Προοίμιο

Για σκοπούς-

(α)ενοποίησης, εκσυγχρονισμού και κωδικοποίησης ορισμένων Νόμων που ρυθμίζουν θέματα προστασίας του καταναλωτή, καθώς και ενίσχυσης των εξουσιών της Εντεταλμένης Υπηρεσίας,

(β)εφαρμογής της πράξης της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Κανονισμός (ΕΕ) 2017/2394 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 12ης Δεκεμβρίου 2017 σχετικά με τη συνεργασία μεταξύ των εθνικών αρχών που είναι αρμόδιες για την επιβολή της νομοθεσίας για την προστασία των καταναλωτών και με την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2006/2004», και

(γ)εναρμόνισης με τις πράξεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο:

(i)«Οδηγία 2005/29/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 11ης Μαΐου 2005 για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές των επιχειρήσεων προς τους καταναλωτές στην εσωτερική αγορά και για την τροποποίηση της οδηγίας 84/450/ΕΟΚ του Συμβουλίου, των οδηγιών 97/7/ΕΚ, 98/27/ΕΚ, 2002/65/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2006/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου»,

(ii) «Οδηγία 2006/114/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 12ης Δεκεμβρίου 2006 για την παραπλανητική και τη συγκριτική διαφήμιση (κωδικοποίηση)»,

(iii)«Οδηγία 2011/83/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 25ης Οκτωβρίου 2011 σχετικά με τα δικαιώματα των καταναλωτών, την τροποποίηση της οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου και της οδηγίας 1999/44/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και την κατάργηση της οδηγίας 85/577/ΕΟΚ του Συμβουλίου και της οδηγίας 97/7/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου»,

(iv) «Οδηγία 98/6/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 16ης Φεβρουαρίου 1998 περί της προστασίας των καταναλωτών όσον αφορά την αναγραφή των τιμών των προϊόντων που προσφέρονται στους καταναλωτές»,

(v) «Οδηγία 1999/44/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 25ης Μαΐου 1999 σχετικά με ορισμένες πτυχές της πώλησης και των εγγυήσεων καταναλωτικών αγαθών»,

(vi)«Οδηγία 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 5ης Απριλίου 1993 σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές»,

(vii) «Οδηγία (ΕΕ) 2019/2161 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 27ης Νοεμβρίου 2019 για την τροποποίηση της οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου, και των οδηγιών 98/6/ΕΚ, 2005/29/ΕΚ και 2011/83/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου όσον αφορά την καλύτερη επιβολή και τον εκσυγχρονισμό των κανόνων της Ένωσης για την προστασία των καταναλωτών»,

(δ)μερικής εναρμόνισης με το άρθρο 27 της πράξης της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο: «Οδηγία (ΕΕ) 2015/2302 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 25ης Νοεμβρίου 2015 σχετικά με τα οργανωμένα ταξίδια και τους συνδεδεμένους ταξιδιωτικούς διακανονισμούς, η οποία τροποποιεί τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2006/2004 και την οδηγία 2011/83/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και καταργεί την οδηγία 90/314/ΕΟΚ του Συμβουλίου»,

Για όλους τους πιο πάνω λόγους η Βουλή των Αντιπροσώπων ψηφίζει ως ακολούθως:

Συνοπτικός τίτλος

1. Ο παρών Νόμος θα αναφέρεται ως ο περί Προστασίας του Καταναλωτή Νόμος του 2021.

ΜΕΡΟΣ Ι ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΚΑΙ ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Ερμηνεία

2. Στον παρόντα Νόμο, εκτός εάν από το κείμενο προκύπτει διαφορετική έννοια-

«αρχή δημόσιου τομέα» σημαίνει τη δημόσια υπηρεσία, κάθε ανεξάρτητη υπηρεσία ή αρχή ή γραφείο ανεξάρτητου αξιωματούχου ή κάθε νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ή οργανισμό δημοσίου δικαίου, περιλαμβανομένων των αρχών τοπικής αυτοδιοίκησης, ή οποιοδήποτε άλλο οργανισμό δημοσίου δικαίου χωρίς νομική προσωπικότητα που θεσμοθετείται με νόμο προς το δημόσιο συμφέρον και τα κεφάλαια του οποίου είτε παρέχονται είτε είναι εγγυημένα από τη Δημοκρατία·

«Δημοκρατία» σημαίνει την Κυπριακή Δημοκρατία·

«διαφήμιση» σημαίνει κάθε ανακοίνωση που γίνεται στα πλαίσια εμπορικής, βιομηχανικής, βιοτεχνικής ή επαγγελματικής δραστηριότητας με στόχο την προώθηση της προμήθειας αγαθών ή υπηρεσιών, συμπεριλαμβανομένης της μεταβίβασης ή άλλης διάθεσης ακινήτων, δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων·

«Διευθυντής» σημαίνει το Διευθυντή της Υπηρεσίας Προστασίας Καταναλωτή του Υπουργείου Ενέργειας, Εμπορίου και Βιομηχανίας·

«Δικαστήριο» σημαίνει Δικαστήριο αρμόδιας δικαιοδοσίας·

«εμπορευόμενος» σημαίνει κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, ανεξάρτητα αν διέπεται από το ιδιωτικό ή το δημόσιο δίκαιο, το οποίο ενεργεί για σκοπούς οι οποίοι σχετίζονται με την εμπορική, επιχειρηματική, βιοτεχνική ή επαγγελματική του δραστηριότητα και κάθε πρόσωπο το οποίο ενεργεί εξ ονόματος ή για λογαριασμό του εμπορευόμενου·

«εμπορική εγγύηση» σημαίνει κάθε ανάληψη υποχρέωσης εκ μέρους του εμπορευόμενου ή παραγωγού («εγγυητής») προς τον καταναλωτή, επιπλέον των νομικών του υποχρεώσεων σχετικά με την εγγύηση συμμόρφωσης, για επιστροφή του καταβληθέντος τιμήματος ή για αντικατάσταση, επισκευή ή συντήρηση με οποιοδήποτε τρόπο των αγαθών, σε περίπτωση που αυτά δεν ικανοποιούν τις προδιαγραφές ή οποιαδήποτε άλλη απαίτηση πέραν της συμμόρφωσης που αναφέρονται στη δήλωση της εγγύησης ή στη σχετική διαφήμιση και που είναι διαθέσιμες κατά τη στιγμή ή πριν τη σύναψη της σύμβασης·

«εμπορικό κατάστημα» σημαίνει κάθε ακίνητο χώρο λιανικής πώλησης, όπου ο εμπορευόμενος πραγματοποιεί τη δραστηριότητά του σε μόνιμη βάση ή κάθε κινητό χώρο λιανικής πώλησης, όπου ο εμπορευόμενος πραγματοποιεί τη δραστηριότητά του σε συνήθη βάση·

«Εντεταλμένη Υπηρεσία» σημαίνει το Διευθυντή της Υπηρεσίας Προστασίας Καταναλωτή του Υπουργείου Ενέργειας, Εμπορίου και Βιομηχανίας και οποιονδήποτε λειτουργό της εν λόγω Υπηρεσίας ή άλλο πρόσωπο ειδικά εξουσιοδοτημένο γραπτώς από αυτόν να ενεργεί στο όνομα και για λογαριασμό του·

«επιγραμμική διεπαφή» σημαίνει κάθε λογισμικό, περιλαμβανομένου του δικτυακού τόπου, μέρους αυτού ή μιας εφαρμογής, το οποίο διαχειρίζεται εμπορευόμενος ή άλλος εξ ονόματος του εμπορευόμενου και χρησιμεύει για να δοθεί στους καταναλωτές πρόσβαση στα αγαθά ή τις υπηρεσίες του εμπορευόμενου·

«ιδιοκτήτης κώδικα» σημαίνει κάθε οντότητα, συμπεριλαμβανομένων ενός εμπορευόμενου ή μιας ομάδας εμπορευομένων, η οποία είναι υπεύθυνη για τη διατύπωση και την αναθεώρηση ενός κώδικα συμπεριφοράς και/ή για την παρακολούθηση της συμμόρφωσης προς τον κώδικα όσων έχουν αναλάβει να δεσμεύονται από αυτόν·

«καταναλωτής» σημαίνει κάθε φυσικό πρόσωπο το οποίο, όσον αφορά τις συμβάσεις ή εμπορικές πρακτικές που καλύπτει ο παρών Νόμος, ενεργεί για λόγους οι οποίοι δεν εμπίπτουν στην εμπορική, επιχειρηματική, βιοτεχνική ή ελεύθερη επαγγελματική του δραστηριότητα·

«καταναλωτική σύμβαση» σημαίνει οποιαδήποτε σύμβαση η οποία συνομολογείται μεταξύ εμπορευόμενου και καταναλωτή·

«κάτοχος» σε σχέση με υποστατικά σημαίνει οποιοδήποτε πρόσωπο για το οποίο η Εντεταλμένη Υπηρεσία έχει εύλογη υποψία ότι είναι ο κάτοχος των υποστατικών·

«κώδικας συμπεριφοράς» σημαίνει κάθε συμφωνία ή σύνολο κανόνων που δεν επιβάλλονται από νομοθετική, κανονιστική ή διοικητική διάταξη κράτους μέλους που καθορίζουν, όσον αφορά μια ή περισσότερες συγκεκριμένες εμπορικές πρακτικές ή επιχειρηματικούς τομείς, τη συμπεριφορά των εμπορευομένων που αναλαμβάνουν να δεσμεύονται από τον κώδικα·

«νόμιμη εγγύηση» ή «εγγύηση συμμόρφωσης» σημαίνει τη νομική προστασία του καταναλωτή σε περίπτωση έλλειψης συμμόρφωσης, όπως προβλέπεται στις διατάξεις του άρθρου 3636∙

«παράπονο» σημαίνει δήλωση, η οποία υποστηρίζεται από εύλογα αποδεικτικά στοιχεία, ότι εμπορευόμενος διέπραξε, διαπράττει ή ενδέχεται να διαπράξει παράβαση των διατάξεων του παρόντος Νόμου·

«πρόσωπο» σημαίνει φυσικό ή νομικό πρόσωπο και περιλαμβάνει αρχή δημόσιου τομέα·

«σταθερό μέσο» σημαίνει κάθε μέσο, συμπεριλαμβανομένου χαρτιού και ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, που επιτρέπει στον καταναλωτή ή στον εμπορευόμενο να αποθηκεύει πληροφορίες που απευθύνονται προσωπικά σε αυτόν κατά τρόπο προσπελάσιμο για μελλοντική πρόσβαση, επί χρονικό διάστημα επαρκές για τους σκοπούς που εξυπηρετούν οι πληροφορίες και το οποίο επιτρέπει την ακριβή αναπαραγωγή των αποθηκευμένων πληροφοριών·

«υποστατικό» συμπεριλαμβάνει οποιοδήποτε πάγκο πωλήσεων, όχημα, σκάφος ή αεροσκάφος·

«Υπουργός» σημαίνει τον Υπουργό Ενέργειας, Εμπορίου και Βιομηχανίας.

(2) Στον παρόντα Νόμο και στους δυνάμει αυτού εκδιδόμενους Κανονισμούς, οποιαδήποτε αναφορά σε Οδηγία, Κανονισμό, Απόφαση ή άλλη νομοθετική πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης σημαίνει την εν λόγω πράξη όπως αυτή εκάστοτε διορθώνεται, τροποποιείται ή αντικαθίσταται, εκτός εάν από το κείμενο προκύπτει διαφορετική έννοια.

(3) Στον παρόντα Νόμο και στους δυνάμει αυτού εκδιδόμενους Κανονισμούς, οποιαδήποτε αναφορά σε Νόμο ή σε Κανονισμούς της Δημοκρατίας, σημαίνει τον εν λόγω Νόμο ή Κανονισμούς, όπως εκάστοτε διορθώνονται, τροποποιούνται ή αντικαθίστανται, εκτός εάν από το κείμενο προκύπτει διαφορετική έννοια.

ΜΕΡΟΣ ΙΙ ΑΘΕΜΙΤΕΣ ΕΜΠΟΡΙΚΕΣ ΠΡΑΚΤΙΚΕΣ
Πεδίο εφαρμογής

3.-(1) Το παρόν Μέρος εφαρμόζεται στις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές των επιχειρήσεων προς τους καταναλωτές, όπως αυτές καθορίζονται στο άρθρο 5, πριν, κατά τη διάρκεια και ύστερα από εμπορική συναλλαγή σχετιζόμενη με ένα προϊόν.

(2) Το παρόν Μέρος εφαρμόζεται υπό την επιφύλαξη του δικαίου των συμβάσεων και, ιδίως, των κανόνων εγκυρότητας, διαμόρφωσης ή αποτελέσματος μιας σύμβασης.

(3) Το παρόν Μέρος εφαρμόζεται υπό την επιφύλαξη των ενωσιακών και εθνικών κανόνων που αφορούν θέματα υγείας και ασφάλειας των προϊόντων.

(4) Σε περίπτωση σύγκρουσης των διατάξεων του παρόντος Μέρους με διατάξεις εναρμονιστικών Νόμων ή των Μερών IV έως VI, οι οποίες ενσωματώνουν ενωσιακές διατάξεις και ρυθμίζουν συγκεκριμένες πτυχές αθέμιτων εμπορικών πρακτικών, οι διατάξεις αυτές επικρατούν των διατάξεων του παρόντος Μέρους, εκτός αν προνοείται ειδικά περί του αντιθέτου.

(5) Το παρόν Μέρος εφαρμόζεται υπό την επιφύλαξη των τυχόν όρων εγκατάστασης ή των καθεστώτων αδειών ή των δεοντολογικών κωδίκων συμπεριφοράς ή άλλων ειδικών κανόνων που διέπουν νομοθετικώς κατοχυρωμένα επαγγέλματα, προκειμένου να τηρούνται υψηλά πρότυπα επαγγελματικής ακεραιότητας, που επιβάλλονται στους επαγγελματίες σύμφωνα με το ενωσιακό δίκαιο.

(6) Το παρόν Μέρος δεν εφαρμόζεται αναφορικά με τα θέματα πιστοποίησης και αναγραφής του ονομαστικού τίτλου των αντικειμένων από πολύτιμα μέταλλα.

Ερμηνεία σε σχέση με το Μέρος ΙΙ

4. Στο παρόν Μέρος-

«απόφαση συναλλαγής» σημαίνει απόφαση που λαμβάνει ο καταναλωτής για το κατά πόσον, πώς και υπό ποιους όρους θα πραγματοποιήσει αγορά, θα καταβάλει τίμημα πλήρως ή εν μέρει, θα κρατήσει ή θα διαθέσει προϊόν ή θα ασκήσει συμβατικό δικαίωμα επί του προϊόντος, είτε ο καταναλωτής αποφασίσει να προβεί σε ενέργεια είτε όχι∙

«Γενικός Κανονισμός για την Προστασία Δεδομένων» σημαίνει τον Κανονισμό (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 27ης Απριλίου 2016 για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών και την κατάργηση της οδηγίας 95/46/ΕΚ·

«εμπορική πρακτική» σημαίνει κάθε πράξη, παράλειψη, τρόπο συμπεριφοράς ή εκπροσώπησης, εμπορική επικοινωνία, συμπεριλαμβανομένης της διαφήμισης και του μάρκετινγκ, ενός εμπορευόμενου, άμεσα συνδεόμενη με την προώθηση, πώληση ή προμήθεια ενός προϊόντος σε καταναλωτές·

«επαγγελματική ευσυνειδησία» σημαίνει το μέτρο της ειδικής τεχνικής ικανότητας και μέριμνας που ευλόγως αναμένεται να επιδεικνύει ένας εμπορευόμενος προς τους καταναλωτές, κατ’ αναλογία προς την έντιμη πρακτική της αγοράς και/ή τη γενική αρχή της καλής πίστης, στον τομέα δραστηριοτήτων του εμπορευόμενου·

«επιγραμμική αγορά» σημαίνει υπηρεσία, η οποία χρησιμοποιεί λογισμικό, περιλαμβανομένων ιστότοπου, μέρους ιστότοπου ή εφαρμογής, το οποίο διαχειρίζεται εμπορευόμενος ή άλλο πρόσωπο εξ ονόματος του εμπορευομένου και η οποία επιτρέπει στους καταναλωτές να συνάπτουν εξ αποστάσεως συμβάσεις με άλλους εμπορευομένους ή καταναλωτές∙

«κατάταξη» σημαίνει τη σχετική προβολή που δίδεται σε προϊόντα όπως παρουσιάζονται, οργανώνονται ή κοινοποιούνται από τον εμπορευόμενο, ανεξαρτήτως των τεχνολογικών μέσων που χρησιμοποιούνται για την εν λόγω παρουσίαση, οργάνωση ή κοινοποίηση·

«κατάχρηση επιρροής» σημαίνει την εκμετάλλευση της θέσης ισχύος σε σχέση με τον καταναλωτή για την άσκηση πίεσης, ακόμα και χωρίς τη χρήση ή την απειλή σωματικής βίας, με τρόπο που περιορίζει σημαντικά την ικανότητα του καταναλωτή να λάβει τεκμηριωμένη απόφαση·

«μέσος καταναλωτής» σημαίνει τον καταναλωτή που έχει τη συνήθη πληροφόρηση και είναι ευλόγως προσεκτικός και ενημερωμένος, λαμβανομένων υπόψη των κοινωνικών, πολιτιστικών και γλωσσικών παραγόντων, όπως επίσης και των χαρακτηριστικών γνωρισμάτων καταναλωτών, που τους καθιστούν ιδιαίτερα ευάλωτους στις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές·

«νομοθετικώς κατοχυρωμένο επάγγελμα» σημαίνει την επαγγελματική δραστηριότητα ή ομάδα επαγγελματικών δραστηριοτήτων, η πρόσβαση στις οποίες ή η άσκηση των οποίων ή ένας από τους τρόπους άσκησης των οποίων προϋποθέτει, άμεσα ή έμμεσα, ειδικά επαγγελματικά προσόντα, κατ’ εφαρμογή νομοθετικών, κανονιστικών ή διοικητικών διατάξεων·

«ουσιώδης στρέβλωση της οικονομικής συμπεριφοράς των καταναλωτών» σημαίνει τη χρήση μιας εμπορικής πρακτικής με σκοπό τη σημαντική μείωση της ικανότητας του καταναλωτή να λάβει τεκμηριωμένη απόφαση συναλλαγής, με επακόλουθο ο καταναλωτής να λάβει μια απόφαση συναλλαγής που διαφορετικά δε θα ελάμβανε·

«προϊόν» σημαίνει αγαθό ή υπηρεσία και περιλαμβάνει ακίνητη περιουσία, ψηφιακή υπηρεσία, ψηφιακό περιεχόμενο, δικαιώματα και υποχρεώσεις∙

«πρόσκληση για αγορά» σημαίνει την εμπορική επικοινωνία στην οποία αναφέρονται χαρακτηριστικά του προϊόντος και η τιμή, με τρόπο ο οποίος ενδείκνυται για τα μέσα της εμπορικής επικοινωνίας που χρησιμοποιούνται, ούτως ώστε να έχει ο καταναλωτής τη δυνατότητα να πραγματοποιήσει την αγορά.

Απαγόρευση των αθέμιτων εμπορικών πρακτικών

5.- (1) Οι αθέμιτες εμπορικές πρακτικές απαγορεύονται.

(2) Μια εμπορική πρακτική είναι αθέμιτη όταν-

(α) είναι αντίθετη προς τις απαιτήσεις επαγγελματικής ευσυνειδησίας, ή/και

(β) στρεβλώνει ουσιωδώς ή ενδέχεται να στρεβλώσει ουσιωδώς την οικονομική συμπεριφορά του μέσου καταναλωτή στον οποίο φθάνει ή στον οποίο απευθύνεται το προϊόν, ή του μέσου μέλους της ομάδας, όταν μια εμπορική πρακτική απευθύνεται σε μια συγκεκριμένη ομάδα καταναλωτών, ή/και

(γ) είναι παραπλανητική, όπως αυτή καθορίζεται στα άρθρα 6 και 7, ή/και

(δ) είναι επιθετική, όπως αυτή καθορίζεται στο άρθρο 8.

(3) Εμπορικές πρακτικές που ενδέχεται να στρεβλώνουν ουσιωδώς την οικονομική συμπεριφορά μόνο μιας σαφώς προσδιοριζόμενης ομάδας καταναλωτών που είναι ιδιαιτέρως ευάλωτοι ως προς την πρακτική αυτή ή ως προς το συγκεκριμένο προϊόν λόγω πνευματικής ή σωματικής αναπηρίας, ηλικίας ή ακρισίας, με τέτοιο τρόπο ώστε ο εμπορευόμενος να μπορεί ευλόγως να το προβλέψει, εκτιμώνται υπό το πρίσμα του μέσου μέλους της συγκεκριμένης ομάδας:

Νοείται ότι, αυτό ισχύει υπό την επιφύλαξη της κοινής και θεμιτής διαφημιστικής πρακτικής της διατύπωσης δηλώσεων που ενέχουν υπερβολές ή δηλώσεων οι οποίες δεν αναμένεται να εκληφθούν, ως έχουν, στην κυριολεξία τους.

(4) Στο Παράρτημα Ι εκτίθεται ο κατάλογος των εμπορικών πρακτικών που θεωρούνται αθέμιτες υπό οποιεσδήποτε περιστάσεις.

Παραπλανητικές πράξεις

6.-(1) Μια εμπορική πρακτική θεωρείται παραπλανητική όταν περιλαμβάνει εσφαλμένες πληροφορίες και είναι επομένως αναληθής ή, όταν, με οποιοδήποτε τρόπο, συμπεριλαμβανομένης της συνολικής παρουσίασής της, εξαπατά ή ενδέχεται να εξαπατήσει το μέσο καταναλωτή, όσον αφορά ένα ή περισσότερα από τα στοιχεία τα οποία παρατίθενται στις διατάξεις του εδαφίου (2), ακόμα και εάν οι πληροφορίες είναι, αντικειμενικά, ορθές, και ούτως ή άλλως, όταν τον οδηγεί ή ενδέχεται να τον οδηγήσει να λάβει απόφαση συναλλαγής την οποία, διαφορετικά, δε θα ελάμβανε.

(2) Τα στοιχεία που αναφέρονται στις διατάξεις του εδαφίου (1) αφορούν-

(α) την ύπαρξη ή τη φύση του προϊόντος,

(β) τα κύρια χαρακτηριστικά του προϊόντος, όπως είναι η διαθεσιμότητα, τα οφέλη, οι κίνδυνοι, η εκτέλεση, η σύνθεση, τα συνοδευτικά εξαρτήματα, η μετά την πώληση υποστήριξη προς τον καταναλωτή και η αντιμετώπιση των παραπόνων, η μέθοδος και η ημερομηνία κατασκευής ή παροχής, η παράδοση, η καταλληλότητα, η χρήση, η ποσότητα, οι προδιαγραφές, η γεωγραφική ή εμπορική προέλευση ή τα αναμενόμενα από τη χρήση του προϊόντος αποτελέσματα ή τα αποτελέσματα και τα ουσιώδη χαρακτηριστικά των δοκιμών ή ελέγχων του προϊόντος,

(γ) την έκταση των δεσμεύσεων του εμπορευόμενου, τα κίνητρα για την εμπορική πρακτική και τη φύση της διαδικασίας πωλήσεων, κάθε δήλωση ή σύμβολο που αφορά άμεση ή έμμεση χορηγία ή έγκριση του εμπορευόμενου ή του προϊόντος,

(δ) την τιμή ή τον τρόπο υπολογισμού της ή την ύπαρξη ειδικής πλεονεκτικής τιμής,

(ε) την ανάγκη υπηρεσίας, ανταλλακτικού, αντικατάστασης ή επισκευής,

(στ) τη φύση, τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα και τα δικαιώματα του εμπορευόμενου ή του πράκτορά του, όπως είναι η ταυτότητα και τα περιουσιακά στοιχεία του, τα προσόντα του, η ιδιότητα, η έγκριση, η εταιρική σχέση ή η σύνδεση και η κυριότητα δικαιωμάτων βιομηχανικής, εμπορικής ή πνευματικής ιδιοκτησίας ή τα βραβεία και οι διακρίσεις του,

(ζ) τα δικαιώματα του καταναλωτή, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος αντικατάστασης ή επιστροφής σύμφωνα με τις διατάξεις του Μέρους V ή των κινδύνων που μπορεί να αντιμετωπίσει ο καταναλωτής.

(3) Μια εμπορική πρακτική θεωρείται επίσης παραπλανητική όταν στο πραγματικό της πλαίσιο, λαμβανομένων υπόψη όλων των χαρακτηριστικών της και των περιστάσεων, οδηγεί ή ενδέχεται να οδηγήσει το μέσο καταναλωτή να λάβει απόφαση συναλλαγής την οποία διαφορετικά δε θα ελάμβανε, και η πρακτική αυτή περιλαμβάνει-

(α) κάθε τρόπο προώθησης προϊόντος προς πώληση (μάρκετινγκ), συμπεριλαμβανομένης της συγκριτικής διαφήμισης, που δημιουργεί σύγχυση με προϊόντα, εμπορικά σήματα, εμπορικές επωνυμίες και άλλα διακριτικά γνωρίσματα ενός ανταγωνιστή,

(β) μη συμμόρφωση του εμπορευόμενου προς τις δεσμεύσεις που περιέχουν κώδικες συμπεριφοράς με τους οποίους ανέλαβε να δεσμευτεί, όταν-

(i) η δέσμευση δεν είναι προγραμματική αλλά είναι ρητή και μπορεί να εξακριβωθεί, και

(ii) ο εμπορευόμενος αναφέρει σε μια εμπορική πρακτική ότι δεσμεύεται από τον κώδικα,

(γ) εμπορική προώθηση αγαθού σε κράτος μέλος ως πανομοιότυπου με αγαθό που αποτελεί αντικείμενο εμπορίας σε άλλα κράτη μέλη, ενώ το εν λόγω αγαθό έχει σαφώς διαφορετική σύσταση ή χαρακτηριστικά, εκτός εάν αιτιολογείται από θεμιτούς και αντικειμενικούς παράγοντες.

Παραπλανητικές παραλείψεις

7.-(1) Μια εμπορική πρακτική θεωρείται παραπλανητική όταν, στο πραγματικό της πλαίσιο, λαμβανομένων υπόψη όλων των χαρακτηριστικών της και των περιστάσεων, καθώς και των περιορισμών του συγκεκριμένου μέσου επικοινωνίας, παραλείπει ουσιώδεις πληροφορίες που χρειάζεται ο μέσος καταναλωτής, ανάλογα με το συγκεκριμένο πλαίσιο, για να λάβει τεκμηριωμένη απόφαση συναλλαγής, και ως εκ τούτου τον οδηγεί ή ενδέχεται να τον οδηγήσει να λάβει απόφαση συναλλαγής την οποία διαφορετικά δε θα ελάμβανε.

(2) Παραπλανητική παράλειψη τεκμαίρεται επίσης όταν ο εμπορευόμενος αποκρύπτει ουσιώδεις πληροφορίες ή τις παρέχει κατά τρόπο ασαφή, ακατάληπτο, διφορούμενο ή εκτός χρόνου κατά τα αναφερόμενα στις διατάξεις του εδαφίου (1), λαμβανομένων υπόψη των ζητημάτων που περιγράφονται στο εν λόγω εδάφιο, ή όταν δεν προσδιορίζει την εμπορική επιδίωξη της εμπορικής πρακτικής, εφόσον αυτή δεν είναι ήδη προφανής από το συγκεκριμένο πλαίσιο και όταν, και στις δύο (2) περιπτώσεις, τούτο έχει ή ενδέχεται να έχει ως αποτέλεσμα να λάβει ο μέσος καταναλωτής απόφαση για συναλλαγή την οποία, διαφορετικά, δε θα είχε λάβει.

