Προοίμιο

Επειδή, το Άρθρο 6.1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και των Θεμελιωδών Ελευθεριών και το Άρθρο 30.2 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας διασφαλίζουν το δικαίωμα σε διάγνωση αστικών δικαιωμάτων και υποχρεώσεων σε εύλογο χρόνο,

Και επειδή σε αριθμό ατομικών προσφυγών που στρέφονταν κατά της Κυπριακής Δημοκρατίας το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων διάγνωσε παραβίαση του Άρθρου 6.1 της Σύμβασης για το λόγο ότι τα αστικά δικαιώματα και υποχρεώσεις των αιτητών σε πολιτικές υποθέσεις και προσφυγές δεν είχαν διαγνωσθεί από τα Κυπριακά Δικαστήρια σε εύλογο χρόνο όπως απαιτεί το υπό αναφορά Άρθρο και διέγνωσε επίσης παραβίαση του Άρθρου 13 της Σύμβασης για το λόγο ότι δεν υπήρχαν στη Δημοκρατία αποτελεσματικές θεραπείες όπως απαιτεί το Άρθρο 13 σε σχέση με τους ισχυρισμούς των αιτητών για παραβίαση της απαίτησης του Άρθρου 6.1,

Και επειδή η κατά το Άρθρο 46 της Σύμβασης υποχρέωση της Δημοκρατίας σε συμμόρφωση με τις πιο πάνω Αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων βρίσκεται υπό την επιτήρηση της Επιτροπής Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης και συνεπάγεται υιοθέτηση μέτρων που να αποτρέπουν μελλοντικές παραβιάσεις όπως εκείνες που έχει διαγνώσει το Δικαστήριο στις πιο πάνω ατομικές προσφυγές,

Και επειδή εκκρεμεί στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων αριθμός ατομικών προσφυγών κατά της Δημοκρατίας για παραβίαση των Άρθρων 6.1 και 13 της Σύμβασης σε σχέση με τη διάγνωση των αστικών δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των αιτητών σε πολιτικές υποθέσεις και προσφυγές,

Και επειδή η Δημοκρατία δεσμεύεται με το Άρθρο 1 της Σύμβασης να διασφαλίζει τα δικαιώματα της Σύμβασης περιλαμβανομένου του δικαιώματος σε αποτελεσματικές εθνικές θεραπείες σε σχέση με παραβιάσεις του δικαιώματος σε διάγνωση αστικών δικαιωμάτων και υποχρεώσεων σε εύλογο χρόνο.

Η Βουλή των Αντιπροσώπων ψηφίζει ως ακολούθως:

Συνοπτικός τίτλος

1. Ο παρών Νόμος θα αναφέρεται ως ο περί Αποτελεσματικών Θεραπειών για Παραβίαση του Δικαιώματος σε Διάγνωση Αστικών Δικαιωμάτων και Υποχρεώσεων σε Εύλογο Χρόνο Νόμος του 2010.

Ερμηνεία

2. Στο παρόντα Νόμο εκτός αν από το κείμενο προκύπτει διαφορετική έννοια :-

«αγωγή» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από τον περί Δικαστηρίων Νόμο,

«αστικά δικαιώματα και υποχρεώσεις» σημαίνει δικαιώματα και υποχρεώσεις που στην έννοια και σύμφωνα με το Άρθρο 6.1 της Σύμβασης είναι αστικά δικαιώματα και υποχρεώσεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του εν λόγω Άρθρου και απαιτείται η διάγνωσή τους σε εύλογο χρόνο κατά τα διαλαμβανόμενα σ’ αυτό,

«δικαίωμα σε διάγνωση αστικών δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων σε εύλογο χρόνο» σημαίνει το δικαίωμα που κατοχυρώνει το Άρθρο 6.1 της Σύμβασης και το Άρθρο 30.1 του Συντάγματος,

