ΜΕΡΟΣ ΙΙΙ ΕΛΕΓΧΟΣ ΚΑΙ ΕΠΟΠΤΕΙΑ ΑΠΕΙΚΟΝΙΣΤΙΚΩΝ ΚΕΝΤΡΩΝ
Εξουσίες και αρμοδιότητες αρμόδιας αρχής

16.-(1) Η αρμόδια αρχή, για σκοπούς ελέγχου και εποπτείας των απεικονιστικών κέντρων κατά την εφαρμογή του παρόντος Νόμου, ασκεί τις προβλεπόμενες στον παρόντα Νόμο και στους δυνάμει αυτού εκδιδόμενους Κανονισμούς εξουσίες και αρμοδιότητες.

(2) Άνευ επηρεασμού της γενικότητας του εδαφίου (1), η αρμόδια αρχή έχει τις ακόλουθες εξουσίες και αρμοδιότητες:

(α) Να αποφασίζει τη διακοπή της λειτουργίας απεικονιστικού κέντρου το οποίο λειτουργεί χωρίς άδεια λειτουργίας ενημερώνοντας άμεσα τον ιδιοκτήτη ή/και τον διοικητικά υπεύθυνο ή/και τον επιστημονικά υπεύθυνο του απεικονιστικού κέντρου·

(β) να ασκεί έλεγχο και εποπτεία σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Μέρους σε απεικονιστικό κέντρο, με σκοπό τη διασφάλιση συνεχούς συμμόρφωσης προς τις διατάξεις του παρόντος Νόμου ή/και τις πρόνοιες των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων Κανονισμών μέσω των εντεταλμένων επιθεωρητών·

(γ) να επιβάλλει διοικητικές κυρώσεις, περιλαμβανομένων διοικητικών προστίμων, σε απεικονιστικό κέντρο σε περίπτωση παράβασης των διατάξεων του παρόντος Νόμου ή/και των προνοιών των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων Κανονισμών·

(δ) να διερευνά καταγγελίες ή παράπονα από αποδέκτες υπηρεσιών αναφορικά με παραβιάσεις των διατάξεων του παρόντος Νόμου ή/και των προνοιών των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων Κανονισμών·

(ε) να τηρεί αρχείο με τα παράπονα που υποβάλλονται σε αυτήν·

(στ) αναφορικά με παρόχους υπηρεσιών φροντίδας υγείας που είναι συμβεβλημένοι με τον Οργανισμό Ασφάλισης Υγείας σύμφωνα με τον περί Γενικού Συστήματος Υγείας Νόμο και τους δυνάμει αυτού εκδιδόμενους Κανονισμούς, να ενημερώνει τον Οργανισμό Ασφάλισης Υγείας για παραβιάσεις του παρόντος Νόμου και να παρέχει οποιεσδήποτε άλλες πληροφορίες εμπίπτουν στον τομέα αρμοδιοτήτων της οι οποίες δύναται να συνιστούν παράβαση των συμβάσεων που έχουν συναφθεί με τον Οργανισμό Ασφάλισης Υγείας·

(ζ) να εκδίδει εγκύκλιες οδηγίες προς τα απεικονιστικά κέντρα, σύμφωνα με όσα προβλέπονται στον παρόντα Νόμο και τους δυνάμει αυτού εκδιδόμενους Κανονισμούς·

(η) να καθορίζει τις διαδικασίες που πρέπει να ακολουθούνται από τα απεικονιστικά κέντρα ή σε σχέση με οποιοδήποτε άλλο θέμα χρήζει καθορισμού για την αποτελεσματική εφαρμογή του παρόντος Νόμου·

(θ) να καθορίζει τις διαδικασίες υποβολής παραπόνων από αποδέκτες απεικονιστικών υπηρεσιών·

(ι) να συμβουλεύει τον Υπουργό, είτε αυτεπάγγελτα είτε κατόπιν αιτήματος του Υπουργού, για θέμα που αφορά ή σχετίζεται με την εφαρμογή και με επιθυμητές ή αναγκαίες τροποποιήσεις των διατάξεων του παρόντος Νόμου ή/και των προνοιών των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων Κανονισμών·

(ια) να ασκεί οποιαδήποτε άλλη εξουσία ή αρμοδιότητα ανατίθεται ρητά σε αυτή από τον παρόντα Νόμο ή τους δυνάμει αυτού εκδιδόμενους Κανονισμούς για την καλύτερη εφαρμογή του παρόντος Νόμου· και

(ιβ) να εισηγείται στον Υπουργό την έκδοση διατάγματος για οποιαδήποτε περαιτέρω διαπίστευση ή/και πιστοποίηση θεωρεί αναγκαία αναφορικά με τις διαδικασίες που ακολουθούνται σε απεικονιστικό κέντρο.