(3) Όταν το μέσο που χρησιμοποιείται για την ανακοίνωση της εμπορικής πρακτικής επιβάλλει περιορισμούς τόπου ή χρόνου, οι περιορισμοί αυτοί, καθώς και τα μέτρα που λαμβάνει ο εμπορευόμενος για να καταστήσει την πληροφορία προσιτή στους καταναλωτές με άλλο τρόπο, λαμβάνονται υπόψη προκειμένου να καθοριστεί αν η πληροφορία έχει παραλειφθεί.

(4) Στην περίπτωση της πρόσκλησης για αγορά, θεωρούνται ουσιώδεις οι ακόλουθες πληροφορίες, εάν δεν είναι ήδη προφανείς από το συγκεκριμένο πλαίσιο:

(α) Τα κύρια χαρακτηριστικά του προϊόντος, στο βαθμό που ενδείκνυνται σε σχέση με το χρησιμοποιούμενο μέσο επικοινωνίας και το προϊόν,

(β) η γεωγραφική διεύθυνση και η ταυτότητα του εμπορευόμενου, όπως η εμπορική επωνυμία του και, όπου ενδείκνυται, η γεωγραφική διεύθυνση και η ταυτότητα του εμπορευόμενου για λογαριασμό του οποίου ενεργεί,

(γ) η τιμή, συμπεριλαμβανομένων των φόρων, ή αν, λόγω της φύσης του προϊόντος, η τιμή δεν μπορεί ευλόγως να καθοριστεί εκ των προτέρων, ο τρόπος με τον οποίο υπολογίζεται η τιμή, και, όπου ενδείκνυται, όλες οι πρόσθετες επιβαρύνσεις αποστολής, παράδοσης ή ταχυδρομείου ή, όταν αυτές οι επιβαρύνσεις ευλόγως δεν μπορούν να υπολογιστούν εκ των προτέρων, το γεγονός ότι μπορεί να απαιτηθούν τέτοιες πρόσθετες επιβαρύνσεις,

(δ) οι ρυθμίσεις για την πληρωμή, την παράδοση και την εκτέλεση, εφόσον αποκλίνουν από τις απαιτήσεις επαγγελματικής ευσυνειδησίας,

(ε) για προϊόντα και συναλλαγές όπου υφίσταται δικαίωμα υπαναχώρησης ή ακύρωσης, η ύπαρξη αυτού του δικαιώματος,

(στ) για προϊόντα που προσφέρονται σε επιγραμμικές αγορές, κατά πόσο το τρίτο πρόσωπο που προσφέρει τα προϊόντα είναι εμπορευόμενος ή όχι, με βάση τη δήλωση του εν λόγω τρίτου προσώπου στον πάροχο της επιγραμμικής αγοράς.

(4Α) Σε περίπτωση κατά την οποία παρέχεται στους καταναλωτές η δυνατότητα αναζήτησης προϊόντων που προσφέρονται από διαφορετικούς εμπορευομένους ή από καταναλωτές, βάσει ερωτήματος υπό μορφή λέξης-κλειδιού, φράσης ή άλλου στοιχείου, ανεξαρτήτως του τόπου στον οποίο ολοκληρώνονται οι εν λόγω συναλλαγές, θεωρείται ουσιώδους σημασίας η παροχή γενικών πληροφοριών, σε ειδικό τμήμα της επιγραμμικής διεπαφής, άμεσα και εύκολα προσβάσιμου από τη σελίδα όπου παρουσιάζονται τα αποτελέσματα της αναζήτησης, όσον αφορά τις βασικές παραμέτρους που καθορίζουν την κατάταξη των προϊόντων, τα οποία παρουσιάζονται στον καταναλωτή, ως αποτέλεσμα του ερωτήματος αναζήτησης και τη σχετική σημασία των εν λόγω παραμέτρων έναντι άλλων:

Νοείται ότι, εξαιρούνται της εν λόγω υποχρέωσης οι πάροχοι επιγραμμικών μηχανών αναζήτησης, όπως αυτοί ορίζονται στην παράγραφο (6) του άρθρου 2 της πράξης της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Κανονισμός (ΕΕ) 2019/1150 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Ιουνίου 2019, για την προώθηση της δίκαιης μεταχείρισης και της διαφάνειας για τους επιχειρηματικούς χρήστες επιγραμμικών υπηρεσιών διαμεσολάβησης.

(5) Οι απαιτήσεις παροχής πληροφοριών, σχετικά με την εμπορική επικοινωνία, συμπεριλαμβανομένης της διαφήμισης ή του μάρκετινγκ, των οποίων ενδεικτικός κατάλογος περιλαμβάνεται στο Παράρτημα II , θεωρούνται ουσιώδεις.

(6) Σε περίπτωση κατά την οποία ο εμπορευόμενος παρέχει πρόσβαση σε αξιολογήσεις προϊόντων από καταναλωτές, θεωρείται ουσιώδους σημασίας η παροχή πληροφοριών σχετικά με το κατά πόσο και με ποιο τρόπο ο εμπορευόμενος διασφαλίζει ότι οι δημοσιευμένες αξιολογήσεις προέρχονται από καταναλωτές οι οποίοι έχουν χρησιμοποιήσει ή αγοράσει το προϊόν.

Επιθετικές πρακτικές

8.-(1) Μια εμπορική πρακτική θεωρείται επιθετική εάν, στο πραγματικό της πλαίσιο, λαμβανομένων υπόψη όλων των χαρακτηριστικών της και των περιστάσεων, χρησιμοποιεί παρενόχληση, καταναγκασμό, συμπεριλαμβανομένης και της άσκησης σωματικής βίας, ή κατάχρηση επιρροής και, ως εκ τούτου, παρεμποδίζει σημαντικά ή ενδέχεται να παρεμποδίσει σημαντικά την ελευθερία επιλογής ή συμπεριφοράς του μέσου καταναλωτή ως προς το προϊόν, με αποτέλεσμα να τον οδηγεί ή να είναι πιθανόν να τον οδηγήσει να λάβει απόφαση συναλλαγής που διαφορετικά δε θα ελάμβανε.

(2) Κατά τον προσδιορισμό του κατά πόσο μια εμπορική πρακτική κάνει χρήση παρενόχλησης, καταναγκασμού, συμπεριλαμβανομένης της άσκησης σωματικής βίας ή κατάχρησης επιρροής, πρέπει να συνεκτιμώνται τα εξής:

(α) Η χρονική στιγμή, ο τόπος, η φύση ή η επιμονή,

(β) η χρήση απειλητικών ή προσβλητικών εκφράσεων ή απειλητικής ή προσβλητικής συμπεριφοράς,

(γ) η εκμετάλλευση, από τον εμπορευόμενο, κάθε συγκεκριμένης ατυχίας ή περίστασης, την οποία γνωρίζει και η οποία είναι τόσο σοβαρή ώστε να διαταράσσει την κρίση του καταναλωτή, προκειμένου να επηρεάσει την απόφασή του όσον αφορά το προϊόν,

(δ) κάθε επαχθές ή δυσανάλογο μη συμβατικό εμπόδιο που επιβάλλει ο εμπορευόμενος σε περίπτωση που ο καταναλωτής επιθυμεί να ασκήσει τα δικαιώματά του στο πλαίσιο της σύμβασης, συμπεριλαμβανομένων των δικαιωμάτων λύσης της σύμβασης ή μετάβασης σε άλλο προϊόν ή σε άλλον εμπορευόμενο, και

(ε) κάθε απειλή για λήψη μέτρου που δεν μπορεί να ληφθεί νόμιμα.

ΜΕΡΟΣ ΙΙΙ ΠΑΡΑΠΛΑΝΗΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΣΥΓΚΡΙΤΙΚΕΣ ΔΙΑΦΗΜΙΣΕΙΣ
Πεδίο εφαρμογής

9. Το παρόν Μέρος εφαρμόζεται αφενός στις παραπλανητικές διαφημίσεις εμπορευόμενων προς εμπορευόμενους και στις αθέμιτες συνέπειες αυτών και αφετέρου στις συγκριτικές διαφημίσεις εμπορευόμενων προς εμπορευόμενους και/ή καταναλωτές καθορίζοντας τους όρους υπό τους οποίους επιτρέπεται η συγκριτική διαφήμιση.

Ερμηνεία σε σχέση με το Μέρος ΙΙΙ

10. Στο παρόν Μέρος-

«παραπλανητική διαφήμιση» σημαίνει κάθε διαφήμιση, η οποία με οποιοδήποτε τρόπο, περιλαμβανομένης της παρουσίασης της, παραπλανεί ή ενδέχεται να παραπλανήσει τα πρόσωπα στα οποία απευθύνεται ή στα οποία περιέρχεται στην αντίληψη τους και η οποία, εξαιτίας του απατηλού χαρακτήρα της, είναι ικανή να επηρεάσει την οικονομική τους συμπεριφορά ή που, για τους λόγους αυτούς, βλάπτει ή ενδέχεται να βλάψει έναν ανταγωνιστή·

«συγκριτική διαφήμιση» σημαίνει διαφήμιση που κατονομάζει ρητά ή υπονοεί έναν ανταγωνιστή ή τα αγαθά και τις υπηρεσίες που προσφέρονται από έναν ανταγωνιστή.

Κριτήρια παραπλανητικής διαφήμισης

11. Για να καθοριστεί αν μια διαφήμιση είναι παραπλανητική, λαμβάνονται υπόψη όλα τα στοιχεία της και ιδίως οι ενδείξεις της σχετικά με-

(α) τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα των αγαθών ή υπηρεσιών, όπως διαθεσιμότητα, φύση, εκτέλεση, σύνθεση, μέθοδος και ημερομηνία κατασκευής ή παροχής, καταλληλότητα, χρήσεις, ποσότητα, προδιαγραφές, γεωγραφική καταγωγή ή εμπορική προέλευση, ή τα αναμενόμενα από τη χρήση τους αποτελέσματα, ή τα αποτελέσματα και τα ουσιώδη χαρακτηριστικά των δοκιμών ή ελέγχων των αγαθών ή των υπηρεσιών,

(β) την τιμή, τον τρόπο διαμόρφωσής της και τους όρους υπό τους οποίους παρέχονται τα αγαθά και οι υπηρεσίες, όπως οι όροι πληρωμής ή πίστωσης, παράδοσης, ανταλλαγής, επιστροφής, επισκευής, συντήρησης, νόμιμης εγγύησης και εμπορικής εγγύησης, και

(γ) την ιδιότητα, τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα και τα δικαιώματα του διαφημιζομένου, όπως η ταυτότητα και η περιουσία του, οι ικανότητες και η κατοχή δικαιωμάτων βιομηχανικής, εμπορικής ή πνευματικής ιδιοκτησίας, τα βραβεία και οι διακρίσεις του.

Προϋποθέσεις θεμιτής συγκριτικής διαφήμισης

12. Η συγκριτική διαφήμιση επιτρέπεται, όταν πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

(α) Δεν είναι παραπλανητική σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 6 και 7·

(β) συγκρίνει αγαθά ή υπηρεσίες που ανταποκρίνονται στις ίδιες ανάγκες ή έχουν τους ίδιους στόχους·

(γ) συγκρίνει κατά τρόπο αντικειμενικό ένα ή περισσότερα χαρακτηριστικά που είναι ουσιώδη, συναφή, εξακριβώσιμα και αντιπροσωπευτικά των εν λόγω αγαθών και υπηρεσιών, στα οποία μπορεί να συμπεριλαμβάνεται και η τιμή·

(δ) δεν έχει ως συνέπεια τη δυσφήμιση ή την υποτίμηση των σημάτων, εμπορικών επωνυμιών, άλλων διακριτικών σημείων, αγαθών, υπηρεσιών, δραστηριοτήτων ή της κατάστασης ενός ανταγωνιστή·

(ε) για προϊόντα με ονομασία προέλευσης, αφορά σε κάθε περίπτωση προϊόντα με την ίδια ονομασία προέλευσης·

(στ) δεν επωφελείται αθέμιτα από τη φήμη σήματος, εμπορικής επωνυμίας ή άλλων διακριτικών σημείων ανταγωνιστή ή από τα δηλωτικά καταγωγής ανταγωνιστικών προϊόντων·

(ζ) δεν παρουσιάζει ένα αγαθό ή μια υπηρεσία ως απομίμηση ή αντίγραφο αγαθού ή υπηρεσίας που φέρει σήμα κατατεθέν ή εμπορική επωνυμία·

(η) δε δημιουργεί σύγχυση μεταξύ εμπορευομένων, μεταξύ διαφημιστή και ανταγωνιστή ή μεταξύ των εμπορικών σημάτων, των εμπορικών επωνυμιών, άλλων διακριτικών γνωρισμάτων, αγαθών ή υπηρεσιών του διαφημιστή και του ανταγωνιστή.

Επιφύλαξη τήρησης άλλων Νόμων

13.-(1) Οι διατάξεις του παρόντος Μέρους εφαρμόζονται τηρουμένων των διατάξεων άλλων Νόμων που αφορούν διαφημίσεις συγκεκριμένων προϊόντων ή υπηρεσιών ή των περιορισμών ή των απαγορεύσεων σχετικά με τη διαφήμιση σε συγκεκριμένα μέσα ενημέρωσης.

(2) Δεν επιτρέπεται η συγκριτική διαφήμιση για συγκεκριμένα προϊόντα ή υπηρεσίες όταν, σύμφωνα με τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου Νόμου, απαγορεύεται η διαφήμιση για τα εν λόγω προϊόντα ή υπηρεσίες και σε περίπτωση που οι απαγορεύσεις αυτές περιορίζονται σε συγκεκριμένα μέσα ενημέρωσης, το παρόν Μέρος εφαρμόζεται στα μέσα ενημέρωσης που δεν καλύπτονται από τις εν λόγω απαγορεύσεις.

(3) Η χρήση συγκρίσεων κατά τη διαφήμιση επαγγελματικών υπηρεσιών δύναται να απαγορεύεται ή περιορίζεται, σύμφωνα με τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου Νόμου.

ΜΕΡΟΣ IV ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΤΟΥ ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΗ ΣΕ ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ ΕΚΤΟΣ ΚΑΙ ΕΝΤΟΣ ΕΜΠΟΡΙΚΟΥ ΚΑΤΑΣΤΗΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΣΕ ΕΞ ΑΠΟΣΤΑΣΕΩΣ ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ
Πεδίο εφαρμογής

14.-(1)(α) Οι διατάξεις του παρόντος Μέρους εφαρμόζονται βάσει των όρων και στο βαθμό που ορίζεται σε αυτές σε σύμβαση-

(i) η οποία συνάπτεται μεταξύ εμπορευόμενου και καταναλωτή, σύμφωνα με την οποία ο καταναλωτής καταβάλλει ή αναλαμβάνει να καταβάλει το τίμημα·

(ii) προμήθειας νερού, φυσικού αερίου, ηλεκτρικής ενέργειας ή τηλεθέρμανσης, μεταξύ άλλων και από δημόσιους παρόχους, στο βαθμό που τα προϊόντα αυτά παρέχονται σε συμβατική βάση.

(α1) Οι διατάξεις του παρόντος Μέρους εφαρμόζονται σε περίπτωση κατά την οποία ο εμπορευόμενος προμηθεύει ή αναλαμβάνει να προμηθεύσει ψηφιακό περιεχόμενο το οποίο δεν παρέχεται σε υλικό μέσο ή ψηφιακή υπηρεσία προς τον καταναλωτή και ο καταναλωτής παρέχει ή αναλαμβάνει να παράσχει δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα στον εμπορευόμενο, εξαιρουμένης της περίπτωσης κατά την οποία τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που παρέχει ο καταναλωτής υποβάλλονται σε επεξεργασία από τον εμπορευόμενο με αποκλειστικό σκοπό την παροχή ψηφιακού περιεχομένου που δεν παρέχεται σε υλικό μέσο ή ψηφιακής υπηρεσίας, σύμφωνα με το παρόν Μέρος, ή προκειμένου ο εμπορευόμενος να συμμορφωθεί με τις νομικές απαιτήσεις, στις οποίες υπόκειται και ο εμπορευόμενος δεν επεξεργάζεται τα εν λόγω δεδομένα για κανένα άλλο σκοπό.

(β) Στο παρόν Μέρος καθορίζονται, μεταξύ άλλων, οι υποχρεώσεις ενημέρωσης που έχει ο εμπορευόμενος έναντι του καταναλωτή στο στάδιο πριν από την σύναψη μιας σύμβασης και στην περίπτωση που ο καταναλωτής επιθυμεί να ασκήσει το δικαίωμα υπαναχώρησης.

(2) Εάν οποιαδήποτε διάταξη του παρόντος Μέρους έρχεται σε σύγκρουση με διάταξη άλλης εναρμονιστικής νομοθεσίας που ρυθμίζει ειδικούς τομείς, η τελευταία υπερισχύει και εφαρμόζεται στους ειδικούς αυτούς τομείς.

(3) Το παρόν Μέρος δεν εφαρμόζεται σε συμβάσεις-

(α) για κοινωνικές υπηρεσίες που σχετίζονται με την κοινωνική στέγαση, την παιδική μέριμνα και τη στήριξη των οικογενειών και των ατόμων που έχουν μονίμως ή προσωρινώς ανάγκη, περιλαμβανομένης της μακροπρόθεσμης μέριμνας·

(β) για υπηρεσίες υγειονομικής περίθαλψης όπως ορίζεται στις διατάξεις του άρθρου 2 του περί Εφαρμογής των Δικαιωμάτων των Ασθενών στο πλαίσιο της Διασυνοριακής Υγειονομικής Περίθαλψης Νόμου, είτε παρέχονται μέσω υγειονομικών εγκαταστάσεων είτε όχι·

(γ) για δραστηριότητες τζόγου, που περιλαμβάνουν τυχερά παιχνίδια στα οποία ο παίκτης στοιχηματίζει χρηματικά ποσά, περιλαμβανομένων λαχειοφόρων αγορών, παιχνιδιών σε καζίνα και συναλλαγών που αφορούν στοιχήματα·

(δ) για χρηματοοικονομικές υπηρεσίες·

(ε) για τη δημιουργία, απόκτηση ή μεταβίβαση δικαιωμάτων επί ακινήτων ή δικαιωμάτων εντός ακίνητης περιουσίας·

(στ) για την κατασκευή νέων κτιρίων, τη ριζική μετατροπή υφιστάμενων κτιρίων και τη μίσθωση στέγης ως κατοικίας·

(ζ) σχετικά με τα «πακέτα» που αφορούν «ταξιδιώτες», όπως οι έννοιες αυτές ορίζονται στις διατάξεις του άρθρου 2 του περί των Οργανωμένων Ταξιδιών και Συνδεδεμένων Ταξιδιωτικών Διακανονισμών Νόμου, με εξαίρεση τις διατάξεις του εδαφίου (7) του άρθρου 17, των εδαφίων (2) και (6) του άρθρου 19 και των άρθρων 30, 31 και 32 που εφαρμόζονται, τηρουμένων των αναλογιών, και σε αυτές τις περιπτώσεις.

(η) οι οποίες εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του περί της Χρονομεριστικής Σύμβασης, Μακροπρόθεσμων Προϊόντων Διακοπών, Μεταπώλησης και Ανταλλαγής Νόμου∙

(θ) οι οποίες καταρτίζονται από πρόσωπο εντεταλμένο από αρχή δημόσιου τομέα, η οποία έχει καταστατική υποχρέωση ανεξαρτησίας και αμεροληψίας και καθήκον να διασφαλίζει, μέσω της παροχής εκτενών νομικών πληροφοριών, ότι ο καταναλωτής συνάπτει τη σύμβαση μόνο μετά από ώριμη νομική σκέψη και με γνώση των νομικών συνεπειών της·

(ι) για την προμήθεια τροφίμων, ποτών ή άλλων αγαθών που προορίζονται για τρέχουσα κατανάλωση στο πλαίσιο του νοικοκυριού και τα οποία παραδίδονται από τον εμπορευόμενο σε συχνή και τακτική βάση στο σπίτι, στην κατοικία ή στο χώρο εργασίας του καταναλωτή·

(ια) για υπηρεσίες μεταφοράς επιβατών, με εξαίρεση τις διατάξεις του εδαφίου (2) του άρθρου 19 και των άρθρων 30, 31 και 32.

(ιβ) οι οποίες συνάπτονται μέσω αυτόματων μηχανών πώλησης ή εμπορικών καταστημάτων αυτόματης πώλησης·

(ιγ) οι οποίες συνάπτονται με τηλεπικοινωνιακούς φορείς μέσω δημόσιων τηλεφωνικών θαλάμων για τη χρήση αυτών ή οι οποίες συνάπτονται για τη χρήση μιας μοναδικής κλήσης που πραγματοποιεί ο καταναλωτής μέσω τηλεφώνου, διαδικτύου ή τηλεομοιοτυπίας·

(ιδ) οι οποίες συνάπτονται εκτός εμπορικού καταστήματος για τις οποίες ο καταναλωτής καταβάλλει ποσό που δεν υπερβαίνει τα είκοσι ευρώ (€20)·

(ιε) για οποιαδήποτε αγαθά τα οποία πωλούνται στο πλαίσιο αναγκαστικής εκτέλεσης ή με άλλο τρόπο από δικαστική αρχή.

Ερμηνεία σε σχέση με το Μέρος IV

15. Στο παρόν Μέρος-

«αγαθό» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 2 του περί Ορισμένων Πτυχών που αφορούν τις Συμβάσεις για τις Πωλήσεις Αγαθών Νόμου·

«αγαθό κατασκευασμένο σύμφωνα με τις προδιαγραφές του πελάτη» σημαίνει κάθε αγαθό το οποίο δεν είναι προκατασκευασμένο και κατασκευάζεται βάσει της ατομικής επιλογής ή απόφασης του πελάτη·

«δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από τον Γενικό Κανονισμό για την Προστασία Δεδομένων και τον περί της Προστασίας των Φυσικών Προσώπων Έναντι της Επεξεργασίας των Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα και της Ελεύθερης Κυκλοφορίας των Δεδομένων αυτών Νόμο·

«δευτερεύουσα σύμβαση» σημαίνει μια σύμβαση με την οποία ο καταναλωτής αποκτά αγαθά ή υπηρεσίες που συνδέονται με εξ αποστάσεως σύμβαση ή με σύμβαση εκτός εμπορικού καταστήματος και όπου τα εν λόγω αγαθά ή οι υπηρεσίες παρέχονται από τον εμπορευόμενο ή από ένα τρίτο μέρος με βάση μια ρύθμιση μεταξύ του εν λόγω τρίτου μέρους και του εμπορευόμενου·

«δημόσιος πλειστηριασμός» σημαίνει τη μέθοδο πώλησης κατά την οποία τα αγαθά ή οι υπηρεσίες προσφέρονται από τον εμπορευόμενο σε καταναλωτές, οι οποίοι συμμετέχουν ή έχουν τη δυνατότητα να συμμετέχουν στον πλειστηριασμό οι ίδιοι, μέσω διαφανούς ανταγωνιστικής διαδικασίας προσφορών που διεξάγεται από έναν εκπλειστηριαστή και όπου ο νικητής πλειοδότης δεσμεύεται να αγοράσει τα αγαθά ή τις υπηρεσίες·

«διαλειτουργικότητα» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 2 του περί Ορισμένων Πτυχών που αφορούν τις Συμβάσεις για την Προμήθεια Ψηφιακού Περιεχομένου και Ψηφιακών Υπηρεσιών Νόμου∙

«δυνατότητες λειτουργίας» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 2 του περί Ορισμένων Πτυχών που αφορούν τις Συμβάσεις για την Προμήθεια Ψηφιακού Περιεχομένου και Ψηφιακών Υπηρεσιών Νόμου∙

«εξ αποστάσεως σύμβαση» σημαίνει κάθε σύμβαση η οποία συνάπτεται μεταξύ του εμπορευόμενου και του καταναλωτή στο πλαίσιο ενός οργανωμένου συστήματος πωλήσεων εξ αποστάσεως ή παροχής υπηρεσιών χωρίς την ταυτόχρονη φυσική παρουσία του εμπορευόμενου και του καταναλωτή, με αποκλειστική χρήση ενός ή περισσότερων μέσων επικοινωνίας εξ αποστάσεως μέχρι και τη στιγμή σύναψης της σύμβασης·

«επιγραμμική αγορά» σημαίνει υπηρεσία, η οποία χρησιμοποιεί λογισμικό, περιλαμβανομένων ιστότοπου, μέρους ιστότοπου ή εφαρμογής, το οποίο διαχειρίζεται εμπορευόμενος ή άλλο πρόσωπο εξ ονόματος του εμπορευομένου και η οποία επιτρέπει στους καταναλωτές να συνάπτουν εξ αποστάσεως συμβάσεις με άλλους εμπορευόμενους ή καταναλωτές χρησιμοποιώντας λογισμικό, περιλαμβανομένων ιστότοπου ή εφαρμογής, το οποίο διαχειρίζεται εμπορευόμενος ή άλλο πρόσωπο εξ ονόματος του εμπορευομένου∙

«πάροχος επιγραμμικής αγοράς» σημαίνει εμπορευόμενο ο οποίος παρέχει επιγραμμική αγορά στους καταναλωτές∙

«σύμβαση εκτός εμπορικού καταστήματος» σημαίνει κάθε σύμβαση μεταξύ του εμπορευόμενου και του καταναλωτή-

(α) η οποία συνάπτεται με ταυτόχρονη φυσική παρουσία του εμπορευόμενου και του καταναλωτή σε χώρο που δεν είναι το εμπορικό κατάστημα του εμπορευόμενου, ή

(β) για την οποία έγινε προσφορά από τον καταναλωτή κάτω από τις ίδιες συνθήκες που περιγράφονται στις διατάξεις της παραγράφου (α), ή

(γ) η οποία συνάπτεται στο εμπορικό κατάστημα του εμπορευόμενου ή με χρήση οποιουδήποτε μέσου εξ αποστάσεως επικοινωνίας αμέσως μετά από προσωπική και ατομική επαφή με τον καταναλωτή σε χώρο που δεν είναι το εμπορικό κατάστημα του εμπορευόμενου, με την ταυτόχρονη φυσική παρουσία του εμπορευόμενου και του καταναλωτή, ή

(δ) η οποία συνάπτεται στη διάρκεια εκδρομής οργανωμένης από τον εμπορευόμενο με σκοπό ή αποτέλεσμα τη διαφήμιση και πώληση αγαθών ή υπηρεσιών στον καταναλωτή·

«σύμβαση παροχής υπηρεσιών» σημαίνει τη σύμβαση πώλησης βάσει της οποίας ο εμπορευόμενος παρέχει ή αναλαμβάνει να παράσχει υπηρεσία στον καταναλωτή και περιλαμβάνει ψηφιακή υπηρεσία∙

«σύμβαση πώλησης» σημαίνει τη σύμβαση βάσει της οποίας, ο εμπορευόμενος μεταβιβάζει ή αναλαμβάνει να μεταβιβάσει την κυριότητα αγαθών στον καταναλωτή και περιλαμβάνει σύμβαση η οποία έχει ως αντικείμενο ταυτόχρονα την παροχή αγαθών και υπηρεσιών∙

«συμβατότητα» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 2 του περί Ορισμένων Πτυχών που αφορούν τις Συμβάσεις για την Προμήθεια Ψηφιακού Περιεχομένου και Ψηφιακών Υπηρεσιών Νόμου∙

«χρηματοοικονομική υπηρεσία» σημαίνει κάθε υπηρεσία τραπεζικής, πιστωτικής, ασφαλιστικής ή επενδυτικής φύσης ή σχετική με ατομικές συντάξεις, με επενδύσεις ή με πληρωμές·

«ψηφιακό περιεχόμενο» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 2 του περί Ορισμένων Πτυχών που αφορούν τις Συμβάσεις για την Προμήθεια Ψηφιακού Περιεχομένου και Ψηφιακών Υπηρεσιών Νόμου·

«ψηφιακή υπηρεσία» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 2 του περί Ορισμένων Πτυχών που αφορούν τις Συμβάσεις για την Προμήθεια Ψηφιακού Περιεχομένου και Ψηφιακών Υπηρεσιών Νόμου.