«επαρχιακό δικαστήριο» σημαίνει δικαστήριο που καθιδρύθηκε για επαρχία δυνάμει του περί Δικαστηρίων Νόμου με δικαιοδοσία να ακούει και να αποφασίζει για αγωγές,

«θύμα παραβίασης» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων για το κατά πόσο πρόσωπα είναι θύματα παραβίασης του δικαιώματος σε διάγνωση αστικών δικαιωμάτων και υποχρεώσεων σε εύλογο χρόνο όπως απαιτεί το Άρθρο 34 της Σύμβασης για την αποδοχή ατομικής προσφυγής στο εν λόγω Δικαστήριο,

«Σύμβαση» σημαίνει την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και των Θεμελιωδών Ελευθεριών που κυρώθηκε από τη Δημοκρατία και περιλαμβάνει τα Πρωτόκολλα αυτής που έχουν κυρωθεί ή εκάστοτε κυρώνονται από τη Δημοκρατία,

«υπόθεση Ανωτάτου Δικαστηρίου» σημαίνει κάθε υπόθεση και διαδικασία, εξαιρουμένης της ποινικής, η οποία δυνάμει του Συντάγματος, του περί Απονομής της Δικαιοσύνης (Ποικίλαι Διατάξεις) Νόμου, του περί Δικαστηρίων Νόμου ή οποιωνδήποτε άλλων νόμων, εξετάζεται από το Ανώτατο Δικαστήριο ή οποιοδήποτε δικαστή ή δικαστές αυτού,

«υπόθεση επαρχιακού δικαστηρίου» σημαίνει κάθε υπόθεση και διαδικασία, εξαιρουμένης της ποινικής, η οποία δυνάμει του περί Δικαστηρίων Νόμου ή οποιωνδήποτε άλλων νόμων εξετάζεται από επαρχιακό δικαστήριο και περιλαμβάνει κάθε υπόθεση που εξετάζεται από οικογενειακό δικαστήριο, δικαστήριο εργατικών διαφορών και δικαστήριο ελέγχου ενοικιάσεων.

Πεδίο εφαρμογής και δικαίωμα προσφυγής σε ένδικα μέσα για απόδοση θεραπειών για παραβίαση του δικαιώματος

3. (1) Ο παρών Νόμος εφαρμόζεται αναφορικά με την παραβίαση του δικαιώματος προσώπων σε διάγνωση αστικών δικαιωμάτων ή υποχρεώσεών τους σε εύλογο χρόνο σε υποθέσεις επαρχιακoύ δικαστηρίου ή σε υποθέσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου είτε αυτές εκκρεμούν σε οποιοδήποτε στάδιο πρωτόδικα ή κατ’ έφεση είτε αυτές περατώθηκαν.

(2) Πρόσωπο που ισχυρίζεται ότι σε υπόθεση στην οποία εφαρμόζεται ο παρών Νόμος παραβιάστηκε το δικαίωμά του σε διάγνωση αστικών δικαιωμάτων ή υποχρεώσεών του σε εύλογο χρόνο, δικαιούται να προσφύγει στα ένδικα μέσα που προβλέπει ο παρών Νόμος για απόδοση των θεραπειών που προβλέπονται σ’ αυτόν.

(3) Η παραβίαση σε δικαστική υπόθεση στην οποία εφαρμόζεται ο παρών Νόμος του δικαιώματος προσώπου σε διάγνωση των αστικών του δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων σε εύλογο χρόνο και η απόδοση των θεραπειών που προβλέπει ο παρών Νόμος για την παραβίαση αποφασίζεται από τα αρμόδια, κατά τα διαλαμβανόμενα στο παρόντα Νόμο, δικαστήρια.

Αγώγιμο δικαίωμα

4. Το δικαίωμα σε διάγνωση αστικών δικαιωμάτων και υποχρεώσεων σε εύλογο χρόνο σε υπόθεση στην οποία εφαρμόζεται ο παρών Νόμος είναι αγώγιμο και το πρόσωπο που ισχυρίζεται ότι είναι θύμα παραβίασής του δύναται να προσφύγει στο αρμόδιο δικαστήριο με αγωγή κατά της Δημοκρατίας, δυνάμει του παρόντος Νόμου, αξιώνοντας για την παραβίαση τις θεραπείες που προβλέπονται στον παρόντα Νόμο.

