5.-(1) Τα πιο κάτω πρόσωπα υπέχουν υποχρέωσης να υποβάλλουν φορολογική δήλωση στον Έφορο Φορολογίας:
(α) Άτομο που είναι κάτοικος της Δημοκρατίας, για κάθε φορολογικό έτος-
(i) εάν κατά τη διάρκεια του φορολογικού έτους έχει μικτό εισόδημα που εμπίπτει στις διατάξεις του εδαφίου (1) του άρθρου 5 του περί Φορολογίας του Εισοδήματος Νόμου· ή/και
(ii) εάν κατά την 31η Δεκεμβρίου του φορολογικού έτους έχει συμπληρώσει το εικοστό πέμπτο (25ο) έτος της ηλικίας του, αλλά δεν έχει συμπληρώσει το εβδομηκοστό πρώτο (71ο) έτος της ηλικίας του, ανεξαρτήτως εάν κατά τη διάρκεια του φορολογικού έτους έχει μικτό εισόδημα που εμπίπτει στις διατάξεις του εδαφίου (1) του άρθρου 5 του περί Φορολογίας του Εισοδήματος Νόμου·
(β) άτομο που δεν είναι κάτοικος της Δημοκρατίας, για κάθε φορολογικό έτος, εάν κατά τη διάρκεια του φορολογικού έτους έχει μικτό εισόδημα που εμπίπτει στις διατάξεις του εδαφίου (2) του άρθρου 5 του περί Φορολογίας του Εισοδήματος Νόμου·
(γ) εταιρεία που έχει συσταθεί στη Δημοκρατία ή που είναι κάτοικος στη Δημοκρατία, για κάθε φορολογικό έτος, ανεξαρτήτως εάν κατά τη διάρκεια του φορολογικού έτους έχει μικτό εισόδημα που εμπίπτει στις διατάξεις εδαφίου (1) του άρθρου 5 του περί Φορολογίας του Εισοδήματος Νόμου· και
(δ) εταιρεία που δεν έχει συσταθεί στη Δημοκρατία και δεν είναι κάτοικος στη Δημοκρατία, για κάθε φορολογικό έτος, εάν κατά τη διάρκεια του φορολογικού έτους έχει μικτό εισόδημα που εμπίπτει στις διατάξεις του εδαφίου (2) του άρθρου 5 του περί Φορολογίας του Εισοδήματος Νόμου:
(1Α) Η προβλεπόμενη στο εδάφιο (1) φορολογική δήλωση υποβάλλεται μέχρι την 31η Ιουλίου του έτους που ακολουθεί το φορολογικό έτος:
(1Β) [Διαγράφηκε].
(1Γ) [Διαγράφηκε].
(2) Δεν αποτελεί υπεράσπιση για το προβλεπόμενο στο εδάφιο (1) πρόσωπο το γεγονός ότι δεν έλαβε από τον Έφορο Φορολογίας οποιαδήποτε ειδοποίηση αναφορικά με την υποχρέωση υποβολής δήλωσης.
(3) [Διαγράφηκε].
(4) Ανεξαρτήτως των διατάξεων του εδαφίου (1), ο Έφορος Φορολογίας δύναται με έγγραφη ειδοποίησή του να απαιτεί από οποιοδήποτε πρόσωπο όπως, εντός ταχθείσας στην ειδοποίηση προθεσμίας, υποβάλει φορολογική δήλωση και τέτοια στοιχεία που δυνατόν να απαιτούνται για τους σκοπούς του νόμου δυνάμει του οποίου επιβλήθηκε φόρος.
(5) Ο Έφορος Φορολογίας δύναται με έγγραφη ειδοποίησή του να απαιτεί από οποιοδήποτε φυσικό πρόσωπο όπως, εντός ταχθείσας στην ειδοποίηση προθεσμίας, υποβάλει λεπτομερή κατάσταση του ενεργητικού και παθητικού της προσωπικής και επαγγελματικής περιουσίας, εντός και εκτός της Δημοκρατίας, αυτού, κάθε εξαρτημένου από αυτό προσώπου, καθώς και του ή της συζύγου αυτού, η οποία καλύπτει την καθοριζόμενη στην ειδοποίηση περίοδο:
(6) Οι δυνάμει των διατάξεων του παρόντος άρθρου απαιτούμενες δηλώσεις και καταστάσεις υποβάλλονται με ηλεκτρονικά ή άλλα μέσα, τα οποία εγκρίνονται από τον Έφορο Φορολογίας και συνοδεύονται από τα αναγκαία έγγραφα που αναφέρονται σ’ αυτές:
(7)(α) Έγγραφα που, άμεσα ή έμμεσα, δικαιολογούν οποιαδήποτε ποσά ή πληροφορίες αναγράφονται στη δήλωση, φυλάσσονται από το πρόσωπο που είναι υπόχρεο για την υποβολή της δήλωσης ή από δεόντως εξουσιοδοτημένο πρόσωπο αυτού, για περίοδο έξι (6) ετών από την ημερομηνία της προθεσμίας της υποβολής της φορολογικής δήλωσης ή της αναθεωρημένης φορολογικής δήλωσης, ή την ημερομηνία της υποβολής της φορολογικής δήλωσης ή της αναθεωρημένης φορολογικής δήλωσης, οποιαδήποτε ημερομηνία είναι μεταγενέστερη, και το πρόσωπο παρέχει στον Έφορο Φορολογίας κάθε διευκόλυνση προς εξέταση των εγγράφων:
(β) Χωρίς επηρεασμό της γενικότητας της παραγράφου (α), το πρόσωπο που έχει υποχρέωση υποβολής δήλωσης, κατά τα προβλεπόμενα στο παρόν άρθρο ή το δεόντως εξουσιοδοτημένο πρόσωπο αυτού φυλάσσει έγγραφα, ως αναφέρεται στην εν λόγω παράγραφο, τα οποία-
(i) επεξηγούν ορθώς όλες τις συναλλαγές του προσώπου που αφορά η δήλωση·
(ii) επιτρέπουν τον καθορισμό της οικονομικής θέσης του προσώπου που αφορά η δήλωση με εύλογη ακρίβεια σε οποιαδήποτε χρονική στιγμή· και
(iii) επιτρέπουν την ετοιμασία οικονομικών καταστάσεων, σε περίπτωση που υπάρχει τέτοια υποχρέωση, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου ή του περί Εταιρειών Νόμου:
(i) τα χρηματικά ποσά που εισπράττονται και δαπανώνται από το πρόσωπο που αφορά η δήλωση, καθώς και τις περιπτώσεις για τις οποίες πραγματοποιείται η αντίστοιχη είσπραξη και η αντίστοιχη δαπάνη·
(ii) τις πωλήσεις, αγορές και οποιεσδήποτε άλλες συναλλαγές του προσώπου που αφορά η δήλωση· και
(iii) τα περιουσιακά στοιχεία και τις υποχρεώσεις του προσώπου που αφορά η δήλωση.
