ΜΕΡΟΣ VI ΕΞΥΓΙΑΝΣΗ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ I-ΣΤΟΧΟΙ, ΠΡΟΥΠΟΘΕΣΕΙΣ, ΚΑΙ ΓΕΝΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ ΚΑΙ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗΣ
Στόχοι της εξυγίανσης

41.-(1) Η αρχή εξυγίανσης, όταν πρόκειται να εφαρμόσει τα μέτρα εξυγίανσης και να ασκήσει τις εξουσίες εξυγίανσης, λαμβάνει υπόψη τους στόχους εξυγίανσης και επιλέγει τα μέτρα και τις εξουσίες που επιτυγχάνουν καλύτερα τους στόχους που αντιστοιχούν στις περιστάσεις της κάθε περίπτωσης.

(2)(α) Οι στόχοι εξυγίανσης που αναφέρονται στο εδάφιο (1) είναι οι ακόλουθοι:

(i) Να διασφαλιστεί η συνέχεια των κρίσιμων λειτουργιών·

(ii) να αποφευχθούν σημαντικές επιπτώσεις στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, ιδίως με την πρόληψη της μετάδοσης, μεταξύ άλλων στις υποδομές της αγοράς και με τη διατήρηση της πειθαρχίας στην αγορά·

(iii) να προστατευτούν οι δημόσιοι πόροι, με την ελαχιστοποίηση της εξάρτησης από έκτακτη δημόσια χρηματοπιστωτική στήριξη·

(iv) να προστατευθούν οι καταθέτες που καλύπτονται από τον περί Συστήματος Εγγύησης των Καταθέσεων και Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμο του 2016 και οι επενδυτές που καλύπτονται σε περίπτωση ΚΕΠΕΥ από την Οδηγία της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς για τη Συνέχιση της Λειτουργίας και τη Λειτουργία του Ταμείου Αποζημίωσης Επενδυτών ΕΠΕΥ και σε περίπτωση ΑΠΙ από τους περί της ΄Ιδρυσης και Λειτουργίας Ταμείου Αποζημίωσης Επενδυτών Πελατών Τραπεζών Κανονισμούς του 2004 έως 2007·

(v) να προστατευθούν τα κεφάλαια των πελατών και τα περιουσιακά στοιχεία των πελατών.

(β) Κατά την επιδίωξη των στόχων που αναφέρονται στην παράγραφο (α), η αρχή εξυγίανσης επιδιώκει να ελαχιστοποιήσει το κόστος της εξυγίανσης και να αποφύγει την καταστροφή αξίας εκτός εάν αυτό είναι αναγκαίο για την επίτευξη των στόχων της εξυγίανσης.

(3) Με την επιφύλαξη αντίθετων διατάξεων του παρόντος Νόμου, οι στόχοι εξυγίανσης είναι ίσης σημασίας, και οι αρχές εξυγίανσης τους εξισορροπούν δεόντως ανάλογα με τη φύση και τις περιστάσεις της κάθε περίπτωσης.

Προϋποθέσεις για την εξυγίανση

42.-(1) Η αρχή εξυγίανσης αναλαμβάνει δράση για την εξυγίανση ιδρύματος μόνον εφόσον κρίνει ότι πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

(α) Η αρμόδια αρχή, μετά από διαβούλευση με την αρχή εξυγίανσης, έχει διαπιστώσει ότι το ίδρυμα τελεί υπό κατάσταση αφερεγγυότητας ή ενδεχόμενης αφερεγγυότητας·

(β) λαμβάνοντας υπόψη τη χρονική στιγμή και άλλες σχετικές παραμέτρους, δεν προσδοκάται εύλογα ότι εναλλακτικά μέτρα του ιδιωτικού τομέα, συμπεριλαμβανομένων μέτρων από θεσμικό σύστημα προστασίας, ή εποπτικές ενέργειες, συμπεριλαμβανομένων των μέτρων έγκαιρης παρέμβασης ή της απομείωσης ή της μετατροπής των σχετικών κεφαλαιακών μέσων και των επιλέξιμων υποχρεώσεων σύμφωνα με το άρθρο 30 που αναλαμβάνεται έναντι του ιδρύματος, θα αποτρέψει την αφερεγγυότητα του ιδρύματος εντός εύλογου χρονικού διαστήματος·

(γ) η δράση εξυγίανσης είναι αναγκαία για λόγους δημοσίου συμφέροντος.

(2) Η προηγούμενη λήψη μέτρων έγκαιρης παρέμβασης σύμφωνα με το άρθρο 30Γ του περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου ή το άρθρο 18 του περί Ανάκαμψης ΚΕΠΕΥ και Λοιπών Οντοτήτων υπό την Εποπτεία της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς και για Συναφή Θέματα Νόμου του 2016, κατά περίπτωση, δεν αποτελεί προϋπόθεση για να αναληφθεί δράση εξυγίανσης.

(3) Για τους σκοπούς της παραγράφου (γ) του εδαφίου (1) του παρόντος άρθρου, μια δράση εξυγίανσης αντιμετωπίζεται ως δράση δημόσιου συμφέροντος εάν είναι αναγκαία για την επίτευξη ενός ή περισσότερων στόχων εξυγίανσης κατά το άρθρο 41 και αναλογική προς αυτούς, ενώ με την εκκαθάριση του ιδρύματος σύμφωνα με τις κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας οι εν λόγω στόχοι εξυγίανσης δεν θα επιτυγχάνονταν στον ίδιο βαθμό.

Προϋποθέσεις εξυγίανσης για κεντρικό φορέα και πιστωτικά ιδρύματα μονίμως συνδεδεμένα με κεντρικό φορέα

42Α. Η αρχή εξυγίανσης δύναται να αναλάβει δράση εξυγίανσης σε σχέση με κεντρικό φορέα και όλα τα μόνιμα συνδεδεμένα με αυτόν ΑΠΙ που ανήκουν στον ίδιο όμιλο εξυγίανσης, όταν ο εν λόγω όμιλος εξυγίανσης, ως σύνολο, πληροί τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 42(1).

Διαδικασίες αφερεγγυότητας για τα ιδρύματα και οντότητες που δεν υπόκεινται σε δράση εξυγίανσης

42Β. Ίδρυμα ή σχετικό πρόσωπο για το οποίο η αρχή εξυγίανσης κρίνει μεν ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 42(1)(α) και (β) ή του άρθρου 43, αλλά ότι η ανάληψη δράσης εξυγίανσης δε θα ήταν προς το δημόσιο συμφέρον σύμφωνα με το άρθρου 42(1)(γ), τίθεται υπό κανονική διαδικασία εκκαθάρισης.

Προϋποθέσεις εξυγίανσης όσον αφορά χρηματοοικονομικά ιδρύματα και εταιρείες συμμετοχών

43.-(1) Η αρχή εξυγίανσης δύναται να αναλαμβάνει δράση εξυγίανσης έναντι χρηματοοικονομικού ιδρύματος που αναφέρεται στο άρθρο 3(1)(β) όταν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 42(1) τόσο ως προς το χρηματοοικονομικό ίδρυμα όσο και ως προς τη μητρική επιχείρηση που υπόκειται σε ενοποιημένη εποπτεία.

(2) Η αρχή εξυγίανσης αναλαμβάνει δράση εξυγίανσης έναντι οντότητας που αναφέρεται στο άρθρο 3(1)(γ) ή (δ) εφόσον αυτή πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 42(1).

(3)(α) Σε περίπτωση που τα θυγατρικά ιδρύματα μικτής εταιρείας συμμετοχών ανήκουν άμεσα ή έμμεσα σε ενδιάμεση χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών, το σχέδιο εξυγίανσης προβλέπει ότι η ενδιάμεση χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών χαρακτηρίζεται ως οντότητα εξυγίανσης. η αρχή εξυγίανσης αναλαμβάνει δράσεις εξυγίανσης για τους σκοπούς της εξυγίανσης του ομίλου έναντι της ενδιάμεσης χρηματοοικονομικής εταιρείας συμμετοχών.

(β) Η αρχή εξυγίανσης δεν αναλαμβάνει δράσεις εξυγίανσης για τους σκοπούς της εξυγίανσης του ομίλου έναντι της μεικτής εταιρείας συμμετοχών.

(4) Με την επιφύλαξη των διατάξεων του εδαφίου (3), η αρχή εξυγίανσης δύναται να αναλάβει δράση εξυγίανσης επί οντότητας που αναφέρεται στο άρθρο 3(1)(γ) ή (δ) παρά το γεγονός ότι δεν πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 42(1), εάν πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

(α) Η οντότητα είναι οντότητα εξυγίανσης∙

(β) μία ή περισσότερες από τις θυγατρικές της οντότητας, οι οποίες είναι ιδρύματα αλλά όχι οντότητες εξυγίανσης, πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 42(1)∙

(γ) τα περιουσιακά στοιχεία και οι υποχρεώσεις των θυγατρικών που αναφέρονται στην παράγραφο (β) είναι τέτοιου είδους, ώστε η κατάσταση αφερεγγυότητας των εν λόγω θυγατρικών να απειλεί τον όμιλο εξυγίανσης στο σύνολό του και είναι αναγκαία η δράση εξυγίανσης έναντι της οντότητας είτε για την εξυγίανση τέτοιου είδους θυγατρικών οι οποίες είναι ιδρύματα είτε για την εξυγίανση του σχετικού ομίλου εξυγίανσης ως συνόλου.

(5) [Διαγράφηκε].

Εξουσία αναστολής ορισμένων υποχρεώσεων

43Α.-(1) Η αρχή εξυγίανσης, μετά από διαβούλευση με την αρμόδια αρχή η οποία ανταποκρίνεται στο αίτημα της αρχής εξυγίανσης για διαβούλευση και η οποία απαντά έγκαιρα, δύναται να αναστέλλει οποιεσδήποτε υποχρεώσεις πληρωμής ή παράδοσης απορρέουν από οποιαδήποτε σύμβαση στην οποία είναι συμβαλλόμενο μέρος ίδρυμα ή σχετικό πρόσωπο, εφόσον πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

(α) Έχει διαπιστωθεί ότι το ίδρυμα ή το σχετικό πρόσωπο τελεί σε κατάσταση αφερεγγυότητας ή ενδεχόμενης αφερεγγυότητας σύμφωνα με το άρθρο 42(1)(α)·

(β) δεν υφίσταται άμεσα διαθέσιμο μέτρο του ιδιωτικού τομέα που αναφέρεται στο άρθρο 42(1)(β) που θα απέτρεπε την κατάσταση αφερεγγυότητας του ιδρύματος ή του σχετικού προσώπου·

(γ) η άσκηση της εξουσίας αναστολής κρίνεται αναγκαία για να αποφευχθεί η περαιτέρω επιδείνωση των οικονομικών συνθηκών του ιδρύματος ή του σχετικού προσώπου·

(δ) η άσκηση της εξουσίας αναστολής είναι-

(i) αναγκαία για τη πραγματοποίηση της διαπίστωσης που αναφέρεται στο άρθρο 42(1)(γ)· ή

(ii) αναγκαία για την επιλογή των κατάλληλων δράσεων εξυγίανσης ή τη διασφάλιση της αποτελεσματικής εφαρμογής ενός ή περισσοτέρων μέτρων εξυγίανσης.

(2)(α) Η εξουσία που αναφέρεται στο εδάφιο (1) δεν εφαρμόζεται σε υποχρεώσεις πληρωμής και παράδοσης έναντι των ακόλουθων:

(i) Συστημάτων ή φορέων εκμετάλλευσης συστημάτων που ορίζονται σύμφωνα με τον περί του Αμετάκλητου του Διακανονισμού στα Συστήματα Πληρωμών και στα Συστήματα Διακανονισμού Αξιογράφων Νόμο και συστημάτων ή φορέων εκμετάλλευσης συστημάτων, ως ορίζονται σύμφωνα με την Οδηγία 98/26/ΕΚ, εγκατεστημένων σε κράτος μέλος·

(ii) των κεντρικών αντισυμβαλλόμενων που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας στην ΕΕ σύμφωνα με το Άρθρο 14 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 και των κεντρικών αντισυμβαλλόμενων τρίτων χωρών, οι οποίοι έχουν αναγνωριστεί από την ΕΑΚΑΑ σύμφωνα με το Άρθρο 25 του εν λόγω Κανονισμού·

(iii)κεντρικών τραπεζών.

(β)Η αρχή εξυγίανσης καθορίζει το πεδίο εφαρμογής της εξουσίας η οποία αναφέρεται στο εδάφιο (1), λαμβάνοντας υπόψη τις περιστάσεις κάθε περίπτωσης. συγκεκριμένα, η αρχή εξυγίανσης αξιολογεί προσεκτικά την καταλληλότητα της επέκτασης της αναστολής σε επιλέξιμες καταθέσεις ως αυτές ορίζονται στο άρθρο 2(1) του περί Συστήματος Εγγύησης των Καταθέσεων και Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου, ιδίως σε καλυπτόμενες καταθέσεις τις οποίες κατέχουν φυσικά πρόσωπα και πολύ μικρές, μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις.

(3) Η αρχή εξυγίανσης, όταν ασκείται εξουσία αναστολής των υποχρεώσεων πληρωμής ή παράδοσης σε σχέση με επιλέξιμες καταθέσεις, διασφαλίζει ότι οι καταθέτες έχουν πρόσβαση σε κατάλληλο ημερήσιο ποσό από τις καταθέσεις αυτές.

(4) Η περίοδος της αναστολής σύμφωνα με το εδάφιο (1) είναι όσο το δυνατόν συντομότερη και δεν υπερβαίνει το ελάχιστο χρονικό διάστημα το οποίο κρίνει αναγκαίο η αρχή εξυγίανσης για τους σκοπούς που αναφέρονται στις παραγράφους (γ) και (δ) του εν λόγω εδαφίου. η περίοδος αναστολής σε κάθε περίπτωση δεν διαρκεί περισσότερο από το χρονικό διάστημα που μεσολαβεί από τη στιγμή που δημοσιεύεται η κοινοποίηση αναστολής σύμφωνα με το εδάφιο (8) έως τα μεσάνυκτα της εργάσιμης ημέρας που ακολουθεί μετά τη δημοσίευση αυτή. κατά τη λήξη της περιόδου αναστολής, η αναστολή παύει να ισχύει.

(5) Κατά την άσκηση της εξουσίας που αναφέρεται στο εδάφιο (1), η αρχή εξυγίανσης λαμβάνει υπόψη τον αντίκτυπο που μπορεί να έχει η άσκηση της εξουσίας αυτής στην εύρυθμη λειτουργία των χρηματοπιστωτικών αγορών, καθώς και τους ισχύοντες κανόνες δικαίου και τις εποπτικές και δικαστικές εξουσίες, προς διασφάλιση των δικαιωμάτων των πιστωτών και της ίσης μεταχείρισης των πιστωτών στο πλαίσιο διαδικασίας αφερεγγυότητας. η αρχή εξυγίανσης λαμβάνει ιδίως υπόψη της την ενδεχόμενη εφαρμογή των κυπριακών διαδικασιών αφερεγγυότητας στο ίδρυμα ή το σχετικό πρόσωπο λόγω της διαπίστωσης του άρθρου 42(1)(γ) και προβαίνει στις ρυθμίσεις που κρίνει κατάλληλες ώστε να εξασφαλίσει τον κατάλληλο συντονισμό με τις κυπριακές διοικητικές ή δικαστικές αρχές.

(6) Όταν οι απορρέουσες από σύμβαση υποχρεώσεις πληρωμής ή παράδοσης αναστέλλονται δυνάμει του εδαφίου (1), οι υποχρεώσεις πληρωμής ή παράδοσης οποιωνδήποτε αντισυμβαλλομένων δυνάμει της σύμβασης αυτής αναστέλλονται για το ίδιο χρονικό διάστημα.

(7) Μια υποχρέωση πληρωμής ή παράδοσης, που θα ήταν απαιτητή κατά την περίοδο αναστολής, είναι απαιτητή αμέσως μετά τη λήξη της περιόδου αυτής.

(8)(α) Η αρχή εξυγίανσης ενημερώνει αμελλητί το ίδρυμα ή το σχετικό πρόσωπο και τις αρχές που αναφέρονται στο άρθρο 84(1)(α) έως (ι) όταν ασκεί την εξουσία που αναφέρεται στο εδάφιο (1) του παρόντος άρθρου μετά τη διαπίστωση ότι τελεί ή ενδέχεται να τελεί υπό κατάσταση αφερεγγυότητας σύμφωνα με το άρθρο 42(1)(α) και πριν από τη λήψη της απόφασης για εξυγίανση.

(β) Η αρχή εξυγίανσης δημοσιεύει ή μεριμνά για τη δημοσίευση της πράξης με την οποία αναστέλλονται οι υποχρεώσεις δυνάμει του παρόντος άρθρου, καθώς και των όρων και της χρονικής διάρκειας της αναστολής, με τα μέσα που αναφέρονται στο άρθρο 84(3).

(9) Το παρόν άρθρο ισχύει χωρίς επηρεασμό των δυνάμει του κυπριακού δικαίου εξουσιών αναστολής των περί πληρωμής ή παράδοσης υποχρεώσεων των ιδρυμάτων ή των σχετικών προσώπων πριν από τη διαπίστωση ότι τα εν λόγω ιδρύματα ή σχετικά πρόσωπα τελούν υπό κατάσταση αφερεγγυότητας ή ενδεχόμενης αφερεγγυότητας σύμφωνα με το άρθρο 42(1)(α), και χωρίς επηρεασμό των δυνάμει του κυπριακού δικαίου εξουσιών αναστολής των περί πληρωμής ή παράδοσης υποχρεώσεων των ιδρυμάτων ή των σχετικών προσώπων τα οποία πρόκειται να εκκαθαριστούν στο πλαίσιο κανονικών διαδικασιών αφερεγγυότητας, οι οποίες εξουσίες δυνάμει του κυπριακού δικαίου υπερβαίνουν το πεδίο εφαρμογής και τη διάρκεια που προβλέπονται στο παρόν άρθρο:

Νοείται ότι, οι εν λόγω εξουσίες δυνάμει του κυπριακού δικαίου ασκούνται σύμφωνα με το πεδίο εφαρμογής, τη διάρκεια και τους όρους που προβλέπονται στο κυπριακό δίκαιο:

Νοείται περαιτέρω ότι, οι όροι που προβλέπονται στο παρόν άρθρο δεν θίγουν τους όρους που αφορούν τις δυνάμει του κυπριακού δικαίου προαναφερόμενες εξουσίες για την αναστολή των περί πληρωμής ή παράδοσης υποχρεώσεων.

(10) Όταν η αρχή εξυγίανσης ασκεί την εξουσία για αναστολή υποχρεώσεων πληρωμής ή παράδοσης όσον αφορά ένα ίδρυμα ή σχετικό πρόσωπο σύμφωνα με το εδάφιο (1), η αρχή εξυγίανσης δύναται επίσης, κατά τη διάρκεια της αναστολής-

(α) να απαγορεύει σε εχεγγύους εγγυητές του εν λόγω ιδρύματος ή σχετικού προσώπου να προβαίνουν σε αναγκαστική εκτέλεση συμφωνιών παροχής ασφάλειας σε σχέση με οποιοδήποτε από τα στοιχεία ενεργητικού του εν λόγω ιδρύματος ή του σχετικού προσώπου, για το ίδιο χρονικό διάστημα, στην οποία περίπτωση εφαρμόζεται το άρθρο 72(2), (3) και (4)· και

(β) να αναστέλλει τα δικαιώματα καταγγελίας οποιουδήποτε συμβαλλόμενου μέρους μιας σύμβασης με το εν λόγω ίδρυμα ή το σχετικό πρόσωπο, για το ίδιο χρονικό διάστημα, στην οποία περίπτωση εφαρμόζεται το άρθρο 73(2) έως (7).

(11) Σε περίπτωση που, μετά τη διαπίστωση ότι το ίδρυμα ή σχετικό πρόσωπο τελεί ή ενδέχεται να τελεί υπό κατάσταση αφερεγγυότητας σύμφωνα με το άρθρο 42(1)(α), η αρχή εξυγίανσης έχει ασκήσει την εξουσία αναστολής υποχρεώσεων πληρωμής ή παράδοσης δυνάμει του εδαφίου (1) ή (10) και εφόσον στη συνέχεια αναλαμβάνεται δράση εξυγίανσης έναντι αυτού του ιδρύματος ή σχετικού προσώπου, η αρχή εξυγίανσης δεν ασκεί τις εξουσίες της δυνάμει του άρθρου 71(1), του άρθρου 72(1) ή του άρθρου 73(1), όσον αφορά το εν λόγω ίδρυμα ή σχετικό πρόσωπο.

Γενικές αρχές που διέπουν την εξυγίανση

44.-(1) Η αρχή εξυγίανσης, όταν πρόκειται να εφαρμόσει τα μέτρα εξυγίανσης και να ασκήσει τις εξουσίες εξυγίανσης, λαμβάνει κάθε ενδεδειγμένο μέτρο προκειμένου να διασφαλίσει ότι η δράση εξυγίανσης λαμβάνεται σύμφωνα με τις ακόλουθες αρχές:

(α) Οι μέτοχοι του ιδρύματος υπό εξυγίανση αναλαμβάνουν πρώτοι τις ζημίες·

(β) οι πιστωτές του ιδρύματος υπό εξυγίανση αναλαμβάνουν ζημιές μετά τους μετόχους, σύμφωνα με τη σειρά προτεραιότητας των απαιτήσεών τους στο πλαίσιο των κανονικών διαδικασιών αφερεγγυότητας, εκτός αν άλλως ρητώς ορίζει ο παρών Νόμος·

(γ) το διοικητικό όργανο και τα ανώτατα διοικητικά στελέχη του ιδρύματος υπό εξυγίανση αντικαθίστανται, εκτός από περιπτώσεις κατά τις οποίες η παραμονή του διοικητικού οργάνου και των ανώτατων διοικητικών στελεχών, εν όλω ή εν μέρει, όπως ενδείκνυται βάσει των περιστάσεων, κρίνεται αναγκαία για την επίτευξη των στόχων εξυγίανσης·

(δ) το διοικητικό όργανο και τα ανώτατα διοικητικά στελέχη του ιδρύματος υπό εξυγίανση παρέχουν κάθε απαραίτητη βοήθεια για την επίτευξη των στόχων εξυγίανσης·

(ε) τα φυσικά και νομικά πρόσωπα καθίστανται υπόλογα, με την επιφύλαξη του κυπριακού αστικού ή ποινικού δικαίου ή για την ευθύνη που φέρουν για την αφερεγγυότητα του ιδρύματος·

(στ) πλην αντιθέτου διάταξης του παρόντος Νόμου, οι πιστωτές της ιδίας τάξεως τυγχάνουν ίσης μεταχείρισης·

(ζ) κανένας πιστωτής δεν υφίσταται μεγαλύτερες ζημίες από εκείνες που θα είχε υποστεί εάν το ίδρυμα ή το σχετικό πρόσωπο είχε εκκαθαριστεί υπό κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, σύμφωνα με τις διασφαλίσεις των άρθρων 75 έως 77·

(η) οι καλυπτόμενες καταθέσεις προστατεύονται πλήρως·

(θ) η δράση εξυγίανσης αναλαμβάνεται σύμφωνα με τις διασφαλίσεις του παρόντος Νόμου.

(2) Σε περίπτωση που ένα ίδρυμα είναι οντότητα ομίλου, με την επιφύλαξη του άρθρου 41, η αρχή εξυγίανσης εφαρμόζει τα μέτρα εξυγίανσης και ασκεί τις εξουσίες εξυγίανσης κατά τρόπο που ελαχιστοποιεί τις επιπτώσεις στις λοιπές οντότητες του ομίλου και στο σύνολο του ομίλου, καθώς και τις δυσμενείς επιπτώσεις στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα στην ΕΕ και τα κράτη μέλη, και ιδίως στις χώρες όπου δραστηριοποιείται ο όμιλος.

(3) Όταν η αρχή εξυγίανσης πρόκειται να εφαρμόσει τα μέτρα εξυγίανσης και να ασκήσει τις εξουσίες εξυγίανσης, μεριμνά, εφόσον συντρέχει περίπτωση, για τη συμμόρφωση με τους κανόνες της ΕΕ σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις.

(4) Όταν σε ίδρυμα ή σχετικό πρόσωπο εφαρμόζεται το μέτρο πώλησης εργασιών, το μέτρο μεταβίβασης περιουσιακών στοιχειών, δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων σε μεταβατικό ίδρυμα ή το μέτρο μεταβίβασης περιουσιακών στοιχείων και δικαιωμάτων σε εταιρεία διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων, το εν λόγω ίδρυμα ή το σχετικό πρόσωπο θεωρείται ως υποκείμενο σε διαδικασία πτώχευσης, εκκαθάρισης ή σε οποιαδήποτε άλλη ανάλογη διαδικασία αφερεγγυότητας για τους σκοπούς του άρθρου 6 του περί της Διατήρησης και Διασφάλισης των Δικαιωμάτων των Εργοδοτουμένων κατά τη Μεταβίβαση Επιχειρήσεων, Εγκαταστάσεων ή Τμημάτων Επιχειρήσεων ή Εγκαταστάσεων Νόμου.

(5) Κατά την εφαρμογή των μέτρων εξυγίανσης και την άσκηση των εξουσιών εξυγίανσης, η αρχή εξυγίανσης, όποτε ενδείκνυται, ενημερώνει και ζητά τη γνώμη των εκπροσώπων των εργαζομένων.

(6) Η αρχή εξυγίανσης εφαρμόζει μέτρα εξυγίανσης και ασκεί εξουσίες εξυγίανσης λαμβάνοντας υπόψη τυχόν ακολουθούμενη πρακτική σχετικά με την εκπροσώπηση των εργαζομένων στο διοικητικό όργανο του ιδρύματος ή του σχετικού προσώπου.

Οικονομική θέση πιστωτή ως αποτέλεσμα της εφαρμογής μέτρων εξυγίανσης

44Α. Κανένας πιστωτής ιδρύματος το οποίο υπόκειται σε εξυγίανση δεν περιέρχεται σε δυσμενέστερη οικονομική θέση ως αποτέλεσμα της εφαρμογής μέτρων εξυγίανσης σε σύγκριση με τη θέση που θα είχε περιέλθει, εάν το εν λόγω ίδρυμα ετίθετο υπαλλακτικά σε εκκαθάριση με βάση τις διατάξεις ισχύουσας νομοθεσίας.

Λήψη και εφαρμογή μέτρων εξυγίανσης

45.-(1) Η αρχή εξυγίανσης δύναται να εφαρμόζει τα μέτρα εξυγίανσης σε ιδρύματα και σχετικά πρόσωπα που πληρούν τις ισχύουσες προϋποθέσεις εξυγίανσης.

(2) Σε περίπτωση που η αρχή εξυγίανσης αποφασίσει να εφαρμόσει ένα μέτρο εξυγίανσης σε ίδρυμα ή σχετικό πρόσωπο και η εν λόγω δράση εξυγίανσης προκαλέσει ζημιές που επιβαρύνουν τους πιστωτές ή οδηγήσει σε μετατροπή των απαιτήσεών τους, η αρχή εξυγίανσης ασκεί την εξουσία απομείωσης και μετατροπής κεφαλαιακών μέσων και επιλέξιμων υποχρεώσεων σύμφωνα με τα άρθρα 30, 31 και 32(1)(α) αμέσως πριν ή παράλληλα με την εφαρμογή του μέτρου εξυγίανσης.

(3) Τα μέτρα εξυγίανσης είναι τα εξής:

(α) Το μέτρο πώλησης εργασιών, σύμφωνα με το Κεφάλαιο ΙΙ του παρόντος Μέρους·

(β) το μέτρο μεταβίβασης περιουσιακών στοιχείων, δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων σε μεταβατικό ίδρυμα, σύμφωνα με το Κεφάλαιο ΙΙΙ του παρόντος Μέρους·

(γ) το μέτρο μεταβίβασης περιουσιακών στοιχείων και δικαιωμάτων σε εταιρεία διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων, σύμφωνα με το Κεφάλαιο IV του παρόντος Μέρους·

(δ) το μέτρο διάσωσης με ίδια μέσα, σύμφωνα με το Κεφάλαιο V του παρόντος Μέρους.

(4) Με την επιφύλαξη του εδαφίου (5), η αρχή εξυγίανσης δύναται να εφαρμόζει τα μέτρα εξυγίανσης είτε μεμονωμένα είτε σε οποιονδήποτε συνδυασμό.

(5) Η αρχή εξυγίανσης δύναται να εφαρμόζει το μέτρο μεταβίβασης περιουσιακών στοιχείων και δικαιωμάτων σε εταιρεία διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων μόνο σε συνδυασμό με άλλο μέτρο εξυγίανσης.

(6)(α) Όταν χρησιμοποιούνται μόνο τα μέτρα εξυγίανσης που αναφέρονται στην παράγραφο (α) ή (β) του εδαφίου (3), και χρησιμοποιούνται για τη μεταβίβαση μόνο μέρους των περιουσιακών στοιχείων, δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων του ιδρύματος υπό εξυγίανση, το εναπομένον ίδρυμα ή το σχετικό πρόσωπο από το οποίο έχουν μεταβιβαστεί τα περιουσιακά στοιχεία, τα δικαιώματα ή οι υποχρεώσεις, εκκαθαρίζεται σύμφωνα με τις κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας.

(β) Η εκκαθάριση δυνάμει της παραγράφου (α) πραγματοποιείται εντός εύλογου χρονικού διαστήματος, λαμβανομένης υπόψη της ενδεχόμενης ανάγκης του εν λόγω ιδρύματος ή του σχετικού προσώπου να παρέχει υπηρεσίες ή στήριξη σύμφωνα με το άρθρο 67, προκειμένου ο αποδέκτης να είναι σε θέση να διεκπεραιώσει τις δραστηριότητες ή τις υπηρεσίες τις οποίες απέκτησε δυνάμει αυτής της μεταβίβασης, και λαμβανομένου επίσης υπόψη κάθε άλλου λόγου ο οποίος επιτάσσει τη συνέχιση της λειτουργίας του εναπομένοντος ιδρύματος ή του σχετικού προσώπου προκειμένου να επιτευχθούν οι στόχοι εξυγίανσης ή να τηρούνται οι αρχές που ορίζονται στο άρθρο 44.

(7)(α) Η αρχή εξυγίανσης και το Ταμείο Εξυγίανσης παρακρατούν από το τυχόν αντάλλαγμα που καταβάλλεται από τον αποκτώντα προς το υπό εξυγίανση ίδρυμα ή, κατά περίπτωση, προς τους κατόχους των μετοχών ή άλλων τίτλων ιδιοκτησίας, το ισόποσο κάθε εύλογης δαπάνης που κατέβαλλαν για την εφαρμογή των μέτρων εξυγίανσης ή την άσκηση των εξουσιών εξυγίανσης.

(β) Για το τυχόν υπόλοιπο του ποσού της δαπάνης κατόπιν αυτής της παρακράτησης, η αρχή εξυγίανσης και το Ταμείο Εξυγίανσης έχουν αξίωση κατά του υπό εξυγίανση ιδρύματος, καθώς και κατά του μεταβατικού ιδρύματος ή της εταιρείας διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων, ασκούμενη στην περίπτωση του μεταβατικού ιδρύματος ή της εταιρείας διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων μόνον επί των τυχόν εσόδων που προκύπτουν από την πώλησή τους σε τρίτα μέρη ή την εκκαθάρισή τους υπό κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας.

(γ) Σε περίπτωση πώλησης μεταβατικού ιδρύματος ή εταιρείας διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων σε τρίτα μέρη, η αρχή εξυγίανσης δύναται να παρακρατεί από το τυχόν αντάλλαγμα το ισόποσο της αξίωσης η οποία προβλέπεται στην παράγραφο (β).