Εντεταλμένοι επιθεωρητές

17.-(1) Ο Υπουργός, για σκοπούς ελέγχου και εποπτείας των απεικονιστικών κέντρων ως προς τη συμμόρφωσή τους με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου ή/και τις πρόνοιες των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων Κανονισμών ή/και των εγκύκλιων οδηγιών, ορίζει, με διάταγμα που δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, λειτουργούς του Υπουργείου ως εντεταλμένους επιθεωρητές.

(2) Εντεταλμένος επιθεωρητής έχει τις ακόλουθες αρμοδιότητες:

(α) Να επισκέπτεται και να ασκεί ετήσιους προγραμματισμένους ή/και έκτακτους ελέγχους σε απεικονιστικά κέντρα, για να διαπιστωθεί κατά πόσο αυτά συμμορφώνονται με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου ή/και τις πρόνοιες των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων Κανονισμών ή/και των εγκυκλίων οδηγιών της αρμόδιας αρχής·

(β) να διερευνά παράπονα και καταγγελίες από αποδέκτες υπηρεσιών που παραπέμπονται σε αυτόν από την αρμόδια αρχή αναφορικά με παραβιάσεις του παρόντος Νόμου ή/και των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων Κανονισμών·

(γ) να υποβάλλει έκθεση στην αρμόδια αρχή, σε περίπτωση που διαπιστώνει ότι διάταξη του παρόντος Νόμου ή πρόνοια των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων Κανονισμών ή εγκυκλίου η οποία εκδίδεται δυνάμει του παρόντος Νόμου δεν έχει τηρηθεί ή δεν τηρείται·

(δ) να υποβάλλει εκθέσεις στην αρμόδια αρχή για τα αποτελέσματα των επιθεωρήσεων.

(3) Άνευ επηρεασμού της γενικότητας του εδαφίου (2), εντεταλμένος επιθεωρητής προβαίνει ειδικότερα σε έλεγχο-

(α) της τήρησης των προδιαγραφών κτιριακής και τεχνολογικής υποδομής και της τήρησης των λοιπών όρων και προϋποθέσεων του παρόντος Νόμου ή/και των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων Κανονισμών ή/και εγκυκλίων της αρμόδιας αρχής για τη νόμιμη λειτουργία του απεικονιστικού κέντρου·

(β) της καταλληλότητας και της ενδεδειγμένης χρήσης των χρησιμοποιούμενων υλικών·

(γ) της ικανοποιητικής λειτουργίας και συντήρησης του εξοπλισμού·

(δ) της κατοχής άδειας ασκήσεως επαγγέλματος σε ισχύ των επαγγελματιών υγείας που απασχολούνται στο απεικονιστικό κέντρο, όπου αυτό εφαρμόζεται· και

(ε) της τήρησης των υγειονομικών διατάξεων και των μέτρων προστασίας των εργαζομένων και των ασθενών.

(4) Εντεταλμένος επιθεωρητής ο οποίος, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, λαμβάνει γνώση πληροφορίας ή στοιχείου, δεν το αποκαλύπτει σε τρίτους, εκτός για σκοπούς εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος Νόμου ή των προνοιών των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων Κανονισμών ή στο πλαίσιο δικαστικής διαδικασίας.

(5) Εντεταλμένος επιθεωρητής δηλώνει στην αρμόδια αρχή την ύπαρξη οικονομικών ή και άλλων συμφερόντων του ιδίου ή συγγενών του μέχρι τέταρτου βαθμού τα οποία είναι δυνατό να επηρεάσουν την αμερόληπτη εκτέλεση των καθηκόντων του για απεικονιστικό κέντρο το οποίο επιθεωρεί.

(6) Εντεταλμένος επιθεωρητής κοινοποιεί αυτούσια και γραπτώς έκθεση την οποία εκπόνησε στο υπό επιθεώρηση απεικονιστικό κέντρο το οποίο αφορά.

