ΜΕΡΟΣ ΙΙ ΠΟΙΝΙΚΑ ΑΔΙΚΗΜΑΤΑ
Παρενόχληση

3.-(1) Πρόσωπο, το οποίο προβαίνει σε συμπεριφορά η οποία προκαλεί παρενόχληση, ενώ γνωρίζει ή όφειλε να γνωρίζει ότι η εν λόγω συμπεριφορά προκαλεί παρενόχληση, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα δύο (2) έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις πέντε χιλιάδες ευρώ (€5.000) ή σε αμφότερες τις ποινές, νοουμένου ότι η πράξη δεν τιμωρείται αυστηρότερα από τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου εν ισχύι Νόμου.

(2) Σε περίπτωση κατά την οποία η προβλεπόμενη στο εδάφιο (1) προκληθείσα παρενόχληση, συνίσταται στην πρόκληση φόβου στο θύμα ότι θα ασκηθεί βία εναντίον του ή/και εναντίον μέλους της οικογένειάς του ή/και εναντίον της περιουσίας του, το πρόσωπο το οποίο προβαίνει στην τοιαύτη συμπεριφορά υπόκειται, σε περίπτωση καταδίκης του, σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα πέντε (5) έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000) ή σε αμφότερες τις ποινές, νοουμένου ότι η πράξη δεν τιμωρείται αυστηρότερα από τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου εν ισχύι Νόμου.

(3) Για τους σκοπούς του εδαφίου (1), πρόσωπο θεωρείται ότι όφειλε να γνωρίζει ότι η συμπεριφορά στην οποία προβαίνει προκαλεί παρενόχληση, εφόσον ένα λογικό πρόσωπο υπό τις ίδιες περιστάσεις, θα θεωρούσε ότι η συμπεριφορά αυτή προκαλεί παρενόχληση.

(4) Αποτελεί υπεράσπιση του κατηγορουμένου ότι-

(α) προέβη στην επίδικη συμπεριφορά, με σκοπό την αποτροπή ή τη συνδρομή στη διερεύνηση ποινικού αδικήματος, ή/και

(β) προέβη στην επίδικη συμπεριφορά με βάση τις διατάξεις οποιουδήποτε εν ισχύι Νόμου ή δικαστικού διατάγματος ή με σκοπό τη συμμόρφωση με όρο ή απαίτηση επιβαλλόμενη σε οποιοδήποτε πρόσωπο δυνάμει νομοθεσίας ή δικαστικού διατάγματος, ή/και

(γ) η επίδικη συμπεριφορά ήταν εύλογη υπό τις περιστάσεις.

Παρενοχλητική παρακολούθηση

4.-(1)Πρόσωπο, το οποίο προβαίνει συμπεριφορά η οποία συνιστά παρακολούθηση και προκαλεί παρενόχληση, ενώ γνωρίζει ή όφειλε να γνωρίζει ότι η εν λόγω συμπεριφορά προκαλεί παρενόχληση, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα δύο (2) έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις πέντε χιλιάδες ευρώ (€5.000) ή σε αμφότερες τις ποινές, νοουμένου ότι η πράξη δεν τιμωρείται αυστηρότερα από τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου εν ισχύι Νόμου.

(2) Σε περίπτωση κατά την οποία η προκληθείσα παρενόχληση, σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου (1), συνίσταται σε πρόκληση φόβου στο θύμα ότι θα ασκηθεί βία εναντίον του ή/και εναντίον μέλους της οικογένειάς του ή/και εναντίον της περιουσίας του ή συνίσταται σε πρόκληση σοβαρής ανησυχίας ή σοβαρής αγωνίας αυτού, η οποία έχει ουσιώδη αρνητική επίδραση στην τέλεση των καθημερινών δραστηριοτήτων του θύματος, το πρόσωπο το οποίο προβαίνει στην εν λόγω συμπεριφορά υπόκειται, σε περίπτωση καταδίκης του, σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα πέντε (5) έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000) ή σε αμφότερες τις ποινές, νοουμένου ότι η πράξη δεν τιμωρείται αυστηρότερα από τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου εν ισχύι Νόμου.

(3) Για τους σκοπούς του εδαφίου (1), πρόσωπο θεωρείται ότι όφειλε να γνωρίζει ότι η συμπεριφορά στην οποία προβαίνει προκαλεί παρενόχληση, εφόσον ένα λογικό πρόσωπο υπό τις ίδιες περιστάσεις θα θεωρούσε ότι η συμπεριφορά αυτή προκαλεί παρενόχληση.

(4) Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, ως συμπεριφορά η οποία συνιστά παρακολούθηση θεωρείται-

(α) η ακολούθηση άλλου προσώπου·

(β) η επαφή ή η απόπειρα επαφής με άλλο πρόσωπο με οποιοδήποτε μέσο∙

(γ) η παρακολούθηση της χρήσης του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ή/και οποιασδήποτε άλλης ηλεκτρονικής επικοινωνίας άλλου προσώπου ή η αποστολή αναρτήσεων σε μέσα κοινωνικής δικτύωσης που αφορούν στην προσωπική ζωή του θύματος ή η παρέμβαση σε αναρτήσεις του θύματος στο διαδίκτυο·

(δ) η παρακώλυση της διακίνησης άλλου προσώπου προς ή από την οικία του ή/και τον επαγγελματικό του χώρο ή από δημόσιο ή ιδιωτικό χώρο στον οποίο το εν λόγω πρόσωπο συχνάζει, μέσω περιπλάνησης ή παρουσίας στους χώρους αυτούς∙

(ε) η επέμβαση σε περιουσία που βρίσκεται στην κατοχή ή ιδιοκτησία άλλου προσώπου ή η απειλή παρέμβασης σε τέτοια περιουσία·

(στ) η παρακολούθηση ή/και κατασκοπεία άλλου προσώπου.

(5) Αποτελεί υπεράσπιση του κατηγορουμένου το ότι-

(α) προέβη στην επίδικη συμπεριφορά, με σκοπό την αποτροπή ή τη συνδρομή του στη διερεύνηση ποινικού αδικήματος, ή/και

(β) προέβη στην επίδικη συμπεριφορά με βάση τις διατάξεις οποιουδήποτε εν ισχύι νόμου ή δικαστικού διατάγματος, ή με σκοπό τη συμμόρφωση σε όρο ή απαίτηση επιβαλλόμενη σε οποιοδήποτε πρόσωπο δυνάμει νομοθεσίας ή δικαστικού διατάγματος, ή/και

(γ) η επίδικη συμπεριφορά ήταν εύλογη υπό τις περιστάσεις.

Επιβαρυντικές περιστάσεις

5. Σε περίπτωση καταδίκης για προβλεπόμενο στον παρόντα Νόμο ποινικό αδίκημα, οποιαδήποτε από τις ακόλουθες περιστάσεις δύναται να θεωρηθεί ως επιβαρυντικός παράγοντας, για σκοπούς επιμέτρησης της ποινής:

(α) Το ποινικό αδίκημα διαπράχθηκε εναντίον προσώπου που ήταν μέλος της οικογένειας του καταδικασθέντος κατά το χρόνο διάπραξης του ποινικού αδικήματος, ή/και εναντίον προσώπου που συνδέεται με τον καταδικασθέντα με δεσμό εξ αίματος ή εξ αγχιστείας μέχρι τρίτου (3ου) βαθμού ή/και εναντίον προσώπου με το οποίο ο καταδικασθείς έχει ή/και είχε από κοινού τέκνο·

(β) το ποινικό αδίκημα διαπράχθηκε εναντίον μάρτυρα που έχει δώσει κατάθεση κατά τη διερεύνηση υπόθεσης, για την οποία καταχωρίστηκε κατηγορητήριο αναφορικά με τη διάπραξη αδικήματος που προβλέπεται στον παρόντα Νόμο·

(γ) το ποινικό αδίκημα διαπράχθηκε εναντίον ανηλίκου·

(δ) το ποινικό αδίκημα διαπράχθηκε εναντίον μέλους ή/και πρώην μέλους της οικογένειας του θύματος ή/και εναντίον προσώπου που συγκατοικεί ή/και που συγκατοικούσε με το θύμα∙

(ε) το ποινικό αδίκημα διαπράχθηκε εναντίον προσώπου που εκτελούσε δημόσιο καθήκον και με αιτία την εκτέλεση του δημόσιου καθήκοντος∙

(στ) το ποινικό αδίκημα διαπράχθηκε εναντίον προσώπου με το οποίο ο καταδικασθείς διατηρεί ή διατηρούσε ερωτική σχέση∙

(ζ) η διάπραξη του ποινικού αδικήματος εξέθεσε σε κίνδυνο τη ζωή προσώπου∙

(η) το ποινικό αδίκημα διαπράχθηκε εναντίον προσώπου σε ευάλωτη θέση, όπως προσώπου με αναπηρία∙

(θ) κατά ή αμέσως πριν από τη διάπραξη του ποινικού αδικήματος, ο καταδικασθείς επέδειξε εναντίον του θύματος εχθρότητα, αποστροφή ή/και περιφρόνηση σχετιζόμενη με σεξουαλικό προσανατολισμό, φύλο, ταυτότητα φύλου, καταγωγή, υπηκοότητα, θρησκεία ή πολιτική πεποίθηση του θύματος ή/και άλλου προσώπου ή προσώπων·

(ι) η διάπραξη του ποινικού αδικήματος οφείλεται, συνολικώς ή μερικώς, στην εχθρότητα, αποστροφή ή/και περιφρόνηση προς το θύμα λόγω της σχέσης του ή/και στήριξης του προς οποιοδήποτε πρόσωπο ένεκα του σεξουαλικού προσανατολισμού, φύλου, ταυτότητας φύλου, καταγωγής, υπηκοότητας, θρησκείας ή/και πολιτικής πεποίθηση του άλλου προσώπου∙

(ια) ο καταδικασθείς έχει καταδικασθεί στο παρελθόν για ποινικό αδίκημα της ίδιας φύσης∙

(ιβ) το ποινικό αδίκημα διαπράχθηκε από τον καταδικασθέντα κατά την άσκηση δημόσιου λειτουργήματος ή καθήκοντος ή εξουσίας.

Διατάγματα δικαστηρίου

6.-(1) Δικαστήριο, το οποίο ασκεί ποινική δικαιοδοσία δύναται, κατόπιν αίτησης της Αστυνομίας, του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, του θύματος, μέλους της οικογένειας του θύματος ή/και άλλου προσώπου που ενεργεί για λογαριασμό οποιουδήποτε από αυτούς, να εκδώσει διάταγμα με το οποίο επιβάλλει σε ύποπτο οποιαδήποτε απαγόρευση ή/και οποιονδήποτε περιορισμό θεωρεί αναγκαίο ή/και επιθυμητό υπό τις περιστάσεις, μέχρις ότου καταχωριστεί ποινική υπόθεση εναντίον του για ποινικό αδίκημα που προβλέπεται στον παρόντα Νόμο:

Νοείται ότι, η ως άνω αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του θύματος ή/και εκπροσώπου του θύματος ή/και μέλους της οικογένειας του θύματος, το οποίο έχει άμεση γνώση των γεγονότων ή/και των αποδεικτικών στοιχείων.

(2) Το αναφερόμενο στο εδάφιο (1) διάταγμα εκδίδεται κατόπιν απόδειξης γεγονότων ή/και στοιχείων, τα οποία εκ πρώτης όψεως δημιουργούν κίνδυνο επανάληψης ή/και εξακολούθησης της συμπεριφοράς που συνιστά ποινικό αδίκημα δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου και θέτει σε κίνδυνο την ασφάλεια ή/και σωματική ή/και ψυχική υγεία του θύματος ή/και μέλους της οικογένειάς του.

(3) Η εξουσία του Δικαστηρίου για έκδοση διατάγματος δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου (1) περιλαμβάνει την έκδοση διαταγμάτων με τα οποία δύναται να-

(α) απαγορεύει ή/και να περιορίζει τον ύποπτο ή/και άλλο πρόσωπο το οποίο προσδιορίζεται στο διάταγμα να προσεγγίζει ή να ακολουθεί το θύμα∙ ή/και

(β) απαγορεύει ή/και να περιορίζει την πρόσβαση του υπόπτου για συγκεκριμένη περίοδο ή μέχρι την έκδοση τελικής απόφασης επί του κατηγορητηρίου, στον τόπο διαμονής ή/και εργασίας ή/και σε υποστατικό του θύματος ή/και άλλου προσώπου το οποίο προσδιορίζεται στο διάταγμα, ή/και στον τόπο που αυτό συχνάζει∙ ή/και

(γ) απαγορεύει στον ύποπτο να έρχεται σε επαφή ή/και να παρενοχλεί το θύμα ή/και άλλο πρόσωπο το οποίο προσδιορίζεται στο διάταγμα.

(4)(α) Διάταγμα, το οποίο εκδίδεται δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου (1), ισχύει για περίοδο που δεν υπερβαίνει τις οκτώ (8) ημέρες από την ημερομηνία επίδοσής του στον ύποπτο και είναι επιστρεπτέο στο δικαστήριο εντός της περιόδου αυτής, σε μέρα και ώρα που ορίζεται από το δικαστήριο.

(β) Κατά την ορισμένη μέρα και ώρα, το δικαστήριο ακούει τον ύποπτο ή/και κάθε επηρεαζόμενο ή ενδιαφερόμενο πρόσωπο που θα παρουσιαστεί και αποφασίζει κατά πόσο θα τερματίσει την ισχύ του διατάγματος ή θα το παρατείνει μέχρι και οκτώ (8) ημέρες, χωρίς η συνολική ισχύς του διατάγματος να υπερβαίνει τις είκοσι τέσσερις (24) ημέρες μέχρι την καταχώριση ποινικής δίωξης εναντίον του υπόπτου.

(γ) Ο ύποπτος δύναται να ζητήσει την ακύρωση ή την τροποποίηση του διατάγματος πριν από τη λήξη της καθοριζόμενης σε αυτό περιόδου.

(5) Το δικαστήριο δύναται μετά την καταχώριση ποινικής δίωξης εναντίον του υπόπτου, να εκδώσει νέο διάταγμα ή να παρατείνει το διάταγμα που εκδόθηκε δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου (1), με ισχύ μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης:

Νοείται ότι, για την έκδοση τέτοιου διατάγματος εφαρμόζονται κατ’ αναλογίαν οι διατάξεις των εδαφίων (1), (2) και (3).

(6) Το προβλεπόμενο στο εδάφιο (1) διάταγμα δυνατόν να επιβληθεί αντί οποιασδήποτε άλλης ποινής ή/και μαζί με άλλες ποινές τις οποίες το δικαστήριο έχει εξουσία να επιβάλει δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου ή οποιουδήποτε άλλου Νόμου.

(7) Πρόσωπο εναντίον του οποίου εκδόθηκε διάταγμα δυνάμει των διατάξεων του παρόντος άρθρου και το οποίο παραβαίνει οποιονδήποτε από τους όρους αυτού, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης του υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα δύο (2) έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις τέσσερις χιλιάδες ευρώ (€4.000) ή σε αμφότερες τις ποινές.