Έγερση αγωγής για παραβίαση του δικαιώματος

5. (1) Αγωγή δυνάμει του άρθρου 4 δύναται να εγερθεί για παραβίαση του δικαιώματος σε υπόθεση που περατώθηκε με τελεσίδικη δικαστική απόφαση σε σχέση με παραβίαση του δικαιώματος σε οποιοδήποτε στάδιο της υπόθεσης, περιλαμβανομένου εκείνου της εκτέλεσης δικαστικής απόφασης, ανεξάρτητα αν για την παραβίαση του δικαιώματος στο στάδιο εκτέλεσης υπέχουν ευθύνη οι δικαστικές αρχές, ή άλλες αρχές της Δημοκρατίας. Η αγωγή εγείρεται εντός ενός έτους από την ημερομηνία περάτωσης της υπόθεσης με τελεσίδικη δικαστική απόφαση ή την ημερομηνία εκτέλεσης, ανάλογα με την περίπτωση, εκτός αν το δικαστήριο κρίνει υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης ότι η αγωγή δεν ήταν εύλογα δυνατόν να εγερθεί εντός της πιο πάνω προθεσμίας.

(2) Αγωγή δυνάμει του άρθρου 4 δύναται να εγερθεί και για παραβίαση του δικαιώματος σε υπόθεση που περατώθηκε με τελεσίδικη δικαστική απόφαση πριν την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου, ή στην οποία εκκρεμεί η εκτέλεση απόφασης που εκδόθηκε πριν την εν λόγω ημερομηνία, δεδομένου ότι η αγωγή εγείρεται εντός ενός έτους από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου ή την ημερομηνία εκτέλεσης μετά την έναρξη της ισχύος αυτού, ανάλογα με την περίπτωση, εκτός αν το δικαστήριο κρίνει υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης ότι η αγωγή δεν ήταν εύλογα δυνατόν να εγερθεί εντός της πιο πάνω προθεσμίας.

(3) Σε σχέση με αγωγή δυνάμει του άρθρου 4 και για ζητήματα δικονομίας και πρακτικής για τα οποία δεν γίνεται ειδική ρύθμιση στον παρόντα Νόμο, τυγχάνουν εφαρμογής οι διατάξεις του περί Δικαστηρίων Νόμου και οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας εκτός στην έκταση και για ζητήματα για τα οποία το Ανώτατο Δικαστήριο ήθελε εκδώσει σχετικό διαδικαστικό κανονισμό.

Αρμόδιο δικαστήριο να εξετάσει αγωγή για παραβίαση του δικαιώματος

6. (1) Ανεξάρτητα από τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου νόμου, αρμόδιο δικαστήριο στο οποίο παρέχεται με τον παρόντα Νόμο δικαιοδοσία να εξετάσει και αποφασίσει σε αγωγή δυνάμει των άρθρων 4 και 5 για παραβίαση του δικαιώματος σε διάγνωση αστικών δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων σε εύλογο χρόνο σε υποθέσεις που περατώθηκαν με έκδοση τελεσίδικης δικαστικής απόφασης είναι -