Υποχρεώσεις ενημέρωσης για συμβάσεις άλλες από τις συναπτόμενες εξ αποστάσεως ή εκτός εμπορικού καταστήματος

16.-(1) Πριν δεσμευθεί ο καταναλωτής από σύμβαση που δε συνάπτεται εξ αποστάσεως ή εκτός εμπορικού καταστήματος, ή από οποιαδήποτε αντίστοιχη πρόταση για κατάρτιση σύμβασης, ο εμπορευόμενος παρέχει στον καταναλωτή τις ακόλουθες πληροφορίες με ευκρινή και κατανοητό τρόπο, εάν οι εν λόγω πληροφορίες δεν είναι ήδη εμφανείς υπό τις περιστάσεις:

(α) Τα κύρια χαρακτηριστικά των αγαθών ή των υπηρεσιών, στο βαθμό που ενδείκνυται σε σχέση με το μέσο και τα αγαθά ή τις υπηρεσίες·

(β) την ταυτότητα του εμπορευόμενου, όπως η εμπορική επωνυμία του, τη γεωγραφική διεύθυνση στην οποία είναι εγκατεστημένος και τον αριθμό του τηλεφώνου του·

(γ) τη συνολική τιμή των αγαθών ή των υπηρεσιών, συμπεριλαμβανομένων των φόρων, ή αν, λόγω της φύσεως των αγαθών ή των υπηρεσιών, η τιμή δεν μπορεί ευλόγως να καθοριστεί εκ των προτέρων, τον τρόπο με τον οποίο πρόκειται να υπολογιστεί η τιμή και, κατά περίπτωση, όλες τις πρόσθετες επιβαρύνσεις αποστολής, παράδοσης ή ταχυδρομείου ή, όταν αυτές οι επιβαρύνσεις δεν μπορούν ευλόγως να υπολογιστούν εκ των προτέρων, το γεγονός ότι μπορεί να απαιτηθούν τέτοιες πρόσθετες επιβαρύνσεις·

(δ) κατά περίπτωση, τις ρυθμίσεις για την πληρωμή, την παράδοση, την εκτέλεση, την προθεσμία εντός της οποίας ο εμπορευόμενος αναλαμβάνει την υποχρέωση να παραδώσει τα αγαθά ή να παράσχει την υπηρεσία και την πολιτική που εφαρμόζει ο εμπορευόμενος για την αντιμετώπιση των παραπόνων·

(ε) επιπλέον της υπενθύμισης περί ύπαρξης νομικής εγγύησης για τη συμμόρφωση των αγαθών, του ψηφιακού περιεχομένου και των ψηφιακών υπηρεσιών, την υπενθύμιση περί ύπαρξης εξυπηρέτησης μετά την πώληση και, κατά περίπτωση, εμπορικών εγγυήσεων μαζί με τους σχετικούς όρους εφαρμογής·

(στ) τη διάρκεια της σύμβασης, όπου ενδείκνυται, ή, εάν η σύμβαση είναι αορίστου χρόνου ή αυτόματης παράτασης, τους όρους για τον τερματισμό της σύμβασης·

(ζ) κατά περίπτωση, τις δυνατότητες λειτουργίας μαζί με τα ισχύοντα τεχνικά μέτρα προστασίας αγαθών με ψηφιακά στοιχεία, ψηφιακού περιεχομένου και ψηφιακών υπηρεσιών∙

(η) κατά περίπτωση, κάθε αξιόλογη συμβατότητα και διαλειτουργικότητα αγαθών με ψηφιακά στοιχεία, ψηφιακού περιεχομένου και ψηφιακών υπηρεσιών, της οποίας ο εμπορευόμενος έχει γνώση ή ευλόγως αναμένεται να έχει γνώση∙

(θ) κατά περίπτωση, τη δυνατότητα προσφυγής σε εξωδικαστικό μηχανισμό παραπόνων και επανόρθωσης, στον οποίο υπάγεται ο εμπορευόμενος, καθώς και τους τρόπους πρόσβασης σε αυτόν·

(ι) τυχόν άλλους συμβατικούς όρους και προϋποθέσεις.

(2) Οι διατάξεις του εδαφίου (1) εφαρμόζονται επίσης σε συμβάσεις παροχής νερού, φυσικού αερίου ή ηλεκτρικής ενέργειας, όταν δεν διατίθενται προς πώληση σε περιορισμένο όγκο ή καθορισμένη ποσότητα, παροχής τηλεθέρμανσης ή παροχής ψηφιακού περιεχομένου που δεν παρέχεται πάνω σε υλικό μέσο.

(3) Οι διατάξεις του εδαφίου (1) δεν εφαρμόζονται σε συμβάσεις που αφορούν καθημερινές συναλλαγές και που εκτελούνται αμέσως μόλις συναφθούν.

(4) Επιπρόσθετα των διατάξεων του εδαφίου (1), πριν δεσμευθεί ο καταναλωτής από σύμβαση πώλησης που συνάπτεται εντός εμπορικού καταστήματος, ο εμπορευόμενος ενημερώνει γραπτώς τον καταναλωτή-

(α) για την πολιτική επιστροφών και αλλαγών του εμπορευόμενου, μαζί με τις σχετικές προϋποθέσεις και προθεσμίες· και

(β) στην περίπτωση συμβάσεων για τις οποίες ο καταναλωτής καταβάλλει χρηματικό ποσό που υπερβαίνει τα πενήντα ευρώ (€50) ανά αγαθό, για την ύπαρξη νόμιμης εγγύησης και για το χρονικό διάστημα κατά το οποίο ο πωλητής ευθύνεται έναντι του καταναλωτή σε περίπτωση έλλειψης συμμόρφωσης ως καθορίζεται στις διατάξεις του άρθρου 38.

(5) Η ενημέρωση που προβλέπεται στις διατάξεις του εδαφίου (4) παρέχεται με σαφή, εύκολα αναγνωρίσιμο, ευδιάκριτο και ευανάγνωστο τρόπο και συντάσσεται τουλάχιστον σε μια από τις επίσημες γλώσσες της Δημοκρατίας, νοουμένου ότι πρόκειται για επίσημη γλώσσα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και η ενημέρωση γίνεται-

(α) είτε με σήμανση που τοποθετείται πάνω στο ίδιο το αγαθό ή στη συσκευασία του ή στο ράφι του καταστήματος που είναι τοποθετημένο,

(β) είτε με γενική σήμανση που τοποθετείται σε ευδιάκριτο σημείο εντός του καταστήματος.

Υποχρεώσεις ενημέρωσης για συμβάσεις εξ αποστάσεως και συμβάσεις εκτός εμπορικού καταστήματος

17.-(1) Ο εμπορευόμενος παρέχει στον καταναλωτή πριν από τη σύναψη σύμβασης (ή άλλης αντίστοιχης προσφοράς) εξ αποστάσεως ή εκτός εμπορικού καταστήματος τις πιο κάτω πληροφορίες με ευκρινή και κατανοητό τρόπο:

(α) Τα κύρια χαρακτηριστικά των αγαθών ή των υπηρεσιών, στο βαθμό που ενδείκνυται σε σχέση με το μέσο και τα αγαθά ή τις υπηρεσίες·

(β) την ταυτότητα του εμπορευόμενου, ιδίως την εμπορική επωνυμία του·

(γ) τη γεωγραφική διεύθυνση στην οποία ο εμπορευόμενος είναι εγκατεστημένος, τον αριθμό τηλεφώνου και τη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου του:

Νοείται ότι, σε περίπτωση κατά την οποία ο εμπορευόμενος παρέχει άλλα μέσα επιγραμμικής επικοινωνίας που διασφαλίζουν ότι ο καταναλωτής μπορεί να διατηρήσει οποιαδήποτε γραπτή επικοινωνία με τον εμπορευόμενο σε σταθερό μέσο, περιλαμβανομένης της ημερομηνίας και της ώρας της εν λόγω επικοινωνίας, η ενημέρωση περιλαμβάνει επίσης λεπτομέρειες σχετικά με τα εν λόγω άλλα μέσα, τα οποία διασφαλίζουν τη γρήγορη και αποτελεσματική  επικοινωνία του καταναλωτή με τον εμπορευόμενο και, κατά περίπτωση, ο εμπορευόμενος παρέχει επίσης τη γεωγραφική διεύθυνση και τα στοιχεία ταυτότητας του εμπορευομένου για λογαριασμό του οποίου ενεργεί∙

(δ) εάν διαφέρει από τη διεύθυνση που παρέχεται βάσει των διατάξεων της παραγράφου (γ), τη γεωγραφική διεύθυνση της εμπορικής έδρας του εμπορευόμενου και, όπου ενδείκνυται, τη διεύθυνση του εμπορευόμενου για λογαριασμό του οποίου ενεργεί, όπου ο καταναλωτής μπορεί να απευθύνει τυχόν παράπονά του·

(ε) τη συνολική τιμή των αγαθών ή υπηρεσιών, συμπεριλαμβανομένων των φόρων, ή αν, λόγω της φύσεως των αγαθών ή των υπηρεσιών, η τιμή δεν μπορεί ευλόγως να καθοριστεί εκ των προτέρων, τον τρόπο με τον οποίο πρόκειται να υπολογιστεί η τιμή, καθώς και, όπου ενδείκνυται, όλες τις πρόσθετες επιβαρύνσεις αποστολής, παράδοσης ή ταχυδρομείου και κάθε άλλη δαπάνη ή, όταν αυτές οι επιβαρύνσεις δεν μπορούν ευλόγως να υπολογιστούν εκ των προτέρων, το γεγονός ότι μπορεί να απαιτηθούν τέτοιες πρόσθετες επιβαρύνσεις και σε περίπτωση σύμβασης αορίστου χρόνου ή σύμβασης που περιλαμβάνει συνδρομή, η συνολική τιμή περιλαμβάνει τη συνολική δαπάνη ανά περίοδο χρέωσης και εάν οι συμβάσεις αυτές επιβαρύνονται με σταθερή τιμή, η συνολική τιμή σημαίνει επίσης τη συνολική μηνιαία δαπάνη και εάν η συνολική δαπάνη δεν μπορεί ευλόγως να υπολογισθεί εκ των προτέρων, περιγράφεται ο τρόπος με τον οποίο η τιμή πρόκειται να υπολογιστεί·

(ε1) κατά  περίπτωση, ότι η τιμή εξατομικεύτηκε βάσει αυτοματοποιημένης λήψης αποφάσεων∙

(στ) το κόστος χρησιμοποιήσεως του μέσου επικοινωνίας εξ αποστάσεως για τη σύναψη της σύμβασης, όταν αυτό υπολογίζεται με βάση άλλη εκτός των βασικών τιμολογίων·

(ζ) τις διευθετήσεις πληρωμής, παράδοσης, εκτέλεσης, της προθεσμίας εντός της οποίας ο εμπορευόμενος αναλαμβάνει να παραδώσει τα αγαθά ή να παράσχει τις υπηρεσίες και, κατά περίπτωση, της πολιτικής που εφαρμόζει ο εμπορευόμενος για την αντιμετώπιση των παραπόνων·

(η) όπου υπάρχει δικαίωμα υπαναχώρησης, τις προϋποθέσεις, την προθεσμία και τις διαδικασίες άσκησης του δικαιώματος σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου (1) του άρθρου 22 καθώς και το υπόδειγμα του εντύπου υπαναχώρησης που παρατίθεται στο Τμήμα Β του Παραρτήματος ΙΙΙ·

(θ) κατά περίπτωση, ότι ο καταναλωτής θα επιβαρυνθεί με τη δαπάνη επιστροφής των αγαθών σε περίπτωση υπαναχώρησης και, για τις εξ αποστάσεως συμβάσεις, εάν τα αγαθά από τη φύση τους δεν μπορούν υπό κανονικές συνθήκες να επιστραφούν ταχυδρομικώς, τη δαπάνη επιστροφής τους·

(ι) σε περίπτωση που ο καταναλωτής ασκήσει το δικαίωμα υπαναχώρησης αφού το ζητήσει δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου (3) του άρθρου 18 ή του εδαφίου (8) του άρθρου 19, ότι ο καταναλωτής δεσμεύεται να καταβάλει το λογικό κόστος στον εμπορευόμενο σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου (3) του άρθρου 25∙

(ια) όταν δεν παρέχεται δικαίωμα υπαναχώρησης, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 27, την πληροφορία ότι ο καταναλωτής δεν θα έχει δικαίωμα υπαναχώρησης ή, κατά περίπτωση, τις περιστάσεις υπό τις οποίες ο καταναλωτής χάνει το δικαίωμά υπαναχώρησής του·

(ιβ) υπενθύμιση της ύπαρξης νόμιμης εγγύησης για τη συμμόρφωση των αγαθών, του ψηφιακού περιεχομένου και των ψηφιακών υπηρεσιών∙

(ιγ) κατά περίπτωση, την ύπαρξη και τους όρους εφαρμογής υπηρεσιών υποστήριξης του πελάτη μετά την πώληση, εξυπηρέτησης μετά την πώληση και εμπορικών εγγυήσεων·

(ιδ) κατά περίπτωση, την ύπαρξη σχετικών κωδίκων δεοντολογίας και του τρόπου απόκτησης αντιγράφων τους·

(ιε) τη διάρκεια της σύμβασης, κατά περίπτωση, ή, εάν η σύμβαση είναι αορίστου χρόνου ή αυτόματης παράτασης, τους όρους για τον τερματισμό της σύμβασης·

(ιστ) κατά περίπτωση, την ελάχιστη διάρκεια των υποχρεώσεων του καταναλωτή βάσει της σύμβασης·

(ιζ) κατά περίπτωση, την ύπαρξη και τους όρους κατάθεσης χρημάτων ή άλλων χρηματοοικονομικών εγγυήσεων που πρέπει να καταβληθούν ή να παρασχεθούν από τον καταναλωτή όποτε το ζητήσει ο εμπορευόμενος·

(ιη) κατά  περίπτωση, τις δυνατότητες λειτουργίας, μαζί με τα ισχύοντα τεχνικά μέτρα προστασίας των αγαθών με ψηφιακά στοιχεία, του ψηφιακού περιεχομένου και των ψηφιακών υπηρεσιών∙

(ιθ) κατά περίπτωση, κάθε αξιόλογη συμβατότητα και διαλειτουργικότητα αγαθών με ψηφιακά στοιχεία, ψηφιακού περιεχομένου και των ψηφιακών υπηρεσιών, της οποίας ο εμπορευόμενος έχει γνώση ή ευλόγως αναμένεται να έχει γνώση∙

(κ) κατά περίπτωση, τη δυνατότητα προσφυγής σε εξωδικαστικό μηχανισμό παραπόνων και επανόρθωσης, στον οποίο υπάγεται ο εμπορευόμενος, καθώς και τους τρόπους πρόσβασης σε αυτόν.

(2) Οι διατάξεις του εδαφίου (1) ισχύουν επίσης για συμβάσεις παροχής νερού, φυσικού αερίου ή ηλεκτρικής ενέργειας, όταν δεν διατίθενται προς πώληση σε περιορισμένο όγκο ή καθορισμένη ποσότητα, παροχής τηλεθέρμανσης ή παροχής ψηφιακού περιεχομένου που δεν παρέχεται πάνω σε υλικό μέσο.

(3) Σε περίπτωση δημόσιου πλειστηριασμού, οι πληροφορίες που προβλέπονται στις διατάξεις των παραγράφων (β), (γ) και (δ) του εδαφίου (1) μπορούν να αντικαθίστανται από αντίστοιχα στοιχεία του εκπλειστηριαστή.

(4)(α) Οι πληροφορίες που προβλέπονται στις παραγράφους (η), (θ) και (ι) του εδάφιου (1) δύναται να παρέχονται με το υπόδειγμα οδηγιών για την υπαναχώρηση που παρατίθεται στο Μέρος Α του Παραρτήματος IΙΙ.

(β) Ο εμπορευόμενος έχει εκπληρώσει τις υποχρεώσεις παροχής πληροφοριών, όπως αυτές ορίζονται στις παραγράφους (η), (θ) και (ι) του εδαφίου (1), εφόσον έχει παράσχει τις εν λόγω οδηγίες, σωστά συμπληρωμένες, στον καταναλωτή.

(γ) Οι αναφορές στην περίοδο υπαναχώρησης δεκατεσσάρων (14) ημερών στο υπόδειγμα οδηγιών για την υπαναχώρηση που προβλέπεται στο Μέρος Α του Παραρτήματος IΙΙ αντικαθίστανται από αναφορές σε περίοδο υπαναχώρησης τριάντα (30) ημερών, στην προβλεπόμενη στο εδάφιο (1Α) του άρθρου 20 περίπτωση.

(5) Οι πληροφορίες που αναφέρονται στις διατάξεις του εδαφίου (1) αποτελούν όρους της σύμβασης και δε μεταβάλλονται πλην διά ρητής συμφωνίας των συμβαλλόμενων μερών.

(6) Εάν ο εμπορευόμενος δεν έχει τηρήσει τις υποχρεώσεις ενημέρωσης για τις πρόσθετες επιβαρύνσεις ή άλλες δαπάνες κατά τα οριζόμενα στις διατάξεις της παραγράφου (ε) του εδαφίου (1) ή για τις δαπάνες επιστροφής των αγαθών κατά τα οριζόμενα στις διατάξεις της παραγράφου (θ) του εδαφίου (1), ο καταναλωτής δεν πληρώνει τις εν λόγω επιβαρύνσεις ή δαπάνες.

(6Α) Επιφυλασσόμενων των διατάξεων του Μέρους ΙΙ, προτού ο καταναλωτής δεσμευτεί από εξ αποστάσεως σύμβαση ή οποιαδήποτε αντίστοιχη προσφορά σε επιγραμμική αγορά, ο πάροχος της επιγραμμικής αγοράς παρέχει στον καταναλωτή τις ακόλουθες πληροφορίες με τρόπο σαφή, κατανοητό και κατάλληλο για τα μέσα επικοινωνίας εξ αποστάσεως:

(α) Γενικές πληροφορίες οι οποίες είναι διαθέσιμες σε ειδικό τμήμα της επιγραμμικής διεπαφής, άμεσα και εύκολα προσβάσιμο από τη σελίδα όπου παρουσιάζονται οι προσφορές, σχετικά με τις βασικές παραμέτρους που καθορίζουν την κατάταξη, όπως ορίζεται στο Μέρος ΙΙ του παρόντος Νόμου, των προσφορών που παρουσιάζονται στον καταναλωτή ως αποτέλεσμα του ερωτήματος αναζήτησης και τη σχετική σημασία των εν λόγω παραμέτρων έναντι άλλων∙

(β) κατά πόσο το τρίτο πρόσωπο το οποίο προσφέρει τα αγαθά, τις υπηρεσίες ή το ψηφιακό περιεχόμενο είναι εμπορευόμενος ή μη, με βάση τη δήλωση του εν λόγω τρίτου προσώπου στον πάροχο της επιγραμμικής αγοράς∙

(γ) σε περίπτωση κατά την οποία το τρίτο πρόσωπο το οποίο προσφέρει τα αγαθά, τις υπηρεσίες ή το ψηφιακό περιεχόμενο δεν είναι εμπορευόμενος, ότι τα δικαιώματα των καταναλωτών που απορρέουν από το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την προστασία των καταναλωτών δεν εφαρμόζονται στη σύμβαση∙ και

(δ) κατά περίπτωση, τον τρόπο επιμερισμού των υποχρεώσεων που σχετίζονται με τη σύμβαση μεταξύ του τρίτου προσώπου το οποίο προσφέρει τα αγαθά, τις υπηρεσίες ή το ψηφιακό περιεχόμενο και του παρόχου της επιγραμμικής αγοράς, πληροφορία η οποία δεν θίγει οποιαδήποτε ευθύνη ενδέχεται να φέρει σε σχέση με τη σύμβαση, δυνάμει άλλης ενωσιακής ή εθνικής νομοθεσίας, ο πάροχος της επιγραμμικής αγοράς ή ο εμπορευόμενος που αποτελεί το τρίτο πρόσωπο.

(7) Οι πληροφορίες που αναφέρονται στις διατάξεις του εδαφίου (1), συντάσσονται σε τουλάχιστον µια από τις επίσημες γλώσσες της Δημοκρατίας, νοουμένου ότι πρόκειται για επίσημη γλώσσα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ή στη γλώσσα επιλογής του καταναλωτή, εφόσον ο εμπορευόμενος και ο καταναλωτής συμφωνούν προς τούτο.

(8) Οι οριζόμενες στον παρόντα Νόμο υποχρεώσεις ενημέρωσης είναι επιπρόσθετες από τις απαιτήσεις πληροφόρησης που προβλέπονται στις διατάξεις του περί της Ελευθερίας Εγκατάστασης Παρόχων Υπηρεσιών και της Ελεύθερης Κυκλοφορίας των Υπηρεσιών Νόμου και του περί Ορισμένων Πτυχών των Υπηρεσιών της Κοινωνίας της Πληροφορίας και ειδικά του Ηλεκτρονικού Εμπορίου καθώς και για Συναφή Θέματα Νόμου:

Νοείται ότι, αν μια διάταξη των προαναφερθέντων Νόμων σχετικά με το περιεχόμενο και τον τρόπο με τον οποίο παρέχονται οι πληροφορίες έρχεται σε σύγκρουση με διάταξη του παρόντος Μέρους, υπερισχύει η διάταξη του παρόντος Μέρους.

(9) Ως προς την εκπλήρωση των υποχρεώσεων ενημέρωσης που ορίζονται στις διατάξεις των άρθρων 17 μέχρι 27, το βάρος της απόδειξης το έχει ο εμπορευόμενος.

Τυπικές απαιτήσεις για συμβάσεις εκτός εμπορικού καταστήματος

18.-(1) Όσον αφορά τις συμβάσεις εκτός εμπορικού καταστήματος, ο εμπορευόμενος παρέχει τις πληροφορίες που προβλέπονται στις διατάξεις του εδαφίου (1) του άρθρου 17 στον καταναλωτή σε χαρτί ή, εάν συμφωνεί ο καταναλωτής, σε άλλο σταθερό μέσο και οι πληροφορίες αυτές πρέπει να είναι ευανάγνωστες και διατυπωμένες σε απλή και κατανοητή γλώσσα.

(2) Ο εμπορευόμενος παρέχει στον καταναλωτή αντίγραφο της υπογεγραμμένης σύμβασης ή την επιβεβαίωση της σύμβασης σε χαρτί ή, εάν συμφωνεί ο καταναλωτής, σε άλλο σταθερό μέσο, συμπεριλαμβανομένης, κατά περίπτωση, της επιβεβαίωσης της προηγούμενης ρητής συγκατάθεσης και αποδοχής του καταναλωτή σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου (ιγ) του άρθρου 27.

(3) Εφόσον-

(α) ο καταναλωτής επιθυμεί όπως η εκτέλεση υπηρεσιών ή η προμήθεια νερού, φυσικού αερίου ή ηλεκτρικής ενέργειας, σε περίπτωση κατά την οποία δεν διατίθενται προς πώληση σε περιορισμένο όγκο ή σε καθορισμένη ποσότητα, ή η παροχή τηλεθέρμανσης, άρχεται στη διάρκεια της προβλεπόμενης στο εδάφιο (2) του άρθρου 20 περιόδου υπαναχώρησης∙ και

(β) ο καταναλωτής υποχρεούται με βάση τη σύμβαση να καταβάλει τίμημα,

ο εμπορευόμενος απαιτεί από τον καταναλωτή να καταθέσει το αίτημά του σε σταθερό μέσο και ζητεί από τον καταναλωτή να αναγνωρίσει ότι, μόλις η σύμβαση εκτελεσθεί πλήρως από τον εμπορευόμενο, ο καταναλωτής θα απολέσει το δικαίωμα υπαναχώρησης.

(4) Όσον αφορά τις συμβάσεις εκτός εμπορικού καταστήματος, εάν ο καταναλωτής έχει ζητήσει ρητώς τις υπηρεσίες του εμπορευόμενου για την εκτέλεση επισκευών ή συντήρησης για την οποία ο εμπορευόμενος και ο καταναλωτής αμέσως εκτελούν τις συμβατικές υποχρεώσεις τους και εάν το ποσόν που πρέπει να καταβάλει ο καταναλωτής δεν υπερβαίνει τα διακόσια ευρώ (€200)-

(α) ο εμπορευόμενος παρέχει στον καταναλωτή τις πληροφορίες που προβλέπονται στις διατάξεις των παραγράφων (β) και (γ) του εδαφίου (1) του άρθρου 17 και πληροφορίες για την τιμή και τον τρόπο με τον οποίο πρόκειται να υπολογιστεί η τιμή, μαζί με εκτίμηση της συνολικής τιμής, σε χαρτί ή, εάν ο καταναλωτής συμφωνεί, πάνω σε άλλο σταθερό μέσο και ο εμπορευόμενος παράσχει τις πληροφορίες που προβλέπονται στις παραγράφους (α), (η) και (ια) του εδαφίου (1) του άρθρου 17, αλλά δύναται επίσης να μην τις παράσχει σε χαρτί ή άλλο σταθερό μέσο εάν ο καταναλωτής συμφωνήσει ρητώς·

(β) η επιβεβαίωση της σύμβασης που γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου (2) περιέχει τις πληροφορίες που προβλέπονται στις διατάξεις του εδαφίου (1) του άρθρου 17.

Τυπικές απαιτήσεις για εξ αποστάσεως συμβάσεις

19.-(1) Όσον αφορά τις εξ αποστάσεως συμβάσεις, ο εμπορευόμενος παρέχει τις πληροφορίες που προβλέπονται στις διατάξεις του εδαφίου (1) του άρθρου 17 ή θέτει αυτές τις πληροφορίες στη διάθεση του καταναλωτή με τρόπο κατάλληλο για το μέσο της επικοινωνίας εξ αποστάσεως που χρησιμοποιείται σε απλή και κατανοητή γλώσσα, και οι εν λόγω πληροφορίες που παρέχονται πάνω σε σταθερό μέσο, είναι ευανάγνωστες.

(2) Εάν μια εξ αποστάσεως σύμβαση που πρόκειται να συναφθεί με ηλεκτρονικό μέσο επιβάλλει στον καταναλωτή την υποχρέωση να πληρώσει, ο εμπορευόμενος παρέχει στον καταναλωτή με σαφή και ευκρινή τρόπο και αμέσως προτού ο καταναλωτής υποβάλει την παραγγελία του τις πληροφορίες που προβλέπονται στις διατάξεις των παραγράφων (α), (ε), (ιε) και (ιστ) του εδαφίου (1) του άρθρου 17, ο εμπορευόμενος μεριμνά ώστε ο καταναλωτής, υποβάλλοντας την παραγγελία του, να αναγνωρίσει ρητώς ότι η παραγγελία συνεπάγεται υποχρέωση πληρωμής, και σε περίπτωση που η υποβολή παραγγελίας απαιτεί την ενεργοποίηση ενός πλήκτρου ή ανάλογη λειτουργία, το πλήκτρο ή η ανάλογη λειτουργία πρέπει να φέρουν ευανάγνωστη σήμανση που να αναγράφει τις λέξεις «παραγγελία με υποχρέωση πληρωμής» ή μια ανάλογη σαφή διατύπωση που να δείχνει ότι η υποβολή παραγγελίας συνεπάγεται υποχρέωση πληρωμής στον εμπορευόμενο και εάν ο εμπορευόμενος δεν συμμορφωθεί με το παρόν εδάφιο, ο καταναλωτής δεν δεσμεύεται από τη σύμβαση ή την παραγγελία.

