Εξουσίες

14. Ο κυβερνήτης του αεροσκάφους ασκεί κατά την διάρκεια της πτήσεως και των ενδιάμεσων σταθμεύσεων την εξουσία επί του πληρώματος και των επιβατών η οποία επιβάλλεται προς διαφύλαξη της ασφάλειας του αεροσκάφους, των επιβαινόντων προσώπων, του φορτίου και των λοιπών μεταφερόμενων αντικειμένων, καθώς και της ασφάλειας, αποτελεσματικότητας και ομαλότητας της αεροναυτιλίας.

15. Ο κυβερνήτης του αεροσκάφους λαμβάνει κατά την διάρκεια της πτήσεως κάθε πρόσφορο μέτρο ασφάλειας, και μπορεί ιδίως –

(α) να απαιτεί από οποιοδήποτε μέλος του πληρώματος την εκτέλεση υπηρεσίας διαφορετικής από εκείνη για την οποία έχει προσληφθεί,

(β) να απαγορεύει την επιβίβαση παντός προσώπου που βρίσκεται υπό την επήρεια αλκοολούχων ποτών, ναρκωτικών ή φαρμάκων σε βαθμό επικίνδυνο για την ασφάλεια του αεροσκάφους, των επιβαινόντων προσώπων, του φορτίου και των λοιπών μεταφερόμενων αντικειμένων, και να ζητεί εν ανάγκη την συνδρομή των δημόσιων αρχών,

(γ) να επιβάλλει την αποκατάσταση της τάξεως, διατάσσοντας μέλη του πληρώματος, με την συνδρομή των διατεθειμένων προς τούτο επιβατών, να προβαίνουν στην σύλληψη και κράτηση προσώπου που εξετέλεσε ή βρίσκεται στην αρχή εκτελέσεως αξιόποινης πράξεως η πράξεως η όποια θέτει σε κίνδυνο την ασφάλεια του αεροσκάφους ή των προσώπων ή πραγμάτων που βρίσκονται σ’ αυτό, ή η οποία θέτει σε κίνδυνο την τάξη και πειθαρχία στο αεροσκάφος, μέχρις ότου το πρόσωπο αυτό παραδοθεί στις δημόσιες αρχές του τόπου της επόμενης προσγειώσεως του αεροσκάφους,

(δ) να διατάσσει την αποβίβαση σε ενδιάμεση στάθμευση ή αναγκαστική προσγείωση παντός προσώπου το οποίο κρίνει, βάσει της συμπεριφοράς του ή για άλλο σοβαρό λόγο, ως επικίνδυνο για την ασφάλεια του αεροσκάφους, των επιβαινόντων προσώπων, του φορτίου και των λοιπών μεταφερόμενων αντικειμένων, και να ζητεί εν ανάγκη την συνδρομή των δημόσιων αρχών.

16. Ο κυβερνήτης του αεροσκάφους μπορεί να ζητεί την συνδρομή των δημόσιων αρχών του τόπου της ενδιάμεσης σταθμεύσεως ή του προορισμού της πτήσεως για την σύλληψη προσώπου, που εξετέλεσε ή βρίσκεται στην αρχή εκτελέσεως αξιόποινης πράξεως επί του αεροσκάφους, και την απομάκρυνσή του από το αεροσκάφος.

17. Σε περιπτώσεις συλλήψεως, κρατήσεως και ακούσιας αποβιβάσεως ειδοποιούνται οι δημόσιες αρχές των αερολιμένων απογειώσεως και επόμενης προσγειώσεως του αεροσκάφους, καθώς και οι πλησιέστερες διπλωματικές ή προξενικές αρχές του κράτους του οποίου την υπηκοότητα έχει ο θιγόμενος. Στις δημοσιές αυτές αρχές παραδίδονται τα έγγραφα και κοινοποιούνται οι πληροφορίες που αφορούν τον θιγόμενο.

18. Κατά την διάρκεια της πτήσεως ο κυβερνήτης του αεροσκάφους ασκεί αρμοδιότητες ληξιάρχου και συντάσσει τις προβλεπόμενες εκάστοτε πράξεις. Αντίγραφα των πράξεων, υπογεγραμμένα από τον κυβερνήτη, αποστέλλονται αμελλητί στις αρμόδιες αρχές. Οι διατάξεις των περί της Εμπορικής Ναυτιλίας (Πλοίαρχοι και Ναυτικοί) Νόμων του 1968 μέχρι 1996 και οποιουδήποτε νομού τους τροποποιεί ή τους αντικαθιστά, εφαρμόζονται αναλόγως.

19. Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου δεν θίγουν τις διατάξεις της διεθνούς συμβάσεως του Τόκυο 1963, της διεθνούς συμβάσεως της Χάγης 1970 και της διεθνούς συμβάσεως του Μόντρεαλ 1971.