(α)Σε σχέση με υποθέσεις επαρχιακού δικαστηρίου, ο διοικητικός Πρόεδρος οποιουδήποτε επαρχιακού δικαστηρίου ο οποίος ενόσω εκκρεμούσε η υπόθεση στην οποία σύμφωνα με την αγωγή παραβιάστηκε το δικαίωμα του ενάγοντα σε διάγνωση αστικών του δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων σε εύλογο χρόνο δεν ασκούσε τα καθήκοντά του στο δικαστήριο στο οποίο εκκρεμούσε η υπόθεση και δεν είχε συμμετοχή σε οποιοδήποτε στάδιο στην εξέτασή της, ή σε περίπτωση που δεν υπάρχει διοικητικός Πρόεδρος που να μην ασκούσε τα καθήκοντά του στο δικαστήριο στο οποίο εκκρεμούσε η υπόθεση και να μην είχε συμμετοχή σε οποιοδήποτε στάδιο στην εξέταση της, ο αμέσως αρχαιότερος Πρόεδρος επαρχιακού δικαστηρίου ή άλλος δικαστής που ικανοποιεί τα πιο πάνω, ως ήθελε ορίσει για την περίπτωση το Ανώτατο Δικαστήριο,

(β)σε σχέση με υποθέσεις Ανωτάτου Δικαστηρίου, τρεις δικαστές του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ως ήθελε ορίσει για την περίπτωση το Ανώτατο Δικαστήριο.

(2) Απόφαση του αρμόδιου, κατά τα διαλαμβανόμενα στην παράγραφο (β) του εδαφίου (1), δικαστηρίου είναι τελεσίδικη και δεν υπόκειται σε έφεση.

Δικαίωμα εξέτασης ισχυρισμών για παραβίαση του δικαιώματος σε εκκρεμούσες υποθέσεις

7. (1) Χωρίς βλάβη στο δικαίωμα έγερσης αγωγής δυνάμει των άρθρων 4 και 5, πρόσωπο που είναι διάδικος σε εκκρεμούσα υπόθεση στην οποία εφαρμόζεται ο παρών Νόμος δικαιούται σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας ενόσω εκκρεμεί η υπόθεση, να προσφύγει στα ένδικα μέσα που προβλέπονται στο εδάφιο (2) σε σχέση με ισχυρισμό του ότι παραβιάστηκε στην υπόθεση το δικαίωμά του σε διάγνωση των αστικών δικαιωμάτων ή υποχρεώσεών του σε εύλογο χρόνο.

(2) Για τους σκοπούς του εδαφίου (1), διάδικος που ισχυρίζεται ότι παραβιάστηκε σε εκκρεμούσα υπόθεση επαρχιακού δικαστηρίου ή υπόθεση του Ανωτάτου Δικαστηρίου το δικαίωμά του σε διάγνωση αστικών δικαιωμάτων ή υποχρεώσεών του σε εύλογο χρόνο δικαιούται σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας να προσφύγει με πρωτογενή αίτηση κατά της Δημοκρατίας στο αρμόδιο κατά τα διαλαμβανόμενα στο άρθρο 8 δικαστήριο για εξέταση του ισχυρισμού και απόδοση θεραπειών για την παραβίαση που προβλέπει ο παρών Νόμος, και για την έκδοση απόφασης για τα ζητήματα αυτά.

(3) Οι διατάξεις των εδαφίων (1) και (2) εφαρμόζονται και σε σχέση με υποθέσεις που κατά την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου εκκρεμούν σε οποιοδήποτε στάδιο.

(4) Δεν αναστέλλεται ή αναβάλλεται οποιαδήποτε διαδικασία σε υπόθεση που εκκρεμεί, λόγω υποβολής αίτησης δυνάμει του παρόντος άρθρου ή εν αναμονή της περάτωσης της εξέτασής της.

(5) Σε σχέση με αίτηση δυνάμει των άρθρων 7 και 8 και για ζητήματα δικονομίας και πρακτικής για τα οποία δε γίνεται ειδική ρύθμιση στον παρόντα Νόμο, τυγχάνουν εφαρμογής οι διατάξεις του περί Δικαστηρίων Νόμου και οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας εκτός στην έκταση και για ζητήματα για τα οποία το Ανώτατο Δικαστήριο ήθελε εκδώσει σχετικό διαδικαστικό κανονισμό.