(δ) Ανεξάρτητα από τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου νόμου, η αξίωση της αρχής εξυγίανσης και του Ταμείου Εξυγίανσης, η οποία προβλέπεται στην παράγραφο (β), κατατάσσεται προ πάσης άλλης αξίωσης, σε περίπτωση που το ίδρυμα υπό εξυγίανση, μεταβατικό ίδρυμα ή εταιρεία διαχείρισης τίθεται σε κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας.

(ε) Ανεξάρτητα από τις διατάξεις των παραγράφων (α) έως (δ), η αρχή εξυγίανσης δύναται να απαιτεί την καταβολή των δαπανών που αναφέρονται στην παράγραφο (α) απευθείας από το υπό εξυγίανση ίδρυμα.

(8) Οι μεταβιβάσεις περιουσιακών στοιχείων από ένα υπό εξυγίανση ίδρυμα προς άλλη οντότητα δυνάμει της εφαρμογής μέτρου εξυγίανσης ή της άσκησης εξουσίας εξυγίανσης δεν υπόκεινται σε πτωχευτική ανάκληση.

(9)(α) Στην περίπτωση εφαρμογής του μέτρου πώλησης εργασιών κατά τα προβλεπόμενα στο Κεφάλαιο ΙΙ του παρόντος Μέρους, η αρχή εξυγίανσης δύναται να αναστείλει την απόφαση για την εφαρμογή του μέτρου αυτού, σε περίπτωση όπου οι προσφορές που έχουν ληφθεί κρίνονται από την αρχή εξυγίανσης ως μη συμφέρουσες.

(β) Στην περίπτωση που ισχύουν οι προϋποθέσεις της παραγράφου (α), η αρχή εξυγίανσης δύναται να αποφασίσει την εφαρμογή άλλων μέτρων εξυγίανσης ή να εισηγηθεί στην αρμόδια αρχή την ανάκληση της άδειας του ιδρύματος υπό εξυγίανση και τη προσφυγή σε διαδικασία εκκαθάρισης, ή οποιουδήποτε άλλου μέτρου στο πλαίσιο των κανονικών διαδικασιών αφερεγγυότητας.

Διορισμός ειδικού διαχειριστή

46.-(1)(α) Η αρχή εξυγίανσης δύναται να διορίσει ειδικό διαχειριστή, ο οποίος αναλαμβάνει τη διοίκηση του υπό εξυγίανση ιδρύματος, σύμφωνα με τους όρους της πράξης διορισμού του και με την επιφύλαξη του σκοπού διορισμού του κατά τα προβλεπόμενα στο εδάφιο (2) και των εξουσιών του κατά τα προβλεπόμενα στο εδάφιο (3):

Νοείται ότι, η αρχή εξυγίανσης δύναται, κατά την κρίση της, να διορίσει ένα ή περισσότερα πρόσωπα ως ειδικούς διαχειριστές:

Νοείται περαιτέρω ότι, η πράξη διορισμού ειδικού διαχειριστή δύναται να περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, ρητά τα θέματα για τα οποία απαιτείται απόφαση της ίδιας της αρχής εξυγίανσης ή έγκρισή της ή προηγούμενη ενημέρωσή της.

(β) Ο διορισμός του ειδικού διαχειριστή γίνεται με βάση αυστηρά επαγγελματικά κριτήρια, ήτοι επαγγελματικής εμπειρίας και κατάρτισης σε τραπεζικά ή συναφή θέματα, και βάσει κριτηρίων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία αποφασίζει η αρχή εξυγίανσης, και τα οποία διασφαλίζουν την καταλληλότητα του επιλεγόμενου προσώπου.

(γ) Κατά τη διάρκεια του διορισμού του, όπως καθορίζεται στο εδάφιο (5) ή/και εκτέλεσης συγκεκριμένων εργασιών, ο ειδικός διαχειριστής δεν έχει άλλη ενασχόληση ή εργασία, εκτός εάν έχει προηγουμένως δοθεί η σχετική έγκριση της αρχής εξυγίανσης.

(δ) Κατά την ενάσκηση των καθηκόντων του, ο ειδικός διαχειριστής εφαρμόζει την ισχύουσα σχετική νομοθεσία καθώς και τις οδηγίες της αρχής εξυγίανσης, και διαχειρίζεται τις υποθέσεις που του έχουν ανατεθεί, με κάθε επιμέλεια, ήθος, ακεραιότητα, εχεμύθεια και εμπιστευτικότητα.

(ε) Ανεξάρτητα από τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου νόμου, ο οποίος προβλέπει το διορισμό προσώπου με τις ίδιες ή παρόμοιες εξουσίες και αρμοδιότητες ως ειδικός διαχειριστής, οι εν λόγω διατάξεις εφαρμόζονται μόνο κατόπιν της σύμφωνης γνώμης της αρχής εξυγίανσης, χωρίς δε αυτή τη σύμφωνη γνώμη, η εφαρμογή τους είναι εξ αρχής άνευ εννόμου αποτελέσματος, εφόσον η αρχή εξυγίανσης αποφασίσει ότι το ίδρυμα ή το σχετικό πρόσωπο έχει ή πρόκειται να τεθεί υπό καθεστώς εξυγίανσης, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου.

(στ) Η αμοιβή και το εν γένει κόστος που συνεπάγεται ο διορισμός του ειδικού διαχειριστή και οποιουδήποτε άλλου προσώπου που διορίζεται ή προσλαμβάνεται δυνάμει του παρόντος Μέρους, επιβαρύνουν το υπό εξυγίανση ίδρυμα:

Νοείται ότι, σε περίπτωση αδυναμίας του υπό εξυγίανση ιδρύματος να καταβάλει το σύνολο ή μέρος του εν λόγω κόστους, η αρχή εξυγίανσης δύναται να απαιτεί την κάλυψη της σχετικής υποχρέωσης από το Ταμείο Εξυγίανσης.

(ζ) Η αρχή εξυγίανσης γνωστοποιεί την πράξη διορισμού του ειδικού διαχειριστή με οποιοδήποτε τρόπο ήθελε ορίσει.

(2)(α) Ο ειδικός διαχειριστής έχει το νόμιμο καθήκον να λαμβάνει κάθε αναγκαίο μέτρο με σκοπό την προώθηση των στόχων εξυγίανσης που προβλέπονται στο άρθρο 41 και την αποτελεσματικότερη εκτέλεση των μέτρων εξυγίανσης, ήτοι την παροχή οποιασδήποτε υπηρεσίας, διευκόλυνσης ή εκτέλεσης εργασίας, μέχρι την ολοκλήρωση της διαδικασίας εφαρμογής μέτρων εξυγίανσης, σε υπό εξυγίανση ίδρυμα ή/και την επίβλεψη της εκκαθάρισης του υπό εξυγίανση ιδρύματος σύμφωνα με τις κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας.

(β) Εν ανάγκη, το καθήκον που αναφέρεται στην παράγραφο (α) υπερισχύει κάθε άλλου διοικητικού καθήκοντος σύμφωνα με το καταστατικό του ιδρύματος ή το κυπριακό δίκαιο, όταν προκύπτει θέμα ασυμβίβαστου μεταξύ τους.

(3)(α) Για την επίτευξη του σκοπού διορισμού του, ο ειδικός διαχειριστής έχει άμεση πρόσβαση σε οποιαδήποτε στοιχεία ή πληροφορίες του υπό εξυγίανση ιδρύματος και διαθέτει όλες τις εξουσίες των μετόχων και του διοικητικού οργάνου του ιδρύματος τις οποίες ασκεί μόνον υπό τον έλεγχο της αρχής εξυγίανσης.

(β) Χωρίς επηρεασμό της γενικότητας της παραγράφου (α), ο ειδικός διαχειριστής δύναται, σύμφωνα με τους όρους εντολής του, να απαιτεί ή να επιβάλλει όρους για οτιδήποτε από τα ακόλουθα:

(i) Την αύξηση κεφαλαίου του ιδρύματος υπό εξυγίανση∙

(ii) την αναδιοργάνωση της ιδιοκτησιακής δομής του ιδρύματος υπό εξυγίανση∙

(iii) τον περιορισμό του πεδίου εργασιών και επιχειρηματικών εργασιών του ιδρύματος υπό εξυγίανση καθ' οποιονδήποτε τρόπο∙

(iv) την αναθεώρηση ή κατάργηση πολιτικών και στρατηγικών αποφάσεων που επηρεάζουν την οργανική ή λειτουργική δομή του ιδρύματος υπό εξυγίανση∙

(v) την αναθεώρηση επιχειρηματικών υπηρεσιών και πολιτικών, που αφορούν την παροχή χορηγήσεων ή/και αποδοχή και προσέλκυση καταθέσεων∙

(vi) τον περιορισμό ή/και την απαγόρευση μεμονωμένης συναλλαγής, τάξης συναλλαγών ή συγκεκριμένων επενδύσεων∙

(vii) την απομάκρυνση ή αντικατάσταση μελών του διοικητικού οργάνου και ανώτατων διοικητικών στελεχών του υπό εξυγίανση ιδρύματος∙

(viii) τη διατήρηση συγκεκριμένων επιπέδων προληπτικής ρευστότητας και ιδίων κεφαλαίων∙

(ix) εξαγορές από ιδρύματα που είναι υγιή από χρηματοοικονομική και οργανωτική άποψη∙

(x) τη λήψη οποιουδήποτε άλλου μέτρου ή ενέργειας ή την αποφυγή συγκεκριμένων ενεργειών.

(γ) Ο ειδικός διαχειριστής, υπό τον έλεγχο της αρχής εξυγίανσης, δύναται να διενεργήσει οτιδήποτε από τα ακόλουθα:

(i) Το διορισμό ή τοποθέτηση προσωπικού σε οποιαδήποτε οργανική ή διοικητική θέση στο ίδρυμα υπό εξυγίανση∙

(ii) την πρόσληψη εξωτερικών νομικών ή οικονομικών ή άλλης επαγγελματικής ιδιότητας ή κατάρτισης συμβούλων.

(4)(α) Εντός τριάντα (30) ημερών από το διορισμό του ή εντός χρονικού πλαισίου που αποφασίζει η αρχή εξυγίανσης, ο ειδικός διαχειριστής, τηρουμένων των όρων της πράξης διορισμού του, ετοιμάζει και υποβάλλει στην αρχή εξυγίανσης, έκθεση, στην οποία περιλαμβάνονται κατ’ ελάχιστον τα ακόλουθα:

(i) Ενήμερο ισολογισμό, περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων αποτιμημένων σε εύλογη αξία∙

(ii) προβλεπόμενο ισολογισμό για συγκεκριμένη μελλοντική χρονική περίοδο, λαμβάνοντας υπόψη τις επιπτώσεις των μέτρων εξυγίανσης∙

(iii) αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας των μέτρων εξυγίανσης∙

(iv) κατάλογο περιουσιακών στοιχείων σε κατηγορίες ανάλογα με το βαθμό κινδύνου∙

(v) εάν ενδείκνυται, εισηγήσεις για τυχόν ανάγκες εφαρμογής πρόσθετων μέτρων εξυγίανσης ή αναθεώρησης ή ανάκλησης εφαρμοζόμενων μέτρων εξυγίανσης:

Νοείται ότι, η αρχή εξυγίανσης δύναται να λάβει οποιοδήποτε μέτρο εξυγίανσης, ανεξάρτητα από την ολοκλήρωση και υποβολή των εκθέσεων που αναφέρονται στο παρόν εδάφιο.

(β) Ανεξάρτητα από τις άμεσες ενέργειες που πηγάζουν από τους όρους εντολής του, ο ειδικός διαχειριστής ενημερώνει την αρχή εξυγίανσης με τακτικές και έκτακτες εκθέσεις προόδου και εισηγήσεων, ενώ, σε περίπτωση που τούτο κρίνεται επιβαλλόμενο από τις τρέχουσες εξελίξεις σχετικά με το υπό εξυγίανση ίδρυμα, προβαίνει σε άμεση ενημέρωση της αρχής εξυγίανσης:

Νοείται ότι, ο ειδικός διαχειριστής παρέχει οποιοδήποτε στοιχείο, πληροφορία ή ετοιμάζει οποιαδήποτε έκθεση του ζητηθεί από την αρχή εξυγίανσης, εντός του χρονικού πλαισίου που αυτή ήθελε αποφασίσει.

(γ) Κατά τη λήξη της θητείας του, ο ειδικός διαχειριστής ετοιμάζει και υποβάλλει στην αρχή εξυγίανσης έκθεση σχετικά με την οικονομική και χρηματοπιστωτική κατάσταση του ιδρύματος υπό εξυγίανση και τις πράξεις που πραγματοποιήθηκαν κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του.

(5)(α) Ο ειδικός διαχειριστής διορίζεται για χρονική διάρκεια που δεν υπερβαίνει το ένα έτος.

(β) Η θητεία του δύναται να ανανεωθεί κατ’ εξαίρεση, εφόσον η αρχή εξυγίανσης αποφανθεί ότι εξακολουθούν να ισχύουν οι προϋποθέσεις για το διορισμό ειδικού διαχειριστή.

(γ) Η αρχή εξυγίανσης δύναται ανά πάσα στιγμή να απομακρύνει τον ειδικό διαχειριστή από τα καθήκοντά του.

(6) Σε περίπτωση που μία ή περισσότερες αρχές εξυγίανσης κρατών μελών σκοπεύουν να διορίσουν και αυτές ειδικό διαχειριστή σε οντότητες ομίλου, η αρχή εξυγίανσης εξετάζει από κοινού με τις εν λόγω αρχές εξυγίανσης κρατών μελών κατά πόσο είναι ενδεδειγμένο να διοριστεί ένας ειδικός διαχειριστής για όλες τις εμπλεκόμενες οντότητες προκειμένου να διευκολυνθεί η εφαρμογή λύσεων για την αποκατάσταση της χρηματοοικονομικής ευρωστίας των οντοτήτων αυτών.

Αποτίμηση για τους σκοπούς της εξυγίανσης

47.-(1)(α) Πριν αναλάβει δράση εξυγίανσης, η αρχή εξυγίανσης διασφαλίζει τη διενέργεια δίκαιης, συνετής και ρεαλιστικής αποτίμησης των περιουσιακών στοιχείων και των υποχρεώσεων του ιδρύματος ή σχετικού προσώπου από εκτιμητή ανεξάρτητο από κάθε δημόσια αρχή, συμπεριλαμβανομένης της αρχής εξυγίανσης, καθώς και από το ίδρυμα ή το σχετικό πρόσωπο.

(β) Με την επιφύλαξη του άρθρου 86 και του εδαφίου (13) του παρόντος άρθρου, όταν πληρούνται όλες οι απαιτήσεις του παρόντος άρθρου η αποτίμηση θεωρείται οριστική.

(γ) Σε περίπτωση που, σε συνδυασμό με δράση εξυγίανσης, ασκείται και η εξουσία απομείωσης και μετατροπής κεφαλαιακών μέσων και επιλέξιμων υποχρεώσεων σύμφωνα με τα άρθρα 30, 31 και 32(1)(α), η αρχή εξυγίανσης διασφαλίζει τη διενέργεια μίας αποτίμησης που να πληρεί τις απαιτήσεις του παρόντος άρθρου και του άρθρου 32.

(2) Σε περίπτωση που η ανεξάρτητη αποτίμηση δυνάμει του εδαφίου (1) δεν είναι δυνατή, η αρχή εξυγίανσης δύναται να προβαίνει σε προσωρινή αποτίμηση των περιουσιακών στοιχείων και των υποχρεώσεων του ιδρύματος ή του σχετικού προσώπου, σύμφωνα με το εδάφιο (9).

(3) Στόχος της αποτίμησης είναι η εκτίμηση της αξίας των περιουσιακών στοιχείων και των υποχρεώσεων του ιδρύματος ή του σχετικού προσώπου που πληροί τις προϋποθέσεις εξυγίανσης που προβλέπονται στα άρθρα 42 και 43.

(4) Οι σκοποί της αποτίμησης είναι -

(α) Να διαπιστωθεί τεκμηριωμένα εάν πληρούνται ή όχι οι προϋποθέσεις εξυγίανσης· και

(β) εάν πληρούνται οι προϋποθέσεις εξυγίανσης, να ληφθεί τεκμηριωμένη απόφαση σχετικά με την ανάληψη κατάλληλης δράσης εξυγίανσης για το ίδρυμα ή το σχετικό πρόσωπο· και

(γ) όταν εφαρμόζεται το μέτρο διάσωσης με ίδια μέσα, να ληφθεί τεκμηριωμένη απόφαση σχετικά με την έκταση της απομείωσης ή της μετατροπής των υποχρεώσεων υποκείμενων σε διάσωση με ίδια μέσα· και

(δ) όταν εφαρμόζεται το μέτρο μεταβίβασης περιουσιακών στοιχείων, δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων σε μεταβατικό ίδρυμα ή το μέτρο μεταβίβασης περιουσιακών στοιχείων και δικαιωμάτων σε εταιρεία περιουσιακών στοιχείων, να ληφθεί τεκμηριωμένη απόφαση σχετικά με τα περιουσιακά στοιχεία, τα δικαιώματα, τις υποχρεώσεις ή τις μετοχές ή τα άλλα μέσα ιδιοκτησίας προς μεταβίβαση, καθώς και σχετικά με την αξία κάθε αντιτίμου που πρέπει να καταβληθεί στο υπό εξυγίανση ίδρυμα ή, ανάλογα με την περίπτωση, στους κατόχους των μετοχών ή άλλων μέσων ιδιοκτησίας· και

(ε) όταν εφαρμόζεται το μέτρο πώλησης εργασιών, να ληφθεί τεκμηριωμένη απόφαση περί περιουσιακών στοιχείων, δικαιωμάτων, υποχρεώσεων ή μετοχών ή λοιπών μέσων ιδιοκτησίας προς μεταβίβαση και να διαμορφωθεί εμπεριστατωμένη αντίληψη της αρχής εξυγίανσης ως προς το τι συνιστά εμπορικούς όρους για τους σκοπούς του άρθρου 48· και

(στ) σε κάθε περίπτωση, να διασφαλιστεί ότι οποιαδήποτε ζημία επί των περιουσιακών στοιχείων του ιδρύματος ή του σχετικού προσώπου αναγνωρίζεται πλήρως κατά τη στιγμή της εφαρμογής των μέτρων εξυγίανσης.

(5)(α) Με την επιφύλαξη των κανόνων της ΕΕ σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις, κατά περίπτωση, η αποτίμηση βασίζεται σε συνετές παραδοχές, μεταξύ άλλων ως προς τα ποσοστά αθέτησης υποχρεώσεων και το μέγεθος των ζημιών.

(β) Η αποτίμηση δεν θεωρεί δεδομένη την ενδεχόμενη μελλοντική χορήγηση έκτακτης δημόσιας χρηματοπιστωτικής στήριξης, ή επείγουσας στήριξης της ρευστότητας από την Κεντρική Τράπεζα ή κεντρική τράπεζα κράτους μέλους ή τρίτης χώρας, ή οποιασδήποτε στήριξης της ρευστότητας από την Κεντρική Τράπεζα ή κεντρική τράπεζα κράτους μέλους ή τρίτης χώρας που παρέχεται υπό ασυνήθεις όρους εξασφάλισης, διάρκειας και επιτοκίου προς το ίδρυμα ή το σχετικό πρόσωπο, από τη στιγμή που αναλαμβάνεται δράση εξυγίανσης.

(γ) Η αποτίμηση λαμβάνει υπόψη το γεγονός ότι, σε περίπτωση που εφαρμοστεί μέτρο εξυγίανσης -

(i) Η αρχή εξυγίανσης και το Ταμείο Εξυγίανσης μπορεί να ανακτήσει κάθε εύλογη δαπάνη που δεόντως προέκυψε από το ίδρυμα υπό εξυγίανση, σύμφωνα με το άρθρο 45(7)·

(ii) το Ταμείο Εξυγίανσης δύναται να χρεώνει τόκους ή προμήθειες για κάθε δάνειο ή εγγύηση που παρέχεται προς το ίδρυμα υπό εξυγίανση, σύμφωνα με το άρθρο 103.

(6) Η αποτίμηση συμπληρώνεται με τις ακόλουθες πληροφορίες, όπως εμφανίζονται στα λογιστικά βιβλία και αρχεία του ιδρύματος ή του σχετικού προσώπου:

(α) Επικαιροποιημένο ισολογισμό και έκθεση σχετικά με τη χρηματοοικονομική θέση του ιδρύματος ή του σχετικού προσώπου·

(β) ανάλυση και εκτίμηση της λογιστικής αξίας των περιουσιακών στοιχείων·

(γ) κατάλογο των εκκρεμουσών εντός και εκτός ισολογισμού υποχρεώσεων που εμφανίζονται στα βιβλία και στα αρχεία του ιδρύματος ή του σχετικού προσώπου, με ένδειξη των αντίστοιχων πιστώσεων και των βαθμών προτεραιότητας βάσει του ισχύοντος πτωχευτικού δικαίου.

(7) Κατά περίπτωση και προκειμένου να λαμβάνονται με εμπεριστατωμένο τρόπο οι αποφάσεις που προβλέπονται στις παραγράφους (δ) και (ε) του εδαφίου (4), οι πληροφορίες που προβλέπονται στην παράγραφο (β) του εδαφίου (6) μπορούν να συνοδεύονται από ανάλυση και εκτίμηση της αξίας των περιουσιακών στοιχείων και των υποχρεώσεων του ιδρύματος ή του σχετικού προσώπου βάσει αγοραίας αξίας.

(8)(α) Στην αποτίμηση αναφέρεται η κατάταξη των πιστωτών σε τάξεις, σύμφωνα με τον βαθμό προτεραιότητάς τους βάσει του ισχύοντος πτωχευτικού δικαίου, και εκτίμηση της μεταχείρισης που θα μπορούσε να αναμένεται για κάθε τάξη μετόχων και πιστωτών, εάν το ίδρυμα ή το σχετικό πρόσωπο υφίστατο εκκαθάριση υπό κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας.

(β) Η εκτίμηση της παραγράφου (α) δεν επηρεάζει την τήρηση της αρχής περί μη επιδείνωσης της θέσης των πιστωτών, που εφαρμόζεται κατά την έννοια του άρθρου 76.

(9)(α) Σε περίπτωση που, λόγω έκτακτων περιστάσεων, δεν είναι δυνατή η συμμόρφωση με τις απαιτήσεις των εδαφίων (6) και (8) ή όταν εφαρμόζεται το εδάφιο (2), πραγματοποιείται προσωρινή αποτίμηση.

(β) Η προσωρινή αποτίμηση συνάδει με τις απαιτήσεις του εδαφίου (3) και, στον βαθμό που ευλόγως το επιτρέπουν οι περιστάσεις, με τις απαιτήσεις των εδαφίων (1), (6) και (8).

(γ) Η προσωρινή αποτίμηση που αναφέρεται στο παρόν εδάφιο περιλαμβάνει απόθεμα ασφαλείας για πρόσθετες ζημίες, δεόντως αιτιολογημένο.

(10)(α) Αποτίμηση που δεν συμμορφώνεται με όλες τις απαιτήσεις του παρόντος άρθρου θεωρείται προσωρινή, έως ότου διενεργηθεί από ανεξάρτητο εκτιμητή αποτίμηση η οποία να είναι απολύτως συμβατή με όλες τις απαιτήσεις που προβλέπονται στο παρόν άρθρο.

(β) Η εκ των υστέρων οριστική αποτίμηση της παραγράφου (α) διενεργείται το συντομότερο δυνατόν, δύναται δε να διενεργείται χωριστά από την αποτίμηση που αναφέρεται στο άρθρο 76, ή ταυτόχρονα με εκείνη και από τον ίδιο ανεξάρτητο εκτιμητή, αλλά είναι διακριτή από την τελευταία.

(γ) Οι σκοποί της εκ των υστέρων οριστικής αποτίμησης είναι -

(i) Να διασφαλιστεί ότι οποιεσδήποτε ζημιές επί των περιουσιακών στοιχείων του ιδρύματος ή του σχετικού προσώπου καταγράφονται πλήρως στα λογιστικά βιβλία του ιδρύματος ή σχετικού προσώπου· και

(ii) να ληφθεί εμπεριστατωμένη απόφαση σχετικά με επανεγγραφή απαιτήσεων των πιστωτών ή αύξηση της αξίας του καταβληθέντος αντιτίμου, σύμφωνα με το εδάφιο (11).

(11) Σε περίπτωση που από την εκ των υστέρων οριστική αποτίμηση προκύψει διαφορά αξίας των στοιχείων ενεργητικού και παθητικού του ιδρύματος ή του σχετικού προσώπου μεγαλύτερη από αυτήν της προσωρινής αποτίμησης της διαφοράς αξίας των στοιχείων ενεργητικού και παθητικού του ιδρύματος ή του σχετικού προσώπου, η αρχή εξυγίανσης δύναται -

(α) Να ασκήσει τις εξουσίες της και να αυξήσει την αξία των απαιτήσεων των πιστωτών ή των κατόχων των σχετικών κεφαλαιακών μέσων που έχουν απομειωθεί στο πλαίσιο του μέτρου διάσωσης με ίδια μέσα·

(β) να δώσει οδηγίες σε μεταβατικό ίδρυμα ή εταιρεία διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων για την καταβολή προς το ίδρυμα υπό εξυγίανση επιπλέον αντιτίμου για τα περιουσιακά στοιχεία, τα δικαιώματα, τις υποχρεώσεις, ή, κατά περίπτωση, για τις μετοχές ή τα μέσα ιδιοκτησίας προς τους κατόχους των μετοχών ή άλλων μέσων ιδιοκτησίας.

(12) Ανεξάρτητα από το εδάφιο (1), η προσωρινή αποτίμηση που διεξάγεται σύμφωνα με τα εδάφια (9) και (10) αποτελεί έγκυρη βάση προκειμένου η αρχή εξυγίανσης να προβεί σε ενέργειες εξυγίανσης, μεταξύ άλλων της ανάληψης του ελέγχου ενός ιδρύματος που τελεί σε κατάσταση αφερεγγυότητας, ή ενός σχετικού προσώπου.

(13) Η αποτίμηση αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της απόφασης για την εφαρμογή μέτρου εξυγίανσης ή για την άσκηση εξουσίας εξυγίανσης και υπόκειται σε δικαίωμα αγωγής ενώπιον επαρχιακού δικαστηρίου, όχι ως αυτόνομη πράξη, αλλά μπορεί να αποτελεί αντικείμενο αγωγής μαζί με την απόφαση σύμφωνα με το άρθρο 86.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΙ - ΜΕΤΡΟ ΠΩΛΗΣΗΣ ΕΡΓΑΣΙΩΝ
Μέτρο πώλησης εργασιών

48.-(1)(α) Η αρχή εξυγίανσης δύναται να απαιτεί, δια της έκδοσης διατάγματος που δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, τη μεταβίβαση σε ένα αγοραστή που δεν είναι μεταβατικό ίδρυμα -

(i) Μετοχών ή άλλων μέσων ιδιοκτησίας που έχουν εκδοθεί από ίδρυμα υπό εξυγίανση·

(ii) όλων ή οποιωνδήποτε περιουσιακών στοιχείων, δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων ιδρύματος υπό εξυγίανση.

(β) Με την επιφύλαξη του άρθρου 86 και των εδαφίων (8) και (9) του παρόντος άρθρου, η μεταβίβαση που αναφέρεται στην παράγραφο (α) θεωρείται καθ’ όλα έγκυρη πράξη και ισχύει έναντι τρίτων, χωρίς τη συγκατάθεση των μετόχων του ιδρύματος υπό εξυγίανση ή οποιουδήποτε τρίτου μέρους πλην του αποκτώντα και ανεξάρτητα από την ισχύ οποιουδήποτε περιορισμού που επιβάλλεται δυνάμει διατάξεων νομοθεσίας ή ορών σύμβασης ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο, περιλαμβανομένης της συμμόρφωσης με νομικές διαδικασίες που διαφορετικά θα εφαρμόζονταν σύμφωνα, μεταξύ άλλων, με το άρθρο 17 του περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου ή με τον περί Εταιρειών Νόμο, ως διορθώθηκε ή με τον περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο ή με τον περί Δημοσίων Προτάσεων Εξαγοράς Νόμο.

(2) Μια μεταβίβαση σύμφωνα με το εδάφιο (1) πραγματοποιείται με εμπορικούς όρους, λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων, και σύμφωνα με τους κανόνες της ΕΕ σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις.

(3) Η αρχή εξυγίανσης λαμβάνει κάθε εύλογο μέτρο ώστε να εξασφαλίσει εμπορικούς όρους για τη μεταβίβαση σύμφωνα με το εδάφιο (2) οι οποίοι συνάδουν με την αποτίμηση που πραγματοποιείται σύμφωνα με το άρθρο 47, έχοντας υπόψη τις εκάστοτε περιστάσεις.

(4) Με την επιφύλαξη του άρθρου 45(7), οποιοδήποτε αντάλλαγμα καταβάλλεται από τον αποκτώντα αποβαίνει προς όφελος -

(α) Των κατόχων των μετοχών ή άλλων μέσων ιδιοκτησίας, όταν πρόκειται για μεταβίβαση από τους κατόχους των εν λόγω μετοχών ή μέσων προς τον αποκτώντα·

(β) του ιδρύματος υπό εξυγίανση, όταν πρόκειται για μεταβίβαση ορισμένων ή όλων των περιουσιακών στοιχείων ή των υποχρεώσεων του ιδρύματος υπό εξυγίανση.

(5) Μετά την εφαρμογή του μέτρου πώλησης εργασιών, η αρχή εξυγίανσης δύναται να ασκεί την εξουσία μεταβίβασης περισσότερο από μία φορά, προκειμένου να πραγματοποιεί συμπληρωματικές μεταβιβάσεις μετοχών ή άλλων μέσων ιδιοκτησίας που έχουν εκδοθεί από ίδρυμα υπό εξυγίανση ή, κατά περίπτωση, περιουσιακών στοιχείων, δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων του ιδρύματος υπό εξυγίανση.

(6) Κατόπιν της εφαρμογής του μέτρου πώλησης εργασιών, η αρχή εξυγίανσης δύναται, με τη συγκατάθεση του αποκτώντα, να αναμεταβιβάζει περιουσιακά στοιχεία, δικαιώματα ή οι υποχρεώσεις στο ίδρυμα υπό εξυγίανση ή μετοχές ή λοιπά μέσα ιδιοκτησίας στους αρχικούς κατόχους τους, ενώ το ίδρυμα υπό εξυγίανση ή οι αρχικοί κάτοχοι δεν δύνανται να αντιταχθούν στην αναμεταβίβαση:

Νοείται ότι, αναμεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων, δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων σε υπό εξυγίανση ίδρυμα ή μετοχές ή λοιπά μέσα ιδιοκτησίας στους αρχικούς κατόχους είναι δυνατή εφόσον στη συμφωνία μεταβίβασης με τον αποκτώντα προβλέπονται, μεταξύ αλλών, οι προϋποθέσεις της αναμεταβίβασης και η χρονική περίοδος που απαιτείται για την εξέταση της πλήρωσης των προϋποθέσεων αυτών.

(7) Ο αποκτών διαθέτει την αναγκαία άδεια λειτουργίας προκειμένου να διεκπεραιώσει τις επιχειρηματικές δραστηριότητες τις οποίες αναλαμβάνει όταν πραγματοποιείται η μεταβίβαση σύμφωνα με το εδάφιο (1).