Εξουσία εισόδου και επιθεώρησης

18.-(1) Εντεταλμένος επιθεωρητής δύναται, κατά πάντα εύλογο χρόνο και αφού επιδείξει το αποδεικτικό της ιδιότητάς του, να ασκεί τις ακόλουθες εξουσίες:

(α) Να εισέρχεται, για σκοπούς διαπίστωσης της διάπραξης αδικήματος, σε υποστατικό ή χώρο, εκτός από χώρο που χρησιμοποιείται ως κατοικία, για τον οποίο έχει εύλογη υποψία ότι χρησιμοποιείται ή προορίζεται να χρησιμοποιηθεί ως απεικονιστικό κέντρο κατά παράβαση των διατάξεων του παρόντος Νόμου ή των προνοιών των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων Κανονισμών:

Νοείται ότι, είσοδος σε κατοικία είναι δυνατή μόνο κατόπιν εξασφάλισης της συγκατάθεσης του ενοίκου με την συνοδεία αστυνομίας ή κατόπιν έκδοσης σχετικού διατάγματος δικαστηρίου·

(β) να εισέρχεται σε απεικονιστικό κέντρο με σκοπό την άσκηση ετήσιου ή έκτακτου ελέγχου ή επιθεώρησης, για να διαπιστωθεί κατά πόσο τηρούνται οι διατάξεις του παρόντος Νόμου και οι πρόνοιες των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων Κανονισμών ή οι όροι της άδειάς του·

(γ) να απαιτεί από τον επιστημονικά υπεύθυνο ή/και διοικητικά υπεύθυνο ή άλλο προσωπικό του απεικονιστικού κέντρου, κατά τον ετήσιο ή έκτακτο έλεγχο ή επιθεώρηση, την παρουσίαση βιβλίων εγγραφής, αρχείων ή άλλων εγγράφων τα οποία απαιτείται να τηρούνται δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου ή των προνοιών των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων Κανονισμών·

(δ) να απαιτεί από τον επιστημονικά υπεύθυνο ή/και διοικητικά υπεύθυνο ή άλλο προσωπικό του απεικονιστικού κέντρου τη διενέργεια επιτόπου δοκιμαστικού ελέγχου της λειτουργίας συσκευής ή εξοπλισμού που απαιτείται, δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου ή των προνοιών των εκδιδόμενων δυνάμει αυτού εκδιδόμενων Κανονισμών ή εγκυκλίων, να υπάρχει στο απεικονιστικό κέντρο και, σε περίπτωση που διαπιστώνεται βλάβη ή κακή λειτουργία τους, να απαιτεί την άμεση αντικατάσταση ή επιδιόρθωσή τους εντός εύλογου χρονοδιαγράμματος που καθορίζει η αρμόδια αρχή.

(2) Εντεταλμένος επιθεωρητής ο οποίος εισέρχεται σε υποστατικό ή άλλο χώρο δυνάμει του εδαφίου (1) δύναται να συνοδεύεται από πρόσωπο το οποίο δεν έχει σύγκρουση συμφέροντος με το ελεγχόμενο υποστατικό ή άλλο χώρο, τόσο το ίδιο όσο και συγγενείς του μέχρι τετάρτου βαθμού και εξοπλισμό που κρίνει αναγκαίο και, σε περίπτωση που εύλογα πιστεύει ότι στον χώρο αυτό έχει διαπραχθεί αδίκημα κατά τον παρόντα Νόμο ή τους δυνάμει αυτού εκδιδόμενους Κανονισμούς, έχει εξουσία να κατάσχει και συλλέξει αποδεικτικά στοιχεία που εύλογα πιστεύει ότι είναι χρήσιμα για σκοπούς άσκησης ποινικής δίωξης για το αδίκημα αυτό.

(3) Ο επιστημονικά υπεύθυνος ή/και διοικητικά υπεύθυνος ή/και άλλο προσωπικό του απεικονιστικού κέντρου στο οποίο διεξάγεται έλεγχος και επιθεώρηση δυνάμει των διατάξεων του παρόντος άρθρου, μεριμνά, ώστε να παρέχεται κάθε δυνατή διευκόλυνση στον εντεταλμένο επιθεωρητή για την ταχεία και απρόσκοπτη διεκπεραίωση της επιθεώρησης.