Αρμόδιο δικαστήριο να εξετάσει παραβίαση του δικαιώματος σε εκκρεμούσα υπόθεση

8. (1) Ανεξάρτητα από τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου νόμου, αρμόδιο δικαστήριο στο οποίο παρέχεται διά του παρόντος δικαιοδοσία να εξετάσει και αποφασίσει ισχυρισμό και να αποδώσει θεραπείες σε πρωτογενή αίτηση δυνάμει του άρθρου 7 είναι -

(α)Σε σχέση με υπόθεση επαρχιακού δικαστηρίου που εκκρεμεί σ’ εκείνο το στάδιο ενώπιον επαρχιακού δικαστηρίου, ο διοικητικός Πρόεδρος οποιουδήποτε επαρχιακού δικαστηρίου ο οποίος δεν ασκεί τα καθήκοντά του στο δικαστήριο στο οποίο εκκρεμεί η υπόθεση και δεν είχε συμμετοχή σε οποιοδήποτε στάδιο στην εξέτασή της, ή σε περίπτωση που δεν υπάρχει διοικητικός Πρόεδρος που να μην ασκεί τα καθήκοντά του στο εν λόγω δικαστήριο και να μην είχε συμμετοχή σε οποιοδήποτε στάδιο στην εξέταση της υπόθεσης, ο αμέσως αρχαιότερος Πρόεδρος επαρχιακού δικαστηρίου ή άλλος δικαστής που ικανοποιεί τα πιο πάνω, ως ήθελε ορίσει για την περίπτωση το Ανώτατο Δικαστήριο,

(β)σε σχέση με υπόθεση επαρχιακού δικαστηρίου που εκκρεμεί σ’ εκείνο το στάδιο στο Ανώτατο Δικαστήριο, ή με υπόθεση του Ανωτάτου Δικαστηρίου που εκκρεμεί στο εν λόγω δικαστήριο σε οποιοδήποτε στάδιο, τρεις δικαστές του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ως ήθελε ορίσει για την περίπτωση το Ανώτατο Δικαστήριο:

Νοείται ότι δυνάμει της παρούσας παραγράφου ορίζονται δικαστές του Ανωτάτου Δικαστηρίου οι οποίοι δεν είχαν συμμετοχή σε οποιοδήποτε στάδιο εξέτασης της υπόθεσης.

(2) Απόφαση του αρμόδιου, κατά τα διαλαμβανόμενα στην παράγραφο (β) του εδαφίου (1), δικαστηρίου είναι τελεσίδικη και δεν υπόκειται σε έφεση.

Έκδοση αποφάσεων

9. Σε αγωγή δυνάμει των άρθρων 4 και 5 και σε πρωτογενή αίτηση δυνάμει των άρθρων 7 και 8, το αρμόδιο δικαστήριο εκδίδει την απόφασή του στο πέρας της εξέτασης της αγωγής ή της πρωτογενούς αίτησης, ανάλογα με την περίπτωση, ή σε περίπτωση που την επιφυλάσσει για έκδοση, την εκδίδει χωρίς χρονοτριβή.

Εκπροσώπηση της Δημοκρατίας σε αγωγές και πρωτογενείς αιτήσεις

10. Αγωγές και πρωτογενείς αιτήσεις κατά της Δημοκρατίας δυνάμει του παρόντος Νόμου, εγείρονται εναντίον του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ως εναγόμενου ή καθ’ ου η αίτηση, ανάλογα με την περίπτωση και τυγχάνουν εφαρμογής οι διατάξεις του άρθρου 57 του περί Δικαστηρίων Νόμου.

Παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη σε υποθέσεις για παραβίαση του δικαιώματος

11. Το δικαστήριο προκειμένου να κρίνει κατά πόσο παραβιάστηκε το δικαίωμα του ενάγοντα ή του αιτητή σε διάγνωση σε εύλογο χρόνο αστικών του δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων σε αγωγή δυνάμει των άρθρων 4 και 5 και σε πρωτογενή αίτηση δυνάμει των άρθρων 7 και 8, λαμβάνει υπόψη -

(α)το συνολικό χρόνο που εκκρεμεί ή που διήρκεσε η διάγνωση των δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων στην υπόθεση λαμβάνοντας υπόψη το χρόνο καταχώρισής της στο δικαστήριο και, όπου είναι σχετικός, οποιοδήποτε προγενέστερο χρόνο,

(β)τη φύση της υπόθεσης στην οποία κατά τον ισχυρισμό του ενάγοντα ή του αιτητή παραβιάστηκε το δικαίωμά του,

(γ)την τυχόν πολυπλοκότητα της εν λόγω υπόθεσης,

(δ)τη συμπεριφορά του ενάγοντα ή αιτητή στη διαδικασία της υπόθεσης,

(ε)τη συμπεριφορά των δικαστικών αρχών στα διάφορα στάδια και διαδικασίες της υπόθεσης, περιλαμβανομένων, όπου είναι σχετικές, των διαδικασιών εκτέλεσης, και την προώθηση της υπόθεσης στα εν λόγω στάδια και διαδικασίες,

(στ)τη συμπεριφορά άλλων αρχών της Δημοκρατίας, όπου είναι σχετική, στο στάδιο και στις διαδικασίες εκτέλεσης, όπως και σε τυχόν σχετικά στάδια και διαδικασίες που προηγήθηκαν της καταχώρισης της υπόθεσης στο δικαστήριο,

(ζ)οποιουσδήποτε άλλους παράγοντες που εκάστοτε λαμβάνει υπόψη το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ως σχετικούς με το υπό κρίση ζήτημα όπως προκύπτουν από τη σχετική με το θέμα νομολογία του.

Θεραπείες αγωγής και πρωτογενούς αίτησης για παραβίαση του δικαιώματος

12. Σε περίπτωση που σε αγωγή δυνάμει των άρθρων 4 και 5 ή σε πρωτογενή αίτηση δυνάμει των άρθρων 7 και 8 το δικαστήριο κρίνει ότι παραβιάστηκε το δικαίωμα του ενάγοντα ή του αιτητή, ανάλογα με την περίπτωση, σε διάγνωση αστικών του δικαιωμάτων ή υποχρεώσεών του σε εύλογο χρόνο, αυτός δικαιούται-

(α)αποζημιώσεις για τυχόν χρηματική ζημιά, απώλεια, έξοδα και δαπάνες που έχει αποδεδειγμένα υποστεί λόγω της παραβίασης,

(β)αποζημιώσεις για ζημιά ή βλάβη μη χρηματικής φύσης που έχει υποστεί λόγω της παραβίασης και

(γ)δικηγορικά έξοδα που αποδεδειγμένα έχει υποστεί λόγω της παραβίασης.

(2) Για τη διαπίστωση της ζημιάς που οφείλεται στην παραβίαση κατά τα διαλαμβανόμενα στο εδάφιο (1) και τον υπολογισμό και απόδοση των δυνάμει του εδαφίου (1) αποζημιώσεων, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τα κριτήρια και παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη γι’ αυτό το σκοπό από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων όπως προκύπτουν από την εκάστοτε νομολογία του σε ανάλογες υποθέσεις παραβίασης του Άρθρου 6.1 της Σύμβασης και το ύψος των αποζημιώσεων που απονέμει το εν λόγω δικαστήριο σε ανάλογες υποθέσεις.

Αναφορά στα πρακτικά του δικαστηρίου για την εξέταση πρωτογενών αιτήσεων για παραβίαση του δικαιώματος σε εκκρεμούσες υποθέσεις

13. Για την εξέταση σε πρωτογενή αίτηση δυνάμει των άρθρων 7 και 8 του ζητήματος κατά πόσο παραβιάστηκε το δικαίωμα του αιτητή σε διάγνωση αστικών του δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων σε εύλογο χρόνο, το δικαστήριο ασκεί την κρίση του σε σχέση με τους παράγοντες των παραγράφων (α) έως (ζ) του άρθρου 11, αφού ακούσει τον αιτητή και το Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, με αναφορά στα πρακτικά της διαδικασίας και το περιεχόμενο του φακέλου ή φακέλων της υπόθεσης πρωτόδικα ή κατ’ έφεση στην οποία ισχυρίζεται ο αιτητής ότι παραβιάστηκε το εν λόγω δικαίωμά του.