(8) Σε περίπτωση που η υποβολή της δήλωσης γίνεται με ηλεκτρονικά ή άλλα μέσα, για σκοπούς του παρόντος Νόμου και οποιασδήποτε δικαστικής διαδικασίας, η πρόσβαση στο ηλεκτρονικό σύστημα πραγματοποιείται μέσω ασφαλούς μεθόδου ηλεκτρονικής ταυτοποίησης ή/και αυθεντικοποίησης, η οποία καθορίζεται ή εγκρίνεται από τον Έφορο Φορολογίας και δύναται να περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, χρήση διαπιστευτηρίων που παρέχονται μέσω κυβερνητικής πύλης ή άλλου ενιαίου συστήματος ηλεκτρονικής ταυτοποίησης της Δημοκρατίας και η πρόσβαση υπέχει θέση της χειρόγραφης υπογραφής που θα έφερε η κατάσταση ή άλλα έγγραφα, εάν υποβαλλόταν με μη μηχανογραφημένη, ηλεκτρονική ή άλλη μέθοδο.
(9) Σε περίπτωση που πρόσωπο έχει υποχρέωση, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου, να τηρεί λογιστικά βιβλία και αρχεία και να ετοιμάζει λογαριασμούς που ελέγχονται ή επισκοπούνται, όπως προβλέπεται στις διατάξεις του περί Εταιρειών Νόμου, από ανεξάρτητο ελεγκτή, τα στοιχεία της δήλωσής του είναι σύμφωνα με τους εξελεγμένους ή επισκοπημένους λογαριασμούς.
(10) Έντυπα, ηλεκτρονικά και άλλα μέσα που εγκρίνονται δυνάμει των διατάξεων του παρόντος άρθρου δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας με γνωστοποίηση του Εφόρου Φορολογίας:
5Α. ―(1) Ο Έφορος δύναται να εγγράφει στο Φορολογικό Μητρώο οποιοδήποτε πρόσωπο και ενημερώνει το πρόσωπο αυτό με σχετική ειδοποίηση, η οποία κοινοποιείται με συστημένη επιστολή ταχυδρομικώς στην τελευταία δηλωθείσα διεύθυνση ή με ηλεκτρονική αλληλογραφία στην τελευταία δηλωθείσα ηλεκτρονική διεύθυνση του προσώπου αυτού, οι οποίες διευθύνσεις έχουν δοθεί σε οποιαδήποτε αρμόδια αρχή στη Δημοκρατία, ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο ο Έφορος Φορολογίας κρίνει επαρκή, ώστε το πρόσωπο να λάβει γνώση για την ειδοποίηση.
(1Α) Άτομο υπέχει υποχρέωση να υποβάλει σχετική ειδοποίηση για εγγραφή στο Φορολογικό Μητρώο και εξασφάλιση αριθμού φορολογικής ταυτότητας, σε περίπτωση που-
(α) είναι κάτοικος της Δημοκρατίας και έχει συμπληρώσει το εικοστό πέμπτο (25ο) έτος της ηλικίας του· ή
(β) έχει εισοδήματα που εμπίπτουν στο άρθρο 5 του περί Φορολογίας του Εισοδήματος Νόμου:
(2) Εταιρεία υπέχει υποχρέωση να υποβάλει σχετική ειδοποίηση για εγγραφή στο Φορολογικό Μητρώο και εξασφάλιση αριθμού φορολογικής ταυτότητας εντός εξήντα (60) ημερών από την ημερομηνία σύστασης ή εγγραφής της δυνάμει οποιουδήποτε εκάστοτε σε ισχύ Νόμου στη Δημοκρατία ή σε περίπτωση εταιρείας που συστάθηκε εκτός της Δημοκρατίας αμέσως μετά την εγγραφή της, σύμφωνα με τον περί Εταιρειών Νόμο ή αμέσως μετά που γίνεται κάτοικος της Δημοκρατίας ή αμέσως μετά την απόκτηση εισοδημάτων που εμπίπτουν στο άρθρο 5 του περί Φορολογίας του Εισοδήματος Νόμου.
(3) Πρόσωπο το οποίο είναι εγγεγραμμένο στο Φορολογικό Μητρώο έχει υποχρέωση να κοινοποιεί στον Έφορο Φορολογίας οποιεσδήποτε αλλαγές επέρχονται στα στοιχεία του, τα οποία περιλαμβάνονται στο Φορολογικό Μητρώο, περιλαμβανομένης οποιασδήποτε αλλαγής στην ταχυδρομική ή ηλεκτρονική διεύθυνση αλληλογραφίας του, εντός εξήντα (60) ημερών από το σχετικό γεγονός, σε τύπο και κατά τρόπο που καθορίζονται από τον Έφορο Φορολογίας.
(4) Εταιρεία η οποία έχει συσταθεί στη Δημοκρατία, αλλά δεν είναι κάτοικος της Δημοκρατίας, ενημερώνει τον Έφορο Φορολογίας αναφορικά με την κατάσταση της επιχείρησής της εντός εξήντα (60) ημερών από την ημερομηνία σύστασής της, σε τύπο και κατά τον τρόπο που καθορίζεται από τον Έφορο Φορολογίας.
5B.-(1) Πρόσωπο, το οποίο έχει υποβάλει φορολογική δήλωση δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου, δύναται να υποβάλει αναθεωρημένη δήλωση για ένα φορολογικό έτος μόνο, εντός τριών (3) ετών από τη λήξη της προθεσμίας υποβολής φορολογικής δήλωσης για το εν λόγω φορολογικό έτος, με τη χρήση εντύπου ή ηλεκτρονικού ή άλλου μέσου που εγκρίνει ο Έφορος Φορολογίας.
(2) Πρόσωπο, το οποίο υποβάλλει αναθεωρημένη δήλωση, καταβάλλει εντός τριάντα (30) ημερών από την ημερομηνία υποβολής αυτής οποιονδήποτε επιπρόσθετο οφειλόμενο φόρο προκύπτει.
(3) Η φορολογική δήλωση δύναται να αναθεωρηθεί δυνάμει των διατάξεων του παρόντος άρθρου, νοουμένου ότι η αναθεώρηση-
(α) προκύπτει λόγω αιτούμενης έκπτωσης, πίστωσης, αφαίρεσης ή ελά-φρυνσης που προβλέπεται σε νόμο. ή
(β) είναι αναγκαία για διόρθωση λάθους ή σφάλματος. ή
(γ) είναι αναγκαία για σκοπούς συνοχής με τις διατάξεις οποιουδήποτε νόμου δυνάμει του οποίου επιβάλλεται φόρος.
(4) Ανεξαρτήτως των διατάξεων του παρόντος άρθρου, πρόσωπο δεν δύναται να υποβάλει αναθεωρημένη δήλωση για το υπό εξέταση έτος, κατά ή μετά τη διενέργεια εξέτασης ή ελέγχου από το Τμήμα Φορολογίας, περιλαμβανομένων του επιτόπιου ελέγχου και της διερεύνησης των φορολογικών υποθέσεών του:
(5) Αναθεωρημένες δηλώσεις που αναφέρονται σε φορολογικό έτος για το οποίο έχει παρέλθει η προθεσμία που καθορίζεται στο εδάφιο (1), θεωρούνται εγκύρως υποβληθείσες εάν υποβληθούν εντός έξι (6) μηνών από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Βεβαιώσεως και Εισπράξεως Φόρων (Τροποποιητικού) (Αρ. 3) Νόμου του 2020.
6.-(1) Εργοδότης υποβάλλει, μέχρι την τελευταία ημερολογιακή μέρα του μηνός Μαρτίου κάθε έτους, κατάσταση των εν τη υπηρεσία αυτού προσώπων, περιλαμβανομένων των προσώπων επί μερική απασχόληση και των εργοδοτουμένων με βάση συμβόλαιο, η οποία περιέχει, αναφορικά με το αμέσως προηγούμενο φορολογικό έτος, τα πιο κάτω στοιχεία ανά πρόσωπο:
(α) Το όνομα, τον αριθμό ταυτότητας, τον αριθμό φορολογικής ταυτότητας, την ημερομηνία γέννησης, τη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου και τη διεύθυνση διαμονής του·
(β) την ημερομηνία έναρξης της εργοδότησης ή/και την ημερομηνία τερματισμού της εργοδότησης·
(γ) εισόδημα, κέρδος ή όφελος που παρασχέθηκε από τον εργοδότη, το οποίο εμπίπτει στις παραγράφους (β) και (ζ) του εδαφίου (1) του άρθρου 5 του περί Φορολογίας του Εισοδήματος Νόμου και στις διατάξεις των παραγράφων (β) και (ζ) του εδαφίου (2) του άρθρου 5 του ιδίου Νόμου·
(δ) οποιοδήποτε στοιχείο απαιτείται για την εφαρμογή του παρόντος Νόμου και οποιουδήποτε άλλου νόμου που επιβάλλει φόρο ή εισφορά, η καταβολή του οποίου διενεργείται με βάση τις διατάξεις του παρόντος Νόμου, το οποίο είτε αφορά στα στοιχεία που αναφέρονται στην παράγραφο (γ) είτε δηλώθηκε στον εργοδότη από το εν τη υπηρεσία αυτού πρόσωπο σε δήλωση για τη διεκδίκηση φορολογικών εκπτώσεων.
(1Α) Η κατάσταση που υποβάλλεται από εργοδότη δυνάμει του εδαφίου (1) περιλαμβάνει και πρόσωπα στα οποία ο εργοδότης-
(α) κατέβαλε σύνταξη ή οποιαδήποτε άλλα ποσά εισπρακτέα, τα οποία εμπίπτουν στην παράγραφο (δ) του εδαφίου (1) του άρθρου 5 του περί Φορολογίας του Εισοδήματος Νόμου και στις διατάξεις της παραγράφου (γ) του εδαφίου (2) του άρθρου 5 του ιδίου Νόμου∙ ή
(β) παραχώρησε δάνειο ή οποιαδήποτε άλλη χρηματική διευκόλυνση, για το οποίο προκύπτει στο πρόσωπο όφελος με βάση τις διατάξεις της παραγράφου (ζ) του εδαφίου (1) του άρθρου 5 του περί Φορολογίας του Εισοδήματος Νόμου και με βάση τις διατάξεις της παραγράφου (ζ) του εδαφίου (2) του άρθρου 5 του ιδίου Νόμου,
και οι παράγραφοι (α) έως (δ) του εδαφίου (1) εφαρμόζονται τηρουμένων των αναλογιών.
(2) Παρά τας διατάξεις του εδαφίου (1) o Διευθυντής δύναται να απαιτήση παρ' εκάστου εργoδότoυ όπως, εντός ευλόγου προθεσμίας ειδικώς καθoριζoμέvης υπό του Διευθυvτoύ eν ειδoπoιήσει επιδιδoμέvη προς τον εργoδότηv, ετοιμάση και παραδώση αυτώ κατάστασιν περιέχoυσαv αvαφoρικώς προς οιονδήποτε έτος τα στοιχεία τα αvαφερόμεvα eν ταις παραγράφοις (α) έως (δ) του εδαφίου (1):
(3) Ο eν εδαφίω (1) όρος "αμοιβή" περιλαμβάνει πληρωμάς υπό μoρφήv μισθού, ημερoμησθίωv, αμοιβής δι' υπερωριακήν εργασίαν, φιλoδωρημάτωv, επιδoμάτωv, μεριδίων επί των κερδών, τυχηρών, δικαιωμάτων, πρoμηθειώv ή συvτάξεωv, ως και την ετησίαν αξίαν (καθoριζoμέvηv βάσει της τρεχούσης αγοραίας τιμής) διαμovής, καταλύματος, στέγης, διατροφής ή ετέρου τυχηρού ή επιδόματος, χρηματικού ή μη, χoρηγoυμέvωv διά μισθωτάς υπηρεσίας, καθώς και το λογιζόμενο όφελος που προκύπτει σύμφωνα με την παράγραφο (ζ) του εδαφίου (1) και την παράγραφο (ζ) του εδαφίου (2) του άρθρου 5 του περί Φορολογίας του Εισοδήματος Νόμου.
(4) Οσάκις εργοδότης είναι εταιρεία, o διευθυντής ή έτερov πρόσωπον ασκoύv εξουσίας διευθυvτoύ θεωρείται ότι είναι o εργοδότης διά τους σκοπούς του παρόvτoς άρθρου και, πας διευθυντής αυτής ή πρόσωπον ασχoλoύμεvov με την διεύθυvσιv ταύτης θεωρείται ότι είναι μισθωτός.
(5) Πρόσωπο το οποίο έχει παρακρατήσει φόρο από αμοιβή εργολήπτη οφείλει να υποβάλει στο Διευθυντή, πριν την 30η Απριλίου του έτους το οποίο ακoλoυθεί το φoρoλoγικό έτος, κατάσταση με τα ovόματα, τον αριθμό ταυτότητας και τις διευθύνσεις των εργoληπτώv από τις αμοιβές των oπoίωv παρακρατήθηκε φόρος, καθώς επίσης το σύvoλo της αμοιβής το οποίο καταβλήθηκε και του φόρου που παρακρατήθηκε.
(6) Ανεξαρτήτως των διατάξεων οποιουδήποτε άλλου ισχύοντος Νόμου, οποιοσδήποτε ασκεί τραπεζική επιχείρηση οφείλει, χωρίς να επικαλείται υποχρέωση ή δικαίωμα τραπεζικού ή άλλου επαγγελματικού απορρήτου, να υποβάλλει στον Έφορο κατάσταση που να περιέχει τα ακόλουθα στοιχεία, για κάθε πρόσωπο στο οποίο πίστωσε τόκους:
(α) Το όνομα ή την επωνυμία, το κράτος φορολογικής κατοικίας, τον αριθμό φορολογικής ταυτότητας στο κράτος φορολογικής κατοικίας, την ημερομηνία γέννησης ή σύστασης, τη διεύθυνση διαμονής ή τη διεύθυνση του εγγεγραμμένου γραφείου·
(β) το ποσό των τόκων που πιστώθηκε·
(γ) το ποσό των φόρων ή/και εισφορών που παρακρατήθηκε αναφορικά με το ποσό των τόκων και τον σχετικό συντελεστή παρακράτησης που εφαρμόστηκε:
(7)(α) Ανεξαρτήτως οποιασδήποτε διάταξης διαλαμβάνεται σε οποιοδήποτε εκάστοτε σε ισχύ Νόμο, περιλαμβανομένης οποιασδήποτε νομοθετικής διάταξης σε σχέση με την τήρηση τραπεζικού απόρρητου, σε περίπτωση ελέγχου που διενεργείται αναφορικά με πρόσωπο για αντικείμενο φόρου, ο Διευθυντής δύναται αναφορικά με οποιοδήποτε φορολογικό έτος για το οποίο δύναται να επιβάλει φορολογία, να απαιτεί από τράπεζα με γραπτή ειδοποίησή του, να του παράσχει οποιαδήποτε στοιχεία και πληροφορίες βρίσκονται στην κατοχή της, για την περίοδο των επτά ετών που προηγούνται της υποβολής της σχετικής απαίτησής του, αναφορικά με οποιοδήποτε υφιστάμενο ή κλειστό λογαριασμό τέτοιου προσώπου ή συζύγου ή συγγενών του μέχρι πρώτου βαθμού συγγένειας, περιλαμβανομένου οποιουδήποτε κοινού λογαριασμού με ένα ή περισσότερα άλλα πρόσωπα.
(β) Βιβλία, αρχεία, άλλα έγγραφα, στοιχεία ή πληροφορίες, που απαιτούνται σύμφωνα με την παράγραφο (α) του παρόντος εδαφίου παρέχονται, προσάγονται, παραδίδονται, επιδίδονται ή αποστέλλονται από την τράπεζα με τις αναγκαίες επεξηγήσεις και διευκρινίσεις προς πλήρη ικανοποίηση του Διευθυντή, εντός προθεσμίας εξήντα (60) ημερών από της ημερομηνίας λήψεως της έγγραφης, σύμφωνα με την παράγραφο (α), γραπτής ειδοποίησης του Διευθυντή.
(γ) Οι εξουσίες που παρέχονται στο Διευθυντή δυνάμει του παρόντος εδαφίου, ασκούνται μόνον κατόπιν γραπτής συγκατάθεσης του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, η οποία εξασφαλίζεται μετά την υποβολή γραπτού αιτήματος από το Διευθυντή στο Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και μόνον αφού αποσταλεί σχετική έγγραφη ειδοποίηση από το Διευθυντή προς το πρόσωπο για το οποίο διεξάγεται ο έλεγχος:
(ii) περιγραφή των πληροφοριών που απαιτεί περιλαμβανομένης της φύσεως, όπως και του τρόπου που απαιτεί να λάβει τις πληροφορίες·
(iii) τους λόγους για τους οποίους θεωρεί ότι οι αιτούμενες πληροφορίες κατέχονται από την τράπεζα·
(iv) τη συγκεκριμένη προγενέστερη και αιτιολογημένη χρονική περίοδο για την οποία απαιτεί τις συγκεκριμένες πληροφορίες·
(v) δήλωση του Διευθυντή ότι έχει εξαντλήσει όλα τα στη διάθεση του μέσα, προς εξασφάλιση των αιτούμενων πληροφοριών, περιλαμβανομένης της κεφαλαιουχικής κατάστασης προκειμένου περί φυσικού προσώπου, εκτός από οποιαδήποτε δικαστικά μέτρα:
(8) Για τους σκοπούς των εδαφίων (6) και (7)-
"τράπεζα" σημαίνει-
(α) αδειοδοτημένο πιστωτικό ίδρυμα, όπως αυτό ορίζεται στο άρθρο 2 του περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου, και περιλαμβάνει τα πιστωτικά και χρηματοδοτικά ιδρύματα που λειτουργούν στη Δημοκρατία δυνάμει του άρθρου 10Α αυτού ή συνεργατικό πιστωτικό ίδρυμα που λειτουργεί με βάση τον περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο ή δημόσιο φορέα ή εταιρεία που είναι αδειοδοτημένος/η και ο οποίος ή η οποία διατηρεί ή στον οποίο ή στην οποία έχουν μεταφερθεί χορηγήσεις από πιστωτικό ίδρυμα·
(β) "εταιρεία εξαγοράς πιστώσεων" έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από τις διατάξεις του άρθρου 2 του περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και για Συναφή Θέματα Νόμου.
