Ερμηνεία

2.-(1) Εν τω παρόντι Νόμω, εκτός εάν άλλως προκύπτη εκ του κειμένου-

“αναθεωρητική αρχή αδειών” σημαίνει την δυνάμει του άρθρου 4 καθιδρυομένην αναθεωρητικήν αρχήν αδειών·

“αρχή αδειών” σημαίνει την δυνάμει του άρθρου 3 καθιδρυομένην αρχήν αδειών·

“αστική τροχαία περιοχή” σημαίνει περιοχήν καθοριζομένην υπό του Υπουργού διά διατάγματος δημοσιευομένου εν τη επισήμω εφημερίδι της Δημοκρατίας·

“έκρυθμος κατάστασις” σημαίνει την συνεπεία της Τουρκικής εισβολής δημιουργηθείσαν κατάστασιν η οποία εξακολουθεί να υφίσταται μέχρις ότου το Υπουργικόν Συμβούλιον, διά γνωστοποιήσεως εις την επίσημον εφημερίδα της Δημοκρατίας, ορίση ημερομηνίαν λήξεως της τοιαύτης καταστάσεως·

“εταιρεία” σημαίνει εταιρείαν εγγεγραμμένην δυνάμει του περί Εταιρειών Νόμου ή του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου και περιλαμβάνει οιανδήποτε ομόρρυθμον εταιρείαν ή ετερόρρυθμον εταιρείαν εγγεγραμμένην δυνάμει του περί Ομορρύθμων και Ετερορρύθμων Εταιρειών και Εμπορικών Επωνυμιών Νόμου·

“ιδιωτικόν λεωφορείον” σημαίνει παν λεωφορείον πλην των δημοσίας χρήσεως τοιούτων·

“λεωφορείον” σημαίνει μηχανοκίνητον όχημα δυνάμενον να μεταφέρη πλείονας των οκτώ καθημένων επιβατών·

“λεωφορείο δημόσιας χρήσης” σημαίνει κάθε λεωφορείο που χρησιμοποιείται για τη μεταφορά επιβατών είτε με κόμιστρο κατά επιβάτη είτε με μίσθωση·

“όχημα δημοσίας χρήσεως” σημαίνει μηχανοκίνητον όχημα εγγεγραμμένον ως μηχανοκίνητον όχημα δημοσίας χρήσεως δυνάμει των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμων του 1972 έως 1978, ή οιουδήποτε εκάστοτε εν ισχύι Νόμου τροποποιούντος ή αντικαθιστώντος αυτούς, και των δυνάμει τούτων εκδιδομένων Κανονισμών·

“όχημα εκμισθούμενον άνευ οδηγού” σημαίνει οποιοδήποτε  μηχανοκίνητο όχημα που εμπίπτει στις κατηγορίες ή υποκατηγορίες ή ειδικές κατηγορίες Β, Β+Ε, Γ, Γ1, Δ,Δ1, Στ, Η, Ζ, και ΙΒ όπως αυτές καθορίζονται στο Παράρτημα Β του περί ΄Αδειας Οδήγησης Νόμου του 2001, το οποίο εκμισθώνεται σε οδηγό ή επιχείρηση από τον εκμισθωτή ή τον αντιπρόσωπο του·

“Συμβούλιον” σημαίνει το δυνάμει του άρθρου 19 καθιδρυόμενον Συμβούλιον Οδικής Τροχαίας Μεταφοράς·

“ταξί” σημαίνει μηχανοκίνητον όχημα δημοσίας χρήσεως αναφορικώς προς το οποίον εχορηγήθη άδεια οδικής χρήσεως αγροτικού ταξί ή αστικού ταξί ή υπεραστικού ταξί δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου·

“Υπουργός” σημαίνει τον Υπουργόν Συγκοινωνιών και Έργων.

(2) Οι όροι “αδειούχος”, “επιχείρηση”, “έκτακτες γραμμές” και “τακτικές γραμμές” έχουν την έννοια που τους απέδωσε ο περί της Πρόσβασης στο Επάγγελμα του Οδικού Μεταφορέα Νόμος του 2001.

(3) Οι εν τω παρόντι Νόμω μη άλλως καθορισθέντες όροι κέκτηνται, εκτός εάν άλλως προκύπτη εκ του κειμένου, την έννοιαν ην απέδωκαν αυτοίς οι περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμοι του 1972 έως 1978, ή οιοσδήποτε εκάστοτε εν ισχύι Νόμος τροποποιών ή αντικαθιστών αυτούς.