχή και ικανοποιητική βάση, να λαμβάνονται εύλογα μέτρα για να αποφεύγεται κάθε αδικαιολόγητη επιδείνωση του λειτουργικού κινδύνου· η εξωτερική ανάθεση των πιο πάνω πρέπει να γίνεται με τρόπο που να μην παραβλάπτει καθόλου την ποιότητα του εσωτερικού ελέγχου της ΚΕΠΕΥ ούτε την ικανότητα της Επιτροπής να εποπτεύει τη συμμόρφωση της ΚΕΠΕΥ με όλες τις υποχρεώσεις της·

(ε) να έχει άρτιο πλαίσιο διακυβέρνησης το οποίο περιλαμβάνει σαφή οργανωτική διάρθρωση με ευκρινείς, διαφανείς και συνεπείς γραμμές ευθύνης·

(στ) να έχει υγιείς διοικητικές και λογιστικές διαδικασίες, επαρκείς μηχανισμούς εσωτερικού ελέγχου, αποτελεσματικές διαδικασίες εντοπισμού, διαχείρισης, παρακολούθησης και αναφοράς των κινδύνων τους οποίους αναλαμβάνει ή ενδέχεται να αναλάβει η ΚΕΠΕΥ, επαρκείς μηχανισμούς ελέγχου και υγιείς πολιτικές και πρακτικές αποδοχών που να συνάδουν με τις αρχές της ορθής και αποτελεσματικής διαχείρισης κινδύνων, καθώς και αποτελεσματικούς μηχανισμούς ασφάλειας των συστημάτων ηλεκτρονικής επεξεργασίας δεδομένων·

(ζ) να μεριμνά ώστε να καταγράφονται όλες οι υπηρεσίες που παρέχει και οι συναλλαγές που εκτελεί, κατά τρόπο που να επιτρέπει στην Επιτροπή να ελέγχει τη συμμόρφωση της ΚΕΠΕΥ με τις απαιτήσεις του παρόντος Νόμου, των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων οδηγιών και του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1287/2006, και ιδίως τη συμμόρφωση της ΚΕΠΕΥ με όλες τις υποχρεώσεις της έναντι των πελατών ή των πιθανών πελατών της·

(η) να εφαρμόζει κατάλληλες διαδικασίες προσδιορισμού ταυτότητας πελατών, τήρησης αρχείων και εσωτερικής αναφοράς που προβλέπονται στον περί Συγκάλυψης Έρευνας και Δήμευσης Εσόδων από Ορισμένες Εγκληματικές Πράξεις Νόμο και σε οδηγίες που εκδίδονται δυνάμει του εν λόγω νόμου ή/και του άρθρου 20 του παρόντος Νόμου·

(θ) εάν κατέχει χρηματοοικονομικά μέσα που ανήκουν σε πελάτες, να λαμβάνει κάθε δυνατό μέτρο για να προστατεύει τα δικαιώματα κυριότητας των πελατών, ιδίως σε περίπτωση αφερεγγυότητας της ΚΕΠΕΥ, και για να αποτρέπει τη χρησιμοποίηση χρηματοοικονομικών μέσων πελατών για ίδιο λογαριασμό, εκτός εάν ο πελάτης έχει δώσει τη ρητή συγκατάθεσή του·

(ι) εάν κατέχει κεφάλαια πελατών, να λαμβάνει κάθε δυνατό μέτρο για να προστατεύει τα συμφέροντα των πελατών της και, εκτός από την περίπτωση των πιστωτικών ιδρυμάτων, να αποτρέπει τη χρησιμοποίηση των κεφαλαίων των πελατών της για ίδιο λογαριασμό.

(3) Οι διαδικασίες, οι ρυθμίσεις και οι μηχανισμοί του εδαφίου (2) πρέπει να είναι πλήρεις και αναλογικοί προς τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων της ΚΕΠΕΥ και ιδίως προς τη φύση και το φάσμα των επενδυτικών υπηρεσιών και δραστηριοτήτων που αναλαμβάνει στο πλαίσιο αυτών των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων.

[Σ.Σ.: βλ. Υποσημείωση αρ. 104 του Ν. 87(Ι0/2017].

Ρυθμίσεις διακυβέρνησης

18Α. [Διαγράφηκε]
  • Ιστορικό Τροποποιήσεων
  • 87(I)/2017
Διαδικασία διαπραγμάτευσης και οριστικοποίη-ση των συναλ-λαγών σε ΠΜΔ

19. [Διαγράφηκε]
Έκδοση οδηγιών

20. [Διαγράφηκε]
Κεφάλαιο Γ - Αίτηση για χορήγηση ή επέκταση άδειας λειτουργίας ΚΕΠΕΥ
Υποβολή αίτησης για χορήγηση άδειας λειτουργίας ΚΕΠΕΥ

21. [Διαγράφηκε]
Προθεσμία λήψης απόφασης

22. [Διαγράφηκε]
Αίτηση για επέκταση άδειας λειτουργίας ΚΕΠΕΥ

23. [Διαγράφηκε]
ΜΕΡΟΣ IV ΤΕΡΜΑΤΙΣΜΟΣ, ΑΝΑΚΛΗΣΗ ΚΑΙ ΑΝΑΣΤΟΛΗ ΑΔΕΙΑΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ ΚΕΠΕΥ
Τερματισμός άδειας λειτουργίας ΚΕΠΕΥ

24. [Διαγράφηκε]
Ανάκληση άδειας λειτουργίας ΚΕΠΕΥ

25. [Διαγράφηκε]
Αναστολή άδειας λειτουργίας ΚΕΠΕΥ

26. [Διαγράφηκε]
Υπό εκκαθάριση ΚΕΠΕΥ

27. [Διαγράφηκε]
ΜΕΡΟΣ V ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ ΚΕΠΕΥ
Κεφάλαιο Α - Συνεχείς υποχρεώσεις ΚΕΠΕΥ
Συνεχείς υποχρεώσεις ΚΕΠΕΥ

28. [Διαγράφηκε]
Συγκρούσεις συμφερόντων

29. [Διαγράφηκε]
Διοικητικές κυρώσεις

30. [Διαγράφηκε]
Κεφάλαιο Β - Τροποποίηση και μεταβολή στοιχείων της ΚΕΠΕΥ
Μείωση μετοχικού κεφαλαίου ΚΕΠΕΥ

31. [Διαγράφηκε]
Μεταβολές προσώπων που πραγματικά διευθύνουν την ΚΕΠΕΥ

32. [Διαγράφηκε]
Απόκτηση, πώληση, αύξηση ή μείωση συμμετοχής σε ΚΕΠΕΥ

33. [Διαγράφηκε]
Περίοδος αξιολόγησης

33A. [Διαγράφηκε]
  • Ιστορικό Τροποποιήσεων
  • 87(I)/2017
Διαδικασία αξιολόγησης

33Β. [Διαγράφηκε]
  • Ιστορικό Τροποποιήσεων
  • 87(I)/2017
Μεταβολές πληροφοριών και στοιχείων ΚΕΠΕΥ

34. [Διαγράφηκε]
Διοικητικές κυρώσεις

35. [Διαγράφηκε]
Κεφάλαιο Γ - Διατάξεις για την προστασία των επενδυτών
Υποχρεώσεις επαγγελματικής δεοντολογίας κατά την παροχή υπηρεσιών σε πελάτες

36. [Διαγράφηκε]
Παροχή υπηρεσιών μέσω άλλης ΕΠΕΥ ή πιστωτικού ιδρύματος που έχει λάβει άδεια λειτουργίας στη Δημοκρατία ή σε άλλο κράτος μέλος

37. [Διαγράφηκε]
Υποχρέωση εκτέλεσης των εντολών με τους πλέον ευνοϊκούς για τον πελάτη όρους

38. [Διαγράφηκε]
Κανόνες εκτέλεσης εντολών πελατών

39. [Διαγράφηκε]
Υποχρεώσεις ΚΕΠΕΥ όταν ορίζει συνδεδεμένους αντιπροσώπους

40. [Διαγράφηκε]
Συναλλαγές με επιλέξιμους αντισυμβαλλο-μένους

41. [Διαγράφηκε]
Διοικητικές κυρώσεις

42. [Διαγράφηκε]
Κεφάλαιο Δ - Διαφάνεια και ακεραιότητα της αγοράς
Υποχρέωση για καταχώρηση συναλλαγών

43. [Διαγράφηκε]
Τήρηση αρχείων

44. [Διαγράφηκε]
Υποχρέωση για αναφορά συναλλαγών

45. [Διαγράφηκε]
Έλεγχος της συμμόρφωσης με τους κανόνες του ΠΜΔ και με άλλες εκ του νόμου υποχρεώσεις

46. [Διαγράφηκε]
Υποχρέωση ΚΕΠΕΥ να ανακοινώνει δημόσια δεσμευτικά ζευγών εντολών

47. [Διαγράφηκε]
Πληροφορίες που πρέπει να ανακοινώνει η ΚΕΠΕΥ μετά τη διαπραγμάτευση

48. [Διαγράφηκε]
Προδιαπραγμα-τευτικές απαιτήσεις διαφάνειας για τους ΠΜΔ

49. [Διαγράφηκε]
Μεταδιαπραγμα-τευτικές απαιτήσεις διαφάνειας για τους ΠΜΔ

50. [Διαγράφηκε]
Διοικητικές κυρώσεις

51. [Διαγράφηκε]
ΜΕΡΟΣ VI ΠΙΣΤΟΠΟΙΗΣΗ ΠΡΟΣΩΠΩΝ ΠΟΥ ΑΠΑΣΧΟΛΟΥΝΤΑΙ ΣΤΗΝ ΚΕΠΕΥ
Πιστοποίηση προσώπων που απασχολούνται στην ΚΕΠΕΥ

52. [Διαγράφηκε]
Δημόσιο μητρώο

53. [Διαγράφηκε]
Καταβολή τελών

54. [Διαγράφηκε]
Υφιστάμενες εγγραφές στο δημόσιο μητρώο

55. [Διαγράφηκε]
Έκδοση Οδηγιών

56. [Διαγράφηκε]
Διοικητικές Κυρώσεις

57. [Διαγράφηκε]
ΜΕΡΟΣ VII ΑΜΕΙΑ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗΣ ΕΠΕΝΔΥΤΩΝ
Έναρξη παροχής υπηρεσιών

58. [Διαγράφηκε]
Λειτουργία Ταμείων Αποζημίωσης Επενδυτών

59. [Διαγράφηκε]
Διοίκηση ΤΑΕ

60. [Διαγράφηκε]
Διαχειριστική Επιτροπή ΤΑΕ Πελατών ΕΠΕΥ

61. [Διαγράφηκε]
Διαχειριστική Επιτροπή ΤΑΕ Πελατών Τραπεζών

62. [Διαγράφηκε]
Διαχειριστική Επιτροπή ΤΑΕ Πελατών ΣΠΙ

63. [Διαγράφηκε]
Έκδοση Οδηγιών

64. [Διαγράφηκε]
Ενημέρωση επενδυτών για την κάλυψή τους από σύστημα αποζημίωσης επενδυτών

65. [Διαγράφηκε]
Διοικητικές κυρώσεις

66. [Διαγράφηκε]
ΜΕΡΟΣ VIII ΚΕΦΑΛΑΙΑΚΗ ΕΠΑΡΚΕΙΑ ΚΕΠΕΥ
Ίδια κεφάλαια ΚΕΠΕΥ

67. [Διαγράφηκε]
Διαδικασία αξιολόγησης ΚΕΠΕΥ

68. Η ΚΕΠΕΥ οφείλει να διαθέτει αξιόπιστες, αποτελεσματικές και πλήρεις στρατηγικές και διαδικασίες για την αξιολόγηση και τη διατήρηση σε διαρκή βάση του ύψους, της σύνθεσης και της κατανομής των εσωτερικών της κεφαλαίων που θεωρεί κατάλληλα για την κάλυψη της φύσης και του επιπέδου των κινδύνων τους οποίους ενδέχεται να αναλάβει. Οι εν λόγω στρατηγικές και διαδικασίες υπόκεινται σε τακτική εσωτερική επανεξέταση ώστε να εξασφαλιστεί ότι παραμένουν πλήρεις και αναλογικές προς τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων της ΚΕΠΕΥ.

Χρηματοδοτικά ανοίγματα ΚΕΠΕΥ

69. [Διαγράφηκε]
Εποπτεία Επιτροπής

70.-(1) Η Επιτροπή εξετάζει τις ρυθμίσεις, τις στρατηγικές, τις διαδικασίες και τους μηχανισμούς που εφαρμόζει η ΚΕΠΕΥ προκειμένου να συμμορφωθεί με τις διατάξεις του παρόντος Μέρους και του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και αξιολογεί-

(α) τους κινδύνους τους οποίους η ΚΕΠΕΥ έχει αναλάβει ή ενδέχεται να αναλάβει,

(β) τους κινδύνους στους οποίους εκτίθεται το χρηματοοικονομικό σύστημα εξ αιτίας της ΚΕΠΕΥ, λαμβάνοντας υπόψη τον προσδιορισμό και τη μέτρηση του συστημικού κινδύνου δυνάμει του Άρθρου 23 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, ή, αναλόγως, των συστάσεων του ΕΣΣΚ, και

(γ) κινδύνους που εντοπίζονται κατά την προσομοίωση ακραίων καταστάσεων, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων ενός ιδρύματος.

Το εύρος της προαναφερόμενης εξέτασης και της αξιολόγησης καλύπτει όλες τις απαιτήσεις του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και συναφούς οδηγίας που εκδίδεται δυνάμει του άρθρου 73 του παρόντος Νόμου.