(8) Σε περίπτωση που μια μεταβίβαση μετοχών ή άλλων μέσων ιδιοκτησίας δυνάμει της εφαρμογής του μέτρου πώλησης εργασιών θα κατέληγε σε απόκτηση ή αύξηση ειδικής συμμετοχής σε ίδρυμα και η αρμόδια αρχή δεν έχει ολοκληρώσει έγκαιρα την αξιολόγηση που προβλέπεται στο άρθρο 12(1) του περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμου και, σε περίπτωση ΑΠΙ, στο άρθρο 17(1) του περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου, ισχύουν οι ακόλουθες διατάξεις:

(α) Η εν λόγω μεταβίβαση μετοχών ή άλλων μέσων ιδιοκτησίας προς τον αποκτώντα παράγει αμέσως έννομες συνέπειες·

(β) κατά τη διάρκεια της περιόδου αξιολόγησης από την αρμόδια αρχή δυνάμει του εδαφίου αυτού και κάθε περιόδου εκποίησης που προβλέπεται στην παράγραφο (δ) -

(i) Τα δικαιώματα ψήφου του αποκτώντα βάσει των εν λόγω μετοχών ή μέσων ιδιοκτησίας αναστέλλονται και εκχωρούνται αποκλειστικά στην αρχή εξυγίανσης, η οποία δεν υποχρεούται να ασκεί τα σχετικά δικαιώματα ψήφου και δεν φέρει οποιαδήποτε ευθύνη για την άσκηση ή την παράλειψη άσκησής τους,

(ii) οι κυρώσεις και τα λοιπά μέτρα λόγω παράβασης των απαιτήσεων περί απόκτησης ή εκχώρησης ειδικών συμμετοχών σύμφωνα, κατά περίπτωση, με τις διατάξεις του άρθρου 74 του περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμου ή/και του άρθρου 17(9) του περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου δεν εφαρμόζονται για την εν λόγω μεταβίβαση μετοχών ή άλλων μέσων ιδιοκτησίας·

(γ) εάν η αρμόδια αρχή εγκρίνει τη μεταβίβαση των μετοχών ή άλλων μέσων ιδιοκτησίας στον αποκτώντα, παύει η αναστολή των οικείων δικαιωμάτων ψήφου στο πρόσωπό του από το χρονικό σημείο κατά το οποίο η αρχή εξυγίανσης και ο αποκτών λαμβάνουν την εν λόγω ειδοποίηση περί έγκρισης από την αρμόδια αρχή·

(δ) εάν η αρμόδια αρχή αντιταχθεί στη μεταβίβαση μετοχών ή άλλων μέσων ιδιοκτησίας προς τον αποκτώντα -

(i) Τα δικαιώματα ψήφου βάσει αυτών των μετοχών ή άλλων μέσων ιδιοκτησίας, όπως προβλέπεται στην παράγραφο (β), παραμένουν σε πλήρη ισχύ·

(ii) η αρχή εξυγίανσης δύναται να απαιτήσει από τον αποκτώντα να εκποιήσει αυτές τις μετοχές ή τα άλλα μέσα ιδιοκτησίας, εντός περιόδου εκποίησης που ορίζεται από την αρχή εξυγίανσης, αφού ληφθούν υπόψη οι επικρατούσες συνθήκες στην αγορά·

(iii) εάν ο αποκτών δεν ολοκληρώσει την εν λόγω εκποίηση εντός της περιόδου εκποίησης που έχει ορίσει η αρχή εξυγίανσης, η αρχή εξυγίανσης δύναται να συγκατατεθεί σε επιβολή κυρώσεων και λοιπών μέτρων από την αρμόδια αρχή λόγω παράβασης των απαιτήσεων περί απόκτησης ή εκχώρησης ειδικών συμμετοχών.

(9) Οι μεταβιβάσεις που πραγματοποιούνται δυνάμει του μέτρου πώλησης εργασιών υπόκεινται στις διασφαλίσεις που προβλέπονται στο Κεφάλαιο VII του παρόντος Μέρους.

(10) Για τους σκοπούς της άσκησης των δικαιωμάτων παροχής υπηρεσιών ή για τους σκοπούς της εγκατάστασής του σε κράτος μέλος, σύμφωνα, κατά περίπτωση, με τον περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμο ή/και τον περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμο, ο αποκτών θεωρείται ότι αποτελεί συνέχεια του ιδρύματος υπό εξυγίανση και μπορεί να συνεχίσει να ασκεί κάθε δικαίωμα το οποίο ασκούσε το ίδρυμα υπό εξυγίανση όσον αφορά τα μεταβιβαζόμενα περιουσιακά στοιχεία, δικαιώματα ή υποχρεώσεις.

(11)(α) Ο αποκτών δύναται να συνεχίσει να ασκεί τα δικαιώματα συμμετοχής και πρόσβασης σε συστήματα πληρωμών, εκκαθάρισης και διακανονισμού, σε χρηματιστήρια αξιών, σε συστήματα αποζημίωσης επενδυτών και συστήματα εγγύησης των καταθέσεων του υπό εξυγίανση ιδρύματος, εφόσον πληροί τα κριτήρια ιδιότητας μέλους και συμμετοχής για τη συμμετοχή στα συστήματα αυτά.

(β) Ανεξάρτητα από την παράγραφο (α) -

(i) Δεν εμποδίζεται η πρόσβαση στα συστήματα που αναφέρονται στην παράγραφο (α) επειδή ο αποκτών δεν διαθέτει διαβάθμιση από οργανισμό αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας ή επειδή η εν λόγω διαβάθμιση δεν αντιστοιχεί στα επίπεδα διαβάθμισης που απαιτούνται για την πρόσβαση στα συστήματα αυτά·

(ii) σε περίπτωση που ο αποκτών δεν πληροί τα κριτήρια ιδιότητας μέλους ή συμμετοχής σε σχετικό σύστημα πληρωμών, εκκαθάρισης και διακανονισμού, χρηματιστήριο αξιών, σύστημα αποζημίωσης επενδυτών ή σύστημα εγγύησης των καταθέσεων, τα δικαιώματα που αναφέρονται στην παράγραφο (α) ασκούνται για χρονική περίοδο που ορίζει η αρχή εξυγίανσης, η οποία δεν υπερβαίνει τους είκοσι τέσσερις (24) μήνες και δύναται να ανανεωθεί κατόπιν αιτήματος του αποκτώντας προς την αρχή εξυγίανσης.

(12) Με την επιφύλαξη του Κεφαλαίου VII του παρόντος Μέρους, οι μέτοχοι ή οι πιστωτές του ιδρύματος υπό εξυγίανση και άλλα τρίτα μέρη των οποίων τα περιουσιακά στοιχεία, τα δικαιώματα ή οι υποχρεώσεις δεν μεταβιβάζονται, δεν έχουν δικαιώματα, άμεσα ή έμμεσα, επί των μεταβιβαζόμενων περιουσιακών στοιχείων, δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων.

Μέτρο πώλησης εργασιών, διαδικαστικές απαιτήσεις

49.-(1)(α) Με την επιφύλαξη του εδαφίου (3), όταν εφαρμόζει το μέτρο πώλησης εργασιών σε ίδρυμα ή σχετικό πρόσωπο, η αρχή εξυγίανσης θέτει σε πώληση ή προβαίνει σε ρυθμίσεις για να τεθούν σε πώληση τα περιουσιακά στοιχεία, δικαιώματα, υποχρεώσεις, μετοχές ή άλλα μέσα ιδιοκτησίας που σκοπεύει να μεταβιβάσει η αρχή εξυγίανσης.

(β) Για ομάδες δικαιωμάτων, περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων, δύνανται να κινηθούν χωριστές διαδικασίες υποβολής προσφορών.

(2)(α) Με την επιφύλαξη των κανόνων της ΕΕ σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις, κατά την περίπτωση, η διαδικασία που αναφέρεται στο εδάφιο (1) πραγματοποιείται σύμφωνα με τα ακόλουθα κριτήρια:

(i) Είναι όσο το δυνατόν διαφανέστερη και δεν αλλοιώνει ουσιαστικά την εικόνα των περιουσιακών στοιχείων, των δικαιωμάτων, των υποχρεώσεων, των μετοχών ή των άλλων μέσων ιδιοκτησίας του ιδρύματος που σκοπεύει να μεταβιβάσει η αρχή εξυγίανσης, έχοντας υπόψη τις περιστάσεις, και ιδίως την ανάγκη να διατηρηθεί η χρηματοπιστωτική σταθερότητα·

(ii) δεν ευνοεί αδικαιολόγητα κάποιους δυνητικούς αγοραστές ούτε δημιουργεί διακρίσεις μεταξύ τους·

(iii) δεν επηρεάζεται από συγκρούσεις συμφερόντων·

(iv) δεν προσφέρει τυχόν αθέμιτο πλεονέκτημα σε δυνητικό αγοραστή·

(v) λαμβάνει υπόψη την ανάγκη να πραγματοποιηθεί ταχέως η δράση εξυγίανσης·

(vi) στοχεύει στη μεγιστοποίηση, κατά το δυνατόν, της τιμής πώλησης των σχετικών μετοχών ή των άλλων μέσων ιδιοκτησίας, των περιουσιακών στοιχείων, δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων.

(β) Με την επιφύλαξη της υποπαραγράφου (ii) της παραγράφου (α), οι αρχές που καθορίζονται στην παράγραφο (α) δεν εμποδίζουν την αρχή εξυγίανσης να αποκλείσει συγκεκριμένους δυνητικούς αγοραστές.

(γ) Κάθε γνωστοποίηση στο κοινό της θέσης σε πώληση του ιδρύματος ή του σχετικού προσώπου, που κανονικά θα απαιτείτο σύμφωνα με το Άρθρο 17, παράγραφος 1, του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 596/2014, δύναται να αναβληθεί σύμφωνα με το Άρθρο 17, παράγραφος 4 ή 5, του εν λόγω Κανονισμού.

(3) Η αρχή εξυγίανσης δύναται να εφαρμόζει το μέτρο πώλησης εργασιών χωρίς να συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις που καθορίζονται στο εδάφιο (1), όταν διαπιστώνει ότι η συμμόρφωση με τις εν λόγω απαιτήσεις ενδέχεται να υπονομεύσει έναν ή περισσότερους από τους στόχους εξυγίανσης, και ειδικότερα εάν πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

(α) Όταν θεωρεί ότι υπάρχει ουσιαστική απειλή για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, προερχόμενη ή επιδεινούμενη από την κατάσταση αφερεγγυότητας ή πιθανής αφερεγγυότητας του ιδρύματος υπό εξυγίανση· και

(β) όταν θεωρεί ότι η συμμόρφωση με τις απαιτήσεις αυτές ενδέχεται να υπονομεύσει την αποτελεσματικότητα του μέτρου πώλησης εργασιών ως προς την αντιμετώπιση της εν λόγω απειλής ή την επίτευξη του στόχου της εξυγίανσης που αναφέρεται στο άρθρο 41(2)(α)(ii).

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΙΙ - ΜΕΤΡΟ ΜΕΤΑΒΙΒΑΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ, ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ Η΄ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΩΝ ΣΕ ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΟ ΙΔΡΥΜΑ
Μέτρο μεταβίβασης περιουσιακών στοιχείων, δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων σε μεταβατικό ίδρυμα

50.-(1)(α) Προκειμένου να θέσει σε εφαρμογή το μέτρο μεταβίβασης περιουσιακών στοιχείων, δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων σε μεταβατικό ίδρυμα και λαμβανομένης υπόψη της ανάγκης διατήρησης των βασικών λειτουργιών στο μεταβατικό ίδρυμα, η αρχή εξυγίανσης δύναται να μεταβιβάζει, δια της έκδοσης διατάγματος που δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, σε μεταβατικό ίδρυμα -

(i) Μετοχές ή άλλα μέσα ιδιοκτησίας που έχουν εκδοθεί από ένα ή περισσότερα ιδρύματα υπό εξυγίανση·

(ii) όλα ή ορισμένα περιουσιακά στοιχεία, δικαιώματα ή υποχρεώσεις ενός ή περισσοτέρων ιδρυμάτων υπό εξυγίανση.

(β) Με την επιφύλαξη του άρθρου 86, η μεταβίβαση που αναφέρεται στnν παράγραφο (α) δύναται να πραγματοποιείται χωρίς τη συγκατάθεση των μετόχων των ιδρυμάτων υπό εξυγίανση ή οποιουδήποτε τρίτου μέρους πλην του μεταβατικού ιδρύματος και χωρίς να τηρούνται οι διαδικαστικές απαιτήσεις βάσει του δικαίου περί εταιρειών ή αξιογράφων.

(2)(α) Το μεταβατικό ίδρυμα είναι νομικό πρόσωπο που πληροί σωρευτικά τις ακόλουθες απαιτήσεις:

(i) ανήκει εξ ολοκλήρου ή εν μέρει σε μία ή περισσότερες δημόσιες αρχές, περιλαμβανομένου του Συστήματος Εγγύησης Καταθέσεων και Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων, και ελέγχεται από την αρχή εξυγίανσης·

(ii) δημιουργείται με σκοπό την απόκτηση και την κατοχή ορισμένων ή όλων των μετοχών ή άλλων μέσων ιδιοκτησίας που έχουν εκδοθεί από ίδρυμα υπό εξυγίανση ή ορισμένων ή όλων των περιουσιακών στοιχείων, δικαιωμάτων και υποχρεώσεων ενός ή περισσότερων ιδρυμάτων υπό εξυγίανση με σκοπό τη διατήρηση της πρόσβασης σε βασικές λειτουργίες και την πώληση του ιδρύματος ή του σχετικού προσώπου, τη συνέχιση ορισμένων ή όλων των λειτουργιών, υπηρεσιών και εργασιών τους.

(β) Η εφαρμογή του μέτρου διάσωσης με ίδια μέσα για τον σκοπό που αναφέρεται στο άρθρο 53(1)(β) δεν παρακωλύει την ικανότητα της αρχής εξυγίανσης να ελέγχει το μεταβατικό ίδρυμα.

(3) Όταν η αρχή εξυγίανσης εφαρμόζει το μέτρο μεταβίβασης περιουσιακών στοιχείων, δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων σε μεταβατικό ίδρυμα, μεριμνά ώστε η ολική αξία των υποχρεώσεων που μεταβιβάζονται στο μεταβατικό ίδρυμα να μην υπερβαίνει τη συνολική αξία των δικαιωμάτων και περιουσιακών στοιχείων που μεταβιβάζονται από το ίδρυμα υπό εξυγίανση ή παρέχονται από άλλες πηγές.

(4) Με την επιφύλαξη του άρθρου 45(7), κάθε αντάλλαγμα που καταβάλλεται από το μεταβατικό ίδρυμα αποβαίνει προς όφελος -

(α) Των κατόχων των μετοχών ή των μέσων ιδιοκτησίας, όταν ή μεταβίβαση προς το μεταβατικό ίδρυμα πραγματοποιείται με τη μεταβίβαση, από τους κατόχους των εν λόγω μετοχών ή μέσων, προς το μεταβατικό ίδρυμα μετοχών ή μέσων ιδιοκτησίας που έχουν εκδοθεί από το ίδρυμα υπό εξυγίανση·

(β) του ιδρύματος υπό εξυγίανση, όταν η μεταβίβαση προς το μεταβατικό ίδρυμα πραγματοποιείται με τη μεταβίβαση ορισμένων ή όλων των περιουσιακών στοιχείων ή των υποχρεώσεων του ιδρύματος υπό εξυγίανση προς το μεταβατικό ίδρυμα.

(5) Όταν η αρχή εξυγίανσης εφαρμόζει το μέτρο μεταβίβασης περιουσιακών στοιχείων, δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων σε μεταβατικό ίδρυμα, δύναται να ασκεί την εξουσία μεταβίβασης περισσότερο από μία φορά, προκειμένου να πραγματοποιεί συμπληρωματικές μεταβιβάσεις μετοχών ή άλλων μέσων ιδιοκτησίας που έχουν εκδοθεί από ίδρυμα υπό εξυγίανση ή, κατά περίπτωση, περιουσιακών στοιχείων, δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων του ιδρύματος υπό εξυγίανση.

(6) Όταν εφαρμόζει το μέτρο μεταβίβασης περιουσιακών στοιχείων, δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων σε μεταβατικό ίδρυμα, η αρχή εξυγίανσης δύναται:

(α) Να αναμεταβιβάζει δικαιώματα, περιουσιακά στοιχεία ή υποχρεώσεις από το μεταβατικό ίδρυμα στο ίδρυμα υπό εξυγίανση, ή μετοχές ή άλλα μέσα ιδιοκτησίας στους αρχικούς κατόχους τους, ενώ το ίδρυμα υπό εξυγίανση ή οι αρχικοί κάτοχοι υποχρεούνται να δεχθούν πίσω κάθε σχετικό περιουσιακό στοιχείο, δικαίωμα ή υποχρέωση, ή μετοχή ή άλλο μέσο ιδιοκτησίας, υπό την προϋπόθεση ότι πληρούνται οι όροι του εδαφίου (7),

(β) να μεταβιβάζει μετοχές ή άλλα μέσα ιδιοκτησίας ή περιουσιακά στοιχεία, δικαιώματα ή υποχρεώσεις από το μεταβατικό ίδρυμα σε τρίτους.

(7)(α) Η αρχή εξυγίανσης δύναται να αναμεταβιβάζει μετοχές ή άλλα μέσα ιδιοκτησίας ή περιουσιακά στοιχεία, δικαιώματα ή υποχρεώσεις από το μεταβατικό ίδρυμα στο ίδρυμα υπό εξυγίανση, εάν συντρέχει οποιαδήποτε από τις ακόλουθες περιστάσεις:

(i) Η δυνατότητα να μπορούν να αναμεταβιβάζονται οι συγκεκριμένες μετοχές ή άλλα μέσα ιδιοκτησίας, δικαιώματα, περιουσιακά στοιχεία ή υποχρεώσεις δηλώνεται ρητώς στο διάταγμα με το οποίο πραγματοποιήθηκε η μεταβίβαση·

(ii) οι συγκεκριμένες μετοχές ή άλλα μέσα ιδιοκτησίας, περιουσιακά στοιχεία, δικαιώματα ή υποχρεώσεις όντως δεν εμπίπτουν, ούτε πληρούν τις προϋποθέσεις να εμπίπτουν, στις κατηγορίες μεταβιβαστέων μετοχών ή άλλων μέσων ιδιοκτησίας, περιουσιακών στοιχείων, δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων που καθορίζονται στο διάταγμα με το οποίο πραγματοποιήθηκε η μεταβίβαση.

(β) Κάθε αναμεταβίβαση που προβλέπεται στην παράγραφο (α) δύναται να πραγματοποιείται εντός οποιουδήποτε χρονικού διαστήματος και πληροί οποιεσδήποτε άλλες προϋποθέσεις που δηλώνονται στο διάταγμα με το οποίο πραγματοποιήθηκε η μεταβίβαση, για τον σχετικό σκοπό.

(8) Οι μεταβιβάσεις μεταξύ του ιδρύματος υπό εξυγίανση ή των αρχικών κατόχων των μετοχών ή άλλων μέσων ιδιοκτησίας, αφενός, και του μεταβατικού ιδρύματος, αφετέρου, υπόκεινται στις διασφαλίσεις που προβλέπονται στον Κεφάλαιο VII του παρόντος Μέρους.

(9)(α) Για τους σκοπούς της άσκησης των δικαιωμάτων παροχής υπηρεσιών ή για τους σκοπούς της εγκατάστασής του σε κράτος μέλος, σύμφωνα, κατά περίπτωση, με τον περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμο ή/και τον περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμο, μεταβατικό ίδρυμα θεωρείται ότι αποτελεί συνέχεια του ιδρύματος υπό εξυγίανση και μπορεί να συνεχίσει να ασκεί κάθε τέτοιο δικαίωμα το οποίο ασκούσε το ίδρυμα υπό εξυγίανση όσον αφορά μεταβιβαζόμενα περιουσιακά στοιχεία, δικαιώματα ή υποχρεώσεις.

(β) Για σκοπούς άλλους από τους προβλεπόμενους στην παράγραφο (α), η αρχή εξυγίανσης δύναται να ορίζει ότι το μεταβατικό ίδρυμα θεωρείται ότι αποτελεί συνέχεια του ιδρύματος υπό εξυγίανση και μπορεί συνεχίσει να ασκεί κάθε δικαίωμα που ασκούσε το ίδρυμα υπό εξυγίανση όσον αφορά τα μεταβιβαζόμενα περιουσιακά στοιχεία, δικαιώματα ή υποχρεώσεις.

(10)(α) Το μεταβατικό ίδρυμα μπορεί να συνεχίσει να ασκεί τα δικαιώματα συμμετοχής και πρόσβασης σε συστήματα πληρωμών, εκκαθάρισης και διακανονισμού, σε χρηματιστήρια αξιών, συστήματα αποζημίωσης επενδυτών και συστήματα εγγύησης των καταθέσεων του υπό εξυγίανση ιδρύματος, εφόσον πληροί τα κριτήρια ιδιότητας μέλους και συμμετοχής για τη συμμετοχή στα συστήματα αυτά.

(β) Ανεξάρτητα από την παράγραφο (α) -

(i) Δεν εμποδίζεται η πρόσβαση στα συστήματα που αναφέρονται στην παράγραφο (α) επειδή το μεταβατικό ίδρυμα δεν διαθέτει διαβάθμιση από οργανισμό αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας ή επειδή η εν λόγω διαβάθμιση δεν αντιστοιχεί στα επίπεδα διαβάθμισης που απαιτούνται για την πρόσβαση στα συστήματα αυτά·

(ii) σε περίπτωση που το μεταβατικό ίδρυμα δεν πληροί τα κριτήρια ιδιότητας μέλους και συμμετοχής σε σχετικό σύστημα πληρωμών, εκκαθάρισης ή διακανονισμού, χρηματιστήριο αξιών, σύστημα αποζημίωσης επενδυτών ή σύστημα εγγύησης καταθέσεων, τα δικαιώματα που αναφέρονται στην παράγραφο (α) ασκούνται για χρονική περίοδο που ορίζει η αρχή εξυγίανσης, η οποία δεν υπερβαίνει τους είκοσι τέσσερις (24) μήνες και δύναται να ανανεωθεί κατόπιν αιτήματος του μεταβατικού ιδρύματος προς την αρχή εξυγίανσης.

(11) Με την επιφύλαξη του Κεφαλαίου VII του παρόντος Μέρους, οι μέτοχοι ή οι πιστωτές του ιδρύματος υπό εξυγίανση και άλλα τρίτα μέρη των οποίων τα περιουσιακά στοιχεία, τα δικαιώματα ή οι υποχρεώσεις δεν μεταβιβάζονται στο μεταβατικό ίδρυμα, δεν έχουν δικαιώματα, άμεσα ή έμμεσα, επί των περιουσιακών στοιχείων, δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων που μεταβιβάζονται στο μεταβατικό ίδρυμα, έναντι του διοικητικού οργάνου του ή έναντι των ανώτατων διοικητικών στελεχών του.

(12) Οι στόχοι του μεταβατικού ιδρύματος δεν συνεπάγονται καμία υποχρέωση ή ευθύνη έναντι των μετόχων ή πιστωτών του ιδρύματος υπό εξυγίανση και το διοικητικό όργανο ή τα ανώτατα διοικητικά στελέχη δεν υπέχουν καμία ευθύνη έναντι αυτών των μετόχων και πιστωτών για πράξεις και παραλείψεις κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, εκτός εάν η πράξη ή παράλειψη είναι, κατά την κυπριακή νομοθεσία, προϊόν βαρείας αμέλειας ή σοβαρού παραπτώματος που θίγει άμεσα τα δικαιώματα αυτών των μετόχων και πιστωτών.

Λειτουργία του μεταβατικού ιδρύματος

51.-(1)(α) Το μεταβατικό ίδρυμα λειτουργεί υπό τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

(i) Τα ιδρυτικά έγγραφα του μεταβατικού ιδρύματος εγκρίνονται από την αρχή εξυγίανσης·

(ii) η αρχή εξυγίανσης εγκρίνει το διοικητικό όργανο του μεταβατικού ιδρύματος·

(iii) η αρχή εξυγίανσης εγκρίνει τις αποδοχές των μελών του διοικητικού οργάνου και προσδιορίζει τις αρμοδιότητές τους·

(iv) η αρχή εξυγίανσης εγκρίνει τη στρατηγική και το προφίλ κινδύνου του μεταβατικού ιδρύματος·

(v) το μεταβατικό ίδρυμα λαμβάνει άδεια λειτουργίας σύμφωνα με τον περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμο ή/και τον περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμο, κατά περίπτωση, και διαθέτει την αναγκαία άδεια για να διεκπεραιώσει τις εργασίες ή τις υπηρεσίες που αποκτά δυνάμει της μεταβίβασης που πραγματοποιείται σύμφωνα με το άρθρο 65 του παρόντος Νόμου·

(vi) το μεταβατικό ίδρυμα πληροί τις εποπτικές απαιτήσεις και υπόκειται σε εποπτεία σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και τον περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμο ή/και τον περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμο, κατά περίπτωση·

(vii) η λειτουργία του μεταβατικού ιδρύματος συνάδει με τους κανόνες της ΕΕ για κρατικές ενισχύσεις, και η αρχή εξυγίανσης δύναται να θέσει σχετικούς περιορισμούς στις δραστηριότητές του.

(β) Ανεξάρτητα από τις υποπαραγράφους (v) και (vi) της παραγράφου (α), και εφόσον αυτό απαιτείται προκειμένου να επιτευχθούν οι στόχοι εξυγίανσης, το μεταβατικό ίδρυμα μπορεί να συσταθεί και να λάβει άδεια λειτουργίας χωρίς να συμμορφώνεται με τις διατάξεις του περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμου ή/και του περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου, κατά περίπτωση, για σύντομο χρονικό διάστημα κατά την έναρξη της λειτουργίας του.

(γ) Για τον σκοπό της παραγράφου (β), η αρχή εξυγίανσης υποβάλλει σχετικό αίτημα στην αρμόδια αρχή.

(2) Με την επιφύλαξη τυχόν περιορισμών που επιβάλλονται δια ή δυνάμει του περί ανταγωνισμού δικαίου της ΕΕ ή του κυπριακού δικαίου, η διοίκηση του μεταβατικού ιδρύματος διευθύνει το μεταβατικό ίδρυμα με σκοπό τη διατήρηση της πρόσβασης σε βασικές λειτουργίες και την πώληση του ιδρύματος, ή του σχετικού προσώπου, και των περιουσιακών στοιχείων, δικαιωμάτων ή υποχρεώσεών του, σε έναν ή περισσότερους αγοραστές του ιδιωτικού τομέα, όταν οι συνθήκες είναι κατάλληλες και εντός της χρονικής περιόδου που ορίζεται στο εδάφιο (5) ή, κατά περίπτωση, στο εδάφιο (6).

(3) Η αρχή εξυγίανσης αποφασίζει ότι το μεταβατικό ίδρυμα δεν αποτελεί πλέον μεταβατικό ίδρυμα κατά την έννοια του άρθρου 50(2) σε οποιαδήποτε από τις ακόλουθες περιπτώσεις προκύπτει πρώτη:

(α) Το μεταβατικό ίδρυμα συγχωνεύεται με άλλη οντότητα·

(β) το μεταβατικό ίδρυμα παύει να πληροί τις απαιτήσεις του άρθρου 50(2)·

(γ) πώληση εξ ολοκλήρου ή σχεδόν εξ ολοκλήρου των περιουσιακών στοιχείων, δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων του μεταβατικού ιδρύματος σε τρίτο μέρος·

(δ) λήξη της χρονικής περιόδου που ορίζεται στο εδάφιο (5) ή, κατά περίπτωση, στο εδάφιο (6)·

(ε) τα περιουσιακά στοιχεία του μεταβατικού ιδρύματος έχουν εξαντληθεί και οι υποχρεώσεις του έχουν εκπληρωθεί στο σύνολό τους.

(4)(α) Σε περίπτωση που η αρχή εξυγίανσης επιδιώκει την πώληση του μεταβατικού ιδρύματος ή των περιουσιακών του στοιχείων, δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων, το μεταβατικό ίδρυμα ή τα σχετικά περιουσιακά στοιχεία ή οι υποχρεώσεις τίθενται προς πώληση φανερά και με διαφανή τρόπο, χωρίς η πώληση να παρουσιάζει ουσιωδώς ανακριβή εικόνα ούτε να ευνοεί ή διακρίνει αυθαίρετα μεταξύ δυνητικών αγοραστών.

(β) Κάθε τέτοια πώληση που προβλέπεται στην παράγραφο (α) πραγματοποιείται με εμπορικούς όρους, λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων και σύμφωνα με τους κανόνες της ΕΕ σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις.

(5) Εάν δεν προκύψει κανένα από τα γεγονότα που αναφέρονται στις παραγράφους (α), (β), (γ) και (ε) του εδαφίου (3), η αρχή εξυγίανσης θέτει σε εκκαθάριση το μεταβατικό ίδρυμα στο πλαίσιο των κανονικών διαδικασιών αφερεγγυότητας το συντομότερο δυνατόν και σε κάθε περίπτωση μετά το πέρας δύο ετών από την ημερομηνία κατά την οποία πραγματοποιήθηκε η τελευταία μεταβίβαση από ίδρυμα υπό εξυγίανση δυνάμει του μέτρου μεταβίβασης περιουσιακών στοιχείων, δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων σε μεταβατικό ίδρυμα.

(6) Η αρχή εξυγίανσης δύναται να παρατείνει τη χρονική περίοδο που αναφέρεται στο εδάφιο (5) για μία ή περισσότερες μονοετείς περιόδους, όταν -

(α) Με την εν λόγω παράταση υποστηρίζονται τα αποτελέσματα που αναφέρονται στις παραγράφους (α), (β), (γ) και (ε) του εδαφίου (3)· ή

(β) η εν λόγω παράταση είναι αναγκαία για τη διασφάλιση της συνέχειας των βασικών τραπεζικών ή χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών.

(7) Κάθε απόφαση της αρχής εξυγίανσης να παρατείνει τη χρονική περίοδο που αναφέρεται στο εδάφιο (5) αιτιολογείται και περιλαμβάνει λεπτομερή αξιολόγηση της κατάστασης που δικαιολογεί την παράταση, συμπεριλαμβανομένων των συνθηκών και των προοπτικών της αγοράς.

(8)(α) Σε περίπτωση που οι λειτουργίες του μεταβατικού ιδρύματος παύσουν υπό τις συνθήκες που αναφέρονται στις παραγράφους (γ) και (δ) του εδαφίου (3), το μεταβατικό ίδρυμα εκκαθαρίζεται στο πλαίσιο κανονικών διαδικασιών αφερεγγυότητας.

(β) Με την επιφύλαξη του άρθρου 45(7), τυχόν έσοδα από την περάτωση της λειτουργίας του μεταβατικού ιδρύματος αποδίδονται στους μετόχους.

(9) Σε περίπτωση που ένα μεταβατικό ίδρυμα χρησιμοποιείται για τη μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων ή υποχρεώσεων περισσότερων του ενός ιδρυμάτων υπό εξυγίανση, η υποχρέωση που προβλέπεται στο εδάφιο (8) αφορά τα περιουσιακά στοιχεία και τις υποχρεώσεις που έχουν μεταβιβαστεί από κάθε ένα από τα ιδρύματα υπό εξυγίανση και όχι το ίδιο το μεταβατικό ίδρυμα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV - ΜΕΤΡΟ ΜΕΤΑΒΙΒΑΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΚΑΙ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΣΕ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ
Μέτρο μεταβίβασης περιουσιακών στοιχείων και δικαιωμάτων σε εταιρεία διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων

52.-(1)(α) Η αρχή εξυγίανσης, προκειμένου να θέσει σε εφαρμογή το μέτρο μεταβίβασης περιουσιακών στοιχείων και δικαιωμάτων σε εταιρεία διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων, δύναται να μεταβιβάζει, μέσω της έκδοσης διατάγματος που δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, περιουσιακά στοιχεία, δικαιώματα ή υποχρεώσεις ενός ιδρύματος υπό εξυγίανση ή ενός μεταβατικού ιδρύματος σε μία ή περισσότερες εταιρείες διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων.