(3) Οι εμπορικές ιστοσελίδες αναγράφουν σαφώς και ευανάγνωστα το αργότερο με την έναρξη της διαδικασίας υποβολής παραγγελίας κατά πόσο ισχύουν περιορισμοί στην παράδοση και ποια μέσα πληρωμής είναι δεκτά.

(4) Εάν η σύμβαση συνάπτεται με μέσο επικοινωνίας εξ αποστάσεως το οποίο παρέχει περιορισμένο χώρο ή χρόνο για την απεικόνιση των πληροφοριών, ο εμπορευόμενος παρέχει, πάνω στο συγκεκριμένο μέσο ή διά του συγκεκριμένου μέσου, πριν από τη σύναψη αυτής της σύμβασης, τουλάχιστον τις προσυμβατικές πληροφορίες που αφορούν τα βασικά χαρακτηριστικά των αγαθών ή των υπηρεσιών, την ταυτότητα του εμπορευομένου, τη συνολική τιμή, το δικαίωμα υπαναχώρησης, τη διάρκεια της σύμβασης και, εάν η σύμβαση είναι αορίστου χρόνου, τις προϋποθέσεις καταγγελίας της σύμβασης, κατά τα οριζόμενα στις διατάξεις των  παραγράφων (α), (β), (ε), (η) και (ιε) του εδαφίου (1) του άρθρου 17, εξαιρουμένου του υποδείγματος του εντύπου υπαναχώρησης που καθορίζεται στο Μέρος Β του Παραρτήματος ΙΙΙ σύμφωνα με την παράγραφο (η) και οι λοιπές πληροφορίες, οι οποίες αναφέρονται στο εδάφιο (1) του άρθρου 17, περιλαμβανομένου του υποδείγματος του εντύπου υπαναχώρησης, παρέχονται από τον εμπορευόμενο στον καταναλωτή με κατάλληλο τρόπο, σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου (1).

(5) Με την επιφύλαξη των διατάξεων του εδαφίου (4), εάν ο εμπορευόμενος προβεί σε τηλεφωνική κλήση προς τον καταναλωτή με σκοπό τη σύναψη εξ αποστάσεως σύμβασης, στην αρχή της συνομιλίας με τον καταναλωτή, δηλώνει την ταυτότητά του και, όπου τούτο έχει εφαρμογή, την ταυτότητα του προσώπου εξ ονόματος του οποίου τηλεφωνεί και τον εμπορικό σκοπό της επικοινωνίας.

(6) Εάν πρόκειται να συναφθεί εξ αποστάσεως σύμβαση μέσω τηλεφώνου, ο εμπορευόμενος υποχρεούται να επιβεβαιώσει την προσφορά του σε χαρτί ή σταθερό μέσο προς τον καταναλωτή, ο οποίος δεσμεύεται μόνον όταν υπογράψει την προσφορά ή έχει στείλει τη γραπτή συγκατάθεσή του.

(7) Ο εμπορευόμενος παρέχει στον καταναλωτή την επιβεβαίωση της συναφθείσας σύμβασης, σε χαρτί ή σταθερό μέσο σε εύλογο χρονικό διάστημα μετά τη σύναψη της εξ αποστάσεως σύμβασης και το αργότερο κατά τη στιγμή της παράδοσης των αγαθών ή προτού αρχίσει η εκτέλεση της υπηρεσίας και η εν λόγω επιβεβαίωση περιλαμβάνει-

(α) το σύνολο των πληροφοριών που αναφέρονται στις διατάξεις του εδαφίου (1) του άρθρου 17, εκτός εάν ο εμπορευόμενος έχει ήδη παράσχει τις πληροφορίες στον καταναλωτή πριν από τη σύναψη της εξ αποστάσεως σύμβασης σε σταθερό μέσο, και

(β) κατά περίπτωση, την επιβεβαίωση της προηγούμενης ρητής συγκατάθεσης και αναγνώρισης του καταναλωτή σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου (ιγ) του άρθρου 27.

(8) Εφόσον-

(α) ο καταναλωτής επιθυμεί όπως η εκτέλεση υπηρεσιών ή η προμήθεια νερού, φυσικού αερίου ή ηλεκτρικής ενέργειας, σε περίπτωση κατά την οποία δεν διατίθενται προς πώληση σε περιορισμένο όγκο ή σε καθορισμένη ποσότητα, ή η παροχή τηλεθέρμανσης αρχίζει στη διάρκεια της προβλεπόμενης στο εδάφιο (2) του άρθρου 20 περιόδου υπαναχώρησης· και

(β) ο καταναλωτής υποχρεούται με βάση τη σύμβαση να καταβάλει τίμημα∙

ο εμπορευόμενος απαιτεί από τον καταναλωτή να καταθέσει αίτημα και ζητεί από τον καταναλωτή να αναγνωρίσει ότι, μόλις η σύμβαση εκτελεσθεί πλήρως από τον εμπορευόμενο, ο καταναλωτής θα απολέσει το δικαίωμα υπαναχώρησης.

(9) Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται με την επιφύλαξη των διατάξεων σχετικά με τη σύναψη ηλεκτρονικών συμβάσεων και την αποστολή ηλεκτρονικών παραγγελιών, όπως καθορίζονται στις διατάξεις των άρθρων 12 και 14 του περί Ορισμένων Πτυχών των Υπηρεσιών της Κοινωνίας της Πληροφορίας και ειδικά του Ηλεκτρονικού Εμπορίου καθώς και για Συναφή Θέματα Νόμου.

Δικαίωμα υπαναχώρησης

20.-(1) Εφόσον δεν ισχύουν οι εξαιρέσεις που προβλέπονται στις διατάξεις του άρθρου 27, ο καταναλωτής δύναται μέσα σε χρονικό διάστημα δεκατεσσάρων (14) ημερών να υπαναχωρήσει από την εξ αποστάσεως σύμβαση ή τη σύμβαση εκτός εμπορικού καταστήματος χωρίς να αναφέρει τους λόγους και χωρίς καμία επιβάρυνση πέρα από τις προβλεπόμενες στις διατάξεις του εδαφίου (2) του άρθρου 24 και του άρθρου 25 υποχρεώσεις.

(1Α) Αναφορικά με συμβάσεις οι οποίες έχουν συναφθεί στο πλαίσιο μη προγραμματισμένων επισκέψεων από τον εμπορευόμενο στην οικία του καταναλωτή ή εκδρομών που διοργανώνει εμπορευόμενος, με στόχο ή αποτέλεσμα την προώθηση ή την πώληση προϊόντων σε καταναλωτή, ο καταναλωτής δύναται εντός χρονικού διαστήματος τριάντα (30) ημερών να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση.

(2) Τηρουμένων των διατάξεων της επιφύλαξης του άρθρου 21, η προβλεπόμενη στο εδάφιο (1) προθεσμία υπαναχώρησης λήγει σε δεκατέσσερις (14) ημέρες και η προβλεπόμενη στο εδάφιο (1Α) προθεσμία υπαναχώρησης λήγει σε τριάντα (30) ημέρες-

(α) από την ημερομηνία σύναψης της σύμβασης, για τις συμβάσεις υπηρεσιών·

(β) για τις συμβάσεις πώλησης, από την ημέρα κατά την οποία ο καταναλωτής ή ένα τρίτο μέρος το οποίο υποδεικνύεται από αυτόν, διαφορετικό από τον μεταφορέα, αποκτά τη φυσική κατοχή των αγαθών ή διαφορετικά-

(i) από την ημέρα κατά την οποία ο καταναλωτής ή ένα τρίτο μέρος το οποίο υποδεικνύεται από αυτόν, διαφορετικό από τον μεταφορέα, αποκτά τη φυσική κατοχή του τελευταίου αγαθού, σε περίπτωση πολλών αγαθών παραγγελθέντων από τον καταναλωτή με μια παραγγελία και παραδιδόμενων χωριστά, ή

(ii) από την ημέρα κατά την οποία ο καταναλωτής ή ένα τρίτο μέρος το οποίο υποδεικνύεται από αυτόν, διαφορετικό από τον μεταφορέα, αποκτά τη φυσική κατοχή της τελευταίας παρτίδας ή του τελευταίου τεμαχίου, σε περίπτωση παράδοσης αγαθού αποτελούμενου από πολλές παρτίδες ή πολλά τεμάχια, ή

(iii) από την ημέρα κατά την οποία ο καταναλωτής ή ένα τρίτο μέρος το οποίο υποδεικνύεται από αυτόν, διαφορετικό από τον μεταφορέα, αποκτά τη φυσική κατοχή του πρώτου αγαθού, σε περίπτωση σύμβασης τακτικής παράδοσης αγαθών σε καθορισμένη χρονική περίοδο·

(γ) από την ημέρα σύναψης της σύμβασης, σε περίπτωση συμβάσεων παροχής νερού, φυσικού αερίου ή ηλεκτρικής ενέργειας, εάν δεν διατίθενται προς πώληση σε περιορισμένο όγκο ή καθορισμένη ποσότητα, παροχής τηλεθέρμανσης ή παροχής ψηφιακού περιεχομένου που δεν παρέχεται πάνω σε σταθερό μέσο.

(3) Τα συμβαλλόμενα μέρη δύναται να εκτελέσουν τις συμβατικές τους υποχρεώσεις κατά τη διάρκεια της περιόδου υπαναχώρησης.

Παράλειψη ενημέρωσης σχετικά με το δικαίωμα υπαναχώρησης

21.-(1) Εάν ο εμπορευόμενος δεν παρέσχε στον καταναλωτή τις πληροφορίες σχετικά με το δικαίωμα υπαναχώρησης όπως απαιτείται με βάση τις διατάξεις της παραγράφου (η) του εδαφίου (1) του άρθρου 17, η προθεσμία υπαναχώρησης λήγει δώδεκα (12) μήνες μετά το τέλος της αρχικής προθεσμίας υπαναχώρησης, όπως αυτή προσδιορίζεται με βάση τις διατάξεις του εδαφίου (2) του άρθρου 20.

(2) Εάν ο εμπορευόμενος παρέσχε στον καταναλωτή τις προβλεπόμενες στο εδάφιο (1) πληροφορίες εντός δώδεκα (12) μηνών από την οριζόμενη στο εδάφιο (2) του άρθρου 20 ημέρα, η περίοδος υπαναχώρησης λήγει σε δεκατέσσερις (14) ημέρες από την ημέρα κατά την οποία ο καταναλωτής λαμβάνει τις εν λόγω πληροφορίες ή σε τριάντα (30) ημέρες από την ημερομηνία κατά την οποία ο καταναλωτής λαμβάνει τις εν λόγω πληροφορίες, ανάλογα με την περίπτωση.

Άσκηση του δικαιώματος υπαναχώρησης

22.-(1) Πριν από την εκπνοή της προθεσμίας υπαναχώρησης, ο καταναλωτής ενημερώνει τον εμπορευόμενο για την απόφασή του να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση και προς τον σκοπό αυτό, ο καταναλωτής δύναται-

(α) είτε να χρησιμοποιήσει το υπόδειγμα εντύπου υπαναχώρησης όπως ορίζεται στο Τμήμα Β του Παραρτήματος ΙΙΙ·

(β) είτε να κάνει οποιαδήποτε άλλη σαφή δήλωση που να παρουσιάζει την απόφασή του να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση.

(2) Ο καταναλωτής έχει κάνει χρήση του δικαιώματος υπαναχώρησης εντός της προθεσμίας υπαναχώρησης που αναφέρεται στις διατάξεις του εδαφίου (2) του άρθρου 20 και του άρθρου 21, εάν η ανακοίνωση περί άσκησης του δικαιώματος υπαναχώρησης αποσταλεί από τον καταναλωτή πριν από την εκπνοή της προθεσμίας.

(3) Ο εμπορευόμενος δύναται, επιπλέον των όσων προβλέπονται στις διατάξεις του εδαφίου (1), να παράσχει την επιλογή στον καταναλωτή να συμπληρώσει και να υποβάλει ηλεκτρονικά είτε το υπόδειγμα εντύπου υπαναχώρησης που παρατίθεται στο Τμήμα Β του Παραρτήματος ΙΙΙ, είτε οποιαδήποτε άλλη σαφή δήλωση που βρίσκεται στον δικτυακό τόπο του εμπορευόμενου, και σε αυτές τις περιπτώσεις, ο εμπορευόμενος κοινοποιεί στον καταναλωτή επιβεβαίωση παραλαβής αυτής της υπαναχώρησης πάνω σε σταθερό μέσο αμελλητί.

(4) Ο καταναλωτής φέρει το βάρος της απόδειξης ότι άσκησε το δικαίωμα υπαναχώρησης δυνάμει των διατάξεων του παρόντος άρθρου.

Έννομα αποτελέσματα υπαναχώρησης

23. Η άσκηση του δικαιώματος υπαναχώρησης τερματίζει τις υποχρεώσεις των συμβαλλόμενων μερών-

(α) να εκτελέσουν την εξ αποστάσεως σύμβαση ή τη σύμβαση εκτός εμπορικού καταστήματος ή

(β) να συνάψουν σύμβαση εξ αποστάσεως ή εκτός εμπορικού καταστήματος σε περίπτωση που υποβλήθηκε προσφορά από τον καταναλωτή.

Υποχρεώσεις του εμπορευόμενου σε περίπτωση υπαναχώρησης

24.-(1) Ο εμπορευόμενος επιστρέφει κάθε πληρωμή που έλαβε από τον καταναλωτή, συμπεριλαμβανομένων, κατά περίπτωση, των δαπανών παράδοσης, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση και οπωσδήποτε εντός δεκατεσσάρων (14) ημερών από την ημέρα κατά την οποία ενημερώθηκε για την απόφαση του καταναλωτή να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 22 χρησιμοποιώντας τα ίδια μέσα πληρωμής με εκείνα που ο καταναλωτής χρησιμοποίησε για την αρχική συναλλαγή, εκτός και αν ο καταναλωτής έχει ρητώς συμφωνήσει διαφορετικά και υπό τον όρο να μην επιβαρυνθεί ο καταναλωτής με δαπάνες προκύπτουσες από την επιστροφή των χρημάτων.

(2) Ανεξαρτήτως των διατάξεων του εδαφίου (1), ο εμπορευόμενος δεν απαιτείται να επιστρέψει τις πρόσθετες δαπάνες παράδοσης, εάν ο καταναλωτής ρητώς είχε επιλέξει τρόπο παράδοσης άλλο από τον φθηνότερο τυποποιημένο τρόπο παράδοσης που προσφέρει ο εμπορευόμενος.

(3) Εκτός εάν ο εμπορευόμενος προσφέρθηκε να παραλάβει ο ίδιος τα αγαθά, όσον αφορά τις συμβάσεις πώλησης, μπορεί να παρακρατήσει την επιστροφή του τιμήματος μέχρι να λάβει πίσω τα αγαθά ή μέχρι ο καταναλωτής να παράσχει αποδείξεις ότι έστειλε πίσω τα αγαθά, όποιο από τα δύο συμβεί πρώτο.

(4) Όσον αφορά τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα του καταναλωτή, ο εμπορευόμενος συμμορφώνεται με τις ισχύουσες υποχρεώσεις βάσει του Γενικού Κανονισμού για την Προστασία Δεδομένων και του περί της Προστασίας των Φυσικών Προσώπων Έναντι της Επεξεργασίας των Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα και της Ελεύθερης Κυκλοφορίας των Δεδομένων αυτών Νόμου.

(5) Ο εμπορευόμενος δεν χρησιμοποιεί κανένα περιεχόμενο, πλην των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, το οποίο παρασχέθηκε ή δημιουργήθηκε από τον καταναλωτή κατά τη χρήση του ψηφιακού περιεχομένου ή της ψηφιακής υπηρεσίας που παρέχεται από τον εμπορευόμενο, εκτός εάν το εν λόγω περιεχόμενο-

(α) δεν έχει καμία χρησιμότητα εκτός του πλαισίου του ψηφιακού περιεχομένου ή της ψηφιακής υπηρεσίας που παρέχεται από τον εμπορευόμενο∙

(β) αφορά μόνο τη δραστηριότητα του καταναλωτή κατά τη χρήση του ψηφιακού περιεχομένου ή της ψηφιακής υπηρεσίας που παρέχεται από τον εμπορευόμενο∙

(γ) έχει ομαδοποιηθεί με άλλα δεδομένα από τον εμπορευόμενο και δεν δύναται να διαχωριστεί ή δύναται να διαχωριστεί μόνο με δυσανάλογες προσπάθειες∙ ή

(δ) έχει δημιουργηθεί από τον καταναλωτή από κοινού με άλλα πρόσωπα, τα οποία είναι σε θέση να συνεχίσουν να χρησιμοποιούν το περιεχόμενο.

(6) Εξαιρουμένων των προβλεπομένων στις παραγράφους (α), (β) ή (γ) του εδαφίου (5) περιπτώσεων, ο εμπορευόμενος, κατόπιν αιτήματος του καταναλωτή, θέτει στη διάθεσή του οποιοδήποτε περιεχόμενο, εκτός από δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, το οποίο παρασχέθηκε ή δημιουργήθηκε από τον καταναλωτή κατά τη χρήση του ψηφιακού περιεχομένου ή της ψηφιακής υπηρεσίας που παρέχεται από τον εμπορευόμενο.

(7) Ο καταναλωτής δικαιούται να ανακτά το εν λόγω ψηφιακό περιεχόμενο δωρεάν, χωρίς να παρεμποδίζεται από τον εμπορευόμενο, σε εύλογο χρονικό διάστημα και σε κοινώς χρησιμοποιούμενο και αναγνώσιμο από μηχάνημα μορφότυπο.

(8) Με την επιφύλαξη των διατάξεων του εδαφίου (6), σε περίπτωση υπαναχώρησης από τη σύμβαση, ο εμπορευόμενος δύναται να εμποδίζει οποιαδήποτε περαιτέρω χρήση του ψηφιακού περιεχομένου ή της ψηφιακής υπηρεσίας από τον καταναλωτή, συγκεκριμένα καθιστώντας το ψηφιακό περιεχόμενο ή την ψηφιακή υπηρεσία μη προσβάσιμα στον καταναλωτή ή απενεργοποιώντας τον λογαριασμό χρήστη του καταναλωτή.

Υποχρεώσεις του καταναλωτή σε περίπτωση υπαναχώρησης

25.-(1) Εκτός εάν ο εμπορευόμενος έχει προσφερθεί να παραλάβει τα αγαθά ο ίδιος, ο καταναλωτής επιστρέφει τα αγαθά ή τα μεταβιβάζει στον εμπορευόμενο ή σε άτομο εξουσιοδοτημένο από τον εμπορευόμενο να λάβει τα αγαθά, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση και οπωσδήποτε εντός δεκατεσσάρων (14) ημερών από την ημέρα κατά την οποία ανακοίνωσε στον εμπορευόμενο την απόφασή του να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 22 και η προθεσμία τηρείται εάν ο καταναλωτής στείλει πίσω τα αγαθά πριν από την εκπνοή της προθεσμίας των δεκατεσσάρων (14) ημερών και ο καταναλωτής επιβαρύνεται μόνο με το άμεσο κόστος επιστροφής των αγαθών, εκτός εάν ο εμπορευόμενος έχει συμφωνήσει να επιβαρυνθεί ο ίδιος με το εν λόγω κόστος ή εάν ο εμπορευόμενος έχει παραλείψει να ενημερώσει τον καταναλωτή ότι ο καταναλωτής επιβαρύνεται με αυτό και στην περίπτωση συμβάσεων εκτός εμπορικού καταστήματος, εφόσον τα αγαθά έχουν παραδοθεί στην οικία του καταναλωτή τη στιγμή της σύναψης της σύμβασης, ο εμπορευόμενος παραλαμβάνει με δικά του έξοδα τα αγαθά, εφόσον πρόκειται για αγαθά που από τη φύση τους δεν μπορούν κανονικά να επιστραφούν ταχυδρομικώς.

(2) Ο καταναλωτής ευθύνεται για τυχόν μείωση της αξίας των αγαθών μόνο ως αποτέλεσμα της διαχείρισης των αγαθών άλλης πλην εκείνης που είναι αναγκαία για τη διαπίστωση της φύσης, των χαρακτηριστικών και της λειτουργίας των αγαθών και ο καταναλωτής δεν ευθύνεται σε καμία περίπτωση για οποιαδήποτε μείωση της αξίας των αγαθών σε περίπτωση που ο εμπορευόμενος δεν κοινοποίησε το δικαίωμα υπαναχώρησης σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου (η) του εδαφίου (1) του άρθρου 17.

(2Α) Σε περίπτωση υπαναχώρησης από τη σύμβαση, ο καταναλωτής δεν  χρησιμοποιεί το ψηφιακό περιεχόμενο ή την ψηφιακή υπηρεσία και δεν τα θέτει στη διάθεση τρίτου προσώπου.

(3) Σε περίπτωση που ο καταναλωτής ασκήσει το δικαίωμα υπαναχώρησης, κατόπιν αίτησης σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου (3) του άρθρου 18 ή του εδαφίου (8) του άρθρου 19, καταβάλλει στον εμπορευόμενο, σε σύγκριση με την πλήρη κάλυψη της σύμβασης, ένα ποσό ανάλογο προς τα παρασχεθέντα μέχρι τη στιγμή που ο καταναλωτής ενημέρωσε τον εμπορευόμενο ότι θα ασκήσει το δικαίωμα υπαναχώρησης και το αναλογούν ποσό υπολογίζεται βάσει της συνολικής τιμής που είχε συμφωνηθεί στη σύμβαση και εάν η συνολική τιμή είναι υπερβολική, το αναλογούν ποσό θα πρέπει να υπολογιστεί βάσει της αγοραίας αξίας των παρασχεθέντων.

(4) Ο καταναλωτής δεν επιβαρύνεται-

(α) για την παροχή υπηρεσιών, την παροχή νερού, φυσικού αερίου ή ηλεκτρικής ενέργειας, εάν δεν διατίθενται προς πώληση σε περιορισμένο όγκο ή σε καθορισμένη ποσότητα, ή για παροχή τηλεθέρμανσης, εν μέρει ή εν όλω, κατά τη διάρκεια της περιόδου υπαναχώρησης, εφόσον-

(i) ο καταναλωτής δεν έδωσε την προηγούμενη ρητή συγκατάθεσή του, για να αρχίσει η εκτέλεση της σύμβασης πριν από το τέλος της προβλεπόμενης στο άρθρο 20 περιόδου,

(ii) ο καταναλωτής δεν έδωσε την προηγούμενη ρητή συγκατάθεσή του να ξεκινήσει η εκτέλεση της σύμβασης στη διάρκεια της προθεσμίας υπαναχώρησης που προβλέπεται στις διατάξεις του εδαφίου (3) του άρθρου 18 ή του εδαφίου (8) του άρθρου 19· ή

(β) για την εν όλω ή εν μέρει παροχή ψηφιακού περιεχομένου που δεν παραδίδεται πάνω σε υλικό μέσο, εφόσον-

(i) ο καταναλωτής δεν έδωσε την προηγούμενη ρητή συγκατάθεσή του να ξεκινήσει η εκτέλεση της σύμβασης πριν από το τέλος της περιόδου των δεκατεσσάρων (14) ημερών που προβλέπεται στο άρθρο 20, ή

(ii) ο καταναλωτής δεν αναγνώρισε ότι χάνει το δικαίωμα υπαναχώρησης όταν έδινε τη συγκατάθεσή του, ή

(iii) ο εμπορευόμενος δεν παράσχε την επιβεβαίωση που προβλέπεται στις διατάξεις του εδαφίου (2) του άρθρου 18 ή του εδαφίου (7) του άρθρου 19.

(5) Εκτός εάν άλλως ορίζεται στο εδάφιο (2) του άρθρου 24 και στο παρόν άρθρο, ο καταναλωτής δεν φέρει καμία ευθύνη αν ασκήσει το δικαίωμα υπαναχώρησης.

Συνέπειες της άσκησης του δικαιώματος υπαναχώρησης σε συνδεδεμένες συμβάσεις

26.-(1) Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 15 του περί των Συμβάσεων Καταναλωτικής Πίστης Νόμου, σε περίπτωση που ο καταναλωτής ασκήσει το δικαίωμα υπαναχώρησης του από εξ αποστάσεως σύμβαση ή σύμβαση εκτός εμπορικού καταστήματος σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 20 έως 25, τυχόν συνδεδεμένες συμβάσεις λήγουν αυτομάτως, χωρίς κανένα κόστος για τον καταναλωτή, εκτός όπως προβλέπεται στις διατάξεις του εδαφίου (2) του άρθρου 24 και του άρθρου 25 και ο εμπορευόμενος, σε περίπτωση κατά την οποία οι συνδεδεμένες συμβάσεις εκτελούνται από άλλο πρόσωπο από τον ίδιο, κατά την παραλαβή της κοινοποίησης υπαναχώρησης από την σύμβαση πληροφορεί αμέσως το άλλο πρόσωπο σχετικά.

(2) Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 15 του περί των Συμβάσεων Καταναλωτικής Πίστης Νόμου, σε περίπτωση που ο καταναλωτής ασκήσει το δικαίωμα υπαναχώρησης από εξ αποστάσεως σύμβαση ή σύμβαση εκτός εμπορικού καταστήματος σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 20 έως 25 και το τίμημα καλύπτεται, είτε εν όλω είτε εν μέρει, από πίστωση που έχει χορηγήσει στον αγοραστή ο εμπορευόμενος ή τρίτο πρόσωπο, βάσει διακανονισμού του τρίτου προσώπου και του εμπορευόμενου, τότε η σύμβαση πίστωσης λύεται αυτομάτως και ο καταναλωτής δεν υπόκειται σε οποιαδήποτε έξοδα και ο εμπορευόμενος, σε περίπτωση κατά την οποία ο πιστωτής είναι άλλο πρόσωπο από τον ίδιο, κατά την παραλαβή της κοινοποίησης υπαναχώρησης από την σύμβαση πληροφορεί αμέσως τον πιστωτή σχετικά.