Υποχρέωση αναφοράς παραβιάσεων του παρόντος Νόμου

19.-(1) Σε περίπτωση που η αρμόδια αρχή, κατά την εποπτεία εφαρμογής του παρόντος Νόμου, διαπιστώνει παραβιάσεις του για τις οποίες έχει εύλογη υποψία ότι συνιστούν παραβιάσεις ή πιθανές παραβιάσεις οποιουδήποτε άλλου νόμου ή κανόνων δεοντολογίας που διέπουν την άσκηση του επαγγέλματος του ιατρού ή άλλων επαγγελματιών υγείας που δραστηριοποιούνται στον χώρο, ανάλογα με την περίπτωση και λαμβάνοντας υπόψιν τα δικαιώματα των ασθενών, δυνάμει του περί της Κατοχύρωσης και της Προστασίας των Δικαιωμάτων των Ασθενών Νόμου ή των συμβάσεων παροχής υπηρεσιών φροντίδας υγείας με τον Οργανισμό Ασφάλισης Υγείας, παραπέμπει το θέμα και όλα τα στοιχεία που έχει στη διάθεσή της στην αρμόδια ανάλογα με την περίπτωση αρχή για άσκηση των αρμοδιοτήτων της δυνάμει του νομικού πλαισίου που τις διέπει.

(2) Σε περίπτωση κατά την οποία άλλη αρμόδια αρχή ή οργανισμός που ρυθμίζει θέματα στον τομέα της υγείας δυνάμει οποιουδήποτε άλλου νόμου, κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους, διαπιστώσουν ή έχουν εύλογη υποψία ότι ιατρός ή εταιρεία ή άλλος επαγγελματίας υγείας σε απεικονιστικό κέντρο παραβιάζει τις διατάξεις του παρόντος Νόμου ή/και τις πρόνοιες των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων Κανονισμών, διαβιβάζει τα εν λόγω στοιχεία στην δυνάμει του παρόντος Νόμου αρμόδια αρχή για άσκηση των αρμοδιοτήτων της.

Συμβουλευτική Επιτροπή Απεικονιστικών Κέντρων

20.-(1)(α) Για την καλύτερη εφαρμογή και επίτευξη των σκοπών και στόχων του παρόντος Νόμου και των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων Κανονισμών, εγκαθιδρύεται Συμβουλευτική Επιτροπή Απεικονιστικών Κέντρων.

(β) Η αρμόδια αρχή δύναται να παραπέμπει θέμα στη Συμβουλευτική Επιτροπή Απεικονιστικών Κέντρων για λήψη σχετικής γνωμοδότησης κατά τα προβλεπόμενα στο εδάφιο (2).

(2) Η Συμβουλευτική Επιτροπή Απεικονιστικών Κέντρων κέκτηται αρμοδιότητα και καθήκον να-

(α) συμβουλεύει την αρμόδια αρχή για θέματα που σχετίζονται με τον παρόντα Νόμο ή τους δυνάμει αυτού εκδιδόμενους Κανονισμούς, τα καθήκοντα και τις εξουσίες αυτής·

(β) εξετάζει γραπτές παραστάσεις που δύναται να υποβάλλονται σε αυτή δυνάμει του εδαφίου (5) του άρθρου 21 και να υποβάλλει στην αρμόδια αρχή έκθεση με τη γνωμοδότησή της· και

(γ) επιτελεί ή διεκπεραιώνει άλλο συναφές έργο, περιλαμβανομένης της εκπόνησης συναφών μελετών και ερευνών, το οποίο ανατίθεται σε αυτήν από την αρμόδια αρχή.

(3) Η Συμβουλευτική Επιτροπή Απεικονιστικών Κέντρων, ασκεί τις αρμοδιότητές της καθοδηγούμενη από το κριτήριο της εξυπηρέτησης του δημόσιου συμφέροντος και της διασφάλισης της δημόσιας υγείας και της υγείας και ευημερίας των ασθενών.

(4) Η Συμβουλευτική Επιτροπή Απεικονιστικών Κέντρων απαρτίζεται από εννέα (9) μέλη, περιλαμβανομένου του προέδρου της, τα οποία διορίζονται από τον Υπουργό ως ακολούθως:

(α) Έναν (1) ιατρικό λειτουργό του Υπουργείου ως πρόεδρο, που υποδεικνύεται από την αρμόδια αρχή·

(β) έναν (1) υγειονομικό επιθεωρητή του Τμήματος Ιατρικών Υπηρεσιών και Υπηρεσιών Δημόσιας Υγείας, που υποδεικνύεται από τον διευθυντή του εν λόγω τμήματος·

(γ) δύο (2) εκπροσώπους της Ακτινολογικής Εταιρείας Κύπρου, που υποδεικνύονται από την Ακτινολογική Εταιρεία Κύπρου·