(β) Με την επιφύλαξη του άρθρου 86, η μεταβίβαση που αναφέρεται στην παράγραφο (α) δύναται να πραγματοποιείται χωρίς τη συγκατάθεση των μετόχων των ιδρυμάτων υπό εξυγίανση ή οποιουδήποτε τρίτου μέρους πλην του μεταβατικού ιδρύματος και χωρίς να τηρούνται οι διαδικαστικές απαιτήσεις βάσει του δικαίου περί εταιρειών ή αξιογράφων.

(2) Για τους σκοπούς του μέτρου μεταβίβασης περιουσιακών στοιχείων και δικαιωμάτων σε εταιρεία διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων, εταιρεία διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων είναι εταιρεία που πληροί σωρευτικά τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

(α) ανήκει εξ ολοκλήρου ή εν μέρει σε μία ή περισσότερες δημόσιες αρχές, περιλαμβανομένου και του Συστήματος Εγγύησης Καταθέσεων και Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων και ελέγχεται από την αρχή εξυγίανσης·

(β) έχει δημιουργηθεί με σκοπό να λάβει ορισμένα ή όλα τα περιουσιακά στοιχεία, δικαιώματα και υποχρεώσεις ενός ή περισσοτέρων ιδρυμάτων υπό εξυγίανση ή ενός μεταβατικού ιδρύματος.

(3) Η εταιρεία διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων διαχειρίζεται τα περιουσιακά στοιχεία που μεταβιβάζονται σε αυτήν με σκοπό τη μεγιστοποίηση της αξίας τους μέσω ενδεχόμενης πώλησης ή συντεταγμένης εκκαθάρισης.

(4) Η εταιρεία διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων λειτουργεί υπό τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

(α) Τα ιδρυτικά έγγραφα της εταιρείας διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων εγκρίνονται από την αρχή εξυγίανσης·

(β) η αρχή εξυγίανσης εγκρίνει το διοικητικό όργανο της εταιρείας·

(γ) η αρχή εξυγίανσης εγκρίνει τις αποδοχές των μελών του διοικητικού οργάνου και προσδιορίζει τις σχετικές αρμοδιότητές τους·

(δ) η αρχή εξυγίανσης εγκρίνει τη στρατηγική και το προφίλ κινδύνου της εταιρείας διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων.

(5) Η αρχή εξυγίανσης δύναται να ασκεί την εξουσία που προβλέπεται στο εδάφιο (1) όσον αφορά τη μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων, δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων, μόνον εφόσον -

(α) Η κατάσταση της συγκεκριμένης αγοράς για αυτά τα περιουσιακά στοιχεία είναι πιθανό να επιφέρει δυσμενείς συνέπειες σε μία ή περισσότερες χρηματοπιστωτικές αγορές σε περίπτωση ρευστοποίησης των εν λόγω περιουσιακών στοιχείων στο πλαίσιο κανονικών διαδικασιών αφερεγγυότητας· ή

(β) η μεταβίβαση είναι απαραίτητη προκειμένου να διασφαλιστεί η εύρυθμη λειτουργία του ιδρύματος υπό εξυγίανση ή του μεταβατικού ιδρύματος· ή

(γ) η μεταβίβαση είναι απαραίτητη προκειμένου να μεγιστοποιηθούν τα έσοδα από τη ρευστοποίηση.

(6)(α) Η αρχή εξυγίανσης, όταν εφαρμόζει το μέτρο μεταβίβασης περιουσιακών στοιχείων και δικαιωμάτων σε εταιρεία διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων, προσδιορίζει το αντάλλαγμα έναντι του οποίου μεταβιβάζονται τα περιουσιακά στοιχεία, τα δικαιώματα ή οι υποχρεώσεις στην εταιρεία διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων, σύμφωνα με τις αρχές που καθορίζονται στο άρθρο 47 και σύμφωνα με τους κανόνες της ΕΕ σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις.

(β) Το αντάλλαγμα που αναφέρεται στην παράγραφο (α) δύναται να είναι συμβολικό ή αρνητικό.

(7)(α) Με την επιφύλαξη του άρθρου 45(7), κάθε αντάλλαγμα που καταβάλλεται από την εταιρεία διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων αναφορικά με τα περιουσιακά στοιχεία που αποκτά άμεσα από το ίδρυμα υπό εξυγίανση καταβάλλεται στο τελευταίο.

(β) Το αντάλλαγμα που αναφέρεται στην παράγραφο (α) δύναται να καταβάλλεται υπό μορφή χρεωστικών τίτλων που εκδίδονται από την εταιρεία διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων.

(8) Σε περίπτωση που έχει εφαρμοστεί το μέτρο μεταβίβασης περιουσιακών στοιχείων, δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων σε μεταβατικό ίδρυμα, η εταιρεία διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων δύναται, μετά την εφαρμογή του μέτρου μεταβίβασης περιουσιακών στοιχείων, δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων σε μεταβατικό ίδρυμα, να αποκτήσει περιουσιακά στοιχεία, δικαιώματα ή υποχρεώσεις από το μεταβατικό ίδρυμα.

(9)(α) Η αρχή εξυγίανσης δύναται να μεταβιβάζει περιουσιακά στοιχεία, δικαιώματα ή υποχρεώσεις από το ίδρυμα υπό εξυγίανση σε μία ή περισσότερες εταιρείες διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων σε περισσότερες από μία περιπτώσεις, καθώς επίσης και να αναμεταβιβάζει περιουσιακά στοιχεία, δικαιώματα ή υποχρεώσεις από μία ή περισσότερες εταιρείες διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων προς το ίδρυμα υπό εξυγίανση, υπό την προϋπόθεση ότι πληρούνται οι όροι του εδαφίου (10).

(β) Το ίδρυμα υπό εξυγίανση υποχρεούται να δεχθεί εκ νέου κάθε περιουσιακό στοιχείο, δικαίωμα ή υποχρέωση που αναμεταβιβάζεται σε αυτό σύμφωνα με την παράγραφο (α).

(10)(α) Η αρχή εξυγίανσης δύναται να αναμεταβιβάζει δικαιώματα, περιουσιακά στοιχεία ή υποχρεώσεις από την εταιρεία διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων στο ίδρυμα υπό εξυγίανση σε οποιανδήποτε από τις ακόλουθες περιστάσεις:

(i) Όταν η δυνατότητα αναμεταβίβασης των συγκεκριμένων δικαιωμάτων, περιουσιακών στοιχείων ή υποχρεώσεων δηλώνεται ρητώς στο διάταγμα με το οποίο πραγματοποιήθηκε η μεταβίβαση·

(ii) όταν τα συγκεκριμένα δικαιώματα, περιουσιακά στοιχεία ή υποχρεώσεις δεν εμπίπτουν στις κατηγορίες δικαιωμάτων, περιουσιακών στοιχείων ή υποχρεώσεων που καθορίζονται στο διάταγμα με το οποίο πραγματοποιήθηκε η μεταβίβαση ή δεν πληρούν τις προϋποθέσεις μεταβίβασης του εν λόγω διατάγματος.

(β) Σε οποιαδήποτε από τις περιπτώσεις των υποπαραγράφων (i) και (ii) της παραγράφου (α), η αναμεταβίβαση δύναται να πραγματοποιείται εντός οποιουδήποτε χρονικού διαστήματος και συνάδει με τυχόν όρους που ρητώς ορίζονται στο σχετικό προς αυτόν τον σκοπό διάταγμα.

(11) Οι μεταβιβάσεις μεταξύ του ιδρύματος υπό εξυγίανση και της εταιρείας διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων υπόκεινται στις διασφαλίσεις για τις μερικές μεταβιβάσεις περιουσιακών στοιχείων, οι οποίες προβλέπονται στο Κεφάλαιο VII του παρόντος Μέρους.

(12) Με την επιφύλαξη του Κεφαλαίου VII του παρόντος Μέρους, οι μέτοχοι και οι πιστωτές του ιδρύματος υπό εξυγίανση και άλλα τρίτα μέρη των οποίων τα περιουσιακά στοιχεία, τα δικαιώματα ή οι υποχρεώσεις δεν μεταβιβάζονται στην εταιρεία διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων, δεν έχουν δικαιώματα, άμεσα ή έμμεσα, επί των περιουσιακών στοιχείων, δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων που μεταβιβάζονται στην εταιρεία διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων, ούτε έναντι του διοικητικού οργάνου της ή των ανώτατων διοικητικών στελεχών της.

(13) Οι στόχοι της εταιρείας διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων δεν συνεπάγονται καμία υποχρέωση ή ευθύνη έναντι των μετόχων ή πιστωτών του ιδρύματος υπό εξυγίανση.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ V - ΜΕΤΡΟ ΔΙΑΣΩΣΗΣ ΜΕ ΙΔΙΑ ΜΕΣΑ
Τμήμα 1 - Στόχος και πεδίο εφαρμογής του μέτρου διάσωσης με ίδια μέσα
Μέτρο διάσωσης με ίδια μέσα

53.-(1) Η αρχή εξυγίανσης δύναται να απαιτεί, μέσω της έκδοσης διατάγματος που δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, την εφαρμογή του μέτρου διάσωσης με ίδια μέσα για την επίτευξη των στόχων εξυγίανσης που προσδιορίζονται στο άρθρο 41, σύμφωνα με τις αρχές εξυγίανσης που ορίζει το άρθρο 44, για οποιονδήποτε από τους ακόλουθους σκοπούς:

(α) Για την ανακεφαλαιοποίηση ενός ιδρύματος, ή ενός σχετικού προσώπου, που πληροί τις προϋποθέσεις εξυγίανσης σε βαθμό που να επιτρέπει-

(i) την αποκατάσταση της δυνατότητας συμμόρφωσης με τις προϋποθέσεις της άδειας λειτουργίας του ιδρύματος ή, εφόσον τέτοιες προϋποθέσεις υφίστανται για το σχετικό πρόσωπο, του σχετικού προσώπου, και

(ii) τη συνέχιση της διεκπεραίωσης των εργασιών για τις οποίες έχει λάβει άδεια λειτουργίας σύμφωνα με τον περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμο ή τον περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμο, κατά περίπτωση, και

(iii) τη διατήρηση επαρκούς εμπιστοσύνης των αγορών στο ίδρυμα ή το σχετικό πρόσωπο·

(β) για τη μετατροπή σε μετοχικό κεφάλαιο ή τη μείωση της αξίας των απαιτήσεων ή των χρεωστικών μέσων που μεταβιβάζονται:

(i) σε μεταβατικό ίδρυμα, με σκοπό την παροχή κεφαλαίου για το εν λόγω μεταβατικό ίδρυμα, ή

(ii) στο πλαίσιο εφαρμογής του μέτρου πώλησης εργασιών ή του μέτρου μεταβίβασης περιουσιακών στοιχείων και δικαιωμάτων σε εταιρεία διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων.

(2)(α) Σε περίπτωση όπου ευλόγως διαφαίνεται ότι η εφαρμογή του μέτρου διάσωσης με ίδια μέσα, σε συνδυασμό με άλλα σχετικά μέτρα, συμπεριλαμβανομένων μέτρων που εφαρμόζονται σύμφωνα με το σχέδιο αναδιοργάνωσης που απαιτείται δυνάμει του άρθρου 61, θα αποκαταστήσει τη χρηματοοικονομική ευρωστία του ιδρύματος ή του σχετικού προσώπου, επιτυγχάνοντας, επιπλέον, τους σχετικούς στόχους της εξυγίανσης, η αρχή εξυγίανσης δύναται να εφαρμόζει το μέτρο διάσωσης με ίδια μέσα για τον σκοπό που αναφέρεται στην υποπαράγραφο (α) του εδαφίου (1).

(β) Σε κάθε άλλη περίπτωση, η αρχή εξυγίανσης δύναται να εφαρμόζει οποιοδήποτε από τα μέτρα εξυγίανσης που αναφέρονται στο άρθρο 45(3)(α), (β) και (γ) και το μέτρο αναδιάρθρωσης που αναφέρεται στην υποπαράγραφο (β) του εδαφίου (1) του παρόντος άρθρου.

(3) Η αρχή εξυγίανσης δύναται να εφαρμόζει το μέτρο διάσωσης με ίδια μέσα σε όλα τα ιδρύματα ή τα σχετικά πρόσωπα, διατηρώντας ή μεταβάλλοντας τη νομική μορφή τους.

Πεδίο εφαρμογής του μέτρου διάσωσης με ίδια μέσα

54.-(1) Το μέτρο διάσωσης με ίδια μέσα δύναται να εφαρμοστεί σε όλες τις υποχρεώσεις ιδρύματος ή σχετικού προσώπου που δεν εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής του εν λόγω μέτρου, σύμφωνα με τα εδάφια (2) και (3).

(2) Η αρχή εξυγίανσης δεν ασκεί τις εξουσίες απομείωσης και μετατροπής όσον αφορά τις ακόλουθες υποχρεώσεις, ανεξαρτήτως εάν αυτές διέπονται από το δίκαιο κράτους μέλους ή τρίτης χώρας:

(α) Καλυπτόμενες καταθέσεις·

(β) εξασφαλισμένες υποχρεώσεις, συμπεριλαμβανομένων των καλυμμένων ομολόγων και των υποχρεώσεων υπό μορφή χρηματοπιστωτικών μέσων χρησιμοποιούμενων για σκοπούς αντιστάθμισης κινδύνου, τα οποία αποτελούν αναπόσπαστο μέρος των συνολικών στοιχείων κάλυψης και εξασφαλίζονται κατά τρόπο παρόμοιο με αυτόν των καλυμμένων ομολόγων·

(γ) κάθε υποχρέωση που προκύπτει από την κατοχή, από το ίδρυμα ή το σχετικό πρόσωπο, περιουσιακών στοιχείων πελατών ή ρευστών των πελατών, συμπεριλαμβανομένων περιουσιακών στοιχείων πελατών ή ρευστών των πελατών που έχουν στην κατοχή τους για λογαριασμό ΟΣΕΚΑ, όπως ορίζεται στο άρθρο 2(1) του περί των Ανοικτού Τύπου Οργανισμών Συλλογικών Επενδύσεων Νόμου, ή ΟΕΕ, όπως ορίζεται στο άρθρο 2 του περί Διαχειριστών Οργανισμών Εναλλακτικών Επενδύσεων Νόμου, υπό την προϋπόθεση ότι οι εν λόγω πελάτες προστατεύονται δυνάμει της ισχύουσας νομοθεσίας περί αφερεγγυότητας·

(δ) κάθε υποχρέωση που προκύπτει από σχέση καταπίστευσης μεταξύ του ιδρύματος ή του σχετικού προσώπου, ως καταπιστευματοδόχου, και ενός άλλου προσώπου, ως δικαιούχου, υπό την προϋπόθεση ότι ο εν λόγω δικαιούχος προστατεύεται με βάση την ισχύουσα νομοθεσία περί αφερεγγυότητας ή από διατάξεις περί αστικού δικαίου·

(ε) υποχρεώσεις προς ιδρύματα ως ορίζονται στο Άρθρο 2, παράγραφος 1, σημείο 23) της Οδηγίας 2013/59, εξαιρουμένων των οντοτήτων που ανήκουν στον ίδιο όμιλο, με αρχική διάρκεια μικρότερη των επτά (7) ημερών·

(στ) υποχρεώσεις που έχουν εναπομένουσα διάρκεια μικρότερη των επτά (7) ημερών, έναντι συστημάτων ή φορέων εκμετάλλευσης συστημάτων που ορίζονται σύμφωνα με τον περί του Αμετάκλητου του Διακανονισμού στα Συστήματα Πληρωμών και στα Συστήματα Διακανονισμού Αξιογράφων Νόμο ή των συμμετεχόντων σε αυτά και που προκύπτουν από συμμετοχή στα εν λόγω συστήματα ή κεντρικών αντισυμβαλλομένων που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας εντός της ΕΕ βάσει του Άρθρου 14 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 και κεντρικών αντισυμβαλλομένων τρίτης χώρας που έχουν αναγνωριστεί από την ΕΑΚΑΑ βάσει του Άρθρου 25 του εν λόγω Κανονισμού·

(ζ) υποχρέωση σε οποιονδήποτε από τους εξής:

(i) εργαζόμενο, όσον αφορά δεδουλευμένες αποδοχές, συνταξιοδοτικά δικαιώματα ή άλλες σταθερές αποδοχές, εκτός από τη μεταβλητή συνιστώσα των αποδοχών που δεν ρυθμίζεται από συλλογική σύμβαση:

Νοείται ότι, στην παρούσα υποπαράγραφο δεν εμπίπτει μεταβλητή συνιστώσα των αποδοχών των προσώπων που αναλαμβάνουν σημαντικούς κινδύνους όπως ορίζεται στην παράγραφο 50 της περί Ρυθμίσεων Διακυβέρνησης και Διαχείρισης Πιστωτικών Ιδρυμάτων Οδηγίας του 2014 ή στην παράγραφο 20(2) της Οδηγίας της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς για την Προληπτική Εποπτεία των Επιχειρήσεων Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών,

(ii) εμπορικό πιστωτή ή προμηθευτή, που συνδέεται με την παροχή στο ίδρυμα ή στο σχετικό πρόσωπο αγαθών και υπηρεσιών, κρίσιμων για την καθημερινή λειτουργία του, συμπεριλαμβανομένων των υπηρεσιών πληροφορικής, κοινής ωφελείας, καθώς και της ενοικίασης, συντήρησης και φροντίδας των εγκαταστάσεων,

(iii) τις φορολογικές αρχές και αρχές κοινωνικής ασφάλισης, εφόσον οι υποχρεώσεις αυτές είναι προνομιούχες σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία,

(iv) σύστημα εγγύησης καταθέσεων το οποίο προκύπτει από τις συνεισφορές που οφείλονται σύμφωνα με τον περί Συστήματος Εγγύησης των Καταθέσεων και Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμο του 2016,

(v) φιλανθρωπικά ιδρύματα κατά την έννοια των διατάξεων της παραγράφου (στ) του εδαφίου (1) του άρθρου 9 του περί Φορολογίας του Εισοδήματος Νόμου.

(η) υποχρεώσεις προς ιδρύματα ή σχετικά πρόσωπα ή ιδρύματα κράτους μέλους ή οντότητες του Άρθρου 1, παράγραφος 1, στοιχείο β), γ) ή δ) της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ που αποτελούν μέρος του ίδιου ομίλου εξυγίανσης χωρίς να συνιστούν τα ίδια οντότητες εξυγίανσης, ανεξάρτητα από τη διάρκειά τους εκτός από τις περιπτώσεις που αυτές οι υποχρεώσεις κατατάσσονται κάτω από τις κοινές μη εξασφαλισμένες υποχρεώσεις σύμφωνα με τον σχετικό εθνικό νόμο που διέπει τις κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας ο οποίος ισχύει κατά την ημερομηνία μεταφοράς της Οδηγίας 2019/879/ΕΕ, στο εθνικό δίκαιο· σε περίπτωση που ισχύει η εν λόγω εξαίρεση, η αρχή εξυγίανσης, ως αρχή εξυγίανσης της σχετικής θυγατρικής που δεν συνιστά οντότητα εξυγίανσης, εκτιμά κατά πόσο το ποσό των στοιχείων που πληρούν το άρθρο 25Ε(2) είναι επαρκές, ώστε να στηριχθεί η εφαρμογή της προκρινόμενης στρατηγικής εξυγίανσης.

(3) Κατά την εφαρμογή του μέτρου διάσωσης με ίδια μέσα, η αρχή εξυγίανσης διασφαλίζει ότι το σύνολο των περιουσιακών στοιχείων και παραγώγων που εξασφαλίζουν καλυμμένα ομόλογα δεν επηρεάζονται, παραμένουν διαχωρισμένα και διαθέτουν επαρκή χρηματοδότηση.

(4) Τα εδάφια (2) και (3) δεν εμποδίζουν την αρχή εξυγίανσης να ασκεί, όπου ενδείκνυται, τις εξουσίες απομείωσης και μετατροπής όσον αφορά -

(α) Κάθε ποσό κατάθεσης που υπερβαίνει το επίπεδο κάλυψης που προβλέπεται στους περί Συστήματος Εγγύησης των Καταθέσεων και Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Κανονισμούς του 2016·

(β) οποιοδήποτε μέρος μιας εξασφαλισμένης υποχρέωσης που υπερβαίνει την αξία της εξασφάλισης.

(5) Με την επιφύλαξη των διατάξεων περί μεγάλων ανοιγμάτων του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, του περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμου και του περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου, κατά περίπτωση, προκειμένου να υπάρχει δυνατότητα εξυγίανσης των ιδρυμάτων και ομίλων, η αρχή εξυγίανσης περιορίζει, σύμφωνα με το άρθρο 20(5)(β), τον βαθμό στον οποίο άλλα ιδρύματα κατέχουν υποχρεώσεις υποκείμενες σε διάσωση με ίδια μέσα, εκτός από τις υποχρεώσεις τις οποίες κατέχουν οντότητες που αποτελούν μέρος του ίδιου ομίλου.

(6) Σε εξαιρετικές περιστάσεις, όταν εφαρμόζεται το μέτρο διάσωσης με ίδια μέσα, η αρχή εξυγίανσης δύναται να εξαιρεί ή να εξαιρεί εν μέρει ορισμένες υποχρεώσεις από την άσκηση των εξουσιών απομείωσης και μετατροπής όταν -

(α) Δεν είναι δυνατή η συμπερίληψη της συγκεκριμένης υποχρέωσης στην εφαρμογή του μέτρου διάσωσης με ίδια μέσα εντός εύλογου χρόνου, παρά τις καλόπιστες προσπάθειες της αρχής εξυγίανσης∙ ή

(β) η εξαίρεση είναι αυστηρά αναγκαία και αναλογική προκειμένου να επιτευχθεί η συνέχεια των κρίσιμων λειτουργιών και των βασικών επιχειρηματικών τομέων κατά τρόπο που διατηρεί την ικανότητα του ιδρύματος υπό εξυγίανση να συνεχίζει τις κεντρικές λειτουργίες, υπηρεσίες και συναλλαγές του∙ ή

(γ) η εξαίρεση είναι αυστηρά αναγκαία και αναλογική προκειμένου να αποφευχθεί ευρεία μετάδοση, ιδίως όσον αφορά τις επιλέξιμες καταθέσεις φυσικών προσώπων και πολύ μικρών, μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων, η οποία θα διατάρασσε σοβαρά τη λειτουργία των χρηματοπιστωτικών αγορών, συμπεριλαμβανομένων των υποδομών τους, κατά τρόπο που θα μπορούσε να προκαλέσει μεγάλη αναστάτωση στην οικονομία της Δημοκρατίας ή κράτους μέλους ή της ΕΕ∙ ή

(δ) η εφαρμογή του μέτρου διάσωσης με ίδια μέσα σε αυτές τις υποχρεώσεις θα προκαλέσει καταστροφή αξίας τέτοια ώστε οι ζημίες που επιβαρύνουν τους λοιπούς πιστωτές θα είναι μεγαλύτερες από ό,τι εάν οι εν λόγω υποχρεώσεις εξαιρεθούν από τη διάσωση με ίδια μέσα.

(7)(α) Η αρχή εξυγίανσης αξιολογεί προσεκτικά αν οι υποχρεώσεις προς ιδρύματα ή σχετικά πρόσωπα ή ιδρύματα κράτους μέλους ή οντότητες του Άρθρου 1, παράγραφος 1, στοιχείο β), γ) ή δ) της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ, που αποτελούν μέρος του ίδιου ομίλου εξυγίανσης χωρίς να συνιστούν τα ίδια οντότητες εξυγίανσης και που δεν εξαιρούνται από την εφαρμογή των εξουσιών απομείωσης και μετατροπής βάσει της παραγράφου (η) του εδάφιου (2) του παρόντος άρθρου, θα πρέπει να εξαιρεθούν ή να εξαιρεθούν μερικώς δυνάμει των παραγράφων (α) έως (δ) του εδαφίου (6) του παρόντος άρθρου, προκειμένου να διασφαλιστεί η αποτελεσματική εφαρμογή της στρατηγικής εξυγίανσης.

(β) Όταν η αρχή εξυγίανσης αποφασίζει να εξαιρέσει ή να εξαιρέσει μερικώς μια υποχρέωση υποκείμενη σε διάσωση με ίδια μέσα ή μια κατηγορία υποχρεώσεων υποκείμενων σε διάσωση με ίδια μέσα σύμφωνα με το εδάφιο (6), το επίπεδο απομείωσης ή μετατροπής που εφαρμόζεται σε άλλες υποχρεώσεις υποκείμενες σε διάσωση με ίδια μέσα δύναται να αυξηθεί προκειμένου να ληφθούν υπόψη τέτοιες εξαιρέσεις, υπό τον όρο ότι το επίπεδο απομείωσης και μετατροπής που εφαρμόζεται σε άλλες υποχρεώσεις υποκείμενες σε διάσωση με ίδια μέσα τηρεί την αρχή που αναφέρεται στο άρθρο 44(1)(ζ).

(γ) Όταν η αρχή εξυγίανσης αποφασίζει να εξαιρέσει ή να εξαιρέσει μερικώς μια υποχρέωση υποκείμενη σε διάσωση με ίδια μέσα ή κατηγορία υποχρεώσεων υποκείμενων σε διάσωση με ίδια μέσα σύμφωνα με το παρόν άρθρο και οι ζημίες που θα προέκυπταν για τις εν λόγω υποχρεώσεις δεν έχουν μετακυλιστεί πλήρως σε άλλους πιστωτές, το Ταμείο Εξυγίανσης, αυτεπαγγέλτως ή κατόπιν αιτήματος της αρχής εξυγίανσης, δύναται να συνεισφέρει στο υπό εξυγίανση ίδρυμα, ώστε να επιτύχει οποιοδήποτε από τα ακόλουθα:

(i) Να καλυφθούν τυχόν ζημιές που δεν απορροφήθηκαν από τις υποχρεώσεις υποκείμενες σε διάσωση με ίδια μέσα και να μηδενιστεί η καθαρή αξία των στοιχείων ενεργητικού του υπό εξυγίανση ιδρύματος σύμφωνα με το άρθρο 55(1)(α)·

(ii) να αγοράσει μετοχές ή άλλα μέσα ιδιοκτησίας ή κεφαλαιακά μέσα του υπό εξυγίανση ιδρύματος προκειμένου να ανακεφαλαιοποιηθεί το ίδρυμα σύμφωνα με το άρθρο 55(1)(β).

(8) Κατά την άσκηση της δυνατότητας εξαίρεσης υποχρέωσης σύμφωνα με το εδάφιο (6), η αρχή εξυγίανσης λαμβάνει υπόψη τα εξής:

(α) Την αρχή ότι οι ζημιές επιβαρύνουν πρωτίστως τους μετόχους και στη συνέχεια, γενικά, τους πιστωτές του υπό εξυγίανση ιδρύματος κατά σειρά προτεραιότητας·

(β) το επίπεδο της ικανότητας απορρόφησης ζημιών που θα διατηρούσε το υπό εξυγίανση ίδρυμα εάν είχε εξαιρεθεί η υποχρέωση ή κατηγορία υποχρεώσεων·

(γ) την ανάγκη διατήρησης επαρκών πόρων για τη χρηματοδότηση εξυγίανσης.

(9) Οι εξαιρέσεις σύμφωνα με το εδάφιο (6) μπορούν να εφαρμόζονται είτε προκειμένου να εξαιρεθεί εντελώς μια υποχρέωση από την απομείωση ή προκειμένου να περιοριστεί ο βαθμός απομείωσης που εφαρμόζεται στην εν λόγω υποχρέωση

(10)(α) Η αρχή εξυγίανσης πριν από την άσκηση της δυνατότητας για την εξαίρεση υποχρέωσης σύμφωνα με το εδάφιο (6), ειδοποιεί την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

(β) Σε περίπτωση που η εξαίρεση απαιτεί συνεισφορά από το Ταμείο Εξυγίανσης ή από εναλλακτική πηγή χρηματοδότησης σύμφωνα με το άρθρο 103 και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εντός είκοσι τεσσάρων (24) ωρών από την παραλαβή της σχετικής ειδοποίησης, ή μεγαλύτερου διαστήματος κατόπιν συγκατάθεσης της αρχής εξυγίανσης, απαγορεύσει ή απαιτήσει τροποποιήσεις δυνάμει του Άρθρου 44, παράγραφος 12, της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ, η αρχή εξυγίανσης συμμορφώνεται με τις υποδείξεις και ενεργεί ανάλογα:

Νοείται ότι, η παρούσα παράγραφος δε θίγει την εφαρμογή των κανόνων της ΕΕ σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

Τμήμα 2 - Εφαρμογή του μέτρου διάσωσης με ίδια μέσα
Αξιολόγηση του βαθμού διάσωσης με ίδια μέσα

55.-(1) Κατά την εφαρμογή του μέτρου διάσωσης με ίδια μέσα, η αρχή εξυγίανσης αξιολογεί, βάσει αποτίμησης σύμφωνα με το άρθρο 47, τα ακόλουθα:

(α) Κατά περίπτωση, το ποσό κατά το οποίο πρέπει να απομειωθούν οι υποχρεώσεις υποκείμενες σε διάσωση με ίδια μέσα προκειμένου να διασφαλιστεί ότι η καθαρή αξία των περιουσιακών στοιχείων του υπό εξυγίανση ιδρύματος είναι μηδενική·

(β) κατά περίπτωση, το ποσό κατά το οποίο οι υποχρεώσεις υποκείμενες σε διάσωση με ίδια μέσα πρέπει να μετατραπούν σε μετοχές ή άλλου είδους κεφαλαιακά μέσα προκειμένου να αποκατασταθεί ο δείκτης κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 είτε του ιδρύματος υπό εξυγίανση είτε του μεταβατικού ιδρύματος.

(2)(α) Με την αξιολόγηση που αναφέρεται στο εδάφιο (1), προσδιορίζεται το ποσό κατά το οποίο χρειάζεται να απομειωθούν ή να μετατραπούν οι υποχρεώσεις υποκείμενες σε διάσωση με ίδια μέσα ούτως ώστε -

(i) Να αποκατασταθεί ο δείκτης κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 του ιδρύματος υπό εξυγίανση ή, να καθοριστεί, κατά περίπτωση, ο εν λόγω δείκτης για το μεταβατικό ίδρυμα, λαμβάνοντας υπόψη κάθε συνεισφορά κεφαλαίου από το Ταμείο Εξυγίανσης σύμφωνα με το άρθρο 103(1)(δ)·

(ii) προκειμένου να διατηρηθεί επαρκής εμπιστοσύνη της αγοράς στο υπό εξυγίανση ή το μεταβατικό ίδρυμα και να δοθεί η δυνατότητα στο ίδρυμα να εξακολουθήσει, με χρονικό ορίζοντα τουλάχιστον ενός έτους, να πληροί τις προϋποθέσεις της άδειας λειτουργίας και να συνεχίσει τη διεκπεραίωση των εργασιών για τις οποίες έχει λάβει άδεια βάσει του περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμου ή/και του περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου, κατά περίπτωση.