Εξαιρέσεις από το δικαίωμα υπαναχώρησης

27. Το δικαίωμα υπαναχώρησης, που προβλέπεται στις διατάξεις των άρθρων 20 έως 26 για τις εξ αποστάσεως και εκτός εμπορικού καταστήματος συναπτόμενες συμβάσεις, δεν παρέχεται στις ακόλουθες περιπτώσεις:

(α) Συμβάσεις υπηρεσιών μετά την πλήρη εκτέλεση της υπηρεσίας, αλλά, εφόσον προβλέπεται στη σύμβαση η υποχρέωση του καταναλωτή να καταβάλει το τίμημα, μόνο εάν η εκτέλεση άρχισε με την προηγούμενη ρητή συγκατάθεση του καταναλωτή και με την εκ μέρους του αναγνώριση ότι θα απολέσει το δικαίωμα υπαναχώρησής του, μόλις η σύμβαση εκτελεσθεί πλήρως από τον εμπορευόμενο·

(β) προμήθεια αγαθών ή παροχή υπηρεσιών η τιμή των οποίων εξαρτάται από διακυμάνσεις της χρηματαγοράς τις οποίες δεν είναι δυνατόν να ελέγξει ο εμπορευόμενος και οι οποίες ενδέχεται να συμβούν εντός της προθεσμίας υπαναχώρησης·

(γ) προμήθεια αγαθών που κατασκευάζονται σύμφωνα με τις προδιαγραφές του καταναλωτή ή σαφώς εξατομικευμένων·

(δ) προμήθεια αγαθών τα οποία μπορούν να αλλοιωθούν ή λήγουν σύντομα·

(ε) προμήθεια σφραγισμένων αγαθών τα οποία δεν είναι κατάλληλα προς επιστροφή, για λόγους προστασίας της υγείας ή για λόγους υγιεινής, και τα οποία έχουν αποσφραγιστεί μετά την παράδοση·

(στ) προμήθεια αγαθών τα οποία, μετά την παράδοση, λόγω της φύσης τους, είναι αναπόσπαστα αναμεμειγμένα με άλλα στοιχεία·

(ζ) προμήθεια οινοπνευματωδών ποτών, η τιμή των οποίων έχει συμφωνηθεί κατά τη στιγμή της σύναψης της σύμβασης πώλησης, η παράδοση των οποίων μπορεί όμως να πραγματοποιηθεί μόνο μετά από τριάντα (30) ημέρες και η πραγματική τιμή των οποίων εξαρτάται από διακυμάνσεις στην αγορά, τις οποίες δεν είναι δυνατόν να ελέγξει ο εμπορευόμενος·

(η) συμβάσεις κατά τις οποίες ο καταναλωτής έχει ζητήσει ειδικά επίσκεψη από τον εμπορευόμενο με σκοπό να πραγματοποιήσει επείγουσες επιδιορθώσεις ή την εκτέλεση εργασιών συντήρησης και εάν, στην περίπτωση τέτοιας επίσκεψης, ο εμπορευόμενος παράσχει υπηρεσίες επιπλέον εκείνων που ζητήθηκαν συγκεκριμένα από τον καταναλωτή ή αγαθά πέρα από τα ανταλλακτικά που χρησιμοποιήθηκαν υποχρεωτικά κατά την εκτέλεση εργασιών συντήρησης ή κατά τις επιδιορθώσεις, το δικαίωμα υπαναχώρησης εφαρμόζεται στις εν λόγω πρόσθετες υπηρεσίες ή αγαθά·

(θ) προμήθεια σφραγισμένων ηχητικών εγγραφών ή σφραγισμένων εγγραφών βίντεο ή σφραγισμένου λογισμικού για υπολογιστές, που αποσφραγίστηκαν μετά την παράδοση·

(ι) προμήθεια εφημερίδων και παντός είδους περιοδικών, εξαιρουμένων των συνδρομητικών συμβάσεων για την προμήθεια αυτών των εντύπων·

(ια) συμβάσεις συναφθείσες σε δημόσιο πλειστηριασμό·

(ιβ) παροχή στέγασης πλην για σκοπούς κατοικίας, μεταφοράς αγαθών, υπηρεσιών ενοικίασης αυτοκινήτων, εστίασης ή υπηρεσιών σχετιζόμενων με δραστηριότητες αναψυχής εάν η σύμβαση προβλέπει συγκεκριμένη ημερομηνία ή προθεσμία εκτέλεσης·

(ιγ) συμβάσεις προμήθειας ψηφιακού περιεχομένου το οποίο δεν παρέχεται σε υλικό μέσο, εφόσον η εκτέλεση έχει αρχίσει και εφόσον προβλέπεται στη σύμβαση η υποχρέωση του καταναλωτή να καταβάλει τίμημα, σε περίπτωση που-

(i) ο καταναλωτής έδωσε την προηγούμενη ρητή συγκατάθεσή του, ώστε να αρχίσει η εκτέλεση της σύμβασης στη διάρκεια της περιόδου ισχύος του δικαιώματος υπαναχώρησης·

(ii) ο καταναλωτής αναγνώρισε ότι χάνει συνεπακόλουθα το δικαίωμα υπαναχώρησής του· και

(iii) ο εμπορευόμενος προέβη στην παροχή της επιβεβαίωσης, η οποία προβλέπεται στο εδάφιο (2) του άρθρου 18 ή στο εδάφιο (7) του άρθρου 19·

(ιδ) συμβάσεις υπηρεσιών, οι οποίες επιβάλλουν στον καταναλωτή την υποχρέωση να καταβάλει τίμημα, όταν ο καταναλωτής έχει ζητήσει ειδικά επίσκεψη από τον εμπορευόμενο με σκοπό την πραγματοποίηση επιδιορθώσεων· στην περίπτωση αυτή, ο καταναλωτής χάνει το δικαίωμα υπαναχώρησης, μετά την πλήρη παροχή της υπηρεσίας, υπό την προϋπόθεση ότι η εκτέλεση άρχισε με την προηγούμενη ρητή συγκατάθεση του καταναλωτή:

Νοείται ότι, οι προβλεπόμενες στις παραγράφους (α), (β), (γ) και (δ)  εξαιρέσεις στο δικαίωμα υπαναχώρησης, δεν εφαρμόζονται στην περίπτωση συμβάσεων που έχουν συναφθεί στο πλαίσιο μη προγραμματισμένων επισκέψεων εμπορευόμενου στην οικία καταναλωτή ή εκδρομών που διοργανώνει εμπορευόμενος με στόχο ή  αποτέλεσμα την προώθηση ή την πώληση προϊόντων στους καταναλωτές.

Παράδοση και μετάθεση του κινδύνου

28.-(1) Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται στις συμβάσεις πώλησης, αλλά δεν εφαρμόζονται σε συμβάσεις παροχής νερού, φυσικού αερίου ή ηλεκτρικής ενέργειας, όταν δεν διατίθενται προς πώληση σε περιορισμένο όγκο ή σε καθορισμένη ποσότητα, παροχής τηλεθέρμανσης ή παροχής ψηφιακού περιεχομένου μη ευρισκόμενου πάνω σε υλικό μέσο.

(2) Εκτός εάν τα συμβαλλόμενα μέρη έχουν συμφωνήσει διαφορετικά ως προς τον χρόνο παράδοσης, ο εμπορευόμενος παραδίδει τα αγαθά με τη μεταβίβαση της φυσικής κατοχής ή ελέγχου των αγαθών στον καταναλωτή χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, αλλά οπωσδήποτε εντός τριάντα (30) ημερών από τη σύναψη της σύμβασης.

(3) Σε περίπτωση που ο εμπορευόμενος δεν παραδώσει τα αγαθά τη χρονική στιγμή που συμφώνησε με τον καταναλωτή ή εντός της προθεσμίας που ορίζεται στις διατάξεις του εδαφίου (1), ο καταναλωτής του ζητά να πραγματοποιήσει την παράδοση εντός νέας προθεσμίας ανάλογης των περιστάσεων και εάν ο εμπορευόμενος δεν παραδώσει τα αγαθά εντός αυτής της νέας προθεσμίας, ο καταναλωτής δικαιούται να τερματίσει τη σύμβαση.

(4) Οι διατάξεις του εδαφίου (3) δεν εφαρμόζονται σε συμβάσεις πωλήσεων, εάν ο εμπορευόμενος έχει αρνηθεί να παραδώσει τα αγαθά ή εάν η παράδοση εντός της συμφωνημένης προθεσμίας παράδοσης είναι σημαντική, λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων που περιέβαλαν τη σύναψη της σύμβασης, ή εάν ο καταναλωτής έχει ενημερώσει τον εμπορευόμενο, πριν από τη σύναψη της σύμβασης, ότι η παράδοση απαιτείται να γίνει σε ή μέχρι μία ορισμένη ημερομηνία και σε αυτές τις περιπτώσεις, εάν ο εμπορευόμενος παραλείψει να παραδώσει τα αγαθά κατά τη χρονική στιγμή που συμφώνησε με τον καταναλωτή ή εντός της προθεσμίας που ορίζεται στις διατάξεις του εδαφίου (1), ο καταναλωτής δικαιούται να τερματίσει τη σύμβαση αμέσως.

(5) Μόλις τερματιστεί η σύμβαση, ο εμπορευόμενος επιστρέφει, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, όλα τα χρήματα που είχαν πληρωθεί βάσει της σύμβασης.

(6) Επιπλέον του τερματισμού της σύμβασης δυνάμει των διατάξεων των εδαφίων (2) και (3), ο καταναλωτής μπορεί να χρησιμοποιήσει και άλλα νομικά μέσα που έχει στη διάθεσή του.

(7) Στις συμβάσεις κατά τις οποίες ο εμπορευόμενος αποστέλλει τα αγαθά στον καταναλωτή, ο κίνδυνος απώλειας ή βλάβης των αγαθών μετατίθεται στον καταναλωτή, όταν αυτός ή κάποιο τρίτο μέρος το οποίο ορίζεται σχετικά από τον καταναλωτή και είναι διαφορετικό από τον μεταφορέα του εμπορευόμενου, έχει αποκτήσει τη φυσική κατοχή των αγαθών, εντούτοις, ο κίνδυνος μετατίθεται στον καταναλωτή με την παράδοση στον μεταφορέα, εάν ο μεταφορέας έχει λάβει εντολή από τον καταναλωτή να μεταφέρει τα αγαθά και η εν λόγω επιλογή δεν προσφέρθηκε από τον εμπορευόμενο, με την επιφύλαξη των δικαιωμάτων του καταναλωτή έναντι του μεταφορέα.

Πεδίο εφαρμογής άρθρων 30, 31 και 32

29. Οι διατάξεις των άρθρων 30, 31 και 32 εφαρμόζονται σε συμβάσεις πωλήσεων και υπηρεσιών και σε συμβάσεις παροχής νερού, φυσικού αερίου, ηλεκτρικής ενέργειας, τηλεθέρμανσης ή ψηφιακού περιεχομένου.

Έξοδα για χρήση μέσων πληρωμής

30. Ο εμπορευόμενος απαγορεύεται να χρεώνει τους καταναλωτές για τη χρήση συγκεκριμένου μέσου πληρωμής, δαπάνη υπερβαίνουσα του κόστους χρήσης αυτού του μέσου από τον εμπορευόμενο.

Τηλεφωνική επικοινωνία

31.-(1) Σε περίπτωση που ο εμπορευόμενος χρησιμοποιεί τηλεφωνική γραμμή για τηλεφωνική επικοινωνία μαζί με τον καταναλωτή σχετικά με τις συναπτόμενες συμβάσεις, ο καταναλωτής, τη στιγμή που επικοινωνεί με τον εμπορευόμενο, δεν υποχρεούται να πληρώσει πέραν από τη βασική τιμή χρέωσης της τηλεφωνικής γραμμής.

(2) Οι διατάξεις του εδαφίου (1) ισχύουν με την επιφύλαξη του δικαιώματος των παρόχων των τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών να επιβάλλουν χρέωση για αυτές τις κλήσεις.

Πρόσθετες πληρωμές

32. Προτού ο καταναλωτής δεσμευθεί από τη σύμβαση ή προσφορά, ο εμπορευόμενος επιδιώκει τη ρητή συναίνεση του καταναλωτή για κάθε πρόσθετη πληρωμή επιπλέον της αμοιβής που συμφωνείται για την κύρια συμβατική υποχρέωση του εμπορευόμενου και εάν ο εμπορευόμενος δεν έχει λάβει τη ρητή συγκατάθεση του καταναλωτή, αλλά την έχει συναγάγει, χρησιμοποιώντας τις προκαθορισμένες επιλογές τις οποίες ο καταναλωτής απαιτείται να απορρίψει προκειμένου να αποφύγει την πρόσθετη πληρωμή, ο καταναλωτής δικαιούται την επιστροφή αυτής της πληρωμής.

Απαλλαγή από υποχρέωση του καταναλωτή να λάβει υπόψη παραγγελθέντα αγαθά ή μη ζητηθείσες υπηρεσίες

32Α. Ο καταναλωτής απαλλάσσεται από την υποχρέωση να λάβει καθ’ οιονδήποτε τρόπο υπόψη την παροχή μη παραγγελθέντων αγαθών, νερού, φυσικού αερίου, ηλεκτρικής ενέργειας, τηλεθέρμανσης ή ψηφιακού περιεχομένου ή μη ζητηθείσης παροχής υπηρεσιών η οποία απαγορεύεται δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου (4) του άρθρου 5 και της παραγράφου (6) του Μέρους Β του Παραρτήματος Ι:

Νοείται ότι, στις προβλεπόμενες στο παρόν άρθρο περιπτώσεις, η μη απάντηση από τον καταναλωτή, ύστερα από παροχή μη παραγγελθέντων αγαθών, νερού, φυσικού αερίου, ηλεκτρικής ενέργειας, τηλεθέρμανσης ή ψηφιακού περιεχομένου ή μη ζητηθείσης παροχής υπηρεσιών δεν ισοδυναμεί με συναίνεση.

ΜΕΡΟΣ V ΕΓΓΥΗΣΕΙΣ
Πεδίο εφαρμογής

33. [Διαγράφηκε]
Ερμηνεία σε σχέση με το Μέρος V

34. [Διαγράφηκε]
Συμμόρφωση με τους όρους της σύμβασης

35. [Διαγράφηκε]
Νόμιμη εγγύηση

36. [Διαγράφηκε]
Δικαίωμα αναγωγής κατά παραγωγού ή προηγούμενου πωλητή

37. [Διαγράφηκε]
Προθεσμίες

38. [Διαγράφηκε]
Εμπορική εγγύηση

39. [Διαγράφηκε]
ΜΕΡΟΣ VI ΑΝΑΓΡΑΦΗ ΤΙΜΩΝ
Πεδίο εφαρμογής

40.-(1) Το παρόν Μέρος εφαρμόζεται, όπου δεν αναφέρεται διαφορετικά, στις περιπτώσεις όπου εμπορευόμενος πωλεί ή εκθέτει προς πώληση προϊόντα σε καταναλωτές, καθώς και στις περιπτώσεις παροχής υπηρεσιών προς τους καταναλωτές, και αποσκοπεί στη βελτίωση της ενημέρωσης των καταναλωτών και στη διευκόλυνση της σύγκρισης των τιμών.

(2) Το παρόν Μέρος δεν εφαρμόζεται-

(α) στα προϊόντα που διατίθενται κατά την παροχή υπηρεσίας· ή

(β) στις πωλήσεις με δημοπρασίες και στις πωλήσεις έργων τέχνης και αντικών.

Ερμηνεία σε σχέση με το Μέρος VI

41. Στο παρόν Μέρος, εκτός εάν από το κείμενο προκύπτει διαφορετική έννοια-

«καθαρή ποσότητα» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό στους περί Μέτρων και Σταθμών (Συσκευασμένα Αγαθά) Κανονισμούς·

«μοναδιαία τιμή» σημαίνει την τελική τιμή, συμπεριλαμβανομένου του Φόρου Προστιθέμενης Αξίας και όλων των λοιπών φόρων, η οποία ισχύει για ποσότητα ενός χιλιόγραμμου, ενός λίτρου, ενός μέτρου, ενός τετραγωνικού μέτρου ή ενός κυβικού μέτρου του προϊόντος ή όταν τα προϊόντα πωλούνται με αριθμό, την τελική τιμή για ένα μεμονωμένο προϊόν·

«προϊόντα που πωλούνται χύμα» σημαίνει τα προϊόντα που δεν είναι συσκευασμένα και μετρούνται παρουσία του καταναλωτή·

«στραγγισμένο καθαρό βάρος» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από τις πρόνοιες των περί Μέτρων και Σταθμών (Συσκευασμένα Αγαθά) Κανονισμών·

«συσκευασμένο αγαθό» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από τις πρόνοιες των περί Μέτρων και Σταθμών (Συσκευασμένα Αγαθά) Κανονισμών·

«τιμή έκπτωσης» σημαίνει τιμή πώλησης ή/και μοναδιαία τιμή που υποδηλώνει οποιαδήποτε τιμή μικρότερη από εκείνη στην οποία το ίδιο κατά ποιότητα ή ποσότητα εμπόρευμα πωλείτο αμέσως προηγουμένως από τον ίδιο εμπορευόμενο·

«τιμή πώλησης» σημαίνει την τελική τιμή που ισχύει για μία μονάδα του προϊόντος ή για δεδομένη ποσότητα του προϊόντος, συμπεριλαμβανομένου του Φόρου Προστιθέμενης Αξίας και όλων των λοιπών φόρων.

Αναγραφή της μοναδιαίας τιμής του προϊόντος

42.-(1) Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου (2), εμπορευόμενος, ο οποίος πωλεί ή εκθέτει προς πώληση προϊόντα σε καταναλωτές, διασφαλίζει ότι σε αυτά αναγράφεται εκτός από την τιμή πώλησης και η μοναδιαία τιμή του προϊόντος, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Μέρους:

Νοείται ότι, για συσκευασμένα αγαθά για τα οποία απαιτείται η αναγραφή επιπρόσθετα από την καθαρή ποσότητα και του στραγγισμένου καθαρού βάρους, αρκεί η αναγραφή της μοναδιαίας τιμής του στραγγισμένου καθαρού βάρους.

(2) Οι διατάξεις του εδαφίου (1) δεν εφαρμόζονται σε προϊόντα για τα οποία η αναγραφή της μοναδιαίας τιμής δε θα ήταν χρήσιμη λόγω της φύσης τους ή του προορισμού τους ή θα μπορούσε να προκαλέσει σύγχυση, και σε αυτά ειδικότερα περιλαμβάνονται-

(α) προϊόντα των οποίων η τιμή έχει μειωθεί από την τιμή στην οποία συνήθως πωλούνται λόγω:

(i) της κατάστασής τους η οποία έχει ήδη υποστεί βλάβη, ή

(ii) του κινδύνου χειροτέρευσής τους·

(β) προϊόντα των οποίων η μοναδιαία τιμή ταυτίζεται με την τιμή πώλησής τους·

(γ) προϊόντα τα οποία αποτελούνται από ποικιλία διαφορετικών προϊόντων που πωλούνται σε ενιαία συσκευασία.

Αναγραφή της μοναδιαίας τιμής στις διαφημίσεις και καταλόγους

43. Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 42, όταν σε διαφημίσεις ή καταλόγους προϊόντων αναφέρεται η τιμή πώλησης, θα αναφέρεται και η μοναδιαία τιμή του προϊόντος.

Τρόπος ένδειξης των τιμών

44.-(1) Η τιμή πώλησης και η μοναδιαία τιμή πρέπει να αναγράφονται σε ευρώ.

(2) Καμία άλλη τιμή, εκτός από την τιμή πώλησης και τη μοναδιαία τιμή, δεν αναγράφεται στα προϊόντα.

(3) Η τιμή πώλησης και η μοναδιαία τιμή πρέπει-

(α) να είναι σαφείς, ευκόλως αναγνωρίσιμες, ευδιάκριτες και ευανάγνωστες· και

(β) να αναγράφονται στα ίδια τα προϊόντα ή στις συσκευασίες τους ή στα ράφια του καταστήματος που είναι τοποθετημένα τα προϊόντα εφόσον δεν προκαλείται σύγχυση στον καταναλωτή:

Νοείται ότι, στις περιπτώσεις όπου τα προϊόντα τα οποία πωλούνται εντός εμπορικού καταστήματος δεν είναι απευθείας προσιτά στον καταναλωτή, τότε ο εμπορευόμενος υποχρεούται όπως αναρτήσει με τρόπο εμφανή στον καταναλωτή τιμοκατάλογο, στον οποίο να αναγράφονται οι τιμές πώλησης και οι μοναδιαίες τιμές πώλησης των προϊόντων.

Τιμές έκπτωσης

45.-(1) Εμπορευόμενος ο οποίος πωλεί ή εκθέτει προς πώληση σε εμπορικό κατάστημα οποιοδήποτε προϊόν σε τιμή έκπτωσης διασφαλίζει ότι σε αυτό αναγράφεται κατ’ ελάχιστον-

(α) η τρέχουσα τιμή πώλησης· ή

(β) το κλάσμα ή ποσοστό μείωσης της αμέσως προηγούμενης τιμής, με γενική προειδοποίηση ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο, δεδομένου ότι τα στοιχεία της μείωσης είναι-

(i) σαφή και ευκόλως αναγνωρίσιμα ότι αναφέρονται σε συγκεκριμένο προϊόν· και

(ii) ευδιάκριτα και ευανάγνωστα:

Νοείται ότι, η τιμή πώλησης ή/και η μοναδιαία τιμή στην οποία πωλείτο, αμέσως προηγουμένως, το ίδιο κατά ποιότητα ή ποσότητα προϊόν από τον ίδιο εμπορευόμενο εξακολουθούν να αναγράφονται στο προϊόν και να πληρούν τις διατάξεις του άρθρου 44.

(2)(α) Σε κάθε ανακοίνωση περί μείωσης τιμής υποδεικνύεται η προγενέστερη τιμή που εφάρμοζε ο εμπορευόμενος για καθορισμένο χρονικό διάστημα πριν από την εφαρμογή της μείωσης της τιμής.

(β) Για τους σκοπούς του παρόντος εδαφίου, ως προγενέστερη τιμή θεωρείται η χαμηλότερη τιμή πώλησης και/ή η μοναδιαία τιμή, στην οποία επωλείτο το ίδιο κατά ποιότητα ή ποσότητα προϊόν εντός περιόδου τριάντα (30) ημερών πριν από την εφαρμογή της μείωσης της τιμής, εξαιρουμένων των αγαθών τα οποία δύναται, λόγω της φύσης τους, να αλλοιωθούν και/ή λήξουν σύντομα και/ή κυκλοφορούν στην αγορά εντός περιόδου μικρότερης των τριάντα (30) ημερών:

Νοείται ότι, σε περίπτωση κατά την οποία η μείωση της τιμής αυξάνεται προοδευτικά, ως προγενέστερη τιμή θεωρείται η τιμή χωρίς τη μείωση της τιμής, πριν από την πρώτη εφαρμογή της μείωσης της τιμής.

Ανάρτηση πινακίδων κατά τη λιανική πώληση πετρελαιοειδών

46.-(1) Τα πρατήρια πετρελαιοειδών έχουν αναρτημένες πινακίδες με τη μοναδιαία τιμή του κάθε είδους πετρελαιοειδούς που πωλούν (τελική τιμή ανά λίτρο), ανεξάρτητα από την αναγραφή των τιμών επί των αντλιών:

Νοείται ότι, σε περιπτώσεις που κάποιο πετρελαιοειδές διατίθεται σε διαφορετική τιμή για συγκεκριμένη κατηγορία καταναλωτών ή επαγγελματιών ή οχημάτων, αυτή η τιμή πρέπει να αναγράφεται και στις αναρτημένες πινακίδες, αναφέροντας και την κατηγορία καταναλωτών ή επαγγελματιών ή οχημάτων προς την οποία απευθύνεται.

(2) Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, οι όροι «πρατήρια πετρελαιοειδών» και «πετρελαιοειδή» έχουν την έννοια που αποδίδεται στους όρους αυτούς στις διατάξεις του άρθρου 2 του περί Ρυθμίσεως Πρατηρίων Πετρελαιοειδών Νόμου.

(3) Οι πινακίδες που προβλέπονται στις διατάξεις του εδαφίου (1) τοποθετούνται σε περίοπτη και ευδιάκριτη θέση του πρατηρίου και φωτίζονται κατά τις νυχτερινές ώρες, ώστε οι αναγραφόμενες στις πινακίδες μοναδιαίες τιμές να είναι άμεσα ορατές από τους διερχόμενους οδηγούς πριν την είσοδο τους στο πρατήριο και τα αναγραφόμενα σε αυτές στοιχεία έχουν ύψους τουλάχιστον δεκαπέντε (15) εκατοστών του μέτρου.

Ανάρτηση τιμοκαταλόγου κατά τη παροχή υπηρεσιών

47.-(1) Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου (3), εμπορευόμενος ο οποίος παρέχει υπηρεσίες σε καταναλωτές σε εμπορικό κατάστημα υποχρεούται όπως αναρτά τιμοκατάλογο στον οποίο να αναγράφονται οι τιμές των βασικών υπηρεσιών που προσφέρει:

Νοείται ότι, οι αναγραφείσες στον τιμοκατάλογο τιμές είναι οι τελικές τιμές των υπηρεσιών, συμπεριλαμβανομένου του Φόρου Προστιθέμενης Αξίας και όλων των λοιπών φόρων:

Νοείται περαιτέρω ότι, σε περίπτωση που το τίμημα για την παροχή υπηρεσίας υπολογίζεται βάσει μέτρησης χρόνου, απόστασης, βάρους, όγκου ή οποιασδήποτε άλλης παραμέτρου, τότε στον τιμοκατάλογο θα πρέπει να αναγράφεται η τιμή ανά μονάδα μέτρησης της παραμέτρου αυτής, στην οποία πρέπει να περιλαμβάνεται ο Φόρος Προστιθέμενης Αξίας και όλοι οι λοιποί φόροι.

(2) Ο τιμοκατάλογος που προβλέπεται στις διατάξεις του εδαφίου (1) είναι εμφανής στον καταναλωτή, ευκόλως αναγνωρίσιμος και ευανάγνωστος και τοποθετείται σε ευδιάκριτο σημείο εντός του εμπορικού καταστήματος και εφόσον είναι τεχνικά εφικτό, τοποθετείται, επιπρόσθετα, τιμοκατάλογος στην πρόσοψη του εμπορικού καταστήματος.

(3) Από τις διατάξεις του παρόντος άρθρου εξαιρούνται, οι τομείς για τους οποίους η ενημέρωση των καταναλωτών σε σχέση με τις τιμές των προσφερόμενων υπηρεσιών ρυθμίζεται εξειδικευμένα από άλλη ειδική νομοθεσία και/ή οι τομείς υπηρεσιών των οποίων η φύση και τα χαρακτηριστικά δεν επιτρέπουν τον προκαθορισμό τιμών και την ανάρτηση τους σε τιμοκατάλογο.

ΜΕΡΟΣ VII ΚΑΤΑΧΡΗΣΤΙΚΕΣ ΡΗΤΡΕΣ
Πεδίο εφαρμογής

48.-(1) Με την επιφύλαξη των διατάξεων του εδαφίου (4), το παρόν Μέρος τυγχάνει εφαρμογής σε κάθε ρήτρα σύμβασης που συνάπτεται μεταξύ εμπορευόμενου και καταναλωτή.

(2) Η εκτίμηση περί του καταχρηστικού χαρακτήρα των ρητρών δεν αφορά ούτε τον καθορισμό του κυρίου αντικειμένου της σύμβασης, ούτε το ανάλογο ή μη, μεταξύ του τιμήματος και/ή της αμοιβής, αφενός, και των υπηρεσιών ή αγαθών που θα παρασχεθούν ως αντάλλαγμα, αφετέρου, εφόσον οι ρήτρες αυτές είναι διατυπωμένες κατά τρόπο σαφή και κατανοητό.

(3) Οι διατάξεις του παρόντος Μέρους εφαρμόζονται με τις ανάλογες φραστικές αναπροσαρμογές και στις ρήτρες συμβάσεων για πώληση, μίσθωση ή οποιαδήποτε άλλη διάθεση ακίνητης ιδιοκτησίας.

(4) Από την εφαρμογή του παρόντος Μέρους εξαιρούνται-

(α) οι συμβάσεις εργασίας·

(β) οι συμβάσεις που αφορούν κληρονομικά δικαιώματα·

(γ) οι συμβάσεις που αφορούν θέματα οικογενειακού δικαίου·

(δ) οι συμβάσεις που αφορούν τη σύσταση και την οργάνωση εταιρειών ή συνεταιρισμών· και

(ε) οι ρήτρες που ενσωματώθηκαν με σκοπό τη συμμόρφωση με-

(i) νομοθετικές και κανονιστικές διατάξεις της Δημοκρατίας, ή

(ii) πρόνοιες ή αρχές διεθνών συμβάσεων στις οποίες η Δημοκρατία και/ή η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι συμβαλλόμενο Μέρος.

Ερμηνεία σε σχέση με το Μέρος VII

49. Στο παρόν Μέρος-

«έγγραφο» σημαίνει οποιαδήποτε πληροφορία αποθηκευμένη σε οποιοδήποτε μέσο.

Καταχρηστικές ρήτρες

50.-(1) Για τους σκοπούς του παρόντος Μέρους και τηρουμένων των διατάξεων των εδαφίων (2) και (3), «καταχρηστική ρήτρα» θεωρείται κάθε ρήτρα η οποία, παρά την απαίτηση καλής πίστης, δημιουργεί σε βάρος του καταναλωτή σημαντική ανισότητα ανάμεσα στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις των μερών που απορρέουν από τη σύμβαση.

(2) Η εκτίμηση του καταχρηστικού χαρακτήρα μιας ρήτρας γίνεται, αφού ληφθούν υπόψη η φύση των αγαθών ή των υπηρεσιών που αποτελούν το αντικείμενο της σύμβασης, όλες οι κατά το χρόνο της σύναψης της σύμβασης περιστάσεις που περιβάλλουν την εν λόγω σύμβαση, καθώς και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της σύμβασης ή άλλης σύμβασης από την οποία αυτή εξαρτάται.

(3) Για να διαπιστωθεί κατά πόσο μια ρήτρα ικανοποιεί την απαίτηση καλής πίστης, λαμβάνονται ιδιαίτερα υπόψη τα ακόλουθα:

(α) Η διαπραγματευτική δύναμη των μερών·

(β) εάν ο καταναλωτής δέχθηκε οποιεσδήποτε παροτρύνσεις, για να συμφωνήσει στη ρήτρα·

(γ) εάν τα αγαθά ή οι υπηρεσίες πωλήθηκαν ή προμηθεύτηκαν κατόπιν ειδικής παραγγελίας του καταναλωτή· και

(δ) ο βαθμός στον οποίο ο εμπορευόμενος χειρίστηκε δίκαια τον καταναλωτή.

(4) Το Παράρτημα IV περιέχει ενδεικτικό και μη εξαντλητικό κατάλογο ρητρών που δυνατό να θεωρηθούν καταχρηστικές.

(5) Ανεξάρτητα από τις διατάξεις των προηγούμενων εδαφίων, για τους σκοπούς του παρόντος Μέρους, “καταχρηστική ρήτρα” θεωρείται κάθε ρήτρα με την οποία υπολογίζεται το επιτόκιο και περιγράφεται ο τρόπος υπολογισμού του επιτοκίου στη βάση των 360 ημερών ή άλλου αριθμού ημερών αντί στη βάση των 365 ή 366 ημερών σε περίπτωση δίσεκτου έτους.

Συνέπειες καταχρηστικών ρητρών

51.-(1) Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του περί Συμβάσεων Νόμου, καταχρηστική ρήτρα σε σύμβαση μεταξύ εμπορευόμενου και καταναλωτή δε δεσμεύει τον καταναλωτή.

(2) Η σύμβαση εξακολουθεί να δεσμεύει τους συμβαλλομένους, εκτός αν αυτή δε δύναται να συνεχίσει να υφίσταται χωρίς την καταχρηστική ρήτρα.

Ερμηνευτικός κανόνας για γραπτές συμβάσεις

52. Ο εμπορευόμενος διασφαλίζει ότι σε περίπτωση γραπτών συμβάσεων, οι ρήτρες διατυπώνονται με σαφή και κατανοητό τρόπο και σε περίπτωση αμφιβολίας για την έννοια μιας γραπτής ρήτρας, υπερισχύει η ευνοϊκότερη για τον καταναλωτή ερμηνεία:

Νοείται ότι, ο πιο πάνω ερμηνευτικός κανόνας δεν εφαρμόζεται στα πλαίσια των διαδικασιών που προβλέπονται στο Μέρος VIII .

ΜΕΡΟΣ VIII ΚΑΘΗΚΟΝΤΑ, ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΕΣ ΚΑΙ ΕΞΟΥΣΙΕΣ ΤΗΣ ΕΝΤΕΤΑΛΜΕΝΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΚΑΙ ΙΕΡΑΡΧΙΚΗ ΠΡΟΣΦΥΓΗ
Αρμοδιότητες Εντεταλμένης Υπηρεσίας για διερεύνηση παραβάσεων

53.-(1) Η Εντεταλμένη Υπηρεσία έχει αρμοδιότητα να εξετάζει, κατόπιν υποβολής παραπόνου ή/και αυτεπάγγελτα, τυχόν παραβάσεις του παρόντος Νόμου και η εξέταση μπορεί να αφορά περισσότερους από έναν εμπορευόμενους, χωριστά ή από κοινού, του αυτού επαγγελματικού τομέα ή των ενώσεών τους που τυχόν παραβιάζουν τις πρόνοιες του παρόντος Νόμου.

(2) Όταν τα υποβαλλόμενα παράπονα αφορούν ζητήματα που εμπίπτουν στις αρμοδιότητες της Εντεταλμένης Υπηρεσίας με βάση τις διατάξεις του παρόντος Νόμου, η Εντεταλμένη Υπηρεσία προβαίνει σε περαιτέρω αξιολόγηση της αναγκαιότητας διερεύνησής τους, λαμβάνοντας υπόψη ιδίως-

(α) το δημόσιο συμφέρον·

(β) τις επιπτώσεις ή πιθανές επιπτώσεις στο καταναλωτικό κοινό·

(γ) τις επιπτώσεις ή πιθανές επιπτώσεις σε ευαίσθητες ομάδες του πληθυσμού·

(δ) την προστασία των καταναλωτών· και

(ε) το αποτέλεσμα που προσδοκάται από την παρέμβασή της σε συγκεκριμένη υπόθεση:

Νοείται ότι, η Εντεταλμένη Υπηρεσία, αν κρίνει μη αναγκαία τη διερεύνηση παραπόνου βάσει των ανωτέρω, ενημερώνει σχετικά τον παραπονούμενο.

Εξουσίες της Εντεταλμένης Υπηρεσίας κατά τη διερεύνηση παραβάσεων

54.-(1) Κατά τη διερεύνηση τυχόν παράβασης, κατόπιν παραπόνου ή/και αυτεπάγγελτα, η Εντεταλμένη Υπηρεσία, μέσα στα πλαίσιο εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος Νόμου, έχει τις ακόλουθες εξουσίες:

(α) Τη διενέργεια επιτόπιων επιθεωρήσεων και ερευνών, περιλαμβανομένης της πρόσβασης σε κάθε χώρο, έδαφος ή μέσο μεταφοράς, ώστε να εξετάζει, να κατάσχει, να λαμβάνει ή να αποκτά αντίγραφα στοιχείων, δεδομένων ή εγγράφων, ανεξαρτήτως του μέσου αποθήκευσής τους ή να υποβάλλει αίτημα λήψης συνδρομής σχετικά με τις ενέργειες αυτές από άλλες αρχές του δημόσιου τομέα, οι οποίες θα ενεργούν στο πλαίσιο ενάσκησης των δικών τους αρμοδιοτήτων, εφόσον η Εντεταλμένη Υπηρεσία κρίνει τέτοια συνδρομή εύλογη και αναγκαία για τη διερεύνηση ενδεχόμενων παραβάσεων του παρόντος Νόμου·

(β) την κατάσχεση κάθε πληροφορίας, δεδομένου ή εγγράφου για το χρονικό διάστημα και στο βαθμό που απαιτείται για την έρευνα·

(γ) να απαιτεί από κάθε εκπρόσωπο ή μέλος του προσωπικού του εμπορευόμενου τον οποίο αφορά η έρευνα να παρέχει εξηγήσεις όσον αφορά τα πραγματικά περιστατικά, τις πληροφορίες, τα δεδομένα ή τα έγγραφα που σχετίζονται με το αντικείμενο της έρευνας και να καταγράφει τις απαντήσεις·

(δ) να ζητεί και να λαμβάνει οποιαδήποτε στοιχεία, συμπεριλαμβανομένων συμβάσεων, δεδομένων, πληροφοριών και/ή άλλων συναφών στοιχείων, καταχωρημένα σε μηχανικό, ηλεκτρικό ή ηλεκτρονικό σύστημα δεδομένων, και οποιαδήποτε βιβλία και έγγραφα, τα οποία βρίσκονται σε υποστατικό ή άλλο χώρο ή σε μεταφορικό μέσο και να παίρνει αντίγραφα, σε οποιαδήποτε μορφή, φωτοτυπίες και αποσπάσματα τους, ανεξαρτήτως του μέσου ή του τόπου αποθήκευσής τους·

(ε) να ζητεί από τον εμπορευόμενο να προσκομίσει σε τακτή προθεσμία αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με την ακρίβεια των πραγματικών ισχυρισμών του αναφορικά με υπό διερεύνηση ενδεχόμενη παράβαση του παρόντος Νόμου, στη βάση των δεδομένων της συγκεκριμένης υπόθεσης και λαμβάνοντας υπόψη τα έννομα συμφέροντα του εμπορευόμενου και των λοιπών επηρεαζόμενων:

Νοείται ότι, εφόσον τα αποδεικτικά στοιχεία που ζητούνται δεν προσκομιστούν έγκαιρα ή θεωρηθούν ανεπαρκή από την Εντεταλμένη Υπηρεσία, οι πραγματικοί ισχυρισμοί του εμπορευόμενου μπορεί να θεωρηθούν ανακριβείς·

(στ) να λαμβάνει φωτογραφίες και/ή μαγνητοσκοπημένα αρχεία των υποστατικών, του χρησιμοποιούμενου εξοπλισμού, των διαφημίσεων και/ή των μεταδιδόμενων εκπομπών του εμπορευόμενου, ανεξαρτήτως του χρησιμοποιούμενου μέσου μετάδοσης αυτών·

(ζ) να ζητεί από κάθε αρχή του δημόσιου τομέα ή φορέα ή οργανισμό, ή κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, περιλαμβανομένων των παρόχων υπηρεσιών πληρωμών, των παρόχων υπηρεσιών διαδικτύου, των φορέων τηλεπικοινωνιών, των καταχωρητών τομέα, των μητρώων τομέα και των παρόχων υπηρεσιών φιλοξενίας, την παροχή κάθε σχετικής πληροφορίας, δεδομένων ή εγγράφων, υπό οποιανδήποτε μορφή ή μορφότυπο και ανεξαρτήτως του μέσου ή του τόπου αποθήκευσης τους, με σκοπό την εξέταση του κατά πόσον έχει επέλθει ή επέρχεται παράβαση του παρόντος Νόμου και τον καθορισμό των στοιχείων της εν λόγω παράβασης:

Νοείται ότι, τα στοιχεία αυτά περιλαμβάνουν τον εντοπισμό των χρηματοοικονομικών ροών και/ή των ροών δεδομένων και/ή τη διαπίστωση της ταυτότητας των προσώπων που συμμετέχουν σε χρηματοοικονομικές ροές και/ή ροές δεδομένων, και τη διαπίστωση των στοιχείων τραπεζικού λογαριασμού και της ιδιοκτησίας των δικτυακών τόπων:

Νοείται περαιτέρω ότι, οι αρχές δημόσιου τομέα δύνανται να αρνηθούν την παροχή των αιτούμενων πληροφοριών σε περίπτωση που η παροχή προσκρούει σε διάταξη του ενωσιακού δικαίου ή Νόμου ή δευτερογενούς νομοθεσίας, που αποσκοπεί στην εναρμόνιση με το ενωσιακό δίκαιο∙

(η)να προβαίνει σε αγορά αγαθών ή υπηρεσιών ως δοκιμαστικές αγορές, κατά περίπτωση, ακόμη και με καλυμμένη ταυτότητα, ώστε να εντοπίζει τυχόν παραβάσεις του παρόντος Νόμου και να συγκεντρώνει αποδεικτικά στοιχεία, συμπεριλαμβανομένης της εξουσίας να επιθεωρεί, παρατηρεί, μελετά, αποσυναρμολογεί ή να υποβάλει σε δοκιμές τα αγαθά ή τις υπηρεσίες·

(θ) να ανακόπτει, εισέρχεται, επιθεωρεί, ερευνά και διενεργεί έλεγχο σε οποιοδήποτε μεταφορικό μέσο ξηράς, θάλασσας ή αέρα·

(ι) να εισέρχεται σε υποστατικό ή άλλο χώρο και σε μεταφορικό μέσο-

(i) με συνοδεία από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο, του οποίου την παρουσία κρίνει αναγκαία για οποιοδήποτε σκοπό για τον οποίο ασκεί εξουσία δυνάμει του παρόντος άρθρου,

(ii) φέροντας οποιοδήποτε εξοπλισμό ή υλικά, που κρίνει αναγκαία για οποιοδήποτε σκοπό για τον οποίο ασκεί εξουσία δυνάμει του παρόντος άρθρου, και

(iii) να λαμβάνει δείγματα προϊόντων δωρεάν και οποιαδήποτε άλλα τεκμήρια που κρίνει αναγκαία για οποιοδήποτε σκοπό για τον οποίο ασκεί εξουσία δυνάμει του παρόντος Νόμου:

Νοείται ότι, για τους σκοπούς ενάσκησης των ως άνω εξουσιών η Εντεταλμένη Υπηρεσία δύναται, κατά οιονδήποτε εύλογο χρόνο, να εισέλθει σε υποστατικά, χωρίς ειδοποίηση και χωρίς δικαστικό ένταλμα.

(2) Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου (1), δεν επιτρέπεται η είσοδος σε κατοικία ή η άσκηση σε κατοικία οποιασδήποτε άλλης εξουσίας, εκτός κατόπιν δικαστικού διατάγματος.

(3) Ο κάτοχος και ο υπεύθυνος οποιουδήποτε υποστατικού ή άλλου χώρου ή μεταφορικού μέσου και ο κάτοχος σχετικού με την υπό διερεύνηση παράβαση προϊόντος και αυτός που προσφέρει ή παρέχει σχετική με την υπό διερεύνηση παράβαση υπηρεσία και οποιοδήποτε πρόσωπο απασχολείται σε υποστατικό ή άλλο χώρο ή μεταφορικό μέσο, στο οποίο εισέρχεται το μέλος της Εντεταλμένης Υπηρεσίας, δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου (1), έχουν έκαστος υποχρέωση να παρέχουν στο μέλος της Εντεταλμένης Υπηρεσίας οποιαδήποτε πληροφορία που κατέχουν και κάθε διευκόλυνση, την οποία το μέλος της Εντεταλμένης Υπηρεσίας εύλογα ζητεί, το δε μέλος της Εντεταλμένης Υπηρεσίας έχει εξουσία να ζητεί και να λαμβάνει οποιαδήποτε τέτοια πληροφορία και διευκόλυνση.

(4) Κάθε μέλος της Εντεταλμένης Υπηρεσίας έχει υποχρέωση να επιδεικνύει, εφόσον του ζητηθεί, πριν και κατά την άσκηση οποιασδήποτε από τις εξουσίες που του χορηγούνται δυνάμει του παρόντος άρθρου, αποδεικτικό έγγραφο της ιδιότητάς του:

Νοείται ότι, η συλλογή και επεξεργασία πληροφοριών, που εμπίπτουν στον όρο «δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα», σύμφωνα με το Γενικό Κανονισμό για την Προστασία Δεδομένων και τον περί της Προστασίας των Φυσικών Προσώπων Έναντι της Επεξεργασίας των Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα και της Ελεύθερης Κυκλοφορίας των Δεδομένων αυτών Νόμου, κατά την ενάσκηση των πιο πάνω εξουσιών και αρμοδιοτήτων της Εντεταλμένης Υπηρεσίας, πραγματοποιείται τηρουμένων των διατάξεων του σχετικού Κανονισμού και Νόμου.

Εξουσίες της Εντεταλμένης Υπηρεσίας για κατάσχεση και κατακράτηση αγαθών

55.-(1) Σε περίπτωση που, δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 54, μέλος της Εντεταλμένης Υπηρεσίας-

(α) λαμβάνει δείγμα προϊόντος, ή/και

(β) λαμβάνει αντίγραφο, σε οποιαδήποτε μορφή, φωτοτυπία ή απόσπασμα στοιχείων, βιβλίων ή εγγράφων, ή/και

(γ) κατακρατεί ή δεσμεύει μεταφορικό μέσο ή προϊόντα ή μέρος των προϊόντων,

πληροφορεί σχετικά το πρόσωπο του οποίου τα συμφέροντα επηρεάζονται από τη σχετική προαναφερόμενη πράξη ή απόφαση, ή το πρόσωπο το οποίο κατά τη στιγμή που δεσμεύονται ή κατακρατούνται τα αντικείμενα είναι υπεύθυνο του υποστατικού ή του μεταφορικού μέσου.

(2) Το μέλος της Εντεταλμένης Υπηρεσίας πληροφορεί το πρόσωπο που αναφέρεται στις διατάξεις της παραγράφου (γ) του εδαφίου (1), το συντομότερο δυνατό, γραπτώς ή με άλλο ενδεικνυόμενο υπό τις περιστάσεις τρόπο-

(α) για τους λόγους στους οποίους βασίζεται η σχετική πράξη ή απόφαση,

(β) για το δικαίωμα του προαναφερόμενου προσώπου να προσβάλει την πράξη ή την απόφαση με προσφυγή στον Υπουργό, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στις διατάξεις του άρθρου 59, και

(γ) για την προθεσμία εντός της οποίας δύναται να ασκηθεί το προαναφερόμενο δικαίωμα, η οποία καθορίζεται στις διατάξεις του εδαφίου (1) του άρθρου 59.

Εξουσία εξέτασης παραπλανητικών και μη επιτρεπόμενων συγκριτικών διαφημίσεων

56.-(1) Για τους σκοπούς εφαρμογής του Μέρους ΙΙΙ και τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου (2), η Εντεταλμένη Υπηρεσία έχει καθήκον προς το συμφέρον των καταναλωτών, των ανταγωνιστών και γενικότερα του κοινού να εξετάζει κατόπιν υποβολής παραπόνου ή και αυτεπάγγελτα κατά πόσο οποιαδήποτε διαφήμιση, είτε έχει δημοσιευθεί είτε επίκειται η δημοσίευσή της, είναι παραπλανητική ή μη επιτρεπόμενη συγκριτική διαφήμιση.

(2) Η Εντεταλμένη Υπηρεσία, πριν εξετάσει κάποιο παράπονο σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου (1), δύναται να ζητήσει από τον παραπονούμενο να την ικανοποιήσει ότι-

(α) έχει προσφύγει σε σχέση με το ίδιο ή ουσιαστικά το ίδιο παράπονο για την εν λόγω διαφήμιση σε τέτοιους καθιερωμένους μηχανισμούς χειρισμού παραπόνων που η Εντεταλμένη Υπηρεσία θεωρεί κατάλληλους, έχοντας υπόψη όλες τις περιστάσεις της συγκεκριμένης υπόθεσης·

(β) έχει δοθεί εύλογη ευκαιρία για να τύχει χειρισμού το εν λόγω παράπονο με εκείνους τους μηχανισμούς· και

(γ) το παράπονο αυτό δεν έτυχε ικανοποιητικού χειρισμού με τη βοήθεια των μηχανισμών αυτών.

(3) Η Εντεταλμένη Υπηρεσία κατά την άσκηση των εξουσιών που παρέχονται σε αυτήν δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου, έχει υπόψη της-

(α) όλα τα εμπλεκόμενα συμφέροντα και ιδιαίτερα το δημόσιο συμφέρον, και

(β) ότι είναι επιθυμητή η ενθάρρυνση του εκούσιου ελέγχου των διαφημίσεων από αυτόνομους οργανισμούς, συνδέσμους ή ενώσεις.

Εξουσίες του Διευθυντή σε περίπτωση διαπίστωσης παράβασης

57.-(1) Σε περίπτωση που η Εντεταλμένη Υπηρεσία διαπιστώσει παράβαση ή επικείμενη παράβαση των διατάξεων του παρόντος Νόμου, έστω και εάν δεν αποδεικνύεται πραγματική ζημιά και/ή βλάβη, και/ή δόλος, και/ή αμέλεια εκ μέρους του εμπορευόμενου, ο Διευθυντής έχει εξουσία να προβεί στις πιο κάτω ενέργειες:

(α) Να διατάσσει ή να συστήνει στον φερόμενο ως παραβάτη ή οποιοδήποτε πρόσωπο, το οποίο κατά την κρίση του, ενέχεται ή ευθύνεται για την παράβαση αυτή, ή ακόμα και οποιοδήποτε πρόσωπο για το οποίο κατά την κρίση του εύλογα επίκειται η παράβαση των διατάξεων του παρόντος Νόμου, όπως, άμεσα ή εντός τακτής προθεσμίας, τερματίσει την παράβαση και/ή δεν προβεί στην παράβαση και αποφύγει επανάληψή της στο μέλλον∙ και/ή

(β) να δημοσιεύει ή να απαιτεί από τον παραβάτη τη δημοσίευση απόφασης του στο σύνολο της ή εν μέρει με τη μορφή και τον τρόπο που κρίνει κατάλληλο∙ και/ή

(γ) να απαιτεί από τον παραβάτη τη δημοσίευση μέσα σε τακτή προθεσμία, επανορθωτικής δήλωσης με τη μορφή και/ή τον τρόπο και/ή τον τύπο που κρίνει υπό τις περιστάσεις κατάλληλο∙ και/ή

(δ) να προβαίνει στη λήψη μέτρων για έκδοση απαγορευτικού και/ή προστακτικού διατάγματος, συμπεριλαμβανομένου προσωρινού διατάγματος, δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 62∙ και/ή

(ε) να επιδιώκει την απόκτηση ή αποδοχή δεσμεύσεων από τον παραβάτη προς τον ίδιο με σκοπό την παύση της παράβασης ή της εικαζόμενης παράβασης, δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 58∙ και/ή

(στ) να λαμβάνει από τον παραβάτη, με πρωτοβουλία του τελευταίου, επιπρόσθετες διορθωτικές δεσμεύσεις προς όφελος των καταναλωτών που έχουν θιγεί από την παράβαση ή την εικαζόμενη παράβαση, ή ανάλογα με την περίπτωση, να επιδιώκει την απόκτηση δέσμευσης από τον παραβάτη για προσφορά ικανοποιητικών μέσων θεραπείας προς τους καταναλωτές που έχουν θιγεί από την εν λόγω παράβαση δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 58∙ και/ή

(ζ) να διατάσσει, κατά περίπτωση, τον εμπορευόμενο και/ή οποιοδήποτε τρίτο μέρος, όπως παρόχους υπηρεσιών διαδικτύου και οποιονδήποτε παρέχει φιλοξενία ή μεταδίδει πληροφορίες να αφαιρεί περιεχόμενο ή να περιορίζει την πρόσβαση σε επιγραμμική διεπαφή ή να προβεί σε ρητή αναγραφή προειδοποίησης προς τους καταναλωτές κατά την πρόσβαση τους σε επιγραμμική διεπαφή∙ και/ή

(η) να διατάσσει, κατά περίπτωση, πάροχο υπηρεσιών υποδοχής και/ή οποιοδήποτε τρίτο μέρος, όπως παρόχους υπηρεσιών διαδικτύου και οποιονδήποτε παρέχει φιλοξενία ή μεταδίδει πληροφορίες να διαγράψει, να απενεργοποιήσει ή να περιορίσει την πρόσβαση σε επιγραμμική διεπαφή· και/ή

(θ) να διατάσσει, κατά περίπτωση, καταχωρητές ή μητρώα τομέα να διαγράψουν ένα πλήρως εγκεκριμένο όνομα τομέα και να ζητεί από την αρμόδια εποπτική αρχή να προβεί σε σχετική καταχώρηση:

Νοείται ότι, τα μέτρα τα οποία προβλέπονται στις διατάξεις των παραγράφων (ζ) έως (θ) δύναται να εφαρμόζονται σε περίπτωση κατά την οποία δεν υπάρχουν άλλα αποτελεσματικά μέσα για την επίτευξη της παύσης και/ή της απαγόρευσης της διαπιστωθείσας παράβασης και προκειμένου να αποφευχθεί ο κίνδυνος σοβαρής βλάβης των συλλογικών συμφερόντων των καταναλωτών:

Νοείται περαιτέρω ότι, για την εφαρμογή των διατάξεων των παραγράφων (ζ) έως (θ) ο Διευθυντής δύναται, κατά περίπτωση, να ζητήσει από κάθε αρχή του δημόσιου τομέα ή άλλο φορέα να εφαρμόσει τα μέτρα που προβλέπονται στις παραγράφους αυτές, ενεργώντας στο πλαίσιο άσκησης των αρμοδιοτήτων τους και χωρίς επηρεασμό των αρμοδιοτήτων αυτών∙ και/ή

(ι) να διατάσσει τους προμηθευτές μέσων επικοινωνίας εξ αποστάσεως και οποιαδήποτε πρόσωπα δημοσιεύουν ή διευθετούν τη δημοσίευση διαφημίσεων, να τερματίσουν, εφόσον είναι σε θέση να το πράξουν, τις πρακτικές εκείνες που έχουν κηρυχθεί ως παράνομες δυνάμει δικαστικής απόφασης σύμφωνα µε τις διατάξεις του άρθρου 62 ή τις διαφημίσεις που η Εντεταλμένη Υπηρεσία έχει διαπιστώσει ότι παραβαίνουν πρόνοιες του παρόντος Νόμου∙ και/ή

(ια) με αιτιολογημένη απόφαση και αφού ακούσει ή δώσει την ευκαιρία στον ενδιαφερόμενο παραβάτη ή εκπρόσωπο του να ακουστεί, προφορικά και/ή γραπτά, να επιβάλλει διοικητικό πρόστιμο ανάλογα με τη φύση, τη βαρύτητα και τη διάρκεια της παράβασης, ύψους μέχρι και το πέντε τοις εκατό (5%) του κύκλου εργασιών του παραβάτη κατά το αμέσως προηγούμενο της παράβασης έτος σε περίπτωση δε κατά την οποία δεν είναι διαθέσιμες οι πληροφορίες σχετικά με τον ετήσιο κύκλο εργασιών του παραβάτη, δύναται να επιβληθεί πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τα τρία εκατομμύρια ευρώ (€3,000,000):

Νοείται ότι, αναφορικά με ίδρυμα ή οργανισμό που κρίνεται ότι δεν έχει κύκλο εργασιών, για τον υπολογισμό του πιο πάνω διοικητικού προστίμου χρησιμοποιείται, ως βάση, αντί του κύκλου εργασιών, το πέντε τοις εκατό (5%) του συνόλου του ενεργητικού του:

Νοείται περαιτέρω ότι, αναφορικά με ασφαλιστική εταιρεία, ως βάση για τον υπολογισμό του πιο πάνω διοικητικού προστίμου, χρησιμοποιείται, αντί του κύκλου εργασιών, η αξία των κατά το τελευταίο οικονομικό έτος ανεκκαθάριστων ασφαλίστρων, που περιλαμβάνουν όλα τα εισπραχθέντα και προς είσπραξη χρηματικά ποσά, δυνάμει των ασφαλιστηρίων συμβολαίων που έχουν εισπραχθεί από την ασφαλιστική εταιρεία ή για λογαριασμό της, συμπεριλαμβανομένων των ασφαλίστρων που έχουν εκχωρηθεί σε αντασφαλιστές, μετά την έκπτωση του φόρου προστιθέμενης αξίας και άλλων φόρων που συνδέονται άμεσα με τον κύκλο εργασιών∙ και/ή

(ιβ) σε περίπτωση συνέχισης της παράβασης να επιβάλλει διοικητικό πρόστιμο μέχρι και πέντε χιλιάδες ευρώ (€5.000), για κάθε μέρα συνέχισης της παράβασης, ανάλογα με τη βαρύτητα αυτής· και/ή

(ιγ) σε περίπτωση που από τον έλεγχο ή την έρευνα προκύπτουν διοικητικές ή ενδεχόμενες ποινικές παραβάσεις, να διατάσσει τον παραβάτη να καταβάλει στην Εντεταλμένη Υπηρεσία οποιαδήποτε διοικητική επιβάρυνση, η οποία περιλαμβάνει το κόστος αγοράς και τα έξοδα που αυτή έχει υποστεί για την εξέταση ή/και δοκιμή του προϊόντος ή/και της υπηρεσίας ή/και τον έλεγχο εγγράφων, ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα της εξέτασης ή/και δοκιμής του προϊόντος ή/και της υπηρεσίας ή/και τον έλεγχο εγγράφων που δεν υπερβαίνει τις τρεις χιλιάδες ευρώ (€3.000) και, σε περίπτωση υποβολής παρόμοιου αιτήματος κατά το παρελθόν, σε διοικητική επιβάρυνση που δεν υπερβαίνει τις έξι χιλιάδες ευρώ (€6.000).

(2) Κατά την επιβολή του διοικητικού προστίμου, ο Διευθυντής δύναται να λάβει υπόψη του οποιαδήποτε ανάληψη δέσμευσης από τον παραβάτη, ή εκ μέρους αυτού, που παρέχεται δυνάμει των διατάξεων των παραγράφων (ε) και (στ) του εδαφίου (1) και του άρθρου 58, αναφορικά με τη γενόμενη παράβαση και την προοπτική άρσης ή αποκατάστασης αυτής, καθώς και να λάβει υπόψη του οποιαδήποτε άλλη κύρωση έχει επιβληθεί σε αυτόν δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου (1) για την ίδια ή οποιαδήποτε άλλη παράβαση του παρόντος Νόμου.

(3) Κατά την επιβολή κυρώσεων, λαμβάνονται υπόψη τα ακόλουθα μη εξαντλητικά και ενδεικτικά κριτήρια, κατά περίπτωση, όπως:

(α) Η φύση, η βαρύτητα, η έκταση και η διάρκεια της παράβασης∙ και/ή,

(β) τυχόν ενέργειες εμπορευόμενου με σκοπό τον μετριασμό ή την επανόρθωση της ζημίας που υπέστησαν οι καταναλωτές∙ και/ή,

(γ) τυχόν προηγούμενες παραβάσεις του εμπορευόμενου∙ και/ή,

(δ) τα οικονομικά οφέλη που αποκόμισε ή τις ζημίες που απέφυγε ο εμπορευόμενος λόγω της παράβασης, εφόσον είναι διαθέσιμα τα σχετικά στοιχεία∙ και/ή,

(ε) οι κυρώσεις που επιβλήθηκαν στον εμπορευόμενο για την ίδια παράβαση σε άλλα κράτη μέλη σε διασυνοριακές υποθέσεις, όπου οι πληροφορίες σχετικά με τις εν λόγω κυρώσεις είναι διαθέσιμες μέσω του μηχανισμού που θεσπίστηκε με τον Κανονισμό (ΕΕ) 2017/2394∙ και/ή,

(στ) κάθε άλλο επιβαρυντικό ή ελαφρυντικό στοιχείο που προκύπτει από τις περιστάσεις της υπόθεσης.

Ανάληψη δεσμεύσεων

58.-(1) Σε περίπτωση που ο Διευθυντής έχει λόγο να πιστεύει ότι ένας εμπορευόμενος διαπράττει ή έχει διαπράξει παράβαση ή πρόκειται να διαπράξει παράβαση των διατάξεων του παρόντος Νόμου, τότε, δύναται να αποδεχθεί από τον εμπορευόμενο γραπτή ανάληψη δέσμευσης, η οποία υπογράφεται από τον εμπορευόμενο στο έντυπο το οποίο περιέχεται στο Παράρτημα V, με τις ανάλογες προσθήκες ή αφαιρέσεις, με βάση το οποίο ο εμπορευόμενος αναλαμβάνει να πληροί τους όρους και προϋποθέσεις των υποχρεώσεων που ανέλαβε.

(2) Σε περίπτωση ανάληψης δέσμευσης, ο Διευθυντής δύναται να δημοσιεύει ή απαιτεί από τον εμπορευόμενο να δημοσιεύσει την εν λόγω ανάληψη δέσμευσης με οποιαδήποτε μορφή ή τρόπο που κρίνει κατάλληλο ο Διευθυντής.

(3) Χωρίς περιορισμό των διατάξεων του εδαφίου (1), η ανάληψη δέσμευσης δύναται να περιλαμβάνει έναν ή περισσότερους από τους ακόλουθους όρους και προϋποθέσεις:

(α)Ότι θα συμμορφώνεται με τις διατάξεις και/ή συγκεκριμένες διατάξεις του παρόντος Νόμου∙

(β) ότι θα απέχει από οποιαδήποτε πρακτική ή ενέργεια, η οποία απαγορεύεται με βάση τις διατάξεις του παρόντος Νόμου∙

(γ) ότι θα παύσει οποιαδήποτε παράβαση των διατάξεων του παρόντος Νόμου∙

(δ) ότι θα αποζημιώσει οποιουσδήποτε καταναλωτές ή ότι θα επιστρέψει οποιαδήποτε χρήματα ή άλλα περιουσιακά στοιχεία τα οποία κατέβαλαν καταναλωτές αναφορικά με παράβαση των διατάξεων του παρόντος Νόμου ή/και θα προβεί σε άλλες ικανοποιητικές θεραπείες προς καταναλωτές που έχουν επηρεαστεί από την παράβαση των διατάξεων του παρόντος Νόμου∙

(ε) ότι θα προβεί σε δημοσίευση διορθωτικής δήλωσης αναφορικά με οποιαδήποτε παράβαση των διατάξεων του παρόντος Νόμου.

(4)Σε περίπτωση ανάληψης δέσμευσης από τον εμπορευόμενο, o Διευθυντής δύναται να αναστείλει τη διερεύνηση της υπόθεσης ή, σε περίπτωση που κατόπιν έρευνας ήδη διαπιστώθηκε παράβαση, να αναστείλει τη λήψη οποιωνδήποτε μέτρων με βάση τις διατάξεις του εδαφίου (1) του άρθρου 57 εναντίον του εμπορευόμενου.

(5) Σε περίπτωση που ο εμπορευόμενος παραβεί την ανάληψη δέσμευσης, τότε η Εντεταλμένη Υπηρεσία ολοκληρώνει την έρευνα της υπόθεσης ή σε περίπτωση που κατόπιν έρευνας ήδη διαπιστώθηκε παράβαση, ο Διευθυντής προβαίνει σε μία ή περισσότερες ενέργειες, από τις ενέργειες που περιγράφονται στις διατάξεις του εδαφίου (1) του άρθρου 57, στις οποίες δεν είχε προηγουμένως προβεί λαμβάνοντας υπόψη την ανάληψη δέσμευσης εκ μέρους του παραβάτη.

(6) Σε περίπτωση που, πριν ή μετά την ανάληψη δέσμευσης από τον εμπορευόμενο με βάση τις διατάξεις της παραγράφου (δ) του εδαφίου (3), καταναλωτής απαιτήσει αποζημιώσεις από τον εμπορευόμενο βάσει ατομικής αξίωσης, τότε αφαιρείται από τις αποζημιώσεις αυτές το ποσό που θα ανακτήσει με βάση τις διατάξεις της παραγράφου (δ) του εδαφίου (3).

Ιεραρχική προσφυγή

59.-(1) Κατά της απόφασης του Διευθυντή, επιτρέπεται η άσκηση ιεραρχικής προσφυγής ενώπιον του Υπουργού, μέσα σε προθεσμία τριάντα (30) ημερών από την κοινοποίηση της απόφασης στον παραβάτη.

(2) Κατά την εκδίκαση της ιεραρχικής προσφυγής, ο Υπουργός δύναται-

(α) να ζητεί από τον εμπορευόμενο να προσκομίσει σε τακτή προθεσμία, αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με την ακρίβεια των πραγματικών ισχυρισμών που αναφέρονται στην ιεραρχική προσφυγή, εφόσον αυτό κρίνεται αναγκαίο, επί τη βάσει των δεδομένων της συγκεκριμένης υπόθεσης λαμβάνοντας υπόψη τα έννομα συμφέροντα του εμπορευόμενου και των λοιπών επηρεαζόμενων, και

(β) να θεωρεί ανακριβείς τους πραγματικούς ισχυρισμούς, εφόσον τα αποδεικτικά στοιχεία που ζητούνται σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου (α) δεν προσκομιστούν έγκαιρα ή θεωρηθούν ανεπαρκή από τον Υπουργό.

(3) (α) O Υπουργός εξετάζει αμέσως κάθε προσφυγή που γίνεται σ’ αυτόν, και αν σε οποιαδήποτε συγκεκριμένη περίπτωση θεωρήσει αυτό αναγκαίο ή σκόπιμο, ακούει ή με άλλο τρόπο δίνει την ευκαιρία στον προσφεύγοντα να υποστηρίξει τους λόγους στους οποίους στηρίζεται η προσφυγή.

(β) Ο Υπουργός αποφασίζει για κάθε προσφυγή το ταχύτερο και κοινοποιεί την απόφαση του στον προσφεύγοντα εντός ενενήντα (90) ημερολογιακών ημερών από την ημερομηνία άσκησης της προσφυγής.

(4) Κατόπιν εξέτασης της προσφυγής, ο Υπουργός δύναται -

(α) να επικυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση· ή

(β) να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση· ή

(γ) να τροποποιήσει την προσβαλλόμενη απόφαση:

Νοείται ότι, σε περίπτωση ακύρωσης της απόφασης, ο Υπουργός δύναται να προβεί στην έκδοση νέας απόφασης σε αντικατάσταση της προσβαλλόμενης.

(5) Πρόσωπο το οποίο δεν ικανοποιείται από την απόφαση που εκδίδεται από τον Υπουργό, δύναται να προσφύγει εντός εβδομήντα πέντε (75) ημερών στο Διοικητικό Δικαστήριο.

Επίδοση απόφασης και επικοινωνία

60.-(1) Οποιαδήποτε έγγραφη επικοινωνία, περιλαμβανομένης της απόφασης του Διευθυντή ή του Υπουργού, δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου, δύναται να επιδοθεί σε κάθε επηρεαζόμενο πρόσωπο-

(α) με ιδιόχειρη παράδοση ή με την παράδοση του εγγράφου στην προσήκουσα διεύθυνση ή με αποστολή διά συστημένου ταχυδρομείου ή μέσω τηλεομοιότυπου ή ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, ή

(β) εάν το πρόσωπο αυτό είναι νομικό πρόσωπο, με επίδοση του εγγράφου σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου (α) στο γραμματέα ή στο διευθυντή ή σε οποιοδήποτε διευθύνοντα σύμβουλο, ή

(γ) εάν πρόκειται για ομόρρυθμη ή ετερόρρυθμη εταιρεία, με επίδοση του εγγράφου σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου (α) σε έναν από τους εταίρους ή σε πρόσωπο το οποίο έχει τον έλεγχο ή τη διεύθυνση των εργασιών της εταιρείας αυτής.

(2) Για τους σκοπούς εφαρμογής των διατάξεων της παραγράφου (α) του εδαφίου (1), η προσήκουσα διεύθυνση οποιουδήποτε προσώπου στο οποίο μπορεί να επιδοθεί έγγραφη επικοινωνία δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου, είναι η τελευταία γνωστή διεύθυνση αυτού, εξαιρουμένων των ακόλουθων περιπτώσεων:

(α) Στην περίπτωση επίδοσης σε νομικό πρόσωπο είναι η διεύθυνση του εγγεγραμμένου ή του κεντρικού γραφείου του νομικού προσώπου,

(β) στην περίπτωση επίδοσης σε ομόρρυθμη ή ετερόρρυθμη εταιρεία, η προσήκουσα διεύθυνση είναι το κεντρικό γραφείο της εταιρείας αυτής:

Νοείται ότι, το κεντρικό γραφείο ενός νομικού προσώπου εγγεγραμμένου εκτός της Δημοκρατίας ή μιας εταιρείας η οποία διεξάγει εργασία εκτός της Δημοκρατίας είναι το κεντρικό γραφείο αυτών στη Δημοκρατία.

(3) Κατά την επίδοση απόφασης, η Εντεταλμένη Υπηρεσία ενημερώνει τον ενδιαφερόμενο για το δικαίωμά του να ασκήσει ιεραρχική προσφυγή ενώπιον του Υπουργού, εντός της προθεσμίας που καθορίζεται στις διατάξεις του εδαφίου (1) του άρθρου 59 και για το δικαίωμά του να προσφύγει στο Διοικητικό Δικαστήριο εντός της προθεσμίας που καθορίζεται στις διατάξεις του εδαφίου (5) του άρθρου 59.

Είσπραξη διοικητικών προστίμων

61.-(1) Το επιβληθέν διοικητικό πρόστιμο καθίσταται άμεσα πληρωτέο και η διαδικασία είσπραξης του δεν αναστέλλεται λόγω της ενδεχόμενης άσκησης ιεραρχικής προσφυγής ενώπιον του Υπουργού, ούτε λόγω καταχώρησης προσφυγής στο Διοικητικό Δικαστήριο ή καταχώρησης έφεσης στο Ανώτατο Δικαστήριο κατά της απόφασης του Διευθυντή:

Νοείται ότι, σε περίπτωση τελεσίδικης επιτυχίας της ιεραρχικής προσφυγής, ή της προσφυγής ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου, ο φερόμενος ως παραβάτης δικαιούται την άμεση επιστροφή του καταβληθέντος διοικητικού προστίμου από την Εντεταλμένη Υπηρεσία.

(2) Σε περίπτωση άρνησης ή παράλειψης προσώπου, στο οποίο επιβλήθηκε διοικητικό πρόστιμο δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου, να καταβάλει στην Εντεταλμένη Υπηρεσία πρόστιμο, η Εντεταλμένη Υπηρεσία λαμβάνει δικαστικά μέτρα και εισπράττει το οφειλόμενο ποσό ως αστικό χρέος οφειλόμενο στη Δημοκρατία.

(3) Η διαδικασία είσπραξης προστίμου δεν αναστέλλεται από οποιαδήποτε παράλληλη διαδικασία η οποία εγείρεται από ή κατά της Εντεταλμένης Υπηρεσίας, και/ή του Διευθυντή, και/ή του Υπουργού.

ΜΕΡΟΣ IX ΕΚΔΟΣΗ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΩΝ/ΘΕΡΑΠΕΙΕΣ
Έκδοση διαταγμάτων από δικαστήριο

62.-(1) Πρόσωπα που έχουν έννομο συμφέρον κατά την έννοια του παρόντος άρθρου, δύναται με αίτηση τους στο δικαστήριο στο πλαίσιο διαδικασίας, η οποία εγείρεται αναφορικά με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου, να αιτούνται την έκδοση διατάγματος με βάση το οποίο να απαγορεύεται σε οποιοδήποτε εμπορευόμενο συμπεριλαμβανομένου ιδιοκτήτη κώδικα, να παραβεί ή να συνεχίσει να παραβαίνει τις διατάξεις του παρόντος Νόμου.

(1Α) Το Δικαστήριο εξετάζει αυτεπάγγελτα τον καταχρηστικό χαρακτήρα οποιασδήποτε συμβατικής ρήτρας ενδεχομένως να περιλαμβάνεται σε σύμβαση, που είναι αντικείμενο υπόθεσης εκδίκασης ενώπιόν του και εκδίδει διάταγμα, σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου (3).

(2) Έννομο συμφέρον δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου (1) έχουν οι κάτωθι:

(α) Ο Διευθυντής δυνάμει των διατάξεων της παραγράφου (δ) του εδαφίου (1) του άρθρου 57·

(β) οργανώσεις και /ή ενώσεις καταναλωτών που θεμελιώνουν επαρκώς έννομο συμφέρον για την προστασία των συμφερόντων του καταναλωτικού κοινού∙

(γ) καταναλωτές οι οποίοι επηρεάζονται άμεσα από την παράβαση των διατάξεων του παρόντος Νόμου∙

(δ) ανταγωνιστές του καταγγελλόμενου προσώπου, εναντίον του οποίου ζητείται η έκδοση διατάγματος, σε περίπτωση κατά την οποία η παράβαση αφορά τα Μέρη ΙΙ και ΙΙΙ.

(3) Το Δικαστήριο, ενώπιον του οποίου εκδικάζεται οποιαδήποτε αίτηση δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου (1) ή αυτεπάγγελτα δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου (1Α), έχει εξουσία, τηρουμένων των διατάξεων του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, του περί Δικαστηρίων Νόμου και των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, καθώς και οποιωνδήποτε άλλων νόμων ή κανονισμών που τροποποιούν ή αντικαθιστούν αυτούς, να εκδώσει απαγορευτικό ή προστακτικό διάταγμα, συμπεριλαμβανομένου και προσωρινού διατάγματος, με το οποίο να διατάσσει-

(α) την άμεση παύση και/ή μη επανάληψη της γενόμενης παράβασης,

(β) την εντός ορισμένης προθεσμίας λήψη τέτοιων διορθωτικών, κατά την κρίση του Δικαστηρίου μέτρων, προς άρση της παράνομης κατάστασης που δημιούργησε η σχετική παράβαση,

(γ) τη δημοσίευση του συνόλου ή μέρους της σχετικής απόφασης του Δικαστηρίου, ή τη δημοσίευση επανορθωτικής ανακοίνωσης με σκοπό την απάλειψη των τυχόν συνεχιζόμενων επιπτώσεων της παράβασης, και /ή

(δ) οποιαδήποτε άλλη ενέργεια ή μέτρο ήθελε κριθεί αναγκαίο ή εύλογο υπό τις περιστάσεις της συγκεκριμένης υπόθεσης.

(4) Το διάταγμα, που εκδίδεται δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου (2), δύναται να αφορά όχι μόνο τις συγκεκριμένες πράξεις, παραλείψεις ή τη συμπεριφορά του παραβάτη, αλλά και παρόμοιες μελλοντικές πράξεις ή παραλείψεις ή συμπεριφορά αυτού.

(5) Οι διατάξεις του περί Δικαστηρίων Νόμου, του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου και των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών που εφαρμόζονται σχετικά με αιτήσεις έκδοσης διαταγμάτων σε πολιτικές υποθέσεις, εφαρμόζονται κατ’ αναλογίαν αναφορικά με τον τύπο, τη σύνταξη, την καταχώριση και την εκδίκαση της αίτησης που προβλέπεται στις διατάξεις του εδαφίου (1) του άρθρου 62.

Θεραπείες

63.-(1) Καταναλωτής του οποίου τα οικονομικά συμφέροντα έχουν θιγεί, συνεπεία οποιασδήποτε παράβασης των διατάξεων του παρόντος Νόμου, έχει δικαίωμα καταχώρισης αγωγής ενώπιον αρμόδιου Δικαστηρίου ατομικά για καταβολή αποζημίωσης και/ή για υπαναχώρηση από τη σύμβαση και/ή για μείωση του τιμήματος του προϊόντος και/ή της υπηρεσίας το οποίο αποτελεί το αντικείμενο της σύμβασης και/ή για οποιαδήποτε άλλη εύλογη απαίτηση ως θεραπεία και/ή ως αποκατάσταση και/ή ως επανόρθωση της βλάβης που έχει υποστεί.

(2) Η αγωγή, ως ορίζεται στο εδάφιο (1), δύναται να καταχωρισθεί εναντίον οποιουδήποτε εμπορευόμενου παραβαίνει τις διατάξεις του παρόντος Νόμου.

(3) Το Δικαστήριο ενώπιον του οποίου εκδικάζεται οποιαδήποτε αγωγή, όπως ορίζεται στις διατάξεις του εδαφίου (1), έχει εξουσία, τηρουμένων των διατάξεων του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, του περί Δικαστηρίων Νόμου και των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, καθώς και οποιωνδήποτε άλλων νόμων ή κανονισμών που τροποποιούν ή αντικαθιστούν αυτούς, να διατάξει τον εναγόμενο όπως προβεί στις ακόλουθες ενέργειες, ως θεραπεία και/ή ως αποκατάσταση και/ή ως επανόρθωση της βλάβης και/ή ζημίας που έχει υποστεί ο ενάγων:

(α) Να κηρύξει τη σύμβαση ως παράνομη∙ και/ή

(β) να μειώσει το τίμημα πώλησης του προϊόντος και/ή της υπηρεσίας που αποτελεί το αντικείμενο της σύμβασης∙ και/ή

(γ) να καταβάλει στον ενάγοντα τέτοιο χρηματικό ποσό το οποίο ήθελε θεωρηθεί από το Δικαστήριο ως εύλογη αποζημίωση∙ και/ή

(δ) να προβεί σε οποιαδήποτε άλλη ενέργεια, η οποία ήθελε θεωρηθεί από το Δικαστήριο ως εύλογη.

ΜΕΡΟΣ X ΠΟΙΝΙΚΑ ΑΔΙΚΗΜΑΤΑ
Παράλειψη συμμόρφωσης, παρακώληση Εντεταλμένης Υπηρεσίας και παροχή ψευδών στοιχείων

64.-(1) Πρόσωπο το οποίο-

(α) σκοπίμως παρακωλύει την Εντεταλμένη Υπηρεσία κατά την ενάσκηση των εξουσιών που καθορίζονται στις διατάξεις του παρόντος Νόμου∙ ή

(β) παρέχει ψευδή ή παραπλανητικά ή ανακριβή στοιχεία, πληροφορίες ή έγγραφα ή έντυπα στην Εντεταλμένη Υπηρεσία ή εντός οποιασδήποτε άλλης διαδικασίας που προβλέπεται στις διατάξεις του παρόντος Νόμου∙ ή

(γ) χωρίς εύλογη αιτία αρνείται ή παραλείπει να παρέχει στην Εντεταλμένη Υπηρεσία συνδρομή ή πληροφορίες οι οποίες εύλογα απαιτούνται δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου αναφορικά με την ενάσκηση των εξουσιών του παρόντος Νόμου∙

διαπράττει ποινικό αδίκημα και, σε περίπτωση καταδίκης του, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τους έξι (6) μήνες ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις εκατό χιλιάδες ευρώ (€100.000) ή και στις δύο αυτές ποινές.

(2) Ποινική ευθύνη για τα προβλεπόμενα στις διατάξεις του παρόντος άρθρου αδικήματα που διαπράττονται από νομικό πρόσωπο υπέχει, εκτός από το ίδιο το νομικό πρόσωπο και οποιοδήποτε από τα μέλη των διοικητικών, διευθυντικών, εποπτικών ή ελεγκτικών του οργάνων που αποδεικνύεται ότι συναίνεσε ή συνέπραξε στη διάπραξη του αδικήματος.

(3) Πρόσωπο που, κατά τα οριζόμενα στις διατάξεις του εδαφίου (2), υπέχει ποινική ευθύνη για τα τελούμενα από νομικό πρόσωπο αδικήματα, ευθύνεται αλληλεγγύως με το νομικό πρόσωπο ή/και κεχωρισμένως για κάθε ζημιά σε βάρος τρίτων εξαιτίας της πράξεως ή της παραλείψεως που στοιχειοθετεί το αδίκημα.

(4) Ποινική δίωξη σε σχέση με οποιοδήποτε αδίκημα δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου ασκείται μόνο από το Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ή με τη συγκατάθεσή του.

Ευθύνη φυσικών προσώπων για παραβάσεις νομικών προσώπων

65. Όταν οποιαδήποτε παράβαση του παρόντος Νόμου διαπράττεται από νομικό πρόσωπο ή από πρόσωπο που ενεργεί εκ μέρους νομικού προσώπου και αποδεικνύεται ότι αυτή έχει διαπραχθεί με τη συγκατάθεση, συνενοχή ή έγκριση ή έχει διευκολυνθεί από την επιδειχθείσα αμέλεια συμβούλου, διευθυντή, γραμματέα ή οποιουδήποτε άλλου αξιωματούχου του νομικού προσώπου ή οποιουδήποτε άλλου φυσικού προσώπου που φαίνεται ότι ενεργεί υπό τέτοια ιδιότητα, το φυσικό αυτό πρόσωπο είναι επίσης ένοχο της προαναφερθείσας παράβασης.

MEΡΟΣ XI ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Εκχώρηση εξουσιών του Διευθυντή

66. Ο Διευθυντής δύναται, όταν το κρίνει σκόπιμο ή αναγκαίο, να εκχωρεί γραπτώς σε οποιονδήποτε λειτουργό της Εντεταλμένης Υπηρεσίας οποιεσδήποτε από τις εξουσίες που του ανατίθενται από τις διατάξεις του παρόντος Νόμου.

Εξουσία Εντεταλμένης Υπηρεσίας για διάδοση πληροφοριών

67. Η Εντεταλμένη Υπηρεσία μεριμνά για τη διάδοση τέτοιων πληροφοριών και συστάσεων, περιλαμβανομένων των αποφάσεων του Διευθυντή, αναφορικά με την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος Νόμου, εξαιρουμένων των πληροφοριών που κρίνονται ως εμπιστευτικές, τις οποίες αυτή θεωρεί χρήσιμες για την εξυπηρέτηση ή την ενημέρωση των καταναλωτών, καθώς και όλων των προσώπων που ενδεχομένως να επηρεάζονται από τις διατάξεις του παρόντος Νόμου.

Εφαρμογή άλλων Νόμων και ευνοϊκότερων διατάξεων

68.-(1) Ο παρών Νόμος δε θίγει τον περί Συμβάσεων Νόμο και ειδικά τους κανόνες εγκυρότητας, διαμόρφωσης ή αποτελέσματος μιας σύμβασης, στο βαθμό που στον παρόντα Νόμο δεν προνοείται διαφορετικά:

Νοείται ότι, εκτός όπου προβλέπεται διαφορετικά στον παρόντα Νόμο, η εγκυρότητα σύμβασης δεν επηρεάζεται σε περίπτωση που ο εμπορευόμενος παραβαίνει οποιαδήποτε διάταξη του παρόντος Νόμου.

(2) Ο παρών Νόμος δεν εμποδίζει τους εμπορευόμενους ή τους πωλητές να προσφέρουν στους καταναλωτές συμβατικές διευθετήσεις με ευνοϊκότερη προστασία από αυτήν που παρέχουν οι διατάξεις του παρόντος Νόμου.

(3) Ο παρών Νόμος δεν επηρεάζει οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα ή άλλη νομική διαδικασία που δυνατό να απορρέει δυνάμει των διατάξεων οποιουδήποτε άλλου νόμου.

Αναγκαστικός χαρακτήρας των διατάξεων

69. Οποιαδήποτε άμεση η έμμεση παραίτηση, κατάργηση ή περιορισμός του καταναλωτή από τα δικαιώματα που του παρέχονται από τις διατάξεις του παρόντος Νόμου δυνάμει συμφωνίας, συμβατικού όρου ή με άλλο τρόπο είναι άκυρη.

Εφαρμοστέο δίκαιο

70. Ανεξάρτητα από την εφαρμογή δικαίου άλλου από αυτού της Δημοκρατίας (είτε με βάση συμβατική ρήτρα είτε άλλως πως), ο καταναλωτής δε στερείται της παρεχόμενης από τις διατάξεις του παρόντος Νόμου προστασίας αν η εφαρμογή του δικαίου αυτού έχει ως αποτέλεσμα την εφαρμογή δικαίου που παρέχει στον καταναλωτή μικρότερη προστασία από την προστασία που παρέχεται με τον παρόντα Νόμο.

Υπολογισμός προθεσμιών

71. Οι προθεσμίες που προβλέπονται στις διατάξεις του παρόντος Νόμου αναφέρονται σε ημερολογιακές ημέρες και οι προθεσμίες αρχίζουν την επομένη της ημέρας στην οποία συντελέστηκε το γεγονός που αποτελεί την αφετηρία τους, και προθεσμίες των οποίων η περίοδος συμπληρώνεται σε μη εργάσιμη ημέρα λήγουν την αμέσως επόμενη εργάσιμη ημέρα από αυτήν.

Περιορισμός ευθύνης

72. Το Υπουργικό Συμβούλιο, ο Υπουργός, ο Γενικός Διευθυντής του Υπουργείου Ενέργειας, Εμπορίου και Βιομηχανίας, ο Διευθυντής και οι λειτουργοί της Υπηρεσίας Προστασίας Καταναλωτή του Υπουργείου Ενέργειας, Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού, οι εκπρόσωποι και οποιοσδήποτε σύμβουλος αυτών, δεν υπέχουν οποιαδήποτε ευθύνη σε περίπτωση αγωγής, αίτησης ή άλλης νομικής διαδικασίας για αποζημιώσεις σχετικά με οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη κατά την άσκηση των καθηκόντων, των αρμοδιοτήτων ή εξουσιών τους δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου, εκτός εάν αποδειχθεί ότι η πράξη ή η παράλειψη δεν έγινε με καλή πίστη ή είναι αποτέλεσμα βαριάς αμέλειας.

Κανονισμοί

73.-(1) Το Υπουργικό Συμβούλιο δύναται να εκδίδει Κανονισμούς για τον καθορισμό ή τη ρύθμιση οποιουδήποτε θέματος, το οποίο είναι δεκτικό καθορισμού ή χρήζει ρύθμισης σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου, με εξαίρεση τα θέματα σε σχέση με τα οποία αναφέρεται ρητά στον παρόντα Νόμο ότι ρυθμίζονται με Κανονισμούς.

(2) Χωρίς επηρεασμό της γενικότητας του εδαφίου (1), οι Κανονισμοί δύνανται να καθορίζουν τον τρόπο αναγραφής της μοναδιαίας τιμής σε διάφορες κατηγορίες προϊόντων.

Κατάργηση Νόμων

74. Υπό την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 75, από την ημερομηνίας έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου, καταργούνται, οι ακόλουθοι Νόμοι:

(α) Ο περί των Αθέμιτων Εμπορικών Πρακτικών των Επιχειρήσεων προς τους Καταναλωτές Νόμος∙

(β) Ο περί Ελέγχου των Παραπλανητικών και Συγκριτικών Διαφημίσεων Νόμος∙

(γ) Ο περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμος∙

(δ) Ο περί των Δικαιωμάτων των Καταναλωτών Νόμος∙

(ε) O περί της Αναγραφής της Τιμής Πώλησης και της Μοναδιαίας Τιμής των Προϊόντων που προσφέρονται στους Καταναλωτές Νόμος∙

(στ) Ο περί Ορισμένων Πτυχών της Πώλησης Καταναλωτικών Αγαθών και των Συναφών Εγγυήσεων Νόμος∙

(ζ) Ο περί των Προϋποθέσεων Πώλησης των Εμπορευμάτων σε Τιμές Εκπτώσεων Νόμος.

Μεταβατικές διατάξεις

75.-(1) Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 10 του περί Ερμηνείας Νόμου, οποιαδήποτε δικαιώματα και υποχρεώσεις πηγάζουν από τον παρόντα Νόμο, εφαρμόζονται αναφορικά και με συμβάσεις οι οποίες συνήφθησαν και/ή τερματίστηκαν πριν από την έναρξη της ισχύος του παρόντος Νόμου:

Νοείται ότι, οποιεσδήποτε συμβάσεις συνήφθησαν πριν από την έναρξη της ισχύος των καταργηθέντων, με βάση τις διατάξεις του άρθρου 74, Νόμων, δεν εξετάζονται με βάση τις διατάξεις του παρόντος Νόμου.

(2) Διοικητικές έρευνες και λοιπές διαδικασίες που βρίσκονται σε εξέλιξη κατά την έναρξη της ισχύος του παρόντος Νόμου διέπονται από το προϊσχύον νομικό καθεστώς.

(2Α) Διοικητικές έρευνες και λοιπές διαδικασίες αναφορικά με εγγυήσεις σε σχέση με συμβάσεις πώλησης αγαθών που συνάπτονται με καταναλωτές οι οποίες άρχισαν και δεν ολοκληρώθηκαν κατά την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Προστασίας του Καταναλωτή (Τροποποιητικού) Νόμου του 2022 συνεχίζονται και ολοκληρώνονται σύμφωνα με τις διατάξεις του Μέρους V το οποίο καταργείται με τον εν λόγω Νόμο.

(3) Κανονισμοί που εκδόθηκαν κατ’ εξουσιοδότηση των Νόμων που καταργούνται δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου εξακολουθούν να ισχύουν, εφόσον δεν αντιτίθενται σε διατάξεις του παρόντος Νόμου:

Νοείται ότι αναφορές των ως άνω Κανονισμών σε διατάξεις των καταργούμενων νόμων θα θεωρούνται ως αναφορές στις αντίστοιχες διατάξεις του παρόντος Νόμου.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑΤΑ
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ I

Πατήστε εδώ για το ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ I.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ II

Πατήστε εδώ για το Παράρτημα II.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ III

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΙΙΙ

(Άρθρο 22)

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΣΚΗΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ ΥΠΑΝΑΧΩΡΗΣΗΣ


(Ανατρέξτε στο έντυπο «Οδηγίες για τη συμπλήρωση του εντύπου υπαναχώρησης» που επεξηγεί τις σημειώσεις 1 έως 6 του υποδείγματος υπαναχώρησης που ακολουθεί και συμπληρώστε ανάλογα)

A. Υπόδειγμα οδηγιών για την υπαναχώρηση

1.  Δικαίωμα υπαναχώρησης

Έχετε το δικαίωμα να υπαναχωρήσετε από την παρούσα σύμβαση εντός 14 ημερών χωρίς να δώσετε οποιαδήποτε εξήγηση.

Η προθεσμία υπαναχώρησης λήγει 14 ημέρες από την επομένη της ημέρας.

[Σημείωση 1]

Προκειμένου να ασκήσετε το δικαίωμα υπαναχώρησης, μας [Σημείωση 2] ενημερώνετε για την απόφασή σας να υπαναχωρήσετε από την παρούσα σύμβαση με μία ξεκάθαρη δήλωση (π.χ. επιστολή που θα σταλεί με ταχυδρομείο ή ηλεκτρονικό ταχυδρομείο). Μπορείτε να χρησιμοποιήσετε το συνημμένο υπόδειγμα εντύπου υπαναχώρησης, χωρίς τούτο να είναι υποχρεωτικό. [Σημείωση 3]

Για να τηρήσετε την προθεσμία υπαναχώρησης, είναι αρκετό να στείλετε τη δήλωσή σας περί άσκησης του δικαιώματος υπαναχώρησής σας πριν την εκπνοή της προθεσμίας υπαναχώρησης.

Σημειώνεται ότι η ευθύνη της απόδειξης αναφορικά με την ημερομηνία αποστολής της επιστολής βαραίνει τον καταναλωτή. Ως εκ τούτου ο καταναλωτής συμβουλεύεται όπως στην περίπτωση αποστολής της επιστολής υπαναχώρησης μέσω ταχυδρομείου, η επιστολή να αποστέλλεται μέσω συστημένου ταχυδρομείου.

2.  Συνέπειες της υπαναχώρησης

Εάν υπαναχωρήσετε από την παρούσα σύμβαση, θα σας επιστρέψουμε όλα τα χρήματα που λάβαμε από εσάς, συμπεριλαμβανομένων των εξόδων παράδοσης (εξαιρουμένων των συμπληρωματικών εξόδων που οφείλονται στη δική σας επιλογή να χρησιμοποιηθεί τρόπος παράδοσης άλλος από τον φθηνότερο τυποποιημένο τρόπο παράδοσης που εμείς προσφέρουμε), χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση και οπωσδήποτε εντός 14 ημερών από την ημέρα που θα πληροφορηθούμε την απόφασή σας να υπαναχωρήσετε από την παρούσα σύμβαση. Θα εκτελέσουμε την ανωτέρω επιστροφή χρημάτων χρησιμοποιώντας το ίδιο μέσο πληρωμής που εσείς χρησιμοποιήσατε για την αρχική συναλλαγή, εκτός κι αν εσείς έχετε συμφωνήσει ρητώς για κάτι διαφορετικό. Σε κάθε περίπτωση, δεν θα σας χρεωθούν έξοδα για τέτοια επιστροφή χρημάτων. [Σημείωση 4]

[Σημείωση 5]

[Σημείωση 6]

Έντυπο «Οδηγίες για τη συμπλήρωση του εντύπου υπαναχώρησης» που αφορούν τις σημειώσεις 1-6

Σημείωση 1

Αναγράψτε ένα από τα ακόλουθα κείμενα που βρίσκονται εντός εισαγωγικών:(α) σε περίπτωση σύμβασης υπηρεσιών ή σύμβασης παροχής νερού, φυσικού αερίου ή ηλεκτρικής ενέργειας, εάν δεν διατίθενται προς πώληση σε περιορισμένο όγκο ή σε καθορισμένη ποσότητα, παροχής τηλεθέρμανσης ή παροχής ψηφιακού περιεχομένου μη παραδιδόμενου επί υλικού μέσου:
«σύναψης της σύμβασης.»·

(β) σε περίπτωση σύμβασης πώλησης: 
«που εσείς αποκτήσατε ή ένα τρίτο πρόσωπο το οποίο εσείς ορίσατε και είναι διαφορετικό από τον μεταφορέα του εμπορευόμενου, απέκτησε τη φυσική κατοχή  των αγαθών.»·

(γ) σε περίπτωση σύμβασης που αφορά πολλά αγαθά παραγγελθέντα από τον καταναλωτή με μια παραγγελία και παραδιδόμενα χωριστά: «που εσείς αποκτήσατε ή ένα τρίτο πρόσωπο το οποίο εσείς ορίσατε και είναι διαφορετικό από τον μεταφορέα του εμπορευόμενου απέκτησε τη φυσική κατοχή του τελευταίου αγαθού.»·

(δ) σε περίπτωση σύμβασης που αφορά την προμήθεια ενός αγαθού αποτελούμενου από πολλές παρτίδες ή από πολλά τεμάχια: «που εσείς αποκτήσατε ή ένα τρίτο πρόσωπο το οποίο εσείς ορίσατε και είναι διαφορετικό από τον μεταφορέα του εμπορευόμενου απέκτησε τη φυσική κατοχή της τελευταίας παρτίδας ή του τελευταίου τεμαχίου.»·

(ε) σε περίπτωση σύμβασης τακτικής προμήθειας αγαθών για καθορισμένο χρονικό διάστημα:
«που εσείς αποκτήσατε ή ένα τρίτο πρόσωπο το οποίο εσείς ορίσατε και είναι διαφορετικό από τον μεταφορέα του εμπορευόμενου απέκτησε τη φυσική κατοχή του πρώτου αγαθού.».

Σημείωση 2
Αναγράψτε το ονοματεπώνυμό σας, τη γεωγραφική διεύθυνσή σας, τον αριθμό του τηλεφώνου σας και τη διεύθυνση του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου σας.

Σημείωση 3
Εάν από την ιστοσελίδα σας προσφέρετε στον καταναλωτή τη δυνατότητα να συμπληρώσει και να υποβάλει ηλεκτρονικά πληροφορίες για την υπαναχώρησή του από την παρούσα σύμβαση, αναγράψτε τα ακόλουθα:
«Μπορείτε επίσης από την ιστοσελίδα μας [αναγράψτε διεύθυνση ιστοσελίδας] να συμπληρώσετε και να υποβάλετε ηλεκτρονικά το υπόδειγμα εντύπου υπαναχώρησης ή οποιαδήποτε άλλη ξεκάθαρη δήλωση. Εάν χρησιμοποιήσετε αυτήν τη δυνατότητα, θα σας διαβιβάσουμε χωρίς καθυστέρηση πάνω σε σταθερό μέσο (π.χ. ηλεκτρονικό ταχυδρομείο) επιβεβαίωση λήψης της υπαναχώρησής σας.».

Σημείωση 4
Σε περίπτωση σύμβασης πώλησης με την οποία δεν έχετε προσφερθεί να παραλάβετε τα αγαθά σε περίπτωση υπαναχώρησης, αναγράψτε τα ακόλουθα: «Δικαιούμαστε να καθυστερήσουμε την επιστροφή χρημάτων μέχρις ότου λάβουμε πίσω τα αγαθά ή μέχρις ότου εσείς παράσχετε αποδείξεις ότι στείλατε πίσω τα αγαθά, όποιο από τα δύο συμβεί πρώτο.».

Σημείωση 5
Εάν ο καταναλωτής έλαβε αγαθά συνδεόμενα με τη σύμβαση:
α) να αναγραφεί:
— «Θα συλλέξουμε εμείς τα αγαθά.» ή
— «Εσείς οφείλετε να στείλετε πίσω τα αγαθά ή να τα παραδώσετε σε εμάς ή στ … [αναγράψτε ονοματεπώνυμο και γεωγραφική διεύθυνση, εάν υπάρχει, του προσώπου που έχετε εξουσιοδοτήσει να παραλάβει τα αγαθά], χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση και οπωσδήποτε εντός 14 ημερών από την ημέρα που μας δηλώσατε ότι υπαναχωρείτε από την παρούσα σύμβαση. Η προθεσμία θεωρείται ότι έχει τηρηθεί εάν στείλετε πίσω τα αγαθά πριν από την εκπνοή της περιόδου των 14 ημερών.»

β) να αναγραφεί:
— «Εμείς θα επιβαρυνθούμε με τη δαπάνη επιστροφής των αγαθών.»,
— «Εσείς θα επιβαρυνθείτε με την άμεση δαπάνη επιστροφής των αγαθών.»,
— Εάν, σε εξ αποστάσεως συναπτόμενη σύμβαση, δεν προσφέρεστε να επιβαρυνθείτε με τη δαπάνη επιστροφής των αγαθών και τα αγαθά από τη φύση τους δεν μπορούν κανονικά να επιστραφούν ταχυδρομικώς: «Εσείς θα  επιβαρυνθείτε με την άμεση δαπάνη επιστροφής των αγαθών, ύψους … ευρώ [αναγράψτε ποσόν].» ή, εάν η δαπάνη επιστροφής των αγαθών ευλόγως δεν μπορεί να υπολογιστεί εκ των προτέρων: «Εσείς θα επιβαρυνθείτε με την άμεση δαπάνη επιστροφής των αγαθών. Η δαπάνη αυτή εκτιμάται κατά το μέγιστο όριο σε περίπου … ευρώ [αναγράψτε ποσόν].», ή
— Εάν, σε εκτός εμπορικού καταστήματος συναπτόμενη σύμβαση, τα αγαθά από τη φύση τους δεν μπορούν κανονικά να επιστραφούν ταχυδρομικώς και είχαν παραδοθεί στην κατοικία του καταναλωτή τη στιγμή της σύναψης της σύμβασης: «Εμείς θα συλλέξουμε τα αγαθά με δική μας δαπάνη.» και

γ) να αναγραφεί: «Εσείς φέρετε ευθύνη μόνο για οποιαδήποτε μείωση της αξίας των αγαθών προκύψει από χειρισμό που δεν ήταν απαραίτητος για να προσδιορίσετε τη φύση, τα χαρακτηριστικά και τη λειτουργία των αγαθών.».

Σημείωση 6
Σε περίπτωση σύμβασης για την παροχή υπηρεσιών ή την παροχή νερού, φυσικού αερίου ή ηλεκτρικής ενέργειας, εάν δεν διατίθενται προς πώληση σε περιορισμένο όγκο ή σε καθορισμένη ποσότητα, ή παροχής τηλεθέρμανσης, αναγράψτε τα ακόλουθα: «Εάν εσείς ζητήσατε να ξεκινήσει η παροχή υπηρεσιών ή η παροχή νερού/ φυσικού αερίου/ηλεκτρικής ενέργειας/ τηλεθέρμανσης [να διαγραφούν οι περιττές μνείες] στη διάρκεια της προθεσμίας υπαναχώρησης, υποχρεούστε να μας καταβάλετε, σε σύγκριση με την πλήρη κάλυψη της σύμβασης, ένα ποσό ανάλογο προς τα παρασχεθέντα μέχρι τη στιγμή που μας ενημερώσατε ότι θα ασκήσετε το δικαίωμα υπαναχώρησης. Το αναλογούν ποσό που οφείλετε να μας καταβάλετε υπολογίζεται βάσει της συνολικής τιμής που είχε συμφωνηθεί στη σύμβαση.»

B. Υπόδειγμα εντύπου υπαναχώρησης

(συμπληρώστε και επιστρέψτε το παρόν έντυπο μόνο εάν επιθυμείτε να υπαναχωρήσετε από τη σύμβαση)

— Προς [ο Εμπορευόμενος αναγράφει εδώ το όνομά του, τη γεωγραφική του διεύθυνση και τη διεύθυνση του ηλεκτρονικού του ταχυδρομείου]:
— Γνωστοποιώ/ Γνωστοποιούμε (*) με την παρούσα ότι υπαναχωρώ/υπαναχωρούμε (*) από τη σύμβασή μου/μας (*) πώλησης των ακόλουθων αγαθών (*)/παροχής της ακόλουθης υπηρεσίας
— Που παραγγέλθηκε(-αν) στις (*)/που παρελήφθη(-σαν) στις (*)
— Όνομα καταναλωτή(-ών)
— Διεύθυνση καταναλωτή(-ών)
— Υπογραφή καταναλωτή(-ών) (μόνο εάν το παρόν έντυπο κοινοποιηθεί σε χαρτί)
— Ημερομηνία
(*) Διαγράψτε ανάλογα με την περίπτωση

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ IV

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ IV

ΡΗΤΡΕΣ ΠΟΥ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΘΕΩΡΗΘΟΥΝ ΩΣ ΚΑΤΑΧΡΗΣΤΙΚΕΣ

[(Άρθρο 50(4)]

1.Ρήτρες που έχουν σκοπό ή αποτέλεσμα-

(α) Να αποκλείουν ή να περιορίζουν την εκ του νόμου ευθύνη του εμπορευόμενου σε περίπτωση θανάτου ή σωματικής βλάβης καταναλωτή, που προκύπτει από πράξη ή παράλειψη του ίδιου του εμπορευόμενου·

(β) να αποκλείουν ή να περιορίζουν κατά τρόπο ανάρμοστο τα εκ του νόμου δικαιώματα του καταναλωτή έναντι του εμπορευόμενου ή άλλου συμβαλλόμενου μέρους σε περίπτωση μη πλήρους ή μερικής εκτέλεσης ή πλημμελούς εκτέλεσης οποιασδήποτε από τις συμβατικές υποχρεώσεις εκ μέρους του εμπορευόμενου, συμπεριλαμβανομένης της δυνατότητας συμψηφισμού οφειλής έναντι του εμπορευόμενου με απαίτηση που θα είχε ο καταναλωτής έναντι αυτού·

(γ) να αποκλείουν το δικαίωμα υπαναχώρησης του καταναλωτή, ενώ η εκτέλεση των υποχρεώσεων του εμπορευόμενου υπόκειται σε όρο, η εκπλήρωση του οποίου εξαρτάται από τη βούληση του και μόνο·

(δ) να επιτρέπουν στον εμπορευόμενο να παρακρατεί τα ποσά που έχει καταβάλει ο καταναλωτής όταν ο καταναλωτής υπαναχωρώντας δε δέχεται να συνάψει ή να εκτελέσει τη σύμβαση, χωρίς να προβλέπεται δικαίωμα του καταναλωτή να λάβει ισοδύναμη αποζημίωση από τον εμπορευόμενο όταν ο τελευταίος είναι το μέρος που υπαναχωρεί·

(ε) να επιβάλλουν στον καταναλωτή που δεν εκτελεί τις υποχρεώσεις του δυσανάλογα ψηλή αποζημίωση·

(στ) να επιτρέπουν στον εμπορευόμενο να καταγγέλλει τη σύμβαση κατά την κρίση του, ενώ η ίδια ευχέρεια δεν αναγνωρίζεται στον καταναλωτή, καθώς και να επιτρέπουν στον εμπορευόμενο να παρακρατεί τα ποσά που έχουν καταβληθεί για παροχές που δεν έχουν ακόμα παρασχεθεί από αυτόν στην περίπτωση που τη σύμβαση καταγγέλλει ο ίδιος ο εμπορευόμενος·

(ζ) να επιτρέπουν στον εμπορευόμενο να καταγγέλλει χωρίς εύλογη προειδοποίηση σύμβαση αόριστης διάρκειας, εκτός αν συντρέχει σοβαρός λόγος·

(η) να παρατείνεται αυτομάτως η ισχύς σύμβασης ορισμένης διάρκειας στην απουσία αντίθετης δήλωσης του καταναλωτή, ενώ ως προθεσμία για τη δήλωση αυτής της βούλησης του καταναλωτή περί μη παράτασης έχει οριστεί μια ημερομηνία που απέχει υπερβολικά από τη λήξη της σύμβασης·

(θ) να συνάγουν αμετάκλητα την εκ μέρους του καταναλωτή αποδοχή ρητρών τις οποίες δεν είχε καμία πραγματική δυνατότητα να γνωρίζει πριν συνάψει τη σύμβαση·

(ι) να επιτρέπουν στον εμπορευόμενο να τροποποιεί μονομερώς τους όρους της σύμβασης χωρίς σοβαρό λόγο ο οποίος να προβλέπεται στη σύμβαση·

(ια) να επιτρέπουν στον εμπορευόμενο να τροποποιεί μονομερώς και χωρίς σοβαρό λόγο τα χαρακτηριστικά του προς παράδοση προϊόντος ή της προς παροχή υπηρεσίας·

(ιβ) να προβλέπουν ότι η τιμή των αγαθών καθορίζεται κατά τη στιγμή της παράδοσης ή να παρέχουν στον εμπορευόμενο το δικαίωμα να αυξάνει τις τιμές του, χωρίς ο καταναλωτής να έχει, και στις δύο περιπτώσεις, αντίστοιχο δικαίωμα που να του επιτρέπει να λύει τη σύμβαση στην περίπτωση που η τελική τιμή είναι πολύ ψηλή σε σχέση με την τιμή που συμφωνήθηκε κατά τη σύναψη της σύμβασης·

(ιγ) να παρέχουν στον εμπορευόμενο το δικαίωμα να καθορίζει αν τα εμπορεύματα που παραδίδονται ή οι υπηρεσίες που παρέχονται είναι σύμφωνες με τους όρους της σύμβασης, ή να του παρέχουν το αποκλειστικό δικαίωμα να ερμηνεύει μια οποιαδήποτε ρήτρα της σύμβασης·

(ιδ) να περιορίζουν την υποχρέωση του εμπορευόμενου να τηρεί τις υποχρεώσεις που έχουν αναλάβει οι εντολοδόχοι ή οι αντιπρόσωποι του ή να εξαρτά την τήρηση των υποχρεώσεων του από την τήρηση ειδικής τυπικής διαδικασίας·

(ιε) να υποχρεώνουν τον καταναλωτή να εκπληρώνει όλες τις υποχρεώσεις του, ενώ ο εμπορευόμενος δεν εκπληρώνει τις δικές του·

(ιστ) να προβλέπουν τη δυνατότητα εκχώρησης της σύμβασης από τον εμπορευόμενο, όταν αυτή ενδέχεται να δημιουργεί ελάττωση των εγγυήσεων για τον καταναλωτή, χωρίς αυτός να είναι σύμφωνος·

(ιζ) να καταργούν ή να παρεμποδίζουν την προσφυγή ενώπιον δικαστηρίου ή την άσκηση ένδικων μέσων από τον καταναλωτή, ιδίως με το να υποχρεώνουν τον καταναλωτή να καταφεύγει αποκλειστικά σε διαιτησία μη καλυπτόμενη από νομικές διατάξεις, με το να περιορίζουν μη προσηκόντως τα αποδεικτικά μέσα του καταναλωτή, ή με το να επιβάλλουν σ’ αυτόν το βάρος της απόδειξης το οποίο, σύμφωνα με το εφαρμοστέο δίκαιο, φέρει κανονικά άλλος συμβαλλόμενος·

(ιη) να επιτρέπουν σε πιστωτικό ίδρυμα να απαιτεί μονομερώς άμεση εξόφληση πιστωτικής διευκόλυνσης χωρίς οποιεσδήποτε συγκεκριμένες προϋποθέσεις που καθορίζονται στη σύμβαση πιστωτικής διευκόλυνσης και/ή σε οποιαδήποτε νομοθεσία:

Νοείται ότι, εξαιρούνται όλες οι συμβάσεις πιστωτικής διευκόλυνσης που προνοούν όρια υπερανάληψης, αφού δοθεί προειδοποίηση τριάντα (30) ημερών.

(ιθ) να επιφέρουν χρεώσεις επιπρόσθετες των επιτοκιακών χρεώσεων και/ή άλλες χρεώσεις συναφείς με τη λειτουργία της πιστωτικής διευκόλυνσης και οι οποίες προνοούν την ένταξη των εν λόγω χρεώσεων στη δόση αποπληρωμής της πιστωτικής διευκόλυνσης:

Νοείται ότι, σε περίπτωση που οι εν λόγω χρεώσεις προβλέπονται στη σύμβαση πιστωτικής διευκόλυνσης επιβαρύνουν τον οφειλέτη και καθίστανται πληρωτέες κατά τη χρέωση:

Νοείται περαιτέρω ότι, σε περίπτωση που η ως άνω χρέωση δεν καταβάλλεται κατά τη χρέωση από τον οφειλέτη, το πιστωτικό ίδρυμα χρεώνει το λογαριασμό της πιστωτικής διευκόλυνσης ή άλλο λογαριασμό του οφειλέτη και επιβάλλεται σε αυτή χρεωστικό επιτόκιο ίσο με το επιτόκιο της πιστωτικής διευκόλυνσης.


2.Πεδίο εφαρμογής των υποπαραγράφων (ζ), (ι) και (ιβ)-

(α) οι υποπαράγραφοι (ζ), (ι) και (ιβ) δεν εφαρμόζονται όταν πρόκειται για:

(i)  συναλλαγές που αφορούν κινητές αξίες και προϊόντα ή υπηρεσίες η τιμή των οποίων υπόκειται στις διακυμάνσεις επιτοκίου της χρηματαγοράς που δεν ελέγχει ο εμπορευόμενος· και

(ii) συμβάσεις αγοράς ή πώλησης συναλλάγματος, ταξιδιωτικών επιταγών ή διεθνών ταχυδρομικών ενταλμάτων που έχουν εκδοθεί σε συνάλλαγμα·

(β)η υποπαράγραφος (ιβ) δεν επηρεάζει τις ρήτρες τιμαριθμικής αναπροσαρμογής της τιμής, εφόσον οι ρήτρες αυτές είναι νόμιμες και ο τρόπος μεταβολής της τιμής περιγράφεται επακριβώς.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ V

Πατήστε εδώ για το ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ V.

Σημείωση
4 του Ν. 46(Ι)/2022Έναρξη της ισχύος του Ν. 46(Ι)/2022

Η ισχύς του παρόντος Νόμου [Σ.Σ.: δηλαδή του Ν. 46(Ι)/2022] λογίζεται ότι άρχισε την 1η Ιανουαρίου 2022.