(δ) δύο (2) ιατρούς πυρηνικής ιατρικής που υποδεικνύονται από την Κυπριακή Εταιρεία Πυρηνικής Ιατρικής·

(ε) έναν (1) εκπρόσωπο του Παγκύπριου Συλλόγου Εγγεγραμμένων Τεχνολόγων Ακτινολόγων και Ακτινοθεραπευτών, που υποδεικνύεται από τον εν λόγω Σύλλογο·

(στ) έναν (1) εμπειρογνώμονα ιατρικής φυσικής, που υποδεικνύεται από τον Σύλλογο Φυσικών Ιατρικής Κύπρου· και

(ζ) έναν (1) εκπρόσωπο της Ομοσπονδίας Συνδέσμων Ασθενών Κύπρου (Ο.Σ.Α.Κ.):

Νοείται ότι, τα μέλη της Συμβουλευτικής Επιτροπής Απεικονιστικών Κέντρων πληρούν το κριτήριο της επιστημονικής κατάρτισης.

(5)(α) Η θητεία των μελών της Συμβουλευτικής Επιτροπής Απεικονιστικών Κέντρων είναι τριετής.

(β) Το μέγιστο όριο συνεχόμενων θητειών που δύναται να εκτίσει μέλος είναι δύο (2).

(γ) Η ύπαρξη κενής θέσης στη Συμβουλευτική Επιτροπή Απεικονιστικών Κέντρων δεν επηρεάζει την έγκυρη διεξαγωγή των εργασιών της, νοουμένου ότι ο αριθμός των μελών που απομένουν δεν είναι μικρότερος από τον απαιτούμενο αριθμό απαρτίας.

(6) Κενή θέση στη Συμβουλευτική Επιτροπή Απεικονιστικών Κέντρων επέρχεται συνεπεία θανάτου, παραίτησης ή τερματισμού του διορισμού μέλους για σοβαρή αιτία, ύστερα από αιτιολογημένη απόφαση του Υπουργού.

(7) Η Συμβουλευτική Επιτροπή Απεικονιστικών Κέντρων συγκαλείται σε συνεδρία με πρόσκληση του προέδρου αυτής, η οποία αποστέλλεται στα μέλη της τουλάχιστον επτά (7) ημέρες πριν από την πραγματοποίησή της, μαζί με την ημερήσια διάταξη των προς συζήτηση θεμάτων.

(8) Μέλος της Συμβουλευτικής Επιτροπής Απεικονιστικών Κέντρων έχει το δικαίωμα, με επιστολή του προς τον πρόεδρο, να ζητήσει-

(α) τη σύγκληση ειδικής συνεδρίας της επιτροπής, για να συζητηθεί σημαντικό ή κατεπείγον ζήτημα που άπτεται της ορθής ή αποτελεσματικής εφαρμογής του παρόντος Νόμου ή των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων Κανονισμών·

(β) τη συμπερίληψη στην ημερήσια διάταξη της επόμενης συνεδρίας της επιτροπής θέματος ή ζητήματος το οποίο επιθυμεί να τεθεί προς συζήτηση.

(9) Ο πρόεδρος της Συμβουλευτικής Επιτροπής Απεικονιστικών Κέντρων προεδρεύει των συνεδριάσεων και υπογράφει τα πρακτικά της εκάστοτε συνεδρίασης της επιτροπής.

(10) Σε περίπτωση απουσίας ή προσωρινού κωλύματος του προέδρου, καθήκοντα προέδρου ασκεί ένα (1) από τα υπόλοιπα μέλη της επιτροπής, το οποίο υποδεικνύεται κατά πλειοψηφία των μελών της.

(11) Πέντε (5) μέλη της Συμβουλευτικής Επιτροπής Απεικονιστικών Κέντρων αποτελούν απαρτία.

(12) Οι αποφάσεις της Συμβουλευτικής Επιτροπής Απεικονιστικών Κέντρων λαμβάνονται κατά πλειοψηφία των παρόντων μελών και, σε περίπτωση ισοψηφίας, ο πρόεδρος έχει δεύτερη ή νικώσα ψήφο.

(13) Η Συμβουλευτική Επιτροπή Απεικονιστικών Κέντρων ρυθμίζει τις εσωτερικές της διαδικασίες της με απόφασή της.