(β) Εάν η αρχή εξυγίανσης προτίθεται να χρησιμοποιήσει το μέτρο μεταβίβασης περιουσιακών στοιχείων και δικαιωμάτων σε εταιρεία διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων, το ποσό κατά το οποίο χρειάζεται να μειωθούν οι υποχρεώσεις υποκείμενες σε διάσωση με ίδια μέσα λαμβάνει δεόντως υπόψη μια συντηρητική αξιολόγηση των κεφαλαιακών αναγκών της εταιρείας διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων.

(3) Στις περιπτώσεις κατά τις οποίες τα σχετικά κεφαλαιακά μέσα έχουν απομειωθεί σύμφωνα με τα άρθρα 30, 31, 32(1)(α) και 34 σε συνδυασμό με την εφαρμογή του μέτρου διάσωσης με ίδια μέσα σύμφωνα με το άρθρο 53(1) και το επίπεδο απομείωσης βασιζόμενο σε προσωρινή αποτίμηση σύμφωνα με το άρθρο 32 ή 47 υπερβαίνει τις απαιτήσεις που καθορίστηκαν με την οριστική αξιολόγηση σύμφωνα με το άρθρο 32(7) ή 47(10), δύναται να εφαρμόζεται μηχανισμός ανατίμησης για τη αποζημίωση των πιστωτών και, στην συνέχεια, των μετοχών στον απαιτούμενο βαθμό.

(4) Η αρχή εξυγίανσης καθορίζει και διατηρεί ρυθμίσεις ώστε να διασφαλίζεται ότι η αξιολόγηση και η αποτίμηση βασίζονται σε όσο το δυνατόν πιο πρόσφατες και πλήρεις πληροφορίες σχετικά με τα περιουσιακά στοιχεία και τις υποχρεώσεις του ιδρύματος υπό εξυγίανση.

Μεταχείριση των μετόχων σε περίπτωση διάσωσης με ίδια μέσα

56.-(1)(α) Σε περίπτωση που η αρχή εξυγίανσης εφαρμόζει το μέτρο διάσωσης με ίδια μέσα σύμφωνα με το άρθρο 53(1), η αρχή εξυγίανσης προβαίνει έναντι των μετόχων και των κατόχων άλλων μέσων ιδιοκτησίας σε οποιανδήποτε από τις ακόλουθες ενέργειες:

(i) Ακυρώνει τις υφιστάμενες μετοχές ή τα άλλα μέσα ιδιοκτησίας ή τα μεταβιβάζει σε πιστωτές που έχουν υποστεί τη διάσωση με ίδια μέσα·

(ii) υπό την προϋπόθεση ότι, βάσει της αποτίμησης που διενεργήθηκε σύμφωνα με το άρθρο 47, το ίδρυμα υπό εξυγίανση έχει θετική καθαρή αξία, απομειώνει το ποσοστό συμμετοχής των υφιστάμενων μετόχων, μέσω της μετατροπής σε μετοχές ή άλλα μέσα ιδιοκτησίας, των σχετικών κεφαλαιακών μέσων που έχει εκδώσει το ίδρυμα βάσει της εξουσίας που αναφέρεται στο άρθρο 30(1) ή των υποχρεώσεων υποκείμενων σε διάσωση με ίδια μέσα που έχει εκδώσει το ίδρυμα υπό εξυγίανση σύμφωνα με την εξουσία που αναφέρεται στο άρθρο 65(1)(β)(vi).

(β) Αναφορικά με την υποπαράγραφο (ii) της παραγράφου (α), η μετατροπή γίνεται με συντελεστή μετατροπής που απομειώνει σημαντικά την αξία των υφιστάμενων μετοχών ή άλλων μέσων ιδιοκτησίας.

(2) Τα μέτρα που προβλέπονται στο εδάφιο (1) εφαρμόζονται επίσης έναντι των μετόχων και άλλων κατόχων ιδιοκτησίας σε περίπτωση που οι εν λόγω μετοχές ή τα άλλα σχετικά μέσα ιδιοκτησίας εκδόθηκαν ή εκχωρήθηκαν υπό τις ακόλουθες περιστάσεις:

(α) Κατόπιν μετατροπής χρεωστικών μέσων σε μετοχές ή άλλα μέσα ιδιοκτησίας, σύμφωνα με συμβατικές ρήτρες των αρχικών χρεωστικών μέσων, σε περίπτωση επέλευσης γεγονότος που προηγήθηκε ή επήλθε ταυτοχρόνως με την αξιολόγηση από την αρχή εξυγίανσης ότι το ίδρυμα ή το άλλο πρόσωπο πληροί τις προϋποθέσεις για εξυγίανση·

(β) κατόπιν της μετατροπής των σχετικών κεφαλαιακών μέσων σε μέσα κοινών μετοχών της κατηγορίας 1, σύμφωνα με το άρθρο 34.

(3) Η αρχή εξυγίανσης, όταν εξετάζει την επιλογή δράσης που θα αναληφθεί σύμφωνα με το εδάφιο (1), λαμβάνει υπόψη -

(α) Την αποτίμηση που διενεργήθηκε σύμφωνα με το άρθρο 47·

(β) τα ποσά με βάση τα οποία η αρχή εξυγίανσης εκτίμησε ότι τα μέσα κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 πρέπει να μειωθούν και τα οικεία κεφαλαιακά μέσα πρέπει να απομειωθούν ή να μετατραπούν σύμφωνα με το άρθρο 34(1)· και

(γ) τα συνολικά ποσά που εκτιμήθηκαν από την αρχή εξυγίανσης σύμφωνα με το άρθρο 55.

Ακολουθία απομείωσης και μετατροπής σε περίπτωση εφαρμογής του μέτρου διάσωσης με ίδια μέσα

57.-(1) Η αρχή εξυγίανσης, όταν εφαρμόζει το μέτρο διάσωσης με ίδια μέσα, ασκεί τις εξουσίες απομείωσης και μετατροπής με την επιφύλαξη ενδεχόμενων εξαιρέσεων σύμφωνα με το άρθρο 54(2) έως (7) -

(α) Μειώνοντας τα στοιχεία κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 σύμφωνα με το άρθρο 34(1)(α)· και

(β) σε περίπτωση που η συνολική μείωση σύμφωνα με την παράγραφο (α) είναι μικρότερη από το άθροισμα των ποσών που αναφέρονται στο άρθρο 56(3)(β) και (γ), μειώνοντας την αξία των πρόσθετων μέσων της κατηγορίας 1 στο βαθμό που απαιτείται και είναι δυνατόν· και

(γ) σε περίπτωση που η συνολική μείωση σύμφωνα με τις παραγράφους (α) και (β) του παρόντος εδαφίου είναι μικρότερη από το άθροισμα των ποσών που αναφέρονται στο άρθρο 56(3)(β) και (γ), μειώνοντας την αξία των μέσων της κατηγορίας 2 στο βαθμό που απαιτείται και είναι δυνατόν· και

(δ) σε περίπτωση που η συνολική μείωση των μετοχών ή άλλων μέσων ιδιοκτησίας και σχετικών κεφαλαιακών μέσων σύμφωνα με τις παραγράφους (α) έως (γ) του παρόντος εδαφίου είναι μικρότερη από το άθροισμα των ποσών που αναφέρονται στο άρθρο 56(3)(β) και (γ), μειώνοντας στον απαιτούμενο βαθμό την αξία των υποχρεώσεων μειωμένης εξασφάλισης που δεν είναι πρόσθετο κεφάλαιο της κατηγορίας 1 ή της κατηγορίας 2 σύμφωνα με την ιεράρχηση των απαιτήσεων σε κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, σε συνδυασμό με την απομείωση σύμφωνα με τις παραγράφους (α) έως (γ) του παρόντος εδαφίου ώστε να προκύψει το άθροισμα των ποσών που αναφέρονται στο άρθρο 56(3)(β) και (γ)· και

(ε) σε περίπτωση που η συνολική μείωση των μετοχών ή άλλων μέσων ιδιοκτησίας, των σχετικών κεφαλαιακών μέσων και των υποχρεώσεων υποκείμενων σε διάσωση με ίδια μέσα σύμφωνα με τις παραγράφους (α) έως (δ) του παρόντος εδαφίου είναι μικρότερη από το άθροισμα των ποσών που αναφέρονται στο άρθρο 56(3)(β) και (γ), μειώνοντας στον απαιτούμενο βαθμό την αξία, ή το οφειλόμενο ανεξόφλητο υπόλοιπο, των υπολοίπων υποχρεώσεων υποκείμενων σε διάσωση με ίδια μέσα, συμπεριλαμβανομένων των χρεωστικών μέσων που αναφέρονται στο άρθρο 33Ο(2)(η) του περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου και στο άρθρο 41Α(2)(β) του περί Ανάκαμψης ΚΕΠΕΥ και Λοιπών Οντοτήτων υπό την Εποπτεία της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς και για Συναφή Θέματα Νόμου, ανάλογα με την περίπτωση, βάσει της ιεράρχησης των απαιτήσεων σε κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, συμπεριλαμβανομένης της διαβάθμισης των καταθέσεων που προβλέπεται στο άρθρο 33Ο του περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου, σύμφωνα με το άρθρο 54, σε συνδυασμό με την απομείωση σύμφωνα με τις παραγράφους (α) έως (δ) του παρόντος εδαφίου, ώστε να προκύψει το άθροισμα των ποσών που αναφέρονται στο άρθρο 56(3)(β) και (γ).

(2)(α) Η αρχή εξυγίανσης, όταν εφαρμόζει τις εξουσίες απομείωσης και μετατροπής, επιμερίζει τις ζημίες τις οποίες αντιπροσωπεύει το άθροισμα των ποσών που αναφέρονται στο άρθρο 56(3)(β) και (γ) εξίσου μεταξύ των μετοχών ή άλλων μέσων ιδιοκτησίας και των επιλέξιμων υποχρεώσεων ιδίας τάξεως, μειώνοντας την αξία, ή το οφειλόμενο ανεξόφλητο υπόλοιπο, των εν λόγω μετοχών ή άλλων μέσων ιδιοκτησίας και των υποχρεώσεων υποκείμενων σε διάσωση με ίδια μέσα στον ίδιο βαθμό κατ’ αναλογία προς την αξία τους, εκτός εάν, για τις περιστάσεις που καθορίζονται στο άρθρο 54(6) και (7), επιτρέπεται διαφορετικός επιμερισμός ζημιών μεταξύ των υποχρεώσεων ιδίας τάξεως.

(β) Η παράγραφος (α) δεν εμποδίζει υποχρεώσεις που έχουν εξαιρεθεί από την εφαρμογή του μέτρου διάσωσης με ίδια μέσα σύμφωνα με το άρθρο 54(2) έως (7) να έχουν ευνοϊκότερη μεταχείριση από υποχρεώσεις υποκείμενες σε διάσωση με ίδια μέσα ιδίας τάξεως σε κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας.

(3) Προτού εφαρμοστεί η απομείωση ή η μετατροπή που αναφέρεται στην παράγραφο (ε) του εδαφίου (1), η αρχή εξυγίανσης μετατρέπει ή μειώνει την αξία των μέσων που αναφέρονται στις παραγράφους (β), (γ) και (δ) του εδαφίου (1) όταν τα μέσα αυτά περιλαμβάνουν τους εξής όρους και δεν έχουν ήδη μετατραπεί:

(α) Ρήτρα που προβλέπει τη μείωση της αξίας του μέσου, σε περίπτωση επέλευσης γεγονότος που επηρεάζει τη χρηματοοικονομική κατάσταση, τη φερεγγυότητα ή τα επίπεδα ιδίων κεφαλαίων του ιδρύματος ή του σχετικού προσώπου·

(β) ρήτρα που προβλέπει τη μετατροπή των μέσων σε μετοχές ή άλλα μέσα ιδιοκτησίας, σε περίπτωση επέλευσης τέτοιου γεγονότος.

(4) Σε περίπτωση που έχει μειωθεί η αξία του μέσου, αλλά δεν έχει μηδενιστεί, σύμφωνα με ρήτρες του είδους που αναφέρεται στην παράγραφο (α) του εδαφίου (3), πριν από την εφαρμογή του μέτρου διάσωσης με ίδια μέσα σύμφωνα με το εδάφιο (1), η αρχή εξυγίανσης ασκεί τις εξουσίες απομείωσης και μετατροπής στο εναπομένον ποσό αυτού του μέσου, σύμφωνα με το εδάφιο (1).

(5) Κατά τη λήψη απόφασης σχετικά με το κατά πόσον οι υποχρεώσεις πρόκειται να απομειωθούν ή να μετατραπούν σε μετοχικό κεφάλαιο, η αρχή εξυγίανσης δεν μετατρέπει μία κατηγορία υποχρεώσεων εάν άλλη κατηγορία υποχρεώσεων χαμηλότερης κατάταξης εξακολουθεί κατά βάση να μην έχει μετατραπεί σε μετοχές ή να μην έχει απομειωθεί, εκτός αν κάτι τέτοιο επιτρέπεται σύμφωνα με το άρθρο 54(2) έως (7).

Διάσωση με ίδια μέσα που προκύπτουν από παράγωγα

58.-(1) Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται όταν η αρχή εξυγίανσης θέτει σε εφαρμογή τις εξουσίες απομείωσης και μετατροπής σε υποχρεώσεις που προκύπτουν από παράγωγα.

(2)(α) Η αρχή εξυγίανσης ασκεί τις εξουσίες απομείωσης και μετατροπής όσον αφορά υποχρέωση που προκύπτει από παράγωγο μόνο ταυτόχρονα ή μετά από την εκκαθάριση των παραγώγων.

(β) Κατά την έναρξη της διαδικασίας εξυγίανσης, η αρχή εξυγίανσης εξουσιοδοτείται να καταγγέλλει και να εκκαθαρίζει κάθε σύμβαση παραγώγου για τον σκοπό αυτό.

(γ) Σε περίπτωση που υποχρέωση από παράγωγα εξαιρείται από την εφαρμογή μέτρου διάσωσης με ίδια σύμφωνα με το άρθρο 54(6) και (7), η αρχή εξυγίανσης δεν υποχρεούται να καταγγείλει ή να εκκαθαρίσει τη σύμβαση του παράγωγου μέσου.

(3) Σε περίπτωση που συναλλαγές παραγώγων υπόκεινται σε συμφωνία συμψηφισμού, η αρχή εξυγίανσης ή ανεξάρτητος εκτιμητής προσδιορίζει στο πλαίσιο της αποτίμησης σύμφωνα με το άρθρο 47 την υποχρέωση που προκύπτει από τις εν λόγω συναλλαγές σε καθαρή βάση, σύμφωνα με τους όρους της συμφωνίας.

(4) Η αρχή εξυγίανσης προσδιορίζει την αξία των υποχρεώσεων που προκύπτουν από παράγωγα σύμφωνα με -

(α) Κατάλληλες μεθοδολογίες για τον προσδιορισμό της αξίας των κατηγοριών παραγώγων, συμπεριλαμβανομένων των συναλλαγών που αποτελούν αντικείμενο συμφωνιών συμψηφισμού· και

(β) αρχές για τον προσδιορισμό της χρονικής στιγμής κατά την οποία θα πρέπει να καθοριστεί η αξία μιας θέσης παραγώγων· και

(γ) κατάλληλες μεθοδολογίες για τη σύγκριση της απομείωσης της αξίας που θα προέκυπτε από την εκκαθάριση και την εφαρμογή του μέτρου διάσωσης με ίδια μέσα στα παράγωγα, με τις απώλειες που θα υφίσταντο τα παράγωγα μόνο στη περίπτωση της αναδιάρθρωσης χρεών και υποχρεώσεων.

Συντελεστής μετατροπής του χρέους σε μετοχικό κεφάλαιο

59.-(1) Η αρχή εξυγίανσης, όταν ασκεί τις εξουσίες που προβλέπονται στα άρθρα 31(1) και 65(1)(β)(vi), δύναται να εφαρμόζει διαφορετικό συντελεστή μετατροπής στις διάφορες κατηγορίες κεφαλαιακών μέσων και υποχρεώσεων σύμφωνα με οποιανδήποτε από τις αρχές που καθορίζονται στα εδάφια (2) και (3) του παρόντος άρθρου.

(2) Ο συντελεστής μετατροπής αντιπροσωπεύει κατάλληλη αποζημίωση του θιγόμενου πιστωτή για οποιαδήποτε ζημία που υφίσταται λόγω της άσκησης της εξουσίας απομείωσης και μετατροπής.

(3) Όταν εφαρμόζονται διαφορετικοί συντελεστές μετατροπής σύμφωνα με το εδάφιο (1), ο συντελεστής μετατροπής που εφαρμόζεται στις υποχρεώσεις που θεωρούνται υποχρεώσεις υψηλής εξασφάλισης βάσει του ισχύοντος πτωχευτικού δικαίου είναι υψηλότερος από τον συντελεστή μετατροπής που εφαρμόζεται στις υποχρεώσεις μειωμένης εξασφάλισης.

Μέτρα ανάκαμψης και αναδιοργάνωσης που συνοδεύουν τη διάσωση με ίδια μέσα

60.-(1) Η αρχή εξυγίανσης, όταν εφαρμόζει το μέτρο διάσωσης με ίδια μέσα προκειμένου να ανακεφαλαιοποιήσει ένα ίδρυμα ή ένα σχετικό πρόσωπο σύμφωνα με το άρθρο 53(1)(α), διασφαλίζει την κατάρτιση και την εφαρμογή σχεδίου αναδιοργάνωσης για το συγκεκριμένο ίδρυμα ή σχετικό πρόσωπο σύμφωνα με το άρθρο 61.

(2) Για τους σκοπούς του εδαφίου (1), η αρχή εξυγίανσης δύναται να διορίσει πρόσωπο ή πρόσωπα σύμφωνα με το άρθρο 74(1), με στόχο την κατάρτιση και την εφαρμογή του σχεδίου αναδιοργάνωσης που απαιτείται σύμφωνα με το άρθρο 61.

Σχέδιο αναδιοργάνωσης

61.-(1)(α) Εντός ενός μηνός από την εφαρμογή του μέτρου διάσωσης με ίδια μέσα σε ίδρυμα ή σχετικό πρόσωπο σύμφωνα με το άρθρο 53(1)(α), το διοικητικό όργανο ή το πρόσωπο ή τα πρόσωπα που διορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 74(1) καταρτίζουν και υποβάλουν στην αρχή εξυγίανσης σχέδιο αναδιοργάνωσης το οποίο πληροί τις απαιτήσεις των εδαφίων (4) και (5) του παρόντος άρθρου.

(β) Σε περίπτωση που εφαρμόζονται οι κανόνες της ΕΕ σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις, το εν λόγω σχέδιο συμβιβάζεται με το σχέδιο αναδιάρθρωσης το οποίο απαιτείται να υποβάλει το ίδρυμα ή το σχετικό πρόσωπο στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή βάσει των κανόνων αυτών.

(2)(α) Όταν το μέτρο διάσωσης με ίδια μέσα που αναφέρεται στο άρθρο 53(1)(α) εφαρμόζεται σε δύο ή περισσότερες οντότητες ομίλου, το σχέδιο αναδιοργάνωσης καταρτίζεται από το μητρικό ίδρυμα εγκατεστημένο στην ΕΕ και καλύπτει όλα τα εναπομείναντα ιδρύματα του ομίλου σύμφωνα με τη διαδικασία που καθορίζεται στα άρθρα 23Γ και 23Δ του περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου ή στα άρθρα 6 και 8 του περί Ανάκαμψης ΚΕΠΕΥ και Λοιπών Οντοτήτων υπό την Εποπτεία της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς και για Συναφή Θέματα Νόμου του 2016, και υποβάλλεται στην αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου.

(β) Σε περίπτωση που η αρχή εξυγίανσης είναι η αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου, διαβιβάζει το σχέδιο στις αρμόδιες αρχές εξυγίανσης κρατών μελών και στην ΕΑΤ.

(3)(α) Σε εξαιρετικές περιστάσεις και εφόσον απαιτείται για την επίτευξη των στόχων εξυγίανσης, η αρχή εξυγίανσης δύναται να παρατείνει την προθεσμία που αναφέρεται στο εδάφιο (1) κατά δύο μήνες το μέγιστο μετά την εφαρμογή του μέτρου διάσωσης με ίδια μέσα.

(β) Όταν οι κανόνες της ΕΕ σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις προβλέπουν την κοινοποίηση της αναδιοργάνωσης, η αρχή εξυγίανσης μπορεί να παρατείνει την προθεσμία που αναφέρεται στο εδάφιο (1) κατά δύο μήνες το μέγιστο μετά την εφαρμογή του μέτρου διάσωσης με ίδια μέσα ή μέχρι την προθεσμία που ορίζεται από τους κανόνες της ΕΕ σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις, εφαρμόζοντας την προθεσμία που λήγει νωρίτερα.

(4)(α) Στο σχέδιο αναδιοργάνωσης παρουσιάζονται τα μέτρα που αποσκοπούν στην αποκατάσταση της μακροπρόθεσμης βιωσιμότητας του ιδρύματος ή του σχετικού προσώπου ή τμημάτων των εργασιών τους, εντός εύλογου χρονικού διαστήματος.

(β) Τα μέτρα που αναφέρονται στην παράγραφο (α) βασίζονται σε ρεαλιστικές παραδοχές όσον αφορά την οικονομική κατάσταση και τις συνθήκες στη χρηματοπιστωτική αγορά, στο πλαίσιο των οποίων θα λειτουργεί το ίδρυμα ή το σχετικό πρόσωπο.

(γ) Το σχέδιο αναδιοργάνωσης λαμβάνει υπόψη, μεταξύ άλλων, την παρούσα κατάσταση και τις μελλοντικές προοπτικές των χρηματοπιστωτικών αγορών, αντικατοπτρίζοντας εκτιμήσεις με βάση ευνοϊκές και δυσμενείς παραδοχές, συμπεριλαμβανομένου συνδυασμού γεγονότων που επιτρέπουν τον προσδιορισμό των κυριότερων ευάλωτων σημείων του ιδρύματος.

(δ) Οι παραδοχές συγκρίνονται με κατάλληλα κριτήρια αναφοράς για ολόκληρο τον τομέα.

(5) Το σχέδιο αναδιοργάνωσης περιλαμβάνει τουλάχιστον τα ακόλουθα στοιχεία:

(α) Λεπτομερή διάγνωση των παραγόντων και των προβλημάτων που προκάλεσαν την αφερεγγυότητα ή την ενδεχόμενη αφερεγγυότητα του ιδρύματος ή σχετικού προσώπου, και τις περιστάσεις που οδήγησαν στις δυσχέρειες αυτές·

(β) περιγραφή των μέτρων τα οποία πρόκειται να ληφθούν με σκοπό την αποκατάσταση της μακροπρόθεσμης βιωσιμότητας του ιδρύματος ή του σχετικού προσώπου·

(γ) χρονοδιάγραμμα εφαρμογής των εν λόγω μέτρων.

(6) Τα μέτρα που αποσκοπούν στην αποκατάσταση της μακροπρόθεσμης βιωσιμότητας του ιδρύματος ή σχετικού προσώπου δύνανται να περιλαμβάνουν -

(α) Την αναδιοργάνωση των εργασιών του ιδρύματος ή σχετικού προσώπου·

(β) τροποποιήσεις στα λειτουργικά συστήματα και στις εσωτερικές υποδομές του ιδρύματος·

(γ) την απόσυρσή του από ζημιογόνες δραστηριότητες·

(δ) την αναδιάρθρωση των υφιστάμενων εργασιών που μπορούν να καταστούν ανταγωνιστικές·

(ε) την πώληση περιουσιακών στοιχείων ή επιχειρηματικών τομέων.

(7)(α) Εντός ενός μηνός από την ημερομηνία υποβολής του σχεδίου αναδιοργάνωσης, η αρχή εξυγίανσης αξιολογεί την πιθανότητα, με την εφαρμογή του σχεδίου, να αποκατασταθεί η μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα του ιδρύματος ή του σχετικού προσώπου.

(β) Η αξιολόγηση που πραγματοποιείται δυνάμει της παραγράφου (α) ολοκληρώνεται κατόπιν συμφωνίας με τη σχετική αρμόδια αρχή.

(γ) Σε περίπτωση που η αρχή εξυγίανσης και η αρμόδια αρχή πειστούν ότι με το σχέδιο θα επιτευχθεί ο στόχος της αποκατάστασης της μακροπρόθεσμης βιωσιμότητας του ιδρύματος ή του σχετικού ιδρύματος, η αρχή εξυγίανσης εγκρίνει το σχέδιο.

(8) Σε περίπτωση που η αρχή εξυγίανσης δεν πειστεί ότι με το σχέδιο αναδιοργάνωσης θα επιτευχθεί ο στόχος που αναφέρεται στο εδάφιο (7), σε συμφωνία με την αρμόδια αρχή, κοινοποιεί στο διοικητικό όργανο ή στο πρόσωπο ή τα πρόσωπα που διορίστηκαν σύμφωνα με το άρθρο 74(1) τα θέματα που την προβληματίζουν και απαιτεί τροποποίηση του σχεδίου, ούτως ώστε να αντιμετωπιστούν τα θέματα αυτά.

(9)(α) Εντός δύο (2) εβδομάδων από την ημερομηνία παραλαβής της κοινοποίησης που αναφέρεται στο εδάφιο (8), το διοικητικό όργανο ή το πρόσωπο ή τα πρόσωπα που διορίστηκαν σύμφωνα με το άρθρο 74(1) υποβάλλουν τροποποιημένο σχέδιο προς έγκριση από την αρχή εξυγίανσης.

(β) Η αρχή εξυγίανσης αξιολογεί το τροποποιημένο σχέδιο και, εντός μιας εβδομάδας, γνωστοποιεί στο διοικητικό όργανο ή στο πρόσωπο ή τα πρόσωπα που διορίστηκαν σύμφωνα με το άρθρο 74(1) κατά πόσο έχει πεισθεί ότι με το σχέδιο, όπως τροποποιήθηκε, αντιμετωπίζονται τα προβλήματα που του κοινοποίησε ή αν απαιτούνται περαιτέρω τροποποιήσεις.

(10) Το διοικητικό όργανο ή το πρόσωπο ή τα πρόσωπα που διορίστηκαν σύμφωνα με άρθρο 74(1) θέτουν σε εφαρμογή το σχέδιο αναδιοργάνωσης, όπως συμφωνήθηκε από την αρχή εξυγίανσης και την αρμόδια αρχή, και υποβάλλουν τουλάχιστον ανά εξάμηνο στην αρχή εξυγίανσης έκθεση σχετικά με την πρόοδο της εφαρμογής του σχεδίου.

(11) Το διοικητικό όργανο ή το πρόσωπο ή τα πρόσωπα που διορίστηκαν σύμφωνα με το άρθρο 74(1) αναθεωρούν το σχέδιο, εάν, κατά τη γνώμη της αρχής εξυγίανσης σε συμφωνία με την αρμόδια αρχή, αυτό είναι αναγκαίο για την επίτευξη του στόχου που καθορίζεται στο εδάφιο (4) του παρόντος άρθρου, και υποβάλλουν την κάθε αναθεώρηση προς έγκριση από την αρχή εξυγίανσης.

Τμήμα 3 - Επικουρικές διατάξεις για την εφαρμογή του μέτρου διάσωσης με ίδια μέσα
Αποτέλεσμα της διάσωσης με ίδια μέσα

62.-(1) Όταν η αρχή εξυγίανσης ασκεί εξουσία που αναφέρεται στο άρθρο 30(1) ή 65(1)(β)(v) έως (ix), η μείωση της αξίας ή του οφειλόμενου ανεξόφλητου υπόλοιπου, η μετατροπή ή η ακύρωση παράγουν αποτελέσματα και είναι αμέσως δεσμευτικές για το ίδρυμα υπό εξυγίανση και τους θιγόμενους πιστωτές.

(2) Η αρχή εξυγίανσης δύναται να ολοκληρώσει ή να ζητήσει να ολοκληρωθούν όλα τα διοικητικά και διαδικαστικά καθήκοντα που είναι αναγκαία για την αποτελεσματική άσκηση εξουσίας που αναφέρεται στο άρθρο 30(1) ή 65(1)(β)(v) έως (ix), στα οποία συμπεριλαμβάνονται-

(α) Η τροποποίηση όλων των σχετικών μητρώων· και

(β) η διαγραφή ή η απόσυρση από τη διαπραγμάτευση μετοχών ή άλλων μέσων ιδιοκτησίας ή χρεωστικών μέσων· και

(γ) η εισαγωγή σε χρηματιστήριο αξιών ή η εισαγωγή προς διαπραγμάτευση νέων μετοχών ή άλλων μέσων ιδιοκτησίας· και

(δ) η εκ νέου εισαγωγή σε χρηματιστήριο αξιών ή η εκ νέου εισαγωγή προς διαπραγμάτευση χρεωστικών μέσων που έχουν απομειωθεί, χωρίς την υποχρέωση έκδοσης ενημερωτικού σύμφωνα με τον περί Δημόσιας Προσφοράς και Ενημερωτικού Δελτίου Νόμο.

(3) Όταν μια αρχή εξυγίανσης απομειώνει μέχρι μηδενισμού την αξία, ή το οφειλόμενο ανεξόφλητο υπόλοιπο, μιας υποχρέωσης, μέσω της εξουσίας που αναφέρεται στο άρθρο 65(1)(β)(v), η εν λόγω υποχρέωση και οι όποιες υποχρεώσεις ή απαιτήσεις προκύπτουν από αυτήν, που δεν είναι δεδουλευμένες κατά τη στιγμή που ασκείται η εξουσία, θεωρείται ότι έχουν εξοφληθεί για κάθε σκοπό, και δεν είναι αποδείξιμες σε τυχόν μεταγενέστερες διαδικασίες που αφορούν το ίδρυμα υπό εξυγίανση ή κάθε διάδοχη οντότητα σε οποιαδήποτε μεταγενέστερη εκκαθάριση.

(4) Όταν μια αρχή εξυγίανσης απομειώνει μερικώς, αλλά όχι εξ ολοκλήρου, την αξία ή το οφειλόμενο ανεξόφλητο υπόλοιπο μιας υποχρέωσης, μέσω της εξουσίας που αναφέρεται στο άρθρο 65(1)(β)(v) -

(α) Η υποχρέωση εξοφλείται κατ’ αναλογία του ποσού της απομείωσης· και

(β) το σχετικό μέσο ή συμφωνία που δημιούργησε την αρχική υποχρέωση εξακολουθεί να ισχύει ως προς την εναπομένουσα αξία, ή το οφειλόμενο ανεξόφλητο υπόλοιπο, μιας υποχρέωσης, με την επιφύλαξη ενδεχόμενης τροποποίησης του ύψους των πληρωτέων τόκων, προκειμένου να αντικατοπτρίζεται η μείωση της αρχικής αξίας, και οποιασδήποτε περαιτέρω τροποποίησης των όρων, την οποία δύναται να αποφασίσει η αρχή εξυγίανσης μέσω της εξουσίας που αναφέρεται στο άρθρο 65(1)(β)(x).

Άρση των διαδικαστικών εμποδίων στην διάσωση με ίδια μέσα

63.-(1) Με την επιφύλαξη του άρθρου 65(1)(β)(ix), η αρχή εξυγίανσης, κατά περίπτωση, απαιτεί από τα ιδρύματα / ομίλους, να διατηρούν, ανά πάσα στιγμή, επαρκές ποσό του εγκεκριμένου μετοχικού κεφαλαίου ή άλλων μέσων κοινών μετοχών της κατηγορίας 1, ούτως ώστε, σε περίπτωση που η αρχή εξυγίανσης ασκήσει τις εξουσίες που αναφέρονται στο άρθρο 65(1)(β)(v) και (vi) έναντι ιδρύματος ή σχετικού προσώπου ή κάποιας από τις θυγατρικές τους, το εν λόγω ίδρυμα ή σχετικό πρόσωπο να μην εμποδίζεται να εκδώσει επαρκή αριθμό νέων μετοχών ή άλλων μέσων ιδιοκτησίας προκειμένου να διασφαλίζεται ότι μπορεί να διενεργηθεί αποτελεσματικά η μετατροπή των υποχρεώσεων σε μετοχές ή άλλα μέσα ιδιοκτησίας.

(2)(α) Η αρχή εξυγίανσης κρίνει κατά πόσον είναι σκόπιμο να επιβάλει την απαίτηση που αναφέρεται στο εδάφιο (1) στην περίπτωση συγκεκριμένου ιδρύματος ή ή οντότητας, που αναφέρεται στις παραγράφους (β), (γ) ή (δ) του εδαφίου (1) του άρθρου 3, στο πλαίσιο της κατάρτισης και της διατήρησης του σχεδίου εξυγίανσης για το εν λόγω ίδρυμα ή όμιλο, έχοντας υπόψη, ιδίως, τις δράσεις εξυγίανσης που προβλέπονται στο σχέδιο αυτό.

(β) Σε περίπτωση που στο σχέδιο εξυγίανσης προβλέπεται η ενδεχόμενη εφαρμογή του μέτρου διάσωσης με ίδια μέσα, η αρχή εξυγίανσης εξακριβώνει αν το εγκεκριμένο μετοχικό κεφάλαιο ή άλλα μέσα κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 είναι επαρκή για την κάλυψη του αθροίσματος των ποσών που αναφέρονται στο άρθρο 56(3)(β) και (γ).

(3) Η μετατροπή των υποχρεώσεων σε μετοχές ή άλλα μέσα ιδιοκτησίας θεωρείται καθ’ όλα έγκυρη πράξη και ισχύει έναντι τρίτων ανεξάρτητα από την ισχύ οποιουδήποτε περιορισμού που επιβάλλεται δυνάμει οποιουδήποτε όρου βάσει των ιδρυτικών εγγράφων ή του καταστατικού του ιδρύματος, συμπεριλαμβανομένων των δικαιωμάτων προτίμησης των μετόχων ή των απαιτήσεων συγκατάθεσης των μετόχων σε αύξηση του κεφαλαίου.

Συμβατική αναγνώριση της διάσωσης με ίδια μέσα

64.-(1)(α) Τα ιδρύματα και τα σχετικά πρόσωπα περιλαμβάνουν συμβατικό όρο με τον οποίο ο πιστωτής ή το μέρος της συμφωνίας ή μέσο που δημιουργεί την υποχρέωση αναγνωρίζει ότι η εν λόγω υποχρέωση ενδέχεται να αποτελέσει αντικείμενο άσκησης των εξουσιών απομείωσης και μετατροπής και συμφωνεί να δεσμεύεται από κάθε μείωση της αξίας του αρχικού κεφαλαίου ή του οφειλόμενου ανεξόφλητου υπόλοιπου, μετατροπή ή ακύρωση, που πραγματοποιείται από μια αρχή εξυγίανσης κατά την άσκηση των εν λόγω εξουσιών, υπό την προϋπόθεση ότι η εν λόγω υποχρέωση πληροί όλες τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

(i) Η υποχρέωση δεν εξαιρείται σύμφωνα με το άρθρο 54(2)·

(ii) η υποχρέωση δεν αποτελεί κατάθεση που αναφέρεται στο άρθρο 33Ο(2)(ε) του περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου·

(iii) η υποχρέωση διέπεται από νομοθεσία τρίτης χώρας· και

(iv) η υποχρέωση εκδίδεται ή αναλαμβάνεται μετά την έναρξη της ισχύος του παρόντος Νόμου.

(β) Η αρχή εξυγίανσης δύναται να αποφασίσει ότι η υποχρέωση στην παράγραφο (α) του παρόντος εδαφίου δεν εφαρμόζεται σε ιδρύματα ή σχετικά πρόσωπα στα οποία η απαίτηση σύμφωνα με το άρθρο 25(1) ισούται με το ποσό απορρόφησης των ζημιών, όπως ορίζεται δυνάμει του άρθρου 25Β(2)(α), υπό την προϋπόθεση ότι οι εν λόγω υποχρεώσεις που πληρούν τους όρους που αναφέρονται στις υποπαραγράφους (i) έως (iv) της παραγράφου (α) του παρόντος εδαφίου και που δεν περιλαμβάνουν τον συμβατικό όρο που αναφέρεται πιο πάνω δεν συνυπολογίζονται στην απαίτηση αυτή.

(γ) Η παράγραφος (α) δεν εφαρμόζεται στην περίπτωση που η αρχή εξυγίανσης προσδιορίζει ότι οι υποχρεώσεις ή τα μέσα που αναφέρονται στην παράγραφο (α) δύνανται να υπόκεινται στις εξουσίες απομείωσης και μετατροπής που ασκεί η αρχή εξυγίανσης δυνάμει του δικαίου τρίτης χώρας ή δεσμευτικής συμφωνίας που συνήφθη με την εν λόγω τρίτη χώρα.

(2)(α) Όταν ίδρυμα ή σχετικό πρόσωπο καταλήξει στη διαπίστωση ότι είναι νομικά ή άλλως ανέφικτο να συμπεριληφθεί στις συμβατικές διατάξεις που διέπουν τη σχετική υποχρέωση όρος που απαιτείται σύμφωνα με το εδάφιο (1), το εν λόγω ίδρυμα ή σχετικό πρόσωπο κοινοποιεί τη διαπίστωσή του, συμπεριλαμβανομένων και της κατηγορίας στην οποία εμπίπτει η υποχρέωση και της αιτιολογίας της εν λόγω διαπίστωσής της, στην αρχή εξυγίανσης. το ίδρυμα ή το σχετικό πρόσωπο παρέχει στην αρχή εξυγίανσης κάθε πληροφορία την οποία η αρχή εξυγίανσης ζητά εντός εύλογου χρονικού διαστήματος μετά την παραλαβή της κοινοποίησης, προκειμένου η αρχή εξυγίανσης να αξιολογήσει το αποτέλεσμα αυτής της κοινοποίησης στη δυνατότητα εξυγίανσης του εν λόγω ιδρύματος ή σχετικού προσώπου.

(β) Σε περίπτωση κοινοποίησης δυνάμει της παραγράφου (α) του παρόντος εδαφίου, η υποχρέωση να συμπεριληφθεί στις συμβατικές διατάξεις όρος που απαιτείται σύμφωνα με το εδάφιο (1) αυτομάτως αναστέλλεται από τη στιγμή της παραλαβής της κοινοποίησης από την αρχή εξυγίανσης.

(γ) Σε περίπτωση που η αρχή εξυγίανσης καταλήξει στη διαπίστωση ότι δεν είναι νομικά ή άλλως ανέφικτο να συμπεριληφθεί στις συμβατικές διατάξεις όρος που απαιτείται σύμφωνα με το εδάφιο (1), λαμβανομένης υπόψη της ανάγκης να διασφαλιστεί η δυνατότητα εξυγίανσης του ιδρύματος ή του σχετικού προσώπου, ζητά, εντός εύλογου χρονικού διαστήματος μετά την κοινοποίηση σύμφωνα με την παράγραφο (α), τη συμπερίληψη ενός τέτοιου συμβατικού όρου. Η αρχή εξυγίανσης δύναται, επιπροσθέτως, να απαιτήσει από το ίδρυμα ή το σχετικό πρόσωπο να τροποποιήσει τις πρακτικές του όσον αφορά την εφαρμογή της εξαίρεσης από τη συμβατική αναγνώριση της διάσωσης με ίδια μέσα.

(δ) Οι υποχρεώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο (α) του παρόντος εδαφίου δεν περιλαμβάνουν πρόσθετα μέσα της κατηγορίας 1, μέσα της κατηγορίας 2 και χρεωστικά μέσα τα οποία αναφέρονται στο άρθρο 33Ο(5) του περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου, όπου τα εν λόγω μέσα είναι μη εξασφαλισμένες υποχρεώσεις. Επιπλέον, οι υποχρεώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο (α) του παρόντος εδαφίου είναι ανώτερης εξοφλητικής προτεραιότητας από τις υποχρεώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 33Ο(2)(η) έως (ιβ) του περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου και στο άρθρο 41Α(2)(β) του περί Ανάκαμψης ΚΕΠΕΥ και Λοιπών Οντοτήτων υπό την Εποπτεία της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς και για Συναφή Θέματα Νόμου.

(ε) Σε περίπτωση που η αρχή εξυγίανσης, στο πλαίσιο της αξιολόγησης της δυνατότητας εξυγίανσης ιδρύματος ή σχετικού προσώπου, σύμφωνα με τα άρθρα 18 και 19, ή σε οποιαδήποτε άλλη χρονική στιγμή, διαπιστώσει ότι, εντός μιας κατηγορίας υποχρεώσεων η οποία περιλαμβάνει επιλέξιμες υποχρεώσεις, το ποσό των υποχρεώσεων που, σύμφωνα με την παράγραφο (α) του παρόντος εδαφίου, δεν περιλαμβάνουν τη συμβατική ρήτρα που αναφέρεται στο εδάφιο (1) του παρόντος άρθρου, μαζί με τις υποχρεώσεις που εξαιρούνται από την εφαρμογή του μέτρου διάσωσης με ίδια μέσα σύμφωνα με το άρθρο 54(2) έως (5) ή που είναι πιθανόν να αποκλειστούν σύμφωνα με το άρθρο 54(6) έως (7)(α) και (β), ανέρχεται σε άνω του 10% της εν λόγω κατηγορίας, αξιολογεί αμέσως τις επιπτώσεις αυτού του συγκεκριμένου δεδομένου στη δυνατότητα εξυγίανσης του εν λόγω ιδρύματος ή σχετικού προσώπου, συμπεριλαμβανομένων των επιπτώσεων στη δυνατότητα εξυγίανσης που απορρέουν από τον κίνδυνο να πληγούν οι διασφαλίσεις που προβλέπονται στο άρθρο 75 όταν εφαρμόζονται οι εξουσίες απομείωσης ή μετατροπής επί των επιλέξιμων υποχρεώσεων.

(στ) Σε περίπτωση που η αρχή εξυγίανσης καταλήξει στο συμπέρασμα, με βάση την εκτίμηση που αναφέρεται στην παράγραφο (ε) του παρόντος εδαφίου, ότι οι υποχρεώσεις οι οποίες, σύμφωνα με την παράγραφο (α), δεν περιλαμβάνουν τη συμβατική ρήτρα που αναφέρεται στο εδάφιο (1), δημιουργούν ουσιαστικό εμπόδιο στη δυνατότητα εξυγίανσης, εφαρμόζει τις εξουσίες που προβλέπονται στο άρθρο 20 του παρόντος Νόμου, όπως αρμόζει, ώστε να αρθεί το εν λόγω εμπόδιο στη δυνατότητα εξυγίανσης.

(ζ) Οι υποχρεώσεις για τις οποίες το ίδρυμα ή το σχετικό πρόσωπο δεν συμπεριλαμβάνει στις συμβατικές διατάξεις τον όρο που απαιτείται σύμφωνα με το εδάφιο (1) του παρόντος άρθρου ή για τις οποίες, σύμφωνα με το παρόν εδάφιο, η εν λόγω απαίτηση δεν εφαρμόζεται, δεν υπολογίζονται για την ελάχιστη απαίτηση ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων.

(3) Η αρχή εξυγίανσης δύναται να απαιτεί από τα ιδρύματα και τα σχετικά πρόσωπα να παρέχουν στην ίδια ή/και σε αρμόδια αρχή νομική γνώμη σχετικά με τη νόμιμη εκτελεστότητα και την αποτελεσματικότητα του συμβατικού όρου που αναφέρεται στο εδάφιο (1).

(4) Σε περίπτωση που ίδρυμα ή σχετικό πρόσωπο δεν συμπεριλάβει στις συμβατικές διατάξεις που διέπουν μια σχετική υποχρέωση συμβατικό όρο που απαιτείται σύμφωνα με το εδάφιο (1), αυτό δεν εμποδίζει την αρχή εξυγίανσης να ασκήσει τις εξουσίες απομείωσης και μετατροπής όσον αφορά την εν λόγω υποχρέωση.

(5) Η αρχή εξυγίανσης καθορίζει, με γενικές ή ειδικές οδηγίες όπου κρίνει αναγκαίο, τις κατηγορίες υποχρεώσεων για τις οποίες ένα ίδρυμα ή σχετικό πρόσωπο μπορεί να καταλήξει στη διαπίστωση ότι είναι νομικά ή άλλως ανέφικτο να συμπεριλάβει τον συμβατικό όρο που αναφέρεται στο εδάφιο (1) του παρόντος άρθρου, με βάση τις προϋποθέσεις που προσδιορίζονται περαιτέρω σύμφωνα με το Άρθρο 55, παράγραφος 6 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ VI - ΕΞΟΥΣΙΕΣ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗΣ
Γενικές εξουσίες

65.-(1)(α) Η αρχή εξυγίανσης διαθέτει όλες τις αναγκαίες εξουσίες για να εφαρμόζει τα μέτρα εξυγίανσης σε ιδρύματα και σχετικά πρόσωπα που πληρούν τις ισχύουσες προϋποθέσεις εξυγίανσης.

(β) Ειδικότερα, η αρχή εξυγίανσης διαθέτει τις ακόλουθες εξουσίες εξυγίανσης, τις οποίες μπορεί να ασκεί μεμονωμένα ή σε συνδυασμό:

(i) Να απαιτεί από κάθε πρόσωπο να παρέχει όλες τις πληροφορίες που είναι αναγκαίες για την αρχή εξυγίανσης προκειμένου να αποφασίζει και να προετοιμάζει μια δράση εξυγίανσης, συμπεριλαμβανομένης της επικαιροποίησής τους και των συμπληρωματικών πληροφοριών που παρέχονται στα σχέδια εξυγίανσης, καθώς και να απαιτεί την παροχή πληροφοριών μέσω της διεξαγωγής επιτόπιων ελέγχων·

(ii) να αποκτά τον έλεγχο ενός ιδρύματος υπό εξυγίανση και να ασκεί όλα τα δικαιώματα και τις εξουσίες που παρέχονται στους μετόχους, στους λοιπούς ιδιοκτήτες και στο διοικητικό όργανο του ιδρύματος υπό εξυγίανση·

(iii) να μεταβιβάζει μετοχές ή άλλα μέσα ιδιοκτησίας που εκδίδονται από ένα ίδρυμα υπό εξυγίανση·

(iv) να μεταβιβάζει σε άλλη οντότητα, με τη συγκατάθεση της εν λόγω οντότητας, δικαιώματα, περιουσιακά στοιχεία ή υποχρεώσεις ενός ιδρύματος υπό εξυγίανση·

(v) να απομειώνει, μέχρι και μηδενισμού, την αξία ή το οφειλόμενο ανεξόφλητο υπόλοιπο των υποχρεώσεων υποκείμενων σε διάσωση με ίδια μέσα ενός ιδρύματος υπό εξυγίανση·

(vi) να μετατρέπει υποχρεώσεις υποκείμενες σε διάσωση με ίδια μέσα ενός ιδρύματος υπό εξυγίανση σε κοινές μετοχές ή άλλα μέσα ιδιοκτησίας του εν λόγω ιδρύματος ή σχετικού προσώπου, ενός σχετικού μητρικού ιδρύματος ή ενός μεταβατικού ιδρύματος στο οποίο μεταβιβάζονται περιουσιακά στοιχεία, δικαιώματα ή υποχρεώσεις του ιδρύματος ή σχετικού προσώπου·

(vii) να ακυρώνει χρεωστικά μέσα που έχουν εκδοθεί από ένα ίδρυμα υπό εξυγίανση, με εξαίρεση τις εξασφαλισμένες υποχρεώσεις που εμπίπτουν στο άρθρο 54(2)·

(viii) να απομειώνει, μέχρι και μηδενισμού, την ονομαστική αξία μετοχών ή άλλων μέσων ιδιοκτησίας ενός ιδρύματος υπό εξυγίανση καθώς και να ακυρώνει τέτοιες μετοχές ή άλλα μέσα ιδιοκτησίας·

(ix) να απαιτεί από ένα ίδρυμα υπό εξυγίανση ή από σχετικό μητρικό ίδρυμα να εκδώσει νέες μετοχές ή άλλα μέσα ιδιοκτησίας ή άλλα κεφαλαιακά μέσα, συμπεριλαμβανομένων των προνομιούχων μετοχών και των υπό αίρεση μετατρέψιμων μέσων·

(x) να τροποποιεί ή να μεταβάλλει τη διάρκεια των χρεωστικών μέσων και άλλων υποχρεώσεων υποκείμενων σε διάσωση με ίδια μέσα που εκδίδονται από ένα ίδρυμα υπό εξυγίανση ή να τροποποιεί το ύψος των πληρωτέων τόκων βάσει των εν λόγω μέσων και άλλων επιλέξιμων υποχρεώσεων ή την ημερομηνία κατά την οποία οι τόκοι καθίστανται πληρωτέοι, μεταξύ άλλων αναστέλλοντας την πληρωμή για προσωρινό χρονικό διάστημα, με εξαίρεση τις εξασφαλισμένες υποχρεώσεις που εμπίπτουν στο άρθρο 54(2)·

(xi) να καταγγέλλει και να ρευστοποιεί χρηματοπιστωτικές συμβάσεις ή συμβάσεις παραγώγων στο πλαίσιο της εφαρμογής του άρθρου 58·

(xii) να απομακρύνει ή να αντικαθιστά το διοικητικό όργανο και τα ανώτατα διοικητικά στελέχη ενός ιδρύματος υπό εξυγίανση·

(xiii) να απαιτεί από την αρμόδια αρχή να αξιολογήσει εγκαίρως τον αποκτώντα ειδικής συμμετοχής, κατά παρέκκλιση από τα χρονικά όρια που τίθενται στον περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμο ή/και στον περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμο, κατά περίπτωση.

(2)(α) Η αρχή εξυγίανσης, όταν πρόκειται να εφαρμόσει τα μέτρα εξυγίανσης και να ασκήσει τις εξουσίες εξυγίανσης, δεν υπόκειται σε καμία από τις ακόλουθες απαιτήσεις δυνάμει γενικών διατάξεων, συμβατικών όρων ή άλλων διατάξεων:

(i) Στην υποχρέωση να λάβει την έγκριση ή τη συγκατάθεση οποιουδήποτε άλλου προσώπου, ιδιωτικού ή δημόσιου, συμπεριλαμβανομένων των μετόχων ή των πιστωτών του ιδρύματος υπό εξυγίανση, χωρίς επηρεασμό του άρθρου 4(2)·

(ii) σε διαδικαστικές απαιτήσεις κοινοποίησης προς οποιοδήποτε πρόσωπο, συμπεριλαμβανομένης κάθε απαίτησης δημοσίευσης οποιασδήποτε κοινοποίησης ή ενημερωτικών δελτίων ή αρχειοθέτησης ή καταχώρισης οποιουδήποτε εγγράφου σε οποιαδήποτε άλλη αρχή, πριν από την άσκηση της εξουσίας εξυγίανσης.

(β) Η αρχή εξυγίανσης δύναται να ασκήσει τις εξουσίες που προβλέπονται στο παρόν άρθρο, ανεξάρτητα από κάθε περιορισμό ή απαίτηση για συγκατάθεση, όσον αφορά τη μεταβίβαση των εν λόγω χρηματοπιστωτικών μέσων, δικαιωμάτων, περιουσιακών στοιχείων ή υποχρεώσεων, που μπορεί διαφορετικά να εφαρμοζόταν.

(γ) Η υποπαράγραφος (ii) της παραγράφου (α) εφαρμόζεται με την επιφύλαξη των απαιτήσεων του άρθρου 84 και των απαιτήσεων κοινοποίησης βάσει των κανόνων της ΕΕ σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις.

(3) Σε περίπτωση που κάποια από τις εξουσίες που αναφέρονται στο εδάφιο (1) δεν μπορεί να εφαρμοστεί σε καλυπτόμενο πρόσωπο λόγω της ειδικής νομικής μορφής του, η αρχή εξυγίανσης έχει στο μέτρο του δυνατού παρεμφερείς εξουσίες, μεταξύ άλλων και όσον αφορά τα αποτελέσματά τους.

(4) Σε περίπτωση που η αρχή εξυγίανσης ασκεί τις εξουσίες που προβλέπονται στο εδάφιο (3), ισχύουν για τα επηρεαζόμενα πρόσωπα, συμπεριλαμβανομένων των μετόχων, των πιστωτών και των αντισυμβαλλομένων, οι διασφαλίσεις που προβλέπονται στο παρόντα Νόμο ή άλλες διασφαλίσεις που έχουν ισοδύναμο αποτέλεσμα.

Επικουρικές εξουσίες

66.-(1) Κατά την άσκηση εξουσίας εξυγίανσης, η αρχή εξυγίανσης δύναται -

(α) Με την επιφύλαξη του άρθρου 80, να μεριμνά ώστε η μεταβίβαση να πραγματοποιείται απαλλαγμένη από κάθε υποχρέωση ή επιβάρυνση επί των μεταβιβαζόμενων χρηματοπιστωτικών μέσων, δικαιωμάτων, περιουσιακών στοιχείων ή υποχρεώσεων· για τον σκοπό αυτό, οποιοδήποτε δικαίωμα αποζημίωσης βάσει του παρόντος Νόμου δεν θεωρείται υποχρέωση ή επιβάρυνση· και

(β) να αίρει τα δικαιώματα περαιτέρω απόκτησης μετοχών ή άλλων μέσων ιδιοκτησίας· και

(γ) να απαιτεί από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς να διασφαλίζει την διακοπή ή την αναστολή της αποδοχής προς διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενη αγορά ή την εισαγωγή χρηματοπιστωτικών μέσων σε χρηματιστήριο αξιών, σύμφωνα με τον περί Δημόσιας Προσφοράς και Ενημερωτικού Δελτίου Νόμο· και

(δ) να προβλέπει τη μεταχείριση του αποδέκτη σαν να ήταν το υπό εξυγίανση ίδρυμα για τους σκοπούς οποιωνδήποτε δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων, ή ενεργειών στις οποίες έχει προβεί το υπό εξυγίανση ίδρυμα, συμπεριλαμβανομένων, σύμφωνα με τα άρθρα 46, 48 και 50, των δικαιωμάτων ή των υποχρεώσεων που αφορούν τη συμμετοχή σε υποδομές αγοράς·

(ε) να απαιτεί από το υπό εξυγίανση ίδρυμα ή τον αποδέκτη να παρέχει αμοιβαία πληροφορίες και συνδρομή· και

(στ) να ακυρώνει ή να τροποποιεί τις ρήτρες μιας σύμβασης στην οποία είναι μέρος το υπό εξυγίανση ίδρυμα ή να το υποκαθιστά με έναν αποδέκτη ως συμβαλλόμενο μέρος.

(2) Η αρχή εξυγίανσης ασκεί τις εξουσίες που καθορίζονται στο εδάφιο (1) όταν κρίνει ότι ενδείκνυνται για να διασφαλιστεί η αποτελεσματικότητα μιας δράσης ή να επιτευχθεί ένας ή περισσότεροι στόχοι εξυγίανσης.

(3) Κατά την άσκηση μιας εξουσίας εξυγίανσης, η αρχή εξυγίανσης δύναται να προβλέπει τη συνέχιση αναγκαίων για την εξασφάλιση της συνέχειας ρυθμίσεων προκειμένου να διασφαλιστεί η αποτελεσματικότητα της δράσης εξυγίανσης και ότι ο αποκτών είναι σε θέση να ασκήσει τις δραστηριότητες που του μεταβιβάστηκαν, περιλαμβανομένων-

(α) Της συνέχισης συμβάσεων τις οποίες έχει συνάψει το ίδρυμα υπό εξυγίανση, ούτως ώστε ο αποδέκτης να αναλάβει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του υπό εξυγίανση ιδρύματος που αφορούν κάθε χρηματοπιστωτικό μέσο, δικαίωμα, περιουσιακό στοιχείο ή υποχρέωση που έχει μεταβιβαστεί, και να υποκαθιστά το ίδρυμα υπό εξυγίανση, είτε ρητά είτε σιωπηρά, σε όλα τα σχετικά έγγραφα των συμβάσεων·

(β) της υποκατάστασης του υπό εξυγίανση ιδρύματος από τον αποδέκτη σε κάθε δικαστική διαδικασία που αφορά κάθε χρηματοπιστωτικό μέσο, δικαίωμα, περιουσιακό στοιχείο ή υποχρέωση που έχει μεταβιβαστεί.

(4) Οι εξουσίες που προβλέπονται στην παράγραφο (δ) του εδαφίου (1) και στην παράγραφο (β) του εδαφίου (3) δεν επηρεάζουν τα εξής:

(α) Το δικαίωμα ενός εργαζόμενου του υπό εξυγίανση ιδρύματος να καταγγείλει μια σύμβαση εργασίας·

(β) με την επιφύλαξη των άρθρων 71, 72 και 73, κάθε δικαίωμα ενός αντισυμβαλλόμενου μέρους μιας σύμβασης να ασκήσει δικαιώματά του βάσει της σύμβασης, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος να την καταγγείλει, εφόσον το δικαιούται, σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης, λόγω πράξης ή παράλειψης από το υπό εξυγίανση ίδρυμα, πριν από τη σχετική μεταβίβαση, ή από τον αποδέκτη, μετά τη σχετική μεταβίβαση.

Εξουσία απαίτησης παροχής υπηρεσιών και εγκαταστάσεων

67.-(1)(α) Η αρχή εξυγίανσης δύναται να απαιτεί από ένα υπό εξυγίανση ίδρυμα, ή από οποιαδήποτε οντότητα του ομίλου του, να παρέχει τις υπηρεσίες ή τις υποδομές που είναι αναγκαίες προκειμένου ο αποδέκτης να είναι σε θέση να ασκεί όντως τις εργασίες που του μεταβιβάστηκαν.

(β) Η παράγραφος (α) εφαρμόζεται και στην περίπτωση που το υπό εξυγίανση ίδρυμα ή η σχετική οντότητα του ομίλου υπόκειται ήδη σε κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας.

(2) Η αρχή εξυγίανσης δύναται να επιβάλλει την τήρηση υποχρεώσεων που έχουν επιβληθεί, σύμφωνα με το εδάφιο (1), από αρχές εξυγίανσης κρατών μελών, σε οντότητες ομίλου εγκατεστημένες στη Δημοκρατία.

(3) Οι υπηρεσίες και οι υποδομές που αναφέρονται στα εδάφια (1) και (2) είναι μόνο λειτουργικές, και δεν περιλαμβάνουν καμία μορφή οικονομικής στήριξης.

(4) Οι παρεχόμενες σύμφωνα με τα εδάφια (1) και (2) υπηρεσίες και υποδομές παρέχονται υπό τους ακόλουθους όρους:

(α) Σε περίπτωση που οι υπηρεσίες και οι υποδομές παρασχέθηκαν στο υπό εξυγίανση ίδρυμα στο πλαίσιο συμφωνίας αμέσως πριν από την ανάληψη της δράσης εξυγίανσης, υπό τους ιδίους όρους καθ’ όλη τη διάρκεια της συμφωνίας·

(β) σε περίπτωση που δεν υφίσταται συμφωνία ή που η συμφωνία έχει λήξει, υπό εύλογους όρους.

Εφαρμογή μέτρων εξυγίανσης από αρχές εξυγίανσης κρατών μελών

68.-(1) Όταν μια διενεργούμενη από αρχή εξυγίανσης κράτους μέλους μεταβίβαση μετοχών, άλλων μέσων ιδιοκτησίας ή δικαιωμάτων, περιουσιακών στοιχείων ή υποχρεώσεων, περιλαμβάνει περιουσιακά στοιχεία που βρίσκονται στη Δημοκρατία ή δικαιώματα ή υποχρεώσεις που υπόκεινται στο δίκαιο της Δημοκρατίας, η εν λόγω μεταβίβαση θεωρείται καθόλα έγκυρη πράξη, παράγει έννομα αποτελέσματα και ισχύει έναντι των μετόχων, πιστωτών και τρίτων μερών ανεξαρτήτως οποιουδήποτε περιορισμού που επιβάλλεται δυνάμει νομοθετικών διατάξεων ή όρων σύμβασης ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο περιλαμβανομένης της συμμόρφωσης με νομικές διαδικασίες που διαφορετικά θα εφαρμόζονταν δυνάμει, μεταξύ άλλων, του περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμου ή του περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου ή του περί Εταιρειών Νόμου ή του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου ή του περί Δημοσίων Προτάσεων Εξαγοράς Νόμου.

(2) Η αρχή εξυγίανσης κράτους μέλους που έχει πραγματοποιήσει ή σκοπεύει να πραγματοποιήσει τη μεταβίβαση, λαμβάνει κάθε εύλογη συνδρομή από την αρχή εξυγίανσης ή άλλη δημόσια αρχή προκειμένου να διασφαλιστεί ότι η μεταβίβαση των μετοχών ή άλλων μέσων ιδιοκτησίας ή περιουσιακών στοιχείων, δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων στον αποκτώντα είναι σύμφωνη με το κυπριακό δίκαιο.

(3) Οι μέτοχοι, οι πιστωτές και τα τρίτα μέρη που θίγονται από τη μεταβίβαση μετοχών, άλλων μέσων ιδιοκτησίας, περιουσιακών στοιχείων, δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων που αναφέρονται στο εδάφιο (1) δεν δικαιούνται να εμποδίζουν, να αμφισβητούν ή να ματαιώνουν με την άσκηση ένδικων μέσων τη μεταβίβαση αυτών βάσει διάταξης του κυπριακού δικαίου.

(4) Όταν αρχή εξυγίανσης κράτους μέλους ασκεί τις εξουσίες απομείωσης ή μετατροπής, μεταξύ άλλων έναντι κεφαλαιακών μέσων σύμφωνα με το Άρθρο 59 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ και οι υποχρεώσεις υποκείμενες σε διάσωση με ίδια μέσα περιλαμβάνουν μέσα ή υποχρεώσεις, που διέπονται το κυπριακό δίκαιο, ή/και υποχρεώσεις προς πιστωτές που βρίσκονται στη Δημοκρατία, η μείωση της αξίας ή/και η μετατροπή των εν λόγω υποχρεώσεων ή μέσων συνιστά καθόλα έγκυρη πράξη, παράγει έννομα αποτελέσματα, και ισχύει έναντι πάντων ανεξαρτήτως αντίθετων νομοθετικών διατάξεων, όρων σύμβασης ή νομοθετικών διαδικασιών.

(5) Οι πιστωτές που θίγονται από την αναφερόμενη στο εδάφιο (1) άσκηση των εξουσιών απομείωσης ή μετατροπής δεν δικαιούνται να αμφισβητούν με ένδικα μέσα τη μείωση της αξίας ή/και τη μετατροπή του μέσου ή της υποχρέωσης, ανεξαρτήτως αντίθετης νομοθετικής διάταξης, όρου σύμβασης ή νομικής διαδικασίας.

(6) Το παρόν άρθρο δεν θίγει -

(α) Το δικαίωμα των μετόχων, των πιστωτών και των τρίτων μερών για αμφισβήτηση πράξεων και αποκατάσταση σύμφωνα με άρθρο 86, ως προς τη μεταβίβαση μετοχών, άλλων μέσων ιδιοκτησίας, περιουσιακών στοιχείων, δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων, που αναφέρονται στο εδάφιο (1) του παρόντος άρθρου· και

(β) το δικαίωμα των πιστωτών για αμφισβήτηση πράξεων και αποκατάσταση σύμφωνα με άρθρο 86, ως προς τη μείωση της αξίας ή τη μετατροπή μέσου ή υποχρέωσης που καλύπτεται από το εδάφιο (4) του παρόντος άρθρου· και

(γ) τις διασφαλίσεις για τις εν μέρει μεταβιβάσεις, όπως αναφέρονται στο Κεφάλαιο VII του παρόντος Μέρους, όσον αφορά περιουσιακά στοιχεία, δικαιώματα ή υποχρεώσεις, που αναφέρονται στο εδάφιο (1) του παρόντος άρθρου.

Εξουσία όσον αφορά τα περιουσιακά στοιχεία, τα δικαιώματα, τις υποχρεώσεις, τις μετοχές και άλλα μέσα ιδιοκτησίας που βρίσκονται σε τρίτες χώρες

69.-(1) Σε περιπτώσεις που η δράση εξυγίανσης συνεπάγεται ενέργειες όσον αφορά περιουσιακά στοιχεία που βρίσκονται σε τρίτη χώρα ή μετοχές, άλλα μέσα ιδιοκτησίας, δικαιώματα ή υποχρεώσεις που διέπονται από το δίκαιο τρίτης χώρας, η αρχή εξυγίανσης δύναται να απαιτεί -

(α) Από τον διαχειριστή, τον παραλήπτη ή κάθε άλλο πρόσωπο που ασκεί τον έλεγχο του υπό εξυγίανση ιδρύματος και από τον αποδέκτη να λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα ώστε να διασφαλίσουν ότι η μεταβίβαση, η απομείωση, η μετατροπή ή η δράση παράγει έννομα αποτελέσματα·

(β) από τον διαχειριστή, τον παραλήπτη ή κάθε άλλο πρόσωπο που ασκεί τον έλεγχο του υπό εξυγίανση ιδρύματος να διακρατεί τις μετοχές, άλλα μέσα ιδιοκτησίας, τα περιουσιακά στοιχεία ή τα δικαιώματα ή να εξοφλεί τις υποχρεώσεις εξ ονόματος του αποδέκτη μέχρις ότου η μεταβίβαση, η απομείωση, η μετατροπή ή η δράση παράξει έννομα αποτελέσματα·

(γ) τα εύλογα έξοδα του αποκτώντα, τα οποία προκύπτουν κανονικά κατά την εκτέλεση οποιασδήποτε απαιτούμενης ενέργειας βάσει των παραγράφων (α) και (β), να καλύπτονται με κάποιον από τους τρόπους που καθορίζονται στο άρθρο 45(7).

(2) Η αρχή εξυγίανσης δεν προβαίνει στη μεταβίβαση, απομείωση, μετατροπή ή δράση εξυγίανσης σύμφωνα με την παράγραφο (α) του εδαφίου (1) όταν εκτιμά ότι είναι εξαιρετικά απίθανο να παραγάγουν έννομα αποτελέσματα σε σχέση με περιουσιακά στοιχεία που βρίσκονται σε τρίτη χώρα ή σε σχέση με μετοχές, άλλα μέσα ιδιοκτησίας, δικαιώματα ή υποχρεώσεις που διέπονται από δίκαιο τρίτης χώρας, μολονότι ελήφθησαν όλα τα αναγκαία μέτρα από τον διαχειριστή, παραλήπτη ή άλλο πρόσωπο που ασκεί τον έλεγχο του υπό εξυγίανση ιδρύματος.

Αποκλεισμός ορισμένων συμβατικών ρητρών στην έγκαιρη παρέμβαση και εξυγίανση

70.-(1)(α) Οποιοδήποτε μέτρο πρόληψης κρίσεων ή μέτρο διαχείρισης κρίσεων που λαμβάνεται σχετικά με καλυπτόμενο πρόσωπο, ή που περιλαμβάνει την επέλευση οποιουδήποτε γεγονότος άμεσα συνδεόμενου με την εφαρμογή αυτού του μέτρου, δεν θεωρείται αφ’ εαυτού, σε πλαίσιο σύμβασης που συνάπτει η οντότητα, ότι συνιστά γεγονός που συνεπάγεται αναγκαστική εκτέλεση κατά την έννοια του περί Παροχής Χρηματοοικονομικής Εξασφάλισης Νόμου, υπό τον όρο ότι εξακολουθούν να τηρούνται οι ουσιαστικές υποχρεώσεις δυνάμει της σύμβασης, μεταξύ των οποίων οι υποχρεώσεις πληρωμής και παράδοσης και η παροχή εξασφάλισης.

(β) Επιπρόσθετα από τα προβλεπόμενα στην παράγραφο (α), το μέτρο πρόληψης κρίσεων ή μέτρο διαχείρισης κρίσεων δεν θεωρείται αφ’ εαυτού ότι συνιστά γεγονός που συνεπάγεται αναγκαστική εκτέλεση ή ως διαδικασία αφερεγγυότητας στο πλαίσιο σύμβασης που συνάφθηκε από-

(i) Θυγατρική, της οποίας οι απορρέουσες υποχρεώσεις τελούν υπό την εγγύηση ή κατ’ άλλο τρόπο στήριξη της μητρικής επιχείρησης· ή

(ii) οποιαδήποτε οντότητα ομίλου και η σύμβαση περιλαμβάνει ρήτρες καταγγελίας λόγω διασταυρούμενης αθέτησης υποχρέωσης.

(2) Εάν οι διαδικασίες εξυγίανσης σε τρίτη χώρα αναγνωρίζονται σύμφωνα με το άρθρο 98 ή εάν λάβει τέτοια απόφαση η αρχή εξυγίανσης, οι διαδικασίες αυτές αποτελούν, για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, μέτρο διαχείρισης κρίσεων.

(3) Υπό τον όρο ότι εξακολουθούν να τηρούνται οι ουσιαστικές υποχρεώσεις δυνάμει της σύμβασης, μεταξύ των οποίων οι υποχρεώσεις πληρωμής και παράδοσης και η παροχή εξασφάλισης, κάθε μέτρο πρόληψης κρίσεων, αναστολής υποχρέωσης δυνάμει του άρθρου 43Α ή μέτρο διαχείρισης κρίσεων, συμπεριλαμβανομένης της επέλευσης οποιουδήποτε γεγονότος άμεσα συνδεόμενου με την εφαρμογή τέτοιου μέτρου, δεν παρέχει αφ’ εαυτού σε κανέναν τη δυνατότητα -

(α) Να ασκεί οποιοδήποτε δικαίωμα καταγγελίας, αναστολής, συμψηφισμού ή αλληλοσυμψηφισμού, μεταξύ άλλων και σχετικά με σύμβαση την οποία έχει συνάψει -

(i) Θυγατρική, και οι υποχρεώσεις που απορρέουν από τη σύμβαση τελούν υπό την εγγύηση ή κατ’ άλλο τρόπο στήριξη από οποιοδήποτε οντότητα του ομίλου,

(ii) οποιαδήποτε οντότητα ομίλου, και η σύμβαση περιλαμβάνει ρήτρες καταγγελίας λόγω διασταυρούμενης αθέτησης υποχρέωσης·

(β) να αποκτά κατοχή, να ασκεί έλεγχο ή να επιβάλλει οποιαδήποτε εξασφάλιση επί περιουσιακού στοιχείου του ιδρύματος ή σχετικού προσώπου ή οποιαδήποτε οντότητα ομίλου σε σχέση με σύμβαση που περιλαμβάνει ρήτρες καταγγελίας λόγω διασταυρούμενης αθέτησης υποχρέωσης·

(γ) να θίγει οποιαδήποτε συμβατικά δικαιώματα του ιδρύματος ή του σχετικού προσώπου ή οποιαδήποτε οντότητα ομίλου σε σχέση με σύμβαση που περιλαμβάνει ρήτρες καταγγελίας λόγω διασταυρούμενης αθέτησης υποχρέωσης.

(4) Το παρόν άρθρο δεν θίγει το δικαίωμα προσώπου να αναλάβει δράση που αναφέρεται στο εδάφιο (3), σε περίπτωση που το δικαίωμα αυτό απορρέει από γεγονός διάφορο από το μέτρο πρόληψης κρίσεων, το μέτρο διαχείρισης κρίσεων ή οποιοδήποτε γεγονός άμεσα συνδεόμενο με την εφαρμογή τέτοιου μέτρου.

(5) Αναστολή ή περιορισμός σύμφωνα με τα άρθρα 43Α, 71 ή 72 δεν συνιστά αθέτηση συμβατικής υποχρέωσης για τους σκοπούς των εδαφίων (1) και (3) του παρόντος άρθρου και του άρθρου 73(1).

(6) Οι διατάξεις που περιλαμβάνονται στο παρόν άρθρο αποτελούν υπερισχύουσες διατάξεις αναγκαστικού δικαίου κατά την έννοια του Άρθρου 9 του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 593/2008.

Εξουσία αναστολής ορισμένων υποχρεώσεων

71.-(1) H αρχή εξυγίανσης δύναται να αναστέλλει οποιεσδήποτε υποχρεώσεις πληρωμής ή παράδοσης απορρέουν από σύμβαση στην οποία είναι συμβαλλόμενο μέρος ίδρυμα υπό εξυγίανση από τη δημοσίευση της κοινοποίησης αναστολής, σύμφωνα με το άρθρο 84(3), έως τα μεσάνυχτα της εργάσιμης ημέρας που έπεται της δημοσίευσης.

(2) Σε περίπτωση που μια υποχρέωση πληρωμής ή παράδοσης θα καθίστατο απαιτητή εντός της περιόδου αναστολής, η πληρωμή ή η παράδοση καθίσταται απαιτητή αμέσως μετά τη λήξη της περιόδου αναστολής.

(3) Εάν οι συμβατικές υποχρεώσεις πληρωμής ή παράδοσης ιδρύματος υπό εξυγίανση αναστέλλονται σύμφωνα με το εδάφιο (1), οι υποχρεώσεις πληρωμής ή παράδοσης των αντισυμβαλλομένων του εν λόγω ιδρύματος στο πλαίσιο της σύμβασης αυτής αναστέλλονται για το ίδιο χρονικό διάστημα.

(4) Καμία αναστολή βάσει του εδαφίου (1) δεν εφαρμόζεται σε υποχρεώσεις πληρωμής και παράδοσης έναντι των ακόλουθων:

(α) Συστημάτων ή φορέων εκμετάλλευσης συστημάτων εγκατεστημένων στη Δημοκρατία ως ορίζονται δυνάμει του περί Αμετάκλητου του Διακανομισμού στα Συστήματα Πληρωμών και στα Συστήματα Διακανονισμού Αξιογράφων Νόμου ή συστημάτων και φορέων εκμετάλλευσης συστημάτων εγκατεστημένα εκτός Δημοκρατίας όπως ορίζονται σύμφωνα με την Οδηγία 98/26/ΕΚ·

(β) κεντρικών αντισυμβαλλομένων που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας στην ΕΕ σύμφωνα με το Άρθρο 14 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 και κεντρικών αντισυμβαλλόμενων τρίτης χώρας αναγνωρισμένων από την ΕΑΚΑΑ σύμφωνα με το Άρθρο 25 του εν λόγω Κανονισμού· και

(γ) κεντρικών τραπεζών.

(5)(α) Κατά την άσκηση εξουσίας δυνάμει του παρόντος άρθρου, η αρχή εξυγίανσης λαμβάνει υπόψη τον αντίκτυπο που ενδέχεται να έχει η άσκηση της εξουσίας αυτής στην εύρυθμη λειτουργία των χρηματοπιστωτικών αγορών.

(β) Η αρχή εξυγίανσης καθορίζει το πεδίο εφαρμογής αυτής της εξουσίας, λαμβάνοντας υπόψη τις περιστάσεις κάθε περίπτωσης· συγκεκριμένα, η αρχή εξυγίανσης αξιολογεί προσεκτικά την καταλληλότητα της επέκτασης της αναστολής σε επιλέξιμες καταθέσεις όπως ορίζονται στον Κανονισμό 6 των περί Συστημάτων Εγγύησης Καταθέσεων και Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Κανονισμών, ιδίως σε καλυπτόμενες καταθέσεις τις οποίες κατέχουν φυσικά πρόσωπα και πολύ μικρές, μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις.

(γ) Η αρχή εξυγίανσης διασφαλίζει την πρόσβαση των καταθετών σε κατάλληλο ημερήσιο ποσό από τις καταθέσεις αυτές όταν ασκεί την εξουσία αναστολής των υποχρεώσεων πληρωμής ή παράδοσης σε σχέση με επιλέξιμες καταθέσεις.

Εξουσία περιορισμού της αναγκαστικής εκτέλεσης συμφωνιών παροχής ασφάλειας

72.-(1) Η αρχή εξυγίανσης δύναται να περιορίζει το δικαίωμα των εξασφαλισμένων πιστωτών ενός υπό εξυγίανση ιδρύματος να προβαίνουν σε αναγκαστική εκτέλεση συμφωνιών παροχής εξασφάλισης όσον αφορά οποιαδήποτε περιουσιακά στοιχεία του εν λόγω υπό εξυγίανση ιδρύματος από τη στιγμή της δημοσίευσης της κοινοποίησης περιορισμού, σύμφωνα με το άρθρο 84(3), έως τα μεσάνυχτα της εργάσιμης ημέρας που έπεται της δημοσίευσης.

(2) H αρχή εξυγίανσης δεν ασκεί την εξουσία που προβλέπεται στο εδάφιο (1) όσον αφορά οποιαδήποτε από τα ακόλουθα:

(α) Συμφωνία παροχής εξασφάλισης έναντι συστημάτων ή διαχειριστών συστημάτων, όπως τα εν λόγω συστήματα και διαχειριστές συστημάτων ορίζονται στο άρθρο 2(1) του περί του Αμετάκλητου του Διακανονισμού στα Συστήματα Πληρωμών και στα Συστήματα Διακανονισμού Αξιογράφων Νόμου ή συστημάτων και φορέων εκμετάλλευσης συστημάτων εγκατεστημένα εκτός Δημοκρατίας όπως ορίζονται σύμφωνα με την Οδηγία 98/26/ΕΚ·

(β) κεντρικών αντισυμβαλλομένων που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας στην ΕΕ σύμφωνα με το Άρθρο 14 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 και κεντρικούς αντισυμβαλλόμενους τρίτης χώρας αναγνωρισμένους από την ΕΑΚΑΑ σύμφωνα με το Άρθρο 25 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012· και

(γ) κεντρικών τραπεζών όσον αφορά περιουσιακά στοιχεία που έχουν ενεχυριαστεί ως περιθώριο ή εξασφάλιση από το ίδρυμα υπό εξυγίανση.

(3) Στις περιπτώσεις στις οποίες εφαρμόζεται το άρθρο 82, η αρχή εξυγίανσης μεριμνά ώστε οι τυχόν περιορισμοί που επιβάλλονται δυνάμει της εξουσίας που προβλέπεται στο εδάφιο (1) του παρόντος άρθρου να εφαρμόζονται με συνέπεια για όλες τις οντότητες ομίλου έναντι των οποίων αναλαμβάνεται δράση εξυγίανσης.

(4) Κατά την άσκηση εξουσίας δυνάμει του παρόντος άρθρου, η αρχή εξυγίανσης λαμβάνει υπόψη τον αντίκτυπο που ενδέχεται να έχει η άσκηση της εξουσίας αυτής στην εύρυθμη λειτουργία των χρηματοπιστωτικών αγορών.

Εξουσία αναστολής των δικαιωμάτων καταγγελίας

73.-(1) Η αρχή εξυγίανσης δύναται να αναστέλλει τα δικαιώματα καταγγελίας οποιουδήποτε αντισυμβαλλόμενου μέρους του υπό εξυγίανση ιδρύματος, από τη στιγμή της δημοσίευσης της κοινοποίησης περιορισμού, σύμφωνα με το άρθρο 84(3), έως τα μεσάνυχτα της εργάσιμης ημέρας που έπεται της δημοσίευσης, υπό τον όρο ότι εξακολουθούν να τηρούνται οι υποχρεώσεις πληρωμής και παράδοσης καθώς και η παροχή εξασφάλισης.

(2) Η αρχή εξυγίανσης δύναται να αναστέλλει τα δικαιώματα καταγγελίας οποιουδήποτε αντισυμβαλλόμενου μέρους θυγατρικής ιδρύματος υπό εξυγίανση εφόσον -

(α) Οι υποχρεώσεις βάσει της εν λόγω σύμβασης είναι εγγυημένες ή με άλλον τρόπο υποστηριζόμενες από το ίδρυμα υπό εξυγίανση· και

(β) τα δικαιώματα καταγγελίας βάσει της εν λόγω σύμβασης στηρίζονται μόνον στην αφερεγγυότητα ή τη χρηματοοικονομική κατάσταση του ιδρύματος υπό εξυγίανση· και

(γ) σε περίπτωση που έχει ασκηθεί ή ενδέχεται να ασκηθεί εξουσία μεταβίβασης σε σχέση με το υπό εξυγίανση ίδρυμα-

(i) είτε όλα τα περιουσιακά στοιχεία και οι υποχρεώσεις της θυγατρικής που σχετίζεται με την εν λόγω σύμβαση έχουν μεταβιβαστεί ή ενδέχεται να μεταβιβαστούν και να αναληφθούν από τον αποδέκτη,

(ii) είτε η αρχή εξυγίανσης παρέχει με οποιονδήποτε άλλον τρόπο επαρκή προστασία για αυτές τις υποχρεώσεις:

Νοείται ότι, η αναστολή ισχύει από τη δημοσίευση της κοινοποίησης, σύμφωνα με το άρθρο 83(4), έως τα μεσάνυχτα της εργάσιμης ημέρας που έπεται της δημοσίευσης.

(3) Καμία αναστολή δυνάμει των εδαφίων (1) ή (2) δεν εφαρμόζεται έναντι-

(α) συστημάτων ή διαχειριστών συστημάτων, όπως τα εν λόγω συστήματα και διαχειριστές συστημάτων ορίζονται στο άρθρο 2(1) του περί του Αμετάκλητου του Διακανονισμού στα Συστήματα Πληρωμών και στα Συστήματα Διακανονισμού Αξιογράφων Νόμου ή συστημάτων και φορέων εκμετάλλευσης συστημάτων εγκατεστημένα εκτός Δημοκρατίας όπως ορίζονται σύμφωνα με την Οδηγία 98/26/ΕΚ· ή

(β) κεντρικών αντισυμβαλλομένων που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας στην ΕΕ σύμφωνα με το Άρθρο 14 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 και κεντρικών αντισυμβαλλομένων τρίτης χώρας αναγνωρισμένων από την ΕΑΚΑΑ σύμφωνα με το Άρθρο 25 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012· ή

(γ) κεντρικών τραπεζών.

(4) Πρόσωπο δύναται να ασκήσει δικαίωμα καταγγελίας στο πλαίσιο σύμβασης πριν από το τέλος της περιόδου που αναφέρεται στο εδάφιο (1) ή (2), εάν το πρόσωπο αυτό λάβει κοινοποίηση από την αρχή εξυγίανσης ότι τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που καλύπτονται από τη σύμβαση -

(α) Δεν μεταβιβάζονται σε άλλη οντότητα· ή

(β) δεν υφίστανται απομείωση ή μετατροπή στο πλαίσιο εφαρμογής του μέτρου διάσωσης με ίδια μέσα σύμφωνα με το άρθρο 53(1)(α).

(5) Σε περίπτωση που αρχή εξυγίανσης ασκεί την εξουσία που προβλέπεται στο εδάφιο (1) ή (2) για να αναστείλει δικαιώματα καταγγελίας και σε περίπτωση που δεν έχει επιδοθεί κοινοποίηση σύμφωνα με το εδάφιο (4), τα δικαιώματα αυτά δύνανται να ασκηθούν από τη λήξη της περιόδου αναστολής, με την επιφύλαξη του άρθρου 70, ως εξής:

(α) Εάν τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που καλύπτονται από τη σύμβαση έχουν μεταβιβαστεί σε άλλη οντότητα, ένας αντισυμβαλλόμενος μπορεί να ασκήσει δικαιώματα καταγγελίας, σύμφωνα με τους όρους της εν λόγω σύμβασης, μόνο σε περίπτωση επέλευσης οποιουδήποτε συνεχιζόμενου ή μεταγενέστερου γεγονότος που συνεπάγεται αναγκαστική εκτέλεση εκ μέρους της αποδέκτριας οντότητας·

(β) εάν τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που καλύπτονται από τη σύμβαση παραμένουν στο ίδρυμα υπό εξυγίανση, και η αρχή εξυγίανσης δεν έχει εφαρμόσει το μέτρο διάσωσης με ίδια μέσα σύμφωνα με το άρθρο 53(1)(α) στην εν λόγω σύμβαση, ένας αντισυμβαλλόμενος δύναται να ασκήσει τα δικαιώματα καταγγελίας σύμφωνα με τους όρους της εν λόγω σύμβασης κατά τη λήξη της περιόδου αναστολής σύμφωνα με το εδάφιο (1) του παρόντος άρθρου.

(6) Κατά την άσκηση εξουσίας δυνάμει του παρόντος άρθρου, η αρχή εξυγίανσης λαμβάνει υπόψη τον αντίκτυπο που ενδέχεται να έχει η άσκηση της εξουσίας αυτής στην εύρυθμη λειτουργία των χρηματοπιστωτικών αγορών.

(7)(α) Η αρχή εξυγίανσης δύναται να απαιτεί από ένα ίδρυμα ή σχετικό πρόσωπο να διατηρεί λεπτομερή αρχεία των χρηματοπιστωτικών συμβάσεων.

(β) Κατόπιν αιτήματος της αρχής εξυγίανσης, το αρχείο καταγραφής συναλλαγών θέτει τις αναγκαίες πληροφορίες στη διάθεση της αρχής εξυγίανσης, προκειμένου να έχει τη δυνατότητα να εκπληρώσει τις αντίστοιχες υποχρεώσεις και καθήκοντά της σύμφωνα με το Άρθρο 81 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012.

Συμβατική αναγνώριση εξουσιών αναστολής ή περιορισμού δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων στην εξυγίανση

73Α.-(1) Έκαστο ίδρυμα και σχετικό πρόσωπο συμπεριλαμβάνει σε κάθε χρηματοπιστωτική σύμβαση, στην οποία εισέρχονται και η οποία διέπεται από το δίκαιο τρίτης χώρας, όρους με τους οποίους τα μέρη αναγνωρίζουν ότι η χρηματοπιστωτική σύμβαση μπορεί να υπόκειται στην άσκηση εξουσιών από την αρχή εξυγίανσης για την αναστολή ή τον περιορισμό των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων δυνάμει των άρθρων 43Α, 71, 72, και 73, και αναγνωρίζουν ότι δεσμεύονται από τις απαιτήσεις του άρθρου 70.

(2)(α) Η αρχή εξυγίανσης δύναται επίσης, με ειδική ή γενική οδηγία, να απαιτεί από τις μητρικές επιχειρήσεις της ΕΕ να διασφαλίζουν ότι οι οικείες θυγατρικές τρίτης χώρας περιλαμβάνουν, στις χρηματοπιστωτικές συμβάσεις που αναφέρονται στο εδάφιο (1), όρους ώστε να αποκλειστεί το ενδεχόμενο η άσκηση της εξουσίας της αρχής εξυγίανσης να αναστέλλει ή να περιορίζει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της μητρικής επιχείρησης της ΕΕ, σύμφωνα με το εδάφιο (1), να αποτελεί έγκυρο λόγο για την άσκηση δικαιώματος πρόωρης καταγγελίας, αναστολής, τροποποίησης, συμψηφισμού ή αλληλοσυμψηφισμού, ή για την αναγκαστική εκτέλεση συμφωνιών παροχής ασφάλειας για τις εν λόγω συμβάσεις.

(β) Η απαίτηση της παραγράφου (α) δύναται να εφαρμόζεται όσον αφορά τις θυγατρικές τρίτης χώρας, οι οποίες είναι:

(i) πιστωτικό ίδρυμα, κατά την έννοια του Άρθρου 2(1)(2) της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ·

(ii) επιχείρηση επενδύσεων, κατά την έννοια του Άρθρου 2(1)(3) της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ·

(iii) χρηματοδοτικά ιδρύματα.

(3) Το εδάφιο (1) εφαρμόζεται σε κάθε χρηματοπιστωτική σύμβαση, η οποία-

(α) δημιουργεί νέα υποχρέωση, ή τροποποιεί ουσιωδώς υπάρχουσα υποχρέωση, μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών Ιδρυμάτων και Επενδυτικών Εταιρειών (Τροποποιητικού) Νόμου του 2021·

(β) προβλέπει την άσκηση ενός ή περισσοτέρων δικαιωμάτων καταγγελίας ή δικαιωμάτων αναγκαστικής εκτέλεσης συμφωνιών παροχής ασφάλειας, στα οποία θα εφαρμόζονταν τα άρθρα 70, 43Α, 71, 72 ή 73, εάν η χρηματοπιστωτική σύμβαση διέπετο από το κυπριακό δίκαιο ή το δίκαιο κράτους μέλους.

(4) Όταν ένα ίδρυμα ή σχετικό πρόσωπο δεν συμπεριλάβει τον συμβατικό όρο που απαιτείται σύμφωνα με το εδάφιο (1) του παρόντος άρθρου, αυτό δεν εμποδίζει την αρχή εξυγίανσης να ασκήσει τις εξουσίες που αναφέρονται στα άρθρα 70, 43Α, 71, 72 ή 73 σε σχέση με την εν λόγω χρηματοπιστωτική σύμβαση.

Άσκηση των εξουσιών εξυγίανσης

74.-(1)(α) Προκειμένου να αναλάβει δράση εξυγίανσης, η αρχή εξυγίανσης μεριμνά ώστε είναι σε θέση να ασκεί τον έλεγχο του ιδρύματος υπό εξυγίανση, ούτως ώστε -

(i) Να διευθύνει και να ασκεί τις εργασίες και τις υπηρεσίες του υπό εξυγίανση ιδρύματος με όλες τις εξουσίες των μετόχων του και του διοικητικού οργάνου· και

(ii) να διαχειρίζεται και να διαθέτει τα περιουσιακά στοιχεία και την περιουσία του ιδρύματος υπό εξυγίανση.

(β) Ο έλεγχος που προβλέπεται στην παράγραφο (α) δύναται να ασκείται άμεσα από την αρχή εξυγίανσης ή έμμεσα μέσω προσώπου ή προσώπων που διορίζονται από την αρχή εξυγίανσης.

(γ) Ανεξάρτητα από τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου νόμου, τα δικαιώματα ψήφου που αντιστοιχούν σε μετοχές ή άλλα μέσα ιδιοκτησίας του υπό εξυγίανση ιδρύματος δεν δύνανται να ασκηθούν κατά τη διάρκεια της περιόδου εξυγίανσης.

(2) Η αρχή εξυγίανσης δύναται να αναλαμβάνει δράση εξυγίανσης χωρίς να ασκεί έλεγχο στο ίδρυμα υπό εξυγίανση.

(3) Η αρχή εξυγίανσης αποφασίζει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση κατά πόσον είναι σκόπιμο να εφαρμόσει τη δράση εξυγίανσης με τα μέσα που καθορίζονται στο εδάφιο (1) ή (2), έχοντας υπόψη τους στόχους της εξυγίανσης και τις γενικές αρχές που διέπουν την εξυγίανση, τις ειδικές περιστάσεις του συγκεκριμένου υπό εξυγίανση ιδρύματος και την ανάγκη να διευκολύνεται η αποτελεσματική εξυγίανση διασυνοριακών ομίλων.

(4) Η αρχή εξυγίανσης δεν φέρει ευθύνη δυνάμει του εταιρικού ή πτωχευτικού δικαίου.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ VII - ΔΙΑΣΦΑΛΙΣΕΙΣ
Μεταχείριση των μετόχων και των πιστωτών σε περίπτωση εν μέρει μεταβιβάσεων ή εφαρμογής του μέτρου διάσωσης με ίδια μέσα

75. Εφόσον έχουν εφαρμοστεί ένα ή περισσότερα μέτρα εξυγίανσης και, ιδίως, για τους σκοπούς του άρθρου 77, εφαρμόζονται τα εξής:

(α) Εκτός των περιπτώσεων όπου εφαρμόζεται η παράγραφος (β), σε περίπτωση που η αρχή εξυγίανσης μεταβιβάζει μόνον εν μέρει τα δικαιώματα, περιουσιακά στοιχεία και υποχρεώσεις του ιδρύματος υπό εξυγίανση, οι μέτοχοι και οι πιστωτές εκείνοι των οποίων οι απαιτήσεις δεν έχουν μεταβιβαστεί, λαμβάνουν προς ικανοποίηση των απαιτήσεών τους τουλάχιστον όσα θα είχαν λάβει εάν το ίδρυμα υπό εξυγίανση είχε εκκαθαριστεί υπό κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας τη στιγμή κατά την οποία ελήφθη η απόφαση που αναφέρεται στο άρθρο 83·

(β) σε περίπτωση που η αρχή εξυγίανσης εφαρμόζει το μέτρο διάσωσης με ίδια μέσα, οι μέτοχοι και οι πιστωτές των οποίων οι απαιτήσεις έχουν απομειωθεί ή μετατραπεί σε μετοχικό κεφάλαιο δεν υφίστανται μεγαλύτερες ζημίες από όσες θα υφίσταντο, εάν το ίδρυμα υπό εξυγίανση είχε εκκαθαριστεί υπό κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας τη στιγμή κατά την οποία ελήφθη η απόφαση που αναφέρεται στο άρθρο 83.

Αποτίμηση της διαφοράς ως προς τη μεταχείριση

76.-(1)(α) Προκειμένου να αποτιμηθεί κατά πόσον οι μέτοχοι και οι πιστωτές θα τύγχαναν καλύτερης μεταχείρισης εάν το ίδρυμα υπό εξυγίανση είχε εκκαθαριστεί υπό κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, μεταξύ άλλων, αλλά όχι αποκλειστικά, και για τους σκοπούς του άρθρου 75, διενεργείται αποτίμηση από ανεξάρτητο πρόσωπο, το συντομότερο δυνατόν, αφού έχει πραγματοποιηθεί η δράση ή οι δράσεις εξυγίανσης.

(β) Η εν λόγω αποτίμηση είναι χωριστή από την αποτίμηση που διενεργείται βάσει του άρθρου 47.

(γ) Σε περίπτωση που σε συνδυασμό με δράση εξυγίανσης η αρχή εξυγίανσης ασκεί και την εξουσία απομείωσης ή μετατροπής κεφαλαιακών μέσων, η αρχή εξυγίανσης διασφαλίζει τη διενέργεια μίας αποτίμησης που να πληροί τις απαιτήσεις του παρόντος άρθρου και του άρθρου 38.

(2) Με την αποτίμηση που προβλέπεται στο εδάφιο (1) προσδιορίζεται -

(α) Η μεταχείριση της οποίας θα είχαν τύχει οι μέτοχοι και οι πιστωτές, ή το σύστημα εγγύησης των καταθέσεων, εάν το ίδρυμα υπό εξυγίανση, στο οποίο έχει πραγματοποιηθεί η δράση ή οι δράσεις εξυγίανσης, είχε τεθεί υπό κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας τη στιγμή κατά την οποία ελήφθη η απόφαση που αναφέρεται στο άρθρο 83· και

(β) η πραγματική μεταχείριση της οποίας έτυχαν οι μέτοχοι και οι πιστωτές κατά την εξυγίανση του ιδρύματος υπό εξυγίανση· και

(γ) αν υπάρχει καμία διαφορά μεταξύ της μεταχείρισης που αναφέρεται στην παράγραφο (α) και της μεταχείρισης που αναφέρεται στην παράγραφο (β).

(3) Η αποτίμηση -

(α) Βασίζεται στην παραδοχή ότι το ίδρυμα υπό εξυγίανση, στο οποίο έχει πραγματοποιηθεί η δράση ή οι δράσεις εξυγίανσης, θα είχε τεθεί υπό κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας τη στιγμή κατά την οποία ελήφθη η απόφαση που αναφέρεται στο άρθρο 83· και

(β) βασίζεται στην παραδοχή ότι η δράση ή οι δράσεις εξυγίανσης δεν έχουν πραγματοποιηθεί· και

(γ) δεν λαμβάνει υπόψη οποιαδήποτε χορήγηση έκτακτης δημόσιας χρηματοπιστωτικής στήριξης στο ίδρυμα υπό εξυγίανση.

Διασφάλιση για τους μετόχους και τους πιστωτές

77. Εάν με την αποτίμηση που διενεργείται βάσει του άρθρου 76 προσδιοριστεί ότι οποιοσδήποτε μέτοχος ή πιστωτής που αναφέρεται στο άρθρο 75 ή το σύστημα εγγύησης καταθέσεων σύμφωνα με το άρθρο 105(1), έχει υποστεί μεγαλύτερες ζημίες από όσες θα υφίστατο κατά την εκκαθάριση υπό κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, δικαιούται την καταβολή της διαφοράς από το Ταμείο Εξυγίανσης.

Διασφαλίσεις για τους αντισυμβαλλό-μενους στις περιπτώσεις εν μέρει μεταβιβάσεων

78.-(1) Η προστασία που προβλέπεται στο εδάφιο (2) εφαρμόζεται στις ακόλουθες περιστάσεις:

(α) Όταν η αρχή εξυγίανσης μεταβιβάζει ορισμένα αλλά όχι όλα τα περιουσιακά στοιχεία, δικαιώματα ή υποχρεώσεις ενός ιδρύματος υπό εξυγίανση σε άλλη οντότητα ή, κατά την εφαρμογή ενός μέτρου εξυγίανσης, από ένα μεταβατικό ίδρυμα ή εταιρεία διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων σε άλλο πρόσωπο·

(β) όταν η αρχή εξυγίανσης ασκεί τις εξουσίες που προβλέπονται στο άρθρο 66(1).

(2) Διασφαλίζεται η κατάλληλη προστασία των ακόλουθων συμφωνιών και των αντισυμβαλλομένων στις ακόλουθες συμφωνίες:

(α) Συμφωνίες εγγυοδοσίας, βάσει των οποίων ένα πρόσωπο έχει, λόγω εγγύησης, υπάρχον ή ενδεχόμενο συμφέρον στα περιουσιακά στοιχεία ή δικαιώματα που αποτελούν αντικείμενο μεταβίβασης, ανεξαρτήτως αν το εν λόγω συμφέρον εξασφαλίζεται με συγκεκριμένα περιουσιακά στοιχεία ή δικαιώματα ή με κυμαινόμενες επιβαρύνσεις ή παρεμφερή ρύθμιση·

(β) συμφωνίες παροχής χρηματοοικονομικής εξασφάλισης με μεταβίβαση τίτλων, βάσει των οποίων παρέχονται εξασφαλίσεις για την εξασφάλιση ή την κάλυψη της εκτέλεσης συγκεκριμένων υποχρεώσεων, με τη μεταβίβαση της πλήρους κυριότητας των περιουσιακών στοιχείων από τον ασφαλειοδότη στον ασφαλειολήπτη, υπό όρους που προβλέπουν τη μεταβίβαση των περιουσιακών στοιχείων από τον ασφαλειολήπτη, εάν εκτελεστούν αυτές οι συγκεκριμένες υποχρεώσεις·

(γ) συμφωνίες αλληλοσυμψηφισμού, βάσει των οποίων δύο ή περισσότερες απαιτήσεις ή υποχρεώσεις μεταξύ του ιδρύματος υπό εξυγίανση και ενός αντισυμβαλλομένου συμψηφίζονται η μία με την άλλη·

(δ) συμφωνίες συμψηφισμού·

(ε) καλυμμένα ομόλογα·

(στ) συμφωνίες δομημένης χρηματοδότησης, συμπεριλαμβανομένων των τιτλοποιήσεων και των μέσων που χρησιμοποιούνται για λόγους αντιστάθμισης κινδύνων και αποτελούν αναπόσπαστο μέρος των συνολικών στοιχείων κάλυψης και, σύμφωνα με το κυπριακό δίκαιο, εξασφαλίζονται κατά τρόπο παρόμοιο με τα καλυμμένα ομόλογα, οι οποίες συνεπάγονται την παροχή και την κατοχή εγγύησης από συμβαλλόμενο μέρος της συμφωνίας ή θεματοφύλακα, αντιπρόσωπο ή αντίκλητο:

Νοείται ότι, η μορφή προστασίας που είναι κατάλληλη, για τις κατηγορίες συμφωνιών που αναφέρονται στο παρόν εδάφιο, διευκρινίζεται περαιτέρω στα άρθρα 79 έως 82 και υπόκειται στους περιορισμούς που εξειδικεύονται στα άρθρα 70 έως 73.

(3) Η απαίτηση που προβλέπεται στο εδάφιο (2) εφαρμόζεται ανεξάρτητα από τον αριθμό των μερών που συμμετέχουν στις συμφωνίες και από το εάν οι συμφωνίες -

(α) Δημιουργούνται από σύμβαση, καταπιστεύματα ή άλλα μέσα, ή απορρέουν αυτομάτως από την εφαρμογή του νόμου·

(β) απορρέουν ή διέπονται, εν όλω ή εν μέρει, από νομοθεσία κράτους μέλους ή τρίτης χώρας.

Προστασία των συμφωνιών παροχής χρηματοοικονο-μικής εξασφάλισης με μεταβίβαση τίτλων, αλληλοσυμψηφισμού και συμψηφισμού

79.-(1)(α) Απαγορεύεται η μεταβίβαση ορισμένων αλλά όχι όλων των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που προστατεύονται από συμφωνία παροχής χρηματοοικονομικής εξασφάλισης με μεταβίβαση τίτλων, τη συμφωνία αλληλοσυμψηφισμού ή τη συμφωνία συμψηφισμού μεταξύ του ιδρύματος υπό εξυγίανση και άλλου προσώπου, και η τροποποίηση ή η καταγγελία δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που προστατεύονται από την εν λόγω συμφωνία παροχής χρηματοοικονομικής εξασφάλισης με μεταβίβαση τίτλων, συμφωνία αλληλοσυμψηφισμού ή συμφωνία συμψηφισμού μέσω της άσκησης επικουρικών εξουσιών.

(β) Για τους σκοπούς της παραγράφου (α), τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που θεωρούνται προστατευμένα βάσει τέτοιας συμφωνίας είναι εκείνα για τα οποία τα μέρη της συμφωνίας δικαιούνται να προβούν σε αλληλοσυμψηφισμό ή συμψηφισμό των εν λόγω δικαιωμάτων και υποχρεώσεων.

(2) Ανεξάρτητα από το εδάφιο (1), και όταν αυτό είναι αναγκαίο προκειμένου να εξασφαλισθεί η πρόσβαση στις καλυπτόμενες καταθέσεις, η αρχή εξυγίανσης δύναται:

(α) Να μεταβιβάζει καλυπτόμενες καταθέσεις που αποτελούν μέρος οποιασδήποτε από τις συμφωνίες που αναφέρονται στο εδάφιο (1) χωρίς να μεταβιβάζει άλλα περιουσιακά στοιχεία, δικαιώματα ή υποχρεώσεις που αποτελούν μέρος της ίδιας συμφωνίας· και

(β) να μεταβιβάζει, να τροποποιεί ή να καταργεί τα εν λόγω περιουσιακά στοιχεία, δικαιώματα ή υποχρεώσεις χωρίς να μεταβιβάζει τις καλυπτόμενες καταθέσεις.

Προστασία των συμφωνιών εγγυοδοσίας

80.-(1) Αναφορικά με υποχρεώσεις που εξασφαλίζονται με συμφωνία εγγυοδοσίας, απαγορεύεται οτιδήποτε από τα ακόλουθα:

(α) Η μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων με τα οποία είναι εξασφαλισμένη η υποχρέωση, εκτός εάν μεταβιβάζονται επίσης η εν λόγω υποχρέωση και το όφελος της εξασφάλισης·

(β) η μεταβίβαση εξασφαλισμένης υποχρέωσης, εκτός εάν μεταβιβάζεται επίσης και το όφελος της εξασφάλισης·

(γ) η μεταβίβαση του οφέλους της εξασφάλισης, εκτός εάν μεταβιβάζεται επίσης η εξασφαλισμένη υποχρέωση·

(δ) η τροποποίηση ή η καταγγελία μιας συμφωνίας εξασφάλισης, μέσω της άσκησης επικουρικών εξουσιών, εάν το αποτέλεσμα της εν λόγω τροποποίησης ή καταγγελίας είναι να παύσει να είναι εξασφαλισμένη η υποχρέωση.

(2) Ανεξάρτητα από το εδάφιο (1), και όταν αυτό είναι αναγκαίο προκειμένου να εξασφαλιστεί η πρόσβαση στις καλυπτόμενες καταθέσεις, η αρχή εξυγίανσης δύναται -

(α) Να μεταβιβάζει καλυπτόμενες καταθέσεις που αποτελούν μέρος οποιασδήποτε από τις συμφωνίες που αναφέρονται στο εδάφιο (1) χωρίς να μεταβιβάζει άλλα περιουσιακά στοιχεία, δικαιώματα ή υποχρεώσεις που αποτελούν μέρος της ίδιας συμφωνίας· και

(β) να μεταβιβάζει, να τροποποιεί ή να καταργεί τα εν λόγω περιουσιακά στοιχεία, δικαιώματα ή υποχρεώσεις χωρίς να μεταβιβάζει τις καλυπτόμενες καταθέσεις.

Προστασία των συμφωνιών δομημένης χρηματοδότησης και των καλυμμένων ομολόγων

81.-(1) Αναφορικά με συμφωνίες δομημένης χρηματοδότησης, περιλαμβανομένων των συμφωνιών που αναφέρονται στο άρθρο 78(2)(ε) και (στ), απαγορεύεται οτιδήποτε από τα ακόλουθα:

(α) Η μεταβίβαση ορισμένων αλλά όχι όλων των περιουσιακών στοιχείων, δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που συνιστούν μια συμφωνία δομημένης χρηματοδότησης ή αποτελούν μέρος της, συμπεριλαμβανομένων των συμφωνιών που αναφέρονται στο άρθρο 78(2)(ε) και (στ), στην οποία το ίδρυμα υπό εξυγίανση είναι συμβαλλόμενο μέρος·

(β) η καταγγελία ή η τροποποίηση, μέσω της άσκησης επικουρικών εξουσιών των περιουσιακών στοιχείων, δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που συνιστούν μια συμφωνία δομημένης χρηματοδότησης ή αποτελούν μέρος της, περιλαμβανομένων των συμφωνιών που αναφέρονται στο άρθρο 78(2)(ε) και (στ), στην οποία το ίδρυμα υπό εξυγίανση είναι συμβαλλόμενο μέρος.

(2) Ανεξάρτητα από το εδάφιο (1), και όταν αυτό είναι αναγκαίο για τη διασφάλιση της πρόσβασης στις καλυπτόμενες καταθέσεις, η αρχή εξυγίανσης δύναται -

(α) Να μεταβιβάζει καλυπτόμενες καταθέσεις που αποτελούν μέρος οποιασδήποτε από τις ρυθμίσεις που αναφέρονται στο εδάφιο (1) χωρίς να μεταβιβάζει λοιπά περιουσιακά στοιχεία, δικαιώματα ή υποχρεώσεις που αποτελούν μέρος των ίδιων ρυθμίσεων· και

(β) να μεταβιβάζει, να τροποποιεί ή να καταγγέλλει τα εν λόγω περιουσιακά στοιχεία, τα δικαιώματα ή τις υποχρεώσεις χωρίς να μεταβιβάζει τις καλυπτόμενες καταθέσεις.

Μεταβιβάσεις εν μέρει, προστασία των συστημάτων διαπραγμά-τευσης, εκκαθάρισης και διακανονισμού

82.-(1) Η εφαρμογή μέτρων εξυγίανσης δεν επηρεάζει τη λειτουργία και τους κανόνες των συστημάτων που καλύπτονται από τον περί Αμετακλήτου του Διακανονισμού στα Συστήματα Πληρωμών και στα Συστήματα Διακανονισμού Αξιογράφων Νόμο, σε περίπτωση που η αρχή εξυγίανσης -

(α) Μεταβιβάζει ορισμένα αλλά όχι όλα τα περιουσιακά στοιχεία, δικαιώματα ή υποχρεώσεις ενός ιδρύματος υπό εξυγίανση σε άλλη οντότητα· ή

(β) κάνει χρήση των εξουσιών της δυνάμει του άρθρου 66 για να ακυρώσει ή να τροποποιήσει τις ρήτρες μιας σύμβασης στην οποία είναι συμβαλλόμενο μέρος το ίδρυμα υπό εξυγίανση ή για να το υποκαταστήσει με τον αποδέκτη ως συμβαλλόμενο μέρος.

(2) Ειδικότερα, διά της μεταβίβασης, ακύρωσης ή τροποποίησης που αναφέρεται στο εδάφιο (1) δεν ανακαλείται εντολή μεταβίβασης, κατά παράβαση του άρθρου 4 του περί Αμετάκλητου του Διακανονισμού στα Συστήματα Πληρωμών και στα Συστήματα Διακανονισμού Αξιογράφων Νόμου, ούτε τροποποιείται ή αναιρείται το εκτελεστό των εντολών μεταβίβασης και του συμψηφισμού, όπως απαιτείται βάσει των άρθρων 4(5) και 4(3) του εν λόγω νόμου, της χρησιμοποίησης κεφαλαίων, αξιογράφων ή πιστωτικών διευκολύνσεων όπως απαιτείται βάσει του άρθρου 5 του εν λόγω νόμου ή η προστασία της ασφάλειας, όπως απαιτείται δυνάμει του άρθρου 7 του εν λόγω νόμου.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ VIII - ΔΙΑΔΙΚΑΣΤΙΚΕΣ ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ
Απόφαση της αρχής εξυγίανσης

83.-(1)(α) Με δική της πρωτοβουλία ή μόλις λάβει κοινοποίηση από την αρμόδια αρχή σύμφωνα με το Άρθρο 81, παράγραφος 3, της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ η αρχή εξυγίανσης διαπιστώνει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 42 και 43, αντίστοιχα, κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις για να αναληφθεί ή όχι δράση εξυγίανσης και λαμβάνει την απόφαση για ανάληψη ή όχι δράσης εξυγίανσης.

(β) Η απόφαση που λαμβάνεται δυνάμει της παραγράφου (α) περιέχει τις ακόλουθες πληροφορίες:

(i) Το σκεπτικό της απόφασης αυτής, συμπεριλαμβανομένης της διαπίστωσης κατά πόσο το ίδρυμα πληροί ή όχι τις προϋποθέσεις εξυγίανσης∙

(ii) τη δράση την οποία προτίθεται να αναλάβει η αρχή εξυγίανσης, συμπεριλαμβανομένης, κατά περίπτωση, της εισήγησης προς την αρμόδια αρχή για ανάκληση της άδειας του ιδρύματος και της προσφυγής σε διαδικασία εκκαθάρισης, του διορισμού παραλήπτη ή εκκαθαριστή ή οποιουδήποτε άλλου μέτρου στο πλαίσιο των κανονικών διαδικασιών αφερεγγυότητας.

(γ) Η αρχή εξυγίανσης δημοσιεύει το διάταγμα δυνάμει του οποίου αναλαμβάνεται δράση εξυγίανσης, στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας αυθημερόν.

(2)(α) Η απόφαση για τερματισμό δράσης εξυγίανσης όσον αφορά ένα ίδρυμα ή σχετικό πρόσωπο λαμβάνεται μόλις η αρχή εξυγίανσης διαπιστώσει ότι -

(i) Έχουν ολοκληρωθεί τα μέτρα εξυγίανσης και έχουν εξυπηρετηθεί οι στόχοι εξυγίανσης και το δημόσιο συμφέρον∙ ή

(ii) τα μέτρα εξυγίανσης είναι ευλόγως ανέφικτο να ολοκληρωθούν ή/και η συνέχιση των μέτρων εξυγίανσης δεν εξυπηρετούν τους στόχους εξυγίανσης ή/και το δημόσιο συμφέρον.

(β) Η απόφαση που λαμβάνεται δυνάμει της παραγράφου (α) περιέχει τις ακόλουθες πληροφορίες:

(i) Την κατά περίπτωση διαπίστωση που αναφέρεται στην παράγραφο (α)·

(ii) σε περίπτωση που η διαπίστωση είναι αυτή που αναφέρεται στην υποπαράγραφο (ii) της παραγράφου (α), την εισήγηση προς την αρμόδια αρχή για ανάκληση της άδειας του ιδρύματος και για προσφυγή σε διαδικασία εκκαθάρισης, του διορισμού παραλήπτη ή εκκαθαριστή ή οποιουδήποτε άλλου μέτρου στο πλαίσιο των κανονικών διαδικασιών αφερεγγυότητας.

(γ) Η αρχή εξυγίανσης δημοσιεύει την ίδια ημέρα στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας ειδοποίηση ότι τα μέτρα εξυγίανσης έχουν τερματιστεί, την ημερομηνία τερματισμού και ότι το ίδρυμα ή σχετικό πρόσωπο, από την ημερομηνία τερματισμού, δεν υπόκειται σε εξυγίανση.

Διαδικαστικές υποχρεώσεις της αρχής εξυγίανσης

84.-(1) Η αρχή εξυγίανσης κοινοποιεί τις αποφάσεις της, μόλις αυτό είναι ευλόγως εφικτό, για τη λήψη και τερματισμό δράσης εξυγίανσης, προς το ίδρυμα υπό εξυγίανση και τις ακόλουθες αρχές, εφόσον πρόκειται για διαφορετικές αρχές:

(α) Την αρμόδια αρχή για το ίδρυμα υπό εξυγίανση·

(β) την αρμόδια αρχή για οποιοδήποτε υποκατάστημα του ιδρύματος υπό εξυγίανση·

(γ) την Κεντρική Τράπεζα, υπό την ιδιότητά της ως κεντρική τράπεζα·

(δ) την διαχειριστική επιτροπή του Συστήματος Εγγύησης Καταθέσεων και Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων·

(ε) κατά περίπτωση, την αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου·

(στ) τον Υπουργό·

(ζ) εάν το ίδρυμα υπόκειται σε εποπτεία σε ενοποιημένη βάση, σύμφωνα με άρθρο 39 του περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου ή του περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμου, κατά την περίπτωση, την αρχή ενοποιημένης εποπτείας·

(η) το ΕΣΣΚ, και την Κεντρική Τράπεζα υπό την ιδιότητά της ως αρχή μακροπροληπτικής εποπτείας∙

(θ) την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, την ΕΚΤ, την ΕΑΚΑΑ, την ΕΑΑΕΣ και την ΕΑΤ·

(ι) εάν το ίδρυμα υπό εξυγίανση είναι ίδρυμα όπως ορίζεται στο άρθρο 2 του περί Αμετάκλητου του Διακανονισμού στα Συστήματα Πληρωμών και στα Συστήματα Διακανονισμού Αξιογράφων Νόμου, τους διαχειριστές συστημάτων στα οποία συμμετέχει.

(2) Η κοινοποίηση δράσης εξυγίανσης που αναφέρεται στο εδάφιο (1) περιλαμβάνει αντίγραφο κάθε διατάγματος ή πράξης δυνάμει της οποίας ασκούνται οι σχετικές εξουσίες και αναφέρει την ημερομηνία από την οποία η δράση εξυγίανσης ή οι δράσεις εξυγίανσης αρχίζουν να ισχύουν.

(3) Η αρχή εξυγίανσης δημοσιεύει ή μεριμνά για τη δημοσίευση του διατάγματος ή της πράξης δυνάμει της οποίας αναλαμβάνεται η δράση εξυγίανσης είτε ειδοποίησης όπου συνοψίζονται τα αποτελέσματα της δράσης εξυγίανσης, ιδίως ως προς τα αποτελέσματα για τους πελάτες λιανικής τραπεζικής και τους μικροεπενδυτές, κατά περίπτωση, και, κατά περίπτωση, τους όρους και το χρονικό διάστημα της αναστολής ή τους περιορισμούς των άρθρων 71, 72 και 73, στα ακόλουθα μέσα:

(α) Στον επίσημο ιστότοπό της·

(β) στον ιστότοπο της αρμόδιας αρχής, εάν πρόκειται για αρχή διαφορετική από την αρχή εξυγίανσης, και στον ιστότοπο της ΕΑΤ·

(γ) στον ιστότοπο του ιδρύματος υπό εξυγίανση·

(δ) σε περίπτωση που οι μετοχές ή άλλα μέσα ιδιοκτησίας ή χρεωστικά μέσα του ιδρύματος υπό εξυγίανση έχουν εισαχθεί προς διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενη αγορά, στα μέσα που χρησιμοποιούνται για τη δημοσιοποίηση των ρυθμιζόμενων πληροφοριών που αφορούν το ίδρυμα υπό εξυγίανση, σύμφωνα με το άρθρο 37(1) του περί Προϋποθέσεων Διαφάνειας (Κινητές Αξίες προς Διαπραγμάτευση σε Ρυθμιζόμενη Αγορά) Νόμου·

(4)(α) Εάν οι μετοχές, τα μέσα ιδιοκτησίας ή τα χρεωστικά μέσα δεν έχουν εισαχθεί προς διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενη αγορά, η αρχή εξυγίανσης μεριμνά ώστε, τα έγγραφα που τεκμηριώνουν το διάταγμα ή πράξη που αναφέρεται στο εδάφιο (3) να αποστέλλονται στους μετόχους και πιστωτές του ιδρύματος υπό εξυγίανση.

(β) Για την εφαρμογή της παραγράφου (α) το ίδρυμα υπό εξυγίανση θέτει στη διάθεση το μητρώο ή τις βάσεις δεδομένων του.

(5) Η αρχή εξυγίανσης δημοσιεύει ή μεριμνά για τη δημοσίευση της ειδοποίησης τερματισμού των μέτρων εξυγίανσης στα μέσα που αναφέρονται στο εδάφιο (3).

Εμπιστευτικότητα

85.-(1) Με την επιφύλαξη των λοιπών εδαφίων του παρόντος άρθρου, τα ακόλουθα πρόσωπα και οντότητες υποχρεούνται στην τήρηση επαγγελματικού απορρήτου:

(α) Η αρχή εξυγίανσης·

(β) η αρμόδια αρχή·

(γ) ο Υπουργός·

(δ) οι ειδικοί διαχειριστές που διορίζονται σύμφωνα με τον παρόντα Νόμο·

(ε) οι πιθανοί αγοραστές με τους οποίους έρχεται σε επαφή ή τους οποίους προσκαλεί η αρχή εξυγίανσης, ανεξαρτήτως αν η εν λόγω επαφή ή πρόσκληση πραγματοποιήθηκε ως προετοιμασία για τη χρήση του μέτρου πώλησης εργασιών, και ανεξαρτήτως αν η πρόσκληση κατέληξε σε απόκτηση·

(στ) οι ελεγκτές, λογιστές, νομικοί και επαγγελματικοί σύμβουλοι, εκτιμητές και άλλοι εμπειρογνώμονες τους οποίους προσλαμβάνουν άμεσα ή έμμεσα η αρχή εξυγίανσης, η αρμόδια αρχή, ο Υπουργός ή οι πιθανοί αγοραστές που αναφέρονται στην παράγραφο (ε)·

(ζ) το Σύστημα Εγγύησης Καταθέσεων και Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων·

(η) το Ταμείο Αποζημίωσης Επενδυτών·

(θ) η Κεντρική Τράπεζα υπό την ιδιότητά της ως κεντρική τράπεζα και άλλες αρχές που εμπλέκονται στη διαδικασία εξυγίανσης·

(ι) το μεταβατικό ίδρυμα και η εταιρεία διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων·

(ια) κάθε άλλο πρόσωπο που παρέχει ή έχει παράσχει υπηρεσίες άμεσα ή έμμεσα, σε μόνιμη βάση ή περιστασιακά, στα πρόσωπα ή οντότητες που αναφέρονται στις παραγράφους (α) έως (ι)·

(ιβ) τα ανώτατα διοικητικά στελέχη, τα μέλη του διοικητικού οργάνου και οι υπάλληλοι των προσώπων ή οντοτήτων που αναφέρονται στις παραγράφους (α) έως (ι), πριν το διορισμό τους, κατά τη διάρκεια του διορισμού τους και μετέπειτα.

(2) Προς το σκοπό τήρησης του απορρήτου που προβλέπεται στα εδάφια (1) και (3), τα πρόσωπα που αναφέρονται στις παραγράφους (α), (β), (γ), (ζ), (θ) και (ι) του εδαφίου (1) θέτουν σε ισχύ εσωτερικούς κανόνες, συμπεριλαμβανομένων κανόνων για την εξασφάλιση του απορρήτου των πληροφοριών μεταξύ των προσώπων που εμπλέκονται άμεσα στη διαδικασία εξυγίανσης.

(3)(α) Χωρίς επηρεασμό της γενικότητας του εδαφίου (1), τα πρόσωπα που αναφέρονται στο εν λόγω εδάφιο απαγορεύεται να αποκαλύπτουν εμπιστευτικές πληροφορίες τις οποίες έχουν λάβει κατά την άσκηση των επαγγελματικών τους δραστηριοτήτων ή από αρμόδια αρχή ή αρχή εξυγίανσης σε σχέση με τις λειτουργίες της στο πλαίσιο του παρόντος Νόμου, σε οποιοδήποτε πρόσωπο ή αρχή παρά μόνο στο πλαίσιο της άσκησης των καθηκόντων τους δυνάμει του παρόντος Νόμου σε συνοπτική ή συγκεντρωτική μορφή, ούτως ώστε να μην είναι δυνατή η αναγνώριση μεμονωμένων ιδρυμάτων ή σχετικών προσώπων, ή με τη ρητή και προηγούμενη συγκατάθεση της αρχής ή του ιδρύματος ή σχετικού προσώπου που παρέσχε τις πληροφορίες.

(β) Πριν από την αποκάλυψη κάθε εμπιστευτικής πληροφορίας από πρόσωπα που αναφέρονται στο εδάφιο (1) σταθμίζονται οι πιθανές συνέπειες από την αποκάλυψη πληροφοριών στο δημόσιο συμφέρον όσον αφορά τη χρηματοοικονομική, νομισματική ή οικονομική πολιτική καθώς επίσης στα εμπορικά συμφέροντα φυσικών και νομικών προσώπων, στους επιτόπιους ελέγχους, στις έρευνες και στους λογιστικούς ελέγχους.

(γ) Η διαδικασία στάθμισης των συνεπειών της αποκάλυψης πληροφοριών περιλαμβάνει αξιολόγηση των συνεπειών κάθε αποκάλυψης του περιεχομένου και των λεπτομερειών του σχεδίου εξυγίανσης που προβλέπεται στα άρθρα 10, 11 και 13 και των πορισμάτων κάθε αξιολόγησης που διενεργείται σύμφωνα με το άρθρο 18.

(4)  Επιτρέπεται -

(α) Στους υπαλλήλους και εμπειρογνώμονες των προσώπων ή οντοτήτων που αναφέρονται στις παραγράφους (α) έως (θ) του εδαφίου (1) να ανταλλάσσουν μεταξύ τους πληροφορίες στο πλαίσιο εκάστου προσώπου ή οντότητας κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους· ή

(β) στην αρχή εξυγίανσης, περιλαμβανομένων των υπαλλήλων και των εμπειρογνωμόνων της, να ανταλλάσσει πληροφορίες με-

(i) τις αρμόδιες αρχές·

(ii) τον Υπουργό·

(iii) το Σύστημα Εγγύησης Καταθέσεων και Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων·

(iv) το Ταμείο Αποζημίωσης Επενδυτών·

(v) την Κεντρική Τράπεζα υπό την ιδιότητά της ως κεντρική τράπεζα·

(vi) την αρχή μακροπροληπτικής εποπτείας·

(vii) τις αρχές εξυγίανσης κρατών μελών·

(viii) τις αρμόδιες αρχές κρατών μελών·

(ix) τα αρμόδια υπουργεία κρατών μελών·

(x) τις κεντρικές τράπεζες κρατών μελών·

(xi) τα συστήματα εγγύησης των καταθέσεων κρατών μελών·

(xii) τα συστήματα αποζημίωσης επενδυτών κρατών μελών·

(xiii) τις αρχές αρμόδιες για τις κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας σε κράτη μέλη·

(xiv) τις αρχές αρμόδιες για τη διατήρηση της σταθερότητας του χρηματοπιστωτικού συστήματος στα κράτη μέλη μέσω κανόνων μακροπροληπτικού χαρακτήρα·

(xv) τους ελεγκτές για τη διεξαγωγή υποχρεωτικών ελέγχων των ετήσιων και ενοποιημένων καταστάσεων·

(xvi) την ΕΑΤ·

(xvii) με την επιφύλαξη του άρθρου 102, σχετικές αρχές τρίτων χωρών· ή

(xviii) υπό την προϋπόθεση αυστηρών απαιτήσεων εμπιστευτικότητας, με δυνητικό αγοραστή με σκοπό το σχεδιασμό ή την εκτέλεση δράσης εξυγίανσης.

(5) Ανεξάρτητα από οποιοδήποτε άλλο εδάφιο του παρόντος άρθρου, επιτρέπεται η ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ της αρχής εξυγίανσης και των ακόλουθων:

(α) Οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο, κατά περίπτωση, με σκοπό τον σχεδιασμό ή την εκτέλεση δράσης εξυγίανσης, υπό την προϋπόθεση αυστηρών απαιτήσεων εμπιστευτικότητας·

(β) τις αρμόδιες κοινοβουλευτικές επιτροπές της Βουλής των Αντιπροσώπων και ειδικές εξεταστικές επιτροπές, υπό τις κατάλληλες προϋποθέσεις·

(γ) την Κεντρική Τράπεζα υπό την ιδιότητά της ως εποπτική αρχή των συστημάτων πληρωμών, αρμόδια αρχή για τη χρηματοοικονομική σταθερότητα ή αρχή μακροπροληπτικής εποπτείας·

(δ) την Υπηρεσία Αφερεγγυότητας του Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη ως αρμόδια αρχή για τις κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας·

(ε) τις αρμόδιες αρχές για την εποπτεία άλλων οντοτήτων του χρηματοοικονομικού τομέα, των χρηματοοικονομικών αγορών και των ασφαλιστικών επιχειρήσεων και τους επιθεωρητές που είναι εντεταλμένοι από αυτές· και

(στ) ελεγκτές επιφορτισμένοι με τη διεξαγωγή υποχρεωτικών ελέγχων των ετήσιων και ενοποιημένων καταστάσεων.

(6) Το παρόν άρθρο εφαρμόζεται με την επιφύλαξη του κυπριακού δικαίου όσον αφορά την αποκάλυψη πληροφοριών για τους σκοπούς δικαστικών διαδικασιών σε ποινικές ή αστικές υποθέσεις.

(7) Κάθε πρόσωπο ή οντότητα που αναφέρεται στο εδάφιο (1) υπέχει αστική ευθύνη σε περίπτωση παραβίασης του παρόντος άρθρου.