(2) Βάσει της εξέτασης και της αξιολόγησης που προβλέπονται στο εδάφιο (1), η Επιτροπή προσδιορίζει κατά πόσο οι ρυθμίσεις, οι στρατηγικές, οι διαδικασίες και οι μηχανισμοί που εφαρμόζει η ΚΕΠΕΥ, καθώς και τα ίδια κεφάλαια της, εξασφαλίζουν την υγιή διαχείριση και την κάλυψη των κινδύνων της.

(3) Η Επιτροπή καθορίζει τη συχνότητα και την ένταση της εξέτασης και της αξιολόγησης του εδαφίου (1) λαμβάνοντας υπόψη το μέγεθος, τη συστημική σπουδαιότητα, τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων της ΚΕΠΕΥ λαμβάνοντας υπόψη της κατά τον καθορισμό αυτόν την αρχή της αναλογικότητας. Η εξέταση και αξιολόγηση επικαιροποιούνται τουλάχιστον σε ετήσια βάση.

(4) Η Επιτροπή απαιτεί από ΚΕΠΕΥ να λάβει απαραίτητα μέτρα, σε πρώϊμο στάδιο, για αντιμετώπιση προβλημάτων στις ακόλουθες περιπτώσεις:

(α) όταν η ΚΕΠΕΥ δεν πληροί τις απαιτήσεις είτε του παρόντος Μέρους είτε των άρθρων 10, 12, 18(2)(στ) ή 18Α του παρόντος Νόμου είτε του Κανονισμού (ΕΕ) αρ. 575/2013∙

(β) όταν η Επιτροπή έχει στοιχεία ότι η ΚΕΠΕΥ ενδέχεται να μην πληροί τις απαιτήσεις είτε του παρόντος Μέρους είτε των άρθρων 10, 12, 18(2)(στ) ή 18Α του παρόντος Νόμου είτε του Κανονισμού (ΕΕ) αρ. 575/2013, εντός των επόμενων δώδεκα (12) μηνών.

Μεμονωμένη και ενοποιημένη βάση

71.-(1) Η ΚΕΠΕΥ οφείλει να συμμορφώνεται με τις υποχρεώσεις του παρόντος Μέρους σε μεμονωμένη βάση.

(2) Επιπρόσθετα των απαιτήσεων του εδαφίου (1), η ΚΕΠΕΥ, που εμπίπτει στις προϋποθέσεις ενοποιημένης εποπτείας όπως αυτές καθορίζονται με οδηγίες της Επιτροπής, οφείλει να συμμορφώνεται με τις υποχρεώσεις του παρόντος Μέρους και σε ενοποιημένη βάση.

(3) Η ΚΕΠΕΥ η οποία οφείλει να συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις των παραγράφων (ε) και (στ) του εδαφίου (2) και με τις απαιτήσεις του άρθρου 68, συμμορφώνεται με αυτές τις απαιτήσεις με την επιφύλαξη οδηγίας της Επιτροπής εκδιδόμενης δυνάμει του άρθρου 73.

Δημοσιοποίηση και υποβολή πληροφοριών σχετικών με την κεφαλαιακή επάρκεια της ΚΕΠΕΥ

72. [Διαγράφηκε]
Χρηματοδοτικές εταιρείες συμμετοχών και μικτές χρηματοδοτικές εταιρείες συμμετοχών

72Α.-(1) Οι χρηματοδοτικές εταιρείες συμμετοχών και οι μικτές χρηματοδοτικές εταιρείες συμμετοχών, που εμπίπτουν στην εποπτεία της Επιτροπής, οφείλουν να συμμορφώνονται με το παρόν Μέρος, με τα άρθρα 10, 12, 18(2)(στ) και 18 (όπου εφαρμόζονται), και με τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013.

(2) Οι χρηματοδοτικές εταιρείες συμμετοχών και οι μικτές χρηματοδοτικές εταιρείες συμμετοχών οφείλουν να παρέχουν στην Επιτροπή κάθε αιτούμενη πληροφορία για σκοπούς ελέγχου της συμμόρφωσής τους με τις νομικές διατάξεις που αναφέρονται στο εδάφιο (1).

Έκδοση οδηγιών

73. Η Επιτροπή δύναται με οδηγίες της να καθορίζει, εξειδικεύει ή διευκρινίζει:

(α) Τις αρχές και τις μεθόδους υπολογισμού των ιδίων κεφαλαίων, καθώς και το ελάχιστο ύψος αυτών, κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 67·

(β) τις μεθόδους ή και τις εναλλακτικές επιλογές υπολογισμού των κεφαλαιακών απαιτήσεων, κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 67·

(γ) τις στρατηγικές και διαδικασίες κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 68·

(δ) την ερμηνεία του όρου «μεγάλα χρηματοδοτικά ανοίγματα», τους περιορισμούς και τα όρια τους, καθώς και τις περιπτώσεις ανοιγμάτων που δεν εμπίπτουν ή εξαιρούνται από τον ορισμό των χρηματοδοτικών ανοιγμάτων, κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 69·

(ε) τα τεχνικά κριτήρια εξέτασης και αξιολόγησης από την Επιτροπή των όσων προβλέπονται στο άρθρο 70·

(στ) τις προϋποθέσεις ενοποιημένης εποπτείας, κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 71, τις εξουσίες και αρμοδιότητες της Επιτροπής στις περιπτώσεις όπου καθορίζεται ως η αρχή για την άσκηση ενοποιημένης εποπτείας, καθώς και όλα τα αναφερόμενα στις προηγούμενες παραγράφους εξετάζοντάς τα σε ενοποιημένη βάση∙

(ζ) τις πληροφορίες που υποβάλλονται από τις ΚΕΠΕΥ στην Επιτροπή, καθώς και τον τρόπο και τη συχνότητα υποβολής τους κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 72·

(η) τις πληροφορίες που δημοσιοποιούνται από τις ΚΕΠΕΥ, καθώς και τον τρόπο και τη συχνότητα δημοσιοποίησής τους κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 72, καθώς τις πληροφορίες που δημοσιοποιούνται από την Επιτροπή καθώς και τον τρόπο και τη συχνότητα δημοσιοποίησής τους·

(η1) τις προϋποθέσεις εποπτείας και τις υποχρεώσεις των χρηματοδοτικών εταιρειών συμμετοχών και των μικτών χρηματοδοτικών εταιρειών συμμετοχών, καθώς και τις εξουσίες και αρμοδιότητες της Επιτροπής κατά την άσκηση εποπτείας τους, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 72Α∙

(η2) τα εποπτικά μέτρα που η Επιτροπή δύναται να λάβει ή επιβάλει κατά την εφαρμογή του άρθρου 70(4)∙

(θ) κάθε άλλο σχετικό με τα πιο πάνω θέμα.

Διοικητικό πρόστιμο και άλλες διοικητικές κυρώσεις

74.-(1)  Σε περίπτωση που ΚΕΠΕΥ παραβαίνει τις διατάξεις του παρόντος Μέρους καθώς και των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων οδηγιών, η Επιτροπή δύναται, σταθμίζοντας κατά την απόλυτη της κρίση, τη βαρύτητα της παράβασης, να επιβάλει διοικητικό πρόστιμο ή άλλες διοικητικές κυρώσεις περιλαμβανομένων των ακόλουθων:

(α) ανάκληση ή αναστολή άδειας λειτουργίας της ΚΕΠΕΥ κατά τα προβλεπόμενα στα άρθρα 25 και 26, αντίστοιχα∙

(β) δημόσια ανακοίνωση η οποία αναφέρει την ΚΕΠΕΥ, το υπεύθυνο φυσικό πρόσωπο και τη φύση της παράβασης∙

(γ) διαταγή προς την ΚΕΠΕΥ ή υπεύθυνο φυσικό πρόσωπο για παύση της παράνομης συμπεριφοράς και για μη επανάληψη της στο μέλλον∙

(δ) χωρίς επηρεασμό του εδαφίου (2), προσωρινή απαγόρευση μέλους του διοικητικού συμβουλίου ή άλλου υπαίτιου φυσικού προσώπου να ασκεί οποιαδήποτε καθήκοντα στην ΚΕΠΕΥ∙

(ε) διοικητικό πρόστιμο στην ίδια την ΚΕΠΕΥ ύψους έως το δέκα τοις εκατό (10%) του συνολικού καθαρού κύκλου εργασιών, συμπεριλαμβανομένου του ακαθάριστου εισοδήματος που συνίσταται από εισπρακτέους τόκους και παρόμοια έσοδα, έσοδα από μετοχές και άλλους τίτλους μεταβλητής ή σταθερής απόδοσης και εισπρακτέες προμήθειες ή αμοιβές, σύμφωνα με το Άρθρο 316 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, κατά το προηγούμενο οικονομικό έτος∙ σε περίπτωση που η ΚΕΠΕΥ είναι θυγατρική μητρικής επιχείρησης, το σχετικό ακαθάριστο εισόδημα είναι το ακαθάριστο εισόδημα που προκύπτει από τις ενοποιημένες καταστάσεις της τελικής μητρικής επιχείρησης, κατά το προηγούμενο οικονομικό έτος∙

(στ) διοικητικό πρόστιμο σε φυσικό πρόσωπο μέχρι και πέντε εκατομμύρια ευρώ (€5.000.000)∙

(ζ) διοικητικό πρόστιμο μέχρι και το διπλάσιο του ποσού των κερδών που αποκτήθηκαν ή των ζημιών που αποφεύχθηκαν λόγω της παράβασης, όπου μπορούν να συγκεκριμενοποιηθούν.

(2) Χωρίς επηρεασμό άλλων διατάξεων του παρόντος Νόμου, το παρόν άρθρο ισχύει τουλάχιστον όταν συμβαίνει οποιοδήποτε από τα ακόλουθα:

(α) η ΚΕΠΕΥ απέκτησε την άδεια λειτουργίας με ψευδείς δηλώσεις ή με οποιοδήποτε άλλο αντικανονικό τρόπο∙

(β) η ΚΕΠΕΥ δεν έχει θεσπίσει το πλαίσιο διακυβέρνησης που απαιτείται από το άρθρο 18(2)(ε) και από συναφή οδηγία που εκδίδεται δυνάμει του άρθρου 20∙

(γ) η ΚΕΠΕΥ δεν αναφέρει πληροφορίες ή παρέχει ανακριβείς ή ελλιπείς πληροφορίες σχετικά με τη συμμόρφωση προς την υποχρέωση ικανοποίησης των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων του Άρθρου 92 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 στην Επιτροπή, κατά παράβαση του Άρθρου 99, παράγραφος 1, του εν λόγω Κανονισμού∙

(δ) η ΚΕΠΕΥ δεν αναφέρει πληροφορίες ή παρέχει ανακριβείς ή ελλιπείς πληροφορίες στην Επιτροπή σε σχέση με τα στοιχεία του Άρθρου 101 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013∙

(ε) η ΚΕΠΕΥ δεν αναφέρει πληροφορίες ή παρέχει ανακριβείς ή ελλιπείς πληροφορίες στην Επιτροπή σχετικά με ένα μεγάλο χρηματοδοτικό άνοιγμα, κατά παράβαση του άρθρου 394, παράγραφος 1, του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013∙

(στ) η ΚΕΠΕΥ δεν αναφέρει πληροφορίες ή παρέχει ανακριβείς ή ελλιπείς πληροφορίες στην Επιτροπή σχετικά με τη ρευστότητά της, κατά παράβαση του Άρθρου 415, παράγραφοι 1 και 2, του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013∙

(ζ) η ΚΕΠΕΥ δεν αναφέρει πληροφορίες ή παρέχει ανακριβείς ή ελλιπείς πληροφορίες στην Επιτροπή σχετικά με το δείκτη μόχλευσης κατά παράβαση του Άρθρου 430, παράγραφος 1, του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013∙

(η) η ΚΕΠΕΥ κατά τρόπο επαναλαμβανόμενο ή επίμονο δε διατηρεί ρευστά διαθέσιμα, κατά παράβαση του Άρθρου 412 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013∙

(θ) η ΚΕΠΕΥ παρουσιάζει χρηματοδοτικό άνοιγμα πέραν των ορίων που θέτει το Άρθρο 395 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013∙

(ι) η ΚΕΠΕΥ είναι εκτεθειμένη στον πιστωτικό κίνδυνο μιας θέσης τιτλοποίησης και δεν πληροί τις προϋποθέσεις του Άρθρου 405 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013∙

(ια) η ΚΕΠΕΥ δεν παρέχει πληροφορίες ή παρέχει ανακριβείς ή ελλιπείς πληροφορίες, κατά παράβαση του Άρθρου 431, παράγραφοι 1, 2 και 3, ή του Άρθρου 451, παράγραφος 1, του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013∙

(ιβ) η ΚΕΠΕΥ καταβάλλει πληρωμές σε κατόχους μέσων που περιλαμβάνονται στα ίδια κεφάλαια της, κατά παράβαση οδηγίας της Επιτροπής που μεταφέρει το Άρθρο 141 της Οδηγίας 2013/36/ΕΚ ή σε περιπτώσεις κατά τις οποίες τα Άρθρα 28, 51 ή 63 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 απαγορεύουν τις εν λόγω πληρωμές σε κατόχους μέσων που περιλαμβάνονται στα ίδια κεφάλαια∙

(ιγ) η ΚΕΠΕΥ κηρύχθηκε υπεύθυνη για σοβαρές παραβάσεις του περί Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμου ή/και της Οδηγίας ΟΔ 144-2007-2008 του 2012 για την Παρεμπόδιση Ξεπλύματος Παράνομου Χρήματος και Χρηματοδότησης της Τρομοκρατίας∙

(ιδ) η ΚΕΠΕΥ επιτρέπει σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα που δεν συμμορφώνονται με το Άρθρο 91 της Οδηγίας 2013/36/ΕΚ να καταστούν ή να παραμείνουν μέλη του διοικητικού συμβουλίου της.