(14) Η αρμόδια αρχή μεριμνά, ώστε να παρέχεται στη Συμβουλευτική Επιτροπή Απεικονιστικών Κέντρων η αναγκαία γραμματειακή και άλλη υποστήριξη για διεξαγωγή των εργασιών της και για κάλυψη των εξόδων λειτουργίας της.

Ανάκληση άδειας λειτουργίας

21.-(1) Η αρμόδια αρχή δύναται να ανακαλέσει την άδεια λειτουργίας απεικονιστικού κέντρου και ακολούθως να το διαγράψει από το Μητρώο στις ακόλουθες περιπτώσεις:

(α) Σε περίπτωση θανάτου ή δικαστικής απαγόρευσης άσκησης του επαγγέλματος του δικαιούχου της άδειας λειτουργίας ή διάλυσης της εταιρείας, όπου αυτό εφαρμόζεται·

(β) μετά από σχετική αίτηση του κατόχου της άδειας λειτουργίας προς την αρμόδια αρχή, η οποία συνοδεύεται από υπεύθυνη δήλωσή του ότι δεν θα συνεχίσει την παροχή υπηρεσιών·

(γ) σε περίπτωση που συντρέχουν οι προϋποθέσεις ειδικών απαγορεύσεων κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 15·

(δ) σε περίπτωση που διαπιστωθεί εκ των υστέρων ότι η άδεια λειτουργίας εκδόθηκε κατά παράβαση των διατάξεων του παρόντος Νόμου σε ό,τι αφορά τις προϋποθέσεις χορήγησης αυτής ή εάν διαπιστωθεί ότι έπαυσαν να συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις για τη χορήγηση και διατήρηση της άδειας·

(ε) εάν δεν τηρούνται οι ουσιαστικοί όροι καλής λειτουργίας και παροχής υπηρεσιών φροντίδας υγείας, σύμφωνα με τους κανόνες της ιατρικής επιστήμης ή/και της ιατρικής δεοντολογίας·

(στ) σε περίπτωση κατά την οποία διαπιστώνεται παραβίαση των διατάξεων του παρόντος Νόμου ή/και των προνοιών των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων Κανονισμών σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 19·

(ζ) σε περίπτωση ανάκλησης ή ακύρωσης της έγκρισης που χορηγήθηκε από την Υπηρεσία Ελέγχου και Επιθεώρησης για Ακτινοβολίες του Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Προστασίας από Ιονίζουσες Ακτινοβολίες και Πυρηνικής και Ραδιολογικής Ασφάλειας και Προστασίας Νόμου·

(η) σε περίπτωση κατά την οποία η άδεια δόθηκε και η εγγραφή έγινε εσφαλμένα ή εξασφαλίστηκε κατόπιν δόλου ή ψευδών ή ανακριβών δηλώσεων ή παραστάσεων οποιουδήποτε προσώπου.

(2) Η αρμόδια αρχή δύναται να ανακαλέσει την άδεια λειτουργίας απεικονιστικού κέντρου μόνο ως προς το είδος των απεικονιστικών υπηρεσιών στο οποίο δραστηριοποιείται για την οποία έχει διαπιστωθεί παράβαση των διατάξεων του παρόντος Νόμου.

(3) Η ανάκληση άδειας λειτουργίας απεικονιστικού κέντρου στις περιπτώσεις που αναφέρονται στις παραγράφους (γ) έως (ζ) του εδαφίου (1) δύναται να αποφασίζεται από την αρμόδια αρχή, αφού προηγουμένως επιδοθεί μέσω Εντεταλμένου Επιθεωρητή επιστολή ειδοποίησης για συμμόρφωση με τις απαιτήσεις του Νόμου και δεν υπάρξει συμμόρφωση εντός προθεσμίας δύο (2) μηνών από την εν λόγω κοινοποίηση.

(4) Το απεικονιστικό κέντρο ή ο επιστημονικά υπεύθυνος ακτινολόγος ή πυρηνικός ιατρός δύναται, εντός δεκαπέντε (15) ημερών από την ημερομηνία της παράδοσης σε αυτόν της επιστολής ειδοποίησης, να προβεί σε γραπτές παραστάσεις προς την αρμόδια αρχή.

(5) Η Συμβουλευτική Επιτροπή Απεικονιστικών Κέντρων κατόπιν παραπομπής από την αρμόδια αρχή-

(α) εξετάζει χωρίς καθυστέρηση, το αργότερο εντός δεκαπέντε (15) εργάσιμων ημερών, τις υποβαλλόμενες παραστάσεις· και

(β) υποβάλλει σχετική έκθεση με τη γνώμη της στην αρμόδια αρχή.

(6) Η αρμόδια αρχή, αφού λάβει υπόψη της την έκθεση της Συμβουλευτικής Επιτροπής Απεικονιστικών Κέντρων, επιδίδει ή κοινοποιεί την απόφασή της στον διοικητικά υπεύθυνο ή/και επιστημονικά υπεύθυνο του απεικονιστικού κέντρου.

Συνέπειες ανάκλησης άδειας λειτουργίας

22.-(1) Σε περίπτωση ανάκλησης της άδειας λειτουργίας απεικονιστικού κέντρου κατά τα προβλεπόμενα στις διατάξεις του άρθρου 21, το απεικονιστικό κέντρο τερματίζει τη λειτουργία του και δεν δέχεται ασθενείς.

(2) Απεικονιστικό κέντρο του οποίου η άδεια λειτουργίας ανακλήθηκε ενημερώνει τους ασθενείς με προγραμματισμένους ελέγχους για σκοπούς διευθέτησης της εξυπηρέτησής τους από άλλο απεικονιστικό κέντρο.

Επιβολή διοικητικών κυρώσεων

23.-(1) Η αρμόδια αρχή, σε περίπτωση κατά την οποία διαπιστώσει παράβαση των διατάξεων του παρόντος Νόμου ή/και των προνοιών των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων Κανονισμών ή/και εγκύκλιων οδηγιών, ανεξάρτητα από το κατά πόσο τέτοια παράβαση συνιστά προβλεπόμενο στον παρόντα Νόμο ποινικό αδίκημα, δύναται να επιβάλει διοικητικό πρόστιμο ύψους από δύο χιλιάδες ευρώ (€2.000) μέχρι είκοσι χιλιάδες ευρώ (€20.000) κατ’ ανώτατο όριο ανά παράβαση, τηρουμένης της αρχής της αναλογικότητας, λαμβάνοντας υπόψη τη σοβαρότητα και το επαναλαμβανόμενο ή μη της παράβασης.

(2) Η αρμόδια αρχή, πριν από την υποβολή διοικητικού προστίμου, επιδίδει μέσω Εντεταλμένου Επιθεωρητή στο απεικονιστικό κέντρο επιστολή ειδοποίησης με τις εκ πρώτης όψεως διαπιστωθείσες παραβάσεις των διατάξεων του παρόντος Νόμου ή/και των προνοιών των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων Κανονισμών και το καλεί σε συμμόρφωση εντός προθεσμίας τριάντα (30) ημερών από την παραλαβή της ειδοποίησης.

(3) Σε περίπτωση μη συμμόρφωσης με την προβλεπόμενη στο εδάφιο (2) ειδοποίηση, η αρμόδια αρχή επιδίδει με διπλοσυστημένη επιστολή ειδοποίηση επιβολής διοικητικού προστίμου, με την οποία καθορίζει-

(α) την υποχρέωση ή τις υποχρεώσεις που παραβιάζονται από το απεικονιστικό κέντρο·

(β) το ύψος του επιβληθέντος διοικητικού προστίμου. και

(γ) προθεσμία τριάντα (30) ημερών από την ημερομηνία κοινοποίησης της ειδοποίησης εντός της οποίας δύναται να υποβληθεί γραπτή ένσταση στην αρμόδια αρχή,

και καλεί σε άρση των παραβάσεων και επανόρθωση εντός εύλογου χρονικού διαστήματος, το οποίο καθορίζει στην απόφαση της.

(4)(α) Ένσταση στην αρμόδια αρχή δύναται να υποβληθεί εντός προθεσμίας τριάντα (30) ημερών από την κοινοποίηση της ειδοποίησης επιβολής προστίμου κατά τα προβλεπόμενα στο εδάφιο (3):

Νοείται ότι, ένσταση η οποία δεν συνοδεύεται από τα απαραίτητα υποστηρικτικά στοιχεία και έγγραφα δεν εξετάζεται:

Νοείται περαιτέρω ότι, η υποβολή ένστασης δεν αναστέλλει την ισχύ της ληφθείσας απόφασης.