Οδηγίες Ανωτάτου Δικαστηρίου για επιτάχυνση της διαδικασίας σε εκκρεμούσες υποθέσεις στις οποίες αποφασίστηκε ότι παραβιάστηκε το δικαίωμα

14. (1) Όπου σε πρωτογενή αίτηση δυνάμει των άρθρων 7 και 8 το δικαστήριο αποφασίζει δυνάμει του παρόντος Νόμου ότι παραβιάστηκε σε εκκρεμούσα υπόθεση το δικαίωμα του αιτητή σε διάγνωση σε εύλογο χρόνο αστικών του δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων, το εν λόγω δικαστήριο διαβιβάζει αμέσως την απόφασή του στο Ανώτατο Δικαστήριο.

(2) Σε περίπτωση που συνεχίζει να εκκρεμεί η υπόθεση για την οποία το δικαστήριο εξέδωσε την απόφασή του και τη διαβίβασε στο Ανώτατο Δικαστήριο δυνάμει του εδαφίου (1), το Ανώτατο Δικαστήριο εκδίδει οδηγίες που υπό τις περιστάσεις κρίνει αναγκαίες για επιτάχυνση της διαδικασίας στην υπόθεση που εκκρεμεί ώστε να αποτραπεί τυχόν συνέχιση της καθυστέρησης ή νέες καθυστερήσεις και να αποφευχθεί το ενδεχόμενο συνέχισης της παραβίασης ή νέων παραβιάσεων του δικαιώματος οποιουδήποτε διαδίκου στην εκκρεμούσα υπόθεση:

Νοείται ότι δεν μετέχει στην έκδοση οδηγιών του Ανωτάτου Δικαστηρίου δικαστής ή δικαστές του εν λόγω Δικαστηρίου που δυνατόν να είχαν συμμετοχή σε οποιοδήποτε στάδιο εξέτασης της υπόθεσης που εκκρεμεί.

(3) Οδηγίες δυνάμει του εδαφίου (1) δυνατόν να περιλαμβάνουν μεταξύ άλλων-

(α)τον άμεσο ορισμό της υπόθεσης που εκκρεμεί για οδηγίες ή ακρόαση,

(β)την καταχώριση δικογράφων που δεν έχουν ακόμα καταχωριστεί εντός τακτών προθεσμιών που ορίζονται στις οδηγίες,

(γ)την ετοιμασία πρακτικών,

(δ)την ψήφιση εξόδων που τυχόν να έχουν επιδικαστεί,

(ε)την κατά προτεραιότητα διεξαγωγή της ακρόασης της υπόθεσης ή οποιωνδήποτε ενδιάμεσων αιτήσεων,

(στ)την κατά προτεραιότητα διεκπεραίωση των διαδικασιών ενδιάμεσων αιτήσεων ή άλλων ενδιάμεσων διαδικασιών,

(ζ)την κατά προτεραιότητα έκδοση απόφασης που επιφυλάχθηκε στην υπόθεση ή σε ενδιάμεση αίτηση,

(η)την κατά προτεραιότητα διεκπεραίωση από τις δικαστικές αρχές στην έκταση που εμπλέκονται, των διαδικασιών εκτέλεσης απόφασης που εκδόθηκε στην υπόθεση.

(4) Οδηγίες δυνάμει του εδαφίου (3) εκδίδονται για επιτάχυνση της διαδικασίας σε εκκρεμούσα υπόθεση ανεξάρτητα από το γεγονός ότι η σχετική διαβιβασθείσα απόφαση που δυνατόν να εκδόθηκε κατά τα διαλαμβανόμενα στην παράγραφο (α) του εδαφίου (1) του άρθρου 8 έχει εφεσιβληθεί από το Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας.