Προοίμιο

H Βουλή των Αντιπροσώπων ψηφίζει ως ακολούθως:

Συνοπτικός τίτλος

1. Ο παρών Νόμος θα αναφέρεται ως ο περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Νόμος του 2015.

Ερμηνεία

2. (1) Στον παρόντα Νόμο, εκτός αν από το κείμενο προκύπτει διαφορετική έννοια-

«απόφαση, πράξη ή παράλειψη» έχει την έννοια που αποδίδεται στους όρους αυτούς από την παράγραφο 1 του Άρθρου 146 του Συντάγματος·

«απόφαση αφορώσα σε διαδικασίες διεθνούς προστασίας» [Διαγράφηκε]·

«Δημοκρατία» σημαίνει την Κυπριακή Δημοκρατία.

«Διοικητικό Δικαστήριο» σημαίνει το δικαστήριο που καθιδρύεται δυνάμει του άρθρου 3·

«όργανο, αρχή ή πρόσωπο» έχει την έννοια που αποδίδεται στους όρους αυτούς από την παράγραφο 1 του Άρθρου 146 του Συντάγματος·

«προσφυγή» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο από το Άρθρο 146 του Συντάγματος·

«φορολογική διαφορά» σημαίνει διαφορά η οποία προκύπτει από την επιβολή ή βεβαίωση φόρων, τελωνειακών δασμών, τελών και εισφορών, ή δημοτικών φόρων, τελών και εισφορών και περιλαμβάνει διαφορά η οποία προκύπτει από πράξεις που επιβάλλουν κυρώσεις λόγω παραβάσεως διατάξεων της εκάστοτε σε ισχύ φορολογικής νομοθεσίας, ή από απαίτηση επιστροφής φόρου που καταβλήθηκε εκ λάθους ή χωρίς να οφείλεται, ή από ανάκληση φορολογικής δήλωσης.

(2) Όροι οι οποίοι δεν καθορίζονται στον παρόντα Νόμο, εκτός αν από το κείμενο προκύπτει διαφορετική έννοια, έχουν την έννοια που αποδίδεται σε αυτούς από τις διατάξεις του περί Δικαστηρίων Νόμου.

Ίδρυση και σύνθεση του Διοικητικού Δικαστηρίου

3. Τηρουμένων των διατάξεων του περί της 'Ιδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου, καθιδρύεται Διοικητικό Δικαστήριο με αποκλειστική δικαιοδοσία να αποφασίζει σε πρώτο βαθμό επί πάσης προσφυγής η οποία υποβάλλεται δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος, συγκείμενο από έναν (1) Πρόεδρο και από δικαστές, ο αριθμός των οποίων δεν δύναται να υπερβαίνει τους έξι (6), οι οποίοι διορίζονται από το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο.

Προσόντα διορισμού Προέδρου και δικαστών

4. (1)Ουδείς διορίζεται ως Πρόεδρος του Διοικητικού Δικαστηρίου ή ως δικαστής του Διοικητικού Δικαστηρίου, εκτός αν έχει τα προσόντα που απαιτούνται για το διορισμό στη θέση του Προέδρου Επαρχιακού Δικαστηρίου ή του Ανώτερου Επαρχιακού Δικαστή, αντίστοιχα, σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Δικαστηρίων Νόμου και διαθέτει ευρεία γνώση σε θέματα διοικητικού δικαίου ή αποδεδειγμένη εμπειρία στο χειρισμό δικαστικών υποθέσεων που εμπίπτουν στη δικαιοδοσία του Διοικητικού Δικαστηρίου:

Νοείται ότι, με ομόφωνη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου ως δικαστής του Διοικητικού Δικαστηρίου δύναται να διοριστεί και δικηγόρος ο οποίος ασκεί το επάγγελμα αυτού για οκτώ (8) τουλάχιστον έτη και πληροί όλα τα άλλα προσόντα που απαιτούνται σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Δικαστηρίων Νόμου και του παρόντος Νόμου.

Καθεστώς Προέδρου και δικαστών

5. (1) Ο Πρόεδρος του Διοικητικού Δικαστηρίου και οι δικαστές του Διοικητικού Δικαστηρίου αποτελούν μόνιμα μέλη της δικαστικής υπηρεσίας της Δημοκρατίας και είναι κατά πάντα ισότιμοι με Πρόεδρο Επαρχιακού Δικαστηρίου και Ανώτερο Επαρχιακό Δικαστή, αντίστοιχα.

(2) Ο Πρόεδρος του Διοικητικού Δικαστηρίου και οι δικαστές του Διοικητικού Δικαστηρίου δύναται να είναι εναλλάξιμοι με τους κατόχους των αντίστοιχων θέσεων που προβλέπονται στο άρθρο 4 του περί Δικαστηρίων Νόμου νοουμένου ότι έχουν συμπληρώσει τουλάχιστον πέντε (5) έτη ως Πρόεδρος του Διοικητικού Δικαστηρίου ή ως δικαστές του Διοικητικού Δικαστηρίου, ανάλογα με την περίπτωση, και οι κάτοχοι θέσεων Προέδρου Επαρχιακού Δικαστηρίου και Ανώτερου Επαρχιακού Δικαστή δύναται να είναι εναλλάξιμοι με τον Πρόεδρο του Διοικητικού Δικαστηρίου και τους δικαστές του Διοικητικού Δικαστηρίου, αντίστοιχα.

Μισθοδοσία και όροι υπηρεσίας

6. Ο Πρόεδρος του Διοικητικού Δικαστηρίου και οι δικαστές του Διοικητικού Δικαστηρίου απολαμβάνουν της ίδιας μισθοδοσίας και υπηρετούν υφ’ όρους υπηρετούν ο Πρόεδρος Επαρχιακού Δικαστηρίου και ο Ανώτερος Επαρχιακός Δικαστής, αντίστοιχα.

Διαβεβαίωση και όρκος

7. Ο Πρόεδρος του Διοικητικού Δικαστηρίου και κάθε δικαστής του Διοικητικού Δικαστηρίου οφείλει πριν από την ανάληψη των καθηκόντων του να δώσει και υπογράψει ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου ή δύο (2) μελών αυτού, τη Διαβεβαίωση προς τη Δημοκρατία, καθώς και το δικαστικό όρκο που καθορίζονται στον Πίνακα του περί Δικαστηρίων Νόμου.

Προσωρινοί διορισμοί

8. Σε περίπτωση προσωρινής απουσίας, κωλύματος ή ανικανότητας του Προέδρου του Διοικητικού Δικαστηρίου ή οποιουδήποτε δικαστή του Διοικητικού Δικαστηρίου να ασκεί τα καθήκοντά του, το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο δύναται να διορίσει άλλο μέλος της δικαστικής υπηρεσίας για να εκτελεί προσωρινά τα καθήκοντα και να ασκεί τις εξουσίες του Προέδρου του Διοικητικού Δικαστηρίου ή του δικαστή του Διοικητικού Δικαστηρίου, ανάλογα με την περίπτωση, για το χρονικό διάστημα και υπό τους όρους που καθορίζονται στο έγγραφο διορισμού εκάστου.

Έδρα

9. Ως έδρα του Διοικητικού Δικαστηρίου καθορίζεται η Λευκωσία και το δικαστήριο συνέρχεται σε κτίριο το οποίο ήθελε οριστεί ειδικά για το σκοπό αυτό από τον Υπουργό Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως κατόπιν συνεννόησης με το Ανώτατο Δικαστήριο.

Διορισμός δικαστικών υπαλλήλων

10. Στο Διοικητικό Δικαστήριο υπηρετεί ένας (1) πρωτοκολλητής και υπάλληλοι, ο αριθμός, οι εξουσίες και τα καθήκοντα των οποίων καθορίζονται από το Ανώτατο Δικαστήριο με την έκδοση διαδικαστικού κανονισμού:

Νοείται ότι, μέχρι την έκδοση του κατά τα ως άνω διαδικαστικού κανονισμού τυγχάνουν, κατ΄ αναλογίαν, εφαρμογής οι ρυθμίσεις που ισχύουν για τους αντίστοιχους υπαλλήλους Επαρχιακού Δικαστηρίου:

Νοείται περαιτέρω ότι, στο Διοικητικό Δικαστήριο υπηρετούν υπάλληλοι οι οποίοι προέρχονται από το προσωπικό της Δικαστικής Υπηρεσίας.

Δικαιοδοσία

11. (1) Ο Πρόεδρος του Διοικητικού Δικαστηρίου και κάθε δικαστής του Διοικητικού Δικαστηρίου ασκεί τις εξουσίες που ανατίθενται στο Διοικητικό Δικαστήριο από το Σύνταγμα, τις διατάξεις του παρόντος Νόμου και οποιουδήποτε άλλου εκάστοτε σε ισχύ Νόμου:

Νοείται ότι, μετά από εισήγηση η οποία υποβάλλεται είτε από τον Πρόεδρο του Διοικητικού Δικαστηρίου είτε από δικαστή του Διοικητικού Δικαστηρίου ενώπιον του οποίου εκκρεμεί συγκεκριμένη υπόθεση, το Διοικητικό Δικαστήριο δύναται να αποφασίσει ότι η εκδίκαση της υπόθεσης αυτής θα γίνει από την ολομέλεια αυτού.

(2) Τηρουμένων των διατάξεων του Άρθρου 146 του Συντάγματος, για σκοπούς ενάσκησης της δικαιοδοσίας του Διοικητικού Δικαστηρίου επί απόφασης ή πράξης αφορώσης σε φορολογική διαφορά, το Διοικητικό Δικαστήριο προβαίνει σε έλεγχο της νομιμότητας και ορθότητας της εν λόγω απόφασης ή πράξης επικυρώνοντας αυτήν, εν όλω ή εν μέρει, ή ακυρώνοντας και τροποποιώντας αυτήν, εν όλω η εν μέρει.

(3) [Διαγράφηκε].

(4) Προκειμένου περί προσφυγής κατά απόφασης αφορώσης σε φορολογική διαφορά, η δικαιοδοσία του Διοικητικού Δικαστηρίου ασκείται τηρουμένων, μεταξύ άλλων, των ακολούθων:

(α) Το Διοικητικό Δικαστήριο τροποποιεί την προσβαλλόμενη πράξη και/ή απόφαση όταν το αρμόδιο διοικητικό όργανο ασκώντας δέσμια αρμοδιότητα προέβη σε λανθασμένη εκτίμηση των σχετικών πραγματικών περιστατικών:

Νοείται ότι, η τροποποίηση της προσβαλλόμενης πράξης και/ή απόφασης από το Διοικητικό Δικαστήριο δεν δύναται να εκφεύγει των ορίων των αιτημάτων που υποβάλλονται με την προσφυγή:

Νοείται περαιτέρω ότι, το Διοικητικό Δικαστήριο δεν δύναται να τροποποιήσει την προσβαλλόμενη πράξη και/ή απόφαση εις βάρος του προσφεύγοντος.

(β) Σε περίπτωση υποβολής προσφυγής για παράλειψη οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας, το Διοικητικό Δικαστήριο εάν αποδεχθεί την προσφυγή τότε η υπόθεση εξετάζεται από το αρμόδιο διοικητικό όργανο για εκτέλεση της οφειλόμενης ενέργειας. το Διοικητικό Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να προβεί σε έλεγχο ορθότητας της παράλειψης οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας προτού το αρμόδιο διοικητικό όργανο αποφανθεί επί του αιτήματος του ενδιαφερόμενου διοικουμένου και εκδώσει διοικητική πράξη ή απόφαση.

(γ) Σε περίπτωση ακύρωσης πράξης λόγω αναρμοδιότητας, μη νόμιμης συγκρότησης ή μη νόμιμης σύνθεσης του οργάνου που την εξέδωσε ή λόγω παράβασης ουσιώδους τύπου ή μη άσκησης από το όργανο της διακριτικής του ευχέρειας, το Διοικητικό Δικαστήριο δεν ασκεί έλεγχο ορθότητας. σε τέτοια περίπτωση καλείται η Διοίκηση να θεραπεύσει τους λόγους για τους οποίους ακυρώθηκε η πράξη.

Ακολουθητέα πρακτική και δικονομία

12. (1) Η δικαιοδοσία του Διοικητικού Δικαστηρίου διέπεται από δικονομία και πρακτική που καθορίζεται με διαδικαστικό κανονισμό, ο οποίος εκδίδεται από το Ανώτατο Δικαστήριο.

(2) Μέχρι την έκδοση διαδικαστικού κανονισμού, σύμφωνα με το εδάφιο (1), το Διοικητικό Δικαστήριο -

(α) προκειμένου περί προσφυγής που εμπίπτει στη δικαιοδοσία αυτού για έλεγχο νομιμότητας μόνον, εφαρμόζει κατά το δυνατόν και τηρουμένων των αναλογιών, τους διαδικαστικούς κανονισμούς, τη δικονομία και την πρακτική που το Ανώτατο Δικαστήριο εφάρμοζε κατά την ενάσκηση της πρωτοβάθμιας αυτού δικαιοδοσίας επί υποβληθείσας προσφυγής, πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί της Όγδοης Τροποποίησης του Συντάγματος Νόμου του 2015,

(β) προκειμένου περί προσφυγής που εμπίπτει στις διατάξεις των εδαφίων (2) και (4) του άρθρου 11, εφαρμόζει κατά το δυνατόν τους διαδικαστικούς κανονισμούς που αναφέρονται στην παράγραφο (α), καθώς και τους διαδικαστικούς κανονισμούς, τη δικονομία και την πρακτική που το Επαρχιακό Δικαστήριο εφαρμόζει κατά την εκδίκαση αστικών υποθέσεων.

Έφεση κατά αποφάσεων του Διοικητικού Δικαστηρίου

13. Κάθε απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου υπόκειται σε έφεση ενώπιον τριμελούς ή, αναλόγως, διευρυμένης σύνθεσης του Ανωτάτου Δικαστηρίου, για λόγο που αναφέρεται σε νομικό σημείο μόνον, εντός χρονικής περιόδου σαράντα δύο (42) ημερών από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης.

Έναρξη της ισχύος του παρόντος Νόμου

14. (1) Με την επιφύλαξη των διατάξεων του εδαφίου (2), ο παρών Νόμος τίθεται σε ισχύ από την ημερομηνία δημοσίευσής του στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας.

(2) Οι πιο κάτω διατάξεις του παρόντος Νόμου τίθενται σε ισχύ από την ημερομηνία της δημοσίευσης γνωστοποίησης του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας για τη συγκρότηση του Διοικητικού Δικαστηρίου και την ετοιμότητά του να λειτουργήσει-

(α) οι διατάξεις του άρθρου 3, στην έκταση που αυτές χορηγούν αποκλειστική δικαιοδοσία στο Διοικητικό Δικαστήριο.

(β) οι διατάξεις του άρθρου 11.

(γ) οι διατάξεις του άρθρου 12.

Μεταβατικές διατάξεις

15. (1) Το Ανώτατο Δικαστήριο διατηρεί και ασκεί τη δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος πρωτοβάθμια αυτού δικαιοδοσία έως την ημερομηνία δημοσίευσης στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας της προβλεπόμενης στο εδάφιο (2) του άρθρου 14, γνωστοποίησης.

(2) Κατά την ημερομηνία δημοσίευσης της προβλεπόμενης στο εδάφιο (2) του άρθρου 14 γνωστοποίησης, οι εκκρεμούσες ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου διαδικασίες, κατά την ενάσκηση της δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος πρωτοβάθμιας δικαιοδοσίας αυτού, η οποία έχει μεταφερθεί στο Διοικητικό Δικαστήριο δυνάμει των διατάξεων του περί της Όγδοης Τροποποίησης του Συντάγματος Νόμου του 2015, μεταβιβάζονται στο καθιδρυόμενο δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου, Διοικητικό Δικαστήριο, προς συνέχιση της δικαστικής διαδικασίας και έκδοση απόφασης δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου, ενώ οι προσφυγές στις οποίες η απόφαση έχει επιφυλαχθεί, συνεχίζονται και αποπερατώνονται ενώπιον του δικαστηρίου στο οποίο αυτές εκκρεμούν.

Σημείωση
7 του Ν. 72(Ι)2018Έναρξη της ισχύος του Ν. 72(Ι)/2018

7.- (1) Με την επιφύλαξη των διατάξεων του εδαφίου (2), ο παρών Νόμος [Σ.Σ: δηλαδή ο Ν. 72(Ι)/2018] τίθεται σε ισχύ κατά την ημερομηνία δημοσίευσής του στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας.

(2) Ο ι διατάξεις των άρθρων 2 έως 6 του παρόντος Νόμου [Σ.Σ.: δηλαδή του Ν. 72(Ι)/2018] τίθενται σε ισχύ κατά την ημερομηνία δημοσίευσής δτην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας γνωστοποίησης του Ανωτάτου Δικαστηρίου που εκδίδεται δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου (2) του άρθρου 14 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018.