(3) Σε περίπτωση που αναφερόμενη στο άρθρο 72Α εταιρεία παραβαίνει τις διατάξεις του παρόντος Μέρους καθώς και των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων οδηγιών, ή υπεύθυνο διευθυντικό στέλεχος ή μέλος του διοικητικού της συμβουλίου παραβαίνει ή φέρει ευθύνη για τις πιο πάνω παραβάσεις, υπόκεινται στα διοικητικά πρόστιμα και λοιπές διοικητικές κυρώσεις του εδαφίου (1), όπου αυτά εφαρμόζονται.

(4)(α) Η Επιτροπή δημοσιοποιεί στο διαδικτυακό της τόπο οποιοδήποτε διοικητικό πρόστιμο ή άλλη διοικητική κύρωση που επιβάλλει για παραβάσεις είτε του παρόντος Μέρους είτε των άρθρων 10, 12, 18(2)(στ), 18Α του παρόντος Νόμου είτε του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, περιλαμβανομένων πληροφοριών σχετικά με τον τύπο και τη φύση της παράβασης και την ταυτότητα του φυσικού ή νομικού προσώπου στο οποίο επιβάλλεται το πρόστιμο, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση μετά την ενημέρωση του εν λόγω προσώπου σχετικά με τις εν λόγω κυρώσεις.

(β) Σε περίπτωση που διοικητικό πρόστιμο ή άλλη διοικητική κύρωση της Επιτροπής ανακληθεί από την ίδια ή ακυρωθεί από αρμόδιο δικαστήριο βάσει του Άρθρου 146 του Συντάγματος, η Επιτροπή χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση δημοσιεύει σχετικές πληροφορίες στο διαδικτυακό της τόπο.

(5) Η Επιτροπή δημοσιοποιεί διοικητικό πρόστιμο ή άλλη διοικητική κύρωση σε ανώνυμη βάση, σε οποιαδήποτε από τις ακόλουθες περιπτώσεις:

(α) Όταν διοικητικό πρόστιμο ή άλλη διοικητική κύρωση επιβάλλεται σε φυσικό πρόσωπο και, μετά από υποχρεωτική προηγούμενη αξιολόγηση κρίνεται ότι η δημοσιοποίηση των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα θα ήταν δυσανάλογη∙

(β) όταν η δημοσιοποίηση θέτει σε κίνδυνο τη σταθερότητα του χρηματοοικονομικού τομέα ή εκκρεμούσα ποινική έρευνα∙

(γ) όταν η δημοσιοποίηση προξενεί, στο βαθμό που αυτό μπορεί να προσδιοριστεί, δυσανάλογη ζημιά στα εμπλεκόμενα πρόσωπα.

Εναλλακτικά, όταν οι περιπτώσεις που αναφέρονται στο παρόν εδάφιο είναι πιθανόν να εκλείψουν εντός εύλογου χρονικού διαστήματος, η δημοσιοποίηση δύναται να αναβληθεί για το εν λόγω χρονικό διάστημα.

(6) Η Επιτροπή διασφαλίζει ότι οι πληροφορίες που δημοσιεύονται δυνάμει των εδαφίων (4) και (5) παραμένουν στο διαδικτυακό της τόπο για τουλάχιστον πέντε έτη.  Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα διατηρούνται στο διαδικτυακό τόπο της Επιτροπής μόνο για το αναγκαίο χρονικό διάστημα, σύμφωνα με τους εφαρμοστέους κανόνες περί προστασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.

(7) Κατά τον καθορισμό του είδους των διοικητικών προστίμων ή άλλων διοικητικών κυρώσεων και του ύψους των διοικητικών προστίμων, η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη της όλες τις σχετικές περιστάσεις, περιλαμβανόμενων, όπου αρμόζει, τα ακόλουθα:

(α) Τη βαρύτητα και τη διάρκεια της παράβασης∙

(β) το βαθμό ευθύνης του φυσικού ή νομικού προσώπου, που είναι υπεύθυνο για την παράβαση∙

(γ) την οικονομική ευρωστία του φυσικού ή νομικού προσώπου, που είναι υπεύθυνο για την παράβαση, όπως προκύπτει για παράδειγμα από το συνολικό κύκλο εργασιών του νομικού προσώπου ή από το ετήσιο εισόδημα του φυσικού προσώπου∙

(δ) τη σημαντικότητα των κερδών που αποκτήθηκαν ή των ζημιών που αποφεύχθηκαν από το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, που είναι υπεύθυνο για την παράβαση, στο βαθμό που μπορούν να προσδιοριστούν∙

(ε) τις ζημίες σε τρίτους που προκλήθηκαν από την παράβαση, στο βαθμό που μπορούν να προσδιοριστούν∙

(στ) το βαθμό συνεργασίας του φυσικού ή νομικού προσώπου, που είναι υπεύθυνο για την παράβαση, με την Επιτροπή∙

(ζ) προηγούμενες παραβάσεις του φυσικού ή νομικού προσώπου, που είναι υπεύθυνο για την παράβαση∙

(η) τυχόν πιθανές συστημικές συνέπειες της παράβασης.

ΜΕΡΟΣ ΙΧ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΚΕΠΕΥ ΚΑΙ ΕΠΕΥ ΚΡΑΤΩΝ ΜΕΛΩΝ ΚΑΙ ΤΡΙΤΩΝ ΧΩΡΩΝ
Κεφάλαιο Α - Ίδρυση υποκαταστήματος
Ίδρυση υποκαταστήματος ΚΕΠΕΥ στη Δημοκρατία

75. [Διαγράφηκε]
Ίδρυση υποκαταστήμα-τος ΚΕΠΕΥ σε άλλο κράτος μέλος ή και τρίτη χώρα

76. [Διαγράφηκε]
Ίδρυση υποκαταστήματος στη Δημοκρατία από ΕΠΕΥ άλλου κράτους μέλους

77. [Διαγράφηκε]
Ίδρυση υποκαταστήματος στη Δημοκρατία από ΕΠΕΥ τρίτης χώρας

78. [Διαγράφηκε]
Κεφάλαιο Β - Ελεύθερη παροχή επενδυτικών και παρεπόμενων υπηρεσιών ή και άσκηση επενδυτικών δραστηριοτήτων
Ελεύθερη παροχή επενδυτικών και παρεπόμενων υπηρεσιών ή και άσκηση επενδυτικών δραστηριοτήτων από ΚΕΠΕΥ σε άλλο κράτος μέλος ή και τρίτη χώρα

79. [Διαγράφηκε]
Ελεύθερη παροχή επενδυτικών και παρεπόμενων υπηρεσιών ή και άσκηση επενδυτικών δραστηριοτήτων στη Δημοκρατία από ΕΠΕΥ άλλου κράτους μέλους

80. [Διαγράφηκε]
Κεφάλαιο Γ - ʼΑλλα δικαιώματα ΚΕΠΕΥ και ΕΠΕΥ κρατών μελών
Πρόσβαση σε ρυθμιζόμενες αγορές

81. [Διαγράφηκε]
Πρόσβαση στα συστήματα κεντρικού αντισυμβαλ-λομένου, εκκαθάρισης και διακανονισμού και δικαίωμα επιλογής του συστήματος εκκαθάρισης

82. [Διαγράφηκε]
Διατάξεις για τα συστήματα κεντρικού αντισυμβαλλομένου, εκκαθάρισης και διακανονισμού ως προς τους ΠΜΔ

83. [Διαγράφηκε]
Διοικητικές κυρώσεις

84. [Διαγράφηκε]
ΜΕΡΟΣ Χ ΡΥΘΜΙΖΟΜΕΝΕΣ ΑΓΟΡΕΣ
Εφαρμογή διατάξεων παρόντος Μέρους

85. [Διαγράφηκε]
Άδεια λειτουργίας ρυθμιζόμενης αγοράς

86. [Διαγράφηκε]
Αίτηση για χορήγηση άδειας λειτουργίας ρυθμιζόμενης αγοράς

87. [Διαγράφηκε]
Προθεσμία λήψης απόφασης

88. [Διαγράφηκε]
Αίτηση για μεταβολή, τροποποίηση ή επέκταση άδειας λειτουργίας ρυθμιζόμενης αγοράς

89. [Διαγράφηκε]
Δημοσιοποίηση στοιχείων άδειας λειτουργίας ρυθμιζόμενης αγοράς

90. [Διαγράφηκε]
Διαχειριστής αγοράς

91. [Διαγράφηκε]
Εφαρμοστέο δίκαιο

92. [Διαγράφηκε]
Τερματισμός άδειας λειτουργίας ρυθμιζόμενης αγοράς

93. [Διαγράφηκε]
Ανάκληση άδειας λειτουργίας ρυθμιζόμενης αγοράς

94. [Διαγράφηκε]
Αναστολή άδειας λειτουργίας ρυθμιζόμενης αγοράς

95. [Διαγράφηκε]
Προϋποθέσεις σχετικές με το αρχικό κεφάλαιο του διαχειριστή αγοράς

96. [Διαγράφηκε]
Προϋποθέσεις σχετικές με τα πρόσωπα που πραγματικά διευθύνουν τις δραστηριότητες και τη λειτουργία της ρυθμιζόμενης αγοράς

97. [Διαγράφηκε]
Προϋποθέσεις σχετικές με τα πρόσωπα που ασκούν ουσιαστική επιρροή στη διαχείριση της ρυθμιζόμενης αγοράς

98. [Διαγράφηκε]
Οργανωτικές απαιτήσεις

99. [Διαγράφηκε]
Έκδοση οδηγιών

100. [Διαγράφηκε]
Συνεχείς υποχρεώσεις

101. [Διαγράφηκε]
Αρχεία ρυθμιζόμενης αγοράς

102. [Διαγράφηκε]
Μεταβολές πληροφοριών και στοιχείων ρυθμιζόμενης αγοράς

103. [Διαγράφηκε]
Εισαγωγή χρημα-τοοικονομικών μέσων προς διαπραγμάτευση

104. [Διαγράφηκε]
Αναστολή και διαγραφή χρηματοοικονο-μικών μέσων από τη διαπραγμάτευση

105. [Διαγράφηκε]
Πρόσβαση στη ρυθμιζόμενη αγορά

106. [Διαγράφηκε]
Ρυθμιζόμενη αγορά άλλου κράτους μέλους

107. [Διαγράφηκε]
Έλεγχος της συμμόρφωσης προς τους κανόνες της ρυθμιζόμενης αγοράς και προς άλλες νόμιμες υποχρεώσεις

108. [Διαγράφηκε]
Προδιαπραγματευτικές προϋποθέσεις διαφάνειας για τη ρυθμιζόμενη αγορά

109. [Διαγράφηκε]
Μεταδιαπραγματευτικές προϋποθέσεις διαφάνειας για τη ρυθμιζόμενη αγορά

110. [Διαγράφηκε]
Διατάξεις για τα συστήματα κεντρικού αντισυμβαλλομένου, εκκαθάρισης και διακανονισμού

111. [Διαγράφηκε]
Κατάλογος των ρυθμιζόμενων αγορών

112. [Διαγράφηκε]
Διοικητικές κυρώσεις

113. [Διαγράφηκε]
MEΡΟΣ ΧΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ - ΣΧΕΣΕΙΣ ΜΕ ΕΛΕΓΚΤΕΣ ΚΕΠΕΥ
Υποβολή οικονομικών καταστάσεων ΚΕΠΕΥ

114. [Διαγράφηκε]
Σχέσεις με ελεγκτές

115.-(1) Ο ελεγκτής ο οποίος ελέγχει τις οικονομικές καταστάσεις της ΚΕΠΕΥ, ή/και ελέγχει τις ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις του ομίλου στον οποίο ανήκει η ΚΕΠΕΥ, ή/και είναι υπεύθυνος για την υποβολή στην Επιτροπή της προβλεπόμενης έκθεσης στο άρθρο 116, υποχρεούται να αναφέρει αμέσως στην Επιτροπή κάθε γεγονός ή απόφαση σχετικά με την εν λόγω ΚΕΠΕΥ της οποίας έλαβε γνώση κατά την εκπλήρωση των καθηκόντων του και η οποία ενδέχεται -

(α) Να συνιστά σημαντική παράβαση του παρόντος Νόμου ή/και των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων οδηγιών ή/και του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1287/2006·

(β) να θέτει σε κίνδυνο τη συνέχιση της λειτουργίας της ΚΕΠΕΥ·

(γ) να οδηγήσει σε άρνηση να εκφέρει γνώμη επί των οικονομικών καταστάσεων ή στη διατύπωση επιφυλάξεων.

(2) Ο προβλεπόμενος στο εδάφιο (1) ελεγκτής υποχρεούται επίσης να αναφέρει στην Επιτροπή κάθε γεγονός ή απόφαση, της οποίας έλαβε γνώση κατά την εκπλήρωση των προβλεπόμενων στο ίδιο εδάφιο καθηκόντων σε επιχείρηση που έχει στενούς δεσμούς με την ΚΕΠΕΥ στην οποία επίσης εκτελεί τα προβλεπόμενα στο εδάφιο (1) καθήκοντα.

(3) Η καλόπιστη αναφορά στην Επιτροπή, από τα ανωτέρω πρόσωπα, γεγονότων ή αποφάσεων που προβλέπονται στα εδάφια (1) και (2), δεν αποτελεί παράβαση συμβατικού ή νομικού περιορισμού της γνωστοποίησης πληροφοριών και δεν συνεπάγεται καμία ευθύνη των προσώπων αυτών. Η αναφορά διενεργείται ταυτόχρονα στο διοικητικό συμβούλιο της ΚΕΠΕΥ, εφόσον δεν υπάρχουν επιτακτικοί λόγοι για το αντίθετο.

Υποβολή έκθεσης καταλληλότητας ρυθμίσεων

116. [Διαγράφηκε]
Διοικητικές κυρώσεις

117. [Διαγράφηκε]
ΜΕΡΟΣ ΧΙΙ ΤΡΑΠΕΖΕΣ
Προϋποθέσεις παροχής επενδυτικών και παρεπόμενων υπηρεσιών ή και άσκησης επενδυτικών δραστηριοτήτων

118. [Διαγράφηκε]
Μέλος ΤΑΕ Πελατών Τραπεζών

119. Τράπεζα, η οποία έλαβε άδεια λειτουργίας από την Κεντρική Τράπεζα για να παρέχει επενδυτικές και παρεπόμενες υπηρεσίες ή/και να ασκεί επενδυτικές δραστηριότητες, οφείλει να είναι μέλος του ΤΑΕ Πελατών Τραπεζών και να συμμορφώνεται με τις υποχρεώσείς της κατά τα προβλεπόμενα στο Μέρος VII.

Εφαρμοζόμενες διατάξεις

120. [Διαγράφηκε]
Συμπληρωματικές διατάξεις

121. [Διαγράφηκε]
ΜΕΡΟΣ ΧΙΙΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΑ ΠΙΣΤΩΤΙΚΑ ΙΔΡΥΜΑΤΑ
Προϋποθέσεις παροχής επενδυτικών και παρεπόμενων υπηρεσιών ή και άσκησης επενδυτικών δραστηριοτήτων

122. [Διαγράφηκε]
Μέλος ΤΑΕ Πελατών ΣΠΙ

123. [Διαγράφηκε]
Εφαρμοζόμενες διατάξεις

124. [Διαγράφηκε]
Συμπληρωματικές διατάξεις

125. [Διαγράφηκε]
ΜΕΡΟΣ ΧΙV ΑΣΚΗΣΗ ΕΠΟΠΤΕΙΑΣ
Διορισμός και συνεργασία Εποπτικών Αρχών

126.-(1)(α) Η Επιτροπή, η Κεντρική Τράπεζα και η ΥΕΑΣΕ ορίζονται ως οι Εποπτικές Αρχές για να ασκούν τις αρμοδιότητες που προβλέπονται στον παρόντα Νόμο. Ειδικότερα, η Κεντρική Τράπεζα ορίζεται ως η Εποπτική Αρχή υπεύθυνη για την εποπτεία και εφαρμογή των διατάξεων του Μέρους ΧΙΙ, η ΥΕΑΣΕ για την εποπτεία και εφαρμογή των διατάξεων του Μέρους ΧΙΙΙ, και η Επιτροπή για την εποπτεία και εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος Νόμου, εκτός των διατάξεων των Μερών ΧΙΙ και ΧΙΙΙ. Έκαστη Εποπτική Αρχή είναι υπεύθυνη για την εποπτεία και εφαρμογή του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1287/2006, στην έκταση που οι διατάξεις του σχετίζονται με τις διατάξεις της Οδηγίας 2004/39/ΕΚ που αντιστοιχούν στα άρθρα του παρόντος Νόμου, για την εποπτεία και εφαρμογή των οποίων η Εποπτική Αρχή είναι υπεύθυνη.

(β) Η Επιτροπή ασκεί τις αρμοδιότητες και τα καθήκοντα που προβλέπονται στον Κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 575/2013, αναφορικά με ΚΕΠΕΥ και τις εταιρείες που προβλέπονται στο άρθρο 72Α του παρόντος Νόμου.

(2) Ανεξάρτητα από το εδάφιο (1), η Επιτροπή είναι υπεύθυνη για την εποπτεία και εφαρμογή του εδαφίου (6) του άρθρου 40, του άρθρου 45, του εδαφίου (2) του άρθρου 46, του εδαφίου (2) του άρθρου 51, του εδαφίου (1) του άρθρου 53 και του εδαφίου (2) του άρθρου 53 από τις κατά το άρθρο 118 τράπεζες και τα κατά το άρθρο 122 συνεργατικά πιστωτικά ιδρύματα.

(3) Οι Εποπτικές Αρχές συνεργάζονται στενά μεταξύ τους για την αποτελεσματική εφαρμογή του παρόντος Νόμου και του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1287/2006 και ανταλλάσσουν κάθε πληροφορία ιδιαίτερης σημασίας ή σχετική με την άσκηση των λειτουργιών και των αρμοδιοτήτων τους.

(4) Οι Εποπτικές Αρχές συνεργάζονται επίσης με κάθε άλλη αρχή στη Δημοκρατία, υπεύθυνη για την εποπτεία των συνταξιοδοτικών ταμείων, ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών διαμεσολαβητών και των ασφαλιστικών επιχειρήσεων.

(5) Για σκοπούς διευκόλυνσης και επιτάχυνσης της συνεργασίας, και ιδίως για την ανταλλαγή πληροφοριών, η Επιτροπή καθορίζεται ως σημείο επικοινωνίας για τους σκοπούς της Οδηγίας 2004/39/ΕΚ, σύμφωνα με το Άρθρο 56, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο, της εν λόγω Οδηγίας.

Εξουσίες Εποπτικών Αρχών

127.-(1) Οι Εποπτικές αρχές ασκούν τις εξουσίες τους-

(α) Άμεσα· ή

(β) σε συνεργασία μεταξύ τους και εν γένει με άλλες αρχές· ή

(γ) κατόπιν αίτησης προς τα αρμόδια δικαστήρια.

(2) Επιπρόσθετα των εξουσιών της Επιτροπής που καθορίζονται στον περί της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου (Σύσταση και Αρμοδιότητες) Νόμο, η Επιτροπή έχει τις ακόλουθες εξουσίες:

(α) Να ζητά κάθε υπάρχουσα καταγραφή τηλεφωνικής συνδιάλεξης ή ανταλλαγή δεδομένων·

(β) να απαιτεί την άμεση διακοπή κάθε πρακτικής που είναι αντίθετη με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου·

(γ) να ζητά, με αίτηση προς τα αρμόδια δικαστήρια, τη δέσμευση ή/και την κατάσχεση περιουσιακών στοιχείων·

(δ) να απαγορεύει προσωρινά την άσκηση επαγγελματικής δραστηριότητας·

(ε) να λαμβάνει κάθε μέτρο που μπορεί να εξασφαλίσει ότι οι εποπτευόμενοι της συνεχίζουν να συμμορφώνονται με τις εκ του παρόντος Νόμου, ή/και των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων οδηγιών, υποχρεώσεις·

(στ) να ζητά την αναστολή της διαπραγμάτευσης χρηματοοικονομικού μέσου·

(ζ) να ζητά τη διαγραφή ενός χρηματοοικονομικού μέσου από τη διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενη αγορά ή σε οποιοδήποτε άλλο πλαίσιο συναλλαγών.

(3) Επιπρόσθετα των εξουσιών της Κεντρικής Τράπεζας που καθορίζονται στον περί της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου Νόμο και στον περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμο, η Κεντρική Τράπεζα έχει τις ακόλουθες εξουσίες:

(α) Να ζητεί πληροφορίες από οποιοδήποτε πρόσωπο και, εφόσον είναι απαραίτητο, να καλεί και να ανακρίνει οποιοδήποτε πρόσωπο για τη συγκέντρωση πληροφοριών.

(β) να ζητά κάθε υπάρχουσα καταγραφή τηλεφωνικής συνδιάλεξης ή ανταλλαγή δεδομένων·

(γ) να απαιτεί την άμεση διακοπή κάθε πρακτικής που είναι αντίθετη με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου·

(δ) να ζητά, με αίτηση προς τα αρμόδια δικαστήρια, τη δέσμευση ή/και την κατάσχεση περιουσιακών στοιχείων·

(ε) να απαγορεύει προσωρινά την άσκηση επαγγελματικής δραστηριότητας·

(στ) να λαμβάνει κάθε μέτρο που μπορεί να εξασφαλίσει ότι οι εποπτευόμενοι της συνεχίζουν να συμμορφώνονται με τις εκ του παρόντος Νόμου, ή/και των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων οδηγιών, υποχρεώσεις·

(ζ) να διενεργεί επιτόπιους ελέγχους·

(η) να επιτρέπει εξακριβώσεις ή έρευνες από ορκωτούς λογιστές ή εμπειρογνώμονες.

(4) Επιπρόσθετα των εξουσιών της ΥΕΑΣΕ που καθορίζονται στον περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο, η ΥΕΑΣΕ έχει τις ακόλουθες εξουσίες:

(α) Να ζητεί πληροφορίες από οποιοδήποτε πρόσωπο και, εφόσον είναι απαραίτητο, να καλεί και να ανακρίνει οποιοδήποτε πρόσωπο για τη συγκέντρωση πληροφοριών·

(β) να ζητά κάθε υπάρχουσα καταγραφή τηλεφωνικής συνδιάλεξης ή ανταλλαγή δεδομένων·

(γ) να απαιτεί την άμεση διακοπή κάθε πρακτικής που είναι αντίθετη με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου·

(δ) να ζητά, με αίτηση προς τα αρμόδια δικαστήρια, τη δέσμευση ή/και την κατάσχεση περιουσιακών στοιχείων·

(ε) να απαγορεύει προσωρινά την άσκηση επαγγελματικής δραστηριότητας·

(στ) να λαμβάνει κάθε μέτρο που μπορεί να εξασφαλίσει ότι οι εποπτευόμενοι της συνεχίζουν να συμμορφώνονται με τις εκ του παρόντος Νόμου, ή/και των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων οδηγιών, υποχρεώσεις.

(5) Οι Εποπτικές Αρχές, επιλαμβάνονται διοικητικών παραβάσεων είτε αυτεπαγγέλτως, είτε κατόπιν καταγγελίας που υποβάλλεται σε αυτές.

Συμπληρωματικές διατάξεις

128. Οι διατάξεις του περί της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου (Σύσταση και Αρμοδιότητες) Νόμου, που έχουν ως αντικείμενο την εποπτική αρμοδιότητα της Επιτροπής, την εξουσία της να συλλέγει πληροφορίες, να διενεργεί έρευνες και ελέγχους και να επιβάλλει κυρώσεις, με την επιφύλαξη των ειδικότερων διατάξεων των παρόντος Νόμου αναφορικά με την επιβολή κυρώσεων, και όλες εν γένει τις αρμοδιότητες της, δυνάμει των εν λόγω Νόμων, εφαρμόζονται, συμπληρωματικά προς τις διατάξεις του παρόντος Νόμου και χωρίς επηρεασμό τους, και ως προς την εποπτεία που ασκεί η Επιτροπή δυνάμει του παρόντος Νόμου.

Επαγγελματικό απόρρητο

129. [Διαγράφηκε]
Υποχρέωση συνεργασίας Επιτροπής με τις αρμόδιες αρχές άλλων κρατών μελών

130.-(1) Η Επιτροπή συνεργάζεται με τις αρμόδιες αρχές των άλλων κρατών μελών χρησιμοποιώντας τις εξουσίες της ως αυτές καθορίζονται στον παρόντα Νόμο και στον περί της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου (Σύσταση και Αρμοδιότητες) Νόμο, εφόσον αυτό είναι αναγκαίο για την εκπλήρωση των καθηκόντων της που προβλέπονται στον παρόντα Νόμο και των καθηκόντων των αρμοδίων αρχών των άλλων κρατών μελών που προβλέπονται στους οικείους νόμους που θεσπίζονται προς συμμόρφωση με την Οδηγία 2004/39/ΕΚ.

Η Επιτροπή επικουρεί τις αρμόδιες αρχές των άλλων κρατών μελών, ιδίως με την ανταλλαγή πληροφοριών και την συνεργασία σε δραστηριότητες έρευνας, ελέγχου ή εποπτείας.

Για τη διευκόλυνση και την επιτάχυνση της συνεργασίας και ιδίως της ανταλλαγής πληροφοριών, η Επιτροπή ορίζεται ως το σημείο επικοινωνίας στη Δημοκρατία για τους σκοπούς της Οδηγίας 2004/39/ΕΚ.

(2) Στην περίπτωση όπου, λαμβάνοντας υπόψη την κατάσταση των αγορών κινητών αξιών σε κράτος μέλος υποδοχής, η λειτουργία ρυθμιζόμενης αγοράς, η οποία έχει δημιουργήσει μηχανισμούς στο κράτος μέλος υποδοχής, έχει αποκτήσει ουσιώδη σημασία για τη λειτουργία της αγοράς κινητών αξιών και την προστασία των επενδυτών στο εν λόγω κράτος μέλος υποδοχής, κατά τα προβλεπόμενα στον Κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1287/2006, η Επιτροπή και οι αρμόδιες αρχές των εν λόγω κρατών μελών συνάπτουν ανάλογες ρυθμίσεις συνεργασίας.

(3) Η Επιτροπή μπορεί να ασκεί τις εξουσίες της για τους σκοπούς της συνεργασίας, ακόμα και σε περιπτώσεις στις οποίες η ερευνούμενη συμπεριφορά δεν αποτελεί παράβαση της ισχύουσας νομοθεσίας στη Δημοκρατία.

(4) Επιπρόσθετα των διατάξεων του παρόντος άρθρου, τυχόν ειδικότερες διατάξεις για τη συνεργασία της Επιτροπής με τις αρμόδιες αρχές των άλλων κρατών μελών αναφορικά με θέματα που σχετίζονται με την κεφαλαιακή επάρκεια των ΕΠΕΥ καθορίζονται με οδηγίες της Επιτροπής κατά τα οριζόμενα στο Μέρος VIII.