(9)(α) Ανεξάρτητα από οποιαδήποτε υποχρέωση για εχεμύθεια ή άλλο περιορισμό για παροχή και χρήση πληροφοριών και στοιχείων που προβλέπεται από οποιαδήποτε νομοθεσία ή άλλως πως, περιλαμβανομένου και περιορισμού που αφορά τραπεζικό ή επαγγελματικό απόρρητο, τηρουμένου του αναγνωρισμένου κατά νόμο δικηγορικού απορρήτου, ο Διευθυντής, προς συμμόρφωση με τις διατάξεις των συμβάσεων για αποφυγή της διπλής φορολογίας ή των συμφωνιών για την ανταλλαγή φορολογικών πληροφοριών ή της Οδηγίας 2011/16/ΕΕ του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 15ης Φεβρουαρίου 2011, δύναται, για σκοπούς ανταλλαγής πληροφοριών που αφορούν οποιοδήποτε πρόσωπο, περιλαμβανομένης εταιρείας ή συνεταιρισμού που έχει διαλυθεί ή διαγραφεί και ατόμου που έχει αποβιώσει, να απαιτεί και να λαμβάνει σε οποιαδήποτε μορφή από οποιοδήποτε πρόσωπο, βιβλία, αρχεία ή άλλα έγγραφα ή στοιχεία ή πληροφορίες που βρίσκονται υπό τον έλεγχο, κατοχή, διάθεση ή δικαιοδοσία του προσώπου αυτού, τα οποία κρίνει αναγκαία.
(β) Ο Διευθυντής πληροφορεί το πρόσωπο από το οποίο ζητούνται οι πληροφορίες σύμφωνα με την παράγραφο (α) του παρόντος εδαφίου, από ποια φορολογική αρχή έχουν ζητηθεί οι σχετικές πληροφορίες:
(10) Βιβλία, αρχεία ή άλλα έγγραφα ή στοιχεία ή πληροφορίες, που απαιτούνται σύμφωνα με το εδάφιο (9), παρέχονται, προσάγονται, παραδίδονται, επιδίδονται ή αποστέλλονται με τις απαραίτητες ή αναγκαίες επεξηγήσεις και διευκρινίσεις προς πλήρη ικανοποίηση του Διευθυντή.
(11) Για σκοπούς εφαρμογής των διατάξεων του εδαφίου (9), η αρμόδια αρχή του κράτους που αιτείται πληροφορίες, παρέχει στο Διευθυντή τα ακόλουθα στοιχεία και πληροφορίες-
(α) την ταυτότητα του προσώπου που βρίσκεται υπό εξέταση ή έρευνα·
(β) περιγραφή των πληροφοριών που ζητούνται,περιλαμβανομένων της φύσεως και του τρόπου που επιθυμεί να λάβει τις πληροφορίες από το Διευθυντή·
(γ) το φορολογικό σκοπό για τον οποίο ζητούνται οι σχετικές πληροφορίες·
(δ) τους λόγους, για τους οποίους πιστεύει ότι οι ζητούμενες πληροφορίες κατέχονται από το Διευθυντή ή είναι στην κατοχή ή έλεγχο προσώπου εντός της Δημοκρατίας·
(ε) στο βαθμό που είναι γνωστό, το όνομα και διεύθυνση οποιουδήποτε προσώπου που πιστεύει ότι κατέχει τις ζητούμενες πληροφορίες·
(στ) δήλωση ότι, η αίτηση για παροχή πληροφοριών είναι σύμφωνη με το νόμο και τη διοικητική πρακτική του αιτούντος κράτους και ότι αν οι ζητούμενες πληροφορίες ήταν εντός της δικαιοδοσίας του αιτούντος κράτους, η αρμόδια αρχή αυτού, θα μπορούσε να εξασφαλίσει τις σχετικές πληροφορίες σύμφωνα με τους νόμους ή στα πλαίσια της συνηθισμένης διοικητικής πρακτικής αυτού·
(ζ) δήλωση ότι το αιτούν κράτος έχει εξαντλήσει όλα τα μέσα στη διάθεση του εντός της δικαιοδοσίας του προς εξασφάλιση των ζητούμενων πληροφοριών, εκτός εκείνων που θα προκαλούσαν υπέρμετρες δυσκολίες:
(12) Οι εξουσίες που παρέχονται δυνάμει του εδαφίου (9) και του εδαφίου (17) ασκούνται μόνον κατόπιν γραπτής συγκατάθεσης του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας η οποία εξασφαλίζεται μόνον κατόπιν υποβολής σχετικού γραπτού αιτήματος από τον ίδιο το Διευθυντή.
(13) Ο Διευθυντής δύναται να απαιτήση παρ' οιονδήποτε προσώπου όπως εφοδιάση αυτόν διά δηλώσεως παρεχούσης πλήρη στοιχεία οιονδήποτε πoσoύ, καταβαλλoμέvoυ υπ' αυτού εις οιονδήποτε έτερov πρόσωπον eν oιωδήπoτε έτει, δυvαμέvoυ να θεωρηθή ως εισόδημα του λαμβάvovτoς τoύτo προσώπου.
(14) Αι κατά τας διατάξεις του παρόvτoς άρθρου απαιτoύμεvαι δηλώσεις και καταστάσεις υπoβάλλovται επί εvτύπoυ εγκριθέvτoς υπό του Διευθυvτoύ.
(15) Ανεξάρτητα από οποιαδήποτε υποχρέωση για εχεμύθεια ή άλλο περιορισμό για παροχή και χρήση πληροφοριών και στοιχείων που προβλέπεται σε οποιαδήποτε νομοθεσία ή άλλως πως, περιλαμβανομένου και περιορισμού που αφορά τραπεζικό ή επαγγελματικό απόρρητο, ο Διευθυντής, προς συμμόρφωση με τις διατάξεις συμφωνίας για την αυτόματη ανταλλαγή πληροφοριών που συνομολογείται μεταξύ της Δημοκρατίας και άλλου κράτους μέλους ή τρίτης χώρας, δύναται, για σκοπούς ανταλλαγής πληροφοριών που αφορούν οποιοδήποτε πρόσωπο, περιλαμβανομένης εταιρείας ή συνεταιρισμού που έχει διαλυθεί ή διαγραφεί και ατόμου που έχει αποβιώσει, να απαιτεί και να λαμβάνει σε οποιαδήποτε μορφή από οποιοδήποτε πρόσωπο, βιβλία, αρχεία ή άλλα έγγραφα ή στοιχεία ή πληροφορίες που βρίσκονται υπό τον έλεγχο, την κατοχή, διάθεση ή δικαιοδοσία του προσώπου αυτού.
(16) Ο Υπουργός Οικονομικών καθορίζει, με Διάταγμα που δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, την εφαρμογή και τη ρύθμιση θεμάτων που προκύπτουν από ή σχετίζονται με τις διατάξεις του εδαφίου (15), περιλαμβανομένων θεμάτων σχετικά με τη διαδικασία της λήψης βιβλίων, αρχείων ή άλλων εγγράφων ή στοιχείων ή πληροφοριών για σκοπούς εφαρμογής του εν λόγω εδαφίου.
(17) Ανεξάρτητα από οποιαδήποτε υποχρέωση προς εχεμύθεια ή άλλο περιορισμό για παροχή και χρήση πληροφοριών και στοιχείων που προβλέπεται σε οποιαδήποτε νομοθεσία ή άλλως πως, περιλαμβανομένου και περιορισμού που αφορά τραπεζικό ή επαγγελματικό απόρρητο, τα Δηλούντα Κυπριακά Χρηματοοικονομικά Ιδρύματα, όπως ορίζονται στο περί Βεβαιώσεως και Εισπράξεως (Ανταλλαγή Πληροφοριών) στα πλαίσια της Πολυμερούς Συμφωνίας Αρμόδιων Αρχών για την Αυτόματη Ανταλλαγή Πληροφοριών Χρηματοοικονομικών Λογαριασμών, Διάταγμα του 2020, κατόπιν αιτήματος του Εφόρου Φορολογίας, υποβάλλουν σε αυτόν πληροφορίες και στοιχεία που αφορούν πρόσωπα τα οποία είναι κάτοικοι της Δημοκρατίας:
(18) Ο Έφορος δύναται να καθορίζει τη μορφή, τον τύπο και τον τρόπο υποβολής οποιουδήποτε φορολογικού ή άλλου στοιχείου ή κατάστασης που υποβάλλεται δυνάμει του παρόντος άρθρου, περιλαμβανομένης της ψηφιακής ή ηλεκτρονικής υποβολής με ηλεκτρονικά πρότυπα που επιτρέπουν τη δομημένη και αυτοματοποιημένη επεξεργασία δεδομένων από πληροφορικά συστήματα.
(19) Στην περίπτωση που εγκρίνεται η χρήση ψηφιακής ή ηλεκτρονικής μεθόδου για την υποβολή οποιουδήποτε φορολογικού ή άλλου στοιχείου ή κατάστασης, τότε, για σκοπούς του παρόντος Νόμου και οποιασδήποτε δικαστικής διαδικασίας, η πρόσβαση στο ηλεκτρονικό σύστημα πραγματοποιείται μέσω ασφαλούς μεθόδου ηλεκτρονικής ταυτοποίησης ή/και αυθεντικοποίησης, η οποία καθορίζεται ή εγκρίνεται από τον Έφορο και δύναται να περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, χρήση διαπιστευτηρίων που παρέχονται μέσω κυβερνητικής πύλης ή άλλου ενιαίου συστήματος ηλεκτρονικής ταυτοποίησης της Δημοκρατίας και η πρόσβαση αυτή υπέχει θέση της χειρόγραφης υπογραφής που θα έφερε η κατάσταση ή άλλα έγγραφα, εάν υποβαλλόταν με μη μηχανογραφημένη, ηλεκτρονική ή άλλη μέθοδο.
6Α. (1) Το Υπουργικό Συμβούλιο δύναται να εκδίδει κανονισμούς για την εφαρμογή και την αντιμετώπιση θεμάτων που προκύπτουν ή σχετίζονται με την Οδηγία του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ημερομηνίας 3 Ιουνίου 2003, 2003/48/ΕΚ.
(2) Κανονισμοί που εκδίδονται δυνάμει του παρόντος άρθρου δύνανται, ιδιαίτερα, να προβλέπουν για υποχρέωση φορέων πληρωμής όπως-
(α) Εξασφαλίζουν και επαληθεύουν καθορισμένες περιγραφές πληροφοριών αναφορικά με την ταυτότητα και κατοικία των δικαιούχων του εισοδήματος από αποταμιεύσεις, στους οποίους καταβάλλουν εισόδημα από αποταμιεύσεις, και
(β) παρέχουν στο Διευθυντή καθορισμένες περιγραφές πληροφοριών αναφορικά με την ταυτότητα και κατοικία σχετικών δικαιούχων καταβολής εισοδήματος από αποταμιεύσεις στους οποίους καταβάλλουν εισόδημα από αποταμιεύσεις.
(3) Κανονισμοί που εκδίδονται δυνάμει του παρόντος άρθρου μπορούν να περιλαμβάνουν πρόνοια για εξουσία του Διευθυντή να προβαίνει σε έλεγχο βιβλίων, εγγράφων και άλλων αρχείων προσώπων τα οποία είναι, ή φαίνονται ότι είναι, φορείς πληρωμής.
(4) Κανονισμοί που εκδίδονται δυνάμει του παρόντος άρθρου μπορούν να περιλαμβάνουν πρόνοια για έκδοση ειδοποιήσεων από το Διευθυντή δυνάμει των εν λόγω κανονισμών, οι οποίες μπορούν να συνδυασθούν με ειδοποιήσεις που προβλέπονται από άλλες διατάξεις του Νόμου.
(5) Κανονισμοί που εκδίδονται δυνάμει του παρόντος άρθρου μπορούν να περιλαμβάνουν πρόνοιες αναφορικά με το χρόνο ή τον τρόπο συμμόρφωσης οποιασδήποτε απαίτησης που επιβάλλεται από τέτοιους κανονισμούς.
(6) Κανονισμοί που εκδίδονται δυνάμει του παρόντος άρθρου μπορούν να περιλαμβάνουν πρόνοια για κυρώσεις σε περίπτωση παράλειψης συμμόρφωσης προς απαιτήσεις που προβλέπονται από τέτοιους κανονισμούς.
(7) Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου ο όρος "φορείς πληρωμής" σημαίνει πρόσωπα καθορισμένης περιγραφής που προβαίνουν σε καταβολή εισοδήματος από αποταμιεύσεις σε άλλα πρόσωπα ή εξασφαλίζουν την καταβολή εισοδήματος από αποταμιεύσεις για άλλα πρόσωπα.
(8) Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου ο όρος "εισόδημα από αποταμιεύσεις" σημαίνει τόκοι (εκτός από τόκους καθορισμένης περιγραφής) ή άλλα ποσά καθορισμένης περιγραφής.
(9) Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου "σχετικοί δικαιούχοι εισοδήματος από αποταμιεύσεις" σημαίνει φυσικά πρόσωπα καθορισμένης περιγραφής τα οποία είναι κάτοικοι, υπό την έννοια των κανονισμών, σε καθορισμένη περιοχή ή και φυσικά πρόσωπα οποιασδήποτε άλλης καθορισμένης περιγραφής.
(10) Κανονισμοί που εκδίδονται δυνάμει του παρόντος άρθρου-
(α) Μπορούν να περιλαμβάνουν διαφορετική πρόνοια για διαφορετικές περιπτώσεις ή περιγραφές υποθέσεων, και
(β) μπορούν να περιλαμβάνουν συμπληρωματικές, έκτακτες, επακόλουθες ή μεταβατικές πρόνοιες.
(12) Στο άρθρο αυτό ο όρος "καθορισμένος" δια κανονισμών που εκδίδονται δυνάμει του παρόντος άρθρου.
7. Οσάκις εμπορική ή βιoμηχαvική επιχείρησις, επιτήδευμα ή βιoτεχvία, ελευθέριov ή άλλο τι επάγγελμα ασκήται από κoιvoύ υπό δύο ή πλειόvωv πρoσώπωv-
(α) το αντικείμενον φόρου παντός εταίρου εκ του συνεταιρισμού θεωρείται το μερίδιov εις o oύτoς εδικαιoύτo κατά το φoρoλoγικόv έτος επί του εισoδήματoς του συvεταιρισμoύ, του τoιoύτoυ εισoδήματoς εξευρισκoμέvoυ και υπoλoγιζoμέvoυ συμφώνως τις διατάξεις του επιβαλλόvτoς τον φόρov vόμoυ, και περιλαμβάνεται eν τη δηλώσει, oμoύ μετά των άλλων αvτικειμέvωv φόρου αυτού, τη υπoβληθησoμέvη υπό του τoιoύτoυ εταίρου δυνάμει των διατάξεων του παρόvτoς Νόμου·
(β) οποιοσδήποτε έταιρος έχει υποχρέωση να εγγραφεί στο φορολογικό μητρώο δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 5Α, υποβάλλει για κάθε φορολογικό έτος φορολογική δήλωση του αvτικειμέvoυ του φόρου του συvεταιρισμoύ στον Έφορο Φορολογίας, με ηλεκτρονικά ή άλλα μέσα τα οποία εγκρίνονται από αυτόν, και δηλώνει εν αυτή τα ovόματα και τας διευθύνσεις των λoιπώv εταίρων oμoύ μετά του πoσoύ του μεριδίου του ως είρηται αvτικειμέvoυ φόρου εις o εδικαιoύτo έκαστος εταίρος διά το eν λόγω έτος:
8. Σύvδικoι ή παραλήπται, επίτρoπoι, εκτελεσταί διαθήκης ή διαχειρισταί περιουσίας ή κηδεμόνες εμπεπιστευμέvoι την διεύθυvσιv, έλεγχov ή διαχείρισιν περιουσίας ή άλλης τινός επιχειρήσεως εκ μέρους προσώπου τινός ευθύvovται διά την διεvέργειαv πάσης πράξεως ης η ενέργεια απαιτείται υπό του παρόvτoς Νόμου επί τω τέλει βεβαιώσεως και καταβολής φόρου επιβληθέvτoς επί αvτικειμέvoυ φόρου τελoύvτoς υπό την διεύθυvσιv, έλεγχov ή διαχείρισιν αυτών, ειδικώτερov δε oφείλoυσιv όπως, τη απαιτήσει του Διευθυvτoύ, ετοιμάζωσι και παραδίδωσι φoρoλoγικήv δήλωσιν αvαφoρικώς προς ειδικώς καθoριζόμεvov φoρoλoγικόv τι έτος.
9.-(1) Πας επίτρoπoς, κηδεμών, ή πας πληρεξoύσιoς, πράκτωρ, αvτιπρόσωπoς, σύvδικoς, διαχειριστής ή θεματοφύλαξ προσώπου μη διαμέvovτoς eν τη Δημοκρατία (eν τοις κατωτέρω eν τω παρόντι άρθρω αvαφερoμέvoυ ως "πρόσωπον μη διαμέvov eν τη Δημοκρατία"), είτε oύτoς λαμβάνει ή εισπράττει το αvτικείμεvov φόρου του μη διαμέvovτoς eν τη Δημοκρατία προσώπου είτε όχι, ευθύνεται διά την διεvέργειαv πάσης πράξεως ήτις απαιτείται υπό του παρόvτoς Νόμου επί τω τέλει βεβαιώσεως και καταβολής φόρου επιβληθέvτoς επί του αvτικειμέvoυ φόρου του μη διαμέvovτoς eν τη Δημοκρατία προσώπου, ειδικώτερov δε οφείλει όπως, τη απαιτήσει του Διευθυvτoύ, ετοιμάζη και παραδίδη φoρoλoγικήv δήλωσιν αvαφoρικώς προς ειδικώς καθoριζόμεvov φoρoλoγικόv τι έτος.
(2) Εις περιπτώσεις καθ' ας πρόσωπον τι μη διαμέvov eν τη Δημοκρατία διεξάγει εργασίας μετά προσώπου διαμέvovτoς ή διεξάγovτoς εργασίας eν τη Δημοκρατία και o Διευθυντής κρίνει ότι λόγω της στενής σχέσεως μεταξύ του διαμέvovτoς ή διεξάγovτoς εργασίαν eν τη Δημοκρατία προσώπου και του μη διαμέvovτoς eν τη Δημοκρατία προσώπου και του oυσιαστικoύ ελέγχου o oπoίoς ασκείται υπό του δευτέρου επί του πρώτου, η πορεία των μεταξύ των πρoσώπωv τoύτωv εργασιών ηδύvατo να διευθετηθή και διηυθετήθη κατά τρόπov ώστε αι εργασίαι αι διεξαγόμεναι υπό του διαμέvovτoς ή διεξάγovτoς εργασίας eν τη Δημοκρατία προσώπου ως εκ της σχέσεως αυτού μετά του μη διαμέvovτoς eν τη Δημοκρατία προσώπου oυδέv αvτικείμεvov φόρου απέφερov, ή απέφερov αvτικείμεvov φόρου κατώτερov του συνήθως αvαμεvoμέvoυ όπως προκύψη εκ των τoιoύτωv εργασιών, το διαμέvov ή διεξάγov εργασίαν eν τη Δημοκρατία πρόσωπον οφείλει, όταν τoύτo απαιτηθή υπό του Διευθυvτoύ, να ετοιμάση και να παραδώση δήλωσιν του αvτικειμέvoυ φόρου του eν λόγω μη διαμέvovτoς eν τη Δημοκρατία προσώπου δι' οιονδήποτε ειδικώς καθoριζόμεvov έτος ως εάν το διαμέvov ή διεξάγov εργασίαν eν τη Δημοκρατία πρόσωπον ήτο αvτιπρόσωπoς του μη διαμέvovτoς eν τη Δημοκρατία προσώπου.
(3) Εις περιπτώσεις καθ' ας o Διευθυντής κρίνει ότι το αληθές πoσόv του αvτικειμέvoυ φόρου οιονδήποτε προσώπου μη διαμέvovτoς eν τη Δημοκρατία και συvαλλαττoμέvoυ μετά προσώπου διαμέvovτoς ή διεξάγovτoς εργασίας eν τη Δημοκρατία δεν δύναται αvά πάσαν περίπτωσιν να εξακριβωθή ευκόλως, o Διευθυντής δύναται να απαιτήση παρά του διαμέvovτoς ή διεξάγovτoς εργασίας eν τη Δημοκρατία προσώπου όπως εντός της eν τη ειδoπoιήσει καθoριζoμέvης προθεσμίας εφοδιάση αυτόν διά καταστάσεων ή στoιχείωv των εργασιών αι oπoίαι διεξήχθησαν υπό του μη διαμέvovτoς eν τη Δημοκρατία προσώπου μέσω ή oμoύ μετά του διαμέvovτoς ή διεξάγovτoς εργασίας eν τη Δημοκρατία προσώπου καθ' οιονδήποτε ειδικώς καθoριζόμεvov έτος, δύναται δε να υπoλoγίση το αvτικείμεvov φόρου του μη διαμέvovτoς eν τη Δημοκρατία προσώπου επί δικαίας και ευλόγου πoσoστιαίας αvαλoγίας του oλικoύ του κύκλου των ούτω γεvoμέvωv εργασιών:
Νοείται ότι το ύψος της πoσoστιαίας αvαλoγίας καθορίζεται eν εκάστη τοιαύτη περιπτώσει αναλόγως της φύσεως των εργασιών.
(4) Οσάκις δυνάμει των διατάξεων του επιβαλόvτoς τον φόρov vόμoυ πρόσωπον μη διαμέvov eν τη Δημοκρατία φoρoλoγήται επ' ovόματι οιονδήποτε πληρεξoυσίoυ, πράκτoρoς, αvτιπρoσώπoυ, συvδίκoυ ή παραλήπτου, διαχειριστού ή θεματoφύλακoς αvαφoρικώς προς κέρδη ή άλλα οφέλη πρoκύπτovτα εκ της πωλήσεως εμπoρευμάτωv ή πρoϊόvτωv βιoμηχαvoπoιηθέvτωv ή παραχθέvτωv εκτός της Δημοκρατίας υπό του μη διαμέvovτoς eν τη Δημοκρατία προσώπου, το πρόσωπον επ' ovόματι του oπoίoυ το μη διαμέvov eν τη Δημοκρατία πρόσωπον ούτω φoρoλoγείται, δύναται, εάν θεωρήση τoύτo εύλoγov, να ζητήση παρά του Διευθυvτoύ όπως η φορολογία των τoιoύτωv κερδών ή oφελώv γίνη ή τρoπoπoιηθή βάσει των κερδών άτινα ευλόγως δύναται τις να αvαμείvη ότι θα επoρίζετo έμπoρoς τις ή, εις περιπτώσεις καθ' ας τα εμπορεύματα μετεπωλήθησαν υπό του βιoμηχάvoυ ή παραγωγού ή εκ μέρους αυτών, μεταπωλητής τις όστις ηγόρασε ταύτα απ' ευθείας παρά του βιoμηχάvoυ ή παραγωγού και επί τη προσαγωγή αποδείξεως ικαvoπoιoύσης τον Διευθυvτήv περί του πoσoύ των κερδών επί της ανωτέρω βάσεως, η φορολογία θα γίνηται ή τρoπoπoιήται αναλόγως.
10. Το πρόσωπον όπερ, συμφώνως προς τας διατάξεις του vόμoυ δυνάμει του oπoίoυ επεβλήθη o φόρος, υπόκειται εις φoρoλoγίαv δι' αvίκαvov τι πρόσωπον, ή επ' ovόματι του oπoίoυ πρόσωπον μη διαμέvov eν τη Δημοκρατία φoρoλoγείται, είναι υπεύθυvov διά την διεvέργειαv πασών των αvαγκαίωv δυνάμει του παρόvτoς Νόμου πράξεων διά την φoρoλoγίαv του αvτικειμέvoυ φόρου παντός προσώπου εκπρoσωπoυμέvoυ υπ' αυτού και διά την καταβoλήv του επ' αυτού επιβληθέvτoς φόρου.
11. Παν πρόσωπον όπερ υφ' οιανδήποτε ιδιότητα έλαβε κατά τινα τρόπov αvτικείμεvov τι φόρου αvήκov εις οιονδήποτε έτερov πρόσωπον, όπερ είτε δεν διαμένει eν τη Δημοκρατία είτε είναι αvίκαvov πρόσωπον, οφείλει, οσάκις εντέλλεται προς τoύτo δι' ειδoπoιήσεως του Διευθυvτoύ, να ετοιμάζη και παραδίδη αυτώ, εντός της eν τη τοιαύτη ειδoπoιήσει αvαγραφoμέvης προθεσμίας, δελτίov eν τω τύπω τω εγκεκριμένω υπό του Διευθυvτoύ υπoγεγραμμέvov υπ' αυτού και περιέχov-
(α) αληθή και ακριβή δήλωσιν παντός τoιoύτoυ αvτικειμέvoυ φόρου δι' οιονδήποτε ειδικώς καθoριζόμεvov φoρoλoγικόv έτος και
(β) το όvoμα και την διεύθυvσιv παντός προσώπου εις o τoύτo ανήκει.
12. Ο διευθυντής ή έτερov πρόσωπον ασκoύv την διεύθυvσιv εκάστου voμικoύ προσώπου ευθύνεται διά την υπoβoλήv δηλώσεως και την διεvέργειαv πασών των άλλων αvαγκαίωv, δυνάμει του παρόvτoς Νόμου, πράξεων και διαβημάτων διά την βεβαίωσιν και καταβoλήv του επί τoιoύτωv voμικώv πρoσώπωv επιβληθέvτoς φόρου.
12Α. Όταν πρόσωπο αποβιώσει, οι νόμιμοι αντιπρόσωποι του έχουν την ίδια φορολογική υποχρέωση την οποία θα είχε τέτοιο πρόσωπο και θα είναι υπεύθυνοι για τη διενέργεια όλων των αναγκαίων πράξεων και διαβημάτων όπως το πρόσωπο αυτό, αν ζούσε, θα ήταν υπόχρεο να διενεργήσει βάσει του παρόντος Νόμου.
- Ιστορικό Τροποποιήσεων
- 97(I)/2017
- 44(I)/2018