(β) Η αρμόδια αρχή εξετάζει την ένσταση, αποφασίζει επί αυτής και κοινοποιεί την απόφασή της προς τον ενδιαφερόμενο εντός τριάντα (30) ημερών από τη λήψη της:

(γ) Η αρμόδια αρχή δύναται-

(i) να εγκρίνει ή να απορρίψει, εν όλω ή εν μέρει, την ένσταση και να επικυρώσει την προσβληθείσα απόφαση, ανάλογα.

(ii) να τροποποιήσει προσβληθείσα απόφαση. ή

(iii) να προβεί στην έκδοση νέας απόφασης σε αντικατάσταση της προσβληθείσας απόφασης.

(δ) Η αρμόδια αρχή, κατά τη λήψη απόφασης δυνάμει των διατάξεων της υποπαραγράφου (iii) της παραγράφου (γ), δύναται να λάβει υπόψη γεγονότα μεταγενέστερα της έκδοσης της απόφασης που αποτελεί αντικείμενο της ένστασης.

(5) Το διοικητικό πρόστιμο εισπράττεται από την αρμόδια αρχή αφού παρέλθει άπρακτη η προθεσμία άσκησης ιεραρχικής προσφυγής δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 24 ή/και προσφυγής ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου σύμφωνα με το Άρθρο 146 του Συντάγματος ή, σε περίπτωση που ασκήθηκαν τέτοιες προσφυγές, μετά την έκδοση απόφασης στην ιεραρχική προσφυγή ή την έκδοση τελεσίδικης απόφασης δικαστηρίου, ανάλογα με την περίπτωση, που επικυρώνει την απόφαση επιβολής προστίμου.

(6) Σε περίπτωση παράλειψης καταβολής διοικητικού προστίμου που επιβάλλεται από την αρμόδια αρχή δυνάμει των διατάξεων του παρόντος άρθρου, η αρμόδια αρχή λαμβάνει δικαστικά μέτρα και εισπράττει το οφειλόμενο ποσό ως αστικό χρέος οφειλόμενο προς τη Δημοκρατία.

(7) Το πρόστιμο καταβάλλεται στο λογιστήριο του Υπουργείου.

Ιεραρχική προσφυγή στον Υπουργό και ένδικα μέσα

24.-(1) Η απόφαση της αρμόδιας αρχής για ανάκληση άδειας ή επιβολή διοικητικών κυρώσεων δυνάμει των διατάξεων των άρθρων 21 και 23, αντίστοιχα, δύναται να προσβληθεί εντός δεκαπέντε (15) ημερών από την ημερομηνία παραλαβής ή επίδοσής της, ανάλογα με την περίπτωση, με ιεραρχική προσφυγή στον Υπουργό ή εντός εβδομήντα πέντε (75) ημερών με προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου δυνάμει των διατάξεων του Άρθρου 146 του Συντάγματος.

(2) Ο Υπουργός, αφού δώσει την ευκαιρία στον προσφεύγοντα να ακουστεί ή/και να υποστηρίξει γραπτώς τους λόγους στους οποίους στηρίζεται η ιεραρχική προσφυγή, εξετάζει την υποβαλλόμενη σε αυτόν ιεραρχική προσφυγή εντός προθεσμίας τριών (3) μηνών από την άσκησή της.

(3) Ο Υπουργός, πριν από την έκδοση της απόφασής του, δύναται να αναθέσει σε λειτουργό ή ομάδα λειτουργών του Υπουργείου να εξετάσει θέματα τα οποία αναφύονται από την ιεραρχική προσφυγή και να υποβάλει σε αυτόν σχετικό πόρισμα.

(4) Ο Υπουργός δύναται να-

(α) επιβεβαιώσει την προσβληθείσα απόφαση·

(β) ακυρώσει την προσβληθείσα απόφαση·

(γ) τροποποιήσει την προσβληθείσα απόφαση·

(δ) παραπέμψει την υπόθεση στην αρμόδια αρχή με εντολή να προβεί σε συγκεκριμένη ενέργεια·

(ε) προβεί σε έκδοση νέας απόφασης σε αντικατάσταση της προσβληθείσας.

(5) Ο Υπουργός, κατά τη λήψη απόφασης δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου (4), δύναται να λάβει υπόψη γεγονότα μεταγενέστερα της έκδοσης της απόφασης της αρμόδιας αρχής ή/και γεγονότα τα οποία ενδεχομένως να μην είχαν τεθεί ενώπιον της αρμόδιας αρχής κατά την έκδοση της απόφασής της.

(6) Ο Υπουργός κοινοποιεί χωρίς καθυστέρηση την απόφασή του στον προσφεύγοντα.