(5) Εάν η Επιτροπή έχει βάσιμους λόγους να υποπτεύεται ότι πράξεις αντίθετες προς νομοθεσία κράτους μέλους άλλου από την Δημοκρατία η οποία ενσωματώνει την Οδηγία 2004/39/ΕΚ διαπράττονται ή έχουν διαπραχθεί στο έδαφος του άλλου κράτους μέλους από οντότητες που δεν υπόκεινται στην εποπτεία της, το γνωστοποιεί με το λεπτομερέστερο δυνατό τρόπο στην αρμόδια αρχή του εν λόγω κράτους μέλους και στην ΕΑΚΑΑ, χωρίς επηρεασμό των αρμοδιοτήτων της Επιτροπής.

Στην περίπτωση λήψης από την Επιτροπή τέτοιας γνωστοποίησης από αρμόδια αρχή άλλου κράτους μέλους, η Επιτροπή λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα και ενημερώνει την αρμόδια αρχή, που την πληροφόρησε, και την ΕΑΚΑΑ, για τα αποτελέσματα της παρέμβασης της και, στο μέτρο του δυνατού, για τις κυριότερες ενδιάμεσες εξελίξεις.

Υποχρέωση συνεργασίας Επιτροπής και ανταλλαγής πληροφοριών με ΕΑΚΑΑ

130Α. [Διαγράφηκε]
  • Ιστορικό Τροποποιήσεων
  • 87(I)/2017
Συνεργασία σε δραστηριότητες εποπτείας, ελέγχου και έρευνας

131.-(1) Η Επιτροπή δύναται να συνεργάζεται με αρμόδιες αρχές άλλων κρατών μελών σε κάθε δραστηριότητα εποπτείας ή για τη διενέργεια ελέγχου ή έρευνας.

(2) Στην περίπτωση που ΚΕΠΕΥ αποτελεί εξ’ αποστάσεως μέλος ρυθμιζόμενης αγοράς άλλου κράτους μέλους, η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής της ρυθμιζόμενης αγοράς δύναται να επιλέξει να απευθυνθεί απ' ευθείας σε αυτό, οπότε και ενημερώνει σχετικά την Επιτροπή.

Στην περίπτωση που ΕΠΕΥ άλλου κράτους μέλους αποτελεί εξ’ αποστάσεως μέλος ρυθμιζόμενης αγοράς που έχει ως κράτος μέλος καταγωγής τη Δημοκρατία, η Επιτροπή δύναται να επιλέξει να απευθυνθεί απ' ευθείας σε αυτό, οπότε και ενημερώνει σχετικά την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής της εν λόγω ΕΠΕΥ.

(3) Όταν υποβάλλεται στην Επιτροπή αίτημα από αρμόδια αρχή άλλου κράτους μέλους σχετικό με διενέργεια ελέγχου ή έρευνας, η Επιτροπή, ενεργώντας στο πλαίσιο της αρμοδιότητάς της-

(α) Προβαίνει η ίδια στη διενέργεια του ζητούμενου ελέγχου ή έρευνας, ή

(β) επιτρέπει στην αιτούσα αρμόδια αρχή να διενεργήσει η ίδια τον έλεγχο ή την έρευνα, ή

(γ) επιτρέπει σε ελεγκτή ή εμπειρογνώμονα να προβεί ο ίδιος στη διενέργεια ελέγχου ή έρευνας,

ακόμα και σε περιπτώσεις στις οποίες η ερευνούμενη συμπεριφορά δεν αποτελεί παράβαση της ισχύουσας νομοθεσίας στη Δημοκρατία.

(4) Το προσωπικό της ΕΑΚΑΑ δύναται να συμμετέχει στις δραστηριότητες εποπτείας της Επιτροπής ή για τη διενέργεια ελέγχου ή έρευνας που διενεργούνται από κοινού από δύο ή περισσότερες αρμόδιες αρχές δυνάμει του Άρθρου 21 του Κανονισμού 1095/2010.

Συνεργασία αναφορικά με την εποπτεία ιδρυμάτων

131Α.-(1) Οι αρμόδιες αρχές της Δημοκρατίας συνεργάζονται στενά με  τις αρμόδιες αρχές των εμπλεκόμενων κρατών μελών με στόχο την εποπτεία των δραστηριοτήτων ιδρυμάτων που λειτουργούν, ιδίως μέσω υποκαταστήματος, σε ένα ή περισσότερα κράτη μέλη, εκτός του κράτους μέλους καταγωγής τους. Οι αρμόδιες αρχές της Δημοκρατίας ανταλλάσσουν μαζί με τις εν λόγω αρχές όλες τις πληροφορίες που αφορούν τη διοίκηση και το ιδιοκτησιακό καθεστώς αυτών των ιδρυμάτων και οι οποίες μπορούν να διευκολύνουν την άσκηση εποπτείας και την εξέταση των προϋποθέσεων χορήγησης άδειας λειτουργίας, καθώς και όλες τις πληροφορίες που μπορούν να διευκολύνουν την παρακολούθηση των ιδρυμάτων, ιδίως όσον αφορά τη ρευστότητα, τη φερεγγυότητα, την εγγύηση των καταθέσεων, τον περιορισμό των μεγάλων χρηματοδοτικών ανοιγμάτων, άλλους παράγοντες που μπορεί να επηρεάσουν το συστημικό κίνδυνο που αντιπροσωπεύει το ίδρυμα, τη διοικητική και λογιστική οργάνωση και τους μηχανισμούς εσωτερικού ελέγχου.

(2) Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής, κοινοποιούν πάραυτα στις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών υποδοχής κάθε πληροφορία ή διαπίστωση που αφορά την εποπτεία ρευστότητας σύμφωνα με το έκτο μέρος του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, και σύμφωνα με την ενοποιημένη εποπτεία κατά το άρθρο 71 του παρόντος Νόμου και τα προβλεπόμενα σε οδηγίες της Επιτροπής δυνάμει του άρθρου 73 του παρόντος Νόμου, των δραστηριοτήτων που ασκεί το ίδρυμα μέσω των υποκαταστημάτων του, στο βαθμό που οι πληροφορίες και οι διαπιστώσεις αυτές είναι σχετικές με την προστασία των καταθετών ή των επενδυτών στο κράτος μέλος υποδοχής.

(3) Οι αρμόδιες αρχές της Δημοκρατίας, όταν η Δημοκρατία είναι κράτος μέλος καταγωγής, ενημερώνουν αμέσως τις αρμόδιες αρχές όλων των κρατών μελών υποδοχής όταν προκύπτει ή αναμένεται ευλόγως να προκύψει κρίση ρευστότητας. Η ενημέρωση αυτή περιλαμβάνει επίσης λεπτομέρειες σχετικά με το σχεδιασμό και την εφαρμογή σχεδίου ανάκαμψης καθώς και πιθανά προληπτικά εποπτικά μέτρα που λαμβάνονται σε αυτό το πλαίσιο.

(4)(α) Οι αρμόδιες αρχές της Δημοκρατίας, όταν η Δημοκρατία είναι κράτος μέλος καταγωγής, κοινοποιούν και εξηγούν στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής, εφόσον τους ζητηθεί, με ποιον τρόπο λήφθηκαν υπόψη οι πληροφορίες και οι διαπιστώσεις που τους κοινοποιήθηκαν από αυτές.

(β) Όταν, μετά την κοινοποίηση πληροφοριών και διαπιστώσεων σε αυτές κατά το Άρθρο 50, παράγραφος 4, πρώτο εδάφιο, της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ, οι αρμόδιες αρχές της Δημοκρατίας, όταν η Δημοκρατία είναι κράτος μέλος υποδοχής, συνεχίζουν να θεωρούν ότι οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής δεν έχουν λάβει κατάλληλα μέτρα, δύνανται, αφού πρώτα ενημερώσουν τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής και την ΕΑΤ, να λάβουν κατάλληλα μέτρα προκειμένου να προληφθούν περαιτέρω παραβάσεις ούτως ώστε να προστατευθούν τα συμφέροντα των καταθετών, των επενδυτών και άλλων στους οποίους παρέχονται υπηρεσίες ή να προστατευθεί η σταθερότητα του χρηματοοικονομικού συστήματος.

(γ) Σε περίπτωση που οι αρμόδιες αρχές της Δημοκρατίας, όταν η Δημοκρατία είναι κράτος μέλος καταγωγής, διαφωνούν με τα μέτρα που πρόκειται να ληφθούν από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής κατά το Άρθρο 50, παράγραφος 5, πρώτο εδάφιο, της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ δύνανται να παραπέμψουν το ζήτημα στην ΕΑΤ και να ζητήσουν τη συνδρομή της σύμφωνα με το Άρθρο 19 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

(5) Οι αρμόδιες αρχές της Δημοκρατίας δύνανται να παραπέμπουν στην ΕΑΤ καταστάσεις στις οποίες ένα αίτημα συνεργασίας και ιδίως ένα αίτημα για ανταλλαγή πληροφοριών έχει απορριφθεί ή δεν έχει διεκπεραιωθεί εντός εύλογου χρονικού διαστήματος.

Σημαντικά υποκαταστήματα

131Β.-(1) Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής, δύνανται να υποβάλλουν αίτημα στην αρχή ενοποιημένης εποπτείας, στις περιπτώσεις που εφαρμόζεται το Άρθρο 112, παράγραφος 1, της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ ή στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής, ώστε να θεωρηθεί σημαντικό υποκατάστημα ιδρύματος, εξαιρουμένων των επιχειρήσεων επενδύσεων που υπόκεινται στο Άρθρο 95 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013.

(2) Στο αίτημα του εδαφίου (1) εκτίθενται οι λόγοι για τους οποίους το υποκατάστημα πρέπει να θεωρηθεί σημαντικό, με ιδιαίτερη αναφορά στα εξής:

(α) στο κατά πόσο το μερίδιο αγοράς του υποκαταστήματος ως προς τις καταθέσεις υπερβαίνει το δύο τοις εκατό (2%) στο κράτος μέλος υποδοχής∙

(β) στον πιθανό αντίκτυπο από την αναστολή ή την παύση της λειτουργίας του υποκαταστήματος στη συστημική ρευστότητα και τα συστήματα πληρωμών, διακανονισμού και εκκαθάρισης στο κράτος μέλος υποδοχής∙

(γ) στο μέγεθος και τη σημασία του υποκαταστήματος ως προς τον αριθμό των πελατών στο πλαίσιο του τραπεζικού ή χρηματοοικονομικού συστήματος του κράτους μέλους υποδοχής.

(3) Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής και του κράτους μέλους υποδοχής και, όπου εφαρμόζεται το Άρθρο 112, παράγραφος 1, της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ, η αρχή ενοποιημένης εποπτείας, καταβάλλουν κάθε δυνατή προσπάθεια ώστε να καταλήξουν σε κοινή απόφαση ως προς το χαρακτηρισμό ενός υποκαταστήματος ως σημαντικού.

Εάν δεν επιτευχθεί κοινή απόφαση εντός δύο (2) μηνών από τη λήψη του αιτήματος του εδαφίου (1), οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής λαμβάνουν οι ίδιες απόφαση εντός νέας προθεσμίας δύο (2) μηνών κατά πόσο το υποκατάστημα είναι σημαντικό.  Κατά τη λήψη της απόφασής τους, οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής λαμβάνουν υπόψη τυχόν απόψεις και επιφυλάξεις της αρχής ενοποιημένης εποπτείας ή των αρμόδιων αρχών του κράτους μέλους καταγωγής.

(4) Οι αποφάσεις που προβλέπονται στο εδάφιο (3) καταγράφονται σε έγγραφο που περιέχει την πλήρη αιτιολογία και διαβιβάζονται στις εμπλεκόμενες αρμόδιες αρχές, οι οποίες τις αναγνωρίζουν και τις εφαρμόζουν.

(5) Ο χαρακτηρισμός ενός υποκαταστήματος ως σημαντικού δεν επηρεάζει τα δικαιώματα και τις αρμοδιότητες των αρμόδιων αρχών που έχουν οριστεί ως τέτοιες δυνάμει της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ.

(6) Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής διαβιβάζουν στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής, όπου είναι εγκατεστημένο σημαντικό υποκατάστημα, τις πληροφορίες που αναφέρονται στο Άρθρο 117, παράγραφος 1, στοιχεία γ) και δ), της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ και εκτελούν τις εργασίες που αναφέρονται στο Άρθρο 112, παράγραφος 1, στοιχείο γ), της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ σε συνεργασία με τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής.

(7) Σε περίπτωση που αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής αντιληφθεί κατάσταση έκτακτης ανάγκης, κατά το Άρθρο 114, παράγραφος 1, της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ, ειδοποιεί αμελλητί τις αρχές που προβλέπονται στα Άρθρα 58, παράγραφος 4, και 59, παράγραφος 1, της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ.

(8) Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής διαβιβάζουν στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής όπου είναι εγκατεστημένα σημαντικά υποκαταστήματα, τα αποτελέσματα των εκτιμήσεων κινδύνων των ιδρυμάτων στα οποία ανήκουν τα εν λόγω υποκαταστήματα, όπως αυτά προβλέπονται στο Άρθρο 97 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ και, όπου εφαρμόζεται, στο Άρθρο 113, παράγραφος 2, της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ, καθώς και τις αποφάσεις δυνάμει των άρθρων 104 και 105 της Οδηγίας 2013/38/ΕΕ, στο βαθμό που οι εν λόγω εκτιμήσεις και αποφάσεις αφορούν αυτά τα υποκαταστήματα.

(9) Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής διαβουλεύονται με τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής όπου είναι εγκατεστημένα σημαντικά υποκαταστήματα σχετικά με τα επιχειρησιακά μέτρα που απαιτούνται βάσει του Άρθρου 86, παράγραφος 11, της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ, όταν αυτά σχετίζονται με τους κινδύνους ρευστότητας στο νόμισμα του κράτους μέλους υποδοχής.

Εάν οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής δεν έχουν διαβουλευθεί με τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής ή εάν, μετά τη διαβούλευση αυτή, οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής επιμένουν ότι τα επιχειρησιακά μέτρα που απαιτούνται βάσει του Άρθρου 86, παράγραφος 11, της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ δεν είναι κατάλληλα, οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής μπορούν να παραπέμψουν το ζήτημα στην ΕΑΤ και να ζητήσουν τη συνδρομή της σύμφωνα με το Άρθρο 19 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

(10) Στις περιπτώσεις για τις οποίες δεν εφαρμόζεται το Άρθρο 116 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ, οι αρμόδιες αρχές που εποπτεύουν ένα ίδρυμα με σημαντικά υποκαταστήματα σε άλλα κράτη μέλη συστήνουν σώμα εποπτών υπό την προεδρία τους, προκειμένου να διευκολύνουν τη συνεργασία που προβλέπεται στα εδάφια (6) έως (9) του παρόντος άρθρου και στο Άρθρο 50 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ.  Η σύσταση και η λειτουργία του σώματος βασίζεται σε γραπτές διευθετήσεις που καθορίζονται από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής, μετά από διαβούλευση με τις εμπλεκόμενες αρμόδιες αρχές. Η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής αποφασίζει ποιες αρμόδιες αρχές συμμετέχουν στις εκάστοτε συνεδριάσεις ή δραστηριότητες του σώματος.

Η απόφαση της αρμόδιας αρχής του κράτους μέλους καταγωγής λαμβάνει υπόψη τη σημασία της εποπτικής δραστηριότητας που προγραμματίζεται ή συντονίζεται για τις αρχές αυτές, ιδίως δε τις ενδεχόμενες επιπτώσεις στη σταθερότητα του χρηματοοικονομικού συστήματος στα εμπλεκόμενα κράτη μέλη, όπως προβλέπεται στο Άρθρο 7 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ, και τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στα εδάφια (6) έως (9) του παρόντος άρθρου.

Η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής ενημερώνει εκ των προτέρων πλήρως όλα τα μέλη του σώματος σχετικά με την οργάνωση αυτών των συνεδριάσεων, τα κύρια θέματα προς συζήτηση και τις δραστηριότητες προς εξέταση. Η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής ενημερώνει επίσης εγκαίρως και πλήρως όλα τα μέλη του σώματος σχετικά με τις δράσεις που αναλαμβάνονται σε αυτές τις συνεδριάσεις ή τα μέτρα που λαμβάνονται.

(11) Το παρόν άρθρο, όταν επιβάλλει υποχρέωση σε αρχή, την επιβάλλει σε αρμόδια αρχή της Δημοκρατίας.

Ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ αρχών

132.-(1) Η Επιτροπή, μαζί με τις αρμόδιες αρχές των άλλων κρατών μελών που έχουν ορισθεί ως σημεία επικοινωνίας κατά τα προβλεπόμενα στο Άρθρο 56, παράγραφος 1, της Οδηγίας 2004/39/ΕΚ και για σκοπούς εφαρμογής της ίδιας Οδηγίας, ανταλλάσσουν αμέσως και σύμφωνα με τις διαδικασίες που προβλέπονται στον Κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1287/2006, όλες τις πληροφορίες που είναι αναγκαίες για την εκπλήρωση των καθηκόντων και την άσκηση των αρμοδιοτήτων της Επιτροπής κατά τα οριζόμενα στον παρόντα Νόμο, και την εκπλήρωση των καθηκόντων και την άσκηση των αρμοδιοτήτων των αρμόδιων αρχών των άλλων κρατών μελών κατά τα προβλεπόμενα στην οικεία νομοθεσία τους που θεσπίζεται προς συμμόρφωση με την Οδηγία 2004/39/ΕΚ.

Οι αρμόδιες αρχές που ανταλλάσσουν πληροφορίες σύμφωνα με βάσει της Οδηγίας 2004/39/ΕΚ, δύνανται να ορίζουν κατά την εν λόγω ανταλλαγή ότι οι πληροφορίες δεν πρέπει να αποκαλυφθούν χωρίς τη ρητή συγκατάθεση τους, στη δε περίπτωση αυτή, οι πληροφορίες ανταλλάσσονται μόνο για τους σκοπούς για τους οποίους οι εν λόγω αρχές έδωσαν τη συγκατάθεση τους.

(2) Η Επιτροπή δύναται να διαβιβάζει στις λοιπές Εποπτικές Αρχές και στις αρχές στη Δημοκρατία που είναι υπεύθυνες για την εποπτεία των συνταξιοδοτικών ταμείων, των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών διαμεσολαβητών και των ασφαλιστικών επιχειρήσεων, τις πληροφορίες που λαμβάνει σύμφωνα με το εδάφιο (1) του παρόντος άρθρου και τα άρθρα 115 και 136. Οι εν λόγω αρχές διαβιβάζουν τις πληροφορίες σε άλλους φορείς ή πρόσωπα μόνο με τη ρητή συγκατάθεση των προβλεπόμενων αρμόδιων αρχών στο εδάφιο (1) και μόνο για τους σκοπούς για τους οποίους αυτές έχουν συναινέσει, πλην δεόντως αιτιολογημένων περιστάσεων. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, η Επιτροπή ενημερώνει αμέσως την αρμόδια αρχή που έστειλε τις πληροφορίες.

(2Α) Η Επιτροπή δύναται να ανταλλάζει πληροφορίες με τους πιο κάτω, για την εκπλήρωση των εποπτικών τους αρμοδιοτήτων:

(α) με αρχές στις οποίες έχει ανατεθεί το δημόσιο καθήκον εποπτείας άλλων οντοτήτων του χρηματοοικονομικού τομέα και με αρχές που έχουν την ευθύνη της εποπτείας των χρηματοοικονομικών αγορών∙

(β) με αρχές ή όργανα, επιφορτισμένα με την ευθύνη για τη διατήρηση της σταθερότητας του χρηματοοικονομικού συστήματος στα κράτη μέλη μέσω της χρήσης μακροπροληπτικών κανόνων∙

(γ) με όργανα ή αρχές εξυγίανσης που αποσκοπούν στην προστασία της σταθερότητας του χρηματοοικονομικού συστήματος∙

(δ) με συμβατικά ή θεσμικά συστήματα προστασίας όπως αναφέρονται στο Άρθρο 113, παράγραφος 7, του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013∙

(ε) με όργανα που συμμετέχουν στην εκκαθάριση και την πτώχευση ιδρυμάτων και σε άλλες παρεμφερείς διαδικασίες∙

(στ) με πρόσωπα τα οποία είναι επιφορτισμένα με το νόμιμο έλεγχο των λογαριασμών ιδρυμάτων, ασφαλιστικών επιχειρήσεων και χρηματοδοτικών ιδρυμάτων.

(3) Οι Εποπτικές Αρχές, οι αρχές στη Δημοκρατία που είναι υπεύθυνες για την εποπτεία των συνταξιοδοτικών ταμείων, των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών διαμεσολαβητών και των ασφαλιστικών επιχειρήσεων, καθώς και οι άλλοι φορείς ή πρόσωπα που λαμβάνουν εμπιστευτικές πληροφορίες σύμφωνα με το παρόν άρθρο ή σύμφωνα με τα άρθρα 115 και 136 δύνανται να τις χρησιμοποιήσουν μόνο κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, ιδίως-

(α) Για να εξακριβώσουν εάν πληρούνται οι προϋποθέσεις χορήγησης άδειας λειτουργίας ΚΕΠΕΥ, ως καθορίζονται στο Μέρος ΙΙΙ και να διευκολύνουν, σε ενοποιημένη ή μη βάση, τον έλεγχο της συμμόρφωσης τους με τις προϋποθέσεις λειτουργίας τους και με τις εν γένει υποχρεώσεις τους ως καθορίζονται στον παρόντα Νόμο, ειδικά όσον αφορά τις απαιτήσεις κεφαλαιακής επάρκειας, τη διοικητική και λογιστική οργάνωση και τους μηχανισμούς εσωτερικού ελέγχου·

(β) για να ελέγξουν την ορθή λειτουργία των τόπων διαπραγμάτευσης·

(γ) για να επιβάλουν κυρώσεις·

(δ) στο πλαίσιο διοικητικής προσφυγής κατά απόφασης αρμόδιας Εποπτικής Αρχής·

(ε) σε διαδικασίες ενώπιον δικαστικής αρχής·

(στ) στο πλαίσιο μηχανισμού εξωδικαστικής επίλυσης των καταγγελιών επενδυτών.

Η Επιτροπή δύναται να διαβιβάζει πληροφορίες, σε όργανα επιφορτισμένα με τη διαχείριση σχεδίων προστασίας καταθέσεων και αποζημίωσης επενδυτών, που είναι απαραίτητες για την εκπλήρωση της αποστολής τους.

Οι λαμβανόμενες πληροφορίες υπόκεινται, σε κάθε περίπτωση, σε απαιτήσεις επαγγελματικού απορρήτου που είναι τουλάχιστον ισοδύναμες με εκείνες που αναφέρονται στο άρθρο 129.

(4) Το παρόν άρθρο και τα άρθρα 129 και 136 δεν εμποδίζουν την Επιτροπή, να διαβιβάζει στην ΕΑΚΑΑ, στο ΕΣΣΚ, στην Κεντρική Τράπεζα Κύπρου, στις κεντρικές τράπεζες άλλων κρατών μελών, στο Ευρωπαϊκό Σύστημα Κεντρικών Τραπεζών και στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, όταν ενεργούν υπό την ιδιότητα της νομισματικής αρχής, και κατά περίπτωση, στην ΕΑΑΕΣ, σε συμβατικά ή θεσμικά συστήματα προστασίας όπως αναφέρονται στο Άρθρο 113, παράγραφος 7, του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, και σε άλλες δημόσιες αρχές επιφορτισμένες με την εποπτεία ή την επίβλεψη των συστημάτων πληρωμών και διακανονισμού, εμπιστευτικές πληροφορίες που προορίζονται για την εκπλήρωση της αποστολής τους.  Παρομοίως, οι εν λόγω αρχές ή φορείς δεν εμποδίζονται να διαβιβάζουν στην Επιτροπή τις πληροφορίες που ενδέχεται να χρειαστεί για την εκτέλεση των αρμοδιοτήτων της που προβλέπει ο παρών Νόμος:

Νοείται ότι, σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης όπως προβλέπεται στο Άρθρο 114, της παραγράφου 1, της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ, η Επιτροπή διαβιβάζει αμελλητί πληροφορίες-

(α) στις κεντρικές τράπεζες του ΕΣΚΤ, όταν οι πληροφορίες αυτές είναι σημαντικές για την άσκηση των εκ του νόμου αρμοδιοτήτων του, περιλαμβανομένης της άσκησης νομισματικής πολιτικής και της συναφούς παροχής ρευστότητας, της επίβλεψης συστημάτων πληρωμών, εκκαθάρισης και διακανονισμού και της διαφύλαξης της σταθερότητας του χρηματοοικονομικού συστήματος·  και

(β) στο ΕΣΣΚ, όταν αυτές οι πληροφορίες είναι σημαντικές για την άσκηση των αρμοδιοτήτων του· και

(γ) στην ΕΑΤ, όταν αυτές οι πληροφορίες είναι σημαντικές για την άσκηση των αρμοδιοτήτων της.

(5) Σε περίπτωση που αίτημα κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 131 για συνεργασία σε δραστηριότητες εποπτείας, ελέγχου και έρευνας, ή αίτημα κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 132 για ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ της Επιτροπής και των αρμόδιων αρχών των άλλων κρατών μελών, απορρίπτεται ή δεν προωθείται εντός εύλογου χρονικού διαστήματος, η Επιτροπή δύναται να αναφέρει την περίπτωση αυτή στην ΕΑΚΑΑ.

Ανταλλαγή πληροφοριών με φορείς επίβλεψης

132Α.-(1) Ανεξάρτητα από τις διατάξεις των άρθρων 129(1), (2) και (5), 132(3) και 136, η Επιτροπή δύναται να προβαίνει στην ανταλλαγή πληροφοριών με φορείς που είναι υπεύθυνοι για την επίβλεψη οποιουδήποτε εκ των ακολούθων:

(α) Των οργάνων που συμμετέχουν στην εκκαθάριση και την πτώχευση ιδρυμάτων και σε άλλες παρεμφερείς διαδικασίες

(β) των συμβατικών ή θεσμικών συστημάτων προστασίας όπως αναφέρονται στο Άρθρο 113, παράγραφος 7, του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013∙

(γ) προσώπων που είναι επιφορτισμένα με το νόμιμο έλεγχο των λογαριασμών ιδρυμάτων, ασφαλιστικών επιχειρήσεων και χρηματοδοτικών ιδρυμάτων.

(2) Στις περιπτώσεις του εδαφίου (1), πρέπει να πληρούνται τουλάχιστον οι εξής προϋποθέσεις:

(α) Οι πληροφορίες ανταλλάσσονται για την εκπλήρωση των καθηκόντων που αναφέρονται στο εδάφιο (1)∙

(β) οι πληροφορίες που λαμβάνονται υπάγονται σε απαιτήσεις επαγγελματικού απορρήτου που είναι τουλάχιστον ισοδύναμες με εκείνες που αναφέρονται στο άρθρο 129.

(γ) οι πληροφορίες που προέρχονται από άλλο κράτος μέλος, δημοσιοποιούνται μόνο με τη ρητή συγκατάθεση των αρμόδιων αρχών που τις δημοσιοποίησαν και, όπου απαιτείται, μόνο για τους σκοπούς για τους οποίους οι αρχές αυτές δίνουν τη συγκατάθεσή τους.

Δημοσιοποίηση και γνωστοποίηση πληροφοριών και επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα

132Β.-(1)  Οι πληροφορίες που λαμβάνονται δυνάμει του παρόντος Νόμου καθώς και οι πληροφορίες που αποκτώνται κατά τους επιτόπιους ελέγχους ή επιθεωρήσεις του παρόντος Νόμου, δεν γνωστοποιούνται χωρίς τη ρητή συγκατάθεση της αρμόδιας αρχής που ανακοίνωσε τις πληροφορίες ή της αρμόδιας αρχής του κράτους μέλους όπου διενεργήθηκε ο εν λόγω επιτόπιος έλεγχος ή επιθεωρήσεις.

(2)(α) Καμία διάταξη οδηγίας εκδιδόμενης δυνάμει του άρθρου 73 του παρόντος Νόμου δεν εμποδίζει την Επιτροπή να ανακοινώνει τις πληροφορίες, που λαμβάνονται δυνάμει των άρθρων 129(1), (2) ή (5), 132(3) ή 136, σε συστήματα διακανονισμού και εκκαθάρισης ή σε άλλο παρόμοιο οργανισμό αναγνωρισμένο από το κυπριακό δίκαιο για να παρέχει υπηρεσίες εκκαθάρισης ή διακανονισμού σε αγορά της Δημοκρατίας, εάν θεωρεί την ανακοίνωση αυτή αναγκαία για την εξασφάλιση της ομαλής λειτουργίας των οργανισμών αυτών σε σχέση με αθετήσεις ή ενδεχόμενες αθετήσεις των συμμετέχοντων στην αγορά.

Οι πληροφορίες που λαμβάνονται υπόκεινται στις απαιτήσεις επαγγελματικού απορρήτου που είναι τουλάχιστον ισοδύναμες με εκείνες που αναφέρονται στο άρθρο 129.

(β) Η Επιτροπή δεν ανακοινώνει τις βάσεις του άρθρου 129(5) λαμβανόμενες πληροφορίες στις προβλεπόμενες στην παράγραφο (α) του παρόντος εδαφίου περιπτώσεις, χωρίς τη ρητή συγκατάθεση των αρμόδιων αρχών που τις δημοσιοποίησαν.

(3) Η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου διενεργείται σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Επεξεργασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (Προστασία του Ατόμου) Νόμου και, όπου αρμόζει, με την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 45/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 18ης Δεκεμβρίου 2000 σχετικά με την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τα όργανα και τους οργανισμούς της Κοινότητας και σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών.

Άρνηση συνεργασίας Επιτροπής με τις αρμόδιες αρχές κρατών μελών

133. [Διαγράφηκε]
Εξουσίες για λήψη προληπτικών μέτρων

134.-(1) Εάν η Επιτροπή έχει συγκεκριμένους και εξακριβώσιμους λόγους να πιστεύει ότι ΕΠΕΥ άλλου κράτους μέλους που παρέχει υπηρεσίες ή/και ασκεί δραστηριότητες ελεύθερα στη Δημοκρατία παραβαίνει τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τις διατάξεις του παρόντος Νόμου ή/και των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων οδηγιών ή/και του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1287/2006, ή ότι μια ΕΠΕΥ κράτους μέλους που έχει ιδρύσει υποκατάστημα στη Δημοκρατία παραβαίνει τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τις διατάξεις του παρόντος Νόμου ή/και των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων οδηγιών ή/και του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1287/2006, οι οποίες διατάξεις δεν παρέχουν εξουσίες παρέμβασης στην Επιτροπή, η Επιτροπή ενημερώνει σχετικά την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής.

Εάν, παρά τα μέτρα που λαμβάνει η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής ή εφόσον τα μέτρα αυτά αποδειχθούν ακατάλληλα, η εν λόγω ΕΠΕΥ συνεχίζει να ενεργεί με τρόπο που είναι σαφώς επιζήμιος για τα συμφέροντα των επενδυτών στην Δημοκρατία ή για την εύρυθμη λειτουργία των αγορών στη Δημοκρατία, η Επιτροπή, αφού ενημερώσει την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής, λαμβάνει όλα τα ενδεδειγμένα μέτρα που είναι αναγκαία για να προστατεύσει τους επενδυτές και να διασφαλίσει την εύρυθμη λειτουργία των αγορών στη Δημοκρατία. Στα μέτρα αυτά περιλαμβάνεται η δυνατότητα να απαγορεύεται στην αναφερόμενη στο παρόν εδάφιο ΕΠΕΥ να διενεργεί συναλλαγές στη Δημοκρατία. Η Επιτροπή ενημερώνει αμέσως για τα μέτρα αυτά την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και την ΕΑΚΑΑ.

Η Επιτροπή δύναται να κοινοποιήσει το θέμα στην ΕΑΚΑΑ.

(2) Εάν η Επιτροπή διαπιστώσει ότι ΕΠΕΥ άλλου κράτους μέλους, η οποία ίδρυσε υποκατάστημα στη Δημοκρατία, παραβαίνει τις διατάξεις του παρόντος Νόμου ή και των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων οδηγιών ή/και του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1287/2006, οι οποίες παρέχουν εξουσίες στην Επιτροπή, η Επιτροπή απαιτεί από την ΕΠΕΥ να θέσει τέλος στην αντικανονική αυτή κατάσταση.

Εάν η εν λόγω ΕΠΕΥ δεν προβεί στις αιτούμενες ενέργειες, η Επιτροπή λαμβάνει όλα τα απαιτούμενα μέτρα για να εξασφαλίσει ότι η εν λόγω ΕΠΕΥ θα θέσει τέλος στην αντικανονική της κατάσταση. Η φύση των μέτρων αυτών κοινοποιείται στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής.

Εάν, παρά τα μέτρα που έλαβε η Επιτροπή, η ΕΠΕΥ συνεχίζει να παραβαίνει τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τις διατάξεις που θεσπίζονται δυνάμει του παρόντος Νόμου ή/και των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων οδηγιών ή/και του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1287/2006, η Επιτροπή δύναται, αφού ενημερώσει τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής, να λάβει όλα τα ενδεδειγμένα μέτρα που απαιτούνται για την προστασία των επενδυτών και της εύρυθμης λειτουργίας των αγορών. Η Επιτροπή ενημερώνει αμέσως την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και την ΕΑΚΑΑ για τα μέτρα αυτά.

Η Επιτροπή δύναται να κοινοποιήσει το όλο θέμα στην ΕΑΚΑΑ.

(3) Εάν η Επιτροπή, όταν ενεργεί ως η αρμόδια αρχή κράτους μέλους υποδοχής ρυθμιζόμενης αγοράς ή ΠΜΔ, έχει συγκεκριμένους και εξακριβώσιμους λόγους να πιστεύει ότι η εν λόγω ρυθμιζόμενη αγορά ή ο εν λόγω ΠΜΔ παραβαίνει τις διατάξεις του παρόντος Νόμου ή/και των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων οδηγιών ή/και του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1287/2006, ενημερώνει σχετικά την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής της ρυθμιζόμενης αγοράς ή του ΠΜΔ.

Εάν, παρά τα μέτρα που λαμβάνει η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής ή εφόσον τα μέτρα αυτά αποδειχθούν ακατάλληλα, η ρυθμιζόμενη αγορά ή ο ΠΜΔ συνεχίζει να ενεργεί με τρόπο που είναι σαφώς επιζήμιος για τα συμφέροντα των επενδυτών στη Δημοκρατίας ή για την εύρυθμη λειτουργία των αγορών, η Επιτροπή, αφού ενημερώσει την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής, λαμβάνει όλα τα ενδεδειγμένα μέτρα που είναι αναγκαία για να προστατεύσει τους επενδυτές και να διασφαλίσει την εύρυθμη λειτουργία των αγορών. Στα μέτρα αυτά περιλαμβάνεται και η δυνατότητα να απαγορεύεται στις ρυθμιζόμενες αγορές ή στους ΠΜΔ να παρέχουν πρόσβαση στους μηχανισμούς τους σε μέλη εξ’ αποστάσεως ή σε συμμετέχοντες εγκατεστημένους στη Δημοκρατία. Η Επιτροπή ενημερώνει αμέσως την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και την ΕΑΚΑΑ για τα μέτρα αυτά.

Η Επιτροπή δύναται να κοινοποιήσει το όλο θέμα στην ΕΑΚΑΑ.

(4) Όλα τα μέτρα που λαμβάνονται βάσει των εδαφίων (1), (2) και (3) ή τα οποία συνεπάγονται ποινές ή περιορισμό των δραστηριοτήτων ΕΠΕΥ κράτους μέλους ή ρυθμιζόμενης αγοράς κοινοποιούνται στην ενδιαφερόμενη ΕΠΕΥ κράτους μέλους ή στην ρυθμιζόμενη αγορά.

(5) Στις περιπτώσεις υποκαταστημάτων εγκατεστημένων στη Δημοκρατία η Επιτροπή δύναται, ως αρμόδια αρχή κράτους μέλους υποδοχής, να διενεργεί, κατά περίπτωση, ελέγχους και επιθεωρήσεις στις δραστηριότητες τους που ασκούνται στη Δημοκρατία και να απαιτεί πληροφόρηση από το υποκατάστημα σχετικά με τις δραστηριότητές του καθώς και για σκοπούς εποπτείας, εφόσον το κρίνουν σκόπιμο για λόγους σταθερότητας του χρηματοοικονομικού συστήματος στη Δημοκρατία.

Πριν από τη διεξαγωγή των εν λόγω ελέγχων και επιθεωρήσεων, η Επιτροπή πραγματοποιεί διαβούλευση με τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής. Μετά από τους ελέγχους και τις επιθεωρήσεις αυτές, η Επιτροπή διαβιβάζει στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής  τις πληροφορίες και τα ευρήματα που είναι σημαντικά για την εκτίμηση κινδύνου του ιδρύματος ή για τη σταθερότητα του χρηματοοικονομικού συστήματος της Δημοκρατίας.

(6) Η Επιτροπή, ως αρμόδια αρχή κράτους μέλους καταγωγής, λαμβάνει δεόντως υπόψη τις πληροφορίες και ευρήματα που τυχόν της διαβιβάζουν σύμφωνα με το Άρθρο 52, παράγραφος 3, της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ, κατά τον προσδιορισμό του προγράμματος εποπτικής εξέτασης του Άρθρου 99 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ  και επίσης σχετικά με τη σταθερότητα του χρηματοοικονομικού συστήματος του κράτους μέλους υποδοχής.

Σχέσεις με τρίτες χώρες

135. [Διαγράφηκε]
Ανταλλαγή πληροφοριών με τρίτες χώρες

136.-(1) Η Επιτροπή δύναται να συνάπτει συμφωνίες συνεργασίας που προβλέπουν την ανταλλαγή πληροφοριών με αρμόδιες αρχές τρίτων χωρών μόνον εφόσον οι πληροφορίες που ανακοινώνονται καλύπτονται από εγγυήσεις επαγγελματικού απορρήτου τουλάχιστον ισοδύναμες με αυτές που προβλέπονται στο άρθρο 129. Η εν λόγω ανταλλαγή πληροφοριών πρέπει να εξυπηρετεί την εκτέλεση των καθηκόντων των εν λόγω αρμόδιων αρχών.

Η Επιτροπή δύναται να διαβιβάζει δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα σε τρίτη χώρα μόνο σύμφωνα με το άρθρο 9 του περί Επεξεργασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (Προστασία του Ατόμου) Νόμου.

Η Επιτροπή μπορεί επίσης να συνάπτει συμφωνίες συνεργασίας που προβλέπουν την ανταλλαγή πληροφοριών με αρμόδιες αρχές, φορείς και πρόσωπα τρίτων χωρών υπεύθυνα για-

(α) Την εποπτεία πιστωτικών ιδρυμάτων, ή άλλων χρηματοοικονομικών φορέων, ασφαλιστικών επιχειρήσεων και χρηματαγορών,

(β) την εκκαθάριση και πτώχευση ΕΠΕΥ και παρόμοιες διαδικασίες,

(γ) τη διεξαγωγή των εκ του νόμου ελέγχων των λογαριασμών ΕΠΕΥ και άλλων χρηματοοικονομικών ιδρυμάτων, πιστωτικών ιδρυμάτων και ασφαλιστικών επιχειρήσεων, κατά την εκτέλεση των εποπτικών τους λειτουργιών, ή εκείνα που διαχειρίζονται συστήματα αποζημίωσης, κατά την εκτέλεση των λειτουργιών τους,

(δ) την εποπτεία των φορέων που υπεισέρχονται στην εκκαθάριση και πτώχευση ΕΠΕΥ και σε παρόμοιες διαδικασίες,

(ε) την εποπτεία προσώπων επιφορτισμένων με τη διεξαγωγή των εκ του νόμου ελέγχων των λογαριασμών ΕΠΕΥ και άλλων χρηματοοικονομικών ιδρυμάτων, πιστωτικών ιδρυμάτων και ασφαλιστικών επιχειρήσεων,

μόνον εφόσον οι πληροφορίες που ανακοινώνονται καλύπτονται από εγγυήσεις επαγγελματικού απορρήτου τουλάχιστον ισοδύναμες με τις προβλεπόμενες στο άρθρο 129. Αυτή η ανταλλαγή πληροφοριών πρέπει να εξυπηρετεί την εκτέλεση των καθηκόντων των εν λόγω αρχών, φορέων ή προσώπων.

(2) Εάν οι πληροφορίες προέρχονται από άλλο κράτος μέλος, μπορούν να κοινοποιηθούν μόνο μετά από ρητή συμφωνία των αρμόδιων αρχών που τις διαβίβασαν και, κατά περίπτωση, μόνο για τους σκοπούς για τους οποίους συμφώνησαν οι αρχές αυτές. Το παρόν εδάφιο εφαρμόζεται και σε πληροφορίες που παρέχουν οι αρμόδιες αρχές τρίτων χωρών.

Αναφορά παραβάσεων

136Α. [Διαγράφηκε]
  • Ιστορικό Τροποποιήσεων
  • 87(I)/2017
ΜΕΡΟΣ XV ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΗ ΕΠΟΠΤΕΙΑ ΚΕΠΕΥ
Συμπληρωματική εποπτεία ΚΕΠΕΥ

137. [Διαγράφηκε]
Διοικητικές κυρώσεις

138. [Διαγράφηκε]
ΜΕΡΟΣ ΧVI ΓΕΝΙΚΕΣ ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ
Γενικές Υποχρεώσεις

139. [Διαγράφηκε]
ΜΕΡΟΣ ΧVΙΙ ΠΟΙΝΙΚΗ, ΑΣΤΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ ΚΑΙ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΕΣ ΚΥΡΩΣΕΙΣ
Ποινικό αδίκημα

140. [Διαγράφηκε]
Διοικητικές κυρώσεις

141.-(1) Σε περίπτωση παράβασης διατάξεων του παρόντος Νόμου ή και των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων οδηγιών ή/και των αναφερόμενων στο άρθρο 155 Κανονισμών ή/και του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1287/2006, από οποιοδήποτε πρόσωπο, και για την οποία παράβαση δεν προβλέπεται στον παρόντα Νόμο ειδικό διοικητικό πρόστιμο, η Επιτροπή δύναται να επιβάλει στον παραβάτη διοικητικό πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις τριακόσιες πενήντα χιλιάδες ευρώ (€350.000) και, σε περίπτωση επανάληψης ή συνέχισης της παράβασης, διοικητικό πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις επτακόσιες χιλιάδες ευρώ (€700.000).

(2) Σε περίπτωση που πρόσωπο προσπορίστηκε όφελος από παράβαση του παρόντος Νόμου ή/και των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων οδηγιών ή/και των αναφερόμενων στο άρθρο 155 Κανονισμών ή/και του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1287/2006, το οποίο όφελος υπερβαίνει το ποσό των διοικητικών προστίμων που καθορίζονται στον παρόντα Νόμο για την εν λόγω παράβαση, η Επιτροπή δύναται να επιβάλλει διοικητικό πρόστιμο ύψους μέχρι του διπλάσιου του οφέλους που το εν λόγω πρόσωπο προσπορίστηκε από την παράβαση.

(3) Χωρίς επηρεασμό των εδαφίων (1) και (2), σε περίπτωση που η Επιτροπή διαπιστώσει παράβαση του παρόντος Νόμου ή/και των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων οδηγιών ή/και των αναφερόμενων στο άρθρο 155 Κανονισμών ή/και του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1287/2006, δύναται να επιβάλει διοικητικά πρόστιμα-

(α) Σε νομικά πρόσωπα· και

(β) σε διοικητικό σύμβουλο, διευθυντικό στέλεχος ή αξιωματούχο ή γραμματέα των νομικών προσώπων ή σε περίπτωση που το νομικό πρόσωπο είναι ΕΠΕΥ, και στα αρμόδια πρόσωπα της, σε περίπτωση που διαπιστωθεί ότι η παράβαση οφειλόταν σε δική τους υπαιτιότητα, εσκεμμένη παράλειψη ή αμέλεια.

(4) Οι Εποπτικές Αρχές δύνανται να ανακοινώνουν δημόσια οποιαδήποτε μέτρα ή κυρώσεις επιβάλλονται σε περίπτωση παράβασης των διατάξεων του παρόντος Νόμου ή/και των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων οδηγιών ή/και των αναφερόμενων στο άρθρο 155 Κανονισμών ή/και του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1287/2006, εκτός εάν η ανακοίνωση αυτή ενδέχεται να διαταράξει σοβαρά τις χρηματοοικονομικές αγορές ή να προκαλέσει δυσανάλογη ζημιά στα εμπλεκόμενα μέρη.

(5) Σε περίπτωση παράλειψης πληρωμής διοικητικού προστίμου που έχει επιβληθεί από την Επιτροπή ή την ΥΕΑΣΕ, λαμβάνονται δικαστικά μέτρα προς είσπραξη του ως προνοείται από τον περί της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς (Σύσταση και Αρμοδιότητες) Νόμο ή τη συνεργατική νομοθεσία, αντίστοιχα.

(6) Σε περίπτωση παράλειψης πληρωμής διοικητικού προστίμου που έχει επιβληθεί από την Κεντρική Τράπεζα, η Κεντρική Τράπεζα λαμβάνει δικαστικά μέτρα προς είσπραξη του και εισπράττει το οφειλόμενο ποσό ως αστικό χρέος οφειλόμενο προς τη Δημοκρατία.

(7) Τα διοικητικά πρόστιμα που επιβάλλονται από την Επιτροπή κατά τις διατάξεις του παρόντος Νόμου συνιστούν έσοδα του Πάγιου Ταμείου της Δημοκρατίας.

(8) Τα διοικητικά πρόστιμα που επιβάλλονται από την Κεντρική Τράπεζα κατά τις διατάξεις του παρόντος Νόμου λογίζονται στα έσοδα της.

(9) Σε σχέση με τα διοικητικά πρόστιμα που επιβάλλονται από την ΥΕΑΣΕ κατά τις διατάξεις του παρόντος Νόμου, εφαρμόζεται το άρθρο 41ΙΚ του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου.

Δικαίωμα άσκησης ένδικων μέσω προσφυγής

142. [Διαγράφηκε]
Αστική ευθύνη

143. [Διαγράφηκε]
ΜΕΡΟΣ ΧVIΙΙ ΤΕΛΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΚΑΙ ΣΥΝΔΡΟΜΕΣ
Καταβολή τελών και συνδρομών

144. [Διαγράφηκε]
ΜΕΡΟΣ ΧΙΧ ΤΕΛΙΚΕΣ ΚΑΙ ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Κατάργηση αντίθετων διατάξεων

145. [Διαγράφηκε]
Έκδοση και εφαρμογή Οδηγιών

146. [Διαγράφηκε]
Συνέχιση λειτουργίας υφιστάμενων ΚΕΠΕΥ

147. [Διαγράφηκε]
Συνέχιση λειτουργίας υφιστάμενων ΕΠΕΥ τρίτων χωρών

148. [Διαγράφηκε]
Συνέχιση λειτουργίας υφιστάμενων τραπεζών ως ΕΠΕΥ

149. [Διαγράφηκε]
Υφιστάμενοι συνδεδεμένοι αντιπρόσωποι

150. [Διαγράφηκε]
Υφιστάμενοι επαγγελματίες πελάτες

151. [Διαγράφηκε]
Υφιστάμενες κοινοποιήσεις

152. [Διαγράφηκε]
Κατάργηση της Γνωστοποίησης 217/2008

153. [Διαγράφηκε]
Συνέχιση λειτουργίας ΧΑΚ

154. [Διαγράφηκε]
Συνέχιση ισχύος Κανονισμών

155.-(1) Οι περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Ταμείου Αποζημίωσης Επενδυτών Πελατών ΕΠΕΥ Κανονισμοί, οι οποίοι εκδόθηκαν δυνάμει του περί των Επιχειρήσεων Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (Ε.Π.Ε.Υ.) Νόμου, συνεχίζουν να ισχύουν μέχρις ότου αντικατασταθούν δυνάμει του παρόντος Νόμου.

(2) Οι περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Ταμείου Αποζημίωσης Επενδυτών Πελατών Τραπεζών Κανονισμοί, οι οποίοι εκδόθηκαν δυνάμει του περί των Επιχειρήσεων Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (Ε.Π.Ε.Υ.) Νόμου, συνεχίζουν να ισχύουν μέχρις ότου αντικατασταθούν δυνάμει του παρόντος Νόμου.

Επιφυλάξεις

156. [Διαγράφηκε]
Μεταβατικές διατάξεις αναφορικά με πρόσωπα που παρέχουν επενδυτικές συμβουλές

157. [Διαγράφηκε]
Μεταβατικές διατάξεις περί εποπτείας ΚΕΠΕΥ με υποκατάστημα σε κράτος μέλος

157Α. [Διαγράφηκε]
  • Ιστορικό Τροποποιήσεων
  • 87(I)/2017
Κατάργηση νόμου

158. [Διαγράφηκε]
Έναρξη ισχύος του παρόντος Νόμου

159. [Διαγράφηκε]
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑΤΑ
ΠΡΩΤΟ ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
[Διαγράφηκε]
ΔΕΥΤΕΡΟ ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
[Διαγράφηκε]
ΤΡΙΤΟ ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
[Διαγράφηκε]
Σημείωση
18 του Ν.141(I)/2012Σημείωση Συντάκτη

Εκ παραδρομής η Βουλή στο άρθρο 18 του τροποποιητικού Ν.141(I)/2012 αναφέρει να τροποποιηθεί το άρθρο 141 αντί το άρθρου 142.

Σημείωση
5 του Ν. 154(Ι)/2012Σημείωση Συνάκτη

Το άρθρο 5 του Ν. 154(Ι)/2012, τροποποιεί και αντικαθιστά το άρθρο 54 του βασικού, εκ παραδρομής όμως της Βουλής το εδάφιο (2) περιλαμβάνει δύο υποεδάφια (γ).

Σημείωση
103 του Ν. 87(Ι)/2017Μεταβατικές διατάξεις

103.-(1) Οι οδηγίες της Επιτροπής και της Κεντρικής Τράπεζας, οι οποίες εκδόθηκαν δυνάμει των περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμων του 2007 έως 2016 ως διορθώθηκαν, συνεχίζουν να ισχύουν μέχρις ότου αντικατασταθούν δυνάμει του παρόντος Νόμου ή άλλης νομοθεσίας.

(2)(α) Μέχρι την 3η Ιανουαρίου 2021 -

(i)Η υποχρέωση εκκαθάρισης που καθορίζεται στο Άρθρο 4 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 και οι τεχνικές μείωσης του κινδύνου, που καθορίζονται στο Άρθρο 11, παράγραφος 3, του εν λόγω Κανονισμού, δεν εφαρμόζονται στις συμβάσεις ενεργειακών παραγώγων ΙΙΙ.6 που συνάπτονται από μη χρηματοοικονομικούς αντισυμβαλλόμενους οι οποίοι πληρούν τις προϋποθέσεις του Άρθρου 10, παράγραφος 1, του εν λόγω Κανονισμού ή από μη χρηματοοικονομικούς αντισυμβαλλόμενους που αδειοδοτούνται για πρώτη φορά ως ΕΠΕΥ από την 3 Ιανουαρίου 2018∙ και

(ii)οι εν λόγω συμβάσεις ενεργειακών παραγώγων ΙΙΙ.6 δεν θεωρούνται συμβάσεις εξωχρηματιστηριακών παραγώγων για τους σκοπούς του κατωφλίου εκκαθάρισης που ορίζεται στο Άρθρο 10 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012:

Νοείται ότι οι συμβάσεις ενεργειακών παραγώγων ΙΙΙ.6, που επωφελούνται από το μεταβατικό καθεστώς κατά τα οριζόμενα στην παρούσα παράγραφο, υπόκεινται σε όλες τις απαιτήσεις που καθορίζονται στον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 648/2012.

(β) Η Επιτροπή χορηγεί στις ΚΕΠΕΥ την κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο (α) εξαίρεση και κοινοποιεί στην ΕΑΚΑΑ τις συμβάσεις ενεργειακών παραγώγων ΙΙΙ.6 για τις οποίες έχει χορηγήσει σε ΚΕΠΕΥ εξαίρεση σύμφωνα με την παράγραφο (α).

Σημείωση
104 του Ν. 87(Ι)/2017Κατάργηση νόμων

104.-(1) Με την επιφύλαξη των εδαφίων (2) και (3) και τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου (4), καταργούνται οι διατάξεις των περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμων του 2007 έως 2016 ως διορθώθηκαν.

(2)Οι  διατάξεις των άρθρων 2, 8, 10, 17,18(2)(ζ), 18(2)(ε), 18(2)(στ),18(3), 68, 70, 71 (1) και (2), 72A 73, 74,115(1) μέχρι (3), 119, 126, 127, 128, 130, 131,  131Α, 131Β,132, 132Α, 132Β, 134 (5) και (6),136, 141(3), και 155(2)  των περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμων του 2007 έως 2016 ως διορθώθηκαν, διατηρούνται σε ισχύ.

(3)Οι διατάξεις των άρθρων 71(3), 141 (1) και (2) και (4) μέχρι (8) των περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμων του 2007 έως 2016 ως διορθώθηκαν, διατηρούνται σε ισχύ.

(4) Τα άρθρα των περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμων του 2007 έως 2016 ως διορθώθηκαν, τα οποία καταργούνται διά του εδαφίου (1) και στα οποία παραπέμπουν τα άρθρα των εν λόγω Νόμων τα οποία αναφέρονται στο εδάφιο (2) και (3) συνεφαρμόζονται με τα τελευταία αυτά άρθρα για τους σκοπούς των τελευταίων αυτών άρθρων, ως εάν να μην καταργούνται δια του εδαφίου (1).

Σημείωση
105 του Ν. 87(Ι)/2017Έναρξη της ισχύος του Ν. 87(Ι)/2017

105.-(1) Με την επιφύλαξη των εδαφίων (2) και (3), ο παρών Νόμος [Σ.Σ.: δηλαδή ο Ν. 87(Ι)/2017] τίθεται σε ισχύ την 3η Ιανουαρίου 2018.

(2)  Τα άρθρα 45(1)(γ) και 74(1) τίθενται σε ισχύ κατά την ημερομηνία δημοσίευσης του παρόντος Νόμου [Σ.Σ.: δηλαδή του Ν. 87(Ι)/2017] στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας.

(3)  Το άρθρο 66(2) [Σ.Σ.: δηλαδή του Ν. 87(Ι)/2017] τίθεται σε ισχύ την 3η Σεπτεμβρίου 2019.